02 Οκτωβρίου, 2026

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ

 


     Η πρωτεύουσα της Συρίας, η Δαμασκός, περιήλθε στην αραβική κυριαρχία το 635 και έγινε πρωτεύουσα του Χαλιφάτου. Οι κατακτητές καταπίεζαν πολύ τους χριστιανούς, ο Σέργιος Μονσούρ όμως, γόνος επιφανούς χριστιανικής οικογενείας της πόλεως, κατόρθωσε να αποκτήσει την εμπιστοσύνη του Άβδουλ-Μάλικ (608-705) και να γίνει γενικός επίτροπος των υποθέσεων του χριστιανικού πληθυσμού που κατέβαλλε φόρο. Ο καλός και δίκαιος αυτός άνθρωπος ήταν ο κατά σάρκα πατέρας του οσίου πατρός ημών Ιωάννου του λεγομένου «Δαμασκηνού», του μελωδικού αυτού σκεύους εκλογής του Αγίου Πνεύματος.

     Ο Ιωάννης γεννήθηκε περί το 675 (ή 655) και από την παιδική του ηλικία διδάχθηκε τις μεγάλες αρετές της ελεημοσύνης και της φιλευσπλαχνίας από τον πατέρα του, ο οποίος χρησιμοποιούσε τον σημαντικό πλούτο του για την εξαγορά και την απελευθέρωση των χριστιανών αιχμαλώτων. Αργότερα, ο Ιωάννης πρόκοψε πολύ στη σοφία μαζί με τον άγιο Κοσμά [14 Οκτ.], που υιοθέτησε ο Σέργιος όταν ο άγιος έμεινε ορφανός. Οι δύο αδελφοί μυήθηκαν στη φιλοσοφία και στις θύραθεν επιστήμες από τον λόγιο μοναχό Κοσμά, που καταγόταν από την Ιταλία, και τον οποίο ο Σέργιος είχε εξαγοράσει από τους Άραβες. Η μεγάλη τους οξύνοια και η σεμνή διαγωγή των δύο νέων τούς έκαναν να προοδεύσουν γρήγορα και να διακριθούν ιδιαίτερα στην τέχνη της ποιήσεως και της μουσικής και, μετά από πολλά χρόνια, ο διδάσκαλός τους Κοσμάς, αναγνωρίζοντας ότι δεν έχει τίποτε άλλο πλέον να τους διδάξει, ζήτησε από τον πατέρα τους την άδεια να αποσυρθεί για να τελειώσει τον βίο του στην περίφημη Λαύρα του Αγίου Σάββα του Ηγιασμένου [5 Δεκ.].


     Τέλειος γνώστης της ελληνικής και αραβικής γλώσσας, ο Ιωάννης ακολούθησε λαμπρή σταδιοδρομία στη δημόσια διοίκηση και μετά τον θάνατο του πατέρα του τον διαδέχθηκε στο υψηλό του αξίωμα, επί χαλίφη Ουαλίδ (705-715). Λίγο αργότερα ανήλθε στον θρόνο του Βυζαντίου ο Λέων Γ΄ ο Ίσαυρος (717-741), που πολύ σύντομα άρχισε να ταλαιπωρεί την Αγία του Χριστού Εκκλησία διώκοντας την ευλαβή προσκύνηση των ιερών εικόνων. Το πληροφορήθηκε αυτό ο διάπυρος υπέρμαχος της Πίστεως, Ιωάννης, και έστειλε από τη Δαμασκό πολλές επιστολές στο Βυζάντιο υπερασπιζόμενος με επιχειρήματα που αντλούσε από την Αγία Γραφή και τις διδαχές των αγίων Πατέρων την τιμητική προσκύνηση των σεπτών εικόνων. Η πράξη του αυτή προκάλεσε την οργίλη μανία του αυτοκράτορα, ο οποίος για να απαλλαγεί από τον Ιωάννη ενήργησε ώστε να φθάσει στα χέρια του Ουαλίδ μια επιστολή που δήθεν είχε συντάξει ο Ιωάννης, στην οποία καλούσε τον αυτοκράτορα να εκστρατεύσει και να καταλάβει τη Δαμασκό. Έξαλλος ο χαλίφης διέταξε να κόψουν το δεξί χέρι του συμβούλου του. Το ίδιο βράδυ ο Ιωάννης τοποθέτησε το κομμένο χέρι κοντά στην εικόνα της Κυρίας Θεοτόκου και με δάκρυα στα μάτια προσευχήθηκε στην Παντάνασσα να του ξαναδώσει το χέρι του.


