Δευτέρα, 24 Σεπτεμβρίου 2018

Ο Αγίος Σιλουανος ο Αθωνίτης



Τη μνήμη του Αγίου Σιλουάνου του Αθωνίτη τιμά σήμερα, 24 Σεπτεβρίου, η Εκκλησία μας. Ο Άγιος Σιλουανός ο Αγιορείτης έγινε γνωστός πριν ακόμα αγιοκαταχτεί από την Ορθόδοξη Εκκλησία με το βιογραφικό έργο «Ο γέροντας Σιλουανός του Άθω», που το συνέγραψε με ωραίο τρόπο ο Ηγούμενος της Μονής Τιμίου Προδρόμου στο Έσσεξ της Αγγλίας Αρχιμανδρίτης Σωφρόνιος, που έζησε κοντά στον Άγιο για πολύ καιρό στον Άθω.

Σύμφωνα λοιπόν με τον Σωφρόνιο, ο Άγιος Σιλουανός ασκήθηκε στο Άγιον Όρος για 46 ολόκληρα χρόνια και συγκεκριμένα στη Μονή του Αγίου Παντελεήμονα. Γεννήθηκε το 1866 μ.Χ. στο χωριό Σόβοκ της επαρχίας Λεμπεντιάσκ της Ρωσίας και το κοσμικό του όνομα ήταν Συμεών Ιβάνοβιτς Αντόνωφ. Στη Ρωσία έκανε το επάγγελμα του ξυλουργού.

Στο Άγιο Όρος ήλθε το 1892 μ.Χ. και αφιερώθηκε ολοκληρωτικά στην άσκηση και την προσευχή. Το 1911 μ.Χ. έγινε μεγαλόσχημος και στολίστηκε με πολλές άγιες αρετές και γέμισε όλος από θείο φως. Το 1915 μ.Χ. βγήκε για λίγο από το Άγιον Όρος και επισκέφθηκε τα μοναστήρια της πατρίδας του. Απεβίωσε στις 24 Σεπτεμβρίου του 1938 μ.Χ. και η Ορθόδοξη Εκκλησία πρόσφατα τον αγιοποίησε.

Απολυτίκιον 

Ήχος γ’. Θείας πίστεως.

Ποίημα Παύλου Ιερομόναχου

Κήρυξ δέδοσαι, τη οικουμένη, συ γλυκύτατος, εν θεολόγοις, της του Χριστού αγάπης τρισόλβιε· τον Ταπεινόν γαρ και Πράον εώρακας, και την Εκείνου καρδίαν κατέμαθες. Όθεν άπαντες, Σιλουανέ ελλαμπόμενοι, τοις θεογλώσσοις ρήμασι, δοξάζομεν το Πνεύμα το δοξάσαν σε.

Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2018

«Ἔπιασε μαργαριτάρια»!


Ὁ πατριάρχης Ἀβραὰμ ἦταν πολὺ πιστὸς ἄνθρωπος.

Ἀγαποῦσε τὸν ἅγιο Θεὸ μὲ ὅλη τὴν ψυχὴ
καὶ τὴν καρδιά του. Δεχόταν ὁλόψυχα
τὴν  βουλὴ τοῦ Θεοῦ καὶ πειθαρχοῦσε
πλήρως στὸ ἅγιο θέλημά Του. Ἐπίσης
εἶχε βαθιὰ ταπεινοφροσύνη. Δική του
φράση εἶναι ὁ ταπεινὸς λόγος: «Ἐγὼ δέ
εἰμι γῆ καὶ σποδός» (Γεν. ιη΄ [18] 27). Κι ἀκόμη ἦταν οἰκτίρμων, ἐλεήμων καὶ
 φιλάνθρωπος. Τὸ θεωροῦσε ἀδιανόητο
νὰ περάσει κάποιος ἀπὸ τὴ σκηνή του,
χωρὶς νὰ τὸν φιλοξενήσει.
Σημειώνει τὸ ἱερὸ κείμενο τῆς Γενέ-
σεως ὅτι καθόταν «ἐπὶ τῆς θύρας τῆς
σκηνῆς αὐτοῦ 
μεσημβρίας» (Γεν. ιη΄ [18]1).
Κάθε μεσημέρι στεκόταν ὄρθιος ἔξω
ἀπὸ τὴ σκηνή του καὶ ἀγνάντευε στὸ
βάθος τοῦ δρόμου, μήπως διακρίνει
κάποιον περαστικὸ γιὰ νὰ τὸν φιλοξε-
νήσει. Καὶ νὰ σκεφθεῖ κανεὶς ὅτι ἡ ἡλι-
κία του εἶχε περάσει. Ἦταν γέροντας
100 ἐτῶν. Γιὰ τοὺς ἡλικιωμένους στὰ μέ-
ρη τῆς Παλαιστίνης, ποὺ εἶναι θερμότε-
ρα, ἡ μεσημβρινὴ ξεκούραση θεωρεῖται
ἀναγκαία. Ὅμως ὁ πατριάρχης Ἀβραὰμ
ἀντὶ νὰ ξαπλώσει κάτω ἀπὸ τὴ βελανι-
διὰ νὰ ξεκουρασθεῖ, στεκόταν ὄρθιος ἔ-
ξω ἀπὸ τὴ σκηνή, γιὰ νὰ φανεῖ χρήσι-
μος στοὺς περαστικοὺς ὁδοιπόρους.
Καθὼς ἀγνάντευε στὸ βάθος τοῦ
δρό μου, εἶδε νὰ ἔρχονται τρεῖς ὁδοιπό-
ροι. Δὲν περίμενε νὰ φθάσουν ἐκεῖνοι
πρὸς αὐτόν, ἀλλὰ ἔτρεξε ὁ ἴδιος νὰ
τοὺς προϋπαντήσει. «Προσέδραμεν
εἰς συνάντησιν αὐτοῖς» (Γεν. ιη΄ [18] 2).
Ὅταν ἔφθασε κοντά τους, ἀπὸ σεβα-
σμό, γιὰ νὰ τοὺς τιμήσει, ἔπεσε κάτω
στὸ ἔδαφος καὶ τοὺς ἔκανε ἐδαφιαία
μετάνοια.
Κατόπιν τοὺς μίλησε ταπεινὰ καὶ σε-
βαστικά. «Κύριε», εἶπε στὸν μεγαλύτε-
ρό τους, «ἂν βρῆκα χάρη ἐνώπιόν σου,
μὴν παραβλέψεις τὴ σκηνή μου καὶ μὴν
παραθεωρήσεις τὸν δοῦλο σου. Ἐπι-
τρέψτε μου νὰ φέρω λίγο νερὸ νὰ πλύ-
νουν οἱ ὑπηρέτες μου τὰ πόδια σας,
νὰ σᾶς βάλω νὰ καθίσετε κάτω ἀπὸ τὴν σκιὰ τοῦ δένδρου νὰ ξεκουρασθεῖτε καὶ νὰ σᾶς στρώσω τραπέζι νὰ φᾶτε. Ἔπει-
τα συνεχίζετε τὸν δρόμο σας».
Ἦταν τόσο εἰλικρινής, πηγαία καὶ ἐγ-
κάρδια ἡ πρόσκλησή του, ποὺ οἱ ὁ-
δοιπόροι συγκατένευσαν νὰ φιλοξενη-
θοῦν. «Οὕτω ποίησον, καθὼς εἴρηκας»
(Γεν. ιη΄ [18] 5).
Ἔτσι νὰ κάνεις, ὅπως εἶπες, τοῦ ἀπάντησαν.
Τότε ὁ δίκαιος Ἀβραὰμ ἔτρεξε μὲ
σπουδὴ νὰ προετοιμάσει τὰ τῆς φιλο-
ξενίας. Εἶπε στὴ γυναίκα του τὴ Σάρρα
νὰ ζυμώσει τρία μέτρα σιμιγδάλι καὶ νὰ
τοὺς ψήσει λαγάνες. Τὸ κάθε μέτρο ζύ-
γιζε 14 περίπου κιλά. Συνολικὰ ζυμώ-
θηκαν 41 κιλὰ σιμιγδάλι, γιὰ νὰ φᾶνε οἱ
σεβαστοὶ φιλοξενούμενοι ὅσο ἤθελαν
καὶ νὰ τοὺς δώσει ἀρκετὸ ψωμὶ καὶ γιὰ
τὸν δρόμο. Ἐπίσης ἔτρεξε στὴν ἀγέλη
τῶν ζώων του καὶ διάλεξε «μοσχάριον
ἁπαλὸν καὶ καλόν». Ἔδωσε ἐντολὴ στὸ
δοῦλο του νὰ τὸ ἑτοιμάσει καὶ νὰ τοὺς
παραθέσει κρέας ψητό. Κι ἀκόμη τοὺς
ἔφερε βούτυρο καὶ γάλα. Μὲ δυὸ λό-
για, τοὺς παρέθεσε ἀρχοντικὸ τραπέ-
ζι. Ἀναφέρει τὸ ἱερὸ κείμενο ὅτι ὁ ἴδιος
δὲν κάθισε στὸ τραπέζι, ἀλλὰ στεκόταν
ὄρθιος γιὰ νὰ τοὺς ὑπηρετεῖ.
Τί ἀρχοντικὴ φιλοξενία σὲ ἄγνωστους
ὁδοιπόρους! Προκαλεῖ μέχρι σήμερα
τὸν θαυμασμὸ καὶ τὴ συγκίνηση τῶν
ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι, ὅταν θέλουν νὰ
μιλήσουν γιὰ ἀρχοντικὴ φιλοξενία, τὴν
χαρακτηρίζουν «Ἀβραμιαία». Στὴν πρὸς
Ἑβραίους ἐπιστολὴ ἐπαινεῖται τὸ συμ-
βάν, διότι ὁ φιλόξενος Ἀβραὰμ καὶ ὁ
ἀνεψιός του Λὼτ ἀξιώθηκαν νὰ φιλοξε-
νήσουν ἀκόμη καὶ ἀγγέλους, χωρὶς νὰ
γνωρίζουν ποιοὺς δέχονταν (Ἑβρ. ιγ΄
[13] 2). Στὴ φιλοξενία τοῦ Ἀβραὰμ πολ-
λοὶ ἑρμηνευτὲς βλέπουν καὶ τὴν προτύ-
πωση τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ὅπως καὶ
στὴν ὀρθόδοξη ἁγιογραφία ἡ Ἁγία Τριά-
δα ἀπεικονίζεται μὲ τὴ φιλοξενία τοῦ
Ἀβραάμ.
Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος λέει παραστα-
τικὰ ὅτι ὁ πατριάρχης Ἀβραὰμ ἔριξε τὸ
δίχτυ του νὰ πιάσει ψάρια κι ἔπιασε
μαργαριτάρια! Ὅπως ἕνας ψαρὰς ποὺ
ρίχνει τὸ δίχτυ του στὴ θάλασσα, τὸ
ἀνασύρει μὲ ψάρια, ἀλλὰ καμιὰ φορὰ
καὶ μὲ μαργαριτάρια, ἔτσι κι ὁ πατριάρ-
χης Ἀβραὰμ ἀπὸ τὴν καλὴ συνήθεια
ποὺ εἶχε νὰ σαγηνεύει ἀνθρώπους, μία
φορὰ ἁλίευσε καὶ ἀγγέλους («ἡλίευσέ
ποτε καὶ ἀγγέλους»), καὶ μάλιστα τὸ
θαυμαστὸ εἶναι ὅτι τοὺς ἁλίευσε χωρὶς
νὰ γνωρίζει ὅτι εἶναι ἄγγελοι (Εἰς τὸν
Λάζαρον, PG 48, 989).
Ὁ ἱερὸς Δαμασκηνὸς προσθέτει καὶ
ἄλλη πολὺ ὡραία παρατήρηση. Λέει
ὅτι σ᾿ αὐτὸ τὸν κόσμο ὅλοι εἴμαστε ξέ-
νοι καὶ παρεπίδημοι. Γι᾿ αὐτὸ νὰ εἴμα-
στε συμπαθεῖς στοὺς ξένους. Νὰ γίνου-
με περισσότερο φιλάδελφοι παρὰ φί-
λαυτοι. Φυσικὰ μὲ κάθε προσοχή, δι-
ότι στοὺς καιρούς μας κυκλοφοροῦν
καὶ πλῆθος ἀνθρώπων μὲ κακοὺς σκο-
πούς. Χτύπησε τὴν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ
σου ἄστεγος, παρεπίδημος; Φιλοξένη-
σε στὸ πρόσωπό του τὸν Χριστό, ποὺ
ἦλθε στὴ γῆ μας ὡς ξένος. «Ξένος καὶ
πένης Θεοῦ κολλύριον· ὁ δεχόμενος
αὐτοὺς ταχέως ἀναβλέψει». Ὁ ξένος καὶ
ὁ φτωχὸς εἶναι τὸ κολλύριο τοῦ Θεοῦ.
Ὅποιος τοὺς δέχεται, θὰ καθαρίσουν
οἱ πνευματικοὶ ὀφθαλμοί του καὶ πολὺ
γρήγορα θὰ βλέπει καλύτερα (Περὶ φι-
λοξενίας καὶ φιλαδελφίας, PG 96, 389).
Ὁ αἰώνιος λόγος τοῦ Θεοῦ ἐπιλέγει
στὴν πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολή: «Τῆς
φιλοξενίας μὴ ἐπιλανθάνεσθε» (ιγ΄ [13]
2). Μὴν ξεχνᾶτε τὴ φιλοξενία. Δείχνετε
ἔμπρακτη ἀγάπη. Φιλοξενεῖτε στὰ πρό-
σωπα τῶν ξένων τὸν ἴδιο τὸν Θεό.