Δευτέρα, 18 Φεβρουαρίου 2019

Ὁσιομάρτυς Φιλοθέη ἡ Άθηναία


Ἀπὸ τὸ Ἁγιολόγιο τοῦ Φεβρουαριου: Ὁσιομάρτυς Φιλοθέη ἡ Άθηναία, 19 Φεβρουαρίου 
 Πρωτ. π. Γεωργίου Παπαβαρνάβα 
      Τα τετρακόσια χρόνια της σκλαβιάς στους Τούρκους ήσαν χωρίς αμφιβολία πολύ δύσκολα για τους Έλληνες. Δεν όριζαν ούτε τις περιουσίες τους, αλλά ούτε και τον ίδιό τους τον εαυτό. Γράμματα δεν μπορούσαν να μάθουν φανερά και το σκοτάδι της αμάθειας εβασίλευε.
 Είναι γνωστή η προσπάθεια της Εκκλησίας με τα “κρυφά σχολειά”, όπου εκεί ο καλόγηρος ή ο παπάς ο δάσκαλος “θέριευαν την αποσταμένη ελπίδα”. 
Ακόμη είναι γνωστοί οι αγώνες του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού για το φτιάξιμο σχολείων, ώστε να μάθουν οι σκλάβοι γραφή και ανάγνωση και να μπορούν έτσι να μελετούν τις άγιες Γραφές.                      Τραγική, λοιπόν, η μακρά περίοδος αυτή για τους Ρωμηούς, αλλά, θα μπορούσαμε να πούμε, και ένδοξη από την άποψη ότι δόθηκε η ευκαιρία στην Ορθόδοξη Ελληνική ψυχή να δείξη όλο της το μεγαλείο και το αδούλωτο φρόνημά της. Δέχτηκε ραπίσματα και λακτίσματα, αλλά έμεινε ορθή και απροσκύνητη και ανέδειξε μεγάλες και αξιοθαύμαστες μορφές.
          Μεταξύ αυτών εξέχουσα θέση κατέχει η αρχόντισσα της Αθήνας, η Οσία Φιλοθέη. Ήταν αληθινή αριστοκράτισσα με την πραγματική σημασία της λέξεως αριστοκράτης, που σημαίνει εκείνον ο οποίος κρατεί τα άριστα. Εκείνον που κατέχει όχι χρήματα και κτήματα, αλλά την αρχοντική αγάπη, η οποία χαρίζει ή μάλλον χαρίζεται χωρίς υπολογισμούς, υστεροβουλία και προσμονή ανταπόδοσης. 
         Η Φιλοθέη είχε βέβαια χρήματα και κτήματα πολλά, αλλά ήταν αληθινή αρχόντισσα, επειδή ήξερε να δίνη. Διότι αυτός που δεν δίνει είναι φτωχός ανεξάρτητα από το πόσα έχει. Ήταν από τις δυσεύρετες εκείνες γυναίκες, για τις οποίες λέγει η Αγία Γραφή: “Γυναίκα ανδρείαν τις ευρήσει; τιμιωτέρα δε εστι λίθων πολυτελών η τοιαύτη” (Παροιμ. λα’,10). Ήταν στολισμένη με τις αρετές της ανδρείας και της υπομονής “χωρίς τις οποίες δεν έχει κανείς την δύναμη να ολοκληρώση καμιά απολύτως αρετή. Γιατί, αν δεν έχη κανείς ανδρεία στην ψυχή ούτε υπομένει, και χωρίς υπομονή δεν μπορεί κανείς να κατορθώση τίποτα” (Αββάς Δωρόθεος). 
Τα φτωχά και απροστάτευτα κορίτσια την βρήκαν μάννα και αδελφή, απουκούμπι και στήριγμα, θαλπωρή και ελπίδα στις γεμάτες αβεβαιότητα και φόβο μέρες της σκλαβιάς. Γεννημένη στην Αθήνα του 16ου αιώνα, ανατρέφεται με τα νάματα του Ευαγγελίου και, αφού δοκιμάζεται στο καμίνι του πόνου, ακτινοβολεί την αρετή και την θυσιαστική αγάπη. Δεκατεσσάρων ετών την παντρεύουν σύμφωνα με τα έθιμα της εποχής, αλλά και για να έχη έναν άνθρωπο κοντά της για προστασία, σε περίπτωση που έχανε τους γονείς της. Γιατί στα δύσκολα εκείνα χρόνια της σκλαβιάς, δεν ήταν μεγαλύτερη δοκιμασία για τους γονείς από το να έχουν όμορφα κορίτσια και έτσι βιάζονταν να τα παντρέψουν όσο πιο γρήγορα γινόταν, και με τον τρόπο αυτό να τα προστατεύσουν. Νωρίς όμως μένει χήρα (17 ετών), αλλά το θεωρεί φωνή του Θεού και δεν ξαναπαντρεύεται. Γενναία καθώς είναι αψηφά τον φόβο των αγαρηνών και μάλιστα γίνεται αυτή προστάτης και μάννα για τα αθώα ορφανά κορίτσια που κινδυνεύουν ανά πάσαν στιγμή. Ιδρύει Μοναστήρι και μέσα σε αυτό φιλοξενεί και προστατεύει κάθε κατατρεγμένο. Διευθύνει το Μοναστήρι, φροντίζει για τις Μοναχές, αλλά και για τα κορίτσια που φιλοξενεί. Τα μαθαίνει να εργάζονται διάφορες έργασίες και τέχνες, αλλά κυρίως τους χαράζει σωστή πορεία και προσανατολισμό δείχνοντάς τους τον τρόπο και τον δρόμο που οδηγεί στην ζωντανή κοινωνία με τον ζωντανό Θεό της Αποκαλύψεως. Το πικρό ψωμί της σκλαβιάς γίνεται γλυκό στην αγκαλιά της αγάπης της και οι νεανικές ψυχές τρέφονται από τον ζωντανό μαστό της Εκκλησίας και αποκτούν φρόνημα εκκλησιαστικό μα και αρρενωπό. 
Τώρα ξέρουν να αντλούν από την προσευχή και την μυστηριακή ζωή δύναμη και βαδίζουν τον δύσκολο δρόμο της ζωής χωρίς δειλία, αφού, κατά τον Απόστολο Παύλο “ουκ έδωκεν ημίν ο Θεός πνεύμα δειλίας, αλλά δυνάμεως”
        Όμως το θεάρεστο αυτό έργο, το τόσο σπουδαίο και μεγάλο μπορούσε να μη πολεμηθή από τον μισόκαλο και τα όργανά του; Κατηγορήθηκε, συκοφαντήθηκε, πολεμήθηκε όσο λίγοι, τελικά όμως αξιώθηκε μακαρίου τέλους. Έφυγε από την παρούσα ζωή με ένδοξο τρόπο, αφού εσφράγισε την θαρραλέα μαρτυρία της με το αίμα του μαρτυρίου της. 
Το αγιασμένο λείψανό της φυλάσσεται στον Μητροπολιτικό Ναό Αθηνών. Αν κάθε Άγιος, με τον τρόπο της ζωής του, στέλλει κάποιο μήνυμα, αυτό το μήνυμα της Αγίας Φιλοθέης είναι η πνευματική ανδρεία και η αληθινή αρχοντιά. Για την απελευθέρωση από την τυραννία των παθών και των κτισμάτων, για το γκρέμισμα των κάθε είδους ειδώλων που δημιουργεί η αμαρτία και οι εμπαθείς ορέξεις και για την απόκτηση της εσωτερικής ελευθερίας και της πνευματικής αρχοντιάς, χρειάζεται πνευματική ανδρεία, παλληκαροσύνη και λεβεντιά. “Θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία”.
http://www.parembasis.gr/index.php/el/menu-teyxos-25/3878-1998-25-06

Κυριακή, 17 Φεβρουαρίου 2019

Ο Άγιος Νεκτάριος και ο Παύλος Μελάς

Αρθρογραφία / Φεβρουάριος 10, 2019

Γράφει ο Δημήτρης Νατσιός

Συνηθίζω, όταν αναζητώ βιογραφικά στοιχεία και πληροφορίες για κάποιον επιφανή του Γένους μας, να προσφεύγω στο παλιό και λαμπρό εγκυκλοπαιδικό λεξικό του «ΗΛΙΟΥ». (Του “ηλίου” και όχι Ηλιού, για να μην έχουμε παρεξηγήσεις).

Τώρα με τα κινητά διαδίκτυα, μοναδική σχεδόν πηγή πληροφοριών είναι ο ιστότοπος με το περίεργο όνομα «βικιπαίδεια» ο οποίος συνοδεύεται με αρκετά νεοταξικά καρυκεύματα.

Παρένθεση. Το διαδίκτυο με την τεράστια αποθήκευση πληροφοριών δημιουργεί στο χρήστη του, ιδίως στις νεότερες ηλικίες την ολέθρια ψευδαίσθηση ότι ο ίδιος κατέχει και έχει κατακτήσει αυτές τις γνώσεις. Το θεωρεί, τρόπον τινά, ως προέκταση, εξάρτημα της μνήμης του.

Γι’ αυτό η μελέτη θεωρείται πια χάσιμο χρόνου, γίνεται αντικείμενο χλεύης, πράγμα καταστρεπτικότατο για την γλώσσα και την σκέψη. Θύματα αυτής της απώλειας είναι και οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί. Κάποτε λέγαμε «έχει μεταδοτικότητα», όταν θέλαμε να επαινέσουμε το δάσκαλο.

Η μεταδοτικότητα είναι «τέχνη τεχνών» που τα θεμέλιά της «τρέφονται» από την αγάπη προς τους μαθητές «ουδέν ούτω προς διδασκαλίαν επαγωγόν ως το φιλείν και φίλεισθαι» κατά τον Άγιο Χρυσόστομο – και βέβαια, την βαθιά γνώση του αντικειμένου, αποκύημα πολλής μελέτης. Σήμερα λέμε πως είναι επικοινωνιακός.

Η διαφορά μεταξύ μετάδοσης και επικοινωνίας είναι τεράστια. Μετάδοση σημαίνει παιδεία. Επικοινωνία σημαίνει εντυπωσιοθηρία, αμάθεια.

Προσέφυγα, λοιπόν, στο λεξικό του «ΗΛΙΟΥ» αναζητώντας το γενεαλογικό δέντρο του Παύλου Μελά. Διαβάζω στο λήμμα «Μελάς» σε τούτα τα κομψά ελληνικά: «Μεγάλη αρχοντική οικογένεια των Ιωαννίνων, της οποίας πλείστα μέλη διεκρίθησαν εις τα γράμματα και τας επιστήμας, εις τον στρατό την πολιτικήν και την διπλωματίαν, σημαντικάς δε εθνικάς υπηρεσίας παρέσχον εις την πατρίδα πολύ προς της εκρήξεως του Ιερού Αγώνος, κατ’ αυτόν, και μετά την αποκατάστασιν του κράτους».

Αρχοντική οικογένεια, όχι γιατί είχε μεγάλη οικονομική επιφάνεια, αλλά διότι τα μέλη της «παρέσχον σημαντικάς εθνικάς υπηρεσίας». Τω καιρώ εκείνω οι παλιές αρχοντικές οικογένειες, αμιλλώνται ποια θα ευεργετήσει περισσότερο την πατρίδα. Τω καιρώ ετούτω οι αρχοντοχωριάτες, οι νεόπλουτοι σαλταδόροι και δανειοσυντήρητοι διαγωνίζονται για το ποιος θα προξενήσει μεγαλύτερη ζημιά στην πατρίδα.

Οι Μελάδες και όλες οι οικογένειες των εθνικών ευεργετών ήταν αρχοντάνθρωποι, έτσι ονομάζει ο λαός μας τους γενναιόδωρους, τους φιλότιμους. Αρχονταρίκι ονομάζεται στα μοναστήρια η αίθουσα υποδοχής και φιλοξενίας των προσκυνητών, γιατί και η Εκκλησία μας μας θέλει αρχοντάνθρωπους και όχι μίζερα, οικτρόβια και αξιολύπητα ανθρωπάρια. («Ό,τι και να κάνουμε ταπείνωση – αγάπη – αρχοντιά χρειάζεται» έλεγε και ξανάλεγε ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης).

Ο Παύλος Μελάς ονομάστηκε Παύλος, και όχι Γεώργιος όπως έλεγαν τον παππού του, προς τιμήν του αδελφού του παππού του, Παύλου, ο οποίος υπηρετούσε στα τάγματα των Σουλιωτών υπό τον Μάρκο Μπότσαρη και «έπεσε» ηρωικώς μαχόμενος κατά την Έξοδο του Μεσολογγίου. Με τέτοιο όνομα πώς να μην έχει ηρωικό, λεβέντικο θάνατο ο αετός της Μακεδονίας μας;

Αν πιάσουμε κάποια τωρινή «αρχοντική» οικογένεια και σκαλίσουμε τον βίο και την πολιτεία της, τι βρίσκουμε; Ιδιοκτησίες καναλιών, δημόσια έργα, απατεωνιές, τζιτζιφιόγκους και που πολιτεύονται, κατάληψη πανεπιστημιακών θέσεων αναξιοκρατικώ τω τρόπω, ημιμάθεια κρανιοκενής, θαλασσοδάνεια, καταθέσεις, ζώη χλιδάτη, βίλες, κότερα, ιδιωφελείς έρωτες και … ξενέρωτες.

Πατέρας του Παύλου Μελά ήταν ο Μιχαήλ (Μίκης) Μελάς, άνθρωπος καλλιεργημένος, με φιλοπατρία, που διετέλεσε από το 1891 ως το 1894 και δήμαρχος Αθηνών. (Αδελφός του ήταν ο περίφημος Λέων Μελάς που έγραψε τον «Γεροστάθη», βιβλίο που γαλούχησε γενιές Ελληνοπαίδων, οι οποίες αργότερα απελευθέρωναν πατρίδες σκλαβωμένες.

Τώρα που αφήσαμε εκείνα τα «σκοταδιστικά» κείμενα και διδάσκουμε προοδευτικές μαγαρισιές γεμίσαμε συλλογικότητες…. κουκουλοφλώρων. Αν κάποτε η παιδεία μας ξαναβρεί την χαμένη τροχιά της, θα μπορούσε, ο «Γεροστάθης», με μία «λελογισμένη επεξεργασία» κυρίως στη γλώσσα, να εισαχθεί στα σχολεία).

Ήταν γύρω στο 1890 που ο κατασυκοφαντημένος στην Αίγυπτο, Άγιος Νεκτάριος, έρχεται στην Αθήνα. Ζητά θέση, όχι αρχιερέως, αλλά απλού ιεροκήρυκος χωρίς μισθό.

Συναντούσε –ποιος;- πόρτες κλειστές και υποσχέσεις. Ντρεπόταν ο άγιος, τον συντηρούσε μία απλή γριούλα. «Αδερφέ μου» γράφει στον αδερφό του Χαράλαμπο στη Χίο «αναγκάζομαι μετά πόνου και δακρύων να σε ενοχλήσω ευρισκόμενος εν Αθήναις, εν ημέραις χαλεπές, περιφρονημένος και εμπαιζόμενος παρά των ισχυρών…».

(Και μες στους ισχυρούς ήταν και η τότε εκκλησιαστική ηγεσία). Καταφεύγει στον Υπουργό – μετά από είκοσι απόπειρες -Εκκλησιαστικών και Παιδείας. Του αρνήθηκε τη θέση ιεροκήρυκος, διότι “ετύγχανε αλλοδαπός” και “εστερείτο της ελληνικής υπηκοότητος». “Απόμεινε πελιδνός” διαβάζουμε στο βιβλίο «Ο άγιος του αιώνα μας» του μακαριστού Σώτου Χονδρόπουλου.

Κατεβαίνοντας τις σκάλες του υπουργείου ο άγιος ιεράρχης, με μάτια βουρκωμένα, συναντά έναν ονομαστό άρχοντα. Ήταν ο Μιχαήλ Μελάς, ο πατέρας του Παύλου. Ο Μελάς βλέπει την σεβάσμια μορφή του Αγίου, αντιλαμβάνεται την λύπη του. Μαθαίνει τι συνέβη και του ζητά να τον ακολουθήσει στον Υπουργό.

Και σε λίγο ο υπουργός υπέγραφε τον διορισμό του Αγίου ως ιεροκήρυκος στο νομό Ευβοίας. «Άγιο ρουσφέτι», ας μου επιτραπεί η φράση από έναν άνθρωπο που σε λίγα χρόνια ο γιος του έγραψε τον πρόλογο στο αθάνατο βιβλίο «Μαρτύρων και Ηρώων αίμα» για τη λευτεριά της Μακεδονίας μας.

Ωραία σκηνή Μεγαλοπρεπής να κουβεντιάζουν ο Άγιος Νεκτάριος και ο Μιχαήλ Μελάς. Το Γένος και η Εκκλησία του. Με την ευχή του Αγίου Νεκταρίου και το αίμα του Παύλου Μελά σώθηκε η Μακεδονία. Στα σκαλιά του υπουργείου η Πατρίδα, οι πραγματικοί άρχοντές του και μέσα οι αναθυμιάσεις, ο τρωγλοδύτης πολιτικάντης να μηχανορραφεί.

Θα περάσει από την Βουλή η προδοτική συμφωνία, διατείνεται ο αγραβάτωτος μείραξ. Μιλά για εθνική αντιπροσωπεία. Αστεία πράγματα. Είναι εθνοπροδοτική αντιπροσωπεία. Στην εκκλησιαστική γλώσσα θα την ονομάζαμε «ληστρική σύνοδο». Ψέλλισε κάτι στίχους του Μπρεχτ. Έχουμε καλύτερους ποιητές. Θα πρότεινα στίχους του Κ. Ουράνη από το ποίημα «πάψετε πια».

«Πάψετε πια να εκπέμπετε το σήμα του κινδύνου
τους λόγους της υστερικής σειρήνας σταματήστε
και αφήστε το πηδάλιο στης τρικυμίας τα χέρια
το πιο φρικτό ναυάγιο θα ήταν να σωθείτε».

ΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ - Πετροβολᾶς τὸν οὐρανὸ


          Ο κυρ-Γιώργης ἀσχολεῖται μὲ γεωργικὲς ἐργασίες. Τὰ χωράφια του, καὶ ὅταν ἀκόμη ἔχει ἀνομβρία, κατορθώνει μὲ τὴ γεώτρηση ποὺ ἔκαμε νὰ τὰ ἔχει ὅλα ποτιστικά. Ἄλλοτε σπέρνει σιτάρι, ἄλλοτε  καλαμπόκι. Χαίρεται, ὅταν ἔρχεται ὁ καιρὸς τῆς σοδειᾶς καὶ γεμίζουν οἱ ἀποθῆκες του. Οἱ ἔμποροι ἀπὸ τὴν ἄνοιξη ἀκόμη τὸν καπαρώνουν, γιατὶ προσέχει καλὰ τὴν ποιότητα τῆς παραγωγῆς του. Εἶναι καλὸς οἰκογενειάρχης καὶ πολὺ ἐργατικός. Ἔχει ὅμως μιὰ πολὺ κακὴ συνήθεια. Λίγο νὰ πάει κάτι στραβὰ ἐκεῖ ποὺ ἐργάζεται ἢ κάποιος νὰ τὸν θίξει μὲ κάποιο λόγο, θυμώνει, κοκκινίζει καὶ ξεστομίζει βαριὲς βρισιὲς καὶ μάλιστα βλασφημάει καὶ τὰ θεῖα! 
 Ἕνα πρωινὸ πῆγε νὰ βάλει μπρὸς τὸ τρακτέρ του γιὰ νὰ πάει νὰ ὀργώσει, ἡ μηχανή του ὅμως ἄναβε λίγο καὶ ξανάσβηνε. Προσπάθησε πολλὲς φορὲς χωρὶς κανένα ἀποτέλεσμα. Πάνω στὰ νεῦρα του ἄρχισε νὰ κλωτσάει τὶς ρόδες τοῦ τρακτὲρ καὶ νὰ βλασφημάει χυδαῖα τὰ θεῖα.
        Στὸ διπλανὸ σπίτι μένει ἡ κ. Γλυκερία. Εἶναι ἄνθρωπος θεοφοβούμενος. Μαζὶ μὲ ἄλλες κυρίες τῆς Ἐκκλησίας ἐπισκέπτονται ἀσθενεῖς, βοηθοῦν ἀπὸ τὸ ὑστέρημά τους ἀνθρώπους ποὺ ἔχουν ἀνάγκη βοηθείας, παρακολουθοῦν κηρύγματα καὶ ὁμιλίες. Καὶ ἄλλες φορὲς τὸν ἄκουσε νὰ βρίζει καὶ μάλιστα τὰ θεῖα, ἀλλὰ αὐτὴ τὴ φορὰ ξεπέρασε κάθε ὅριο. Ἀναγκάστηκε νὰ κλείσει τ’ ἀφτιά της γιὰ νὰ μὴν τὸν ἀκούει. «Δὲν μπορεῖ νὰ συνεχισθεῖ αὐτὴ ἡ κατάσταση», εἶπε μέσα της, «μ’ αὐτὸν τὸν δυστυχισμένο ἄνθρωπο». Ἄρχισε νὰ προσεύχεται θερμὰ καὶ νὰ παρακαλεῖ τὸν Χριστὸ καὶ τὴν  Παναγία μας νὰ τὸν συγχωρήσουν καὶ νὰ τὸν βοηθήσουν νὰ κόψει αὐτὴ τὴν κακὴ συνήθεια. Σκέπτεται ἀκόμη μὲ πρώτη εὐκαιρία νὰ τοῦ προμηθεύσει σχετικὰ ἔντυπα καὶ νὰ τοῦ πεῖ καὶ κάτι γι’ αὐτὸ τὸ θέμα. 
           Ὁ κυρ-Γιώργης τὴν ἐκτιμᾶ πολύ, καθὼς καὶ τὸν καλὸ σύζυγό της. Χρόνια γειτόνοι στὸ χωριὸ καὶ ποτὲ δὲν ἀντάλλαξαν βαριὰ λέξη. Πάντοτε ἀλληλοεξυπηρετοῦνται. Μιὰ μέρα ποὺ ὁ καιρὸς ἦταν βροχερός, ἡ κ. Γλυκερία σκέφθηκε νὰ τοὺς ἐπισκεφθεῖ. Πολλὲς φορὲς ἔπιναν μαζὶ τὸν καφέ τους. Ὁ ἀδελφός της ἀσχολεῖται μὲ τὰ μελίσσια καὶ τῆς ἔχει φέρει μέλι μαζὶ μὲ κηρήθρα. Κόβει ἕνα κομμάτι, τὸ συσκευάζει καλὰ σ’ ἕνα βαζάκι, γιὰ νὰ τὸ δοκιμάσουν κι αὐτοί.
 –Κυρ-Γιώργη, ὁ ἀδελφός μου μὲ τὰ μελίσσια του φέτος πῆγε πολὺ καλά. Εἶχε καλὴ ἀνθοφορία καὶ ἔχει μαζέψει πολὺ καὶ καλὸ μέλι. Σᾶς ἔφερα λίγη κηρήθρα ἀπ’ αὐτὴ ποὺ μοῦ ἔδωσε, γιὰ νὰ τὴ δοκιμάσετε.  
        Εὐχαριστήθηκαν πολὺ αὐτὸς καὶ ἡ σύζυγός του. Ὕστερα ἀπὸ λίγο ἦρθε ὁ δίσκος μὲ τοὺς καφέδες καὶ ἄρχισε ἡ συζήτηση. 
 –Καὶ σὲ μᾶς φέτος τὰ χωράφια ἔδωσαν καλὴ σοδειά. Εἴχαμε βρεῖ αὐτὴ τὴ φορὰ καλὸ σπόρο. Βοήθησε ἀκόμη καὶ τὸ συχνὸ πότισμα ἀπὸ τὸ ἄφθονο νερὸ τῆς γεώτρησης, καθὼς καὶ ὁ καλὸς καιρός. 
 –Νὰ δοξάσουμε τὸν Θεό, κυρ-Γιώργη, γιατὶ ὄχι μόνο μᾶς ἀνέχεται παρὰ τὶς πολλές μας ἁμαρτίες, ἀλλὰ καὶ μᾶς εὐλογεῖ μὲ ἁπλοχεριὰ ὁ Μεγαλοδύναμος!
 –Ἔτσι εἶναι, κυρία Γλυκερία. Κάθε φορὰ ποὺ ἔρχεσαι, κάποιο καλὸ λόγο ἔχεις νὰ μᾶς πεῖς. 
–Κυρ-Γιώργη, αὐτὰ ποὺ σᾶς λέω, δὲν εἶναι δικά μου λόγια. Τὰ ἀκούω στὶς ὁμιλίες ποὺ πηγαίνω καὶ τὰ διαβάζω σὲ καλὰ βιβλία ποὺ προμηθεύομαι ἀπὸ ἐκεῖ. Ἔφερα καὶ σὲ σᾶς κάνα-δυὸ μικρὰ φυλλάδια. Νὰ τὰ διαβάσετε, ὅταν βρεῖτε λίγη εὐκαιρία. 
 –Ποῦ νὰ βρεῖ κανεὶς χρόνο; ἀπάντησε κουνώντας τὸ κεφάλι του ὁ κυρ- Γιώργης. 
      Τὰ πῆρε στὰ χέρια του. Τὸ ἕνα ἔγραφε γιὰ τὴ βλαφημία, τὸ ἄλλο γιὰ τὸν ἐκκλησιασμό.
 –Αὐτὰ εἶναι γιὰ μένα. Ξέρεις ὅτι ἡ γυναίκα μου δὲν χάνει ποτὲ ἐκκλησία. Ἐγὼ τὶς μεγάλες γιορτὲς μόνο. Γιὰ τὴ βλασφημία τί νὰ πῶ, ἔγινε κακὴ συνή- θεια. 
 –Ὅλες οἱ κακὲς συνήθειες, ἐὰν θέλουμε, μποροῦν νὰ κοποῦν. Νὰ σοῦ πῶ, κυρ-Γιώργη, κάτι ποὺ ἄκουσα σὲ μιὰ ὁμιλία ἀπὸ ἕνα θεολόγο. Μᾶς εἶπε ὅτι αὐτὸς ποὺ βλασφημεῖ τὰ θεῖα, μοιάζει μὲ τὸν ἄνθρωπο ποὺ πετροβολᾶ τὸν οὐρανό. Ἡ πέτρα ὅμως θὰ ξαναγυρίσει πίσω καὶ θὰ πέσει στὸ κεφάλι του ἢ γύρω ἀπ’ αὐτόν. 
–Δηλαδὴ τί ἐννοεῖς;
 –Μᾶς τὸ ἐξήγησε ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι μακρόθυμος καὶ φιλεύσπλαχνος καὶ ἀγαπᾶ τὸν ἄνθρωπο. Παραχωρεῖ ὅμως μερικὲς φορὲς γιὰ τὴ βαριὰ ἁμαρτία τῆς βλασφημίας ποὺ κάνει, νὰ πάθει κάτι κακὸ αὐτὸς ἢ τὰ παιδιά του, προκειμένου νὰ καταλάβει τὸ λάθος του καὶ νὰ μετανοήσει. «Ἁμαρτίαι γονέων παιδεύουσι τέκνα». Καὶ ἄλλα πολλὰ μᾶς εἶπε. 
 –Πές τα, Γλυκερία μου, ἐπεμβαίνει ἡ σύζυγός του. Τοῦ τὰ λέω καὶ γώ, ἀλλὰ δὲν μὲ ἀκούει. Ἔχουμε παιδιά, ἔχουμε ἐγγόνια. Προχθὲς ἔγινε θηρίο
 ἀνήμερο καὶ δὲν ἤξερε τί ἔλεγε, ἐπειδὴ δὲν ἔπαιρνε μπρὸς τὸ τρακτέρ.
 –Νὰ μὲ συγχωρέστε, βρίζω χωρὶς νὰ τὸ θέλω.
 –Ὁ Θεὸς νὰ μᾶς συγχωρέσει ὅλους μας, κυρ-Γιώργη, γιατί ὅλοι φταῖμε σὲ κάτι, εἶπε ἡ πιστὴ Γλυκερία.  
      Ὅταν ἐπέστρεψε στὸ σπίτι της, συνέχισε τὴ θερμὴ προσευχή της. Ὁ κυρ- Γιώργης σκέπτεται καὶ ξανασκέπτεται τὸ λόγο ποὺ τοῦ εἶπε ἡ καλὴ γειτόνισσά τους: «Αὐτὸς ποὺ βρίζει τὰ θεῖα πετρο- βολᾶ τὸν οὐρανό, καὶ ἡ πέτρα θὰ πέσει στὸ κεφάλι του ἢ γύρω ἀπ’ αὐτόν». 
 Διάβασε καὶ τὸ σχετικὸ φυλλάδιο. Πῆρε ριζικὴ ἀπόφαση καὶ ἀπὸ ’κείνη τὴν ἡμέρα σταμάτησε νὰ βλασφημάει. Κάνουν τὸ σταυρό τους καὶ δοξάζουν τὸν Θεὸ στὸ σπίτι καὶ ἡ κυρία Γλυκερία γιὰ τὸ θαῦμα ποὺ ἔγινε στὸν κυρ-Γιώργη.
Ο ΣΩΤΗΡ 2038