04 Ιανουαρίου, 2023

«Τὸ Κεχριμπάρι τῆς Αγάπης» Αληθινη Ιστορία

 Πῆρε τὸν δρόμο κατὰ τὴ συνοικία τῶν Ἑλλήνων ὁ Ἀχμέτ. Κι ἦταν πολλοὶ οἱ Ἕλληνες τότε στὴν Πόλη. Ὅλοι στὶς δόξες τους. Οἱ πιὸ πολλοὶ γραμματιζούμενοι κι ὅλοι δουλευταράδες, τίμιοι στὶς συναλλαγές τους, καλοσυνάτοι μὲ καρδιὰ ζεστή..

Ἀπολάμβαναν τὰ πάντα: κέρδη, ἀνέσεις, ἀσφάλεια καὶ ἑνότητα ἀναμεταξύ τους θαυμαστή. Ἀκόμη καὶ ἐκτίμηση εἶχαν ἀπὸ καλοδιάθετους ἐχθρούς. Κάθε Κυριακὴ γιόμιζαν οἱ Χριστιανοὶ τὶς λαμπρές τους ἐκκλησιές· καὶ τηροῦσαν τὰ παραδομένα τῆς Ὀρθοδοξίας μας ἔθιμα καὶ ὅλα τὰ τυπικὰ μὲ ἀκρίβεια καὶ καύχηση ἁγία. Νηστεῖες καὶ λιτανεῖες, γιορτὲς καὶ πανηγύρια, τά τηροῦσαν ὅλα ἤρεμα, χωρὶς θόρυβο ποὺ νὰ προκαλεῖ καὶ ν᾿ ἀνάβει φωτιὲς σὲ καρδιὲς ἐχθρῶν, στὶς ὁποῖες φώλιαζε φθόνος καὶ μίσος. Ἤξεραν πάντα νὰ κρατοῦν καλὰ ἀποστάσεις οἱ δικοί μας καὶ ἔμεναν σὲ ξεχωριστοὺς μαχαλάδες ἤρεμοι καὶ εὐτυχισμένοι. Ὅμως τί γυρεύει τούτη τὴν ὥρα, δέκα τὸ βράδυ, ὁ Ἀχμὲτ μὲς στὰ σοκάκια στὰ μαγαζιά τους; Περπατᾶ μὲ βήματα ὅσο μπορεῖ πιὸ γοργά. Μὰ δὲν μπορεῖ ὅπως παλιά. Νιώθει ἐξάντληση. Τούτη τὴν περίοδο τὸ ἔθνος τους τὸ Τουρκικὸ περνάει κρίση μεγάλη. Εἶναι ὅλα ἀποδιοργανωμένα. Ἡ φτώχεια ἡ μαύρη τοὺς δέρνει. Κι ὁ Ἀχμὲτ τολμάει γιὰ πρώτη φορὰ νὰ διασχίσει τὴν ἀγορὰ τὴν πολιτισμένη τῶν Ἑλλήνων ἐδῶ στὸ Πέραν. Γιατί; Νὰ ζητιανέψει; Ναί, γι᾿ αὐτὸ πηγαίνει. Αὐτὸ θὰ κάνει. Αὐτὸς ὁ πρώην μεγάλος καὶ τιμημένος τοῦ Κράτους του βρίσκεται, ὅπως καὶ ἄλλοι τρανοί, τόσο ἐξουθενωμένος. Μὲ τρία μικρὰ παιδιὰ ὀρφανὰ ἀπὸ μάνα, ποὺ τά ᾿χει ἀφημένα τώρα στὸ σπίτι ἄρρωστα καὶ νηστικά. Αὐτὸς εἶναι ὁ Ἀχμέτ. Εἶχε ἀκούσει γιὰ τὸν Ἕλληνα, τὸν τίμιο παντοπώλη ποὺ ξεχώριζε ἀπὸ τοὺς ἄλλους καὶ τὸν λέγανε Ἀποστολίνα. Αὐτὸν ἀποζητάει ἀπόψε. Ἔμαθε πὼς ἔχει μαγαζὶ κοντὰ στὸ συντριβάνι. Μὲ καλλιτεχνικὴ ταμπέλα ἀπέξω: ΠΑΝΤΟΠΩΛΕΙΟ «ΤΟ ΚΕΧΡΙΜΠΑΡΙ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ». Γραμμένη στὰ ἑλληνικὰ καὶ στὰ τούρκικα. Ἀπὸ πάνω ἀκριβῶς, τοῦ ’παν, ἔχει τὸ σπίτι του, διώροφο ἀρχοντικὸ ὁλοδικό του. Μόνος του ἔμενε. Δὲν εἶχε κάνει δική του οἰκογένεια ἀκόμα. Καὶ νά, μόλις ἔφθασε. Τὸ μαγαζὶ τὸ βρῆκε. Τὸ φώτιζε τὸ κρεμασμένο λυχνάρι. Δίπλα ἡ πόρτα τοῦ σπιτιοῦ. Ἀνέβηκε ὁ Ἀχμὲτ τὰ δύο μαρμάρινα σκαλοπάτια π᾿ ἄστραφταν ἀπὸ καθαριότητα καὶ κτύπησε τὸ κουδούνι δυὸ φορές. Ἡ πόρτα ἄνοιξε. Ὁ Ἀποστολίνας κατέβηκε τρέχοντας τὴν ξύλινη σκάλα νὰ δεῖ τί συμβαίνει. Γιομάτος ἀπορία κοίταξε ἀμήχανα τὸν ξένο. Πρώτη φορὰ τὸν ἔβλεπε. «Ποιὸς νά ᾿ναι τοῦτος; τί νὰ θέλει;», συλλογᾶται. Τοῦρκο τὸν θεωρεῖ, καὶ μάλιστα ἀπὸ τοὺς σκληροὺς. Τὸν βλέπει λιοκαμένο καὶ ξερακιανό, μὲ τρύπιο τὸ πουκάμισο, ἀξύριστο καὶ βρώμικο. Καὶ σὰν κάτι νὰ κρατᾶ. Ναί, στὸ χέρι τὸ δεξί του ποὺ τρέμει ἀκατάπαυστα, ἔχει ποτήρι, οὐζοπότηρο. Ἄδειο καὶ μικρὸ κρυστάλλινο, ἀπ᾿ τὰ παλιὰ τὰ χρόνια, μὲ τὶς χρυσὲς τὶς ρίγες. Ποτὸ θὰ θέλει σίγουρα μέσα στὴ νύχτα, οὖζο ἢ κονιὰκ τοῦτος ὁ δόλιος πότης. 

–Καλησπέρα, ἀφεντικό. Συγχώρεσέ με. Δὲν μὲ ξέρεις. Σὲ ξέρω ὅμως ἐγὼ γιὰ ἄνθρωπο εὐγενικὸ καὶ ἄνδρα καλοσύνης. Δὲν εἶσαι σὺ ὁ Ἀποστολίνας; εἶπε ὁ Ἀχμὲτ μὲ βαριὰ φωνὴ κι ἀναπνοὴ σβη­σμένη. 

–Ναί, ἐγὼ εἶμαι. Τοῦ λόγου σου τί μὲ θέλεις;

 –Καλησπέρα καὶ δεύτερη φορά, λέει ὁ Ἀχμὲτ τρέμοντας τώρα πιὸ πολὺ ἀπ᾿ τὴν ἀγωνία μὴν καὶ δὲν τοῦ δώσει ἐκεῖνο ποὺ ποθοῦσε, καὶ συνέχισε: 

–Καλέ μου ἄνθρωπε, δικός σας δὲν εἶμαι. Τόλμησα νά ᾿ρθω ὅμως νὰ σοῦ ζητήσω ἀπόψε. Ξέρεις, θέλω, νά, βλέπεις. Σὲ παρακαλῶ, ἂν θέλεις, βάλε μου ἐδῶ στὸ ποτηράκι ποὺ κρατῶ λίγο λαδάκι, λίγες σταγόνες λάδι. Πεινάει ἡ φαμελιά μου. Σεῖς εὐτυχᾶτε. 

Τά ᾿χασε ὁ Ἀποστολίνας. Λίγο λαδάκι! Ποῦ τὸ βρῆκε τὸ θάρρος τοῦτος ὁ ἐχθρὸς νά ᾿ρθει μές στὴ νύχτα σ᾿ αὐτόν; Ἀλλ᾿ ὄχι, δὲν εἶν᾿ ἐχθρός. Παιδὶ εἶναι καὶ δαῦτος τοῦ ἴδιου τοῦ Πατέρα. Ἡ πίστη τοῦ Χριστοῦ στὸν πόνο δὲν γνωρίζει διακρίσεις. Μόνο ἀγάπη νὰ ἔχει γνωρίζει καὶ νὰ δίνει. Τὸν κοίταξε στὰ μάτια τὸν ἐπαίτη μὲ σπαραγμὸ ψυχῆς.

 –Ποιὸ εἶν᾿ τὸ ὄνομά σου;

 –Ἀχμὲτ Ἀλιμπάμπα τοῦ Μωχαμάθαν. 

–Κάθισε μιὰ στιγμή, Ἀχμέτ. Περίμενε λιγάκι. 

