02 Σεπτεμβρίου, 2026

ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΗΤΕΡΑ ΜΑΣ, ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ


     «Η Ορθόδοξη Εκκλησία μας δεν έχει καμία έλλειψη. Η μόνη έλλειψη που παρουσιάζεται, είναι από μας τους ίδιους, όταν δεν αντιπροσωπεύουμε σωστά την Εκκλησία, από τον πιο μεγάλο στην ιεραρχία μέχρι τον απλό πιστό. Μπορεί να είναι λίγοι οι εκλεκτοί, όμως αυτό δεν είναι ανησυχητικό. Η Εκκλησία είναι Εκκλησία του Χριστού και Αυτός την κυβερνάει. Δεν είναι ναός που κτίζεται με πέτρες, άμμο και ασβέστη από ευσεβείς και καταστρέφεται με φωτιά βαρβάρων, αλλά είναι ο Ίδιος ο Χριστός· “Όποιος πέσει πάνω σ’ αυτόν τον λίθο θα τσακιστεί και σε όποιον πάνω πέσει αυτός ο λίθος θα τον κομματιάσει” (Ματθ. 21, 44). Ο Χριστός ανέχεται σήμερα μια κατάσταση. Ανέχεται και ενεργεί η θεία Χάρις για χάρη του λαού. Μια μπόρα είναι· θα ξεκαθαρίσουν τα πράγματα, δεν θα σταθούν. Είδες που αναφέρει το Ευαγγέλιο; “Λυχνάρι μισοσβησμένο δεν θα το φυσήξω. Και καλάμι ραγισμένο δεν θα το αγγίξω” (Ησ. 42, 3· Ματθ. 12, 20). Εμείς οι μοναχοί, αλλά και οι κληρικοί, σκορπούμε αθεΐα, όταν δεν ζούμε σύμφωνα με το Ευαγγέλιο. Ο κόσμος έχει ανάγκη από τις αρετές μας, όχι από τα χάλια μας. Οι κοσμικοί αφορμή ζητούν, για να δικαιολογήσουν τις αμαρτίες τους. Γι’ αυτό θέλει πολλή προσοχή. Βλέπεις, εμείς δεν μπορούμε να πούμε αυτό που λέει ο Χριστός: “Ποιος από σας μπορεί να Με ελέγξει για κάποια αμαρτία;” (Ιωάν. 8, 46), αλλά “ποιος από σας μπορεί να με ελέγξει για κάποιο σκάνδαλο;”, αυτό πρέπει να μπορούμε να το πούμε. Ο Χριστός το είπε εκείνο, γιατί ήταν τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος. Εμείς είμαστε άνθρωποι. Έχουμε ατέλειες, έχουμε πτώσεις, τέλος πάντων, δεν κάνει να γινόμαστε αιτία να σκανδαλίζεται ο άλλος.«

     »Από την άλλη, αν φταίει ένας δεσπότης, ένας παπάς, ένας καλόγερος, δεν φταίει ο Χριστός! Αλλά οι άνθρωποι δεν πάνε ως εκεί. “Αντιπρόσωπος του Χριστού δεν είναι;”, λένε. Ναι, αλλά αναπαύεται ο Χριστός με αυτόν τον “αντιπρόσωπο”; Ή δεν σκέφτονται τι τον περιμένει αυτόν τον “αντιπρόσωπο” στην άλλη ζωή. Γι’ αυτό μερικοί, που σκανδαλίζονται από μερικά γεγονότα, καταλήγουν να μην πιστεύουν, γιατί δεν καταλαβαίνουν, οι καημένοι, ότι όπως, αν φταίει ένας χωροφύλακας, δεν φταίει το έθνος, έτσι κι αν φταίει ένας παπάς, δεν φταίει η Εκκλησία.«


     »Στα εκκλησιαστικά θέματα όλες οι καταστάσεις δεν είναι να πάρεις θέση. Μπορεί να ανέχεται κανείς μια κατάσταση κάνοντας υπομονή, έως ότου δείξει ο Θεός τι πρέπει να κάνει. Άλλο είναι να ανέχεται κανείς μια κατάσταση και άλλο να την αποδέχεται, ενώ δεν πρέπει. Ύστερα, σε τέτοιες περιπτώσεις, ό,τι έχει να πει κανείς να το πει με σεβασμό, ανδρίκια· όχι να βρίζει και να δημοσιεύει. Να το πει ιδιαιτέρως στο ίδιο το πρόσωπο στο οποίο αφορά το θέμα με πόνο, από αγάπη, για να προσέξει μερικά πράγματα. Δεν είναι ειλικρινής και ευθύς εκείνος που λέει κατά πρόσωπο την αλήθεια, ούτε και εκείνος που τη δημοσιεύει, αλλά εκείνος που έχει αγάπη και αληθινή ζωή και μιλάει με διάκριση, όταν πρέπει, και λέει εκείνα που πρέπει την πρέπουσα ώρα.«

     »Εκείνοι που ελέγχουν με αδιακρισία, έχουν πνευματική σκότιση και κακία και βλέπουν τους ανθρώπους δυστυχώς σαν κούτσουρα. Και ενώ τους πελεκάνε αλύπητα, και υποφέρουν οι άνθρωποι, αυτοί χαίρονται για το τετραγώνισμα που τους κάνουν, για τον “κυβισμό”! Οι ελευθερωμένοι όμως άνθρωποι από τα πάθη τους, επειδή δεν έχουν κακία, το κακό το διορθώνουν με καλωσύνη. Αν δουν καμιά φορά κάπου λίγη ακαθαρσία που δεν καθαρίζεται, την σκεπάζουν με καμιά πλάκα, για να μην αηδιάσει ο άλλος που θα την δει.«

     »Να προσέχουμε να μη δημιουργούμε θέματα στην Εκκλησία ούτε να μεγαλοποιούμε τις μικρές ανθρώπινες αταξίες που γίνονται, για να μη δημιουργούμε μεγαλύτερο κακό και χαίρεται μετά ο πονηρός. Όποιος για μικρή αταξία ταράσσεται πολύ και ορμάει απότομα με οργή, δήθεν για να την διορθώσει, μοιάζει με ελαφρόμυαλο νεωκόρο που βλέπει να στάζει ένα κερί και ορμάει απότομα, με φόρα, για να το διορθώσει δήθεν, αλλά παίρνει σβάρνα ανθρώπους και μανουάλια και δημιουργεί μεγαλύτερη αταξία την ώρα της λατρείας. Δυστυχώς στην εποχή μας έχουμε πολλούς που ταράσσουν την Μητέρα Εκκλησία.«

     »Όσοι από αυτούς είναι μορφωμένοι, έπιασαν το δόγμα με το μυαλό και όχι με το πνεύμα των Αγίων Πατέρων. Όσοι πάλι είναι αγράμματοι, έπιασαν και αυτοί το δόγμα με τα δόντια, γι’ αυτό και “τρίζουν τα δόντια”, όταν συζητούν εκκλησιαστικά θέματα, και έτσι δημιουργείται μεγαλύτερη ζημία στην Εκκλησία από αυτούς, παρά από τους πολέμιους της Ορθοδοξίας μας.«


     »Είναι μερικοί, πάλι, που ασχολούνται με την κριτική ο ένας του άλλου· παρακολουθεί ο ένας τον άλλον περισσότερο από τον εαυτό του. Κοιτάζει τι θα πει ή τι θα γράψει ο άλλος, για να τον χτυπήσει κατόπιν αλύπητα, ενώ ο ίδιος, εάν έλεγε ή έγραφε το ίδιο πράγμα, θα το υποστήριζε με πολλές μαρτυρίες από την Αγία Γραφή και τους Πατέρες. Το κακό που κάνει είναι μεγάλο, γιατί αφ’ ενός μεν αδικεί τον πλησίον του, αφ’ ετέρου δε τον γκρεμίζει μπροστά στα μάτια των πιστών. Όσοι δικαιολογούν την κακία τους με τον δήθεν έλεγχο των άλλων και όχι του εαυτού τους ή με το να δημοσιεύουν στον κόσμο εκκλησιαστικές καταστάσεις –ακόμη και πράγματα που δεν λέγονται– προφασιζόμενοι το “πείτε το στη συνάθροιση της Εκκλησίας” (Ματθ. 18, 17), ας κάνουν πρώτα αρχή από την μικρή τους εκκλησία, την οικογένειά τους, την αδελφότητά τους και, αν τους φανεί καλό, τότε ας ρεζιλέψουν και την Μητέρα Εκκλησία. Τα καλά παιδιά, νομίζω, ποτέ δεν κατηγορούν την μάνα τους

     »Όλοι χρειάζονται στην Εκκλησία. Όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σ’ αυτήν· και οι ήπιοι χαρακτήρες και οι αυστηροί. Όπως στο σώμα του ανθρώπου είναι απαραίτητα και τα γλυκά και τα ξινά, ακόμη και τα πικρά ραδίκια, γιατί το καθένα έχει τις δικές του ουσίες και βιταμίνες, έτσι και στο Σώμα της Εκκλησίας, όλοι είναι απαραίτητοι. Ο ένας συμπληρώνει τον χαρακτήρα του άλλου και όλοι είμαστε υποχρεωμένοι να ανεχόμαστε, όχι μόνον τον πνευματικό χαρακτήρα του άλλου, αλλά ακόμη και τις αδυναμίες που έχει σαν άνθρωπος. Δυστυχώς, μερικοί έχουν παράλογες απαιτήσεις από τους άλλους. Θέλουν να έχουν όλοι ίδιο πνευματικό χαρακτήρα με τον δικό τους, και όταν κάποιος δεν συμφωνεί με τον χαρακτήρα τους, δηλαδή ή είναι λίγο επιεικής ή λίγο οξύς, αμέσως βγάζουν το συμπέρασμα ότι δεν είναι πνευματικός άνθρωπος».

ΑΓΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ
(1924–1994)
[ Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου:
Λόγοι Α΄,
«Με πόνο και αγάπη
για τον σύγχρονο άνθρωπο»,
Μέρος 4ο, κεφ. 2ο, §4–§5,
σελ. 318–324.
Έκδοση Ιερού Ησυχαστηρίου
«Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος»,
Σουρωτή Θεσσαλονίκης, Μάρτιος 19992.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]

Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση των αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Εορτάστηκαν 46 χρόνια Αρχιερωσύνης του Μητροπολίτη Μονεμβασίας και Σπάρτης κ. Ευσταθίου.


Σήμερα το πρωί(1 Σεπ2026), στην Ιερά Μονή Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στον Γέρακα της Λακωνίας, εκεί όπου οι φωνές των ψαλτών μοιάζουν να χάνονται στο απέραντο γαλάζιο του Μυρτώου Πελάγους και η προσευχή συναντά τη σιωπή του λακωνικού τοπίου, εορτάστηκε σεμνά και ταπεινά μια επέτειος που δεν μετριέται μόνο με χρόνια.
Tου δευτέρου τη τάξει σε πρεσβεία Αρχιερωσύνης Μητροπολίτη της Εκκλησίας μας -μετά τον Καρυστίας και Σκύρου κ. Σεραφείμ.

Σαράντα έξι χρόνια μιας ζωής δοσμένης στην Εκκλησία και στον άνθρωπο.

Και καθώς τον έβλεπα από τις φωτό που ήλθαν στα χέρια μου σήμερα, τον ίδιο πάντοτε σεμνό και γαλήνιο Ιεράρχη, η σκέψη μου γύρισε πίσω. Στο 1980. Στην εκλογή του. Σε εκείνο που θα μπορούσε κανείς να χαρακτηρίσει ως ένα από τα πρώτα μεγάλα «εκκλησιαστικά θρίλερ» που έζησα και παρακολούθησα από κοντά ως μαθητής ακόμη.

Ο τότε κληρικός Ευστάθιος Σπηλιώτης κατήλθε ως υποψήφιος για τη Μητρόπολη Μονεμβασίας και Σπάρτης, έχοντας την ισχυρή στήριξη και προβολή του Γέροντά του, Μητροπολίτη Μεσσηνίας Χρυσοστόμου Β΄ Θέμελη αλλά και μεγάλης μερίδας της Ιεραρχίας με προεξάρχοντα τον τότε Δημητριάδος Χριστόδουλο, μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο.

Απέναντί του βρισκόταν ο τότε Πρωτοσύγκελλος της Αρχιεπισκοπής Αθηνών Αρχιμ.Μάξιμος Ξύδας, ο μετέπειτα Μητροπολίτης Σερρών και Νιγρίτης, ο οποίος είχε το επίσημο Αρχιεπισκοπικό χρίσμα και τον οποίο η πρόνοια του Θεού ανήγαγε σε αρχιτέκτονα της εκλογής Χριστοδούλου στον Αρχιεπισκοπικό θρόνο και επιστήθιο φίλο και συνεργάτη του.

Και όμως, η εκλογή εξελίχθηκε διαφορετικά.

Ευστάθιος και Μάξιμος ισοψήφησαν και, επειδή ο πρώτος προηγείτο κατά μία εβδομάδα στα πρεσβεία της Ιερωσύνης, εξελέγη τελικά Μητροπολίτης Μονεμβασίας και Σπάρτης, διάδοχος του μακαριστού Σπάρτης Ιεροθέου.

Ήταν μία εκλογή που έγραψε τη δική της μικρή ιστορία στα εκκλησιαστικά χρονικά. Για πρώτη φορά τότε ο πανίσχυρος Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ είδε την επιλογή του να μην επικρατεί.

Κανείς, όμως, εκείνη την ημέρα δεν μπορούσε ίσως να φανταστεί ότι η εκλογή αυτή θα άνοιγε ένα από τα μακροβιότερα και ουσιαστικότερα κεφάλαια της σύγχρονης ιστορίας της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Ο νέος τότε Μητροπολίτης στάθηκε απέναντι στον λαό του και είπε μια φράση που έμελλε να γίνει το συμβόλαιο ολόκληρης της Αρχιερατικής του διακονίας :
«Δώστε μου το χέρι σας και πάρτε την καρδιά μου!»
Δεν ήταν ένα ωραίο σχήμα λόγου.
Ήταν υπόσχεση.Ήταν μια εσώψυχη παραδοχή.

Και σήμερα, 46 χρόνια αργότερα, μπορούμε να πούμε ότι αυτή την υπόσχεση την τήρησε μέχρι κεραίας.

Έδωσε πράγματι την καρδιά του.

Στα παιδιά. Στους νέους. Στους ηλικιωμένους. Στους φτωχούς. Στους ασθενείς.Στους πάσχοντες.Στους μοναχικούς. Στους ανθρώπους που βρέθηκαν σε ανάγκη. Στους κληρικούς του. Στα μοναστήρια του. Στον Μοναχισμό της επαρχίας του.Στην ιστορική Μονεμβασία και στη Σπάρτη. Στην Εκκλησία ολόκληρη.

Ο Ευστάθιος υπήρξε και παραμένει ο Μητροπολίτης των έργων και όχι των λόγων.

Δεν χρειάστηκε ποτέ να υψώσει τη φωνή του για να ακουστεί. Δεν αναζήτησε τον θόρυβο για να επιβεβαιώσει την παρουσία του. Δεν επένδυσε στην εικόνα του.

Επένδυσε στον άνθρωπο.

Διακριτικός. Ευγενής. Αρχοντικός χωρίς ίχνος επιτήδευσης. Μετρημένος στον λόγο και πληθωρικός στην αγάπη. Ένας Ιεράρχης που έμαθε να ποιμαίνει χωρίς να επιβάλλεται και να διοικεί χωρίς να πληγώνει.

Ακόμη και στις δύσκολες στιγμές της εκκλησιαστικής του διαδρομής κράτησε το μέτρο.

Το 2008, μετά την κοίμηση του Μακαριστού Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου —με τον οποίο είχε άψογη συνεργασία— μπήκε στη διαδικασία εκλογής του νέου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος ως υποψήφιος.

Δεν εξελέγη και επικράτησε ο Ιερώνυμος.

Και τι έκανε την επόμενη ημέρα;

Αυτό ακριβώς που χαρακτηρίζει τους πραγματικά μεγάλους ανθρώπους.

Επέστρεψε στην επαρχία του.

Χωρίς πικρία. Χωρίς προσωπικές στρατηγικές. Χωρίς να συγκροτήσει «αντιπολίτευση» μέσα στην Εκκλησία. Χωρίς να μετατρέψει μια εκλογική ήττα σε μόνιμη προσωπική αντιδικία.

Συνεργάστηκε με τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο. Τον σεβάστηκε θεσμικά και προσωπικά. Και όταν ακόμη είχε διαφορετική άποψη, ήξερε να υποτάσσει το προσωπικό «εγώ» στη συνοδικότητα της Εκκλησίας.

«Η γνώμη των πλειόνων κρατείτω».

Αυτή ήταν και παραμένει η εκκλησιολογική του στάση.

Γιατί ο Ευστάθιος έμαθε κάτι που δυστυχώς δεν είναι πάντοτε αυτονόητο: ότι μέσα στην Εκκλησία μπορείς να διαφωνείς χωρίς να γίνεσαι εχθρός. Μπορείς να χάνεις χωρίς να εκδικείσαι. Μπορείς να αδικείσαι χωρίς να δηλητηριάζεσαι. Μπορείς να πονάς χωρίς να πληγώνεις.

Και κυρίως μπορείς να συγχωρείς.

Αυτό είναι ίσως ένα από τα μεγαλύτερα χαρίσματά του.

Υπήρξε μεγαλόψυχος ακόμη και απέναντι σε ανθρώπους που τον στενοχώρησαν. Δεν κράτησε κακίες. Δεν αναζήτησε την ανταπόδοση. Δεν έστησε προσωπικά δικαστήρια.

Κράτησε μέσα του χώρο για τη συγχώρηση.

Γι’ αυτό και σήμερα, έπειτα από 46 ολόκληρα χρόνια Αρχιερωσύνης, δεν τιμούμε απλώς τη διάρκεια μιας αρχιερατικής διακονίας.

Τιμούμε το ήθος της.

Σε μια εποχή όπου συχνά περισσεύουν οι φωνές, ο Ευστάθιος επέλεξε τη σιωπηλή προσφορά.

Εκεί όπου περισσεύει η προβολή, εκείνος επέλεξε το έργο.

Εκεί όπου περισσεύουν οι προσωπικές φιλοδοξίες, εκείνος επέλεξε την Εκκλησία.

Και εκεί όπου πολλές φορές περισσεύει η μνησικακία, εκείνος επέλεξε τη συγχώρηση.

Αυτός είναι ο Γέρων Σπάρτης Ευστάθιος.

Ένας εκκλησιαστικός αδάμας.

Ένας από εκείνους τους Ιεράρχες που δεν χρειάζονται τίτλους για να γίνουν σεβαστοί, γιατί τους έχει ήδη απονείμει τον μεγαλύτερο τίτλο ο ίδιος ο λαός: Πατέρας.

Σήμερα, λοιπόν, στο Μοναστήρι του Ευαγγελισμού, με το Μυρτώο να απλώνεται μπροστά μας και την ψαλμωδία να ταξιδεύει πάνω από τη θάλασσα, ένιωθα ότι αυτά τα 46 χρόνια χωρούσαν τελικά σε μία και μόνη φράση.

Εκείνη που είπε ο ίδιος στην αρχή της πορείας του:

«Δώστε μου το χέρι σας και πάρτε την καρδιά μου!»

Σεβασμιώτατε, το χέρι που σας έδωσε τότε ο λαός της Λακωνίας, ο ευσεβής λαός της πατρίδας μας, δεν το αφήσατε ποτέ.

Και την καρδιά που του υποσχεθήκατε, του την δώσατε ολόκληρη.

Εἰς πολλὰ ἔτη, Γέροντα!

Να συνεχίσετε να είστε αυτό που υπήρξατε όλα αυτά τα χρόνια: ένας ήρεμος φάρος εκκλησιαστικού ήθους, ένας Επίσκοπος της αγάπης και ένας αληθινός πατέρας για τον λαό σας.

Του Σωτήρη Μ. Τζούμα