02 Ιουνίου, 2026

7 Οκτωβρίου ΑΓΙΟΙ ΣΕΡΓΙΟΣ ΚΑΙ ΒΑΚΧΟΣ

 

     Οι άγιοι Σέργιος και Βάκχος ζούσαν στη Ρώμη την εποχή του Μαξιμιανού [1]. Σε νεαρή ηλικία ο αυτοκράτορας τούς ανέθεσε υψηλά αξιώματα στη «Σχολή των Κεντιλίων» [2]· τον μεν Σέργιο τον έκανε «πριμικήριο» [3], τον δε Βάκχο «σεκουνδικήριο» [4]. Μια μέρα, ο Μαξιμιανός διέταξε να τελεστούν δημοσίως θυσίες στους θεούς, ως ένδειξη υποταγής στην εξουσία του· οι δύο νεαροί αξιωματικοί ήταν οι μόνοι που δεν παρουσιάστηκαν και δεν συμμετείχαν. Η πράξη τους αυτή θεωρήθηκε ανταρσία από τον αυτοκράτορα, ο οποίος διέταξε να τους οδηγήσουν ενώπιόν του, και οργισμένος ρώτησε την αιτία της ανυπακοής τους. Τότε ο Σέργιος και ο Βάκχος τού απάντησαν: «Μόνο στον επίγειο αυτό στρατό είμαστε υποχρεωμένοι να σε υπηρετούμε ως δούλοι ευγνώμονες, βασιλιά! Κωφούς όμως και αναίσθητους θεούς δεν θα προσκυνήσουμε· δεν θα απομακρυνθούμε από τον αληθή και παντέλειο Θεό, κι αν ακόμη λειώσεις τις σάρκες μας με σίδερα και φωτιά· διότι δεν βρίσκεται σ’ αυτό τον κόσμο κάτι άλλο πιο μακάριο όσο το να υποφέρει κανείς για την ευσέβεια». Ακούγοντας αυτά ο Μαξιμιανός, διέταξε να τους καθαιρέσουν από τα αξιώματά τους, να τους αφαιρέσουν τις ζώνες και τα υπόλοιπα διάσημα και να τους φορέσουν γυναικεία ενδύματα. Έτσι, ντυμένους με γυναικεία αμφίεση και φορτωμένους με βαρείς σιδερένιους κλοιούς στον τράχηλο, τους περιέφεραν ανά την πόλη για να τους χλευάσουν και να τους εμπαίξει ο όχλος.

     Κατόπιν ο αυτοκράτορας έδωσε διαταγή να οδηγήσουν τους αγίους από φρούριο σε φρούριο, έως τις όχθες του Ευφράτη. Φθάνοντας στην πόλη Βαρβαλισσό [5], όπου είχε την έδρα του ο διοικητής της επαρχίας της Ανατολής, ο Αντίοχος, διοικητής σκληρός και ωμότατος, τους έφεραν ενώπιόν του για να τους ανακρίνει. Ούτε όμως οι απειλές του ούτε οι κολακείες του στάθηκαν ικανές να πτοήσουν τους αγίους. Έκλεισαν τότε τον Σέργιο σε ένα κελλί και άρχισαν να βασανίζουν τον σύντροφό και συμπορευτή του· τον μαστίγωσαν ανελέητα με βούνευρα. Παρά τα απάνθρωπα βασανιστήρια, ο Βάκχος παρέδωσε τη ψυχή του χαρούμενος, επειδή θα κατατασσόταν στις στρατιές των αγγέλων και των αγίων.

     Την επαύριο έφεραν πάλι ενώπιον του διοικητού τον Σέργιο, ο οποίος θλιβόταν που βρισκόταν ακόμη στον μάταιο τούτο κόσμο, ενώ ο σύντροφός του απολάμβανε ήδη τη μακαρία ζωή. Αρχικά ο Αντίοχος δοκίμασε να πείσει τον Σέργιο να αρνηθεί την Πίστη του· του θύμισε τα αξιώματα και την εξουσία που είχε προηγουμένως και ύστερα τον απείλησε με τα πιο φρικτά βασανιστήρια. Αλλά, μάταιος κόπος! Γι’ αυτό ο ηγεμόνας διέταξε να του φορέσουν υποδήματα με αιχμηρά καρφιά στο εσωτερικό μέρος, υποχρεώνοντάς τον να τρέξει μπροστά από το άρμα του. Ο άγιος διήνυσε δεκαπέντε χιλιόμετρα τρέχοντας έτσι, μέχρι που έφθασαν στο κάστρο των Τετραπυργίων (σημ.: Κσαϊράς–Σελέ). Η χαρά του επειδή συμμετείχε στο θείο πάθος τον ύψωνε πάνω από τους πόνους του σώματος και τον έκανε να τρέχει γρήγορα, ψάλλοντας με την καρδιά του ευχαριστήριους ύμνους.

     Κατά τη διάρκεια της νύκτας ήλθε άγγελος Κυρίου και θεράπευσε τις πληγές του. Έτσι, την επόμενη μέρα ο νέος παρουσιάσθηκε στον διοικητή ευδιάθετος και έτοιμος για νέους αγώνες. Ο Αντίοχος διέταξε τότε να τον αποκεφαλίσουν στον επόμενο σταθμό, τη Ρωσάφα, που βρίσκεται διακόσια χιλιόμετρα ανατολικά του σημερινού Χαλεπίου. Φθάνοντας ο άγιος στον τόπο της εκτελέσεως, ζήτησε από τους δημίους του λίγο χρόνο και προσευχήθηκε πολύ θερμά να συγχωρεθούν όλοι οι διώκτες του. Κατόπιν, έκλεινε ο ίδιος την κεφαλή του κάτω από το ξίφος, και η ψυχή του πέταξε για να συναντήσει τον Βάκχο στη Βασιλεία των Ουρανών.

     Δεν πέρασε πολύς καιρός, και οι κάτοικοι της Σούρα θέλησαν να πάρουν κρυφά το σώμα του αγίου Σεργίου. Αυτό όμως αποδείχθηκε αντίθετο προς τη θέλησή του, διότι φλόγα μεγάλη εξήλθε από τον τάφο του και τους εμπόδισε. Έτρεξαν τότε οι χριστιανοί της Ρωσάφα, τους έδιωξαν και κατέθεσαν το τίμιο λείψανο σε ασφαλές μέρος. Αργότερα, πάνω στον τάφο του αγίου Σεργίου έκτισαν ναό, ο οποίος κατέστη ένα από τα πιο σεπτά προσκυνήματα όλης της Ανατολής. Συνέρρεε τόσος κόσμος, ώστε ο τόπος εκείνος ονομάσθηκε «Σεργιούπολις». Τεμάχια από το λείψανο του αγίου διάμοιράσθηκαν σε όλο τον χριστιανικό κόσμο [6].

—ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ—

[1]  Δεν πρόκειται μάλλον για τον Μαξιμιανό Ερκούλιο, του οποίου η δικαιοδοσία δεν εκτεινόταν στην Ανατολή, αλλά για τον Γαλέριο Μαξιμιανό, ο οποίος, προτού ξεκινήσει τη μεγάλη εκστρατεία του κατά των Περσών (περί το 297), προέβη σε εκκαθαρίσεις όλων των χριστιανών του στρατεύματος. Δεν αποκλείεται οι δύο άγιοι να ήταν ρωμαϊκής καταγωγής· το σύνολο όμως της ιστορίας τους εκτυλίσσεται στην Ανατολή.

[2]  Οι «Σχολές» λειτουργούσαν ως σώμα εκπαίδευσης αξιωματικών, οι οποίοι αποτελούσαν τα επίλεκτα τμήματα του ρωμαϊκού στρατού· συστάθηκαν επί Διοκλητιανού, τελούσαν υπό τις διαταγές του ίδιου του αυτοκράτορα και εξελίχθηκαν αργότερα σε αυτοκρατορική φρουρά και άγημα τιμών.

[3]  «Πριμικήριος» (λατ. primicerius) κατά λέξη ονομάζεται αυτός που το όνομά του είναι γραμμένο πρώτο στα κηρόχυτα δελτία των αρχών, δηλαδή ο πρόκριτος, ο πρωτέγγραφος.

[4]  «Σεκουνδικήριος» (λατ. secundicerius) είναι ο δεύτερος στην τάξη.

[5]  Σήμερα λέγεται Μπάλις και βρίσκεται 100 χλμ. από το Χαλέπι. Κατ’ άλλους πρόκειται για την Αραβισσό (σημ. Afçim) της Καππαδοκίας.

[6]  Πρόσφατες αρχαιολογικές έρευνες έφεραν στο φως τα ερείπια τριών μεγάλων ναών ρυθμού βασιλικής στον χώρο της Ρωσάφα, η οποία πήρε το όνομα «Σεργιούπολις» τον 4ο αιώνα και συνέχισε να αποτελεί σημαντικό προσκύνημα ακόμη και επί αραβοκρατίας. Η Σεργιούπολις καταστράφηκε κατά την εισβολή των Τατάρων τον 13ο αιώνα. Η τίμια κάρα του μεν αγίου Σεργίου φυλάσσεται στην Ι.Μ.Σίμωνος Πέτρας, του δε αγίου Βάκχου στην Ι.Μ.Βατοπαιδίου. Σώζεται επίσης στην Κωνσταντινούπολη ο επ’ ονόματί τους ιερός ναός, που κτίσθηκε από τον Ιουστινιανό το 530, σε ένδειξη ευχαριστίας για τη θαυματουργική διάσωσή του από βέβαιο θάνατο. Οι Τούρκοι τον ονομάζουν «Κιουτσούκ Αγιασοφιά»=«Μικρή Αγία Σοφία».

—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—

Ἦχος α΄. Τοῦ λίθου σφραγισθέντος.

Τριάδος τῆς Ἁγίας ὁπλῖται τροπαιοῦχοι, ἡ λαμπρὰ δυὰς τῶν Μαρτύρων, ὡράθητε ἐν ἄθλοις, Σέργιος ὁ θεῖος ἀριστεύς, καὶ Βάκχος ὁ γενναῖος ἀθλητής· διὰ τοῦτο δοξασθέντες περιφανῶς, προΐστασθε τῶν βοώντων· δόξα τῷ ἐνισχύσαντι ὑμᾶς, δόξα τῷ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι δι’ ὑμῶν, πᾶσιν ἰάματα.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—

Ἦχος γ΄. Ἡ Παρθένος σήμερον.

Τοὺς γενναίους Μάρτυρας, καὶ ἀδελφοὺς ἐν τῇ πίστει, συνελθόντες στέψωμεν, ἐν ἱεραῖς εὐφημίαις, Σέργιον, τὸν τῆς Τριάδος στερρὸν ὁπλίτην, Βάκχον τε, τὸν ἐν βασάνοις συγκαρτεροῦντα, τὸν Χριστὸν θεολογοῦντας, τὸν Ἀθλοθέτην καὶ Ποιητὴν τοῦ παντός.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—

Χαίροις τῶν Μαρτύρων ἡ ξυνωρίς, Σέργιος ὁ θεῖος, καὶ ὁ Βάκχος ὁ εὐκλεής, οἱ τὸν Θεὸν Λόγον, δοξάσαντες ἐν ἄθλοις, ᾧ νῦν συνδοξασθέντες, ἡμᾶς φρουρήσατε.


https://toeilhtarion.blogspot.com/2020/10/blog-post.html


[ Ιερομονάχου

Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου:

«Νέος Συναξαριστής

της Ορθοδόξου Εκκλησίας,

Τόμος 2ος (Οκτώβριος), σελ. 70–72.

Διασκευή εκ του Γαλλικού:

Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.

Εκδόσεις «Ίνδικτος».

Αθήναι, Οκτώβριος 20092.


01 Ιουνίου, 2026

ΟΣΙΑ ΠΕΛΑΓΙΑ, Η ΑΠΟ ΕΤΑΙΡΙΔΩΝ

 

     Η οσία Πελαγία έζησε στην Αντιόχεια κατά το δεύτερο ήμισυ του 5ου αιώνος. Έκδοτη κατ’ αρχάς στους χορούς και στις έκλυτες ηδονές και αποκαλούμενη από τους εραστές της «Μαργαρώ», λόγω των πολλών μαργαριταριών με τα οποία στολιζόταν, ήταν η πλέον γνωστή εταίρα της μεγάλης εκείνης πόλεως. Από την ακολασία της είχε αποκτήσει μεγάλη περιουσία, την οποία χρησιμοποιούσε αποκλειστικά για να καλλωπίζει το σώμα της με πολύτιμα κοσμήματα και σπάνια αρώματα, ώστε να προσελκύει νέα θύματα στα δίχτυα της και να τα βυθίζει στην απώλεια. Επίσης, είχε πολλούς δούλους που τη συνόδευαν όταν έβγαινε έξω στην πόλη, καθισμένη πάνω στην πολυτελή της άμαξα.

     Μια μέρα ο αρχιεπίσκοπος Αντιοχείας συγκάλεσε σύνοδο ογδόντα επισκόπων, για να ρυθμίσουν εκκλησιαστικές υποθέσεις της περιοχής. Κάλεσε τότε έναν από αυτούς, τον άγιο Νόννο, επίσκοπο Εδέσσης [10 Νοεμ.], για να κηρύξει τον λόγο του Θεού στον ναό του αγίου Ιουλιανού. Την ώρα που ο άγιος προέτρεπε τους ακροατές του να μετανοήσουν και να ζήσουν ενάρετα και θεάρεστα, έτυχε να περνάει μπροστά από την ομήγυρη η Πελαγία, με τη συνηθισμένη ακολουθία της. Εκείνη τη στιγμή, ενώ οι επίσκοποι και ο ευλαβής κόσμος έστρεψαν αλλού το βλέμμα, ο άγιος Νόννος είπε δυνατά σ’ αυτούς που τον περιστοίχιζαν: «Αλίμονο σ’ εμάς, τους οκνηρούς και αμελείς! Θα ντραπούμε την Ημέρα της Κρίσεως, γιατί ο ζήλος και η φροντίδα μας για το πώς θα γίνουμε αρεστοί στον Θεό είναι πολύ κατώτερος από την επιμέλεια με την οποία καλλωπίζεται αυτή η γυναίκα, απλώς και μόνο να αρέσει σε ανθρώπους, αποβλέποντας σε μια πρόσκαιρη ηδονή». Και όταν επέστρεψε στο κελλί του, πέρασε όλη τη μέρα ο άγιος αναπέμποντας ευχές προς τον Κύριο για τη μεταστροφή της.

     Την επομένη η Πελαγία πήγε στον ναό και άκουσε τον Νόννο να ερμηνεύει το Ευαγγέλιο κατά τη θεία Λειτουργία. Τα λόγια του επισκόπου για την Ημέρα της Κρίσεως και την αιώνια τιμωρία των αμαρτωλών στην κόλαση εισχώρησαν βαθιά στην καρδιά της, σαν κοφτερό μαχαίρι, και αφύπνισαν μέσα της τον θείο έρωτα για τον ουράνιο Νυμφίο. Έτσι, μόλις η βυθισμένη στην αμαρτία γυναίκα επέστρεψε στην έπαυλή της, έγραψε στον άγιο επίσκοπο παρακαλώντας τον να τη δεχθεί και να μη τη βδελυχθεί για την ασωτία της, αν ήταν πράγματι μαθητής Εκείνου «που δεν ήλθε να καλέσει τους δίκαιους αλλά τους αμαρτωλούς σε μετάνοια» (Ματθ. 9, 13). Τότε ο Νόννος τής απάντησε ότι, αν όντως είχε αποφασίσει να μετανοήσει, θα έπρεπε να παρουσιασθεί στην εκκλησία, ενώπιον όλων των πιστών, κληρικών και λαϊκών, για να ομολογήσει τα αμαρτήματά της.

     Η Πελαγία άδραξε την ευκαιρία και έσπευσε στην εκκλησία, ξεχνώντας τις πομπώδεις συνοδείες και την παλιά αλαζονεία της. Φθάνοντας, έπεσε με συντριβή στα πόδια του επισκόπου και τον ικέτευσε να μην αργήσει να την αναγεννήσει στη θεία ζωή, μήπως ο δαίμονας και η συνήθεια την παγιδεύσουν πάλι και την ξαναρίξουν στην ακόλαστη ζωή. Όταν τα άκουσε αυτά ο Νόννος, δόξασε τον Θεό για τη μετάνοιά της και τη βάπτισε. Τότε χάρηκε όλη η Αντιόχεια, διότι η ψυχή της βρήκε τη σωτηρία. Κατόπιν, την εμπιστεύθηκαν για κάποιο χρονικό διάστημα στη Ρωμάνα, μια μοναχή που τη μύησε στον πνευματικό αγώνα και τη ζωή της μετανοίας. Με την προσευχή και το σημείο του Σταυρού, η Πελαγία κατόρθωσε να κατατροπώσει τις επιθέσεις του πονηρού, ο οποίος δεν άργησε να της επιτεθεί, παρακινώντας την με σφοδρότητα να επιστρέψει στην αμαρτωλή ζωή.

     Μετά το θείο Βάπτισμα η Πελαγία μοίρασε όλη την περιουσία της στους φτωχούς και απελευθέρωσε τους δούλους της. Απαλλαγμένη έτσι από κάθε τι που την έδενε με τα εγκόσμια, άλλαξε την ενδυμασία της, φόρεσε φθαρμένα και κουρελιασμένα ανδρικά ενδύματα και έφυγε κρυφά για να ασκητεύσει στο Όρος των Ελαιών, στην Παλαιστίνη, άγνωστη σε όλους. Εκεί έμεινε χρόνια έγκλειστη σε ένα μικρό κελλί, πολεμώντας καθημερινά τα πάθη που είχαν ριζώσει στο σώμα της και αφιερώνοντας όλο τον ζήλο –που κάποτε αφιέρωνε στον μάταιο καλλωπισμό και στα αρώματα– για τον καλλωπισμό της ψυχής της, χάριν της αιωνίου ζωής.

     Και ενώ έμενε μόνη της, η φήμη για τους άθλους της έγινε γνωστή σε όλους τους ασκητές της Παλαιστίνης, οι οποίοι νόμιζαν ότι ήταν άνδρας. Όταν παρέδωσε τη ψυχή της στον Θεό, συγκεντρώθηκαν όλοι για να τιμήσουν το τίμιο λείψανο. Έμειναν όμως έκπληκτοι και δόξασαν τον Θεό Κύριο, μόλις έμαθαν από έναν μαθητή του Νόννου την αληθινή ιστορία της οσίας, που διδάσκει να μην απελπίζονται όσοι είναι βυθισμένοι στο σκότος της αμαρτίας, αλλά απεναντίας να πορεύονται με θάρρος και ελπίδα τη ψυχοσωτήρια οδό της μετανοίας.

—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—

Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.

ξ ἀκανθῶν καθάπερ ῥόδον εὐῶδες, τῇ Ἐκκλησίᾳ Πελαγία ἐδείχθης, ταῖς ἐναρέτοις πράξεσιν εὐφραίνουσα ἡμᾶς· ὅθεν καὶ προσήγαγες, ὡς ὀσμὴν εὐωδίας, τῷ σὲ θαυμαστώσαντι, τὸν σὸν βίον Ὁσία. Ὃν ἐκδυσώπει σώζεσθαι ἡμᾶς, παθῶν παντοίων, ψυχῆς τε καὶ σώματος.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—

Ἦχος α΄. Χορὸς Ἀγγελικός.

Πελάγει ἀρετῶν, ἀληθῶς ἰσαγγέλων, τὸ πέλαγος τῶν σῶν, ἐγκλημάτων Ὁσία, πανσόφως ἐβύθισας, καὶ δακρύων τοῖς ῥεύμασιν, ἐναπέπνιξας, τὸν πολυμήχανον ὄφιν· ὅθεν ἤστραψας, ὥσπερ λαμπὰς μετανοίας, τὴν κτίσιν φαιδρύνουσα.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—

Φερωνύμως πέλαγος γαληνόν, πλεύσασα Ὁσία, μετανοίας τῆς ἱερᾶς, Μῆτερ Πελαγία, τοῖς ἐν πελάγει βίου, λιμὴν σωτηριώδης, ὤφθης καὶ ἄκλυστος.


Ιερομονάχου

Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου:

«Νέος Συναξαριστής

της Ορθοδόξου Εκκλησίας»,

Τόμος 2ος (Οκτώβριος), σελ. 80–82.

Διασκευή εκ του Γαλλικού:

Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.

Εκδόσεις «Ίνδικτος».

Αθήναι, Οκτώβριος 20092.

https://toeilhtarion.blogspot.com/2020/10/blog-post_8.html