Πέμπτη, 15 Σεπτεμβρίου 2016

ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗ ΑΓΩΓΗ ΣΤΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΓΑΜΟ

        Αποτέλεσμα εικόνας για μεταλληνος γεωργιος
 Λίαν ἐπίκαιρον τυγχάνει τὸ παρὸν ἄρθρον τοῦ π. Γεωργίου τόσον διότι ἡ  Σύνοδος τῆς Κρήτης ἠσχολήθη μὲ τὸ θέμα τοῦ γάμου ὅσον καὶ διότι ὁ Ὑπ. Παιδείας ἀνεκοίνωσε τὴν πιθανὴν εἰσαγωγὴν μαθήματος «γενετησίου ἀγωγῆς» εἰς ὅλας τὰς βαθμίδας.


Α΄. Ἡ προσέγγιση ἑνός θέµατος, ὃπως τό παρόν1, µόνο στό πλαίσιο τῆς  ἀποστολικοπατερικῆς παράδοσης εἶναι δυνατή.Ἒξω δηλαδή ἀπό τό κλίµα  τοῦ οἰκουµενιστικοῦ ἐκσυγχρονισµοῦ, τελείως ξένου πρός τήν Ὀρθοδοξία  τῶν Ἁγίων µας καί τήν πατερική θεραπευτική Ποιµαντική.
Αὐτό πού προέχει στά θέµατα τῆς Πίστεώς µας εἶναι
ἡ νοηµατοδότησή τους µέσα ἀπό τήν ἁγιοπνευµατική ἐµπειρία τῶν Ἁγίων.
Σύµφωνα µέ ἓνα ἀτελῆ ὁρισµό τό θεανθρώπινο µέγεθος Ὀρθοδοξία εἶναι  ἡ συνείδηση τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ «ἐν Χριστῷ» µέσα στόν κόσµο µέχρι
συντελείας τῶν αἰώνων, καί ἡ δυνατότητα τοῦ ἀνθρώπου νά γίνει θεός κατά  χάριν, νά φθάσει στή θέωση, τόν αἰώνιο προορισµό του. Αὐτός εἶναι ὁ σκοπός τῆς δηµιουργίας, ἡ ἐµφάνιση δηλαδή τοῦ Θεανθρώπου στήν ἱστορία µέ
τήν σάρκωση τοῦ Θεοῦ Λόγου. Αὐτό, κατά τόν ἃγιο Μάξιµο, εἶναι «τό µακάριον, δι’ὃ τά πάντα συνέστηκε, τέλος» 
 


Ὁ γάµος

Κατά τόν ἱ. Χρυσόστοµο «δύο ταῦτά ἐστιν, δι’ ἃπερ εἰσενήνεκται ὁ γάµος, ἳνα τε σωφρονισθῶµεν καί ἳνα πατέρες (=γονεῖς) γινώµεθα. Τῶν δέ δύο τούτων προηγουµένη (ειναι πρωτη προτεραιοτητα) ἡ τῆς σωφροσύνης ἐστί πρόφασις» (σκοπός)3.
Στήν χρυσοστόµεια ἐπισήµανση ἀντιστοιχεῖ ἡ φράση τοῦ Μυστηρίου τοῦ Γάµου: «ἡ  ἒννοµος συζυγία καί ἡ ἐξ αὐτῆς παιδοποιία». Ἡ «σωφροσύνη» καί κατά Χριστόν «νοµιµότητα» προηγεῖται τῆς «παιδοποιΐας», πού µπορεῖ καί νά µή
ὑπάρξει4. Βέβαια, κατά τόν ἃγιο Πατέρα ἡ σύνδεση τῶν συζύγων στό γάµο  εἶναι τό παιδί, ὡς «γέφυρα» µεταξύ τους, προερχόµενο «ἐκ τῆς ἑκατέρων  οὐσίας»5.
Αὐτή εἶναι ἡ οὐσία τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ-χριστιανικοῦ γάµου, συνδεοµένου διαπροσωπικά) στόν Χριστό. (Πρβλ. τήν γνωστή λειτουργική φράση: «ἑαυτούς καί ἀλλήλους καί πᾶσαν τήν ζωήν ἡµῶν  Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώµεθα»). Αὐτό ἐπεσήµανε ἢδη ὁ ἃγιος
Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ἀναφερόµενος στήν σάρκωση τοῦ
Θεοῦ Λόγου: «Ὃλος ὃλον ἀνέλαβέ µε καί ὃλος ὃλῳ ἡνώθη, ἳνα
ὃλῳ τήν σωτηρίαν χαρίσηται», γιά νά προσθέσει: «Τό γάρ
ἀπρόσληπτον ἀθεράπευτον»6. 
 
 

 
Ὃ,τι δέν ἒχει ὑπαρκτική σχέση
µέ τόν Χριστό καί δέν ζωογονεῖται µέ τή Χάρη Του, δέν σώζεται.
Γι’ αὐτό ἀπ’ ἀρχῆς ὁ χριστιανικός γάµος συνδέθηκε µέ τή
Θεία Λειτουργία, τήν σύναξη δηλαδή τῆς τοπικῆς χριστιανικῆς
κοινότητας. Μέ τό µυστήριο τοῦ γάµου καί τήν πίστη τοῦ ζεύ-
γους ἡ βιολογική ζωή ἐντάσσεται στό ἐκκλησιαστικό σῶµα γιά
τήν ὑπέρβαση τῆς γήινης σχέσης µέσα στήν κοινωνία τῆς 
Χάρης. 
 
 
 
Ἒτσι, ἡ φυσική ἓνωση καταξιώνεται σέ «ὑπερατοµική προ-
σωπικότητα». Καί αὐτό εἶναι τό θεµέλιο τῆς ἐν Χριστῷ οἰκογένει-
ας. Στόν ἐν Χριστῷ γάµο, συνεπῶς, πέρα καί πάνω ἀπό τή φυ-
σική ἓνωση καί τήν οἰκογένεια εἶναι ἡ εὐχαριστιακή σύναξη, τό
ἐκκλησιαστικό σῶµα. Ἡ βιολογική σχέση εἰσέρχεται, ἒτσι, σέ µιά
ἐσχατολογική προοπτική. Αὐτό δηλώνεται µέ τόν κυκλικό χορό
(«Ἡσαΐα, χόρευε...»), πού εἰσάγει τούς νεονύµφους στό αἰώνιο
ταξείδι τους. Γι’ αὐτό στό τέλος τῆς Ἀκολουθίας ὁ Ἱερεύς, βγά-
ζοντας τά στέφανα ἀπό τά κεφάλια τῶν νεονύµφων, λέγει στόν
Χριστό: «’Ανάλαβε τούς στεφάνους αὐτῶν ἐν τῇ βασιλείᾳ Σου». 
 


 
Ὁ γάµος συνεπῶς εἶναι γεγονός, πού ἀφορᾶ ὁλόκληρη τήν
Ἐκκλησία, καί µόνο µέ αὐτή τήν προϋπόθεση τό ζεῦγος τῶν νε-
ονύµφων ἐντάσσεται στήν παναδελφότητα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ
σώµατος «σύν πᾶσι τοῖς ἁγίοις», γιά νά βιώσουν ἓνα νέο ἦθος,
τό εὐχαριστιακό ἦθος τῆς ἐν Χριστῷ κοινωνίας, ὑπερβαίνοντας
τήν διασπαστική κίνηση τῆς πτωτικῆς ἐγωκεντρικότητας. Βέ-
βαια, ἡ πραγµάτωση ὃλων αὐτῶν δέν γίνεται αὐτόµατα, οὒτε
εἶναι δυνατή, ἂν δεν ὑπάρχει ἡ πλήρης («ὁλοτελής», Α΄ Θεσσ.
5,13) ἒνταξη τῶν νεονύµφων στήν ἐν Χριστῷ ζωή, τόν συνεχή
πνευµατικό ἀγώνα, πού καθιστᾶ τό ζεῦγος δεκτικό τῆς ἂκτιστης
θεϊκῆς Χάρης.


Φυσικὴ ἕλξις καὶ ἐκτροπή 
 


Β΄ Κατά τήν ὁµόφωνη παράδοση τῶν Ἁγίων Πατέρων, ὃπως
ὁ ἱερός Χρυσόστοµος, ἡ ὁρµή καί βούληση γιά τόν γάµο, ὡς
ἓνωση ἀνδρός καί γυναικός (Γεν. 1,27), ἀνθρώπων δηλαδή δια-
φορετικοῦ φύλου, συνδέεται µέ τήν γενετήσια λειτουργία, πού
κατέχει κεντρική θέση στόν ἀνθρώπινο βίο. Εἶναι ἡ λειτουργία
τοῦ ἑνός ἀπό τά δύο ἒνστικτα, τά ὁποῖα ὃµως ἒχει ἐµφυτεύσει
στόν ἂνθρωπο ὁ ∆ηµιουργός γιά τήν ὀρθή ἀνάπτυξη τῆς βιολο-
γικῆς πορείας του µέσα στόν κόσµο. Ἡ ἓνωση ἀνθρώπων τοῦ
ἰδίου φύλου δέν µπορεῖ χριστιανικά νά χαρακτηρισθεῖ γάµος,
διότι δέν πληροῖ τό θέληµα τοῦ Θεοῦ. Εἶναι γι’ αὐτό ἐκτροπή
ἀπό τήν ὁρισθεῖσα ἀπό τόν ∆ηµιουργό φυσικότητα, ὀφειλόµενη
σέ νοσηρή λειτουργία τοῦ φύλου καί ἀλλοτρίωσή του. Πρόκειται
δηλαδή, γιά ἀρρώστια ψυχοσωµατική, πού χρειάζεται ἀγαπητι-
κή ποιµαντική συµπαράσταση, δηλαδή φιλανθρωπία, γιά νά
ἐπιτευχθεῖ ἡ θεραπεία της. ∆έν εἶναι ὃµως ποτέ δυνατή, χριστια-
νικά, ἡ ἀποδοχή της στήν ἐν Χριστῷ κοινωνία, ἐφ’ ὃσον ὁ Χρι-
στός «ἂρσεν καί θῆλυ» ἐδηµιούργησε τόν ἂνθρωπο, καί αὐτός
ὁ ἂνθρωπος, ὑπό τά δύο φῦλα του, εἰσέρχεται στή γαµική σχέ-
ση καί κοινωνία. Ἡ ὀρθή λειτουργία τῶν ἐνστίκτων ἐλευθερώνει
τόν ἂνθρωπο ἀπό τήν δυναστεία καί διαστροφική καταπίεσή
τους. Ὁ ἂνθρωπος, ἂλλωστε, εἰσέρχεται καί ζεῖ στό σῶµα τοῦ
Χριστοῦ γιά τήν θεραπεία τῆς ὁποιασδήποτε νόσου του καί ὂχι
γιά τήν διαιώνιση καί µάλιστα τήν καταξίωσή της. Αὐτό δηλώνει
ἡ στάση τοῦ Ἀπ. Παύλου ἀπέναντι στόν «αἱµοµίκτη» τῆς Κορίν-
θου (Α΄ Κορ. 5,1 ἑπ.), πού ἀποβλήθηκε ἀπό τήν ἐκκλησιαστική
κοινωνία γιά τήν σωτηρία του. Ὁ ἀπ. Παῦλος εἶναι σαφής, ὃταν
λέγει, ὃτι ὁ νόµος δέν εἶναι ἀναγκαῖος γιά τόν δίκαιο7, ἀλλά γι’
αὐτούς πού δέν τηροῦν τόν νόµο τοῦ Θεοῦ, οὒτε ὑποτάσσονται
σ’ αὐτόν ..., γιά τούς πόρνους, τούς ἀρσενοκοῖτες, τούς δουλεµ-
πόρους ... καί γιά ἐκεί µεταξύ τῶν δύο
φύλων εἶναι κατ’ ἀρχάς ἀναγκαῖος: «Οὐδέν γάρ οὓτως ἡµῶν
συγκροτεῖ (=στηρίζει) τόν βίον, ὡς ἒρως ἀνδρός καί γυναικός»8.
Ὁ ἒρωτας, ἂλλωστε, δέν εἶναι «ἀνθρώπινον», ἐπίτευγµα δηλα-
δή τοῦ ἀνθρώπου, «ἀλλ’ ὁ Θεός τούς ἒρωτας τούτους ἐγκατέ-
σπειρεν»9, τούς ἒβαλε µέσα στόν ἂνθρωπον γιά τήν συγκρότη-
ση τῆς οἰκογένειας.
Ἡ ἐρωτική ἐπιθυµία, λοιπόν, εἶναι θεόσδοτη
γιά τήν σύµπηξη τῆς οἰκογένειας, πού ὃµως προϋποθέτει τήν
διαφορετικότητα τῶν φύλων. Μόνο ἒτσι νοµιµοποιεῖται.
Εἶναι δέ προκλητικός γιά τούς ἠθικιστές-εὐσεβιστές
ὁ ἀκόλουθος λόγος τοῦ ἱεροῦ Χυσοστόµου:
«Ἄν θέλεις νά βλέπεις καί νά τέρπεσαι,
κοίταζε τήν γυναῖκά σου καί ἀγάπα την ἐρωτικά συνεχῶς· αὐτό
κανένας νόµος δέν τό ἐµποδίζει»10.

