Σε μία μικρή συνάθροιση λαϊκών με τον Γέροντα Αρσένιο τον Σπηλαιώτη, ένας ευλαβής νέος του είπε:
– Παππού, σε παρακαλώ να εύχεσαι και για μένα.
– Πώς σε λένε;
– Mε λένε Ανδρέα.
– Εγώ θα εύχομαι για τον Ανδρέα, αλλά για να πιάσει ή δική μου προσευχή, πρέπει να ενδιαφέρεται και να εύχεται και ο Ανδρέας για τον εαυτό του.
Ό Άγιος Αντώνιος λέγει: «ούτε εγώ σε ελεώ, ούτε ο Θεός σε ελεεί, αν δεν ελεήσεις εσύ πρώτα τον εαυτό σου».
– Δηλαδή γέροντα;
– Μά δεν το καταλαβαίνεις; Καλά, τότε να σου πω κάτι που συνέβη εδώ επί των ημερών μου. Πέρασε ένας προσκυνητής από την έρημο, ψάχνοντας αγίους, όπως κι εσύ τώρα, για να του κάνουν προσευχή. Βρίσκει έναν ασκητή και του λέγει: «Σε παρακαλώ Γέροντα, προσευχήσου για μένα, έχω σοβαρά προβλήματα».
Ό ασκητής τον λυπήθηκε και κάθε βράδυ στην αγρυπνία δώστου προσευχή για τον κοσμικό. Μια νύχτα, ενώ προσευχόταν, βλέπει έξω από το κελί του τον σατανά να του γελά σαρκαστικά και να τον κοροϊδεύει. Του λέει ο μοναχός: «Γιατί ρε καταραμένε μου χαλάς την ησυχία;» και ο σατανάς του απαντά: «Χα, χα, χα. Γελώ που αγρυπνάς άδικα για τον δικό μου (τον Γιάννη). Κι αυτός άγρυπνά, αλλά στα στέκια τα δικά μου. Πριν λίγο τελείωσε την αγρυπνίαν του και τώρα ροχαλίζει»!
Βιβλίο «Ασκητική Λαϊκών»
Ρώτησε κάποιος έναν σύγχρονο Γέροντα:
– Γέροντα πώς να κάνω προσευχή;
Κι εκείνος απάντησε: Να νιώθεις την παρουσία του Χριστού παιδί μου!
– Και πώς γίνεται αυτό;
– Να, πώς ενώ εγώ είμαι εδώ, ξέρω ότι οι Πατέρες είναι δίπλα; Έτσι να νιώθεις, ότι στο διπλανό δωμάτιο είναι ο Χριστός μας! Τόσο κοντά και τόσο αδιάλειπτα!
Πήγα κι εγώ κάποτε στην Παναγούδα στον Άγιο Παϊσιο και τον ρώτησα:
– Γέροντα πώς θα κάνω καρδιακή προσευχή; Όλο αποσπάται ο νους μου! Και μου δίνει ένα τόσο δυνατό χτύπημα στην πλάτη! Ακόμα τον θυμάμαι τον ξαφνικό πόνο!
– Ένιωσες τίποτα καλογέρι; με ρώτησε.
– Ναι, Γέροντα το ρωτάτε; πόνεσα πολύ!
– Και πού πήγε ο νους σου παιδί μου;
– Μα πού αλλού Γέροντα, στο μέρος που με χτυπήσατε!
– Στον πόνο δηλαδή ευλογημένε! Έτσι και με την προσευχή γίνεται! Για να κατέβει ο νους στην καρδιά, πρέπει εκείνη να συντριβεί και να πονέσει! Στον πόνο της θα πάει ο νούς σου! Έτσι μόνο θα κατέβει»!
«Ημερολόγιο Αγίου Όρους»
Ένας πολυάσχολος άνθρωπος του καιρού μας, αποφάσισε κάποτε να επισκεφτεί έναν Άγιο ερημίτη. Ήθελε να ηρεμήσει λίγο από το άγχος που τον βασάνιζε και να ζητήσει τις συμβουλές του γέροντα. Τον συνάντησε σε μία φτωχική καλύβα.
– Ευλογείτε, είπε χαιρετώντας τον ερημίτη. Ξέρετε έκανα πολύ δρόμο για να έρθω εδώ.
– Κάθισε, τον διέκοψε ο γέροντας. Άσε με να σου βάλω λίγο τσάι.
– Έχω περάσει πολλά χρόνια, σπουδάζοντας σε Πανεπιστήμια του εξωτερικού…, άρχισε να αυτοσυστήνεται ο επισκέπτης.
– Ας πιούμε πρώτα λίγο τσάι, επέμεινε ο γέροντας.
– Τώρα διευθύνω μία μεγάλη επιχείρηση…, συνέχιζε να περιαυτολογεί ο ξένος.
– Πιστεύω ότι το τσάι θα σας αρέσει πολύ, είπε ο ερημίτης συνεχίζοντας να γεμίζει την κούπα του επισκέπτη του.
– Μα, εσείς την ξεχειλίσατε πάτερ. Το τσάι χύνεται απέξω! παρατήρησε ενοχλημένος ο ξένος.
– Κι εσύ μοιάζεις με αυτήν την ξεχειλισμένη κούπα! απάντησε τότε ο σοφός γέροντας. Αν δεν αδειάσεις ευλογημένε, έστω λίγα από αυτά που κουβαλάς, πώς θ’ αφήσεις να στάξει μέσα σου κάτι από τα λίγα πράγματα που ξέρω;
Βιβλίο "Μηνύματα από την λυχνία", τόμος Γ, αρχιμ. Βαρνάβα Λαμπροπούλου
Μια ανέκδοτη ιστορία από το Άγιον Όρος (αληθινή ιστορία)
Κάποια χρονιά βρέθηκε στο Άγιον Όρος μια παρέα Μηχανικών του Πολυτεχνείου. Δεν είχαν όλοι την ίδια πνευματική κατάσταση, καθότι τεχνοκράτες. Όμως, όλοι τους είχαν συμφωνήσει ότι έπρεπε να επισκεφθούν έναν διορατικό Γέροντα για να τον ρωτήσουν σχετικά με κάποια θέματα που τους απασχολούσαν και να τους πει κάτι τέλος πάντων, που θα τους έκανε πραγματικά να ταρακουνηθούν. Μάλιστα, ο ένας απ’ αυτούς είχε μπει μέσα σ’ ένα ζαχαροπλαστείο της Ουρανούπολης και του είχε αγοράσει γλυκά για να τον καλοπιάσει.
Η παρέα αφού τακτοποιήθηκε το μεσημέρι σε Μοναστήρι των Καριών, κατηφόρισε προς την Ανατολική πλευρά του Όρους για να προλάβει να δει τον χαρισματικό Γέροντα, καθώς θα έμεναν μόνο δύο ημέρες και υπήρχε ο κίνδυνος να μην προλάβουν να τον δουν, διότι οι προσκυνητές περίμεναν ουρά έξω από το κελλί του.
Όμως εκείνη την ημέρα στάθηκαν πολύ τυχεροί, διότι με το που μπήκαν μέσα στον περίβολο χώρο του κελλιού είδαν τον Γέροντα να τους περιμένει έξω από την πόρτα του, έτοιμος να τους καλωσορίσει, λες και το γνώρισε από πριν ότι θα πήγαιναν εκεί.
-Καλώς τους Μηχανικούς και τους Εργολάβους, είπε ο Γέροντας.
Οι Μηχανικοί μούδιασαν. Κόπηκαν τα πόδια τους. Ο πιο θαρραλέος τόλμησε και είπε:
-Την ευχή σου Γέροντα και του φίλησε το χέρι.
-Του Κυρίου, απάντησε ο Γέροντας, σφίγγοντας σε γροθιά το χέρι του.
Έπειτα ακολούθησαν και οι άλλοι δύο, παίρνοντας την ευχή του Γέροντα κι έτσι ξεθάρρεψαν λιγάκι από το πρώτο σοκ που υπέστησαν.
Ο θαρραλέος πήρε τον λόγο, αλλά με πολύ προσεκτικό ύφος για να μην προσβάλλει τον χαρισματικό Γέροντα, του είπε:
-Μα καλά Γέροντα, τους Μηχανικούς τους βρήκατε. Πράγματι είμαστε εμείς, αλλά τους Εργολάβους, που τους είδατε; Διότι δεν έχουμε κανέναν Εργολάβο ανάμεσα μας.
Τότε ο Γέροντας χαμήλωσε τα μάτια του και κοίταξε την τσάντα που κουβαλούσε μαζί του ο θαρραλέος Μηχανικός και με πολύ ευλαβικό τρόπο του απάντησε:
-Κι αυτοί που κουβαλάς μέσα στην τσάντα σου παιδί μου, τι είναι;
Εκεί ήρθε το δεύτερο σοκ για την παρέα των Μηχανικών από το Πολυτεχνείο, καθόσον μέσα στην τσάντα που κρατούσε στα χέρια του ο θαρραλέος Μηχανικός, βρίσκονταν οι εργολάβοι που είχε πάρει από το ζαχαροπλαστείο της Ουρανούπολης λίγες ώρες πριν, για να καλοπιάσει τον Γέροντα.
