03 Ιουνίου, 2026

ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΦΩΤΙΣΤΗΣ ΑΡΜΕΝΙΑΣ

 

     Ο άγιος Γρηγόριος καταγόταν από παρθικό βασιλικό αίμα. Ήταν γιος του Αρσακίδου σατράπου Ανάκ, ο οποίος με διαταγή του βασιλιά Αρταξέρξη (Αρτασίρ) σκότωσε τον βασιλιά της Αρμενίας Τιριδάτη Β΄ τον Μέγα (Χοσρόη κατά τις αρμενικές πηγές, 217-238).

     Εκδικούμενοι το έγκλημα οι Αρμένιοι σατράπες κατέσφαξαν όλη την οικογένεια του Ανάκ (238), εκτός από τον διετή τότε Γρηγόριο, τον οποίο η τροφός του φυγάδευσε στην Καισάρεια της Καππαδοκίας. Εκεί ο άγιος βαπτίσθηκε και έλαβε ελληνοχριστιανική παιδεία. Όταν μεγάλωσε, νυμφεύθηκε κόρη βασιλικής οικογένειας και απέκτησε δύο γιους, τον Βαρτάνη και τον Αριστάκη, τους οποίους ανέθρεψε με την Πίστη του Χριστού.

     Στην Καισάρεια βρισκόταν εξόριστος από τον Αρταξέρξη ο γιος του φονευθέντος Χοσρόη Τιριδάτης Γ΄. Γνωρίζοντας ο Γρηγόριος τον φόνο που είχε διαπράξει ο πατέρας του, συνδέθηκε μαζί του και του προσέφερε τις υπηρεσίες του, χωρίς να του αποκαλύψει την καταγωγή του. Το 287 ο Τιριδάτης με την υποστήριξη των Ρωμαίων ανέκτησε τον θρόνο της Αρμενίας, οπότε και ο Γρηγόριος επέστρεψε στην πατρίδα του. Επειδή όμως διάπυρη αγάπη προς τον Θεό έφλεγε τη ψυχή του, εγκατέλειψε τον κόσμο και αναχώρησε στην έρημο, για να ζήσει ως ασκητής.

     Ανερχόμενος στον θρόνο ο Τιριδάτης Γ΄, αντί να αναγνωρίσει το φιλάνθρωπο χέρι του Θεού στην ευεργεσία που του έγινε, αφοσιώθηκε με ζήλο στην ειδωλολατρία. Επειδή δε επιθυμούσε να έχει συγκοινωνό στις θυσίες και τον φίλο του Γρηγόριο, τον κάλεσε στα ανάκτορα και προσπάθησε να τον πείσει να αρνηθεί την Πίστη του Χριστού και να προσφέρει ως θυσία στον βωμό της θεάς Αναχίτ (Αρτέμιδος) ένα στεφάνι από άνθη.

     Μπροστά στην αμετάπειστη εμμονή του Γρηγορίου, ο βασιλιάς καταλήφθηκε από μανία και τον υπέβαλε σε απάνθρωπα βασανιστήρια. Κρεμασμένον κατακέφαλα, από το ένα πόδι τον έδερναν με ραβδιά ροδιάς, ενώ από κάτω τον κάπνιζαν με βρωμερότατη κοπριά. Έσφιξαν την κεφαλή του με μηχανικό όργανο και έριξαν με σύριγγα στα ρουθούνια του ποτάσα και ξίδι, ανάμικτα με αλάτι και νίτρο, των οποίων η δριμύτητα εισήλθε ως τον εγκέφαλό του. Κατόπιν, κατέκαυσαν την κεφαλή του με δερμάτινο θύλακα γεμάτο θερμότατη στάχτη, τον κρέμασαν κατακέφαλα και του έριξαν προς καταισχύνη του από τον αφεδρώνα άφθονο νερό στην κοιλιά του.

     Όσο ο Τιριδάτης χλεύαζε τον Θεό του Γρηγορίου, τόσο ο άγιος, ενδεδυμένος την πανοπλία της Πίστεως, εξερχόταν αβλαβής από τα βασανιστήρια και ευχαριστούσε τον Θεό που τον αξίωνε να πάσχει υπέρ του Ονόματός Του.

     Όταν ο βασιλιάς έμαθε ότι ο Γρηγόριος ήταν γιος του φονιά του πατέρα του, τον έριξε δεμένο σε βαθύ και αφεγγές ξεροπήγαδο γεμάτο δηλητηριώδη ερπετά, για να βρει από τα δήγματά τους φρικτό θάνατο. Ανάμεσά τους ο Γρηγόριος έζησε κατά τη θεία Πρόνοια δώδεκα χρόνια, τρεφόμενος κρυφά από μια χήρα γυναίκα.

     Μετά τον μαρτυρικό θάνατο που υπέστη η αγία Ριψιμία και η συνοδία της από τον Τιριδάτη, ο άνομος βασιλιάς έχασε τα λογικά του και συνέβοσκε με τους χοίρους. Από την εκ Θεού αυτή τιμωρία τον έσωσε η αδελφή του η Χοσροβιδούκτα. Όταν πληροφορήθηκε στον ύπνο της ότι ο βασιλιάς θα λυτρωθεί από τα δεινά του μόνον με τη μεσιτεία του Γρηγορίου, έδωσε εντολή και οι άρχοντες τον έβγαλαν από το ξεροπήγαδο ύστερα από τόσα χρόνια ζωντανό και τελείως αβλαβή. Με την προσευχή του Γρηγορίου ο βασιλιάς θεραπεύθηκε και πίστευσε στον Χριστό. Το παράδειγμά του ακολούθησαν όλοι οι συγγενείς του, οι μεγιστάνες και πλήθος λαού. Ο άγιος τούς κατήχησε και ανήγειρε ναό προς τιμήν της παρθενομάρτυρος Ριψιμίας και της συνοδίας της, για να καταθέσει εκεί τα λείψανά τους. Στο κτίσιμο βοηθούσε με πολλή ταπείνωση και ο Τιριδάτης, σκάβοντας μόνος του τον τόπο και μεταφέροντας στους ώμους του μεγάλες και βαριές πέτρες.

     Αμέσως μετά έστειλε τον Γρηγόριο με τιμητική συνοδία στην Κωνσταντινούπολη, όπου ο τότε επίσκοπός της Λεόντιος τον χειροτόνησε επίσκοπο Αρμενίας με τον τίτλου του «καθολικού», δηλαδή του πατριάρχη (περί το 300).

     Επιστρέφοντας στην πατρίδα του ο Γρηγόριος, βάπτισε τον βασιλιά και πλήθος λαού στον ποταμό Ευφράτη. Κατόπιν εγκατέστησε την έδρα του στην πόλη Αστισάτ και ανέλαβε περιοδείες σε όλη τη χώρα για τον εκχριστιανισμό της και την οργάνωση της Εκκλησίας. Χειροτόνησε ιερείς, εγκατέστησε επισκόπους, ανήγειρε ναούς, κανόνισε τα της λατρείας, κατηχούσε, βάπτιζε και θεράπευε κάθε ασθένεια.

     Σε όλα είχε βοηθό του τον βασιλιά, ο οποίος προικοδοτούσε πλούσια τις εκκλησίες και του παρείχε κάθε συμπαράσταση στο αποστολικό έργο. Έτσι, η Αρμενία κατέστη χριστιανικό κράτος, το οποίο μετέδωσε το φως του Χριστού και στους γειτονικούς της λαούς: Πέρσες, Μήδους και Ασύριους.

     Το 320 ο Γρηγόριος, έχοντας στερεώσει την ειρήνη του Χριστού σε όλη την Αρμενία, κατέστησε τον γιο του Αριστάκη αρχηγό της Εκκλησίας, ενώ αυτός αποσύρθηκε στο όρος Manyea, για να ζήσει με άσκηση τις υπόλοιπες μέρες της ζωής του. Εκεί, μετά από λίγα χρόνια (328) βρέθηκε νεκρός από κάποιον ποιμένα και ενταφιάσθηκε στην Thortan του Ευφράτη, κοντά στην Αστισάτ.

—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—

χος γ΄. Θείας Πίστεως.

Θείας πίστεως, τῇ γεωργίᾳ, ἐνεούργησας, βροτῶν καρδίας, κατασπείρας τὴν τοῦ Λόγου ἐπίγνωσιν, καὶ λαμπρυνθεὶς μαρτυρίου τοῖς στίγμασιν, ἱεραρχίᾳ Γρηγόριε ἔφανας. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—

χος β΄. Τοὺς ἀσφαλεῖς.

Τὸν εὐκλεῆ, καὶ Ἱεράρχην ἅπαντες, ὡς Ἀθλητὴν τῆς ἀληθείας σήμερον, οἱ πιστοὶ θείοις ἐν ᾄσμασι, καὶ ὑμνῳδίαις εὐφημήσωμεν, Γρηγόριον ποιμένα, καὶ διδάσκαλον, τὸν ἔκλαμπρον φωστῆρα καὶ παγκόσμιον· Χριστῷ γὰρ πρεσβεύει, ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—

Γρήγορος τοῖς τρόποις ἀναδειχθείς, πρὸς θεογνωσίας, διεγείρεις τὸν φωτισμόν, τοὺς τῇ δυσσεβείᾳ, ὑπνώττοντας ἀθλίως, Γρηγόριε τρισμάκαρ ἀξιοθαύμαστε.


https://toeilhtarion.blogspot.com/2020/09/blog-post_30.html

 

02 Ιουνίου, 2026

7 Οκτωβρίου ΑΓΙΟΙ ΣΕΡΓΙΟΣ ΚΑΙ ΒΑΚΧΟΣ

 

     Οι άγιοι Σέργιος και Βάκχος ζούσαν στη Ρώμη την εποχή του Μαξιμιανού [1]. Σε νεαρή ηλικία ο αυτοκράτορας τούς ανέθεσε υψηλά αξιώματα στη «Σχολή των Κεντιλίων» [2]· τον μεν Σέργιο τον έκανε «πριμικήριο» [3], τον δε Βάκχο «σεκουνδικήριο» [4]. Μια μέρα, ο Μαξιμιανός διέταξε να τελεστούν δημοσίως θυσίες στους θεούς, ως ένδειξη υποταγής στην εξουσία του· οι δύο νεαροί αξιωματικοί ήταν οι μόνοι που δεν παρουσιάστηκαν και δεν συμμετείχαν. Η πράξη τους αυτή θεωρήθηκε ανταρσία από τον αυτοκράτορα, ο οποίος διέταξε να τους οδηγήσουν ενώπιόν του, και οργισμένος ρώτησε την αιτία της ανυπακοής τους. Τότε ο Σέργιος και ο Βάκχος τού απάντησαν: «Μόνο στον επίγειο αυτό στρατό είμαστε υποχρεωμένοι να σε υπηρετούμε ως δούλοι ευγνώμονες, βασιλιά! Κωφούς όμως και αναίσθητους θεούς δεν θα προσκυνήσουμε· δεν θα απομακρυνθούμε από τον αληθή και παντέλειο Θεό, κι αν ακόμη λειώσεις τις σάρκες μας με σίδερα και φωτιά· διότι δεν βρίσκεται σ’ αυτό τον κόσμο κάτι άλλο πιο μακάριο όσο το να υποφέρει κανείς για την ευσέβεια». Ακούγοντας αυτά ο Μαξιμιανός, διέταξε να τους καθαιρέσουν από τα αξιώματά τους, να τους αφαιρέσουν τις ζώνες και τα υπόλοιπα διάσημα και να τους φορέσουν γυναικεία ενδύματα. Έτσι, ντυμένους με γυναικεία αμφίεση και φορτωμένους με βαρείς σιδερένιους κλοιούς στον τράχηλο, τους περιέφεραν ανά την πόλη για να τους χλευάσουν και να τους εμπαίξει ο όχλος.

     Κατόπιν ο αυτοκράτορας έδωσε διαταγή να οδηγήσουν τους αγίους από φρούριο σε φρούριο, έως τις όχθες του Ευφράτη. Φθάνοντας στην πόλη Βαρβαλισσό [5], όπου είχε την έδρα του ο διοικητής της επαρχίας της Ανατολής, ο Αντίοχος, διοικητής σκληρός και ωμότατος, τους έφεραν ενώπιόν του για να τους ανακρίνει. Ούτε όμως οι απειλές του ούτε οι κολακείες του στάθηκαν ικανές να πτοήσουν τους αγίους. Έκλεισαν τότε τον Σέργιο σε ένα κελλί και άρχισαν να βασανίζουν τον σύντροφό και συμπορευτή του· τον μαστίγωσαν ανελέητα με βούνευρα. Παρά τα απάνθρωπα βασανιστήρια, ο Βάκχος παρέδωσε τη ψυχή του χαρούμενος, επειδή θα κατατασσόταν στις στρατιές των αγγέλων και των αγίων.

