Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αγιος πορφυριος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αγιος πορφυριος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

01 Μαρτίου, 2024

Μοναχή Μαρία Στυλιανοπούλου («Μαρία η ψηλή»)

Ο Κύριος της ζωής και του θανάτου παρέλαβε πλησίον του την πιστήν δούλην του Μαρίαν εις την ουράνιον βασιλείαν Του προς ανάπαυσιν και ευφροσύνην αιώνιον. Καίτοι έπασχε καθ΄ όλην την διάρκεια της ζωής της από βαρυτάτην νόσον, εν τούτοις διήλθε τον επί γης μαρτυρικόν της βίον με ζήλον θαυμαστόν, με υπομονήν ιώβειον, με έργα αγάπης προς τον πλησίον, με ιεραποστολική δράσι και προσφορά. Επέτυχε με την βοήθεια του Κυρίου να ευαρεστήση στον Θεό και τους ανθρώπους. Καίτοι δεν είχε υλικά αγαθά και ασφαλή υγεία ήταν πλούσια σε πίστη και ευσέβεια, σε αρετές και έργα ευποιΐας. Ήταν απλή στους τρόπους, ταπεινή κατά την καρδιά, γεμάτη αγάπη Χριστού προς τον συνάνθρωπον και διατελούσε σε πνευματική εγρήγορσι, προσευχή, μελέτη του θείου λόγου και των πατερικών έργων. Έσπειρε εδώ στην γη με δάκρυα, και θερίζει ήδη με αγαλλίαση στους ουρανούς.

Άξιον υπογραμμίσεως είναι το γεγονός ότι ασπάστηκε και το Μοναχικό Σχήμα. Αυτή της η πράξις αποτελεί ομολογία πίστεως και αγάπης προς τον Θεόν.

Προσωπογραφία μακαριστής Μοναχής Μαρίας Στυλιανοπούλου (20/07/1947 – 20/01/1998)

Είθε και εμείς, αγαπητοί, να επιδείξουμε τον ζήλον διά την τήρησι των εντολών του Θεού, την απόκτησι των αρετών και αξιοποιήσουμε τον χρόνον της ζωής μας, όπως και η αξιομακάριστος και αείμνηστος εν Χριστώ αδελφή μας Μαρία, το «διαμάντι» του Χριστού στην εποχή μας.

Βιογραφικά στοιχεία

Στην συνέχεια μεταφέρονται λίγα στοιχεία βιογραφικά πού παρέχουν πολύτιμα διδάγματα προς όλους μας.

Η αδελφή Μαρία γεννήθηκε στις 20 Ιουλίου του 1947 στην κατεχόμενη κωμόπολη της Κυθραίας. Εκ γενετής είχε όγκο στην υπόφυση του εγκεφάλου πού της έφερε τον γιγαντισμό. Κάτι σπάνιο και παράξενο για την εποχή μας. Οι θεραπείες πού έγιναν εδώ και στο εξωτερικό δεν έφεραν κανένα θετικό αποτέλεσμα, παρά μόνον ταλαιπωρίες και πόνους.

Από τα παιδικά της χρόνια υπέφερε όχι τόσο σωματικά αλλά ψυχικά, από τον χλευασμό, την κοροϊδία και τα κρυφά γέλια του κόσμου. Δεν μπορούσε να κυκλοφορήσει εκτός από το περιβάλλον της. Ποτέ όμως δεν απάντησε σε κανένα, ποτέ δεν θύμωσε, μόνο μέσα της βαθειά πονούσε και έκλαιγε.

Ύστερα ήλθε η προσφυγιά για να επιδεινώσει την κατάστασή της. Έφυγε από τον τόπο πού την ήξεραν και την εκτιμούσαν, εστερήθηκε τους φίλους της και τους ανθρώπους πού την αγαπούσαν και βρέθηκε σ΄ ένα άγνωστο μέχρι τότε γι΄ αυτήν μέρος. Όμως η πολλή μεγάλη ψυχική δύναμη πού είχε, η αγωνιστικότητά της, η πίστις της, η αγάπη της για τον Θεό και τον άνθρωπο, την έκαναν να τα ξεπεράση όλα, να σταθή στα πόδια της, ν΄ αγνοήση τους χλευασμούς και ν΄ αρχίση μια νέα ζωή στην προσφυγιά. Μια ζωή γεμάτη προσφορά αγάπης στον άνθρωπο, όποιο και αν ήταν το κόστος γι΄ αυτήν.

Η υγεία της κλονίζεται σιγά-σιγά, οι πόνοι γίνονται αβάστακτοι, η μετακίνηση της δύσκολη, αλλά αυτά τα αγνοεί μπροστά στην σημαντική ιεραποστολική της διακονία.

Ο πόνος με τον καιρό έγινε ο αχώριστος σύντροφός της. Νύκτες ολόκληρες καθόλου δεν μπορεί να ξαπλώση. Το βασανισμένο της σώμα δεν αναπαύεται. Ούτε ένα βήμα δεν μπορεί τώρα να κάνη. Κινείται μόνο με αναπηρική καρέκλα. Συμφιλιώθηκε όμως με τον πόνο. Ποτέ δεν γόγγυσε και δεν διαμαρτυρήθηκε. Την προσωπική της ξεκούραση την αψηφούσε μπροστά στην αγάπη της για τους συνανθρώπους της πού την επλησίαζαν. Όλους τους συμβούλευε και νουθετούσε με διάκριση, τους βοηθούσε με πνευματική αρχοντιά και καθοδηγούσε με λεπτότητα και μητρική αγάπη. Όταν βρισκόταν κανείς κοντά της και συνομιλούσε διεπίστωνε την ευφυΐα της, την πλατειά της αντίληψη σ΄ όλα τα θέματα, το γερό μνημονικό της και το χαριτωμένο χιούμορ της.

Τους δύο τελευταίους μαρτυρικούς μήνες πού τους πέρασε ακίνητη στο κρεβάτι του Νοσοκομείου έδειξε όλο το μεγαλείο της υπομονής, της καρτερίας και της αγάπης της στον Θεό. Δεν βαρυγγόμησε ποτέ και συνεργαζόταν άψογα με τους γιατρούς και νοσοκόμους μέχρι και τις τελευταίες της ώρες. Το σώμα της γέμισε πληγές, τα πόδια της έλιωσαν και καθόλου δεν μπορούσε να κινηθή. Τίποτε σωστά δεν λειτουργούσε στον οργανισμό της, μόνον η φωνή της και η διαύγεια του πνεύματος της έμειναν μέχρι το τέλος, για να θυμίζουν τα μεγάλα τα της πίστεως, υπομονής, προσευχής και αγάπης κατορθώματα. Και σ’ αυτές τις δύσκολες στιγμές είχε την φροντίδα πολλών, την δε παραμονήν της αναχωρήσεως της έδωσε εις εν Χριστώ επισκέπτην το ποσόν των 105 Κυπριακών λιρών υπέρ του μικρού ιεραποστολικού έργου τής Ορθοδόξου Κυψέλης.

Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός την παρέλαβε στην Βασιλεία Του τα ξημερώματα της 20ής Ιανουαρίου του 1998, αφήνοντας πίσω της ορφανεμένες τις ψυχές πού την αγάπησαν και την πόνεσαν. Η έλλειψή της είναι αισθητή και το κενό της απουσίας της ευχόμεθα να το αναπλήρωση ο Θεός με άλλο κατάλληλο πρόσωπο πού θα παρουσίαση.

Γενικά η αδελφή Μαρία εβίωσε κατά το θέλημα του Θεού σε όλη της την ζωή. Το φωτεινό της παράδειγμα προς μίμησι και αντιγραφή μας.

Της αξιομακαρίστου αδελφής Μαρίας η μνήμη είθε να είναι αιωνία, η δε μερίς αυτής μετά των δικαίων και αγίων Αγγέλων.
Πηγή: Εκδόσεις Ορθόδοξος Κυψέλη

Μαρτυρία Μητροπολίτου Λεμεσού Αθανασίου

Αυτή η κοπέλα, μια αγία ψυχή, ήταν πανύψηλη, ήταν γίγαντας. Βέβαια στο τέλος καμπούριασε, περπατούσε με σίδερα, μετά με καροτσάκι. Εγώ την πρόλαβα πού περπατούσε ίσια. Είχε γιγαντισμό, ήταν παραμορφωμένη. Τα παπούτσια της, έχω ένα παπούτσι της στο μοναστήρι, ήταν 57 νούμερο, τόσο πράγμα σαν βάρκα, η παλάμη της ήταν 3 φορές μεγαλύτερη από την δική μου.


Να σας πω πώς την γνωρίσαμε. Είχαμε έναν δικό μας μοναχό τον π. Νήφωνα, ο οποίος πουλούσε μήλα σε σακούλια όταν ήταν πρώτη Λυκείου και πήγε να πουλήσει μήλα. Χτύπησε την πόρτα και την άνοιξε η Μαρία, μόλις την είδε από τον φόβο του, της πέταξε τα μήλα κι όπου φύγει φύγει. Ήταν όμως η αιτία να γνωριστούν και να συνδεθούν πνευματικά και αργότερα μέσω αυτού να γνωρίσομεν και εμείς την μακαριστή Μαρία.

Αυτή η κοπέλα, ήταν μια αγία ψυχή, πραγματικά μια αγία, παρ’ όλο που ήταν ένα τέρας εξωτερικά, και το πρόσωπο της ήταν αλλοιωμένο ακόμη και τα μικρά παιδιά δεν την φοβόντουσαν. Ανέπαυε πολύ κόσμο. Ήταν δηλαδή… μια πνευματική μητέρα με όλη την σημασία της λέξεως.

Αυτή η κοπέλα ήταν μία τυπικά χριστιανή στα πρώτα χρόνια και η μητέρα της καλή χριστιανή. Όταν μεγάλωσε και μεγάλωνε και έγινε δυσθεώρητη, έγινε 2.30 μ., αφού στο Νοσοκομείο έβαλαν δύο κρεββάτια τα ένωσαν για να την χωρέσει, όταν πέθανε το φέρετρό της ήταν από εδώ μέχρι εκεί πού είναι η καρέκλα.

Την ζήτησαν στην Αμερική και πήγε, με έξοδα της Κυβερνήσεως, για εξετάσεις. Για να ερευνήσουν το φαινόμενο. Συνήλθαν εκεί οι μεγάλοι γιατροί κ.τ.λ. κι άλλος έλεγε γιγαντισμό κι άλλος διάφορες θεωρίες. Δεν μπορούσαν όμως επακριβώς να δουν τί έπαθε η Μαρία κι έγινε τόσο μεγάλο πράγμα, τόσο μεγάλος άνθρωπος. Και βέβαια της είπαν τότε πώς είχε ένα πρόβλημα. Όλο το κεφάλι της μέσα είχε όγκο, ο οποίος πίεζε τα μάτια και θα έχανε το φως της, θα τυφλωνόταν.

Οι Αμερικάνοι προσφέρθηκαν να αγοράσουν τον σκελετό της και αυτή λυπήθηκε πάρα πολύ, όταν το άκουσε, γιατί ήταν ένα φαινόμενο γι΄ αυτούς έτσι να την διατηρήσουνε για λόγους επιστημονικούς.

Σ΄ αυτήν την κατάσταση επέστρεψε στην Αθήνα μετά από την Αμερική, και μια κοπέλα της λέει εκεί, δεν πάμε να δούμε το γέρο Πορφύριο στην Πεντέλη; Η Μαρία δεν είχε ιδέα από γέροντες κι απ΄ αυτά τα πράγματα, και της λέει: τί να μου πει κι αυτός ο γέρος! Με πήγαν στην Αμερική και με είδαν τόσοι επιστήμονες, τί να μου πει κι αυτός ο γέρος! Έλα πάμε, είναι και τυφλός και δεν μιλάει και καλά. Η Μαρία είπε, είναι και τυφλός και δεν ακούει και καλά… Η Μαρία, ήταν σε μια κατάσταση απελπισίας, τέλος πάντων από δώ από κει την έπεισαν να πάει.

Πήγε λοιπόν, και μαζί της πήγε η μητέρα της πού ζει ακόμα (σημείωση πλέον έχει κοιμηθεί), η κ. Κωνσταντία, μια μοναχή κι η κοπέλα εκείνη πού πήγε κι άλλοι δύο άνθρωποι.

Πήγαν στο κελί του γέροντα, ήταν τυφλός ο γέροντας Πορφύριος κι όταν μπήκαν μέσα της λέει: γιατί σου έλεγε η φίλη σου να έρθεις και δεν ερχόσουν και της είπε ακριβώς τί έλεγε η Μαρία. Αύτη ντράπηκε και της λέει τί έπαθες; Λέει, γέροντα θα χάσω το φως μου κι έκλαιγε. Της λέει, όχι παιδί μου το φως σου, τα κόκκαλά σου θα σπάζουν… Του λέει, όχι γέροντα, τα κόκκαλά μου είναι γερά, δεν έχουν τίποτα τα οστά μου, το φως μου θα χάσω. Της άπαντα όχι το φως σου, τα οστά σου. Αυτή το επαναλαμβάνει τρίτη φορά, γέροντα το φως μου.

– Όχι το φως σου, τα οστά σου θα συντρίβουν. Αυτή δεν καταλάβαινε.

Της λέει ο γέροντας, γονάτισε. Γονάτισε όπως μπόρεσε κι ο γέροντας έβαλε τα χέρια του πάνω στο κεφάλι της κι άρχισε να προσεύχεται. Και μου έλεγε η Μαρία, αισθανόταν μέσα το κεφάλι της να βράζει ολόκληρο, οπότε της λέει ο γέροντας: δεν θα χάσεις το φως σου, τα οστά σου θα βγουν, θα τρίβονται τα οστά σου. Αύτη δεν πίστεψε. Λέει ο π. Πορφύριος, από που το έπαθες αυτό, σου είπαν οι γιατροί; Του απάντησε: γέροντα οι γιατροί δεν βρήκαν την αιτία, είπαν γιγαντισμός είναι, δεν βρήκαν την αιτία.

Λέει στην μητέρα της: εσύ θυμάσαι πού ήσουν έγκυος στην Μαρία; Η Μαρία ήταν 43 ετών τότε, λέει η μητέρα της ε! θυμούμαι. Της λέει θυμάσαι, όταν ήσουν δύο μηνών πού έκανες πολλούς εμετούς; Θυμάμαι αμυδρά γέροντα. Θυμάσαι πού σε πήγε ο άντρας σου σε έναν γιατρό; πού να θυμάμαι τώρα τον γιατρό; και αρχίζει ο γέροντας να της περιγράφει: θυμήσου που κατεβαίνατε με λεωφορείο από το χωριό σας, κατεβαίνατε σε μια πλατεία και της περιγράφει την πλατεία πριν από 42 χρόνια, σε πήρε ο άντρας σου και σε πήγε στον τάδε δρόμο κι άρχισε να της διηγείται τον δρόμο κι η Κωνσταντία άρχισε να θυμάται τον δρόμο εκείνο, σε πήγε σ΄ έναν τόπο πού η πόρτα ήταν πράσινη, στο ιατρείο του ανθρώπου εκείνου. Μπήκες μέσα και του είπες ότι κάνεις πολλούς εμετούς από την εγκυμοσύνη και σου έδωσε ένα φακελάκι με χάπια, με 15 χάπια μέσα, τα θυμάσαι; λέει θυμάμαι γέροντα. Λέει ο Γέροντας τα χάπια εκείνα ήταν χάπια επιληψίας, έκανε λάθος ο γιατρός, τα ήπιες και παραμορφώθηκε το έμβρυο γι΄ αυτό κι έγινε έτσι η κόρη σου. Και πραγματικά, το έστειλαν το μήνυμα αυτό στην Αμερική, κι ήταν πραγματικώς επιστημονικά. Αυτή όμως μετά τελικά τί έγινε; Σταμάτησε να χάνει το φως της κι άρχισε να τρίβονται τα κόκκαλά της. Μια φορά ήμουν παρών εγώ, πού ένα κόκκαλο από την πλάτη της τρύπησε το δέρμα της και βγήκε έξω, συντρίβονταν τα κόκκαλά, διαλύονταν τα κόκκαλά, όπως ακριβώς της είχε πει ο π. Πορφύριος. Ο γέροντας, όταν βγήκε η Μαρία έξω, είπε: αυτή είναι μια αγία, και περιέγραψε την Μαρία.

Επικήδειος Λόγος εις την κηδείαν της Μοναχής Μαρίας († 20 Ιανουαρίου 1998)

Αρχιμανδρίτου Εφραίμ, Καθηγουμένου Ιεράς Μεγίστης Μονής του Βατοπαιδίου

Αγαπητή μας Μαρία,

Σου απευθύνομαι πρόσωπον προς πρόσωπον, διότι γνωρίζω ότι η ψυχή σου, το πνεύμα σου είναι παρούσα σ΄ αυτή την πνευματική συνάθροιση που οι πνευματικοί μας αδελφοί συνοιθρήσθησαν για να σου απονέμουν τον τελευταίο ασπασμό.

Ο τελευταίος ασπασμός, αγαπητή μας εν Χριστώ αδελφή Μαρία, απονέμεται μόνο στο πολύαθλο σώμα σου, διότι η ψυχή σου είναι ζώσα και ευρίσκεται μαζί με το Χριστό και τους αγίους και περιμένει την κοινή ανάσταση για να αναστηθεί και αυτό και συνδοξασθεί συν πάσι τοις αγίοις.

Αγαπητή μας Μαρία,

Αν και ζούσες στον κόσμο εν τούτοις δεν ήσουν εκ του κόσμου, αλλά κατόρθωσες -το και δυσκατόρθωτον- να μεταθέσεις το πολίτευμά σου στον ουρανό και να αγαπήσεις εξ όλης σου της ψυχής τον Κύριο μας και να τον κάνεις νυμφίον σου και πατέρα και μητέρα και αδελφόν και φίλον και ο Οποίος σε ηξίωσε της απροσμετρήτου δωρεάς του μεγάλου και αγγελικού σχήματος διά των χειρών του σεβαστού Γέροντός μας Ιωσήφ. Συνεδέθημεν πνευματικώς και ο σεβαστός Γέροντας Ιωσήφ είναι κοινός μας πατέρας. Ως εκ τούτου είσαι και σύ μέλος της αγιορείτικης αδελφότητάς μας και θα εξακολουθήσεις να παραμένεις εις τον μέλλοντα αιώνα.

Κατά την συμμετοχήν σου στο μυστήριο της ιεράς εξομολογήσεως πάντοτε άφηνες να εκχυθεί ο πόθος σου τον οποίον είχες για τον Χριστόν. Η φιλόθεος ψυχή σου πάντοτε επτερύγιζε στους ουρανούς, καίτοι έζης εν μέσω γενεάς σκολιάς και διεστραμμένης. Δεν παρεσύρθης από τα ωραία του κόσμου, τον πλούτον, τας ηδονάς, την ματαίαν δόξαν… Ο Κύριός μας σου επεφύλαξε φρικτόν μαρτύριον καθ’ όλην την ενταύθα ζωήν σου. Ποτέ δεν γόγγυσες, ποτέ δεν μεμψιμοίρησες, αλλά όλα σου τα δεινά, τα μετέθετες στον Θεόν και τα έκανες συνάλλαγμα προς εξαγοράν της βασιλείας των ουρανών. Και τώρα ιδού, η ώρα του θερισμού έφθασε, ευφράνθητι Μαρία και σκίρτησον εις τας αγκάλας του Νυμφίου Σου Χριστού, του οποίου το κάλλος ηράσθης. Δράμε ωσεί έλαφος προς τας πηγάς των υδάτων για να τρυγήσεις τους καρπούς των μαρτυρικών σου σωματικών πόνων και κόπων, των αέναων προσευχών σου, της αγάπης πού σαν γνησία μητέρα επεδείκνυες προς όλους τους πάσχοντας και θλιβομένους. Μαρτυρούν οι ίδιοι οι εν Χριστώ αδελφοί σου, γι΄ αυτό και ευρίσκονται πέριξ του πολυάθλου σου σκήνους για να δώσουν τον τελευταίο ασπασμό, σαν άλλην συμμαρτυρία για να εισέλθεις μετά παρρησίας εις το ενδότερον του καταπετάσματος «ένθα πρόδρομος υπέρ ημών εισήλθεν Ιησούς αιωνίαν λύτρωσιν ευράμενος». Κατατρύφησον του Κυρίου Μαρία και χοροβάτησον ωσεί αμνός εις τα όσα ωραία σου ητοίμασεν ο Δεσπότης Χριστός, ως αντάμειψιν της σταυροφόρου ζωής σου, τα οποία «ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη», διότι έγνω ο Κύριος ότι τον ηγάπησες πολύ.

Εκεί στην αιώνιον σου δόξαν πέριξ του θρόνου του Θεού μέμνησο και ημών των ταπεινών αδελφών σου, που ακόμη ευρισκόμεθα στο στάδιο του αγώνος και ο φόβος είναι εναργής και το τέλος αβέβαιον, ίνα και ημείς καταντήσωμεν εις άνδρα τέλειον εις μέτρον του πληρώματος του Χριστού και ομοθυμαδόν εν εκείνη τη ημέρα ακούσωμεν το «Ευ δούλε αγαθέ και πιστέ· επ’ ολίγα ης πιστός επί πολλών σε καταστήσω· είσελθε εις την χαράν του Κυρίου σου», καθώς και συ σήμερον το ακούεις. Γένοιτο. Αμήν.

https://www.pemptousia.gr/2020/01/monachi-maria-stilianopoulou-maria-i-psili-20-ianouariou/

01 Δεκεμβρίου, 2023

Τα 14 Χρόνια Κοντὰ στὸν Γέροντα Αγιο Πορφύριο

Παπαζάχος Γεώργιος
Ἐπίκ. Καθηγητὴς Καρδιολογίας

“Γράφω αὐτὴ τὴν ἐπιστολὴ, ἀπὸ μιὰ ἐσωτερικὴ πίεση νὰ μιλήσω γιὰ τὸν Γέροντα Πορφύριο, ποὺ κοιμήθηκε πρὶν ἀπὸ 40 μέρες. Ἔζησα τόσα γεγονότα 14 χρόνια κοντά του, σὰν ἕνας ἀπὸ τοὺς γιατρούς του, ποὺ δὲν πρέπει νὰ τὸ κρύψω ἀπὸ τοὺς ἀδελφούς μου. Θὰ διηγηθῶ μερικὰ περιστατικά, ποὺ παρουσιάζουν τὸ Γέροντα σὰν ἄρρωστο καὶ σὰν γιατρό. Συγχωρέστε μου τὰ προσωπικὰ στοιχεῖα, ποὺ ἂν ἀφαιρεθοῦν ἀλλοιώνουν τὰ γεγονότα. Ἀσφαλῶς, ἄλλοι ἔζησαν ἄλλες συγκινήσεις κοντά του. Καὶ δὲν πρέπει νὰ χαθοῦν, γιατί ἀποτελοῦν σημάδια τῆς ἁγίας βιοτῆς του, ἀποδείξεις τῆς παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὴ ζωή μας καὶ ὑποθῆκες γιὰ ὁλόκληρη τὴ γενιά μας.

Ὁ Γέροντας καὶ ἡ ἀρρώστια του

Ἦταν πραγματικὰ ἄρρωστος. Μὲ πλῆθος ἀρρώστιες ἐπάνω του. Τὰ περισσότερα συστήματα ἔπασχαν. Προσωπικὰ διεπίστωσα: ἔμφραγμα μυοκαρδίου (προσθιοδιαφραγματικὸ μὲ πλαγία ἰσχαιμία), χρονία νεφρικὴ ἀνεπάρκεια, ἕλκος δωδεκαδακτύλου (μὲ ἐπανειλημμένες γαστρορραγίες), χειρουργηθεῖς καταρράκτης (μὲ ἀποβολὴ τοῦ φακοῦ καὶ τύφλωση), ἕρπης ζωστὴρ στὸ πρόσωπο, σταφυλοκοκκικὴ δερματίτιδα στὸ χέρι, βουβωνοκήλη (μὲ συχνὴ περίσφιγξη), χρονία βρογχίτιδα, ἀδένωμα τῆς ὑποφύσεως στὸ κρανίο.

Καὶ ἡ ὑπομονὴ τοῦ ἰώβειος. Ὅταν εἶχε τὸν ἕρπητα σὲ ἔξαρση καὶ ὅλο τὸ δεξιό του πρόσωπο (τριχωτὸ κεφαλῆς, παρειά, αὐτί, σαγόνι) ἦταν μιὰ ἀνοιχτὴ πληγή, τὸν ἐρώτησα πόσο ἔντονο πόνο αἰσθάνεται καί μοῦ ἀπάντησε: “Σὰν νὰ ἀκουμπάω τὸ δεξί μου μάγουλο σὲ τηγάνι μὲ ζεματιστὸ λάδι”. Καὶ ἦταν ἀπόλυτα ἤρεμος. Δὲν ἄφηνε οὔτε ὑποψίες, ὅτι ὑποφέρει, οὔτε ἕνα βογγητό.

Πολλὲς φορές, ἐνῶ βρισκόμουν στὸ κελλί του καὶ κουβεντιάζαμε, συνέβαινε περίσφιγξη τῆς βουβωνοκήλης του, πάντα ἐπώδυνη. Δὲν ζητοῦσε βοήθεια. Ἀγωνιζόταν νὰ τὴν ἀνατάξη μόνος του κάτω ἀπὸ τὶς κουβέρτες του.. Κανεὶς δὲ μιλοῦσε, ἐνῶ ἀπὸ τὰ χείλη του ἀκουγόταν ψιθυριστά, μὲ μιὰ ἀνεπανάληπτη γαλήνη, τὸ “Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησέ μας”.

Μερικοὶ τὸν παρεξήγησαν κάποτε, ποὺ φίλησαν τὸ χέρι του καλυμμένο μὲ μιὰ γάζα, νομίζοντας ὅτι σιχαίνεται. Ἦταν ἡ ἐποχὴ ποὺ ἐμεῖς τὸ καλύψαμε, γιατί εἶχε τὴν σταφυλοκοκκικὴ δερματίτιδα καὶ ἦταν ὁλόκληρο ἐξελκωμένο.

Ἀλλ’ ἡ κουβέντα μας ἕνα βράδυ, μετὰ τὴν καρδιολογικὴ ἐξέταση καὶ τὸ τυπικὸ ἠλεκτροκαρδιογράφημα, μὲ συνεκλόνισε. Οὔτε φαντάσθηκα ποτὲ, ὅτι θὰ μποροῦσε ἕνας ἄνθρωπος νὰ ἀντιμετωπίση ἔτσι τὴν ἀρρώστια του. Μοῦ εἶπε: “Θὰ σοῦ ἐξομολογηθῶ κάτι, ἀλλὰ νὰ μείνη μυστικό. Ἔχω καρκίνο στὴν ὑπόφυση. Ἤδη αἰσθάνομαι τὴ γλῶσσα μου μεγαλωμένη καὶ δὲν γυρίζει καλὰ μέσα στὴ στοματικὴ κοιλότητα”. Ὕστερα μοῦ ἀνέλυσε ἰατρικὰ καὶ σωστὰ τὴ λειτουργία τῶν ἐνδοκρινῶν ἀδένων καὶ κατέληξε: “Πρέπει νὰ ξέρης ὅτι, ὅταν ἤμουν καλογεράκος -ἴσως 16 χρονῶν- στὸ Ἅγιο Ὅρος αἰσθανόμουνα τόσο εὐτυχισμένος, ἰδίως μετὰ τὴ Θεία Κοινωνία, ὥστε ἔβγαινα στὸ δάσος καὶ μὲ δάκρυα φώναζα: Δόξα Σοι, Κύριε! Ἦρθες ὁλόκληρος μέσα μου, σὲ μένα τὸν ἁμαρτωλὸ, Ἐσὺ ὁ Χριστός μου, ποὺ σταυρώθηκες καὶ πόνεσες γιὰ μένα καὶ σήκωσες τὶς ἁμαρτίες μου. Κι ἐγὼ τί κάνω γιὰ σένα; Ποιόν πόνο ὑποφέρω γιὰ σένα; Κύριε, στεῖλε μου ἕναν καρκίνο! Χριστέ μου, χάρισέ μου ἕναν καρκίνο, νὰ ὑποφέρω καὶ γῶ μαζὶ Σοῦ! Αὐτὴ τὴν προσευχὴ τὴν ἔκανα συνέχεια καὶ μετὰ τὸ ἐξομολογήθηκα στόυς Γεροντάδες μου. Ἐκεῖνοι μοῦ σύστησαν νὰ μὴν τὴν ἐπαναλάβω, γιατί ἐκπειράζω τὸν Θεό. Ξέρει ἐκεῖνος, τί θὰ κάνη. Δὲν τὴν ξανάκανα αὐτὴ τὴν προσευχή. Ἀλλὰ τώρα, Γιωργάκη μου, μοῦ τὸν ἔστειλε τὸν καρκίνο! Καταλαβαίνεις τὴν εὐεργεσία; Ἔστω καὶ ἀργά, θὰ ὑποφέρω λίγο μαζὶ Του”. Ἔμεινα ἐνεός. Πρώτη φορὰ στὴν ἰατρικὴ σταδιοδρομία μου ἄκουγα τὴ φράση: “Δόξα τῷ Θεῷ, ἔχω καρκίνο!”. Εἶχα ξεχάσει, ὅτι μπροστά μου δὲν βρισκόταν ἄνθρωπος κοινὸς, ἦταν ὁ Γέροντας Πορφύριος.

Ὡστόσο ποτὲ δὲν ἀρνήθηκε τὴν ἰατρικὴ βοήθεια τῶν πολλῶν γιατρῶν-πνευματικῶν του παιδιῶν. Μάλιστα μιὰ μέρα τὸν ἐρώτησα: “Γιατί πολλοὶ πνευματικοὶ ἄνθρωποι, κυρίως μοναχοί, ἀρνοῦνται τὴν ἰατρικὴ βοήθεια, πιστεύοντας ὅτι θὰ τοὺς βοηθήση κατ’ εὐθεῖαν ἡ Παναγία;”. Μοῦ ἀπάντησε: “Εἶναι ἐγωϊσμός -πονηρὴ ἐνέργεια- νὰ νομίζης ὅτι ὁ Θεὸς θὰ κάνη, κατ’ ἐξαίρεση ἀπὸ τοὺς πολλούς, θαυματουργικὴ ἐπέμβαση γιὰ σένα. Ὁ Θεὸς κάνει θαύματα καὶ τώρα, ἀλλὰ ἐσὺ δὲν πρέπει νὰ τὸ προσδοκᾶς γιὰ σένα. Εἶναι ἐγωϊστικὴ ἐξαίρεση. Ἄλλωστε καὶ μέσῳ τῶν γιατρῶν ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς ἐνεργεῖ. “Ἰατροὺς καὶ φάρμακα Κύριος ἔδωκεν”, λέει ἡ Ἁγία Γραφή”.

Δεχόταν δὲ μόνο τὴν κλασσικὴ ἰατρική, πολλὰ κεφάλαια τῆς ὁποίας γνώριζε ἄριστα. Μὲ τὴν ἐμπειρία του ἀπὸ τὴ μακρὰ θητεία στὴν Πολυκλινικὴ Ἀθηνῶν καὶ μὲ τὸ θεϊκὸ “χάρισμά” του, ἔβλεπε βαθύτερα τὴν ἀρρώστια καὶ πολλὲς φορὲς μᾶς στρίμωχνε μὲ σαφῶς ἐπιστημονικὲς ἐρωτήσεις.

Ὁ Γέροντας θεραπεύει

Εἰδικότητά του ἡ “τηλε-διαγνωστική”! Ἔβλεπε μὲ καταπληκτικὴ ἀκρίβεια ἀλλαγὲς στὸν ἑαυτό του καὶ σὲ ἄλλους, συχνὰ καὶ στοὺς γιατρούς του.

Ὁ ἴδιος μοῦ διηγήθηκε, ὅτι διέγνωσε ὑπογοναδισμὸ σὲ ἕναν νέο μόνο κοιτάζοντάς τον, κάταγμα σπονδύλου σὲ μιὰ μοναχὴ ποὺ βρισκόταν σὲ ἄλλη πόλη. Εἶναι ἴσως χιλιάδες αὐτοὶ ποὺ δέχθηκαν τὴ διαγνωστική του ἐνέργεια καὶ ἐπιβεβαιώθηκε ἡ νόσος ἀργότερα καὶ ἐπιστημονικά.

Ἐδῶ θὰ ἀναφέρω μιὰ αὐτοδιάγνωσή του. Διεπίστωσε μεταβολὲς στὸ ἠλεκτροκαρδιογράφημά του, χωρὶς καρδιογράφο. Ἕνα βράδυ μοῦ τηλεφώνησε ἀνήσυχος: “Ἔλα, ἔστω καὶ ἀργά, καὶ θὰ δῆς ἀλλοιώσεις στὸ καρδιογράφημα. Πονάω σήμερα, πολλὲς φορές, καὶ ὁ πόνος εἶναι στηθαγχικός”. Διαπίστωσα πράγματι ἰσχαιμικὲς μεταβολὲς (στὶς ἀπαγωγὲς v3-v6) καὶ τὸν ρώτησα σὲ ποιό stress βρέθηκε σήμερα. Ἄρχισε νὰ κλαίῃ καὶ μὲ διακοπὲς νὰ μοῦ περιγράφη λεπτομερῶς σκηνὲς ἀπὸ τὶς ὀδομαχίες στὴ Ρουμανία. Ἦταν ἡ ἡμέρα τῆς ἐξεγέρσεως τοῦ λαοῦ κατὰ τοῦ Τσαουσέσκου καὶ μὲ τὸ “χάρισμά” του ἔβλεπε τοὺς πυροβολισμοὺς καὶ τοὺς θανάτους στὶς πλατεῖες, ὅπως τὶς δημοσίευσαν οἱ ἐφημερίδες τὶς ἑπόμενες ἡμέρες.

Συνέχισε νὰ κλαίη καὶ τὸν παρεκάλεσα νὰ ζητήση ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ τοῦ ἀφαιρέση γιὰ λίγο αὐτὴ τὴν “ὅραση”. Ἡ καρδιά του βρισκόταν σὲ κίνδυνο ἀπὸ τὴν ἔνταση. Θὰ μποροῦσε νὰ κάνη ἐπέκταση τοῦ ἐμφράγματός του. Στὴν ἴδια ἔνταση βρισκόμουν κι ἐγώ, βλέποντας τὴν εὐαισθησία τῆς “ἄλλης” καρδιᾶς ἑνὸς ἁγίου. Ἔκρυψα τὰ μάτια μου μὲ τὸ καρδιογράφημα καὶ σκεφτόμουν: Τί σημασία ἔχουν, Γέροντα, γιὰ σένα τά νιτρώδη ἀντιστηθαγχικὰ φάρμακα ποὺ ἑτοιμάζομαι νὰ σοῦ δώσω; Ἐσὺ δὲν εἶσαι ἐκ τοῦ κόσμου τούτου. Ἡ καρδιά σου χτυπᾶ στὸν Ὠρωπὸ καὶ ζῇ στὴν Ρουμανία. Στὸ ἠλεκτροκαρδιογράφημα, ἡ καρδιὰ φαίνεται μὲ ἰσχαιμικὴ “κατάσπαση” τοῦ Sε διαστήματος, ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα βρίσκεται σὲ μεγάλη “ἀνάσπαση” πρὸς τὸν οὐρανό. Ἔφυγα ἀργὰ μὲ τὸν τρόμο, ὅτι εἶδα λίγο ἀπὸ τὸ φῶς ἑνὸς ἁγίου.

Ἐγὼ πήγαινα στὸ κελλί του σὰν διαγνώστης γιατρός, ἀλλὰ πολλὲς οἱ φορὲς ποὺ ἐκεῖνος ἔκανε διαγνώσεις γιὰ μένα. Θὰ ἀναφέρω δύο: Εἶχα χειρουργηθῇ ἀπὸ τὸν καθηγητὴ κ. Βασ. Γολεμάτη (δύο βουβωνοκῆλες ταυτόχρονα) καὶ ἐνῶ ἤμουν στὴ φάση τῆς ἀναρρώσεως, πήγαμε μὲ τὴ γυναῖκα μου στὸν Ὠρωπό. Δὲν ξέρω, ἂν εἶχε μάθει ἀπὸ φίλους, ὅτι ἤμουν χειρουργημένος, ἀλλὰ μόλις μπήκαμε μὲ κοίταξε ἐπίμονα γιὰ πολλὴ ὥρα στὴν κοιλιὰ καὶ μοῦ εἶπε: “Βλέπω ὅτι δεξιὰ ἔγινε καλὴ ἐγχείρηση ἀλλὰ ἀριστερὰ ἀριστοτεχνικὴ, γιατί περιποιήθηκε τόσο ἐκεῖ;”. Ἡ γυναῖκα μου μοῦ ἔκανε νόημα: “Τί λέει ὁ Γέροντας;”. Δὲν εἶχα πεῖ, οὔτε σὲ ἐκείνη οὔτε σὲ ἄλλον, ὅτι ὁ χειρουργὸς εἶχε ἐφαρμόσει τὴν μέθοδο Soudaice ἀριστερά, ἐπειδὴ ἦταν μεγάλη. Ὁ Γέροντας τὸ “εἶδε”.

Τὸν Δεκέμβριο τοῦ 1990 ἤμουν στὸ κρεβάτι μὲ τὴν πολλοστὴ γαστρορραγία μου. Σὲ κάποια στιγμὴ ἔντονου προβληματισμοῦ μου, ἂν πρέπη νὰ χειρουργηθῶ ἢ ὄχι, χτύπησε τὸ τηλέφωνο. Μεταφέρω αὐτούσια τὰ λόγια τοῦ Γέροντα: “Αὐτὲς τὶς μέρες σὲ ἐπισκέπτομαι συχνὰ καὶ μὲ τὸ “χάρισμα” ποὺ μοῦ ἔδωσε ὁ Θεὸς ἐνεργῶ θεραπευτικά. Ποτὲ δὲν εἶχα μπεῖ στὸ σπίτι σου τόσες πολλὲς φορὲς σὲ λίγες μέρες… Κάτι μοῦ λέει νὰ μὴν τὸ χειρουργήσης τώρα ἀλλὰ νὰ ἀλλάξης τρόπο ζωῆς, νὰ χαλαρώσης. Ἄφησε τὸ χειρουργεῖο νὰ τὸ σκεφθοῦμε ἀργότερα. Τί κάνω ἐγὼ τώρα, τὸν γιατρὸ στὸν γιατρό; (γελάει). Νὰ ξεκουράζεσαι περισσότερο, γιατί σὲ ἀγαπάει ὁ κόσμος. Μοῦ ἔφαγες τὴ δόξα (γελάει)”. Φαντάζεσθε, πῶς ἔνοιωσα κάτω ἀπὸ αὐτὴ τὴν προστατευτική του παρουσία!

Ἀγαποῦσε τόσο πολὺ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ποὺ τὸν πλησίαζαν καί, φυσικά, καὶ τοὺς γιατρούς του, ὥστε νὰ ἐνεργοποιῇ γιὰ μᾶς τὸ θεραπευτικὸ χάρισμά του. Ὅσοι τὸν πλησίαζαν ἀνεπιτήδευτα, ἔχουν παρόμοιες ἐμπειρίες. Πολλὲς φορὲς ἔπαιρνα μαζί μου φιλικὰ ἢ συγγενικὰ πρόσωπα, ποὺ ἐξεπλήσσονταν, ὅταν ἄρχιζε νὰ μιλάη γιὰ τὸ πρόβλημά τους, χωρὶς ἐγὼ νὰ τὸν ἐνημερώσω ἐκ τῶν προτέρων. Κάποια κυρία, φεύγοντας, ἤθελε νὰ δώσω ὅρκο, ὅτι δὲν τοῦ μίλησα γιὰ κείνη, πρὶν πᾶμε στὸν Ὠρωπό.

Τὸ χάρισμά του τὸν ἔκανε περισσότερο εὐαίσθητο ἀπέναντι στὸν ἀνθρώπινο πόνο. Ἕνα σούρουπο, διέκοψαν τὴν καρδιολογικὴ ἐξέταση οἱ μοναχές, γιατί ἔξω εἶχαν συγκεντρωθεῖ πολλοὶ ἄνθρωποι καὶ περίμεναν νὰ πάρουν τὴν εὐχή του πρὶν νυχτώση. Βγῆκα ἔξω ἀπὸ τὸ κελλὶ καὶ οἱ ἐπισκέπτες φίλησαν ἁπλῶς τὸ χέρι του. Ἦταν κουρασμένος καὶ δὲ μίλησε σὲ κανέναν. Ἡ τελευταία κυρία βγῆκε κλαίγοντας. Ὅταν ξαναμπῆκα βρῆκα τὸν Γέροντα νὰ κλαίη. “Αὐτὰ παθαίνω πάντα, μοῦ εἶπε. Εἶδα τώρα αὐτὴ τὴ μητέρα νὰ τὴ δέρνη αὔριο ὁ ναρκομανὴς γιός της, γιὰ νὰ τοῦ δώση χρήματα. Καὶ ἡ καημένη ἀσφαλῶς θὰ σκανδαλίστηκε ποὺ ἔχει τέτοιο πρόβλημα καὶ ἔφυγε χωρὶς βοήθεια… Τί μπορεῖς ἐσὺ νὰ κάνης, φτωχὲ Πορφύριε… Κύριε Ἰησοῦ…”. Καὶ ἐπανέλαβε πολλὲς φορὲς ψιθυριστὰ τὴ λέξη “Ἰησοῦ”.

Ὁ Ὅσιος Πορφύριος χαρίζει ἴαση σὲ ψυχὲς καὶ σὲ σώματα

Ἦταν τόσο ἁπλὸς καὶ γλυκὸς ἄνθρωπος, ὥστε νὰ μὴ κωλύεσαι νὰ τοῦ ἀπευθύνης ὁποιαδήποτε ἀνόητη ἐρώτηση. Ἔτσι, μιὰ μέρα τὸν προκάλεσα ἀδιάκριτα: “Πῶς ξέρεις, Γέροντα, ὅτι αὐτὸ τὸ προορατικό σου χάρισμα εἶναι ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ ὄχι ἀπὸ τὸν Διάβολο;”. Γέλασε καλοκάγαθα καὶ μοῦ εἶπε: “Τὸ δοκίμασα. Εἶναι ἐκ Θεοῦ, γιατί δὲν λανθάνει. Νὰ σοῦ δώσω παράδειγμα; Ἡ νεωκόρος στὴν Πολυκλινικὴ πόναγε στὸν δεξιὸ ἄνω γομφίο καὶ κράταγε τὸ δεξιὸ μάγουλό της. Τῆς εἶπα, ὅτι εἶναι χαλασμένος ὁ ἀριστερὸς γομφίος. Ἐκείνη ἐπέμενε ἀλλὰ ὅταν γύρισε ἀπὸ τὸν ὀδοντίατρο, μοῦ εἶπε ἐνθουσιασμένη, ὅτι εἶχα δίκαιο. Στὴν ἀκτινογραφία ἡ βλάβη ἦταν ἀριστερά ἀλλὰ αἰσθανόταν τὸν πόνο δεξιά, ἐπειδὴ ἦταν στὸ ἴδιο νευροτόμιο. Ἄν, λοιπόν, ἦταν ἀπὸ τὸν πονηρό αὐτὴ ἡ προόραση, θὰ βασιζόταν στὸ αἴσθημα τοῦ ἀσθενοῦς καὶ θὰ’ βγαινε λανθασμένη. Τοῦ Θεοῦ ἡ ἐνέργεια δὲν σφάλλει”.

Ὁ Γέροντας, σὰν γιατρός μου, δὲν “ἔβλεπε” μόνο τὶς σωματικές μου ἀσθένειες. Φρόντιζε καὶ γιὰ τὶς πολλὲς πνευματικὲς ἀτέλειές μου. Προσπάθειά του νὰ βρῶ τὴν ταπείνωση. Ἕνα ἀπόγευμα μοῦ τηλεφώνησε στὸ ἰατρεῖο, ἀκριβῶς μετὰ τὴν ὑπερβολικὴ ἐκδήλωση ἀγάπης ἑνὸς ζεύγους ἀσθενῶν μου, ποὺ περιποιήθηκα. Μεταφέρω τὰ λόγια του: “Γιωργάκη, εἶμαι ὁ Γέροντας. Ἐμεῖς οἱ δυὸ θὰ πᾶμε μαζὶ στὴν κόλαση. Θὰ ἀκούσουμε: Ἄφρον, ἄφρον, ταύτῃ τῇ νυκτὶ τὴν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπὸ σοῦ… Τά ἀγαθά σου ἐν τῇ ζωῇ σου ἀπήλαυσες, ἅ δὲ ἡτοίμασας τίνι ἔσται;”. Τὸν διέκοψα: “Τί ἀπολαύσαμε, Γέροντα, σ’ αὐτὴ τὴ ζωή; Τὸ σαράβαλο αὐτοκίνητο, τὸ ἄδειο βιβλιάριο ἢ τὸν ἀνύπαρκτο ὕπνο μας;”. Ἀπάντησε ἀπότομα: “Τί εἶναι αὐτὰ ποὺ λές; Δὲ σοῦ λέει ὁ κόσμος: Τί καλὸς γιατρὸς ποὺ εἶσαι; Μᾶς ἀγαπᾶς, μᾶς φροντίζεις, δὲ μᾶς γδέρνεις. Καὶ σὺ τὰ ἀποδέχεσαι, τὰ χάφτεις. Ἔ! Τὸν ἔχασες τὸ μισθό σου. Τὸ ἴδιο παθαίνω καὶ ἐγώ. Μοῦ λένε πὼς ἔχω “χαρίσματα”, πὼς μπορῶ νὰ τοὺς ἀκουμπήσω καὶ νὰ κάνω θαύματα, πὼς εἶμαι ἅγιος. Καὶ τὰ χάφτω, ὁ ἀνόητος καὶ ἀδύναμος. Ἔ! Γι’ αὐτὸ σοῦ εἶπα, ὅτι μαζὶ θὰ πᾶμε στὴν κόλαση!”. “Ἂν εἶναι νὰ πᾶμε μαζί”, τοῦ ἀπάντησα, “πᾶμε καὶ στὴν κόλαση!”. Κι ἐκεῖνος ἔκλεισε τὸ τηλέφωνο, λέγοντας: “Ἐγὼ σοῦ μιλάω σοβαρὰ καὶ σὺ πάντα ἀστειεύεσαι. Καλὴ μετάνοια καὶ στοὺς δυό μας”.

Ἄλλη μέρα ἤμουν βαρύθυμος, σκεπτόμενος ὅτι ἔφυγαν τὰ περισσότερα χρόνια μου ἄκαρπα, μέσα ἀπὸ ἄχρηστες καθημερινὲς λεπτομέρειες. Τηλεφώνησε ὁ Γέροντας καὶ μὲ ἀναπτέρωσε μὲ δυό-τρεὶς φράσεις του: “Ἄκουσες ποτέ, γιατρέ, τὸ “οὐ μὴ γεύσονται θανάτου”; Μποροῦμε, ἂν θέλουμε, νὰ ἀποφύγουμε τὴν πεθαμενίλα. Ἀρκεῖ νὰ ἀγαπήσουμε τὸν Χριστό. Καὶ σὺ “ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου”, κύριε καρδιολόγε” (γελάει).

Ὁ Γέροντας δὲν ἦταν μόνο γιατρός. Ἦταν καὶ κτηνίατρος. Ἀγαποῦσε τὰ ζῶα. Ἐξημέρωσε ἐπιθετικοὺς παπαγάλους καὶ τοὺς ἔμαθε τὴν Εὐχή. Ἐξεπλάγην, ὅταν ἄκουσα μέσα στὸ κελλὶ τὸν παπαγάλο νὰ ἐπαναλαμβάνῃ τὴν εὐχή. “Εἶναι πιὸ πνευματικὸς ἀπὸ μένα”, εἶπε. “Ἐγὼ ἀποκάμνω καὶ κοιμοῦμαι, ἀλλ’ αὐτὸς ἀγρυπνεῖ”. Τελευταῖα, προσπαθοῦσε νὰ ἐξημερώση ἕναν ἀετό. Κάποιο Σαββατοκύριακο, στὴ βόρειο Εὔβοια ποὺ ἡσύχαζε, συνέβη τὸ ἑξῆς, ποὺ μοῦ διηγήθηκε ὁ ἴδιος: “Μιὰ τσομπάνισσα παρακάλεσε νὰ διαβάσω μιὰ εὐχὴ στὸ κοπάδι της, γιατί ἀρρώσταιναν τὰ γίδια της. Συμφώνησα καὶ ἔφεραν ὅλο τὸ κοπάδι κοντὰ στὸ ἐκκλησάκι ποὺ ἔμενα. Στάθηκα μπροστὰ στὸ κοπάδι, σήκωσα τὰ χέρια μου ψηλὰ καὶ εἶπα διάφορες προσευχὲς ἀπὸ ψαλμικοὺς στίχους, ποὺ ἀναφέρονται στὴν κτίση. Ἐπικρατοῦσε ἀπόλυτη σιωπὴ στὰ ζῶα. Κανένα δὲν κουνιόταν. Ὕστερα κατέβασα τὰ χέρια μου καὶ ὁ τράγος κινήθηκε μόνος του. Ἦρθε κοντά, μοῦ φίλησε τὸ χέρι καὶ ὑποχώρησε ἤρεμα… Τὰ λέω σωστὰ Πηνελόπη;” φώναξε στὴν ἀνηψιά του, ποὺ στεκόταν πιὸ πέρα. “Ναί, Γέροντα. Ἀκριβῶς ἔτσι ἔγιναν. Ἐγὼ ἤμουν ἐκεῖ”.

Κάθε φορὰ ποὺ πήγαινα στὸν π. Πορφύριο μὲ συνεῖχε φόβος, μήπως αὐτὴ εἶναι ἡ τελευταία φορὰ ποὺ τὸν ἐξετάζω. Ἔτσι, φρόντιζα νὰ κάνω ψηλάφηση καρδιακῆς ὤσεως καὶ καρωτίδων γιὰ ἀρκετὴ ὥρα, μὲ τὴν βεβαιότητα, ὅτι ψηλαφῶ τὸ σῶμα ἑνὸς αὐριανοῦ ἁγίου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας. Ὅταν ἔπαιρνα τὸ χέρι μου ἀπὸ τὸ προκάρδιο ἐπανελάμβανε τὸ “Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησε τὸν κόσμο σου”. Πόσα νὰ ὀφείλη ἄραγε αὐτὸς ὁ κόσμος, ἡ γενιά μας, σ’ αὐτὲς τὶς προσευχὲς τοῦ Γέροντα Πορφυρίου! Καὶ πόσα τοῦ ὀφείλω ἐγὼ προσωπικά!

Φεύγοντας, ἔσκυβα νὰ πάρω τὴν εὐχή του καὶ ἄλλοτε μοῦ ἔδινε χαστούκι (ἦταν ἡ ἄκρα ἐκδήλωση τῆς χαρᾶς του) ἢ ἄλλοτε ἔσφιγγε τὸ κεφάλι μου στὰ δυό του χέρια, λέγοντας τὴν εὐχὴ (ἦταν τὸ δικό του ἠλεκτροεγκεφαλογράφημα).

Τώρα ἐξηγῶ, γιατί ὁ Θεὸς φύτεψε μέσα μου τὴν ἐπιθυμία νὰ σπουδάσω ἰατρικὴ σὲ μεγάλη ἡλικία καὶ νὰ γίνω καρδιολόγος. Ἤθελε νὰ γνωρίσω καὶ νὰ ψηλαφήσω ἀπὸ κοντὰ τὸν ἁπλό, προσηνῆ καὶ χαρισματικὸ ἅγιο Γέροντα Πορφύριο Μπαϊρακτάρη.

Κάποια μέρα μοῦ εἶπε: “Ὅταν θὰ φύγω, θὰ εἶμαι πιὸ κοντά σας. Μετὰ θάνατον, καταργοῦνται οἱ ἀποστάσεις”. Ἐλπίζω τώρα νὰ μπαίνη εὐκολότερα στὰ σπίτια μας καὶ στὶς καρδιές μας.

https://agiazoni.gr/14-%cf%87%cf%81%cf%8c%ce%bd%ce%b9%ce%b1-%ce%ba%ce%bf%ce%bd%cf%84%e1%bd%b0-%cf%83%cf%84%e1%bd%b8%ce%bd-%ce%b3%ce%ad%cf%81%ce%bf%ce%bd%cf%84%ce%b1-%cf%80%ce%bf%cf%81%cf%86%cf%8d%cf%81%ce%b9%ce%bf/

15 Νοεμβρίου, 2023

Ἀπελπισία – Ἀπογοήτευση


Ἡ ἀπελπισία καὶ ἡ ἀπογοήτευση εἶναι τὸ χειρότερο πρᾶγμα. Εἶναι παγίδα τοῦ σατανᾶ, γιὰ νὰ κάνει τὸν ἄνθρωπο νὰ χάσει τὴν προθυμία του στὰ πνευματικὰ καὶ νὰ τὸν φέρει σὲ ἀπελπισία. Ὅλες σχεδὸν οἱ ἀρρώστιες προέρχονται ἀπὸ ἔλλειψη ἐμπιστοσύνης στὸν Θεὸ καὶ αὐτὸ δημιουργεῖ ἄγχος. Τὸ ἄγχος τὸ δημιουργεῖ ἡ κατάργηση τοῦ θρησκευτικοῦ αἰσθήματος. Ἄν δὲν ἔχετε ἔρωτα γιὰ τὸν Χριστό, ἂν δὲν ἀσχολεῖσθε μὲ ἅγια πράγματα, σίγουρα θὰ γεμίσετε μὲ μελαγχολία καὶ κακό.


Ἕνα πρᾶγμα ποὺ μπορεῖ νὰ βοηθήσει τὸν καταθλιπτικὸ εἶναι καὶ ἡ ἐργασία, τὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὴ ζωή. Ὁ κῆπος, τὰ φυτά, τὰ λουλούδια, τὰ δέντρα, ἡ ἐξοχή, ὁ περίπατος στὴν ὕπαιθρο, ἡ πορεία, όλ’ αὐτὰ βγάζουν τὸν ἄνθρωπο ἀπ’ τὴν ἀδράνεια καὶ τοῦ δημιουργοῦν ἄλλα ἐνδιαφέροντα. Ἐπιδροῦν σὰν φάρμακα. Ἡ ἀσχολία μὲ τὴν τέχνη, τὴ μουσικὴ κ.λπ. κάνει πολὺ καλό. Σ’ ἐκεῖνο, ὅμως, ποὺ δίδω τὴ μεγαλύτερη σημασία εἶναι τὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὴν Ἐκκλησία, γιὰ τὴ μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς, γιὰ τίς Ἀκολουθίες. Μελετῶντας τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ, θεραπεύεται κανεὶς χωρὶς νὰ τὸ καταλάβει.
https://agiazoni.gr/%e1%bc%80%cf%80%ce%b5%ce%bb%cf%80%ce%b9%cf%83%ce%af%ce%b1-%e1%bc%80%cf%80%ce%bf%ce%b3%ce%bf%ce%ae%cf%84%ce%b5%cf%85%cf%83%ce%b7/

03 Μαΐου, 2023

Άγιος Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης: «Ν’ αγωνίζεσθε με απαλότητα και απλότητα, χωρίς σφίξιμο και άγχος»

 Δεν χρειάζεται ούτε τον διάβολο να φοβάσθε, ούτε την κόλαση, ούτε τίποτα. Δημιουργούν αντίδραση. Έχω κι εγώ μια μικρή πείρα σ’ αυτά.

Ο σκοπός δεν είναι να κάθεσθε, να πλήττετε και να σφίγγεσθε, για να βελτιωθείτε. Ο σκοπός είναι να ζείτε, να μελετάτε, να προσεύχεσθε, να προχωράτε στην αγάπη, στην αγάπη του Χριστού, στην αγάπη της Εκκλησίας.

Τις αδυναμίες αφήστε τις όλες, για να μην παίρνει είδηση το αντίθετο πνεύμα (δηλ. ο διάβολος) και σας βουτάει και σας καθηλώνει και σας βάζει στη στενοχώρια. Να μην κάνετε καμιά προσπάθεια ν’ απαλλαγείτε από αυτές. Ν’ αγωνίζεσθε με απαλότητα και απλότητα, χωρίς σφίξιμο και άγχος.
Μη λέτε: «Τώρα θα σφιχτώ, θα κάνω προσευχή ν’ αποκτήσω αγάπη, να γίνω καλός κ.λπ.». Δεν είναι καλό να σφίγγεσαι και να πλήττεις, για να γίνεις καλός. Έτσι θ’ αντιδράσετε χειρότερα.

Όλα να γίνονται με απαλό τρόπο, αβίαστα και ελεύθερα. Ούτε να λέτε: «Θεέ μου, απάλλαξέ με απ’ αυτό», παραδείγματος χάριν, τον θυμό, την λύπη. Δεν είναι καλό να προσευχόμαστε ή και να σκεπτόμαστε το συγκεκριμένο πάθος, κάτι γίνεται στην ψυχή μας και μπλεκόμαστε ακόμη περισσότερο. Ρίξου με ορμή, για να νικήσεις το πάθος και θα δεις τότε πως θα σ’ αγκαλιάσει, θα σε σφίξει και δεν θα μπορέσεις να κάνεις τίποτα.
https://paraklisi.blogspot.com/2020/02/blog-post_30.html

23 Φεβρουαρίου, 2023

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΟΥ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΣΤΗΝ ΕΥΒΟΙΑ

Εύβοια: Αυτή είναι η νέα Πτέρυγα στην Ιερά Μονή Αγίου Αντωνίου Κορασίδος – Αχλαδερής Εγκαίνια νέας Πτέρυγας στην Ιερά Μονή Αγίου Αντωνίου Κορασίδος - Αχλαδερής.
Το εσπέρας της Κυριακής 21 Αυγούστου στο καθολικό της ιεράς μονής του Αγίου Αντωνίου στην τοποθεσία της Κορασίδας – Αχλαδερής της επαρχίας Κύμης η οποία δεσπόζει του Αιγαίου Πελάγους τελέσθηκε ο Αρχιερατικός Εσπερινός χοροστατούντος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Καρυστίας και Σκύρου κ. Σεραφείμ ο οποίος απέδωσε του ύμνους του εσπερινού πλαισιούμενος απο τον Πρωτοσύγκελλο Πανοσ Αρχιμ Νικόδημο Πόγκα, επίσης συμμετείχαν χορεία πλειάδας ιερέων εκ των επαρχιών Αλιβερίου και Κύμης η Ηγουμένη της Ιεράς Μονής Αντωνία Μοναχή μετά της συνοδείας της καθώς και μοναστικές αδελφότητες εκ των ιερών μονών Αγίου Χαραλάμπους Λευκών – Αυλωναρίου Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Κύμης Τιμίου Προδρόμου Καρυών Αχλαδερής και την συμμετοχή πολλών πιστών. 
Μετά το περας της ακολουθίας του εσπερινού προηγήθηκε λιτανευτική πομπή και ακολούθως έμπροσθεν του νέας πτέρυγος της ιεράς μονής ετελεσθει ο αγιασμός.των εγκαινίων απο τον Σεβασμιώτατο κ. Σεραφείμ πλαισιούμενος των ιερέων και του Διακόνου Στυλιανού Πεταχτή.
Ο Σεβασμιώτατος κ. Σεραφείμ μετά το πέρας της ακολουθίας του αγιασμού των εγκαινίων ομίλησε και αναφέρθηκε στην όλη ιστορική αναδρομή της τριάκοντα ετούς ιστορικής πορείας της ιεράς μονής και ευχαρίστησε όλους τους δωρητές και όσους συνέβαλαν στην κατασκευή της ιεράς μονής ιδαιτέρως δε τους πολλούς πιστούς που προσέρχονται στις κατανυκτικές και λειτουργικές ακολουθίες της ιεράς μονής.
Στην συνέχεια ο Σεβασμιωτατος κ. Σεραφείμ αγίασε όλους τους χώρους της νέας πτέρυγος της ιεράς μονής και τέλος παρετέθη εκ της ιεράς μονής μοναστηριακό κέρασμα προς όλους τους πιστούς που τίμησαν με την συμπροσευχητική παρουσία τους.
Φωτογραφίες Δημήτριος Πετρογιάννης Αναστάσιος Ρέτσας.
Δεν είναι ευρύτερα γνωστό το γεγονός ότι ο Αγιος Πορφύριος είχε ως πνευματικό πατέρα μια ξεχωριστή προσωπικότητα, τον π. Αντώνιο Γκίκιζα.
Ο π. Αντώνιος, μετά την κοίμησή του, ετάφη στον Ναό του Αγίου Αντωνίου, στην Αχλαδερή Ευβοίας, εκεί όπου το 2001 χτίστηκε η φερώνυμη μονή..
Ο ευλαβής αυτός κληρικός γεννήθηκε στο Κρανίδι Αργολίδας στις 7 Ιανουαρίου 1910 και εκοιμήθη στην Αθήνα, σε ηλικία 89 ετών, στις 30 Σεπτεμβρίου 1999.
Εμενε ως ασκητής σε ένα υπόγειο διαμέρισμα επί της λεωφόρου Αλεξάνδρας, υπομένοντας καρτερικά και με δύναμη ψυχής τα χτυπήματα που προέρχονταν από μακρόχρονη ασθένεια.
Ο π. Αντώνιος διακόνησε στον Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου, στο Κερατσίνι. Οι ακαδημαϊκές γνώσεις του ήταν αξιοθαύμαστες όχι μόνο για την εποχή όπου έζησε αλλά και για σήμερα. Κατείχε τέσσερα πτυχία και γνώριζε έξι ξένες γλώσσες!
Χάρη στο μορφωτικό επίπεδό του και στις ικανότητές του, υπηρέτησε ως νομικός (ήταν, μεταξύ άλλων, και πτυχιούχος Νομικής) στο αντίστοιχο γραφείο της Αρχιεπισκοπής Αθηνών.
Η γνωριμία του με τον γέροντα -και μετέπειτα Αγιο της Εκκλησίας- Πορφύριο έγινε όταν υπηρέτησε για μικρό χρονικό διάστημα ως ιεροκήρυκας στην Κύμη Ευβοίας.
Χαρακτηριστικό δείγμα της μεγάλης πνευματικότητάς του ήταν ότι δεν δέχτηκε ποτέ τα υψηλά αξιώματα τα οποία του προτάθηκαν.
Βεβαίως, επειδή τίποτε δεν είναι τυχαίο, ο π. Αντώνιος Γκίκιζας είχε πνευματικό πατέρα μια άλλη οσιακή μορφή, τον π. Παύλο Νικηταρά , με καταγωγή από τη γνωστή οικογένεια των γενναίων πολεμιστών του 1821.
Επίσης, όταν ακόμη ήταν μικρό παιδί, γνώρισε τον Αγιο Νεκτάριο, για τον οποίο έτρεφε ιδιαίτερη ευλάβεια.




.


18 Οκτωβρίου, 2022

Ο ΑΓΙΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΕΙ ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΜΕ ΤΟΥΣ ΚΑΚΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ

«Αν κάποια μέρα», άρχισε να μου λέει ο Παππούλης – Άγιος Πορφύριος – «περπατάς ήσυχος στο δρόμο σου και ιδείς τον αδελφό σου να προπορεύεται κι αυτός ήσυχα, αλλά σε μια στιγμή αντικρίσεις έναν κακό άνθρωπο, να πετάγεται ξαφνικά από μια πάροδο και με ένα μαχαίρι να ορμά κατεπάνω στον αδελφό σου, να τον κτυπά, να του τραβά τα μαλλιά, να τον πληγώνει και να τον ρίχνει κάτω ματωμένο, εσύ, μπροστά σ’ αυτό το θέαμα, θα οργισθείς εναντίον του αδελφού σου ή θα τον λυπηθείς;»
Παραξενεύθηκα με την ερώτηση του Γέροντα και τον ρώτησα κι εγώ με τη σειρά μου:
Πώς είναι δυνατό να οργισθώ εναντίον του πληγωμένου αδελφού μου, που έπεσε θύμα του κακοποιού; Ούτε καν πέρασε από το νου μου τέτοια σκέψη. Ασφαλώς και θα λυπηθώ και θα προσπαθήσω να τον βοηθήσω όσο μπορώ….
«Έ, λοιπόν», συνέχισε ο Γέροντας, «κάθε άνθρωπος, που σε προσβάλλει, που σε βλάπτει, που σε συκοφαντεί, που σε αδικεί με οποιοδήποτε τρόπο, είναι ένας αδελφός σου, που έπεσε στα χέρια του κακοποιού διαβόλου….
Εσύ, όταν αντικρίσεις τον αδελφό σου να σε αδικεί, τι πρέπει να κάνεις;
Πρέπει να τον λυπηθείς πολύ, να τον συμπονέσεις και να παρακαλέσεις θερμά και σιωπηλά το Θεό, να στηρίξει εσένα, στη δύσκολη αυτή ώρα της δοκιμασίας σου και να ελεήσει και τον αδελφό σου, που έπεσε θύμα του ληστού διαβόλου, κι ο Θεός θα βοηθήσει κι εσένα και τον αδελφό σου….
Διότι, αν δεν το κάνεις αυτό, αν, αντιθέτως, οργισθείς εναντίον του αδελφού σου, αντιτάσσοντας στην επίθεσή του την αντεπίθεσή σου, τότε ο διάβολος, που βρίσκεται στο σβέρκο του αδελφού σου, πηδάει και στο δικό σου σβέρκο και σας χορεύει και τους δύο.»
ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ: «ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ» – Γ. ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΟΥ

30 Ιουνίου, 2022

Άγιος Πορφύριος: «Που έμαθα τα μυστικά της πνευματικής ζωής»

Γιατί ο Γέροντας Πορφύριος δεν αναφέρθηκε ποτέ στα εσχατολογικά;

Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Δορμπαράκης

: «Κύριε, σώσον ημάς! Είδατε μυστικά (της πνευματικής ζωής)! Δεν τα ξέρουνε αυτά οι άνθρωποι. Αυτά είναι μυστικά που εγώ τα έχω μάθει μέσα στην Παρακλητική, μέσα στα Μηναία. Πω! Πω! Όλα, και ο άγιος Εφραίμ και ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος και όλοι οι καλοί. Μέσα όμως η υμνολογία έχει τρόπους και μεγαλεία και λεπτότητες και ευαισθησίες και μεταρσιώματα και οράματα και μεταρσιώσεις…

Ήρθε μία μοναχη που δεν ήτανε τόσο καλά γιατί την εβλάψανε οι ακολουθίες, κουράστηκε και δεν ήθελε να πάει στην Εκκλησία. Λοιπόν, λέει: «Ως αγαπητά τα σκηνώματά Σου, και κάθε βράδυ. Κουράστηκα, δεν μπορώ να ακούω αυτά τα πράγματα». Ενώ το να λες «Ως αγαπητά τα σκηνώματά Σου, Κύριε των Δυνάμεων, επιποθεί και εκλείπει η ψυχή μου», πώς το λέει εκεί, «Εις τας αυλάς του Κυρίου, επιποθεί και εκλείπει η ψυχή».

Λοιπόν, αυτά και όλη την ημέρα να λες «Ως αγαπητά τα σκηνώματά Σου» και όλα και όλη την ημέρα να λες ψαλμούς, ποτέ δεν έχω κούραση. Εδώ πέρα βλέπεις που αγαπιούνται και λένε «Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ» και όλα τα τραγούδια που ακούς στα ραδιόφωνα «Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ» όλα, όλο αυτή τη λέξη ακούεις. Καταλάβατε; Αυτή, ας πούμε, του έρωτος του επιγείου. Αλλά στον Θεό είναι άλλος έρως, άλλο πράμα, άλλη, άλλη χαρά» (Ευαγγ. Καραδήμου, Βίος και Πολιτεία του οσίου Γέροντος Πορφυρίου, εκδ. Η Μεταμόρφωσις του Σωτήρος, Μήλεσι, 2011).

Δεν είναι λίγες οι φορές που ο όσιος Πορφύριος τόνιζε όχι απλώς τη σημασία της εκκλησιαστικής υμνογραφίας για την πνευματική ζωή ενός πιστού χριστιανού, αλλά τη μέγιστη αξία που έχει. «Τα μυστικά της πνευματικής ζωής από τους ύμνους της Εκκλησίας τους έμαθα» σημείωνε. «Και μπορεί να μην έχω φτάσει το ύψος στο οποίο μας οδηγούν, όμως έμαθα τον τρόπο».

Φτάνει μάλιστα σε σημείο ίσως υπερβολής, όταν ομολογεί ότι ακόμη και από τους μεγάλους οσίους, τους «καλούς», άγιο Εφραίμ, άγιο Ιωάννη της Κλίμακος, οι ύμνοι της Παρακλητικής και των Μηναίων – ό,τι εξαγγέλλει μέσα από αυτούς η Εκκλησία για την Αγία Τριάδα, για τους αγίους, για την πνευματική ζωή – πρόσφεραν στον ίδιο μεγαλύτερη ωφέλεια. Κι αυτό γιατί, κατά τα λεγόμενά του, εκεί βρίσκεις «τρόπους και μεγαλεία και λεπτότητες και ευαισθησίες και μεταρσιώματα και οράματα και μεταρσιώσεις»

Κι ήταν βαθιά πεποίθησή του ότι τούτο ισχύει όχι μόνο για τον ίδιο, αλλά και για όλους τους χριστιανούς. Όταν προέτρεπε τους αδελφούς που τον επισκέπτονταν να ακολουθήσουν τη μέθοδο αυτή αγιασμού τους, εκείνοι, κι αν ακόμη εξέφραζαν στην αρχή κάποια επιφύλαξη, αργότερα όμως υπακούοντας, από την εμπειρία τους βεβαίωναν την ίδια αλήθεια. «Είχα μία – έλεγε – η οποία δεν διάβαζε κανόνες, δεν έδινε σημασία στους αγίους και στην υμνολογία και αυτά που λέω σχεδόν τέτοια. Μια μέρα την κατατόπισα και τώρα… Τόσο πολύ της άρεσαν∙ διαβάζει, και κανένα που χτυπάει πολύ, με παίρνει στο τηλέφωνο και μου λέει: «Σ’ ευχαριστώ, Γέροντα, που μ’ έβαλες σ’ αυτούς τους θησαυρούς που περιφρονούσα, επειδή σχεδόν έτσι είχα διδαχτεί».

Κατά τον μεγάλο όσιο λοιπόν, στην υμνολογία της Εκκλησίας βρίσκεις όλους τους τρόπους για να αγιάσεις, βρίσκεις εκφρασμένη με γλυκό τρόπο την Αγία Γραφή αλλά και την Πατερική Παράδοση – η υμνολογία συνιστά μία σύνοψη όλων των θησαυρών του Αγίου Πνεύματος. Κι ένας βασικός λόγος της πραγματικότητας αυτής για τον όσιο ήταν ότι οι εκκλησιαστικοί μεγάλοι ποιητές, Ιωάννης μοναχός, Ιωσήφ, Θεοφάνης κ.ά., ήταν κι αυτοί μεγάλοι άγιοι που μπορούσαν να διακρίνουν τα σημάδια της αγιότητας και να επισημάνουν και όλες τις παραμέτρους τους.

Ο λόγος του είναι σαφής: «Δεν γνωρίζουν αυτοί που ασχολούνται, ίσως και οι μοναχοί πολλές φορές, το μεγαλείο των αγίων ποιητών που έχουν ασχοληθεί με την υμνολογία της Εκκλησίας μας. Πω! Πω! Τι είναι αυτό!…Σας λέω ότι είναι σαν τον άγιο Σάββα, σαν τον άγιο Εφραίμ, σαν τον άγιο Ιωάννη της Κλίμακος. Τέτοιοι είναι και αυτοί. Μέσα στους ύμνους τους, μέσα στους κανόνες τους, μέσα στους όρθρους που έχουνε φτιάξει. Τι μεγαλεία! Εκεί μαθαίνει κανείς όλους τους τρόπους πώς να γίνει άγιος. Επαινώντας τον άγιο, κατείχαν όλα οι ίδιοι από πείρα και επαινούσαν τον άγιο και έγραφαν όλους τους τρόπους που μεταχειριζόταν ο άγιος!»

Πώς όμως παρουσιάζει την περίπτωση ο μέγας Γέρων εκείνης της εν Χριστώ αδελφής που είχε κουραστεί από τη διαρκή επανάληψη των ψαλμικών λόγων και των ίδιων κάθε φορά ακολουθιών, τόσο που δεν ήθελε πια να πηγαίνει και στην Εκκλησία; Η απάντησή του δίνει την απάντηση και για ένα μεγάλο μέρος χριστιανών μας, οι οποίοι και αυτοί «βαριούνται» και «πλήττουν» στις ακολουθίες, βρίσκοντας τρόπο «διαφυγής» είτε με την απουσία τους από τον Ναό είτε, συχνότερα, από τη «σμίκρυνση» της παρουσίας τους – όσο αργότερα και προς το τέλος, τόσο και καλύτερα! Τι λέει; Δεν υπάρχει αγάπη προς τα λόγια του Θεού και των αγίων.

Μετέχουμε δηλαδή στις εκκλησιαστικές προσευχές, αλλά τυπικά και όχι καρδιακά. Τα λόγια είτε των ψαλμών είτε των ύμνων δεν μας κινητοποιούν, δεν μας αλλοιώνουν τον εσωτερικό κόσμο, δεν γίνονται το όχημα αναβάσεως της καρδιάς μας σε ό,τι μας αποκαλύπτουν. Οπότε, χωρίς αγάπη δεν υπάρχει το ανάλογο ενδιαφέρον.

Δεν είναι τυχαίο ότι φέρνει ο άγιος το παράδειγμα των διαφόρων ερωτικών κοσμικών τραγουδιών. Εκεί αδιάκοπα προβάλλεται η αγάπη του άνδρα προς τη γυναίκα, της γυναίκας προς τον άνδρα: «σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ», γιατί έχει πληγεί η καρδιά από τον ανθρώπινο έρωτα. Κι αν αυτό συμβαίνει σ’ αυτόν τον έρωτα, λέει ο άγιος, πόσο περισσότερο πρέπει να συμβαίνει στον θεϊκό έρωτα που είναι απείρως βαθύτερος και μεγαλύτερος από τον κοσμικό!

Η έλλειψη βεβαίως της αγάπης προς τα λόγια του Θεού αποκαλύπτει την έλλειψη αγάπης προς τον ίδιο τον Θεό. Θεός και λόγια του Θεού ευρίσκονται στην ίδια συστοιχία – ο Θεός «κρύβεται» μέσα στα λόγια Του, μας διδάσκουν οι άγιοι. Ο ίδιος άλλωστε ο Κύριος είπε ότι θα φανερώσει τον εαυτό Του σ’ εκείνον που θα Τον αγαπήσει, τουτέστιν θα τηρήσει τις άγιες εντολές Του. Όταν μιλάμε για αγάπη προς τον Θεό μιλάμε πάντοτε για αγάπη προς τα λόγια, τις εντολές, τα κρίματα, τα δικαιώματά Του! Αναζητώ τον Θεό λοιπόν σημαίνει ότι «κυνηγάω» τις εντολές Του, προκειμένου να τις κάνω ένδυμα και σπίτι μου, να ενοικήσω σε αυτές,

διαπιστώνοντας και τη δύναμη που περικλείουν, τη χάρη Εκείνου. Ο Κύριος για παράδειγμα που μας έμαθε να προσευχόμαστε με το «Πάτερ ημών», μας έμαθε στην πραγματικότητα να μπορούμε να Τον «αγκαλιάζουμε» μ’ έναν πολύ αισθητό και άμεσο τρόπο – το Πνεύμα Του προσεγγίζουμε κάτω από τις λέξεις και τους φθόγγους.

Αλλά το ίδιο συμβαίνει και με όλη την Αγία Γραφή και με όλη την εκκλησιαστική υμνογραφία. Να ακούσουμε και πάλι τον άγιο πάλι στον συγκεκριμένο παραπάνω στίχο του «Ως αγαπητά τα σκηνώματά Σου, Κύριε». «Μα θα πεις, “Ως αγαπητά”. Τι αγαπητά, μωρέ, εδώ είναι λαχτάρα. “Επιποθεί και εκλείπει η ψυχή μου εις τας αυλάς του Κυρίου”. Σε ποθώ, Θεέ μου, και λιώνει η ψυχή μου κοντά Σου. Στην αγάπη Σου λιώνει. Ίσως αυτό θα έχει να πει “εκλείπει η ψυχή μου”. Ίσως θα έχει να πει: Λιώνει η ψυχή μου».

pgdorbas.blogspot.com

29 Αυγούστου, 2021

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΕΜΒΟΛΙΟ…ΑΛΛΑ Η ΔΙΚΗ ΜΑΣ ΛΑΝΘΑΣΜΕΝΗ ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΗ

28 Αυγούστου, 2021 by kosmaser

Ενας ¨αλγοριθμος¨ ο Covid19 εχει αναστατωσει τη ζωη μας. Ηρθαν τα εμβολια, και τρελλαθηκαμε. Οι θρησκευομενοι, αρνουνται την βοηθεια της επιστημης. Ο Θεος εχει υποχρεωση να μας προφυλαξει, ακους να λενε πολλοι. Δεν εχουν αδικο. Ετσι τους εμαθαν να πολιτευονται. Κι οταν ερχεται η αρρωστια θεωρουν οτι ο Θεος τους τιμωρει γιατι ειναι αμαρτωλοι. Τραγικο γιατι ο Θεος δεν τιμωρει κανεναν. Επιμενουν στο ¨γνωμικο τους θελημα¨και πεθαινουν αβοηθητοι. Νομιζουν οτι προσπαθουν να τους κανουν πειραματοζωα και παραμενουν στην αγνοια τους.

Ειναι ομως ετσι τα πραγματα ;


Υπάρχει γενικά μια λάνθασμένη ¨οπτική¨ στην οποία, όποιος έχει ή αποκτά σωστή σχέση με τον Θεό, γιατρεύεται.
Αδιατάραχτη η βεβαιότητα ότι η υγεία αποτελεί ύψιστη αξία και ότι βασικό έργο της Εκκλησίας είναι η φροντιδα και αποκατάστασή της.
Η ¨επίσκεψη του Θεού¨ ταυτίζεται με την ίαση.
Σ' αυτο το σημειο ας δουμε την ¨οπτικη θεωρηση της υγειας ¨ απ΄ τον αγιο Πορφυριο.
Ο οποιος ήταν απίστευτα ασθενής και παρέμεινε ετσι μέχρι τέλους. Πώς ομως ο όσιος, στέκονταν απέναντι στα θέματα υγείας;


Κατ αρχάς, δεν αποθέωνε την υγεία αλλά την αγάπη.
Αυτή ήταν το μήνυμά του κι όχι οι θεραπείες καθαυτές. Έμεινε αθεράπευτος.. ενώ.. Προσευχόταν για τα τρέχοντα προβλήματα χιλιάδων ανθρώπων, άσχετα αν ταυτόχρονα θεωρούσε ότι εκβιάζουμε τον Θεό όταν του ζητάμε να μας απαλλάξει από τα προβλήματά μας . Ελεγε :
Να μην προσευχόμαστε για την υγεία μας.
Να μην ευχόμαστε να γίνωμε καλά,αλλά να γίνωμε καλοί. Προφανώς η αποθέωση της υγείας παραβλέπει το γεγονός ότι η ζωή μας είναι ένας αέναος αγώνας μεταξύ φθοράς και ισορροπιας και όχι απλά μακροημέρευσης, και κοινωνικής επιτυχίας .
Οπως το αθεράπευτο του Οσίου δεν γίνεται ¨πηγή θεολογίας¨, έτσι και σε αφηγήσεις ιάσεων , δεν χωρει μυστήριο, για το θαύμα, όπου η πίστη άνθισε , δίχως να αρθεί η αρρώστια.
Δεδομενης της ¨παραφιλολογιας¨ για μικροτσιπ και εμβολιων m.RNA ο αγιος Πορφύριος, πάσχισε σ όλη του τη ζωή να μπολιάσει τον κόσμο με αγάπη. Ειχε τους γιατρους του, που τους ακουγε, σε ο,τι του ελεγαν, κι εφηρμοζε τις προτεινομενες θεραπειες.
Στο ζήτημα του Αντιχρίστου Επέμενε ότι :''Δεν επέρχεται σφράγισμα με τη χρήση αριθμών , συμβόλων, εγγράφων, ταυτοτητων κλπ αλλά ότι, αντιθέτως, σημασία έχει ποιον δέχεται η καρδιά του ανθρώπου ως αφέντη της.''
Μακαρι να φωτισει ο Αγιος τους ανθρωπους, που αρνουνται την επιστημη, να ξεπερασουν τον ¨υφαλο της ανοησιας των¨.
Χαιρετε

22 Ιουλίου, 2021

«Κακοπαθεῖ τις ἐν ὑμῖν; προσευχέσθω»

 .


   Κακοπάθεια· μιὰ λέξη ποὺ δυσανασχετοῦμε στὸ ἄκουσμά της, μιὰ κατάσταση ποὺ ­ἀποφεύγουμε νὰ τὴ ζήσουμε. Κι ὅμως, καθημερινὰ στὴ ζωή μας ἐρχόμαστε ἀντιμέτωποι μὲ τέτοιες δύσκολες καταστάσεις ­κακοπάθειας: θλίψεις, ἀντιξοότητες, δοκιμασίες, στε­ρήσεις, ἀδικίες, ἀσθένειες, γεγονότα ἔκτακτα, δυσ­κολίες ποὺ χρονίζουν. Βασανισμένοι εἴμαστε ὅλοι, ἄλλος περισσότερο, ἄλλος λιγότερο. Κρύβει ἡ ζωή μας πολλοὺς πόνους, δάκρυα, ἀλάλητους στεναγμούς. Καὶ ἡ ἐποχή μας, ὁ σύγχρονος τρόπος ζωῆς ἐνισχύουν τὶς ἀγωνίες μας, βαραίνουν τοὺς ὤμους μας, κάνουν τὸν ἀγώνα μας ἀνυπόφορο, τὸν σταυρό μας ἀσήκωτο.
   Ἀποροῦμε: «Γιατί; Τί κάναμε;»
   «Πῶς γίναμε ἔτσι; Ποῦ κανταντήσαμε;»
   «Ζοῦμε τραγικὲς καταστάσεις, ποῦ ἀλ­λοῦ θὰ φθάσουμε;»
   «Δὲν ἀντέχουμε ἄλλο»… Φράσεις, ἢ κα­­λύτερα κραυγὲς πόνου, ἀπογνώσεως ποὺ ἀκοῦμε συχνὰ καὶ ἐπιβεβαιώνουν τὰ λόγια τοῦ Θεανθρώπου Κυρίου μας: «ἐν τῷ κόσμω θλῖψιν ἕξετε» (Ἰω. ις΄ 33).
   Πῶς ὅμως θὰ ἀντιμετωπίζουμε τὶς καθημερινὲς κακοπάθειές μας;
   Ὁ ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος στὴν «καθολική» του ἐπιστολὴ μᾶς συμβουλεύ­ει σχετικά: «Κακοπαθεῖ τις ἐν ὑμῖν; προσ­ευχέσθω» (Ἰακ. ε΄ 13). Ὑποφέρει κανεὶς ἀνάμεσά σας ἀπὸ στενοχώρια καὶ θλίψη; Ἂς προσεύχεται καὶ ἂς ζητᾶ παρη­γοριὰ ἀπὸ τὸν Θεό.
   Λόγια ἀληθινά, ποὺ δίνουν παρηγοριά, δύναμη στὴν ψυχή, ἀλλὰ καὶ τὸν τρόπο ν’ ἀντιμετωπίσει κανεὶς τὶς δύσκολες αὐτὲς καταστάσεις καὶ νὰ στέκεται ὀρθός.
   Διότι ἐκείνη τὴν ὥρα τῆς δοκιμασίας μας, ὅταν ἡ ἀγωνία καὶ ἡ στενοχώρια κυριεύσουν τὸ ἐσωτερικό μας, δυστυχῶς μερικοὶ ξεχνοῦμε τὸν Θεό. Δίνουμε βάρος στὸ πρόβλημά μας, μᾶς πνίγει τὸ κύμα, καθὼς ξεσπάει ἐπάνω μας, καὶ προσπαθοῦμε ἐμεῖς νὰ σκεφθοῦμε, νὰ δώσουμε ἄμεσα τὴ λύση, καὶ ἀφήνουμε μακριὰ τὸν Θεὸ καὶ οὔτε Τὸν παρακαλοῦμε νὰ ἐπέμβει καὶ νὰ δώσει τὴ λύση.
   Ἄλλες φορὲς σπεύδουμε νὰ ἀκουμπήσουμε τὴ θλίψη μας στοὺς συνανθρώπους μας – φίλους, συγγενεῖς, ­γείτονες – πιστεύοντας πὼς ἐκεῖνοι μποροῦν νὰ μᾶς καταλάβουν καὶ νὰ βοηθήσουν στὰ θέματα ποὺ μᾶς βασανίζουν. Συχνὰ ὅμως ἀπογοητευόμαστε! Μερικὲς φορὲς ἀντὶ νὰ μᾶς καταλάβουν, μᾶς ἐκθέτουν τὶς δικές τους δυσκολίες, τὰ δικά τους βάσανα, προσθέτοντας βάρος περισσότερο στὴν ψυχή μας.
   Πόσο ὅμως ἐνισχυτικὸς εἶναι ὁ λόγος τοῦ Ἀποστόλου, ποὺ μᾶς δίνει τὴ λύση, μᾶς δείχνει τὸν δρόμο ποὺ θʼ ἀκολουθήσουμε: «προσευχέσθω». Ναί. Στὸν Κύριο θὰ καταφύγουμε. Ἐκεῖ πρῶτα. Ἡ προσευχὴ θὰ γίνει τὸ καταφύγιό μας, ἡ παρηγοριά μας, ἡ ἀσφάλειά μας. Οἱ καιροὶ τῶν θλίψεων εἶναι μιὰ εὐκαιρία νὰ μεταβληθοῦν σὲ καιροὺς προσευχῆς. Ἕνας ἀπὸ τοὺς λόγους ποὺ ἐπιτρέπει ὁ Θεὸς νὰ κακοπαθοῦμε, εἶναι καὶ γιὰ νὰ Τὸν ἀναζητοῦμε. Στὴ δύσκολη ὥρα ποὺ τὸ φρόνημά μας ταπεινώνεται, ἡ καρδιά μας συντρίβεται, πιὸ εὔκολα καταφεύγουμε στὸ Θεό, ὁ Ὁποῖος μπορεῖ νὰ ἀποδιώξει τὴ θλίψη. Ἔχουμε αὐτὸ τὸ προνόμιο οἱ πιστοί, τὴ δυνατότητα νὰ προστρέχουμε στὸν «Πατέρα τῶν οἰκτιρμῶν», τὸν «Θεὸν πάσης παρακλήσεως». Ἐκεῖνος γνωρίζει τὰ πάντα μέχρι λεπτομερειῶν, ξέρει τὶς αἰτίες τῶν καταστάσεων, κατανοεῖ καὶ μᾶς συμπαθεῖ γιὰ τὴν κακοπάθειά μας, καί, ὅταν καὶ ὅπως γνωρίζει, δίνει τὴ λύση ποὺ χρειάζεται.
   Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ὅσιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης συμβούλευε νὰ ἀντιμετω­πίζουμε ὅλα τὰ προβλήματα μὲ τὴν προσ­ευχὴ λέγοντας χαρακτηριστικά: «Νὰ προσ­εύχεσαι χωρὶς ἀγωνία, ­ἤρεμα, μὲ ἐμπιστοσύνη στὴν ἀγάπη καὶ στὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Μὴν κουρασθεῖς νὰ προσ­εύ­χεσαι» (Ἀνθολόγιο Συμβουλῶν Γέροντος Πορφυρίου, σελ. 388).
   Στὶς μέρες ποὺ ζοῦμε οἱ ­κακοπάθειες αὐξήθηκαν, καὶ ποιὸς γνωρίζει πόσο ἄλ­λο θὰ αὐξηθοῦν. Γι’ αὐτὸ ὁ λόγος τοῦ ἀ­­ποστόλου Ἰακώβου γίνεται ἀφορμὴ γιὰ σωστή, πνευματικὴ ἀντιμετώπιση τῶν καταστάσεων αὐτῶν. Ἂς ­ἀγαπήσουμε τὴν προσευχή· νὰ στρέψουμε ἐκεῖ τὸ νοῦ, τὴν καρδιὰ μὲ τὰ πολλὰ καὶ βασανιστικὰ θέματά μας ὁ καθένας. Ἐκεῖ θὰ βρεῖ ἀνάπαυση ἡ ψυχή μας καὶ εἰρήνη τὸ ­ἐσωτερικό μας.ΟΣΩΤΗΡ2114

11 Ιουνίου, 2021

Αγιος Πορφύριος: Η Απελπισία και η Απογοήτευση Είναι το Χειρότερο Πράγμα

 Άγιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης:  Είναι παγίδα του σατανά, για να κάνει τον άνθρωπο να χάσει την προθυμία του στα πνευματικά και να τον φέρει σε απελπισία.Όλες σχεδόν οι αρρώστιες προέρχονται από έλλειψη εμπιστοσύνης στον Θεό και αυτό δημιουργεί άγχος.Το άγχος το δημιουργεί η κατάργηση του θρησκευτικού αισθήματος. Αν δεν έχετε έρωτα για τον Χριστό, αν δεν ασχολείσθε με άγια πράγματα, σίγουρα θα γεμίσετε με μελαγχολία και κακό.Ένα πράγμα που μπορεί να βοηθήσει τον καταθλιπτικό είναι και η εργασία, το ενδιαφέρον για τη ζωή.Ο κήπος, τα φυτά, τα λουλούδια, τα δέντρα, η εξοχή, ο περίπατος στην ύπαιθρο, η πορεία, όλ’ αυτά βγάζουν τον άνθρωπο απ’ την αδράνεια και του δημιουργούν άλλα ενδιαφέροντα. Επιδρούν σαν φάρμακα. Η ασχολία με την τέχνη, τη μουσική κλπ. κάνει πολύ καλό.Σ΄ εκείνο, όμως, που δίδω τη μεγαλύτερη σημασία είναι το ενδιαφέρον για την Εκκλησία, για τη μελέτη της Αγίας Γραφής, για τις ακολουθίες. Μελετώντας τα λόγια του Θεού, θεραπεύεται κανείς χωρίς να το καταλάβει.

https://www.vimaorthodoxias.gr/didaxes-geronta-porfyriou/agios-porfyrios-i-apelpisia-kai-i-apogoiteysi-einai-to-cheirotero-pragma/

09 Απριλίου, 2021

ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΧΑΡΑ

Από ΧΦΔ


Ο Χριστός είναι η χαρά, το φως το αληθινό, η ευτυχία. Ο Χριστός είναι η ελπίδα μας. Η σχέση μας με τον Χριστό είναι αγάπη, είναι έρωτας, είναι ενθουσιασμός, είναι λαχτάρα του θείου. Ο Χριστός είναι το παν. Αυτός είναι η αγάπη μας, Αυτός ο έρωτάς μας. Είναι έρωτας αναφαίρετος ο έρωτας του Χριστού.
Από κει πηγάζει η χαρά..
Όταν βρεις τον Χριστό, σου αρκεί, δεν θέλεις τίποτ’ άλλο, ησυχάζεις. Γίνεσαι άλλος άνθρωπος. Ζεις παντού, όπου υπάρχει Χριστός. Ζεις στα άστρα, στο άπειρο, στον ουρανό με τους αγγέλους, με τους αγίους, στη γη με τους ανθρώπους, με τα φυτά, με τα ζώα, με όλους, με όλα. Όπου υπάρχει η αγάπη στον Χριστό, εξαφανίζεται η μοναξιά. Είσαι ειρηνικός, χαρούμενος, γεμάτος. Ούτε μελαγχολία, ούτε αρρώστια, ούτε πίεση, ούτε άγχος, ούτε κατήφεια, ούτε κόλαση.
Ο έρωτας προς τον Χριστό είναι κάτι άλλο. Δεν έχει τέλος, δεν έχει χορτασμό. Δίνει ζωή, δίνει σθένος, δίνει υγεία, δίνει, δίνει, δίνει… Κι όσο δίνει, τόσο πιο πολύ ο άνθρωπος θέλει να ερωτεύεται. Ενώ ο ανθρώπινος έρωτας μπορεί να φθείρει τον άνθρωπο, να τον τρελάνει. Όταν αγαπήσομε τον Χριστό, όλες οι άλλες αγάπες υποχωρούν. Οι άλλες αγάπες έχουν κορεσμό. Η αγάπη του Χριστού δεν έχει κορεσμό. Η σαρκική αγάπη έχει κορεσμό. Μετά μπορεί ν’ αρχίσει η ζήλεια, η γκρίνια, μέχρι και ο φόνος. Μπορεί να μεταβληθεί σε μίσος. Η εν Χριστώ αγάπη δεν αλλοιώνεται. Η κοσμική αγάπη λίγο διατηρείται και σιγά-σιγά σβήνει, ενώ η θεία αγάπη ολοένα μεγαλώνει και βαθαίνει. Κάθε άλλος έρωτας μπορεί να φέρει τον άνθρωπο σ’ απελπισία. Ο θείος έρως, όμως, μας ανεβάζει στη σφαίρα του Θεού, μας χαρίζει γαλήνη, χαρά, πληρότητα. Οι άλλες ηδονές κουράζουν, ενώ αυτή διαρκώς δεν χορταίνεται. Είναι μία ηδονή ακόρεστος, που δεν τη βαριέται κανείς ποτέ. Είναι το άκρον αγαθόν.
Αυτή είναι η θρησκεία μας. Εκεί πρέπει να πάμε. Ο Χριστός είναι ο Παράδεισος, παιδιά μου. Τι είναι Παράδεισος; Ο Χριστός είναι. Από δω αρχίζει ο Παράδεισος. Είναι ακριβώς το ίδιο∙ όσοι εδώ στη γη ζουν τον Χριστό, ζουν τον Παράδεισο. Έτσι είναι που σας το λέγω. Είναι σωστό, αληθινό αυτό, πιστέψτε με! Έργο μας είναι να προσπαθούμε να βρούμε ένα τρόπο να μπούμε μέσα στο φως του Χριστού. Δεν είναι να κάνει κανείς τα τυπικά. Η ουσία είναι να είμαστε μαζί με τον Χριστό. Να ξυπνήσει η ψυχή και ν’ αγαπήσει τον Χριστό, να γίνει αγία. Να επιδοθεί στο θείο έρωτα. Έτσι θα μας αγαπήσει κι Εκείνος. Θα είναι τότε η χαρά αναφαίρετη. Αυτό θέλει πιο πολύ ο Χριστός, να μας γεμίζει από χαρά, διότι είναι η πηγή της χαράς. Αυτή η χαρά είναι δώρο του Χριστού. Μέσα σ’ αυτή τη χαρά θα γνωρίσουμε τον Χριστό. Δεν μπορούμε να Τον γνωρίσουμε, αν Εκείνος δεν μας γνωρίσει.
Αυτά η ψυχή μας θέλει να αποκτήσει. Αν προετοιμαστούμε ανάλογα, η χάρις θα μας τα δώσει. Δεν είναι δύσκολο. Αν αποσπάσουμε την χάρη, όλα είναι εύκολα, χαρούμενα κι ευλογία θεού. Η θεία χάρις διαρκώς κρούει την πόρτα της ψυχής μας και περιμένει ν’ ανοίξουμε, για να έλθει στην διψώσαν καρδία μας και να την πληρώσει. Το πλήρωμα είναι ο Χριστός, η Παναγία μας, η Αγία Τριάς. Τι ωραία πράγματα! Άμα αγαπάς, ζεις στην Ομόνοια και δεν ξέρεις ότι βρίσκεσαι στην Ομόνοια. Ούτε αυτοκίνητα βλέπεις, ούτε κόσμο βλέπεις, ούτε τίποτα. Είσαι μέσα σου με το πρόσωπο που αγαπάς. Το ζεις, το ευχαριστιέσαι, σ’ εμπνέει. Δεν είναι αληθινά αυτά; Σκεφθείτε αυτό το πρόσωπο που αγαπάτε να είναι ο Χριστός. Ο Χριστός στο νου σου, ο Χριστός στην καρδιά σου, ο Χριστός σ’ όλο σου το είναι, ο Χριστός παντού.
Ο Χριστός είναι η ζωή, η πηγή της ζωής, η πηγή της χαράς, η πηγή του φωτός του αληθινού, το παν. Όποιος αγαπάει τον Χριστό και τους άλλους, αυτός ζει τη ζωή. Ζωή χωρίς Χριστό είναι θάνατος, είναι κόλαση, δεν είναι ζωή. Αυτή είναι κόλαση, η μη αγάπη. Ζωή είναι ο Χριστός. Η αγάπη είναι η ζωή του Χριστού. Ή θα είσαι στη ζωή ή στο θάνατο. Από σένα εξαρτάται να διαλέξεις..
«Βίος και Λόγοι» γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου

11 Οκτωβρίου, 2020

Παρά τούς πόδας τῶν ὁσίων Πορφυρίου, Παϊσίου καί Ἰακώβου

 

(Ὁμιλία στόν Ἅγιο Δημήτριο Ταμπουρίων, 20 Ὀκτωβρίου 2018)
Ἡ σύγχρονη ἐποχή μας εὐλογήθηκε ἀπό τόν Θεό νά ἀναδείξει μεγάλα πνευματικά ἀναστήματα, μεγάλους ἁγίους, σάν τῆς παλαιᾶς ἐποχῆς, ὅπως τούς τρεῖς ὁσίους γιά τούς ὁποίους θά κάνουμε ἰδιαίτερο λόγο: τόν Πορφύριο, τόν Παΐσιο καί τόν Ἰάκωβο, ἀλλά καί ἄλλους λιγότερο ἤ περισσότερο γνωστούς: τόν Γέροντα Σωφρόνιο τοῦ Ἔσσεξ, τόν Γέροντα Ἐφραίμ τόν Κατουνακιώτη, τόν Γέροντα Φιλόθεο Ζερβᾶκο, τόν ἐσχάτως ἁγιοκαταταχθέντα ὅσιο Γέροντα Ἀμφιλόχιο τῆς Πάτμου. Κι ἀκόμη: σύγχρονοι ἤ καί λίγο παλαιότεροι ἀπό αὐτούς βρίσκονται καί ἄλλοι, ὅπως ὁ ἅγιος Νικόλαος ὁ Πλανᾶς, ὁ ἅγιος Λουκᾶς ὁ νέος, ὁ ἰατρός, ἐπίσκοπος Συμφερουπόλεως, ὁ ἅγιος Νικηφόρος ὁ Λεπρός, ὁ ἅγιος Γεώργιος Καρσλίδης, ἡ ὁσία Σοφία τῆς Κλεισούρας. Μία πληθώρα δηλαδή ἁγίων, ἐπισήμως ἤ ὄχι ἐνταγμένων στό ἑορτολόγιο τῆς Ἐκκλησίας, πού φανερώνει τή διαχρονική καί αἰώνια παρουσία τοῦ ἁγίου Πνεύματος στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ εἶναι γνωστόν ὅτι οἱ ἅγιοι ἀποτελοῦν τόν καρπό τοῦ ἁγίου Πνεύματος – τό Ἅγιον Πνεῦμα δημιουργεῖ τίς συνθῆκες γιά νά ὑπάρχουν ἅγιοι, ἄνθρωποι δηλαδή ὄχι ἀναμάρτητοι, ἀλλά ἀγωνιστές πάνω στή μόνη ὁδό πού ὁδηγεῖ στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τή μετάνοια.
Ὁ λόγος ξεχωριστός ὅμως, ὅπως εἴπαμε, γιά τούς τρεῖς ἀπό τούς ἐσχάτως ἐνταχθέντας στό ἑορτολόγιο τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖοι θεωροῦνται μᾶλλον καί οἱ πιο γνωστοί, κι ἴσως καί οἱ πιο ἀγαπητοί ἀπό τό εὐρύ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας. Ὅσιος Πορφύριος, ὅσιος Παΐσιος, ὅσιος Ἰάκωβος. Καί τί νά πρωτοπεῖ κανείς γι’ αὐτούς; Ἔχουν γραφεῖ καί συνεχῶς γράφονται βιβλία πού καί μόνη ἡ ἀναφορά τους θά ἔπαιρνε πολύ χρόνο… Ἀπέναντί τους αἰσθάνομαι προσωπικά δύο πράγματα: πρῶτον χαρά, γιατί δέησε ὁ Θεός καί γνώρισα καί τούς τρεῖς. Δεύτερον λύπη, γιατί δέν μοῦ δόθηκε ἡ χάρη νά τούς γνωρίσω περισσότερο καί βαθύτερα. Ἡ γνωριμία μου μαζί τους ἔγινε ἀργότερα, κυρίως μέσα ἀπό τά βιβλία καί τίς μαρτυρίες πού κατατέθηκαν ἀπό ἄλλους ἀδελφούς γι’ αὐτούς.
Στή συνέχεια τοῦ λόγου μας, θά ποῦμε μερικά βιογραφικά σύντομα γιά τόν καθένα, κι ἔπειτα, θά δώσουμε κάποια στοιχεῖα τῆς κατά Χριστόν πολιτείας τους, πού νομίζουμε ὅτι χαρακτηρίζουν ὁλόκληρη τή ζωή τους.
1. (α) Ὁ ὅσιος Γέρων Πορφύριος


(Κατὰ κόσμον Εὐάγγελος Μπαϊρακτάρης). Γεννήθηκε στὶς 7 Φεβρουαρίου 1906, στὴν Εὔβοια, στὸ χωριὸ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς ἐπαρχίας Καρυστίας. Οἱ γονεῖς του, Λεωνίδας Μπαϊρακτάρης καὶ Ἑλένη, ἦταν εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεοι ἄνθρωποι. Ὁ πατέρας του, μάλιστα, ἦταν ψάλτης στὸ χωριὸ καὶ εἶχε γνωρίσει προσωπικὰ τὸν Ἅγιο Νεκτάριο.
Ὁ μικρὸς Εὐάγγελος ἦταν τὸ τέταρτο παιδὶ τῆς οἰκογένειας. Φύλαγε πρόβατα στὸ βουνὸ καὶ εἶχε παρακολουθήσει μόνο τὴν πρώτη τάξη τοῦ δημοτικοῦ, ὅταν ἀναγκάστηκε καὶ αὐτὸς λόγω τῆς μεγάλης φτώχειας, σέ ἡλικία μόλις ἑπτά ἐτῶν, νὰ πάει στὴ Χαλκίδα γιὰ νὰ δουλέψει. Ἦταν μόλις ἑπτὰ χρονῶν. Μετὰ πῆγε στὸν Πειραιᾶ, ὅπου δούλεψε δύο χρόνια στὸ παντοπωλεῖο ἑνὸς συγγενοῦς.
Στὰ δώδεκά του χρόνια ἔφυγε κρυφὰ γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος, μὲ τὸν πόθο νὰ μιμηθεῖ τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Καλυβίτη, τὸν ὁποῖο εἶχε ἰδιαίτερα ἀγαπήσει, ὅταν παλαιότερα εἶχε διαβάσει τὸ βίο του. Ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ τὸν ὁδήγησε στὴν καλύβη τοῦ Ἁγίου Γεωργίου Καυσοκαλυβίων καὶ στὴν ὑποταγὴ δύο Γερόντων, τοῦ Παντελεήμονος, ὁ ὁποῖος ἦταν καὶ πνευματικός, καὶ τοῦ Ἰωαννικίου, ἀδελφῶν κατὰ σάρκα. Ἀφοσιώθηκε στοὺς δύο Γέροντες, ποὺ κατὰ κοινὴ ὁμολογία ἦταν ἰδιαίτερα αὐστηροί, μὲ μεγάλη ἀγάπη καὶ μὲ πνεῦμα ἀπόλυτης ὑπακοῆς.
Ἔγινε μοναχὸς σὲ ἡλικία δεκατεσσάρων ἐτῶν καὶ πῆρε τὸ ὄνομα Νικήτας. Μετὰ ἀπὸ δύο χρόνια ἔγινε μεγαλόσχημος. Λίγο ἀργότερα ὁ Θεὸς τοῦ δώρισε τὸ διορατικὸ χάρισμα.
Στὰ δεκαεννέα του χρόνια ὁ Γέροντας ἀρρώστησε πολὺ σοβαρά, γεγονὸς ποὺ τὸν ἀνάγκασε νὰ ἐγκαταλείψει ὁριστικὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος. Ἐπέστρεψε τότε στὴν Εὔβοια, ὅπου ἐγκαταβίωσε στὴ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους Λευκῶν. Ἕνα χρόνο ἀργότερα, τὸ ἔτος 1926, σὲ ἡλικία εἴκοσι ἐτῶν, χειροτονήθηκε ἱερέας στὸν Ἅγιο Χαράλαμπο Κύμης ἀπὸ τὸν Πορφύριο Γ´, Ἀρχιεπίσκοπο Σινᾶ, ὁ ὁποῖος τοῦ ἔδωσε τὸ ὄνομα Πορφύριος.
Στὴν Εὔβοια, στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίου Χαραλάμπους, ἔζησε δώδεκα χρόνια, διακονώντας τοὺς ἀνθρώπους ὡς πνευματικὸς καὶ ἐξολόγος, καὶ τρία χρόνια στὴν Ἄνω Βάθεια, στὴν ἐγκαταλελειμμένη Μονὴ τοῦ Ἁγίου Νικολάου.
Στὰ 1940, παραμονὲς τοῦ Β´ Παγκοσμίου Πολέμου, ὁ Γέροντας Πορφύριος ἐγκαταστάθηκε στὴν Ἀθήνα, ὅπου ἀνέλαβε καθήκοντα ἐφημερίου καὶ πνευματικοῦ στὴν Πολυκλινικὴ Ἀθηνῶν. Ὅπως ὁ ἴδιος ἔλεγε, ἔζησε ἐκεῖ τριάντα τρία χρόνια σὰν μία μέρα, ἀσκώντας ἀκαταπόνητα τὸ πνευματικὸ ἔργο καὶ ἀνακουφίζοντας τὸν πόνο καὶ τὴν ἀσθένεια τῶν ἀνθρώπων.
Ἀπὸ τὸ 1955 εἶχε ἐγκατασταθεῖ στὰ Καλλίσια, ὅπου εἶχε μισθώσει ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Μονὴ Πεντέλης τὸ ἐκεῖ εὑρισκόμενο μονύδριο τοῦ Ἁγίου Νικολάου μὲ τὴν ἀγροτικὴ περιοχὴ ποὺ τὸ περιέβαλλε, ἐνῶ παράλληλα ἐξασκοῦσε τὸ πλούσιο πνευματικό του ἔργο.
Τὸ καλοκαίρι τοῦ 1979, ἐγκαταστάθηκε στὸ Μήλεσι μὲ τὸ ὄνειρο νὰ χτίσει μοναστήρι. Ἐκεῖ ζοῦσε στὴν ἀρχὴ σὲ ἕνα τροχόσπιτο κάτω ἀπὸ ἰδιαίτερα ἀντίξοες συνθῆκες καὶ μετὰ σὲ ἕνα ἀπέριττο κελλάκι ἀπὸ τσιμεντόλιθους, ὅπου καὶ ὑπέμενε ἀγόγγυστα τὶς πολλὲς δοκιμασίες τῆς ὑγείας του. Τὸ 1984 μεταφέρθηκε σὲ κτίσμα τοῦ ὑπὸ ἀνέγερση μοναστηριοῦ, γιὰ τὴν ὁλοκλήρωση τοῦ ὁποίου ὁ Γέροντας, παρόλο ποὺ ἦταν πολὺ ἄρρωστος καὶ τυφλός, ἐργαζόταν ἀκατάπαυστα καὶ ἀκαταπόνητα. Μὲ τὴ θεμελίωση τοῦ Καθολικοῦ τῆς Μονῆς Μεταμορφώσεως, στὶς 26 Φεβρουαρίου 1990, ἀξιώθηκε νὰ δεῖ τὸ ὄνειρό του νὰ γίνεται πραγματικότητα.
Τὰ τελευταῖα χρόνια της ἐπίγειας ζωῆς του ἄρχισε νὰ προετοιμάζεται γιὰ τὴν κοίμησή του. Ἐπιθυμοῦσε νὰ ἀποσυρθεῖ στὸ Ἅγιον Ὄρος, στὰ ἀγαπημένα του Καυσοκαλύβια, ὅπου μυστικὰ καὶ ἀθόρυβα, ὅπως ἔζησε, θὰ ἔδιδε τὴν ψυχή του στὸ Νυμφίο της. Πολλὲς φορὲς τὸν ἄκουσαν νὰ λέει: «Ἐπιδιώκω καὶ τώρα ποὺ ἐγήρασα νὰ πάω καὶ νὰ πεθάνω ἐκεῖ πάνω».
Πράγματι, τὸ ὁσιακὸ τέλος τὸν βρῆκε στὰ Καυσοκαλύβια, στὴν καλύβη του, τὸ πρωὶ τῆς 2ας Δεκεμβρίου 1991.
Τὰ τελευταῖα λόγια ποὺ ἀκούστηκαν ἀπὸ τὸ στόμα του ἦταν ἀπὸ τὴν ἀρχιερατικὴ προσευχὴ τοῦ Κυρίου, αὐτὰ ποὺ τόσο ἀγαποῦσε καὶ πολὺ συχνὰ ἐπαναλάμβανε: «ἵνα ὦσιν ἕν».
(β) Ὁ ὅσιος Γέρων Παΐσιος


Ο Όσιος πατήρ Παΐσιος ο Αγιορείτης γεννήθηκε από εὐλαβείς γονείς, τον Πρόδρομο και την Ευλαμπία Ενζεπίδη, στα Φάρασα της Καππαδοκίας στις 25 Ιουλίου του 1924, λίγες μέρες πριν από τη φυγή των Φαρασιωτών από την πατρώα γη για την Ελλάδα. Στη βάπτισή του, ο Όσιος Αρσένιος ο Καππαδόκης, ο πλήρης ημερών και αγιότητος βίου κοσμούμενος ιερέας των Φαράσων, τον ονόμασε Αρσένιο, «για να τον αφήσει καλόγερο στο πόδι του», όπως χαρακτηριστικά είπε.
Στην Ελλάδα, η οικογένεια του μικρού Αρσενίου εγκαταστάθηκε στην Κόνιτσα της Ηπείρου, όπου ο ίδιος πέρασε τα παιδικά και νεανικά του χρόνια. Ακολούθησαν καιροί ταραχής και αναστάτωσης για την Ελλάδα, λόγω της ξένης Κατοχής και του εμφυλίου πολέμου. Ο Όσιος όμως, τόσο ως πολίτης όσο και ως στρατιώτης κατά τη θητεία του (1945 - 1949), επέδειξε απαράμιλλο θάρρος και αυτοθυσία. Ύστερα και από αυτές τις περιπέτειες, θέλησε να καταταγεί στο αγγελικό τάγμα των μοναχών.
Αφού περιήλθε σκήτες και καλύβες, εντάχθηκε στην αδελφότητα της Ιεράς Μονής Εσφιγμένου, με το όνομα Αβέρκιος. Έχοντας όμως άσβεστο μέσα του τον πόθο για τον ησύχιο και απράγμονα βίο, πήρε την ευλογία του Ηγουμένου και πήγε να μονάσει στην Ιερά Μονή Φιλοθέου, που ήταν τότε σε κατάσταση ιδιόρρυθμη. Στις 12 Μαρτίου 1956 εκάρη μικρόσχημος μοναχός και έλαβε το όνομα «Παΐσιος», χάρη στο Μητροπολίτη Καισαρείας Παΐσιο τον β΄, ο οποίος ήταν και συμπατριώτης του.
Τον Αύγουστο του 1958 υπακούοντας σε θεία βουλή, δεν εγκαταστάθηκε στην έρημο, για την οποία προετοιμαζόταν, αλλά στην κατεστραμμένη Ιερά Μονή της Παναγίας του Στομίου, που βρίσκεται κοντά στην Κόνιτσα. Σε αυτήν έζησε 4 χρόνια, ζώντας ισάγγελο βίο και ανακαινίζοντας με πολύ μόχθο το Μοναστήρι.
Τo 1962 όταν και ολοκληρώθηκε το έργο της ανακαίνισης και ο κίνδυνος από τις ετερόδοξες ομάδες εξέλιπε, ο Όσιος δέχθηκε ως θεόσταλτη την πρόσκληση κάποιου ιεροδιακόνου να τον συνοδεύσει στο θεοβάδιστο Όρος του Σινά. Πάνω σε κείνον τον άνυδρο και ξερό τόπο, στο κελί των Αγίων Γαλακτίωνος και Επιστήμης, έζησε επιτέλους αυτό που χρόνια ποθούσε, την προς Θεόν μόνωση.
Δεν θα υπήρχε κανένας λόγος να εγκαταλείψει το στάδιο εκείνο της αρετής, εάν δέν ἀσθενοῦσε από το δύσκολο κλίμα, κάτι πού τον ανάγκασε να επιστρέψει στην κατά σάρκα πατρίδα του. Επανερχόμενος στο Άγιο Όρος το 1964, δεν ελάττωσε το πλήθος των ασκητικών αγώνων του, γι’ αὐτό καί τό 1966 ασθένησε καί πάλι σοβαρά, ὁπότε εισήχθη στο Κέντρο Νοσημάτων Θώρακος Βορείου Ελλάδας (Νοσοκομείο Παπανικολάου). Υποβλήθηκε σε εγχείρηση, με αποτέλεσμα μερική αφαίρεση των πνευμόνων. Στο διάστημα μέχρι να αναρρώσει και να επιστρέψει στο Άγιο Όρος φιλοξενήθηκε στο Ιερό Ησυχαστήριο Αγίου Ιωάννου του Ευαγγελιστού στη Σουρωτή. Επέστρεψε στο Άγιο Όρος μετά την ανάρρωσή του και το 1967 μετακινήθηκε στα Κατουνάκια, και συγκεκριμένα στο Λαυρεώτικο κελί του Υπατίου (Βλάχικα).
Στις 12 Αυγούστου 1968 ο Όσιος Παΐσιος, εισήλθε στην Ιερά Μονή Σταυρονικήτα και μόνασε στο κελί του Τιμίου Σταυρού.
Το 1979 αφήνει τον Τίμιο Σταυρό και αναζητώντας κελί πηγαίνει στην εγκαταλελειμμένη «Παναγούδα», όπου και έμεινε μέχρι και το τέλος τη ζωής του. Από την εποχή που εγκαταστάθηκε στην Παναγούδα πλήθος λαού τον επισκεπτόταν. Ήταν μάλιστα τόσο το πλήθος ώστε να υπάρχουν και ειδικές σημάνσεις που επεσήμαναν τον δρόμο προς το κελί του, ώστε να μην ενοχλούν οι επισκέπτες τους υπολοίπους μοναχούς. Επίσης δεχόταν πάρα πολλές επιστολές.
Σε όλη αυτήν την καθημερινή κούραση του γέροντος Παϊσίου έρχονται να προστεθούν και ἄλλα προβλήματα υγείας που τον ταλαιπωρούσαν. Μετά το 1993 παρουσίαζε αιμορραγίες για τις οποίες αρνούνταν να νοσηλευτεί λέγοντας ότι «όλα θα βολευτούν με το χώμα». Το Νοέμβριο του ίδιου έτους βγήκε για τελευταία φορά από το Άγιον Όρος και πήγε στη Σουρωτή, στο Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου για τη γιορτή του Αγίου Αρσενίου (10 Νοεμβρίου). Εκεί έμεινε για λίγες μέρες και ενώ ετοιμαζόταν να φύγει δεν ἄντεξε και μεταφέρθηκε στο Θεαγένειο Νοσοκομεῖο, όπου έγινε διάγνωση για όγκο στο παχύ έντερο. Στις 4 Φεβρουαρίου του 1994 χειρουργήθηκε. Παρότι η ασθένεια δεν έπαυσε, ο γέροντας ανακοίνωσε την επιθυμία του να επιστρέψει στο Άγιο Όρος στις 13 Ιουνίου. Ο υψηλός πυρετός όμως και η δύσπνοια τον ανάγκασαν να παραμείνει.
Στο τέλος του Ιουνίου οι γιατροί του ανακοίνωσαν ότι τα περιθώρια ζωής του ήταν δύο με τρεις εβδομάδες το πολύ. Τη Δευτέρα 11 Ιουλίου (γιορτή της Αγίας Ευφημίας) κοινώνησε για τελευταία φορά γονατιστός μπροστά στο κρεβάτι του. Τις τελευταίες μέρες της ζωής του αποφάσισε να μην παίρνει φάρμακα ή παυσίπονα, παρά τους φρικτούς πόνους της ασθένειάς του. Κοιμήθηκε την Τρίτη 12 Ιουλίου 1994 και ώρα 11:00 και ενταφιάστηκε στο Ιερό Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στη Σουρωτή Θεσσαλονίκης.
(γ) Ὁ ὅσιος Γέρων Ιάκωβος


Ο Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης γεννήθηκε στο Λιβίσι της Μικράς Ασίας στις 5 Νοεμβρίου του 1920. Ήταν μέλος χριστιανικής οικογένειας (η μητέρα του είχε γεννήσει 9 παιδιά, αλλά από τις κακουχίες είχαν επιζήσει μόλις τα τρία), που στα παιδικά του χρόνια έζησε τον ξεριζωμό των Ελλήνων από τη Μικρά Ασία. Αρχικά εγκαταστάθηκε στο χωριό Άγιος Γεώργιος Άμφισσας καί λόγω τῶν δυσκολιῶν τό 1925 η οικογένειά του μετακινήθηκε στα Φάρακλα της βόρειας Εύβοιας. Εκεί ο Γέροντας Ιάκωβος, διδάχτηκε τα θύραθεν και εκκλησιαστικά γράμματα, στην εκκλησία της Αγίας Παρασκευής του χωριού.
Σύμφωνα με τις μαρτυρίες της εποχής ο μικρός Ιάκωβος έδειχνε από τη νεανική του ηλικία κλίση προς το μοναχισμό. Είναι χαρακτηριστικό πως πολλοί τον αποκαλούσαν καλόγερο, ένεκα του ασκητικού βίου που διήγαγε καθώς και εξ αιτίας των πρώτων χαρισμάτων που είχαν αρχίσει να διαφαίνονται. Η εμφάνιση της Αγίας Παρασκευής την ίδια περίοδο τον στιγμάτισε και τελικά αποφάσισε ότι θα ακολουθήσει τον μοναχικό βίο. Σε ότι αφορά την εκπαίδευσή του, ο Γέροντας Ιάκωβος δεν κατάφερε να παρακολουθήσει το Γυμνάσιο, εξ αιτίας των οικονομικών αναγκών της οικογένειάς του, με αποτέλεσμα να εργάζεται από μικρή ηλικία σε οικοδομή.
Το 1947 κλήθηκε στο στρατό και το 1949 απολύθηκε. Ήταν η χρονιά που πέθανε και ο πατέρας του.Το 1951 και αφού παντρεύτηκε η αδελφή του, οδηγήθηκε στη μοναχική ζωή. Επέλεξε να εισέλθει στη μονή του Οσίου Δαυίδ στην Εύβοια, που την εποχή εκείνη είχε τρεις μοναχούς. Η κατάσταση εκεί όμως ήταν δύσκολη. Αφενός το μοναστήρι ήταν εγκαταλελειμμένο, αφετέρου οι μοναχοί δεν του έδωσαν ιδιαίτερη σημασία, με αποτέλεσμα να γυρίσει πίσω στα Φάρακλα. Τελικά, παρά τις αντίθετες πιέσεις ξαναπήγε στο Μοναστήρι. Στις 31 Νοεμβρίου του 1952 εκάρη μοναχός και στις 17 Δεκεμβρίου στη Χαλκίδα διάκονος και δύο ημέρες μετά ιερέας. Το 1975 ανέλαβε την Ηγουμενία της Μονής. Ήδη όμως και ιδίως μετά το 1970 είχε γίνει ιδιαίτερα δημοφιλής με αποτέλεσμα αρκετός κόσμος να εισέρχεται στη Μονή για εξομολόγηση και ποιμαντική καθοδήγηση. Το αποτέλεσμα ήταν να εισέρχονται σημαντικοί οικονομικοί πόροι τους οποίους ο Γέροντας τους χρησιμοποιούσε για σημαντικό φιλανθρωπικό έργο.
Η σκληρή άσκηση του Γέροντα επιδείνωνε συχνά την υγεία του. Στις 23 Σεπτέμβρη του 1990 νοσηλεύτηκε με καρδιακή αρρυθμία. Ένα έτος αργότερα στις 21 Νοεμβρίου ο Γέροντας εκοιμήθη, αφού συμμετείχε στη Θεία Λειτουργία των Εισοδίων της Θεοτόκου και μετάλαβε του Σώματος και Αίματος του Κυρίου.
2. Ἄν θέλαμε νά ποῦμε ποιά ἦταν τά κύρια χαρακτηριστικά καί τῶν τριῶν, πέρα ἀπό ὅσα τούς διέκριναν ὡς ἀνθρώπους, ἀφοῦ κάθε ἄνθρωπος, ἔστω καί ἅγιος, διαφέρει ἀπό ὁποιονδήποτε ἄλλον, θά ἐπισημαίναμε τά ἑξῆς:
(1) Ἡ βαθειά πίστη τους στόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. Ὄχι μία πίστη γενική καί ἀόριστη σέ Θεό, ἀλλά συγκεκριμένα στόν Ἰησοῦ Χριστό καί συνεπῶς στόν Τριαδικό Θεό πού φανέρωσε Ἐκεῖνος. Κι αὐτό συνιστᾶ μία χαρισματική πραγματικότητα, γιατί κανείς ἀπό μόνος του δέν γίνεται πιστός στόν Χριστό. «Οὐ πάντων ἡ πίστις», λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἀπεκάλυψε πώς «οὐδείς δύναται ἐλθεῖν πρός με, ἐάν μή ὁ Πατήρ μου ὁ πέμψας με ἑλκύσῃ αὐτόν». Ὁ Θεός Πατέρας δηλαδή ἀσκεῖ μία ἕλξη, μία γοητεία στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου, ὁπότε κι ἐκεῖνος κατά τήν ἀναλογία τῆς καλῆς του διάθεσης ἀνταποκρίνεται στό κάλεσμα τοῦ Θεοῦ.
Κι αὐτή ἡ ἀνταπόκριση ὁδηγεῖ σέ δύο καταστάσεις: πρῶτον, στήν ἔνταξή του στόν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας, δεύτερον, σέ συνθῆκες καρδιακῆς ἀγάπης πρός τόν Κύριο. Πού θά πεῖ: ἡ ἀληθινή πίστη στόν Χριστό πάντοτε ἔχει ἐκκλησιαστικό χαρακτήρα - στήν Ἐκκλησία ζεῖ κανείς τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ ἡ Ἐκκλησία εἶναι τό ζωντανό σῶμα Του, ὁπότε τό «πιστεύω καί εἰς ἕνα Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν» πηγαίνει πάντοτε μέ τό πιστεύω «καί εἰς μίαν, ἁγίαν, καθολικήν καί ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν». Κι εἶναι ἐξόχως συγκινητική ἡ διαπίστωση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ φρονήματος καί τῶν τριῶν ὁσίων αὐτῶν Γερόντων. Ὁ ὅσιος Πορφύριος γιά παράδειγμα ἦταν αὐτός πού ἔλεγε ὅτι «προτιμῶ νά πλανῶμαι μέσα στήν Ἐκκλησία παρά νά εἶμαι ἅγιος ἐκτός αὐτῆς». Τό ἴδιο καί οἱ ἅλλοι Πατέρες: πάντοτε ἀκολουθοῦσαν ὅ,τι ἔλεγε καί ἀποφάσιζε ἡ Ἐκκλησία. Ποτέ δέν διαφοροποιοῦνταν, στηριζόμενοι τάχα στά χαρίσματά τους καί στά κελεύσματα τῆς ὅποιας ἁγιότητάς τους. Ἀκριβῶς τό ἀντίθετο: ἦταν ἅγιοι, γιατί ἀκριβῶς ἦταν ἐνταγμένοι ὀρθά μέσα στήν Ἐκκλησία. Κι ἀπό τήν ἄλλη: ἡ καρδιακή σχέση τους μέ τόν Χριστό. Ἡ πίστη τους δηλαδή δέν ἦταν κάτι τό τυπικό ἤ ἕνα θέμα ἰδεολογίας. Αὐτό πού τούς συνεῖχε ἦταν ἡ βαθειά ἀγάπη τους στόν Χριστό, ὁ Ὁποῖος μέ τίς ἐντολές Του καθόριζε τήν πορεία τῆς ζωῆς τους. Ἄς ἀκούσουμε τόν ἴδιο τόν ὅσιο Γέροντα Πορφύριο καί πάλι νά λέει: «Ὁ Χριστός εἶναι τό πᾶν. Εἶναι ἡ χαρά, εἶναι ἡ ζωή, εἶναι τό φῶς, τό φῶς τό ἀληθινόν, πού κάνει τόν ἄνθρωπο νά χαίρεται, νά πετάη, νά βλέπη ὅλα, νά βλέπη ὅλους, νά πονάη γιά ὅλους, νά θέλη ὅλους μαζί του, ὅλους κοντά στόν Χριστό. Ἀγαπήσατε τόν Χριστό καί μηδέν προτιμῆστε τῆς ἀγάπης αὐτοῦ. Ὁ Χριστός εἶναι τό πᾶν, εἶναι ἡ πηγή τῆς ζωῆς, εἶναι τό ἄκρον τῶν ἐφετῶν, εἶναι τό πᾶν. Ὅλα στόν Χριστό ὑπάρχουν τά ὡραῖα. Ὁ ἄνθρωπος τοῦ Χριστοῦ πρέπει νά ἀγαπήση τόν Χριστό, κι ὅταν ἀγαπήση τόν Χριστό, ἀπαλλάττεται ἀπό τόν διάβολο, ἀπό τήν κόλαση καί ἀπό τόν θάνατο». Στό ἴδιο μῆκος κινοῦνταν καί οἱ ἄλλοι δύο ὅσιοι. Τό «ζῆ Κύριος ὁ Θεός», γιά παράδειγμα, τοῦ ὁσίου Ἰακώβου, συνιστᾶ τήν ἐκφρασμένη διά τῶν χειλέων του σχέση του μέ τόν ζῶντα καί πανταχοῦ παρόντα Θεό. Ὅπως καί τοῦ ὁσίου Παϊσίου: «Ἄν δέν εἶχα ἐμπιστοσύνη στόν Θεό, δέν ξέρω τί θά γινόμουν. Ὁ ἄνθρωπος νά ἐνεργῆ μέχρις ἑνός σημείου. Μετά ὁ Θεός, Νά ἔχουμε ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη».
(2) Ἡ ἀγάπη τους πρός τον συνάνθρωπο. Δέν ὑπάρχει ἄνθρωπος πού γνώρισε καί τούς τρεῖς ὁσίους, ὁ ὁποῖος νά μή βεβαίωσε καί νά μή βεβαιώνει ὅτι πράγματι αὐτό πού εἰσέπρατταν ἀπό τήν παρουσία τους καί τήν προσευχητική τους διάθεση ἦταν μία ἀνοιχτή ἀγκαλιά πού τούς «ἔλιωνε» μέ τή θέρμη τῆς ἀγάπης της. Δέν διέκριναν τούς ἀνθρώπους ἀπό τό ποιόν τους, ὥστε ἀνάλογα νά τούς συμπεριφερθούν. Ὅπως σημειώνει ὁ ἀπόστολος Παῦλος «οὐκ ἐσκόπουν τά βλεπόμενα, ἀλλά τά μή βλεπόμενα», δηλαδή μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ ἔβλεπαν τήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου, τήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ μέσα του, καί εἴτε χαίρονταν ἀπό τή φωτεινότητά της εἴτε θλίβονταν καί προσεύχονταν γι’ αὐτήν λόγω τῆς σκοτεινιᾶς τῶν παθῶν της. Ἔτσι κι ἀλλιῶς ὅμως ἡ στάση τους ἦταν στάση πάντοτε ἀνιδιοτελοῦς ἀγάπης. «Αἰσθάνομαι - ἔλεγε ὁ ὅσιος Παΐσιος – γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους τήν ἴδια ἀγάπη πού εἶχα γιά τούς συγγενεῖς μου. Τώρα αἰσθάνομαι ὅλον τόν κόσμο σάν ἀδελφούς». Εἶναι γνωστό ἐπίσης γιά τόν ὅσιο Ἰάκωβο πώς ὅ,τι χρήματα τοῦ προσέφεραν γιά τίς ἀνάγκες τίς δικές του ἤ τοῦ μοναστηριοῦ κατέληγαν σχεδόν ἀμέσως στά χέρια τῶν πτωχῶν πού γνώριζε ἤ τοῦ ἔλεγαν. Πακτωλός χρημάτων πού σέ χέρια ἄλλου θά τόν εἶχα κάνει πάμπλουτο. Καί γιά τόν ὅσιο Πορφύριο βεβαίως τί νά πεῖ κανείς; Ἄς μνημονεύσουμε μόνο αὐτό τό κείμενο πού εἶχε ζητήσει νά τό βάλουν στό κελάκι του, προκειμένου νά «καθρεπτίζεται» καθημερινά σ’ αὐτό, καθώς ἐπίσης καί εἶχε πεῖ σέ πνευματικά του παιδιά νά τό φωτοτυπίσουν καί νά τό διαμοιράζουν σέ κάθε ἕνα πού ἐρχόταν κοντά του: «Ὅλους τούς πιστούς ὀφείλουμε νά τούς βλέπουμε σαν ἕνα καί νά σκεπτόμαστε ὅτι στόν καθένα ἀπό αὐτούς εἶναι ὁ Χριστός. Καί νά ἔχουμε γιά τόν καθένα τέτοια ἀγάπη, ὥστε νά εἴμαστε ἕτοιμοι νά θυσιάσουμε γιά χάρη του καί τή ζωή μας. Γιατί ὀφείλουμε νά μή λέμε, οὔτε νά θεωροῦμε κανέναν ἄνθρωπο κακό, ἀλλά ὅλους νά τούς βλέπουμε ὡς καλούς… Ἡ ἀγάπη πρός τόν ἀδελφό σέ προετοιμάζει ν’ ἀγάπήσεις περισσότερο τόν Θεό. Τό μυστικό τῆς ἀγάπης πρός τόν Θεό εἶναι ἡ ἀγάπη πρός τόν ἀδελφό. Γιατί, ἄν δέν ἀγαπάεις τόν ἀδελφό σου πού τόν βλέπεις, πῶς εἶναι δυνατόν ν’ ἀγαπάεις τόν Θεό πού δέν Τόν βλέπεις;»
(3) Ἡ μεγάλη τους ταπείνωση. Ἡ ταπείνωση γιά τούς τρεῖς αὐτούς ὁσίους δέν ἦταν ἁπλῶς μία ἐπιμέρους ἀρετή. Ἀποτελοῦσε τή βάση ὅλων, δεδομένου ὅτι ἀπό αὐτήν κρίνεται ἡ ποιότητα καί τῆς ἀληθινῆς πίστης στόν Χριστό, ὅπως καί τῆς ἀγάπης πρός τόν συνάνθρωπο. Καί τοῦτο γιατί χωρίς ταπείνωση ὁ ἄνθρωπος, ἔστω κι ἄν ἔχει τοῦ κόσμου τίς ἀρετές, ἐκπίπτει σ’ ἕναν δαιμονισμό πού λίγο ἀπέχει ἀπό τόν δαιμονισμό τοῦ ἴδιου τοῦ… διαβόλου. Καί οἱ τρεῖς ὅσιοι ἤξεραν πολύ καλά ὅτι ὁ πρῶτος ἀρχάγγελος, ὁ Ἑωσφόρος, ξέπεσε ἀπό τήν πρώτη θέση πού κατεῖχε λόγω ἀκριβῶς τῆς ὑπερηφάνειας πού ἀνέπτυξε, λόγω δηλαδή τῆς ἀδυναμίας ἐπιμονῆς στήν πραγματικότητα τοῦ ἑαυτοῦ του: ὅτι ὅλα τά καλά ἀνήκουν στόν ἴδιο τόν Θεό καί τό μόνο πού ἔχουμε τά κτιστά ὄντα εἶναι τό τίποτε. Γι’ αὐτόν τόν λόγο καί συχνά ἐπανελάμβαναν αὐτό πού ὁ Κύριος μέ ἀπόλυτο τρόπο εἶχε ἀποκαλύψει: «Χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν». Καί: «ὅταν ποιήσητε πάντα τά διατεταγμένα ὑμῖν, λέγετε ὅτι ἀχρεῖοι δοῦλοί ἐσμεν· ὅτι ὅ ὀφείλομεν ποιῆσαι πεποιήκαμεν». Ἡ αἴσθηση τῆς μηδαμινότητάς τους συνεῖχε τή ζωή τους, κρατώντας τους ἑπομένως στήν ἰσορροπία τῆς πνευματικῆς τους ζωῆς, ἐνῶ ἀπό τήν ἄλλη εἶχαν πλήρη ἐπίγνωση τῶν χαρισμάτων τους, τά ὁποῖα ὅμως ἀπέδιδαν στόν ἴδιο τόν Χριστό. «Ἐκεῖνος, (ὁ γέρων Πορφύριος), - ἔλεγε ὁ ὅσιος Παΐσιος – εἶναι ἔγχρωμη τηλεόραση. Ἐγώ εἶμαι ἀσπρόμαυρη». Καί ἀντιστρόφως ὁ ὅσιος Πορφύριος γιά τόν ὅσιο Παϊσιο: «Ὁ π. Παΐσιος εἶναι κατά πολύ ἀνώτερός μου, γιατί αὐτός ἀγωνίστηκε καί κουράστηκε πολύ γιά νά ἀποκτήσει τά χαρίσματά του, ἐνῶ ἐμένα μοῦ δόθηκαν ἀπό νεαρή ἡλικία». Εἶναι πολύ συγκινητικά τά λόγια τοῦ ὁσίου Παϊσίου ἐπίσης, τά ὁποῖα ἄφησε ὡς πνευματική του διαθήκη: «Τοῦ λόγου μου ὁ Μοναχός Παΐσιος, ὅπως ἐξέτασα τόν ἑαυτό μου, εἶδα ὅτι ὅλες τίς ἐντολές τοῦ Κυρίου τίς παρέβην, ὅλες τίς ἁμαρτίες τίς ἔχω κάνει. Δέν ἔχει σημασία ἐάν ὁρισμένες ἔχουν γίνει σέ μικρότερο βαθμό, διότι δέν ἔχω καθόλου ἐλαφρυντικά, ἐπειδή μέ ἔχει εὐεργετήσει πολύ ὁ Κύριος. Εὔχεσθε νά μέ ἐλεήσει ὁ Κύριος…». Ὁ ἴδιος, ἀκόμη, δέν ἔλεγε ὅτι «ὁ κόσμος τόν πῆρε μέ καλό μάτι καί νομίζει ὅτι εἶναι χρυσάφι, ἐνῶ στήν πραγματικότητα εἶναι ἕνας τενεκές»; Ὁ ἅγιος Ἰάκωβος ἀπό τήν ἄλλη ὁμολογοῦσε διαρκῶς ὅτι εἶναι «μουρλόπραμα» καί ὅτι «βρωμίζει καί τόν ἀέρα πού ἀναπνέει». «Ποιός εἶμαι ἐγώ – συνήθιζε νά λέει – πού ἔρχονται σέ μένα τόν ἀγράμματο, ἄνθρωποι σπουδαῖοι καί μορφωμένοι, καθηγητές Πανεπιστημίου, δικαστικοί, Ἐπίσκοποι; Δέν ἀξίζω τίποτε».
(4) Τά παραπάνω κύρια χαρακτηριστικά τῆς ζωῆς τους ἔφερναν βεβαίως, ὅπως ὅλοι μποροῦμε νά γνωρίζουμε, πληθώρα ἄλλων χαρισμάτων καί θαυμαστῶν καταστάσεων στήν ὕπαρξή τους. Διότι ἡ ἀληθινή πίστη, ἡ γνήσια ἀγάπη, ἡ διακριτική ταπείνωση ἀποτελοῦν γιά τόν μυημένο, ἔστω καί ἐπ’ ἐλάχιστον, στήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας γεννητικές ἀρετές, μέ τήν ἔννοια ὅτι δημιουργοῦν τό κατάλληλο κλίμα γιά νά σκηνώσει πλούσια ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο, νά γίνει δηλαδή ὁ ἄνθρωπος ἕνας «ἐν ἑτέρᾳ μορφῇ Χριστός», ἕνας «ἐν σαρκί περιπολῶν Θεός». Δέν πρόκειται νά ἀσχοληθοῦμε μέ τίς προεκτάσεις αὐτές τῶν χαρισμάτων τους καί τίς θυγατέρες τῶν κεντρικῶν ἀρετῶν τους. Σέ ἕνα μόνο θά κάνουμε μία μικρή στάση, τό ὁποῖο φαίνεται ὅτι συνιστᾶ παραδοξότητα γιά κάποιους χριστιανούς, οἱ ὁποῖοι προφανῶς εἶναι ἀμύητοι στά τῆς πίστεως. Ποιό εἶναι αὐτό τό χάρισμά τους; Τό πηγαῖο χιοῦμορ τους. Εἶναι πράγματι συγκλονιστικό νά σκέφτεται κανείς ὅτι μιλᾶμε γιά ὁσίους ἀνθρώπους, ἀφιερωμένους σέ σκληρή ἄσκηση τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος, οἱ ὁποῖοι ὅμως χαρακτηρίζονταν ἀπό μία διάθεση τόσο νεανική καί εὐχάριστη πού ἔκανε κάποιους νά… προβληματίζονται κι ἴσως νά τούς παρεξηγοῦν. Θυμίζουν οἱ «αὐστηροί» αὐτοί ἀδελφοί μέ τήν ἑτοιμότητα τῆς κατακεραύνωσης τῶν πάντων, ἀκόμη καί τῶν ἁγίων, θυμίζουν λοιπόν ἐκεῖνον τόν κυνηγό πού εἶχε σκανδαλιστεῖ ἀπό τόν μέγα ὅσιο τῆς Ἐκκλησίας μας, τόν μέγα Ἀντώνιο, ὅταν τόν εἶχε δεῖ κάποια φορά νά χαριεντίζεται μέ κάποιους ὑποτακτικούς του καλογέρους. Κι ὁ μέγας διορατικός αὐτός Πατέρας βλέποντας τή σκοτεινιά τῆς ψυχῆς του τοῦ ἀνέπαυσε τόν λογισμό, φέρνοντας ὡς παράδειγμα τό ἴδιο τό τόξο τοῦ κυνηγοῦ: ἄν παρατεντώσεις τή χορδή, ἡ χορδή θά σπάσει. Τό ἴδιο καί μέ τίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων: ἡ ὑπερβολική αὐστηρότητα, καρπός μᾶλλον ψυχοπαθολογίας καί ὄχι ὀρθῆς πνευματικότητας, χωρίς κάποια χαλάρωση πού ὑπεδείκνυε καί ὁ ἴδιος ὁ Κύριος στούς μαθητές Του, θά προκαλέσει τό «σπάσιμο» τῆς ψυχῆς καί τή διαστροφή της.
Λοιπόν, καί οἱ τρεῖς αὐτοί ὅσιοι, μέ τίς διαβαθμίσεις ἀσφαλῶς καί τοῦ χαρακτήρα τους, διέπονταν καί ἀπό τό χάρισμα αὐτό τοῦ χιοῦμορ. Καί μιλώντας γιά χιοῦμορ βεβαίως ἐννοοῦμε ὄχι μία εὐτράπελη κατάσταση ἡ ὁποία διακρίνεται γιά τή διάχυση τοῦ νοός καί ἐκφράζεται μέ ἀστειότητες καί σαχλότητες ἤ καί μέ περιπαικτική διάθεση ἀπέναντι στόν συνάνθρωπο, ἀλλά τό εὐχάριστο τοῦ χαρακτήρα καί τῶν λόγων, τό ἄνοιγμα τῆς ψυχῆς πρός τόν προσερχόμενο πλησίον, μία ἀνατολή ἀνοιξιάτικου πρωϊνοῦ πού κινεῖται μέ ὁρμητική διάθεση γιά νά προσφέρει τίς ἀκτίνες του σέ ὅλη τήν πλάση καί κυρίως στόν κάθε ἄνθρωπο. Πρόκειται στήν πραγματικότητα γι’ αὐτό πού λέει ὁ ἀπόστολος «καί εὐχάριστοι γίνεσθε» ἤ τό ἄλλο «ὁ λόγος ὑμῶν πάντοτε ἐν χάριτι, ἅλατι ἠρτυμένος». Γιατί; Διότι «χαίρετε ἐν Κυρίῳ πάντοτε», καθώς ὁ Κύριος μεταξύ τῶν ἄλλων ἔδωσε κι αὐτήν τήν ἐντολή, ἀπότοκο τῆς ἀναστάσιμης παρουσίας Του καί τῆς ἀληθινῆς ἀγάπης: «Χαίρετε».
Περιττό βεβαίως ἔτσι νά σημειώσουμε πόσο μακριά ἀπό τήν ἀλήθεια τῆς πίστεως καί τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὅλοι ἐκεῖνοι πού ταυτίζουν τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ μέ τή μελαγχολική διάθεση, μέ τή σκληρότητα καί τήν αὐστηρότητα, μέ τή «μιζέρια» πού λέμε, πράγματα πού τό μόνο ἀσφαλῶς πού προκαλοῦν εἶναι ἡ ἀποστροφή καί ἡ ἀντιπάθεια γιά τόν χριστιανισμό. «Δι’ ὑμᾶς βλασφημεῖται τό ὄνομά μου ἐν τοῖς ἔθνεσιν» εἶπε ὁ Κύριος, κι ὄχι μόνο γιά τούς Ἰουδαίους, ἀλλά καί γιά ὅλους ἐμᾶς, τούς κατ’ ὄνομα πολύ συχνά χριστιανούς.
«Ὁ Χριστός δέν θέλει κοντά του χοντροκομμένους ἀνθρώπους, ἀλλά λεπτούς…», συνήθιζε νά λέει ὁ ὅσιος Πορφύριος. «Ἦταν ἀπό φύσεως ἀνοικτός καί εὐχάριστος, φιλόξενος καί ἐλεήμων, γνήσιος Ἀνατολίτης», σημειώνει γιά τόν ὅσιο Παΐσιο ὁ μακαριστός ἱερομόναχος Ἰσαάκ πού ἔγραψε ὀγκῶδες βιβλίο γι’ αὐτόν. «Ἀγαποῦσε νά διηγεῖται χαριτωμένες ἱστορίες μέ πνευματικό περιεχόμενο καί νά γελᾶ ἀπό τήν καρδιά του: “Δυστυχῶς σήμερα”, ἔλεγε, “χάθηκε ἀπό τούς πολλούς τό φυσικό γέλιο”».
«Γέροντα, θέλουμε νά μᾶς κάνεις ἐδῶ μπροστά μας ἕνα θαῦμα γιά νά πιστέψουμε», εἶπε μία ὁμάδα φοιτητῶν στόν ὅσιο Παΐσιο στό Ἅγιον Ὄρος. «Εὐχαρίστως», ἀπάντησε ὁ χαρισματοῦχος καί εὐφυής ὅσιος Γέροντας. «Θά σᾶς κόψω τά κεφάλια καί μετά θά σᾶς τά κολλήσω. Μόνον νά σταθεῖτε στή σειρά μήπως κάνω κανένα σφάλμα καί κολλήσω ἄλλο κεφάλι σέ θέση ἄλλου». Στήν ἄρνηση τῶν ἔντρομων φοιτητῶν βρῆκε τήν εὐκαιρία ὁ Γέροντας νά τούς διδάξει τά σχετικά μέ τήν πίστη.
«Γέροντα, βρῆκα μία καλή κοπέλα γιά νά παντρευτῶ», εἶπε πάλι στόν ὅσιο Παΐσιο ἕνας νεαρός γνωστός του ἄνδρας. «Κρίμα», ἀπάντησε ὁ ὅσιος. «Κρίμα;» ρώτησε ἀπορημένος ὁ νεαρός. «Ναί, κρίμα, γιατί καλός ἐσύ, καλή ἡ κοπέλα, θά κοιμόσαστε ὄρθιοι. Καί τί θά γίνουν τότε οἱ ἄλλες κοπέλες, οἱ λιγότερο καλές;» Λόγος πάντοτε εὐχάριστος, πνευματώδης, ἀλλά μέ βάθος σοφίας πού ὁ καλοπροαίρετος ἄνθρωπος μποροῦσε λίγο νά καταλάβει καί νά διεισδύσει.
Τελειώνοντας: Μιλώντας γιά τούς ὁσίους Πορφύριο, Παΐσιο, Ἰάκωβο, μένουμε ἔκθαμβοι μπροστά στά πολλά καί σπουδαῖα χαρίσματά τους· τό προορατικό, τό διορατικό, τό θαυματουργικό τους χάρισμα. Μά αὐτά, γιά ἐκείνους, ἦταν δεύτερα. Δέν εἶναι τά χαρίσματα, δηλαδή οἱ δωρεές τοῦ Θεοῦ, αὐτά πού βάζουν στόν Παράδεισο: αὐτά μπορεῖ νά τά δίνει καί τά παίρνει ὁ Θεός ὅποτε κρίνει ὅτι συμφέρει τόν ἄνθρωπο. Ἡ ἀγάπη στόν Θεό καί στόν ἄνθρωπο, καί ἡ αἴσθηση τῆς μικρότητάς μας εἶναι τά πρῶτα καί οὐσιώδη. Στήν κρίση τοῦ Θεοῦ, λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος, δέν θά κριθοῦμε γιά τό ἄν δέν θαυματουργήσαμε κλπ., ἀλλά ἄν δέν πενθήσαμε γιά τίς ἁμαρτίες μας. «Δέν θά κατηγορηθοῦμε, ἀγαπητοί μου, δέν θά κατηγορηθοῦμε τήν ὥρα τοῦ θανάτου μας, διότι δέν θαυματουργήσαμε ἤ διότι δέν θεολογήσαμε ἤ διότι δέν γίναμε θεωρητικοί. Ὁπωσδήποτε ὅμως θά δώσουμε λόγο στόν Θεό, διότι δέν πενθήσαμε συνεχῶς».
Μακάρι, οἱ εὐχές καί οἱ πρεσβεῖες τῶν ὁσίων αὐτῶν τῆς ἐποχῆς μας νά σκέπουν καί νά φωτίζουν τή ζωή ὅλων μας, ἔτσι ὥστε νά πορευόμαστε πάντοτε ἐν μετανοίᾳ, δηλαδή σέ πορεία ἁγιασμοῦ, χωρίς τόν ὁποῖο «οὐδείς ὄψεται τόν Κύριον».