Τετάρτη, 20 Νοεμβρίου 2019

ΓΙΑΤΙ ΚΑΛΕ ΓΙΑΓΙΑ ? ΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ



Δὲν ἦταν πολὺ μεγάλο, μὰ ἦταν ὀμορφο-κτισμένο 
τὸ σπιτάκι τους στὴν πλαγιὰ τῆς πόλης. 
Ὅλα μέσα καλοφτιαγμένα.
Κι ὅταν ἔβγαινες στὴ βεράντα, ἄνοιγε
ἡ καρδιά σου, καθὼς ἀτένιζες τὴν ἀπέραν-
τη θάλασσα ν’ ἁπλώνεται ἐμπρός σου. Τὰ
ἄλλα σπίτια δίπλα καὶ ἐμπρὸς ἦταν χαμη-
λότερα καὶ δὲν ἔκρυβαν τὴ θαυμάσια θέα.
Καὶ τὴν ἀπολάμβαναν συχνὰ τὴ θέα τους
αὐτὴ τὰ ἀπογεύματα ὁ Τάκης καὶ ἡ Μαρία
πίνοντας τὸν καφέ τους καὶ συζητώντας
γύρω ἀπὸ τὰ νέα τῆς δουλειᾶς τους...
Ὅλα κυλοῦσαν ἤρεμα. Ἦρθαν τὰ πρῶτα
παιδιὰ καὶ γέμισε τὸ σπίτι τους μὲ χαρούμε-
νες φωνές, μὲ γέλια, κάποτε - κάποτε καὶ μὲ
παιδικὰ κλάματα. Ἦταν ὅμως ὡραῖα. Ἦταν
ἡ γεύση τῆς ζωῆς, ποὺ συνεχίζεται ἀπὸ γε-
νιὰ σὲ γενιὰ ἀφήνοντας ἀνεξίτηλα τὰ ἴχνη
της στὶς καρδιές.
Τὰ δυὸ πρῶτα παιδιὰ τῆς οἰκογένειας,
τὸν Νικολάκη καὶ τὴ Σοφούλα, ἀνέλαβε νὰ
τὰ φροντίζει, ὅσες ὧρες θὰ ἔλειπαν οἱ γο-
νεῖς τους στὶς δουλειές τους, ἡ μάννα τοῦ
Τάκη, ἡ κυρα-Κατίνα, ἡ γιαγιά τους. Ἡ ἄλ-
λη γιαγιά τους, ἡ μάννα τῆς Μαρίας, τῆς
μαμᾶς τους, ἡ κυρία Πηνελόπη, ἔμενε στὴν
ἄλλη ἄκρη τῆς πόλης κι ἐρχόταν νὰ τὰ δεῖ
ἀραιὰ καὶ ποῦ.
Ἡ κυρα-Κατίνα φρόντιζε τὰ ἐγγόνια της
σὰν νὰ ἦταν δυὸ φορὲς παιδιά της. Τὰ
πρόσεχε σὰν τὰ μάτια της. Νὰ μὴν τοὺς
λείψει τίποτε. Νὰ μὴν πάθουν κάτι. Νὰ μὴν
πέσουν καὶ χτυπήσουν. Ἦταν πάντα ἄγρυ-
πνη. Τοὺς ἔδινε τὴν κρέμα τους, τὸ φαγη-
τούλι τους, ὅλα στὴν ὥρα τους. Ἦταν σὲ
διαρκὴ κίνηση κοντά τους. Κουραζόταν,
εἶν’ ἀλήθεια, ἀλλὰ γιὰ τὰ παιδιὰ τοῦ γυιοῦ
της χαλάλι, ἔλεγε, ὁ ὅποιος κόπος. Καὶ τὴν
ξεκούραζαν τὰ φιλιὰ ποὺ τῆς ἔδιναν κάθε
τόσο καὶ τὰ δυὸ ἐγγόνια της, λὲς καὶ ἦταν
δασκαλεμένα ἀπὸ τὸν πατέρα καὶ ἀπὸ τὴ
μάννα τους. Γεγονὸς πάντως εἶναι ὅτι κι ὁ
γυιὸς καὶ ἡ νύφη της τῆς φέρονταν πολὺ
καλά. Τὴ φιλοῦσαν κάθε φορὰ ποὺ γύρι-
ζαν μετὰ τὸ μεσημέρι στὸ σπίτι ἀπὸ τὴ δου-
λειά τους καὶ τὴ θερμοευχαριστοῦσαν γιὰ
τὶς φροντίδες της γιὰ τὰ παιδιά τους.
–Εἴμαστε ἥσυχοι, μητέρα, γιὰ τὰ παιδιά
μας, τῆς ἔλεγε συχνὰ ἡ νύφη της. Ἂν δὲν
ἤσουν ἐσύ, θὰ μὲ ἔζωναν φίδια.
Τὰ ἴδια περίπου ἔλεγε κι ὁ γυιός της. Κι ὁ
τρόπος ποὺ τά ’λεγαν ἔδειχνε ὅτι τὰ πίστευ-
αν. Τὰ λόγια τους ἔβγαιναν ἀπὸ τὴν καρ-
διά τους. Τὸ εὐχαριστῶ τους ἦταν γνήσιο.
Καὶ αὐτὸ εὐχαριστοῦσε καὶ ξεκούραζε πιὸ
πολὺ τὴ γιαγιὰ Κατίνα.
Ἕνα μόνο ἀγκάθι ἄρχισε νὰ κεντάει τὴν
καρδιά της καὶ νὰ τὴν κρυώνει. Τί πάθαι-
νε ἡ εὐλογημένη τώρα τελευταῖα, ποὺ εἶχαν
ξεπεταχθεῖ τὰ ἐγγονάκια, καὶ δὲν τὰ πήγαι-
νε καλὰ μὲ τὴ συμπεθέρα της! Ὅταν ἐρχό-
ταν ἡ γιαγιὰ Πηνελόπη νὰ δεῖ τὰ ἐγγόνια
της, αὐτὰ ἔτρεχαν ξετρελαμένα ἀπὸ τὴ χα-
ρά τους κι ἔπεφταν στὴν ἀγκαλιά της. Τότε
λοιπὸν ἡ γιαγιὰ Κατίνα δὲν ἄντεχε νὰ βλέ-
πει αὐτὴ τὴ σκηνὴ καὶ στραβομουτσούνια-
ζε, ἔφευγε, κλεινόταν στὴν κουζίνα γιὰ μα-
γείρεμα ἢ πήγαινε νὰ ἀγοράσει κάτι ἀπὸ τὸ
φαρμακεῖο ἢ ἀπὸ τὸ σοῦπερ-μάρκετ ἐκεί-
νη τὴν ὥρα, ἐνῶ μποροῦσε νὰ πάει ἄλλο-
τε. Πήγαινε ὅμως τότε γιὰ νὰ μὴ βλέπει τὰ
φιλιὰ τῶν παιδιῶν πρὸς τὴν ἄλλη γιαγιά
τους καὶ τὰ φιλιὰ τῆς ἄλλης γιαγιᾶς πρὸς τὰ
ἐγγόνια της.
Αὐτὸ ἔγινε κι ἐκεῖνο τὸ πρωινό. Μόλις
ἦρθε ἡ Πηνελόπη, τὴν ἄφησε μόνη μὲ τὰ
παιδιὰ καὶ βγῆκε, ὅπως τῆς εἶπε, γιὰ νὰ
ψωνίσει. Στὸ δρόμο συνάντησε μιὰ παλιὰ
φίλη της, πολὺ καλὴ Χριστιανή, κι ἀνάμε-
σα στὰ πολλὰ ποὺ εἶπαν ἦρθε ἡ κουβέντα
καὶ στὰ ἐγγόνια.
–Τί νὰ σοῦ πῶ, Εὐγενία μου, εἶναι ἀγγε-
λούδια! Ἀλλὰ τί παθαίνω τελευταῖα! Ὅταν
ἔρχεται, στὴ χάση καὶ στὴ φέξη, ἡ συμπε-
θέρα μου νὰ τὰ δεῖ τρελαίνονται γι’ αὐτήν!
Κι ἂς λιώνω ἐγὼ κάθε μέρα γιὰ δαῦτα! Κά-
ποιος θὰ τὰ δασκάλεψε, φαίνεται.
–Μὴ λὲς τέτοια λόγια, Κατίνα μου! Ἐσέ-
να σ’ ἔχουν συνέχεια μπροστά τους καὶ σὲ
συνήθισαν. Ὅμως σ’ ἀγαποῦν πολὺ τὰ ἀ-
θῶα πουλάκια μου. Δὲν κάνει νὰ σκέφτε-
σαι ἔτσι! Ἀπόψε θὰ κάνω Παράκληση στὴν
Παναγία νὰ φύγουν αὐτὲς οἱ κακὲς σκέ-
ψεις ἀπὸ μέσα σου. Διῶξ’ τα αὐτά, Κατίνα
μου. Εἶναι τοῦ ἐξαποδῶ. Ἐσὺ νὰ χαίρεσαι
τὰ παιδιὰ καὶ τὰ ἐγγόνια σου καὶ νὰ ἀγαπᾶς
τὴ συμπεθέρα σου. Δὲν κερδίζεις τίποτε μὲ
τὴν ψυχρότητα ποὺ κρατᾶς ἀπέναντί της.
Εἶπαν καὶ μερικὰ ἄλλα καὶ ἀποχωρίστη-
καν σὰν καλὲς φίλες.
Ὅταν γύρισε στὸ σπίτι ἡ Κατίνα, ἡ Πηνε-
λόπη ἦταν ἕτοιμη νὰ φύγει.
–Ἄργησες, εὐλογημένη. Μήπως ἔπαθες
τίποτε; Ἀνησύχησα. Ἔχω νὰ κάνω καὶ μιὰ
δουλειά. Σᾶς ἀφήνω τώρα. Ὁ Θεὸς μαζί σας!
–Ὥρα καλή. Νὰ μᾶς ξανάλθεις, εἶπε κά-
πως κοφτὰ ἡ Κατίνα, κι ἔκλεισε τὴν πόρτα.
Ὅταν κάθισαν στὸ παιδικὸ δωμάτιο καὶ
ἀφοῦ ἔδωσε τὴν κρέμα στὰ παιδιά, ἡ μικρὴ
Σοφία, ποὺ ἦταν πολὺ ἔξυπνη, εἶπε στὴ
γιαγιὰ μὲ ἁπλότητα παιδική:
–Γιατί, καλὲ γιαγιά, ἔφυγες, ὅταν ἦρθε ἡ
ἄλλη γιαγιά μας; Ἐμεῖς θέλουμε καὶ τὶς δυὸ
γιαγιάδες κοντά μας. Γιατί ἔφυγες;
–Ναί, γιαγιά, γιατί ἔφυγες; εἶπε κι ὁ Νικο-
λάκης.
Ἡ Κατίνα συγκλονίστηκε ἀπὸ τὴν ἀθωό-
τητα τῶν παιδιῶν. Δὲν τόλμησε νὰ πεῖ τίπο-
τε. Παρακάλεσε ὅμως τὸν Θεὸ νὰ τὴ βοη-
θήσει νὰ μείνει ἤρεμη καὶ χαμογελαστή.
–Ἐλᾶτε τώρα, ἑτοιμαστεῖτε νὰ φᾶτε καὶ τὸ
φροῦτο σας, τοὺς εἶπε, καὶ ἄλλοτε θὰ συ-
ζητήσουμε καὶ γι’ αὐτὸ ποὺ μὲ ρωτήσατε.
Ὅταν ἦλθαν τὸ μεσημέρι στὸ σπίτι ὁ Τά-
κης καὶ ἡ Μαρία, τοὺς εἶπε συγκινημένη
τὰ καθέκαστα. Ἐκεῖνοι τὴν ἄκουγαν σεβα-
στικὰ καὶ ἀμίλητοι.
Τὸ βράδυ ἡ Κατίνα δὲν ἔκλεισε μάτι. Στρι-
φογύριζε στὸ κρεβάτι της καὶ ἱκέτευε τὸν
Θεὸ νὰ τὴ συγχωρήσει, διότι σκανδάλισε
τὰ ἀθῶα ἐγγονάκια της. Τὸ πρωὶ πλησίασε
τὸ γυιὸ καὶ τὴ νύφη της καὶ τοὺς εἶπε:
–Τί θὰ λέγατε, ἂν σᾶς πρότεινα νὰ κα-
λέσουμε γιὰ φαγητὸ τὸ μεσημέρι τῆς Κυ-
ριακῆς τοὺς συμπεθέρους μας;
–Συμφωνοῦμε μὲ πολλὴ χαρά, Μητέρα!
ἀπάντησαν καὶ οἱ δύο μαζί. Κανόνισέ τα
ὅλα ἐσὺ ὅπως ξέρεις!
–Τὸ θέλουμε πολὺ κι ἐμεῖς! φώναξαν χα-
ρούμενα καὶ τὰ παιδιὰ μόλις τὸ ἔμαθαν. Θέ-
λουμε καὶ τὴ γιαγιά μας Πηνελόπη καὶ τὸν
παππού μας Κώστα! Ὅλους τοὺς θέλου-
με!
Τὶς μέρες ποὺ μεσολαβοῦσαν μέχρι τὴν
Κυριακὴ ἡ Κατίνα θερμοπαρακαλοῦσε
στὴν προσευχή της τὸν Θεὸ νὰ λιώσει τὸν
πάγο τῆς ζήλειας της ἀπέναντι στὴ συμ-
πεθέρα της καὶ νὰ ζεσταθεῖ ἡ καρδιά της
πρὸς αὐτήν. Συμβουλεύτηκε καὶ τὸν ἐξομο-
λόγο της· καὶ φρόντισε, ὥστε τὸ τραπέζι νὰ
εἶναι πολὺ περιποιημένο.
Καὶ τὴν Κυριακή, μετὰ τὴν προσευχὴ
ποὺ ἔκανε ἡ Σοφούλα στὸ τραπέζι, ἡ για-
γιὰ Κατίνα, πρὶν ἀρχίσουν νὰ τρῶνε, γονά-
τισε μπροστὰ στὴ γιαγιὰ Πηνελόπη καὶ τῆς
ζήτησε συγγνώμη γιὰ τὸ ἄσχημο φέρσιμό
της ἀπέναντί της. Κι ἀμέσως ἀγκαλιάστη-
καν καὶ φιλήθηκαν δακρυσμένες. Τὰ ἐγγό-
νια χειροκροτοῦσαν! Οἱ μεγάλοι παρακο-
λουθοῦσαν ἄφωνοι καὶ συγκινημένοι. Ἦ-
ταν μιὰ σπάνια οἰκογενειακὴ σκηνή, ποὺ τὴ
χάρισε ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.ΟΣΩΤΗΡ2056

Τρίτη, 19 Νοεμβρίου 2019

Ο θρύλος του μαρμαρωμένου βασιλιά



Γράφει η Αντωνία Βαρμάζη, Ιστορικός​

Όλοι έχουμε ακούσει για τον θρύλο του μαρμαρωμένου βασιλιά. Οι απόψεις για το πρόσωπο του βασιλιά δίισταντο.

Πολλοί νομίζουν ότι λέγοντας «μαρμαρωμένος βασιλιάς» εννοούμε τον τελευταίο Αυτοκράτορα του Βυζαντίου, τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο. Όμως, η προφητεία μιλάει ξεκάθαρα για τον Ιωάννη Βατάτζη κι όχι για τον Κωνσταντίνο, που σύμφωνα με τον Φραντζή, σκοτώθηκε μαχόμενος των Τούρκων στην αποφράδα μέρα της Πόλης και το πτώμα του αναγνωρίστηκε απ’τις χρυσές περικνημίδες του με τους δικέφαλους αετούς.

Ο μαρμαρωμένος βασιλιάς είναι ο Άγιος Ιωάννης Δούκας Βατάτζης ο Ελεήμων, ο Αυτοκράτορας Νικαίας, ο οποίος βρέθηκε παντελώς άφθαρτος στον τάφο του στην Μικρασία, τόσο ο ίδιος, όσο και τα βασιλικά του ενδύματα και ο οποίος είναι πράγματι «μαρμαρωμένος» σε σημείο κρυφό από τα μάτια των Τούρκων και φυλάσσεται κεκρυμμένο, σε μυστικό σπήλαιο το οποίο γνωρίζει μόνο ένα μυστικό τάγμα Ελλήνων κρυπτοχριστιανών, που φυλάσσουν το ιερό μυστικό για αιώνες, αναμένοντας την «έγερση του μαρμαρωμένου»

Ο Βατάτζης υπήρξε ο κυριότερος συντελεστής της αποκατάστασης του Βυζαντίου. Αν οι Φράγκοι έφυγαν από την Πόλη το 1261, αυτό οφείλεται σ’ αυτόν. Ο Μιχαήλ Παλαιολόγος επωφελήθηκε από τα αποτελέσματα της πολιτικής του Βατάτζη. Ο Ιωάννης Βατάτζης προετοίμασε το έδαφος κι έκανε δυνατή την αποκατάσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας! Ο Ιωάννης αν και πέθανε το 1254, δηλαδή, 200χρ. πριν την Άλωση της Πόλης, ονομάστηκε «Πατέρας των Ελλήνων».

Αρχικά, τάφηκε σ’ ένα μικρό μοναστήρι στη Μαγνησία της Μικράς Ασίας. Η ιστορία του όμως δε σταματά με την ταφή του. Επτά χρόνια μετά το θάνατό του ανοίχτηκε ο τάφος του, αφού πολλές μαρτυρίες για θαύματα άρχισαν να υπάρχουν και τότε όλοι βρέθηκαν μπροστά στο μεγαλύτερο θαύμα. Ο βασιλιάς αν και επτά χρόνια νεκρός, έμοιαζε κοιμώμενος. Το χρώμα του ήταν ροδαλό και τα ρούχα του άφθαρτα. Δεν έμοιαζε νεκρός, αλλά μάλλον, «μαρμαρωμένος». Από τότε και μετά το σώμα του Ιωάννη Βατάτζη εξαφανίστηκε…

Το σώμα όμως του Ιωάννη είναι σε κατάσταση στάσης, κάτι που θα μπορούσαμε να παρομοιάσουμε με την χειμερία νάρκη που πέφτουν τον χειμώνα οι αρκούδες. Είναι ζωντανός αλλά με αδρανοποιημένες όλες τις σωματικές του λειτουργίες, ξαπλωμένος και κρατά στο χέρι του μία βυζαντινή ρομφαία. Η ρομφαία είναι μέσα στο θηκάρι της, αλλά κάθε χρόνο το χέρι του Ιωάννη τραβά μέρος του ξίφους έξω.

Ορισμένοι υποστηρίζουν πως το πρόσωπο του βασιλιά αφορά τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο.

Ο Κωνσταντίνος ΙΑ’ υπήρξε ο τελευταίος αυτοκράτορας τού Βυζαντίου, ο οποίος με το φρόνημα και την αυτοθυσία του, σημάδεψε χαρακτηριστικά το γεγονός τής πτώσης. Ο αυλικός του Γεώργιος Φραντζής διηγείται με απλότητα τον θάνατο τού τελευταίου βυζαντινού αυτοκράτορα: «Ο βασιλεύς ουν απαγορεύσας εαυτόν, ιστάμενος βαστάζων σπάθην και ασπίδα, είπε λόγον λύπης άξιον «ουκ έστι τις των χριστιανών του λαβείν την κεφαλήν μου απ΄ εμού;» ην γαρ μονώτατος απολειφθείς. τότε εις των Τούρκων δους αυτώ κατά πρόσωπον και πλήξας, και αυτός τω Τούρκω ετέραν εχαρίσατο” των όπισθεν δ΄ετέρος καιρίαν δους πληγήν, έπεσε κατά γης” ου γαρ ήδεισαν ότι ο βασιλεύς εστιν, αλλ΄ως κοινόν στρατιώτην τούτον θανατώσαντες αφήκαν».

Σύμφωνα με την περιγραφή του Φραντζή, οι κατακτητές, μετά το τέλος του αγώνα, αναζήτησαν το σώμα του αυτοκράτορα: «πλείονας κεφάλας των αναιρεθέντων έπλυναν, ει τύχοι και την βασιλικήν γνωρίσωσι, και ουκ ηδυνήθησαν γνωρίσαι αυτήν, ει μη το τεθνεώς πτώμα τού Βασιλέως ευρόντες ο εγνώρισαν εκ των βασιλικών περικνημίδων, ή και πεδίλων ένθα, χρυσοί αετοί ήσαν γεγραμμένοι, ως έθος υπήρχε τοις βασιλεύσι». Η αναγνώριση του νεκρού αυτοκράτορα συνοδεύθηκε από την εντολή τού σουλτάνου Μωάμεθ Β’ να ταφεί με τις αρμόζουσες βασιλικές τιμές, χωρίς όμως να ανακοινωθεί και ο τόπος της ταφής. Οι μυστικοί πόθοι τού λαού συνέδεσαν τον θρύλο τού μαρμαρωμένου βασιλιά, με την ελπίδα για την απελευθέρωση και την αποκατάσταση τής αυτοκρατορίας.

Τον 19ο αιώνα ένας Ιταλός πρέσβης στην Κωνσταντινούπολη συγκέντρωσε μια ιδιωτική συλλογή όπλων και πανοπλιών, που την εξέθεσε αργότερα στο Τορίνο. Ανάμεσα στα αντικείμενα ήταν και ένα ξίφος σκαλισμένο με Χριστιανικές φιγούρες και με ελληνιστί αφιέρωση σε έναν Αυτοκράτορα ονόματι Κωνσταντίνο. Το 1857 ο Γάλλος Βικτόρ Λανγκλουά το εξέτασε και αποφάνθηκε, πως ήταν το ξίφος του Κωνσταντίνου, προερχόμενο από τον τάφο του Μωάμεθ Β´


‘Οταν ο Μωάμεθ ο Β΄ κατάφερε να καταλάβει την Κωνσταντινούπολη, ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος διέταξε να μεταφέρουν την Αγία Τράπεζα και όλα τα κειμήλια της Αγίας Σοφίας μακριά από την Πόλη ώστε να μην τα λεηλατήσουν οι Τούρκοι.

Τρία καράβια Ενετικά ξεκίνησαν από την Πόλη γεμάτα με όλα αυτά τα κειμήλια, όπως λέει και ο θρύλος, αλλά το τρίτο από αυτά που μετέφερε την Αγία Τράπεζα βυθίστηκε στα νερά του Βοσπόρου στην περιοχή του Μαρμαρά.

Από τότε μέχρι σήμερα στο σημείο εκείνο που είναι βυθισμένη η Αγία Τράπεζα τα νερά της θάλασσας είναι πάντοτε ήρεμα και γαλήνια, ασχέτως με τις καιρικές συνθήκες που επικρατούν στην γύρω περιοχή.

Όπως και να έχει οι θρύλοι κρατούν ζωντανούς τους πόθους και ενίοτε ενέχουν χαραγμένους τους αγώνες και τις κακουχίες των Ελλήνων.Η προφητεία προς τον Μανουήλ Παλαιολόγο γράφει: «Τότε άγγελος εξ ουρανού καταβήσεται δια νεύσεως Θεού, έχων εν τη χερί αυτού σκήπτρον και ξίφος του Αγιωτάτου Βασιλέως Κωνσταντίνου, και τον ειρηνικόν στέψει βασιλέα.

Ος και αυτόν μέσον πάντων εστίν εν τω πολέμω, δώσει δε αυτώ το σκήπτρον και το ξίφος, και το όνομα αυτού Ελεήμονα καλέσει»! Αυτό είναι όμως το προσωνύμιο του Αγίου Ιωάννου Γ΄ Δούκα Βατάτζη του Ελεήμονος, Αυτοκράτορος Νικαίας.

Ο Άγιος Ταράσιος έρχεται να επιβεβαιώσει όλες τις άλλες προφητείες αφού λέγει: «Και τότε εξυπνήσει ο Άγιος Βασιλεύς, ο εν αρχή μεν του ονόματος αυτού το ι, και εν δε τω τέλει σ,έχων,α σημαίνουσι σωτηρίαν…» Εμείς αναμένουμε το πλήρωμα του χρόνου , για να δούμε ιδίοις όμμασι αν όντως θα επαληθευτεί.




Ο Άγιος Ιωάννης Βατάτζης ο Ελεήμων τιμάται στις 4 Νοεμβρίου και διακρίνεται για τον φιλεύσπλαχνο χαρακτήρα του και την βοήθεια που πρόσφερε στους φτωχούς και εορτάζεται στο βυζαντινό Διδυμότειχο, επάνω στην Εκκλησιά του Χριστού Σωτήρα του κάστρου, όπου και υπάρχει σαν θησαυρός η φορητή εικόνα του Αγίου, δημιούργημα της λαϊκής τέχνης του 1958, που πάνω της έχει γραμμένο και το Απολυτίκιό του:

«Τον λαμπρόν Βασιλέα και των πιστών μέγα καύχημα και των νυμφαίων το κλέος, Ιωάννην τιμήσωμεν, εν ύμνοις και ωδαίς πνευματικαίς, την μνήμην επιτελούντες αυτού, συμφώνως ανακράζοντες. Δόξα τω σε Δοξάσαντι, δόξα τω σε στεφανώσαντι, δόξα των ενεργούντι δια σου πάσιν ιάματα».


Δευτέρα, 18 Νοεμβρίου 2019

Πότε εισήλθε στη χριστιανική θρησκεία το χριστουγεννιάτικο δέντρο



Το Χριστουγεννιάτικο δέντρο εμφανίστηκε πρώτη φορά στην Ελλάδα το 1833, όταν το έφερε ο βασιλιας Όθωνας, στολίζοντας το πρώτο έλατο στα ανάκτορα του Ναυπλίου.

Ωστόσο, από την ημέρα εκείνη που οι κάτοικοι έκαναν ουρές για να το θαυμάσουν το χριστουγεννιάτικο δέντρο πέρασε αρκετός καιρός μέχρι να καθιερωθεί σε κάθε ελληνικό σπίτι, ενώ ο χαρακτηρισμός του ως γερμανικό έθιμο είναι αυθαίρετος, αφού οι μαρτυρίες μέσα από χειρόγραφα κείμενα, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η ύπαρξη του δέντρου ως εορταστικό σύμβολο χάνεται στα βάθη των αιώνων.

Σύμφωνα με ορισμένους ερευνητές η παράδοση να στολίζονται δέντρα ή κομμάτια δέντρων υπήρχε σε όλες τις θρησκείες από την αρχαιότητα.

Η λατρεία και ο στολισμός του δέντρου έρχεται από την αρχαιότητα, στη λατρεία της Κυβέλης αλλά και σε μύριες άλλες αναφορές που έχουμε από τα ιστορικά κείμενα γι αυτόν το στολισμό. Το 1650 υπάρχει μια αναφορά για Χριστουγεννιάτικο δέντρο που στήθηκε στο Στρασβούργο και ήταν στολισμένο με τριαντάφυλλα από χρωματιστά χαρτάκια, γλυκίσματα και ζαχαρένια ανθρωπάκια.

Στη χριστιανική θρησκεία τον 4ο αιώνα καθιερώθηκε η 25η Δεκεμβρίου ως ημέρα εορτασμού της Γέννησης του Χριστού και τον 8ο αιώνα στολίστηκε το πρώτο χριστουγεννιάτικο δέντρο που ήταν έλατο.

Μάλιστα η επιλογή του έλατου έγινε από τον υιό Βονιφάντιο, για να σβήσει την ιερότητα που απέδιδε ο κόσμος μέχρι τη στιγμή εκείνη στη δρυ. Έτσι το έλατο έγινε σύμβολο χριστιανικό και ειδικότερα των Χριστουγέννων.

Βρίσκουμε μία μαρτυρία κάπου στην Ρωμαϊκή εποχή το 336 μ.Χ. όπου κάθε 25 Δεκέμβρη γιορτάζονταν τα Σατουρνάλια στην μνήμη του θεού Σατούρνο (πιθανότατα του Κρόνου).

Σύμφωνα με τους ερευνητές αποτελεί τον πρόδρομο της γιορτής των Χριστουγέννων, που με διάφορες προσθήκες και παραλλαγές θέλησαν να προσδώσουν στην γιορτή χριστιανικό περιεχόμενο, ώστε να απομακρυνθεί και να ξεχαστεί στα βάθη των αιώνων η παγανιστική της προέλευση.

Άλλωστε, η 25η Δεκεμβρίου καθιερώθηκε ως ημερομηνία γέννησης του Χριστού τον 4ο αι. μ.Χ. και ταυτόχρονα σηματοδοτούσε την αλλαγή του χρόνου. Στα Σατουρνάλια, οι Ρωμαίοι στόλιζαν διαφόρων ειδών δέντρα με κεριά και άλλα στολίδια (πιθανότητα καρύδια, φαγώσιμα κλπ).

O καθηγητής την Χριστιανικής Αρχαιολογίας Κώστας Καλογύρης, υποστήριξε ότι το έθιμο του δέντρου δεν έχει γερμανική προέλευση αλλά ανατολίτικη. Την άποψη του στηρίζει σε ένα συριακό κείμενο που υπάρχει σε χειρόγραφο στο Βρετανικό Μουσείο.

Το κείμενο αναφέρεται σε ένα ναό που έχτισε το 1512 ο Αναστάσιος ο Α’ στα βόρεια της Συρίας και στον οποίο υπήρχαν δύο μεγάλα ορειχάλκινα δέντρα.

