24 Αυγούστου, 2026

Ο ΓΑΜΟΣ ΣΤΗΝ ΚΑΝΑ

(Κατά Ιωάννην, Κεφ. 2ο, Στίχοι: 1–11)

     Την τρίτη μέρα, γινόταν ένας γάμος στην Κανά της Γαλιλαίας. Ήταν εκεί και η Μητέρα του Ιησού. Προσκάλεσαν λοιπόν και τον Ιησού και τους Μαθητές Του στον γάμο. Κάποια στιγμή που τελείωσε το κρασί, η Μητέρα του Ιησού Τού λέει: «Δεν έχουν κρασί!». Της λέει τότε ο Ιησούς: «Τι επεμβαίνεις εσύ στο δικό Μου έργο, γυναίκα; Δεν ήρθε ακόμη η ώρα Μου!». Τότε η Μητέρα Του γυρίζει και λέει προς τους υπηρέτες: «Ό,τι σας πει, να το κάνετε!».
     Βρίσκονταν εκεί έξι πέτρινες στάμνες που χωρούσαν η καθεμιά ογδόντα ως εκατόν είκοσι λίτρα και αυτές χρειάζονταν για τον καθαρισμό που απαιτούσε ο ιουδαϊκός νόμος. Τότε ο Ιησούς λέει στους υπηρέτες: «Γεμίστε τις στάμνες με νερό». Και τις γέμισαν ως απάνω. «Πάρτε τώρα», τους είπε, «και φέρτε να δοκιμάσει ο υπεύθυνος για το τραπέζι». Και αυτοί του έφεραν. Μόλις, όμως, ο υπεύθυνος για το τραπέζι γεύτηκε το νερό που είχε γίνει κρασί, μη γνωρίζοντας τη θαυμαστή προέλευσή του, γιατί μόνο οι υπηρέτες που είχαν βάλει το νερό ήξεραν, φωνάζει τον γαμπρό και του λέει: «Όλος ο κόσμος προσφέρει πρώτα το καλό κρασί στους καλεσμένους, κι όταν μεθύσουν, τότε φέρνει το πιο δεύτερο· εσύ όμως φύλαξες το καλό κρασί ως αυτή την ώρα».
     Αυτή ήταν η αρχή των σημείων του Ιησού στην Κανά της Γαλιλαίας. Έτσι φανέρωσε τη δόξα Του και οι Μαθητές Του πίστεψαν σ’ Αυτόν.

     Τη Δευτέρα αμέσως μετά την Κυριακή του Θωμά, η περικοπή του Ευαγγελίου που διαβάζεται εν τη θεία Λειτουργία, αφορά τον περιβόητο «Γάμο στην Κανά». Δεν υπάρχει ορθόδοξος πιστός που να μη θυμάται με καρδιακή ευαρέσκεια τούτη την περικοπή. Μα, όλοι σχεδόν νομίζουν ότι αυτό το Ευαγγέλιο διαβάζεται και ακούγεται μόνο μέσα στο Μυστήριο του Γάμου. Όμως, όχι. Σήμερα, είναι η διατεταγμένη μέρα αυτής της ωραίας και διδακτικής περικοπής. Και μας θυμίζει την «αρχή των σημείων» του Χριστού στον γάμο των ανθρώπων. Η παρουσία του Χριστού μυστηριοποιεί μια για πάντα τον γάμο, που χωρίς Αυτόν, δεν είναι Μυστήριο, αλλά συνθήκη, συμφωνία, συμβίωση, θεσμοποίηση.
     Όσο και να θέλουμε ή να πιστεύουμε ότι αγαπάμε εμείς οι άνθρωποι, μόνο με το γλυκό κρασί της θείας Αγάπης και της θείας Ευλογίας, μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι πορευόμαστε στη ζωή μας με την Αγάπη Του στην αγάπη μας, από τη φθορά του κόσμου στην αφθαρσία της θείας ζωής.
     Πόσο θλίβουμε τον Σωτήρα μας Χριστό που αθετούμε και αρνούμαστε την ευλογία που Αυτός εκχώρησε στη σύσταση του Μυστηρίου του Γάμου! Χιλιάδες οι αφώτιστοι και κοσμολάτρες νεοέλληνες σπεύδουν στον δήμαρχο τάχα για να παντρευτούν, αλλά η αληθινή παντρειά είναι μόνο στον Χριστό μας. Το γαϊτανάκι της από μέρους μας αρνήσεως του Κυρίου κρατάει χρόνια και την ευθύνη γι’ αυτό την έχουν στο ακέραιο οι γονείς, κατόπιν οι παππούδες, οι νονοί, οι συγγενείς και οι φίλοι. Άγευστοι και άπειροι των βιωμάτων της θείας Χάριτος, οι κατά σάρκα και ου κατά Θεόν γεννήτορες, σπρώχνουν κολαστικά τα παιδιά προς τα δημαρχεία για να «παντρευτούν» στο άψε-σβήσε. Μετά, έρχονται και σου λένε με κομπασμό και με αναισθησία: «Ξέρεις κάτι; Εμένα που με βλέπεις, είμαι πολύ πιστός! Πιστεύω!». Μα, πώς πιστεύεις, βρε αδελφέ, αφού δεν (γίνεται να) υπάρχει σοβαρή και γνήσια πίστη μέσα σου, όταν με τη ζωή σου και με την επιλογή που έχεις κάνει, έχεις αρνηθεί το Μυστήριο του Γάμου που έχει φέρει στη γη αυτή ο Χριστός για σένα; Θα μου πει κανείς, οι υπόλοιποι εκτός των Ορθοδόξων δεν έχουν τελετές γάμου; Αυτοί δεν παντρεύονται; Παντρεύονται ανθρώπινα, χοϊκά· πάντως όχι χριστοκεντρικά, όχι θεϊκά, όχι με τη Χάρη του Θεού.


     Ποιος από τους γονείς, σήμερα, θα βρεθεί ακατάκριτος και ακατηγόρητος ενώπιον των ορθοδόξων ευθυνών του, και θα προτρέψει τα παιδιά τους και τα παιδιά μας να πορευθούν προς την Εκκλησία για να ιερολογήσει αυτή τον γάμο τους; Αυτό κι αν είναι ομολογία και πίστη! Παρά το κλίμα της κοσμικότητας, της αθεΐας και της απιστίας που επικρατεί σχεδόν παντού, κάποια καλόπαιδα, με τη θεάρεστη ενθάρρυνση των γονιών τους, έρχονται τελικά στην Εκκλησία. Και με την όλη παρουσία τους εκεί, είναι σαν φωνάζουν και σαν να κελεύουν προς τον Χριστό: «Χριστέ μας, παρά τις αμαρτίες μας, παρά τη μηδαμινότητά μας, εμείς πιστεύουμε σ’ Εσένα και ήρθαμε εδώ σήμερα, για να ευλογήσεις Εσύ με την αγάπη Σου, με το έλεός Σου, με τη θεία Χάρη και τη δύναμή Σου, την αγάπη μας, τη σχέση που έχουμε σαν άνθρωποι που αγαπιούνται και θέλουν ο ένας τον άλλον. Και από μικρή, φθαρτή και πεπερασμένη που είναι αυτή μας η αγάπη, Εσύ, με τη θεϊκή Σου σκέπη και προστασία, να την κάνεις, μεγάλη και μεγαλειώδη, κραταιά, άφθαρτη, αιώνια!». Και γίνεται το Θαύμα, το Θαύμα του Γάμου της εν Κανά. Αυτή τη φορά όμως οι εσωτερικές πέτρινες υδρίες των ερωτευμένων υπάρξεων γεμίζουν με τον «καλόν οίνον» του Χριστού, δηλαδή με τη δύναμη, το σθένος, την κραταίωση, τη χαρά, τη χάρη του Χριστού! Τι μυστήριο και τι μεγαλείο! Αντιμετωπίζουν τους πειρασμούς και τις δυσκολίες του γάμου τους με την άνωθεν δύναμη και με την εσωτερική γλυκύτητα του παραδεισένιου οίνου που τους προσφέρει αδαπάνητα ο Χριστός. Πόση αμαρτία και τι μεγάλο κατάκριμα εισπράττουν στη ζωή τους όσοι μένουν αστεφάνωτοι και ανιερολόγητοι στη σχέση τους, καταπατώντας τη δωρεά του Μυστήριου του Γάμου που ίδρυσε ο Χριστός στην Εκκλησία μας, για τη σωτηρία όλων!
     Μου είπε μια φορά μια κυρία: «Πάντρεψα τον γιο μου, πάτερ!» «Πότε; Πού;» «Στο δημαρχείο, εχθές!» «Καλή μου, ένας είναι ο Γάμος! Του Χριστού και όχι του δημάρχου!». Πέρασαν τόσα χρόνια από τότε και ακόμη να αξιωθεί να στεφανωθεί το παιδί της. Και ανθρωπίνως, ούτε πρόκειται. Αυτή είναι η θλιβερή κατάντια μας. Μας κρατάει ο σατανάς δέσμιους, με τη μια αφορμή μετά την άλλη, ειδικά τα νέα παιδιά, αρκεί να μην παντρευτούν, αρκεί να μην βηματίσουν αποφασιστικά προς την Εκκλησία, προς τον Χριστό μας, για να επαναληφθεί αχρόνως και προσωπικώς ο Γάμος στην Κανά και ο Γάμος της Κανά να γίνει δικός μας γάμος, δική μας χαρά, δικό μας πανηγύρι! Μέσα σε αυτόν τον Γάμο, τον Γάμο της ιερότητας και της χαράς, βλέπουμε και πάλι τον Χριστό να ιερολογεί την αγάπη μας, τη σχέση μας, αυτόν που αγαπάμε, αυτήν που αγαπάμε. Κι όλα αποκτούν νέα ζωή, νέα αρχή, δίχως τέλος, γιατί όλα τα ανθρώπινα ριζοβολούν και μπολιάζονται στη θεία και σωτήρια αγάπη.
     Εκεί, μέσα στην Εκκλησία και μέσα στο Μυστήριο της Εκκλησίας, θα ατενίζουμε νοερά την Παναγία μας να βρίσκεται ταπεινά και αγαπητικά πλάι στον Χριστό. Και στέκεται εκεί πλάι στον Υιό Της όχι τυχαία· απλά για να ψιθυρίζει στον Χριστό και να κινεί πρεσβευτικά την αγάπη Του υπέρ ημών: «Δεν έχουν κρασί!». Στερούνται τούτα τα ζευγαράκια μας κι ας νομίζουν ότι τα έχουν όλα. Δεν έχουν την άφραστη γλυκάδα και την πολύτιμη πεμπτουσία της ζωής, που είσαι Εσύ, Χριστέ μας, για όλους τους ανθρώπους! Όσοι αγαπάτε, παντρευτείτε· παντρευτείτε εν τω Χριστώ, διά του Χριστού και παρά του Χριστού, ο Οποίος είναι ο μόνος που προσφέρει το θείο και ζωογόνο μεθύσι της καρδιάς στην αγάπη και τον γάμο των ανθρώπων. Και η χαρά σας, η χαρά της αγάπης σας, θα είναι στ’ αλήθεια εν Αυτώ «πεπληρωμένη»!

π. Δαμιανός


Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση των αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

23 Αυγούστου, 2026

ΟΣΙΑ ΙΣΙΔΩΡΑ, Η ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΗ

  30 Απριλίου 


     Στην Ταβέννη της Αιγύπτου υπάρχει ένα γυναικείο μοναστήρι, με τετρακόσιες περίπου καλόγριες, απέναντι απ’ το μεγάλο ανδρικό μοναστήρι. Στο γυναικείο αυτό μοναστήρι ασκήτευε και μια μοναχή, που υποκρινόταν μωρία και σαλότητα για χάρη του Χριστού· το όνομά της ήταν Ισιδώρα, και πάντοτε ταπείνωνε και εξευτέλιζε τον εαυτό της εμπρός στους άλλους. Αυτή την Ισιδώρα τη σιχαίνονταν όλες οι μοναχές, τόσο πολύ, που ακόμη και στην τράπεζα δεν την δεχότανε να φάει μαζί τους! Ωστόσο, εκείνη, κι αυτό ακόμη το δέχθηκε με χαρά μεγάλη. Η αρετή της και η βοήθεια, που έδινε με τη διακονία της σ’ όλο το μοναστήρι, ήταν πολύ σημαντική και ωφέλιμη. Οποιαδήποτε υπηρεσία για το μοναστήρι και τις μοναχές, την έκανε πάντα με προθυμία, σα νά ’τανε δούλη τους, και δούλευε με πολλή πραότητα για όλες τους. Πράγματι, αυτή η Ισιδώρα, ήταν το φωτεινό παράδειγμα και το μεγάλο λυχνάρι για τη μοναστική αυτή συνοδία, όπως μας είπε ο Κύριος: «Όποιος από εσάς θέλει να γίνει μεγάλος, ας γίνει δούλος και υπηρέτης όλων» (Ματθ. 20, 26 και 23, 11· Μάρκ. 9, 35· Λουκ. 9, 48), και «Αν κάποιος νομίζει ότι είναι σοφός, ας γίνει πρώτα ανόητος και μωρός» (Α΄ Κορ. 3, 18). Όλες οι άλλες μοναχές είχαν κανονικά το σχήμα της κουράς –φορούσαν τα κουκούλια όλες στο κεφάλι τους–, ενώ εκείνη, είχε δέσει μ’ ένα κουρελόπανο το κεφάλι της, κι έτσι έκαμνε όλες τις δουλειές της μονής. Όλ’ αυτά τα χρόνια, καμιά μοναχή από τις τετρακόσιες τόσες, δεν την είδε ποτέ να τρώει κανονικά, παρά να σκουπίζει τα ψίχουλα που έμεναν στο τραπέζι κι απ’ αυτά να τρώει, καθώς κι από τα περισσεύματα, που ήταν κολλημένα στις χύτρες που έπλενε· αυτά της ήταν αρκετά. Ποτέ της δεν υποτίμησε καμιά μοναχή με υβριστικό λόγο, ούτε γόγγυσε, ούτε είπε μεγάλο ή μικρό πικρό λόγο, παρ’ όλο ότι πολλές τους την έβριζαν, την πείραζαν και την προσέβαλλαν, και –όχι λίγες– τη μισούσαν.


     Γι’ αυτήν, λοιπόν, την ευλογημένη και αγία μοναχή, φανερώθηκε Άγγελος Κυρίου στον αγιώτατον αββά Πιτυρούν, γνωστό και δοκιμώτατο μοναχό, πολύ ενάρετο και διάσημο αναχωρητή, και του λέει:
     –Γιατί καυχάσαι για τα κατορθώματά σου και για την ευλάβειά σου, ασκητεύοντας σε τούτον τον τόπο; Θέλεις να ιδείς μια γυναίκα, που είναι πιο πάνω από σένα στην αρετή και στην ευλάβεια; Πήγαινε στο γυναικείο μοναστήρι των Ταβεννησιωτών, κι εκεί θα βρεις μια μοναχή, που φέρει διάδημα στο κεφάλι. Αυτή, λοιπόν, είναι καλύτερή σου. Γιατί, τόσον καιρό και με τόσο πολύ κόσμο παλεύει, αλλά, παρ’ όλ’ αυτά, δεν άφησε ποτέ το νου της ν’ απομακρυνθεί ούτε στιγμή απ’ τον Θεό, αν και όλες οι μοναχές εκεί τη σιχαίνονται και την αποφεύγουν. Ενώ εσύ, κάθεσαι εδώ, και φαντάζεσαι όλες τις πολιτείες με τον νου σου, κι ας μην έχεις ποτέ σου ιδεί την οικουμένη.

     Ξεσηκώθηκε, λοιπόν, ο μέγας Πιτυρούν και ήρθε στα μέρη της Ταβέννης, παρακαλώντας τους πατέρες και διδασκάλους να τον διαπεράσουν στο μοναστήρι των γυναικών. Μια κι ήταν γνωστός για την αρετή και την αγνότητά του μεταξύ των πατέρων, κι είχε φτάσει σε βαθιά γεράματα με αυστηρή άσκηση, οι πατέρες ευχαρίστως τον βοήθησαν να περάσει το ποτάμι και να επισκεφτεί το γυναικείο μοναστήρι. Εκεί, μετά την προσευχή, ο Γέροντας ζήτησε να ιδεί μια-μια και κατά πρόσωπο όλες τις μοναχές. Κι ενώ πέρασαν όλες οι μοναχές από μπροστά του, εκείνη δεν φάνηκε.
     Τις λέει, τότε ο Γέροντας:
     –Σας παρακαλώ, να μου τις φέρετε όλες.
     Κι ενώ εκείνες του απάντησαν «όλες εδώ είμαστε», εκείνος τις λέει:
     –Λείπει, ωστόσο, μία, την οποία μου έδειξε ο Άγγελος.
     Τότε, του είπαν κι αυτές:
     –Λείπει μία μόνο, που έχουμε στο μαγειρείο και είναι σαλή.
     –Παρακαλώ, να μου την φέρετε κι εκείνη, λέει ο Γέροντας. Θέλω να την δω!

     Εκείνη, μόλις της το είπαν, δεν ήθελε να παρουσιαστεί, καταλαβαίνοντας την αιτία της προσκλήσεως· ίσως και της αποκαλύφθηκε άνωθεν. Την έσυραν, λοιπόν, με τη βία, λέγοντάς της:
     –Ο άγιος Γέροντας, ο Πιτυρούν, θέλει να σε ιδεί!


     Ο Γέροντας ήταν περιβόητος σ’ όλα εκείνα τα μέρη. Μόλις την έφεραν εκεί μπροστά, ο Γέροντας και μεγάλος ασκητής είδε το πρόσωπό της· έπεσε αμέσως στα πόδια της, και της λέει:
     –Αμμάς και γερόντισσα, ευλόγησέ με!

     Ευθύς έπεσε κι εκείνη στα πόδια του Γέροντα, λέγοντάς του:
     –Εσύ να μ’ ευλογήσεις πρέπει, άγιε Γέροντα και δέσποτά μου!

     Βλέποντας αυτή τη σκηνή, όλες ξαφνιάστηκαν δυσάρεστα, και λένε στον Γέροντα:
     –Μην ταπεινώνεις τόσο πολύ τον εαυτό σου, Γέροντα, και μην εξευτελίζεσαι· η μοναχή αυτή είναι σαλή!

     Τότε, ανασηκώθηκε ο Γέροντας, και λέει σε όλες τις μοναχές:
     –Εσείς είστε σαλές! Ενώ αυτή εδώ είναι, και από όλες εσάς και από μένα, καλύτερη· και είναι πραγματική αμμάς και γερόντισσα, με την οποία εύχομαι να βρεθώ στην ίδια μερίδα κατά τη φοβερή Ημέρα της Κρίσεως!


     Όταν τ’ άκουσαν αυτά οι μοναχές, έπεσαν όλες στα πόδια του, λέγοντας: «Συγχώρεσέ μας!». Και άρχισαν να εξομολογούνται όλες, με πόσους τρόπους είχαν στενοχωρήσει και λυπήσει την αγία αυτή μοναχή. Η μία έλεγε: «Εγώ την κορόϊδευα!»· η άλλη: «Εγώ περιγελούσα το ταπεινό και χαμηλόβλεπτο σχήμα της!»· η άλλη: «Εγώ την περίχυνα συχνά με το ξέπλυμα που έμενε στο πιατάκι μου!»· η άλλη: «Εγώ τη χτύπησα και της έκανα πληγές!»· η άλλη: «Εγώ τη γρονθοκόπησα!»· η άλλη: «Εγώ της έβαλα σινάπι στη μύτη για να την κάψω!»· –και όλες, η καθεμιά τους ξεχωριστά, έλεγαν με τι βρισιές τη στόλιζαν. Όταν τελείωσαν όλες τους την εξομολόγηση, την οποία δέχθηκε ο άγιος Πιτυρούν, εκείνος ευχήθηκε για όλες, τις ευλόγησε, και αφού παρακάλεσε αρκετά την αγία μοναχή να εύχεται κι εκείνη γι’ αυτόν, τις αποχαιρέτησε κι έφυγε.

     Όμως, καθώς περνούσαν οι μέρες, κι η μοναχή τώρα εγνώριζε μεγάλες τιμές, περιποιήσεις και φροντίδες, άρχισε να στενοχωρείται· δεν μπορούσε να υποφέρει τόσες τιμές και δόξες από ολόκληρη τη μοναστική αδελφότητα. Σηκώθηκε λοιπόν, κι έφυγε απ’ το μοναστήρι, δίχως κανείς να το μυριστεί. Αλλά και κανείς ποτέ δεν έμαθε, όταν έφυγε, πού πήγε, σε ποια σπηλιά κρύφτηκε, ούτε πού αναπαύτηκε, αργότερα, εν Κυρίω!



ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ
Ἦχος γ΄. Τὴν ὡραιότητα.
Τὴν ὡραιότητα, Χριστοῦ ποθήσασα, Μῆτερ τρισόλβιε, ὁδὸν τὴν σύντομον, τὴν ὁδηγοῦσαν πρὸς Αὐτόν, προείλου τὴν ταπείνωσιν· ὅθεν σε ἀνέδειξε, μοναζόντων διδάσκαλον, ἄκρον τε ὑπόδειγμα, τῆς Αὐτοῦ ἐκμιμήσεως, διὸ χαρμονικῶς σοι βοῶμεν· χαῖρε, ὦ Ἰσιδώρα παμμακάριστε.

ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ
Ἦχος β΄. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Ποθοῦσα τυχεῖν τῆς ἄνω Μῆτερ στάσεως, ταχεῖαν ὁδόν, προείλου τὴν ταπείνωσιν, δι’ ἧς ἤχθης Χριστῷ ὡς καρπὸς εὐκλεής, καὶ τερπνὸς Ἰσιδώρα παναοίδιμε, βραβεία λαμβάνουσα τὰ ἄφθαρτα.

ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ
Ταπεινοφροσύνης οἶκος λαμπρός, παρθενίας δόξα, ἄνθος θεῖον ὑπομονῆς, ἀκενοδοξίας, τῆς ἄκρας Ἰσιδώρα, ἐργάτις ἀνεδείχθης, διὰ τὸν Κύριον.


(1) Παντελή Β. Πάσχου:
«Γυναίκες της Ερήμου»
–Μικρό Γεροντικό Γ΄–
Σειρά:
«Ορθόδοξη Μαρτυρία»–αριθ. 53.
Κεφ. ΝΞ΄, σελ. 167–171.
Εκδόσεις «Ακρίτας»·
Αθήνα, Απρίλιος 19951.
(2) Ελενοπόλεως Παλλαδίου:
«Λαυσαϊκή Ιστορία» (420 μ.Χ.),
Τόμ. 1ος, κεφ. 34ο (XXXIV),
σελ. 180–185,
Μετάφραση–Εισαγωγή–Σχόλια:
Ν. Θ. Μπουγάτσου (1911–2006)
και Δ. Μ. Μπατιστάτου (1921–1991),
Αθήναι, έκδοσις 2η (χ.χ.),
Εκδόσεις «Τήνος».
(3) Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμ. 9ος (Μάιος),
σελ. 18.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Ξενοφών Κομνηνός.
Θεώρηση κειμένου:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι 2007.
(4) Δημητρίου Γ. Τσάμη:
«Μητερικόν»,
Τόμ. Α΄, Κεφ. Α΄, Διήγηση 31η,
σελ. 130–135.
Εκδόσεις
Αδελφότητας «Αγία Μακρίνα»·
Πανόραμα, Θεσσαλονίκης 19901·
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]
https://toeilhtarion.blogspot.com/2020/04/blog-post_96.html