Ἡ παρθενία

Θεόσδοτη ὃµως, λέγει ὁ ἃγιος Πατέρας, εἶναι καί ἡ δυνατότη-
τα ὑπέρβασης τοῦ σωµατικοῦ ἒρωτα. «Ὁ τῶν σωµάτων ἒρως,
φυσικός µέν ἐστιν, οὐκ ἀναγκαῖος δέ. Πολλοί γάρ αὐτοῦ περιγε-
γόνασι (= τόν ξεπέρασαν) καί οὐκ ἀπώλοντο»11.

Ἐδῶ ὑπονοεῖται ἡ ζωή τῆς παρθενίας καί τῆς ἂσκησης πού µετασχηµατίζει  τόν σωµατικό ἒρωτα σέ ἒρωτα γιά τόν Χριστό. «Ὁ τοῦ Χριστοῦ
πόθος τό ἐλάττωµα τῆς φύσεως ἐνίκησε (=συνήθως τό νικᾶ)12,
παραµερίζοντας κάθε ἂλλον ἒρωτα. Ὁ θεῖος ἒρωτας καθιστᾶ
δυνατή τήν παρθενία καί µέσα στό γάµο: «∆υνατόν, καί σφό-
δρα δυνατόν, καί γυναῖκας ἒχοντας τήν ἀρετήν µετιέναι΄ ἐάν
ἐάν ἒχοντες γυναῖκα, ὡς µή ἒχοντες ὦµεν» (πρβλ. Α΄ Κορ. 7,29).
«Οὐχ ὁ γάµος ἐµπόδιον, ἀλλ΄ ἡ προαίρεσις ἡ κακῶς χρησαµέ-
νη τῷ γάµῳ»13. Ὃλα εἶναι, δηλαδή, ὑπόθεση τῆς ὑγείας τῆς θε-
λήσεως τοῦ ἀνθρώπου. ∆έν ἀναιρεῖται, λοιπόν, ὁ λόγος τοῦ
Ἀποστόλου: «µή ἀποστερεῖτε ἀλλήλους...» (Α΄ Κορ. 7,5), ἀλλά
ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ δίνει τή δύναµη ὑπέρβασης τοῦ ἐνστίκτου καί
τῆς τυραννίας του14.
Εἶναι, δηλαδή, διαµετρικά ἀντίθετο τό ἐν  Χριστῷ ἦθος ἀπό ἐκεῖνο τῆς κοινωνίας τῆς πτώσης. ∆υστυχῶς
ὃµως, ἡ πτωτικότητα προβάλλεται καί στηρίζεται ὂχι µόνο ἀπό
κοσµικούς, ἀλλά ἀκόµη καί ἀπό «θεολόγους» στήν ἐποχή µας,
µέ τήν ἀποδοχή της ὡς φυσικότητας καί ἐναρµονίζοντάς την µέ
τήν χριστιανική ἀνθρωπολογία.
Ἂλλο ὃµως εἶναι ἡ ἀγάπη πρός
τόν ἂρρωστο καί τή νόσο του καί ἂλλο ἡ θεώρηση τῆς νόσου
ὡς ὑγείας.

Ἡ θεολογία µας ἐξ ἂλλου δέν στηρίζεται στούς οὐδε-
µία ἐµπειρική σχέση ἒχοντες µέ τήν χριστιανική Πίστη ἐπιστή-
µονες, ἀλλά στήν παράδοση τῶν Ἁγίων µας. Αὐτοί εἶναι οἱ µόνι-
µοι δεῖκτες πορείας γιά τούς χριστιανούς κάθε ἐποχῆς, ὁριοθε-
τώντας τό ὀρθόδοξο ἦθος σέ ὃλες τίς ἐκφράσεις του. Χίλιοι ψυ-
χίατροι ἢ ψυχολόγοι δέν µποροῦν νά ὑποκαταστήσουν τόν φο-
ρέα τῆς «ἂνωθεν σοφίας», τὸν Ἅγιο (Ἰακ. 3,17)

Θανάσιµες πτώσεις


Γ΄ Εἶναι ὃµως γεγονός, ὃτι καί ἐµεῖς οἱ λεγόµενοι χριστιανοί,
λόγω ἀπουσίας ἐµπειρικῆς σχέσης µέ τήν πίστη µας, κυριαρ-
χούµεθα ἀπό τίς συνέπειες τῆς πτώσης µας, ὃπως εἶναι οἱ σχε-
τιζόµενες µέ τήν διαστροφική χρήση τῆς γενετήσιας λειτουργίας,
πορνεία καί µοιχεία. Τά σαρκικά ἁµαρτήµατα (ἐδῶ ἀνήκει καί ἡ
ὁµοφυλοφιλία) κατά τόν ἁγιογραφικό καί πατερικό λόγο, ἐπιφέ-
ρουν τήν πλήρη ἀποκοπή τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τή Χάρη τοῦ
Θεοῦ καί τήν κοινωνία Του.

Ἀρκεῖ νά ληφθεῖ ὑπόψει, ὃτι συνι-
στοῦν, πατερικά, βαρύτατα κωλύµατα τῆς ἱερωσύνης.
Ὁ παραδιδόµενος στή σαρκική πορνεία ὑποδουλώνεται στίς
ἀπρόσωπες βιολογικές ὁρµές καί τήν αὐτονοµηµένη ἐγωκεντρι-
κή ἡδονή καί τήν «παρά φύσιν» χρήση τῆς λειτουργίας τοῦ γε-
νετήσιου ἐνστίκτου. Ἡ πορνεία καί τά συναφῆ σαρκικά ἁµαρτή-
µατα, ἐξ ἂλλου, παρά τήν προσπάθεια τῶν φροϋδικά σκεπτο-
µένων, πού µιλοῦν γιά «τρίτο φῦλο», συνιστοῦν θανάσιµη
ἁµαρτία, διότι ἐνσαρκώνουν τήν ὑποτίµηση καί χρήση τοῦ συν -
ανθρώπου γιά χάρη τῆς ἐγωκεντρικῆς ἀπόλαυσης καί ἱκανοποί-
ησης. Γι’ αὐτό ἀποκόπτονται ἀπό τήν κοινωνία τοῦ ἐκκλησιαστι-
σιαστικου σωματος.
Ὃταν τά βαρέα σαρκικά ἁµαρτήµατα προβάλλονται δηµό-
σια, ζητώντας µάλιστα, τήν κοινωνική καταξίωσή τους, καί ἡ
«παρά φύσιν» κατάσταση διεκδικεῖ ἐξίσωση µέ τήν φυσικότητα,
τό ἐκκλησιαστικό σῶµα διά τῆς Ἱεραρχίας του ὀφείλει δηµόσια
νά δηλώσει, ὃτι οἱ καταστάσεις αὐτές συνιστοῦν ἐκπτώσεις καί
αὐτοαφορισµό ἀπό τό σῶµα τοῦ Χριστοῦ, διότι οὐδεµία σχέση
µποροῦν νά ἒχουν µέ τήν ἐν Χριστῷ κοινωνία.
Καί αὐτό βέβαια,
ἰσχύει στίς περιπτώσεις, πού ὁ βαρυνόµενος µέ παρόµοιες θα-
νάσιµες ἁµαρτίες εἶναι βαπτισµένος Ὀρθόδοξος. ∆ιαφορετικά ἡ
ὃποια παρέµβαση τῆς Ἐκκλησίας δέν µπορεῖ νά εἶναι νόµιµη
καί ἀποτελεσµατική στόν ἀποχριστιανοποιηµένο κόσµο τῆς Νέ-
κόσµο τῆς Νέας Ἐποχῆς, πού ἒχει ἢδη καταβροχθίσει καί τήν Ἑλλάδα.


Ἡ πολιτικὴ εὐθύνη

Ἡ Χώρα µας –πρέπει νά κατανοηθεῖ αὐτό- δέν εἶναι πιά ἡ
Ἑλλάδα τῆς Ὀρθοδοξίας, τῶν Ἁγίων καί τῶν Ἡρώων της,
ἀρχαίων καί νέων. Αὐτή ἡ Ἑλλάδα, σχεδόν στό σύνολό της, ἒχει
πεθάνει. Πολύ περισσότερο δέν εἶναι «Ἑλλάς Ἑλλήνων Χρι-
στιανῶν», ὃπως κάποιοι πιστεύουν.
Ἢδη ἀπό τήν ἳδρυση τοῦ
Ἑλληνικοῦ Κράτους καί τήν βαυαρική θεµελίωση τοῦ ἐκδυτικι-
σµοῦ του, ὑπάρχει στήν Ἑλλάδα θρησκεία µέν, ἀλλ’ ὂχι Ὀρθο-
δοξία! Εἶναι ὃµως εὐνόητο, ὃτι θέτουν ἑαυτούς ἐκτός τοῦ ἐκκλη-
σιαστικοῦ σώµατος καί οἱ βαπτισµένοι πολιτικοί, πού καταξιώ-
νουν νοµικά, δηλαδή µέ κάθε κρατική ἐγκυρότητα αὐτές τίς κα-
ταστάσεις. Ποτέ ὃµως δέν µποροῦν, ὀρθόδοξα, νά ἀντιµετωπι-
σθοῦν αὐτές οἱ νεοεποχίτικες ρυθµίσεις µέ ἐκδηλώσεις µεσαι-
ωνικές, διότι τότε ἁπλῶς εὐτελίζεται ἡ Πίστη. Ἐξ ἂλλου κάθε
παρόµοια ἀντίδραση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ χώρου, προ-
ϋποθέτει, ὃτι τά ἐλεγχόµενα πρόσωπα στόν κοινωνικό ἢ
πολιτικό χῶρο διατηροῦν οὐσιαστική καί ὂχι τυπική σχέ-
ση µέ τήν Ὀρθοδοξία, καί ἑποµένως µποροῦν νά δεχθοῦν τόν
ποιµαντικό ἒλεγχο τῶν ἐκκλησιαστικῶν Ποιµένων. Αὐτό πού θά
ἀνέµενε τό ἐκκλησιαστικό πλήρωµα, κλῆρος καί λαός, ἀπό τήν
Ἱεραρχία του, εἶναι ἐνέργειες κατά τό παράδειγµα τοῦ Ἀποστό-
λου Παύλου στήν περίπτωση τοῦ αἱµοµίκτη τῆς Κορίνθου...

Σῶµα Χριστοῦ 
 
..

Τά διαπραττόµενα µέ τήν παράχρηση τοῦ γενετησίου ἐνστί-
κτου ἐγκλήµατα ἀφοροῦν σ’ ὃλο τό ἐκκλησιαστικό σῶµα.
Κατά τόν ἃγιο Γρηγόριο Νύσσης, ἐνῶ νυµφαγωγός (παράνυµφος)
στόν κατά Χριστόν γάµο εἶναι ὁ Θεός, «στήν µοιχεία «νυµφα-
γωγός» εἶναι ὁ διάβολος.
Ἐξ ἂλλου, οἱ θανάσιµες σαρκικές
πτώσεις (πορνεία, µοιχεία), ἀναπτύσσουν πολυεδρική δυναµι-
κή κατά τόν Ἀπ. Παῦλο, ὃπως περιγράφονται ἀπό αὐτόν στήν
Α’ Πρός Κορινθίους ἐπιστολή του (6,12 ἑπ.).
Κατ’ ἀρχάς τό σῶµα στίς πορνικές σχέσεις ἐκλαµβάνεται ὡς σκεῦος ἡδονῆς,
ἐνῶ ἀναµένεται νά ἀναστηθεῖ κατά τήν Κρίση, διά νά συνδοξα-
σθεῖ ἢ συγκολασθεῖ µέ τήν ψυχή.
Ὁ λόγω τῆς πτώσεως χωρι-
σµός ψυχῆς καί σώµατος διά τοῦ σωµατικοῦ θανάτου εἶναι τό
τραγικότερο γεγονός στήν ἀνθρώπινη ἱστορία, ὃπως ψάλλουµε
στή νεκρώσιµη Ἀκολουθία: «Οἲµοι, οἷον ἀγῶνα ἒχει ἡ ψυχή, χω-
ριζοµένη ἐκ τοῦ σώµατος! Οἲµοι, πόσα δάκρυα τότε, καί οὐχ
ὑπάρχει ὁ ἐλεῶν αὐτήν!».
Τό σῶµα, ἀκόµη, δεχόµενο ἒνοικο τή Θεία Χάρη, γίνεται ναός
τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος. Ὁ Ἀπόστολος ὃµως ὑπογραµµίζει καί
κάτι συνταρακτικότερο: Μέ τό Βάπτισµα τό σῶµά µας γίνεται µέ-
λος Χριστοῦ, στό σῶµα τοῦ Ὁποίου ἐγκεντριζόµεθα. Τό πρόβλη-
µα µετά τό βάπτισµα εἶναι πῶς ὁ φωτισµός τοῦ ἁγίου Πνεύµα-
τος θά διατηρηθεῖ ἐντός τοῦ βαπτισθέντος. Γι’ αὐτό ἀπαιτεῖται ἡ
µετά τό βάπτισµα συνεχής ἐν Χριστῷ παιδαγωγία καί πνευµα-
τική ζωή (ἂσκηση, µετοχή στά Μυστήρια), γιά νά µπορεῖ νά
προχωρήσει ὁ πιστός πρός τή θέωσή του. Ἡ χρήση, συνεπῶς
τῶν ἐν Χριστωµένων µελῶν τοῦ σώµατός µας γιά τήν διάπρα-
ξη ὁποιασδήποτε ἁµαρτίας, σηµαίνει χρήση µελῶν ὂχι δικῶν
µας, ἀλλά τοῦ σώµατος τοῦ Χριστοῦ. Ἀναγκάζονται, ἒτσι τά µέ-
λη τοῦ Χριστοῦ νά ἁµαρτήσουν. Βέβαια, ὁ Χριστός δέν βλάπτε-
ται ἀπό τήν ἐφάµαρτη αὐτή χρήση τῶν µελῶν Του. Ὁ ἁµαρτά-
νων εἶναι αὐτός πού ἀποκόπτεται ἀπό τό Κυριακό σῶµα. Αὐτή
εἶναι ἡ τραγικότητα τῆς ἁµαρτίας. Ἂρα ὁ θανασίµως ἁµαρτά-
νων, ὃπως ὁ πόρνος ἢ µοιχός, ἀποκόπτεται ἀφ’ ἑαυτοῦ ἀπό τό
σῶµα τοῦ Χριστοῦ. Καί αὐτό ἒχει χρέος ἡ ἐκκλησιαστική Ποι-
µαντική νά ὑπενθυµίζει.
 
..

Κανείς, λοιπόν, δέν µπορεῖ νά ἰσχυρισθεῖ, κατά τόν Ἀπόστο-
λο, ὃτι τό σῶµα εἶναι δικό του, ὣστε νά τό διαχειρισθεῖ κατά τήν
βούλησή του, ὃπως διατείνονται ὁ φεµινισµός καί ἡ ὁµοφυλοφι-
λία. ∆ιότι ὁ ἂνθρωπος, ὡς κτίσµα, δηµιούργηµα τοῦ Χριστοῦ,
«ὃ,τι καλόν» (Γέν. 1,31) ἒχει, εἶναι τοῦ Θεοῦ. «Ἂνθρωπε τί ἒχεις,
ὃ οὐκ ἒλαβες;» - λέγει ὁ Ἀπόστολος. «Εἰ δέ ἒλαβες, τί καυχᾶσαι
ὡς µή λαβών;» (Α΄ Κορ. 4,7). ∆έν εἲµεθα παρά διαχειριστές τῶν
δώρων τοῦ Θεοῦ γιά τή σωτηρία µας. Ἀλλά ὁ ἂνθρωπος καί γιά
ἓνα ἀκόµη λόγο δέν ἀνήκει στόν ἑαυτό του, διότι ἒχει ἐξαγορα-
στεῖ µέ τό αἷµα τοῦ Χριστοῦ («Ἠγοράσθητε γάρ τιµῆς», λέγει ὁ
Ἀπόστολος). Ετσι εἲµασθε «ἐξαγορασµένοι σκλάβοι», ὃπως
ἑρµηνεύει ὁ ἃγιος Νικόδηµος ὁ Ἁγιορείτης.
Γι’ αὐτό καταλήγει ὁ
Παῦλος µέ τήν ἀγωνιώδη καί βαθύτατα πατρική ἐκείνη κραυγή:
«Φεύγετε τήν πορνείαν»! ∆ιότι ἡ πορνεία –λέγει ὁ ἃγιος Γρηγό-
ριος Νύσσης- «κατατοξεύει κατ’ ὀφθαλµῶν καί ἒστι τῶν ἂλλων
πονηρευµάτων (ἁµαρτηµάτων) φοβερώτερον»! 
 

Πρόληψις
 
..

 
∆´ Στήν ὀρθοδοξοπατερική παράδοσή µας περιλαµβάνεται
καί ὁ τρόπος ἀντιµετώπισης τῶν πορνικῶν ἐκτροπῶν, πού
ἀνήκει στήν καρδιά τῆς ἐκκλησιαστικῆς Ποιµαντικῆς. Τό βασικό
φάρµακο εἶναι ἡ ἀντιµετώπισή τους ταυτόχρονα µέ τήν ἐµφάνι-
σή τους. ∆ιότι, ἂν ἀφεθοῦν ἀσύδοτα, τότε θά κυριαρχήσουν
στόν ἂνθρωπο. Γι’ αὐτό συνιστᾶ ἀπό τήν πεῖρα του ὂχι µόνον
ὡς ἐκκλησιαστικός ποιµένας, ἀλλά καί ὡς συνήγορος -δικηγό-
ρος-, γνώστης δηλαδή καί τῆς κοινωνίας, ὁ ἱ. Χρυσόστοµος:
«’Εκβάλωµεν τοίνυν τά φρονήµατα τά σαρκικά». Συγκαταλέγει
δέ σ’ αὐτά τήν δίψα τοῦ πλούτου, τῆς τρυφῆς, τήν φιλοδοξία καί
τόν σαρκικό ἒρωτα15. Αὐτό ὃµως σηµαίνει «ἐξορία τοῦ τῆς ἀκο-
λασίας λόγου», ἐπιτυγχανόµενη µέ τά θεραπευτικά µέσα τῆς
Ὀρθοδοξίας: «∆ίδαξον αὐτόν (ἢ αὐτήν) νήφειν, ἐγρηγορέναι, εἰς
προσευχάς ἀγρυπνεῖν...»16. Ἡ θεραπευτική ἀγωγή τῆς παρά-
δοσής µας λαµβάνει ὑπόψει κάθε ἀφορµή πτώσης: τά θεάµα-
τα, τά ἀκούσµατα, τά θέατρα, τά συµπόσια καί τά µεθύσια (καί
τά ναρκωτικά, θά προσθέταµε σήµερα). Μέ βεβαιότητα δέ ἐπι-
σηµαίνει ὁ Ἃγιος, ὃτι «οὓτω καί οἱ ἒρωτες (µεταξύ τῶν συζύ-
γων) θερµότεροι, καί ἡ εὒνοια γνησιωτέρα, καί ἡ φιλία ἀκριβε-
στέρα γίνεται, ὃταν µετά τοιαύτης φυλακῆς ἐπί τούς γάµους οἱ
νέοι βαδίζωσιν»17.  Ἡ φύλαξη τῆς σωµατικῆς παρθενίας πρό τοῦ
γάµου εἶναι, κατά τόν Χρυσόστοµο, ἡ βασική προϋπόθεση τῆς
ἐπιτυχίας του.  Θά µποροῦσε κάποιος, στηριζόµενος στούς ὁλότελα ξένους
πρός τήν ὀρθόδοξη παράδοση ἐπιστήµονες, πού ἀναπαρά-
γουν τό ἀνθρώπινο µοντέλο τῆς ἀποχριστιανοποιηµένης κοι-
νωνίας τους, νά ἰσχυρισθοῦν, ὃτι οἱ σηµερινές κοινωνικές συνθ-
ῆκες εἶναι διαφορετικές. Καί ὃµως ἡ ἱστορική γνώση τῆς κοινω-
νίας ἐπιβεβαιώνει, ὃτι σέ κάθε ἐποχή ὑπάρχουν οἱ ἀφορµές γιά
τήν ὑποδούλωση στήν ἁµαρτία, ὃπως τίς ὑπογραµµίζει καί ὁ
Χρυσόστοµος παραπάνω. Βέβαια οὒτε τότε, οὒτε σήµερα ἡ
Ὀρθοδοξία παραπέµπει σέ κάποιον Καιάδα, διά τούς βαρέως
ἁµαρτάνοντες, ἀλλά καί δέν µπορεῖ καί νά δεχθεῖ τήν πλάνη ὡς
ἀλήθεια καί τόν θάνατο ὡς σωτηρία. ∆ιότι τότε αὐτοκαταργεῖται,
«συσχηµατιζόµενη µέ τόν κόσµο» (Ρωµ.12,1) καί ἀρνούµενη
τήν ἀποστολή της νά ἀποτελεῖ τό φῶς καί τήν ἐλπίδα τοῦ κό-
σµου. ∆έν παύει ποτέ νά ἀγαπᾶ τόν ἁµαρτωλό, καλώντας τον
στή µετάνοια καί τήν σωτηρία. 
∆ιότι µόνο ἒτσι τόν ἀγαπᾶ ἀληθινά.


Γενετήσιος ἀγωγή


Ε΄. Γίνεται, συνεπῶς, φανερό, ὃτι ἡ «σεξουαλική ἀγωγή»
στήν πατερική χριστιανικότητα δέν ἒχει τίποτε κοινό µέ τήν κα-
τανόησή της ἀπό τή Σχολική µας Ἐκπαίδευση καί τούς Πάτρο-
νές της. Οἱ Ἃγιοι µᾶς διδάσκουν τήν ἐξ ἁπαλῶν ὀνύχων µύηση
τῶν Νέων στή θεολογία τοῦ ἀνθρωπίνου σώµατος καί τήν
ὀρθόδοξη ἀνθρωπολογία. ∆έν πρόκειται συνεπῶς, γιά µιά ψυ-
χολογική ἢ ψυχιατρική ἀντιµετώπιση, πού µένει µόνο στήν φαι-
νοµενολογία, οὒτε ὃµως καί γιά µιά ἠθικολογική καθοδήγηση,
ἀλλά γιά παιδαγωγία, στηριζόµενη στήν ἁγιοπνευµατική θεώ-
ρηση τοῦ ἀνθρώπου, µέσα στό φῶς τῆς θείας ἀποκάλυψης καί
τῆς ὀρθόδοξης σωτηριολογίας.
Πόσοι, ὃµως ἀπό τούς κατ’ὂνο-
µα Ὀρθοδόξους καταντοῦν θύµατα τῶν θανατηφόρων µεθο-
δεύσεων τῆς Κρατικῆς µηχανῆς καί τῶν ἂχριστων –καί γι’ αὐτό
καί ἂχρηστων- Μεντόρων της, πού κατευθύνουν στή θανάτωση
ψυχοσωµατικά τῆς νέας Γενιᾶς τοῦ Ἒθνους!
Τό σῶµα καταντᾶ
ὑποτιµηµένη ἀξία καί ἀντικείµενο στήν ἐπίτευξη ἡδονῆς.
Ἡ ὀρθοδοξοπατερική ὃµως παράδοση µᾶς ἒχει κληροδοτή-
σει τήν θεόσδοτη στάση ἀπέναντι στό σῶµα, ἐντάσσοντάς το
στήν πορεία καί διαδικασία τῆς σωτηρίας, δηλαδή θεώσεως.
Αὐτό προσφέρει κυρίως ὁ λόγος τοῦ Ἀπ. Παύλου τῆς Α’ Πρός
Κορινθίους (κεφ. 6, 12-20), πού ἐκλέχθηκε ἀπό τούς Πατέρες
µας ὡς κατάλληλο ἀποστολικό ἀνάγνωσµα τῆς Κυριακῆς τοῦ
Ἀσώτου. Ἡ περικοπή αὐτή -ἀντίδοτο στήν αὐτονοµηµένη ζήτη-
ση ἡδονῆς καί τήν πνευµατική νέκρωση τοῦ ἀνθρώπου- εἶναι ἡ
µεγαλύτερη καταξίωση τοῦ σώµατος µέσα στό φῶς τοῦ αἰώνιου
προορισµοῦ τοῦ ἀνθρώπου.
Ἡ ὀρθοδοξοπατερική ἀντίληψη ὃµως γιά τόν ἂνθρωπο καί τό
σῶµα δέν διδάσκεται θεωρητικά, οὒτε καί ἐπιβάλλεται. Ἐµπνέε-
ται µέσα ἀπό τήν ἒνταξη τῶν παιδιῶν σέ µιά ἐµπειρία ζωῆς,
στήν οἰκογένεια καί τήν ζωή τῆς ἐνορίας, κοντά στόν πνευµατικό
Πατέρα.
Αὐτή ἡ σχέση πρέπει νά ἀρχίζει ἐνωρίς, στήν παιδική
ἡλικία. Σέ ἀντίθετη περίπτωση διαµορφώνεται ἓνας ψευδής
Χριστιανισµός, πού µέ κάθε ἀφέλεια µπορεῖ νά ὀνοµάζεται
Ὀρθοδοξία, ἀλλά δέν διαφέρει ἀπό τήν χωρίς Χριστό κοινωνία.
Σ’ αὐτό τό κλίµα ἐντάσσονται καί οἱ ἀξιώσεις τῶν κατ’ ὂνοµα
Χριστιανῶν, πού ἀπαιτοῦν ἡ νόσος τῆς διαστροφῆς τῆς γενετή-
σιας λειτουργίας νά γίνεται ὂχι ἁπλῶς ἀνεκτή, ἀλλά καί νά κατα-
ξιώνεται καί ἀπό τούς νόµους τῆς ἑλληνορθόδοξης κοινωνίας.
Τό ἐπιχείρηµα τέλος, ὃτι, ἐφ’ὃσον πολλοί τῶν Χριστιανῶν δέν
εἶναι συνεπεῖς στήν Πίστη τους καί γι’ αὐτό προκύπτει ἡ ἀνάγκη
ἀναπροσαρµογῆς καί τῆς Ὀρθοδοξίας στίς σηµερινές συνθ-
ῆκες, µέ τήν ἀποδοχή τοῦ φρονήµατος τοῦ κόσµου, θά ὁδηγή-
σει σέ ἓνα «Χριστιανισµό» οἰκουµενιστικοῦ τύπου χωρίς θερα-
πευτική καί σωτηριολογική δύναµη. Θά ἰσοδυναµοῦσε δέ µέ τήν
ἀλλοίωση τῶν µεθόδων τῆς ἰατρικῆς ἐπιστήµης, ἐπειδή ὁ ἀσθε-
νής µένει ἀµετάθετα ταυτισµένος µέ τή νόσο του, θέλοντας µά-
λιστα νά ἐπιβάλει τήν ἀσθένειά του ὡς ὑγεία.
(Ἀνακοίνωση σέ Ἡµερίδα τῆς Ἐνορίας Ἁγίας Παρασκευῆς
Ἀθηνῶν, στίς 27.2.2016)
Σηµειώσεις:
1. Βλ. εὐρύτερη διαπραγμάτευση στίς μελέτες τοῦ π. Γ.Δ.Μ:
«Τό μυστήριο τοῦ Γάμου ὡς ἐκκλησιαστικό γεγονός» καί «Οἱ
διαφυλικές σχέσεις στήν Ὀρθοδοξία καί ἡ Ὀρθόδοξη γενετήσια
ἀγωγή», στό βιβλίο του «Ἀγωνιστικά», Ὀρθόδοξος Κυψέλη,
Θεσσαλονίκη 2012, σελ. 95-110 καί 111-123. 2) Αὐτή εἶναι ἡ βα-
σική διδασκαλία τῆς ὀρθόδοξης Χριστολογίας καί Σωτηριολο-
γίας. 3) Εἰς ρητόν «Διά δέ τάς πορνείας», 3 PG 51,213. 4) Ἱερός
Χρυσόστομος: «Ἐδόθη μέν οὖν καί παιδοποιΐας ἓνεκεν ὁ γάμος,
πολλῷ δέ πλέον ὑπέρ τοῦ σβέσαι τήν τῆς φύσεως πύρωσιν» (ἐπι-
καλεῖται τόν Παῦλο, Α΄ Κορ. 7,2. 15). Περί Παρθενίας ιθ΄, PG
48,547. 5) PG 52, 387. 6) PG 37, 181/4 7) Στήν πρός Διόγνητον Ἐπι-
στολή (β΄ αἰ.) διαβάζουμε, ὃτι «οἱ (ἀληθινοί) Χριστιανοί τοῖς ἰδί-
οις βίοις νικῶσι –καθιστοῦν περιττούς- τούς νόμους (V, 10). 8)
Εἰς Ἐφεσίους, Ὁμιλία Κ, 1 PG 62,136. 9) Ἐγκώμιον εἰς Μάξι-
μον, 3. PG 51,230. 10) «Εἰ βούλει ὁρᾶν καί τέρπεσθαι, ὃρα τήν σε-
αυτοῦ γυναῖκα καί ταύτης ἒρα διηνεκῶς΄ οὐδείς κωλύει νόμος»
Εἰς Ματθ., ὁμιλία ΙΖ, 2 PG 57,257 11) Ἱερός Χρυσόστομος, PG
60, 342. 12) Ἱερός Χρυσόστομος, PG 50,713 13) Ἱερός Χρυσό-
στομος, PG 63,68. 14) Εἶναι ὑπέροχο, πράγματι, τό σχετιζόμενο μέ
τό θέμα μας Ποίημα τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου «Περί
ἁγνείας»: «Ἀρετή πᾶσα δικαίοις/ ἓνα βαθμόν προβιβάζει./ Ὁ μέν
ἀλλότριος εὐνῆς/ ἲσος ἀγγέλοις ὑπάρχει./ Ὁ δέ τ’ ἐγκράτειαν
ἀσκῶν / μετά παρθένων τετάχθω./ Ὁ δέ τόν γάμον φυλάσσων, /
ἲσος ἐγκρατεῖ γινέσθω./ Μόνον ἀσκεῖτε τό σῶφρον, / ἳνα μειζό-
νων τύχοιτε». (μετάφραση: «Κάθε ἀρετή τόν δίκαιο/ τόν ἀνεβά-
ζει ἓνα σκαλί./ Καί ὃποιος δέν ἐγνώρισε γάμο /γίνεται μέ τούς
ἀγγέλους ἲσος./ Αὐτός πού κρατεῖ ἐγκράτεια/ ἂς ταχθεῖ μαζί μέ
τούς παρθένους./ Κι ὃποιος τόν γάμο του φυλάει / ἂς ἀξιώνεται
μέ τόν ἐγκρατή. Τήν σωφροσύνη μή ἀφήνετε,/ γιά νά ἀνεβῆτε
ψηλότερα. 15) Ἱερός Χρυσόστομος, PG 63,136. 16) Περί κενο-
δοξίας... Ἓλληνες Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, 30, 642. 17) Ἱερός
Χρυσόστομος, PG 54, 642. Ὁ ἱερός Πατέρας μέ δύναμη λόγου
καί ρεαλισμό ἐπισημαίνει τή σημασία τοῦ παρθενικοῦ βίου στούς
νέους καί τήν εἲσοδό τους στό γάμο χωρίς προηγούμενες σε-
ξουαλικές ἐμπειρίες: «Διό παρακαλῶ πρῶτον αὐτῶν τάς ψυχάς
ρυθμίζειν. Ἂν γάρ ἁγνῇ τῇ νύμφῃ προσέλθῃ, ἂν ἐκείνης μόνον
ἲδῃ τό σῶμα, καί ὁ πόθος ἒσται μείζων, καί τίμιος ὁ γάμος ὂντως,
καθαρά καί ἀμίαντα δεχόμενος σώματα΄ καί τά τικτόμενα
πολλῆς εὐλογίας ἒσται μεστά, καί ἀλλήλοις εἴξουσιν (=θά εἶναι
ὑποχωρητικοί ὁ ἓνας πρός τόν ἂλλον), ὃτε νυμφίος καί ἡ νύμφη.
Ἑτέρων γάρ ἠθῶν ὂντες ἑκάτεροι ἂπειροι, ἀλλήλοις ὑποταγή-
σονται. Νεώτερος δέ ἐρχόμενος ἀσελγαίνειν καί πορνικῶν ἠθῶν
πεῖραν λαμβάνειν, μέχρι μέν τῆς πρώτης ἑσπέρας καί τῆς δευτέ-
ρας ἐπαινέσεται τήν ἑαυτοῦ γυναῖκα· μετά δέ ταῦτα ταχέως πρός
ἐκείνην ἐξολισθήσει (θά γλιστρήσει) τήν ἀσέλγειαν...». Εἰς τήν Α΄
Πρός Θεσσ., Ὁμιλ. Ε,3. PG 62, 426).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου