20 Ιουνίου, 2026

ΑΛΛΗ ΜΙΑ ΒΑΡΥΤΑΤΗ ΓΚΑΦΑ ΤΟΥ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ!!


Κρινιώ Καλογερίδου

ΤΑ ΛΑΘΗ ΣΤΗΝ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ ΑΠΟ ΤΟ 1923 ΜΕΧΡΙ ΤΟ 1930 (Η απέλαση των Παλαιομουσουλμάνων από τη Θράκη και τα άλλα «δώρα» της Ελλάδας στον γενοκτόνο των Ποντίων Μουσταφά Κεμάλ το 1930)
Μια περίοδος της ελληνικής ιστορίας σχετικά με τις ελληνοτουρκικές σχέσεις που - είτε δεν διδάσκεται καθόλου στα σχολεία είτε περνάει στα ψιλά - είναι αυτή μεταξύ 1923 (μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης) και 1930.
Τη δεκαετία του 1920 υπήρχε διαρκής ένταση ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρκία, ιδιαίτερα για τα θέματα των ανταλλαγών πληθυσμών, αλλά και λιγότερο γνωστά ζητήματα, όπως οι λεγόμενοι «Παλαιομουσουλμάνοι».
Η επάνοδος στην εξουσία του Ελευθέριου Βενιζέλου το 1928 έδωσε τελικά λύση στα χρόνια και ζέοντα ζητήματα, με νέες όμως ελληνικές παραχωρήσεις: την απέλαση των «Παλαιομουσουλμάνων», που αποτελούσαν κόκκινο πανί για τον Κεμάλ και την καταβολή αποζημίωσης 275.000 αγγλικών λιρών προς την Τουρκία!
Ο Βενιζέλος πίστευε ότι έτσι θα εξασφαλίσει ειρηνική σχέση με την Τουρκία. Πραγματικά, η δεκαετία του 1930 κύλησε αρκετά ομαλά στις σχέσεις των δύο χωρών, ενώ και κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο η Τουρκία δεν δημιούργησε ιδιαίτερα προβλήματα στη χώρα μας. Μετά τον Β’ ΠΠ όμως άρχισαν ξανά τα προβλήματα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις (με πρώτη σοβαρή κρίση τα Σεπτεμβριανά του 1955), τα οποία συνεχίζονται μέχρι σήμερα.
Οι «Παλαιομουσουλμάνοι» και η αντίθεσή τους με τους κεμαλικούς
Ένα από τα αγκάθια των ελληνοτουρκικών σχέσεων ήταν οι λεγόμενοι «Παλαιομουσουλμάνοι». 
Οι βιβλιογραφικές αναφορές γι’ αυτούς δεν είναι πολλές. Η εκτενέστερη όλων υπάρχει στη Μεταπτυχιακή Διπλωματική Εργασία της κυρίας Άννας Χιονίδου, στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, με τίτλο:
«Η μουσουλμανική μειονότητα της Δυτικής Θράκης (1920-1940). Ιστορικό πλαίσιο και οργάνωση σε πολιτικά, θρησκευτικό, κοινωνικό και εκπαιδευτικό επίπεδο». ΚΟΜΟΤΗΝΗ, 2018, απ’ όπου αντλήσαμε τα περισσότερα στοιχεία. Οφείλουμε να συγχαρούμε θερμά την κυρία Χιονίδου για την εξαιρετική μεταπτυχιακή διπλωματική της εργασία.
Ο Κεμάλ, για να σταθεροποιήσει το καθεστώς του προχώρησε τον Νοέμβριο του 1922 στην κατάργηση του Χαλιφάτου, ενός θεσμού αξιοσέβαστου από τα μουσουλμανικά έθνη για 1.350 χρόνια. Τον Οκτώβριο του 1923 ιδρύθηκε η νέα Τουρκική Δημοκρατία με πρωτεύουσα την Άγκυρα. Κύριοι στόχοι του Κεμάλ ήταν ο εξευρωπαϊσμός και ο εκσυγχρονισμός της, καθώς και η εκκοσμίκευση του κράτους.
Ο Κεμάλ έβαλε σαν στόχο τη μετατροπή της πολυεθνικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε ένα ομοιογενές κράτος. Ανάμεσα στις μεταρρυθμίσεις που καθιέρωσε ήταν η εισαγωγή του λατινικού αλφαβήτου, η απαγόρευση των μουσουλμανικών αδελφοτήτων και των τεκέδων τους, η υιοθέτηση του Γρηγοριανού Ημερολογίου και του δυτικού συστήματος μέτρησης της ημέρας.
Επιπλέον υιοθετήθηκε νέος Αστικός Κώδικας που αντικατέστησε τον Ιερό Νόμο της Σαρίας, με αποτέλεσμα να καταργηθούν αρκετές διακρίσεις σε βάρος των γυναικών. Έκανε επίσης προσπάθεια για «απομάκρυνση» όλων των περσικών και αραβικών λέξεων από την τουρκική γλώσσα.
Παράλληλα, έγιναν προσπάθειες να μεταφερθούν στους Έλληνες Μουσουλμάνους της Δυτικής Θράκης, οι αρχές του τουρκικού εθνικισμού και οι κεμαλικές μεταρρυθμίσεις. Όμως η πλειοψηφία των Ελλήνων Μουσουλμάνων έβλεπε όχι απλά επιφυλακτικά, αλλά αρνητικά τις κεμαλικές μεταρρυθμίσεων και τα μέλη της αυτοχαρακτηρίζονταν ως «Παλαιομουσουλμάνοι».
Στην ελληνική Θράκη, εντωμεταξύ, βρήκαν καταφύγιο Τούρκοι φυγάδες με επικεφαλής τον Μουσταφά Σαμπρί, τον τελευταίο Σεϊχουσλάμη (ανώτατο θρησκευτικό ηγέτη) της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Πολλοί αντικεμαλικοί Τούρκοι βρήκαν επίσης καταφύγιο σε άλλες χώρες, όπως η Βουλγαρία, η Συρία, η Αγγλία και η Γαλλία. Οι αντιφρονούντες του κεμαλικού καθεστώτος έμειναν γνωστοί ως οι «150».
Οι αντιφρονούντες Τούρκοι, Κιρκάσιοι και Τσερκέζοι που εγκαταστάθηκαν στη Δυτική Θράκη εργάστηκαν αρχικά ως δάσκαλοι ή εκδότες εφημερίδων και συσπείρωσαν τους «Παλαιομουσουλμάνους»
Οι κεμαλικοί συσπειρώθηκαν γύρω από τον εκδότη και δάσκαλο Mehmet Hilmi και το προξενικό γραφείο που ιδρύθηκε στην Κομοτηνή το 1924.
Κεμαλιστές και αντικεμαλιστές χρησιμοποίησαν τον Τύπο, το μόνο μέσο της εποχής με το οποίο μπορούσαν να περάσουν μηνύματα. Η πρώτη εφημερίδα που κυκλοφόρησε ήταν η Yeni Ziya (Νέο Φως), από τον Mehmet Hilmi (1924). Αυτή εκδιδόταν ως τα τέλη του 1925 οπότε ο Hilmi κατηγορήθηκε ότι τα άρθρα του στρέφονταν κατά της ασφάλειας του κράτους.
Η εφημερίδα έκλεισε και ο ίδιος εξορίστηκε για 6 μήνες στη Λήμνο. Με την επιστροφή του, ο Hilmi εξέδωσε την εφημερίδα Yeni Yol (Νέος Δρόμος), που έκλεισε σύντομα, επίσης λόγω προβλημάτων με το κράτος. Τρίτη και πιο πετυχημένη εκδοτική προσπάθεια του Hilmi ήταν η εφημερίδα Yeni Adim (Νέο Βήμα) που εκδόθηκε το 1926. Ο ίδιος, ο οποίος μάλιστα ήταν Πομάκος, με την ίδρυση της «Ένωσης Νέων Ξάνθης» και την «Τουρκική Ένωση Νέων» (το 1927 και το 1928 αντίστοιχα) κατάφερε να προσελκύσει πολλούς νέους Μουσουλμάνους.
Από την άλλη πλευρά, οι συντηρητικοί Μουσουλμάνοι εξέδιδαν την εφημερίδα Itila (Πρόοδος) από το 1924 (εκδότης της ήταν ο Copur Ismail Hakki) και τη Balkan (Βαλκάνια), που εκδόθηκε τον ίδιο χρόνο από τον Τσερκέζο Hasan Mustafa. Στην Itila αρθρογραφούσε ο Mustafa Sambri, πολεμώντας με κάθε τρόπο τον κεμαλισμό και προασπίζοντας τις παραδοσιακές θρησκευτικές αξίες της μειονότητας.
Πιο σημαντική εφημερίδα των συντηρητικών Μουσουλμάνων ήταν όμως η Yarin (Αύριο) με βασικό αρθρογράφο τον Mustafa Sabri, τελευταίο Σεϊχουσλάμη θυμίζουμε. Η Yarin είχε σημαντική απήχηση όχι μόνο στους συντηρητικούς Έλληνες Μουσουλμάνους, αλλά και στην Τουρκία.
Αυτό, προφανώς, οδήγησε σε έκδοση στην Κωνσταντινούπολη μιας φιλοκεμαλικής εφημερίδας με το όνομα «Yarin»! Ο Σαμπρί για να μην υπάρχει σύγχυση μεταξύ των αναγνωστών του άλλαξε τον τίτλο της «Yarin» σε «Peyan-i-Islam» («Τα νέα του Ισλάμ»).
Η απέλαση των Παλαιομουσουλμάνων και τα άλλα «δώρα» της Ελλάδας στον Κεμάλ το 1930
Η παρουσία και η δράση στην ελληνική Θράκη των συντηρητικών Μουσουλμάνων ενόχλησε σφοδρά τον Κεμάλ, ο οποίος ήδη από το 1924-25 είχε αρχίσει τις διαμαρτυρίες στην ελληνική κυβέρνηση. Μάλιστα έφτασε στο σημείο να ισχυριστεί ότι οι «Παλαιομουσουλμάνοι» επιδίωκαν την ανατροπή του! Οι ελληνικές κυβερνήσεις αντιδρούσαν με αμηχανία. Η κατάσταση στη Θράκη άρχισε να επιδεινώνεται το 1926 με την κατάργηση από τον Κεμάλ του φεσιού και την υιοθέτηση του Αστικού Κώδικα.
Σε σχολεία της ελληνικής Θράκης σημειώθηκαν επεισόδια ανάμεσα σε «φεσοφόρους» και «πιλοφόρους» (πίλος=καπέλο) μαθητές, με αποτέλεσμα πολλοί γονείς να μην στέλνουν τα παιδιά τους στα σχολεία. Η θρησκευτική ηγεσία της μουσουλμανικής μειονότητας δεν δεχόταν να αναγνωρίσει τους «πιλοφορούντες» Μουσουλμάνους, με αποτέλεσμα είτε να αποβάλλονται από τα σχολεία οι «πιλοφόροι» μαθητές είτε να παύονται από αυτά νεωτεριστές εκπαιδευτικοί. Ακόμα και Μουσουλμάνοι ιερωμένοι αρνούνταν να διευθετήσουν υποθέσεις των «πιλοφορούντων».
Νέα προβλήματα δημιούργησε ο Mehmet Hilmi το 1928, με την προσπάθειά του να επιβάλει το λατινικό αλφάβητο στους Έλληνες Μουσουλμάνους. Αντιδρώντας, οι μουφτήδες Ξάνθης και Έβρου και οι πρόεδροι των μουσουλμανικών κοινοτήτων έστειλαν επιστολή στον Πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο και τους Υπουργούς Εξωτερικών Αλέξανδρο Καραπάνο και Παιδείας και Θρησκευμάτων Κωνσταντίνο Γόντικα στις 22 Νοεμβρίου 1928, όπου τόνιζαν, μεταξύ άλλων, και τα εξής: «… η θρησκεία του Ισλάμ και ο μουσουλμανισμός δεν εξαρτάται από την Τουρκία, οι Μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης καλώς εννοούσιν ότι η θρησκεία των, η παιδεία των, οι παραδόσεις των και η κοινωνική αυτών υπόστασις δεν είναι παίγνιον (παιχνίδι) εις χείρας της Τουρκίας, ότι τυγχάνουν υπήκοοι κράτους ελεύθερου, πεπολιτισμένου και σεβόμενου την θρησκείαν».
Η απάντηση του Υπουργείου Εξωτερικών ανέφερε μεταξύ άλλων και τα εξής: «… η υπό των Μουσουλμάνων χρησιμοποίησις της Αραβικής ή της Λατινικής γραφής, ουδόλως ενδιαφέρει το ελληνικό κράτος οφείλομεν να αποφύγομεν πάσα ανάμιξιν εις την έριδαν ταύτην».
Η τακτική ουδετερότητας που επέλεξε να ακολουθήσει το ελληνικό κράτος, ουσιαστικά ευνοούσε τους κεμαλικούς της μειονότητας. Θέλοντας να τηρήσει πιστά τους όρους της Συνθήκης της Λωζάνης και να μην διαταράξει τις σχέσεις της με την Τουρκία, η Ελλάδα προτίμησε να ακολουθήσει μια τακτική ουδετερότητας στην ενδομουσουλμανική διαμάχη. Δυστυχώς, εκατό χρόνια αργότερα οι προσδοκίες των τότε κυβερνώντων, όπως θα δούμε στη συνέχεια διαψεύστηκαν πανηγυρικά…
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και οι συμφωνίες του με την Τουρκία – 
Η απέλαση των «Παλαιομουσουλμάνων»
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, που από τις 4 Ιουλίου 1928 είχε αναλάβει εκ νέου την πρωθυπουργία της χώρας αποφάσισε να λύσει τα προβλήματα με την Τουρκία για να ασχοληθεί απερίσπαστος με την εγκατάσταση των προσφύγων που δολιχοδρομούσε και με την οικονομική ανόρθωση της χώρας.
Αλλά και ο Κεμάλ ήθελε να μην έχει εκκρεμότητες με την Ελλάδα για να μπορέσει να επιλύσει τα προβλήματα που είχαν προκύψει από την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων στη χώρα του. Μετά το ελληνοϊταλικό Σύμφωνο του Σεπτεμβρίου 1928 και τη διευθέτηση των διαφορών με τη Γιουγκοσλαβία, που ενίσχυσαν τη διπλωματική θέση της Ελλάδας, ο Βενιζέλος, με τη βοήθεια και των Ιταλών στράφηκε προς την Τουρκία.
Η απέλαση των Παλαιομουσουλμάνων και τα άλλα «δώρα» της Ελλάδας στον Κεμάλ το 1930
Στις 30 Αυγούστου 1928 έστειλε επιστολή στον Τούρκο ομόλογό του Ισμέτ Ινονού (ο Κεμάλ ήταν Πρόεδρος) με το οποίο πρότεινε να υπογραφεί Σύμφωνο ελληνοτουρκικής φιλίας και μη επιθέσεως. Ο Ινονού δέχθηκε, όμως έθεσε ως βασική προϋπόθεση τη διαπραγμάτευση όλων των εκκρεμών ζητημάτων μεταξύ των δύο χωρών. Οι διαπραγματεύσεις ξεκίνησαν, όμως οδηγήθηκαν σε τέλμα τον Ιούλιο του 1929 και τερματίστηκαν.
Αμέσως, ο τουρκικός Τύπος άρχισε τα δημοσιεύματα για ευθύνες της ελληνικής πλευράς. Παράλληλα, «πρότεινε» την κατάσχεση των περιουσιών όλων των ομογενών της Κωνσταντινούπολης, που τότε άκμαζε. Ο Βενιζέλος αντικατέστησε τον πρέσβη Ι. Παππά που είχε αναλάβει τις προηγούμενες διαπραγματεύσεις, με τον Σ. Πολυχρονιάδη.
Ο Πολυχρονιάδης ζήτησε από την κυβέρνηση να λυθεί το πρόβλημα με τις περιουσίες, γιατί θεωρούσε ότι όντως υπήρχε κίνδυνος για τις ιδιοκτησίες των ομογενών. Ξεκίνησαν έτσι νέες διαπραγματεύσεις.
Στις 10 Ιουνίου 1930 ο Έλληνας πρέσβης στην Άγκυρα Σ. Πολυχρονιάδης και ο Τούρκος Υπουργός Εξωτερικών Rustu Aras υπέγραψαν το Σύμφωνο της Άγκυρας με το οποίο διευθετήθηκαν οριστικά τα νομικά και περιουσιακά ζητήματα που είχαν προκύψει από τη Σύμβαση για την ανταλλαγή των πληθυσμών.
Κρίθηκε όμως ότι οι ελληνικές και μουσουλμανικές περιουσίες που συμψηφίστηκαν άφηναν χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος της Ελλάδας (άλλωστε οι Έλληνες ανταλλάξιμοι ήταν 1.500.000 και οι Μουσουλμάνοι 500.000)και αποφασίστηκε να δοθούν από την Ελλάδα 425.000 λίρες Αγγλίας σε Έλληνες και Τούρκους δικαιούχους. 150.000 λίρες δόθηκαν στους Έλληνες Μουσουλμάνους της Θράκης, καθώς περιουσίες τους δόθηκαν σε πρόσφυγες και οι υπόλοιπες 275.000 λίρες, σε Τούρκους.
Με το άρθρο 10 του Συμφώνου λυνόταν οριστικά το πρόβλημα των «etablis» (εγκατεστημένων»). Η Τουρκία αναγνώριζε την ιδιότητα αυτή σε όλους τους Έλληνες Ορθόδοξους, με τουρκική υπηκοότητα ανεξάρτητα από την ημερομηνία άφιξης στην Κωνσταντινούπολη και τον τόπο γέννησης.
Στις 30 Οκτωβρίου 1930, ο Ε. Βενιζέλος υπέγραψε στην Άγκυρα το Σύμφωνο Φιλίας, Ουδετερότητας και Διαιτησίας, το οποίο απαγόρευε τη συμμετοχή Ελλάδας και Τουρκίας, σε οποιονδήποτε πολιτικό ή οικονομικό συνασπισμό θα στρεφόταν εναντίον της άλλης χώρας.
Στο πλαίσιο του Συμφώνου Φιλίας, το προξενικό γραφείο Κομοτηνής, που λειτουργούσε από το 1924 υπό την εποπτεία του τουρκικού Προξενείου Θεσσαλονίκης, αναβαθμίστηκε σε προξενείο, το οποίο δρα πλέον ως κράτος εν κράτει στη Θράκη… Το 1931, ο Ισμέτ Ινονού, ως πρωθυπουργός της Τουρκίας επισκέφθηκε την Ελλάδα, μαζί με τον ΥΠΕΞ Αράς.
Ο Ινονού ζήτησε και πέτυχε την απέλαση των «Παλαιοκεμαλικών» από την Ελλάδα. Ο Έλληνας πρέσβης στην Τουρκία Πολυχρονιάδης είχε αποκαλύψει στον Βρετανικό διπλωμάτη Κλερκ, ότι η εκδίωξη των «Παλαιομουσουλμάνων» από την Ελλάδα εντασσόταν στο πλαίσιο μιας αμοιβαίας συνδιαλλαγής με την Τουρκία, η οποία υποσχόταν ότι θα τηρούσε μια πιο ελαστική στάση απέναντι στους Έλληνες της Κωνσταντινούπολης.
Οι καλές σχέσεις των δύο χωρών, που δυστυχώς δεν είχαν μεγάλη διάρκεια επισφραγίστηκαν με την πρόταση Βενιζέλου να δοθεί το Νόμπελ Ειρήνης στον Κεμάλ. Αν αναρωτιέστε τι απέγινε ο Mustafa Sampri, πήγε στην Αίγυπτο, όπου και πέθανε στις 12 Μαρτίου 1954.
Επίλογος
Αμέσως μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης, η Τουρκία άρχισε να προβάλλει διάφορα αιτήματα και η Ελλάδα σε θέση αμυνομένου να αναγκάζεται τελικά να τα ικανοποιεί. Τι θα γινόταν αν δεν εκδιώκονταν οι Παλαιομουσουλμάνοι από τη Θράκη; Γιατί επιτράπηκε η μετατροπή του προξενικού γραφείου Κομοτηνής σε προξενείο; Γιατί η χώρα μας δεν ίδρυσε αντίστοιχο προξενείο στην 100% ελληνική Ίμβρο, αλλά στην Αδριανούπολη;
Είναι αλήθεια ότι το 1928 (δείτε το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας «Κωνσταντινούπολις») οι Τούρκοι πρότειναν να ξεκινήσουν διαπραγματεύσεις για να μας πουλήσουν το Τρίγωνο του Καραγάτς ζητώντας προκαταβολικά 500.000 λίρες Αγγλίας (στερλίνες), τα χρήματα υπήρχαν, αλλά ο Βενιζέλος τα χρησιμοποίησε για στρατιωτικές δαπάνες; Ο ίδιος, το 1923 είχε δώσει στην Τουρκία, το Τρίγωνο του Καραγάτς λόγω έλλειψης χρημάτων!
Και γιατί έδωσε δύο χρόνια αργότερα 425.000 λίρες σε αποζημιώσεις; Δυστυχώς, τα ερωτήματα αυτά θα μείνουν αναπάντητα, αφού οι πρωταγωνιστές των γεγονότων της εποχής δεν ζουν πλέον. Δυστυχώς, επίσης, 100 χρόνια αργότερα, οι Τούρκοι έχουν αποθρασυνθεί και τα Σύμφωνα Φιλίας κ.λπ., δεν έχουν καμία αξία. Περισσότερα προβλήματα δημιουργήθηκαν από αυτά, από όσα επιλύθηκαν.
Καλό θα ήταν στο ΥΠΕΞ να διαβάσουν το σημερινό άρθρο, καθώς σίγουρα θα μάθουν κάποια πράγματα που δεν γνωρίζουν. Και ίσως μάθουν, τι δεν πρέπει να κάνουμε με την Τουρκία, όχι τι να κάνουμε…
ΠΗΓΕΣ: Βασική πηγή του άρθρου μας ήταν η μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία «Η μουσουλμανική μειονότητα της Δυτικής Θράκης (1920-1940). Ιστορικό πλαίσιο και οργάνωση σε πολιτικό, θρησκευτικό, κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο», της Άννας Χιονίδου, ΔΠΘ, ΤΜΗΜΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑΣ, Κομοτηνή 2018. Συγχαίρουμε και πάλι την κυρία Χιονίδου για την άψογη εργασία της που φωτίζει άγνωστες πλευρές της ιστορίας της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης στα χρόνια του Μεσοπολέμου.
Μιχάλης Στούκας-ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ

19 Ιουνίου, 2026

ΤΟ ΣΠΙΤΙΚΟ DNA ΤΩΝ ΨΥΧΩΝ ΜΑΣ

 


     Θα έλεγα πως έχουμε ένα ψευδοϊσχυρό άλλοθι να λακίζουμε από το κατώφλι του Θεού. Απορροφήσαμε πολλή ερημιά και αυτό ισοπέδωσε την ύπαρξή μας. Λες και παρουσιάζουμε μια βαριά αθυμία να πιστέψουμε. Στην εποχή μας είναι γεγονός πως μας απολείπουν ή μας κρύβονται τα ένθεα πρότυπα, τα έμψυχα δοχεία της Χάριτος, οι άγιοι του Θεού.
     Τα πρότυπα εμπνέουν διαρκώς τα πρόσωπα. Δεν τ’ αφήνουν μόνα στη νάρκη και στην παράκρουση του κόσμου. Τα εμπνεόμενα πρόσωπα πάλι ξέρουν μετά πώς να βαδίσουν και πώς να φερθούν: ταπεινά, όμορφα, συνετά, σταθερά και ελεύθερα.
     Έπειτα, σε προσωπικό επίπεδο, στερούμαστε και εκείνων των αγνών θεολογικών βιωμάτων της καρδιάς. Ποιον είχαμε να μας τα παραδώσει ποτέ; 
Σχεδόν κανέναν. 
Και ποιον δεν είχαμε για να μας τα ακυρώσει, να τα αμαυρώσει και να τα προδώσει; 
Σχεδόν τους πάντες.
     Το να γνωρίζεις τον Θεό όχι «θρησκευτικά» και τυπικά, αλλά βιωματικά, είναι μια δωρεά άνωθεν. Κατέρχεται η σφραγίδα της Χάριτος καταλυτικά στην καρδιά και μετά τίποτα στον κόσμο αυτόν δεν υπάρχει που να «σιάζει» ή να κλονίζει τον άνθρωπο.
     Η ψύχρα, η αδιαφορία, η ντουγανιά, η αδιακρισία και η νευρασθένεια της αμαρτίας πάει από γενιά σε γενιά. Η αμαρτία της ρίζας εκτοξεύεται προς τους κλάδους. 
Η απώλεια που φέρνει η αμαρτία στη ζωή μας δεν έρχεται ξαφνικά· συνηθίζεται ή αφομοιώνεται όμως σταδιακά σε τέτοιο σημείο που να θεωρείται από τους περισσότερους φυσικότητα ή αναγκαιότητα.
     Τα παιδιά, τα νεαρά βλαστάρια μας, το μόνο που κάνουν είναι να ανακυκλώνουν στους εαυτούς τους τη ζωή που είδαν στα πρόσωπα και τη σχέση των γονιών τους. Και οι γονείς αυτών των παιδιών τρέφουν μέσα τους μια ανεξάλειπτη αναφορά προς τους δικούς τους γονείς.


     Αυτά που βλέπουμε ή από όσα επηρεαζόμαστε, πράττουμε όλοι μας. Μετά η συστάδα των προσωπικών επιλογών μάς χαρακτηρίζει, γίνεται ο κύκλος μας ή αρκετά σπάνια ο ορίζοντάς μας. Μιλάμε για την «πνευματική πλευρά» ενός ισχυρού και αναπόδραστου «σπιτικού» DNA· είναι το σπιτικό DNA των ψυχών μας. Γενιά με γενιά εισβάλλει η αμαρτία στον κόσμο των ανυποψίαστων ανθρώπων.
     Αν όμως, μέσα σε μια οικογένεια, σ’ ένα σπιτικό, σε μια φαμίλια και σ’ ένα σόι, βρεθεί ένας μυστικός άγιος, ένας ταπεινός και αθέατος αγωνιστής του Θεού, τότε το πράγμα αλλάζει άρδην. Το σαρωτικό κράτος της αμαρτίας ανατρέπεται. Γιατί; Γιατί μέσω αυτού του αγίου ή του αγωνιστού πιστού «πληροφορούνται» και αλλοιώνονται εσωτερικά οι καρδιές, λαμβάνοντας τη σωτήρια αίσθηση ή την επίγνωση του θελήματος του Θεού στην απορημένη τους ύπαρξη.
     Μέχρι πρότινος σ’ εμάς, στην Πατρίδα μας, υπήρχαν κάπως κάποιες στοιχειώδεις πατρογονικές πνευματικές αντιστάσεις. Τώρα όμως απογυμνωθήκαμε εντελώς και από αντιστάσεις αλλά και από εμπνεύσεις που μετέδιδαν ή ενίσχυαν αυτές τις αντιστάσεις προς την αχρειότητα της αμαρτίας. Και έτσι γίναμε ολοένα πιο ανίσχυροι και ευόλισθοι προσωπικά, διαπροσωπικά, κοινωνικά, πνευματικά.
     Για μένα το θέμα δεν είναι ηθικό· είναι βαθιά πνευματικό, υπαρξιακό, οντολογικό. Όσο χάνουμε και απεμπολούμε τον Θεό και τη Χάρη Του, τόσο αλαργεύουμε από τη ζωή, την ποιότητα και τη χαρά της. Με όλα αυτά και με τόσα άλλα, «ποιος μπορεί να σωθεί;» ρώτησαν μέσα στην έσχατη απορία τους οι μαθητές τον Χριστό. «Αυτά που είναι αδύνατα για τους ανθρώπους, είναι δυνατά για τον Θεό» απάντησε ο Κύριος.
     Και δεν είναι ανήλεος δογματισμός ή μια στείρα απόφανση αυτό: ο Θεός ανήκει μονάχα σε αυτούς που Τον διεκδικούν, σε αυτούς που Τον ποθούν και σε αυτούς που Τον διψούν ειλικρινά και βαθιά, μέσα από την καρδιά τους.


     Αν ο Θεός δεν γίνει το κέντρο της καρδιάς μας, αργά ή γρήγορα θα εθιστούμε για τα καλά στην κόλαση της απουσίας και της αγνωσίας Του. Τα πρώτα πλατιά σκαλιά του Παραδείσου βρίσκονται μέσα μας. Πρέπει να κάνουμε τα πάντα ώστε να ελκύσουμε τη Χάρη του Θεού. Η αποκάλυψη του Θεού έρχεται μέσα από ενδόμυχες αλλοιώσεις που κάνουν τον άνθρωπο μετάρσιο, εραστή και ακόλουθο της θείας ζωής στο Πρόσωπο του Χριστού.
     Η Χάρη του Θεού είναι αθόρυβη, αλλά πάντα δραστική και καρποφόρα. Μπορεί να μη βλέπουμε κανένα εξωτερικό «έργο» από αυτήν, αλλά εξαιτίας της ζούμε την «αλλοίωση της Δεξιάς του Υψίστου».
     Η καρδιά αντιλαμβάνεται πολύ καλά ότι, μέσα από τη συντριβή και τη μετάνοιά της, γίνεται ανεπαίσθητα η ίδια ένα εκπληκτικό ενδιαίτημα Θεού. Όταν παράλληλα παντού «εκεί έξω» κυριαρχεί η μοναξιά, η ερημιά, η σύγχυση και η αλληλοφαγία.
     Δεν μπορεί να εκτιμηθεί καταλλήλως η Αποκάλυψη του Θεού στα έγκατα του ανθρώπου. Το Μυστήριο του Θεού δεν ζυγιάζεται ποτέ.
     Ευτυχώς, όταν για τους άλλους ο Θεός είναι ένα παραμυθάκι, μια ιστοριούλα, μια παράσταση, μια ηθική, μια επιταγή, ένα καθήκον, ένα δίδαγμα ή ένα λογικό συμπέρασμα, ένα κατάπλασμα, μια υποκρισία και μια αυτοδικαίωση, η γεύση της εν Χριστώ Σωτηρίας μέσα στην καρδιά είναι πρωτόγνωρη και ανεκδιήγητη, μια αιώνια ευφροσύνη...

π. Δαμιανός
https://toeilhtarion.blogspot.com/2020/08/dna.html