03 Ιανουαρίου, 2023

Ἡ Δεύτερη Εντολὴ

 «Οὐ ποιήσεις σεαυτῷ εἴδωλον, οὐδὲ παντὸς ὁμοίωμα, ὅσα ἐν τῷ οὐρανῷ ἄνω καὶ ὅσα ἐν τῇ γῆ κάτω καὶ ὅσα ἐν τοῖς ὕδασι ὑποκάτω τῆς γῆς. Οὐ προσκυνήσεις αὐτοῖς, οὐδὲ μὴ λατρεύσεις αὐτοῖς· ἐγὼ γάρ εἰμι Κύριος ὁ Θεός σου, Θεὸς ζηλωτής, ἀποδιδοὺς ἁμαρτίας πατέρων ἐπὶ τέκνα, ἕως τρίτης καὶ τετάρτης γενεᾶς τοῖς μισοῦσι με καὶ ποιῶν ἔλεος εἰς χιλιάδας τοῖς ἀγαπῶσι με καὶ τοῖς φυλάσσουσι τὰ προστάγματά μου» (Ἐξ. κ΄ [20] 4­6). 

Δὲν πρέπει νὰ κατασκευάσεις κάποιο εἴδωλο ποὺ νὰ τὸ λατρεύεις ὡς θεό, οὔτε κάτι ποὺ νὰ εἰκονίζει αὐτὰ ποὺ ὑπάρχουν πάνω στὸν οὐρανό, ἢ αὐτὰ ποὺ ὑπάρχουν κάτω στὴ γῆ, ἢ ὅσα ὑπάρχουν καὶ κινοῦνται κάτω ἀπὸ τὴ γῆ μέσα στὴ θάλασσα, ὅπως κάνουν διάφοροι λαοί. Σὺ ὁ λαός μου δὲν πρέπει νὰ προσκυνήσεις αὐτὰ τὰ εἴδωλα, οὔτε νὰ λατρεύσεις αὐτοὺς τοὺς ψευδεῖς θεούς. Διότι Ἐγὼ καὶ μόνο εἶμαι ὁ Κύριος, ὁ Θεός σου, Θεὸς ζηλότυπος. Ἀποστρέφομαι καὶ δὲν ἀνέχομαι τὴν εἰδωλολατρία. Ἀποδίδω καὶ τιμωρῶ τὶς ἁμαρτίες τῶν γονέων ποὺ μὲ μισοῦν στὰ παιδιά τους ἕως τρίτης καὶ τετάρτης γενεᾶς, ἐὰν βεβαίως μιμοῦνται τοὺς γονεῖς τους. Ἀντίθετα, ἐκδηλώνω ἀνεξάντλητο ἔλεος καὶ εὐσπλαχνία σὲ χιλιάδες ἀνθρώπους ποὺ εἶναι ἀπόγονοι ἐκείνων ποὺ μὲ ἀγαποῦν καὶ ἐφαρμόζουν τὶς ἐντολές μου. Τὸ νόημα τῆς δεύτερης ἐντολῆς εἶναι νὰ μὴν ἀφήσουμε τὴ λατρεία τοῦ μόνου ἀληθινοῦ Θεοῦ καὶ πέσουμε στὴν εἰδωλολατρία. Νὰ μὴν ἀφήσουμε τὸν Κτίστη καὶ λατρεύουμε τὰ κτίσματα ὡς θεό. Νὰ μὴν κατασκευάζουμε εἴδωλα, χρυσὲς ἀγελάδες καὶ ὀρειχάλκινα ἀγάλματα, γιὰ νὰ τὰ λατρεύουμε αὐτὰ ὡς θεό. Ἡ ἀπαγόρευση τῆς κατασκευῆς εἰδώλων καὶ ὁμοιωμάτων «νενομοθέτητο» (=εἶχε νομοθετηθεῖ), σημειώνει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, γιὰ νὰ προφυλάξει τοὺς Ἰσραηλίτες ἀπὸ τὴν εἰδωλολατρία. Αὐτὸ ἔπαθαν ὅλοι οἱ γειτονικοὶ λαοί, οἱ ὁποῖοι ἐγκατέλειψαν ἀλόγιστα τὸν Πλάστη τους καὶ προσκολλήθηκαν σὲ ἄλλους ψεύτικους καὶ ἀνύπαρκτους θεούς. Τὸ μυαλό τους σκοτίσθηκε τόσο πολύ, ποὺ λάτρευαν ὡς θεοὺς τὰ οὐράνια σώματα, τοὺς ἀνθρώπους καὶ τὰ ζῶα, τὰ ψάρια καὶ τοὺς κροκόδειλους. Ἡ εἰδωλολατρία εἶναι ἡ κατ᾿ ἐξοχὴν ἁμαρτία, διότι γκρεμίζει τὸν Πλάστη καὶ στὴ θέση Του βάζει τὰ πλάσματα. Αὐτὸ εἶναι ὕβρις μεγάλη καὶ αὐθάδεια κατὰ τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ἕνα εἶδος μοιχείας πνευματικῆς. Κάθε καρδιὰ ποὺ παραδίδεται στὴ λατρεία τῶν εἰδώλων γίνεται ἀκάθαρτη καὶ μοιχαλίδα, γιατὶ ἀφήνει τὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ ἀγαπᾶ ψεύτικους θεούς. Δυστυχῶς ἡ εἰδωλολατρία ἀναβιώνει καὶ στὴν ἐποχή μας, εἴτε ὡς νεοειδωλολατρία, εἴτε ὡς θεοποίηση τοῦ ἐγώ μας, εἴτε ὡς προσκόλληση στὸν μαμωνᾶ, δηλαδὴ στὰ χρήματα, εἴτε ὡς λατρεία τῆς σάρκας, τῆς ἐξωτερικῆς ὡραιότητας, τῶν ἡδονῶν καὶ τῶν ἀπολαύσεων τοῦ κόσμου τούτου. Διατρέχουμε καὶ σήμερα τὸν κίνδυνο, ἂν ὄχι νὰ λατρεύουμε λίθινα, ξύλινα ἢ ὀρειχάλκινα ἀγάλματα, νὰ προσκολληθοῦμε στὰ πλούτη, στὴν ἐπιστήμη, στὴν τέχνη, στὴν πολιτικὴ καὶ νὰ λατρεύουμε ὡς θεὸ τὸ ἐγώ μας, τὰ ἔργα τῶν χειρῶν μας, ἢ ἀνθρώπινα πρόσωπα. Κι εἶναι πραγματικὰ τραγικὸ νὰ βλέπει κανεὶς στὴν ἐποχή μας νὰ λατρεύονται σὰν θεοὶ διάφορα πρόσωπα: τραγουδιστές, ἠθοποιοί, ἀθλητές, καὶ μάλιστα οἱ ψευδοθεοὶ τοῦ Ἰνδουϊσμοῦ, οἱ γκουροὺ καὶ ἄλλοι θρησκευτικοὶ ἀπατεῶνες. Ὁ ἱερὸς εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης σαλπίζει στὴν Α΄ Καθολικὴ ἐπιστολή του νὰ φυλαγόμαστε ἀπὸ τοὺς ψευδοθεοὺς καὶ τὰ εἴδωλά τους: «Τεκνία, φυλάξατε ἑαυτοὺς ἀπὸ τῶν εἰδώλων» (ε΄ 21). Μὴν προσκυνᾶτε ψεύτικους θεούς, ἀλλὰ μόνο Ἐμένα, τὸν μόνο ἀληθινὸ Θεό, προειδοποιεῖ αὐστηρὰ ὁ Θεὸς στὴ δεύτερη ἐντολὴ τοῦ Δεκαλόγου. Παρερμηνεύοντας τὴν ἀπαγόρευση τῆς κατασκευῆς εἰδώλων, ρωτοῦν μερικοί: Ἀφοῦ ὁ Θεὸς ἀπαγορεύει αὐστηρὰ τὴν κατασκευὴ εἰδώλων, τότε γιατί οἱ Χριστιανοὶ φτιάχνουμε εἰκόνες; Οἱ εἰκόνες δὲν ἔχουν καμιὰ σχέση μὲ τὰ εἴδωλα. Ἡ εἰκόνα εἶναι «ὁμοίωσις», ἔκφραση αὐτοῦ ποὺ ὑπάρχει, ἐνῶ τὸ εἴδωλο εἶναι πλάσμα τῆς φαντασίας αὐτοῦ ποὺ δὲν ὑπάρχει. Τῶν «τιμίων εἰκόνων» τὰ ἀρχέτυπα (ὁ Χριστός, ἡ Θεοτόκος, ὁ Πρόδρομος, οἱ Ἅγιοι) εἶναι ἀληθινά. Ὅλες οἱ σκηνὲς ἀπὸ τὸν βίο καὶ τὴ δράση τοῦ Χριστοῦ, τῆς Παναγίας καὶ τῶν Ἁγίων εἶναι γεγονότα ἱστορικά. Ἡ εἰκονογράφησή τους δὲν ἔχει καμιὰ σχέση μὲ τὸ ψέμα καὶ τὴν ἀπάτη τῶν εἰδώλων. Τὸ πρωτότυπο τοῦ εἰδώλου, λέει ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, εἶναι «βδελυκτόν», ἐνῶ τὸ ἀρχέτυπο τῆς εἰκόνας εἶναι «τίμιον», διότι «διαζωγραφεῖ τὸν χαρακτῆρα» ἑνὸς «ἁγίου ἢ καὶ τοῦ τῶν ἁγίων Δεσπότου», γι᾿ αὐτὸ «καὶ τὸ ἐν πίνακι γραφόμενον (εἶναι) ἀξιοθέατον» (Μιχαήλου Μοναχοῦ, Θεοδώρου Στουδίτου Βίος, PG 99, 180). Οἱ Χριστιανοὶ δὲν θεοποιοῦμε τὶς εἰκόνες, οὔτε τὶς λατρεύουμε ὡς θεό, ἀλλὰ ἀποδίδουμε τιμὴ στὸ εἰκονιζόμενο πρόσ ωπο. «Ἡ τῆς εἰκόνος τιμὴ ἐπὶ τὸ πρωτότυπον διαβαίνει», διδάσκει μὲ τὸν φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὁ Μέγας Βασίλειος (Περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, PG 32, 149). Καὶ οἱ 367 Πατέρες τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου διασαφηνίζουν ὅτι «ὁ προσκυνῶν τὴν εἰκόνα προσκυνεῖ ἐν αὐτῇ τοῦ ἐγγραφομένου τὴν ὑπόστασιν» (MANSI XII 380). Μόνο ἔτσι δέχθηκε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἡ Ἐκκλησία τὴν προσκύνηση τῶν ἁγίων εἰκόνων καὶ ὄχι γιὰ νὰ καταλύσει τὴν δεύτερη ἐντολή. Ὥστε λοιπὸν ἡ λατρευτικὴ προσκύνησή μας ἀνήκει στὸν ἕναν καὶ μόνο ἀληθινὸ ἐν Τριάδι Θεό. Ὄχι στοὺς ψευδοθεούς, οὔτε στὰ εἴδωλά τους. Αὐτὸν τὸν ἕναν καὶ μόνο ἀληθινὸ ἐν Τριάδι Θεὸ προσκυνοῦμε καὶ λατρεύουμε, ὅταν ἀσπαζόμαστε τὶς ἅγιες εἰκόνες. Δὲν προσκυνοῦμε τὸ ξύλο καὶ τὰ χρώματα.ΟΣΩΤΗΡ2212.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου