05 Σεπτεμβρίου, 2026

Η ΜΕΤΑΛΗΨΗ ΤΗΣ ΟΣΙΑΣ ΜΑΡΙΑΣ


     …Εκείνη τότε κράτησε τον γέροντα Ζωσιμά και δεν τον άφησε να ολοκληρώσει την εδαφιαία μετάνοιά του προς αυτήν, αλλά του είπε: «Όλα αυτά που άκουσες από μένα άνθρωπε, σε ορκίζω στον Σωτήρα Χριστό, τον Θεό μας, να μη τα διηγηθείς σε κανέναν μέχρι τη στιγμή που ο Θεός θα με πάρει από αυτή τη γη. Προς το παρόν, ας πηγαίνεις ειρηνικά στον δρόμο σου και πάλι το ερχόμενο έτος, έχοντας την προστασία της Χάρης του Θεού, θα συναντηθούμε. Κάνε ακόμη, για τον Κύριο, αυτό που τώρα σου παραγγέλνω· στην περίοδο της ιερής νηστείας του επόμενου έτους, να μην περάσεις τον Ιορδάνη, όπως έχετε συνήθεια να κάνετε στο μοναστήρι». Με έκπληξη ο Ζωσιμάς άκουγε ότι και τον κανόνα γνώριζε του μοναστηριού και δεν έλεγε τίποτε άλλο παρά μόνο «Δόξα τω Θεώ!», που δίνει μεγάλα χαρίσματα σ’ αυτούς που Τον αγαπούν. Εκείνη τότε συνέχισε: «Να μείνεις λοιπόν, καθώς είπα, αββά, στο μοναστήρι, γιατί και να θελήσεις να βγεις έξω δεν θα σου έρθουν ευνοϊκές οι περιστάσεις. Κατά την αγία όμως νύκτα του Μυστικού Δείπνου (τη Μεγάλη Πέμπτη), να πάρεις για χάρη μου μέρος από το ζωοποιό Σώμα και Αίμα του Χριστού, μέσα σε ιερό σκεύος και αντάξιο για τέτοια ιερά Μυστήρια και να τα φέρεις και να με περιμένεις οπωσδήποτε, σ’ εκείνο το μέρος του Ιορδάνου που πλησιάζει προς τα κατοικημένα μέρη, για να έρθω να μεταλάβω από τα ζωοποιά Δώρα. Γιατί, από τότε που μετάλαβα στον ναό του Προδρόμου Ιωάννου, προτού περάσω τον Ιορδάνη, δεν αξιώθηκα να λάβω το άγιο τούτο Μυστήριο καμιά φορά μέχρι σήμερα. Και τώρα ποθώ το ιερό Μυστήριο με δυνατή και ασυγκράτητη επιθυμία, γι’ αυτό ζητώ και παρακαλώ να μην παρακούσεις στο αίτημά μου, αλλά οπωσδήποτε να μου φέρεις τα ζωοποιά και θεία τούτα Μυστήρια, κατά την ίδια ώρα που και ο Κύριος αξίωσε τους μαθητές Του να λάβουν μέρος στο θείο Δείπνο. Τέλος, και στον αββά Ιωάννη, τον ηγούμενο της μονής στην οποία κατοικείς, να πεις τα εξής: “Πρόσεχε, αδελφέ, τον εαυτό σου και το ποίμνιό σου, γιατί συμβαίνουν μερικά πράγματα εκεί, τα οποία χρειάζεται να διορθωθούν”. Αλλά δεν θέλω να τα πεις αυτά τώρα σ’ αυτόν, αλλά όταν στο επιτρέψει ο Κύριος». Αφού τελείωσε αυτά και είπε στον γέροντα, «να εύχεσαι για μένα!», αναχώρησε πάλι προς το εσωτερικό της ερήμου. Ο Ζωσιμάς τότε, αφού γονάτισε και προσκύνησε το έδαφος πάνω στο οποίο είχαν μείνει τα αποτυπώματα από τα πόδια της οσίας και αφού δόξασε και ευχαρίστησε τον Θεό, γύρισε πίσω γεμάτος χαρά στη ψυχή και στο σώμα του, δοξάζοντας και ευλογώντας τον Χριστό και Θεό μας. Και αφού πέρασε πάλι εκείνη την έρημο, έφθασε στο μοναστήρι κατά την ημέρα που συνήθιζαν να επιστρέφουν όλοι οι μοναχοί του μοναστηριού.


     Ολόκληρο τον επόμενο χρόνο ζούσε ήσυχα στο μοναστήρι, χωρίς να τολμήσει να διηγηθεί σε κανέναν, κάτι από όσα είδε. Μόνο μέσα του θερμοπαρακαλούσε τον Θεό να του δείξει και πάλι το πρόσωπο που επιθυμούσε. Στενοχωριόταν λοιπόν και δυσανασχετούσε έντονα, σκεπτόμενος το διάστημα του ενός χρόνου, θέλοντας αν ήταν δυνατόν ο χρόνος να γίνει μια μέρα. Όταν έφθασε η Κυριακή, μετά από την οποία αρχίζει η ιερή νηστεία της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, αμέσως μετά τη συνηθισμένη προσευχή, όλοι μεν οι άλλοι μοναχοί έβγαιναν έξω ψέλνοντας, αυτός όμως αρρώστησε με πυρετό και έτσι αναγκάστηκε να παραμείνει μέσα. Θυμήθηκε τότε ο Ζωσιμάς τον λόγο της οσίας που είπε, ότι, «κι αν θελήσεις να βγεις έξω από το μοναστήρι, δεν θα σου έρθουν ευνοϊκές οι περιστάσεις». Αφού πέρασαν όμως λίγες ημέρες και θεραπεύθηκε από την ασθένειά του, συνέχιζε να ζει μέσα στο μοναστήρι.

     Όταν είχαν επιστρέψει πλέον οι μοναχοί και πλησίασε το βράδυ του Μυστικού Δείπνου, επραγματοποίησε όσα είχε λάβει εντολή να κάνει· και, αφού πήρε μέσα σε μικρό ποτήρι από το άχραντο Σώμα και το τίμιο Αίμα του Χριστού και Θεού ημών και έβαλε σε μικρό καλάθι ξερά σύκα και φοίνικες και λίγη φακή βρεγμένη στο νερό, φεύγει και πηγαίνει αργά το βράδυ και κάθεται στην όχθη του Ιορδάνη περιμένοντας την άφιξη της οσίας. Καθώς αργούσε να έρθει η οσία, ο Ζωσιμάς δεν νύσταξε, αλλά συνεχώς παρατηρούσε την έρημο περιμένοντας να δει αυτό που επιθυμούσε. Ενώ καθόταν ο γέροντας και περίμενε, συλλογιζόταν: «Άραγε, μήπως η αναξιότητά μου την εμπόδισε να έρθει; Άραγε, μήπως ήρθε και επειδή δεν με βρήκε έφυγε πάλι πίσω;». Σκεφτόμενος αυτά δάκρυσε· και αφού δάκρυσε αναστέναξε και, σηκώνοντας τα μάτια του στον ουρανό παρακαλούσε τον Θεό, λέγοντας: «Μη μου στερήσεις, Δέσποτα, να δω και πάλι αυτό που μου επέτρεψες να δω· μη με αφήσεις να φύγω άδειος χωρίς κανένα αποτέλεσμα, έχοντας μαζί μου μόνο τις αμαρτίες μου για να με ελέγχουν!». Αφού είπε δακρυσμένος αυτή την προσευχή, μια άλλη σκέψη πέρασε από το νου του: «Τι θα γίνει και εάν ακόμη τυχόν έρθει; Γιατί πλοιάριο εδώ δεν υπάρχει. Πώς, λοιπόν, θα περάσει τον Ιορδάνη και θα έρθει σε μένα τον ανάξιο; Αλίμονο στην αναξιότητά μου· αλίμονο, ποιος μου στέρησε δίκαια ένα τέτοιο καλό;».


     Αφού σκεφτόταν αυτά ο γέροντας, να και η οσία· έφθασε και στάθηκε στην απέναντι όχθη του ποταμού, απ’ όπου και ερχόταν. Ο Ζωσιμάς τότε σηκώθηκε γεμάτος χαρά και αγαλλίαση, δοξάζοντας τον Θεό. Πάλευε όμως πάλι μέσα του με τον λογισμό, ότι δεν θα μπορέσει η οσία να περάσει τον Ιορδάνη· και βλέπει τότε αυτήν να σφραγίζει τον Ιορδάνη με το σημείο του Σταυρού, γιατί ήταν πανσέληνος εκείνη τη νύκτα, καθώς έλεγε, και συγχρόνως με το σφράγισμα να πατά τα νερά και να περπατά πάνω τους, βαδίζοντας προς τον γέροντα. Έντρομος ο γέροντας Ζωσιμάς, όταν θέλησε να βάλει μετάνοια, τον εμπόδισε φωνάζοντας, ενώ ακόμη βάδιζε στα νερά του ποταμού: «Τι πας να κάνεις, αββά, ενώ είσαι ιερεύς και κρατάς τα θεία Μυστήρια;». Και ενώ εκείνος συμμορφώθηκε προς τον λόγο της οσίας, εκείνη αφού πάτησε το έδαφος της άλλης όχθης, είπε στον γέροντα: «Ευλόγησον, πάτερ! Ευλόγησον!». Αυτός τότε της απάντησε γεμάτος τρόμο, γιατί του δημιούργησε κατάπληξη το παράδοξο εκείνο θέαμα. Πράγματι, λέει αλήθεια ο Θεός που υποσχέθηκε να ομοιάζουν με Αυτόν, όσο είναι δυνατόν για τους ανθρώπους, αυτοί που καθαρίζουν τον εαυτό τους από κάθε αμαρτία. «Ας είσαι δοξασμένος Χριστέ, ο Θεός ημών, που δεν παρέβλεψες την προσευχή μου και δεν απομάκρυνες το έλεός Σου από τον δούλο Σου! Ας είσαι δοξασμένος Χριστέ, ο Θεός ημών, που μου φανέρωσες με αυτή τη δούλη Σου, το πόσο μακριά βρίσκομαι από το μέτρο της τελειότητας!». Και καθώς έλεγε αυτά, ζήτησε η οσία να πει το άγιο Σύμβολο της Πίστεως (το «Πιστεύω») και να αρχίσει επίσης και το «Πάτερ Ἡμῶν». Και αφού πραγματοποιήθηκε αυτό και τελείωσε η προσευχή της, σύμφωνα με τη συνήθεια, έδωσε στον γέροντα τον ασπασμό της αγάπης και έτσι μετάλαβε από τα ζωοποιά Μυστήρια· και αφού σήκωσε τα χέρια της στον ουρανό, αναστέναξε με δάκρυα και φώναξε: «Τώρα, ας απολύσεις με ειρήνη τη δούλη Σου, Δέσποτα, σύμφωνα με τον λόγο Σου, γιατί είδαν τα μάτια μου τη Σωτηρία που δίνεις στους δούλους Σου!».


     Ύστερα λέει στον γέροντα: «Συγχώρεσέ με, αββά μου, σε παρακαλώ να εκπληρώσεις και άλλη μια επιθυμία μου· για την ώρα πήγαινε στο μοναστήρι, προστατευόμενος από την ειρήνη του Θεού, κατά το ερχόμενο όμως έτος, να έρθεις και πάλι σ’ εκείνον τον χείμαρρο, όπου και πρωτύτερα σε συνάντησα και θα με ξαναδείς όπως θέλει ο Κύριος». Αυτός της απάντησε: «Μακάρι να ήταν δυνατόν να σε ακολουθήσω από τώρα και να βλέπω συνεχώς το τίμιό σου πρόσωπο· ας ικανοποιήσεις τώρα και μια παράκληση, εμού του γέροντα, και ας πάρεις να φας λίγη τροφή από αυτήν που έχω φέρει εδώ»· και λέγοντας αυτά, δείχνει στην οσία το καλάθι που είχε μαζί του. Αυτή τότε άγγιξε με τα άκρα των δακτύλων της τη φακή και, αφού έπιασε τρεις μόνο κόκκους, τους έφερε στο στόμα της, λέγοντας ότι, «είναι αρκετή η Χάρη του Πνεύματος για να διατηρήσει την ουσία της ψυχής χωρίς να υστερήσει σε τίποτα». Και αφού είπε αυτά, λέει πάλι στον γέροντα: «Προσευχήσου για το όνομα του Κυρίου, προσευχήσου για μένα, και να θυμάσαι στην προσευχή σου πάντοτε την αθλιότητά μου». Αυτός, τότε, αγγίζοντας τα πόδια της οσίας δακρυσμένος, τής ζήτησε επίμονα να προσεύχεται για την Εκκλησία και για τη βασιλεία και γι’ αυτόν τον ίδιο, στενάζοντας και θρηνώντας την άφησε να φύγει, γιατί δεν τολμούσε να συνεχίσει να κρατά για πολύ, αυτήν που δεν ήταν δυνατόν από κανέναν και από τίποτα να κρατηθεί. Αυτή λοιπόν, αφού πάλι σφράγισε τον Ιορδάνη με το σημείο του τιμίου Σταυρού, τον πέρασε πατώντας πάνω στο νερό όπως και πρωτύτερα. Ο γέροντας Ζωσιμάς γύρισε στο μοναστήρι έχοντας μέσα του χαρά και φόβο πολύ, κατηγορώντας τον εαυτό του ότι δεν φρόντισε να μάθει το όνομα της οσίας· έλπιζε, όμως, ότι θα μπορούσε να το μάθει κατά τον ερχόμενο χρόνο…


[ Αγίου Σωφρονίου Ιεροσολύμων:
«Βίος Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας»,
κεφ. ΛΒ΄–ΛΣΤ΄, σελ. 78–89,
Έκδοση Ιεράς Μονής Σταυρονικήτα,
Άγιον Όρος, 19965.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]
https://toeilhtarion.blogspot.com/2020/04/blog-post_5.html

03 Σεπτεμβρίου, 2026

ΠΕΤΡΟΣ Ο ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΟΣ


Ο Πέτρος ο Πελοποννήσιος, γνωστότερος ως Πέτρος Λαμπαδάριος, γεννήθηκε γύρω στο 1730 στην Πελοπόννησο (στην Σπαρτη). Από πολύ μικρός βρέθηκε στη Σμύρνη κι αργότερα ήρθε στην Κωνσταντινούπολη. Αρχισε σιγά σιγά να παίρνει τη θέση που του άρμοζε μέσα στον μουσικό κόσμο της Πόλης.
Δομέστικος καταρχάς (περ. 1764-1770) και, στη συνέχεια, λαμπαδάριος (1770-†1777) της Mεγάλης του Χριστού Eκκλησίας.
Στα χρόνια που πρόλαβε να ζήσει και να δημιουργήσει, άφησε πίσω του μια τεράστια μουσική κληρονομιά. Ανέδειξε πολλούς μαθητές, όχι μόνο Ρωμιούς αλλά και Οθωμανούς και Ευρωπαίους. Σε άλλους δίδασκε την εκκλησιαστική μουσική και σε άλλους την αραβοπερσική μουσική παράδοση, την οποία επίσης γνώριζε σε μεγάλο βάθος. Μαζί με τον Πρωτοψάλτη Δανιήλ και τον τότε δομέστικο Ιάκωβο τον Πελοποννήσιο δίδαξε και στην Πατριαρχική Μουσική Σχολή που ιδρύθηκε το 1776. Η σχολή αυτή θεωρείται η δεύτερη οργανωμένη πατριαρχική μουσική σχολή μετά την Άλωση.
Ο Πέτρος Λαμπαδάριος δεν υπήρξε μόνο ψάλτης και δάσκαλος. Υπήρξε ένας άνθρωπος που σχεδόν ολόκληρη τη ζωή του την αφιέρωσε στη μουσική. Ο κόσμος του Πέτρου όμως δεν σταματούσε στην εκκλησιαστική μουσική. Γνώριζε πολύ καλά και την οθωμανική λόγια  μουσική. Μελοποίησε ακόμη και κοσμικούς στίχους σύμφωνα με τα οθωμανικά μακάμια και τους ρυθμούς τους. Ίσως γι' αυτό αγαπήθηκε και θαυμάστηκε τόσο πολύ και από μουσικούς που βρίσκονταν έξω από τον χώρο της Εκκλησίας.
Μία από τις πιο γοητευτικές ιστορίες που έχουν σωθεί για εκείνον είναι εκείνη που συνδέεται με το περίφημο «Βυσσινόγραφον».
Κάποια μέρα ο Σουλτάνος πήγε να προσευχηθεί στο Γενί Τζαμί, στο Eminönü, κι όπως συνήθιζε διανυκτέρευσε στο Hünkâr Kasrı. Την ίδια ακριβώς βραδιά, εντελώς συμπωματικά, ο Πέτρος επισκέφθηκε τον μουεζίνη του τζαμιού, με τον οποίο φαίνεται πως τον συνέδεε η κοινή αγάπη για τη μουσική. Κάθισαν μαζί στο τραπέζι και, όπως συχνά συμβαίνει μεταξύ μουσικών, η κουβέντα γρήγορα έγινε τραγούδι και ψαλμωδία και «σελά», το μουσικό κάλεσμα που ακουγόταν από τους μιναρέδες. Ο μουεζίνης εντυπωσιάστηκε τόσο πολύ, ώστε παρακάλεσε τον Πέτρο να ανέβει πριν από το χάραμα στον μιναρέ και να το ψάλει ο ίδιος. Για έναν χριστιανό και μάλιστα για τον Λαμπαδάριο της Μεγάλης Εκκλησίας, κάτι τέτοιο ήταν ασφαλώς εξαιρετικά τολμηρό. Ο Πέτρος όμως ανέβηκε. Και λίγο πριν ξημερώσει, πάνω από την κοιμισμένη ακόμη Πόλη, ακούστηκε από τον μιναρέ του Γενί Τζαμί η φωνή του να ψάλλει το «σελά» με τον δικό του τρόπο. Μόνο που εκείνο το βράδυ στο τέμενος κοιμόταν ο ίδιος ο Σουλτάνος. Ακούγοντας το άγνωστο μέλος, θέλησε το πρωί να μάθει ποιος είχε αλλάξει τη συνηθισμένη μελωδία, που όμως τον μάγεψε. Όταν πληροφορήθηκε τι είχε συμβεί και, κυρίως, ότι εκείνος που είχε ψάλει από τον μιναρέ ήταν χριστιανός και μάλιστα ο Λαμπαδάριος της Μεγάλης Εκκλησίας, οργίστηκε. Διέταξε ανθρώπους του να μεταβούν στο Πατριαρχείο, να ενημερώσουν τον Πατριάρχη για το τόλμημα του Πέτρου, να τον συλλάβουν και να τον οδηγήσουν στο Σεϊχουλισλάμη ώστε να ανακριθεί για το θρησκευτικό αδίκημα που είχε διαπράξει.
Τότε ο Πέτρος επιστράτευσε όχι τη μουσική του τέχνη αλλά την εξυπνάδα του. Κατά την ανάκριση προσποιήθηκε τον τρελό. Κοιτούσε πάνω και κάτω, δεξιά και αριστερά, μονολογούσε, πείραζε όσους βρίσκονταν γύρω του και, σύμφωνα με την παράδοση, καθόταν στο πάτωμα της αίθουσας παίζοντας με καρύδια. Οι δικαστές πείστηκαν ότι ο περίφημος μουσικοδιδάσκαλος είχε χάσει τα λογικά του και αποφάσισαν να τον οδηγήσουν στο φρενοκομείο που βρισκόταν τότε στο Eğrikapı, στην Παγία της Σούδας, στο Εθνικό Φρενοκομείο.
Με διαταγή του Σουλτάνου τού παρέχονταν εκεί όλα όσα χρειαζόταν. Όλα, εκτός από δύο πράγματα: χαρτί και μελάνι. Για τον Πέτρο όμως αυτό ήταν ίσως η μεγαλύτερη στέρηση. Να έχει στο μυαλό του μουσική και να μην μπορεί να τη γράψει. Η λύση δεν άργησε να βρεθεί. Μαθητές του σχολείου , οι οποίοι πήγαιναν να τον επισκεφθούν, κατάφερναν να του δίνουν κρυφά χαρτί. Έμενε το μελάνι. Ανάμεσα στα τρόφιμα που του πρόσφεραν υπήρχαν και βύσσινα. Ο Πέτρος πήρε τον σκουρόχρωμο χυμό τους, τον χρησιμοποίησε αντί για μελάνι. Ξέρανε τον μίσχο του καρπού και τον μετέτρεψε σε γραφίδα. Έγραψε έτσι ένα αργό Πασαπνοάριο του Όρθρου σε πλάγιο ήχο του Β΄.
Έτσι, σύμφωνα με την παράδοση, γεννήθηκε το περίφημο «Βυσσινόγραφον».
Ένα μουσικό χειρόγραφο που οφείλει το όνομά του όχι μόνο στο χρώμα με το οποίο γράφτηκε, αλλά και σε εκείνες τις παράξενες σαράντα ημέρες της ζωής του δημιουργού του.
Ύστερα από σαράντα ημέρες ο Πέτρος κρίθηκε δήθεν θεραπευμένος και βγήκε από το φρενοκομείο. Επέστρεψε κανονικά στα καθήκοντά του στη Μεγάλη Εκκλησία και συνέχισε τη μουσική του δραστηριότητα ακόμη και μέσα στο οθωμανικό παλάτι.
Το 1777, όταν η πανώλη θέριζε την Κωνσταντινούπολη, ο Πέτρος πέθανε. Η εξόδιος ακολουθία έγινε στον Πατριαρχικό Ναό.
Στην κηδεία του εμφανίστηκαν δερβίσηδες από τεκέδες ολόκληρης της Πόλης. Ήταν άνθρωποι που τον είχαν γνωρίσει ως δάσκαλο, ως μουσικό και ίσως ως φίλο. Ζήτησαν από τον Πατριάρχη Σωφρόνιο Β΄ την άδεια να ψάλουν και αυτοί πάνω από το σώμα του δασκάλου τους τη δική τους πένθιμη ωδή, συνοδεία του νέι (πλαγίαυλος).
Ο Πατριάρχης Σωφρονιος Β΄ φαίνεται πως κατάλαβε πολύ καλά τη συγκίνησή τους. Δεν θέλησε να τους αρνηθεί, φοβόταν όμως μήπως μια μουσουλμανική τελετουργική παρουσία μέσα στον Πατριαρχικό Ναό προκαλούσε αντιδράσεις.
Τους είπε λοιπόν να αποδώσουν το τελευταίο αντίο στο δάσκαλό τους στον τάφο του. Οι δερβίσηδες υπάκουσαν. Ακολούθησαν κλαίγοντας τη νεκρική πομπή μέχρι το ορθόδοξο νεκροταφείο του Eğrikapı. Εκεί, αφού ψάλθηκε το Τρισάγιο και το σώμα του Πέτρου κατέβηκε στον τάφο, άρχισαν και εκείνοι να παίζουν με τα νέι τους έναν βαθιά πένθιμο σκοπό. Τότε ένας από αυτούς κατέβηκε μέσα στον ανοιχτό τάφο. Στα χέρια του κρατούσε το νέι του σαν αναμμένη λαμπάδα, το τοποθέτησε στην αγκαλιά του νεκρού Πέτρου και βγήκε από τον τάφο δακρυσμένος.
Η ιστορία δυστυχώς τελειώνει εδώ με τον τάφο του Πέτρου Πελοποννήσιου να αγνοείται και μόνο η επιτύμβια πλάκα να παραμένει στον τοίχο του νάρθηκα της Παναγίας της Σούδας.
Αφήνω πίσω μου τον κ. Παναγιώτη και τη Ραμόνα, που φροντίζει με περισσή αγάπη τον κήπο της. Παίρνω την κατηφόρα για τον Κεράτιο με την ίδια και πάλι απορία που με συνοδεύει στις βόλτες μου στην Πόλη: Πόση ιστορία μπορεί να χωρέσει ένας τόπος, πόσο βαριά μπορεί να είναι αυτή για τις πλάτες των ανθρώπων που την κληρονομούν!
Έχαιρε της εκτιμήσεως όχι μόνο των Mevlevi Δερβισών, που υπήρξε μέλος, αλλά και του Σουλτάνου.
Ως επιβράβευση μάλιστα της απαράμιλλης μουσικής αντίληψης αλλά και της αφοσίωσης του Πέτρου, οι δερβίσηδες καταχώρισαν το όνομά του στο ιερό τους βιβλίο με την προσθήκη του επιθέτου χιρσίζ (δηλ. κλέφτης) Πέτρος. Το ίδιο όνομα χαράχτηκε και πάνω στο δεύτερο μαυσωλείο στην εσωτερική πύλη του μοναστηριού του Πέραν, πράγμα που μπορεί να διακρίνει μέχρι σήμερα κάθε επισκέπτης στην Πόλη. Η προσθήκη επιθέτων ήταν μια ιερή και συμβολική πράξη για τους δερβίσηδες, και απενέμετο μόνο σε μέλη τους με αναγνωρισμένη δράση. Εν προκειμένω, η λέξη χιρσίζ, που σημαίνει και ληστής, συμβολίζει αυτόν που στερεί το κακό από τη δύναμή του.
Έχαιρε  μεγάλης εκτιμήσεως παρά του Πατριάρχου ο οποιος με πατριαρχική εντολή του έδωσε τα οικονομικά έσοδα ενός μοναστηρίου της Λακωνίας ,της ιεράς μονής του Τιμίου Προδρόμου, ως συμπλήρωση του εισοδήματος του.

ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΣΥΝΔΕΣΜΟ ΕΚΠΟΜΠΗ  ΓΙΑ ΤΟΝ  ΠΕΤΡΟ
https://www.ertecho.gr/radio/trito/show/egnatia-odos/ondemand/1327497/petros-peloponnisios-o-megalos-anamorfotis-tis-vyzantinis-mousikis-kyriaki-28-iouniou-2026/