30 Ιουλίου 2017

«Ἀνάγκας καί θεοί πείθονται»



«Ἀνάγκας καί θεοί πείθονται», ἔλεγαν οἱ ἀρχαῖοι πρόγονοί μας ἀγαπητοί ἀδελφοί. Αὐτό δέν τό ἔλεγαν τυχαῖα, ἀλλά ὡς ἐμπειρία ζωῆς. Μή ἔχοντας τή θεία ἀποκάλυψη πού ἔχουμε ἐμεῖς σήμερα καί ἔχοντας μιά θρησκεία στήν ὁποία καί οἱ θεοί εἶχαν πάθη. Εἶχαν ὡς πεποίθηση πώς οἱ διάφορες ἀνάγκες στή ζωή μας, εἶναι τόσο δυνατές καί ἀξεπέραστες πού ἀκόμα καί οἱ κατά τά ἄλλα δυνατοί θεοί δέν μποροῦν νά τίς ὑπερβοῦν καί ὑποτάσσονται σ’αὐτές.

Αὐτή λοιπόν εἶναι μιά πανανθρώπινη ἀλήθεια, τήν ὁποία κάθε ἄνθρωπος σέ κάθε ἐποχή καί χρόνο τήν καταλαβαίνει. Ἔρχεται κάποια στιγμή, σχεδόν καθημερινά στή ζωή μας, πού μιά δύναμη ἀκατανίκητη μέσα μας, ζητᾶ νά τήν ἰκανοποίησουμε. Κι ἄν πρός στιγμήν τήν ἀγνοήσουμε, τήν παραμερίσουμε, δέν θά μπορέσουμε νά ἀπαλλαγοῦμε ἀπ’αὐτήν καί κάποια στιγμή θά τήν ὁλοκληρώσουμε. Μέσα ἀπ’αὐτήν τήν προοπτική, ὁ ἄνθρωπος φαίνεται νά ὑπάρχει δοῦλος τῶν ἀναγκῶν του.

Μιά τέτοια ἐσωτερική δύναμη, ἀνάγκη, εἶναι καί ἡ τροφή, τό φαγητό. Εἶναι θά μπορούσαμε νά ποῦμε ἡ δυνατότερη ἀπό ὅλες τίς ἀνάγκες πού μπορεῖ νά ἔχει ὁ ἄνθρωπος. Νομίζω πώς δέν ὑπάρχει ἀντίρηση σ’αὐτό, καθ’ὅτι μέσα ἀπό τήν ἱκανοποίηση καί τήν ἐκπλήρωση αὐτῆς, κρίνεται ἡ ζωή καί ἡ ὕπαρξή μας. Διά τῆς τροφῆς λαμβάνουμε τά ἀπαραίτητα στοιχεῖα πού χρειάζεται ὁ ὀργανισμός μας, ἔτσι ὥστε ὑγιής καί δυνατός νά διεκδικήσει τή ζωή καί τή δημιουργία.

Γιά τήν ἐκπλήρωση αὐτῆς τῆς ἀνάγκης, ὁ ἄνθρωπος εἶναι διατεθιμένος ἀκόμα καί πόλεμο νά κάνει καί ἄλλα ἐγκλήματα ἐπίσης. Καί ἔχουν γίνει τέτοια γεγονότα στόν κόσμο αὐτό, ἀπό τότε πού δημιουργήθηκε. Μεμονομένοι ἄνθρωποι, φυλές, λαοί καί ἔθνη κάποτε ξεσηκώθηκαν καί διεκδίκησαν τό δικαίωμά τους γιά τροφή, γιά τόν ἄρτο τόν ἐπιούσιο, ὅπως συνηθίζουμε πολλές φορές νά λέμε.

Σέ ἄλλες περιπτώσεις ὑπῆρξαν ἄνθρωποι, πού γιά τήν ἀνάγκη αὐτή ἔγιναν σκλάβοι. Παραχώρησαν τήν ἐλευθερία τους. Ὑποτάχθηκαν σ’αὐτόν ἤ σ’αὐτούς πού εἶχαν τροφή γιά νά τούς δώσουν. Μπροστά στό ἐνδεχόμενο τοῦ θανάτου ἀπό πείνα γιά κάποιους, εἶναι προτιμότερη μιά ζωή σκλαβιᾶς, ἀλλά μέ στομάχι γεμάτο. Ἀναλόγως κάποτε, κάποιοι πονηροί καί ἐπιτήδειοι, ἐκμεταλεύθηκαν τήν ἀνθρώπινη αὐτή ἀνάγκη, γιά νά γίνουν ἐξουσιαστές καί νά ἔχουν ὑποχείριά τους συνανθρώπους τους. Γιά νά μποροῦν ἔτσι νά τούς ἐκμεταλεύονται ποικιλοτρόπως καί νά ἔχουν πάνω τους ἐξουσία ζωῆς καί θανάτου. Νά γίνουν θεοί τῶν ἐξαρτημένων.

Ἀλλά καί ἐμεῖς οἰ ἄνθρωποι κάποτε εἴμαστε διατεθιμένοι νά παραχωρήσουμε τήν ἐλευθερία μας, «ἀντί πινακίου φακῆς». Ὅταν ὑπάρχουμε στή ζωή χωρίς ἔλεγχο καί ἐγκράτεια στά θέλω καί τίς ἀνάγκες μας. Ὅταν ζοῦμε τή ζωή αὐτή μακριά ἀπό τή χάρη καί τή δύναμη τοῦ Θεοῦ καί τόν τρόπο ζωῆς πού Αὐτός προτείνει. Ὅταν ἡ πίστη εἶναι γιά ἐμᾶς μιά ἀκόμη παράμετρος τῆς ζωῆς, πού δέν ἔχει νά πεῖ μᾶς πεῖ τίποτε περισσότερο ἀπό κάποια καθήκοντα καί ὑποχρεώσεις. Ὅταν ὑπάρχει ὡς ἕνα ἔνδοξο παρελθόν καί ἱστορία μέ μία χρειά ἐπετειοεορτολογική.

Ὅταν ὁ Χριστός εἶναι γιά ἐμᾶς ἕνας θαυματοποιός καί ἕνας σοφός τῆς ἱστορίας τοῦ κόσμου τούτου. Μιά ἀφηρημένη ἐπουράνια δύναμη καί ὄχι ἕνας σωτῆρας, συγκεκριμένο πρόσωπο, μέ τό ὁποῖο συνδεόμαστε προσωπικά καί ἱδιαίτερα. Ὅταν στήν ὥρα τῆς ἀνάγκης μας, φαίνεται νά ἀδιαφορεῖ. Τότε τόν πρώτο πού θά βρεθεῖ νά ἱκανοποιήση αὐτή τήν ἀνάγκη μας, θά τό βάλουμε στή ζωή μας στή θέση τοῦ Θεοῦ καί ἐνδεχομένως κι ἀπό φιλότιμο ἴσως, νά τοῦ παραδώσουμε καί τή ζωή μας καί τήν ἐλευθερία μας καί πολλά ἀλλα δικά μας, πού μπορεῖ νά κάνουμε χαλάλι σ’αὐτόν.

Ἄνάλογα συναισθήματα καί σκέψεις φαίνεται πώς εἶχαν καί οἱ πέντε χιλιάδες ἄνδρες πλήν γυναικῶν καί παιδιῶν, πού χόρτασαν ἀπό τό θαῦμα τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν πέντε ἄρτων καί τῶν δύο ἰχθύων ἀπό τό Χριστό μας, ὅπως μᾶς διηγήθηκε ἡ σημερινή εὐαγγελική περικοπή. Ὅλη τήν ἡμέρα, ἀπό τό πρωΐ σχεδόν ἦταν κοντά Του καί ἄκουσαν τό σωτήριο λόγο Του. Τοῦ ἔδωσαν τούς ἀρρώστους τους καί τούς θεράπευσε. Τόν εἶδαν καί Τόν χάρηκαν. Ὅμως οἱ ἀντοχές τελειώνουν, ὁ ἐνθουσιασμός σβήνει καί ἡ ὥρα τῆς ἀνάγκης εἶναι ψυχρή καί ἀδυσώπιτη.