Το θαύμα που αναζητούσαν οι Μηχανικοί στο Άγιον Όρος είχε ήδη γίνει. Έσκυψαν όλοι μαζί και φιλούσαν τα χέρια του Γέροντα, χωρίς να μπορούν πια ν’ αρθρώσουν λέξη, καθώς άρχιζαν να κυλούν δάκρυα από τα μάτια τους. Ο Γέροντας για να τους βγάλει από την αμηχανία, τους άνοιξε την πόρτα του κελλιου του και τους είπε να περάσουν μέσα. Είχαν πάρα πολλά να του πουν. Φυσικά το κατώφλι του κελλιού το πέρασαν μόνο οι Μηχανικοί γιατί οι εργολάβοι έμειναν απ’ έξω, επάνω στο ..ξύλινο τραπέζι της αυλής για κέρασμα στους προσκυνητές.
Άγιον Όρος, 2007, διήγηση από Γέροντα του Αγίου Όρους
Στὶς ἀρχες τοῦ προηγουμένου ἔτους ἦλθε ἕνας χριστιανός γιὰ Ἐξομολόγηση, ποὺ εἶχε παπποὺ ἱερέα σ’ ἕνα χωριὸ στὰ περίχωρα τῆς Δράμας. Ὅταν ἦταν μικρός, διακονοῦσε τὸν παππού του, τὸν παπα-Γιώργη στὸ Ἱερὸ Βῆμα. Ὁ παπα-Γιώργης ἦλθε πρόσφυγας ἀπὸ τὴν Μικρὰ Ἀσία, μετὰ ἀπὸ τὶς σφαγὲς στὴν Σμύρνη καὶ τὸ κάψιμο τῆς πόλης. Ἦταν δέ, ἄν καὶ ἀγράμματος, εὐλαβέστατος. Τὸ ἐκκλησάκι τοῦ χωριοῦ ἦταν πτωχό, μὲ δάπεδο κακοστρωμένο ἀπὸ πρόχειρες πλάκες καὶ ὁ παπα-Γιώργης κάθε τόσο σκόνταφτε σ’ αὐτές.
Ἕνα Σάββατο ποὺ λειτουργοῦσε μὲ πέντε-ἕξι πιστούς, στὴν Μεγάλη Εἴσοδο, σκόνταψε καὶ παραλίγο νὰ σωριαστεῖ κάτω μὲ τὰ Τίμια Δῶρα. Ὁ ἐγγονός του τότε εἶδε ξαφνικὰ μία ὁλόλαμπρη Κυρία νὰ τὸν συγκρατῆ γιὰ νὰ μὴ πέση κάτω καὶ νὰ τοῦ λέγη: «Μὴν φοβᾶσαι… σὲ κρατάω καλά… προχώρα…».
Τρέμοντας ὁ παπα-Γιώργης ἀπὸ τὴν ἱερὴ συγκίνηση, εἰσῆλθε μαζί Της μέσα στὸ Ἱερὸ Βῆμα. Ἐκείνη, ἔκλεισε τὰ βημόθυρα τῆς Ὡραίας Πύλης καὶ τοῦ ἔδωσε τὸ θυμιατό, γιὰ νὰ θυμιατίση, ὅταν τὰ Τίμια Δῶρα τοποθετήθηκαν ἐπάνω στὴν Ἁγία Τράπεζα.
Ὁ μικρὸς ἐγγονὸς τὰ ἔβλεπε ὅλα κατάπληκτος, ἄφωνος καὶ θαμπωμένος ἀπὸ τὴν ἀκτινοβολία τῆς μεγαλόπρεπης Ἐκείνης Κυρίας. Ἡ ψυχούλα του –καὶ δὲν τὸ ξεχνάει ποτὲ αὐτὸ– πλημμύρισε ἀπὸ ἱερὸ θαυμασμὸ καὶ δέος. Καθόλου ὅμως δὲν κατάλαβε τὸ πῶς τὸ θυμιατὸ ποὺ κρατοῦσε μὲ τὸ χεράκι του, βρέθηκε στὰ χέρια τῆς ὁλόλαμπρης Ἐκείνης Κυρίας, τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, τῆς Βασίλισσας τῶν Οὐρανῶν! Συνῆλθε ὁ μικρός, εἶδε τὸν ἱερέα παππού του νὰ κλαίη. Σὲ κάθε αἴτηση, ἐκφώνηση καὶ εὐχὴ ποὺ διάβαζε, συνεχῶς ἐπαναλάμβανε τὴ λέξη: «Παναΐα μου!». «Ἀντιλαβοῦ, σῶσον, ἐλέησον… Παναΐα μου». «Ἄγγελον εἰρήνης… Παναΐα μου». «Διὰ τῶν οἰκτιρμῶν… Παναΐα μου». Ἄξιον καὶ δίκαιον σὲ ὑμνεῖν… Παναΐα μου». Στὸν Καθαγιασμὸ τῶν Τιμίων Δώρων, τὸ ἴδιο. Εἰδικότερα, στὸ «Ἐξαιρέτως τῆς Παναγίας ἀχράντου, ὑπερευλογημένης, ἐνδόξου, Δεσποίνης ἡμῶν, Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας…», ἐκεῖ λυγμοί, ἐκεῖ δάκρυα πολλὰ καὶ πολλὲς φορές «Παναΐα μου». Καὶ αὐτὸ συνεχίσθηκε μέχρι τὸ πέρας τῆς Θείας Λειτουργίας. Ἀφοῦ ἔκανε καὶ τὴν Κατάλυση τοῦ Ἁγίου Ποτηρίου, εἶπε στὸν ἐγγονό του: Δὲν θὰ πῆς σὲ κανέναν ὅ,τι εἶδες καὶ ὅ,τι ἄκουσες… σὲ κανέναν, γιατί ἡ “Παναΐα” θὰ σοῦ κόψη τὴν γλώσσα…
Στὰ χρόνια τῆς κατοχῆς (1941–1944) ἐμφανίσθηκε ξανὰ ἡ Παναγία στὸν παπα–Γιώργη, γιὰ νὰ τὸν βοηθήση καὶ νὰ τὸν στηρίξη -ἀνήμερα τῶν Χριστουγέννων- δύο χρόνια πρὶν κοιμηθῆ. Ἀπὸ τότε, ὁ παπα-Γιώργης μέρα–νύχτα, συνεχῶς μουρμούριζε «Παναΐα μου!». Μ’ αὐτὴ τὴν ἔκφραση τὸν πείραζαν καλόκαρδα οἱ συγχωριανοί του, ποὺ ἦσαν συγχρόνως καὶ τὰ λογικά του πρόβατα.
Ἐκοιμήθη ὁσιακῶς. Ἕνα πρωϊνὸ ποὺ ἦταν ἀδιάθετος, ἄνοιξε ὁ γιός του (ὁ πατέρας τοῦ ἐξομολογουμένου) τὴν πόρτα του καὶ τὸν εἶδε γονατιστὸ μὲ τὰ γεροντικά του χέρια ὑψωμένα καὶ λουσμένο μέσα σ’ ἕνα ὑπερκόσμιο φῶς νὰ ψελλίζει: Παναΐα μου… Παναΐα μου… Παναΐα μου, ἔρχομαι… Παρέλαβε τὴν ψυχή του Ἐκείνη, τῆς Ὁποίας τὸ Ὄνομα δὲν ἔλειψε ποτὲ ἀπὸ τὰ χείλη καὶ τὴν καρδιά του.
Βιβλίο π. Στέφανου Αναγνωστόπουλου (†) «Εμπειρίες Κατά Την Θεία Λειτουργία»
Ιδιαίτερα εντυπωσιακό είναι και το ακόλουθο περιστατικό, το οποίο αφ’ ενός δείχνει ότι η αναχώρησή μας μπορεί να συμβεί σε ανύποπτο χρόνο και χωρίς να προηγηθεί κάποια ασθένεια και αφ’ ετέρου τονίζει την στοργική αγάπη και φιλία του φύλακα Αγγέλου της ψυχής μας.
Ένας αρκετά νέος άνθρωπος ταξίδευε μόνος του με το αυτοκίνητό του, για επαγγελματικούς λόγους. Η ψυχική του κατάσταση, μας είναι άγνωστη. Απ’ την φιλικότητα όμως του αγίου Αγγέλου του, συμπεραίνει κανείς πως ήταν ιδιαίτερα αγαπητός στον Θεό και τον Ουράνιο κόσμο (αν και ποιος δεν Του είναι αγαπητός; Ο Φιλάνθρωπος Θεός μας πονάει κι αγαπά με τη θεία Του αγάπη τους πάντες κι εμάς, τους ταλαίπωρους αμαρτωλούς, ακόμα πιο πολύ! Σαν τον στοργικό Πατέρα, που πονάει πιο πολύ το άρρωστο παιδί Του…). Εκεί λοιπόν, που ταξίδευε τελείως μόνος, με την άκρη του ματιού του αντιλαμβάνεται ότι στην θέση του συνοδηγού υπήρχε κάποιος! Γέμισε έκπληξη και ταραχή! Ένα χέρι απαλό όμως τον ακούμπησε στον ώμο του και μια γλυκειά φωνή, που του μετάγγισε ειρήνη, του είπε:
– Μην φοβάσαι, αδελφέ μου! Βάλε ήσυχα-ήσυχα το αυτοκίνητο στην άκρη του δρόμου κι έλα να φύγουμε μαζί. Σε περιμένει ο Κύριος!
Έτσι κι έκανε ο νέος άντρας, υπακούοντας αυθόρμητα στα λόγια του θείου Αγγέλου. Εκεί τον βρήκαν νεκρό μετά από μερικές ώρες, γερμένο πάνω στο τιμόνι του αυτοκινήτου κάποιοι άλλοι περαστικοί ταξιδιώτες.
Τώρα μας μένει η απορία πώς έγινε γνωστός ο τρόπος που έφυγε αυτή η ψυχή. Όταν πέρασε λίγος χρόνος απ’ την κοίμησή του, τον είδαν στον ύπνο τους συγχρόνως τρία πρόσωπα απ’ την οικογένειά του: η γυναίκα του, ο πατέρας του και ο αδελφός του. Σε όλους αυτούς διηγήθηκε ακριβώς τα ίδια. Δηλαδή ό,τι του συνέβη, όπως ήδη γράφτηκε πιο πάνω! Με την σειρά τους εκείνοι το είπαν στον Πνευματικό τους, έναν σεβαστό Γέροντα, ο οποίος επικύρωσε την αλήθεια του γεγονότος.
Βιβλίο «Μηνύματα από τον Ουρανό», Έκδοσις Ι. Μονής Παναγίας Βαρνάκοβας, Δωρίδα 2005
Ὁ διάκονος Σπυρίδων τῆς ἐνορίας τῆς Ἁγίας Σοφίας καί τῶν Τριῶν Θυγατέρων της ἀπό τήν πόλι Κιπούσι, μᾶς διηγεῖται:
Ἕνας Χριστιανός, τ᾿ ὄνομά του Βασίλειος, ἑτοιμαζόταν νά δώσει ἐξετάσεις, ἀλλά δέν ἤξερε σχεδόν τίποτε ν᾿ ἀπαντήσει στίς ἐρωτήσεις πού τοῦ εἶχαν δοθῆ. Σκεπτόταν κι ἔλεγε, τί θά κάνω γιά νά ἐπιτύχω σ᾿ αὐτές τίς ἐξετάσεις. Τόν ἐφώτισε τό Ἅγιο Πνεῦμα καί μπῆκε στήν Ἐκκλησία. Μᾶς ζήτησε ἁγιασμό, χωρίς νά μᾶς πεῖ τί τόν θέλει. Ἔβαλε ἁγιασμό μέσα στό σωληνάκι τοῦ στυλοῦ του καί πῆγε στό σχολεῖο. Μπῆκε στήν αἴθουσα καί πρίν δοθοῦν τά θέματα, ἔβγαλε τόν ἁγιασμό ἀπό τόν στυλό του, ἐράντισε μ᾿ αὐτό τό κεφάλι του προσευχόμενος ταυτόχρονα: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, βοήθησέ με. Φώτισε τό μυαλό μου νά γράψω καλά».
Ὁ καθηγητής ἔγραψε τά θέματα στόν πίνακα. Ὁ Βασίλειος φωτιζόμενος ἀπό τόν Θεό, ἔγραψε πολύ καλά καί παρέδωσε πρῶτος τήν κόλλα του. Ὁ καθηγητής ἀπόρησε καί ἔλεγε πῶς ἔγραψε αὐτός τόσο γρήγορα, ἐνῶ δέν παρηκολούθησε τά μαθήματά μου. Εἶδε τό γραπτό του καί ἐξεπλάγη, διότι ἦσαν ὅλες οἱ ἀπαντήσεις σωστές. Τόν ἐρώτησε:
-Πῶς ἔγραψες, χωρίς νά διαβάσεις;
-Δέν ἔκανα τίποτε, τοῦ ἀπήντησε.
Τόν ἐρώτησε πάλι ὁ καθηγητής:
-Σέ ποιά ἐκκλησία προσεύχεσαι;
Ὁ μαθητής τοῦ ἀπήντησε:
-Στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.
-Συνέχισε νά προσεύχεσαι, τοῦ εἶπε ὁ καθηγητής, σ᾿ αὐτήν τήν Ἐκκλησία, διότι φαίνεται ὅτι ἐκεῖ ὁ Θεός λατρεύεται ἀληθινά.
π. Δαμασκηνός Γρηγοριάτης
Γέρων Συμεών ο Ξενοφωντινός († 1893 – 1984): Εἶχα μία μεγάλη ἀπορία. ῎Ηθελα νά μάθω πῶς εἶναι ὁ Χριστός.
Θυμᾶμαι, ὅταν ἤμουν 55-60 ἐτῶν, εἶχα μία μεγάλη ἀπορία. ῎Ηθελα νά μάθω πῶς εἶναι ὁ Χριστός. Προσεύχομαι συνεχῶς, ἀλλά ποτέ δέν τόν εἶδα μέ τά μάτια μου πῶς εἶναι. Εἶναι ἄραγε, ἄνθρωπος ὅμοιος μ’ ἐμένα; ῎Ετσι συχνά ἐρωτοῦσα τόν Χριστό μέ τόν λογισμό μου: «Πῶς εἶσαι Χριστέ μου; ῎Εχεις στόμα, χέρια μάτια, πόδια; Περπατᾶς ὅπως ἐμεῖς; Τώρα ποῦ εὑρίσκεσαι καί ἀπό ποῦ ἔρχεσαι ὅταν σέ καλῶ στήν προσευχή μου; Πῶς εἶσαι ἐδῶ καί συγχρόνως βρίσκεσαι καί στούς Οὐρανούς;
Οπότε, μία νύκτα, πρίν κτυπήσῃ ἡ καμπάνα γιά τήν ἀκολουθία τοῦ Μεσονυκτικοῦ, τοῦ ῎Ορθρου καί τῆς θείας Λειτουργίας, ἄκουσα στήν πόρτα τοῦ Κελλιοῦ μου δύο-τρεῖς κτύπους. Σηκώθηκα, ἄνοιξα καί τί βλέπω μπροστά μου; “Ηταν ἕνας Ἀρχιερέας, νέος στήν ἡλικία, μαυρογένειος, ντυμένος τά χρυσοποίκιλτα ἀρχιερατικά του ἄμφια. Τό πρόσωπό του ἦταν λουσμένο μέσα σ᾿ ἕνα ὑπερκόσμιο καί ὑπερφυσικό φῶς. ῞Οταν Τόν εἶδα (τότε δέν εἶχα χάσει τό φῶς τῶν ὀφθαλμῶν μου), θαμπώθηκα ἀπό τήν λάμψη του. ῎Εκανα δύο-τρία βήματα πρός τά πίσω, φοβούμενος καί ψιθύρισα τό «Κύριε ἐλέησον». ῎Εκανα ἐναγωνίως τόν σταυρό μου καί τόν ἐρώτησα διστακτικά:
-Ποῖος εἶσαι, Ἄνθρωπέ μου; Πῶς ἦλθες τέτοια ὥρα στό κελλί μου; Δέν μοιάζεις γιά ἁπλός ἄνθρωπος. Κάποιος ῞Αγιος Δεσπότης θά εἶσαι. Ποιό εἶναι τό ὄνομά σου;
-Ἐγώ εἶμαι Ἐκεῖνος πού ἐπιθυμοῦσες νά γνωρίσῃς! Θά σ’ ἐπισκεφθῶ γιά δεύτερη καί τελευταία φορά στό τέλος τῆς ζωῆς σου γιά νά σέ πάρω κοντά μου.
Μετά ἀπ᾿ αὐτά τά λόγια ἐξαφανίσθηκε ἀπό κοντά μου. Κατάλαβα, ὅτι αὐτός ἦταν ὁ Δεσπότης Χριστός, τοῦ ὁποίου τήν ἀνθρώπινη μορφή ἤθελα νά γνωρίσω τόν τελευταῖο καιρό. Μετά τήν ἀναχώρησί Του, ἡ καρδιά μου γέμισε ἀπό μία ἀπερίγραπτη χαρά καί γλυκύτητα. Τόν ἐδόξασα καί Τόν εὐχαριστοῦσα γι᾿ αὐτή τήν μεγάλη ἐπίσκεψί Του σ᾿ ἐμένα τόν ἄθλιο καί ἄσωτο.
*****
Κάποια άλλη φορά, ἀνοίγει ἡ πόρτα τοῦ Κελλιοῦ μου. Δέν ἄκουσα ἀπ᾿ ἔξω τό: «Δι᾿ εὐχῶν τῶν ῾Αγίων…» γιά ν᾿ ἀπαντήσω ἐγώ μέ τό «Ἀμήν» κί ἔτσι νά μπῇ ὁ ἐπισκέπτης μέσα. Παραξενεύτηκα λοιπόν ποῖος νά ἦτο ὁ Ἐπισκέπτης πού ἔμπαινε μέσα, χωρίς νά κτυπήσῃ τήν πόρτα. Ἀνοίγω τά μάτια μου καί βλέπω νά μπαίνῃ μέσα ἡ Κυρία Θεοτόκος, τῆς ὁποίας τό πρόσωπον ἔλαμπε σάν τόν ἥλιο. Στάθηκε ἐπάνω ἀπό τό κρεββάτι μου. Μοῦ ἔκανε ἐντύπωσι πού στεκόταν στόν ἀέρα. Δέν πατοῦσε πουθενά καί μέ κύτταζε στά μάτια. Ἐγώ ἀπό τόν φόβον μου ἔτρεμα καί δέν τῆς εἶπα τίποτε. Ἐκείνη, ἐσταύρωσε τό μέρος ὅπου πονοῦσα, μ’ εὐλόγησε καί ἐξαφανίσθηκε ἀπό τό ταβάνι. Ναί, ἀλήθεια, σοῦ λέγω παιδί μου, εἶδα ὅτι ἄνοιξε τό ταβάνι κί ἔφυγε..
Βιβλίο «Σύγχρονοι Γεροντάδες του Άθωνος», Μοναχοῦ Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου, 2005
Πάντοτε και ιστορικά η μετάνοια των λαών ήταν αυτή που έσωζε και ανύψωνε τους λαούς και η αμετανοησία αυτή που οδηγούσε σε θρήνους και αλώσεις. Η προστασία του Θεού ήταν ολοζώντανη στο Βυζάντιο(-Ρωμανία), εκδηλουμένη με θαυμαστές επεμβάσεις, όπως στον προχριστιανικό λαό του, τον αγνώμονα Ισραήλ.
Και όπως, όταν εκείνος μετανοούσε από τις θεήλατες μάστιγες, αιχμαλωσίες και λιμούς, τον βοηθούσε με λευκοφόρους Αγγέλους επάνω σε χρυσοχάλινα άλογα να τρέπουν σε άτακτη φυγή τους κατακτητές του (βιβλία Μακκαβαίων), έτσι σήκωνε φουρτούνες και καταπόντιζε αύτανδρα τα πλοία των πολιορκητών του.
Πολλοί δεν γνωρίζουν μια συνταρακτική πτυχή της αλώσεως της Πόλεως, κατά την οποία συνέβη κάτι υπερφυσικό, για να καταφανεί ότι ο Θεός ήταν εκείνος που προστάτευε το Βυζάντιο επί χίλια έτη. Ο πορθητής Μωάμεθ, απελπισθείς από τη δίμηνη σχεδόν πολιορκία και τη μεγάλη φθορά των βαρβάρων ορδών του, αποφάσισε να εγκαταλείψει το κατακτητικό του εγχείρημα. Διέταξε τον στρατό του να ετοιμασθεί για αναχώρηση.
Πράγματι, η διαταγή γινόταν πράξη, μέχρι τότε που ένας στρατηγός του τον εξορκίζει να κάνει μια τελευταία επίθεση, πείθοντάς τον με κοινή μαρτυρία του στρατού του ότι, ενώ σε όλη τη διάρκεια της πολιορκίας έβλεπαν οι στρατιώτες ένα λευκό σύννεφο να καλύπτει την βασιλίδα των πόλεων, την τελευταία νύχτα είδαν αυτή την φωτεινή νεφέλη να ανυψώνεται προς τον ουρανό, δίνοντας την ερμηνεία: «Ο Θεός τους, τους εγκαταλείπει»!
Οπότε, πεισθείς ο Μωάμεθ επιχείρησε την τελευταία και μοιραία έφοδό του με τα γνωστά δραματικά γεγονότα. Αυτό το αναφέρει ο χρονικογράφος της αλώσεως, Δούκας. Η ερμηνεία των επιφανειακών συμπτώσεων (τραυματισμός Ιουστινιάνη και κερκόπορτα) δεν πείθει. Αυτά είναι εξωτερικά φαινόμενα που δεν εξαντλούν την εσωτερική αλληλουχία των αιτιών, που είναι η ανεξιχνίαστη βουλή του Θεού. Και «τις έγνω νουν Κυρίου;». Άλλωστε «μωραίνει Κύριος ον βούλεται απολέσαι».
Βιβλίο «Η Μητέρα των Χριστιανών: Γιορτές και θαύματά της στον Άθωνα», Ιερομόναχος Μάξιμος, Άγιον Όρος
Τί περιμένει ἀπὸ μᾶς ὁ Χριστός; Ένα εὐχαριστῶ. Τι ἀκούει; Τίποτα! Μεγάλη ἀχαριστία. Στὰ παλιὰ τὰ χρόνια ἕνα ποτήρι νερὸ ἔπιναν, κι ἔκαναν τὸν σταυρό τους λέγοντας "Δόξα σοι ὁ Θεός". Κάθονταν στὸ τραπέζι, "Δόξα σοι ὁ Θεός". Μιὰ μπουκιὰ ψωμὶ ἔτρωγαν, "Δόξα σοι ὁ Θεός". Ἔπεφταν τὸ βράδυ νὰ κοιμηθοῦν, "Δόξα σοι ὁ Θεός". Τώρα χάθηκε τὸ "Δόξα σοι ὁ Θεός". Τὴν μπουκιὰ ἔχουν στὸ στόμα καὶ βλαστημᾶνε. Χειρότεροι ἀπό τὰ ζῷα καὶ τὰ θηρία. Μιὰ ἱστορία λέει ὅτι ἕνα λιοντάρι βογγοῦσε μέσα στὸ δάσος. Ένας κυνηγὸς τόλμησε νὰ πλησιάσῃ. Τί εἶχε τὸ λιοντάρι; πάτησε ἕνα ἀγκάθι καὶ πονοῦσε. Ὁ κυνηγός μὲ φόβο πλησίασε κι ἔβγαλε ἀπὸ τὸ πόδι του τὸ ἀγκάθι. Καὶ τὸ λιοντάρι τὸν ἀκολούθησε σὰν πρόβατο. Ἔμεινε κοντά του, δὲν τὸν ἀποχωρίστηκε πλέον. Καὶ ὁ σκύλος; Τοῦ πετᾷς ἕνα κόκκαλο, γλῶσσα δὲν ἔχει, κουνάει τὴν οὐρά του σὰν νὰ σοῦ λέῃ·"Σ᾿ εὐχαριστῶ, ἀφέντη". Έχει αναλογιστεί κανείς τι έχει κάνει ο Θεός για τον άνθρωπο; Ὁ ἄνθρωπος; Δὲν ὑπάρχει πιὸ ἀχάριστο πλάσμα. Τὸ "εὐχαριστῶ" εἶναι ἄγνωστο.
Μητροπολίτης Φλωρίνης Αυγουστίνος Καντιώτης († 1907-2010)
Πόσες φορές δεν μπήκαν ψυχές μπερδεμένες στο εκκλησάκι. Άλλες δεν μου μίλησαν. Ακόμα και αν προσπάθησα να τους προσεγγίσω. Δεν ξέρουν τι να πουν. Δεν έμαθαν να προσεύχονται. Δεν ξέρουν πόσο ωραία είναι να είσαι ορθόδοξος Χριστιανός. Νομίζουν πως ο άνθρωπος της εκκλησίας είναι οπωσδήποτε ένας χαζός. Ένας άνθρωπος που δεν προοδεύει. Δεν πάει μπροστά. Προσπάθησα να τους αλλάξω αυτήν την αντίληψη. Να τους πω, πως ο Χριστιανός είναι λεβέντης. Είναι θαρραλέος. Είναι αυτός που βγαίνει πάντα μπροστά για την Αλήθεια. Είναι το αλάτι της γης μας. Να τους πω, πως για τον Χριστό μας δεν έχει σημασία πού ήσουν πριν έρθεις εδώ, αλλά πού θέλεις να πας. Εγώ φταίω όμως που δεν αλλάζουν οι άνθρωποι. Δεν γίνομαι Φώς για να φωτιστούν κι εκείνοι. Ας αλλάξω εγώ και μετά θ’ αλλάξουν και οι άλλοι.
π. Αναστάσιος, Ι. Ν. Αγίου Δημητρίου Λουμπαρδιάρη
– Γέροντα, όταν περνούμε κάποιον πειρασμό, μια μεγάλη δοκιμασία, τι να κάνουμε;
– Τι να κάνετε; Υπομονή να κάνετε. Η υπομονή είναι το ισχυρότερο φάρμακο που θεραπεύει τις μεγάλες και μακροχρόνιες δοκιμασίες. Οι περισσότερες δοκιμασίες μόνο με την υπομονή περνούν. Η μεγάλη υπομονή ξεδιαλύνει πολλά και φέρνει θεϊκά αποτελέσματα. Εκεί που δεν περιμένεις την λύση, δίνει ο Θεός την καλύτερη λύση. Να ξέρετε ότι ο Θεός ευαρεστείται, όταν ο άνθρωπος περνά δοκιμασίες και υπομένη αγόγγυστα δοξάζοντας το άγιο όνομά Του. «Μακάριος ανήρ ος υπομένει πειρασμόν», λέει ο Άγιος Ιάκωβος. Γι’ αυτό να προσευχώμαστε να μας δίνη ο Καλός Θεός υπομονή, ώστε να τα υπομένουμε όλα αγόγγυστα και με δοξολογία. Η ζωή μας σ’ αυτόν τον κόσμο είναι μια συνεχής άσκηση και ο καθένας μας ασκείται με διαφορετικό τρόπο. Να σκέφτεσθε τι τράβηξε ο Χριστός σ’ εκείνα τα δύσκολα χρόνια! Πόσα προβλήματα του δημιουργούσαν οι Εβραίοι και δεν μιλούσε καθόλου! Αλλά και ο Απόστολος Παύλος τί υπομονή έκανε! Ενώ είχε πληροφορία από τον Θεό ότι θα πάη στην Ρώμη, έμεινε στην φυλακή δύο χρόνια, γιατί ο ηγεμόνας καθυστερούσε την δίκη.
Ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος (8/5) πάλι τί υπέφερε! Για έναν μικρό γογγυσμό υπέστη ναυάγιο.
Βλέπετε, επιτρέπει ο Θεός να ταλαιπωρηθούν για μικρά πράγματα οι Άγιοι, για να έχουμε εμείς παραδείγματα, ώστε ν’ αντιμετωπίζουμε τους πειρασμούς με υπομονή, με προσευχή, αλλά και με χαρά.
Αγίου Παϊσίου του Αγιορείτου "Πάθη και Αρετές, Λόγοι Ε΄"

