Σάββατο, 8 Αυγούστου 2015

ΓΙΑ ΝΑ ΞΕΡΟΥΜΕ ΤΙ ΛΕΜΕ (β)


« Άλλος πλήρωσε τη νύφη » 
Στην παλιά Αθήνα του 1843, επρόκειτο να συγγενέψουν με γάμο δύο αρχοντικές οικογένειες: Του Γιώργη Φλαμή και του Σωτήρη Ταλιάνη.
Ο Φλαμής είχε το κορίτσι και ο Ταλιάνης το αγόρι. Η εκκλησία, που θα γινόταν το μυστήριο, ήταν η Αγία Ειρήνη της Πλάκας. Η ώρα του γάμου είχε φτάσει και στην εκκλησία συγκεντρώθηκαν ο γαμπρός, οι συγγενείς και οι φίλοι τους. Μόνο η νύφη έλειπε.
Τι είχε συμβεί;
Απλούστατα. Η κοπέλα, που δεν αγαπούσε τον νεαρό Ταλιάνη, προτίμησε ν΄ ακολουθήσει τον εκλεκτό της καρδιάς της, που της πρότεινε να την απαγάγει. Ο γαμπρός άναψε από την προσβολή, κυνήγησε την άπιστη να την σκοτώσει, αλλά δεν κατόρθωσε να την ανακαλύψει.
Γύρισε στο σπίτι του παρ΄ ολίγο πεθερού του και του ζήτησε τα δώρα που είχε κάνει στην κόρη του. Κάποιος όρος όμως στο προικοσύμφωνο έλεγε πως οτιδήποτε κι αν συνέβαινε προ και μετά το γάμο μεταξύ γαμπρού και νύφης «δέ θά ξαναρχούτο τση καντοχή ουδενός οι μπλούσιες πραμάτιες καί τα τζόβαιρα όπου αντάλλαξαν οι αρρεβωνιασμένοι».
Φαίνεται δηλαδή, ότι ο πονηρός γερο-Φλαμής είχε κάποιες υποψίες από πριν, για το τι θα μπορούσε να συμβεί, γιʼ αυτό έβαλε εκείνο τον όρο. Κι έτσι πλήρωσε ο φουκαράς ο Ταλιάνης τα δώρα του άλλου.
Από τότε οι παλαιοί Αθηναίοι, όταν γινόταν καμιά αδικία σε βάρος κάποιου,έλεγαν ότι «άλλος πλήρωσε τη νύφη» κι έμεινε η φράση εώς και σήμερα.

«Έβγαλε τη μπέμπελη» 
είναι η φράση που χρησιμοποιείται για έναν άνθρωπο που ζεσταίνεται και ιδρώνει επειδή φορά πολλά ρούχα. Η μπέμπελη είναι η αρρώστια ιλαρά, η οποία για να γιατρευτεί έπρεπε κάποιος να φορά πολλά ρούχα για να ζεσταθεί και να ιδρώσει ώστε να «βγάλει» από πάνω του την αρρώστια.

«Έφαγε τον αγλέουρα» 
λέμε για κάποιον, ο οποίος έφαγε πολύ και νιώθει δυσφορία. Ο αγλέουρας είναι ένα φυτό με θεραπευτικές ικανότητες , το οποίο, όμως, δημιουργεί δυσφορία σε όποιον το χρησιμοποιεί.

«Έφαγε χυλόπιτα» 
λέμε για κάποιον, ο οποίος είναι ερωτευμένος αλλά η καλή του ή ο καλός της δεν νιώθουν το ίδιο για εκείνον. Η φράση προέκυψε από ένα γιατροσόφι του Παρθένη Νενίμου το οποίο περιλάμβανε ένα χυλό από σιτάρι και μπαχαρικά ψημένο στο φούρνο και λένε ότι γιάτρευε τον καημό τους.

« Τα βρήκε μπαστούνια » 
Χρησιμοποιούμε σήμερα την παροιμιώδη φράση «τα βρήκα μπαστούνια», όταν θέλουμε να πούμε ότι συναντήσαμε σοβαρά εμπόδια και δυσκολίες σε κάτι που επιχειρήσαμε να κάνουμε. Ο πολύς κόσμος, πιστεύει λανθασμένα ότι με τον όρο «μπαστούνια»εννοούνται οι φιγούρες τις τράπουλας ή τα πραγματικά μπαστούνια (μαγκούρες),κάτι όμως το οποίο δεν είναι σωστό.
Η προέλευση της φράσης ανάγεται σε ένα πραγματικό γεγονός, που έλαβε χώρα κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας στην Ελλάδα και πιο συγκεκριμένα από μια μονομαχία
Εκατό χρόνια μετά το πάρσιμο του φρουρίου της Ακροκορίνθου από το Λέοντα το Σγουρό, οι Φράγκοι γιόρτασαν στην Κόρινθο με μεγάλη τελετή αυτή την επέτειο. Οι ευγενείς έκαναν ιππικούς αγώνες κάτω από τα βλέμματα των ωραίων γυναικών.Νικητές ξεχώρισαν δυο: Ο Ελληνογάλλος δούκας των Αθηνών Γουίδος -μόλις 20χρονών- και ο Νορμανδός Μπουσάρ, φημισμένος καβαλάρης και οπλομάχος.
Εκείνη την ημέρα κάλεσε σε μονομαχία ο «Μπάιλος» του Μορέα,Νικόλαος Ντε Σαιντομέρ, τον παλατίνο της Κεφαλλονιάς Ιωάννη, που φοβήθηκε τη δύναμη του αντιπάλου του κι αρνήθηκε να χτυπηθεί με την πρόφαση ότι το άλογό του ήταν αγύμναστο. 

Αλλά ο Μπουσάρ τον ντρόπιασε μπροστά σε όλους, γιατί ανέβηκε πάνω σʼ αυτό το ίδιο το άλογο κι έκανε τόσα γυμνάσματα, ώστε να κινήσει το θαυμασμό των θεατών. Ύστερα, καλπάζοντας γύρω από την κονίστρα, φώναξε δυνατά: «Να το άλογο που μας παρέστησαν αγύμναστο».
Αυτό βέβαια, ήταν αρκετό για να προκαλέσει το θανάσιμο μίσος του Ιωάννη, ο οποίος έστειλε κρυφά έναν υπηρέτη του για να αλλάξει τα δυο ξίφη του Μπουσάρ με δυο πανομοιότυπα, αλλά ξύλινα, αυτά δηλαδή που είχαν για να γυμνάζονται οι αρχάριοι. Τα ξύλινα αυτά ξίφη τα ονόμαζαν «μπαστέν» και οι Έλληνες τα έλεγαν «μπαστούνια»
Όταν ο υπηρέτης κατάφερε να τα αλλάξει, ο Ιωάννης κάλεσε τον Μπουσάρ αμέσως σε μονομαχία. Ανύποπτος εκείνος τράβηξε το πρώτο ξίφος του και το βρήκε ξύλινο.Τραβά και το δεύτερο, κι αυτό «μπαστούνι». Και τα δυο τα βρήκε «μπαστούνια».Ο Ιωάννης κατάφερε τότε να τον τραυματίσει θανάσιμα στο στήθος.
Από τότε έμεινε η φράση: «Τα βρήκε μπαστούνια» και φυσικά δεν έχει σχέση με τα τραπουλόχαρτα ή τα μπαστούνια που γνωρίζουμε

«Αυτός χρωστάει της Μιχαλούς» 
λέμε για έναν άνθρωπο, ο οποίος χρωστάει σε πολύ κόσμο. Η φράση προέκυψε από μια γυναίκα του Ναυπλίου,τη Μιχαλού, η οποία ήταν ιδιοκτήτρια μιας ταβέρνας. Η Μιχαλού είχε το προτέρημα να δίνει «βερεσέ» αλλά με κάποια προθεσμία. Αν δεν την εξοφλούσαν σʼ αυτήν την προθεσμία,η Μιχαλού στόλιζε με πολλά κοσμητικά επίθετα τους οφειλέτες της και όσοι την άκουγαν καταλάβαιναν ότι κάποιος της χρωστούσε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου