16 Αυγούστου, 2026

ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΜΩΚΙΟΣ


     Ο άγιος Μώκιος γεννήθηκε στην Αμφίπολη της Μακεδονίας από γονείς ευγενείς καταγόμενους από τη Ρώμη· χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και για πολλά χρόνια επέδειξε φλογερό ζήλο κηρύττοντας το Ευαγγέλιο και παραινώντας τους συμπολίτες του να αρνηθούν τη ψυχόλεθρη λατρεία των ειδώλων. Το 19ο έτος της βασιλείας του Διοκλητιανού (303), ειδωλολάτρες κατήγγειλαν τον Μώκιο στον ανθύπατο Λαοδίκιο, ο οποίος είχε μόλις φθάσει στην πόλη για να λάβει μέρος στις εορτές προς τιμήν του Διονύσου. Οδηγήθηκε ενώπιον του δικαστηρίου ο στρατιώτης του Χριστού και, ακτινοβολώντας πλήρης παρρησίας, αποκρίθηκε με σθένος στον δικαστή ότι γι’ αυτόν δεν υπήρχε άλλη ζωή εκτός από τον Χριστό και για τον λόγο αυτό πάσχιζε να βγάλει τους ανθρώπους από τα σκοτάδια και να τους φέρει στο φως της Αλήθειας.

     Οργισμένος από την τόλμη αυτή, ο Λαοδίκιος διέταξε να τον απλώσουν στο ξύλο και να ξεσχίσουν τις σάρκες του με το μαστίγιο μέχρι να φανούν τα κόκκαλα. Αλλά από το μαρτύριο αυτό ο μάρτυρας άντλησε νέες δυνάμεις και με μεγαλύτερη ακόμη τόλμη ομολόγησε πάλι την πίστη του ενώπιον του δικαστηρίου. Ο ανθύπατος έδωσε τότε εντολή να ανάψουν κάμινο με κλαδιά και στυπεία για να τον τρομοκρατήσει. Ο Μώκιος υποκρίθηκε ότι ενδίδει και δέχθηκε να οδηγηθεί στον ναό του Διονύσου. Μόλις όμως εισήλθε εκεί, οπλισμένος με το σημείο του Σταυρού και επικαλούμενος το Όνομα του Παντοδύναμου Χριστού, το άψυχο είδωλο κατακρημνίστηκε με φοβερό πάταγο. Αμέσως τον έριξαν στην κάμινο, αλλά ο άγιος διαφυλάχθηκε από τις φλόγες, ενώ οι παρευρισκόμενοι τον έβλεπαν σώο και αβλαβή μαζί με άλλα τρία πρόσωπα, ένα εκ των οποίων είχε όψη λαμπρότερη από τον ήλιο. Τότε η φλόγα ξεχύθηκε έξω από την κάμινο και κατέκαυσε τον ανθύπατο και εννέα ιερείς του Διονύσου.


     Ο Μώκιος στη συνέχεια φυλακίσθηκε με εντολή του πρίγκιπα Θαλασσίου. Είκοσι έξι μέρες αργότερα, έφθασε στην Αμφίπολη ο αντικαταστάτης του Λαοδικίου, Μαξιμίνος· και μαθαίνοντας τα γεγονότα, κάλεσε ενώπιόν του τον άγιο, ο οποίος όχι μόνο δεν έδειξε δειλία ή υποταγή, αλλά διακήρυξε με ακόμη λαμπρότερο τρόπο τη νίκη του Χριστού επί των ειδώλων, δηλώνοντας πως θα προτιμούσε χίλιους θανάτους από το να φανεί αχάριστος απέναντι στον Θεό. Ο Μαξιμίνος έδωσε εντολή να τον δέσουν σε δύο τροχούς, που περιστρεφόμενοι συνέθλιβαν και κομμάτιαζαν τα δυστυχή θύματα. Ενώ το αίμα του αγίου μάρτυρος έτρεχε άφθονο στη γη, εκείνος ανέπεμψε ύμνο ευχαριστίας προς τον Θεό και αίφνης οι τροχοί εξαρθρώθηκαν και αχρηστεύθηκαν, με αποτέλεσμα ο αθλητής του Χριστού να παρουσιασθεί ξανά στο δικαστήριο αιμόφυρτος, αλλά αβλαβής.

     Τρεις ημέρες αργότερα, τον έριξαν στα θηρία στο αμφιθέατρο. Αυτά όμως έρχονταν να γλείψουν με τρυφερότητα τις πληγές του αγίου, ενώ το πλήθος θαυμάζοντας ανέκραζε ζητώντας την απελευθέρωση του στρατιώτη του Χριστού. Αναγκασμένος να ενδώσει στο λαϊκό αίτημα, ο Μαξιμίνος έστειλε τον Μώκιο στην Πέρινθο της Θράκης, όπου μετά από οκτώ ημέρες κράτηση ο έπαρχος Φιλιππήσιος διέταξε να τον μεταφέρουν στο Βυζάντιο. Ο άγιος Μώκιος οδηγήθηκε ενώπιον του τοπικού δικαστηρίου της άσημης, τότε, εκείνης πόλης και υποδέχθηκε την καταδίκη του σε θάνατο με νέα προσευχή ευχαριστίας. Ζήτησε από τον Θεό να συγχωρήσει τον λαόν αυτόν που ενεργούσε έτσι από άγνοια και  ικέτευσε τον Κύριο της Δόξης να τον οδηγήσει στη γνώση της Αλήθειάς Του. Τη στιγμή που η κεφαλή του έπεφτε κάτω από το ξίφος, ακούστηκε φωνή εξ ουρανού που χαιρέτιζε την είσοδο του γενναίου αθλητή στον χορό των αγίων. Επίσκοποι που παρευρίσκονταν εκεί, ενταφίασαν το σκήνωμά του σε κοντινή απόσταση από την πόλη. Αργότερα ανεγέρθηκε στο μέρος εκείνο μέγας και περικαλλής ναός προς τιμήν του αγίου Μωκίου, ο οποίος εξελίχθηκε σε έναν από τους επιφανέστερους της Βασιλεύουσας και στον οποίο προσαρτήθηκε πιο μετά ιερά μονή, όπου ετιμάτο ιδιαίτερα και το σκήνωμα του αγίου Σαμψών του Ξενοδόχου [27 Ιουν.]. Ίσως θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η τελείωση του αγίου αυτού μάρτυρος την ίδια ακριβώς ημέρα που επιτελείται η ανάμνηση των Εγκαινίων της Κωνσταντινουπόλεως, ασφαλώς δεν είναι τυχαία.


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος α΄. Χορὸς Ἀγγελικός.
Χριστῷ ἱερουργῶν, ἱερεὺς ὢν τῆς δόξης, θυσίαν λογικήν, καὶ ὁλόκληρον θῦμα, ἀθλήσεως ἄνθραξι, σεαυτὸν προσενήνοχας· ὅθεν Μώκιε, διπλῷ στεφάνῳ σε στέφει, ὁ δοξάσας σε, ὡς δοξασθείς σου τοῖς ἄθλοις, Χριστὸς ὁ φιλάνθρωπος.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος β΄. Τοὺς ἀσφαλεῖς.
Καθοπλισθείς, τῷ θυρεῷ τῆς πίστεως, τῶν ἀσεβῶν, τὰς παρατάξεις ἔτρεψας, καὶ ἐδέξω δόξης στέφανον, παρὰ Κυρίου μάκαρ Μώκιε· διὸ μετὰ Ἀγγέλων ἀγαλλόμενος, περίσωζε κινδύνων τοὺς ὑμνοῦντάς σε, πρεσβεύων ἀπαύστως, ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Μωκώμενος πλάνην τὴν δυσσεβῆ, ὡς τῆς εὐσεβείας, θεορρήμων ἱερουργός, ᾔσχυνας τοῖς ἄθλοις, ἐν ἀσθενείᾳ Μάρτυς, τοῦ σκότους τὸν προστάτην, Μώκιε ἔνδοξε.





[ Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμ. 9ος (Μάιος),
σελ. 123–125.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Ξενοφών Κομνηνός.
Θεώρηση κειμένου:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι 2007.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]
https://toeilhtarion.blogspot.com/2020/05/blog-post_67.html

15 Αυγούστου, 2026

ΑΓΙΑ ΜΑΡΤΥΣ ΓΛΥΚΕΡΙΑ


     Κατά το πρώτο έτος της βασιλείας του Αντωνίνου του Ευσεβούς (138) ζούσε στην Τραϊανούπολη μια νέα χριστιανή, θυγατέρα ενός υψηλόβαθμου Ρωμαίου αξιωματικού, αφιερωμένη στη στερέωση των ντόπιων χριστιανών στην Πίστη. Ανήμερα μιας ειδωλολατρικής εορτής, σφράγισε το μέτωπό της με το σημείο του Σταυρού και προχώρησε προς τον διοικητή Σαβίνο που παρευρισκόταν στον ναό, ομολογώντας θαρρετά και αβίαστα ότι ήταν δούλη του Χριστού. Ο Σαβίνος τη διέταξε να θυσιάσει στους θεούς· εκείνη κατευθύνθηκε προς τα είδωλα και, με την επίκληση του Ονόματος του Σωτήρος Χριστού, κατακρήμνισε το άγαλμα του Διός και στη συνέχεια το συνέτριψε. Οι ειδωλολάτρες όρμησαν καταπάνω της με λύσσα και επιχείρησαν να τη λιθοβολήσουν, αλλά οι πέτρες δεν μπορούσαν να την πλήξουν. Την κρέμασαν τότε από τα μαλλιά και της ξέσχισαν τη σάρκα με σιδερένια νύχια, κατόπιν δε, την έριξαν στη φυλακή και την άφησαν εκεί δίχως τροφή και νερό επί πολλές ημέρες. Άγγελος Κυρίου όμως της έφερνε τροφή και ενδυνάμωνε μέσα της την ελπίδα των μελλόντων αγαθών. Έτσι, όταν ο διοικητής την κάλεσε πάλι να παρουσιασθεί, με κατάπληξη την είδε να εμφανίζεται μπροστά του χαίροντας άκρας υγείας και λάμποντας από την παρρησία της προς τον Θεό.


     Ο Σαβίνος έπρεπε να μεταβεί στην Ηράκλεια της Θράκης και πήρε μαζί του τη Γλυκερία. Έγινε δεκτή με σεβασμό από τον επίσκοπο Δομίτιο και τους χριστιανούς που είχαν πληροφορηθεί τον ανδρείο αγώνα της. Παρουσιάσθηκε ξανά στο δικαστήριο, καταδικάσθηκε να καεί ζωντανή, όμως μια ουράνια δρόσος έπεσε και έσβησε την κάμινο στην οποία την είχαν ρίξει. Ο δικαστής τότε έδωσε εντολή να γδάρουν το δέρμα της κεφαλής της και την οδήγησαν πίσω στη φυλακή εν αναμονή νέων βασανισμών. Και αυτή τη φορά, άγγελος Κυρίου ήλθε να τη συνδράμει. Μπροστά σε παρόμοια θεϊκά σημεία, ο δεσμοφύλακας Λαοδίκιος μεταστράφηκε στην Πίστη του Χριστού και σύντομα καταδικάσθηκε σε αποκεφαλισμό.


     Τέλος, η αγία παραδόθηκε στα άγρια θηρία. Ένα λιοντάρι χίμηξε με μανία καταπάνω της, αλλά αίφνης έκοψε την ορμή του και ήλθε να γλείψει τρυφερά τα πόδια της. Ένα άλλο λιοντάρι όρμηξε και, με μια ελαφριά δαγκωματιά, δίχως όμως να της προκαλέσει το παραμικρό τραύμα, επέτρεψε στη Γλυκερία να συναντήσει μέσα σε αγαλλίαση τον επουράνιο Νυμφίο της.


     Ο δικαστής βρήκε λίγο αργότερα άθλιο θάνατο, ενώ ο επίσκοπος πήγε να ενταφιάσει το σκήνωμα της ανδρείας αθλήτριας του Χριστού, όχι μακριά από την πόλη. Στον τόπο εκείνο ανηγέρθη αργότερα μέγας και περίλαμπρος ναός, όπου ετιμάτο η αγία Γλυκερία από όλους τους κατοίκους της Ηράκλειας, της οποίας έγινε πολιούχος. Το λείψανό της κατόπιν μεταφέρθηκε στη Λήμνο. Από την κάρα της, που παρέμεινε στην Ηράκλεια, εξακολουθούσε να αναβλύζει πανευώδες μύρο, το οποίο ως πηγή ζώσα θεράπευε πλήθος προσκυνητών.


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος γ΄. Τὴν ὡραιότητα.
Τὴν καλλιπάρθενον, Χριστοῦ τιμήσωμεν, τὴν ἀριστεύσασαν, πόνοις ἀθλήσεως, καὶ ἀσθενείᾳ τῆς σαρκός, τὸν ὄφιν καταβαλοῦσαν· πόθῳ γὰρ τοῦ Κτίσαντος, τῶν βασάνων τὴν ἔφοδον, παρ’ οὐδὲν ἡγήσατο, καὶ θεόθεν δεδόξασται· πρὸς ἣν ἀναβοήσωμεν πάντες· χαίροις θεόφρον Γλυκερία.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος γ΄. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Τὴν Παρθένον στέργουσα, καὶ Θεοτόκον Μαρίαν, διετήρεις ἄφθορον, τὴν σεαυτῆς παρθενίαν· πόθῳ δέ, καρδιωθεῖσα τῷ Κυρίῳ, ἤθλησας, ἀνδρειοφρόνως μέχρι θανάτου· διὰ τοῦτο Γλυκερία, διπλῷ στεφάνῳ, σὲ στέφει Χριστὸς ὁ Θεός.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Μύρον πολυσύνθετον τῷ Χριστῷ, ἐξ ἁγνείας πόνων, καὶ αἱμάτων τοῖς σταλαγμοῖς, προσενεγκαμένη, θεόφρον Γλυκερία, ἐν μύροις θεοβρύτοις, λαμπρῶς δεδόξασαι.




[ Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμ. 9ος (Μάιος),
σελ. 153–154.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Ξενοφών Κομνηνός.
Θεώρηση κειμένου:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι 2007.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]
https://toeilhtarion.blogspot.com/2020/05/blog-post_13.html