Μετά από αυτό αναζητήστε με CTRL+F αυτήν την γραμμή . Αντώνιος Παρασκευόπουλος

Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2021

'' ΑΦΗΣΤΕ ΜΕ ΝΑ ΖΗΣΩ '' ΛΕΕΙ ΚΑΙ ΕΝΝΟΕΙ ΝΑ ΠΕΘΑΝΩ !

Τὸν ἅγιο Ἰγνάτιο τὸν ἔχουν συλλάβει στὴν Ἀντιόχεια, ὅπου γιὰ χρόνια πολλὰ ὑπῆρξε ἐπίσκοπος, καὶ τὸν ὁδηγοῦν σιδηροδέσμιο στὴ Ρώμη γιὰ νὰ τὸν ρίξουν στὰ θηρία. Βρισκόμαστε στὶς ἀρχὲς τοῦ 2ου μ.Χ. αἰώνα, ὅταν αὐτοκράτορας στὴ Ρώμη εἶναι ὁ Τραϊανός, ὁ ὁποῖος κινεῖ σκληρὸ διωγμὸ κατὰ τῶν χριστιανῶν μεταξὺ τῶν ἐτῶν 107-118. Τὸν γέροντα ἐπίσκοπο συνοδεύει φρουρὰ δέκα στρατιωτῶν, οἱ ὁποῖοι, δικαιώνοντας τὸ ὄνομα τοῦ τάγματος στὸ ὁποῖο ἀνήκουν, τοῦ ἐπιδεικνύουν συμπεριφορὰ «λεοπαρδάλεων», ὅπως ὁ ἴδιος γράφει. Καθὼς ὁδεύει ὁ θεοφόρος ἅγιος πρὸς τὸ μαρτύριο, πληροφορεῖται πὼς κάποιοι χριστιανοὶ τῆς Ρώμης ἔχουν ἤδη κινηθεῖ πρὸς τὶς ἀρχὲς τῆς πόλεως, προκειμένου νὰ ἐπιτύχουν τὴν ἀνάκληση τῆς θανατικῆς του ποινῆς «διὰ θηριομαχίας» στὸ Κολοσσαῖο. 

Καὶ τότε ἀμέσως τοὺς ἀπευθύνει ἐπιστολή, τὴν περίφημη «πρός Ρωμαίους» ἐπιστολή του1 . Διαβάζοντας κανεὶς τὴν ἐπιστολὴ αὐτή, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ κυριευθεῖ ἀπὸ ἔντονο αἴσθημα ἀπορίας. Ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος, ὁ ὁποῖος διαβεβαίωνε γιὰ τὸν ἑαυτό του ὅτι ἦταν ὁ θεοφόρος, ὁ «Χριστὸν ἔχων ἐν στέρνοις», ἐκεῖνος ποὺ κρατοῦσε τὸν Χριστὸ μέσα στὰ στέρνα του, χρησιμοποιεῖ πρὸς τοὺς Ρωμαίους παράδοξη γλώσσα: «Συγχωρέστε με, ἀδελφοί. Ἀφῆστε με νὰ ζήσω· μὴ θέλετε νὰ πεθάνω»! Μὰ αὐτὸ ἀκριβῶς δὲν ἤθελαν καὶ οἱ χριστιανοὶ τῆς Ρώμης; Γι’ αὐτὸ κιόλας δὲν εἶχαν κάνει ἐνέργειες πρὸς τὸν αὐτοκράτορα, προκειμένου νὰ ἀποτραπεῖ ὁ θάνατός του; «Σύγγνωτέ μοι, ἀδελφοί· μὴ ἐμποδίσητέ μοι ζῆσαι, μὴ θελήσητέ με ἀποθανεῖν». Τί εἶναι αὐτὸ ποὺ λέει ὁ ἅγιος; Συνεχίζει μάλιστα παρακαλώντας τους νὰ τὸν λυπηθοῦν καὶ νὰ μὴν τὸν ἀδικήσουν. Καὶ τελειώνοντας τὴν ἐπιστολή του, κάνει ἔκκληση στὴν ἀγάπη τους καὶ τοὺς ἱκετεύει νὰ μὴν εἰσπράξει ἐκ μέρους τους τὸ μίσος. Πῶς, ἀλήθεια, ἑρμηνεύονται ὅλα αὐτά; Τὴν ἀπάντηση τὴ δίνει ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος: «Εἴ τις αὐτόν (τὸν Χριστόν) ἐν ἑαυτῷ ἔχει, νοησάτω ὃ θέλω... εἰδὼς τὰ συνέχοντά με». Ὅποιος ἔχει τὸν Χριστὸ μέσα του, αὐτὸς ἂς καταλάβει τί εἶναι αὐτὸ ποὺ θέλω· ἂς ἐννοήσει ἀπὸ τί ἔχω καταληφθεῖ. Ἔχει πάθει ἐσωτερικὴ κατάληψη ὁ ἅγιος. Ἕνα πάθος, πάθος ἱερὸ τὸν συνέχει. Πάθος ποὺ τὸν κάνει νὰ τὰ βλέπει ὅλα ἀνάποδα. Ἡ παράθεση μέρους τῆς ἐπιστολῆς του τὸ ἀποδεικνύει: «Ἐλπίζω νὰ σᾶς χαιρετήσω δέσμιος γιὰ τὸν Ἰησοῦ Χριστό, ἐὰν βεβαίως ἀξιωθῶ νὰ φτάσω ἔτσι ὣς τὸ τέλος. Γιατὶ φοβοῦμαι τὴν ἀγάπη σας μὴ μὲ ἀδικήσει. Διότι σὲ σᾶς εἶναι εὔκολο νὰ κάνετε ὅ,τι θέλετε, σὲ μένα ὅμως εἶναι δύσκολο νὰ φτάσω στὸ Θεό, ἐὰν ἐσεῖς δὲν μὲ λυπηθεῖτε (...). »Σᾶς παρακαλῶ, μὴ μοῦ δείχνετε ἀγάπη ψεύτικη. Σιτάρι εἶμαι τοῦ Θεοῦ καὶ ἀλέθομαι στὰ δόντια τῶν θηρίων, ὥστε νὰ βρεθῶ ἄρτος καθαρὸς τοῦ Χριστοῦ. Καλύτερα παρακινῆστε τὰ θηρία νὰ γίνουν ὁ τάφος μου καὶ νὰ μὴν ἀφήσουν τίποτε ἀπὸ τὸ σῶμα μου. Χαρά μου τὰ θηρία ποὺ ἑτοιμάστηκαν γιὰ μένα, καὶ προσεύχομαι νὰ τὰ συναντήσω σύντομα. Καὶ μάλιστα θὰ τὰ ἐξωθήσω νὰ μὲ καταβροχθίσουν γρήγορα, ὄχι ὅπως συνέβη σὲ κάποιους, μπροστὰ στοὺς ὁποίους δείλιασαν καὶ δὲν τοὺς ἄγγιξαν. Κι ἂν αὐτὰ δὲν θελήσουν, ἐγὼ θὰ τὰ ἐξαναγκάσω. Συγχωρέστε με, ξέρω ἐγὼ τί μὲ συμφέρει. Τίποτε ἂς μὴ βρεθεῖ νὰ μὲ τραβήξει πίσω, ὁρατὸ ἢ ἀόρατο, προκειμένου νὰ μὲ ἐμποδίσει νὰ συναντήσω τὸν Ἰησοῦ Χριστό. Φωτιὰ καὶ σταυρός, συμπλοκὲς θηρίων, κομματιάσματα, διασκορπισμοὶ τῶν ὀστῶν μου, τεμαχισμὸς τῶν μελῶν, ἀλεσμοὶ ὅλου τοῦ σώματος, φρικτὰ βασανιστήρια τοῦ διαβόλου, ὅλα ἂς πέσουν πάνω μου, μόνο νὰ κερδίσω τὸν Ἰησοῦ Χριστό»! 
 Ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος φλέγεται ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ: «Ἐκεῖνον ζητῶ, ποὺ πέθανε γιὰ μᾶς. Ἐκεῖνον ποθῶ, ποὺ ἀναστήθηκε γιὰ μᾶς. Ὅπου νά ʼναι, ἡ γέννησή μου πλησιάζει. Συγχωρέστε με, ἀδελφοί, μὴ μὲ ἐμποδίσετε νὰ ζήσω, μὴ θελήσετε νὰ πεθάνω! ‘‘ Ὁ ἐμὸς ἔρως ἐσταύρωται’’, καὶ μέσα μου δὲν ὑπάρχει πιὰ καμιὰ ὑλικὴ ἐπιθυμία ποὺ νὰ μὲ καίει, παρὰ ἕνα νερὸ ζωντανὸ ποὺ κυλᾶ καὶ μιλάει ἀπὸ μέσα μου καὶ μοῦ λέει: Ἔλα στὸν Πατέρα. Δὲν ἐπιθυμῶ τροφὴ ὑλική, οὔτε ἡδονὲς τῆς ζωῆς αὐτῆς. ‘‘ Ἄρτον Θεοῦ θέλω, ὅ ἐστι σὰρξ Ἰησοῦ Χριστοῦ... καὶ πόμα (=ποτό) θέλω τὸ αἷμα αὐτοῦ, ὅ ἐστιν ἀγάπη ἄφθαρτος’’. Παρακαλέστε γιὰ μένα νὰ τὰ πετύχω αὐτά. Ἐὰν πάθω, τότε πράγματι μὲ ἀγαπᾶτε. Ἐὰν ὄχι, μὲ μισεῖτε»! 
