21 Μαΐου, 2024

Ομιλιες του Μητροπολίτου Πολυανής και Κιλκισίου Αποστόλου Μερος 21ο


 β. Η θεία Οικονομία και η σωτηρία των ανθρώπων

 Ο Επίσκοπος στα κείμενά του περιγράφει στους ακροατές του το μυστήριο της Θείας Οικονομίας με απλά λόγια, που έχουν βιβλικό περιεχόμενο, παραστατικές εικόνες γνωστές από την υμνογραφία και δομή που θυμίζει την ευχή της αναφοράς της θείας λειτουργίας: «πήρε τη δική μας ανθρώπινη φύση, 303 σήκωσε πάνω του τις αμαρτίες όλου του κόσμου, 304 κατέστησε τελείως αδύναμο τον σατανά305 και ανασήκωσε τον άνθρωπο από τα τάρταρα του Άδη306 στον θρόνο της χάριτος και της αγάπης του Θεού». 307 Σε άλλη περίπτωση αφηγείται το μυστήριο της θείας οικονομίας με αντιθέσεις, εικόνες που έχουν κίνηση, βιβλική και πατερική ορολογία, με στόχο πάντοτε να γίνει κατά το δυνατόν κατανοητό το μέγα μυστήριο της θείας οικονομίας: «όταν το πλάσμα του πάσχει, δεν αντέχει ο ίδιος να μένει στη μακαριότητά του, στο ύψος του ουρανού κι έρχεται κάτω στη γη. Παίρνει ανθρώπινο σώμα, ανεβαίνει στον σταυρό, θριαμβεύει πάνω στις αρχές και τις εξουσίες του σκότους του αιώνος τούτου.308 Κατεβαίνει μέχρι τα τρίσβαθα του Άδη, για να ανασηκώσει τον πεπτωκότα άνθρωπο και να τον αναστήσει σε ζωή αιώνια. Παίρνει μαζί του τη φθαρτή ανθρωπότητα και την ανεβάζει αναστημένη στο ύψος της ατελεύτητης ουράνιας αγάπης». 309 Σε άλλη συνάφεια ο ομιλητής επικεντρώνει την προσοχή του εκκλησιάσματος σε μία άλλη πτυχή της θείας Οικονομίας, τη συμφιλίωση των ανθρώπων με τον Θεό Πατέρα: «Ο Υιός και Λόγος του Θεού προσέλαβε την ανθρώπινη φύση με ένα βασικό σκοπό. Να συμφιλιώσει τον αποστάτη άνθρωπο με τον Θεό Πατέρα, Να ανασύρει από την καταναγκαστική φθορά και διαφθορά τον φθαρτό και θνητό άνθρωπο και να τον επανασυνδέσει με τη ζωή το Θεό με την πηγή της ζωής». 310 Στις ομιλίες συχνά επανέρχεται το σχήμα της σωτηριώδους θείας Οικονομίας με συνοπτικό, περιεκτικό και παραστατικό τρόπο, προκειμένου με διάφορα υφολογικά στοιχεία (εικόνες, κλίμακα εννοιών, κινητικές εικόνες, αντιθέσεις) να γίνει κατανοητό : «το απολυτρωτικό έργο του Χριστού ξεκινά με την ταπείνωση της ενανθρώπησεώς του και κορυφώνεται με την άκρα ταπείνωση του Σταυρού, που οδηγεί στον θρίαμβο της αναστάσεως. Ο Χριστός προσλαμβάνει τον άνθρωπο, τον ευλογεί, τον εξαγιάζει και τον εξυψώνει…τον απολυτρώνει από τις αμαρτίες».

γ. Η σωτηρία του ανθρώπου πράξη ελευθερίας του Θεού 

Εκτός από την αναφορά στις ενέργειες του Χριστού για τη σωτηρία των ανθρώπων, ο Επίσκοπος προχωρεί στα κίνητρα, στην ευδοκία και την αγάπη Του, που οδήγησαν στην εκούσια κένωση της Θεότητας : «ευδόκησε με τη θέλησή του να γίνει άνθρωπος και να μας χαρίσει τη δυνατότητα να γίνουμε μέτοχοι της ατελεύτητης παρουσίας του, που καταυγάζεται από το ανέσπερο φως της δόξας του». 312Για την αγάπη του Θεού στηριγμένος στη διδασκαλία της Καινής Διαθήκης εξηγεί στο εκκλησίασμα ότι ο Θεός: «…αγαπά και διαρκώς προσφέρεται θυσία για εμάς, ανεξάρτητα από τη δική μας στάση και από τη δική μας ανταπόκριση στη δική του υπερβολική γενναιοδωρία τον υπερβάλλοντα πλούτο της χάριτός του. Γι αυτό τον λόγο αυτή η αγάπη του Θεού σπάζει τα όρια της αμοιβαιότητας…». 313 Αυτός είναι και ο λόγος που τονίζει στους ακροατές του πως « ο Χριστός γίνεται ο Μεγας αρχιερευς ο οποίος ο ίδιος προσφέρεται για να λυθούν οι αμαρτίες των ανθρώπων…με τη θέληση του ο Χριστός γίνεται άνθρωπος και με τη θέλησή του θυσιάζεται επάνω στο σταυρό…μας σώζει το δικό του αίμα»314 . Η αγάπη του Θεού και η ελευθερία του για το σχέδιο της θείας Οικονομίας ανακεφαλαιώνονται με την επανάληψη της λέξης «αγάπη»: «Το χαρακτηριστικό του καινούργιου μεσσία είναι η δύναμη της ελευθερίας και της αγάπης. Από αγάπη προσλαμβάνει την ανθρώπινη φύση, από αγάπη υπόκειται στον θάνατο για να τον νικήσει»

-78-

20 Μαΐου, 2024

Ομιλιες του Μητροπολίτου Πολυανής και Κιλκισίου Αποστόλου Μερος 20ο

 
5. ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ 

α. Η ενανθρώπηση του Υιού και Λόγου και η σωτηρία των ανθρώπων 

Η ενανθρώπηση του Υιού και Λόγου του Θεού και η σημασία της για τη σωτηρία του ανθρώπινου γένους αναφέρεται συχνά στις ομιλίες που μελετήσαμε. Ο Επίσκοπος με ορολογία δανεισμένη από την ευχή της θείας Λειτουργίας, 287 τον Απ. Παύλο288 και την υμνολογία της Εκκλησίας 289 εξηγεί τη θεία συγκατάβαση: «από Θεός ανέκφραστος, ακατάληπτος και απερίγραπτος πήρε με τη θέλησή του μορφή δούλου, μορφή ανθρώπου, για να μας λυτρώσει από την αμαρτία και το θάνατο…πήρε εκείνος τη δική μας εικόνα ατρέπτως χωρίς δηλαδή να χάσει την θεότητά του». 290 Σε άλλη συνάφεια συνεχίζει με τρόπο εύληπτο να διδάσκει στο εκκλησίασμα της Κυριακάτικης θείας λειτουργίας τη Χριστολογία, το μυστήριο των δύο φύσεων του Χριστού, την πρόσληψη του ανθρώπινου από το θείο ασυγχύτως και αδιαιρέτως: «Στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού ενώθηκαν «ασυγχύτως και αδιαίρέτως» οι δύο φύσεις. Η θεία και η ανθρώπινη. Έτσι μας διδάσκει η Εκκλησία μας. Ο Θεάνθρωπος Ιησούς παραμένει διαρκώς ομοούσιος με τον Πατέρα και με το Πνεύμα το Άγιο. Συγχρόνως όμως και μέτοχος και κοινωνός της ανθρώπινης φύσης. Είναι, λοιπόν, ο Χριστός ο μόνος απόλυτα οικείος με τον Θεό πατέρα αλλά και απόλυτα οικείος με τον άνθρωπο». 291 Επίσης, με απλά λόγια εξηγεί τη θεμελιώδη πατερική θέση για τη σωτηρία του ανθρώπινου γένους, που απετέλεσε και την απάντηση στις χριστολογικές έριδες: «η ανθρώπινη φθαρτή και διεστραμμένη μας φύση βρίσκει τη σωτηρία της στο πρόσωπο του θεανθρώπου Ιησού. Η θεία φύση προσλαμβάνει ολάκερη την ανθρώπινη για να την θεραπεύσει, να την αναστήσει, να τη θεώσει». 292 Η ανθρώπινη φύση που προσέλαβε ο Υιός του Θεού θεώνεται, διότι συνθάπτεται κα συνανίσταται μαζί του. Η σωτηρία του ανθρώπου, λοιπόν, διδάσκει ο Επίσκοπος, εκτός από την ενανθρώπηση του Υιού και Λόγου του Θεού, προϋποθέτει τον θάνατό Του στον Σταυρό και την τριήμερη εκ του τάφου Ανάσταση: «Προσέλαβε ο Θεός την ανθρώπινη φύση, για να ανασύρει και να σώσει τον άνθρωπο που υποτάχθηκε στη φθορά και παντρεύτηκε τον θάνατο». 293 Σε άλλο σημείο με λέξεις που παραπέμπουν στην πατερική θεολογία για την κτιστή και άκτιστη δημιουργία και τη θεία συγκατάβαση, κωδικοποιεί επιγραμματικά τη σωτηριολογία ως εξής: «ο Χριστός είναι εκείνος που ένωσε στο πρόσωπό του το θείο και το ανθρώπινο, το γήινο και το ουράνιο, το τωρινό με το αιώνιο..». 294 Και ανακεφαλαιώνει με μία λιτή περιγραφή του πάθους και της αναστάσεως εκ του τάφου, όλου του ανθρώπινου γένους: «…σταυρώνεται, ενταφιάζεται και παραμένει τριήμερος ανάμεσα στους νεκρούς, ανασταίνεται την επομένη του σαββάτου εκ νεκρών και μαζί του συνανασταίνεται όλη η φθαρτή και θνητή ανθρώπινη φύση». 295 Την παραπάνω τοποθέτηση την ενισχύει και με την θεολογική διατύπωση πως «Ο Χριστός ο Υιός και Λόγος του Θεού  πήρε ανθρώπινη μορφή και προσέλαβε την ανθρώπινη φύση σε τέτοιο βαθμό ώστε το πρόσωπου του να βλέπουμε οι χριστιανοί το Θεό και τον άνθρωπο μαζί, τον τέλειο Θεό και τον τέλειο άνθρωπο»296 Οι ομιλίες μεταδίδουν το μήνυμα της ελπίδας πως η σωτηρία του ανθρώπου είναι πλέον βέβαιη297, εφόσον «ο απρόσιτος Θεός ο Υιός και Λόγος του Θεού προσλαμβάνει την ανθρώπινη φύση και γίνεται προσιτός στον άνθρωπο, γίνεται ο πλησίον». 298 Επίσης ο Θεός που μας χαρίζει τη ζωή και την ανάσταση «δεν είναι μια απρόσωπη δύναμη, αλλά συγκεκριμένο πρόσωπο είναι ο Θεάνθρωπος Χριστός που μας αγαπά». 299 Ενώ σε άλλο σημείο, επανέρχεται, ώστε να εμπεδώσουν οι ακροατές με λίγες ακόμη γραμμές τη Χριστολογία της Εκκλησίας μας: «ο δικός μας Θεός δεν είναι μόνον πνεύμα, ασύλληπτος ακατάληπτος και απρόσιτος. Πήρε τη δική μας φύση και στο πρόσωπο του θεανθρώπου υπάρχουν ασυγχύτως και αδιαιρέτως οι δύο φύσεις. Η θεία φύση προσέλαβε όλη την ανθρώπινη για να την μεταμορφώσει σε θεία…έκτοτε ο Υιός και Λόγος παραμένει πάντοτε ο Θεάνθρωπος. Ο άνθρωπος μέσα στην αγάπη του Θεού και ο Θεός μέσα στον άνθρωπο». 300 Σε μία άλλη συνάφεια εξηγεί τη θεία συγκατάβαση να προσλάβει η θεότητα την ανθρωπότητα, χρησιμοποιώντας την πατερική διάκριση κτιστού και ακτίστου, χρονικού και άχρονου:301 «Ο Θεός είναι μακρινός και απρόσιτος, γιατί δεν περιέχεται μέσα στον χώρο και στον χρόνο. Και εμείς που είμαστε δημιουργήματά του δεν τον φτάνουμε…μάς φθάνει ο ίδιος, μάς προσεγγίζει με την αγάπη του, την πρόνοιά του, τη φιλανθρωπία του και είναι κοντινός, ώστε έγινε άνθρωπος για εμάς». 302

-76-