     Την επαύριο έφεραν πάλι ενώπιον του διοικητού τον Σέργιο, ο οποίος θλιβόταν που βρισκόταν ακόμη στον μάταιο τούτο κόσμο, ενώ ο σύντροφός του απολάμβανε ήδη τη μακαρία ζωή. Αρχικά ο Αντίοχος δοκίμασε να πείσει τον Σέργιο να αρνηθεί την Πίστη του· του θύμισε τα αξιώματα και την εξουσία που είχε προηγουμένως και ύστερα τον απείλησε με τα πιο φρικτά βασανιστήρια. Αλλά, μάταιος κόπος! Γι’ αυτό ο ηγεμόνας διέταξε να του φορέσουν υποδήματα με αιχμηρά καρφιά στο εσωτερικό μέρος, υποχρεώνοντάς τον να τρέξει μπροστά από το άρμα του. Ο άγιος διήνυσε δεκαπέντε χιλιόμετρα τρέχοντας έτσι, μέχρι που έφθασαν στο κάστρο των Τετραπυργίων (σημ.: Κσαϊράς–Σελέ). Η χαρά του επειδή συμμετείχε στο θείο πάθος τον ύψωνε πάνω από τους πόνους του σώματος και τον έκανε να τρέχει γρήγορα, ψάλλοντας με την καρδιά του ευχαριστήριους ύμνους.

     Κατά τη διάρκεια της νύκτας ήλθε άγγελος Κυρίου και θεράπευσε τις πληγές του. Έτσι, την επόμενη μέρα ο νέος παρουσιάσθηκε στον διοικητή ευδιάθετος και έτοιμος για νέους αγώνες. Ο Αντίοχος διέταξε τότε να τον αποκεφαλίσουν στον επόμενο σταθμό, τη Ρωσάφα, που βρίσκεται διακόσια χιλιόμετρα ανατολικά του σημερινού Χαλεπίου. Φθάνοντας ο άγιος στον τόπο της εκτελέσεως, ζήτησε από τους δημίους του λίγο χρόνο και προσευχήθηκε πολύ θερμά να συγχωρεθούν όλοι οι διώκτες του. Κατόπιν, έκλεινε ο ίδιος την κεφαλή του κάτω από το ξίφος, και η ψυχή του πέταξε για να συναντήσει τον Βάκχο στη Βασιλεία των Ουρανών.

     Δεν πέρασε πολύς καιρός, και οι κάτοικοι της Σούρα θέλησαν να πάρουν κρυφά το σώμα του αγίου Σεργίου. Αυτό όμως αποδείχθηκε αντίθετο προς τη θέλησή του, διότι φλόγα μεγάλη εξήλθε από τον τάφο του και τους εμπόδισε. Έτρεξαν τότε οι χριστιανοί της Ρωσάφα, τους έδιωξαν και κατέθεσαν το τίμιο λείψανο σε ασφαλές μέρος. Αργότερα, πάνω στον τάφο του αγίου Σεργίου έκτισαν ναό, ο οποίος κατέστη ένα από τα πιο σεπτά προσκυνήματα όλης της Ανατολής. Συνέρρεε τόσος κόσμος, ώστε ο τόπος εκείνος ονομάσθηκε «Σεργιούπολις». Τεμάχια από το λείψανο του αγίου διάμοιράσθηκαν σε όλο τον χριστιανικό κόσμο [6].

—ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ—

[1]  Δεν πρόκειται μάλλον για τον Μαξιμιανό Ερκούλιο, του οποίου η δικαιοδοσία δεν εκτεινόταν στην Ανατολή, αλλά για τον Γαλέριο Μαξιμιανό, ο οποίος, προτού ξεκινήσει τη μεγάλη εκστρατεία του κατά των Περσών (περί το 297), προέβη σε εκκαθαρίσεις όλων των χριστιανών του στρατεύματος. Δεν αποκλείεται οι δύο άγιοι να ήταν ρωμαϊκής καταγωγής· το σύνολο όμως της ιστορίας τους εκτυλίσσεται στην Ανατολή.

[2]  Οι «Σχολές» λειτουργούσαν ως σώμα εκπαίδευσης αξιωματικών, οι οποίοι αποτελούσαν τα επίλεκτα τμήματα του ρωμαϊκού στρατού· συστάθηκαν επί Διοκλητιανού, τελούσαν υπό τις διαταγές του ίδιου του αυτοκράτορα και εξελίχθηκαν αργότερα σε αυτοκρατορική φρουρά και άγημα τιμών.

[3]  «Πριμικήριος» (λατ. primicerius) κατά λέξη ονομάζεται αυτός που το όνομά του είναι γραμμένο πρώτο στα κηρόχυτα δελτία των αρχών, δηλαδή ο πρόκριτος, ο πρωτέγγραφος.

[4]  «Σεκουνδικήριος» (λατ. secundicerius) είναι ο δεύτερος στην τάξη.

[5]  Σήμερα λέγεται Μπάλις και βρίσκεται 100 χλμ. από το Χαλέπι. Κατ’ άλλους πρόκειται για την Αραβισσό (σημ. Afçim) της Καππαδοκίας.

[6]  Πρόσφατες αρχαιολογικές έρευνες έφεραν στο φως τα ερείπια τριών μεγάλων ναών ρυθμού βασιλικής στον χώρο της Ρωσάφα, η οποία πήρε το όνομα «Σεργιούπολις» τον 4ο αιώνα και συνέχισε να αποτελεί σημαντικό προσκύνημα ακόμη και επί αραβοκρατίας. Η Σεργιούπολις καταστράφηκε κατά την εισβολή των Τατάρων τον 13ο αιώνα. Η τίμια κάρα του μεν αγίου Σεργίου φυλάσσεται στην Ι.Μ.Σίμωνος Πέτρας, του δε αγίου Βάκχου στην Ι.Μ.Βατοπαιδίου. Σώζεται επίσης στην Κωνσταντινούπολη ο επ’ ονόματί τους ιερός ναός, που κτίσθηκε από τον Ιουστινιανό το 530, σε ένδειξη ευχαριστίας για τη θαυματουργική διάσωσή του από βέβαιο θάνατο. Οι Τούρκοι τον ονομάζουν «Κιουτσούκ Αγιασοφιά»=«Μικρή Αγία Σοφία».

—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—

Ἦχος α΄. Τοῦ λίθου σφραγισθέντος.

Τριάδος τῆς Ἁγίας ὁπλῖται τροπαιοῦχοι, ἡ λαμπρὰ δυὰς τῶν Μαρτύρων, ὡράθητε ἐν ἄθλοις, Σέργιος ὁ θεῖος ἀριστεύς, καὶ Βάκχος ὁ γενναῖος ἀθλητής· διὰ τοῦτο δοξασθέντες περιφανῶς, προΐστασθε τῶν βοώντων· δόξα τῷ ἐνισχύσαντι ὑμᾶς, δόξα τῷ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι δι’ ὑμῶν, πᾶσιν ἰάματα.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—

Ἦχος γ΄. Ἡ Παρθένος σήμερον.

Τοὺς γενναίους Μάρτυρας, καὶ ἀδελφοὺς ἐν τῇ πίστει, συνελθόντες στέψωμεν, ἐν ἱεραῖς εὐφημίαις, Σέργιον, τὸν τῆς Τριάδος στερρὸν ὁπλίτην, Βάκχον τε, τὸν ἐν βασάνοις συγκαρτεροῦντα, τὸν Χριστὸν θεολογοῦντας, τὸν Ἀθλοθέτην καὶ Ποιητὴν τοῦ παντός.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—

Χαίροις τῶν Μαρτύρων ἡ ξυνωρίς, Σέργιος ὁ θεῖος, καὶ ὁ Βάκχος ὁ εὐκλεής, οἱ τὸν Θεὸν Λόγον, δοξάσαντες ἐν ἄθλοις, ᾧ νῦν συνδοξασθέντες, ἡμᾶς φρουρήσατε.


https://toeilhtarion.blogspot.com/2020/10/blog-post.html


[ Ιερομονάχου

Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου:

«Νέος Συναξαριστής

της Ορθοδόξου Εκκλησίας,

Τόμος 2ος (Οκτώβριος), σελ. 70–72.

Διασκευή εκ του Γαλλικού:

Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.

Εκδόσεις «Ίνδικτος».

Αθήναι, Οκτώβριος 20092.