13 Οκτωβρίου, 2026

Η Αγία Νεομάρτυς Χρυσή. Μια Άγία που βασανιζόταν επί τρεις μήνες



Μαρτύρησε στις 13 Οκτωβρίου 1795. Η αγία ήταν Εληνιδα που μιλουσε το τοπικο γλωσσικο ιδιωμα της περιοχης και η οικογένειά της ζούσε στην περιοχή της Έδεσσας. Οι γονείς της ήταν Χριστιανοί, φτωχοί και άσημοι άνθρωποι και είχαν τέσσερες κόρες.
Κάποιος Τούρκος βλέποντας την ομορφιά της αγίας κυριεύτηκε από σαρκικό έρωτα και προσπαθούσε να βρει ευκαιρία για να πραγματοποιήσει τον άνομο σκοπό του. Πράγματι μια ημέρα που η αγία πήγε με άλλες γυναίκες στο δάσος να μαζέψει ξύλα, βρήκε και αυτός την ευκαιρία. Πήρε μαζί του κι άλλους Τούρκους φίλους του, την απήγαγαν και την πήγαν στο σπίτι του.
Εκεί πρώτα άρχισε να κολακεύει την αγία με πολλές υποσχέσεις και δώρα, προσπαθώντας να την εξισλαμίσει, τάζοντάς της ότι θα την έπαιρνε γυναίκα του . Από την άλλη πλευρά την απειλούσε πως εάν δεν αποδεχθεί τα λόγια του θα παιδευτεί με πολλά βάσανα. Η αγία ,όνομα και πράγμα Χρυσή , δεν δείλιασε καθόλου , μόνο προσευχόταν νοερά και παρακαλούσε τον Χριστό να την ενισχύσει. Με πολύ θάρρος και γενναιότητα του απάντησε :
Εγώ τον Χριστό μου πιστεύω και προσκυνώ και αυτόν γνωρίζω για νυμφίο μου. Ουδέποτε θα Τον αρνηθώ, ακόμα κι αν μου κάνετε μύρια βάσανα, ακόμα κι αν κόψετε το σώμα μου κομματάκια.
Όταν τ’ άκουσαν αυτά σκέφτηκαν ότι σαν γυναίκα που ήταν θα μπορούσαν καλύτερα να την πείσουν οι γυναίκες τους. Την παρέλαβαν λοιπόν οι Τουρκάλες και για ένα εξάμηνο προσπαθούσαν με χίλιους τρόπους , ακόμη και με μαντείες, να την πείσουν ν’ αρνηθεί τον Χριστό και ν’ αποδεχθεί το Ισλάμ. Μάταια όμως. Δεν κατάφεραν τίποτα.
Κάλεσαν ύστερα τους γονείς και τις αδελφές της και τους φοβέρισαν πως , αν δεν καταφέρουν να την πείσουν να τουρκέψει, εκείνη μεν θα την θανατώσουν αυτούς δε θα τους βασανίσουν. Πήγαν λοιπόν οι δικοί της στην αγία, θέλοντας και μη θέλοντας, και με δάκρυα ,που θα μπορούσαν να μαλακώσουν και τη σκληρότερη πέτρα, και με μύριους άλλους τρόπους προσπαθούσαν να την πείσουν. 
Της έλεγαν : Αρνήσου φαινομενικά τον Χριστό για να μη χαθούμε όλοι κι Εκείνος είναι εύσπλαχνος, βλέπει την κατάσταση και θα σε συγχωρήσει.

Εσείς που με παρακινείτε ν’ αρνηθώ τον Χριστό μου, τον αληθινό Θεό, απάντησε η αγία , δεν είστε πλέον γονείς μου και αδελφές μου. Ούτε θέλω να σας ξέρω από δω και πέρα. Αντί για σας πατέρα μου έχω τον Χριστό, μητέρα μου την Παναγία και αδέλφια τους Αγίους και τις Αγίες. Και τους έδιωξε. Εδώ εφαρμόστηκε για μια ακόμη φορά ο λόγος του Χριστού «Και εχθροί του ανθρώπου οι οικιακοί αυτού» .
 Βλέποντας οι αλλόπιστοι ότι δεν κατάφεραν τίποτα με όσα μέσα χρησιμοποίησαν άφησαν κατά μέρος τα λόγια και τις κολακείες και άρχισαν τα βασανιστήρια..
Για τρεις ολόκληρους μήνες κάθε μέρα τη ράβδιζαν. Έπειτα της έβγαλαν λωρίδες από το δέρμα της και τις άφηναν κρεμασμένες μπροστά της , για να λιποψυχήσει, το δε αίμα της έτρεχε ποτάμι και κοκκίνιζε τη γη. Κατόπιν πύρωσαν μια σούβλα και την πέρασαν από το ένα αυτί της αγίας και βγήκε από το άλλο, ο δε καπνός έβγαινε από τη μύτη και το στόμα της.
Η μάρτυς όμως του Χριστού ,μολονότι υπέφερε τόσο φοβερά βάσανα ,υπέμενε με πολλή γενναιότητα και καρτερία, στηριγμένη στη δύναμη του σταυρού και στην αγάπη του Χριστού.


Όταν άκουσε ότι εκεί κοντά βρισκόταν ο πνευματικός της ο παπά Τιμόθεος, προηγούμενος της Ι. Μ. Σταυρονικήτα του Αγίου Όρους, ο οποίος και διηγήθηκε το μαρτύριο στον Άγιο Νικόδημο, του έστειλε μήνυμα με κάποιο Χριστιανό, να προσεύχεται στον Θεό να τελειώσει θεάρεστα τον δρόμο του μαρτυρίου.
Απορώντας οι σκληρόκαρδοι βασανιστές της, οι αγριότεροι και από θηρία, πως η αγία με τόσα βάσανα έμενε ακόμα ζωντανή, εξαγριώθηκαν. Μη υποφέροντας να νικηθούν αυτοί όλοι από μια τρυφερή κοπέλα ,την κρέμασαν σε μια αγριαπιδιά και με τα μαχαίρια τους κατακρεούργησαν το ιερό παρθενικό σώμα της .
Έτσι η Αγία Νεομάρτυς Χρυσή , αφού δοκιμάστηκε σαν τον χρυσό στο καμίνι, με τόσα βάσανα, παρέδωσε την αγία της ψυχή στα χέρια του αθάνατου νυμφίου της και πήρε διπλό στεφάνι, της παρθενίας και της αθλήσεως.
Τα άγια λείψανά της τα πήραν κρυφά κάποιοι Χριστιανοί και τα ενταφίασαν με πολλή τιμή και ευλάβεια.
Ηδη  βρεθηκαν  και εξακριβωθηκε οτι ειναι τα ιερα λειψανα  της Αγιας Χρυσης.

πηγή/αντιγραφή
https://proskynitis.blogspot.com/2015/10/blog-post_56.html?fbclid=IwAR1_McM4rV8xWnCXA__FuhxgtNwr5HnskrNtrkIAwrim2_3X03x9JnljjBw

Ο ΜΟΝΑΧΌΣ ΓΕΡΟΝΤΙΟΣ ΤΗΣ ΤΙΣΜΑΝΙΑΣ (†13/10/2018),

Η Αγάπη είναι παντού Πολυξ.Ρέρρα

Ο ΜΟΝΑΧΌΣ ΓΕΡΟΝΤΙΟΣ ΤΗΣ ΤΙΣΜΑΝΙΑΣ (†13/10/2018), ένας άγιος Σαλός για χάρη του Χριστού, με το παρατσούκλι «Ο ευσεβής», ζούσε στη Ρουμανία.
Τη δεκαετία του 1950, ήταν μοναχός στο μοναστήρι Tisman,
αλλά μετά από λίγο καιρό φυλακίστηκε από τις κομμουνιστικές αρχές, οι οποίες διεξήγαγαν κάθε είδους καταστολή στη Ρουμανία κατά της Εκκλησίας και των πιστών.
Το 1964 ο Γερόντιος αφέθηκε ελεύθερος. Όταν όμως ήθελε να πιάσει δουλειά κάπου, ο κόσμος φοβόταν να τον δεχτεί, φοβούμενοι τις κακές συνέπειες από τις αρχές.
Βρήκε λοιπόν δουλειά ως φύλακας αμπελώνα με τον επίσκοπο Ολτενίας Νέστορα,
αλλά ο Έπίσκοπος τον έβαλε να υποσχεθεί ότι δεν θα φορέσει ποτέ μοναστηριακά ρούχα, για να μην αποκαλυφθεί ως μοναχός.
Ο Γερόντιος πέρασε όλη του τη ζωή περιπλανώμενος σε διάφορα μοναστήρια και εκκλησίες διάφοροι ευσεβείς άνθρωποι τον φιλοξένησαν, αλλά δεν έμεινε σε ένα μέρος για πολύ.
Ο μακαριστός Γερόντιος ήταν σεβαστός από πολλούς για την παιδική του απλότητα, την αγνότητα της ζωής, τη δικαιοσύνη και την προσευχή του.
Του κόλλησε το δημοφιλές παρατσούκλι «The Pious».
Πολλοί γνώριζαν τη δύναμη των προσευχών, της διορατικότητας και της βοήθειάς του σε διάφορες δύσκολες συνθήκες της ζωής του.
Κατά τη διάρκεια των εκκλησιαστικών λειτουργιών, προσευχόταν συχνά με τα χέρια υψωμένα προς τον Θεό,
μερικές φορές μιλώντας με αγίους ή αγγέλους, επειδή τους έβλεπε ο Γερόντιος.
Ή θα μπορούσε να επιπλήξει τους δαίμονες που ενοχλούσαν και ενοχλούσαν τους ανθρώπους κατά τη διάρκεια της προσευχής. Ορισμένοι λοιπόν, βλέποντας τέτοιες ενέργειες και χωρίς να τον καταλαβαίνουν,
νόμιζαν ότι ήταν τρελός, αλλά ήταν τρελός για χάρη του Χριστού
Επίσης, πολλοί ήταν μάρτυρες του πώς δεν κοιμόταν τα βράδια, αλλά προσευχόταν ασταμάτητα,
συχνά με τα δικά του λόγια, μιλώντας ουσιαστικά με τον Χριστό, την Αγνή Μητέρα Του και τους Αγίους.
Πλησιάζοντας την αναχώρησή του στον Χριστό, ο ευσεβής Γερόντιος, βρισκόμενος στους Αγίους Τόπους μαζί με Ρουμάνους προσκυνητές,
είπε ότι την επόμενη μέρα θα αναπαυόταν εν Ειρήνη .
Κανείς όμως δεν τον πίστεψε,
γνωρίζοντας ότι ήταν άγιος ανόητος και ίσως έλεγε διάφορες ασυνέπειες.
Το πρωί της 13ης Οκτωβρίου βρέθηκε νεκρός και με τα μάτια ανοιχτά.
Οι Εβραίοι αρνήθηκαν να τον θάψουν στα Ιεροσόλυμα
και στη συνέχεια το σώμα του Ευσεβούς μεταφέρθηκε στη Ρουμανία,
όπου στις 21 Οκτωβρίου τάφηκε στο μοναστήρι Tisman, στην Αγία Τράπεζα της Εκκλησίας του καθεδρικού ναού.
Το σώμα του, για 8 μέρες πριν την ταφή, ήταν ζεστό και απαλό, σαν να είχε μόλις κοιμηθεί όλο αυτό το διάστημα.
Έδινε και ένα ευχάριστο άρωμα, όπως αυτό των ιερών λειψάνων.
Οι προσευχές και οι ευλογίες του Ευσεβή Γεροντίου να είναι μαζί μας!
Αμήν
ΑΓΓΈΛΩΝ ΣΥΝΤΡΟΦΙΑ