01 Ιουνίου, 2026

ΟΣΙΑ ΠΕΛΑΓΙΑ, Η ΑΠΟ ΕΤΑΙΡΙΔΩΝ

 

     Η οσία Πελαγία έζησε στην Αντιόχεια κατά το δεύτερο ήμισυ του 5ου αιώνος. Έκδοτη κατ’ αρχάς στους χορούς και στις έκλυτες ηδονές και αποκαλούμενη από τους εραστές της «Μαργαρώ», λόγω των πολλών μαργαριταριών με τα οποία στολιζόταν, ήταν η πλέον γνωστή εταίρα της μεγάλης εκείνης πόλεως. Από την ακολασία της είχε αποκτήσει μεγάλη περιουσία, την οποία χρησιμοποιούσε αποκλειστικά για να καλλωπίζει το σώμα της με πολύτιμα κοσμήματα και σπάνια αρώματα, ώστε να προσελκύει νέα θύματα στα δίχτυα της και να τα βυθίζει στην απώλεια. Επίσης, είχε πολλούς δούλους που τη συνόδευαν όταν έβγαινε έξω στην πόλη, καθισμένη πάνω στην πολυτελή της άμαξα.

     Μια μέρα ο αρχιεπίσκοπος Αντιοχείας συγκάλεσε σύνοδο ογδόντα επισκόπων, για να ρυθμίσουν εκκλησιαστικές υποθέσεις της περιοχής. Κάλεσε τότε έναν από αυτούς, τον άγιο Νόννο, επίσκοπο Εδέσσης [10 Νοεμ.], για να κηρύξει τον λόγο του Θεού στον ναό του αγίου Ιουλιανού. Την ώρα που ο άγιος προέτρεπε τους ακροατές του να μετανοήσουν και να ζήσουν ενάρετα και θεάρεστα, έτυχε να περνάει μπροστά από την ομήγυρη η Πελαγία, με τη συνηθισμένη ακολουθία της. Εκείνη τη στιγμή, ενώ οι επίσκοποι και ο ευλαβής κόσμος έστρεψαν αλλού το βλέμμα, ο άγιος Νόννος είπε δυνατά σ’ αυτούς που τον περιστοίχιζαν: «Αλίμονο σ’ εμάς, τους οκνηρούς και αμελείς! Θα ντραπούμε την Ημέρα της Κρίσεως, γιατί ο ζήλος και η φροντίδα μας για το πώς θα γίνουμε αρεστοί στον Θεό είναι πολύ κατώτερος από την επιμέλεια με την οποία καλλωπίζεται αυτή η γυναίκα, απλώς και μόνο να αρέσει σε ανθρώπους, αποβλέποντας σε μια πρόσκαιρη ηδονή». Και όταν επέστρεψε στο κελλί του, πέρασε όλη τη μέρα ο άγιος αναπέμποντας ευχές προς τον Κύριο για τη μεταστροφή της.

     Την επομένη η Πελαγία πήγε στον ναό και άκουσε τον Νόννο να ερμηνεύει το Ευαγγέλιο κατά τη θεία Λειτουργία. Τα λόγια του επισκόπου για την Ημέρα της Κρίσεως και την αιώνια τιμωρία των αμαρτωλών στην κόλαση εισχώρησαν βαθιά στην καρδιά της, σαν κοφτερό μαχαίρι, και αφύπνισαν μέσα της τον θείο έρωτα για τον ουράνιο Νυμφίο. Έτσι, μόλις η βυθισμένη στην αμαρτία γυναίκα επέστρεψε στην έπαυλή της, έγραψε στον άγιο επίσκοπο παρακαλώντας τον να τη δεχθεί και να μη τη βδελυχθεί για την ασωτία της, αν ήταν πράγματι μαθητής Εκείνου «που δεν ήλθε να καλέσει τους δίκαιους αλλά τους αμαρτωλούς σε μετάνοια» (Ματθ. 9, 13). Τότε ο Νόννος τής απάντησε ότι, αν όντως είχε αποφασίσει να μετανοήσει, θα έπρεπε να παρουσιασθεί στην εκκλησία, ενώπιον όλων των πιστών, κληρικών και λαϊκών, για να ομολογήσει τα αμαρτήματά της.

