14 Σεπτεμβρίου, 2026

ΠΟΡΕΙΑ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟ

 

     Για τον πνευματικό άνθρωπο έχει πολλή σημασία, εκείνο που αναφέρει ο αββάς Ισαάκ για τον αββά Ποιμένα στο «Γεροντικό». Καθόμασταν, λέει, με τον αββά Ποιμένα κάποτε και εργαζόμασταν στο εργόχειρό μας. Σε μια στιγμή τον βλέπω να βυθίζει το βλέμμα του στο μάκρος του ορίζοντα, σάμπως νά ’θελε μόνο με το νου του να βλέπει κι όχι με τα μάτια του κορμιού του. Πραγματικά, έπρεπε κάτι πολύ σπουδαίο να βλέπει νοερώς, γιατί απολησμονήθηκε πέρα για πέρα κι η όψη του πήρε την έκφραση της «χαρμολύπης», δηλαδή χαράς μαζί και λύπης. Τα μάτια του βυθιζόταν ολοένα και πιο βαθιά σε κάποιο δυνατό αγάπημα της ψυχής του και, σε λίγο, άρχισαν να τρέχουν ασταμάτητα δάκρυα. Για ώρα πολλή τον κοίταζα κι εγώ και θαύμαζα την έκστασή του, μα δεν τολμούσα να του μιλήσω. Όταν, πια, ξανάρχισε το εργόχειρό του, τον παρακάλεσα να μου πει πού ήταν ο λογισμός του τόσην ώρα. Τότ’ εκείνος μού αποκρίθηκε με σιγανή φωνή: «ὁ ἐμὸς λογισμός, ὅπου ἡ ἁγία Μαρία ἡ Θεοτόκος ἔστηκε καὶ ἔκλαιεν ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ τοῦ Σωτῆρος· κἀγὼ ἤθελον πάντοτε οὕτω κλαίειν».

      Όσοι γνωρίζουν κάπως τον ωραίο λόγο και τις θέσεις των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας μας, ξέρουν καλά ποια θέση έχει ο Σταυρός στην ορθόδοξη θεολογία· αυτό μπορεί να το ιδεί κανείς και στα έργα των αγίων Πατέρων, και στη λειτουργική μας ποίηση, και στη ζωή των τέκνων της Εκκλησίας μας, που ψάλλουν στις γιορτές του Σταυρού:
     «Σταυρός, ὁ φύλαξ πάσης τῆς οἰκουμένης,
     »Σταυρός, ἡ ὡραιότης τῆς Ἐκκλησίας·
     »Σταυρός, βασιλέων τὸ κραταίωμα,
     »Σταυρός, πιστῶν τὸ στήριγμα·
     »Σταυρός, ἀγγέλων ἡ δόξα,
     »καὶ τῶν δαιμόνων τὸ τραῦμα».

     Καταλαβαίνει τώρα κανείς, πόση άγνοια και πόση προκατάληψη πρέπει να έχουν οι δυτικοί θεολόγοι, όταν κατηγορούν την ορθόδοξη θεολογία πως αγνοεί τάχα το Μυστήριο του Σταυρού. Αλλ’ ας αφήσουμε την άκαρπη φιλολογία, για να πλησιάσουμε, όσο μας επιτρέπει ο χρόνος και οι ασθενείς δυνάμεις μας, το Μυστήριο του Σταυρού, και να δούμε ποιος είναι ο δρόμος που περνάει κάτω απ’ τον ίσκιο του Σταυρού, και τον Οποίο πρέπει ν’ ακολουθεί ο χριστιανός, για να βρει τη λύτρωσή του και τη σωτηρία της ψυχής του.

     Ο τρισμακάριστος και πανσεβάσμιος Σταυρός του Κυρίου είναι για τον χριστιανό το «ἱστίον», όπως λέει και η αγία Συγκλητική, που μ’ αυτό μονάχα μπορούμε να περάσουμε το πέλαγος της ζωής: «Αφού υψώσουμε τον Σταυρό στη ζωή μας και τον απλώσουμε σαν ένα άλλο ναυτικό πανί, τότε θα μπορέσουμε να πραγματοποιήσουμε το ταξίδι μας στη θάλασσα αυτού του κόσμου, δίχως καν να το καταλάβουμε». Πραγματικά, δίχως τον Σταυρό, ο χριστιανός δεν θά ’χε τη δύναμη να προχωρήσει στη ζωή, ν’ αγωνιστεί σκληρά με τους πειρασμούς και το σατανά, και να νικήσει στο τέλος, έχοντας όπλο ακαταμάχητο τον Τίμιο Σταυρό. Γιατί δεν είναι το απλό ξύλο ή το σημείο του σταυρού, που ως συνήθως κάνει αδιάφορα ο άνθρωπος, μα εκείνη η μυστική δύναμη που έρχεται από τη Θυσία και το πανάγιο Αίμα του Εσταυρωμένου, εκείνο που γιγαντώνει στον αγώνα του τον χριστιανό, που έχει σύμμαχο στη ζωή του τον Σταυρό. Όπως η σημαία, που δεν είναι παρά ένα κομμάτι από χρωματιστό ύφασμα, μας κάνει στο πέρασμα ή στο θέαμά της ν’ αναριγούμε όλοι, γιατί θυμόμαστε τα ιερά και τα όσια της πολυβασανισμένης μας ένδοξης Πατρίδος μας –έτσι και με τον Σταυρό: ο νους μας, κατά την ημέρα της Υψώσεως ή την Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως, πηγαίνει στον Γολγοθά και στέκεται νοερά, όπου ο νους του αββά Ποιμένος, μαζί με την Παναγία, και κλαίει από αγάπη για τον Εσταυρωμένο, και πίνει απ’ την ανοιχτή θεία πληγή τη ζωή, που βλάστησε για να λυτρωθούν όλοι οι αμαρτωλοί. Αν ο χριστιανός δεν τον δει τον Σταυρό του Χριστού σαν πίδακα και σαν κρατήρα θείου νέκταρος και αίματος που αναγεννά και σώζει, αυτός ο χριστιανός δεν έχει καλά τις πνευματικές αισθήσεις του. Και αν δεν μπορεί να καταλάβει τι νόημα κρύβουν οι στίχοι των «Χαιρετισμών» του Σταυρού:
     «Χαῖρε, ὅτι ἀνυψούμενος 
     συνανυψοῖς νῦν ἡμᾶς.
     Χαῖρε, ὅτι προσκυνούμενος 
     καθαγιάζεις τὰς ψυχάς».


     Αν ιδεί, όμως, το Μυστήριο του Σταυρού μέσα απ’ τις πατερικές θέσεις του σωτηριολογικού δόγματος της Εκκλησίας μας, θα ιδεί όλη η ζωή του να κρέμεται απ’ τον Σταυρό του Χριστού, το αιματόβρεχτο φλάμπουρο κάθε πιστού. Η πείνα του κι η δίψα του, να τελειώνουν στον Σταυρό. Η αγωνία του, να σβήνει στον Σταυρό. Τα προβλήματά του, να φωτίζονται απ’ το πονεμένο φως του Σταυρού. Τα βάσανά του και οι πόνοι του, να ξελαφρώνουν μπροστά στην πίκρα και την απερίγραπτη οδύνη του Σταυρού. Τα πάντα του, να λυτρώνονται απ’ τη θυσία του Σταυρού. Οι βρωμιές κι οι παλιανθρωπιές των βάναυσων ανθρώπων που τον περιβάλλουν, να παίρνουν απ’ το ζωομύριστο Ξύλο, μια εύοσμη και γλυκιά ευωδία. Και να αισθάνεται, πως ο Σταυρός έχει γίνει γι’ αυτόν η θύρα των μυστηρίων και η ουρανοστήριχτη σκάλα, απ’ την οποία θ’ ανεβεί στη μακαριότητα των ουρανών, χωρίς να μπορούν να τον εμποδίσουν οι πειρασμοί και οι δαίμονες.

     Ας θυμηθούμε εδώ το περίφημο πατερικό απόφθεγμα του «Γεροντικού». Ο άγιος Ιωάννης ο Βοστρηνός, που είχε λάβει ιδιαίτερο χάρισμα και εξουσία να βγάζει απ’ τους δαιμονισμένους τα δαιμόνια, ρώτησε μια μέρα τους δαίμονες, που είχαν στήσει την κατοικία τους σε μερικές νεαρές κοπέλες και τις τυραννούσαν και τις βασάνιζαν σκληρά: «Ποια πράγματα φοβάσθε πιο πολύ από τους χριστιανούς;». Κι εκείνοι τού αποκρίθηκαν: «Έχετε, όντως, τρία μεγάλα πράγματα: εκείνο που το φοράτε στο στήθος σας (δηλαδή τον Τίμιο Σταυρό)· ένα με το οποίο λούζεσθε μέσα στην Εκκλησία (δηλαδή το άγιο Βάπτισμα)· και ένα ακόμη που το τρώτε, όταν συνάζεσθε μέσα στον Ναό (δηλαδή τη θεία Κοινωνία)». Έτσι, με την απάντηση των ίδιων των δαιμόνων, φαίνεται πως τα φοβερότερα όπλα του χριστιανού, που φοβούνται και δεν τολμούν να τ’ αντιμετωπίσουν οι αιώνιοι αντίπαλοί μας και εχθροί της σωτηρίας μας, είναι ο Τίμιος Σταυρός, το άγιο Βάπτισμα και η θεία Κοινωνία –όταν, βέβαια, εμείς (με τη ζωή μας) τα «φυλάσσωμεν καλῶς».

     Οι χριστιανοί προσκυνούμε τον τύπο του Σταυρού, γιατί είναι «το μεγαλύτερο σημείο και τρόπαιο του Χριστού κατά του διαβόλου και εναντίον κάθε δαιμονικής φάλαγγας, που μας επιτίθεται· γι’ αυτό και οι δαίμονες φρίττουν και τρέπονται κυριολεκτικά σε φυγή, όταν βλέπουν να τυπώνεται και να χαράζεται πάνω μας ο Σταυρός», σημειώνει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Και Τον τιμούμε και Τον δοξάζουμε τώρα (με τη ζωή μας και στον παρόντα χρόνο που μας δίδεται), για να έχουμε παρρησία να Τον κοιτούμε την ώρα της Κρίσεως, όπου θα παρευρίσκεται «ντυμένος» με πολλή και απερίγραπτη δόξα. Με τον Σταυρό που προσκυνούμε, αποκτούμε την προσωπική «κοινωνία με τα Παθήματα του Χριστού» (Φιλιπ. 3, 10). Και δεν καυχιόμαστε για τίποτε άλλο, παρά για τον Σταυρό του Χριστού. Ο Απόστολος Παύλος δεν ήθελε για κανένα άλλο πράγμα να καυχηθεί στη ζωή του, μονάχα «για τον Σταυρό του Χριστού», όπως γράφει στην προς Γαλάτας επιστολή του –«εξαιτίας του Οποίου όλος ο κόσμος έχει σταυρωθεί για μένα, όπως κι εγώ έχω ήδη σταυρωθεί για τον κόσμο» (Γαλ. 6, 14). Για τον χριστιανό δεν είναι σκάνδαλο ο λόγος του Σταυρού, ούτε μωρία, όπως είναι για τους Ιουδαίους και τους ειδωλολάτρες, αλλά είναι «Δύναμη και Σοφία Θεού» που ζωοποιεί και σώζει. Αλλά, για να είναι ο λόγος του Σταυρού, «σ’ εμάς που θέλουμε να σωθούμε (και που σωζόμαστε διά της χάριτος συνεχώς), δύναμη και σοφία Θεού», πρέπει (ετούτος ο λόγος) να είναι ζυμωμένος με τη συσταύρωσή μας με τον Χριστό. Και αυτή η συσταύρωση έχει τη ρίζα της στον λόγο του Χριστού, που μας διασώζει ο Ευαγγελιστής Λουκάς: «Όποιος θέλει να Με ακολουθήσει, ας αρνηθεί τον εαυτό του κι ας σηκώσει τον καθημερινό του σταυρό και, τότε, ας Με ακολουθήσει» (Λουκ. 9, 23). Μπορεί να προσέξει κανείς ιδιαίτερα, και εξωτερικά ακόμη, τις φράσεις: «Όποιος θέλει να Με ακολουθήσει» –ενεστώτας χρόνος, που δείχνει με το απαρέμφατό του την ασταμάτητη, την αιώνια πορεία του χριστιανού κοντά στον Χριστό– «και ας σηκώνει τον καθημερινό του σταυρό» –όχι, μια φορά μονάχα– «και, τότε, ας Με ακολουθήσει». Γιατί, πνευματικά, ο Χριστός δεν έπαψε ποτέ να σταυρώνεται για τον καθένα μας, όπως λέει και ο άγιος Μάξιμος: «πάντα το κάνει αυτό για εμάς ο Κύριος και πάσχει συνεχώς για εμάς, προκειμένου όλους να τους σώσει». Επομένως και η ιδική μας συσταύρωση πρέπει να είναι παντοτινή, και να μη θέλουμε να ξέρουμε τίποτ’ άλλο, παρά μονάχα «τον Ιησού Χριστό και Τούτον Εσταυρωμένο» (Α΄ Κορ. 2, 2). Κι αυτό θα πει, να βρίσκεσαι νοερώς και με την ηθική τάξη, που θα σου εξασφαλίζει μια «παγκαθαριότητα» των σωματικών σου αισθήσεων, μπρος στον Σταυρό του Χριστού, πάνω στο Γολγοθά. Να βλέπεις το πανάγιο Σώμα Του πάνω στον Σταυρό και να συλλογίζεσαι: πόσα έπαθε ο Χριστός μου για μένα, και πόσα παραλείπω εγώ να κάνω για τη σωτηρία μου; Να βλέπεις τη λογχισμένη καρδιά Του, που κράζει προς τον Πατέρα: «Πατέρα, συγχώρεσέ τους!» (Λουκ. 23, 34), και να συγχωρείς κι εσύ όσους σου έφταιξαν και σ’ έκαναν να πονέσεις. Να βλέπεις τις ταπεινώσεις που υπέφερε για σένα ο Κύριος, και να παίρνεις κουράγιο, όταν βρίσκεσαι ανάμεσα σε σύγχρονους Φαρισαίους και Ιουδαίους, που χλευάζουν και κοροϊδεύουν και ειρωνεύονται –οι ταλαίπωροι!– όσους θέλουν κι αγωνίζονται να ζήσουν κατά Χριστόν. Να βλέπεις τον τεράστιο Σταυρό Του (δεκαπέντε πόδια μάκρος και οχτώ πόδια πλάτος, κατά μία αρχαία παράδοση) και τότε να αισθάνεσαι τον δικό σου σταυρό ελαφρότερο.


     Μ’ έναν λόγο, να διαβάζεις εκεί στον Σταυρό του Κυρίου, όσα κανένα βιβλίο και κανένα Πανεπιστήμιο δεν μπορεί να σε διδάξει ποτέ. Γράφει γι’ αυτό κάπου ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης: «Από βιβλία είναι γεμάτος όλος ο κόσμος. Παρ’ όλ’ αυτά, όλ’ αυτά τα βιβλία ακόμα κι αν τα μαζέψεις μαζί, δεν μπορούν να σου εξηγήσουν στην εντέλεια τον τρόπο ν’ αποκτήσεις τις αρετές, όπως σου εξηγεί ο Εσταυρωμένος Ιησούς Χριστός. Σε συμβουλεύω, παιδί μου, σ’ Αυτόν τον Εσταυρωμένο να προστρέχεις και να Τον κατασπάζεσαι με δάκρυα και να Τον αγκαλιάζεις θερμά, κάθε φορά που συμβεί να δαγκωθείς απ’ τα νοητά φίδια των δαιμόνων και απ’ τους πειρασμούς που προέρχονται απ’ τους ανθρώπους. Και, οπωσδήποτε, θα γιατρευτείς απ’ τις πληγές σου. Όπως κάποτε κι οι Εβραίοι, μέσα στην έρημο, που γιατρεύονταν απ’ τις δαγκωματιές των αισθητών φιδιών, αμέσως μόλις έβλεπαν το χάλκινο φίδι που ήταν κρεμασμένο πάνω στο ξύλο. Αυτός ο χάλκινος όφις ήταν αντίτυπος τύπος του Κυρίου μας, που έλεγε: “Όπως ο Μωυσής ύψωσε το φίδι στην έρημο, έτσι πρέπει να υψωθεί κι ο Υιός του ανθρώπου, ώστε όποιος πιστεύει σε Αυτόν, να μη χάνεται, αλλά να έχει ζωή αιώνια”» (Ιωάν. 3, 14).

