19 Δεκεμβρίου 2014

Νικηφόρος Βρεττάκος

Πρώτα χρόνια

Ο Νικηφόρος Βρεττάκος στην 1 Ιανουαρίου 1912, στο χωριό Κροκεές, της Λακωνίας. Ήταν ο δευτερότοκος υιός του Κωνσταντίνου Βρεττάκου και της Ευγενίας, το γένος Παντελάκη. Τα μαθητικά και εφηβικά του χρόνια τα πέρασε στη γενέτειρά του, Κροκεές, στη Πλουμίτσα και στο Γύθειο (το 1927 αποφοίτησε από το Ελληνικό Σχολείο του Γυθείου).[2] Σε ηλικία, μόλις, δεκαέξι ετών, έδωσε στην Εμπορική Λέσχη Γυθείου, δύο διαλέξεις, με θέμα Χριστιανισμός - Μαρξισμός[3]

Στην Αθήνα

Το 1929, κατευθύνθηκε προς την Αθήνα, με σκοπό να ξεκινήσει τις πανεπιστημιακές του σπουδές -μάταια λόγω οικονομικών δυσχερειών. Έτσι, λοιπόν, προσλήφθηκε ως υπάλληλος αρχικά σε εταιρεία υδραυλικών έργων αποξήρανσης και στη συνέχεια, μέχρι το 1932, έκανε διάφορες περιστασιακές κυρίως, χειρωνακτικές εργασίες. Στο ενδιάμεσο, εξέδωσε δύο ποιητικές συλλογές το «Κάτω από σκιές και φώτα» το 1929 και το «Κατεβαίνοντας στη σιγή των αιώνων», το 1933, οι οποίες κέντρισαν το ενδιαφέρον του λογοτεχνικού κόσμου – και ιδιαίτερα το ενδιαφέρον του Κωστής Παλαμάς. Βεβαίως, το επόμενο βιβλίο του «Ο πόλεμος» λογοκρίθηκε από το καθεστώς Μεταξά.[4]
Το 1932 κατατάχθηκε στο στρατό στην Τρίπολη. Υπηρέτησε όμως για τέσσερις μήνες, καθώς ήταν προστάτης πολυμελούς οικογένειας. Ακολούθως, το 1934, στον Πειραιά, εργάστηκε ως γραφέας στις γενικές αποθήκες στρατού. Εκεί γνωρίστηκε με τη γυναίκα του. Κατόπιν, το 1935, δούλεψε στα Μεταξουργία Νέας Ιωνίας και ένα χρόνο αργότερα ως ιδιωτικός υπάλληλος και ως εργάτης υφαντουργείου. Το 1938, με παρέμβαση του φίλου του Θέμου Αμουργή, διορίστηκε στο Υπουργείο Εργασίας.[3]

Πόλεμος, Αντίσταση και κατοπινά χρόνια

Μετά την κήρυξη του Ελληνοιταλικού Πολέμου, το 1940, αμέσως, στρατεύτηκε στην πρώτη γραμμή και κινδύνεψε να σκοτωθεί στο ύψωμα της Κλεισούρας.[4][3] Όταν το σύνταγμα, στο οποίο υπηρετούσε, διαλύθηκε -με την κατάρρευση του Μετώπου (1941)- κατευθύνθηκε στην Αθήνα και εντάχθηκε στην Εθνική Αντίσταση με τον ΕΑΜ. Οι ημερολογιακές σημειώσεις του, εκείνη την περίοδο, αποτέλεσαν τη βάση του βιβλίου του, το «Αγρίμι».[4] Γενικότερα, από το 1942 - 1944 ασχολήθηκε ενεργά με την Εθνική αντίσταση. Επίσης, γράφτηκε και στο Κ.Κ.Ε., αυτή την περίοδο, στην οποία μάλιστα, έχασε και τον πατέρα του, ο οποίος θάφτηκε στην Πλουμίτσα.[3]
Το 1946 προσλήφθηκε ως γραφέας στον Οικονομικό Συνεταιρισμό Εκτελωνιστών του Πειραιά, αργότερα, τον ίδιο χρόνο υπέγραψε τη διαμαρτυρία των Ελλήνων λογοτεχνών «Προς τη Δ' Αναθεωρητική Βουλή των Ελλήνων και τη Διεθνή Κοινή Γνώμη: Περί εκτάκτων μέτρων κατά των επιβουλευομένων την Δημοσίαν Τάξιν και την ακεραιότητα της χώρας». Το 1948 γνωρίστηκε με τον ποιητή, Άγγελο Σικελιανό, με τον οποίον υπήρξαν φίλοι, μέχρι το τέλος της ζωής του. Το 1949, Ο Βρεττάκος, εξέδωσε το λυρικό δοκίμιο «Δυο άνθρωποι μιλούν για την ειρήνη του κόσμου» εξαιτίας της συγγραφής του αυτής, διαγράφτηκε από το Κ.Κ.Ε. και απομακρύνθηκε, γενικότερα, από το περιοδικό Ελεύθερα Γράμματα, όπου ήταν και διευθυντής. Εκείνη την περίοδο γνωρίστηκε με την Τατιάνα Γκρίτση - Μilliex και το Roger Milliex, με τους οποίους συνδέθηκε φιλικά.[3][4]
Το 1955 ο Βρεττάκος εκλέχτηκε στο Δήμο Πειραιά (1955-1959). Υπήρξε σημαντική η συμβολή του από τη θέση αυτή στην αναβάθμιση της πόλης κυρίως σε πολιτιστικό επίπεδο (ίδρυση Πειραϊκού Θεάτρου του Δημήτρη Ροντήρη, Ιστορικού Αρχείου, Φιλαρμονικής Πειραιώς, Δημοτικής Πινακοθήκης). Το 1957 ταξίδεψε στη ΕΣΣΔ μαζί με τους Στρατή Μυριβήλη, Άγι Θέρο κ.α. στα πλαίσια της Παγκόσμιας Συνάντησης Δημοκρατικής Νεολαίας, που είχε προσκληθεί από σπουδαστές της Μόσχας. Εκεί γνωρίστηκε με τη γυναίκα του Μαξίμ Γκόρκι. Το 1962 ο Βρεττάκος ήταν άνεργος μετά τη διάλυση του Συνεταιρισμού Εκτελωνιστών. Έτσι, το 1964 εργάστηκε ως ιματιοφύλακας στο Εθνικό Θέατρο μετά από παρέμβαση του Λουκή Ακρίτα.[3] Ο Βρεττάκος, το 1958, μετά το ταξίδι του κυκλοφόρησε το βιβλίο του «Ο ένας από τους δύο κόσμους» Το βιβλίο αυτό στάθηκε η αφορμή να κατηγορηθεί (μαζί με τους Γιάννη Ρίτσο και Μάρκο Αυγέρη) για παράβαση του Ν.509.[4]

Στα χρόνια της Δικτατορίας

Μετά το πραξικόπημα τις 21 Απριλίου 1967, ο Βρεττάκος αυτοεξορίστηκε στην Ελβετία[5] από όπου ταξίδεψε σε όλη την Ευρώπη: Βουκουρέστι, Βενετία, Δαλματικές ακτές, Ζάγκρεμπ, Ρώμη, Παρίσι, Μπέρμιγχαμ, Λονδίνο, Παλέρμο, Μόναχο. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Ευρώπη συμμετείχε σε ραδιοφωνικές εκπομπές και σε φεστιβάλ ποίησης. Επίσης, τιμήθηκε από ευρωπαϊκά πανεπιστήμια και επεξεργάστηκε το αυτοβιογραφικό κείμενο «Οδύνη», το οποίο εκδόθηκε στη Νέα Υόρκη, το 1969.[3]

Μεταπολίτευση και ύστατα χρόνια

Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1974 και εγκαταστάθηκε, από εκεί και πέρα, μόνιμα στην Αθήνα. Τιμήθηκε από την Ακαδημία Αθηνών, με το βραβείο Ουράνη και δωδεκα χρόνια αργότερα, ανακηρύχθηκε μέλος της (26 Φεβρουαρίου 1986). Επίσης αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας του Τμήματος Φιλολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1991 επισκέφθηκε την Πλουμίτσα, με την οικογένειά του. Εκεί έμελε να αφήσει και την τελευταία του πνοή. Πέθανε από καρδιακή προσβολή στις 4 Αυγούστου 1991 και κηδεύτηκε στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών, δημόσια δαπάνη.[3][4]

Λογοτεχνική σταδιοδρομία/Συγγραφικό Έργο

Το συγγραφικό έργο του Νικηφόρου Βρεττάκου, δύναται να χωριστεί σε 4 μέρη. Την παρθενική του εμφάνιση, ο Νικηφόρος Βρεττάκος, στον χώρο της λογοτεχνίας, την έκανε το 1929, με τη δημοσίευση κάποιων πρωτόλειων ποιημάτων του από τα μαθητικά του χρόνια με τίτλο Κάτω από σκιές και φώτα (εκδόθηκαν το 1933).[5] Μέχρι και το 1940 εξέδωσε έξι συλλογές, τις οποίες συγκέντρωσε στον τόμο Γκριμάτσες του ανθρώπου. Πολλές ποιητικές συλλογές, ακολούθησαν, έως το 1951 (χρονιά θεωρούμενη ως δεύτερο ορόσημο στην καλλιτεχνική του πορεία), που εξέδωσε με τίτλο Τα ποιήματα 1929-1951, τον δεύτερο συγκεντρωτικό τόμο με ποιήματά του. Εκείνη την περίοδο παρατηρείται η στροφή του Βρεττάκου από τον νεανικό λυρισμό, στην έντονη δραματική γραφή.
Ακολούθησε η τρίτη και ωριμότερη περίοδος της δημιουργίας του, στην οποία επιχείρησε μια εξισορρόπηση αυτών των δύο στοιχείων, του λυρικού στοιχείου και του δραματικού, στην υπηρεσία του ηθικού και κοινωνικού προβληματισμού του. Αυτή την περίοδο ασχολείται με έννοιες όπως φως, φύση, αγάπη και αγνότητα.[2]
Η τέταρτη και τελευταία ποιητική περίοδος (1975-1990) μπορεί να χαρακτηριστεί από αισιοδοξία, η οποία έχει διάρκεια. Στα ποιήματά του μιλά για μια πιο ανθρώπινη ζωή, καθώς και για μια διαρκή εγρήγορση και επανάσταση.[2]
Τέλος, προτάθηκε τέσσερις φορές για το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας. Ο Βρεττάκος, τιμήθηκε, επίσης, από πολλούς δήμους σε όλη την Ελλάδα και ανακηρύχτηκε επίτιμος πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών μαζί με τους Γιάννη Ρίτσο και Γιώργο Βαλέτα το 1984, όπως επίσης επίτιμος Πρόεδρος της Εταιρείας Γραμμάτων και Τεχνών του Πειραιά κ.ά.[3]
Η τέταρτη και τελευταία ποιητική περίοδος (1975-1990) χαρακτηρίζεται από αισιοδοξία που έχει διάρκεια. Μιλά στα ποιήματά του για μια ανθρωπινότερη ζωή, για μια διαρκή εγρήγορση και επανάσταση.http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9D%CE%B9%CE%BA%CE%B7%CF%86%CF%8C%CF%81%CE%BF%CF%82_%CE%92%CF%81%CE%B5%CF%84%CF%84%CE%AC%CE%BA%CE%BF%CF%82

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου