23 Αυγούστου, 2026

ΟΣΙΑ ΙΣΙΔΩΡΑ, Η ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΗ

  30 Απριλίου 


     Στην Ταβέννη της Αιγύπτου υπάρχει ένα γυναικείο μοναστήρι, με τετρακόσιες περίπου καλόγριες, απέναντι απ’ το μεγάλο ανδρικό μοναστήρι. Στο γυναικείο αυτό μοναστήρι ασκήτευε και μια μοναχή, που υποκρινόταν μωρία και σαλότητα για χάρη του Χριστού· το όνομά της ήταν Ισιδώρα, και πάντοτε ταπείνωνε και εξευτέλιζε τον εαυτό της εμπρός στους άλλους. Αυτή την Ισιδώρα τη σιχαίνονταν όλες οι μοναχές, τόσο πολύ, που ακόμη και στην τράπεζα δεν την δεχότανε να φάει μαζί τους! Ωστόσο, εκείνη, κι αυτό ακόμη το δέχθηκε με χαρά μεγάλη. Η αρετή της και η βοήθεια, που έδινε με τη διακονία της σ’ όλο το μοναστήρι, ήταν πολύ σημαντική και ωφέλιμη. Οποιαδήποτε υπηρεσία για το μοναστήρι και τις μοναχές, την έκανε πάντα με προθυμία, σα νά ’τανε δούλη τους, και δούλευε με πολλή πραότητα για όλες τους. Πράγματι, αυτή η Ισιδώρα, ήταν το φωτεινό παράδειγμα και το μεγάλο λυχνάρι για τη μοναστική αυτή συνοδία, όπως μας είπε ο Κύριος: «Όποιος από εσάς θέλει να γίνει μεγάλος, ας γίνει δούλος και υπηρέτης όλων» (Ματθ. 20, 26 και 23, 11· Μάρκ. 9, 35· Λουκ. 9, 48), και «Αν κάποιος νομίζει ότι είναι σοφός, ας γίνει πρώτα ανόητος και μωρός» (Α΄ Κορ. 3, 18). Όλες οι άλλες μοναχές είχαν κανονικά το σχήμα της κουράς –φορούσαν τα κουκούλια όλες στο κεφάλι τους–, ενώ εκείνη, είχε δέσει μ’ ένα κουρελόπανο το κεφάλι της, κι έτσι έκαμνε όλες τις δουλειές της μονής. Όλ’ αυτά τα χρόνια, καμιά μοναχή από τις τετρακόσιες τόσες, δεν την είδε ποτέ να τρώει κανονικά, παρά να σκουπίζει τα ψίχουλα που έμεναν στο τραπέζι κι απ’ αυτά να τρώει, καθώς κι από τα περισσεύματα, που ήταν κολλημένα στις χύτρες που έπλενε· αυτά της ήταν αρκετά. Ποτέ της δεν υποτίμησε καμιά μοναχή με υβριστικό λόγο, ούτε γόγγυσε, ούτε είπε μεγάλο ή μικρό πικρό λόγο, παρ’ όλο ότι πολλές τους την έβριζαν, την πείραζαν και την προσέβαλλαν, και –όχι λίγες– τη μισούσαν.


     Γι’ αυτήν, λοιπόν, την ευλογημένη και αγία μοναχή, φανερώθηκε Άγγελος Κυρίου στον αγιώτατον αββά Πιτυρούν, γνωστό και δοκιμώτατο μοναχό, πολύ ενάρετο και διάσημο αναχωρητή, και του λέει:
     –Γιατί καυχάσαι για τα κατορθώματά σου και για την ευλάβειά σου, ασκητεύοντας σε τούτον τον τόπο; Θέλεις να ιδείς μια γυναίκα, που είναι πιο πάνω από σένα στην αρετή και στην ευλάβεια; Πήγαινε στο γυναικείο μοναστήρι των Ταβεννησιωτών, κι εκεί θα βρεις μια μοναχή, που φέρει διάδημα στο κεφάλι. Αυτή, λοιπόν, είναι καλύτερή σου. Γιατί, τόσον καιρό και με τόσο πολύ κόσμο παλεύει, αλλά, παρ’ όλ’ αυτά, δεν άφησε ποτέ το νου της ν’ απομακρυνθεί ούτε στιγμή απ’ τον Θεό, αν και όλες οι μοναχές εκεί τη σιχαίνονται και την αποφεύγουν. Ενώ εσύ, κάθεσαι εδώ, και φαντάζεσαι όλες τις πολιτείες με τον νου σου, κι ας μην έχεις ποτέ σου ιδεί την οικουμένη.

     Ξεσηκώθηκε, λοιπόν, ο μέγας Πιτυρούν και ήρθε στα μέρη της Ταβέννης, παρακαλώντας τους πατέρες και διδασκάλους να τον διαπεράσουν στο μοναστήρι των γυναικών. Μια κι ήταν γνωστός για την αρετή και την αγνότητά του μεταξύ των πατέρων, κι είχε φτάσει σε βαθιά γεράματα με αυστηρή άσκηση, οι πατέρες ευχαρίστως τον βοήθησαν να περάσει το ποτάμι και να επισκεφτεί το γυναικείο μοναστήρι. Εκεί, μετά την προσευχή, ο Γέροντας ζήτησε να ιδεί μια-μια και κατά πρόσωπο όλες τις μοναχές. Κι ενώ πέρασαν όλες οι μοναχές από μπροστά του, εκείνη δεν φάνηκε.
     Τις λέει, τότε ο Γέροντας:
     –Σας παρακαλώ, να μου τις φέρετε όλες.
     Κι ενώ εκείνες του απάντησαν «όλες εδώ είμαστε», εκείνος τις λέει:
     –Λείπει, ωστόσο, μία, την οποία μου έδειξε ο Άγγελος.
     Τότε, του είπαν κι αυτές:
     –Λείπει μία μόνο, που έχουμε στο μαγειρείο και είναι σαλή.
     –Παρακαλώ, να μου την φέρετε κι εκείνη, λέει ο Γέροντας. Θέλω να την δω!

     Εκείνη, μόλις της το είπαν, δεν ήθελε να παρουσιαστεί, καταλαβαίνοντας την αιτία της προσκλήσεως· ίσως και της αποκαλύφθηκε άνωθεν. Την έσυραν, λοιπόν, με τη βία, λέγοντάς της:
     –Ο άγιος Γέροντας, ο Πιτυρούν, θέλει να σε ιδεί!


     Ο Γέροντας ήταν περιβόητος σ’ όλα εκείνα τα μέρη. Μόλις την έφεραν εκεί μπροστά, ο Γέροντας και μεγάλος ασκητής είδε το πρόσωπό της· έπεσε αμέσως στα πόδια της, και της λέει:
     –Αμμάς και γερόντισσα, ευλόγησέ με!

     Ευθύς έπεσε κι εκείνη στα πόδια του Γέροντα, λέγοντάς του:
     –Εσύ να μ’ ευλογήσεις πρέπει, άγιε Γέροντα και δέσποτά μου!

     Βλέποντας αυτή τη σκηνή, όλες ξαφνιάστηκαν δυσάρεστα, και λένε στον Γέροντα:
     –Μην ταπεινώνεις τόσο πολύ τον εαυτό σου, Γέροντα, και μην εξευτελίζεσαι· η μοναχή αυτή είναι σαλή!

     Τότε, ανασηκώθηκε ο Γέροντας, και λέει σε όλες τις μοναχές:
     –Εσείς είστε σαλές! Ενώ αυτή εδώ είναι, και από όλες εσάς και από μένα, καλύτερη· και είναι πραγματική αμμάς και γερόντισσα, με την οποία εύχομαι να βρεθώ στην ίδια μερίδα κατά τη φοβερή Ημέρα της Κρίσεως!


     Όταν τ’ άκουσαν αυτά οι μοναχές, έπεσαν όλες στα πόδια του, λέγοντας: «Συγχώρεσέ μας!». Και άρχισαν να εξομολογούνται όλες, με πόσους τρόπους είχαν στενοχωρήσει και λυπήσει την αγία αυτή μοναχή. Η μία έλεγε: «Εγώ την κορόϊδευα!»· η άλλη: «Εγώ περιγελούσα το ταπεινό και χαμηλόβλεπτο σχήμα της!»· η άλλη: «Εγώ την περίχυνα συχνά με το ξέπλυμα που έμενε στο πιατάκι μου!»· η άλλη: «Εγώ τη χτύπησα και της έκανα πληγές!»· η άλλη: «Εγώ τη γρονθοκόπησα!»· η άλλη: «Εγώ της έβαλα σινάπι στη μύτη για να την κάψω!»· –και όλες, η καθεμιά τους ξεχωριστά, έλεγαν με τι βρισιές τη στόλιζαν. Όταν τελείωσαν όλες τους την εξομολόγηση, την οποία δέχθηκε ο άγιος Πιτυρούν, εκείνος ευχήθηκε για όλες, τις ευλόγησε, και αφού παρακάλεσε αρκετά την αγία μοναχή να εύχεται κι εκείνη γι’ αυτόν, τις αποχαιρέτησε κι έφυγε.

     Όμως, καθώς περνούσαν οι μέρες, κι η μοναχή τώρα εγνώριζε μεγάλες τιμές, περιποιήσεις και φροντίδες, άρχισε να στενοχωρείται· δεν μπορούσε να υποφέρει τόσες τιμές και δόξες από ολόκληρη τη μοναστική αδελφότητα. Σηκώθηκε λοιπόν, κι έφυγε απ’ το μοναστήρι, δίχως κανείς να το μυριστεί. Αλλά και κανείς ποτέ δεν έμαθε, όταν έφυγε, πού πήγε, σε ποια σπηλιά κρύφτηκε, ούτε πού αναπαύτηκε, αργότερα, εν Κυρίω!



ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ
Ἦχος γ΄. Τὴν ὡραιότητα.
Τὴν ὡραιότητα, Χριστοῦ ποθήσασα, Μῆτερ τρισόλβιε, ὁδὸν τὴν σύντομον, τὴν ὁδηγοῦσαν πρὸς Αὐτόν, προείλου τὴν ταπείνωσιν· ὅθεν σε ἀνέδειξε, μοναζόντων διδάσκαλον, ἄκρον τε ὑπόδειγμα, τῆς Αὐτοῦ ἐκμιμήσεως, διὸ χαρμονικῶς σοι βοῶμεν· χαῖρε, ὦ Ἰσιδώρα παμμακάριστε.

ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ
Ἦχος β΄. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Ποθοῦσα τυχεῖν τῆς ἄνω Μῆτερ στάσεως, ταχεῖαν ὁδόν, προείλου τὴν ταπείνωσιν, δι’ ἧς ἤχθης Χριστῷ ὡς καρπὸς εὐκλεής, καὶ τερπνὸς Ἰσιδώρα παναοίδιμε, βραβεία λαμβάνουσα τὰ ἄφθαρτα.

ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ
Ταπεινοφροσύνης οἶκος λαμπρός, παρθενίας δόξα, ἄνθος θεῖον ὑπομονῆς, ἀκενοδοξίας, τῆς ἄκρας Ἰσιδώρα, ἐργάτις ἀνεδείχθης, διὰ τὸν Κύριον.


(1) Παντελή Β. Πάσχου:
«Γυναίκες της Ερήμου»
–Μικρό Γεροντικό Γ΄–
Σειρά:
«Ορθόδοξη Μαρτυρία»–αριθ. 53.
Κεφ. ΝΞ΄, σελ. 167–171.
Εκδόσεις «Ακρίτας»·
Αθήνα, Απρίλιος 19951.
(2) Ελενοπόλεως Παλλαδίου:
«Λαυσαϊκή Ιστορία» (420 μ.Χ.),
Τόμ. 1ος, κεφ. 34ο (XXXIV),
σελ. 180–185,
Μετάφραση–Εισαγωγή–Σχόλια:
Ν. Θ. Μπουγάτσου (1911–2006)
και Δ. Μ. Μπατιστάτου (1921–1991),
Αθήναι, έκδοσις 2η (χ.χ.),
Εκδόσεις «Τήνος».
(3) Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμ. 9ος (Μάιος),
σελ. 18.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Ξενοφών Κομνηνός.
Θεώρηση κειμένου:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι 2007.
(4) Δημητρίου Γ. Τσάμη:
«Μητερικόν»,
Τόμ. Α΄, Κεφ. Α΄, Διήγηση 31η,
σελ. 130–135.
Εκδόσεις
Αδελφότητας «Αγία Μακρίνα»·
Πανόραμα, Θεσσαλονίκης 19901·
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]
https://toeilhtarion.blogspot.com/2020/04/blog-post_96.html

22 Αυγούστου, 2026

Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΙΕΡΕΜΙΑΣ Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΙΕΡΕΜΙΑΣ

1 Μαΐου


     Αγιασμένος και εκλεκτός του Θεού πριν ακόμη να γεννηθεί (Ιερ. 1, 5), ο άγιος προφήτης Ιερεμίας ήλθε στον κόσμο μέσα στους κόλπους ιερατικής οικογένειας της πόλης Αναθώθ, στην περιοχή της φυλής Βενιαμίν, περί το 650 π.Χ. Νέος ακόμη, εκλήθη από τον Θεό στο προφητικό λειτούργημα. Εκείνος δίστασε επικαλούμενος τη νεότητα και απειρία του, αλλά ο Κύριος άγγιξε το στόμα του και του είπε: «Να, σου δίδω τώρα τους λόγους Μου στο στόμα σου!» (Ιερ. 1, 10). Τον όρισε «σκοπό», για να αναγγέλλει στον λαό του Ιούδα, που η καρδιά του είχε προ πολλού σκληρυνθεί μέσα στην ειδωλολατρία, την απειλή της επικείμενης εισβολής των Ασσυρίων από τον βορρά. Ως «στόμα του Θεού», με σταθερότητα και τόλμη που θα παρέμεναν αδιάψευστες καθ’ όλη τη διάρκεια της αποστολής του, ο Ιερεμίας έλεγξε τον βασιλιά, τους άρχοντες, τους ιερείς και τους ψευδοπροφήτες για την αποστασία και την προσφυγή τους στα είδωλα αλλόθρησκων εθνών. Παρομοίασε τον λαό του Θεού με άπιστη σύζυγο που λησμόνησε την αγάπη που έδειχνε τον καιρό της μνηστείας της, όταν ακολουθούσε τον Κύριο στην έρημο (Ιερ. 2, 1 κ.ε.). Αφού λοιπόν αρνείται να μετανοήσει, θα αποπεμφθεί και θα παραδοθεί, ως πόρνη, στους Ασσυρίους, που θα την καταισχύνουν. Έμπλεος ευσπλαχνίας, όμως, απέναντι στον λαό του, ο προφήτης νιώθει εκ των προτέρων τους μελλούμενους πόνους και αναφωνεί: «Τα σπλάχνα μου πονούν, σπαράσσεται μέσα μου η καρδιά μου, όμως δεν θα σιωπήσω!» (Ιερ. 4, 10). Διότι ο Ιερεμίας δεν είναι μόνο ο αγγελιαφόρος ο επιφορτισμένος να αναγγείλει απλώς τα θεία διατάγματα, αλλά, προτυπώνοντας την έλευση του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, αναλαμβάνει ο ίδιος τις τύχες του λαού του και πάσχει για τη σωτηρία του. Ακαταπόνητος, επί σειρά ετών, μετέδιδε τις θείες προφητείες, είτε με λόγους που έχουν τη σφραγίδα ενός μεγαλόπρεπου λυρισμού, είτε με πράξεις συμβολικές, υπαγορευμένες από τον Θεό, είτε ακόμη και με την ίδια του τη ζωή και τις οδύνες του που αναγγέλλουν το λυτρωτικό Πάθος του Χριστού.


     Μια φορά, ο Θεός τού έδειξε σε όραμα ένα καζάνι που έβραζε, με το στόμιο στραμμένο προς τον βορρά, λέγοντάς του ότι από τον βορρά θα άρχιζε η συμφορά. Άλλη φορά, τον έστειλε σε έναν αγγειοπλάστη που εργαζόταν στον τροχό και ο οποίος, όταν του χαλούσε ένα αγγείο, ξανάπλαθε ένα άλλο με τον πηλό. «Να, όπως είναι ο πηλός του κεραμέα, έτσι είστε κι εσείς στα χέρια Μου!», λέει ο Κύριος (Ιερ. 18, 16). Ένας προφήτης οφείλει να είναι «σημείο»· για τούτο ο Θεός τού απαγορεύει να λάβει γυναίκα και να αποκτήσει παιδιά στον τόπο αυτό που προορίζεται να καταστραφεί από τον πόλεμο και την πείνα. Του απαγορεύει, επίσης, να μπει σε σπίτι όπου γίνεται συμπόσιο, γιατί Εκείνος θα κάνει να σιγήσουν στον τόπο αυτό τα ξέφρενα τραγούδια της χαράς και οι μάταιες παραμυθίες (Ιερ. 16). Θα αποσύρει τη Χάρη Του και θα εξορίσει τον λαό Του σε χώρα μακρινή. Όλη η ζωή του προφήτη Ιερεμία είναι αφιερωμένη στην καταγγελία της κενής ελπίδας που χαλκεύει ο άπιστος λαός υπό την επήρεια των ψευδοπροφητών και στην αναγγελία της καταστροφής, αλλά θα διακηρύξει, επίσης, ότι, από μακριά, αναγγέλλεται η μεσσιανική καταλλαγή του Θεού με τον ανακαινισμένο λαό Του.


     Από τα πρώτα ακόμη χρόνια της αποστολής του, ο Ιερεμίας προσέκρουσε στην περιφρόνηση και στη χλεύη των συμπολιτών του και ακριβώς για τον λόγο αυτό παρομοιάζει τον ισχυρογνώμονα λαό με αμπέλι τρυγημένο και έκτοτε άχρηστο. Του εμφανίστηκε τότε ο Θεός και τον προέτρεψε να επιχειρήσει γι’ ακόμη μια φορά να βρει έστω κι ένα τσαμπί πάνω σε ένα κλήμα, μια ψυχή, δηλαδή, διατεθειμένη να μεταστραφεί (Ιερ. 6). Αλλά και αυτή η προσπάθεια έμεινε πάλι ανευόδωτη. Ο προφήτης ομοιάζει κάλλιστα και με μεταλλουργό που υπέβαλε σε δοκιμασία το μέταλλο διά του πυρός του θεϊκού λόγου και είναι αναγκασμένος τελικά να διαπιστώσει ότι η «σκωρία» δεν απομακρύνθηκε και πρέπει να το πετάξει μακριά στα σκύβαλα (Ιερ. 6, 27).


     Το 612, η πτώση της Νινευί και η διάλυση της αυτοκρατορίας των Ασσυρίων φάνηκε να αναγγέλλει την απελευθέρωση των υποτελών στην κυριαρχία της λαών. Τρία χρόνια αργότερα, οι στρατιές του φαραώ Νεαχώ Β΄ (609-595) επιχείρησαν να διασχίσουν την Παλαιστίνη για να πολεμήσουν τους Μήδους και τους Πέρσες. Φοβούμενος τις ολέθριες συνέπειες για το βασίλειό του, ο βασιλιάς Ιωσίας (640-609), προσπάθησε να ανακόψει την προέλασή τους, αλλά σκοτώθηκε στη μάχη της Μεγεδδώ, αφήνοντας το βασίλειο του Ιούδα πλήρως υποτελές στην Αίγυπτο. Λίγο μετά τη νίκη του ο φαραώ υπέστη οικτρή ήττα από τον Ναβουχοδονόσορα στο Χαρχαμίς επί του ποταμού Ευφράτη (605) και η Παλαιστίνη βρέθηκε τη φορά αυτή υπό τον ζυγό των Βαβυλωνίων. Η νέα αυτή κατάσταση φάνηκε να διαψεύδει τις ελπίδες για θρησκευτική και ηθική αναμόρφωση που γέννησε η μεταρρύθμιση του βασιλιά Ιωσία μετά την ανεύρεση του Βιβλίου του Νόμου (βλ. Δ΄ Βασ. 22-23). Μετά τον θάνατο του ηγεμόνα, ο ασύνετος λαός ξανακύλησε ακράτητος στην ανομία και τη διαστροφή των ηθών, επέστρεψε στις ειδωλολατρικές λατρείες του Βάαλ και του Μολώχ, προσθέτοντας επιπλέον σε αυτές κι άλλες βαβυλωνικές θεότητες και λατρείες. Η τήρηση του Νόμου γινόταν πλέον μονάχα εξωτερικά και αναμειγνύονταν με δεισιδαιμονίες και πράξεις μαγείας. Μπροστά σ’ αυτήν την κρίσιμη κατάσταση, ο Ιερεμίας, μετά από σιωπή δώδεκα ετών, πήρε πάλι τον λόγο δημόσια, στην πύλη του Ναού, την ημέρα που εορταζόταν η ενθρόνιση του βασιλιά, για να αντιταχθεί στην άφρονα ασφάλεια που ένιωθε ο λαός στον Ναό αυτό, που είχε μετατραπεί σε «σπήλαιο ληστών», και προανήγγειλε ότι η οργή του Θεού θα τον κατέστρεφε, αν οι Εβραίοι αρνούνταν να μετανοήσουν (Ιερ. 7, 11-14). Ιερείς, ψευδοπροφήτες και λαός, σε μια έκρηξη πάνδημης μανίας συνέλαβαν τον προφήτη και τον οδήγησαν ενώπιον του βασιλέως με σκοπό να τιμωρηθεί με θάνατο για τη βλασφημία του εναντίον του Ναού (Ιερ. 33, 7). Τελικά αφέθηκε ελεύθερος, αλλά στο εξής, το αξερίζωτο μίσος ιερέων και ψευδοπροφητών έμελλε να τον καταδιώκει.


     Μη βρίσκοντας γύρω του τίποτε άλλο παρά ψεύδος και απάτη, αποθαρρυμένος ο Ιερεμίας λαχταρούσε να αποσυρθεί σε ένα κατάλυμα στην έρημο, μακριά από τον μοιχό αυτόν λαό που πήγαινε «ἐκ κακῶν εἰς κακὰ» και αρνιόταν να μεταστρέψει τη γνώμη του (Ιερ. 9, 1). Στερεωμένος, όμως, από τον λόγο του Θεού, που ήταν γι’ αυτόν «ευφροσύνη και χαρά της καρδιάς» (Ιερ. 15, 16), δεν εγκατέλειψε την αποστολή του και προήγγειλε ενώπιον και εναντίον όλων την επερχόμενη καταστροφή του βασιλείου του Ιούδα και την αιχμαλωσία των κατοίκων. Η πρόρρηση αυτή ξεσήκωσε τέτοια κατακραυγή ακόμη και στην ίδια την πατρίδα του, την Αναθώθ, ώστε οι ιερείς και κάποια μέλη της οικογένειάς του επιχείρησαν να δηλητηριάσουν τον προφήτη, που είχε προσφερθεί σε αυτούς «σαν ένα άκακο αρνί που το πήγαιναν για σφαγή» (Ιερ. 11, 19). Έχοντας μείνει μόνος, μισούμενος από όλους, δίχως καμία παρηγορία, ο Ιερεμίας ανέπεμψε τότε κραυγή αγωνίας προς τον Θεό και ο Κύριος τού απάντησε: «Θα σε πολεμήσουν και δεν θα μπορούν να σε νικήσουν, γιατί Εγώ είμαι πάντα δίπλα σου για να σε σώζω» (Ιερ. 15, 20). Κατόπιν εντολής του Θεού, πήγε μαζί με ιερείς και πρεσβυτέρους του λαού έξω από την πύλη του Κεραμείου για να σπάσει μια στάμνα, αναγγέλλοντας ότι επίκειται η πολιορκία της πόλης και ότι η πεδιάδα που απλωνόταν από κάτω θα ονομαζόταν «Πολυάνδριον της Σφαγής». Ενώ επαναλάμβανε το ίδιο μήνυμα στα πρόθυρα του Ναού σε μια ημέρα ευωχίας και εορτασμού, ο ιερέας Πασχώρ, επόπτης του Ναού, διέταξε να χτυπήσουν τον προφήτη και να τον βάλουν στο τιμωρητικό ξύλο. Το πρωί τον ελευθέρωσαν και ο Ιερεμίας επανέλαβε με ανανεωμένη θέρμη τις προρρήσεις του (Ιερ. 19, 20). Έκτοτε, του απαγορεύθηκε η είσοδος στον Ναό και στάλθηκαν κατάσκοποι παντού, όπου αυτός εκήρυττε, για να παρακολουθούν τα λεγόμενά του.


     Η νίκη των Χαλδαίων επί της Αιγύπτου στο Χαρχαμίς στάθηκε για τον προφήτη η ευκαιρία να υπογραμμίσει τον επικείμενο κίνδυνο και να επαναλάβει τις προτροπές του για μετάνοια. Υπαγόρευσε τότε στον γραμματέα του, τον Βαρούχ [28 Σεπτ.], την προφητεία του Κυρίου και τον έστειλε στον Ναό για να τη διαβάσει ενώπιον του συγκεντρωμένου λαού (Ιερ. 43). Όταν έφθασε η σχετική αναφορά στον βασιλιά, εκείνος έβαλε να του διαβάσουν το ειλητάριο· και, κάθε εδάφιο που άκουγε, το έσχιζε και το έριχνε στη φωτιά μέχρι που στο τέλος κάηκε όλο το ειλητάριο. Στη συνέχεια, διέταξε τη σύλληψη του Ιερεμία και του Βαρούχ. Εκείνοι όμως κατάφεραν να κρυφθούν και έτσι διέφυγαν από τους διώκτες τους.


     Μετά από μερικά χρόνια υποταγής στον Ναβουχοδονόσορα, ο βασιλιάς Ιωακείμ επαναστάτησε (599) επισύροντας ως αντίποινα εκστρατεία των Βαβυλωνίων εναντίον του, η οποία αφάνισε τη χώρα του Ιούδα. Το επόμενο έτος, έφθασε ο ίδιος ο Ναβουχοδονόσορ και πολιόρκησε την Ιερουσαλήμ. Σε τρεις μήνες η πόλη έπεσε στα χέρια των Χαλδαίων και ο νέος βασιλιάς, ο νεαρός Ιεχονίας (Ιωαχίν), εξορίστηκε στη Βαβυλώνα μαζί με τη μητέρα του, τους προύχοντες καθώς και δώδεκα χιλιάδες λαού. Παρά τη συμφορά, ο λαός που παρέμεινε στην Ιερουσαλήμ, δεν μετέστρεψε τα διεφθαρμένα ήθη του και οι ψευδοπροφήτες συνέχισαν να καλλιεργούν ελπίδες για γρήγορη επιστροφή των εξόριστων και νικηφόρο εξέγερση. Όταν οι απεσταλμένοι των γειτονικών λαών έφθασαν στην Ιερουσαλήμ για να διαπραγματευθούν με τον νέο βασιλιά του Ιούδα, Σεδεκία, μια συμμαχία εναντίον των Χαλδαίων, ο Ιερεμίας παρουσιάστηκε δημόσια φέροντας ζυγό στον τράχηλό του και δεμένος με σχοινιά, λέγοντας εξ ονόματος του Θεού: «Όσοι από τούτο το έθνος και τη βασιλεία δεν θα σκλαβωθούν, θα τους επισκεφθεί ο Θεός είτε με θάνατο μαχαίρας είτε με λιμό» (Ιερ. 34, 8). Λίγο αργότερα, ο ψευδοπροφήτης Ανανίας ήλθε στον Ναό, αφαίρεσε τον ζυγό από τον τράχηλο του Ιερεμία και τον έσπασε λέγοντας με αυτοπεποίθηση ότι σε δύο χρόνια οι εξόριστοι θα επιστρέψουν και ο Θεός θα συντρίψει τον ζυγό του βασιλιά της Βαβυλώνας (Ιερ. 35, 1-2). Θεόπνευστος, όμως, ο Ιερεμίας κατήγγειλε το ηχηρό ψεύδος του Ανανία, προείπε τον επικείμενο θάνατό του και ανήγγειλε ότι, στη θέση του ξύλινου ζυγού που μόλις έσπασε, θα ερχόταν ένας ζυγός από σίδερο (Ιερ. 35, 13). Πεπεισμένος από τον αληθινό προφήτη του Θεού, ο Σεδεκίας αρνήθηκε να συνάψει τη συμμαχία και έστειλε απεσταλμένους στη Βαβυλώνα για να δηλώσει την αφοσίωσή του. Αυτοί ήσαν κομιστές μιας επιστολής του Ιερεμία προς τους εξόριστους, η οποία τους ανήγγελλε ότι στο τέλος της αιχμαλωσίας τους, που έμελλε να διαρκέσει εβδομήντα χρόνια, ο Θεός θα συμφιλιωνόταν μαζί τους, ότι όσοι θα Τον αναζητούσαν με όλη τους την καρδιά θα Τον έβρισκαν (Ιερ. 36, 13) και ότι οι εσκοτισμένοι του βασιλείου του Ισραήλ και του βασιλείου του Ιούδα θα επέστρεφαν στη γη της Επαγγελίας με αλαλαγμούς χαράς. Ο Θεός τότε θα συγκέντρωνε πάλι το διασκορπισμένο Του ποίμνιο και θα έκανε με τον λαό Του μια Νέα Διαθήκη, μια διαθήκη πνευματική και αιώνια. «Θα δώσω σ’ αυτούς νόμους κατανοητούς και δεκτούς στη διάνοιά τους· νόμους που Εγώ θα τους γράψω στην καρδιά τους. Θα είμαι γι’ αυτούς ο Θεός τους κι αυτοί θα γίνουν για Μένα ο λαός Μου» (Ιερ. 38, 33).


     Μετά την περίοδο αυτή ηρεμίας, ένα νέο κύμα εξέγερσης άρχισε να συνταράσσει το βασίλειο του Ιούδα και τους γειτονικούς λαούς υπό την αιγίδα της Αιγύπτου (588). Έχοντας εμπιστοσύνη στις υποσχέσεις των Αιγυπτίων και στην οχύρωση της πρωτεύουσάς του, ο Σεδεκίας αρνήθηκε να ακούσει τις συμβουλές του Ιερεμία για σύνεση και υποταγή. Τα γεγονότα, ωστόσο, ήρθαν γρήγορα να επαληθεύσουν τους φόβους του προφήτη. Οι Βαβυλώνιοι έφθασαν μπροστά στην Ιερουσαλήμ, ρημάζοντας τα πάντα στο πέρασμά τους. Παρά τη βοήθεια των Αιγυπτίων που επέτρεψε την προσωρινή λύση της πολιορκίας, οι βαβυλωνιακές στρατιές σύντομα επιτέθηκαν και άρχισαν πολιορκία που έμελλε να επιφέρει την καταστροφή της Ιερουσαλήμ. Κατά τη διάρκεια της ανακωχής, ενώ ο Ιερεμίας έβγαινε από την πόλη για να πάει στη χώρα του Βενιαμίν με σκοπό να μοιράσει με τους εκεί συγγενείς του την κληρονομιά του, συνελήφθη και κατηγορήθηκε ότι ήθελε να περάσει στον εχθρό. Χτυπήθηκε από τους στρατιώτες και δίχως να μπορεί να απολογηθεί, ρίχτηκε σε έναν υγρό, θολωτό υπόγειο χώρο, όπου δεινοπάθησε επί πολλές ημέρες. Ο βασιλιάς έστειλε τότε κρυφά να τον φέρουν για να τον ρωτήσει σχετικά με την έκβαση της πολιορκίας. Εξ ονόματος του Θεού ο προφήτης τού είπε τότε ότι θα παραδοθεί στα χέρια του βασιλιά της Βαβυλώνας. Έκλεισαν τότε τον Ιερεμία στην αυλή της φρουράς του ανακτόρου, τη στιγμή που οι Χαλδαίοι ξανάρχιζαν την πολιορκία. Ενώ η πόλη είχε παραδοθεί στην πείνα και τις ασθένειες, οι άρχοντες ανέφεραν στον βασιλιά ότι ο αιχμάλωτος προφήτης συνέχιζε να αποθαρρύνει τον λαό αναγγέλλοντας ότι μονάχα όσοι θα παραδίδονταν στους Χαλδαίους θα έσωζαν τη ζωή τους. Με την άδεια του Σεδεκία έπιασαν τότε τον Ιερεμία και τον κατέβασαν σε μια στέρνα γεμάτη λάσπη, καταδικάζοντάς τον σε σίγουρο θάνατο. Ας σημειωθεί δε, ότι, σύμφωνα με ορισμένους Πατέρες, η αλγεινή κατάβαση αυτή στη στέρνα προτυπώνει εύγλωττα την Κάθοδο του Χριστού στον κάτω κόσμο. Ένας Αιθίοπας όμως που υπηρετούσε στην αυλή, ο Αβδεμέλεχ, τον συμπόνεσε και έπεισε τον βασιλιά να τον αποφυλακίσει. Ο Ιερεμίας παρέμεινε στην αυλή της φρουράς μέχρι την πτώση της πόλης (Ιερ. 45).


     Τον Ιούλιο του 586, άνοιξε ρήγμα στο τοίχος και στο τέλος του επόμενου μήνα η περήφανη Ιερουσαλήμ παραδόθηκε στη μανία των Χαλδαίων. Ο Σεδεκίας προσπάθησε να διαφύγει, αλλά ο εχθρός τον πρόλαβε και τον οδήγησε στον Ναβουχοδονόσορα, ο οποίος πρόσταξε να σφάξουν τους γιους του μπροστά στα μάτια του πριν τον τυφλώσει· κατόπιν, τον εξόρισε στη Βαβυλώνα. Η πόλη και ο Ναός πυρπολήθηκαν, τα τείχη γκρεμίστηκαν, και το μεγαλύτερο μέρος του λαού οδηγήθηκε αιχμάλωτο στην εξορία. Έτσι εκπληρώθηκαν οι προφητείες του Ιερεμία (Ιερ. 46).


     Ο γέρος προφήτης ελευθερώθηκε από τους Βαβυλωνίους και ακολούθησε τους αιχμαλώτους. Λέγεται ότι οι θαυμάσιοι «Θρήνοι» του, βγήκαν από τα χείλη του καθώς άφηνε πίσω του την παραδομένη στις φλόγες πόλη. Φθάνοντας στη Ραμά, αφέθηκε ελεύθερος να πάει όπου επιθυμούσε. Αρνούμενος να πάει στη Βαβυλώνα, προτίμησε να μεταβεί στη Μασσηφά, κοντά στον Γοδολία, στον οποίο είχε ανατεθεί η διακυβέρνηση του ολιγάριθμου λαού που δεν είχε εξορισθεί.


     Δύο μόλις μήνες αργότερα όμως, ο Γοδολίας δολοφονήθηκε (Ιερ. 48, 3). Ο λαός, τότε, φοβούμενος τα αντίποινα των Χαλδαίων, θέλησε να διαφύγει στην Αίγυπτο, παρά τις προειδοποιήσεις του Ιερεμία που συμβούλευε να μη φοβούνται τον βασιλιά της Βαβυλώνας και να εναποθέσουν την εμπιστοσύνη τους στη σκέπη του Θεού. Και πάλι, όμως, ούτε οι αξιωματούχοι ούτε ο λαός θέλησαν να υποταχθούν στον λόγο του Θεού και ξεκίνησαν για την Αίγυπτο. Παρά τη θέλησή του, ο Ιερεμίας ακολούθησε τους πρόσφυγες στην Αίγυπτο και φθάνοντας στις Ταφνές, ανατολικά του Δέλτα του Νείλου, τους ανήγγειλε την επικείμενη εισβολή του Ναβουχοδονόσορα στην Αίγυπτο, ο οποίος θα χρησίμευε για μια φορά ακόμη ως σαρωτικό όργανο της θείας οργής εναντίον της ειδωλολατρίας και της σκλήρυνσης της καρδιάς του λαού Του. Το 568, ο Ναβουχοδονόσορ εισέβαλε πράγματι στην Αίγυπτο, συντρίβοντας όλα τα μνημεία της αιγυπτιακής λατρείας και σκορπίζοντας τον θάνατο και την καταστροφή στο πέρασμά του. Μονάχα μερικοί Εβραίοι γλίτωσαν και μπόρεσαν να επιστρέψουν στην Παλαιστίνη.


     Σύμφωνα με μια απόκρυφη παράδοση, ο Ιερεμίας λιθοβολήθηκε από τους συμπατριώτες του, μετά το κήρυγμά του, στις Ταφνές, σφραγίζοντας με τον θάνατό του την προφητική αναγγελία Εκείνου που επρόκειτο να προσφέρει τον Εαυτό Του για τη Σωτηρία όλων των ανθρώπων. Σύμφωνα δε και με μία άλλη παράδοση που αναφέρεται στο Βιβλίο των Μακκαβαίων (βλ. Β΄ Μακκ. 2, 4-8), ο Ιερεμίας φέρεται να έκρυψε τη Σκηνή του Μαρτυρίου, την Κιβωτό της Διαθήκης και το Θυσιαστήριο του Θυμιάματος σε μια απρόσιτη σπηλιά στο βουνό του Θεού, όπου ο Μωϋσής παρέδωσε τη ψυχή του στον Θεό και είπε ότι ο τόπος αυτός θα έπρεπε να μείνει κρυφός μέχρι την επιστροφή των εξόριστων και την αποκατάσταση της λατρείας.


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
χος α΄. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
κ γαστρὸς ἡγιάσθης τῇ προγνώσει τοῦ Κτίσαντος, καὶ προφητικῆς ἐπληρώθης ἐκ σπαργάνων συνέσεως· ἐθρήνησας τὴν πτῶσιν Ἰσραήλ, σοφὲ Ἱερεμία ἐν στοργῇ· διὰ τοῦτο ὡς Προφήτην καὶ Ἀθλητήν, τιμῶμέν σε κραυγάζοντες· δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ χορηγοῦντι διὰ σοῦ, ἡμῖν τὰ κρείττονα.

ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
χος πλ. δ΄. Ὡς ἀπαρχὰς τῆς φύσεως.
ς ἐκ γαστρὸς θεόληπτος, καὶ συμπαθείας ἔμπλεως, τὴν τοῦ λαοῦ σου ἐθρήνησας ἔκπτωσιν, Ἱερεμία ἔνδοξε· διὰ τοῦτό σε λίθοις, ἐν Αἰγύπτῳ Προφῆτα φόνῳ παρέδωκαν, οἱ μὴ εἰδότες ψάλλειν, σὺν σοὶ Θεῷ· Ἀλληλούϊα.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Τὸν ἡγιασμένον ἀπὸ γαστρός, ὡς ἐκλελεγμένον, ἐπαξίως τῷ Σαβαώθ, σὲ Προφητόμαρτυς, σοφὲ Ἱερεμία, ὑμνοῦμεν καὶ βοῶμεν· Σκέπε τοὺς δούλους σου.


[ Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμ. 9ος (Μάιος),
σελ. 9–15.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Ξενοφών Κομνηνός.
Θεώρηση κειμένου:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι 2007.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]
https://toeilhtarion.blogspot.com/2020/05/blog-post.html