02 Ιανουαρίου, 2023

Η ΘΥΣΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΑΝΟΙΓΕΙ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ....!

 Ἦταν μεγάλη καὶ πλούσια ἡ εἰδωλολατρικὴ πόλη τῶν Ἀσσυρίων, ἡ Νινευή.

Κατοικοῦσαν σ’ αὐτὴν περισσότεροι ἀπὸ ἑκατὸν εἴκοσι χιλιάδες ἄνθρωποι καὶ γιὰ νὰ τὴ διατρέξει κάποιος ἔπρεπε νὰ βαδίσει δρόμο τριῶν ἡμερῶν. Ἦταν ὅμως καὶ πόλη πολὺ ἁμαρτωλή, ὥστε νὰ λέει ὁ Θεὸς ὅτι ἀνέβηκε ἡ κραυγὴ καὶ ἡ βοὴ τῆς κακίας της μέχρι τὸν οὐρανό. Γι’ αὐτὸ ἔδωσε ἐντολὴ ὁ Θεὸς στὸν προφήτη Ἰωνᾶ: «ἀνάστηθι καὶ πορεύθητι εἰς Νινευὴ τὴν πόλιν τὴν μεγάλην καὶ κήρυξον ἐν αὐτῇ» (Ἰωνᾶ α΄ 2, γ΄ 2). Καὶ μετὰ ἀπὸ περιπέτεια μεγάλη πῆγε ὁ Ἰωνᾶς καὶ κήρυξε στὴ Νινευὴ κήρυγμα ἀπειλητικὸ καὶ προειδοποιητικό, κήρυγμα ποὺ ἔπρεπε νὰ ἀφυπνίσει τοὺς κατοίκους της καὶ νὰ τοὺς φέρει σὲ συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητός τους καὶ σὲ βαθιὰ μετάνοια. «Ἔτι τρεῖς ἡμέραι καὶ Νινευὴ καταστραφήσεται», εἶπε ὁ Ἰωνᾶς (γ΄ 4). Ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συγκρατηθεῖ ἄλλο. Οἱ ἁμαρτίες σας πολλὲς καὶ μεγάλες. Σὲ τρεῖς μέρες ἔρχεται μεγάλη τιμωρία, θεομηνία καταστρεπτική. Τὸ ἄκουσαν τὸ κήρυγμα οἱ Νινευίτες. Φοβήθηκαν, τρόμαξαν, συνῆλθαν ἀπὸ τὴν ἀδιαφορία τους. «Ἐπίστευσαν οἱ ἄνδρες Νινευὴ τῷ Θεῷ καὶ ἐκήρυξαν νηστείαν καὶ ἐνεδύσαντο σάκους ἀπὸ μεγάλου αὐτῶν ἕως μικροῦ αὐτῶν» (γ΄ 5). Οἱ εἰδωλολάτρες κάτοικοι τῆς Νινευὴ πίστευσαν στὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ κήρυξαν γενικὴ νηστεία καὶ ὅλοι, μικροὶ καὶ μεγάλοι, φόρεσαν σάκους (=πένθιμα ροῦχα τῆς ἐποχῆς) γιὰ νὰ δείξουν τὴ μετάνοιά τους. Τὸ ἄκουσε καὶ ὁ βασιλιὰς καὶ ἔκανε τὰ ἴδια. Σηκώθηκε ἀπὸ τὸν θρόνο του, ἔβγαλε τὴ βασιλική του στολή, φόρεσε τρίχινο σάκο καὶ κάθισε πάνω σὲ στάχτη. Ἔβγαλε καὶ διάταγμα καὶ ἔδωσε ἐντολὴ αὐτὸς καὶ οἱ αὐλικοί του, οἱ ἄνθρωποι καὶ τὰ ζῶα ποὺ χρησιμοποιοῦνται γιὰ τὶς μεταφορὲς καὶ τὰ βόδια καὶ τὰ πρόβατα, νὰ μὴ γευθοῦν τίποτε, ἀλλ’ οὔτε καὶ νερὸ νὰ πιοῦν. Φόρεσαν ὅλοι τρίχινους σάκους καὶ στὰ ζῶα τοποθέτησαν τρίχινα σαμάρια καὶ «ἀνεβόησαν πρὸς τὸν Θεὸν ἐκτενῶς», προσευχήθηκαν μὲ θερμὴ καὶ μακρὰ προσευχὴ «καὶ ἀπέστρεψαν ἕκαστος ἀπὸ τῆς ὁδοῦ αὐτῶν τῆς πονηρᾶς», ἄφησαν τὸν κακὸ καὶ ἁμαρτωλὸ δρόμο ποὺ ἀκολουθοῦσαν καὶ τὶς ἀδικίες ποὺ ἔκαναν, λέγοντας: «Τίς οἶδεν εἰ μετανοήσει ὁ Θεὸς καὶ ἀποστρέψει ἐξ ὀργῆς θυμοῦ αὐτοῦ καὶ οὐ μὴ ἀπολώμεθα;» (γ΄ 8, 9). Ποιὸς ξέρει, μήπως μετανοήσει ὁ Θεὸς καὶ στραφεῖ μακριὰ ἀπὸ τὴ μεγάλη Του ὀργὴ καὶ δὲν χαθοῦμε; Οἱ Νινευίτες φέρονται μὲ σύνεση. Γνωρίζουν ὅτι δὲν μποροῦν νὰ ἀποφύγουν τὴ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ σκέφτονται καὶ τὴν εὐσπλαχνία Του. Φοβοῦνται τὴν τιμωρία, ἀλλὰ ἐλπίζουν καὶ στὴ συγχώρηση. Καὶ προχωροῦν σὲ ἐνέργειες συγκεκριμένες καὶ συγκινητικές: Φοροῦν τρίχινους σάκους, δηλαδὴ πενθοῦν καὶ συντρίβονται γιὰ τὴ μέχρι τότε ἁμαρτωλὴ ζωή τους. Νηστεύουν καὶ αὐτοὶ καὶ τὰ ζῶα τους, τὰ ὁποῖα βέβαια ἦταν ἀθῶα, ἀλλὰ σὲ μιὰ θεομηνία θὰ καταστρέφονταν μαζί τους. Προσ εύχονται ἐκτενῶς καὶ παρακαλοῦν τὸν Θεὸ νὰ τοὺς λυπηθεῖ καὶ ἐλεήσει. Καὶ τὸ πιὸ σπουδαῖο ἀπ’ ὅλα, ποὺ ἀποδεικνύει γνήσια καὶ εἰλικρινὴ τὴ μετάνοιά τους, ἀποφασίζουν ν᾿ ἀλλάξουν ζωή, νὰ σταματήσουν τὴν κακία καὶ ἁμαρτία καὶ νὰ ζήσουν ὅπως θέλει ὁ Θεός. Καὶ νά τώρα τὸ θαῦμα τῆς θείας εὐσπλαχνίας: «εἶδεν ὁ Θεὸς τὰ ἔργα αὐτῶν, ὅτι ἀπέστρεψαν ἀπὸ τῶν ὁδῶν αὐτῶν τῶν πονηρῶν, καὶ μετενόησεν ὁ Θεὸς ἐπὶ τῇ κακίᾳ, ᾗ ἐλάλησε τοῦ ποιῆσαι αὐτοῖς, καὶ οὐκ ἐποίησε» (γ΄ 10). Εἶδε ὁ Θεὸς τὰ ἔργα τους, ὅτι δηλαδὴ ἀπομακρύνθηκαν ἀπὸ τοὺς πονηροὺς δρόμους τους καὶ τοὺς ἁμαρτωλοὺς τρόπους τῆς ζωῆς τους, καὶ μετανόησε ὁ Θεὸς γιὰ τὴν ἀπειλὴ τῆς καταστρεπτικῆς τιμωρίας, τὴν ὁποία μετέφερε ὁ Προφήτης, ὅτι θὰ τοὺς ἔκανε, καὶ δὲν τὴν πραγματοποίησε. «Μετενόησεν ὁ Θεός». Ὁ Θεὸς στὴ μετάνοια τῶν Νινευϊτῶν ἀνταποκρίνεται μὲ τὴ δική Του μετάνοια. «Χαρίζεται μετανοίᾳ μετάνοιαν», λένε οἱ ἱεροὶ Ἑρμηνευτές. Ἀλλὰ δὲν μετανοεῖ ὁ Θεὸς ὅπως ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι μετανοοῦμε, διότι ὁ Θεὸς δὲν θέλει τώρα μὲν αὐτό, ὕστερα δὲ τὸ ἄλλο. Ἀλλὰ ὀνόμασε ὁ ἱερὸς συγγραφέας μετάνοια τὴ μεταβολὴ τῆς ἀπειλῆς. Διότι γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς καὶ ἀπείλησε· ἂν ἤθελε νὰ τιμωρήσει, δὲν θὰ ἀπειλοῦσε, ἀλλὰ θὰ ἐπέφερε ἄμεσα τὴν τιμωρία. Ἐπειδὴ ὅμως μόνο γιὰ τὴ σωτηρία μας χαίρεται ὁ Θεός, ἀπειλεῖ τὰ λυπηρά, γιὰ νὰ μὴν ἐπιφέρει τὰ λυπηρά. Ὁ Θεὸς εἶναι «ἐλεήμων καὶ οἰκτίρμων, μακρόθυμος καὶ πολυέλεος καὶ μετανοῶν ἐπὶ ταῖς κακίαις» (Ἰωνᾶ δ΄ 2). Εἶναι εὐσπλαχνικὸς ὁ Θεός, πλούσιος σὲ ἐλέη καὶ οἰκτιρμοὺς καὶ συγχωρεῖ καὶ δὲν τιμωρεῖ αὐτοὺς ποὺ μετανοοῦν καὶ ἀφήνουν τὴ ζωὴ τῆς ἁμαρτίας. Γι’ αὐτὸ ποτὲ ἡ ἀπελπισία νὰ μὴν καταλαμβάνει τὶς ψυχές μας. Ὅσο καὶ ἂν ἔχουμε ἁμαρτήσει, ὅποιες πράξεις βδελυκτὲς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ ἂν ἔχουμε διαπράξει, σὲ ὅσο βάθος κακίας καὶ ἂν ἔχουμε πέσει, νὰ μὴν ἀπελπιζόμαστε. Ὁ πανάγαθος καὶ φιλάνθρωπος Θεὸς δὲν θέλει νὰ φέρνει τιμωρία, κόλαση, καταστροφὴ καὶ θάνατο στὸν ἄνθρωπο. Θέλει νὰ προσφέρει εὐλογία, χάρη, ἔλεος καὶ ζωή. Μὲ τὴ θυσία τοῦ Υἱοῦ Του, μὲ τὸν Σταυρὸ καὶ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀνοίγει γιὰ ὅλους τὸν Παράδεισο. Καὶ γιὰ τοὺς ληστὲς καὶ τελῶνες καὶ ἀσώτους. Ἀρκεῖ νὰ μετανοήσουμε καὶ νὰ ἀλλάξουμε τρόπο ζωῆς. Ἀρκεῖ νὰ καταφύγουμε στὸ μέγα καὶ πλούσιο ἔλεός Του. Καὶ τότε ὅλα συγχωροῦνται, ὅλα σβήνουν καὶ ὑπάρχει ἐλπίδα γιὰ τὸν καθένα μας. Ὑπάρχει ἐλπίδα καὶ γιὰ τὸν πιὸ μεγάλο ἁμαρτωλό.ΟΣΩΤΗΡ2212

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου