Τρίτη, 15 Μαΐου 2018

Ὁ Ὅσιος Ἀχίλλειος ἐπίσκοπος Λαρίσης


Ἡ πρω­τεύ­ου­σα τῆς Θεσ­σα­λί­ας, ἡ Λά­ρι­σα, πα­νη­γυ­ρί­ζει τήν 15η Μα­ΐ­ου τήν ἑ­ορ­τή τοῦ πο­λι­ού­χου της ἁ­γί­ου Ἀ­χιλ­λί­ου
Ἀρ­χι­ε­ρέ­ας τοῦ 4ου αἰ­ώ­να ὁ Ἀ­χίλ­λιος μέ τή λαμ­πρό­τη­τα τῆς ἀ­κτι­νο­βό­λου φυ­σι­ο­γνω­μί­ας του κα­ταύ­γα­σε τήν ἐ­πο­χή του καί ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νά φω­­­τί­ζει τίς γε­νε­ές τῶν ὀρ­θο­δό­ξων πι­στῶν.
 Ἀ­πο­τε­λεῖ δέ ὄ­χι μό­νο καύ­χη­μα καί προ­στά­τη τῆς Λά­ρι­σας ἀλ­λά καί πα­ρά­δειγ­μα ἐμ­πνευ­σμέ­νου, ἀ­ξί­ου καί ἁ­γί­ου κλη­ρι­κοῦ.

Ἡ ἔν­δο­ξη Καπ­πα­δο­κί­α εἶ­ναι ἡ πα­τρί­δα του. Γεν­νή­θη­κε καί γα­λου­χή­θη­κε ἀ­πό γο­νεῖς εὐ­σε­βεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐν­δι­α­φέρ­θη­καν νά με­τα­δώ­σουν ἀ­πό πο­λύ νω­ρίς στό τρυ­φε­ρό τους βλα­στά­ρι ὅ,τι πιό πο­λύ­τι­μο δι­έ­θε­ταν, τήν πί­στη στό Χρι­στό καί τήν εὐ­σέ­βεια. Καί αὐ­τός ἀ­πό τά παι­δι­κά του χρό­νια ἐκ­δή­λω­σε τήν ἀ­γα­θή του φύ­ση καί ἀν­τα­πο­κρί­θη­κε στούς ἵ­ε­ρους πό­θους τῶν γο­νέ­ων τοῦ προ­σπα­θών­τας νά μι­μη­θεῖ τίς ἀ­ρε­τές τους. Νέ­ος ἀ­κό­μη πα­ρου­σί­α­σε προ­σω­πι­κό­τη­τα σε­βα­στῆ μέ μόρ­φω­ση φι­λο­σο­φι­κή καί θε­ο­λο­γι­κή καί συγ­χρό­νως καλ­λι­έρ­γεια ἀ­ξι­ό­λο­γή της ψυ­χῆς.

Σ αὐ­τήν ἀ­κρι­βῶς τήν ἡ­λι­κία τῆς νε­ό­τη­τάς του, πού ἄλ­λοι νέ­οι ἑλ­κύ­ον­ται καί τέρ­πον­ται ἀ­πό κα­τα­κτή­σεις θέ­σε­ων, ἀ­ξι­ω­μά­των καί πλού­του ὑ­λι­κοῦ, ὁ Ἀ­χίλ­λιος αἰ­σθάν­θη­κε ἔν­το­νη μέ­σα του τήν κλή­ση τοῦ Θε­οῦ καί τόν πό­θο τῆς ἀ­φι­ε­ρώ­σε­ως σ’ αὐ­τόν. Τό­τε πῆ­ρε τήν ἀ­πό­φα­ση νά ἐ­πι­σκε­φθεῖ τούς τό­πους πού ἔ­ζη­σε, δί­δα­ξε καί ἔ­πα­θε ὁ Κύ­ριος Ἰ­η­σοῦς, ἀλ­λά καί τή Ρώ­μη, ὅ­που μαρ­τύ­ρη­σαν οἱ δυ­ό με­γά­λοι πρω­το­κο­ρυ­φαῖ­οι ἀ­πό­στο­λοι Πέ­τρος καί Παῦ­λος. 
Πῆ­γε ὡς εὐ­λα­βής προ­σκυ­νη­τής καί εἶ­δε καί ἀ­να­πό­λη­σε ἱερές σκη­νές καί θεῖ­ες δι­δα­σκα­λί­ες. Συγ­κι­νή­θη­κε καί ἐν­θου­σι­ά­σθη­κε. Γέ­μι­σε ὁ ἐ­σω­τε­ρι­κός του κό­σμος ἀ­πό ἱερά συ­ναι­σθή­μα­τα. Οἱ προ­σκυ­νη­μα­τι­κές αὐ­τές εὐ­λα­βεῖς ἐ­πι­σκέ­ψεις του ἔ­γι­ναν φω­νή τοῦ Θε­οῦ, ἡ ὁποί­α τόν κα­λοῦ­σε πλέ­ον μό­νι­μα καί ὑ­πεύ­θυ­να στή δι­α­κο­νί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Καί πῆ­ρε ὁ Ἀ­χίλ­λιος τήν τε­λι­κή πλέ­ον ἀ­πό­φα­ση νά ἀ­φι­ε­ρώ­σει τή ζω­ή του στό κή­ρυγ­μα τοῦ θεί­ου λό­γου.

Ἀρ­χί­ζει ἀ­πό τό­τε τήν πε­ρι­ο­δεί­α του καί κη­ρύτ­τει συ­νέ­χεια τό λό­γο τοῦ Θε­οῦ. Ἀ­ψη­φᾶ δυ­σκο­λί­ες, ἐμ­πό­δια, δυ­σμε­νεῖς συν­θῆ­κες. Θαυ­μα­στής καί μι­μη­τής τοῦ ἀ­πο­στό­λου Παύ­λου θά μπο­ροῦ­σε καί αὐ­τός νά ἐ­πα­να­λά­βει: ''Ἐν κό­πῳ καί μό­χθῳ, ἐν ἀ­γρυ­πνί­αις πολ­λά­κις, ἐν λι­μῷ καί δί­ψει, ἐν νη­στεί­αις πολ­λά­κις, ἐν ψύ­χει καί γυ­μνό­τη­τι…'' (Β΄ Κορ. ι­α΄ 27).

Ἡ σπου­δαί­α ὅ­μως προ­σω­πι­κό­τη­τα τοῦ Ἀ­χιλ­λί­ου καί ἡ ἐν­θου­σι­ώ­δης ἱ­ε­ρα­πο­στο­λι­κή δρά­ση του ἦ­ταν φυ­σι­κό νά γί­νει γρή­γο­ρα γνω­στή ὄ­χι μό­νο στά μέ­ρη ἀ­πό ὅ­που αὐ­τός πέ­ρα­σε ἀλ­λά καί πιό πέ­ρα. Ἔ­τσι ἔ­γι­νε ἀ­πό τούς ἐγ­γύς καί τούς μα­κράν πο­λύ ἀ­γα­πη­τός καί σε­βα­στός.

Ἀλ­λά ἦρ­θε καί ὁ και­ρός πού ὁ Κύ­ριος τόν τί­μιο καί κα­λά δι­α­κο­νή­σαν­τα ἐρ­γά­τη Του θά τόν ἀ­νε­βά­σει ψη­λό­τε­ρα. Οἱ γάρ κα­λῶς δι­α­κο­νή­σαν­τες βαθ­μόν ἑ­αυ­τοῖς κα­λόν πε­ρι­ποι­οῦν­ται (Α΄ Τίμ. γ΄ 13). Συγ­χρό­νως ὅ­μως θά ζη­τή­σει ἀ­πό αὐ­τόν δι­α­κο­νί­α πιό ὑ­πεύ­θυ­νη. Καί νά ὅ­τι ὁ πι­στός λα­ός τῆς Λά­ρι­σας, ὅ­ταν πλη­ρο­φο­ρή­θη­κε καί εἶ­δε τόν ζη­λω­τή κή­ρυ­κα, ζή­τη­σε νά τόν κά­νει Ἐ­πί­σκο­πό του. Δι­α­κρι­νό­ταν ἄλ­λω­στε ὁ Ἀ­χίλ­λιος καί συγ­κέν­τρω­νε τά ἀ­πα­ραί­τη­τα προ­σόν­τα τά ὁποῖ­α ζη­τοῦ­σε ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος ἀ­πό τούς Ἐ­πι­σκό­πους (Α΄ Τιμ. γ΄ 1 καί ἑ­ξῆς).

Μιά τέ­τοι­α μορ­φή ὅ­πως ὁ Ἀ­χίλ­λιος, ὅ­ταν ἀ­νέ­βη­κε στό ἀ­ξί­ω­μα τῆς Ἀρ­χι­ε­ρω­σύ­νης, δέν πρό­σε­ξε μό­νο τό μέ­γε­θος τῆς τι­μῆς ἀλ­λά κυ­ρί­ως τή βα­ρύ­τη­τα τῆς εὐ­θύ­νης. Τό συ­νε­χές κή­ρυγ­μα καί ἡ ἄ­σκη­ση τῆς φι­λαν­θρω­πί­ας ἦ­ταν τό κύ­ριο ἔρ­γο τοῦ νέ­ου Ἐ­πι­σκό­που. Ἡ ἀ­λή­θεια τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου πρέ­πει νά γί­νει γνω­στή σ’ ἐ­κεί­νους πού τήν ἀ­γνο­οῦν καί ἀ­κό­μη πιό γνω­στή καί πιό ἀ­γα­πη­τή σ’ ἐ­κεί­νους πού τήν κα­τέ­χουν.

Ὅ­μως ἐ­κεί­νη ἡ ἐ­πο­χή ἦ­ταν κρί­σι­μη γιά τήν Ἐκ­κλη­σί­α. Ἡ αἵ­ρε­ση τοῦ Ἀ­ρεί­ου σάν ἀρ­ρώ­στια ἐ­πι­δη­μι­κή μά­στι­ζε τήν Ἐκ­κλη­σί­α ὁ­λό­κλη­ρη μέ κίν­δυ­νο νά μο­λύ­νει τήν ὀρ­θό­δο­ξη πί­στη. Μπρο­στά στό με­γά­λο αὐ­τό κίν­δυ­νο ὁ πρῶ­τος Χρι­στια­νός αὐ­το­κρά­το­ρας, ὁ Μέ­γας Κων­σταν­τῖ­νος, συγ­κά­λε­σε στή Νί­και­α τήν Α΄ Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δο. Με­τα­ξύ τῶν 318 θε­ο­φό­ρων Πα­τέ­ρων συμ­με­τεῖ­χε καί ὁ ἐ­πί­σκο­πος Λα­ρί­σης Ἀ­χίλ­λιος. Μέ τή συ­ναί­σθη­ση τῆς κρι­σι­μό­τη­τας τῶν και­ρῶν καί τῆς ἐ­πι­σκο­πι­κῆς του εὐ­θύ­νης πα­ρα­κο­λού­θη­σε τίς ἐρ­γα­σί­ες τῆς Συ­νό­δου μέ πολ­λή σο­βα­ρό­τη­τα καί συ­νο­χή. Ὕ­ψω­σε φω­νή δι­α­μαρ­τυ­ρί­ας καί στη­λί­τευ­σε τήν αἵ­ρε­ση καί τόν αἱ­ρε­σιά­ρχη Ἄ­ρει­ο.

Τό Ἅ­γιον Πνεῦ­μα κα­τηύ­γα­σε τή Σύ­νο­δο καί ἔ­δω­σε τήν ὄρ­θη λύ­ση καί τή με­γά­λη νί­κη τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας. Στό τέ­λος πε­ρι­χα­ρής γιά τή νί­κη τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, εὐ­γνώ­μων πρός τόν Θε­ό ὑ­πέ­γρα­ψε καί ὁ Ἀ­χίλ­λιος τά πρα­κτι­κά της ἁ­γί­ας Συ­νό­δου, ἡ ὁποί­α θά μεί­νει στήν ἱ­στο­ρία ὡς λαμ­πρός κα­θο­δη­γη­τι­κός προ­βο­λέ­ας τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. 
Στή Σύ­νο­δο δό­θη­κε εὐ­και­ρί­α καί στό Μέ­γα Κων­σταν­τῖ­νο, πού πολ­λά ἄ­κου­γε γιά τόν Ἀ­χίλ­λιο, νά τόν γνω­ρί­σει προ­σω­πι­κά. Καί μα­ζί μέ τήν τι­μή καί τόν ἔκ­δη­λο σε­βα­σμό του τοῦ πρό­σφε­ρε ἀ­ξι­ό­λο­γο χρη­μα­τι­κό πο­σό γιά τίς ἀ­νάγ­κες τῆς ἐ­παρ­χί­ας του.

Ἀ­πό τήν Α΄ Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δο ὁ Ἀ­χίλ­λιος ἐ­πέ­στρε­ψε ἀ­να­νε­ω­μέ­νος στή Λά­ρι­σα. Μέ νέ­ες δυ­νά­μεις συ­νε­χί­ζει τό ἔρ­γο του. Μα­ζί μέ τήν πε­ρι­ο­δεί­α, τό κή­ρυγ­μα καί τή φι­λαν­θρω­πί­α, κτί­ζει να­ούς πε­ρι­καλ­λεῖς στή θέ­ση τῶν εἰ­δω­λο­λα­τρι­κῶν να­ῶν καί συγ­χρό­νως κά­νει πολ­λά θαύ­μα­τα. Ὁ Θε­ός ἀ­μεί­βον­τας τήν πί­στη του τοῦ ἔ­δω­σε τό θαυ­μα­τουρ­γι­κό χά­ρι­σμα, γιά νά εὐ­ερ­γε­τεῖ τά πνευ­μα­τι­κά του τέ­κνα μέ τά ὁποῖ­α ἔρ­χε­ται σέ συ­νε­χῆ ἐ­πι­κοι­νω­νί­α ὡς πραγ­μα­τι­κός καί φι­λό­στορ­γος πα­τέ­ρας.

Γιά ὅ­λα αὐ­τά ἡ πό­λη τῆς Λά­ρι­σας τι­μᾶ τόν Ἅ­γιο. Βε­βαί­ως στε­ρή­θη­κε τό ἱ­ε­ρό του λεί­ψα­νο, για­τί ὁ Σα­μου­ήλ, ὁ βα­σι­λιάς τῶν Βουλ­γά­ρων, σέ μιά ἐ­πί­θε­ση ἐ­ναν­τί­ον τῆς Θεσ­σα­λί­ας τόν 10ο αἰ­ώ­να τό με­τέ­φε­ρε στή Βουλ­γα­ρί­α. Ἡ θε­ό­σω­στη ὅ­μως ἐ­παρ­χί­α του μπο­ρεῖ νά μήν ἔ­χει τό ἅ­γιο λεί­ψα­νο, ἔ­χει ὅ­μως τή με­σι­τεί­α καί τίς ὅ­λο­θερ­μες εὐ­χές τοῦ ἁ­γί­ου της Ἐ­πι­σκό­που κον­τά στό θρό­νο τοῦ Θε­οῦ!

Ἅς φι­λο­τι­μεῖ ἡ μορ­φή τοῦ ἁ­γί­ου Ἀ­χιλ­λί­ου ὅ­λους τούς κλη­ρι­κούς νά τόν μι­μη­θοῦν στή ση­με­ρι­νή μά­λι­στα κρί­σι­μη ἐ­πο­χή μας. Ἄς γί­νει πρό­τυ­πο καί γιά ὅ­σους ἑ­τοι­μά­ζον­ται νά γί­νουν ἐρ­γά­τες καί κή­ρυ­κες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας Του. Ἄς προ­τρέ­πει καί ὅ­λους ἐ­μᾶς νά συ­νερ­γοῦ­με κα­τά τό δυ­να­τόν, γιά νά ἀ­να­δει­κνύ­ον­ται τέ­τοι­οι ἐρ­γά­τες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, «φω­στῆ­ρες ἐν κό­σμῳ, λό­γον ζω­ῆς ἐ­πέ­χον­τες» (Φι­λιπ. 6 15-16), ὅ­πως καί ὁ Ἀ­χίλ­λιος.

Κον­τά­κιον τοῦ Ἁ­γί­ου. Ἦ­χος πλ. δ΄

Τῆς οἰ­κου­μέ­νης τόν ἀ­στέ­ρα τόν ἀ­νέ­σπε­ρον καί Λα­­ρι­σαί­ων τόν ποι­μέ­να τόν ἀ­κοί­μη­τον,
τόν Ἀ­χίλ­λιον ὑ­μνή­σω­μεν ἐκ­βο­ών­τες· Παρ­ρη­σί­αν κε­κτη­μέ­νος πρός τόν Κύ­ριον,
ἐκ παν­τοί­ας τρι­κυ­μί­ας ἡμᾶς λύ­τρω­σαι, ἵ­να κρά­ζω­μεν Χαί­ροις, πά­τερ Ἀ­χίλ­λι­ε.

Ἀπό τό βιβλίο «Καλλίνικοι Μάρτυρες»

Ἀρχιμ. Θεοδώρου Μπεράτη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου