Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2016

Η ΑΓΑΠΗ ΕΙΝΑΙ ΣΤΑΥΡΟΣ !

Δέν ἤξερε ὁ νομικός τῆς σημερινῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς, ἀγαπητοί ἀδελφοί, ποιός εἶναι ὁ πλησίον του. Ἄν κι ἀπό τήν ἰδιότητά του θά ἔπρεπε νά αἰσθάνεται προσβλητικά γιά τήν ἄγνοιά του αὐτή. Ἡ καθημερινή ἀσχολία του ἦταν ὁ ἀπό Θεοῦ δοσμένος Μωσαϊκός νόμος καί ἀπό αὐτόν θά ἔπρεπε νά εἶχε ἀνακαλύψει καί καταλάβει «τίς ἐστίν ὁ πλησίον», ποιός εἶναι ὁ πλησίον του.

Ὄμως πραγματικά δέν ἤξερε ἤ βρέθηκε πρό ἀπροόπτου καί μή ξέρωντας τί νά ἀπαντήσει, ἔκανε τήν ἐρώτηση αὐτή, ἡ ὁποία δέν τόν τιμοῦσε καθόλου; Ὁ καρδιογνώστης Κύριος κατάλαβε πώς ὁ νομικός ἤθελε νά Τόν πειράξει. Καθώς αὐτός Τόν προσέγγιζε ὁ Χριστός τοῦ εἶχε κάνει ἤδη πνευματική ἀκτινογραφία καί εἶχε δεῖ τό περιεχόμενο τῆς καρδιᾶς καί τοῦ μυαλοῦ του. Τόν ἄφησε ὄμως νά ρωτήσει αὐτό πού ἤθελε, γιά νά μπορέσει ἔτσι νά διδάξει σ’αὐτόν ἀλλά καί ὅσους ἦταν ἐκεῖ κοντά, ποιός εἶναι ὁ πλησίον.

Βέβαια ἡ ἀρχική ἐρώτησή-ἀπορία τοῦ νομικοῦ ἦταν τό τί νά κάνει γιά νά κερδίσει τήν αἰώνια ζωή. Ἀρχικά ἀξιέπαινο τό ἐνδιαφέρον του. Εἶναι κάτι πού θά πρέπει νά ἀπασχολεῖ σοβαρά κάθε πιστό ἄνθρωπο. Τό πῶς θά πρέπει νά ζήσει, ἔτσι ὥστε στό τέλος τῆς ζωῆς του νά γίνει κάτοικος τοῦ παραδείσου. Ὅμως κι αὐτό θά ἔπρεπε ἐπίσης νά τό ἔχει καταλάβει μέσα ἀπό τήν ἀπασχόληση του μέ τό Μωσαϊκό νόμο. Γι αὐτό καί ὁ Χριστός μας τοῦ ἀπάντησε μέ ἐρώτηση: «Στό νόμο πού διαβάζεις, τί γράφει γι αὐτό ποῦ ρωτᾶς;»

Ὁ νομικός ἀπάντησε σωστά. «Γιά νά κερδίσεις τόν παράδεισο θά πρέπει νά ἀγαπήσεις Κύριο τό Θεό σου μέ ὅλη τή ψυχή, μέ ὅλη τήν καρδιά μέ ὅλο τό μυαλό σου καί τόν πλησίον σου σάν τόν ἐαυτό σου». Ὁ Χριστός συμφώνησε μαζί του καί τόν ἐπιβράβευσε. «Σωστά ἀπάντησες. Αὐτό νά κάνεις καί θά σώσεις τή ζωή σου». Ὁ νομικός κατάλαβε πώς ἐκτέθηκε καί θέλοντας νά σώσει τήν ὑπόληψή του, ἔκανε τήν ἐρώτηση γιά τόν πλησίον ἡ ὁποία ἦταν καί ἡ πανωλεθρία του.

Ὠστόσο ἄν προσέξουμε λίγο περισσότερο τήν δεύτερη ἐρώτησή του, γιά τόν πλησίον, θά μπορούσαμε νά ἐπισημάνουμε τό ἐξῆς. Ἡ σωστή ἀπάντηση πού ἔδωσε ἀφοροῦσε τό δεδομένο τῆς ἀγάπης γιά δύο πρόσωπα, Τό Θεό καί τόν πλησίον. Ὁ νομικός ρωτάει γιά τό ποιός εἶναι ὁ πλησίον. Γιά τό Θεό αἰσθάνεται σίγουρος πώς Τόν γνωρίζει καί Τόν ἀγαπᾶ ὅπως πρέπει. Θεωρεῖ πώς δέν πρέπει νά ἀνυσηχεῖ γι αὐτό. Μέ τό Θεό τά ἔχει καλά. Τηρεῖ τά διατεταγμένα τοῦ νόμου, ἀποδέχεται πώς ὑπάρχει Αὐτός ὡς Θεός μόνο καί κανείς ἄλλος. Ἄρα εἶναι τακτοποιημένος, τά ἔχει βρεῖ μαζί Του, εἶναι νομοταγής ἀπέναντί Του, ἄρα Τόν ἔχει σίγουρο. Αὐτός ὁ πλησίον τοῦ τά χαλάει.

Αὐτό μπορεῖ νά συμβαίνει καί σέ ἐμᾶς. Ἴσως τελικά νά εἶναι ποιό εὔκολο νά τά ἔχεις καλά μέ τό Θεό, παρά μέ τόν πλησίον. Πόσοι ἄνθρωποι σήμερα βαπτισμένοι, μέλη τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι ἀδιάφοροι ὡς πρός τήν ἐκκλησιαστική ζωή καί τή λατρεία τῆς πίστεώς μας. Μένουν ἐκτός αὐτῆς καί δημιουργώντας μιά ἀτομική πίστη πού ἀφορᾶ μόνο αὐτούς, χωρίς στήν πραγματικότητα τή συγκατάθεση τοῦ Θεοῦ, θεωροῦν ὅτι εἶναι ἐντάξει. Πιστεύουν καί ἀγαποῦν τό Θεό καί ὅλα αὐτά τελειώνουν σέ ἕνα σταυρό, μιά προσευχή κατ’ἱδίαν μπροστά σέ μιά εἰκόνα, σέ ἕνα Κύριε ἐλέησον, στό ἄναμα ἐνός κεριοῦ κατά τό πέρασμά τους μπροστά ἀπό ἕνα ἀνοικτό ναό ἤ ἕνα παρεκλήσι.

Κι αὐτό γιατί; Γιατί ὁ Θεός ὡς πρόσωπο, ὡς παρουσία, εἶναι διακριτικά ἀπών ἀπό τήν καθημερινότητά μας. Μᾶς ἀγαπάει τόσο πολύ καί μᾶς ἔχει δώσει τόση ἐλευθερία, πού πολλές φορές ἀποβαίνει εἰς βάρος μας. Δέν μποροῦμε νά τό ἐκτιμήσουμε αὐτό καί ἀστοχοῦμε ὡς πρός τή σωστή, τή σωτήρια πίστη-ἀγάπη μαζί Του.

Γιά νά σκεφθοῦμε τό ἐνδεχόμενο, νά εἶναι καί ὡς παρουσία ὁρατή ὁ Θεός, πανταχοῦ παρών ἀνάμεσά μας. Καί ἄμμεσα νά ἀπαντάει θετικά ἤ ἀρνητικά στήν καθημερινή στάση μας ἀπέναντί Του; Νά ἐπιβραβεύει ἤ νά ἐπιπλήτει τόν καθένα ὅποιος κι ἄν εἶναι, ὅπου κι ἄν εἶναι, ὅ,τι κι ἄν κάνει; Νά σοῦ λέει ἄμμεσα «Μέ αὐτό πού ἔκανες μ’ἀγαπᾶς καί σ’ἀγαπῶ κι ἐγώ. Μέ αὐτό πού ἔκανες δέν μ’ ἀγαπᾶς καί ἔτσι δέ σ’ἀγαπῶ κι ἐγώ».