     Κατόπιν, αποκοιμήθηκε και είδε την εικόνα να ζωντανεύει και την Παναγία να τον παρηγορεί. Όταν ξύπνησε, διαπίστωσε με άφατη αγαλλίαση ότι το χέρι του είχε συγκολληθεί και έκτοτε το αφιέρωσε στη συγγραφή ύμνων και τροπαρίων για την Υπεραγία Θεοτόκο και τον Σωτήρα Χριστό, καθώς και στην υπεράσπιση της αγίας Ορθοδόξου Πίστεως [1]. Παρά τις συκοφαντίες των αυλικών του, ο χαλίφης πίστευσε στη θαυματουργική ίαση και θέλησε να αποκαταστήσει τον Ιωάννη στο παλαιό του αξίωμα. Εκείνος όμως ζήτησε και έλαβε τελικά την άδεια να αποσυρθεί οριστικά και μαζί με τον Κοσμά πήγε στα Ιεροσόλυμα για να γίνει μοναχός στη Λαύρα του Αγίου Σάββα.


     Με υπόδειξη του ηγουμένου της Λαύρας, ο Ιωάννης υποτάχθηκε στην πνευματική καθοδήγηση ενός γέροντα, έμπειρου μεν στους αγώνες της αρετής, αλλά τραχέος, αυστηρού και απαιτητικού. Ο γέροντας αυτός του απαγόρευσε κάθε δραστηριότητα που του υπενθύμιζε το ένδοξό του παρελθόν (φιλοσοφία, επιστήμες, ποίηση, υμνωδία και συγγραφή) και πρόσταξε τον Ιωάννη να αφιερωθεί δίχως μεμψιμοιρία στα πιο ταπεινά διακονήματα ώστε να προκόψει στην υπακοή και στην ταπείνωση. Με διάπυρο ζήλο ο νεαρός Ιωάννης αφιερώθηκε στην αποκοπή του ιδίου θελήματος και στην αποταγή του παρελθόντος βίου του. Μια μέρα όμως, ενέδωσε στις παρακλήσεις ενός γείτονα που μόλις είχε χάσει έναν συγγενή του και, παρά την απαγόρευση του γέροντα, συνέθεσε προς παρηγορία του ένα υπέροχο και αρκετά γνωστό τροπάριο που ψάλλεται ακόμα στις μέρες μας κατά τη Νεκρώσιμη Ακολουθία:

     «Πάντα ματαιότης τὰ ἀνθρώπινα,
     ὅσα οὐχ ὑπάρχει μετὰ θάνατον·
     οὐ παραμένει ὁ πλοῦτος,
     οὐ συνοδεύει ἡ δόξα·
     ἐπελθὼν γὰρ ὁ θάνατος,
     ταῦτα πάντα ἐξηφάνισται.
     Διὸ Χριστῷ τῷ ἀθανάτῳ Βασιλεῖ βοήσωμεν·
     Τὸν μεταστάντα ἐξ ἡμῶν ἀνάπαυσον,
     ἔνθα πάντων ἐστὶν εὐφραινομένων ἡ κατοικία».

     Δηλαδή:
     «Όλα τα ανθρώπινα πράγματα είναι παροδικά και δεν υπάρχουν μετά τον θάνατο· ούτε τα πλούτη παραμένουν, ούτε η δόξα μάς συνοδεύει. Διότι, όταν έρχεται ο θάνατος, όλα αυτά θα εξαφανιστούν. Γι’ αυτό ας φωνάξουμε στον αθάνατο Βασιλιά, τον Χριστό μας· Κύριε, αυτόν που πήρες από εμάς, ας τον αναπαύσεις εκεί που βρίσκεται η κατοικία όλων αυτών που γεύονται την ευφροσύνη της Βασιλείας Σου» [2].


     Πληροφορούμενος την ανυπακοή αυτή, ο γέροντάς του τον πρόσταξε να μαζέψει όλες τις ακαθαρσίες της Λαύρας με τα ίδια του τα χέρια. Ο Ιωάννης υπάκουσε χωρίς καθόλου να γογγύσει. Λίγες μέρες αργότερα όμως, παρουσιάσθηκε η Θεοτόκος στον σκληρότροπο γέροντα και τον διέταξε να μη φράζει άλλο τη θαυμάσια κρήνη που αναβλύζει αυτό το ευωδιαστό νάμα της εκκλησιαστικής ποιήσεως και να αφήσει ανεμπόδιστο και ελεύθερο τον υποτακτικό του να συνθέτει ύμνους και ποιήματα που επρόκειτο να ξεπεράσουν σε ωραιότητα και γλυκύτητα τους Ψαλμούς του Δαβίδ, αλλά και τις Ωδές των αγίων Προφητών.

     Ως λύρα καλλικέλαδος ο Ιωάννης, άρχισε τότε με την άνωθεν έμπνευση του Αγίου Πνεύματος να μέλπει πολλούς ύμνους τέλειας αρμονίας, το περιεχόμενο των οποίων αποτύπωνε τους πλέον βαθείς θεολογικούς στοχασμούς των Πατέρων της Εκκλησίας. Συνέθεσε τον Κανόνα που ψάλλουμε το Πάσχα και το μεγαλύτερο μέρος των αναστάσιμων ύμνων της «Ὀκτωήχου» [3]. Συνέγραψε, επίσης, θαυμάσιους Κανόνες και εξαίσιους Λόγους εγκωμιάζοντας Δεσποτικές και Θεομητορικές εορτές και εορτές Αγίων. Παράλληλα με το χάρισμα του μελωδού, έλαβε παρά Θεού τη δωρεά της θεολογικής έκφρασης. Χωρίς να προσθέτει κάτι καινούργιο στις δογματικές αλήθειες που είχαν διδάξει στο παρελθόν Πατέρες της Εκκλησίας, όπως οι άγιοι Γρηγόριος ο Θεολόγος [25 Ιαν.· 30 Ιαν.], Βασίλειος ο Μέγας [1 Ιαν.· 30 Ιαν.], Ιωάννης ο Χρυσόστομος [13 Νοεμ.· 27 Ιαν.· 30 Ιαν.], Γρηγόριος Νύσσης [10 Ιαν.], Μάξιμος ο Ομολογητής [21 Ιαν.· 13 Αυγ.] κ.α., ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός διετύπωσε στην τριλογία «Πηγὴ Γνώσεως» [4] την ουσία της χριστιανικής Πίστεως, χρησιμοποιώντας τόσο αξιοθαύμαστα πυκνές και διαυγείς εκφράσεις, ώστε το έργο αυτό να μπορεί κάλλιστα να θεωρηθεί ως επισφράγιση και κορωνίδα της εποχής των μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας. Η «Ἔκδοσις Ἀκριβὴς τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως» αποτελεί τον πλέον ασφαλή οδηγό κάθε χριστιανού σχετικά με δογματικά θέματα και ένα μνημείο της χριστιανικής παράδοσης και γραμματείας. Αναιρώντας τις αιρέσεις που παραπλανούν δεξιά και αριστερά και καταδεικνύοντας τη βασιλική και ουρανοδρόμο οδό του ιερού δόγματος της εν Χριστώ αποκάλυψης, ο άγιος Ιωάννης διέλαμψε στον αγώνα κατά των εικονομάχων. Σε τρεις εκτενείς «Λόγους» του (726-730), καταδεικνύει εναργέστατα το θεολογικό βάθος και τη σωστική αναγκαιότητα προσκύνησης και τιμής των σεπτών εικόνων και των ιερών λειψάνων, που αποτελούν τρανή διακήρυξη της απτής πραγματικότητας της Ενανθρώπησης του Υιού του Θεού αλλά και θέωση της ανθρωπίνης φύσεως στο πρόσωπο των θεωμένων Αγίων [5]. Με την ταπεινοφροσύνη του και την επιμονή στους ασκητικούς αγώνες, ο αληθής αυτός φιλόσοφος κατέκτησε εν Αγίω Πνεύματι τη θεοποιό σοφία και εκοιμήθη ειρηνικά εν Κυρίω στις 4 Δεκεμβρίου 749 (ή 753). Στη Λαύρα του Αγίου Σάββα διατηρείται το σπήλαιο στο οποίο είχε αποσυρθεί και αποτελεί τόπο προσκυνήματος μέχρις τις μέρες μας.


—Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ—
[1]  Σύμφωνα με την παράδοση, την εικόνα αυτή της Θεοτόκου έφερε στο Άγιον Όρος από τους Αγίους Τόπους ο άγιος Σάββας ο Χιλανδαρινός [13 Ιαν.] και την κατέθεσε στη Μονή Χιλανδαρίου, όπου τιμάται ως εφέστια εικόνα (Παναγία η «Τριχερούσα» [12 Ιουλ.]).
[2]  Ψάλλεται μέχρι σήμερα στη Νεκρώσιμο Ακολουθία (4ο Νεκρώσιμο Ιδιόμελο, Ήχος Γ΄) και στην «Παρακλητική» (Απόστιχα του Εσπερινού της Παρασκευής, 4ο Τροπάριο του προαναφερθέντος ήχου).
 [3]  Λειτουργικό βιβλίο που εντάσσεται στην «Παρακλητική» και περιέχει τους ύμνους που ψάλλονται τις Κυριακές σύμφωνα πάντα με τους Οκτώ Ήχους της Βυζαντινής Μουσικής.
 [4]  Περιλαμβάνει τα: «Διαλεκτικά» (φιλοσοφική εισαγωγή), «Αἱρέσεων Ἱστορία» (αναίρεση εκατόν τριών αιρέσεων) και «Ἔκδοσις Ἀκριβὴς τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως» (Βλ. «Ἔργα», ΕΠΕ, Τόμ. 1, Θεσσαλονίκη 1976).
 [5]  «Πρὸς τοὺς διαβάλλοντας τὰς ἁγίας εἰκόνας»,  ΕΠΕ, Τόμ. 3, Θεσσαλονίκη 1990.


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος γ΄. Θείας πίστεως.
Θεῖον ὄργανον, τῆς Ἐκκλησίας, λύρα εὔσημος τῆς εὐσεβείας, ἀνεδείχθης Ἰωάννη πανεύφημε· ὅθεν πυρσεύεις τοῦ κόσμου τα πέρατα, ταῖς τῶν σοφῶν σου δογμάτων ἐλλάμψεσι. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Τὸν ὑμνογράφον καὶ σοφὸν Ἰωάννην, τῆς Ἐκκλησίας παιδευτὴν καὶ φωστῆρα, καὶ τῶν ἐχθρῶν ἀντίπαλον ὑμνήσωμεν πιστοί· ὅπλον γὰρ ἀράμενος, τὸν Σταυρὸν τοῦ Κυρίου, πᾶσαν ἀπεκρούσατο, τῶν αἱρέσεων πλάνην· καὶ ὡς θερμὸς προστάτης εἰς Θεόν, πᾶσι παρέχει, πταισμάτων συγχώρησιν.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Ὑψηλῶν δογμάτων ἑρμηνευτά, ἱερῶν ᾀσμάτων, θεορρῆμον ὑφηγητά, χαίροις Ἰωάννη, ὁ πάντας διεγείρων, τοῖς μελιχροῖς σου ὕμνοις, πρὸς θείαν αἴνεσιν.


Η παρούσα ανάρτηση αφιερώνεται
ολόψυχα, ευγνωμονικά και συγκινητικά
στη σεπτή και αγαθή μνήμη
του ήδη μακαριστού πατρός Δαμασκηνού,
Μοναχού Παντοκρατορινού,
του κατά κόσμον Αριστείδη Δ. Χατζηπαναγιωτίδη
από την ακριτική πόλη της Πτολεμαΐδας·
αυτού του καλλικέλαδου, τερπνού
και κατανυκτικού Ιεροψάλτου,
του πάλαι ποτέ καλού και αγωνιστού 
πολυτέκνου εν τω κόσμω πατρός,
του φιλοπαραδοσιακού και ακριβοτρόπου ανδρός,
που αγάπησε και βρήκε τον Πολύτιμο Μαργαρίτη
μέσα στη μοναστική ησυχία και προσευχή.
Αιωνία η μνήμη αυτού.
Η ευχή του, πολύτιμο φυλακτό της καρδιάς μου.


[ Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 4ος (Δεκέμβριος), σελ. 45–48.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι, Μάρτιος 2005.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]

Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση των αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.
https://toeilhtarion.blogspot.com/2019/12/blog-post.html

30 Σεπτεμβρίου, 2026

ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ


     Ο άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς, ο «Σέρβος Χρυσόστομος», γεννήθηκε στις 23 Δεκεμβρίου 1880 στο χωριό Λέλιτς, εκατό χιλιόμετρα από το Βελιγράδι, από οικογένεια ευλαβών χωρικών. Διδάχθηκε τα πρώτα γράμματα στη Μονή Τσέλιε (ή Τσέλιγιε· Κεντρική Σερβία, Βάλιεβο, ίδρυση 13ος αι.), όπου θα εγκαταβίωνε αργότερα ο μαθητής του ο μακαριστός πατήρ, ο σύγχρονος ομολογητής άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς [†25 Μαρτίου 1979], και από την παιδική του ηλικία έδειξε έντονη κλίση για την Προσευχή. Προικισμένος με σπάνια ευφυΐα, επιθυμούσε να συνεχίσει τις σπουδές του στη Στρατιωτική Ακαδημία, η θεία Πρόνοια όμως αποφάσισε διαφορετικά. Αφού δεν έγινε δεκτός για λόγους υγείας, εισήλθε στην Ιερατική Σχολή του Αγίου Σάββα στο Βελιγράδι, ώστε να προετοιμαστεί για να υπηρετήσει στον στρατό του Χριστού. Χάρις σε υποτροφία της Εκκλησίας, συνέχισε ανώτερες σπουδές στην Ελβετία, τη Γερμανία και την Αγγλία. Γνωρίζοντας άριστα επτά γλώσσες, τον ενδιέφεραν όλα τα θέματα, από την ευρωπαϊκή λογοτεχνία ως την αρχαία ινδική φιλοσοφία, όχι για να συσσωρεύσει μια στείρα και απρόσφορη εγκυκλοπαιδική γνώση, αλλά για να δείξει την υπεροχή της Πίστεως και της Ορθοδόξου Πνευματικότητος. Το 1908, υποστήριξε με μεγάλη επιτυχία στη Βέρνη διατριβή με θέμα: «Η πίστη στην Ανάσταση του Χριστού ως θεμελιώδες δόγμα της αποστολικής Εκκλησίας», διδασκαλία που απέβη το κέντρο τόσο της βιοτής του όσο και του κηρύγματός του. Τον επόμενο χρόνο εγγράφηκε στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και υποστήριξε άλλη διδακτορική διατριβή στη Γενεύη περί της φιλοσοφίας του Τζώρτζ Μπέρκλεϋ (1685-1753). Επιστρέφοντας στην πατρίδα του το 1909, προσεβλήθη από βαριά μορφή δυσεντερίας. Σκέφθηκε τότε: «Εάν οι υπηρεσίες μου είναι απαραίτητες στον Κύριο, θα με γιατρέψει!». Και υποσχέθηκε, εάν ιαθεί, να μονάσει και να αφοσιωθεί στην υπηρεσία του λαού του Θεού. Μόλις ανάρρωσε, πιστός στην υπόσχεσή του, εκάρη μοναχός και αργότερα χειροτονήθηκε πρεσβύτερος στη Μονή Ρακόβιτσα, κοντά στο Βελιγράδι. Εξελέγη κατόπιν καθηγητής στην Ιερατική Σχολή του Αγίου Σάββα, ενώ κήρυττε σε διάφορες εκκλησίες της σερβικής πρωτεύουσας. Κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αφοσιώθηκε αφειδώς στην παρηγορία του χειμαζόμενου λαού και στην περίθαλψη των πασχόντων και των απόρων, αρνούμενος να λάβει τον μισθό του. Το 1915, εστάλη στην Αγγλία και στις Ηνωμένες Πολιτείες για να γνωστοποιήσει τις σκληρές δοκιμασίες του λαού του και να ζητήσει τη βοήθεια των Σέρβων μεταναστών. Εξελέγη επίσκοπος Ζίτσης μετά τον Πόλεμο (1919) και δύο χρόνια αργότερα μετατέθηκε στην Αχρίδα (1921). Η παραμονή του στη Ρωσία για έναν χρόνο και οι ετήσιες επισκέψεις του στο Άγιον Όρος –όπου συνάντησε τον Όσιο Σιλουανό τον Αθωνίτη [24 Σεπτ.] (1866-1938) στη Μονή του Αγίου Παντελεήμονος και έδωκε σημαντική μαρτυρία της αγιότητάς του– του επέτρεψαν να εμβαθύνει στο νόημα της άφθαρτης κληρονομιάς των Πατέρων, οπότε από λαμπρός ιερομόναχος και περιβόητος κάτοχος διδακτορικών διπλωμάτων από ευρωπαϊκά πανεπιστήμια, μαθήτευσε ταπεινά στο σχολείο των απλών μοναχών και του Ορθοδόξου λαού, στη ψυχή του οποίου ατένιζε μυστικά το πρόσωπο του Εσταυρωμένου και Αναστημένου Χριστού. Οι αιώνιοι λόγοι του Σωτήρος: «Ἐγώ εἰμι ἡ ὁδός, ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή» (Ἰωάν. 14, 6) αποτελούσαν για εκείνον λόγο ύπαρξης και συνόψιζαν όλη του τη φιλοσοφία.


     Όταν ο Εχθρός του ανθρωπίνου γένους τού επιτέθηκε διά μέσου ενός επισκόπου που τον είχε προσβάλει, ο άγιος ιεράρχης έδειξε σε αυτή την περίσταση όλη του την αρετή και την πραότητα, αρνούμενος να κατηγορήσει τον εχθρό του ή ακόμη και να παραπονεθεί. Ήταν αφοσιωμένος κυρίως σε έντονη ποιμαντική δραστηριότητα στην επισκοπή του. Ανακαίνισε πολλές κατεστραμμένες ή εγκαταλελειμμένες μονές και ίδρυσε ορφανοτροφεία για παιδιά, αδιακρίτως εθνικότητας και θρησκεύματος. Το πιο ονομαστό από αυτά τα φιλανθρωπικά καθιδρύματα ήταν εκείνο στα Μπίτολα (Μοναστήρι), όπου δίδασκε ο άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς [2 Ιουλ.] (1896-1966). Άλλα πάλι ιδρύθηκαν στο Κράλιεβο, στο Τσατσάκ, στο Γκόρνι Μιλάνοβατς και το Κραγκούγιεβατς, που φιλοξενούσε περισσότερα από εξακόσια παιδιά πριν τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Προσηλωμένος στην ηθική και πνευματική οικοδομή του ποιμνίου του, ο άγιος επίσκοπος Νικόλαος συνέγραψε πολυάριθμα έργα, ποιητικού και βαθυστόχαστου ύφους, τα οποία εκδόθηκαν σε είκοσι τόμους. Ανάμεσα στα γραπτά του το πλέον αγαπητό ανάγνωσμα παραμένει ο «Πρόλογος της Αχρίδος», στο οποίο παραθέτει σύντομους Βίους των αγίων της κάθε ημέρας του έτους, μαζί με σχόλια και θέματα πνευματικού ενδιαφέροντος. Συνέθεσε επίσης πολλά ποιήματα, ύμνους και ακολουθίες. Σχετικά με αυτές τις τελευταίες, ο άγιος πατήρ Ιουστίνος Πόποβιτς [14 Ιουν.] (1894-1979) δεν δίστασε να γράψει τα εξής ενθουσιαστικά λόγια: «Ας με συγχωρέσει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, αλλά ο Νικόλαος τον ξεπέρασε!». Πνευματικός πατέρας, καθ’ όλα έμπειρος και διαποτισμένος με την αιώνια σοφία της Εκκλησίας, άφησε περί τις τριακόσιες «Ιεραποστολικές Επιστολές», οι οποίες απαντούν σε συγκεκριμένα ποιμαντικά ερωτήματα που έθεταν αυθόρμητα οι πιστοί. Υπήρξε ακόμη ο εμπνευστής ενός λαϊκού θρησκευτικού κινήματος, που έδινε ιδιαίτερη βαρύτητα στην Προσευχή, στη συχνή θεία Μετάληψη και στη μετάφραση ή σύνθεση ύμνων και προσευχών στη σερβική γλώσσα (και όχι στα σλαβονικά) και του οποίου οι οπαδοί εμφύσησαν την εποχή εκείνη πνευματικό ενθουσιασμό και αποστολικό ζήλο στη σερβική Εκκλησία. Τόση ήταν η επιρροή του επισκόπου Νικολάου στον λαό, ώστε θεωρούσαν κάθε λόγο του, γραπτό ή προφορικό, ισάξιο των «Αποφθεγμάτων» του Γεροντικού.


     Πέρα από τη μέριμνα για το ποίμνιο που του είχε εμπιστευθεί ο Θεός, επεξέτεινε τη στοργή του σε όλη την Εκκλησία. Επέδειχνε στάση ειρήνης και καταλλαγής και επιδίωκε να διατηρεί καλές σχέσεις με τους Έλληνες και Βούλγαρους Ορθοδόξους. Το 1930, έλαβε μέρος στην Πανορθόδοξη Προσυνοδική Διάσκεψη στη Μονή Βατοπαιδίου στο Άγιον Όρος, όπου εξέφρασε το ορθόδοξο φρόνημα πλήρως αντίθετος στην τάση προσαρμογής των ιερών παραδόσεων της Εκκλησίας στο απατηλό πνεύμα του αιώνα τούτου. Υπήρξε ακόμη ο πρωτεργάτης της καταγγελίας της συμφωνίας με το Βατικανό, που ήταν έτοιμη να συνάψει η Γιουγκοσλαβία το 1937, η οποία καθιστούσε σαρωτικά ολόκληρη τη χώρα ελεύθερο πεδίο προσηλυτισμού της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Από καιρό ο άγιος ιεράρχης είχε καλά προβλέψει ότι η παντοδύναμη Ευρώπη θα γινόταν συντρίμμια, αν ανατρέπονταν τα χριστιανικά της θεμέλια. Γι’ αυτό το κρίσιμο ζήτημα έγραψε ο ίδιος προφητικά: «Ο Χριστός απομακρύνθηκε από την Ευρώπη, όπως άλλοτε από τη χώρα των Γαδαρηνών, μετά από αίτημα των κατοίκων της» (βλ. Μάρκ. 5, 1-17).


     Όταν ξέσπασε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, ο επίσκοπος Νικόλαος προτίμησε να συγκακουχηθεί με τον λαό του Θεού παρά να αναζητήσει ασφάλεια κάπου αλλού. Διαμαρτυρήθηκε θαρραλέα εναντίον των μαζικών εκτελέσεων στο Κράλιεβο, αναφωνώντας: «Αυτό, λοιπόν, είναι ο γερμανικός πολιτισμός: να σκοτώνεις εκατό αθώους Σέρβους για έναν Γερμανό! Τότε οι Τούρκοι ήσαν δικαιότεροι. Εάν είμαι ένοχος, σκοτώστε με. Προτιμώ να πεθάνω, παρά να αντικρίζω καθημερινά τις συμφορές του λαού μου». Κατήγγειλε με αγανάκτηση τη «χριστιανική» υποκρισία που ανεχόταν και δικαιολογούσε τα ειδεχθή εγκλήματα που διαπράχθηκαν εναντίον των Ορθοδόξων Σέρβων της Κροατίας, χωρίς καθόλου μίσος εναντίον αυτών που τα διέπραξαν, για τους οποίους αντίθετα ένιωθε βαθύτατο οίκτο. Αργότερα συνέθεσε έξοχη Ακολουθία προς τιμήν των αγίων Σέρβων Νεομαρτύρων [15 Ιουν.].


     Αυτή η θαρραλέα και ατρόμητη στάση οδήγησε σύντομα στη σύλληψή του από τους Γερμανούς το 1941. Αφού έμεινε πάνω από τρία χρόνια στις πιο αυστηρές φυλακές, συγκρατούμενος με τον πατριάρχη Γαβριήλ (Dozic· 1881-1950), προσευχόμενος νυχθημερόν με δάκρυα για τη σωτηρία του λαού, τον εκτόπισαν στο στρατόπεδο θανάτου του Νταχάου το 1944. Απελευθερώθηκε στις 8 Μαΐου 1945, με την άφιξη των Συμμάχων, υπέφερε όμως έως τα τέλη του βίου του από τα επακόλουθα της κακομεταχείρισης και της βαναυσότητας που υπέστη εκεί. Όταν τον ρωτούσαν για τη ζωή στο Νταχάου, αποκρινόταν τα εξής: «Στο στρατόπεδο, να τι γίνεται: κάθεσαι σε μια γωνιά και λες στον εαυτό σου: “Κύριε, εγώ είμαι γη και σποδός (πρβλ. Σοφ. Σειρ. 10, 9)· πάρε τη ψυχή μου!”. Τότε η ψυχή υψώνεται στα ουράνια και αντικρίζεις τον Θεό πρόσωπο προς πρόσωπο. Όμως δεν το αντέχεις αυτό και Του λες: “Κύριε, δεν είμαι έτοιμος· άφησέ με να κατέβω πάλι!”. Με δυο λόγια, θα έδινα όλη τη ζωή που μου απομένει, για μια ώρα στο Νταχάου!».


     Μετά την απελευθέρωσή του, ο άγιος επίσκοπος μετέβη στην Αμερική (1946), όπου ανέκτησε τις απαραίτητες δυνάμεις του για να συνεχίσει το πνευματικό του έργο, εκεί όπου τον τοποθέτησε η θεία Πρόνοια. Περιόδευε ανά τη Βόρειο Αμερική, κηρύττοντας ευκαίρως-ακαίρως, και κατέστη με αυτόν τον τρόπο νέος απόστολος της Ορθοδοξίας στον Νέο Κόσμο. Έγραφε τα πνευματικά του έργα στα αγγλικά και δίδασκε στη σερβική Ιερατική Σχολή της Λίμπερτυβιλ (Ιλλινόις), στη Θεολογική Ακαδημία Αγίου Βλαδιμήρου και στις Ιερατικές Σχολές της Τζόρνταβιλ (Νέα Υόρκη) και Αγίου Τύχωνος (Πενσυλβανία). Εκεί, στον Άγιο Τύχωνα, ο άγιος Νικόλαος παρέδωσε τη γενναία και πολύσοφη ψυχή του στον Κύριο της Δόξης στις 5/18 Μαρτίου 1956, την ώρα που ετοιμαζόταν να τελέσει τη θεία Λειτουργία. Το 1991, τα τίμια λείψανά του μεταφέρθηκαν από τις Ηνωμένες Πολιτείες στη Μονή Τσέλιε. Αν και ο άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς τιμόταν τοπικά ήδη από πολύ καιρό, αναγνωρίστηκε επίσημα από τη σερβική Εκκλησία τον Μάιο του 2003.


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος γ΄. Τὴν ὡραιότητα.
Βάθη τοῦ Πνεύματος, Πάτερ ἠρεύνησας, ὅθεν ἐξέμαθες ῥήματα ἄῤῥητα, καὶ χρυσοῤῥόας ποταμός, ἐδείχθης τοῖς Ὀρθοδόξοις· Σάββα γὰρ θεόφρονος, τὴν ὁδὸν ἠκολούθησας, τοῦ λαοῦ γενόμενος, ποιμενάρχης χριστόψυχος· διὸ πανευγνωμόνως τὴν μνήμην, Νικόλαε Ἅγιε τιμῶμέν σου.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Τὰ φυσικά σου προτερήματα Πάτερ, καθυποτάξας τῷ Δεσπότῃ προθύμως, ὤφθης λαμπρὸς τοῦ Πνεύματος, Νικόλαε ναός· ὅθεν ᾠκοδόμησας, ὡς ποιμὴν χρυσολόγος, βίῳ καὶ συγγράμμασι, τὸν λαὸν τοῦ Κυρίου, καὶ μαρτυρίου φέρων τὰς οὐλάς, Αὐτῷ πρεσβεύεις, ὑπὲρ τῶν τιμώντων σε.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Χαίροις τῆς Σερβίας γόνος λαμπρός, καὶ τῶν Ὀρθοδόξων, χαριτόβρυτος πλουτισμός, χαίροις οἰκουμένης, ἀκοίμητος εὐχέτης, Νικόλαε τρισμάκαρ, Ζίτσης ὁ πρόεδρος.




[ Ιερομονάχου
Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμος 7ος (Μάρτιος),
σελ. 61–65.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Σωτήρης Γουνελάς.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήνα, Φεβρουάριος 20172.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]
https://toeilhtarion.blogspot.com/2020/03/blog-post.html