     Η Πελαγία άδραξε την ευκαιρία και έσπευσε στην εκκλησία, ξεχνώντας τις πομπώδεις συνοδείες και την παλιά αλαζονεία της. Φθάνοντας, έπεσε με συντριβή στα πόδια του επισκόπου και τον ικέτευσε να μην αργήσει να την αναγεννήσει στη θεία ζωή, μήπως ο δαίμονας και η συνήθεια την παγιδεύσουν πάλι και την ξαναρίξουν στην ακόλαστη ζωή. Όταν τα άκουσε αυτά ο Νόννος, δόξασε τον Θεό για τη μετάνοιά της και τη βάπτισε. Τότε χάρηκε όλη η Αντιόχεια, διότι η ψυχή της βρήκε τη σωτηρία. Κατόπιν, την εμπιστεύθηκαν για κάποιο χρονικό διάστημα στη Ρωμάνα, μια μοναχή που τη μύησε στον πνευματικό αγώνα και τη ζωή της μετανοίας. Με την προσευχή και το σημείο του Σταυρού, η Πελαγία κατόρθωσε να κατατροπώσει τις επιθέσεις του πονηρού, ο οποίος δεν άργησε να της επιτεθεί, παρακινώντας την με σφοδρότητα να επιστρέψει στην αμαρτωλή ζωή.

     Μετά το θείο Βάπτισμα η Πελαγία μοίρασε όλη την περιουσία της στους φτωχούς και απελευθέρωσε τους δούλους της. Απαλλαγμένη έτσι από κάθε τι που την έδενε με τα εγκόσμια, άλλαξε την ενδυμασία της, φόρεσε φθαρμένα και κουρελιασμένα ανδρικά ενδύματα και έφυγε κρυφά για να ασκητεύσει στο Όρος των Ελαιών, στην Παλαιστίνη, άγνωστη σε όλους. Εκεί έμεινε χρόνια έγκλειστη σε ένα μικρό κελλί, πολεμώντας καθημερινά τα πάθη που είχαν ριζώσει στο σώμα της και αφιερώνοντας όλο τον ζήλο –που κάποτε αφιέρωνε στον μάταιο καλλωπισμό και στα αρώματα– για τον καλλωπισμό της ψυχής της, χάριν της αιωνίου ζωής.

     Και ενώ έμενε μόνη της, η φήμη για τους άθλους της έγινε γνωστή σε όλους τους ασκητές της Παλαιστίνης, οι οποίοι νόμιζαν ότι ήταν άνδρας. Όταν παρέδωσε τη ψυχή της στον Θεό, συγκεντρώθηκαν όλοι για να τιμήσουν το τίμιο λείψανο. Έμειναν όμως έκπληκτοι και δόξασαν τον Θεό Κύριο, μόλις έμαθαν από έναν μαθητή του Νόννου την αληθινή ιστορία της οσίας, που διδάσκει να μην απελπίζονται όσοι είναι βυθισμένοι στο σκότος της αμαρτίας, αλλά απεναντίας να πορεύονται με θάρρος και ελπίδα τη ψυχοσωτήρια οδό της μετανοίας.

—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—

Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.

ξ ἀκανθῶν καθάπερ ῥόδον εὐῶδες, τῇ Ἐκκλησίᾳ Πελαγία ἐδείχθης, ταῖς ἐναρέτοις πράξεσιν εὐφραίνουσα ἡμᾶς· ὅθεν καὶ προσήγαγες, ὡς ὀσμὴν εὐωδίας, τῷ σὲ θαυμαστώσαντι, τὸν σὸν βίον Ὁσία. Ὃν ἐκδυσώπει σώζεσθαι ἡμᾶς, παθῶν παντοίων, ψυχῆς τε καὶ σώματος.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—

Ἦχος α΄. Χορὸς Ἀγγελικός.

Πελάγει ἀρετῶν, ἀληθῶς ἰσαγγέλων, τὸ πέλαγος τῶν σῶν, ἐγκλημάτων Ὁσία, πανσόφως ἐβύθισας, καὶ δακρύων τοῖς ῥεύμασιν, ἐναπέπνιξας, τὸν πολυμήχανον ὄφιν· ὅθεν ἤστραψας, ὥσπερ λαμπὰς μετανοίας, τὴν κτίσιν φαιδρύνουσα.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—

Φερωνύμως πέλαγος γαληνόν, πλεύσασα Ὁσία, μετανοίας τῆς ἱερᾶς, Μῆτερ Πελαγία, τοῖς ἐν πελάγει βίου, λιμὴν σωτηριώδης, ὤφθης καὶ ἄκλυστος.


Ιερομονάχου

Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου:

«Νέος Συναξαριστής

της Ορθοδόξου Εκκλησίας»,

Τόμος 2ος (Οκτώβριος), σελ. 80–82.

Διασκευή εκ του Γαλλικού:

Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.

Εκδόσεις «Ίνδικτος».

Αθήναι, Οκτώβριος 20092.

https://toeilhtarion.blogspot.com/2020/10/blog-post_8.html

31 Μαΐου, 2026

Άγιος Ευθύμιος ο Ιερομάρτυρας Επίσκοπος Ζήλων

Άγιος Ευθύμιος επίσκοπος Ζήλων εκ Παρακοίλων Λέσβου.
Μαρτύρησε στις φυλακές του Πόντου.
Την φωτογραφία αυτή την έστειλε στον Αδελφό του όταν έγινε επίσκοπος.
Βιογραφία
Ο Άγιος Ιερομάρτυς Ευθύμιος, κατά κόσμον Ευστράτιος Αγρίτης ή Αγριτέλλης, γεννήθηκε στις 6 Ιουλίου 1876 μ.Χ. στα Παράκοιλα της Λέσβου. Σε ηλικία μόλις εννέα ετών, ο Ευστράτιος εισέρχεται στην ιερά μονή Λειμώνος, όπου ο ηγούμενος, αρχιμανδρίτης Άνθιμος Γεωργιέλλης, του έδωσε το όνομα Ευθύμιος.

Το 1889 μ.Χ. γράφεται στη Λειμωνιάδα Σχολή και για ένδεκα χρόνια παρακολουθεί τα μαθήματα και τη χριστομάθεια του υποδειγματικού αυτού αρρεναγωγείου. Το 1892 μ.Χ. αποφοιτά από τη Σχολή παίρνοντας το απολυτήριο με άριστα, πράγμα που του έδωσε την ευκαιρία να εγγραφεί το 1900 μ.Χ. στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης ως υπότροφος της μονής Λειμώνος. Το 1906 μ.Χ. χειροτονείται διάκονος στη μονή Χάλκου από τον Μητροπολίτη Γρεβενών Αγαθάγγελο και την επόμενη χρονιά υποβάλλει στη Σχολή για την απόκτηση του πτυχίου του διδακτορική διατριβή με θέμα: «Σκοπός του Μοναχικού βίου στην Ανατολή μέχρι τον 9ο αιώνα μ.Χ.».
Αφού παίρνει το πτυχίο του με άριστα, επιστρέφει στη μονή Λειμώνος στη Λέσβο και διορίζεται ιεροκήρυκας από τον Μητροπολίτη Μηθύμνης Στέφανο (Σουλίδη). Από την θέση αυτή διακρίνεται για τη ρητορική του δεινότητα, το πλούσιο περιεχόμενο του λόγου του και επισκέπτεται τα χωριά και τις κωμοπόλεις της επαρχίας, ευαγγελίζοντας τον Χριστό και κηρύττοντας την αγάπη για την Πατρίδα. τον ίδιο χρόνο διορίζεται Σχολάρχης στη Σκόπελο, όπου και παραμένει ένα έτος.
Το 1910 μ.Χ. χειροτονείται πρεσβύτερος και αργότερα αναλαμβάνει πρωτοσύγκελλος της Ιεράς Μητροπόλεως Μηθύμνης. Το 1911 μ.Χ. χειροτονείται στην Κωνσταντινούπολη Επίσκοπος και αναλαμβάνει να διαποιμάνει τη Επισκοπή Ζήλων.
Από την Αμισό (Σαμψούντα), όπου εγκαθίσταται, επιδίδεται σε έναν ευγενή και σπάνιο αγώνα για την μόρφωση των Ελλήνων της περιοχής, έχοντας στην ευθύνη του 340 περίπου ενορίες και 150.000 Έλληνες. Το 1913 μ.Χ. ο Επίσκοπος Ευθύμιος τοποθετείται στην επαρχία Πάφρας. σε διάρκεια δέκα ετών, σημειώνει λαμπρή πνευματική τροχιά και ηγετική πορεία, κτίζοντας στην Πάφρα και σε πολλά χωριά, σχολεία, αρρεναγωγεία και παρθεναγωγεία και εκκλησίες, φροντίζοντας για την τοποθέτηση δασκάλων και ιερέων, απαραίτητων για την εθνική και πνευματική ανάπτυξη της περιοχής.
