13 Σεπτεμβρίου, 2026

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ


Ο εν Αθήναις δι’ αγχόνης τελειωθείς ένθεος φιλόσοφος και φλογερός απολογητής

Μέσα στη μακρόχρονη πορεία της ενδόξου ιστορίας της Αποστολικής Εκκλησίας των Αθηνών διέλαμψαν από τους πρώτους κιόλας χριστιανικούς αιώνες φωτεινές και αγιασμένες μορφές που αγωνίστηκαν με σθένος και παρρησία για την κατάρριψη της πλάνης των ειδώλων και τη θεμελίωση της διδασκαλίας του χριστιανισμού. Ανάμεσα σ’ αυτούς τους φωταυγείς πνευματικούς αστέρες που λαμπρύνουν το πνευματικό στερέωμα, συναριθμείται και ο «τῷ Χριστῷ προσηνέχθης θυσία ἄμωμος καί ὁλοκάρπωμα θεῖον αἰωρηθείς ἀπηνῶς ἐν ἀγχόνῃ» ηγλαϊσμένος και στεφανηφόρος μάρτυς του Χριστού, άγιος Αριστείδης.
Ο επιφανής αυτός Αθηναίος φιλόσοφος αναδείχθηκε φλογερός απολογητής κατά τον 2ο μ.Χ. αιώνα και η Ορθόδοξη Εκκλησία μας τιμά και γεραίρει την ιερά του μνήμη στις 13 Σεπτεμβρίου. Υπήρξε κλεινός γόνος των Αθηνών και θαρραλέος ομολογητής της χριστιανικής πίστεως και κατέστη ευρέως γνωστός στην Εκκλησιαστική Ιστορία και Πατρολογία από την αρχαιότερη σωζόμενη απολογία του υπέρ των διωκομένων χριστιανών που φέρει τον τίτλο «Περί θεοσεβείας». Το αρχαιότερο αυτό απολογητικό σύγγραμμα τον ανέδειξε μάλιστα σε εγκαλλώπισμα και θησαύρισμα μέσα στην ευλογημένη χορεία των διδασκάλων και απολογητών της χριστιανικής πίστεως.

Ο υμνηθείς ως «ωράισμα» της Αποστολικής Εκκλησίας των Αθηνών άγιος Αριστείδης γεννήθηκε και διέλαμψε κατά τον 2ο μ.Χ. αιώνα στην περιώνυμη πόλη των Αθηνών, η οποία υπήρξε ανέκαθεν σπουδαιότατο πολιτιστικό και καλλιτεχνικό κέντρο, αφού συνέβαλε αποφασιστικά στην εξέλιξη του ευρωπαϊκού πολιτισμού και την ανοδική πορεία του ανθρώπινου πνεύματος. Έμεινε γνωστός με τον τίτλο «ο φιλόσοφος», αφού σπούδασε κλασική φιλοσοφία στην περίφημη Φιλοσοφική Σχολή των Αθηνών. Η πνευματική όμως ακτινοβολία των δύο χαρισματικών και φωτισμένων Αθηναίων ιεραρχών, του αγίου Ιεροθέου και του αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου, οι οποίοι κήρυτταν στο περιώνυμο «κλεινόν ἄστυ» Σταυρωθέντα και Αναστάντα Κύριο, σαγήνευσε τον διαπρεπή Αθηναίο φιλόσοφο Αριστείδη σε τέτοιο βαθμό, ώστε εγκολπώθηκε τον Ιησού Χριστό ως τον μόνο αληθινό Θεό, αφού προηγουμένως κατέστη περίδοξος και ευπειθέστατος μαθητής τους. Μάλιστα οι δύο αυτοί επιφανείς και θεόπνευστοι επίσκοποι της πόλεως των Αθηνών μεταλαμπάδευσαν τόσο βαθιά τη χριστιανική πίστη στον μέχρι πρότινος ειδωλολάτρη φιλόσοφο Αριστείδη, ώστε αργότερα αναδείχθηκε ένθερμος υπερασπιστής του χριστιανισμού και του ήθους των χριστιανών, διαπρύσιος κήρυκας του λόγου του Θεού και ακλόνητος στύλος των διωκομένων χριστιανών.

Ο μεταστραφείς στον χριστιανισμό επιφανής Αθηναίος φιλόσοφος συνέβαλε αποφασιστικά και δυναμικά στην εδραίωση και διάδοση του μηνύματος της χριστιανικής αλήθειας στην «κατείδωλον» πόλη των Αθηνών και αγωνίστηκε με τη φλογερή του πίστη και το σθεναρό του φρόνημα σε μία ιδιαίτερα δύσκολη και κρίσιμη εποχή για την πορεία της Εκκλησίας. Άλλωστε ο αγώνας του για την υπεράσπιση της ακραιφνούς χριστιανικής πίστεως και των αιωνίων αληθειών του Ευαγγελίου του Χριστού ήταν ιδιαίτερα επίπονος και επικίνδυνος, αφού οι ειδωλολάτρες έπρεπε να επηρεαστούν θετικά υπέρ της πίστεως στον έναν και αληθινό Θεό και να σταματήσει η ιουδαϊκή αμφισβήτηση έναντι του χριστιανισμού.

Όμως την εποχή αυτή οι σκληροί διωγμοί εναντίον των χριστιανών της Ρώμης, έθεσαν σε μεγάλο κίνδυνο και τους χριστιανούς της Αθήνας που αποτελούσαν μία ολιγάριθμη χριστιανική κοινότητα. Σ’ αυτή την κρίσιμη χρονική στιγμή ο ευγλωττότατος Αθηναίος χριστιανός φιλόσοφος Αριστείδης ανέλαβε με αξιομνημόνευτη παρρησία την υπεράσπιση των διωκομένων χριστιανών. Έτσι αισθανόμενος την ανάγκη να αποκρούσει τις άδικες και αήθεις κατηγορίες που είχαν προσάψει οι ειδωλολάτρες εναντίον των χριστιανών, αλλά και να υπεραμυνθεί της εναρέτου βιοτής τους και της υπεροχής της διδασκαλίας του χριστιανισμού έναντι των άλλων θρησκειών, συνέγραψε την περίφημη απολογία «Περί θεοσεβείας» που αποτελεί και το αρχαιότερο σωζόμενο απολογητικό κείμενο. Στην απολογία αυτή, η οποία επιδόθηκε στον αυτοκράτορα Αδριανό (117-138) σύμφωνα με τον εκκλησιαστικό ιστορικό Ευσέβιο ή στον διάδοχό του, Αντωνίνο τον Ευσεβή (138-161) σύμφωνα με τη συριακή μετάφραση της απολογίας, καταρρίπτεται η πίστη στους ειδωλολατρικούς θεούς, στηλιτεύεται ο έκλυτος βίος των ειδωλολατρών και προβάλλεται η υπεροχή της χριστιανικής πίστεως.

Το απολογητικό αυτό κείμενο που αποτελεί πνευματικό καρπό της άρτιας γνώσεως του αγίου τόσο στην Αγία Γραφή όσο και στα κυρίαρχα φιλοσοφικά ρεύματα της εποχής του, αποτελείται συνολικά από δέκα επτά κεφάλαια. Στην αρχή προσπαθεί να δημιουργήσει κλίμα ευμενούς επικοινωνίας με τον αυτοκράτορα, αφού ομολογεί ότι ήρθε στον κόσμο «προνοίᾳ Θεοῦ» και αφού παρατήρησε τη γη, τη θάλασσα και τον ήλιο, θαύμασε τη «διακόσμησιν τούτων». Κατόπιν ομολογεί ότι παρατηρώντας «τόν κόσμον καί τά ἐν αὐτῷ πάντα» κατανόησε ότι όλα κινούνται και συγκροτούνται από τον Θεό, αφού «πᾶν τό κινοῦν ἰσχυρότερον τοῦ κινουμένου καί τό διακρατοῦν ἰσχυρότερον τοῦ διακρατουμένου ἐστίν». Γι’ αυτό και ομολογεί ότι ο Θεός εκ της φύσεώς Του είναι ασύλληπτος, αυτογενές είδος, άναρχος, ατελεύτητος, απεριόριστος, άρρητος, ενώ δεν έχει οργή και οργιλότητα, δεν πλανάται και δεν λησμονεί, δεν έχει την ανάγκη θυσίας και σπονδής, αφού όλοι και όλα Τον έχουν απόλυτη ανάγκη.

Στη συνέχεια διαιρεί τους ανθρώπους σε τρία γένη ανάλογα με τις θρησκευτικές τους αντιλήψεις. Έτσι υπάρχουν οι Εθνικοί, δηλαδή οι προσκυνητές των ειδωλολατρικών θεών που υποδιαιρούνται σε Χαλδαίους, Έλληνες και Αιγυπτίους, οι Ιουδαίοι και οι Έλληνες. Για τους Χαλδαίους υποστηρίζει ότι έπεσαν σε μεγάλη πλάνη, αφού χαρακτηριστικά αναφέρει ότι «Πλάνην μεγάλην ἐπλανήθησαν οἱ Χαλδαῖοι ὀπίσω τῶν ἐπιθυμημάτων αὐτῶν, σέβονται γάρ τά φθαρτά στοιχεῖα καί τά νεκρά ἀγάλματα καί οὐκ αἰσθάνονται ταῦτα θεοποιούμενοι». Όμως και οι Έλληνες στηλιτεύονται από τον άγιο Αριστείδη, αφού δεν πιστεύουν στον ένα και αληθινό Θεό, αλλά μένουν προσηλωμένοι στους ψεύτικους ειδωλολατρικούς θεούς του ελληνικού πανθέου με τον έκλυτο βίο τους. Αναφέρει μάλιστα χαρακτηριστικά γι’ αυτούς: «ἐμωράνθησαν χεῖρον τῶν Χαλδαίων, παρεισάγοντες θεούς πολλούς γεγενῆσθαι, τούς μέν ἄρρενας, τάς δέ θηλείας, παντοίων δούλους παθῶν καί παντοδαπῶν δημιουργούς ἀνομημάτων». Μάλιστα η πλάνη των ειδωλολατρικών θεών, τους οποίους οι Έλληνες παρουσιάζουν ως μοιχούς, δολοφόνους, κλέφτες, πατροκτόνους και αδελφοκτόνους, προκάλεσε στην ανθρωπότητα πολέμους, λιμούς, σφαγές και αιχμαλωσίες, γεγονός που αποδεικνύει την έκπτωση των ψεύτικων θεών των Ελλήνων και την αδυναμία επιστροφής τους στον αληθινό Θεό. Ενδεικτικό είναι ότι ο άγιος Αριστείδης παρουσιάζει λεπτομερώς τα στοιχεία εκείνα για κάθε ειδωλολατρικό θεό που αποδεικνύουν την ηθική έκπτωσή του. Μ’ αυτόν τον τρόπο αναδεικνύεται και θεμελιώνεται η ανωτερότητα της διδασκαλίας του χριστιανισμού και η υπεροχή του ήθους των χριστιανών. Αναφορικά με τους Αιγυπτίους επισημαίνει ότι επέδειξαν μεγάλη αφροσύνη, αφού θεοποίησαν και λάτρευσαν τα ζώα: «ἀλλ’ ἔτι καί ἄλογα ζῷα παρεισήγαγον θεούς εἶναι χερσαῖα τε καί ἔνυδρα καί τά φυτά καί βλαστά, καί ἐμιάνθησαν ἐν πάσῃ μανίᾳ καί ἀσελγείᾳ χεῖρον πάντων τῶν ἐθνῶν ἐπί τῆς γῆς». Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει η άποψη του αγίου για τους Έλληνες λογίους και σοφούς, αφού κρίνονται με βάση τους νόμους, τους οποίους αυτοί οι ίδιοι θέσπισαν. Αυτό σημαίνει κατά την άποψη του αγίου ότι εάν οι νόμοι είναι δίκαιοι, τότε οι θεοί που διέπραξαν διάφορα ανομήματα, είναι άδικοι, ενώ εάν οι αμαρτωλές πράξεις τους είναι ορθές, τότε οι νόμοι είναι άδικοι, διότι θεσμοθετήθηκαν εναντίον των θεών. Γι’ αυτό και αυτοί που λατρεύονται ως θεοί από τους Έλληνες, είναι ψεύτικοι: «ταῦτα πάντα τά πολύθεα σεβάσματα πλάνης ἔργα καί ἀπωλείας», ενώ ο αληθινός Θεός είναι Εκείνος που βλέπει, κινεί και δημιουργεί τα πάντα: «οὐ χρή θεούς ὀνομάζειν ὁρατούς καί μή ὁρῶντας˙ ἀλλά τόν ἀόρατον καί πάντα ὁρῶντα καί πάντα δημιουργήσαντα δεῖ Θεόν σέβεσθαι». Για τους Ιουδαίους αναφέρει ότι λατρεύουν τον Θεό και όχι τα έργα Του, αλλά και αυτοί είναι πλανεμένοι, επειδή λατρεύουν αντί του Θεού τους αγγέλους.

Στο τέλος της απολογίας του ο άγιος Αριστείδης αναφέρεται στους χριστιανούς, οι οποίοι «γενεαλογοῦνται ἀπό τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ». Η επιχειρηματολογία του μάλιστα επικεντρώνεται ιδιαίτερα στο ήθος και την αλήθεια των χριστιανών. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονιστεί ότι με τον όρο «ἦθος», νοείται η ζωή των χριστιανών ως πραγμάτωση του μηνύματος του Ευαγγελίου του Χριστού, ενώ με τον όρο «ἀλήθεια» νοείται η διδασκαλία της χριστιανικής αλήθειας ως σωτηριώδης λόγος του Χριστού στον κόσμο. Γι’ αυτό και αυτό που λέγεται από το στόμα των χριστιανών που διακρίνονται για την αγάπη, τη δικαιοσύνη, τη σεμνότητα και την αλληλεγγύη τους, είναι θείο, η δε διδασκαλία τους είναι πύλη φωτός. Ο άγιος Αριστείδης προτείνει μάλιστα να σταματήσουν αμέσως οι διωγμοί εναντίον των χριστιανών, όσοι δε αμφισβητούν την ορθότητα της χριστιανικής πίστεως, οφείλουν να μελετήσουν τον λόγο του Θεού μέσα από τα θεόπνευστα κείμενα της Αγίας Γραφής. Άλλωστε, όπως τονίζει ο άγιος, η εχθρική στάση των Ελλήνων απέναντι στους χριστιανούς φανερώνει τη μανιώδη προσπάθεια των πρώτων να καλύψουν και να δικαιολογήσουν τα ανοσιουργήματά τους.

Ο διαρκής και επίπονος αγώνας του αγίου Αριστείδου για την υπεράσπιση του ήθους και της διδασκαλίας των χριστιανών και η ακλόνητη πίστη του στο πάντιμο όνομα του Σταυρωθέντος και Αναστάντος Κυρίου μας προκάλεσαν έντονη δυσφορία και αγανάκτηση στον Ρωμαίο αυτοκράτορα Αδριανό, ο οποίος αποφάσισε τη δίωξή του. Στον αγώνα του αυτό ο διαπρεπής Αθηναίος φιλόσοφος και απολογητής είχε συμπαραστάτη και συνοδοιπόρο τον Ιησού Χριστό, στον Οποίο αδιάλειπτα προσευχόταν για να αντλήσει δύναμη και να διατηρήσει ακμαίο το αγωνιστικό του φρόνημα. Σύμφωνα μάλιστα με διασωθείσα προφορική παράδοση από τον αείμνηστο Αθηναίο ζωγράφο Αριστείδη Περιστέρη ένα απομονωμένο σπήλαιο στη νοτιοδυτική πλευρά του λόφου του Λυκαβηττού πλησίον του παρακείμενου Ιερού Ναού των Αγίων Ισιδώρων, το οποίο σώζεται μέχρι σήμερα και φέρει το όνομα του ενδόξου Αθηναίου αγίου, αποτέλεσε το ασφαλές πνευματικό του καταφύγιο και την αέναη πηγή δυνάμεως στις δύσκολες στιγμές του αγώνα του. Στον ευλογημένο αυτό χώρο του σπηλαίου τιμάται κατ'έτος πανηγυρικά η μνήμη του.

Όμως η ολοένα και αυξανόμενη εχθρική στάση του αυτοκράτορος Αδριανού τον ανάγκασε να μεταβεί στη Ρώμη για να απολογηθεί, αλλά κατόπιν μεταφέρθηκε στην Αθήνα, όπου συνέχισε την ιεραποστολική του δράση ως διαπρύσιος κήρυκας του λόγου του Θεού και θαρραλέος ομολογητής της χριστιανικής πίστεως. Υποβλήθηκε σε πλήθος βασανιστηρίων, αλλά με γενναιότητα και καρτερία τα υπέμεινε, υπερασπιζόμενος με σθένος την ακραιφνή χριστιανική πίστη και τις αιώνιες αλήθειες του Ευαγγελίου του Χριστού. Στο τέλος όμως της επίγειας πορείας του οδηγήθηκε από τους Ρωμαίους στην Αγορά των Αθηνών, όπου αφού τον κρέμασαν, υπέστη τον δι’ αγχόνης μαρτυρικό θάνατο στις 13 Σεπτεμβρίου του 120 ή 134 μ.Χ., που είναι και η ημέρα εορτασμού της πανίερης μνήμης του από την Ορθόδοξη Εκκλησία μας. Η φλογερή πίστη, το ακμαίο αγωνιστικό φρόνημα και η δι’ αγχόνης μαρτυρική του τελείωση υμνούνται και γεραίρονται και μέσα από τα εξαίσια υμνογραφήματα του Μεγάλου Υμνογράφου της των Αλεξανδρέων Εκκλησίας Δρ. Χαραλάμπους Μ. Μπούσια, ο οποίος προς τιμήν του επιφανούς Αθηναίου αγίου έχει ποιήσει Ακολουθία, Παρακλητικό Κανόνα και Χαιρετιστηρίους Οίκους. Αλλά και η ευσέβεια του ορθόδοξου ελληνικού λαού σε συνδυασμό και με το όνομα του αγίου που φέρουν πολυάριθμοι Έλληνες, συντέλεσε στο να ανεγερθούν ιεροί ναοί επ’ ονόματί του, οι οποίοι είναι διάρπαρτοι στην ελληνική επικράτεια. Έτσι ο άγιος Αριστείδης τιμάται στην Κρήτη με έξι ναούς (Ζερβιανά Κισάμου, Ανώγεια και Κυνηγιανά Μυλοποτάμου, Λυγαριά Ηρακλείου, Στύλος Αποκορώνου, Λατζιμάς Ρεθύμνου), στις Κυκλάδες με τρεις ναούς (Φηρά Σαντορίνης και δύο ναοί στην Τήνο, στη Στενή και Πανάχραντος Πόρτου ), στη Ρούμελη με δύο ναούς (Αρκίτσα Λοκρίδος και Καρπενήσι), στη Λέσβο με ναό στην ιστορική Ιερά Μονή Λειμώνος,ενώ ναΰδριο του αγίου κοσμεί και τον προαύλιο χώρο του Ιερού Ναού Αγίου Γρηγορίου Θεολόγου στη συνοικία Γαρδικάκι των Τρικάλων.

Ο ετήσιος εορτασμός της μνήμης του αγίου ενδόξου μάρτυρος Αριστείδου του φιλοσόφου και απολογητού, του εν Αθήναις αθλήσαντος κατά τον 2ο μ.Χ. αιώνα, μας δίνει το έναυσμα να αφυπνιστούμε πνευματικά και να επαναπροσδιορίσουμε τη σχέση μας με τον Χριστό και την Εκκλησία Του. Γι’ αυτό και καλούμαστε να παραδειγματιστούμε από το ακμαίο φρόνημα και τη σθεναρή ομολογία πίστεως του διαπρεπούς Αθηναίου φιλοσόφου και μάρτυρος του ονόματος του Κυρίου μας, ώστε να μείνουμε προσηλωμένοι στην ακραιφνή χριστιανική πίστη και διδασκαλία, εφαρμόζοντάς την πιστά στην επίγεια πορεία μας. Άλλωστε αυτό έπραξαν και οι πρώτοι ενάρετοι χριστιανοί της πόλεως των Αθηνών, τους οποίους με τόσο σθένος υπερασπίσθηκε ο δι’ αγχόνης τελειωθείς άγιος Αριστείδης.

Αριστείδης Γ. Θεοδωρόπουλος
Εκπαιδευτικός

11 Σεπτεμβρίου, 2026

Η ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ

 

     Την ημέρα αυτή που ακολουθεί λίγο μετά την εαρινή ισημερία, καθώς το σκοτάδι της νύχτας φθάνει στο τέρμα της υπεροχής του έναντι της ημέρας και αρχίζει να υπερτερεί το φως, η Εκκλησία εορτάζει τη σύλληψη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και την κάθοδο, στο σκότος και τον ζόφο του κόσμου, του Ηλίου της Δικαιοσύνης, η οποία ανέστρεψε τον ρου του χρόνου και της ιστορίας και, από κάθοδο προς τον άδη, τον έκανε ανύψωση προς την οριστική άνοιξη της αιωνιότητας.

     Ρίζα και αρχή όλων των δεσποτικών εορτών, στις οποίες μνημονεύουμε κατ’ έτος τη Σωτηρία μας, η εορτή αυτή του Ευαγγελισμού πρέπει να εορτάζεται πάντα την ίδια ημερομηνία, επειδή σύμφωνα με αρχαία παράδοση ο κόσμος δημιουργήθηκε από τον Θεό κατά τον μήνα Μάρτιο και, στις 25 Μαρτίου ακριβώς, ο Αδάμ, ο οποίος πλανήθηκε από την υπόσχεση του όφεως και θέλοντας ο ίδιος να γίνει θεός, παρέβη τη θεία εντολή και εξορίστηκε από τον Παράδεισο [1]. Άρμοζε λοιπόν η ίαση της φύσεώς μας να επιτελεστεί, ως δεύτερη δημιουργία, διά των ιδίων μέσων και τις ίδιες ακριβώς ημέρες, στις οποίες συνέβη η αρχέγονη πτώση μας. Και καθώς το ανθρώπινο γένος υποδουλώθηκε στον θάνατο διά της παρακοής της Εύας, στην άνοιξη του κόσμου, άρμοζε να λυτρωθεί κατά τον Μάρτιο μήνα διά της υπακοής της Παρθένου. Αναπτύσσοντας με θαυμαστό τρόπο τη θεολογία των αντιστοιχιών στην Οικονομία της Σωτηρίας, ο άγιος Ειρηναίος Λουγδούνου [23 Αυγ.] γράφει σχετικά: «Και όπως η Εύα εξαπατήθηκε και παράκουσε τη φωνή του Θεού, έτσι τώρα η Θεοτόκος πείσθηκε να υπακούσει προς τον Θεό και να γίνει αυτή η παράκλητος της πρώτης και παλαιάς παρθένου, της Εύας. Και όπως συνδέθηκε το γένος των ανθρώπων με τον θάνατο μέσω της παρθενικής ανυπακοής, έτσι τώρα λύθηκε από τα δεσμά του θανάτου με την παρθενική υπακοή της Παναγίας» [2].

     Μετά την πτώση μας ο Θεός, μακροθυμώντας μέσα στην άπειρη ευσπλαχνία Του, προετοίμασε σιγά-σιγά την ανθρωπότητα, από γενεά σε γενεά, με γεγονότα άλλοτε ευμενή και άλλοτε δυσμενή, στην πραγματοποίηση του Μεγάλου Μυστηρίου, το οποίο κρύπτεται προαιωνίως στην Τριαδική Βουλή, το οποίο είναι η Ενανθρώπηση του Λόγου. Ενώ ο Κύριος γνώριζε ήδη εκ των προτέρων ποιο θα ήταν το σφάλμα του ανθρώπου και οι τραγικές του συνέπειες, παρ’ όλα αυτά δημιούργησε την ανθρώπινη φύση έχοντας κατά νουν το πέρας αυτού του Μυστηρίου, «ώστε να βρει και να ετοιμάσει μια μητέρα» [3], η οποία με την ωραιότητα της άσπιλης ψυχής της, περιβεβλημένη με τα στολίδια όλων των αρετών, θα είλκυε πάνω της το βλέμμα του Παντοδύναμου και θα απέβαινε η νυφική παστάδα του Λόγου, το δοχείο Αυτού που περιέχει και συνέχει τα πάντα, το παλάτι του επουρανίου Βασιλέως και το ευλογημένο πέρας του θείου Σχεδίου.


     Έξι μήνες μετά τη θαυματουργική σύλληψη εκείνου που επρόκειτο να είναι σε όλα Πρόδρομος του Σωτήρος (βλ. Λουκ. 1, 17), ο Γαβριήλ, ο Άγγελος της θείας ευσπλαχνίας [8 Νοεμ.], στάλθηκε από τον Κύριο στη Ναζαρέτ της Γαλιλαίας, προς την Παρθένο Μαρία, η οποία μετά την έξοδό της από τον Ναό είχε μνηστευθεί τον δίκαιο και αγνό Ιωσήφ, ώστε να γίνει εκείνος φύλακας και προστάτης της παρθενίας της [4]. Φανερώθηκε αιφνίδια στην ταπεινή κατοικία της Κόρης με ανθρώπινη όψη κρατώντας ράβδο και χαιρέτησε εκείνην που θα γινόταν «η λύτρωση της Εύας από τα δάκρυα» του πόνου, της αμαρτίας και του θανάτου [5], λέγοντας: «Χαίρε, εσύ, που έχεις χαριτωθεί από τον Θεό· είναι μαζί σου ο Κύριος!» (Λουκ. 1, 28). Παραξενεμένη από την εμφάνιση αυτή, η Μαρία άφησε να πέσει το αδράχτι της [6]· και, ταραγμένη από τα παράδοξα λόγια αυτά του ασώματου επισκέπτη, αναρωτιόταν μήπως αυτό το χαρμόσυνο άγγελμα δεν ήταν, όπως και στην Εύα, παρά μια ακόμη πλάνη από εκείνον που μπορεί πολύ εύκολα να μετασχηματίζεται σε άγγελο φωτός (βλ. Α΄ Κορ. 11, 14). Ο άγγελος όμως την καθησύχασε λέγοντας: «Μη φοβάσαι, Μαριάμ! Γιατί βρήκες εξαίρετη χάρη από τον Θεό!». Μην παραξενεύεσαι από την εμφάνισή μου και από αυτά τα χαρμόσυνα λόγια του χαιρετισμού που σου φέρνω –επειδή είχε πλανηθεί άλλοτε από τον όφι η φύση σου και καταδικάσθηκε σε κόπους και ωδίνες–, γιατί ήρθα τώρα να σου αναγγείλω την αληθινή χαρά και την απολύτρωση από την κατάρα της πρώτης μητέρας (πρβλ. Γέν. 3, 16). Να, πρόκειται να συλλάβεις και να γεννήσεις Γιο –εκπληρώνοντας την πρόρρηση του προφήτου Ησαΐα που έλεγε: «Να, η παρθένος, που θα συλλάβει και θα γεννήσει Γιο!» (Ησ. 7, 14)– και θα Τον ονομάσεις “Ιησού” (που σημαίνει “Σωτήρ”). Αυτός θα γίνει μέγας και θα ονομαστεί –γι’ αυτό που ήδη είναι– Υιός του Υψίστου!» (Λουκ. 1, 30).

     Ακούγοντας τα απίστευτα αυτά λόγια η Παρθένος, αναφώνησε: «Πώς θα γίνει αυτό που μου λες, αφού δεν έχω άνδρα;». Δεν έθεσε, η Κυρία Θεοτόκος, σε αμφισβήτηση τα θεία λόγια από έλλειψη πίστεως, όπως ο Ζαχαρίας που τιμωρήθηκε γι’ αυτό με αλαλία (βλ. Λουκ. 1, 20), αλλά αναρωτήθηκε με ποιο τρόπο το Μυστήριο αυτό θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί στην περίπτωσή της, χωρίς τη γαμήλια ένωση, που είχε καταστεί ο νόμος αναπαραγωγής του γένους των ανθρώπων, του υποταγμένου στη φθορά. Κατανοώντας τις αμφιβολίες της, ο Άγγελος δεν την έψεξε καθόλου, αλλά, όσο μπορούσε, της εξήγησε τον καινοφανή τρόπο αυτής της υπέρλογης συλλήψεως: «Το Πνεύμα Άγιο θα έρθει επάνω σου και η δύναμη του Υψίστου θα σε σκεπάσει». Κατόπιν, αφού της υπενθύμισε ότι η Ελισάβετ, την οποία αποκαλούσαν «στείρα», συνέλαβε γιό στα γεράματά της, της κατέδειξε ότι μπροστά «στη βουλή του Θεού νικιέται η τάξη, η σειρά και ο τρόπος της φύσεως» [7] και τη διαβεβαίωσε ότι, με την έλευσή Του το Άγιο Πνεύμα, επρόκειτο να επιτελέσει θαύμα εισέτι μεγαλύτερο από τη δημιουργία του κόσμου. Ο Βασιλεύς του σύμπαντος, ο τα πάντα πληρών, κατέβηκε από τους ουρανούς και «ἑαυτὸν ἐκένωσεν» (Φιλ. 2, 7) από άφατη συγκατάβαση, ώστε να κατοικήσει εντός της, να ανακραθεί σε ένωση με την ανθρώπινη φύση ασυγχύτως και να ενδυθεί την ανθρώπινη σάρκα, βαμμένη με το παρθενικό αίμα της, σαν βασιλική πορφύρα.

     Κλίνοντας τότε το βλέμμα της ταπεινά στη γη, αποδεχόμενη το θείο σχέδιο με όλο το θέλημα της υπάρξεώς της, η Παρθένος αποκρίθηκε: «Ιδού, είμαι μια δούλη του Κυρίου, πρόθυμη να υπηρετήσω τη βουλή Του· ας γίνει σ’ εμένα σύμφωνα με τον λόγο σου».


     Με τα λόγια αυτά αποδέχθηκε –και μαζί της όλη η ανθρώπινη φύση– την έλευση σε αυτήν της θείας Δυνάμεως που της μετέδιδε ο λόγος του Αγγέλου [8]. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή συντελέστηκε η σύλληψη του Σωτήρος Χριστού. Ο Υιός του Θεού γίνεται Υιός ανθρώπου: ένα Πρόσωπο σε δύο φύσεις. Ο Θεός ενδύεται την ανθρωπότητα και η Παρθένος γίνεται αληθινά Θεοτόκος, έτσι ώστε χάριν αυτής της ανταλλαγής των φυσικών ιδιοτήτων, οι άνθρωποι, λυτρωμένοι πια από τη φθορά, δύνανται να γίνουν υιοί Θεού κατά χάριν.

     Η εκπλήρωση του Μυστηρίου της Ενανθρωπήσεως, άγνωστου ακόμη και σε αυτούς τους αγγέλους, δεν υπήρξε επομένως μόνον έργο του Πατρός, εν τη συγκαταβάσει Του, του Υιού που κατήλθε εκ των ουρανών, και του Πνεύματος που επισκίασε την Παρθένο, αλλά ο Κύριος προσδοκούσε αυτήν, που την είχε διαλέξει από όλες τις γυναίκες, να πάρει ενεργό μέρος με την ελεύθερη και εκούσια συγκατάθεσή της, ώστε η Σωτηρία του ανθρωπίνου γένους να αποτελέσει έργο από κοινού του θείου θελήματος και της ανθρώπινης πίστεως. Επομένως, διά μέσου μιας ελεύθερης συνέργειας της ανθρωπότητας με τη θεία βουλή εκπληρώθηκε το Μέγα Μυστήριο, που προετοιμαζόταν προ πάντων των αιώνων. «Εκείνος ενανθρώπησε για να θεοποιηθούμε εμείς» [9]· και η Παρθένος, η Νύμφη η ανύμφευτη, αποβαίνει για την ανακαινισμένη φύση μας πηγή και αιτία παντός αγαθού και ευλογίας.

     Αυτή που προαναγγέλθηκε από τις παλαιές προτυπώσεις των προφητών, όπως· η άφλεκτη βάτος (Γέν. 3, 14)· το αλατόμητο όρος, από το οποίο δεν αποκόπηκε κανένας λίθος (Δαν. 2, 34)· η κλεισμένη πύλη από την οποία θα διέλθει μόνον ο Θεός (Εξ. 44, 2)· η Θεοτόκος είναι η ζώσα Κλίμακα (Γέν. 28, 10-17), διά της οποίας κατήλθε ο Θεός και από την οποία η θεία ευδοκία επιτρέπει τους ανθρώπους να ανέλθουν στον ουρανό. Ανοίγεται πλέον στους ανθρώπους ένας νέος τρόπος υπάρξεως: η παρθενία, χάρις στην οποία το σώμα του ανθρώπου κατά το παράδειγμά της καλείται να γίνει ναός Θεού (Α΄ Κορ. 3, 16· 6, 19).

     Η κτίση ολόκληρη, που είχε υποταχθεί άλλοτε στη φθορά από την αμαρτία του ανθρώπου, προσδοκούσε και εκείνη σιωπηλά το «Ναι!» της Παρθένου, που ανήγγελλε την απαρχή της λύτρωσης. Γι’ αυτό σήμερα τα ουράνια και τα επίγεια ενωμένα σχηματίζουν εκ συμφώνου μία εορταστική χορωδία με τους υιούς του Αδάμ, για να δοξάσουν τον Θεό, τιμώντας τη σύλληψή Του διά της ανύμφευτης και αειπάρθενης Μητρός Του, της Κυρίας Θεοτόκου. Τέλος, ας σημειωθεί ότι η πανεύσημος Εορτή του Ευαγγελισμού καθιερώθηκε επί βασιλείας Ιουστινιανού (περί το 542).


—ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ—
[1]  Αναφέρεται επίσης ότι κατά τον μήνα Μάρτιο ο εβραϊκός λαός εξήλθε από την Αίγυπτο και διέσχισε την Ερυθρά Θάλασσα αβρόχοις ποσί, ότι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός ανέστη εκ νεκρών στις 25 Μαρτίου και ακόμη ότι η τελική Ανάσταση και η Κρίση θα λάβουν χώρα και αυτές την ίδια ημερομηνία. Αυτός ο μήνας, που ήταν ο πρώτος του έτους στους Εβραίους και που δήλωνε με το όνομά του την τελειότητα, ανακεφαλαιώνει επομένως όλα τα μυστήρια της θείας Οικονομίας, από τη δημιουργία του κόσμου μέχρι την έσχατη ανάσταση. Λόγω ακριβώς του συμβολικού χαρακτήρα της 25ης Μαρτίου, η εορτή του Ευαγγελισμού δεν μπορεί επ’ ουδενί λόγω να μεταφερθεί σε άλλη ημερομηνία, σε περίπτωση που συμπέσει με άλλη εορτή. Γι’ αυτό το Τυπικόν προβλέπει περίπλοκους κανόνες συνδυασμού της εορτής αυτής με τη Μεγάλη Εβδομάδα και ιδιαίτερα τη Μεγάλη Παρασκευή ή το Πάσχα.
[2]   Άγιος Ειρηναίος, Κατὰ αἱρέσεων Ε΄, 19, 1, SC 153, 249-251.
[3]  Είναι η διδασκαλία του αγίου Νικολάου Καβάσιλα στην Ὁμιλία εἰς τὸν Εὐαγγελισμόν 8 (Η Θεομήτωρ, «Ἐπὶ τὰς πηγάς», Αθήνα 1968, σελ. 150), εμπνευσμένη πιθανόν από τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή.
[4]  Πρβλ. 21 Νοεμβρίου.
[5]  Πρβλ. τον Ακάθιστο Ύμνο, που υπήρξε αρχικά ύμνος για την εορτή του Ευαγγελισμού και ψάλλεται πανηγυρικά το Σάββατο της πέμπτης εβδομάδος της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Ψάλλεται επίσης κατά μέρος στις τέσσερεις πρώτες Παρασκευές της Τεσσαρακοστής. Στα μοναστήρια διαβάζεται καθημερινά στο Απόδειπνο. Πολλοί πιστοί τον ξέρουν από στήθους και τον απαγγέλλουν πολλές φορές την ημέρα, επειδή ο Χαιρετισμός του Αρχαγγέλου κατέστη έκφραση χαράς και ευχαριστίας από μέρους όλων των χριστιανών προς την Κυρία Θεοτόκο.
[6]  Κατά το Πρωτευαγγέλιο του αγίου Ιακώβου, οι ιερείς τής είχαν αναθέσει να υφάνει το πορφυρό ύφασμα για το καταπέτασμα του Ναού. Η λεπτομέρεια αυτή διατηρήθηκε στην ορθόδοξη εικονογραφία.
[7]  Τρίτο Στιχηρό Εσπερινού του Ευαγγελισμού και Ιωάννου Χρυσοστόμου, Ὁμιλία εἰς τὴν Γέννησιν, PG 56, 385. Για όλα αυτά, βλέπε τη μνήμη της Συνάξεως της Θεοτόκου [26 Δεκ.].
[8]  Σύμφωνα με ορισμένους Πατέρες, η σύλληψη του Κυρίου έγινε με τη μεσολάβηση της φωνής του αρχαγγέλου Γαβριήλ: «τοῦ Γαβριὴλ τὴν φωνήν, ἀντὶ σπορᾶς εἰσεδέξατο» (Ανδρέου Κρήτης, Ὁμιλία εἰς τὸν Εὐαγγελισμόν, PG 97, 820). Κατ’ άλλους όμως, ο Γαβριήλ εστάλη για να αναγγείλει στην Παρθένο το θαύμα της εισόδου του Λόγου στον χρόνο, που συντελέσθηκε κατά άφατο τρόπο «πριν» την έλευσή Του (άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος, Ὁμιλία εἰς τὸν Εὐαγγελισμόν, PG 62, 756).
[9]  Αγίου Αθανασίου, Περὶ ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου 54, PG 25, 192 (Πρὸς Ἀδέλφιον), 4, PG 26, 1077. Διδασκαλία που αναπτύσσεται θαυμάσια στο Δοξαστικό των Αίνων της εορτής: «Τὸ ἀπ’ αἰῶνος μυστήριον, ἀποκαλύπτεται σήμερον, καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, Υἱὸς ἀνθρώπου γίνεται, ἵνα τοῦ χείρονος μεταλαβών, μεταδῶ μοι τοῦ βελτίονος. Ἐψεύσθη πάλαι Ἀδάμ, καὶ θεὸς ἐπιθυμήσας οὐ γέγονεν, ἄνθρωπος γίνεται Θεός, ἵνα θεὸν τὸν Ἀδὰμ ἀπεργάσηται…».



—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄.
Σήμερον τῆς σωτηρίας ἡμῶν τὸ κεφάλαιον, καὶ τοῦ ἀπ’ αἰώνος μυστηρίου ἡ φανέρωσις· ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, υἱὸς τῆς Παρθένου γίνεται, καὶ Γαβριήλ τὴν χάριν εὐαγγελίζεται. Διὸ καὶ ἡμεῖς σὺν αὐτῷ, τῇ Θεοτόκῳ βοήσωμεν· Χαῖρε Κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετὰ σοῦ.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος πλ. δ΄. Αὐτόμελον.
Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια
Ὡς λυτρωθεῖσα τῶν δεινῶν εὐχαριστήρια
Ἀναγράφω σοι ἡ πόλις σου Θεοτόκε.
Ἀλλ’ ὡς ἔχουσα τὸ κράτος ἀπροσμάχητον
Ἐκ παντοίων με κινδύνων ἐλευθέρωσον
Ἵνα κράζω σοι· Χαῖρε Νύμφη Ἀνύμφευτε.

—ΕΤΕΡΟΝ ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος πλ. δ΄. Τῇ Ὑπερμάχῳ.
Τὸν ὁμοούσιον Πατρὶ καὶ θείῳ Πνεύματι
Υἱὸν καὶ Λόγον τοῦ Θεοῦ Ἁγνὴ συνέλαβες
Τῇ τοῦ Πνεύματος ἐλεύσει τοῦ Παναγίου
Εἰς ἀνάπλασιν βροτείου γένους Ἄχραντε,
Ἀρχαγγέλου σοι φωνὴν κοσμοχαρμόσυνον
Ἐκβοήσαντος· Χαῖρε Νύμφη Ἀνύμφευτε.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Νῦν εὐαγγελίζεται Γαβριήλ, τὸ χαῖρε κραυγάζων, μετὰ δέους τῇ Μαριάμ. Ὢ τοῦ ξένου τρόπου, ἐν μήτρᾳ γὰρ ἀχράντῳ, συνείληπται ὁ Πλάστης, σώζων ὃν ἔπλασε.

[ Ιερομονάχου
Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμος 7ος (Μάρτιος),
σελ. 232–236·
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Σωτήρης Γουνελάς,
Εκδόσεις «Ίνδικτος»,
Αθήνα, Φεβρουάριος 20172.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]

Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση των αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.
https://toeilhtarion.blogspot.com/2020/03/blog-post_25.html