 Σὲ ἄλλες σφαῖρες κινεῖται ὁ ἅγιος. Σὲ ἄλλες συχνότητες. Ἀντίθετες ἀπὸ τὶς δικές μας. «Ἀφῆστε με νὰ ζήσω», λέει, κι ἐννοεῖ νὰ πεθάνω. «Μὴ θελήσετε νὰ πεθάνω», κι ἐννοεῖ νὰ ζήσω. «Ὅπου νά ʼναι ἡ γέννησή μου πλησιάζει», γράφει, κι ἐννοεῖ τὸν θάνατό του. «Λυπηθεῖτε με», ἱκετεύει τοὺς χριστιανοὺς τῆς Ρώμης, κι ἐννοεῖ νὰ μὴν κάνουν καμιὰ ἐνέργεια ἀπελευθερώσεώς του. «Μὲ μισεῖτε», τοὺς δηλώνει, στὴν περίπτωση ποὺ θὰ κατορθώσουν νὰ τὸν ἀπαλλάξουν ἀπὸ τὰ θηρία. Αὐτοὶ εἶναι οἱ ἅγιοι! Αὐτοὶ ποὺ ἀγάπησαν τὸν Χριστὸ πέρα καὶ πάνω ἀπὸ καθετί. Τὸ μεγάλο ἐρώτημα εἶναι: Αὐτοὶ τὰ βλέπουν ἀνάποδα, ἢ ἐμεῖς, ποὺ ζοῦμε αὐτὴ τὴ συμβατικὴ καὶ ψεύτικη ζωή; «Εἴ τις τὸν Χριστὸν ἐν ἑαυτῷ ἔχει, νοησάτω... τὰ συνέχοντα» τὴν ψυχὴ τοῦ ἁγίου. Τῶν ἁγίων! 
 1. Ἁγίου Ἰγνατίου τοῦ θεοφόρου, Ἐπιστολὴ «Πρὸς Ρωμαίους», ΕΠΕ 4, 113-121. 
 ΟΣΩΤΗΡ2103

Τρίτη, 19 Ιανουαρίου 2021

'' ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΠΕΦΤΕΙ ΔΕΝ ΣΗΚΩΝΕΤΑΙ ;''

Ο προφήτης Ἱερεμίας, «ὁ τῶν προφητῶν συμπαθέστατος», μὲ προφητικὴ δύναμη ὡς «στόμα Θεοῦ» κηρύττει μετάνοια στὸν Ἰσραηλιτικὸ λαό. Ἕνα ἀπὸ τὰ ἐπιχειρήματα ποὺ χρησιμοποιεῖ φαίνεται ἁπλούστατο στὴ διατύπωσή του, ἀλλ’ εἶναι πειστικότατο: «Τάδε λέγει Κύριος· μὴ ὁ πίπτων οὐκ ἀνίσταται; ἢ ὁ ἀποστρέφων οὐκ ἀναστρέφει;» Αὐτὰ λέει ὁ Κύριος: Μήπως ἐκεῖνος ποὺ πέφτει, δὲν σηκώνεται; Ἢ μήπως ἐκεῖνος ποὺ ἔχασε τὸν δρόμο του, δὲν προσπαθεῖ νὰ τὸν βρεῖ πάλι καὶ νὰ ἐπιστρέψει (Ἱερ. η΄ 4); Πράγματι· δὲν ὑπάρχει ὑγιὴς ἄνθρωπος ποὺ νὰ πέφτει, εἴτε γιατὶ σκόνταψε εἴτε γιατὶ γλίστρησε, εἴτε γιὰ κάποια ἄλλη αἰτία, καὶ νὰ λέει: Ἀφοῦ ἔπεσα, ἂς μείνω γιὰ πάντα πεσμένος. Ἀπεναντίας, μόλις πέσει, κάνει ἀμέσως προσπάθεια νὰ σηκωθεῖ. Ἀκόμη κι ἂν ἔχει βαριὰ τραυματισθεῖ καὶ δὲν μπορεῖ νὰ σηκωθεῖ μόνο μὲ τὶς δικές του δυνάμεις, φωνάζει βοήθεια νὰ ἔλθουν ἄλλοι νὰ τὸν σηκώσουν. Παρόμοια κινητικότητα ἐκδηλώνει κι αὐτὸς ποὺ ἔχασε τὸν δρόμο του. Δὲν λέει: Ἀφοῦ ἔχασα τὸν δρόμο μου, ἂς μείνω γιὰ πάντα ἐδῶ. Ἀλλὰ ψάχνει νὰ βρεῖ τὸ μονοπάτι, προσπαθεῖ νὰ προσανατολισθεῖ, ρωτάει κι ἄλλους ἀνθρώπους, μέχρις ὅτου βρεῖ τὸν δρόμο του καὶ ἀκολουθήσει τὴ σωστὴ πορεία. Τὸ ἴδιο ὄφειλε νὰ κάνει καὶ ὁ Ἰσραηλιτικὸς λαός. Τὸ ἴδιο ὀφείλουμε νὰ κάνουμε κι ἐμεῖς. Μόλις πέφτουμε στὴν ἁμαρτία, ἀμέσως νὰ σηκωνόμαστε μὲ τὴ μετάνοια. Χωρὶς χρονοτριβή! Μόλις χάνουμε τὸν δρόμο μας, νὰ μὴ συνεχίζουμε νὰ βαδίζουμε στὰ σκοτάδια τῆς πλάνης καὶ τῆς ἁμαρτίας, ἀλλὰ νὰ ἀκολουθοῦμε τὸν Χριστό, ποὺ εἶναι «ἡ ὁδός, ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή». Ὅμως στὴν πράξη, τὸ ἔκανε αὐτὸ ὁ Ἰσραηλιτικὸς λαός; Δυστυχῶς δὲν τὸ ἔκανε πάντοτε. Ἄλλοτε παρουσιαζόταν σκληρὸς καὶ ἀμετανόητος κι ἄλλοτε ἀλληθώριζε πρὸς τὴν εἰδωλολατρία. Τὸ κάνουμε τάχα ἐμεῖς; Δυστυχῶς, οὔτε κι ἐμεῖς τὸ κάνουμε πάντοτε. Ἄλλοτε μένουμε στὴν πτώση μας κι ἄλλοτε συνεχίζουμε νὰ βαδίζουμε σὲ λάθος δρόμο. Τὸ προφητικὸ βιβλίο τῆς Ἀποκαλύψεως ἀναφέρει ρητῶς ὅτι οἱ ἁμαρτωλοὶ τῶν ἐσχάτων ἀντὶ νὰ μετανοοῦν γιὰ τὶς ἁμαρτίες τους καὶ νὰ δίνουν δόξα στὸν ἅγιο Θεό, θὰ παραμένουν ἀμετανόητοι στὶς πτώσεις τους καὶ θὰ ἐξακολουθοῦν νὰ προσκυνοῦν τὰ δαιμόνια καὶ τὰ εἴδωλα (ις΄ 9· θ΄ 20). Τόσο πολὺ γοητεύει τὸν ἄνθρωπο ἡ εὐπερίστατη ἁμαρτία, ποὺ δὲν ἐννοεῖ νὰ τὴν ἀποχωρισθεῖ. Ὅπως τὸ ἄγριο ζῶο ποὺ τραυματίζει τὴ γλώσσα του, γλείφοντας μία λίμα, ἐξακολουθεῖ νὰ τὴ γλείφει, διότι εὐχαριστεῖται ἀπὸ τὴ γεύση τοῦ αἵματος, ἔτσι κι ὁ ἀμετανόητος ἄνθρωπος, παρόλο ποὺ τραυματίζεται ἁμαρτάνοντας, ἐξακολουθεῖ νὰ ἁμαρτάνει, διότι δελεάζεται ἀπὸ τὸ ἀπατηλὸ προσωπεῖο της. Ὅμως ἡ ἀμετανοησία μας λυπεῖ τὸν ἅγιο Θεό, ὁ Ὁποῖος μᾶς ἀνακαλεῖ μὲ τὴ φωνὴ τοῦ προφήτου Ἱερεμίου λέγοντας: «Γιατί ὁ λαός μου μένει στὴν ἠθικὴ πτώση του καὶ πορεύεται σὲ λάθος δρόμο, ἀντὶ νὰ ἐπιστρέψει στὸ σωστὸ καὶ σωτήριο;» (Ἱερ. η΄ 5). Εἶναι ὁπωσδήποτε πτώση μεγάλη ἡ διάπραξη τῆς ἁμαρτίας. Ἀλλὰ τὸ νὰ παραμένουμε στὴν πτώση μας εἶναι ἀκόμη χειρότερο κακὸ ποὺ παροργίζει τὸν ἅγιο Θεό. «Οὐκ ἐγκαλῶ, φησίν, ὅτι ἔπεσας. Ἀλλ’ ὅτι μένεις ἐπὶ τῷ πτώματι, τοῦτό με παροξύνει». Δὲν σὲ κατηγορῶ τόσο πολὺ ποὺ ἔπεσες, ὅσο σὲ κατηγορῶ ποὺ παραμένεις στὴν πτώση σου. Αὐτὸ μὲ ἐξοργίζει περισσότερο, τονίζει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος (PG 64, 844). Γράφει ἀκόμη ὁ χρυσορρήμων Πατὴρ σ’ ἕνα μοναχὸ ποὺ ὀνομαζόταν Θεόδωρος: «Οὐ δεινόν, ὦ φίλε Θεόδωρε, τὸ παλαίοντα πεσεῖν, ἀλλὰ τὸ μεῖναι ἐν τῷ πτώματι» (PG 47, 369). Δὲν εἶναι φοβερὸ νὰ πέσει ὁ παλαιστής, ἀλλὰ νὰ παραμείνει πεσμένος κάτω στὸ χῶμα. Δὲν εἴμαστε ἄπτωτοι οἱ ἄνθρωποι. Λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς «Κλίμακος» ὅτι «ἀγγέλων ἐστὶ τὸ μὴ πίπτειν... ἀνθρώπων δὲ τὸ πίπτειν καὶ πάλιν ἀνίστασθαι, ὁσάκις ἂν τοῦτο συμβῇ», νὰ πέφτουν, ἀλλὰ καὶ νὰ σηκώνονται πάλι ὅταν πέσουν (Κλῖμαξ Δ΄, κζ΄). Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ μένουμε στὴν πτώση μας, ἀλλὰ νὰ μετανοοῦμε γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας. Ἐὰν μετανοοῦμε εἰλικρινῶς, ὁ ἅγιος Θεὸς θὰ δέχεται τὴ μετάνοιά μας καὶ θὰ μᾶς συγχωρεῖ. «Οὐκ ἔστιν ἁμαρτία ἀσυγχώρητος, εἰ μὴ ἡ ἀμετανόητος», γράφει ὁ ὅσιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος (Ἀσκητικά, Λόγος Λ΄). Μόνο οἱ ἀμετανόητες ἁμαρτίες μας παραμένουν ἀσυγχώρητες. Ὅλες οἱ ἄλλες συγχωροῦνται. Ὁ ὅσιος Ἰωάννης τῆς «Κλίμακος» συμβουλεύει τὰ τραύματά μας νὰ θεραπεύονται ὅσο ἀκόμη εἶναι φρέσκα καὶ ζεστά. Διότι τὰ χρόνια καὶ παραμελημένα τραύματα δύσκολα θεραπεύονται (Κλῖμαξ Ε΄, ιβ΄). Τὸ ἄριστο βεβαίως εἶναι νὰ ἀποστρεφόμαστε τελείως τὴν ἁμαρτία. Νὰ ἀγωνιζόμαστε νὰ μὴν ἁμαρτάνουμε. Ἀλλὰ κι ἂν ἁμαρτήσουμε, ἀμέσως νὰ σηκωνόμαστε. Κι ἂν ξαναπέσουμε στὴν ἁμαρτία, πάλι νὰ σηκωνόμαστε. «Ἐὰν πάλιν ἁμάρτῃς, πάλιν με τανόησον»! Τὸ «πίπτ’ ἔγειραι» τῶν ἀσκητικῶν βιβλίων αὐτὴ τὴν ἔννοια ἔχει: Μόλις πέφτουμε, νὰ σηκωνόμαστε. Νὰ προσερχόμαστε στὸ φιλάνθρωπο Μυστήριο τῆς ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως καὶ νὰ ζητοῦμε ἀπὸ τὸν Θεὸ συγχώρηση. Μέχρις ὅτου μᾶς πάρει ὁ ἅγιος Θεὸς στὴ Βασιλεία Του, ὁπότε θὰ παύσουμε πλέον νὰ πέφτουμε.ΟΣΩΤΗΡ2103