06 Ιουλίου, 2026

ΑΓΙΑ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΣ ΕΛΕΣΑ


     Θυγατέρα ενός ισχυρού ειδωλολάτρη άρχοντα της Πελοποννήσου, η αγία Ελέσα ανατράφηκε από τη μητέρα της στη θεοσέβεια. Η τελευταία πέθανε όταν η Ελέσα ήταν δεκατεσσάρων ετών και ο πατέρας της θέλησε να την παντρέψει· εκείνη όμως αρνήθηκε, γιατί είχε λάβει την απόφαση να αφιερώσει όλη τη ζωή της στον Χριστό. Επωφελούμενη από την απουσία του πατέρα της, μοίρασε γενναιόδωρα ελεημοσύνες και πήρε μαζί με δύο θεραπαινίδες της, το καράβι για το νησί των Κυθήρων, που τα χρόνια εκείνα ήταν έρημο και γεμάτο άγρια θηρία. Φθάνοντας η αγία ανέστησε με την προσευχή της έναν από τους ναύτες που είχε πεθάνει από δάγκωμα φιδιού και προχώρησε μέσα στο παρθένο νησί.

     Όταν επιστρέφοντας ο πατέρας της Ελέσης ανακάλυψε τη φυγή της, εξοργίστηκε και άρχισε να την αναζητά με σκοπό να τη σκοτώσει. Βρήκε τον ναυτικό και τον εξανάγκασε να τον οδηγήσει στο μέρος που είχε αφήσει τη θυγατέρα του. Μετά από πυρετώδεις αναζητήσεις τη βρήκε κοντά σε ένα ψηλό βουνό στη νότια πλευρά των Κυθήρων και προσπάθησε στην αρχή να την πείσει με τα δάκρυα και τους οδυρμούς. Εκείνη όμως αρνιόταν να τον ακολουθήσει βεβαιώνοντάς τον ότι προτιμούσε να μείνει με τα αγρίμια παρά να συμβιώνει με ειδωλολάτρες. Τότε ο πατέρας της, αφήνοντας ελεύθερη την οργή του, την άρπαξε από τα μαλλιά, την έριξε κατά γης και την ξυλοκόπησε, ενώ η αγία επαναλάμβανε συνεχώς: «Ελέησόν με ο Θεός!». Έπειτα την κρέμασε σε ένα δένδρο από τα μαλλιά και τη βασάνισε μέχρι θανάτου. Μόλις έλυσε το σώμα της, η αγία επανήλθε στη ζωή και διέφυγε. Ένας βράχος άνοιξε τότε κάτω από τα πόδια της και μπόρεσε να περάσει στην άλλη πλευρά του βουνού. Ο δήμιός της όμως τη βρήκε εκεί, έσπασε με μια πέτρα το σαγόνι της και την αποκεφάλισε (375).

     Μια από τις θεραπαινίδες της αγίας, που είχε αποσυρθεί σε απομονωμένο μέρος για να προσευχηθεί, επέστρεψε μετά την αναχώρηση του πατέρα–φονιά. Έθαψε το σώμα της Ελέσης με ευλάβεια και τις επόμενες σαράντα ημέρες άκουγε στον τόπο εκείνο αγγελικές μελωδίες. Αργότερα ήλθαν στα Κύθηρα χριστιανοί που είχαν ακούσει από το στόμα της με θαυμασμό τη διηγήση του μαρτυρίου της αγίας Ελέσης και έχτισαν πάνω από τον τάφο της μια μικρή εκκλησία που έγινε πηγή θαυμάτων. Έκτοτε η αγία Ελέσα τιμώνταν ως πολιούχους του νησιού, που είχε εκπολιτισθεί με τις προσευχές της.


Σ υ ν α ξ ά ρ ι ο ν .
     Τῇ Α΄ τοῦ μηνὸς Αὐγούστου, μνήμη τῆς ἁγίας ὁσιομάρτυρος Ἐλέσης, τῆς ἐν τῇ νήσῳ τῶν Κυθήρων ἀθλησάσης.
     Στιχ. Ἔλεος σὺ δέδοσαι παρὰ Κυρίου,
              Τῇ σῇ μητρί, παρθένε Μάρτυς Ἐλέσα.

—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.
κ στείρας ἐβλάστησας, καθάπερ ἄνθος τερπνόν, πατρὸς δὲ μισήσασα, τὴν ἀθεΐαν στερρῶς, Ἐλέσα πανένδοξε, ἔλαμψας ἐν τῇ νήσῳ, τῶν Κυθήρων ὁσίως, ἤθλησας δὲ ἐν ταύτῃ, καὶ λαμπρῶς ἐδοξάσθης· καὶ νῦν ἀναπηγάζεις, τὰ θεῖα δωρήματα.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄. Ἐπεφάνης σήμερον.
ν Κυθήροις ἔλαμψας ἀμέμπτῳ βίῳ, καὶ λαμπρῶς ἠγώνισαι, ὑπὲρ Χριστοῦ μαρτυρικῶς· ὅθεν ἀξίως δεδόξασαι, Ὁσιομάρτυς Ἐλέσα πανένδοξε.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Χαίροις ὦ Ἐλέσα νύμφη Χριστοῦ, Παρθενομαρτύρων, ἀκροθίνιον εὐκλεές· χαίροις Κυθηρίων, ὡράϊσμα καὶ σκέπη, σεμνὴ Ὁσιομάρτυς, Ἀγγέλων σύσκηνε.


[ Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 12ος (Αύγουστος),
σελ. 14–15.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Ξενοφών Κομνηνός.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»,
Αθήναι, Μάρτιος 2009.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός.]
https://toeilhtarion.blogspot.com/2020/08/blog-post.html

ΘΑ ΠΕΘΑΝΩ ΓΙΑ ΤΗΝ ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ"

 

3 Ιουλίου 1943: Δολοφονείται από τους γερμανούς, ο 32χρονος Ιεροκύρηκας Λοχαγός, Αρχιμανδρίτης Ιωακείμ Λιούλιας.
Γεννήθηκε στο χωριό Κρόκος της Κοζάνης. Μόλις τελείωσε το γυμνάσιο έφυγε στην Κων/πολη. Εκεί, γράφτηκε στην θεολογική σχολή Χάλκης. Όταν πήρε το πτυχίο του, γύρισε στην πατρίδα του, όπου διορίστηκε ιεροκήρυκας στην ιερά Μητρόπολη Σερβίων και Κοζάνης.
Στην συνέχεια, κλήθηκε να υπηρετήσει την πατρίδα ως έφεδρος Ανθυπολοχαγός πεζικού. Όταν απολύθηκε, πήρε την μεγάλη απόφαση να γίνει κληρικός και χειροτονήθηκε διάκονος.
Όταν άρχισε η επίθεση των Ιταλών, ο Αρχιμανδρίτης Ιωακείμ, βρέθηκε στις πρώτες γραμμές των πολεμικών επιχειρήσεων. Ως στρατιωτικός ιερέας με τον βαθμό του Λοχαγού, υπηρέτησε στην 15η Μεραρχία Πεζικού. Με κίνδυνο της ζωής του έτρεχε κοντά στους στρατιώτες που πολεμούσαν με αυτοθυσία τον ξένο επιδρομέα.
Με το κήρυγμα, την εξομολόγηση, την φιλανθρωπία συμπαραστάθηκε ενεργά στις δύσκολες ώρες των Ελλήνων. Για να βοηθήσει τον λαό, εντάχθηκε στην οργάνωση της "Χριστιανικής αλληλεγγύης" και πολλοί σώθηκαν από τον θάνατο, τις φυλακές και τα βασανιστήρια, χάριν στις δικές του φροντίδες και ενέργειες. Δυνατός και αποφασιστικός, αντιμετώπιζε τις δυσκολίες και τα εμπόδια με ψυχραιμία και αισιοδοξία.
Εμψύχωνε και ενθάρρυνε τον κόσμο και δούλευε για την λευτεριά της σκλαβωμένης Ελλάδος. Ερχόταν σε επικοινωνία με καπετάνιους της Εθνικής αντιστάσεως και διευκόλυνε το έργο τους. Συχνά τους πληροφορούσε για τις κινήσεις των κατακτητών, αλλά οι Γερμανοί δεν άργησαν να το μάθουν.
Ήταν 5 Μάιου 1943, όταν όρμησαν οι Γερμανοί την ώρα που κοιμόταν. Τον σήκωσαν με τις κλωτσιές και δεν τον άφησαν να ντυθεί. Τον μετέφεραν στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως όπου είχαν κλείσει και άλλους συμπατριώτες του. Έπειτα από δυο ημέρες τον μετέφεραν στις γερμανικές φυλακές Θες/νίκης 501. Εκεί του έκαναν εξαντλητική ανάκριση για να του αποσπάσουν μυστικά, τον κακοποιούσαν πολλές ημέρες συνέχεια, τον άφηναν νηστικό και όταν ζητούσε νερό του έδιναν κάποιο υγρό που τον έκανε να διψάει πιο πολύ. Παρόλες τις ταλαιπωρίες και τα μαρτύρια, ο Πατέρας Ιωακείμ αρνήθηκε επίμονα να φανερώσει αυτά που ζητούσαν οι εχθροί της Ελλάδος.
Ο αοίδιμος Μητροπολίτης Τρίκκης και Στάγων Διονύσιος Χαραλάμπους που ήταν κι αυτός στις ίδιες φυλακές, γράφει για τον Ιωακείμ Λιούλια:
"Τα μαρτύριά του στην ώρα της ανακρίσεως που κράτησε 2 ½ ώρες ήταν εφιαλτικά. Όταν τον αντίκρισαν οι συγκρατούμενοί του, ήταν παραμορφωμένος από το ξύλο, χωρίς ράσο και αντερί. Όταν τους έβγαζαν στην αυλή, εκείνος που τραβούσε περισσότερο την προσοχή ήταν ο Πατέρας Ιωακείμ. Περπατούσε καμαρωτός, πάντα με ψηλά το κεφάλι. Στην όψη του ήταν απλωμένη η Χριστιανική ηρεμία και γαλήνη. Και όλο σιγόψελνε όμορφα και κατανυκτικά".
Κάποιος άλλος που ήταν μαζί του στην φυλακή, έλεγε ότι ο Πατέρας Ιωακείμ ήταν σπάνιος κληρικός. Όλες τις ώρες που έμεινε εκεί, έψελνε και προσευχόταν με ευλάβεια.
Είχε βαθιά πίστη, κι αυτό τον έκανε να μην χάσει το θάρρος του ως την τελευταία στιγμή. Όλοι τον θαύμαζαν. Όταν μια μέρα ο Γερμανός φρουρός τον πείραξε περιφρονητικά για τον κλήρο, αυτός με αξιοθαύμαστο θάρρος απάντησε:
"Είμαι Έλληνας παπάς και θα πεθάνω για την θρησκεία και την Ελλάδα".
Τον πήραν από την φυλακή μαζί με άλλους πενήντα στρατιώτες και όταν τους ντουφέκισαν ο Ιωακείμ ζητωκραύγασε: "Για την Πατρίδα".
Ήταν 3 Ιουλίου 1943.