25 Μαΐου, 2026

ΟΣΙΟΣ ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ Ο ΝΕΟΣ

 

     Ο όσιος Γεράσιμος γεννήθηκε το 1509 στο χωριό Τρίκαλα της Κορινθίας, στην Πελοπόννησο. Οι ευλαβείς γονείς του, ο Δημήτριος και η Καλή, προέρχονταν από την επιφανή οικογένεια των Νοταράδων του Βυζαντίου και από μικρό τον έστειλαν να μάθει τα ιερά γράμματα, όπου και διέπρεψε. Ενώ ήταν ακόμη νέος, εγκατέλειψε τη γενέτειρά του και πήγε στη Ζάκυνθο, και από εκεί διέτρεξε όλη την Ελλάδα. Από τη Θεσσαλία κατευθύνθηκε προς τη Μαύρη Θάλασσα, την Κωνσταντινούπολη, την Προποντίδα και τη Χαλκιδόνα. Όπου πήγαινε, έψαχνε να βρει ανθρώπους οι οποίοι είχαν φθάσει στην τελειότητα της αρετής με τον ασκητικό και ισάγγελο βίο τους, για να του διδάξουν την τέχνη των τεχνών και την επιστήμη των επιστημών, που είναι η Προσευχή, η μυστική ένωση του ανθρώπου με τον Θεό, η ένθεη ζωή, η ανεκλάλητη θέωση. Έφθασε, τέλος, στο Άγιον Όρος, όπου ως φιλόπονη μέλισσα ρούφηξε το νέκταρ από διάφορα άνθη αρετής, τα οποία παρατηρούσε στους ασκητές, για να κατασκευάσει με τους κόπους της δικής του μίμησης το μέλι της καθαρότητας της καρδιάς του.

     Ο όσιος Γεράσιμος παρέμεινε αρκετό διάστημα στον Άθωνα. Εκεί έλαβε το μεγάλο και αγγελικό Σχήμα και με πολύ ζήλο εφάρμοσε όλες τις αρετές του μοναχικού βίου: τη συνεχή νηστεία, τις ολονύκτιες αγρυπνίες, τα δάκρυα, την ανύψωση του νου προς τον Θεό μέσα στην απόλυτη εξωτερική και εσωτερική ησυχία, με στόχο την κάθαρση της καρδιάς. Μετά από μερικά χρόνια ο όσιος έφυγε από το Άγιον Όρος, για να προσκυνήσει τους Αγίους Τόπους. Στα Ιεροσόλυμα, ο πατριάρχης Γερμανός Α΄ (1537-1579) τον χειροτόνησε διαδοχικά υποδιάκονο, διάκονο και πρεσβύτερο. Τότε υπηρέτησε στον Πανάγιο Τάφο για έναν χρόνο και κατόπιν στο Πατριαρχείο για δώδεκα, χωρίς καθόλου να εγκαταλείψει τους ασκητικούς αγώνες. Κατόπιν, πήγε και στην πυρίκαυστη έρημο του Ιορδάνη, όπου πέρασε σαράντα ημέρες με νηστεία και προσευχή, μιμούμενος ταπεινά τον Κύριο (Ματθ. 4, 1 κ.ε.). Μετά επέστρεψε στο Πατριαρχείο και συνέχισε τη διακονία του.

     Όταν έφυγε από τα Ιεροσόλυμα, ξανάρχισε τις προσκυνηματικές περιοδείες. Έμεινε τότε για κάποιο διάστημα στο Σινά, έπειτα πήγε στην Αλεξάνδρεια, διέτρεξε όλη την Αίγυπτο, στη συνέχεια πήγε στην Αντιόχεια και στη Δαμασκό, και από εκεί έφυγε για την Κρήτη και έφθασε τέλος στη Ζάκυνθο, όπου έζησε πέντε χρόνια σε ένα σπήλαιο, μακριά από όλους, τρεφόμενος μόνο με χόρτα, χωρίς ψωμί και αλάτι. Αλλά, όσο και αν κρυβόταν, δεν άργησαν να τον ανακαλύψουν οι ευλαβείς πιστοί, και σύντομα άρχισαν να προστρέχουν πολυάριθμοι στη σπηλιά του, για να πάρουν την ευλογία του και να ακούσουν τη θεοφώτιστη συμβουλή του. Γνωρίζοντας όμως από τους αγίους Πατέρες ότι, για τον μοναχό, τίποτε δεν είναι τόσο φθοροποιό όσο ο έπαινος, η κολακεία και η φήμη των ανθρώπων, έφυγε από τη Ζάκυνθο και πήγε σε ένα μικρό σπήλαιο στην Κεφαλληνία, όπου έμεινε περίπου έξι έτη. Παρ’ όλα αυτά, επειδή είναι αδύνατον να μείνει κρυμμένος ένας λύχνος αναμμένος, οι πιστοί και εκεί ακόμη δεν άργησαν να ανακαλύψουν την αρετή του, και δεν τον άφηναν να χαρεί τη νοερά συνομιλία του με τον Θεό.

     Τέλος, η θεία Πρόνοια τον οδήγησε στα Ομαλά, μια απομακρυσμένη περιοχή του νησιού, όπου υπήρχε ναΰδριο με θαυματουργή εικόνα της Κυρίας Θεοτόκου. Εγκαταστάθηκε στον τόπο αυτό και καλλιεργούσε ένα μικρό κτήμα, αγωνιζόμενος κατά των παγίδων του εχθρού διαβόλου. Αφού πέρασε καιρός και η φήμη του είχε διαδοθεί πάλι στη γύρω περιοχή, πληροφορήθηκε στην προσευχή του ότι τελικά ήταν θέλημα Κυρίου να δεχθεί μαθητές και συνοδεία. Πράγματι, σύντομα παρουσιάσθηκαν είκοσι πέντε νεάνιδες και ζήτησαν επίμονα να ζήσουν υπό την πνευματική του καθοδήγηση. Έτσι, το ναΰδριο μεταμορφώθηκε σε μονή. Ο όσιος δέχθηκε να απαρνηθεί τη γλυκιά ησυχία του, για να μεταδώσει στα πνευματικά του τέκνα την ιερή εμπειρία την οποία αφθόνως του είχε χαρίσει ο Κύριος· και η μονή, που φαινόταν να κατοικείται από αγγέλους εν σώματι, ονομάσθηκε «Νέα Ιερουσαλήμ».

     Όταν ο όσιος Γεράσιμος έγινε πλήρης ημερών, προείδε την ημέρα της εκδημίας του και κάλεσε γύρω του τα πνευματικά του τέκνα για να τους μεταδώσει τις τελευταίες του συμβουλές. Κατόπιν, τα ευλόγησε και με ειρήνη και χαρά παρέδωσε τη ψυχή του στον Κύριο στις 15 Αυγούστου του 1579. Επειδή η ημερομηνία αυτή συμπίπτει με την Κοίμηση της Θεοτόκου, τιμάμε τη μνήμη του στις 20 Οκτωβρίου, την ημέρα της ανακομιδής του τιμίου λειψάνου του. Το χαριτόβρυτο σκήνωμά του παραμένει μέχρι σήμερα άφθορο, σαν να κοιμάται ο όσιος· αναδίδει ουράνια ευωδία και επιτελεί πλήθος θαυμάτων. Ο όσιος Γεράσιμος είναι ο προστάτης της Κεφαλληνίας και με πολλή παρρησία μεσιτεύει μέχρι σήμερα για το νησί ενώπιον του Θεού. Ιδιαίτερα αξιοσημείωτη είναι η θαυμαστή δύναμή του να βγάζει τα ακάθαρτα πνεύματα από τους δαιμονισμένους, που φέρνουν μπροστά στο τίμιο σκήνωμά του. Επιπλέον, χάρη στην προστασία του, η ορθόδοξη πίστη στην Κεφαλληνία έμεινε αλώβητη κατά τη μακρά περίοδο της ιταλοκρατίας.

—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—

Ἦχος α΄.

Τῶν Ὀρθοδόξον προστάτην καὶ ἐν σώματι ἄγγελον, καὶ θαυματουργὸν θεοφόρον νεοφανέντα ἡμῖν, ἐπαινέσωμεν πιστοὶ θεῖον Γεράσιμον· ὅτι ἀξίως παρὰ Θεοῦ ἀπείληφεν, ἰαμάτων τὴν ἀέναον χάριν· ῥώννυσι τοὺς νοσοῦντας, δαιμονῶντας ἰᾶται· διὸ καὶ τοῖς τιμῶσιν αὐτόν, βρύει ἰάματα.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—

Ἦχος γ΄. Ἡ Παρθένος σήμερον.

Εὐχαρίστοις ᾄσμασι, τῶν Κεφαλλήνων ἡ νῆσος, προσκαλεῖται σήμερον, τῶν Ὀρθοδόξων τὰ πλήθη, μέγιστον, νεοφανέντα ἐγκωμιάσαι, καύχημα, Ὀρθοδοξίας ἀναφανέντα, τὸν Γεράσιμον τὸν θεῖον, τὸν ῥύστην ταύτης, ὁμοῦ καὶ πρόμαχον.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—

Τῆς ὁμολογίας Χριστιανῶν, ἔθετό σε στῦλον, ἀδιάσειστον ὁ Θεός, τὸ σεπτόν σου σκῆνος, Γεράσιμε δοὺς πᾶσι, τοῖς ἐναντίοις λίθον, δεινοῦ προσκόμματος.


[ Ιερομονάχου

Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου:

«Νέος Συναξαριστής

της Ορθοδόξου Εκκλησίας»,

Τόμος 2ος (Οκτώβριος),

σελ. 224–226.

Διασκευή εκ του Γαλλικού:

Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.

Εκδόσεις «Ίνδικτος».

Αθήναι, Οκτώβριος 20092.

https://toeilhtarion.blogspot.com/2020/10/blog-post_40.html

24 Μαΐου, 2026

ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΑΡΤΕΜΙΟΣ

 

     Ο άγιος και ένδοξος μάρτυς του Χριστού Αρτέμιος έζησε την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Γόνος αρχοντικής οικογένειας, έχαιρε της εύνοιας του αυτοκράτορα και έλαβε τα αξιώματα του πατρικίου και του αυγουσταλίου (του στρατιωτικού διοικητή) της Αλεξάνδρειας και όλης της Αιγύπτου (περί το 330). 

Οι τιμές αυτές όμως δεν τον παρέσυραν να χάσει την Πίστη του και να εγκαταλείψει την πρόθεσή του να διαδώσει παντού το χαρμόσυνο άγγελμα της Σωτηρίας. Όταν εκοιμήθη ο Μέγας Κωνσταντίνος, την αυτοκρατορία μοιράσθηκαν οι τρεις γιοι του. Ο Κωνστάντιος κληρονόμησε όλο το ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας (από το Ιλλυρικό ως την Περσίδα, καθώς και την Αίγυπτο και την Παλαιστίνη), και εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Μόλις ο αυτοκράτορας πληροφορήθηκε ότι τα λείψανα του μεν αποστόλου Ανδρέα βρίσκονται στην Πάτρα, τα δε του αποστόλου Λουκά στις Θήβες της Βοιωτίας, έδωσε εντολή στον άγιο Αρτέμιο να προβεί στην μετακομιδή και των δύο στη Βασιλεύουσα, για να κατατεθούν στον ναό των Αγίων Αποστόλων.

     Λίγο καιρό αργότερα, ο Κωνστάντιος χρειάσθηκε να μεταβεί με το στράτευμά του στην Αντιόχεια, για να πολεμήσει κατά των Περσών. Εκμεταλλευόμενος ο εξάδελφός του Ιουλιανός τη συγκυρία αυτή, ανέλαβε την εξουσία στη δυτική αυτοκρατορία (την οποία ο Κωνστάντιος είχε προσαρτήσει το 351) και θέλησε να ανακηρυχθεί αυτοκράτορας στη θέση του Κωνστάντιου. Ο Κωνστάντιος έφυγε αμέσως για να αποκαταστήσει την εξουσία του, πέθανε όμως κατά τη διάρκεια της επιστροφής του στην Κικιλία, και μόλις που πρόλαβε να λάβει εκεί το άγιο Βάπτισμα. Ο Ιουλιανός έμεινε τότε εκ των πραγμάτων μόνος αυτοκράτορας (360) και αμέσως επιδόθηκε στην επαναφορά της παλαιάς θρησκείας των ειδώλων, της οποίας νέον προφήτη –δήθεν κατά το θέλημα των θεών– θεωρούσε τον εαυτό του. Έστειλε λοιπόν παντού διατάγματα, προστάζοντας την επαναφορά της λατρείας των ειδώλων στους ναούς που είχαν μετατραπεί σε εκκλησίες την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Απαγόρευσε ιδιαίτερα στους χριστιανούς διδασκάλους και ρήτορες να διδάσκουν ελεύθερα, και διέταξε να ραντίζουν τις αγορές με αίματα των ειδωλολατρικών θυσιών, ώστε να αναγκασθούν οι χριστιανοί κάτοικοι και πολίτες να τρώνε μιασμένα τρόφιμα. Τότε σε πολλά μέρη της αυτοκρατορίας άνθισε πάλι το μαρτύριο.

     Όταν ο Ιουλιανός εγκαταστάθηκε στην Αντιόχεια για να συνεχίσει τον πόλεμο κατά των Περσών, διέταξε όλους τους ηγεμόνες των επαρχιών με τα στρατεύματά τους να πάνε εκεί. Η διαταγή του έφθασε και στον Αρτέμιο, ο οποίος –πιστός στις αρχές και εξουσίες σύμφωνα με τις επιταγές των ιερών Γραφών (Ρωμ. 13, 1-2)– συγκέντρωσε το στράτευμά του και ξεκίνησε από την Αλεξάνδρεια για την Αντιόχεια. Μετά από μεγάλη διαδρομή έφθασε στην πόλη, όπου για πρώτη φορά την εποχή των Αποστόλων είχε ακουσθεί η λέξη «χριστιανός» (Πράξ. 11, 26), τη στιγμή ακριβώς που ο αυτοκράτορας διέτασσε να παρουσιασθούν ενώπιόν του δύο ιερείς, ο Ευλόγιος και ο Μακάριος, για να τους αναγκάσει να αρνηθούν την Πίστη τους και να υποταγούν στανικά στη λατρεία των ψευδών θεών. Οι δύο ομολογητές σε όλα τα σαθρά επιχειρήματα του Ιουλιανού αντέταξαν ανδρείως το θείο δόγμα της εν Χριστώ απολύτρωσης. Μετά την ανάκριση ο Ιουλιανός έδωσε εντολή να τους δείρουν με πεντακόσιους ραβδισμούς. 

     Τότε ο Αρτέμιος εξανέστη ενώπιον του θεάματος, προχώρησε προς τον αυτοκράτορα και ομολόγησε: «Όλα τα μηχανεύματά σου κατά των χριστιανών είναι εκ του πονηρού, μάταια και χωρίς δύναμη· διότι, όταν υψώθηκε στον Σταυρό ο Χριστός, κατεβλήθη των δαιμόνων η έπαρση. Οι δικοί σου θεοί, τους οποίους λατρεύεις εν ονόματι του Ερμή ή του Απόλλωνα, δεν είναι παρά ξύλο και μέταλλο!».

     Η αρχική κατάπληξη του αυτοκράτορα μετατράπηκε σε οργή και μανία, όταν πληροφορήθηκε ότι εκείνος που του απηύθυνε τους πλήρεις παρρησίας λόγους δεν ήταν άλλος από τον περιλάλητο Αρτέμιο, τον αυγουστάλιο της Αιγύπτου, τον οποίο υποψιαζόταν ως συμμέτοχο στον θάνατο του αδελφού του Γάιου Κωνσταντίνου, καίσαρα της Ανατολής. Διέταξε τότε να συλλάβουν τον Αρτέμιο, να του αφαιρέσουν τα διακριτικά των αξιωμάτων του και να τον φέρουν την επαύριο ενώπιόν του, ώστε να τιμωρηθεί παραδειγματικά για το ανήκουστο θράσος του. Χωρίς κανέναν σεβασμό προς το αξίωμά του, οι στρατιώτες τον έδεσαν, τον μαστίγωσαν, και τον έριξαν σχεδόν νεκρό στη φυλακή μαζί με τους άλλους δύο μάρτυρες. Ο Αρτέμιος όμως, γεμάτος χαρά και αγαλλίαση, ανέπεμψε προσευχή προς τον Κύριο λέγοντας: «Σ’ ευχαριστώ, Κύριε, διότι με αξίωσες να υποστώ βασανιστήρια χάριν της αγάπης Σου και να συναριθμηθώ στον χορό των αγίων Σου!». Την επομένη εξόρισαν τους μάρτυρες Ευλογιο και Μακάριο στις εχθρικές και αφιλόξενες περιοχές της Αραβίας, και εκεί σύντομα αποκεφαλίσθηκαν [σημ.: μια διαφορετική παράδοση αναφέρει τη μνήμη τους στις 19 Φεβρουαρίου].

     Εν συνεχεία, ο αυτοκράτορας διέταξε να παρουσιασθεί ο Αρτέμιος. Αρχικά, του υποσχέθηκε όλες τις τιμές που αρμόζουν στους οικείους του βασιλιά, και επιπλέον το αξίωμα του αρχιερέα των θεών, αν φυσικά αποφάσιζε να εγκαταλείψει τις δοξασίες εκείνων που ο Ιουλιανός ονόμαζε υποτιμητικά «Γαλιλαίους». Τέτοιες υποσχέσεις όμως, δεν ήταν δυνατόν να επηρεάσουν τον άγιο, ο οποίος, ζώντας εν Χριστώ, είχε ήδη νεκρωθεί ως προς τον κόσμο και τις επιθυμίες του. Του φαινόταν, επίσης, ανώφελο να προβεί σε μακρά απολογία της χριστιανικής Πίστεως, εφόσον ο Ιουλιανός είχε, έστω και τυπικά, λάβει από παιδί χριστιανική αγωγή. Για τον λόγο αυτό, αρκέσθηκε στην άρνηση των ψευδών κατηγοριών για τη συμμετοχή του στον φόνο του Γάιου, και στη διακήρυξη ενώπιον του Παραβάτη ότι τίποτε στον κόσμο αυτό δεν ήταν ικανό να τον πείσει να εγκαταλείψει την Πίστη προς τον Σωτήρα Χριστό. Δεν απέμεινε λοιπόν τίποτε άλλο στον αναίσχυντο τύραννο, παρά να ξεσπάσει η οργή του σε βασανιστήρια. Έδωσε τότε εντολή να τρυπήσουν το σώμα του αγίου με πυρακτωμένες βελόνες. Προς μεγάλη του όμως απογοήτευση, ούτε φωνή ούτε αναστεναγμός εξήλθε από το στόμα του Αρτεμίου, και τη νύκτα παρουσιάσθηκε ο Χριστός στο κελλί του και του θεράπευσε όλες τις πληγές. Ενδυναμωμένος ο Αρτέμιος από το θείο όραμα, έμεινε δεκαπέντε ημέρες όρθιος, χωρίς τροφή και νερό, προσευχόμενος νυχθημερόν και ατενίζοντας με τα όμματα της φιλόθεης καρδιάς του τα ουράνια μυστήρια.

     Εν τω μεταξύ, ο Ιουλιανός έφθασε στη Δάφνη, στα περίχωρα της Αντιόχειας, και διέταξε να μεταφέρουν από εκεί το τίμιο λείψανο του αγίου Βαβύλα [4 Σεπτ.] και να το ενταφιάσουν σε κοιμητήριο της πόλης, για να ανεγερθεί στον αρχικό τόπο του ενταφιασμού του αγίου χρυσό άγαλμα του Απόλλωνα και ναός αφιερωμένος στη λατρεία του. Μια νύκτα όμως, ενώ οι ιερείς επιδίδονταν σε θυσίες και προσευχές για να ανοίξει ο θεός τους το ξύλινο και μεταλλικό στόμα του και να εξαγγείλει τον χρησμό του, φωτιά κατέβηκε από τον ουρανό και κατέκαυσε τον ναό και το άγαλμα, χωρίς κανείς να μπορεί να τη σβήσει. Τότε ο Ιουλιανός μέσα στη μανία του θεώρησε υπεύθυνους τους χριστιανούς· διέταξε να κλείσουν οι νέες εκκλησίες και εξαπέλυσε αγριότερο διωγμό εναντίον τους σε όλη την αυτοκρατορία. Στη Σαμάρεια (Σεβάστεια) μάλιστα, διέταξε να ρίξουν στη φωτιά τα λείψανα του προφήτη Ελισαίου και του Τιμίου Προδρόμου, και στην Καισάρεια Φιλίππου να γκρεμίσουν τον ανδριάντα του Σωτήρος Χριστού, που είχε φιλοτεχνήσει η Αιμορροούσα Βερονίκη [12 Ιουλ.]. Έδωσε, επίσης, διαταγή να επιτραπεί στους Ιουδαίους να ανοικοδομήσουν τον ναό τους στα Ιεροσόλυμα –που είχε καταστραφεί το έτος 70– με χρήματα από τα ταμεία του κράτους, με σκοπό να αποδείξει ως πλάνη την αψευδή προφητεία του Χριστού για την καταστροφή του ναού των Ιουδαίων και το οριστικό τέλος του παλαιού Νόμου (βλ. Ματθ. 23, 38 και 24, 2· Μάρκ. 13, 1-2· Λουκ. 21, 5-6).

     Και, ενώ παντού διώκονταν οι χριστιανοί με πρωτοφανή σκληρότητα, ο Ιουλιανός διέταξε να βγάλουν τον Αρτέμιο από τη φυλακή, αποφασισμένος να θέσει πια τέλος στη ζωή του και στη μεγάλη επιρροή που ασκούσε αυτός προς τον λαό με τον εξής τρόπο· πρόσταξε να κόψουν στη μέση έναν μεγάλο βράχο, που βρισκόταν κοντά στο θέατρο της Αντιόχειας, να ξαπλώσουν τον άγιο στο ένα κομμάτι και να ρίξουν επάνω στο σώμα του το άλλο κομμάτι του βράχου. Μόλις έπεσε βαρύς ο λίθος, όλοι άκουσαν τον δυνατό τριγμό των οστών του αγίου που συντρίφθηκαν· οι πάντες άφησαν μόνο και εγκαταλειμμένο τον άγιο ανάμεσα στους δύο ογκόλιθους μέχρι την επόμενη μέρα, νομίζοντας ότι σίγουρα θα ξεψυχούσε. Μεγάλη όμως ήταν η έκπληξη του τυράννου και του παριστάμενου κόσμου, όταν την επομένη, ανασηκώνοντας τον λίθο, σηκώθηκε όρθιος ο μάρτυς του Χριστού –του οποίου τα οστά είχαν συντριβεί, τα σπλάχνα είχαν χυθεί, οι οφθαλμοί του είχαν βγει– και συνέχισε να κατηγορεί τους ψευδείς θεούς και να καυχάται με ιερή παρρησία στον Σταυρό του Κυρίου Ιησού Χριστού.

     Μπροστά σ’ αυτό το θέαμα, αντί ο τύραννος να αλλάξει γνώμη και διάθεση, διέταξε να αποκεφαλίσουν τον Αρτέμιο. Ο μάρτυς με χαρά δέχθηκε την καταδίκη του, ύψωσε τα χέρια του προς τον ουρανό για να ευχαριστήσει τον Θεό, και προσευχήθηκε για τη σωτηρία της Εκκλησίας. Και αφού μόνος του προχώρησε προς τον τόπο της εκτέλεσης, έκανε τρεις μετάνοιες προς την ανατολή και παρέδωσε χαρούμενος τον αυχένα του στο ξίφος του δήμιου. Τότε, μια ευλαβής και φιλόχριστη αρχόντισσα, έλαβε το πολύαθλο λείψανο και το μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη, όπου για αιώνες επιτελούσε πολυάριθμα θαύματα σε ασθενείς, ιδίως σε όσους έπασχαν από κήλη, ενώ με ζήλο το προσκυνούσαν και το τιμούσαν οι πιστοί.

—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΑ—

Ἦχος πλ. α΄. Τὸν συνάναρχον Λόγον.

Εὐσεβείας τοῖς τρόποις καλλωπιζόμενος, ἀθλητικῆς ἀγλαΐας, ὤφθης σοφὲ κοινωνός, πρὸς ἀγῶνας ἀνδρικοὺς παραταξάμενος· ὅθεν ὡς λύχνος φωταυγής, τῶν θαυμάτων τὰς βολάς, ἐκλάμπεις τῇ οἰκουμένῃ, Ἀρτέμιε Ἀθλοφόρε, πρὸς σωτηρίαν τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

Ἕτερον τοῦ Ἁγίου.

Ἦχος πλ. α΄. Τὸν συνάναρχον Λόγον.

Εὐσεβείας ἐμπρέπων τοῖς κατορθώμασι, τῆς τῶν Μαρτύρων εὐκλείας, ὤφθης σοφὲ κοινωνός, ἐναθλήσας ἀνδρικῶς Μάρτυς Ἀρτέμιε· ὅθεν πηγάζων δαψιλῶς, ἰαμάτων δωρεάς, τῷ πάθος ἐντεροκήλης, ὡς συμπαθὴς θεραπεύεις, τῶν προστρεχόντων τῇ πρεσβείᾳ σου.

—ΚΟΝΤΑΚΙΑ—

Ἦχος β΄. Τοὺς ἀσφαλεῖς.

Τὸν εὐσεβῆ, καὶ στεφηφόρον Μάρτυρα, τὸν κατ’ ἐχθρῶν, νίκης ἀράμενον τρόπαια, συνελθόντες ἐπαξίως νῦν, ἐν ὑμνῳδίαις εὐφημήσωμεν, Ἀρτέμιον τὸν μέγιστον ἐν Μάρτυσι, θαυμάτων τε δοτῆρα πλουσιώτατον· πρεσβεύει γὰρ Κυρίῳ ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.

Ἕτερον τοῦ Ἁγίου.

Ἦχος πλ. δ΄. Τῇ ὑπερμάχῳ.

ς ἀριστέα τοῦ Σωτῆρος πολυθαύμαστον, καὶ παροχέα ἰαμάτων πλουσιόδωρον, ἀνυμνοῦμέν σε προφρόνως Μεγαλομάρτυς. Ἀλλ’ ὡς πέλων ἰατὴρ τῆς κήλης ἄριστος, ἀσινῆ με ἐκ τῆς βλάβης ταύτης φύλαττε, ἵνα κράζω σοι· χαίροις Μάρτυς Ἀρτέμιε.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΑ—

Δόξαν ὑπατείας ὑπεριδών, τὸ ὕπατον κλέος, ἐπορίσω τῶν ἀρετῶν, ὡς ἀνδραγαθήσας, Ἀρτέμιε ἐνδόξως· διὸ παντοίας βλάβης, ῥύου τοὺς δούλους σου.

Ἕτερον τοῦ Ἁγίου.

Τὸν Μεγαλομάρτυρα τοῦ Χριστοῦ, καὶ τῶν ἰαμάτων, τὸν πολύρρυτον ποταμόν, τῆς ἐντεροκήλης, τὸν θεῖον ἰατῆρα, Ἀρτέμιον τὸν μέγαν, ὕμνοις τιμήσωμεν.

[ Ιερομονάχου

Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου:

«Νέος Συναξαριστής

της Ορθοδόξου Εκκλησίας»,

Τόμος 2ος (Οκτώβριος),

σελ. 217–222.

Διασκευή εκ του Γαλλικού:

Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.

Εκδόσεις «Ίνδικτος».

Αθήναι, Οκτώβριος 20092.

Επιμέλεια ανάρτησης:

π. Δαμιανός.

https://toeilhtarion.blogspot.com/2020/10/blog-post_20.html