25 Μαρτίου, 2026

«Ο της αφθαρσίας παράδεισος»

Του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Καστορίας κ.κ. Σεραφείμ

Συνοδοιπόροι κι εμείς των νοερών δυνάμεων και των Αγίων της Εκκλησίας μας, προσφωνούμε με το «Χαίρε» του Αρχαγγέλου Γαβριήλ την Κεχαριτωμένη Θεοτόκο, σήμερα, που γιορτάζουμε το γεγονός του Ευαγγελισμού, που είναι «της σωτηρίας ημών το κεφάλαιον και του απ’ αιώνος μυστηρίου η φανέρωσις»1. Και μαζί με τον ευλαβή χαιρετισμό και την τιμητική προσκύνηση που οφείλουμε πάντοτε να της απονέμουμε, θα πρέπει να μαθητεύσουμε, όπως οι Πατέρες και οι θεόπνευστοι ασματογράφοι, στο ακατανόητο «και αγγέλοις άγνωστον μυστήριον»2.

Μυστήριο ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου.

Μυστήριο ανεξιχνίαστο.

Μυστήριο της αγάπης του Θεού προς το ανθρώπινο γένος.

Μυστήριο, που για να το πλησιάσει κανείς, θα πρέπει να διαθέτει και καθαρότητα και ταπείνωση.

«Μυστήριον γνωριζόμενον πίστει, ουκ ερευνώμενον πολυπραγμοσύνη. Μυστήριον προσκυνούμενον …ομολογούμενον, ου μετρούμενον»3. Γιατί, απλούστατα, ο νους του ανθρώπου δεν μπορεί να καταλάβει πως ο Θεός γίνεται άνθρωπος, «πως μετά της δούλης, ο Βασιλεύς της δόξης • πως… μετ’ αυτής ο Θεός και τέλειος άνθρωπος, εν ω κατοικεί παν το πλήρωμα της θεότητος»4, καθώς γράφει ο Άγιος Γρηγόριος Επίσκοπος Νεοκαισαρείας ο θαυματουργός.

Ας αφουγκρασθούμε, λοιπόν, όσα βαθιά και σπουδαία ένοιωσαν οι Άγιοι μπροστά σ’ αυτό το θαυμαστό θεομητορικό γεγονός, στην πρώτη «πάντων των εορτών», τον Ευαγγελισμό της Υπεραγίας Θεοτόκου, διατηρώντας καθαρές τις πνευματικές μας αισθήσεις, καθώς πλησιάζουμε στο τέλος του σταδίου της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, έπειτα από έντονη νηστεία, προσευχή και πνευματική συντριβή. Ας χρησιμοποιήσουμε ακόμη, ως οδηγό και μεσίτη μας σ’ αυτήν την πορεία και στον άτεχνο λόγο μας, το θαυμαστό Ιεράρχη της Νεοκαισαρείας Άγιο Γρηγόριο, τον πνευματικό πατέρα της οικογενείας του Μεγάλου Βασιλείου.

Ο Άγιος Γρηγόριος στο δεύτερο εγκώμιό του στον Ευαγγελισμό, αφού προηγουμένως διερωτηθεί με ποιές πνευματικές υμνωδίες μπορούμε να δοξάσουμε την υπερένδοξο ανάμεσα στους αγγέλους Θεοτόκο5, την ονομάζει συν τοις άλλοις «παράδεισο», «παρθένων καύχημα» αλλά και «μητέρων το αγαλλίαμα».

Και πρώτον. «Αύτη, ο αειθαλής της αφθαρσίας παράδεισος • εν η το ζωοποιόν ξύλον φυτευθέν, τοις πάσι χορηγεί αθανασίας καρπούς»6.

Ο λόγος αυτός μας θυμίζει τον πρώτο Παράδεισο της Εδέμ, που είναι τύπος της Υπεραγίας Θεοτόκου. Η Παρθένος Μαρία είναι ο νέος Παράδεισος, τον οποίο δημιούργησε ο Θεός μέσα στο χρόνο και στην ιστορία, προκειμένου να σωθεί το ανθρώπινο γένος και ολόκληρη η δημιουργία. Και, ενώ ο πρώτος Παράδεισος είχε ως κάτοικο τον πρώτο Αδάμ, ο δεύτερος Παράδεισος λαμπρύνεται με την παρουσία του νέου Αδάμ, του Υιού και Λόγου του Θεού, ο οποίος σκήνωσε στα πανάχραντα σπλάχνα της και θέωσε ολόκληρο το ανθρώπινο φύραμα. Γι’ αυτό και γεμάτος θαυμασμό ο υμνηπόλος της Θεοτόκου, Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, θα αναφωνήσει : «Συ στάθηκες νοητή Εδέμ, ιερώτερη και θεϊκότερη από την παλιά • σ’ εκείνη κατοικούσε Αδάμ χωματένιος, σ’ εσένα Κύριος από τον ουρανό»7.

Και θα προσθέσει : «Ω ακατάληπτο βάθος της πλούσιας αγαθότητας και σοφίας του Θεού, με την οποία οδηγούνται όλα στο άριστο τέλος τους… ω αγάπη αβυθομέτρητη! Εκείνος που καλεί τα ανύπαρκτα να γίνουν υπαρκτά, που γεμίζει τον ουρανό και τη γη, που ο ουρανός ολόκληρος είναι θρόνος Του, η δε γη είναι στήριγμα κάτω από τα πόδια Του, κάνει ευρύχωρο κατάλυμα την κοιλία της δούλης Του, και εκεί ολοκληρώνει το πλέον πρωτοφανές από όλα τα πρωτοφανή μυστήρια»8.

Δεύτερον. Η Παναγία είναι «παρθένων καύχημα» και «μητέρων αγαλλίαμα»9. Στο πρόσωπό της συνδυάσθηκαν ταυτόχρονα οι δύο καταστάσεις της γυναικείας φύσεως, η παρθενία και η μητρότητα. Είναι η Παρθένος, αλλά συγχρόνως και η μητέρα του Χριστού. Και ενώ μία παρθένος γυναίκα δεν έχει τα βιώματα της μητέρας και, αντίστροφα, μία μητέρα έχει χάσει πλέον τα βιώματα της παρθενίας, στην Υπεραγία Θεοτόκο αυτά τα δύο ενώνονται στο ίδιο πρόσωπο. Γι’ αυτό και ψάλλει ο ιερός υμνογράφος : «Αλλότριον των μητέρων η παρθενία, και ξένον ταις παρθένοις η παιδοποιία • επί σοι Θεοτόκε αμφότερα ωκονομήθη»10, ενώ ο άγνωστος ποιητής του Ακαθίστου Ύμνου θα τη χαιρετίσει ως την «ζευγνύσαν την λοχείαν και την παρθενίαν»11.

Αυτήν την καινοτομία της φύσεως, με την συνύπαρξη ταυτόχρονα της παρθενίας και της μητρότητας στο πρόσωπό της, την εξυμνεί ιδιαιτέρως ο Άγιος Γρηγόριος Επίσκοπος Νύσσης : «Ω, ποίον θαύμα! Η Παρθένος γίνεται μητέρα και παραμένει Παρθένος. Βλέπεις την καινοτομία της φύσεως. Στις άλλες γυναίκες όσο μία είναι παρθένος, δεν είναι μητέρα, όταν όμως γίνει μητέρα, δεν έχει πλέον τα γνωρίσματα της παρθενίας. Εδώ όμως και τα δυό ονόματα συνυπάρχουν»12. Και όπως ο Χριστός υπήρξε το πρότυπο του τελείου και ολοκληρωμένου ανθρώπου, αντίγραφο αυτού του πρωτοτύπου ήταν η υπερτέλεια Θεοτόκος, η Παρθένος και μητέρα Του13. Γι’ αυτό και οι Άγιοι της Εκκλησίας μας στέκουν έκθαμβοι και ικετεύουν τη Θεοτόκο να τους μυήσει σε αυτό το απερινόητο μυστήριο και στο αθέατο βάθος του μυστηρίου της θείας κυοφορίας14.

O Ευαγγελισμός της Κεχαριτωμένης Θεοτόκου δεν είναι απλώς μία θρησκευτική εορτή, αλλά η εορτή της ελευθερίας του ανθρωπίνου γένους. Με την άσπορη σύλληψη του Χριστού, ελευθερώθηκε ο άνθρωπος από την καταδυναστεία του θανάτου και της αμαρτίας, απέκτησε την πραγματική του ελευθερία και συγχρόνως την είσοδό του στη Βασιλεία των Ουρανών. Η πρώτη Εύα παρήκουσε, η δεύτερη Εύα υπήκουσε και έγινε πρόξενος χαράς και πραγματικής ελευθερίας.

Για εμάς τους Έλληνες, είναι διπλή η χαρά αυτής της εορτής, αφού γιορτάζουμε παράλληλα και τη σωματική μας ελευθερία από τη σκλαβιά και την τυραννία τόσων ετών. Γι’ αυτό και στις δύσκολες αυτές ημέρες που ζούμε, στα αποκαλυπτικά χρόνια της πνευματικής αμνησίας, με τις συνεχείς απειλές κατά της πατρίδος μας, χρειάζεται επιτακτικά να καταγράψουμε στη μνήμη μας και στην καρδιά μας τα χαρακτηριστικά της φυλής μας, που είναι :

η πίστη στο Θεό,

η υπομονή,

η ανδρεία,

η αντοχή στις στερήσεις,

η αγάπη στο πατρικό χώμα,

η αρετή και η λεβεντιά,

αλλά και η ελπίδα πως αυτός ο τόπος πρέπει και μπορεί να δει καλύτερες ημέρες και ποτέ να μην υποδουλωθεί σε κανέναν δυνάστη.

Αυτά μας κληρονόμησαν εκείνοι που πάλεψαν και έδωσαν το αίμα τους για να είμαστε εμείς ελεύθεροι.

Αυτή είναι η κληρονομιά και ο θησαυρός μας.

Με αυτά τα χαρακτηριστικά έχουμε χρέος να πορευθούμε, εάν θέλουμε να ξαναζωντανέψει η πατρίδα μας, να λάμπει αιώνια η Ελλάδα μας κάτω από την κραταιά προστασία της Κεχαριτωμένης Θεοτόκου.

Χρόνια πολλά, η Παναγία να είναι μαζί μας, στον τόπο μας και στον κόσμο ολόκληρο.

1. Απολυτίκιο εορτής Ευαγγελισμού

2. Θεοτοκίο δ’ ήχου

3. Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, «Εις τον Ευαγγελισμόν της υπερενδόξου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου», PG 50,793

4. Αγίου Γρηγορίου Νεοκαισαρείας, «Εις τον Ευαγγελισμόν της υπεραγίας θεοτόκου Παρθένου της Μαρίας, λόγος πρώτος», PG 10,1152

5. Αγίου Γρηγορίου Επισκόπου Νεοκαισαρείας, «Εις τον Ευαγγελισμόν της υπεραγίας θεοτόκου Παρθένου της Μαρίας, λόγος πρώτος», PG 10,1160

6. αυτόθι

7. Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, «Εγκώμιον εις την κοίμησιν της πανυμνήτου και υπερενδόξου ευλογημένης Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αείπαρθένου Μαρίας», κεφ. 8, ΕΠΕ 9,256

8. ο.π., 254

9. Αγίου Γρηγορίου Επισκόπου Νεοκαισαρείας, ο.π.

10. Θ’ Ωδή Κανόνος της Γεννήσεως της Θεοτόκου

11. Χαιρετισμοί προς την  Υπεραγία Θεοτόκο

12. Αγίου Γρηγορίου Επισκόπου Νύσσης, Ομιλία εις την Γέννησιν του Χριστού, ΕΠΕ 10,338

13. Ευθυμίου Στύλιου, Επισκόπου Αχελώου, «Η πρώτη», εκδ. Σήμαντρο, Αθήνα 1987, σελ. 226

14. ο.π. σελ. 152

24 Μαρτίου, 2026

Ο Γέρο Πέτρος (ο Πετράκης) 1


Ο Γέρο - Πέτρος γεννήθηκε στη Λήμνο το 1891. Φαινόταν από φτωχιά μεν οικογένεια αλλά από σόι αρχοντικό. Γράμματα δεν ήξερε σχεδόν καθόλου, αλλά απέκτησε θείο φωτισμό από τους φιλοτιμους σκληρούς αγώνες του. Από νεαρή ηλικία ζούσε καλογερικά ο κατά κόσμος Γεώργιος, αλλά το Μεγάλο Σχήμα το έλαβε μετά το τριακοστό έτος της ηλικίας του από έναν ευλαβή Γέροντα στον Όσιο Νείλο και πήρε το όνομα του Οσίου Πέτρου του Αθωνίτου.

Ο Πατήρ Πέτρος είχε φυσική απλότητα και πίστη μεγάλη, τα οποία βλέπει κανείς από τα πρώτα χρόνια της πνευματικής του πορείας. Μου είχε διηγηθεί κάποτε οτι μόλις είχε γίνει Μοναχός, αρρώστησε ο Γέροντας του βαριά. Στεναχωρέθηκε φυσικά πολύ γιατί ένιωθε σαν το μικρό παιδί που κινδυνεύει να χάσει τη μάνα του, ενώ ακόμη θηλάζει. Δεν χασομεράει όμως πηγαίνει στο Ναό και με όλη την παιδική του απλότητα και ευλάβεια λέει στον Όσιο Νείλο:

- Να το ξέρεις Όσιε Νείλε, εάν δεν κάνεις αμέσως καλά τον Γέροντα μου, το κανδήλι σου θα το αφήσω σβηστό.

Ω του θαύματος! Ο Γέροντας έγινε αμέσως καλά, σηκώθηκε και πήγε και αυτός στο Ναό να ευχαριστήσει τον Άγιο και άναψε και εκείνος τα κανδήλια. Έζησε αρκετά χρόνια ο Γέροντας του και τον βοήθησε πνευματικά.

Αργότερα που έμεινε μόνος του, είχε ταλαιπωρηθεί λίγο στις αρχές, γιατί είχε επηρρεασθεί από μερικούς Μοναχούς, που είχαν λίγο αδιάκριτο ζήλο και έριξε τα κοντάρια από τις σημαίες στην Μεγίστη Λαύρα εις ένδειξιν διαμαρτυρίας για τον Βασιλέα Γεώργιο Β΄ - γιατί έλεγαν οτι δήθεν είναι μασώνος - και δικάστηκε για την συκοφαντία από τις Αρχές του Κράτους με τρία χρόνια εξορία στο νησί Σπιναλόγκα για να υπηρετεί τους λεπρούς. Είχε μετανιώσει όμως γι αυτή την ενέργεια του, όπως μου έλεγε:

-Ενήργησα σαν κοσμικός, Πάτερ Παΐσιε, και όχι σαν Μοναχός. Πολύ βλάφτηκα πνευματικά το διάστημα της εξορίας, γιατί δεν μπορούσα να κάνω τα καλογερικά μου καθήκοντα. Στην επιστροφή του από την εξορία συνταξίδευε με έναν Μοναχό, ο οποίος μου έλεγε οτι  ο Πατήρ Πέτρος οταν ηταν στον κοσμο κήρυττε μετάνοια  και έλεγε:
-Πρέπει να μετανοήσουμε γιατί ο Θεός θα μας τιμωρήσει. Θα αφήσει τους άθεους κομμουνιστάς να μας σφάξουν.
Είχε πληροφορηθεί από τον Θεό το μεγάλο κακό που μας περίμενε εξ αμαρτιών μας, τον εμφύλιο σπαραγμό, μπροστά από χρόνια.
Όταν επέστρεψε στο Άγιον Όρος από την εξορία, δεν κάθισε στον Όσιο Νείλο, γιατί είδε μεγάλη κίνηση. Περνούσαν πολλοί άνθρωποι και δεν έυρισκε ησυχία. Ήρθε στα Κατουνάκια και έμεινε σε ένα Καλύβι στην άκρη της Μικρής Αγίας Άννας. Το Καλυβάκι του δεν φαινόταν καθόλου από τον δρόμο ούτε πόρτα είχε, παρά ένα μακρύ ξύλο που το νόμιζαν για φράχτη. Οι Πατέρες γύρω του τον είχαν σε ευλάβεια γιατί ήταν όλος ευλάβεια και επειδή ήταν κοντός και αδύνατος και με παιδική απλότητα και ευαισθησία, όλοι τον φώναζαν "Πετράκη". Όταν τον έβλεπε κανείς με το λεπτό και φωτεινό του πρόσωπο να σκύβει κάτω, όταν μιλούσε πράγματι ήταν σαν ένα μικρό παιδι.
Τον παιδικό του αυτό χαρακτήρα τον διετήρησε μέχρι τα εξήντα επτά του χρόνια που ανευπάθη.
Ενώ οι Πατέρες τον πλησίαζαν για να ωφεληθούν εκείνος τους απέφευγε γιατί ντρεπόταν και κοκκίνιζε. Όταν δεν μπορούσε να ξεφύγει απαντούσε με λίγα λόγια αλλά πολύ φωτισμένα. Δυσκολευόταν να έχει επαφές με τους ανθρώπους γι αυτό κλεινόταν στο κελλί του και μιλούσε συνέχεια με τον Θεό με την αδιάλειπτη προσευχή.
Όταν πήγαιναν οι Πατέρες και χτυπούσαν δεν άνοιγε. Και όταν του άφηναν ευλογίες, τις άφηνε κι αυτές εκεί έξω, τις οποίες έβλεπαν σαπισμένες οι άλλοι, και άλλη φορά δεν του πήγαιναν τίποτα, αλλά τις πήγαιναν σε άλλους Πατέρες. Οι αδελφοί γύρω του έλεγαν στον Γέρο Πέτρο:
- Δεν κάνεις καλά που δεν δέχεσαι τις ευλογίες.
Και εκείνος απαντούσε:
-Ευλογημένε μου, δόξα τω Θεώ, εγώ έχω το αρκετό μου. Γιατί να τα στερήσω από άλλα Γεροντάκια που έχουν ανάγκη;
Με την πολλη του άσκηση ο Γέροντας είχε κόψει σχεδόν όλες τις ανθρώπινες ανάγκες και ζούσε πια σαν Άγγελος ένσαρκος και όχι τυπικά μόνο με το Σχήμα το Αγγελικό. Έκανε συνέχεια ενάτες. Έτρωγε δηλαδή μετά τον Εσπερινό ένα παξιμάδι και ασχολείτο με την ευχή και τις μετάνοιες μέρα - νύχτα. Ακόμη και στον ύπνο του έλεγε την ευχή, και όταν ξυπνούσε, συνεχιζόταν η επίλοιπη ευχή. Το μεν σώμα του, όταν πλάγιαζε λίγο, κοιμόταν, αλλά η ψυχή του γρηγορούσε και προσευχόταν. Η ευχή είχε γίνει πια αυτενέργητη και πολλές φορές μου έλεγε:
- Ακούω και Αγγελικές ψαλμωδίες τόσο πολύ γλυκιές που δεν μπορώ να σταθώ στα πόδια μου από εκείνη την ουράνια γλυκιά μελωδία.
Όλη αυτή η γλυκιά κατάσταση τον έτρεφε ψυχικά και σωματικά, γι αυτό και δεν του χρειάζονταν πολλά πράγματα για να συντηρηθεί. Τα ελάχιστα που ήθελε τα εξοικονομούσε με το εργόχειρο του, διότι έπλεκε κομποσχοίνια ή μάζευε τσάι από τον Άθωνα, που το έδινε και έπαιρνε παξιμάδι.
Εάν επέμενε κανείς να του δώσει καμιά ευλογία θα την ανταπέδιδε διπλή με ευγενικό τρόπο, με τσάι του βουνού ή κομποσχοίνια.
Παρόλο που δεν οικονομούσε τον εαυτό του, και το δέρμα του είχε κολλήσει πια στα κόκκαλα του, εν τούτοις όμως έκανε μεγάλους αγώνες πνευματικούς και στη συνέχεια, και έβλεπε κανείς ολοφάνερα την Χάρη του Θεού, που τον δυνάμωνε. Κοιλιά πια δεν έβλεπες στον Γερο Πέτρο αλλά λακκούβα. Όταν τύχαινε να ξεκουμπωθεί λίγο το στήθος του, μπορούσες να μετρήσεις τα πλευρά του, που φαίνονταν σαν βέργες από ζουλιγμένο καλάθι.
Πολλούς Ασκητάς γνώρισα, αλλά στον Γερο Πέτρο έβλεπε κανείς κάτι το διαφορετικό. Φαινόταν μια θεϊκή γλυκύτητα ζωγραφισμένη στο πρόσωπο του. Είχε γεμίσει πια η κυψέλη του η πνευματική και ξεχείλιζε το πνευματικό του μέλι.
Όταν τον ρωτούσαν "πως περνάς Γέροντα στο κελλί σου¨απαντούσε:
-Δόξα τω Θεώ, το Κελλί μου δεν το αλλάζω με όλα τα παλάτια του κόσμου, το γλυκό Κατούνι μου!
Έβγαινε συνήθως κάθε έξι μήνες από το "γλυκό Κατούνι του" (τα Κατουνάκια) και πήγαινε στα Μοναστήρια του Αγίου Όρους, για να δώσει τα εργόχειρα του και να οικονομήσει το παξιμάδι για τη μίσή χρονιά του. Καταλαβαίνετε φυσικά πόσο μεγάλο τουρβά θα είχε ο Γέροντας Πέτρος και πόσο παξιμάδι έτρωγε σε έξι μήνες, που ήταν και η συνηθισμένη του τροφή!
Κάθε έξι μήνες λοιπόν θα περνούσε και από το Μοναστήρι όπου έμενα να με ιδή. Την τελευταία φορά που ήρθε, έλειπα δυστυχώς, και αυτός περίμενε έξω από το Μοναστήρι σε μια άκρη, γιατί ντρεπόταν να μπει μέσα. Το απόγευμα τον βρήκα να με περιμένει τέσσερις ώρες και μόλις με είδε, έτρεξε επάνω μου σαν μικρό χαρούμενο παιδάκι, παρόλο που είχε τα διπλά μου χρόνια.
Πήγαμε μετά στο κελλί μου και ενώ ήθελα να τον περιποιηθώ λίγο για να τον ξεκουράσω δεν δέχτηκε και το απέφυγε με γλυκό τρόπο, για να μη με πληγώσει. Μου ζήτησε λίγο ζεστό νερό και έβαλε δύο κλωνιά τσάι που είχε μαζί του και ήπιε. Όταν επέμεινα να φάει κάτι άλλο μου είπε:
- Πάτερ Παΐσιε, συγχώρεσε με, θέλω να ετοιμασθώ για να κοινωνήσω του Οσίου Πέτρου του Αθωνίτου στις 12 Ιουνίου. Εγώ ήρθα, για να σε χαιρετήσω και να συγχωρεθούμε, γιατί θα πεθάνω, γι αυτό δεν μπορώ να σε πάρω υποτακτικό.
https://athonika.blogspot.com/2010/05/1_01.html