Στη Βόρεια Ευρώπη οι Βίκινγκς χρησιμοποιούσαν το δέντρο στις τελετές τους ως σύμβολο αναγέννησης, που σηματοδοτούσε το τέλος του χειμώνα και τον ερχομό της άνοιξης και της αναγέννησης της μητέρας Φύσης. Στην αρχαία Αγγλία, όπως και στην Γαλλία, οι γνωστοί μας Δρυίδες στόλιζαν με φρούτα και κεριά βελανιδιές προς τιμήν των θεών τους.

Σύμφωνα με την αγγλική παράδοση αυτός που καθιέρωσε το Χριστουγεννιάτικο δέντρο ως σύμβολο ήταν ο Άγγλος ιερομόναχος Άγιος Βονιφάτιος. Ο Άγιος παρευρίσκονταν σε μια τελετή παγανιστών, οι οποίοι σύμφωνα με την παράδοση επρόκειτο να θυσιάσουν ένα παιδί κάτω από μια βελανιδιά.

Ο ιερομόναχος θέλοντας να σώσει το παιδί και να σταματήσει την τελετή έδωσε μια γροθιά στη βελανιδιά. Αμέσως ξεπήδησαν φλόγες και τύλιξαν το δέντρο. Το δέντρο αυτό ήταν το δέντρο της ζωής και αναπαριστούσε τη ζωή του Χριστού.

Οι μαγευτικές παραδόσεις των λαών όμως δεν τελειώνουν εδώ. Μια άλλη ιστορία θέλει τον περίφημο Μαρτίνο Λούθηρο να είναι ο εισηγητής του Χριστουγεννιάτικου δέντρου.

Σύμφωνα με τον θρύλο, ο Λούθηρος κάνοντας βόλτα σε ένα δάσος ένα χειμωνιάτικο βράδυ με ξαστεριά μαγεύτηκε από το παιχνίδι των δέντρων με τα αστέρια, τα οποία φαίνονταν λες και ήταν κολλημένα σαν στολίδια πάνω στα φύλλα.

Ο ιδρυτής του Προτεσταντισμού έκοψε ένα μικρό δεντράκι και φέρνοντάς το σπίτι του αντικατέστησε τα αστέρια με κεριά.

Οι Γερμανοί φαίνεται ότι ήταν οι πρώτοι οι οποίοι έβαλαν το Χριστουγεννιάτικο δέντρο σπίτι τους. Το διακοσμούσαν με καρύδια, μπισκότα και κάθε είδους φαγώσιμα και κεριά, θέλοντας να συμβολίσουν τα θεία δώρα που έκαναν οι Μάγοι στο νεογέννητο Χριστό.

Το 1830 Γερμανοί μετανάστες εισήγαγαν το Χριστουγεννιάτικο δέντρο στην Αμερική και στις αποικίες που κατοίκησαν. Την πρώτη μαρτυρία δημοσίας εμφάνισης δέντρου την έχουμε στην Πενσυλβάνια των Η.Π.Α. όπου υπήρχαν βεβαίως και πολλοί Γερμανοί μετανάστες.

Οι άλλες εθνότητες στην Αμερικανική επικράτεια δεν δεχόντουσαν το δέντρο ως σύμβολο Χριστουγέννων, καθώς το θεωρούσαν παγανιστικό έθιμο. Αυτό θα γίνει μετά το 1840 όπου η Αμερικάνικη κοινότητα θα αρχίσει να δέχεται το δέντρο ως σύμβολο της γιορτής, με στολίδια ως επί το πλείστον φρούτα, μπισκότα, καρύδια, ζαχαρωτά και άλλα φαγώσιμα.
Η εφεύρεση του ηλεκτρισμού θα προσδώσει στο δέντρο την μεγαλοπρέπεια που του αρμόζει με τα λαμπιόνια να το φωτίζουν θεαματικά.

Το 1882, το πρώτο ηλεκτρικά φωτισμένο Χριστουγεννιάτικο δέντρο του κόσμου στολίστηκε στην πόλη της Νέας Υόρκης, στην κατοικία του Έντουαρτ Τζόνσον, ενός συναδέλφου του εφευρέτη Τόμας Έντισον. Τα πολύχρωμα φωτάκια, όπως και τα πλαστικά στολίδια, αργούσαν ακόμα…