29 Μαΐου, 2026

ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ

 Πρεσβύτερος της Εκκλησίας της Αντιόχειας

     Ο άγιος Λουκιανός έζησε στα χρόνια του μεγάλου διωγμού του Διοκλητιανού (304-312). Καταγόταν από την Αντιόχεια ή κατ’ άλλους από τα Σαμόσατα. Όταν πέθαναν οι γονείς του, μοίρασε όλη του την περιουσία στους φτωχούς, άφησε τη γενέτειρά του και πήγε στην Έδεσσα της Οσροηνής, για να παρακολουθήσει την πνευματική διδασκαλία του Μακαρίου, ενός φημισμένου διδασκάλου. Εκεί έλαβε το άγιο Βάπτισμα και έζησε πολλά χρόνια με αυστηρή άσκηση. Μοναδική του συντροφιά ήταν η νηστεία, οι αγρυπνίες και τα δάκρυα. Ο διδάσκαλός του, του είχε μεταδώσει τόσο μεγάλο πόθο για τη μελέτη της Αγίας Γραφής, ώστε ο Λουκιανός περνούσε όλες του τις νύχτες σχεδόν χωρίς να κοιμάται· τόσο κοντά στην επουράνια και αιώνια πραγματικότητα τον έφερνε η ανάγνωση των Γραφών και η προσευχή. Η Εκκλησία της Αντιόχειας όμως, έχοντας επίγνωση του θεάρεστου βίου του, τον κάλεσε να επιστρέψει και τον χειροτόνησε πρεσβύτερο.

     Ο άγιος Λουκιανός ίδρυσε τότε στην Αντιόχεια την περίφημη «Σχολή των Ερμηνευτών», όπου οι μαθητές διδάσκονταν, υπό την φωτισμένη καθοδήγησή του, την ιστορική και φιλολογική ερμηνεία της Αγίας Γραφής [1]. Επειδή ήταν γνώστης και της εβραϊκής γλώσσας, μπορούσε να διορθώνει όσα χειρόγραφα κείμενα είχαν φθαρεί από τον χρόνο ή είχαν αλλοιωθεί από τις επεμβάσεις των αιρετικών [2]. Όταν ο αυτοκράτορας Μαξιμίνος Δάιας πληροφορήθηκε την επιρροή που ασκούσε ο Λουκιανός, διέταξε να τον συλλάβουν και να τον φέρουν στη Νικομήδεια.

     Φθάνοντας ο άγιος στην πόλη αυτή, άρχισε με μεγάλο ζήλο να ενθαρρύνει τους χριστιανούς, οι οποίοι λόγω των βασανιστηρίων εγκατέλειπαν την Πίστη και ασπάζονταν την ειδωλολατρία. Τους απέδειξε, με αναφορές στην Αγία Γραφή, ότι η αιώνια τιμωρία που επιφυλάσσεται στους αποστάτες είναι πολύ φρικτότερη από τα σύντομα βασανιστήρια των ειδωλολατρών. Τα λόγια του είχαν τέτοια δύναμη, ώστε όλοι μετανόησαν για τη δειλία τους και περίμεναν με ανυπομονησία να δώσουν τον αγώνα του μαρτυρίου. Αλλά και ο ίδιος ο άγιος ακτινοβολούσε τόσο πολύ, ώστε συχνά αρκούσε στους συνομιλητές του να δουν το πρόσωπό του, που έλαμπε από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, και να βεβαιωθούν για την αλήθεια των λόγων του. Από φόβο μήπως πέσει και ο ίδιος ο αυτοκράτορας θύμα αυτής της χάριτος, όταν κάλεσε τον άγιο να παρουσιασθεί ενώπιόν του, έβαλε ανάμεσά τους ένα παραπέτασμα. Μετά τη συζήτηση, επειδή κανένα επιχείρημά του δεν κατόρθωσε να κλονίσει τον άγιο Λουκιανό, ο Μαξιμίνος διέταξε να τον βασανίσουν και έπειτα να τον αφήσουν να πεθάνει στο κελλί του από την πείνα και τη δίψα [3].

     Καθώς πλησίασε η εορτή των Θεοφανείων, μεγάλος αριθμός μαθητών του αγίου Λουκιανού ήλθε από την Αντιόχεια και από άλλες πόλεις, για να τον δουν για τελευταία φορά και να πάρουν την ευλογία του. Όταν ήλθε η ημέρα της εορτής, οι μαθητές του κατάφεραν να φθάσουν στο κελλί του με τον άρτο και τον οίνο, που απαιτούνταν για την τέλεση των θείων και αχράντων Μυστηρίων. Τον παρακάλεσαν τότε να τελέσει γι’ αυτούς για μια ακόμη φορά τη λογική και αναίμακτη Θυσία. Και επειδή δεν υπήρχε θυσιαστήριο καθαγιασμένο σύμφωνα με την τάξη της Εκκλησίας, ο Λουκιανός τέλεσε τη θεία Λειτουργία επάνω στο ιερομαρτυρικό στέρνο του, το πλέον κατάλληλο θυσιαστήριο του Θεού, αφού κατ’ εικόνα Του πλάσθηκε ο άνθρωπος.

     Οι ημέρες περνούσαν και ο άγιος έμενε ακλόνητος μπροστά στην πείνα και τη δίψα. Για να κάνουν οι ειδωλολάτρες το μαρτύριό του ακόμη πιο δυσβάστακτο, έβαλαν μπροστά του ένα τραπέζι γεμάτο ειδωλόθυτα κρέατα και άλλα φαγητά. Ο άγιος τα περιφρόνησε τελείως· και κάθε φορά που τον παρακινούσαν να υποχωρήσει, αυτός απαντούσε: «Είμαι χριστιανός!». Αφού έδωσε τρεις φορές την ίδια απάντηση, παρέδωσε πράος και ήσυχος τη ψυχή του στον Κύριο (7 Ιανουαρίου 312) [4].

     Τότε ο αυτοκράτορας έδωσε εντολή να ρίξουν το σώμα του στη θάλασσα, αλλά ένα δελφίνι το πήρε στη ράχη του και το μετέφερε στην ακρογιαλιά, κοντά στο Δρέπανο της Βιθυνίας, γενέτειρας της αγίας και ισαποστόλου Ελένης [21 Μαΐου]. Μπόρεσαν έτσι οι πιστοί να το ενταφιάσουν και να γίνουν κοινωνοί της άφθονης χάριτός του. Εκεί ο Μέγας Κωνσταντίνος ίδρυσε αργότερα την Ελενούπολη, όπου κτίσθηκε μεγάλος και περικαλλής ναός προς τιμήν του αγίου Λουκιανού.

—ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ—

  [1]  Γι’ αυτό τον λόγο πολλοί τον θεωρούν ιδρυτή της ερμηνευτικής σχολής της Αντιόχειας, της οποίας σπουδαίοι εκπρόσωποι υπήρξαν ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, που αφιέρωσε θερμό εγκώμιο στον άγιο Λουκιανό (βλ. PG 50, 519-526), και ο Θεόδωρος Μοψουεστίας. Μαθητής του διετέλεσε και ο Άρειος, ο οποίος εκμεταλλεύτηκε τη φήμη του αγίου Λουκιανού για να στηρίξει τις αιρετικές του δοξασίες. Η μελέτη των ολίγων αποσπασμάτων από τα διασωθέντα έργα του αγίου Λουκιανού δεν οδηγεί στον ισχυρισμό ότι ο άγιος αρνούνταν τη θεία φύση του Υιού του Θεού. Μερικοί πατρολόγοι διατυπώνουν την άποψη ότι πρόκειται περί δύο διαφορετικών προσώπων, και η γνώμη αυτή φαίνεται να στηρίζεται στο εγκώμιο του αγίου Χρυσοστόμου, που μιλάει μόνο για το μαρτύριό του και όχι για το ερμηνευτικό του έργο.

  [2]  Τα έργα του αγίου Λουκιανού συνέβαλαν σημαντικά στον καθορισμό του κειμένου της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, που μεταφέρθηκε από την Αντιόχεια στην Κωνσταντινούπολη από τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, και από εκεί διαδόθηκε σε όλο τον χριστιανικό κόσμο.

  [3]  Βλ. Ευσεβίου Καισαρείας, Εκκλ. Ιστορ. Θ΄, 6, 3.

  [4]  Ο θάνατος του αγίου Λουκιανού θεωρείται ότι οριοθετεί το τέλος του μεγάλου διωγμού. Η μνήμη του, που εορταζόταν αρχικά αυτή την ημέρα, μετατέθηκε στις 15 Οκτωβρίου, λόγω της συμπτώσεως με τη Σύναξη του Τιμίου Προδρόμου, αλλά στη Δυτική Εκκλησία συνεχίζει να μνημονεύεται την 7η Ιανουαρίου.

—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—

Ἦχος γ΄. Θείας Πίστεως.

Θείῳ Πνεύματι, λελαμπρυσμένος, γνῶσιν ἔνθεον, ἐταμιεύσω, καὶ τῆς Πίστεως τὸν λόγον ἐτράνωσας· ὅθεν Μαρτύρων ἀλείπτης γενόμενος, Λουκιανὲ ἐν ἀθλήσει ἠρίστευσας. Μάρτυς ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—

Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.

ς ἑρμηνεὺς τῶν ζωηφόρων ῥημάτων, καὶ ἱερεὺς τῶν τοῦ Θεοῦ μυστηρίων, Λουκιανὲ θεόληπτε ἐνήθλησας στερρῶς· ὅθεν τὸ ἐσώτερον, καταπέτασμα Μάρτυς, χαίρων διελήλυθας, καὶ Χριστοῦ τῷ προσώπῳ, ἐνεφανίσθης πάντοτε ἡμῖν, τοῖς σὲ τιμῶσιν, αὐτὸν ἱλεούμενος.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—

ρτῳ διαθρέψας πνευματικῷ, πιστῶν τὰς καρδίας, ὡς τοῦ λόγου διανομεύς, λιμῷ καταισχύνεις, τὸν λιχνοβόρον ὄφιν, Λουκιανὲ ἀθλήσας, καθάπερ ἄσαρκος.


 Ιερομονάχου

Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου:

«Νέος Συναξαριστής

της Ορθοδόξου Εκκλησίας»,

Τόμος 2ος (Οκτώβριος),

σελ. 173–175.

Διασκευή εκ του Γαλλικού:

Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.

Εκδόσεις «Ίνδικτος».

Αθήναι, Οκτώβριος 20092.

https://toeilhtarion.blogspot.com/2020/10/blog-post_15.html

28 Μαΐου, 2026

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΑΙ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΛΟΥΚΑΣ

 

     Ο απόστολος Λουκάς καταγόταν από την πόλη της Αντιόχειας και, κατά πάσα πιθανότητα, ήταν γόνος οικογενείας εθνικών. Από νεαρή ηλικία αφιερώθηκε στην αναζήτηση της σοφίας, στη μελέτη των επιστημών και των τεχνών. Αυτή η δίψα του για γνώση τον έκανε να ταξιδεύσει ανά τον κόσμο και να διαπρέψει στην ιατρική επιστήμη και την τέχνη της ζωγραφικής. Εκτός από την ελληνική γλώσσα, την οποία χειριζόταν θαυμάσια, όπως μαρτυρεί το Ευαγγέλιό του, γνώριζε επίσης την εβραϊκή και την αραμαϊκή.

     Σύμφωνα με μια εκκλησιαστική παράδοση, συγκαταλεγόταν μεταξύ των Εβδομήκοντα Αποστόλων, τους οποίους απέστειλε ανά δύο ο Κύριος να κηρύξουν τον λόγο της σωτηρίας στις πόλεις και στα χωριά της Παλαιστίνης [1]. Κατά τη διάρκεια του ζωηφόρου θείου Πάθους, ο άγιος Λουκάς βρισκόταν στα Ιεροσόλυμα· και το πρωί του Πάσχα περπατούσε μαζί με τον Κλεόπα [30 Οκτ.] προς το χωριό Εμμαούς, θλιμμένος και εξουθενωμένος για την απώλεια του Διδασκάλου. Η θλίψη του όμως μετατράπηκε σε άφατη χαρά, όταν ο Χριστός, ο Οποίος τους παρουσιάσθηκε «κατά το κομμάτιασμα του άρτου», μαρτυρώντας έτσι την εκ νεκρών τριήμερη έγερσή Του (Λουκ. 24, 35). Εν συνεχεία, μετά την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος κατά την ημέρα της Πεντηκοστής, ο Λουκάς έμεινε για κάποιο διάστημα στα Ιεροσόλυμα μαζί με τους άλλους Αποστόλους και κατόπιν επέστρεψε στην Αντιόχεια, όπου βρισκόταν ήδη κάποιοι από τους μαθητές. Ορισμένοι όμως αναφέρουν ότι ο άγιος Απόστολος έμεινε στη Σεβάστεια της Σαμαρείας για λίγο, για να κηρύξει τον λόγο του Θεού, και εκεί απέκτησε το λείψανο της δεξιάς χειρός του Τιμίου Προδρόμου, το οποίο μετέφερε στην πατρίδα του ως πολύτιμο τρόπαιο. Επιστρέφοντας στην Αντιόχεια, πρέπει να συνάντησε τον Απόστολο Παύλο, κατά τη διάρκεια της δεύτερης αποστολικής περιοδείας του (περί το 50), και από εκεί να ξεκίνησε μαζί του, συνοδεύοντάς τον στην Ελλάδα, με σκοπό να κηρύξει το Ευαγγέλιο της σωτηρίας.

     Αλλά μια άλλη παράδοση [2] αναφέρει ότι ο Λουκάς δεν είχε γνωρίσει τον Κύριο κατά τη διάρκεια της επίγειας ζωής Του, και ότι συνάντησε τον απόστολο Παύλο στη Θήβα της Βοιωτίας –επί βασιλείας Κλαυδίου (περί το 42)–, όπου ο ίδιος φρόντιζε και περιέθαλπε τους ασθενείς. Οι πύρινοι λόγοι του Αποστόλου των εθνών τον έπεισαν για την αλήθεια, την οποία ματαίως αναζητούσε επί τόσα χρόνια στην ανθρώπινη σοφία. Αμέσως και χωρίς δισταγμούς, εγκατέλειψε τα υπάρχοντά του και την ιατρική του σώματος, για να γίνει μαζί με τον απόστολο Παύλο ιατρός των ψυχών.

     Συνόδευσε επίσης στις περιοδείες από την Τρωάδα έως τους Φιλίππους τον Απόστολο των εθνών, και τον εγκατέστησε εκεί για να εδραιώσει τη νεοσύστατη εκκλησιαστική κοινότητα. Ο Λουκάς έμεινε πολλά χρόνια στη Μακεδονία. Όταν ο Παύλος την ξαναεπισκέφθηκε κατά τη διάρκεια της τρίτης περιοδείας του (38), τον έστειλε στην Κόρινθο, για να παραλάβει τα χρήματα (τη αναφερόμενη ως «λογία») που είχαν συγκεντρώσει οι πιστοί υπέρ των πτωχών των Ιεροσολύμων. Εν συνεχεία, μετέβησαν μαζί στην Αγία Πόλη, ενισχύοντας τις Εκκλησίες που συναντούσαν στον δρόμο τους. Όταν ο απόστολος Παύλος συνελήφθη και μεταφέρθηκε στην Καισάρεια της Παλαιστίνης, ο Λουκάς δεν τον εγκατέλειψε, αλλά τον ακολούθησε μέχρι τη Ρώμη, όπου παρουσιάσθηκε ενώπιον του δικαστηρίου του Καίσαρα. Ως πιστός μαθητής, αντιμετώπισε μαζί του όλα τα δεινά και τις περιπέτειες του ταξιδιού, τις οποίες περιγράφει στο τέλος των «Πράξεων των Αποστόλων» (27-28).

     Στη Ρώμη, υπό την καθοδήγηση του αποστόλου Παύλου, ο Λουκάς συνέγραψε το Ευαγγέλιό του και τις «Πράξεις των Αποστόλων». Και τα δύο αυτά έργα του τα αφιέρωσε στον ηγεμόνα της Αχαΐας, στον «κράτιστο» Θεόφιλο, ο οποίος ασπάσθηκε τον χριστιανισμό [3]. Προσθέτοντας στο Ευαγγέλιό του λεπτομέρειες που δεν τις βρίσκουμε στα δύο πρώτα Ευαγγέλια, διηγείται τον Βίο του Σωτήρος Χριστού, υπογραμμίζοντας τη φιλευσπλαχνία και τη φιλανθρωπία Του προς το αμαρτωλό γένος των ανθρώπων, το οποίο ήλθε να βοηθήσει ως Ιατρός. Στις δε «Πράξεις», αφού αναφερθεί στα γεγονότα που συνόδευσαν την ίδρυση της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων, υπογραμμίζει ιδιαιτέρως το αποστολικό έργο του διδασκάλου του Παύλου, ο οποίος εργάσθηκε για τη διάδοση του ευαγγελικού λόγου περισσότερο από τους άλλους Αποστόλους.

     Ο απόστολος Παύλος έμεινε στη φυλακή δύο χρόνια. Όταν αποφυλακίσθηκε, ξανάρχισε αμέσως τις αποστολικές περιοδείες του, έχοντας μαζί του τον πιστό μαθητή του Λουκά. Λίγο αργότερα όμως, ο Νέρων εξαπέλυσε ανελέητο διωγμό κατά των χριστιανών της Ρώμης. Ριψοκινδυνεύοντας τότε ο Παύλος και την ίδια του τη ζωή, επέστρεψε στην πρωτεύουσα για να στηρίξει τους πιστούς. Εκεί συνελήφθη και κλείστηκε πάλι στη φυλακή, σε συνθήκες χειρότερες από τις προηγούμενες φορές. Ο Λουκάς παρέμεινε κοντά του πιστός, ενώ άλλοι τον εγκατέλειψαν (Β΄ Τιμ. 4, 11), και πιθανόν να παραβρέθηκε στο μαρτύριό του, χωρίς ωστόσο να μας αφήσει γραπτή μαρτυρία.

     Μετά τον ένδοξο θάνατο του Αποστόλου των εθνών, ο Λουκάς πήρε τον δρόμο της επιστροφής, κηρύττοντας το Ευαγγέλιο της σωτηρίας στην Ιταλία, τη Δαλματία, καθώς και στη Μακεδονία, από όπου πέρασε για να φθάσει στην Αχαΐα. Αναφέρεται ότι στα γεράματά του πήγε στην Αίγυπτο, για να ευαγγελισθεί τους εκεί ειδωλολάτρες, και υπέστη μεγάλες ταλαιπωρίες, και ότι έφθασε μέχρι τη μακρινή Θηβαΐδα, όπου χειροτόνησε τον άγιο Άβιλο δεύτερο επίσκοπο Αλεξανδρείας [4].

     Εν συνεχεία, επιστρέφοντας ο Λουκάς στην Ελλάδα, έγινε επίσκοπος των Θηβών της Βοιωτίας. Χειροτόνησε τότε πρεσβυτέρους και διακόνους, ανήγειρε ναούς και με την προσευχή του θεράπευσε τους ψυχικά και σωματικά ασθενείς. Εκεί, σε ηλικία ογδόντα τεσσάρων ετών, τον συνέλαβαν οι ειδωλολάτρες, τον έγδαραν ζωντανό, τον σταύρωσαν σε μια ελιά [5], και έτσι μαρτυρικά παρέδωσε τη ψυχή του στον Κύριο. Αργότερα επιτέλεσε πολυάριθμα θαύματα, χάρη σε ένα θαυματουργικό υγρό το οποίο ανέβλυζε από τον τάφο του και θεράπευε κάθε ασθένεια, ιδίως τις ασθένειες των οφθαλμών σε όποιον με πίστη χριόταν με αυτό.

     Μετά από πολλά χρόνια, στις 3 Μαρτίου του 357, ο αυτοκράτορας Κωνστάντιος, ο γιος του Μεγάλου Κωνσταντίνου, απέστειλε τον ηγεμόνα της Αιγύπτου άγιο Αρτέμιο [20 Οκτ.] στις Θήβες, για να προβεί στην ανακομιδή και μετακομιδή των τιμίων λειψάνων του αποστόλου Λουκά στον ναό των Αγίων Αποστόλων της Βασιλεύουσας· τα κατέθεσε τότε κάτω από την αγία Τράπεζα, μαζί μ’ εκείνα των αγίων Αποστόλων Ανδρέου και Τιμοθέου.

     Η παράδοση της Εκκλησίας αναφέρει επίσης ότι ο άγιος Λουκάς υπήρξε ο πρώτος αγιογράφος και ότι φιλοτέχνησε  εικόνα της Κυρίας Θεοτόκου, ενώ ακόμη ζούσε. Η Παναγία δέχθηκε με χαρά την εικόνα και είπε: «Ἡ χάρις τοῦ παρ’ ἐμοῦ Τεχθέντος, εἴη μετ’ αὐτῆς!» [6]. Εν συνεχεία, ο άγιος ιστόρησε και άλλες εικόνες της Παναγίας και των αγίων Αποστόλων και έτσι μετέδωσε στην Εκκλησία την ιερή και ευλαβή παράδοση της τιμής των εικόνων του Χριστού και των αγίων. Για τον λόγο αυτό τιμάται εξαιρέτως ως προστάτης των αγιογράφων.

—ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ—

  [1]  Ο Λουκάς είναι ο μόνος Ευαγγελιστής ο οποίος αναφέρει την από του Κυρίου αποστολή των Εβδομήντα μαθητών. Αυτή η μαρτυρία επιβεβαιώνει μάλλον την άποψη ότι συγκαταλεγόταν μεταξύ τους.

  [2]  Την οποία μνημονεύει το Συναξάριον της Κωνσταντινουπόλεως, ενώ την προηγούμενη αναφέρει ο άγιος Συμεών ο Μεταφραστής, στηριζόμενος στους αρχαίους συγγραφείς Ωριγένη, Κλήμη Αλεξανδρείας και Ευσέβιο Καισαρείας.

  [3]  Κατ’ άλλους, τις συνέγραψε στα Ιεροσόλυμα. Ο πρόλογος του κατά Λουκάν Ευαγγελίου φαίνεται να επιβεβαιώνει την άποψη ότι δεν υπήρξε ο ίδιος αυτόπτης μάρτυς του Βίου του Κυρίου, αφού γράφει: «όπως μας τα παρέδωσαν εκείνοι που από την αρχή ήταν αυτόπτες μάρτυρες και υπηρέτες του λόγου, αφού ερεύνησα όλα τα γεγονότα από την αρχή με ακρίβεια, θεώρησα κι εγώ καλό να σου τα γράψω με τη σειρά…» (Λουκ. 1, 2).

  [4]  Την παράδοση αυτή μνημονεύει μόνο ο άγιος Συμεών ο Μεταφραστής.

  [5]  Ο μαρτυρικός του θάνατος μνημονεύεται από τους πλέον πρώιμους χριστιανούς συγγραφείς (από το άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο κυρίως), μόνο όμως ο Νικηφόρος ο Κάλλιστος (14ος αι.) αναφέρει τον σταυρικό θάνατο. Κατ’ άλλους (Ηλίας ο Κρης, Νικηφόρος Γρηγοράς), ο άγιος Απόστολος ανεπαύθη εν ειρήνη.

  [6]  Η εικόνα αυτή της Θεοτόκου, η πασίγνωση «Οδηγήτρια» που κρατεί ευθυτενώς το Θείο Βρέφος, εστάλη από την Παλαιστίνη στην Κωνσταντινούπολη από την αυτοκράτειρα Ευδοκία, ως δώρο στην αδελφή του συζύγου της Πουλχερία, και αυτή την κατέθεσε στη Μονή των Οδηγών, της οποίας ήταν κτιτόρισσα (βλ. Θεοδώρου Αναγνώστου· «Εκκλησιαστική Ιστορία», εκδ. G.C.Hansen, Βερολίνο 1971, σελ. 100). Η εικόνα επιτέλεσε αναρίθμητα θαύματα, ιδίως κατά τη λιτάνευσή της επί των επάλξεων για την απώθηση των Αράβων που πολιορκούσαν τη Βασιλεύουσα (717). Καταστράφηκε από τους Τούρκους κατά τη φρικτή άλωση. Άλλες εικόνες που αγιογράφησε ο απόστολος Λουκάς, βρίσκονται η μία στη Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου στην Πελοπόννησο, μία άλλη στη Μονή Κύκκου στην Κύπρο, και η τρίτη στη Μονή Παναγίας Σουμελά του Πόντου. Και αλλού απαντώνται και άλλες εικόνες, οι οποίες μόνο κατά την παράδοση αποδίδονται στον άγιο Απόστολο και Ευαγγελιστή. Ο άγιος Ανδρέας ο Κρης μνημονεύει επίσης (PG 97, 1304) δύο εικόνες του αγίου Λουκά, μία του Χριστού και μία της Θεοτόκου, τις οποίες μπορούσε κανείς να προσκυνήσει στη Ρώμη και στα Ιεροσόλυμα.

—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—

Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.

κέστωρ σοφώτατος, ἱερομύστα Λουκᾶ, ζωγράφος πανάριστος, τῆς Θεοτόκου Μητρός, ἐδείχθης Ἀπόστολε· ἔγγραψας μάκαρ λόγους, διὰ Πνεύματος θείου, ἔδωκας ἐννοῆσαι, συγκατάβασιν ἄκραν, Χριστοῦ τῆς παρουσίας· διὸ πρέσβευε σωθῆναι ἡμᾶς.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—

Ἦχος δ΄. Ἐπεφάνης σήμερον.

Μαθητὴς γενόμενος τοῦ Θεοῦ Λόγου, σὺν τῷ Παύλῳ ἅπασαν, ἐφωταγώγησας τὴν γῆν, καὶ τὴν ἀχλὺν ἀπεδίωξας, τὸ θεῖον γράψας, Χριστοῦ Εὐαγγέλιον.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—

Μακαρίζομέν σου τὴν δεξιάν, Λουκᾶ θεηγόρε, δι’ ἧς ἔχομεν οἱ πιστοί, τὰς τοῦ Θεοῦ Λόγου, διττὰς ἁγίας πλάκας, καὶ τὴν σεπτὴν εἰκόνα τῆς Θεομήτορος.



 

[ Ιερομονάχου

Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου:

«Νέος Συναξαριστής

της Ορθοδόξου Εκκλησίας»,

Τόμος 2ος (Οκτώβριος),

σελ. 199–203.

Διασκευή εκ του Γαλλικού:

Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.

Εκδόσεις «Ίνδικτος».

Αθήναι, Οκτώβριος 20092.

https://toeilhtarion.blogspot.com/2020/10/blog-post_18.html