31 Αυγούστου, 2026

Η ΣΠΛΑΧΝΙΚΗ ΠΟΡΝΗ

 


     Ανάμεσα στ’ άλλα, που μας διηγήθηκε ένας αββάς, ο αββάς Θεωνάς, ήταν και τούτο που συνέβη στα χρόνια του πατριάρχου Αλεξανδρείας Παύλου (537-542). Εκεί, λοιπόν, στην Αλεξάνδρεια, όταν ένα ζευγάρι πολύ πλούσιων αναπαύτηκε ξαφνικά, έμεινε ορφανή μια μικρή κόρη τους, αβάπτιστη ακόμη. Μια μέρα, εκεί που περιποιότανε τον κήπο της, βλέπει έναν άντρα που ετοίμαζε κι έδενε το σκοινί, για να κρεμαστεί. Πανικοβλήθηκε η κόρη, τρέχει κοντά του και τον ρωτάει:
     –Τι κάνεις εδώ, άνθρωπέ μου;
     –Άφησέ με, κόρη μου, της απαντά εκείνος, γιατί μ’ έχει γονατίσει πραγματικά η μεγάλη θλίψη.
     –Πες μου όλη την αλήθεια, του λέει εκείνη, και φαντάζομαι πως μπορώ σε κάτι να σε βοηθήσω.

     Καταστενοχωρημένος εκείνος, της λέει:
     –Δυστυχώς, κόρη μου, χρωστώ πολλά χρήματα και οι δανειστές μου με πνίγουν για να τους τα δώσω τώρα· γι’ αυτό κι εγώ αποφάσισα να πεθάνω το γρηγορότερο, για να μη ζω τέτοια δυστυχισμένη ζωή…
     Εκείνη στοργικά τού λέει:
     –Σε παρακαλώ, πάρε ό,τι έχω και δώσε πίσω αυτά που χρωστάς· μα, μην κάνεις κανένα κακό στον εαυτό σου!
     Ανακουφισμένος, με την απρόσμενη πρόταση, πήρε εκείνος τα απαραίτητα χρήματα, ξεχρεώθηκε κι αισθάνθηκε πάλι τον εαυτό του ελεύθερο. Στενεμένη, όμως, η κόρη, που της έλειψαν εντελώς τα χρήματα και, πεντάρφανη καθώς ήταν, αναγκάστηκε να δοθεί στην πορνεία για να ζήσει. Τότε ακούστηκαν και μερικοί να λένε:
     –Ανεξερεύνητες οι βουλές του Κυρίου! Ποιος ξέρει, άραγε, για ποιους λόγους συγχωρεί ο Θεός σε κάποια ψυχή να πειράζεται και να ξεπέφτει τόσο πολύ!...

     Όμως, ύστερ’ από λίγο καιρό, η κόρη αρρώστησε. Άρχισε να συλλογίζεται σοβαρά την περιπέτεια του βίου και την αιώνια ψυχή της και την πλημμύρισε ξάφνου ένα κύμα ιερής κατανύξεως. Φώναξε, λοιπόν, τους γείτονες και τους παρακάλεσε:
     –Για τ’ όνομα του Κυρίου, λυπηθείτε την ψυχή μου! Παρακαλέστε τον πατριάρχη να με βαφτίσει και να με κάνει χριστιανή!
     Εκείνοι της γυρνούσαν την πλάτη κι έλεγαν με περιφρόνηση:
     –Και ποιος να καταδεχτεί να γίνει ανάδοχος, βαφτίζοντας μια πόρνη;


     Η θλιβερή αυτή κατάσταση τη γέμιζε πόνο και θλίψη. Κι ενώ ζούσε σ’ αυτή τη μαύρη ατμόσφαιρα, παρουσιάζεται άγγελος Κυρίου, με τη μορφή εκείνου του ανθρώπου, τον οποίο είχε γλυτώσει εκείνη κάποτε απ’ την αυτοκτονία, και της λέει:
     –Τι έχεις και είσαι τόσο στενοχωρημένη;
     Κι εκείνη του απαντά:
     –Επιθυμώ να βαφτιστώ και να γίνω χριστιανή, μα κανείς δεν βρέθηκε να μιλήσει στον πατριάρχη και να με βοηθήσει…
     –Μη στενοχωριέσαι καθόλου, της λέει εκείνος· εγώ θα φέρω μερικούς φίλους μου και θα σε μεταφέρουμε.
     Και πράγματι, ο άγγελος που είχε παρουσιαστεί εμπρός της, παίρνει άλλους δύο αγγέλους και, υποβαστάζοντάς την, την μεταφέρουν στην εκκλησία. Εκεί, μετασχηματίζονται και παίρνουν τη μορφή σπουδαίων ανθρώπων του τόπου, της τάξεως των αριστοκρατών. Φωνάζουν τους αρμόδιους κληρικούς, τους πρεσβυτέρους δηλαδή και διακόνους, και όσους ήταν ταγμένοι για το μυστήριο της Βαπτίσεως. Κι εκείνοι τους ρωτάνε:
     –Η αγάπη σας, μπορείτε να εγγυηθείτε, γι’ αυτήν και για την πνευματική της κατάσταση;
     –Ναι, απαντούν με μια φωνή εκείνοι· εμείς γινόμαστε εγγυητές γι’ αυτήν.
     Πήραν, λοιπόν, οι κληρικοί την άρρωστη και τη βαφτίσανε. Μετά, την πήραν οι ανάδοχοί της, με την ηγεμονική παρουσία των προυχόντων της περιοχής, και την πήγαν πίσω στο σπίτι της, λευκοφορεμένη. Εκεί την άφησαν κι αμέσως έγιναν άφαντοι.

     Ωστόσο, οι γείτονες, που τους έφαγε η δολερή περιέργεια, πήγαν και τη ρωτούσανε, όταν έφυγαν εκείνοι οι επίσημοι:
     –Σε βλέπουμε λευκοφορεμένη. Ποιος, τελικά, έγινε ανάδοχός σου και σε βάφτισε;
     Κι εκείνη, απλά τους διηγήθηκε την ιστορία:
     –Ήρθαν μερικοί, με πήραν και με πήγαν στην εκκλησία· κι εκεί είπαν στους κληρικούς και με βαφτίσανε.
     –Μα ποιοι, τέλος πάντων, ήταν αυτοί; Τους ξέρεις; τη ρωτούσανε πιεστικά.


     Κι όταν εκείνη δεν έβρισκε τι να τους απαντήσει, εκείνοι πήγαν και ρώτησαν τον ίδιο τον πατριάρχη. Εκείνος, πάλι, κάλεσε τους κληρικούς, που ήταν υπεύθυνοι για το άγιο Βάπτισμα, και τους ρωτάει:
     –Τη δείνα κόρη, εσείς τη βαφτίσατε;
     –Ναι, απαντούν εκείνοι· γιατί ήρθαν και μας παρακάλεσαν ο δείνα και ο δείνα, γνωστοί από τους άρχοντες του τόπου μας, και τη βαφτίσαμε.
     Ο πατριάρχης έστειλε και κάλεσε τους άρχοντες εκείνους, και τους ρωτούσε αν όντως έγιναν ανάδοχοι στη Βάπτιση της τάδε κόρης, και αν εγγυήθηκαν εκείνοι γι’ αυτήν.
     Εκείνοι, ανίδεοι και απορημένοι, απάντησαν:
     –Εμείς δεν ξέρουμε τίποτε, κι ούτε θυμόμαστε νά ’χουμε κάνει ποτέ κάτι τέτοιο.

     Τότε ο πατριάρχης άρχισε να πληροφορείται μέσα του, πως το πράγμα ήταν ένα εξαίσιο θαύμα, που οφείλονταν στη θεία οικονομία. Έστειλε, λοιπόν, να φωνάξουν τη νεοφώτιστη κόρη και τη ρώτησε:
     –Πες μου, κόρη μου, τι καλό πράγμα έχεις κάνει στη ζωή σου;
     –Εγώ, -απαντά εκείνη, συμμαζεμένα- μια πόρνη και θεόφτωχη, σαν τι καλό θα μπορούσα να κάνω ποτέ στη ζωή μου;
     Ο πατριάρχης την ξαναρωτά επίμονα και σθεναρά:
     –Για σκέψου λίγο, κόρη μου· δεν θυμάσαι νά ’χεις κάνει κάποτε κάποιο καλό στη ζωή σου;
     Εκείνη απάντησε:
     –Όχι. Εκτός μονάχα τούτο, αν ενδιαφέρει: πως κάποτε είδα έναν άντρα, έτοιμο ν’ αυτοκτονήσει, γιατί τον έπνιγαν άγρια οι δανειστές του για τα χρέη τα μεγάλα, κι εγώ του έδωκα ό,τι είχα και δεν είχα, για να τον γλιτώσω και να τον ελευθερώσω από τα δεινά του.
     Και λέγοντας αυτά τα λόγια, η νεοφώτιστη κόρη έγειρε και αναπαύτηκε εν Κυρίω.
     Ο πατριάρχης, θαυμάζοντας, αναφώνησε:
     –Δίκαιος είσαι, Κύριε, και δίκαιες οι κρίσεις Σου!

[ Παντελή Β. Πάσχου:
«Γυναίκες της Ερήμου»
–Μικρό Γεροντικό Γ΄–
Σειρά:
«Ορθόδοξη Μαρτυρία»–αριθ. 53.
Κεφ. ΚΓ΄, σελ. 56–59.
Εκδόσεις «Ακρίτας»·
Αθήνα, Απρίλιος 19951.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός.
https://toeilhtarion.blogspot.com/2020/04/blog-post_9.html

30 Αυγούστου, 2026

«ΤΙ ΘΑ ΓΙΝΕΙ Μ’ ΕΜΑΣ, ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ;!»

Διήγηση φοβερή και ωφέλιμη


     Κάποιος αδελφός νικήθηκε από το πάθος της πορνείας κι έκαμνε την αμαρτία καθημερινά. Αλλά και καθημερινά επίσης ζητούσε έλεος από τον Κύριο με δάκρυα και προσευχές. Ενεργώντας λοιπόν έτσι, τον ξεγελούσε η κακή συνήθεια κι έκαμνε την αμαρτία. Έπειτα, πάλι μετά την αμαρτία, πήγαινε στην εκκλησία και βλέποντας την ιερή και σεβάσμια εικόνα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, έπεφτε μπροστά της με πικρά δάκρυα κι έλεγε:

     «Σπλαχνίσου με, Κύριε, και πάρε από πάνω μου αυτόν τον ύπουλο πειρασμό, γιατί με ταλαιπωρεί φοβερά και με τραυματίζει με τις πικρές ηδονές του. Δεν έχω πρόσωπο, Κύριε, ν’ αντικρύσω και να δω την αγία εικόνα Σου και την υπέρλαμπρη μορφή του προσώπου Σου, ώστε να γλυκαθεί και να ευφρανθεί η καρδιά μου!».

     Αυτά έλεγε· κι όταν έβγαινε από την εκκλησία, έπεφτε πάλι στον βούρκο. Όμως και πάλι, δεν απελπιζόταν για τη σωτηρία του. Αλλά από την αμαρτία ξαναγύριζε πίσω στην εκκλησία κι έλεγε παρόμοια λόγια προς τον φιλάνθρωπο Κύριο και Θεό: «Εσένα, Κύριε, βάζω εγγυητή ότι, από ’δώ και πέρα, δεν θα ξανακάνω αυτήν την αμαρτία! Μόνο, αγαθέ, συγχώρησέ μου όσες αμαρτίες Σού έκανα από την αρχή μέχρι τώρα!».

     Κι αφού έδινε αυτές τις φοβερές υποσχέσεις, πάλι γύριζε στη βαριά αμαρτία του. Κι έβλεπε κανείς, από την μία τη γλυκύτατη φιλανθρωπία και την άπειρη αγαθότητα του Θεού να ανέχεται καθημερινά και να υπομένει τη βαριά παράβαση και την αδιόρθωτη αχαριστία αυτού του αδελφού. Και, από την άλλη, να θέλει από την πολλή Του ευσπλαχνία, ο Θεός, τη μετάνοιά του και την οριστική επιστροφή του. Γιατί αυτό δεν γινόταν για ένα, δύο ή τρία χρόνια, αλλά για δέκα, ίσως και περισσότερα.


     Μια μέρα, λοιπόν, καθώς γίνονταν αυτά, αφού έκανε την αμαρτία ο αδελφός, πήγε τρέχοντας πάλι στην εκκλησία, θρηνώντας και στενάζοντας και κλαίγοντας και βιάζοντας την ευσπλαχνία του αγαθού Θεού, να τον λυπηθεί και να τον γλυτώσει από τον βούρκο της ασωτίας.

     Καθώς, λοιπόν, ο αδελφός παρακαλούσε τον φιλάνθρωπο Θεό, ο αρχέκακος διάβολος, η καταστροφή των ψυχών μας, είδε ότι τίποτε δεν κάνει, αλλά όσα αυτός έραβε με την αμαρτία, ο αδελφός τα ξήλωνε με τη μετάνοια. Με θράσος, λοιπόν, παρουσιάστηκε φανερά σ’ αυτόν τον αδελφό και, στρέφοντας το πρόσωπό του προς την σεβάσμια εικόνα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, κραύγαζε και έλεγε:

     «Τι θα γίνει μ’ εμάς τους δύο, Ιησού Χριστέ;! Η άπειρη συμπάθειά Σου με νικά και με ρίχνει κάτω, όσο δέχεσαι αυτόν τον πόρνο και τον άσωτο! Αυτόν που κάθε μέρα Σού λέει ψέματα και δεν λογαριάζει την εξουσία Σου. Γιατί, λοιπόν, δεν τον καις αλλά μακροθυμείς και τον ανέχεσαι; Εσύ, που πρόκειται να δικάσεις τους μοιχούς και τους πόρνους (πρβλ. Εβρ. 13, 4) και να εξολοθρεύσεις όλους τους αμαρτωλούς της γης (πρβλ. Ψαλμ. 144, 20). Τελικά, δεν είσαι Δίκαιος Κριτής! Αλλά όπου νομίσει η εξουσία Σου, κρίνεις άδικα και παραβλέπεις. Εμένα, για εκείνη τη μικρή παράβαση της υπερηφανείας μου, μ’ έριξες από τον ουρανό κάτω. Κι αυτός, εδώ πέρα, που είναι ψεύτης, πόρνος και άσωτος, επειδή έρχεται και προσπέφτει μπροστά Σου, του χαρίζεις ατάραχος την ευμένειά Σου. Γιατί, λοιπόν, Σε λένε Δίκαιο Κριτή;! Όπως βλέπω, κι Εσύ (όπως κι όλοι, τελικά!) χαρίζεσαι σε πρόσωπα από την πολλή Σου αγαθότητα, παραβλέποντας το δίκαιο!». Κι όλ’ αυτά, ο διάβολος τά ’λεγε από την πολλή πίκρα και κακία του, βγάζοντας φλόγες και καπνό απ’ τα ρουθούνια του.

     Αφού τα είπε αυτά ο διάβολος, σώπασε· κι αμέσως ακούστηκε μια φωνή, σαν να ’ρχότανε μέσ’ από το άγιο Βήμα, και να λέει: «Παμπόνηρε και ολέθριε δράκοντα! Δεν χόρτασε η κακία σου, που κατάπιες όλο τον κόσμο;! Αλλά κι αυτόν ακόμη που κατέφυγε στο άπειρο έλεος της ευσπλαχνίας Μου, πασχίζεις τώρα να τον αρπάξεις και να τον καταπιείς;! Μήπως έχεις να παρουσιάσεις αμαρτήματα τόσα, που να ζυγίζουν βαρύτερα από το πολύτιμο Αίμα που έχυσα Εγώ γι’ αυτόν πάνω στον Σταυρό;! Μάθε ότι η Σταύρωση και ο Θάνατός Μου ήδη συγχώρεσαν τις αμαρτίες του. Κι εσύ, βέβαια, όταν αυτός πηγαίνει προς την αμαρτία, δεν τον διώχνεις· απεναντίας , τον δέχεσαι με χαρά! Και δεν τον αποστρέφεσαι, ούτε τον εμποδίζεις· γιατί ελπίζεις να τον κερδίσεις με το μέρος σου. Εγώ, λοιπόν, που είμαι τέτοιος σπλαχνικός και φιλάνθρωπος Θεός, που έδωσα εντολή στον κορυφαίο Μου απόστολο, τον Πέτρο, να συγχωρεί μέχρι κι εβδομήντα φορές το επτά (Ματθ. 18, 22), –άπειρες φορές, δηλαδή–, αυτόν που αμαρτάνει καθημερινά, άραγε, δεν θα τον συγχωρήσω και δεν θα τον σπλαχνιστώ;! Ναι, σου λέω! Κι επειδή καταφεύγει συνέχεια σ’ Εμένα, δεν θα τον αποστραφώ ώσπου να τον πάρω δικό Μου. Γιατί για τους αμαρτωλούς σταυρώθηκα, Εγώ. Γι’ αυτούς, Εγώ, άπλωσα τα άχραντα χέρια Μου, έτσι ώστε όποιος θέλει πραγματικά να σωθεί, να καταφεύγει σ’ Εμένα και να σώζεται. Κανέναν δεν αποστρέφομαι, αλλά ούτε και διώχνω. Ακόμη και μύριες φορές την ημέρα ν’ αμαρτήσει κάποιος και μύριες φορές να ’ρθει σ’ Εμένα, δεν θα φύγει λυπημένος. Γιατί «δεν ήρθα Εγώ στη γη για να καλέσω σε μετάνοια τους ενάρετους και τους δίκαιους, αλλά τους αμαρτωλούς» (Ματθ. 9, 13).


     Μόλις ακούστηκαν αυτά τα λόγια, ο διάβολος έμεινε στη θέση του τρέμοντας, χωρίς να μπορεί να κουνηθεί και να φύγει. Κι ακούστηκε η φωνή του Δεσπότου Χριστού: «Άκουσε, απατεώνα! Σχετικά και μ’ αυτό που είπες, ότι δηλαδή δήθεν Εγώ είμαι άδικος. Εγώ, είμαι δίκαιος σε όλους. Και σ’ όποια κατάσταση βρω κάποιον, σύμφωνα μ’ αυτή τον κρίνω (πρβλ. Ιεζ. 33, 18–20). Δες, λοιπόν· αυτόν τον βρήκα τώρα σε μετάνοια και σ’ επιστροφή, πεσμένο μπροστά στα πόδια Μου και νικητή σου. Θα τον πάρω λοιπόν και θα σώσω τη ψυχή του, μόνο και μόνο επειδή δεν απελπίστηκε για τη σωτηρία του. Κι εσύ, βλέποντας αυτήν την τιμή που του κάνω, να σουβλιστείς από τον φθόνο σου και να καταντροπιαστείς!».

     Κι όπως ήταν ο αδελφός πεσμένος μπρούμυτα κάτω και θρηνούσε, παρέδωσε τη ψυχή του στον Χριστό· κι αμέσως, ήρθε οργή μεγάλη σαν φωτιά κι έπεσε πάνω στον σατανά και τον κατέκαιγε.

     Απ’ αυτό, λοιπόν, το φοβερό και φρικτό γεγονός ας μάθουμε, αδελφοί, για την άμετρη ευσπλαχνία και φιλανθρωπία του Θεού. Καθώς και το πόσο καλό και αγαθό Κύριο έχουμε. Και ποτέ να μην απελπιστούμε για τη σωτηρία μας ή να αμελήσουμε γι’ αυτήν.

ΑΓΙΟΣ ΑΜΦΙΛΟΧΙΟΣ
ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΙΚΟΝΙΟΥ
(339–394)

[ «Ευεργετινός»,
τόμ. Α΄, υπόθεση Α΄·
(Ι) Εκδόσεις
«Το Περιβόλι της Παναγίας»,
σελ. 31–34, Θεσ/νίκη 20011·
(ΙΙ) Έκδοσις Ματθαίου Λαγγή,
σελ. 34–40,
Αθήνα, Ιούλιος 19966.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]
https://toeilhtarion.blogspot.com/2020/04/blog-post_10.html