21 Μαΐου, 2026

ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΑΙ ΕΛΕΝΗΣ


Γιορτάζουμε σήμερα 21 Μαΐου, ημέρα μνήμης των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης.

Ως γενέτειρα πόλη του Μεγάλου Κωνσταντίνου αναφέρεται τόσο η Ταρσός της Κιλικίας όσο και το Δρέπανο της Βιθυνίας. Ωστόσο η άποψη που επικρατεί φέρει τον Μέγα Κωνσταντίνο να έχει γεννηθεί στη Ναϊσό της Άνω Μοισίας (σημερινή Νις της Σερβίας). Το ακριβές έτος της γεννήσεώς του δεν είναι γνωστό, θεωρείται όμως ότι γεννήθηκε μεταξύ των ετών 272-288 μ.Χ.

Πατέρας του ήταν ο Κωνστάντιος, που λόγω της χλωμότητος του προσώπου του ονομάσθηκε Χλωρός, και ήταν συγγενής του αυτοκράτορα Κλαυδίου. Μητέρα του ήταν η Αγία Ελένη, θυγατέρα ενός πανδοχέως από το Δρέπανο της Βιθυνίας.

Το 305 μ.Χ. ο Κωνσταντίνος ευρίσκεται στην αυλή του αυτοκράτορα Διοκλητιανού στη Νικομήδεια με το αξίωμα του χιλίαρχου. Το ίδιο έτος οι δύο Αύγουστοι, Διοκλητιανός και Μαξιμιανός, παραιτούνται από τα αξιώματά τους και αποσύρονται. στο ύπατο αξίωμα του Αυγούστου προάγονται ο Κωνστάντιος ο Χλωρός στη Δύση και ο Γαλέριος στην Ανατολή.

Ο Κωνστάντιος ο Χλωρός πέθανε στις 25 Ιουλίου 306 μ.Χ. και ο στρατός ανακήρυξε Αύγουστο τον Μέγα Κωνσταντίνο, κάτι όμως που δεν αποδέχθηκε ο Γαλέριος. Μετά από μια σειρά διαφόρων ιστορικών γεγονότων ο Μέγας Κωνσταντίνος συγκρούεται με τον Μαξέντιο, υιό του Μαξιμιανού, ο οποίος πλεονεκτούσε στρατηγικά, επειδή διέθετε τετραπλάσιο στράτευμα και ο στρατός του Κωνσταντίνου ήταν ήδη καταπονημένος.

Από την πλευρά του ο Μέγας Κωνσταντίνος είχε κάθε λόγο να αισθάνεται συγκρατημένος. δεν είχε καμία άλλη επιλογή εκτός από την επίκληση της δυνάμεως του Θεού. Ήθελε να προσευχηθεί, να ζητήσει βοήθεια, αλλά καθώς διηγείται ο ιστορικός Ευσέβιος, δεν ήξερε σε ποιόν Θεό να απευθυνθεί. Τότε έφερε νοερά στη σκέψη του όλους αυτούς που μαζί τους συνδιοικούσε την αυτοκρατορία.

Όλοι τους, εκτός από τον πατέρα του, πίστευαν σε πολλούς θεούς και όλοι τους είχαν τραγικό τέλος. Άρχισε, λοιπόν, να προσεύχεται στον Θεό, υψώνοντας το δεξί του χέρι και ικετεύοντάς Τον να του αποκαλυφθεί. Ενώ προσευχόταν, διαγράφεται στον ουρανό μία πρωτόγνωρη θεοσημία. Περί τις μεσημβρινές ώρες του ηλίου, κατά το δειλινό δηλαδή, είδε στον ουρανό το τρόπαιο του Σταυρού, που έγραφε «τούτω νίκα».

Και ενώ προσπαθούσε να κατανοήσει τη σημασία αυτού του μυστηριακού θεάματος, τον κατέλαβε η νύχτα. Τότε εμφανίζεται ο Κύριος στον ύπνο του μαζί με το σύμβολο του Σταυρού και τον προέτρεψε να κατασκευάσει απομίμηση αυτού και να το χρησιμοποιεί ως φυλακτήριο πιο πολέμους.

Έχοντας ως σημαία του το Χριστιανικό λάβαρο, αρχίζει να προελαύνει προς την Ρώμη εκμηδενίζοντας κάθε αντίσταση.

Όταν φθάνει στη Ρώμη ενδιαφέρεται για τους Χριστιανούς της πόλεως. Όμως το ενδιαφέρον του δεν περιορίζεται μόνο σε αυτούς. Πολύ σύντομα πληροφορείται για την πενιχρή κατάσταση της Εκκλησίας της Αφρικής και ενισχύει από το δημόσιο ταμείο τα έργα διακονίας αυτής.

Το Φεβρουάριο του 313 μ.Χ., στα Μεδιόλανα, όπου γίνεται ο γάμος του Λικινίου με την Κωνσταντία, αδελφή του Μεγάλου Κωνσταντίνου, επέρχεται μια ιστορική συμφωνία μεταξύ των δύο ανδρών που καθιερώνει την αρχή της ανεξιθρησκείας.

Τα προβλήματα που είχε να αντιμετωπίσει ο Μέγας Κωνσταντίνος ήσαν πολλά. Η αιρετική διδασκαλία του Αρείου, πρεσβυτέρου της Αλεξανδρινής Εκκλησίας, ήλθε να ταράξει την ενότητα της Εκκλησίας. Η διδασκαλία αυτή, που ονομάσθηκε αρειανισμός, κατέλυε ουσιαστικά το δόγμα της Τριαδικότητας του Θεού.

Μόλις ο Μέγας Κωνσταντίνος πληροφορήθηκε τα όσα θλιβερά συνέβαιναν στην Αλεξάνδρεια, απέστειλε με τον πνευματικό του σύμβουλο Όσιο, Επίσκοπο Κορδούης της Ισπανίας, επιστολή στον Επίσκοπο Αλεξανδρείας Αλέξανδρο (313 - 328 μ.Χ.) και τον Άρειο. Η προσπάθεια επιλύσεως του θέματος δεν ευδοκίμησε. Έτσι αποφασίσθηκε η σύγκλιση της Α' Οικουμενικής Συνόδου στη Νίκαια της Βιθυνίας το 325 μ.Χ.

Η περιγραφή της εναρκτήριας τελετής από τον ιστορικό Ευσέβιο είναι ομολογουμένως ενδιαφέρουσα. στο μεσαίο οίκο των ανακτόρων είχαν προσέλθει όλοι οι σύνεδροι. Επικρατούσε απόλυτη σιγή και όλοι περίμεναν την είσοδο του αυτοκράτορα, τον οποίο οι περισσότεροι θα έβλεπαν για πρώτη φορά.

Ο Κωνσταντίνος εισήλθε ταπεινά, με σεμνότητα και πραότητα. στην ομιλία του προς τη Σύνοδο χαρακτηρίζει τις ενδοεκκλησιαστικές συγκρούσεις ως το μεγαλύτερο δεινό και από τους πολέμους. Ο λόγος του υπήρξε ευθύς και σαφής. Δεν ήθελε να ασχοληθεί παρά μονάχα με θέματα που αφορούσαν στην ορθοτόμηση της πίστεως. Η κρίσιμη φράση του, «περί τής πίστεως σπουδάσωμεν», διασώζεται σχεδόν από όλους τους ιστορικούς συγγραφείς.

Μετά το πέρας των εργασιών της Συνόδου ο αυτοκράτορας ανέλαβε πρωτοβουλίες για την εδραίωση των αποφάσεών της. Απέστειλε εγκύκλιο επιστολή προς την Εκκλησία της Αιγύπτου, Λιβύης, Πενταπόλεως, Αλεξανδρείας, στην οποία γνωστοποιεί τις αποφάσεις της Συνόδου.

Ο ίδιος γνωστοποιεί προς όλη την επικράτεια της αυτοκρατορίας την καταδίκη του Αρείου και απαγορεύει την απόκτηση και την απόκρυψη των συγγραμμάτων του. Η εντυπωσιακή του όμως ενέργεια είναι η επιστολή του προς τον Άρειο. Επιτιμά τον αιρεσιάρχη και τον καταδικάζει με αυστηρότητα για τις κακοδοξίες του.

Όμως περί τα τέλη του 327 μ.Χ. ο Μέγας Κωνσταντίνος καλεί τον Άρειο στα ανάκτορα. Ο αιρεσιάρχης φυσικά δεν χάνει την ευκαιρία και υποβάλλει μία ομολογία γεμάτη από έντεχνες θεολογικές ανακρίβειες, πείθοντας μάλιστα τον Μέγα Κωνσταντίνο ότι αυτή δεν διαφέρει ουσιαστικά από όσα είχε αποφασίσει η Α' Οικουμενική Σύνοδος.

Τελικά ο αυτοκράτορας συγκαλεί νέα Σύνοδο, το Νοέμβριο του 327 μ.Χ., η οποία ανακαλεί τον Άρειο από την εξορία και αποκαθιστά τους εξόριστους Επισκόπους Νικομηδείας Ευσέβιο και Νικαίας Θεόγνιο. Η ανάκληση του Αρείου και η αποκατάσταση των περί αυτών πυροδότησε νέες έριδες πιο κόλπους της Εκκλησίας. Ο Επίσκοπος Αλεξανδρείας Αλέξανδρος και στην συνέχεια ο διάδοχός του Μέγας Αθανάσιος αρνούνται να δεχθούν τον Άρειο στην Αλεξάνδρεια.

Ο Μέγας Κωνσταντίνος απειλεί με καθαίρεση τον Μέγα Αθανάσιο, ενώ σε Σύνοδο που συνήλθε στην Αντιόχεια το 330 μ.Χ. καθαιρείται και εξορίζεται από τους αιρετικούς ο Άγιος Ευστάθιος, Επίσκοπος Αντιοχείας. Η Σύνοδος της Τύρου της Συρίας, που συνήλθε το 335 μ.Χ., καταδικάζει ερήμην με την ποινή της καθαιρέσεως τον Μέγα Αθανάσιο, ο οποίος φεύγει, για να συναντήσει τον Μέγα Κωνσταντίνο.

Είναι γεγονός πως ο Μέγας Κωνσταντίνος δεν έδειξε να αποδέχεται το αίτημα του Μεγάλου Αθανασίου για ακρόαση. Πείσθηκε όμως να τον ακούσει, όταν ο Μέγας Αθανάσιος του απηύθυνε την ρήση: «Δικάσει Κύριος ανά μέσον εμού καί σού». Ο Μέγας Κωνσταντίνος κατενόησε την κατάφωρη αδικία και τις άθλιες μεθοδεύσεις σε βάρος του Μεγάλου Αθανασίου και έκανε δεκτό το αίτημά του νά προσκληθούν όλοι οι συνοδικοί της Τύρου και η διαδικασία να λάβει χώρα ενώπιόν του.

Ο Ευσέβιος Νικομηδείας αγνόησε την αυτοκρατορική εντολή. Πήρε μόνο ελάχιστους από τους συνοδικούς και εμφανίσθηκε στον αυτοκράτορα. Ξέχασε όλες τις υπόλοιπες κατηγορίες και για πρώτη φορά έθεσε το θέμα της δήθεν παρακωλύσεως της αποστολής σιταριού προς την Βασιλεύουσα. Ο αυτοκράτορας εξοργίζεται και εξορίζει τον Μέγα Αθανάσιο στα Τρέβιρα της Γαλλίας. Παρά ταύτα δεν επικυρώνει την απόφαση της Συνόδου της Τύρου για καθαίρεση και ούτε διατάσσει την αναπλήρωση του επισκοπικού θρόνου της Αλεξάνδρειας.

Η τελευταία περίοδος της ζωής του Μεγάλου Κωνσταντίνου είναι αυτή που τον καταξιώνει στην εκκλησιαστική συνείδηση και τον οδηγεί στο απόγειο της πνευματικής του πορείας. Ο Άγιος, κατά τον Απρίλιο του 337 μ.Χ., αισθάνεται τα πρώτα σοβαρά συμπτώματα κάποιας ασθένειας.

Οι πηγές μάς πληροφορούν πως ο Μέγας Κωνσταντίνος κατέφυγε σε ιαματικά λουτρά. Βλέποντας όμως την υγεία του να επιδεινώνεται θεώρησε σκόπιμο να μεταβεί στην πόλη Ελενόπολη της Βιθυνίας, που είχε ονομασθεί έτσι λόγω της Αγίας μητέρας του. Εκεί παρέμεινε στο ναό των Μαρτύρων, όπου ανέπεμπε ικετήριες ευχές και λιτανείες προς τον Θεό. Ο Μέγας Κωνσταντίνος αντιλαμβάνεται πως η επίγεια ζωή του πλησιάζει στο τέλος της. Η μνήμη του θανάτου καλλιεργείται στην καρδιά του και τον οδηγεί στο μυστήριο της μετάνοιας και του βαπτίσματος.

Μετά από αυτά καταφεύγει σε κάποιο προάστιο της Νικομήδειας, συγκαλεί τους Επισκόπους και τους απευθύνει τον εξής λόγο: «Αυτός ήταν ο καιρός που προσδοκούσα από παλιά και διψούσα και ευχόμουν να καταξιωθώ της εν Θεώ σωτηρίας. Ήλθε η ώρα να απολαύσουμε και εμείς την αθανατοποιό σφραγίδα, ήλθε η ώρα να συμμετάσχουμε στο σωτήριο σφράγισμα, πράγμα που κάποτε επιθυμούσα να κάνω στα ρείθρα του Ιορδάνου, στα οποία, όπως παραδίδεται, ο Σωτήρας μας έλαβε το βάπτισμα εις ημέτερον τύπον.

Ο Θεός όμως, που γνωρίζει το συμφέρον, μας αξιώνει να λάβουμε το βάπτισμα εδώ. Ας μην υπάρχει λοιπόν καμία αμφιβολία. Γιατί και εάν ακόμη είναι θέλημα του Κυρίου της ζωής και του θανάτου να συνεχισθεί η επίγεια ζωή μας και να συνυπάρχω με το λαό του Θεού, θα πλαισιώσω τη ζωή μου με όλους εκείνους τους κανόνες που αρμόζουν στον Θεό».

Μετά το βάπτισμα ο Άγιος Κωνσταντίνος δεν ξαναφόρεσε τον αυτοκρατορικό χιτώνα, αλλά παρέμεινε ενδεδυμένος με το λευκό ένδυμα του βαπτίσματος, μέχρι την ημέρα της κοιμήσεώς του το 337 μ.Χ. Ήταν η ημέρα εορτασμού της Πεντηκοστής, γράφει ο ιστορικός Ευσέβιος.

Είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος με τον οποίο περιγράφει ο Ευσέβιος τα γεγονότα, τα οποία ακολούθησαν την κοίμηση του Αγίου. Όλοι οι σωματοφύλακες του αυτοκράτορα, αφού έσχισαν τα ρούχα τους και έπεσαν στο έδαφος, έκλαιγαν και φώναζαν δυνατά, σαν να μην έχαναν το βασιλέα τους, αλλά τον πατέρα τους. Οι ταξίαρχοι και οι λοχαγοί έκλαιγαν τον ευεργέτη τους. Οι δήμοι ήσαν λυπημένοι και κάθε κάτοικος της Κωνσταντινουπόλεως πενθούσε, σαν να έχανε το κοινό αγαθό.

Αφού οι στρατιωτικοί τοποθέτησαν το σκήνωμα του Αγίου σε χρυσή λάρνακα, το μετέφεραν στην Κωνσταντινούπολη και το εναπέθεσαν σε βάθρο στον βασιλικό οίκο. Το ιερό λείψανό του ενταφιάσθηκε στο ναό των Αγίων Αποστόλων.

Δίκαια η ιστορία τον ονόμασε Μέγα και η Εκκλησία Ισαπόστολο.

Στους εορτάζοντες και στις εορτάζουσες, χρόνια πολλά και ευάρεστα στο Θεό !!!

Απολυτίκιο:
Ήχος πλ. δ'.
Τού Σταυρού σου τον τύπον εν ουρανώ θεασάμενος, και ως ο Παύλος την κλήσιν ουκ εξ ανθρώπων δεξάμενος, ο εν βασιλεύσιν, Απόστολός σου Κύριε, Βασιλεύουσαν πόλιν τη χειρί σου παρέθετο: ην περίσωζε διά παντός εν ειρήνη, πρεσβείαις της Θεοτόκου, μόνε Φιλάνθρωπε.

https://kirigmata.blogspot.com/2013/05/21.html

19 Μαΐου, 2026

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΕΛΕΗΜΩΝ

 

     Ο άγιος Ιωάννης ήταν γόνος επιφανούς οικογένειας της Αμαθούντας της Κύπρου. Νυμφεύθηκε μετά από πίεση των γονέων του και απέκτησε πολλά παιδιά, που κατά παραχώρησιν Θεού πέθαναν σε νεαρή ηλικία, ταυτόχρονα με τη μητέρα τους. Βλέποντας στην οδυνηρή τούτη στέρηση την εσωτερική ευκαιρία να απαλλαγεί από τις κοσμικές φροντίδες, αφιερώθηκε εξ ολοκλήρου στον Θεό.

     Το 610 χειροτονήθηκε πατριάρχης της Εκκλησίας της Αλεξανδρείας, με το όνομα Ιωάννης Ε΄. Την ίδια κιόλας ημέρα συγκέντρωσε όλο τον κλήρο και το προσωπικό της πλούσιας μητροπόλεως της Αιγύπτου και τους έστειλε να απογράψουν με κάθε δυνατή ακρίβεια όλους όσους αυτός ο ίδιος αποκαλούσε «κυρίους» του, δηλαδή τους φτωχούς και επαίτες, τους οποίους ο Θεός τοποθετεί κοντά μας για να κερδίσουμε τη Βασιλεία των Ουρανών με την προς αυτούς αγάπη και ευσπλαχνία μας. Βρέθηκαν περισσότεροι από 7.500 και διέταξε να τους προσφέρεται καθημερινά η αναγκαία τροφή και στέγη. Έλεγε συχνά στην προσευχή του: «Θα δούμε, Κύριε, ποιος από τους δυο μας θα βγει νικητής στον αγώνα αυτό: Εσύ που πάντα με ελεείς, ή εγώ που δεν παύω να μοιράζω τα ελέη Σου στους φτωχούς; Γιατί αναγνωρίζω πως δεν έχω τίποτα που να μην προέρχεται από το έλεός Σου και ότι αυτό είναι που επιστηρίζει τη ζωή μου!».

     Όντως, το έλεος του αγίου αυτού απέναντι στους φτωχούς ήταν ακένωτο· οι ελεημοσύνες του ήταν άφθονες σαν τα νερά του Νείλου που καλύπτουν περιοδικά τα εδάφη της Αιγύπτου καθιστώντας τα γόνιμα. Γι’ αυτό και έλαβε την επωνυμία «Ελεήμων», κατ’ εικόνα του Χριστού, που είναι η πηγή κάθε ελέους. Δεν μπορούσε να δει φτωχό ή πάσχοντα να τον πλησιάζει, δίχως να χύσει άφθονα δάκρυα και να πάρει επάνω του τον πόνο του. Έδινε αφειδώς, αντλώντας από το ταμείο της Εκκλησίας. Όπως τον είχε διδάξει ο Χριστός: «Να είστε σπλαχνικοί, όπως σπλαχνικός είναι και ο Θεός Πατέρας σας» (Λουκ. 6, 36), έδινε αδιακρίτως σε καλούς και κακούς, σε αξίους και αναξίους. Μία ημέρα, ένας φτωχός που είχε ήδη λάβει την ελεημοσύνη του, παρουσιάσθηκε άλλες τρεις φορές στον άγιο, μεταμφιεσμένος κάθε φορά διαφορετικά. Όταν επεσήμαναν τη δολιότητα του γεγονότος στον Ιωάννη, αυτός διέταξε να του δώσουν δυο φορές περισσότερα λέγοντας: «Ίσως να είναι ο Χριστός, ο Σωτήρας μου, που έρχεται επί τούτου να με δοκιμάσει!». Όμως, όσο περισσότερο σκόρπιζε γύρω του ελεημοσύνη, δίχως να σκέφτεται την ποσότητα ή την επαύριο, τόσο πολλαπλασίαζε ο Θεός τις δωρεές που προσφέρονταν στην Εκκλησία, έτσι που επαληθευόταν στη συνείδηση του λαού και στην καρδιά των ανθρώπων η επαγγελία του Σωτήρος: «Μη μεριμνάτε για τη ζωή σας, τι θα φάτε και τι θα πιείτε, ούτε και για το σώμα σας, τι θα ντυθείτε. Πρώτα απ’ όλα να επιζητείτε τη βασιλεία του Θεού και την επικράτηση του θελήματός Του, κι όλα τα υπόλοιπα θα ακολουθήσουν» (Ματθ. 6, 25 και 33). 

     Ένας από τους κληρικούς, τους επιφορτισμένους με τη διακονία των ελεημοσυνών, δεν είχε δώσει σε έναν πλούσιο, που είχε περιέλθει σε ένδεια, παρά το ένα τρίτο του ποσού που είχε ορίσει ο άγιος να διανεμηθεί, κρίνοντας ότι δεν ήταν λογικό να αδειάσει το ταμείο για έναν μόνον άνθρωπο. Έμεινε όμως άναυδος από ντροπή, όταν ο Ιωάννης τού αποκάλυψε ότι μία αρχόντισσα, που είχε αποφασίσει να κάνει μια σημαντική δωρεά στην Εκκλησία, στον τέλος δεν έδωσε παρά το ένα τρίτο από το προβλεπόμενο ποσό της υποσχόμενης δωρεάς της.

     Όταν 614 οι Πέρσες εισέβαλαν στην επαρχία της Συρίας και κατέλαβαν με τρόπο αιματηρό την Ιερουσαλήμ, ένας μεγάλος αριθμός προσφύγων συνέρρευσε στην Αλεξάνδρεια. Ο άγιος Ιωάννης τούς δέχθηκε σαν αδελφούς του, τους ανακούφισε, έκτισε νοσοκομεία και μεγάλους ξενώνες και εξάντλησε όλους τους πόρους της Εκκλησίας για να τους θρέψει και να τους εξασφαλίσει τα απαραίτητα. Έστειλε επίσης στην Παλαιστίνη καράβια φορτωμένα σιτηρά και τρόφιμα, καθώς και εργάτες για να ξαναφτιάξουν τις κατεστραμμένες εκκλησίες.

     Επισκεπτόταν ο ίδιος τους αρρώστους και τους αναξιοπαθούντες, και στο πρόσωπό του φανέρωνε σε αυτούς κάτι από την παρουσία του Χριστού. Και όταν ήθελε κάποιος αναγκεμένος και φτωχός να τον ευχαριστήσει για τις αγαθοεργίες του, διέκοπτε απότομα τον συνομιλητή του λέγοντας: «Πάψε, αδελφέ μου, γιατί δεν έχυσα το αίμα μου για σένα, όπως το ζητά ο Κύριος!». Κάθε Τετάρτη και Σάββατο στεκόταν στη θύρα της εκκλησίας και περίμενε να έρθουν προς αυτόν για να λύσει διαφορές και να συμφιλιώσει εχθρούς.

     Κανείς δεν τον άκουσε ποτέ να προφέρει μάταιο λόγο ή να κατακρίνει τον οποιονδήποτε, ακόμη και μπροστά στις πιο πρόδηλες αποδείξεις του αμαρτήματος. Σε όλους τους ανθρώπους δεν έβλεπε παρά μόνον το καλό ή τις καλές προθέσεις, υπέθετε ότι οι αμαρτωλοί αυτοί είχαν μετανοήσει εν κρυπτώ και πρόσεχε πολύ να μην οικειοποιηθεί την κρίση που ανήκει μόνον στον Θεό. Ευχαριστούσε όσους τον κακολογούσαν ή τον προσέβαλλαν, επειδή του υπενθύμιζαν έτσι τις αμαρτίες του και τους έδινε μεγαλύτερη ελεημοσύνη από τους άλλους. Για να διορθώσει τους αμαρτωλούς, τους υπερήφανους και τους σκληροκάρδιους, ο άγιος αυτός πατριάρχης απευθυνόταν πάντα σε αυτούς αποδίδοντας στον εαυτό του τα αμαρτήματα που ήθελε απαθώς να ελέγξει και ζητώντας από αυτούς να προσεύχονται για να μετανοήσει γι’ αυτά. Προέτρεπε υπομονετικά τους πιστούς στην ταπεινοφροσύνη και τη μετάνοια, υπενθυμίζοντάς τους πατρικά όλα τα θαυμαστά που έκανε ο Θεός για μας, δημιουργώντας τον κόσμο, αποστέλλοντας τον Ίδιο τον Υιό Του για να μας σώσει και μακροθυμώντας μπροστά στα αναρίθμητα παραπτώματά μας.

     Προτιμούσε ωστόσο να μεταδίδει τη διδασκαλία της Αγίας Γραφής περισσότερο με τις πράξεις του παρά με τα λόγια, όπως οι Προφήτες. Έτσι, μια Κυριακή που τελούσε τη θεία Λειτουργία, ο θεοευαίσθητος πατριάρχης σταμάτησε αίφνης πριν εκφωνήσει τα λόγια του καθαγιασμού, ζήτησε από τον διάκονο να επαναλάβει τις δεήσεις και έστειλε να φωνάξουν έναν από τους κληρικούς της Εκκλησίας του, ο οποίος κρατούσε μνησικακία απέναντί του και δεν ήταν παρών στον ναό. Όταν ήλθε απορημένος εκείνος, ο πατριάρχης γονάτισε μπροστά του με δάκρυα στα μάτια και του ζήτησε συγχώρεση. Μονάχα αφού τελικά συμφιλιώθηκε μαζί του και τον ασπάσθηκε, ξανανέβηκε στο Θυσιαστήριο και συνέχισε την τέλεση της Λειτουργίας, έχοντας εφαρμόσει κατά γράμμα και κατά πνεύμα τη ψυχοσωτήρια εντολή του ανεξίκακου Κυρίου: «Όταν προσφέρεις το δώρο σου στον Ναό, και εκεί θυμηθείς ότι ο αδελφό σου έχει κάτι εναντίον σου, άφησε εκεί μπροστά στο Θυσιαστήριο του Ναού το δώρο σου, και πήγαινε να συμφιλιωθείς πρώτα με τον αδελφό σου, και ύστερα έλα πάλι να προσφέρεις το δώρο σου» (Ματθ. 5, 23).

     Παρ’ ότι είχε στο παρελθόν νυμφευθεί, ο άγιος Ιωάννης αγαπούσε τους μοναχούς και υπερέβαλλε αυτούς στην αυστηρότητα της βιοτής του. Είχε συγκεντρώσει κοντά στη μητρόπολή του δύο μοναχικές αδελφότητες και ανέλαβε τη συντήρησή τους. Σε ανταπόδοση είχε ζητήσει να δέονται υπέρ αυτού και της εκκλησίας στις ακολουθίες που τελούσαν και κατά μόνας να προσεύχονται για τη δική τους σωτηρία, απελευθερωμένοι από κάθε μέριμνα, χάρη στη φροντίδα του πατριάρχη.

     Διέμενε σε πλούσιο μέγαρο, αλλά δεν είχε τίποτε δικό του. Το κελλί του ήταν γυμνό από κάθε άνεση· γι’ αυτό ένας αξιωματούχος της πόλεως προθυμοποιήθηκε και του προσέφερε μία ημέρα ένα πολυτελές σκέπασμα. Την επόμενη νύκτα ο άγιος δεν έβρισκε ανάπαυση και δεν έπαυε να καταδικάζει τον εαυτό του σκεπτόμενος ότι τόσοι και τόσοι φτωχοί υπέφεραν από το κρύο και την πείνα έξω στην πόρτα του, ενώ εκείνος περιβαλλόταν από τόση πολυτέλεια. Την επαύριο έβαλε να πουλήσουν το κάλυμμα και μοίρασε τα χρήματα. Ο ευεργέτης του, όμως, έτυχε να ξαναβρεί το δώρο στον πάγκο του εμπόρου. Το ξαναγόρασε και ανάγκασε τον Ιωάννη να το δεχθεί. Εκείνος, όμως, το ξαναπούλησε για να κάνει ελεημοσύνη. Καθώς ούτε ο ένας ούτε ο άλλος δεν ήθελε να υποχωρήσει, το αντικείμενο άλλαξε πολλές φορές χέρια και ήταν μια ευκαιρία για τον Ιωάννη να αναγκάζει έμμεσα τον πλούσιο αυτόν να μοιράζει ένα σεβαστό ποσό στους ενδεείς.

     Η αγάπη του και η άκρα ταπεινοφροσύνη του δεν τον εμπόδιζαν, ωστόσο, να δείχνει σθεναρή στάση απέναντι στους αιρετικούς μονοφυσίτες. Τους αγαπούσε και σκόρπιζε σε αυτούς τις ευεργεσίες του, αλλά παρέμενε αυστηρός στη δίκαιη καταδίκη των ψυχόλεθρων κακοδοξιών τους και στην απαγόρευση κάθε συμμετοχής των ορθοδόξων στη λατρεία τους και στις προσευχές τους.

     Όταν λιμός και επιδημίες αφάνιζαν την πόλη, ο άγιος ήταν ο πρώτος που εμφανιζόταν να βοηθά τους αρρώστους και να θάβει τους νεκρούς. Προέτρεπε τους πιστούς να προσεύχονται ακατάπαυστα υπέρ των εκλιπόντων και άδραχνε την ευκαιρία στις συμφορές αυτές να τους υπενθυμίζει το πρόσκαιρο και άστατο της ζωής μας και το κατεπείγον της μετανοίας.

     Λίγα χρόνια μετά την κατάληψη της Ιερουσαλήμ, η Αλεξάνδρεια απειλούνταν με τη σειρά της από τους Πέρσες. Για τον λόγο αυτό, κατόπιν αιτήματος του διοικητή της Αιγύπτου Νικήτα, ο Ιωάννης επέστρεψε στην Κύπρο, όπου και εκοιμήθη σε ηλικία 64 ετών (το 619), ευχαριστώντας τον Θεό που δεν του άφησε τίποτε από τα πλούτη των οποίων κατέστη επίτροπος προς όφελος των φτωχών. Λίγο πριν την κοίμησή του, είδε να του φανερώνεται η ίδια ευγενής παρθένος που του είχε παρουσιασθεί στην ηλικία των δεκαπέντε ετών λέγοντάς του ότι ήταν η ίδια η Ελεημοσύνη, η οποία παρακίνησε τον Χριστό να λάβει σάρκα υπέρ της σωτηρίας μας, και υποσχόμενη να του ανοίξει τη Βασιλεία των ουρανών. Ετάφη στην Αμαθούντα, στον τάφο του αγίου Τύχωνος [16 Ιουν.], τον Βίο του οποίου είχε συγγράψει. Λίγο μετά τον θάνατό του, μύρο ανέβλυσε από το σκήνωμα του αγίου προς αγαλλίαση και παρηγορία των πιστών. Το λείψανό του φέρεται να βρίσκεται σήμερα στη Βενετία, αλλά δεν έχει αποδειχθεί ακόμη η γνησιότητά του.

—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—

Ἦχος πλ. δ΄.

ν τῇ ὑπομονῇ σου ἐκτήσω τὸν μισθόν σου Πάτερ Ὅσιε, ταῖς προσευχαῖς ἀδιαλείπτως ἐγκαρτερήσας, τοὺς πτωχοὺς ἀγαπήσας, καὶ τούτοις ἐπαρκέσας. Ἀλλὰ πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, Ἰωάννη Ἐλεῆμον μακάριε, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—

Ἦχος β΄. Τὰ ἄνω ζητῶν.

Τὸν πλοῦτον τὸν σόν, ἐσκόρπισας τοῖς πένησι, καὶ τῶν οὐρανῶν, τὸν πλοῦτον νῦν ἀπείληφας, Ἰωάννη πάνσοφε· διὰ τοῦτο πάντες σε γεραίρομεν, ἐκτελοῦντες τὴν μνήμην σου, τῆς ἐλεημοσύνης ὦ ἐπώνυμε.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—

λεημοσύνης ὁ ποταμός, ὁ τῆς εὐσπλαχνίας, διανέμων ἐπιρροάς, καὶ καταπιαίνων, ἀπόρων τὰς καρδίας, ὁ μέγας Ἰωάννης, ὑμνολογείσθω μοι.


 Ιερομονάχου

Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου:

«Νέος Συναξαριστής

της Ορθοδόξου Εκκλησίας,

Τόμος 3ος (Νοέμβριος),

σελ. 127–131.

Διασκευή εκ του Γαλλικού:

Ξενοφών Κομνηνός.

Εκδόσεις «Ίνδικτος».

Αθήναι, Απρίλιος 20122.

Επιμέλεια ανάρτησης:

https://toeilhtarion.blogspot.com/2020/11/blog-post_12.html