     Ίσως πρέπει να διευκρινίσουμε κάπως τη φράση που λέγει, πως ο χάλκινος όφις ήταν αντίτυπος τύπος του Κυρίου μας, αντίθετος του Χριστού. Η εμβάθυνση στο νόημα που κρύβει αυτή η σκηνή της Παλαιάς Διαθήκης, ανήκει στον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο. Ο αντίτυπος τύπος, φυσικά, είναι ο νοητός όφις, ο Διάβολος. Πώς, όμως, ο Διάβολος, μπορεί να γιατρεύει και να σώζει, όσους τον κοιτούν κατάματα; Και απαντά ο άγιος Γρηγόριος, πως, «γιατρεύει εκείνους που πιστεύουν ότι ο Διάβολος (ο νοητός όφις) δεν ζει πια, αλλά νεκρώθηκε απ’ τον Σταυρωθέντα Χριστό, και ότι μαζί του νεκρώθηκαν κι όλοι οι υποκείμενοι σ’ αυτόν Δαίμονες».

     Η έκφραση που συνηθίζουμε να χρησιμοποιούμε, όταν μιλούμε για τον Τίμιο Σταυρό είναι, πως πρέπει να σηκώνει με υπομονή ο καθένας μας τον σταυρό του, «ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ» (Μάρκ. 8, 34). Ποιός, όμως, είναι θεολογικά ο σταυρός για τον κάθε χριστιανό; Η απάντηση που δίνουν οι Πατέρες σ’ αυτή την ερώτηση, είναι η ακόλουθη· Τα είδη των σταυρών στο διάβα της ζωής μας είναι τέσσερα: α) σταυρός «γνώσεως», β) σταυρός «οικονομίας», γ) σταυρός «πολιτείας» και δ) σταυρός «πάθους».
  
    Ο σταυρός «γνώσεως» είναι εκείνος που φανερώνει όλα όσα μπορούμε να μάθουμε περί Θεού απ’ τον λόγο του Σταυρού. Εκεί θα γνωρίσουμε πως, ό,τι δεν μπόρεσε να κάμει η δύναμη και η σοφία των ανθρώπων, το έκαμε ο Σταυρός· κι έτσι, σώθηκε ο άνθρωπος. Μόνο μέσω του Σταυρού του Χριστού, «θα μπορέσουμε να καταλάβουμε ποιο είναι το πλάτος και ποιο το μήκος, ποιο το βάθος και ποιο το ύψος» (Εφεσ. 3, 18) του Σταυρού. Δηλαδή, θα δούμε στις διαστάσεις του Σταυρού: το ύψος της σοφίας και τον βυθό της γνώσεως –το πάνω και το κάτω μέρος του Σταυρού– και το πλάτος της αγάπης και το μήκος της δυνάμεως –τα δύο πλάγια άκρα του.

     Ο σταυρός της «οικονομίας»· φανερώνεται με αυτές τις κινήσεις και τους λόγους του Χριστού (Ιωάν. 16, 28): «Προέρχομαι από τον Πατέρα Μου» –το πάνω μέρος του Σταυρού. «Και ήρθα στον κόσμο» –το κάτω μέρος. «Τώρα, όμως, αφήνω τον κόσμο» –το ένα μέρος του πλάτους. «Και πηγαίνω προς τον Πατέρα Μου» –το άλλο μέρος του πλάτους.


     Ο τρίτος σταυρός είναι ο σταυρός της «πολιτείας»· Δηλαδή, το να νεκρώσεις τα μέλη σου, να κόψεις τα σαρκικά σου φρονήματα και τα θελήματα, όπως λέει ο Απόστολος Παύλος: «Απονεκρώστε, λοιπόν, ό,τι σας συνδέει με το αμαρτωλό παρελθόν: την πορνεία, την ηθική ακαθαρσία, το πάθος, την κακή επιθυμία και την πλεονεξία, που είναι ειδωλολατρία. Για όλα αυτά θα πέσει η οργή του Θεού πάνω σ’ εκείνους που απειθούν και δεν θέλουν να πιστέψουν» (Κολ. 3, 5). Γιατί, σαν παραμερίσεις τα σαρκικά θελήματα και τις αμαρτωλές επιθυμίες σου, η ψυχή αρχίζει να παίρνει τα πάνω της και να δυναμώνει. Όταν όμως υποκύπτεις στις παράνομες επιθυμίες σου, τις σατανικές, τότε η ψυχή μαραίνεται. Έτσι δεν μπορεί κανείς κι εδώ να δουλεύει «σε δύο κυρίους» (Ματθ. 6, 24), δηλαδή και στο σώμα και στη ψυχή. Νεκρώνοντας, λοιπόν, τα μέλη της αμαρτίας, που αναφέραμε πιο πριν, σηκώνεις τον σταυρό της «πολιτείας» σου.

     Τέταρτος σταυρός είναι ο σταυρός του «πάθους»· το προσωπικό μας μαρτύριο, η σωματική μας σταύρωση, την οποία πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι να δεχτούμε, αν έρθει κάποτε κι αυτή η ώρα, να μαρτυρήσουμε δηλαδή για την Πίστη μας, για τη θερμή Πίστη προς τον Λυτρωτή μας, τον Εσταυρωμένο Χριστό, τον ουράνιο Νυμφίο της πονεμένης ψυχής μας.

     Αν, λοιπόν, κι εμείς σταυρώνουμε τη σάρκα μας και νεκρώνουμε τα πάθη και τις κακές μας επιθυμίες, κι αν υπομένουμε με υπομονή και καρτερία κάθε θλίψη και κάθε κακοπάθεια, ο Χριστός θα ’ρθει ν’ αναπαυθεί επάνω μας, όπως αναπαύθηκε στον Τίμιο Σταυρό. «Όπως ένας πατέρας φροντίζει το παιδί του», λέει ο αββάς Ισαάκ, «έτσι και ο Χριστός θα φροντίσει για εκείνο το σώμα που κακοπαθεί και πάσχει από αγάπη γι’ Αυτόν και θα βρίσκεται πάντα πλάι στο σώμα αυτό»! Πουθενά δεν αναπαύεται ο Θεός τόσο, όσο στη θλιμμένη καρδιά, στην πονεμένη και βουτηγμένη μέσα στα δάκρυα και στην κακοπάθεια, αλλά που βαστάει με υπομονή τον σταυρό της.


     Θα τελειώσουμε με τα παρακάτω λόγια του Μελετίου Πηγά (Πατριάρχης Αλεξανδρείας· 1549-1601): «Αγάπησε κι εσύ, αδελφέ, τον Σταυρό του Κυρίου· πάρε τον σταυρό σου κι ακολούθησε τον Χριστό. Μη σου φανούν βαριά τα Πάθη και ο ονειδισμός του Χριστού, διότι, σύμφωνα με τον Απόστολο, βάρος δόξης σού ετοιμάζουν (πρβλ. Β΄ Κορ. 4, 17). Και πρώτα στάσου βέβαιος, εδραίος, ακλόνητος, αμετακίνητος στην Ορθόδοξη Πίστη του Χριστού, όπως ακριβώς σε έμαθε η ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία. Και μη σε βρει και σε πλανέψει κανένας άνθρωπος και ξεθαρρέψεις από μόνος σου και πειστείς ότι οι θλίψεις και οι στενοχώριες σού συμβαίνουν εξαιτίας της Εκκλησίας ή ότι μπορεί αυτές να είναι σημάδι πως η Εκκλησία που βρίσκεσαι να μην είναι αληθινή, μια που η Εκκλησία πειράζεται και χειμάζεται συνεχώς. Το πιο αληθινό σημάδι της πραγματικής εκκλησίας του Χριστού είναι οι θλίψεις, οι ζάλες και οι ταραχές. Λέει ο Σωτήρας Χριστός προς την Εκκλησία των Αποστόλων:“Αν ανήκατε στον κόσμο, θα σας αγαπούσε ο κόσμος· γιατί ο κόσμος αγαπάει πάντα όσους προέρχονται απ’ αυτόν” (Ιωάν. 15, 19)· και αλλού:“Μέσα στον κόσμο θα έχετε μόνο θλίψη” (Ιωάν. 16, 33)».

ΠΑΝΤΕΛΗΣ Β. ΠΑΣΧΟΣ


[ Παντελή Β. Πάσχου:
«Έρως Ορθοδοξίας»,
Μέρος Β΄, κεφ. Β΄, §12,
σελ. 184–191,
Εκδόσεις
«Αποστολικής Διακονίας
της Εκκλησίας της Ελλάδος»·
Αθήναι 19874.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]
https://toeilhtarion.blogspot.com/2020/03/blog-post_22.html

13 Σεπτεμβρίου, 2026

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ


Ο εν Αθήναις δι’ αγχόνης τελειωθείς ένθεος φιλόσοφος και φλογερός απολογητής

Μέσα στη μακρόχρονη πορεία της ενδόξου ιστορίας της Αποστολικής Εκκλησίας των Αθηνών διέλαμψαν από τους πρώτους κιόλας χριστιανικούς αιώνες φωτεινές και αγιασμένες μορφές που αγωνίστηκαν με σθένος και παρρησία για την κατάρριψη της πλάνης των ειδώλων και τη θεμελίωση της διδασκαλίας του χριστιανισμού. Ανάμεσα σ’ αυτούς τους φωταυγείς πνευματικούς αστέρες που λαμπρύνουν το πνευματικό στερέωμα, συναριθμείται και ο «τῷ Χριστῷ προσηνέχθης θυσία ἄμωμος καί ὁλοκάρπωμα θεῖον αἰωρηθείς ἀπηνῶς ἐν ἀγχόνῃ» ηγλαϊσμένος και στεφανηφόρος μάρτυς του Χριστού, άγιος Αριστείδης.
Ο επιφανής αυτός Αθηναίος φιλόσοφος αναδείχθηκε φλογερός απολογητής κατά τον 2ο μ.Χ. αιώνα και η Ορθόδοξη Εκκλησία μας τιμά και γεραίρει την ιερά του μνήμη στις 13 Σεπτεμβρίου. Υπήρξε κλεινός γόνος των Αθηνών και θαρραλέος ομολογητής της χριστιανικής πίστεως και κατέστη ευρέως γνωστός στην Εκκλησιαστική Ιστορία και Πατρολογία από την αρχαιότερη σωζόμενη απολογία του υπέρ των διωκομένων χριστιανών που φέρει τον τίτλο «Περί θεοσεβείας». Το αρχαιότερο αυτό απολογητικό σύγγραμμα τον ανέδειξε μάλιστα σε εγκαλλώπισμα και θησαύρισμα μέσα στην ευλογημένη χορεία των διδασκάλων και απολογητών της χριστιανικής πίστεως.

Ο υμνηθείς ως «ωράισμα» της Αποστολικής Εκκλησίας των Αθηνών άγιος Αριστείδης γεννήθηκε και διέλαμψε κατά τον 2ο μ.Χ. αιώνα στην περιώνυμη πόλη των Αθηνών, η οποία υπήρξε ανέκαθεν σπουδαιότατο πολιτιστικό και καλλιτεχνικό κέντρο, αφού συνέβαλε αποφασιστικά στην εξέλιξη του ευρωπαϊκού πολιτισμού και την ανοδική πορεία του ανθρώπινου πνεύματος. Έμεινε γνωστός με τον τίτλο «ο φιλόσοφος», αφού σπούδασε κλασική φιλοσοφία στην περίφημη Φιλοσοφική Σχολή των Αθηνών. Η πνευματική όμως ακτινοβολία των δύο χαρισματικών και φωτισμένων Αθηναίων ιεραρχών, του αγίου Ιεροθέου και του αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου, οι οποίοι κήρυτταν στο περιώνυμο «κλεινόν ἄστυ» Σταυρωθέντα και Αναστάντα Κύριο, σαγήνευσε τον διαπρεπή Αθηναίο φιλόσοφο Αριστείδη σε τέτοιο βαθμό, ώστε εγκολπώθηκε τον Ιησού Χριστό ως τον μόνο αληθινό Θεό, αφού προηγουμένως κατέστη περίδοξος και ευπειθέστατος μαθητής τους. Μάλιστα οι δύο αυτοί επιφανείς και θεόπνευστοι επίσκοποι της πόλεως των Αθηνών μεταλαμπάδευσαν τόσο βαθιά τη χριστιανική πίστη στον μέχρι πρότινος ειδωλολάτρη φιλόσοφο Αριστείδη, ώστε αργότερα αναδείχθηκε ένθερμος υπερασπιστής του χριστιανισμού και του ήθους των χριστιανών, διαπρύσιος κήρυκας του λόγου του Θεού και ακλόνητος στύλος των διωκομένων χριστιανών.

Ο μεταστραφείς στον χριστιανισμό επιφανής Αθηναίος φιλόσοφος συνέβαλε αποφασιστικά και δυναμικά στην εδραίωση και διάδοση του μηνύματος της χριστιανικής αλήθειας στην «κατείδωλον» πόλη των Αθηνών και αγωνίστηκε με τη φλογερή του πίστη και το σθεναρό του φρόνημα σε μία ιδιαίτερα δύσκολη και κρίσιμη εποχή για την πορεία της Εκκλησίας. Άλλωστε ο αγώνας του για την υπεράσπιση της ακραιφνούς χριστιανικής πίστεως και των αιωνίων αληθειών του Ευαγγελίου του Χριστού ήταν ιδιαίτερα επίπονος και επικίνδυνος, αφού οι ειδωλολάτρες έπρεπε να επηρεαστούν θετικά υπέρ της πίστεως στον έναν και αληθινό Θεό και να σταματήσει η ιουδαϊκή αμφισβήτηση έναντι του χριστιανισμού.

Όμως την εποχή αυτή οι σκληροί διωγμοί εναντίον των χριστιανών της Ρώμης, έθεσαν σε μεγάλο κίνδυνο και τους χριστιανούς της Αθήνας που αποτελούσαν μία ολιγάριθμη χριστιανική κοινότητα. Σ’ αυτή την κρίσιμη χρονική στιγμή ο ευγλωττότατος Αθηναίος χριστιανός φιλόσοφος Αριστείδης ανέλαβε με αξιομνημόνευτη παρρησία την υπεράσπιση των διωκομένων χριστιανών. Έτσι αισθανόμενος την ανάγκη να αποκρούσει τις άδικες και αήθεις κατηγορίες που είχαν προσάψει οι ειδωλολάτρες εναντίον των χριστιανών, αλλά και να υπεραμυνθεί της εναρέτου βιοτής τους και της υπεροχής της διδασκαλίας του χριστιανισμού έναντι των άλλων θρησκειών, συνέγραψε την περίφημη απολογία «Περί θεοσεβείας» που αποτελεί και το αρχαιότερο σωζόμενο απολογητικό κείμενο. Στην απολογία αυτή, η οποία επιδόθηκε στον αυτοκράτορα Αδριανό (117-138) σύμφωνα με τον εκκλησιαστικό ιστορικό Ευσέβιο ή στον διάδοχό του, Αντωνίνο τον Ευσεβή (138-161) σύμφωνα με τη συριακή μετάφραση της απολογίας, καταρρίπτεται η πίστη στους ειδωλολατρικούς θεούς, στηλιτεύεται ο έκλυτος βίος των ειδωλολατρών και προβάλλεται η υπεροχή της χριστιανικής πίστεως.

Το απολογητικό αυτό κείμενο που αποτελεί πνευματικό καρπό της άρτιας γνώσεως του αγίου τόσο στην Αγία Γραφή όσο και στα κυρίαρχα φιλοσοφικά ρεύματα της εποχής του, αποτελείται συνολικά από δέκα επτά κεφάλαια. Στην αρχή προσπαθεί να δημιουργήσει κλίμα ευμενούς επικοινωνίας με τον αυτοκράτορα, αφού ομολογεί ότι ήρθε στον κόσμο «προνοίᾳ Θεοῦ» και αφού παρατήρησε τη γη, τη θάλασσα και τον ήλιο, θαύμασε τη «διακόσμησιν τούτων». Κατόπιν ομολογεί ότι παρατηρώντας «τόν κόσμον καί τά ἐν αὐτῷ πάντα» κατανόησε ότι όλα κινούνται και συγκροτούνται από τον Θεό, αφού «πᾶν τό κινοῦν ἰσχυρότερον τοῦ κινουμένου καί τό διακρατοῦν ἰσχυρότερον τοῦ διακρατουμένου ἐστίν». Γι’ αυτό και ομολογεί ότι ο Θεός εκ της φύσεώς Του είναι ασύλληπτος, αυτογενές είδος, άναρχος, ατελεύτητος, απεριόριστος, άρρητος, ενώ δεν έχει οργή και οργιλότητα, δεν πλανάται και δεν λησμονεί, δεν έχει την ανάγκη θυσίας και σπονδής, αφού όλοι και όλα Τον έχουν απόλυτη ανάγκη.

Στη συνέχεια διαιρεί τους ανθρώπους σε τρία γένη ανάλογα με τις θρησκευτικές τους αντιλήψεις. Έτσι υπάρχουν οι Εθνικοί, δηλαδή οι προσκυνητές των ειδωλολατρικών θεών που υποδιαιρούνται σε Χαλδαίους, Έλληνες και Αιγυπτίους, οι Ιουδαίοι και οι Έλληνες. Για τους Χαλδαίους υποστηρίζει ότι έπεσαν σε μεγάλη πλάνη, αφού χαρακτηριστικά αναφέρει ότι «Πλάνην μεγάλην ἐπλανήθησαν οἱ Χαλδαῖοι ὀπίσω τῶν ἐπιθυμημάτων αὐτῶν, σέβονται γάρ τά φθαρτά στοιχεῖα καί τά νεκρά ἀγάλματα καί οὐκ αἰσθάνονται ταῦτα θεοποιούμενοι». Όμως και οι Έλληνες στηλιτεύονται από τον άγιο Αριστείδη, αφού δεν πιστεύουν στον ένα και αληθινό Θεό, αλλά μένουν προσηλωμένοι στους ψεύτικους ειδωλολατρικούς θεούς του ελληνικού πανθέου με τον έκλυτο βίο τους. Αναφέρει μάλιστα χαρακτηριστικά γι’ αυτούς: «ἐμωράνθησαν χεῖρον τῶν Χαλδαίων, παρεισάγοντες θεούς πολλούς γεγενῆσθαι, τούς μέν ἄρρενας, τάς δέ θηλείας, παντοίων δούλους παθῶν καί παντοδαπῶν δημιουργούς ἀνομημάτων». Μάλιστα η πλάνη των ειδωλολατρικών θεών, τους οποίους οι Έλληνες παρουσιάζουν ως μοιχούς, δολοφόνους, κλέφτες, πατροκτόνους και αδελφοκτόνους, προκάλεσε στην ανθρωπότητα πολέμους, λιμούς, σφαγές και αιχμαλωσίες, γεγονός που αποδεικνύει την έκπτωση των ψεύτικων θεών των Ελλήνων και την αδυναμία επιστροφής τους στον αληθινό Θεό. Ενδεικτικό είναι ότι ο άγιος Αριστείδης παρουσιάζει λεπτομερώς τα στοιχεία εκείνα για κάθε ειδωλολατρικό θεό που αποδεικνύουν την ηθική έκπτωσή του. Μ’ αυτόν τον τρόπο αναδεικνύεται και θεμελιώνεται η ανωτερότητα της διδασκαλίας του χριστιανισμού και η υπεροχή του ήθους των χριστιανών. Αναφορικά με τους Αιγυπτίους επισημαίνει ότι επέδειξαν μεγάλη αφροσύνη, αφού θεοποίησαν και λάτρευσαν τα ζώα: «ἀλλ’ ἔτι καί ἄλογα ζῷα παρεισήγαγον θεούς εἶναι χερσαῖα τε καί ἔνυδρα καί τά φυτά καί βλαστά, καί ἐμιάνθησαν ἐν πάσῃ μανίᾳ καί ἀσελγείᾳ χεῖρον πάντων τῶν ἐθνῶν ἐπί τῆς γῆς». Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει η άποψη του αγίου για τους Έλληνες λογίους και σοφούς, αφού κρίνονται με βάση τους νόμους, τους οποίους αυτοί οι ίδιοι θέσπισαν. Αυτό σημαίνει κατά την άποψη του αγίου ότι εάν οι νόμοι είναι δίκαιοι, τότε οι θεοί που διέπραξαν διάφορα ανομήματα, είναι άδικοι, ενώ εάν οι αμαρτωλές πράξεις τους είναι ορθές, τότε οι νόμοι είναι άδικοι, διότι θεσμοθετήθηκαν εναντίον των θεών. Γι’ αυτό και αυτοί που λατρεύονται ως θεοί από τους Έλληνες, είναι ψεύτικοι: «ταῦτα πάντα τά πολύθεα σεβάσματα πλάνης ἔργα καί ἀπωλείας», ενώ ο αληθινός Θεός είναι Εκείνος που βλέπει, κινεί και δημιουργεί τα πάντα: «οὐ χρή θεούς ὀνομάζειν ὁρατούς καί μή ὁρῶντας˙ ἀλλά τόν ἀόρατον καί πάντα ὁρῶντα καί πάντα δημιουργήσαντα δεῖ Θεόν σέβεσθαι». Για τους Ιουδαίους αναφέρει ότι λατρεύουν τον Θεό και όχι τα έργα Του, αλλά και αυτοί είναι πλανεμένοι, επειδή λατρεύουν αντί του Θεού τους αγγέλους.

Στο τέλος της απολογίας του ο άγιος Αριστείδης αναφέρεται στους χριστιανούς, οι οποίοι «γενεαλογοῦνται ἀπό τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ». Η επιχειρηματολογία του μάλιστα επικεντρώνεται ιδιαίτερα στο ήθος και την αλήθεια των χριστιανών. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονιστεί ότι με τον όρο «ἦθος», νοείται η ζωή των χριστιανών ως πραγμάτωση του μηνύματος του Ευαγγελίου του Χριστού, ενώ με τον όρο «ἀλήθεια» νοείται η διδασκαλία της χριστιανικής αλήθειας ως σωτηριώδης λόγος του Χριστού στον κόσμο. Γι’ αυτό και αυτό που λέγεται από το στόμα των χριστιανών που διακρίνονται για την αγάπη, τη δικαιοσύνη, τη σεμνότητα και την αλληλεγγύη τους, είναι θείο, η δε διδασκαλία τους είναι πύλη φωτός. Ο άγιος Αριστείδης προτείνει μάλιστα να σταματήσουν αμέσως οι διωγμοί εναντίον των χριστιανών, όσοι δε αμφισβητούν την ορθότητα της χριστιανικής πίστεως, οφείλουν να μελετήσουν τον λόγο του Θεού μέσα από τα θεόπνευστα κείμενα της Αγίας Γραφής. Άλλωστε, όπως τονίζει ο άγιος, η εχθρική στάση των Ελλήνων απέναντι στους χριστιανούς φανερώνει τη μανιώδη προσπάθεια των πρώτων να καλύψουν και να δικαιολογήσουν τα ανοσιουργήματά τους.

Ο διαρκής και επίπονος αγώνας του αγίου Αριστείδου για την υπεράσπιση του ήθους και της διδασκαλίας των χριστιανών και η ακλόνητη πίστη του στο πάντιμο όνομα του Σταυρωθέντος και Αναστάντος Κυρίου μας προκάλεσαν έντονη δυσφορία και αγανάκτηση στον Ρωμαίο αυτοκράτορα Αδριανό, ο οποίος αποφάσισε τη δίωξή του. Στον αγώνα του αυτό ο διαπρεπής Αθηναίος φιλόσοφος και απολογητής είχε συμπαραστάτη και συνοδοιπόρο τον Ιησού Χριστό, στον Οποίο αδιάλειπτα προσευχόταν για να αντλήσει δύναμη και να διατηρήσει ακμαίο το αγωνιστικό του φρόνημα. Σύμφωνα μάλιστα με διασωθείσα προφορική παράδοση από τον αείμνηστο Αθηναίο ζωγράφο Αριστείδη Περιστέρη ένα απομονωμένο σπήλαιο στη νοτιοδυτική πλευρά του λόφου του Λυκαβηττού πλησίον του παρακείμενου Ιερού Ναού των Αγίων Ισιδώρων, το οποίο σώζεται μέχρι σήμερα και φέρει το όνομα του ενδόξου Αθηναίου αγίου, αποτέλεσε το ασφαλές πνευματικό του καταφύγιο και την αέναη πηγή δυνάμεως στις δύσκολες στιγμές του αγώνα του. Στον ευλογημένο αυτό χώρο του σπηλαίου τιμάται κατ'έτος πανηγυρικά η μνήμη του.

Όμως η ολοένα και αυξανόμενη εχθρική στάση του αυτοκράτορος Αδριανού τον ανάγκασε να μεταβεί στη Ρώμη για να απολογηθεί, αλλά κατόπιν μεταφέρθηκε στην Αθήνα, όπου συνέχισε την ιεραποστολική του δράση ως διαπρύσιος κήρυκας του λόγου του Θεού και θαρραλέος ομολογητής της χριστιανικής πίστεως. Υποβλήθηκε σε πλήθος βασανιστηρίων, αλλά με γενναιότητα και καρτερία τα υπέμεινε, υπερασπιζόμενος με σθένος την ακραιφνή χριστιανική πίστη και τις αιώνιες αλήθειες του Ευαγγελίου του Χριστού. Στο τέλος όμως της επίγειας πορείας του οδηγήθηκε από τους Ρωμαίους στην Αγορά των Αθηνών, όπου αφού τον κρέμασαν, υπέστη τον δι’ αγχόνης μαρτυρικό θάνατο στις 13 Σεπτεμβρίου του 120 ή 134 μ.Χ., που είναι και η ημέρα εορτασμού της πανίερης μνήμης του από την Ορθόδοξη Εκκλησία μας. Η φλογερή πίστη, το ακμαίο αγωνιστικό φρόνημα και η δι’ αγχόνης μαρτυρική του τελείωση υμνούνται και γεραίρονται και μέσα από τα εξαίσια υμνογραφήματα του Μεγάλου Υμνογράφου της των Αλεξανδρέων Εκκλησίας Δρ. Χαραλάμπους Μ. Μπούσια, ο οποίος προς τιμήν του επιφανούς Αθηναίου αγίου έχει ποιήσει Ακολουθία, Παρακλητικό Κανόνα και Χαιρετιστηρίους Οίκους. Αλλά και η ευσέβεια του ορθόδοξου ελληνικού λαού σε συνδυασμό και με το όνομα του αγίου που φέρουν πολυάριθμοι Έλληνες, συντέλεσε στο να ανεγερθούν ιεροί ναοί επ’ ονόματί του, οι οποίοι είναι διάρπαρτοι στην ελληνική επικράτεια. Έτσι ο άγιος Αριστείδης τιμάται στην Κρήτη με έξι ναούς (Ζερβιανά Κισάμου, Ανώγεια και Κυνηγιανά Μυλοποτάμου, Λυγαριά Ηρακλείου, Στύλος Αποκορώνου, Λατζιμάς Ρεθύμνου), στις Κυκλάδες με τρεις ναούς (Φηρά Σαντορίνης και δύο ναοί στην Τήνο, στη Στενή και Πανάχραντος Πόρτου ), στη Ρούμελη με δύο ναούς (Αρκίτσα Λοκρίδος και Καρπενήσι), στη Λέσβο με ναό στην ιστορική Ιερά Μονή Λειμώνος,ενώ ναΰδριο του αγίου κοσμεί και τον προαύλιο χώρο του Ιερού Ναού Αγίου Γρηγορίου Θεολόγου στη συνοικία Γαρδικάκι των Τρικάλων.

Ο ετήσιος εορτασμός της μνήμης του αγίου ενδόξου μάρτυρος Αριστείδου του φιλοσόφου και απολογητού, του εν Αθήναις αθλήσαντος κατά τον 2ο μ.Χ. αιώνα, μας δίνει το έναυσμα να αφυπνιστούμε πνευματικά και να επαναπροσδιορίσουμε τη σχέση μας με τον Χριστό και την Εκκλησία Του. Γι’ αυτό και καλούμαστε να παραδειγματιστούμε από το ακμαίο φρόνημα και τη σθεναρή ομολογία πίστεως του διαπρεπούς Αθηναίου φιλοσόφου και μάρτυρος του ονόματος του Κυρίου μας, ώστε να μείνουμε προσηλωμένοι στην ακραιφνή χριστιανική πίστη και διδασκαλία, εφαρμόζοντάς την πιστά στην επίγεια πορεία μας. Άλλωστε αυτό έπραξαν και οι πρώτοι ενάρετοι χριστιανοί της πόλεως των Αθηνών, τους οποίους με τόσο σθένος υπερασπίσθηκε ο δι’ αγχόνης τελειωθείς άγιος Αριστείδης.

Αριστείδης Γ. Θεοδωρόπουλος
Εκπαιδευτικός