04 Ιουνίου, 2026

«ΚΑΙ ΝΑ ΠΟΥ ΑΥΤΟΣ ΜΕ ΠΡΟΣΕΞΕ!»

 

     Η προσευχή μας είθε να γίνει ένα γλυκό σήμαντρο για τη μάζωξη του κατακερματισμένου μας νου. Τα πράγματα του κόσμου ολοένα και πιο πολύ σκορπούν και συγχέουν την καρδιά μας. Με τη σύγχυση έρχεται η αποδυνάμωση. Και με την αποδυνάμωση ο σβησμός μας. Το παν είναι να αισθανόμαστε την Προσευχή σαν την πιο ζωογόνα και ζωντανή σχέση μας με τον Θεό. Αυτόν που αγαπάς δεν θέλεις όλο να του μιλάς; Να του μιλάς δίχως να βαριέσαι, δίχως να κοιτάς το ρολόι σου, δίχως να σε νοιάζει η κούραση του σώματος· να του μιλάς με οικειότητα, με εμπιστοσύνη, με ελευθερία, με καρδιακή ευτολμία, μακριά από φόρμες συμπεριφοράς και ηθικιστικές συνταγές. Πόσο Τον πικραίνουμε και πόσο Τον δυσαρεστούμε, όταν Του στέλνουμε λόγια άνευρα, άτονα, ψυχρά, τυπικά, μηχανικά, δίχως τη συμμετοχή της καρδιάς και του πνεύματός μας. Ο εαυτός μας νεκροποιείται όταν δεν ζωντανεύει με την καρδιακή Προσευχή. Κι αν η Προσευχή νοηθεί σαν αγγαρεία ή ακόμη και σαν ένα «θρησκευτικό καθήκον», τότε προβλέπεται ολοένα πιο πολύ να την αρνούμαστε παρά να την αποδεχόμαστε στην πράξη. Ο πνευματικός θάνατος κοιτάζει πώς να κυριεύει με κάθε τρόπο τη ψυχή μας. Ο αιώνιος εχθρός μας κάνει τα πάντα να μην αγαπήσουμε την Προσευχή, την καρδιακή Προσευχή, και Αυτόν προς τον Οποίον είναι να προσευχηθούμε. Ενώ η εν Χριστώ ανάσταση τού είναι μας, είναι τόσο πολύ πλάι μας! Μπορεί η καρδιά να αγκαλιάσει την Προσευχή αλλά η Προσευχή να κυριεύσει λίγο-λίγο την καρδιά; Η Προσευχή που γίνεται με συναίσθηση καρδιάς είναι άλλο πράγμα. Ανοίγουν διάπλατα οι ουρανοί· κι εμείς, σαν τα γυφτάκια από τις αλάνες του κόσμου, ακούμε στο περίπου το θείο και στοργικό κέλευσμα: «Πέρασε! Η Αγάπη σε καλεί, γιατί με αγάπη μίλησες, γιατί με αγάπη αισθάνθηκες αυτό (η Προσευχή) που είναι εξ αιώνος πράξη και ενέργεια θείας Αγάπης!». Μια Προσευχή που την αισθάνεται η καρδιά είναι η πιο αποτελεσματική θεραπεία για την κατάθλιψη και τη μοναξιά που μας δέρνει και μας κατατρύχει αλύπητα σήμερα. Να κερδίσουμε το Ους τού ευήκοου Θεού μέσα στο ταμείο της καρδιάς μας. «Φώναξα με φωνή προς τον Θεό και να, που Αυτός με πρόσεξε!», λέει ένας Ψαλμός (ΟΣΤ΄/76ος). Κατάσταση προσευχητικής αριστείας εν Πνεύματι Αγίω. 

Πώς θα κάνουμε τον Θεό να προσέξει την πονεμένη και σπαρακτική φωνή της κουρασμένης μας καρδιάς; 

Με την προσοχή και τη συναίσθηση όλου του εαυτού μας κατά την ώρα της Προσευχής. Στα λόγια της Προσευχής, που είναι λόγια της Εκκλησίας, κρύβεται πάντα το Άγιο Πνεύμα, ο Παράκλητός μας, Αυτός που μας παρηγορεί και μας ενισχύει, Αυτός που «εντυχάνει υπέρ ημών». Πολύ δυνατό. Το ανέλυσε πολύ αυτό και πολλές φορές ο Άγιος Πορφύριος, ο Άγιος Παΐσιος και άλλοι Πατέρες. 

Τα λόγια της Προσευχής κερδίζουν την προσοχή και τη συναίσθησή μας; Εδώ είναι το θέμα, εδώ και το κλειδί. Η Προσευχή είναι μια πυρπόληση και ταυτόχρονα μια δροσοβόλα βροχή. Μη κοιτάτε τους γιόγκιδες που πάνε να κάνουν στο περίπου το ίδιο. Αυτοί επικαλούνται δαιμονιωδώς, αχριστοκεντρικώς, αδογματικώς, μη αποκαλυπτικώς και εγωπαθώς. Το ίδιο ισχύει και για την προτεσταντική μερίδα ή όποια άλλη αίρεση ή σέκτα. Εμείς, σαν βαπτισμένοι ορθόδοξοι, επικαλούμαστε εν αληθεία και αγάπη τον Θεό της καρδιάς μας. Η αγνή και ανένοχη θέα των αμαρτημάτων μας φέρνει μια πολύτιμη κατάσταση εσωτερικής συντριβής, αλλά η θεία Αγάπη δεν μας αφήνει εκεί, δεν μας εγκαταλείπει στο πενθηρό μαράζωμα. Μας μεταρσιώνει προς τον Εαυτό Της, όπου όλα τα δωρήματα: η χαρά, η ειρήνη, ο φωτισμός, η διάκριση, η αποκατάσταση, ο θείος έρωτας. «Κύριε Ελέησον!» λέμε, και έρχεται προς εμάς το θείο έλεος. «Ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ!» αναφωνούμε, και καταφθάνει ο εξ ύψους ιλασμός. «Κύριε, συγχώρησόν μοι!» κράζουμε με ιερή απελπισία, και η θεία άφεση καταλαμβάνει το είναι μας. «Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι!» κραυγάζουμε με θεία έξαρση, και όλη η ύπαρξή μας γίνεται ενδιαίτημα δοξολογίας και χαράς. Η Προσευχή που γίνεται με συναίσθηση, με μέθεξη και με προσοχή, φανερώνει και το κατά πόσο ζούμε τον Θεό ως πρόσωπο και ως σχέση, ως ζωή της ζωής μας, ως πασχάλιο πέρασμα της ψυχής μας από την οδύνη του φθαρτού κόσμου στην άληκτη χαρά του γλυκού και άφθαρτου Παραδείσου.


π. Δαμιανός







Επιτρέπεται

η αναδημοσίευση

των αναρτήσεων

από το

«Ειλητάριον»,

αρκεί

να αναφέρεται

απαραίτητα

ως πηγή προέλευσης.

https://toeilhtarion.blogspot.com/2020/09/blog-post_24.html

03 Ιουνίου, 2026

ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΦΩΤΙΣΤΗΣ ΑΡΜΕΝΙΑΣ

 

     Ο άγιος Γρηγόριος καταγόταν από παρθικό βασιλικό αίμα. Ήταν γιος του Αρσακίδου σατράπου Ανάκ, ο οποίος με διαταγή του βασιλιά Αρταξέρξη (Αρτασίρ) σκότωσε τον βασιλιά της Αρμενίας Τιριδάτη Β΄ τον Μέγα (Χοσρόη κατά τις αρμενικές πηγές, 217-238).

     Εκδικούμενοι το έγκλημα οι Αρμένιοι σατράπες κατέσφαξαν όλη την οικογένεια του Ανάκ (238), εκτός από τον διετή τότε Γρηγόριο, τον οποίο η τροφός του φυγάδευσε στην Καισάρεια της Καππαδοκίας. Εκεί ο άγιος βαπτίσθηκε και έλαβε ελληνοχριστιανική παιδεία. Όταν μεγάλωσε, νυμφεύθηκε κόρη βασιλικής οικογένειας και απέκτησε δύο γιους, τον Βαρτάνη και τον Αριστάκη, τους οποίους ανέθρεψε με την Πίστη του Χριστού.

     Στην Καισάρεια βρισκόταν εξόριστος από τον Αρταξέρξη ο γιος του φονευθέντος Χοσρόη Τιριδάτης Γ΄. Γνωρίζοντας ο Γρηγόριος τον φόνο που είχε διαπράξει ο πατέρας του, συνδέθηκε μαζί του και του προσέφερε τις υπηρεσίες του, χωρίς να του αποκαλύψει την καταγωγή του. Το 287 ο Τιριδάτης με την υποστήριξη των Ρωμαίων ανέκτησε τον θρόνο της Αρμενίας, οπότε και ο Γρηγόριος επέστρεψε στην πατρίδα του. Επειδή όμως διάπυρη αγάπη προς τον Θεό έφλεγε τη ψυχή του, εγκατέλειψε τον κόσμο και αναχώρησε στην έρημο, για να ζήσει ως ασκητής.

     Ανερχόμενος στον θρόνο ο Τιριδάτης Γ΄, αντί να αναγνωρίσει το φιλάνθρωπο χέρι του Θεού στην ευεργεσία που του έγινε, αφοσιώθηκε με ζήλο στην ειδωλολατρία. Επειδή δε επιθυμούσε να έχει συγκοινωνό στις θυσίες και τον φίλο του Γρηγόριο, τον κάλεσε στα ανάκτορα και προσπάθησε να τον πείσει να αρνηθεί την Πίστη του Χριστού και να προσφέρει ως θυσία στον βωμό της θεάς Αναχίτ (Αρτέμιδος) ένα στεφάνι από άνθη.

     Μπροστά στην αμετάπειστη εμμονή του Γρηγορίου, ο βασιλιάς καταλήφθηκε από μανία και τον υπέβαλε σε απάνθρωπα βασανιστήρια. Κρεμασμένον κατακέφαλα, από το ένα πόδι τον έδερναν με ραβδιά ροδιάς, ενώ από κάτω τον κάπνιζαν με βρωμερότατη κοπριά. Έσφιξαν την κεφαλή του με μηχανικό όργανο και έριξαν με σύριγγα στα ρουθούνια του ποτάσα και ξίδι, ανάμικτα με αλάτι και νίτρο, των οποίων η δριμύτητα εισήλθε ως τον εγκέφαλό του. Κατόπιν, κατέκαυσαν την κεφαλή του με δερμάτινο θύλακα γεμάτο θερμότατη στάχτη, τον κρέμασαν κατακέφαλα και του έριξαν προς καταισχύνη του από τον αφεδρώνα άφθονο νερό στην κοιλιά του.

     Όσο ο Τιριδάτης χλεύαζε τον Θεό του Γρηγορίου, τόσο ο άγιος, ενδεδυμένος την πανοπλία της Πίστεως, εξερχόταν αβλαβής από τα βασανιστήρια και ευχαριστούσε τον Θεό που τον αξίωνε να πάσχει υπέρ του Ονόματός Του.

     Όταν ο βασιλιάς έμαθε ότι ο Γρηγόριος ήταν γιος του φονιά του πατέρα του, τον έριξε δεμένο σε βαθύ και αφεγγές ξεροπήγαδο γεμάτο δηλητηριώδη ερπετά, για να βρει από τα δήγματά τους φρικτό θάνατο. Ανάμεσά τους ο Γρηγόριος έζησε κατά τη θεία Πρόνοια δώδεκα χρόνια, τρεφόμενος κρυφά από μια χήρα γυναίκα.

     Μετά τον μαρτυρικό θάνατο που υπέστη η αγία Ριψιμία και η συνοδία της από τον Τιριδάτη, ο άνομος βασιλιάς έχασε τα λογικά του και συνέβοσκε με τους χοίρους. Από την εκ Θεού αυτή τιμωρία τον έσωσε η αδελφή του η Χοσροβιδούκτα. Όταν πληροφορήθηκε στον ύπνο της ότι ο βασιλιάς θα λυτρωθεί από τα δεινά του μόνον με τη μεσιτεία του Γρηγορίου, έδωσε εντολή και οι άρχοντες τον έβγαλαν από το ξεροπήγαδο ύστερα από τόσα χρόνια ζωντανό και τελείως αβλαβή. Με την προσευχή του Γρηγορίου ο βασιλιάς θεραπεύθηκε και πίστευσε στον Χριστό. Το παράδειγμά του ακολούθησαν όλοι οι συγγενείς του, οι μεγιστάνες και πλήθος λαού. Ο άγιος τούς κατήχησε και ανήγειρε ναό προς τιμήν της παρθενομάρτυρος Ριψιμίας και της συνοδίας της, για να καταθέσει εκεί τα λείψανά τους. Στο κτίσιμο βοηθούσε με πολλή ταπείνωση και ο Τιριδάτης, σκάβοντας μόνος του τον τόπο και μεταφέροντας στους ώμους του μεγάλες και βαριές πέτρες.

     Αμέσως μετά έστειλε τον Γρηγόριο με τιμητική συνοδία στην Κωνσταντινούπολη, όπου ο τότε επίσκοπός της Λεόντιος τον χειροτόνησε επίσκοπο Αρμενίας με τον τίτλου του «καθολικού», δηλαδή του πατριάρχη (περί το 300).

     Επιστρέφοντας στην πατρίδα του ο Γρηγόριος, βάπτισε τον βασιλιά και πλήθος λαού στον ποταμό Ευφράτη. Κατόπιν εγκατέστησε την έδρα του στην πόλη Αστισάτ και ανέλαβε περιοδείες σε όλη τη χώρα για τον εκχριστιανισμό της και την οργάνωση της Εκκλησίας. Χειροτόνησε ιερείς, εγκατέστησε επισκόπους, ανήγειρε ναούς, κανόνισε τα της λατρείας, κατηχούσε, βάπτιζε και θεράπευε κάθε ασθένεια.

     Σε όλα είχε βοηθό του τον βασιλιά, ο οποίος προικοδοτούσε πλούσια τις εκκλησίες και του παρείχε κάθε συμπαράσταση στο αποστολικό έργο. Έτσι, η Αρμενία κατέστη χριστιανικό κράτος, το οποίο μετέδωσε το φως του Χριστού και στους γειτονικούς της λαούς: Πέρσες, Μήδους και Ασύριους.

     Το 320 ο Γρηγόριος, έχοντας στερεώσει την ειρήνη του Χριστού σε όλη την Αρμενία, κατέστησε τον γιο του Αριστάκη αρχηγό της Εκκλησίας, ενώ αυτός αποσύρθηκε στο όρος Manyea, για να ζήσει με άσκηση τις υπόλοιπες μέρες της ζωής του. Εκεί, μετά από λίγα χρόνια (328) βρέθηκε νεκρός από κάποιον ποιμένα και ενταφιάσθηκε στην Thortan του Ευφράτη, κοντά στην Αστισάτ.

—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—

χος γ΄. Θείας Πίστεως.

Θείας πίστεως, τῇ γεωργίᾳ, ἐνεούργησας, βροτῶν καρδίας, κατασπείρας τὴν τοῦ Λόγου ἐπίγνωσιν, καὶ λαμπρυνθεὶς μαρτυρίου τοῖς στίγμασιν, ἱεραρχίᾳ Γρηγόριε ἔφανας. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—

χος β΄. Τοὺς ἀσφαλεῖς.

Τὸν εὐκλεῆ, καὶ Ἱεράρχην ἅπαντες, ὡς Ἀθλητὴν τῆς ἀληθείας σήμερον, οἱ πιστοὶ θείοις ἐν ᾄσμασι, καὶ ὑμνῳδίαις εὐφημήσωμεν, Γρηγόριον ποιμένα, καὶ διδάσκαλον, τὸν ἔκλαμπρον φωστῆρα καὶ παγκόσμιον· Χριστῷ γὰρ πρεσβεύει, ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—

Γρήγορος τοῖς τρόποις ἀναδειχθείς, πρὸς θεογνωσίας, διεγείρεις τὸν φωτισμόν, τοὺς τῇ δυσσεβείᾳ, ὑπνώττοντας ἀθλίως, Γρηγόριε τρισμάκαρ ἀξιοθαύμαστε.


https://toeilhtarion.blogspot.com/2020/09/blog-post_30.html