28 Σεπτεμβρίου, 2026

Η Ευτυχία στην Αγία Ειρήνη, στους Οσίους Γεώργιο και Θωμά του Κάβου Μαλιά [1]

 Το παραμυθοδιήγημα της εβδομάδας απο τον «Λακωνικό Τύπο»

    Η Ευτυχία στην Αγία Ειρήνη, στους Οσίους Γεώργιο και Θωμά του Κάβου Μαλιά [1]

    Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια κοπέλα, η Ευτυχία. Ζούσε με τους γονιούς και τον αδερφό της σε ένα χωριό κοντά στον Κάβο Μαλιά. Ήθελε να πάει εκεί. Είχε ακούσει από τη βάβω της για τον τόπο αυτό. Το ακρωτήρι ήταν ξακουστό ναυτικό πέρασμα αλλά και τόπος  όπου ασκήτευαν ερημίτες από τα παλαιά τα χρόνια. Επιθυμούσε να δει από κοντά τη μονή της Αγίας Ειρήνης της Καβομαλούσας, τη μονή του Οσίου[2] Γεωργίου, τον τόπο που ασκήτευε ο Όσιος Θωμάς, το ξωκλήσι του και την πηγή με το αγίασμά του.    

    Μια μέρα η Ευτυχία είπε στη μάνα της: «Θέλω να πάω στον Κάβο - Μαλιά. Θα πω τον Κωνσταντή μας να με πάει. Μόνο με τη συνοδεία του αδερφού μου θα με αφήσει ο πατέρας». Η μάνα της λέει: «Ο αδερφός σου δεν ευκαιρεί, έχει δουλειές.». Η Ευτυχία είπε: «Θα τον παρακαλέσω μάνα. Αν θέλει, θα με πάει…».

    Έτσι, η Ευτυχία βρήκε τον αδερφό της στην αυλή, να κόβει ξύλα για το τζάκι. Του είπε: «Κωνσταντή, θέλω μια χάρη». Αυτός ρώτησε: «Τι ζητάς, Ευτυχία;». Εκείνη αποκρίθηκε: «Θέλω να με πας στο ακρωτήρι του Κάβου Μαλιά». Ο Κωνσταντής σάστισε. Δεν περίμενε τέτοια απόκριση. Συλλογίστηκε και είπε: «Τι γυρεύεις εκεί, αδερφή;» Η Ευτυχία του λέει: «Η βάβω μας, μου ιστορούσε για τον Κάβο και τους Αγίους του. Ήξερε πράματα θαυμαστά. Από παιδί ονειρευόμουν να βρεθώ σε αυτό το μέρος».

    Ο Κωνσταντής της λέει: «Θέλεις να ζήσεις το παιδικό σου όνειρο; Αν είναι έτσι, θα σου κάμω το χατίρι. Αύριο θα κινήσουμε για τον Κάβο Μαλιά». Η Ευτυχία αγκάλιασε τον αδερφό της. Του είχε μεγάλη αγάπη, γιατί δεν την κακοκάρδιζε. Μα και εκείνη τον περιποιόταν πάντοτε με όλη της την καρδιά.

    Το άλλο πρωί τα δύο αδέρφια ξεκίνησαν με τα μουλάρια τους για τον Κάβο Μαλιά. Ο Κωνσταντής ήξερε τα κακοτράχαλα βράχια του ακρωτηρίου. Σαν προχώρησαν, είπε στην Ευτυχία: «Να ξέρεις, αδερφή, ότι ο Κάβος είναι τόπος δύσβατος. Θα πάμε κάμποσο δρόμο με τα μουλάρια και μετά έχει όλο περπάτημα σε γκρεμούς και κατσάβραχα. Μην παραπονεθείς στο δρόμο, γιατί σε γυρίζω πίσω. Μην ξεχνάς ότι εσύ ζήτησες να πάμε εκεί». Η Ευτυχία είπε: «Θα κάμω ό,τι με ορμηνέψεις».

    Ο Κωνσταντής τη ρώτησε: «Αλήθεια, τι σου ιστορούσε η βάβω για τους Αγίους του Κάβου; Από μικρός έτρεχα στις δουλειές εκτός σπιτιού και σπάνια μου διηγιόταν ιστορίες. Ενώ εσύ καθόσουν σπίτι στο νοικοκυριό κι όλο κάτι σου έλεγε».

    Η Ευτυχία του είπε: «Τα θυμάμαι, έτσι όπως τα διηγήθηκε η βάβω. Πρώτα θα σου πω για την Αγία Ειρήνη, μετά για τον Όσιο Γεώργιο και τέλος για τον Όσιο Θωμά. Άκου, καλέ μου:

    Τα παλιά τα χρόνια έφευγε ένα καράβι από τον Πειραιά, για να πάει προς τη Μάνη. Τότε πλησίασε τον καπετάνιο και τους ναύτες μια νέα τυφλή κοπέλα. Τους παρακάλεσε να την πάρουν μαζί τους, όπου πάνε.

    Στην αρχή ο καπετάνιος αρνήθηκε. Ύστερα, με τα παρακάλια της κοπέλας, δέχτηκε. Την πήραν μαζί και όταν φτάσανε στα ακρογιάλια του Κάβο Μαλιά[3], τη βγάλανε εκεί... Δώσανε στην κοπέλα ψωμί, ελιές, νερό, και της ευχηθήκανε «καλή τύχη». Την αφήσανε κοντά σε μια σπηλιά...

    Όταν τα τρόφιμα και το νερό της κοπέλας σωθήκανε, η τυφλή βρήκε νερό στη σπηλιά. Ήπιε και πλύθηκε. Τότε άρχισε να βλέπει... Είδε πάνω σε ένα βράχο, ψηλά στο βουνό, να κάθεται μια όμορφη κόρη που έλαμπε. Τη χαιρέτισε και της φώναξε:

    ‘‘Ποια είσαι σύ; Έλα κοντά μου, γιατί φοβάμαι μοναχή μου’’. Τότε η κόρη της λέει: ‘‘Είμαι η Αγία Ειρήνη. Σε έκαμα καλά. Εδώ είναι το σπίτι μου. Μη φοβάσαι, θα σε βοηθάω πάντα!’’. Μετά η Αγία εξαφανίστηκε. Η κοπέλα έτρεξε ψηλά, για να βρει το μοναστήρι της Αγίας, μα τίποτα. Σκέφτηκε ότι εκεί κοντά θα υπήρχε κάποια εικόνα της.

    Κανείς δεν ξέρει πως, αλλά η κοπέλα του Κάβου γνωρίστηκε και παντρεύτηκε έναν άρχοντα. Του είπε: ‘‘Θέλω να πάμε στον Κάβο Μαλιά, εκεί που είδα την Αγία, για να βρούμε την εικόνα και να χτίσουμε το μοναστήρι Της’’. Ο άρχοντας πήρε εργάτες και πήγαν. Σκάψανε και μετά από μέρες βρήκανε την εικόνα της Αγίας. Έτσι χτίσανε το μοναστηράκι Της που σώζεται μέχρι σήμερα».   

    Ο Κωνσταντής είπε: «Θαυμαστή ιστορία! Η βάβω μας ήξερε τις παραδόσεις του τόπου. Κι είχε μεγάλη πίστη… Τη θυμάμαι να προσεύχεται μπροστά στο εικονοστάσι με το αναμμένο καντήλι κάθε βράδυ». Η Ευτυχία είπε: «Έτσι έκαμε η βάβω… Μα δεν σου τελείωσα την ιστόρησή μου. Θα σου πω για τον Όσιο Γεώργιο[4]. Στο ακρωτήρι θα δούμε και το ερειπωμένο  μοναστήρι του». Ο Κωνσταντής είπε: «Σε ακούω, αδερφή!»

    Εκείνη άρχισε να διηγείται: «Ο Γεώργιος από μικρός αγάπησε τον Χριστό. Οι γονείς του θέλησαν να τον παντρέψουν, μα αυτός δεν ήθελε. Έγινε μοναχός και ζούσε ασκητικά. Πολλοί τον επισκέπτονταν και δεν τον άφηναν να προσευχηθεί. Πήγε στο βουνό Μαλεός για να ζήσει μακριά από τον κόσμο. Μα κι εκεί πήγαν μοναχοί. Ο μοναχός Γεώργιος τους καθοδηγούσε με προσευχή και άσκηση. Έγινε ξακουστός για την αρετή του σε άρχοντες και βασιλιάδες. Τον σέβονταν και  τον συμβουλεύονταν».

    Ο Κωνσταντής είπε: «Θα ήθελα να δω τη μονή του Οσίου». Η Ευτυχία είπε: «Ας φτάσουμε κι όλα θα γίνουν. Άκου τώρα και για τον Όσιο Θωμά[5], που ήταν στρατιωτικός.

    Αυτός στη ζωή του  πικράθηκε  και  άφησε τον κόσμο. Ασκήτεψε στους βράχους του Κάβου Μαλιά σε δύο σπηλιές που μοιάζουν με αετοφωλιές. Η μια σπηλιά ήταν ψηλά στον βράχο κι άνθρωπος δεν έφτανε ως εκεί. Η άλλη ήταν πιο χαμηλά. Ο μοναχός Θωμάς[6] θαυματουργούσε[7]. Έβγαζε δαιμόνια από ανθρώπους, θεράπευε κουτσούς και τυφλούς[8]. Όταν ασκήτευε και προσευχόταν, φαινόταν σαν στύλος φωτιάς[9]. Με την προσευχή του έτρεξε νερό[10] από έναν βράχο όπου ακούμπησε την παλάμη του. Εκεί υπάρχει πηγή με αγίασμα μέχρι σήμερα».

    Ο Κωνσταντής είπε: «Πρώτη φορά ακούω ότι στον Κάβο Μαλιά έζησαν Άγιοι και Όσιοι. Χαίρομαι, Ευτυχία, που μου τα ιστόρησες. Κοντοζυγώνουμε στον ιερό κι άγριο αυτό τόπο. Ξεπέζεψε! Θα αφήσουμε σε ασφαλές μέρος τα ζωντανά και θα  συνεχίσουμε με τα πόδια».

    Έτσι κι έκαναν τα δύο αδέρφια. Περπάτησαν τα κακοτράχαλα μονοπάτια και τους βράχους του Κάβου. Φυσούσε πολύ. Προχωρούσαν με μεγάλη προσοχή. Κατάφεραν να φτάσουν στα μοναστήρια της αγίας Ειρήνης και του Οσίου Γεωργίου. Μα το ασκηταριό του Οσίου Θωμά ήταν πολύ ψηλά και δεν πήγαν ως εκεί. Έφτασαν μέχρι την πηγή με το αγίασμα πιο κάτω. Η  επιθυμία της Ευτυχίας πραγματοποιήθηκε. Μα κι ο Κωνσταντής ευχαριστήθηκε. Και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

    Δήμητρα Μπουμποπούλου   
     

    [1] Πηγή: διαδίκτυο: - velanidia-baladis.blogspot.com / Μύθοι & θρύλοι που συνδέονται με την περιοχή των Βατίκων και με το Ακρωτήρι Μαλέα μέσα από αφηγήσεις των κατοίκων από γενιά σε γενιά.                           
    [2] Πηγή: διαδίκτυο: dogma.gr - Στην αρχαία ελληνική το επίθετο «Όσιος» σημαίνει αυτός που είναι αφιερωμένος στον Θεό. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία εννοούμε εκείνους τους μοναχούς και τις μοναχές οι οποίοι ηθελημένα αρνήθηκαν κάθε κοσμική απόλαυση και αφοσιώθηκαν ψυχή και σώματι στον Θεό. // Αγωνιζόμενοι στον στίβο της άσκησης μπορεί να μην πέρασαν από το μαρτύριο του αίματος αλλά πέρασαν το μαρτύριο της συνειδήσεως και έτσι αγίασαν.
    [3] Πηγή: διαδίκτυο: mythicalpeloponnese.gr - Το ακρωτήρι του Μαλέα αποτελεί το δεύτερο νοτιότερο σημείο της ηπειρωτικής Ελλάδας μετά το Ταίναρο. Είναι γνωστό ως «το Άγιο όρος της Πελοποννήσου». / Ο Καβομαλιάς με όνομα που σημαίνει θόρυβος, βοή, βρίσκεται στην αγκαλιά τριών πελάγων, του Αιγαίου, του Ιόνιου και του Κρητικού. / Στα τέλη του 18ου αιώνα στο Ακρωτήριο του Μαλέα υπήρχε ερημοκλήσι προς τιμή των Ταξιαρχών, του οποίου ο ερημίτης σήμαινε την καμπάνα, κάθε φορά που έβλεπε να διέρχεται κοντά κάποιο ιστιοφόρο, προκειμένου να τον εφοδιάσει με τρόφιμα. / Το ακρωτήριο είναι απότομο, με ψηλούς γκρεμούς ύψους που φτάνουν τα 600 μέτρα. Στο νοτιότερο σημείο του Καβομαλιά επάνω από το γκρεμό βρίσκεται το μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου, χτισμένο τον 13ο-14ο αιώνα. […] Δέκα λεπτά πριν τη μονή συναντιόμαστε με το μοναστηράκι της Αγίας Ειρήνης της Καβομαλούσας που χτίστηκε τον 19ο αιώνα επάνω στα ερείπια παλαιότερου ναού. Στη γύρω περιοχή διακρίνονται μοναχικές σκήτες που σήμερα φιλοξενούν τους ψαράδες της περιοχής.  
    [4] Πηγή: διαδίκτυο: saint.gr - Η γιορτή του είναι στις 4 Απριλίου.
    [5] Πηγή: διαδίκτυο: agiosthomasenmaleo.weebly.com - Η Ανδρώα Κοινοβιακή Μονή του Οσίου Θωμά του εν τω Μαλεώ, θεμελιώθηκε την ημέρα της μνήμης του Οσίου, στις 7 Ιουλίου, του έτους 2000, από τον Σεβασμιότατο Μητροπολίτη Μονεμβασίας και Σπάρτης κ.κ. Ευστάθιο, κοντά στον τόπο που ασκήτεψε πριν από 10 αιώνες ο Όσιος στην περιοχή του ακρωτηρίου Μαλέα, στα Βάτικα Λακωνίας, στην Πελοπόννησο, γνωστή και ως "μικρό Άγιον Όρος".  / Η Μονή έχει ήδη επανδρωθεί αλλά έχει πολλές τεχνικές ελλείψεις.
    [6] Πηγή: διαδίκτυο: Ιερά μητρόπολη Μονεμβασιάς και Σπάρτης - Μετά από ενέργειες του  Μητροπολίτου Μονεμβασίας και Σπάρτης Ευσταθίου, στις 6 Ιουλίου 1990, έφτασε στο χωριό Βελανίδια Βοιών Λακωνίας, στον Κάβο Μαλιά, με συνοδεία κληρικών τμήμα από τα ιερά λείψανα του Οσίου Θωμά, που φυλάσσονται στον Άγιον Όρος.
    [7] Πηγή: διαδίκτυο: agiosthomasenmaleo.weebly.com - Τα θαύματα του αγίου γίνονταν με τη χάρη του Θεού. / Ο Όσιος Θωμάς, αξιώθηκε να οδηγηθεί με στύλο πυρός από τον Προφήτη Ηλία στο όρος Μαλεός. Στο αρχαίο συναξάρι της Κωνσταντινουπόλεως είναι γραμμένο ότι ο ίδιος ο Άγιος εφάνη ως στύλος πυρός με την επίσκεψη του προφήτη Ηλία, του οποίου μιμήθηκε τον τρόπο ζωής.
    [8] Πηγή: διαδίκτυο: agiosthomasenmaleo.weebly.com - Είναι γνωστά από αναφορές σε συναξάρια.
    [9] Πηγή: διαδίκτυο: agiosthomasenmaleo.weebly.com - Οι Κυθηριώτες έβλεπαν στήλη φωτιάς από τον ουρανό.
    [10] Πηγή: διαδίκτυο: agiosthomasenmaleo.weebly.com - Επέτρεψε ο Θεός το θαύμα και το νερό τρέχει μέχρι σήμερα.

    26 Σεπτεμβρίου, 2026

    ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ, Ο «ΔΙΑΛΟΓΟΣ»



    Ο όσιος πατήρ ημών Γρηγόριος γεννήθηκε στη Ρώμη περί το 540, σε οικογένεια συγκλητικών που συγκαταριθμούσε ήδη και άλλους πάπες. Μετά το πέρας λαμπρών σπουδών έγινε έπαρχος της Ρώμης. Καθώς όμως από νέος μελετούσε τα ιερά βιβλία και θεωρούσε ότι δεν ήταν προορισμένος για τέτοιο αξίωμα, μετά τον θάνατο του πατέρα του παραιτήθηκε και διαμοίρασε τα αμύθητα πλούτη του, αφιερώνοντας το μεγαλύτερο μέρος τους στην ίδρυση μοναστηριών: έξι στη Σικελία και ένα στη Ρώμη, το οποίο ίδρυσε μέσα στο ίδιο του το ανάκτορο, αφιερωμένο στον άγιο Απόστολο Ανδρέα, και στο οποίο εισήλθε ως απλός μοναχός. Ζώντας με πλήρη αυταπάρνηση, μπορούσε να απολαμβάνει με απόλυτη ελευθερία την αδιάλειπτη συνομιλία με τον Θεό και τη γλυκύτητα της θεωρίας, που ως συνήθως τις εμποδίζουν οι μέριμνες του κόσμου. Το μοναδικό του πολύτιμο αντικείμενο ήταν μια ασημένια γαβάθα που του χρησίμευε για να βάζει την τροφή του. Συναντώντας μίαν ημέρα έναν έμπορο που είχε χρεοκοπήσει και του ζητούσε ελεημοσύνη, ο Γρηγόριος τού δώρισε τη γαβάθα και έτσι απελευθερώθηκε παντελώς από τα υλικά αγαθά. Σε ανταπόδοση έλαβε από τον Θεό το χάρισμα να θαυματουργεί.

    Ωστόσο, δεν κατάφερε να απολαύσει για πολύ καιρό την ειρήνη της μονής. Όντως, μόλις ανήλθε στον θρόνο ο πάπας Πελάγιος Β΄ (579-590), του ανέθεσε να μεταβεί στην Κωνσταντινούπολη ως αποκρισάριος, για να στρέψει το ενδιαφέρον του αυτοκράτορα και του πατριάρχη στις υποθέσεις της Ιταλίας, η οποία βρισκόταν τότε υπό την πίεση των Λογγοβάρδων. Κατά τα έξι χρόνια της εκεί παραμονής του ωφέλησε τους ανθρώπους της αυλής με την απλότητα και τις αρετές του και με θεολογική δεινότητα αναίρεσε την κακοδοξία του πατριάρχη Ευτυχίου (552-565). Επιστρέφοντας στη Ρώμη με τίμια λείψανα, μετέβη στη μονή του, όπου μετά από λίγο εξελέγη ηγούμενος. Αγαπητός στους μοναχούς του, μοιραζόταν πατρικά τις δοκιμασίες τους και τους προμήθευε όλα τα εφόδια, υλικά και πνευματικά, ώστε να τους κρατά αμέριμνους· εξίσου όμως ήξερε να μεταχειρίζεται την αυστηρότητα για να διαφυλάττει τις μοναχικές παραδόσεις. Για τον λόγο αυτό, έδωσε εντολή να ρίξουν στον δρόμο τη σορό ενός μοναχού που πέθανε έχοντας κρυφά φυλαγμένα τρία χρυσά νομίσματα στο κελλί του. Δεν παρέλειψε ωστόσο τριάντα μέρες να τελεί μνημόσυνα για τη σωτηρία της ψυχής του και με αυτόν τον τρόπο ο μοναχός έλαβε συγχώρεση παρά Θεού. Η μονή του αγίου Γρηγορίου απέβη, χάρις σε αυτή την αυστηρότητα και την ακρίβεια του ήθους, αληθινό σχολείο αγιότητας και όλος ο λαός της Ρώμης θεωρούσε τον άγιο ηγούμενο προστάτη του.



    Μία ημέρα, περνούσε από μια αγορά όπου πουλούσαν για σκλάβους κάποιους όμορφους ξανθούς νέους· ο άγιος συγκινημένος ρώτησε από πού ήσαν αυτοί οι ενσώματοι άγγελοι. Μαθαίνοντας ότι ήσαν από την Αγγλία, χώρα που δεν είχε δεχθεί ακόμα το μήνυμα του Ευαγγελίου [1], αναλύθηκε σε δάκρυα και αποφάσισε πάραυτα να μεταβεί εκεί και να κηρύξει τον λόγο του Θεού. Μετά από πεζοπορία τριών ημερών προς βορρά, τους πρόφθασαν απεσταλμένοι του πάπα και τους ανακοίνωσαν ότι ο λαός είχε ξεσηκωθεί και απαιτούσε να επιστρέψει πίσω ο άγιος ηγούμενος.

    Τα επόμενα χρόνια υπηρέτησε ως γραμματέας του πάπα Πελάγιου και, όταν αυτός εκοιμήθη –θύμα επιδημίας πανώλης (590)–, κλήρος, Σύγκλητος και λαός ομόφωνα έπεισαν τον Γρηγόριο να τον διαδεχθεί παρά τις ενστάσεις του και παρά την έκκληση που απηύθυνε στον αυτοκράτορα Μαυρίκιο (539-602) στην Κωνσταντινούπολη. Καθώς η πανώλη εξαπλωνόταν, παρότρυνε τον λαό να μετανοήσει και να αναγνωρίσει ότι η τιμωρία αυτή είχε σταλεί από τον Ουρανό για τις αμαρτίες του. Οργάνωσε κατόπιν μεγάλη λιτανεία στην οποία έλαβαν μέρος, στο πλευρό του χειμαζόμενου λαού, όλοι οι μοναχοί και οι μοναχές, έχοντας επικεφαλής της πομπής μια εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου. Αφηγούνται ότι απ’ όπου περνούσε η εικόνα, ο μολυσμένος αέρας καθάριζε και ότι ο Αρχάγγελος Μιχαήλ, ο οποίος εμφανίσθηκε με ξίφος ανά χείρας πάνω από το κάστρο, το ονομαζόμενο σήμερα «Καστέλ Σαντ’ Άντζελο», έβαλε τότε το ξίφος στο θηκάρι.

    Αφού κόπασε ο λοιμός, ο Γρηγόριος προσπάθησε να αναχωρήσει για να αποφύγει τις τιμές με τις οποίες ήθελαν να τον περιβάλουν και κρύφτηκε σε σπήλαιο. Φωτεινή νεφέλη όμως τον φανέρωσε και, αφού διά της βίας τον έφεραν στη Ρώμη, ενθρονίσθηκε πάπας στις 3 Σεπτεμβρίου του 590.



    Στις συγχαρητήριες ευχές που του απηύθυναν απαντούσε κλαίγοντας: «Επιφορτισμένος καθήκοντα επισκόπου, ιδού ευρέθην δεμένος ξανά με τον κόσμο πιο στενά, υποφέροντας περισσότερο από όσο ήμουν λαϊκός. Έχασα τη βαθιά χαρά της ησυχίας. Εξωτερικά τούτη η ενθρόνιση φαίνεται να είναι εξύψωση, αλλά εσωτερικά συνιστά πτώση. Όταν τελειώνω το καθημερινό μου έργο, προσπαθώ να αυτοσυγκεντρωθώ αλλά δεν δύναμαι διότι με κυκλώνουν μάταια και ταραχώδη βάσανα». Η Εκκλησία όμως βρισκόταν σε αξιοθρήνητη κατάσταση, υποφέροντας από αιρέσεις, σχίσματα, καταδυνάστευση από τους βαρβάρους και φαυλότητα των δήθεν χριστιανών ηγεμόνων. Στη Ρώμη ξέσπασε σιτοδεία και ο Γρηγόριος διοργάνωσε διανομή τροφίμων και βοηθείας προς τους ενδεείς. Καθημερινά δεχόταν στο τραπέζι του δώδεκα πένητες, τους έπλενε τα χέρια και θεωρούσε τον εαυτό του προσωπικά υπεύθυνο για όλους όσοι πέθαιναν από ασιτία. Μία ημέρα παρουσιάστηκε ένας δέκατος τρίτος σε αυτή την τράπεζα της αγάπης και σε ερώτηση του πάπα αποκάλυψε ότι ήταν άγγελος Κυρίου επιφορτισμένος να τον συνδράμει έως ότου περατώσει το λειτούργημά του.

    Ο Γρηγόριος οργάνωσε τη ζωή στο παπικό μέγαρο κατά τα μοναστηριακά πρότυπα. Φρόντιζε ιδιαίτερα για τις Ακολουθίες και για το Τυπικό της λατρείας, ενεθάρρυνε την προσκύνηση των ιερών λειψάνων, οργάνωσε τακτικές λιτανείες [2], καθόρισε τις προσευχές και τα αναγνώσματα που έπρεπε να εκφωνούνται κατά τη διάρκεια του λειτουργικού έτους και μεταρρύθμισε την εκκλησιαστική ψαλμωδία [3]. Σε όλες τις εκκλησίες που εξαρτιόνταν από τη Ρώμη επέβλεπε την κανονικότητα της εκλογής των επισκόπων, περιόρισε τη σιμωνία και απαγόρευσε στους επισκόπους να διαμένουν έξω από την επισκοπή τους, που ήταν το πνευματικό κέντρο του αγώνα τους. Συγκάλεσε τοπικές συνόδους με σκοπό να καταπολεμηθούν οι αιρέσεις και η έκλυση των ηθών και εμπόδισε την ανάμειξη των πολιτικών αρχών στα εκκλησιαστικά ζητήματα, καθώς και των επισκόπων στη διοίκηση των μονών. Η μέριμνά του απλωνόταν σε όλα, κήρυττε ο ίδιος στους ναούς της Ρώμης και, όταν παρεμποδιζόταν από συχνές ασθένειες, συνέτασσε το κήρυγμα που ένας άλλος κληρικός θα διάβαζε στη θέση του [4]. Επιπλέον όλων αυτών των ποιμαντικών φροντίδων, διατηρούσε εκτενή αλληλογραφία με πρόσωπα από ολόκληρο τον χριστιανικό κόσμο, ενώ εύρισκε και τον χρόνο να συγγράφει πνευματικές πραγματείες.

    Ο άγιος ιεράρχης ήταν περιβεβλημένος την ταπείνωση Εκείνου που είπε ότι «είναι πράος και ταπεινός στην καρδιά» (Ματθ. 11, 29). Αποκαλούσε τους ιερείς «αδελφούς» του και τους λαϊκούς «κυρίους» του. Σε όλες του τις επιστολές χρησιμοποιούσε ως μόνιμο τίτλο «δούλος των δούλων του Θεού» και θεωρούσε ειλικρινά τον εαυτό του ως τον μεγαλύτερο αμαρτωλό. Στον πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως άγιο Ιωάννη τον Νηστευτή [2 Σεπτ.], στον οποίο μια τοπική σύνοδος είχε απονείμει τον τίτλο του οικουμενικού πατριάρχη [5], ο άγιος Γρηγόριος προέβη σε ήπιες παρατηρήσεις, δίνοντάς του να καταλάβει ότι κανένας επίσκοπος δεν μπορεί να αποδώσει στον εαυτό του αποκλειστικά την αυθεντία που ανήκει στις Οικουμενικές Συνόδους και στην αγία Εκκλησία στο σύνολό της [6].


    Βυθισμένος, παρά τη θέλησή του, στις εκκλησιαστικές υποθέσεις σε μια περίοδο ταραγμένη εξαιτίας των βαρβαρικών επιδρομών, όφειλε να επεκτείνει την ποιμαντική του μέριμνα σε όλους τους τομείς του δημοσίου βίου, θέτοντας τα διοικητικά του χαρίσματα στην υπηρεσία της δικαιοσύνης και του ευαγγελικού πνεύματος. Ενήργησε ως διπλωμάτης, όταν οι Λογγοβάρδοι, φθάνοντας κάποτε στις πύλες της Ρώμης, απειλούσαν να λεηλατήσουν την πόλη και κατόρθωσε, όχι μόνο να τους σταματήσει και να εξασφαλίσει μια σωτήρια εκεχειρία, αλλά χάρις στην υποστήριξη της βασίλισσάς τους, Θεοδελίνδης, που ήταν ορθόδοξη, μπόρεσε να εργαστεί αποτελεσματικά για τη μεταστροφή τους στην αληθινή Πίστη.

    Έβαλε τάξη στα εσωτερικά της Ιταλίας που ήταν σε αναταραχή, και έφθασε να γίνει μέχρι και χρηματιστής, χρησιμοποιώντας τους πόρους της Εκκλησίας για την εξαγορά αιχμαλώτων και για μεγάλες ελεημοσύνες επ’ όφελος των προσκυνημάτων στους Αγίους Τόπους και των μοναστηριών ολόκληρου του χριστιανικού κόσμου. Πεπεισμένος ότι η Εκκλησία δεν μπορεί να επιβιώσει και να πορευθεί σ’ αυτόν τον κόσμο παρά μόνον εάν την στηρίζουν οι προσευχές των μοναχών, ο άγιος πάπας υποστήριζε ότι μπορούσε διά της Χάριτος του Θεού να συμβάλλει στην ανάπτυξη των μονών και στην προσήλωσή τους στις παραδόσεις των αγίων Πατέρων και, ιδιαιτέρως, του αγίου Βενεδίκτου της Νουρσίας [14 Μαρτ.], του οποίου υπήρξε ο βιογράφος και εκείνος που διέδωσε τον «Κανόνα» (το Τυπικό) του σε ολόκληρη τη Δύση.

    Διακρίνοντας με διαύγεια και ρεαλισμό τα σημεία των καιρών, ενώ διατήρησε καλές σχέσεις με την Κωνσταντινούπολη και τον φίλο του αυτοκράτορα Μαυρίκιο, ο άγιος Γρηγόριος μερίμνησε ιδιαίτερα για τη μεταστροφή και την ηθική αγωγή των βαρβαρικών εθνών που είχαν εισβάλει σε ολόκληρη σχεδόν τη Δυτική Ευρώπη. Διατηρώντας ζωντανή την ανάμνηση εκείνων των αγγλοσαξόνων σκλάβων που είχε κάποτε αντικρίσει σε μια αγορά της Ρώμης, μόλις στάθηκε δυνατόν (596), έστειλε στην Αγγλία ιεραποστολή από σαράντα μοναχούς με επικεφαλής τον άγιο Αυγουστίνο [26 Μαΐου], ηγούμενο της μονής του Αγίου Ανδρέα, προσφέροντας όλη του την υποστήριξη στους νέους αυτούς αποστόλους. Όταν έμαθε τις πρώτες επιτυχίες της αποστολής τους, έγραψε ενθουσιασμένος σε ολόκληρη την Αυτοκρατορία αναγγέλλοντας τον εκχριστιανισμό ενός ακόμη λαού.

    Η εκτενής σωζόμενη αλληλογραφία του μαρτυρεί εύγλωττα τη μέριμνα του καλού αυτού ποιμένα, όχι μόνο απέναντι στα μεγάλα ζητήματα της Εκκλησίας, αλλά και απέναντι στο ελαχιστότερο μέλος του πνευματικού του ποιμνίου. Ο αρρώστιες και οι αναρίθμητες έγνοιες του αξιώματος δεν τον εμπόδισαν άλλωστε να συνεχίσει το συγγραφικό του έργο. Κατά την περίοδο που ήταν πάπας ολοκλήρωσε τη σύνταξη των «Ἠθικῶν πρὸς τὸν Ἰώβ» [7], εκτενές υπόμνημα στο ιερό κείμενο, όπου αναπτύσσει αλληγορική και ηθική ερμηνεία, η οποία βρήκε γόνιμο έδαφος καθ’ όλο τον Μεσαίωνα στη Δύση. Έχοντας πολύ λεπτή αίσθηση των παραπλανήσεων της ανθρώπινης ψυχής, εκθέτει εκεί όλες τις όψεις της χριστιανικής ζωής, από τις πλέον πρακτικές μέχρι τις υψηλότερες πνευματικές προοπτικές.



    Συνέθεσε ακόμη το έργο «Περὶ τῶν θαυμάτων τῶν ἐν Ἰταλίᾳ Πατέρων» [8], γνωστότερο με το όνομα «Διάλογοι», όπου αφηγείται με τη μορφή ερωταποκρίσεων και μαζί με τον διάκονό του Πέτρο, τα ασκητικά ανδραγαθήματα και τα θαύματα των αγίων Πατέρων που έζησαν επί εποχής του ως επί το πλείστον στα περίχωρα της Ρώμης. Γεγονότα που είχε αρχίσει να καταγράφει προς οικοδομή των μοναχών της μονής του Αγίου Ανδρέα και τα οποία του χρησιμεύουν για να αποδείξει ότι το ίδιο το Άγιο Πνεύμα ενεργεί στην εποχή του όπως και στον καιρό των Αποστόλων, επιτελώντας θαύματα, και ότι επομένως είναι κατορθωτό σε κάθε εποχή να φτάσουμε στην ένωση με τον Θεό. Κάθε αφήγηση καταλήγει σε ένα δογματικό ή ηθικό δίδαγμα, κυρίως στο Δ΄ Βιβλίο που είναι αφιερωμένο στην ανάνηψη και μετάνοια του ανθρώπου έπειτα από θείες επεμβάσεις, στην αθέατη ζωή των ψυχών μετά θάνατον και στη θαυμαστή ενέργεια των θερμών και αέναων προσευχών των πιστών μελών της Εκκλησίας υπέρ της ανακουφίσεώς τους. Η κρίση του Θεού μεταβάλλεται ανεξιχνίαστα και φιλάνθρωπα και ο ορίζοντας της ψυχής αυγάζεται από το γλυκό φέγγος της Σωτηρίας. Όλος ο «Ευεργετινός» είναι γεμάτος από τα αποσπάσματα των περιστατικών που μας παραδίδει πατρικά ο άγιος Γρηγόριος.

    Ο διάκονος Πέτρος, γραμματέας και έμπιστός του, ορκιζόταν ότι είχε δει συχνά το Άγιο Πνεύμα να παρουσιάζεται εν είδει λευκής περιστεράς και να υπαγορεύει στο αυτί του πάπα Γρηγορίου ουράνιες διδασκαλίες. Ο άγιος Γρηγόριος ομολογούσε εξάλλου ότι του συνέβη να ακούσει μέσα του το Άγιο Πνεύμα να του υπαγορεύει πρωτόγνωρες ερμηνείες χωρίων της Αγίας Γραφής, τις οποίες ποτέ δεν είχε σκεφτεί ο ίδιος.

    Ο άγιος Γρηγόριος εκπλήρωσε με αυτόν τον τρόπο επί δεκατέσσερα έτη την αποστολή του χωρίς να πάψει να παραπονείται για την απώλεια της ζωής της θεωρίας. Υπέφερε περισσότερο για την αταξία και την ηθική διαφθορά στην οποία είχε περιέλθει η Εκκλησία μετά τις βαρβαρικές επιδρομές, παρά για τις δικές του ασθένειες που τον κατέτρεχαν τόσο σκληρά, ώστε αναγκάστηκε επί δύο χρόνια να μείνει κλινήρης. Μόλις που κατόρθωνε μάλιστα να σηκωθεί όρθιος για να τελέσει τη θεία Λειτουργία στις μεγάλες εορτές. Δεν ζητούσε όμως από τον Θεό καμία άλλη παρηγορία παρά την αιώνια ανάπαυση, η οποία του παραχωρήθηκε στις 12 Μαρτίου 604. Εκδημώντας προς τα σκηνώματα των αγίων, άφησε κληρονομιά θεσμούς και διδασκαλίες, που προετοίμαζαν λαμπρό μέλλον για την Εκκλησία, εν μέσω μιας βάρβαρης Δύσης που με αργούς και ασταθείς ρυθμούς εκχριστιανιζόταν. Στη δυτική παράδοση τιμάται με την επωνυμία άγιος Γρηγόριος ο Μέγας και θεωρείται ως ένας από τους τέσσερις μεγάλους διδασκάλους της λατινικής Εκκλησίας, μαζί με τους αγίους Αυγουστίνο, Ιερώνυμο και Αμβρόσιο.

    Το όνομα του αγίου πάπα Γρηγορίου συνδέθηκε κατά μία άγραφη παράδοση με τη Λειτουργία των Προηγιασμένων που τελείται πανευλαβώς κατά τη διάρκεια της Σαρακοστής. Όσο και αν αυτό απέχει από την πραγματικότητα, δεν παύει ωστόσο να αποτελεί μια σεβάσμια παράδοση που στέκεται σαν αφορμή για όλους μας να γνωρίσουμε επιτέλους αυτόν τον άγιο, τον θεσπέσιο βίο του, τα έργα και τα λόγια του, τα οποία αποτελούν λαμπρά δωρήματα του Αγίου Πνεύματος στο στερέωμα των Αγίων της Εκκλησίας μας αλλά και για όλες τις καρδιές που διψούν ειλικρινά να γνωρίσουν τους Αγίους του Θεού. Ο άγιος Γρηγόριος ο «Διάλογος» είναι το κρυφό κόσμημα της Σαρακοστής μας αλλά και μια πάντερπνη αναφορά σε σχέση με τη Λειτουργία της Προηγιασμένης. Αιώνες τώρα, το όνομα του αγίου Γρηγορίου μοιάζει σαν ανεξίτηλη και ευωδιαστή σφραγίδα επάνω στο ιερό κορμό του ψυχότροφου κειμένου της.



    —ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ—
    [1] Οι κάτοικοι της Βρετανίας είχαν μερικώς εκχριστιανισθεί από την εποχή των Αποστόλων, αλλά μετά την εισβολή των Σαξόνων είχαν περιέλθει εκ νέου στην ειδωλολατρία.
    [2] Σε ολόκληρη τη λατινική Εκκλησία συνέχισαν να τελούνται την 25η Απριλίου με την ονομασία «Rogationes» («Λιτανείες των Ικεσιών»).
    [3] Το επονομαζόμενο «γρηγοριανό» μέλος είναι στην πραγματικότητα το αποτέλεσμα συγχώνευσης της ρωμανικής λειτουργικής παράδοσης, που φθάνει ως τον άγιο Γρηγόριο και εισήχθη στη Γαλατία κατά τον 8ο με 9ο αιώνα από τον Πεπίνο τον Βραχύ και τον Καρλομάγνο, με το γαλικανικό ρεπερτόριο.
    [4] Κατ’ αυτό τον τρόπο μεγάλος αριθμός των κηρυγμάτων του σώζεται ως τις μέρες μας.
    [5] Ο τίτλος αυτός παρέμεινε δηλωτικός του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, αλλά δεν προϋποθέτει οικουμενική δικαιοδοσία, όπως ισχυρίζονται για λογαριασμό τους οι επίσκοποι της Ρώμης.
    [6] Ο άγιος πάπας ανέτρεπε έτσι εκ προοιμίου τους ισχυρισμούς των διαδόχων του όσον αφορά την οικουμενική δικαιοδοσία της Εκκλησίας.
    [7] SC 32, 212, 221.
    [8] SC 251, 260, 265. Ελλ. μτφρ.: «Βίοι Ἀγνώστων Ἀσκητῶν [Διάλογοι ἤτοι Βίοι καὶ θαύματα τῶν ἐν Ἰταλίᾳ ὁσίων καὶ περὶ ἐξόδου ψυχῶν καὶ αἰωνιότητος βιβλία τέσσερα]», Αδελφότης Ιερομ. Ιωάννου, «Κοίμησις της Θεοτόκου», Αγία Άννα, Άγιον Όρος 1988.



    —ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
    Ἦχος γ΄. Θείας πίστεως.
    Στόμα γρήγορον, καταπλουτήσας, νομεὺς ἄριστος τοῦ θείου λόγου, ἀνεδείχθης Ἱεράρχα Γρηγόριε· τῶν ἀρετῶν γὰρ ἐκφάντωρ γενόμενος, δικαιοσύνης ἐκφαίνεις τὴν ἔλλαμψιν· Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

    —ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
    Ἦχος πλ. δ΄. Τῇ ὑπερμάχῳ.
    Τῆς Ἐκκλησίας τὴν κιθάραν τὴν θεόπνευστον
    Καὶ τῆς σοφίας γλῶσσαν ὄντως τὴν θεόληπτον
    Τὸν Διάλογον ὑμνήσωμεν ἐπαξίως·
    Ἀποστόλων γὰρ τὸν ζῆλον μιμησάμενος
    Ἠκολούθησε σαφῶς αὐτῶν τοῖς ἴχνεσι·
    Τούτῳ λέγοντες, χαίροις Πάτερ Γρηγόριε.

    —ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
    Νᾶμα θεηγόρε ζωοποιόν, ἐκ πηγῶν ἀΰλων, ἀρυσάμενος μυστικῶς, βλύζεις ἐκ χειλέων, ὡς ὕδωρ ἀφθαρσίας, τοῦ Πνεύματος τὴν χάριν, Πάτερ Γρηγόριε.



    [ Ιερομονάχου
    Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου:
    «Νέος Συναξαριστής
    της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
    Τόμος 7ος (Μάρτιος),
    σελ. 118–124·
    Διασκευή εκ του Γαλλικού:
    Σωτήρης Γουνελάς.
    Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
    Αθήνα, Φεβρουάριος 20172.
    Επιμέλεια ανάρτησης:
    π. Δαμιανός. ]

    Επιτρέπεται
    η αναδημοσίευση των αναρτήσεων
    από το «Ειλητάριον»,
    αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
    ως πηγή προέλευσης.
    https://toeilhtarion.blogspot.com/2020/03/blog-post_12.html