Ἄνοιξε ὁ Ἀποστολίνας ἐκεῖ δίπλα στὴ σκάλα τὴ βοηθητικὴ ἐσωτερικὴ πόρτα τοῦ μαγαζιοῦ. Ἄναψε τὴν γκαζόλαμπα. Πῆγε πίσω ἀπὸ τὸν πάγκο. Ἔσκυψε καὶ πῆρε μιὰ τραμιτζάνα τρακοσάρα γυάλινη ἀπὸ πρασινογάλαζο γυαλί, πού ᾿ταν ἀπ᾿ ἔξω πλεγμένη μὲ ψαθί. Μιὰ τραμιτζάνα λάδι ἀπό ᾿κεῖνο τὸ ὁλόφρεσκο τῆς τελευταίας σοδειᾶς, τὸ ἀκριβὸ καὶ μοσχομυριστό, τὸ κρυστάλλινο καὶ καθαρὸ σὰν κεχριμπάρι... 

–Δικό σου, ὅλο δικό σου, Ἀχμέτ. Δικό σου, γιὰ τὴ φαμελιά σου. Καί ᾿γὼ δικός σου ὅλος. Γιὰ ὅ,τι θέλεις, πάντα ἐδῶ μαζί. Καὶ ὅλοι οἱ δικοί σου. 

Τί ἦταν κι αὐτὸ τὸ θαῦμα; Τέτοιας ἀγάπης θαῦμα; Τὸ εἶδε ὁ Ἀχμέτ. Ξαφνιάστηκε καὶ βούρκωσε καὶ χιλιοευχαριστοῦσε τὸν ἄξιο εὐεργέτη του. Δὲν πίστευε στὰ μάτια του. Ζαλώθηκε τὸν θησαυρὸ μὲ δύναμη καινούργια. Κατέβηκε ἀργά. Τοῦ ᾿φυγε τώρα ὁ στεναγμός, ὁ πόνος, ἡ κατήφεια. Κατόπιν χάθηκε στὴ δημοσιὰ κατὰ τὸ φτωχικό του μέσα στὴ νύχτα τὴ βαθιά. Καὶ ἂν τὸν ἔβλεπε κανείς, ποῦ νά ᾿ξερε τὸ θαῦμα: Λίγες σταγόνες ζήτησε καὶ πῆρε τραμιτζάνα. Πέρασαν μῆνες ἀπὸ τότε... Πήγαινε νὰ σουρουπώσει. Κλείνανε τὰ μαγαζιά. Ὁ Τοῦρκος ὁ Ἀχμὲτ ἐρχόταν πάλι γιὰ τὸν Ἀποστολίνα. Αὐτὴ τὴ φορὰ πιὸ γοργὰ καὶ ἀκόμα πιὸ προσεκτικά. Τὸν πρόλαβε, εὐτυχῶς, τὴν ὥρα ποὺ κλείδωνε τὸ μαγαζί, ἐκεῖ στὰ σκαλοπάτια, λίγο πρὶν μπεῖ στὸ σπίτι. Σκύβει λοιπὸν στ᾿ αὐτὶ καὶ ἐμπιστευτικὰ τοῦ λέει: 

–Καλέ μου ἄνθρωπε, χρυσὲ κι ἀγαπημένε. Ξέρεις ποιὸς εἶμαι ἐγώ; Ὁ Ἀχμέτ, ἐκεῖνος ὁ γνωστὸς ἀπὸ παλιά. Μὴν ξαφνιαστεῖς τί εἶμαι: τῆς ἀστυνομίας ἀξιωματικὸς μεγάλος εἶμαι. Κι ἦρθα ἀπόψε ᾿δῶ κρυφὰ νὰ ξεπληρώσω τὸ χρέος ποὺ χρωστῶ. Ἐμπιστευτικὰ σ᾿ τὸ λέω: Αὔριο γίνεται ἐδῶ μεγάλη ἐξέγερση ἐναντίον σας. Τὸ ὄνομά σου εἶναι γραμμένο πρῶτο στὴ λίστα αὐτῶν ποὺ θὰ σκοτώσουμε. Φύγε λοιπὸν ἀπόψε, ἂν θέλεις νὰ μ᾿ ἀκούσεις, στὴν Ἑλλάδα νὰ σωθεῖς. 

Αὐτὰ εἶπε βιαστικὰ κι ἔφυγε ἀμέσως ὁ Ἀχμέτ. Ἀπόμεινε ἀπορημένος ὁ Ἀποστολίνας. Δὲν εἶχε λόγο νὰ ἀμφιβάλει μὲ τούτη ἐδῶ τὴν τραγικὴ εἴδηση. Τὴν εἶπε κιόλας ὅπου μπόρεσε· καὶ γρήγορα ἑτοιμάσθηκε. Ἔφυγε ἀμέσως φτωχὸς γιὰ τὴν Ἑλλάδα· κι ὅπου στεκότανε, τό ᾿ λεγε τὸ θαῦμα γιὰ τὸν Θεό, ποὺ ξέρει ν᾿ ἀσφαλίζει τοὺς δικούς Του μὲ τρόπους θαυμαστούς.ΟΣΩΤΗΡ2212

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου