12 Μαΐου, 2026

ΑΓΙΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΑΙΓΙΝΗΣ, Ο ΕΚ ΖΑΚΥΝΘΟΥ

 ΑΓΙΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΑΙΓΙΝΗΣ, Ο ΕΚ ΖΑΚΥΝΘΟΥ

     Ο άγιος Διονύσιος γεννήθηκε το 1547 στη Ζάκυνθο, σε οικογένεια επιφανή και ευλαβή. Από την παιδική ήδη ηλικία του επέδειξε ζωηρή ευφυΐα και ιδιαίτερη κλήση για την πνευματική ζωή. Σύντομα απέταξε ό,τι του ήταν αγαπητό για να αφοσιωθεί στον αγώνα εναντίον των εγκοσμίων, της σαρκός και του διαβόλου, και εκάρη μοναχός στη μονή των Στροφάδων νήσων, που βρίσκονται λίγα μίλια νοτίως της Ζακύνθου. Παρά το νεαρόν της ηλικίας του, γρήγορα κατέστη υπόδειγμα αρετής και μοναχικής υπακοής ακόμη και για τους έμπειρους συμμοναστές του. Οι νηστείες πλέον, οι καθημερινές σχεδόν ολονύκτιες αγρυπνίες, η προσευχή και η διαρκής περισυλλογή τον ανύψωσαν στο αξίωμα της ιερωσύνης και χειροτονήθηκε πρεσβύτερος από τον μητροπολίτη Κεφαλονιάς Φιλόθεο (1570).

     Λίγο αργότερα, καθώς αναζητούσε πλοίο για να μεταβεί στους Αγίους Τόπους, πέρασε από την Αθήνα, όπου ο αρχιεπίσκοπος, έχοντας πληροφορηθεί τις λαμπρές αρετές του, τον πίεσε να δεχθεί το αξίωμα του επισκόπου Αιγίνης. Εγκαταλείποντας το σχέδιό του και θυσιάζοντας τον πόθο της ησυχίας του για να υποταγεί στη βούληση του Θεού, ο ταπεινός μοναχός ενθρονίσθηκε επίσκοπος και καθοδήγησε με φρόνηση και πατρική στοργή το πνευματικό ποίμνιό του στις τρίβους της χάριτος. Καθώς με την πάροδο του χρόνου απλωνόταν η φήμη του, αποφάσισε τελικά να παραιτηθεί για να αποφύγει τη μάταιη δόξα και τους περισπασμούς του κόσμου και επέστρεψε στην πατρίδα του το 1579. Κατ’ εντολή του οικουμενικού πατριάρχου Ιερεμίου του Β΄, ανέλαβε για βραχύ χρονικό διάστημα χρέη επισκόπου, όταν πέθανε ο επίσκοπος Ζακύνθου, αλλά μόλις εξελέγη ο διάδοχός του, έσπευσε να αποσυρθεί στα υψώματα του νησιού, στη Μονή της Παναγίας «Αντιφωνήτριας», της οποίας έγινε πνευματικός (1582). Μόνος και πάλι με μόνο τον Θεό, με τον ίδιο ζήλο που επέδειξε στα νιάτα του, επιδόθηκε ξανά στη νηστεία, στην άσκηση και στην προσευχή. Δεν άφηνε κανέναν να εισέλθει στο κελλί του και ο ίδιος έβγαινε μόνο για να μοιράσει ελεημοσύνη στους πτωχούς ή για να μεταδώσει στους μαθητές του τη φωτισμένη διδαχή του.

     Πάνω απ’ όλα διακρινόταν για τη φιλανθρωπία, την πραότητα, την ανεξικακία και τη συγχωρητικότητά του. Μια ημέρα ο δολοφόνος του κατά σάρκα αδελφού του αγίου έφθασε στη μονή κυνηγημένος από τις αρχές και τους συγγενείς του θύματος και ζήτησε καταφύγιο από τον άγιο Διονύσιο, χωρίς όμως να ξέρει για ποιον επρόκειτο. Μαθαίνοντας τον λόγο της καταδίωξης και την ταυτότητα του θύματος, ο άνθρωπος του Θεού συγκράτησε με όλη του τη δύναμη τη φυσιολογική οδύνη για τον χαμό του αδελφού του και τον πειρασμό να εκδικηθεί το έγκλημα φανερώνοντας τον εγκληματία. Κατά μίμηση Χριστού, ο Οποίος συγχώρεσε τους εχθρούς Του και προσευχόταν για τους διώκτες Του, ο άγιος προχώρησε προς τον δολοφόνο με συμπόνια, τον παρηγόρησε, τον στήριξε, τον παρότρυνε να μετανοήσει και τον έκρυψε σε ένα απόμακρο κελλί. Όταν οι διώκτες έφθασαν στη μονή, ανήγγειλαν τη φοβερή είδηση στον άγιο, που για την περίσταση υποκρίθηκε άγνοια του αποτροπιαστικού γεγονότος και προσπάθησε να καθησυχάσει με λόγια ειρηνικά την έξαψη των πνευμάτων και την επιθυμία εκδίκησης που ήταν διάχυτη σε όλους. Μόλις οι διώκτες απομακρύνθηκαν, ο άγιος έβγαλε τον δολοφόνο που εν τω μεταξύ είχε παραλύσει από τρόμο αλλά και έκπληξη μπροστά σε αυτό το ολοζώντανο παράδειγμα υπεράνθρωπης καλωσύνης, και τον άφησε ελεύθερο για να εργασθεί για τη σωτηρία της ψυχής του, αφού πρώτα του έδωσε τα απαραίτητα εφόδια και χρήματα για το ταξίδι.

     Στολισμένος με τόσο υπέροχες αρετές, ο άγιος Διονύσιος έλαβε επίσης παρά Θεού το χάρισμα να επιτελεί θαύματα. Μια ημέρα που έβρεχε καταρρακτωδώς, σταμάτησε τη ροή ενός ποταμού για να τον διασχίσει μαζί με τον μαθητή του. Η σορός μιας γυναίκας παρέμενε άλιωτη, γιατί την είχαν καταραστεί· ο άγιος Διονύσιος έβαλε να ανοίξουν τον τάφο και διάβασε τη συγχωρητική ευχή. Παρευθύς, η σορός έγινε σκόνη όπως επιτάσσει η φύση. Με τη δύναμη της προσευχής του, έδωσε την ευκαιρία σε άτυχους ψαράδες που βλασφημούσαν κατά του Θεού και του δούλου του, να βγάλουν μια θαυμαστή ψαριά και να μετανοήσουν για την ασέβειά τους. Αξιώθηκε, επίσης, να λάβει παρά Θεού το χάρισμα της διοράσεως και το χάρισμα της διάκρισης των λογισμών, και έτσι σε εκείνους που έρχονταν να εξομολογηθούν, υπενθύμιζε αμαρτήματα που παρέλειψαν να πουν ή κρατούσαν εσκεμμένα κρυφά.

     Ο άγιος ιεράρχης έφθασε σε ηλικία εβδομήντα πέντε ετών, διασκορπίζοντας γύρω του θαύματα, χαρά και αγάπη για τον πλησίον. Το σώμα του καταβλήθηκε από μια επώδυνη νόσο και την πολύχρονη άσκηση, και ο άγιος παρέδωσε τη ψυχή του στον Κύριο στις 17 Δεκεμβρίου του 1622, αφού προείπε την ημέρα εκδημίας του στους μαθητές του. Σύμφωνα με την επιθυμία του, η σορός του μεταφέρθηκε αμέσως με τη συνοδεία ύμνων και προσευχών μεγάλου πλήθους λαού, για να ενταφιασθεί στη Μονή των Στροφάδων. Μερικά χρόνια αργότερα, μετά από πολλές εμφανίσεις του αγίου στον ηγούμενο και στους αδελφούς της μονής, έγινε ανακομιδή του λειψάνου. Και –ω, του θαύματος!– βρέθηκε τελείως άφθορο και ανέδιδε ευωδία ζωής αιωνίου. Τοποθέτησαν τη σορό, ενδεδυμένη με τα επισκοπικά άμφια, στον νάρθηκα της εκκλησίας· κατόπιν, το 1717, μετά την καταστροφή της μονής από Τούρκους πειρατές, το τίμιο λείψανο μεταφέρθηκε στον καθεδρικό ναό της Ζακύνθου, όπου ευλαβικά το τιμούν όλοι οι κάτοικοι του νησιού. Με θαύματα, εμφανίσεις και πολλά σημεία, ο άγιος Διονύσιος δείχνει μέχρι τις ημέρες μας ότι παραμένει ζώσα παρουσία της Χάριτος και τιμάται δικαίως και πανδήμως ως κύριος πολιούχος της Ζακύνθου.

—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—

Ἦχος α΄. Τοῦ λίθου σφραγισθέντος.

Τῆς Ζακύνθου τὸν γόνον καὶ Αἰγίνης τὸν πρόεδρον, τὸν φρουρὸν Μονῆς τῶν Στροφάδων, Διονύσιον ἅπαντες, τιμήσωμεν συμφώνως οἱ πιστοί, βοῶντες πρὸς αὐτὸν εἰλικρινῶς· σαῖς λιταῖς τοὺς τὴν σὴν μνήμην ἐπιτελοῦντας, σῶσον καὶ βοῶντάς σοι· δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ δωρησαμένῳ σε ἡμῖν, πρέσβυν ἀκοίμητον.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—

Ἦχος γ΄. Ἡ Παρθένος σήμερον.

ορτάζει σήμερον, τῶν Ζακυνθίων ἡ νῆσος, ἑορτὴν χαρμόσυνον, σὺν τῇ Μονῇ τῶν Στροφάδων, Αἴγιναν, τὴν ἐν Κυκλάσι προσκαλουμένη, ᾄσμασιν, ἀξιοχρέως συνευφημῆσαι, καὶ φαιδρῶς πανηγυρίσαι, τὸ κοινὸν κλέος, νῦν Διονύσιον.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—

Χαίροις τῆς Ζακύνθου γόνος λαμπρός, πρόεδρος Αἰγίνης, καὶ Στροφάδων μέγας φρουρός· χαίροις Ἐκκλησίας, νέος φωστὴρ τρισμάκαρ, Ἀρχιερέων δόξα, ὦ Διονύσιε.


https://toeilhtarion.blogspot.com/2020/12/blog-post_17.html


11 Μαΐου, 2026

ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΣΕΒΑΣΤΙΑΝΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝ ΑΥΤΩ ΜΑΡΤΥΡΕΣ

 18 Δεκεμβρίου ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΣΕΒΑΣΤΙΑΝΟΣ

     Ο ένδοξος μάρτυς του Χριστού Σεβαστιανός ήταν γόνος επιφανούς ρωμαϊκής οικογενείας· γεννήθηκε στη Ναρβόννη και μεγάλωσε στα Μεδιόλανα (σημ. Μιλάνο). Οι μεγάλες ικανότητες και τα προσόντα του τον έκαναν να κερδίσει την εύνοια του αυτοκράτορα Καρίνου (περί το 283), ο οποίος τον διόρισε στρατηγό της πραιτοριανής φρουράς. Παρά τις τιμές και την ελαφρότητα του βίου στην αυτοκρατορική αυλή, ο Σεβαστιανός ήταν κρυφά οπαδός του Χριστού και επωφελούνταν από τα προνόμιά του για να επισκέπτεται τους χριστιανούς που ήταν κλεισμένοι στις φυλακές, για να τους παρηγορεί και να τους ενθαρρύνει να επιμείνουν έως τέλους στον αγώνα της Πίστεως. Μεγάλος ήταν ο αριθμός των μαρτύρων που δεν ολιγοψύχησαν στα βασανιστήρια χάρις στη βοήθειά του.

     Δύο νεαροί Ρωμαίοι χριστιανοί υψηλής κοινωνικής θέσης, ο Μάρκος και ο Μαρκελλίνος, είχαν συλληφθεί με διαταγή του υπάτου Χρωματίου και είχαν υποβληθεί σε κάθε λογής μαρτύρια, πριν τελικά καταδικασθούν σε θάνατο. Κατά τη διάρκεια όλου του μήνα που προηγήθηκε της θανάτωσης, οι δύο άγιοι αγωνιστές του Χριστού υποβλήθηκαν σε ακόμη φοβερότερη δοκιμασία: τα δάκρυα και τις ικεσίες των νεαρών συζύγων τους και των συγγενών τους, οι οποίοι εκλιπαρούσαν τους μάρτυρες να μην τους εγκαταλείψουν. Λίγο έλειψε η αγάπη για τους συγγενείς και οι δεσμοί της σαρκός να τους κάνουν να ενδώσουν, εκείνοι που τόσο θαρραλέα αντιστάθηκαν στα κολαστήρια. Ευτυχώς ήλθε εγκαίρως ο Σεβαστιανός και τους ενθάρρυνε να υποφέρουν τον στιγμιαίο πόνο για να απολαύσουν την αιώνια δόξα και χαρά στον χορό των αγίων. Κατόρθωσε μάλιστα να φέρει στην Πίστη του Χριστού τους ειδωλολάτρες συγγενείς τους, Τρανκουιλίνο και Μαρκία, θεραπεύοντάς τους από την αρρώστια που τους βασάνιζε. Ο φλογερός λόγος και ο αποστολικός ζήλος του αγίου έφεραν επίσης στην Πίστη τον ανώτερο αξιωματούχο Νικόστρατο και τη σύζυγό του Ζωή, η οποία έπασχε από αλαλία και θεραπεύθηκε όταν ο Σεβαστιανός έκανε το σημείο του Σταυρού πάνω στα χείλη της. Αυτοί, με τη σειρά τους, προσηλύτισαν τον κομενταρήσιο (τον αξιωματούχο της αυλής) Κλαύδιο καθώς και άλλους εθνικούς, που μαζεύονταν στην κατοικία τους για να κατηχηθούν από τον Σεβαστιανό και να λάβουν το άγιο Βάπτισμα από τον ιερέα Πολύκαρπο, συνολικά εξήντα οκτώ άτομα. Όταν ήλθε η μέρα της θανάτωσης του Μάρκου και του Μαρκελλίνου, ο πατέρας τους Τρανκουιλίνος παρουσιάσθηκε ενώπιον του υπάτου, διακήρυξε τη μεταστροφή του και μίλησε τόσο πειστικά ώστε ημέρεψε η καρδιά του σκληρόκαρδου Χρωματίου που τον άκουγε με προσοχή, κι έγινε κι εκείνος χριστιανός. Την επομένη, με πίστη και ζήλο, ο ύπατος κατακρήμνισε όλα τα είδωλα που βρίσκονταν στην κατοικία του. Ο γιος του Τιβούρτιος εξεπλάγη από τη μεταστροφή του πατέρα του, αλλά παρέμεινε αναποφάσιστος, μη τολμώντας ακόμη να αρνηθεί τη δεισιδαιμονία. Πρότεινε στους αγίους μια συμφωνία: τους υποσχέθηκε να τους ακολουθήσει και να καταστρέψει τα είδωλα, αν ο πατέρας του θεραπευόταν από μια ασθένεια που τον έκανε να πρήζεται και τον απειλούσε με ολική παραλυσία. Ο Χρωμάτιος, μη υπολογίζοντας την αρρώστια του, δεν είχε θέσει κανέναν όρο για τη μεταστροφή του και έλεγξε τον Τιβούρτιο θέλοντας να τον εμποδίσει· τον τύλιξε όμως ξαφνικά ουράνιο φως και ακούσθηκε φωνή που έλεγε: «Είσαι μακάριος που πίστευσες στον Χριστό και γι’ αυτό μ’ έστειλε ο Χριστός να σε θεραπεύσω». Ίσως να ήταν η φωνή του αγγέλου του ή κάποιου αγίου. Άναυδος ο Τιβούρτιος μπροστά στη θαυματουργική ίαση, έπεσε στα πόδια των αγίων, ζήτησε συγχώρεση και λίγο αργότερα έλαβε το άγιο Βάπτισμα μαζί με τον πατέρα του και όλο το σπιτικό τους.

     Ο αρχιεπίσκοπος Ρώμης Γάιος (283-296) καταχάρηκε πληροφορούμενος τη μεταστροφή των δύο εθνικών· ήλθε, ασπάσθηκε τους νέους αδελφούς και τους ανήγγειλε ότι σε λίγο θα διοριζόταν νέος ύπατος, ο οποίος θα τους θανάτωνε. Τους συμβούλευσε να χωρισθούν σε δύο ομάδες: η μία με τον Σεβαστιανό επικεφαλής θα έμενε στη Ρώμη για να μαρτυρήσει στο όνομα του Χριστού, η άλλη με επικεφαλής τον Πολύκαρπο θα αναζητούσε καταφύγιο κάπου μακριά. Οι μεν και οι δε συναγωνίζονταν ποιος θα μείνει με τον Σεβαστιανό, πεπεισμένοι ότι το μαρτύριο είναι η βασιλική οδός προς τη Βασιλεία του Θεού· τελικά όμως υπάκουσαν στη συμβουλή του ιεράρχη, με εξαίρεση τον νεαρό Τιβούρτιο, ο οποίος κατόρθωσε να συγκαταλεχθεί μεταξύ εκείνων που έμειναν να μαρτυρήσουν. Ο Μάρκος και ο Μαρκελλίνος χειροτονήθηκαν διάκονοι, ο πατέρας τους Τρανκουιλίνος χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και ο Σεβαστιανός ετέθη επικεφαλής αυτής της ιερής ομάδας των μαρτύρων. Έπαυσαν τότε κάθε εγκόσμια δραστηριότητα και ανέμεναν στην πόλη να τους συλλάβουν, νηστεύοντας, προσευχόμενοι ακατάπαυστα και ψάλλοντας ευχαριστήριους ύμνους. Πολύς ήταν ο κόσμος που τους επισκεπτόταν και θεραπευόταν από τα ψυχικά και σωματικά δεινά του.

     Η πρώτη που μαρτύρησε από την ομάδα ήταν η μακαρία Ζωή. Τη συνέλαβαν την ώρα που πήγαινε στον ναό και την κρέμασαν ανάποδα· αναθυμιάσεις και πυκνός καπνός προκάλεσαν τον θάνατο από ασφυξία. Έριξαν κατόπιν το σώμα της στον Τίβερη ποταμό. Ακολούθησε ο Τρανκουιλίνος, ο οποίος ετελειώθη με λιθοβολισμό και το σώμα του το έριξαν επίσης στο ποτάμι. Ο Νικόστρατος και ο Κλαύδιος αναζήτησαν τα τίμια λείψανα των συντρόφων τους· συνελήφθησαν στις όχθες του Τίβερη, παρουσιάσθηκαν ενώπιον του νέου υπάτου και κατόπιν ενώπιον του αυτοκράτορα, που διέταξε να τους θανατώσουν με ραβδισμούς και να πετάξουν τα σώματά τους στον ποταμό. Όσο για τον Τιβούρτιο, τον κατήγγειλε ένας ψευδοχριστιανός, τον ανέκριναν και ομολόγησε ευθαρσώς τον Χριστό· τον έβαλαν πάνω σε πυρωμένα κάρβουνα και ο μάρτυς ετελειώθη με αποκεφαλισμό. Τον Καστούλο, που έκρυβε τους αγίους στην κατοικία του, τον έθαψαν ζωντανό και οι δύο αδελφοί Μάρκος και Μαρκελλίνος, αφού με αγαλλίαση υπέμειναν διάφορα μαρτύρια, ετελειώθησαν με λογχισμό.

     Ο άγιος Σεβαστιανός παρέμεινε ύστατος όλων, ανυπομονώντας να συναντήσει κι εκείνος τον Θεό στη Χώρα των Ζώντων. Παρουσιάσθηκε ενώπιον του αυτοκράτορα, ομολόγησε γαλήνια την αλήθεια και απάντησε στον ηγεμόνα, ο οποίος τον κατηγόρησε ότι στρεφόταν εναντίον του, ότι πάντα προσευχόταν για τη μακροημέρευση της αυτοκρατορίας. Όταν απαγγέλθηκε η θανατική καταδίκη, έφθασε στον τόπο της εκτέλεσης συνοδευόμενος από πλήθος κόσμου. Τον έδεσαν σε στύλο και τον έβαλαν στόχο οι δήμιοι τοξότες. Τα κοφτερά βέλη έγιναν σύντομα ένα θανατηφόρο νέφος για τον μάρτυρα, κατατρυπώντας φρικτά το αγνό σώμα του. Στο τέλος, εγκατέλειψαν τον άγιο μάρτυρα μέσα σε μια λίμνη αίματος, με τα φονικά βέλη καρφωμένα στο σώμα του «ωσάν τα αγκάθια του ακανθόχοιρου», νομίζοντάς τον νεκρό· όμως μια χριστιανή πήρε το τίμιο σώμα και σύντομα με την πρόνοια του Θεού, ο Σεβαστιανός ιάθηκε τελείως και πολύ γρήγορα παρουσιάσθηκε εκ νέου ενώπιον του τυράννου, ο οποίος βλέποντάς τον εξεπλάγη. Με διαταγή του αυτοκράτορα τον πήγαν τότε στην αρένα, όπου χτυπήθηκε με ρόπαλα και το σώμα του κατασχίστηκε μπροστά στον μαινόμενο όχλο και το πέταξαν κατόπιν στον κοινό βόθρο για να μη το βρουν οι χριστιανοί.

     Το ίδιο βράδυ της θανάτωσης του αγίου Σεβαστιανού, μια ευλαβής χριστιανή της Ρώμης έλαβε σε όραμα την εντολή να πάρει το τίμιο σκήνωμα και να το ενταφιάσει σε μια κρύπτη (κατακόμβη), επάνω από την οποία οικοδομήθηκε ναός αφιερωμένος στην τιμή του, την εποχή της ειρήνης του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Εκεί, επί σειρά αιώνων, επιτελέσθηκαν πολλά θαύματα με την παρέμβαση του αγίου μάρτυρος Σεβαστιανού.

—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—

Ἦχος α΄. Τῆς ἐρήμου πολίτης.

Συγκλήτου σφαλλομένης παριδὼν τὰ συνέδρια, Σεβαστιανὲ πανολβίαν, συνεγείρεις συνέλευσιν, Μαρτύρων ἀληθῶς πανευκλεῶν, σὺν σοὶ καταβαλόντων τὸν ἐχθρόν, μεθ’ ὧν θείας συναυλίας ἀξιωθείς, φαιδρύνεις τοὺς βοῶντάς σοι· δόξα τῷ δεδοκότι σοι ἱσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—

Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.

Τῆς εὐσεβείας διαπρέπων τῷ ζήλῳ, μαρτυρικὸν συνασπισμὸν συναγείρεις, ὧν ἐν τῷ μέσῳ ἤστραψας ὡς ἄστρον φαεινόν· ὅθεν καὶ τοῖς βέλεσιν, οἷς ἐτρώθης τὸ σῶμα, τοῦ ἐχθροῦ κατέτρωσας, τὴν καρδίαν καιρίως, Μεγαλομάρτυς Σεβαστιανέ· ὅθεν Χριστός σε, ἐνθέως ἐδόξασε.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—

Βούλημα τὸ θεῖον ἀποπληρῶν, βουλῆς ἀσεβούντων, ἀπεμάκρυνας σεαυτόν, καὶ σὺν Ἀθλοφόροις, Χριστῷ προσῳκειώθης· ὦ Σεβαστιανέ σε, ὅθεν δοξάζομεν.


 Ιερομονάχου

Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου:

https://toeilhtarion.blogspot.com/2020/12/blog-post_18.html