Ἤ νά ἐρχόταν τήν ὥρα πού ἐνώ ἔχει κτυπήσει ἡ τρίτη καμπάνα, ἐσύ γυρίζεις πλευρό στό κρεβάτι σου καί νά σοῦ πεῖ «Μπρός σήκω γρήγορα καί πήγαινε στήν ἐκκλησία τῆς ἐνορίας σου, ἀλλιώς μή λές πώς μ’ ἀγαπᾶς». Ἤ τήν ὥρα πού μέσα στήν θεία λειτουργία ἐσύ μιλᾶς, κουτσομπολεύεις, κοιτᾶς περίεργα καί τελικά ἐνώ βρίσκεσαι μέσα στό μυστήριο τοῦ Θεοῦ πού ἀγαπᾶς, ἡ καρδιά καί τό μυαλό σου εἶναι ἀλλοῦ; Πόσοι λοιπόν χριστιανοί δέν βρίσκονται σέ μιά τέτοια πλάνη, λιγότερο ἤ περισσότερο; Καί ἐνῶ νομίζουν πώς ἔχουν σίγουρο τό Θεό, ἴσως τελικά νά μήν Τόν ἔχουν;

Καί μέ τόν πλησίον; Τί γίνεται; Ἐδῶ τά πράγματα γίνονται δύσκολα! Πῶς νά ἀγαπήσεις τόν πλησίον σου σάν τόν ἐαυτό σου, ἀφοῦ αὐτός εἶναι λιγότερο ἤ περισσότερο διαφορετικός ἀπό ἐσένα; Τόν ἀγαπᾶς ὅσο πάει μέ τά νερά σου. Μόλις διαφοροποιηθεῖ, τό πράγμα γίνεται δύσκολο. Ἡ ἀγάπη πάει περίπατο. Καί ὁ πλησίον, γίνεται κάτι μακρινό καί πολλές φορές ἀντιπαθητικό ἴσως καί μισητό. Ἀπό αὐτό μποροῦμε ἄνετα καί σίγουρα νά καταλάβουμε, πόσο δύσκολο πράγμα εἶναι ἡ ἀγάπη καί πόσο δύσκολα ἐπιτυγχάνεται. Καί πῶς μπορεῖς νά ἀγαπᾶς κάποιον ἐν τῆ ἀπουσία του, ὅπως Τό Θεό, καί νά μήν τόν ἀγαπᾶς ἐν τῆ παρουσία του, ὅπως τόν πλησίον.

Ὅμως ἡ ἀγάπη εἶναι σταυρός καί αὐτός πού σταυρώθηκε ἤ πού σταυρώνεται, ὅπως ὁ Θεός, ἐκείνος μόνο ξέρει καί μπορεῖ νά ἀγαπάει πραγματικά καί σωστά. Αὐτός πού διά τῆς σωστῆς πίστεώς του καί ἀγάπης στό Χριστό, ἔχει μάθει νά ἀγαπάει καί νά μή ζητάει τό δίκιο του ἀπό τούς ἀνθρώπους ἀλλά ἀπό τό Θεό. Ἤ μᾶλλον νά μή τό ζητάει καθόλου. Αὐτός πού ἔχει μάθει μέ τήν παρουσία του, νά μή δημιουργεῖ ἀσφυξία στούς γύρω του. Αὐτός πού προτιμᾶ νά σταυρωθεῖ γιά νά ζήσει ὁ ἄλλος. Τό πράγμα εἶναι σοβαρό καί ἀξίζει τοῦ ἐνδιαφέροντος μας. Γιατί ἀπό αὐτό ἐξαρτᾶται ὁ παράδεισος ἤ ἡ κόλασή μας. Κι ἄς θυμηθοῦμε ὲδῶ γι αὐτό τά λόγια τοῦ ἁγίου ἀποστόλου καί εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου «Ἐάν κάποιος πεῖ ὅτι ἀγαπᾶ τό Θεό ἀλλά μισεῖ τόν πλησίον του, εἶναι ψέυτης. Γιατί τόν πλησίον πού τόν βλέπει δέν μπορεῖ νά τόν ἀγαπήσει, τό Θεό πού δέ βλέπει πῶς μπορεῖ νά τόν ἀγαπᾶ;».
.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου