Κυριακή, 27 Μαΐου 2018

Μάχη της Κρήτης: Ο επικός αγώνας της Σχολής Ευελπίδων (20 Μαΐου 1941)

 Ιωάννης Φιλίστωρ 27 Μαΐου 2018


Επιμέλεια: Γιώργος Λαμπράκης (αναδημοσιεύεται με την άδεια του κ. Λαμπράκη)(πρώτη δημοσίευση:https://stratistoria.wordpress.com)

Στις 28 Οκτωβρίου 1940, οι Ευέλπιδες της ΙΙΙης τάξεως ονομάσθηκαν, σύμφωνα με τον οργανισμό της Σχολής, ανθυπολοχαγοί και έφυγαν όλοι για το μέτωπο. 
Οι Ευέλπιδες της ΙΙας τάξεως ονομάσθηκαν ανθυπασπιστές και τοποθετήθηκαν στα έμπεδα εκπαιδεύσεως. 
Στους 300 Ευέλπιδες της Ιης τάξεως (τότε η Σχολή είχε τρεις τάξεις) που μόλις πριν ένα μήνα είχαν παρουσιαστεί στη Σχολή, δόθηκε αόριστη άδεια, που ανακλήθηκε όμως στις 20 Νοεμβρίου και οι πρωτοετείς μαθητές επέστρεψαν στη Σχολή. Η εισβολή των Γερμανών, στις 6 Απριλίου 1941, βρίσκει τους Ευέλπιδες της Ιης τάξης εκπαιδευόμενους εντατικά. Μέσα στη σύγχυση που επικρατούσε από την κατάρρευση του μετώπου και την προέλαση των Γερμανών, η Σχολή έχει ξεχαστεί και στερείται διαταγών. 
Οι Ευέλπιδες ζητούν να συγκροτήσουν ένα λόχο και να σταλούν στις Θερμοπύλες όπου μάχονται οι Βρετανοί, αλλά το αίτημα τους δεν εγκρίνεται. 
Άλλωστε οι Σύμμαχοι υποχωρούν και από εκεί.
Στις 23 Απριλίου ο διοικητής της Σχολής συγκεντρώνει τους μαθητές και τους ανακοινώνει τη δυσμενή τροπή του πολέμου, καθώς και την επικείμενη είσοδο των Γερμανών στην Αθήνα. Τους ανακοινώνει επίσης ότι η πρόθεση της Ανωτέρας Στρατιωτικής Διοίκησης Αθηνών (ΑΣΔΑ) είναι να χρησιμοποιηθεί η Σχολή για την τήρηση της τάξης στην Αθήνα και τους θέτει το ερώτημα: «Εάν σας διατάξω να εξέλθετε στην πόλη επειδή δεν υπάρχουν άλλα τμήματα για να επιβάλετε την τάξη σε περίπτωση που αυτή διασαλευθεί, θα το πράξετε;». Η απάντηση των Ευελπίδων ήταν ένα βροντερό ΟΧΙ και κατόπιν τούτου ο διοικητής διέταξε την προφυλάκιση μερικών από τους αρχαιότερους που θεώρησε ως πρωταίτιους. 
Η διαταγή όμως του διοικητού όχι μόνο δεν εκτελείται, αλλά οι Ευέλπιδες αποφασίζουν ομόφωνα να φύγουν για την Κρήτη. 
Ο διοικητής της ΑΣΔΑ, που πληροφορείται τα γεγονότα, στέλνει στη Σχολή τον επιτελάρχη του για να πείσει τους νεαρούς Ευέλπιδες να εκτελέσουν τη διαταγή της ΑΣΔΑ και να ματαιώσουν τη μετάβαση τους στην Κρήτη.
Ο επιτελάρχης, συνταγματάρχης Πετζόπουλος, συγκεντρώνει τους Ευέλπιδες παρουσία και του αξιωματικού υπηρεσίας και προσπαθεί να τους μεταπείσει. Ο επιτελάρχης προσπαθεί να τους εξηγήσει ότι θα ήταν αδύνατο να περάσουν τη θάλασσα όπου η κυριαρχία των Γερμανών είναι απόλυτη και να φθάσουν στην Κρήτη ζωντανοί. Μάταιος κόπος. Οι Ευέλπιδες είναι αμετάπειστοι. Τότε ο επιτελάρχης ζητά από τον αξιωματικό υπηρεσίας να επικοινωνήσει τηλεφωνικώς με τον διοικητή της ΑΣΔΑ, ο οποίος επαναλαμβάνει στον αξιωματικό την εντολή να εφαρμοσθεί η διαταγή του.
«Στρατηγέ, ουδείς δύναται να διατάξει τη Σχολή Ευελπίδων να παραμείνει στην Αθήνα», απαντά ο αξιωματικός, που είχε σαφή αντίληψη της κατάστασης που επικρατούσε.
 Ο επιτελάρχης που παρακολουθούσε τη συζήτηση παίρνει το ακουστικό και αναφέρει στον διοικητή της ΑΣΔΑ: «Είναι αδύνατο να καταπνίξει κανείς την εκδήλωση πατριωτισμού αυτών των παιδιών, διότι περί αυτού πρόκειται και όχι περί απειθαρχίας, όπως μας ανέφεραν». Και γυρίζοντας στους Ευέλπιδες, τους ευχήθηκε με δάκρυα στα μάτια «Καλή τύχη».
Οι νεοσσοί της Ιης τάξεως έχουν αποφασίσει να συνεχίσουν τον πόλεμο και η απόφαση τους αυτή παίρνει τη μορφή στάσης. Το ίδιο βράδυ ομάδες ενόπλων Ευελπίδων βγαίνουν στους δρόμους και επιτάσσουν όποιο αυτοκίνητο βρίσκουν. Συγκεντρώνουν έτσι 20 αυτοκίνητα - τότε η Αθήνα είχε ελάχιστα - που όμως δεν είναι αρκετά. Τότε τηλεφωνούν στον Ερυθρό Σταυρό να σταλούν στη Σχολή όλα τα διαθέσιμα αυτοκίνητα για τη μεταφορά στα νοσοκομεία μαθητών που είχαν -δήθεν- πάθει ομαδική δηλητηρίαση. Όταν τα αυτοκίνητα φθάνουν, επιτάσσουν ακόμα επτά που χρειάζονται και αφού παραλαμβάνουν τη σημαία της Σχολής και τον οπλισμό τους, ξεκινούν τη νύχτα της 24ης Απριλίου για την Πελοπόννησο, πλαισιωμένοι και από όσους από τους αξιωματικούς τους θέλησαν να πάνε στην Κρήτη μαζί τους.

Το Ταξίδι προς την Κρήτη

Η πορεία της φάλαγγας είναι δύσκολη. Οι οδηγοί, που επιστρατεύθηκαν βιαίως, μεταχειρίζονται κάθε μέσο για να ματαιώσουν το ταξίδι και μόνο η απειλή των Ευελπίδων ότι θα κάψουν όποιο αυτοκίνητο σταματήσει και θα πάρουν τον οδηγό του στην Κρήτη, τους αναγκάζει να συνεχίσουν την πορεία. 
Στην περιοχή Χιλιομοδίου-Νεμέας η φάλαγγα προσβάλλεται από τη γερμανική αεροπορία, ευτυχώς χωρίς απώλειες.
Ένοπλα τμήματα των στρατιωτικών διοικήσεων Σπάρτης και Τριπόλεως επιχειρούν να σταματήσουν τους «στασιαστές», τελικά όμως οι Ευέλπιδες καταφέρνουν να περάσουν, άλλοτε με επικλήσεις πατριωτισμού και άλλοτε με την απειλή ότι θα ανοίξουν τον δρόμο δια των όπλων. Μέσα σ' όλα αυτά δέχονται και άλλες γερμανικές επιθέσεις από αέρος, ευτυχώς και πάλι χωρίς απώλειες.
Το απόγευμα της 26ης Απριλίου η φάλαγγα φθάνει στην Τάραψα του Γυθείου. Οι κάτοικοι, που από τα κίτρινα σήματα των στολών (χακί στολές υπηρεσίας) καταλαβαίνουν ότι είναι οι μαθητές της Σχολής Ευελπίδων, βγαίνουν στους δρόμους και προσφέρουν ό,τι μπορούν ο' αυτά τα παιδιά που δεν εννοούν να το βάλουν κάτω. Εκεί επιβιβάζονται σε δύο βενζινόπλοια και την ίδια νύχτα ξεκινούν για την Κρήτη.
Η τρικυμία και οι αεροπορικές επιθέσεις τους αναγκάζουν να σταματήσουν στα Κύθηρα, τελικά όμως φθάνουν στις 29 Απριλίου στο Κολυμβάρι και στρατοπεδεύουν στο μοναστήρι της Παναγίας Οδηγήτριας Γωνιάς. 
Στην Κρήτη τοποθετείται διοικητής ο αντισυνταγματάρχης Π. Κίτσος και συνεχίζεται η εντατική εκπαίδευση των πρωτοετών μαθητών, με σκοπό να ολοκληρωθεί για να μπορέσουν οι Ευέλπιδες να στελεχώσουν ως αξιωματικοί τις συγκροτούμενες μονάδες. 
Στις 19 Μαΐου η εκπαίδευση τελειώνει και οι Ευέλπιδες παραδίνουν τον οπλισμό τους, διότι την επομένη πρόκειται να φύγουν για τις μονάδες στις οποίες έχουν τοποθετηθεί, αλλά δεν θα προλάβουν. Η μοίρα θέλει να πολεμήσει η Σχολή σαν κανονική τακτική μονάδα.

Το Βάπτισμα του Πυρός

Το πρωί της 20ής Μαΐου ο ουρανός γεμίζει από τους αλεξιπτωτιστές που τα βαριά Γιούνγκερς αδειάζουν πάνω από την Κρήτη. 
Όλοι τρέχουν να ξαναπαραλάβουν τον οπλισμό τους και εκείνη την ώρα τον καθαρίζουν από το γράσο που είχαν βάλει για να τον αποθηκεύσουν. Έτσι η Σχολή -που βρίσκεται στο Κολυμβάρι κοντά στη Μονή Γωνιάς Κισσάμου - παρατάσσεται για μάχη και παίρνει το βάπτισμα του πυρός με την εξής δύναμη και οπλισμό:
-17 Αξιωματικοί
-300 Ευέλπιδες οργανωμένοι σε δύο λόχους
-20 οπλίτες του λόχου διοικήσεως
-320 τυφέκια Μάουζερ υποδείγματος 1870
-11 πολυβόλα Σεντ Ετιέν
-5 οπλοπολυβόλα
-60-80 φυσίγγια κατά τυφέκιο και 150 κατά οπλοπολυβόλο
-200 χειροβομβίδες
Εναντίον της Σχολής κινείται ένα τμήμα του Συντάγματος Εφόδου Αλεξιπτωτιστών. 
Ολόκληρη την ημέρα διεξάγεται σκληρή μάχη. Από τα 5 οπλοπολυβόλα λειτουργεί μόνο το ένα, αλλά ο αγώνας συνεχίζεται και πολλές φορές φθάνει σε πάλη σώματος προς σώμα. 
Ο Εύελπις Κωστόπουλος Πέτρος κυριεύει μια Χιτλερική σημαία σκοτώνοντας τέσσερις αλεξιπτωτιστές που θέλησαν να την υπερασπίσουν. 
Αργότερα, οι Γερμανοί θα τον εκτελέσουν στη Μυτιλήνη, το 1942, όταν συνελήφθη στην προσπάθεια του να διαφύγει στη Μ. Ανατολή μέσω Τουρκίας. 
Στο καμπαναριό του μοναστηριού κυματίζει περήφανα η σημαία της Σχολής που προκαλεί τα πυρά των αλεξιπτωτιστών και της αεροπορίας. Δύο Ευέλπιδες διατάσσονται να τη διασώσουν και αυτοί ανεβαίνουν μέσα σε καταιγισμό σφαιρών στο καμπαναριό, τη διπλώνουν και την αποθέτουν ευλαβικά στην Αγία Τράπεζα της εκκλησίας. Ο ένας (Νικ. Ιατρούλης) θα σκοτωθεί λίγο αργότερα την ίδια μέρα. Η σημαία θα διαφυλαχθεί από τους μοναχούς και θα επιστραφεί στη Σχολή μετά τον πόλεμο, για να τιμηθεί με το Αριστείο Ανδρείας και τον Πολεμικό Σταυρό.
Μέχρι το βράδυ οι Ευέλπιδες έχουν σχεδόν περικυκλωθεί, κατορθώνουν όμως να διατηρήσουν τα υψώματα ΒΔ. του μοναστηριού. Το τίμημα της πρώτης μέρας είναι 5 νεκροί και αρκετοί τραυματίες, αλλά τα πυρομαχικά τελειώνουν. Απομένουν 10-20 φυσίγγια κατά τυφέκιο και όλα τα αυτόματα όπλα έχουν αχρηστευθεί. Κατόπιν τούτου ο διοικητής αποφασίζει να συμπτυχθεί προς Νότον. Η σύμπτυξη αρχίζει στις 20:00 με οδηγούς άνδρες της Χωροφυλακής και κατοίκους της περιοχής, που γνώριζαν τέλεια τον τόπο, και καταφέρνουν να περάσουν με απόλυτη τάξη ολόκληρη τη Σχολή μέσα από τις Γερμανικές γραμμές.
Αν οι Βρετανοί είχαν χρησιμοποιήσει τη Χωροφυλακή και τον πληθυσμό ίσως η Μάχη της Κρήτης να εξελισσόταν διαφορετικά. 
Μετά τη γενικότερη δυσμενή τροπή της μάχης, όπου άλλοι 5 Ευέλπιδες έπεσαν, η Σχολή κινείται προς τα Λευκά Όρη στην προσπάθεια της να φθάσει στις ακτές για να μεταφερθεί στη Μ. Ανατολή. Πριν, όμως, από τα Σφακιά ο διοικητής συγκεντρώνει τους Ευέλπιδες και τους ανακοινώνει ότι σύμφωνα με διαταγή της κυβέρνησης, η Σχολή διαλύεται, διότι δεν υπάρχει μέσο και καμιά δυνατότητα μεταφοράς στην Αίγυπτο. Συγκινημένος τελειώνει με τη φράση: «Με τη βοήθεια του Θεού, ο καθένας ας φροντίσει πλέον για τον εαυτό του».


Μετά τη Μάχη

Η Κρητική εποποιία τελείωσε για τη Σχολή. Όχι όμως και για τους αποφοίτους της όλων των τάξεων. Εξακολούθησαν τον αγώνα στο Ελ Αλαμέιν, στο Ρίμινι, στα Ελληνικά βουνά, στα νησιά του Αιγαίου πελάγους και στις πόλεις στις αντιστασιακές οργανώσεις. Και τότε όπως θα κάνουν και στο μέλλον. Η παράτολμη και πρωτοφανής ενέργεια των 300 Ευελπίδων ξεπέρασε τα Ελληνικά σύνορα και είχε παγκόσμια απήχηση.
To BBC στις 30 Απριλίου 1941 μετέδωσε: «Τους μαχητάς της Κρήτης ήλθαν να ενισχύσουν και 300 Ευέλπιδες με τους αξιωματικούς των, οι οποίοι μετά ένδοξον πορειαν  μέσω Πελοποννήσου και εις πείσμα των Γερμανών, οι οποίοι επεδίωξαν χωρίς να το επιτύχουν την καταστροφήν των, κατέχουν από σήμερον θέσιν εις τας επάλξεις του φρουρίου Κρήτη».
Ο ραδιοφωνικός σταθμός της Μόσχας στις 2 Μαΐου 1941 μετέδωσε: «Η ψυχή των ηρώων της αρχαίας Ελλάδας δεν έλειψε από τους σύγχρονους Έλληνες. Μετά την Αλβανία, στην Κρήτη θα πολεμήσουν αποφασιστικά και αν ο Χίτλερ τολμήσει να κτυπήσει εκεί τριακόσιοι Ευέλπιδες πέρασαν από την Ελλάδα στην Κρήτη με την απόφαση να θυσιαστούν αλλά να μην αφήσουν να περάσει ο εχθρός στη στερνή ελεύθερη γη».

Πηγές
http://www.istorikathemata.com/2018/05/20-1941.html?

Σάββατο, 26 Μαΐου 2018

Την επέτειο επιστροφής της εικόνας της Σταύρωσης εόρτασε η Μονεμβασία



Την Τετάρτη 23 Μαΐου 2018, στον Μητροπολιτικό Ναό του Ελκομένου Χριστού, με την δέουσα εκκλησιαστική λαμπρότητα, εόρτασε η ιστορική πόλη της Μονεμβασίας, την 8η επέτειο της επιστροφής της εικόνας της Σταύρωσης του Ελκομένου Χριστού.
Αρχικά τελέστηκε ο Όρθρος και στη συνέχεια η Πανηγυρική Θεία Λειτουργία, ενώ εψάλη η Ακολουθία, που έχει γραφτεί ειδικά για την τοπική αυτή εορτή. 

Τον ιερέα της ενορίας Μονεμβασίας π. Κωνσταντίνο Κρυπωτό συνέδραμαν ιερείς της περιοχής και συγκεκριμένα, ο π. Νεκτάριος Κουτσογιαννόπουλος εφημέριος Αγίου Δημητρίου Ζάρακος, ο π. Μιχαήλ Χαραμής, εφημέριος Ελίκας, ο π. Κωνσταντίνος Μέντης εφημέριος Δαιμονιάς και ο νεοχειροτονηθέντας ιεροδιάκονος π. Δημήτριος Γεωργαντώνης.
Στον εορτασμό συμμετείχαν ο Αντιδήμαρχος Μονεμβασίας κ. Γιώργος Βουνελάκης, ο Δημοτικός Σύμβουλος κ. Βασίλειος Κουλουβάκος και πλήθος πιστών.
Η Μονεμβασία γιορτάζει τέτοια μέρα κάθε χρόνο την επιστροφή του ανυπολόγιστης αξίας θρησκευτικού κειμηλίου της, στο φυσικό του χώρο. 

Γιορτάζει και θυμάται τους αγώνες και την προσπάθεια όσων πάλεψαν για το σπουδαίο αυτό σκοπό. 
Θυμάται και δεν ξεχνά τον πρωτεργάτη όλων, τον άξιο και ακούραστο Ποιμενάρχη μας, τον Σεβ. Μητροπολίτη Μονεμβασίας και Σπάρτης κ.κ. Ευστάθιο, ο οποίος με την αμέριστη βοήθεια του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου της Ενορίας και του προέδρου αυτής Πρωτοπρεσβύτερου π. Κωνσταντίνου Κρυπωτού, αλλά και με την συμπαράσταση των αρχών και φορέων, επέτυχε την επιστροφή της Ιεράς Εικόνας στη Μονεμβασία, στις 23 Μαΐου 2011.
Μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας ο εφημέριος Μονεμβασίας, ο οποίος νωρίτερα μίλησε, με θέμα «Η σημασία της εικόνος στην Ορθόδοξη λατρεία», τίμησε τον απόστρατο ανώτατο αξιωματικό της Ελληνικής Αστυνομίας κ. Γεώργιο Μπολαλά, για την καταλυτική του ενέργεια, ως νέου τότε επικεφαλής της Ελληνικής Αστυνομίας, στη σύλληψη του δράστη της κλοπής της Ιεράς Εικόνος, προσφέροντάς του μια εικόνα του Ελκομένου Χριστού. 
Την εικόνα, μετά από παράκληση του π. Κωνσταντίνου, προσέφερε ο Αντιδήμαρχος Μονεμβασίας εκπροσωπώντας τους απανταχού Μονεμβασιώτες.

Διαβάστε παρακάτω απόσπασμα από την ομιλία του π. Κωνταντίνου Κρυπωτού:
«23 Μαΐου καὶ συναθροισθήκαμε σήμερα στὸν ἱερὸ καὶ ἱστορικὸ τοῦτο ναὸ νὰ τελέσουμε τὴν εὐχαριστιακὴ σύναξη ἐπὶ τῇ μνήμῃ ἐνὸς μεγάλου γεγονότος γιὰ τὸν τόπο μας, τῆς ἐλεύσεως τῆς ἱερᾶς εἰκόνος τοῦ Ἐσταυρωμένου, τοῦ ἱεροῦ παλλαδίου τῆς Μονεμβασίας, ἡ ὁποία ἱερὰ εἰκὼν ἀποθησαυρίζεται στὴν εἰδικὴ προθήκη της γιὰ λόγους ἀσφαλείας. 

Τί εἶναι ὅμως οἱ ἱερὲς εἰκόνες γιὰ ἐμᾶς τοὺς ὀρθοδόξους;
Η εικόνα δεν είναι διακοσμητικό στοιχείο, ούτε ακόμη και μια απλή εικονογράφηση της Γραφής. Είναι αναπόσπαστο μέρος της Λειτουργίας, αποτελεί «μέσο για να γνωρίσουμε το Θεό και να ενωθούμε μαζί Του.
Ο λόγος και η εικόνα στη Λειτουργία σχηματίζουν μια αξεχώριστη ολότητα, ένα μέσο συντονισμού, μια «πνευματόσφαιρα» θα μπορούσαμε να πούμε, διαμέσου της οποίας η Παράδοση καθιστά επίκαιρο και ζωντανό το Ευαγγέλιο.

 Έτσι η εικόνα αντιστοιχεί στη Γραφή όχι ως εικονογράφηση, αλλά με τον τρόπο που αντιστοιχούν σε αυτή τα λειτουργικά κείμενα: «τα κείμενα αυτά δεν γεννιούνται για να αναπαράγουν τη Γραφή όπως έχει. 
Είναι σαν τις υφάνσιμες ύλες. 
Εναλλάσσοντάς τες και αντιπαραβάλλοντας τα μέρη τους, αποκαλύπτουν το νόημά της, μας υποδεικνύουν τον τρόπο να ζήσουμε το ευαγγελικό κήρυγμα. 
Η εικόνα, απεικονίζοντας διάφορες στιγμές της αγίας ιστορίας, μεταδίδει με οπτικό τρόπο το νόημά τους και τη ζωτική σημασία τους.
 Έτσι, με τη λειτουργία και την εικόνα, η Γραφή ζει μέσα στην Εκκλησία και μέσα σε καθένα από τα μέλη της.
Η εικόνα για την ορθοδοξία, είναι τρόπος και στάση ζωής, ήθος και ύφος και ουσιώδης διάσταση της αλήθειας της, σημείο από τα καίρια της διδασκαλίας της και της θεολογίας της και ίσως συνιστά το ενδότερο σημείο του είναι της. Αυτό αποκαλύπτουν τα θέματα και τα στοιχεία της ζωής της και της σκέψεώς της: Η Ανάσταση, η Μεταμόρφωση, ο Χριστός ως εικόνα και απαύγασμα του Πατέρα, ο άνθρωπος ως εικόνα του Θεού, οι Άγιοι ως εικόνες του Χριστού, η Εκκλησία ως εικόνα της Αγίας Τριάδος, η Λειτουργία, ο ορθόδοξος μοναχισμός με τη θεωρία του ακτίστου φωτός.

 Το καθετί κρύβει το θέμα της εικόνας. 
Όλα υπάρχουν και βιώνονται, όχι καθεαυτά, αλλά ως διάβαση, αναγωγή, πέρασμα, Πάσχα. 
Το καθετί βρίσκει τον εαυτό του μέσα στο άλλο, κατά το λόγο του Κυρίου, «ο εωρακώς εμέ εώρακε και τον Πατέρα». 
Το καθετί δεν αναπαύεται στον εαυτό του, αλλά οδεύει, διαβαίνει πρός το πρωτότυπο. 
Αυτή η διάβαση είναι η ουσία της αλήθειας της εικόνας αλλά και της ορθοδοξίας».
Εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ἑλκομένου πρὸς τὸν Πιλᾶτο, 17ος αἰ.

Η ιστορία της εικόνας.


Η εικόνα της Σταύρωσης είχε κλαπεί το Νοέμβριο του 1979 από τρεις αρχαιοκάπηλους, οι οποίοι προκάλεσαν σοβαρότατες ζημιές στην εικόνα, εφόσον αφαίρεσαν το μουσαμά με την αγιογραφία και έπειτα τεμάχισαν την εικόνα. Η αστυνομία οδηγήθηκε το 1980 στην εξιχνίαση της υπόθεσης και στη σύλληψη των δραστών, ωστόσο το κακό είχε ήδη γίνει. 
Τη δύσκολη και απαιτητική προσπάθεια αποκατάστασης της εικόνας ανέλαβαν οι καλύτεροι αγιογράφοι της εποχής, οι οποίοι πέτυχαν την επανασυγκόλληση των διαμελισμένων τμημάτων του τέμπλου και στη συνέχεια τοποθέτησαν το μουσαμά με την αγιογραφία του Ελκομένου.
Η εικόνα του Ελκομένου θεωρείται μία από τις μεγαλύτερες και ωραιότερες της λεγόμενης Παλαιολόγειας Αναγέννησης και, ως εκ τούτου, αποτελεί ανεκτίμητης αξίας εκκλησιαστικό κειμήλιο. Η επιστροφή της εικόνας στη Μονεμβασία έχει μεγάλη σημασία για τον τόπο, γιατί προέρχεται από το μεγαλύτερο ναό της Κάτω Πόλης, του Ελκομένου Χριστού. 
Ο ναός οφείλει την ονομασία του στην εικόνα που βρέθηκε εκεί στο τέλος του 12ου αιώνα, με το Χριστό να εικονίζεται με το κεφάλι γερμένο προς τα κάτω από τον πόνο. 
Ο ναός χτίστηκε περίπου το 1000 μ.Χ. και δέχθηκε την πρώτη μετατροπή τον 12ο αιώνα και τη δεύτερη τον 14ο, ενώ το παρεκκλήσι του Αγ. Ιωάννη πλάι στον ναό (όπου εκτίθεται η εικόνα) έχει τη δική του ιστορία, που ανάγεται στους 12ο-17ο αιώνες, οπότε μεγάλο μέρος του καταστράφηκε.

(πηγή: monemvasianews.gr)

Μονή Κηπίνας: Το άγνωστο, μικρό «Μετέωρο» της Ηπείρου


Φωτογραφικό οδοιπορικό και ιστορική αναδρομή σε ένα μοναστήρι που άκμασε ιδιαίτερα κατά τον 18ο αιώνα ενώ εντός του λειτουργούσε σχολείο.
ALEXISGAGLIAS
Μέσα Απρίλη, τέλος της Διακαινησίμου εβδομάδας, όπως ονομάζει η Ορθόδοξη Εκκλησία την περίοδο μεταξύ των δύο απανωτών Κυριακών, του Πάσχα και του Θωμά. Ήταν η πρώτη «καλοκαιριάτικη» μέρα της φετινής άνοιξης- στην πέτρινη επιφάνεια του γκρεμού που ορθώνεται πάνω από την κεκλιμένη, ορμητική κοίτη του Καλαρρύτικου παραπόταμου (του Αράχθου) ο ήλιος έπεφτε με δύναμη. Στα γύρω βουνά τα χιόνια έλαμπαν, τα δάση στραφτάλιζαν και αυτά από το φως, διάφανος, κρυστάλλινος ο αέρας. Η όραση τρισδιάστατη, οι αισθήσεις οξυμένες- μια κοιλάδα, σαν μυστική μες στους βαρείς όγκους των Τζουμέρκων, όπου η φύση λειτουργεί, ακόμα, μυσταγωγικά. Το μοναστήρι πάνω στο βράχο, κτισμένο με την πέτρα της περιοχής στην είσοδο ενός σπηλαίου, μοιάζει κρυμμένο φρούριο, που εφαρμόζει τέλεια την μέθοδο της απόκρυψης. Για να το εντοπίσω από τον δρόμο έπρεπε να διώξω με το χέρι μου τον ήλιο από τα μάτια- αλλιώς λαμποκοπούσε όμοια με την πέτρα ολόγυρά του, σαν επεξεργασμένο με εξαιρετική λεπτοδουλειά, αλλά αναπόσπαστο, ανέκαθεν κομμάτι του βουνού.
Αρχίζω να ανεβαίνω προς τα πάνω - η μονή της Κοίμησης της Θεοτόκου Κηπίνας είναι αφιερωμένη στην Παναγία (αλλά γιορτάζει και της Ζωοδόχου Πηγής). Από τα βράχια αναβλύζει κρυστάλλινο νερό. Μια πέτρινη βρύση κελαρύζει, καλωσορίζοντας τον επισκέπτη, τον προσκυνητή. Ο ευρύτερος χώρος του μοναστηριού οριοθετείται από έναν πέτρινο τοίχο - περνάς την πρώτη τοξωτή πόρτα, την εξωτερική θύρα, συνεχίζεις την μικρή ανηφόρα και διασχίζεις την εξωτερική αυλή της μονής. Μπορείς να ξαποστάσεις στους ίσκιους της, κάτω από τα δέντρα και τον «δεσποτικό» βράχο - η θέα όμως είναι απελευθερωτική, ακούς το ποτάμι από κάτω και θαρρείς πως είναι ο ήχος από τα ηλιόλουστα χιόνια που λιώνουν. Για να φτάσεις στο κυρίως τμήμα του μοναστηριού, περνάς την μικρή, ξύλινη γέφυρα, την «λισιά» στην ηπειρώτικη ντοπιολαλιά - «λισιά», προφανώς, γιατί είναι μια κινητή γέφυρα, ο μηχανισμός ανύψωσής της οποίας, η «μαναβέλα», διασώζεται ακόμη.
ALEXISGAGLIAS
Για το μοναστήρι δεν έχουμε πολλά ιστορικά στοιχεία - η μελέτη «Ιερά Μονή Κηπίνας, Ιστορία και Τέχνη» της αρχαιολόγου Αργυρώς Καραμπερίδη και του Βασίλη Κασκάνη, αρχιτέκτονα και προϊσταμένου της Εφορείας Νεωτέρων Μνημείων, είναι το πιο ολοκληρωμένο σύγγραμμα για την ιστορία και την αρχιτεκτονική της. Οι δύο αυτοί επιστήμονες συνέταξαν το 1996 την μελέτη στερέωσης και αποκατάστασης του μοναστηριακού συγκροτήματος - οι εργασίες συντήρησης που έγιναν τα επόμενα χρόνια από το Υπουργείο Πολιτισμού σε αυτή την μελέτη βασίστηκαν.

Το κυρίως κτιριακό συγκρότημα της Μονής αποτελείται από το καθολικό, τα τρία κελιά και τον εξώστη, όλα τους λαξευμένα στην κακοτράχαλη, βουνίσια επιφάνεια. Περνάς λοιπόν την «λισιά», ακολούθως το διαβατικό στην είσοδο του κτηρίου και έτσι μπαίνεις στο καθολικό του μοναστηριού, με τον ξύλινο εξώστη στο μπροστά τμήμα και τον σπηλαιώδη ναό στα ενδότερα του βουνού. Ο θόλος του ναού και οι τρεις κόγχες του ιερού είναι σκαλισμένα στο βράχο - ο χώρος «διακατέχεται» από ένα βαθύ ημίφως. Ο ναός, μονόχωρος και με τρούλο, μοιάζει με πολλούς ναούς της βυζαντινής και μεταβυζαντινής περιόδου. Οι τοιχογραφίες του έχουν κι αυτές σκοτεινιάσει, δυσδιάκριτες πλέον οι λεπτομέρειες των μορφών και εικονογραφήσεων από τον καπνό και την αιθάλη που τα χρόνια συσσώρευσαν πάνω στα χρώματά τους. Σημειώνω, ενδεικτικά, μερικά μόνο από τα θέματα και τις παραστάσεις των τοιχογραφιών, όπως αναφέρονται στην μελέτη των Καραμπερίδη και Κασκάνη: στον θόλο η μορφή του Παντοκράτορα, στην κόγχη της κεντρικής αψίδας η ένθρονη Βρεφοκρατούσα Θεοτόκος ανάμεσα σε αγγέλους, μορφές ιεραρχών και διακόνων στα κατώτερα τμήματα των τοίχων του ιερού.
ALEXISGAGLIAS
Ο ζωγράφος είναι άγνωστος - μπορούμε να τον φανταστούμε να δουλεύει αιώνες πριν υπό το φως των κεριών, το έργο του έχει φτάσει, έστω κάτω από στρώματα καπνού και χρόνου, μέχρις εμάς, αλλά το όνομά του έσβησε. Πάντως οι καλλιτέχνες εκείνης της εποχής είχαν ακόμη τη σεμνότητα του λαϊκού τεχνίτη και την «ανωνυμία» του μάστορα, δεν τους «έκαιγε» όπως τους σημερινούς ανθρώπους της τέχνης η δόξα των επόμενων αιώνων. «Διακρίνονται εικονογραφικά στοιχεία της σχολής της βορειοδυτικής Ελλάδας», γράφουν η Καραμπερίδη και Κασκάνης - τα πλούσια, με γούνινη επένδυση ενδύματα των αγίων, τα χρυσά άστρα στο βάθος των παραστάσεων. Εντυπωσιακό μου φάνηκε ότι ακόμα και σε αυτό το μικρό, δυσπρόσιτο μοναστήρι των Τζουμέρκων υπάρχουν στοιχεία δυτικών και μπαρόκ επιδράσεων, όπως αυτές που, συνήθως, διακρίνονται στα έργα Επτανήσιων και Κρητικών ζωγράφων.

«Κάποια σημεία των τοιχογραφιών που καθαρίστηκαν δοκιμαστικά από συντηρητές της 8ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων αποκαλύπτουν έναν ιδιαίτερα αξιόλογο και ικανό, πάντα μέσα στο καλλιτεχνικό πλαίσιο της εποχής, ζωγράφο, με αρκετά έντονη καλλιγραφική διάθεση και έμφαση στη λεπτομέρεια… όπως φανερώνουν τόσο οι σκηνές όσο και οι ολόσωμες μορφές, όλες μικρής κλίμακας, προσαρμοσμένες στην κλίμακα του μνημείου», γράφουν οι Καραμπερίδη και Κασκάνης. Ο δημιουργός τους, πιθανότατα, έζησε κάπου στα τέλη του 17ου αι. ή στις αρχές του 18ου αι.- δεν ξέρουμε την καταγωγή του, πάντως το 18ο αι. οι γειτονικοί Καλαρρύτες υπήρξαν «μήτρα» πολλών ζωγράφων που εργάστηκαν σε ομάδες στην Ήπειρο και την Θεσσαλία.

Το αυθεντικό τέμπλο του ναού βανδαλίστηκε από αγνώστους πριν είκοσι χρόνια - ήταν ξυλόγλυπτο και διακοσμούνταν από επιχρυσωμένα φυτικά κοσμήματα σε έντονο κόκκινο ή γαλαζοπράσινο φόντο. Το 1734 ο ιερέας Ιωάννης από τη Σαγιάδα της Θεσπρωτίας ζωγράφισε τις εικόνες της Κοίμησης της Θεοτόκου και του Προδρόμου, που δυστυχώς κι αυτές έχουν κλαπεί.
Στο ισόγειο του μοναστηριού υπάρχουν δύο εστίες - μάλλον εκεί ήταν η «κουζίνα», το μαγειρείο του μοναστηριού. Στο δυτικό τμήμα του ισογείου ένα ερμάριο κρύβει την είσοδο σε έναν χώρο «μέσα» στον βράχο, που πιθανότατα λειτουργούσε και ως κρύπτη. Ξύλινα δοκάρια στηρίζουν το θόλο και την προεξοχή, το «σαχνισί» του πάνω ορόφου. Τα τρία κελιά που βρίσκονται εκεί, το ένα δίπλα στ’ άλλο, είναι λιτά και πανέμορφα - πέτρινα, με ξύλινη οροφή, όλα τους έχουν χαμηλές εστίες (μπουχαρί) και από δύο παράθυρα που αγναντεύουν τα γύρω βουνά.ALEXISGAGLIAS
Από το 1944 το μοναστήρι ερήμωσε από μοναχούς. Πότε κτίστηκε όμως;
«Το παρόν κτίσμα χρονολογείται στα τέλη του 17ου αι., εξολοκλήρου», μου λέει η αρχαιολόγος Αργυρώ Καραμπερίδη. «Αν υπήρχε κάτι παλιότερο, γκρεμίστηκε - ήταν πάντως ανέκαθεν ένα μικρό μοναστήρι όπου ζούσε μια ολιγάριθμη αδελφότητα, σε αντίθεση με τα μεγάλα μοναστηριακά συγκροτήματα της Ηπείρου και, μάλλον, είχε ξεκινήσει ως ασκηταριό. Ηπειρώτες λόγιοι, θεωρούν πως η μονή ιδρύθηκε στην ύστερη βυζαντινή περίοδο, τον 13ο ή 14ο αι.- σύμφωνα με τον Σεραφείμ Ξενόπουλο, μητροπολίτη Άρτης, η μονή ανεγέρθηκε το 1212 ή το 1222, επί Δεσποτάτου της Ηπείρου. Δεν γνωρίζουμε όμως που στηρίζουν αυτές τις εκτιμήσεις τους, ίσως είχαν στη διάθεσή τους στοιχεία από τοπικές παραδόσεις ή επιγραφές που σήμερα έχουν φθαρεί τόσο ώστε δεν διαβάζονται. Η ιστορία του είναι εν πολλοίς άγνωστη, θραύσματά της διασώζονται μόνο».

«Πόσο δύσκολο τεχνικό εγχείρημα ήταν η ανέγερσή του; Και από ποιους κατασκευάστηκε; Ποιοι άνθρωποι να δούλεψαν εκεί;», ρωτάω την κυρία Καραμπερίδη.

«Όλα τα γύρω χωριά, το Συρράκο, οι Καλαρρύτες, το Ματσούκι, τα Πράμαντα και οι Μελισσουργοί, υπήρξαν σπουδαία μαστοροχώρια, χωριά ονομαστών «πετράδων». Πιθανότατα κάποιο τοπικό συνεργείο εργάστηκε στο κτίσιμο του μοναστηριού. Τεχνικά δεν είναι ακατόρθωτο έργο, γιατί στους μαστόρους έδινε «πάτημα» το πλάτωμα στην είσοδο του σπηλαίου, σίγουρα όμως απαιτήθηκε μεγάλη επιδεξιότητα».
Το μοναστήρι άκμασε ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του 18ου αι.- τέτοια ήταν η ευμάρεια της Μονής Κηπίνας, ώστε το 1760 ο ηγούμενος Καλλίνικος χρηματοδότησε το κτίσιμο της γέφυρας κοντά στο χωριό Αρμπορίσι (Κηπίνα), τον πλησιέστερο στη μονή οικισμό. Υπάρχει επίσης η πληροφορία ότι το κοινωνικό έργο της μονής επεκτεινόταν και στην εκπαίδευση, αφού εντός αυτής λειτουργούσε και σχολείο. «Τα χωριά της περιοχής από τον 17ο αι. ακμάζουν. Εκείνη την περίοδο είναι κτισμένες οι εκκλησίες τους, τότε τοιχογραφούν τους ναούς τους», λέει η κ. Καραμπερίδη. «Είχανε προνόμια (φορολογικά), ήταν απομακρυσμένα, σε έναν δύσβατο τόπο όπου οι Τούρκοι δεν ενδιαφέρονταν να φτάσουν, αλλά η γεωγραφική τους θέση ήταν προνομιακή, αφού βρίσκονται στο πέρασμα Ηπείρου- Θεσσαλίας. Πολλοί κατέφευγαν στην περιοχή ως κυνηγημένοι και ζούσαν από την κτηνοτροφία, την υλοτομία, ή σε ”μπουλούκια” μαστόρων που έφερναν χρήματα “απ’ έξω”».

Τελικά, το μοναστήρι ακολουθεί ανάλογη πορεία με τον τόπο του και τις ανθρώπινες κοινότητες εκεί - ακμάζει και μετέπειτα, στα δύσκολα, εμπόλεμα χρόνια του 19ου αι., φθίνει παράλληλα με την ευρύτερη περιοχή. Ο Βρετανός περιηγητής William Martin Leake που επισκέφθηκε την μονή το 1809 και συνάντησε εκεί μόνο δύο μοναχούς και έναν λαϊκό αναφέρει ένα περιστατικό όπου άνθρωποι του Αλή Πασά απήγαγαν, εκτελώντας εντολές του, μια νύφη από το γειτονικό Συρράκο και αναγκάστηκαν, κυνηγημένοι από τους ντόπιους, να οχυρωθούν στη μονή. Λίγα χρόνια μετά, το 1821, τα οθωμανικά στρατεύματα κατέστρεψαν Συρράκο και Καλαρρύτες, που είχαν προηγουμένως εξεγερθεί. Μέχρι και το 1913, οπότε συμπεριλήφθηκαν στο ελληνικό κράτος, τα Τζουμερκοχώρια «έβραζαν» από επαναστατική ορμή - τα κινήματα του 1854 και του 1878 ήταν μόνο δύο κορυφώσεις της συνεχούς εξεγερτικής διάθεσης των Ηπειρωτών.

Πόσοι να αναζήτησαν καταφύγιο στη Μονή της Κηπίνας, σκέφτομαι καθώς περνάω το πέτρινο γεφύρι στο φεύγα μου από το μοναστήρι - πόσοι να ξαπόστασαν στην πέτρινη δροσιά του, ή να πέρασαν μερόνυχτα στην κρύπτη του, άλλοτε σχηματίζοντας τα τέσσερα σημεία του σταυρού, άλλοτε με το δάχτυλο στη σκανδάλη.