Το 1914 μ.Χ. πολλοί Παφρηνοί, με την προτροπή του Ευθυμίου, αρνήθηκαν να καταταγούν στον Τουρκικό στρατό και βγήκαν στα βουνά ως φυγόστρατοι, όπου αρχίζουν να δημιουργούνται τα πρώτα αντάρτικα τμήματα. Φοβερή γενοκτονία ξεσπά, ιδιαίτερα στην περιοχή της Πάφρας και Σαμψούντας, μεταβάλλοντας την δράση του Επισκόπου Ευθυμίου από προσπάθεια αναπτύξεως σε προσπάθεια περισσυλογής. Το 1917 μ.Χ. αναλαμβάνει ηγετικό ρόλο σε ένοπλες ομάδες ανταρτών κατευθύνοντάς τις κατά του Τουρκικού στρατού και των άλλων ενόπλων, που δρούσαν ως έμμισθοι των Τούρκων κατά των Ελλήνων.
Την περίοδο 1914 - 1916 μ.Χ. και 1918 - 1919 μ.Χ., με την υπογραφή της ανακωχής, παρότρυνε όλα τα σχολεία και τον λαό του Πόντου να παραστούν σύσσωμοι στην ετήσια τελετή της αναπαραστάσεως της αυτοκτονίας των τριάντα και πλέον νεαρών κοριτσιών του Ασάρ της Πάφρας. Η τελετή αυτή πραγματοποιείτο κατά την επέτειο της 25ης Μαρτίου, ως ανάμνηση της αυτοθυσίας των νεαρών κοριτσιών, που έπεσαν το 1860 μ.Χ. από το κάστρο του Άλυ και αυτοκτόνησαν, για να μην πέσουν στα χέρια των Τούρκων.
Τον Απρίλιο του 1917 μ.Χ., μεγάλη δύναμη του Τουρκικού στρατού περικυκλώνει στο βουνό Νελτές τη μονή της Παναγίας, της Μάαρα, κλείνοντας 650 γυναικόπαιδα και 60 ένοπλους αντάρτες. Μετά από εξαήμερη αντίσταση, οι περισσότεροι έγκλειστοι σκοτώνονται ή αυτοκτονούν. Το 1919 μ.Χ., σε ανταπόδοση των προηγουμένων, ανήμερα της Παναγίας, ο Ευθύμιος συγκεντρώνει 12.000 αντάρτες έξω από την κωμόπολη Τσασούρ με γενικό αρχηγό τον Κυριάκο Παπαδόπουλο με αποτέλεσμα την ολοσχερή καταστροφή της πόλεως και τον αφανισμό των Τούρκων ενόπλων. Από εκείνη την ημέρα οι Τούρκοι καταζητούν τον Ευθύμιο, θεωρώντας τον επίσημο αρχηγό των ανταρτών του Δυτικού Πόντου.
Το 1921 μ.Χ., με απόφαση της Κεμαλικής κυβερνήσεως, όλοι οι Μητροπολίτες, οι Επίσκοποι και οι αρχιμανδρίτες του Πόντου όφειλαν να εγκαταλείψουν τον Πόντο και να φύγουν από τις έδρες τους. Οι μόνοι που δεν υπάκουσαν στην εντολή αυτή ήσαν ο Μητροπολίτης Τραπεζούντος Χρύσανθος, ο Επίσκοπος Ευθύμιος και ο Αρχιμανδρίτης Αμασείας πρωτοσύγκελλος Πλάτων Αϊβαζίδης. Στις 21 Ιανουαρίου του ίδιου έτους, οι Κεμαλικοί συλλαμβάνουν τον Ευθύμιο, τον Αρχιμανδρίτη Αϊβαζίδη μαζί με προύχοντες της πόλης. Ο Άγιος Ευθύμιος οδηγείται στην Αμάσεια, όπου καταδικάζεται σε θάνατο και κλείνει στις φυλακές Σούγια της Αμασείας, που έχουν μετατραπεί σε τόπο κολάσεως από τις οδύνες και τον πόνο των βασανιστηρίων.
Στις 29 Μαΐου εξαντλημένος από τις στερήσεις και τις κακουχίες της φυλακής παρέδωσε την αγία ψυχή του. Πολλοί φυλακισμένοι τον άκουγαν λίγες ημέρες προ του θανάτου του να ψάλει την ακολουθία της κηδείας. Τρεις ημέρες μετά το ηρωϊκό του τέλος ήρθε από τον Μουσταφα  Κεμάλ η έγγραφη καταδίκη του σε θάνατο.
Το 1992 μ.Χ. ο Ευθύμιος κατατάσσεται στη χορεία των Αγίων από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος. Το 1998 μ.Χ. ανοικοδομείται παρεκκλήσιο προς τιμήν του Αγίου στη μονή Λειμώνος, στην Ιερά Μητρόπολη Μηθύμνης.
Η μνήμη του εορτάζεται, επίσης, την Κυριακή προ της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού.
Λιγότερα