Ἦλθε τό δειλινό. Ἡ πείνα κανεί πλέον δυνατή καί ἀνίκητη τήν ἐμφάνισή της. Ποιός μπορεῖ νά τήν ἀγνοήσει. Οὔτε κι οἱ μαθητές. Μόνο ὁ Χριστός. «Δῶστε τους νά φᾶνε». «Δέν φθάνουν οὔτε για μᾶς». «Φέρετέ μου νά τά εὐλογήσω». Καί ἔφαγαν ὅλοι καί περίσεψαν καί δώδεκα κοφίνια, μέχρι ἐπάνω γεμάτα, ἀπό τά τρόφιμα πού εὐλογήθηκαν. Ὁ κόσμος τότε μαγνητίστηκε, παραδώθηκε καί εἶπε «Νάτος! Αὐτός εἶναι! Αὐτόν θέλουμε γιά ἀρχηγό! Τόν βρήκαμε! Αὐτόν πού καί θά μᾶς μιλάει ὡραία καί θά μᾶς θεραπεύει, ἀλλά κυρίως, θά μᾶς ταΐζει! Τί ἄλλο θέλουμε! Ποιόν ἄλλο νά περιμένουμε! Ἐσένα θέλουμε! Ἐσύ θά εἶσαι ὁ ἀρχηγός μας!».

Ὄμως ὁ καρδιογνώστης Κύριος ξέρει πώς τήν ὥρα ἐκείνη, δέν μιλάει ἡ σύνεση, ἀλλά τό ἐνθουσιῶδες συναίσθημα. Καί ξέρει ἐπίσης πώς αὐτοί οἱ ἴδιοι, ἄν λίγο καιρό ἀργότερα βρεθοῦν σέ μιά ἀνάγκη πού δέ θά ἱκανοποιηθεῖ ἀπό Αὐτόν, δέ θά διστάσουν ὄχι μόνο νά Τόν ἀρνηθοῦν, ἀλλά καί νά Τό σταυρώσουν. Ἔτσι στέλνει τούς μαθητές μέ τό πλοῖο στήν ἀπέναντι ὄχθη καί μένει ἐκεῖ γιά νά ἀπολύσει τούς ἀνθρώπους.

Καί κάνει αὐτό πού δέ θά ἔκανε κανένας ἄνθρωπος. Ἀρνεῖται νά γίνει ἕνας ἐξουσιαστής, ἔνας εὐτυχισμένος δικτάτορας. Πού μέ ἕνα κομμάτι ψωμί καί ἕνα πιάτο φαΐ, θά μπορεῖ νά ἐλέγχει τίς ζωές καί τίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων. Παρόλο πού αὐτό θά εἶναι καί δική τους θέληση. Γιατί εἶναι πραγματικά Ἐλεύθερος καί προσφέρει τήν ἀληθινή ἐλευθερία στούς ἀνθρώπους. Μιά ἐλευθερία πού οἱ ἄνθρωποι δέν καταλαβαίνουν. Γι αὐτό καί εὔκολα τήν ὥρα τῆς ἀνάγκης, μπορεῖ νά τήν ἀνταλλάξουν μέ ἕνα κομμάτι ψωμί. Ἀλλά τί ἐλευθερία μπορεῖ νά εἶναι αὐτή, ἡ ὁποία ἀνταλλάσεται μέ ἕνα κομμάτι ψωμί;

Ἀγαπητοί μου· Πραγματικά οἱ διάφορες ἀνάγκες καί ἱδιαίτερα αὐτή τῆς τροφῆς, φαντάζουν καί εἶναι δυνατές καί ἀξεπέραστες. Ἀνίκητες. Ὄμως ἄν πλησιάσουμε μέ τό σωστό τρόπο Αὐτόν πού τίς νίκησε, τό Χριστό, τότε κι ἐμεῖς θά μπορέσουμε ἀναλλόγως καί στό μέτρο τοῦ δυνατοῦ νά τίς διαχειριστοῦμε καί νά τίς ἐλέγξουμε. Τότε θά νοιώσουμε καί τήν ἀληθινή ἐλευθερία τοῦ Χριστοῦ. Τότε θά εἴμαστε πραγματικά καί κυρίως σωτήρια, ἐλεύθεροι. Η ἀρχή μπορεῖ νά γίνει σέ λίγες μέρες, πού ἀρχίζει ἡ νηστεία τοῦ δεκαπενταυγούστου. Εἶθε, ἡ κυρία Θεοτόκος, νά μᾶς βοηθήσει καί νά μᾶς ἐνισχύσει σ’αὐτό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου