Μετά από αυτό αναζητήστε με CTRL+F αυτήν την γραμμή . Αντώνιος Παρασκευόπουλος

Τρίτη, 20 Απριλίου 2021

Το Εικόνισμα της Παναγίας (Από την Επανάσταση στην Κρήτη)


25η Μαρτίου, Παναγία
Το 1821 η Κρήτη είχε επαναστατήσει εναντίον των Τούρκων, καθώς και η υπόλοιπη Ελλάδα.
Κατά την επανάσταση αυτή, ένα μικρό χωριό της Κρήτης κινδύνευε από στιγμή σε στιγμή να πέσει στα χέρια των εχθρών. Οι κάτοικοι του χωριού ήταν λίγοι, ενώ οι Τούρκοι που τους καταδίωκαν ήταν πολλοί. Γι’ αυτό, αποφάσισαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και να ζητήσουν τη σωτηρία τους στη φυγή.
Κοντά στο χωριό υπήρχε μια μεγάλη σπηλιά. Η είσοδός της ήταν κρυμμένη μέσα σε βάτους και ήταν αδύνατο στον εχθρό να την ανακαλύψει. Εκεί σκέφθηκαν να καταφύγουν, για να κρυφτούν.
Πήραν τα πράγματά τους και ξεκίνησαν. Ήταν περίπου τριακόσιοι άνθρωποι. Μπροστά βάδιζαν οι μητέρες με τα παιδιά τους στην αγκαλιά, οι γερόντισσες και οι γέροντες∙ όλοι κρατούσαν μικρά δέματα με ενδύματα και άλλα πράγματα της πρώτης ανάγκης. Έπειτα ακολουθούσαν οι άνδρες και οι νέοι, φορτωμένοι με σκεπάσματα, στρώματα, τρόφιμα και ό,τι πολύτιμο είχαν.
Προχωρούσαν σιωπηλοί, χωρίς να ανταλλάσσουν λέξη. Φοβούνταν μήπως τους καταλάβουν οι Τούρκοι. Όμως, κατά διαστήματα έστρεφαν το κεφάλι προς τα πίσω, για να αποχαιρετήσουν τα αγαπημένα σπίτια τους, που ίσως να μην τα ξανάβλεπαν.
Η σπηλιά απείχε απ’ το χωριό μισή ώρα. Τόσο απείχαν και οι εχθροί απ’ το χωριό. Πλησίαζαν να φθάσουν στη σπηλιά, όταν ξαφνικά ακούγεται μια φωνή:
–Αχ, τι έπαθα!
Όλοι γύρισαν να δουν τι συμβαίνει. Φοβήθηκαν μήπως φάνηκαν οι εχθροί. Η φωνή ήταν του Μανώλη, ενός νέου με ψηλό ανάστημα και με γενναία καρδιά.
Η μητέρα του, που προχωρούσε μπροστά, μόλις άκουσε τη φωνή του, έτρεξε κοντά του τρομαγμένη και τον ρώτησε:
–Τι έπαθες, παιδί μου;
–Μάνα, αποκρίθηκε με φωνή που έτρεμε, λησμόνησα το εικόνισμα της Παναγίας!
Η μητέρα του ταράχθηκε και έγινε ωχρή. Τα γόνατά της λύθηκαν και με φωνή που μόλις ακουγόταν, τον ρωτά:
–Και τώρα, Μανώλη;
–Τώρα… αποκρίθηκε ο Μανώλης, ενώ κοίταζε τη μητέρα του στα μάτια, για να δει την αντίδραση που θα της προξενήσει η απόφασή του… τώρα θα γυρίσω στο σπίτι να το πάρω!
Όταν άκουσε τα λόγια αυτά η δυστυχισμένη μητέρα, έγινε ακόμη πιο ωχρή, τα πόδια της έτρεμαν περισσότερο και η καρδιά της χτυπούσε δυνατά. Ο κίνδυνος τώρα ήταν μεγαλύτερος. Μέχρι να φθάσει στο χωριό ο Μανώλης, οι Τούρκοι θα ήταν πολύ κοντά και θα τον έβλεπαν.
–Παιδί μου, μη! είπε η ταλαίπωρη μητέρα, η οποία με τη φαντασία της νόμιζε ότι έβλεπε το παιδί της να πέφτει αιμόφυρτο, νεκρό από τις σφαίρες των εχθρών.
–Μανώλη, είπε ένας γέροντας παίρνοντας τον νέο από το χέρι, ό,τι έγινε έγινε. Θα χάσεις τη μάνα σου, αν φύγεις. Θα πεθάνει από το φόβο της για σένα.
Ο Μανώλης τράβηξε ήσυχα το χέρι του από το χέρι του γέροντα και με φωνή συγκινημένη είπε:
Μπορώ να θυσιάσω τη ζωή μου, αλλά δεν αφήνω την Παναγία μας στα χέρια των Τούρκων. Συμπαρασταθείτε στη μάνα μου…
Και σαν να ηλεκτρίσθηκε από τα ίδια του τα λόγια, όρμησε τρέχοντας προς το χωριό, χωρίς ούτε μια φορά να στρέψει το βλέμμα του στη μητέρα. Φοβόταν μήπως ό,τι δεν κατόρθωσαν τα λόγια του γέροντα, το κατόρθωναν τα δακρυσμένα μάτια της μητέρας.
Η δυστυχισμένη μητέρα άφωνη και ακίνητη παρακολουθούσε με το βλέμμα της τον Μανώλη. Στάθηκαν και οι άλλοι χωρικοί, για να μην την αφήσουν μόνη.
Γρήγορος σαν το χελιδόνι ο Μανώλης διασκέλιζε[1] φράχτες και βράχους, πηδούσε λάκκους και χαντάκια, για να συντομεύσει την απόσταση. Κοντεύει να φθάσει στο χωριό. Λίγο ακόμη και θα κρυβόταν πίσω από τα πρώτα σπίτια του.
Η στιγμή αυτή ήταν φοβερή για τη μητέρα. Είκοσι, δέκα, πέντε βήματα ακόμη και δεν θα τον βλέπει πλέον, θα τον χάσει ίσως για πάντα. Μέχρι τώρα κρατούσε τα δάκρυά της∙ τώρα όμως, που δεν τον έβλεπε πλέον, τα μάτια της γέμισαν δάκρυα και κλαίγοντας φώναζε:
–Μανώλη μου! παιδί μου!
Οι εχθροί είχαν εισορμήσει ήδη στο χωριό και εξέταζαν τα πρώτα σπίτια του. Έλπιζαν ότι θα έβρισκαν πολλά λάφυρα, αλλά τώρα έβλεπαν ότι τίποτα δεν είχαν αφήσει οι Χριστιανοί, και ξεσπούσαν σε βρισιές και βλαστήμιες.
Ο Μανώλης δεν έβλεπε ακόμη τους εχθρούς, άκουγε όμως τις φωνές τους. Όμως, δεν δείλιασε. Μπήκε γρήγορα στο φτωχικό σπίτι τους, πήρε από την κάμαρα του καπνισμένου τοίχου το εικόνισμα και το ασπάστηκε με μεγάλη ευλάβεια. Και τη στιγμή εκείνη θυμήθηκε τα λόγια του γέροντα: «Θα χάσεις τη μάνα σου…». Βλέπει ικετευτικά το εικόνισμα της Παναγίας, Την παρακαλεί να τον βοηθήσει και βγαίνει από το σπίτι τρέχοντας με όλη του τη δύναμη.
Λίγες στιγμές πέρασαν αφότου η μητέρα του Μανώλη άρχισε να φωνάζει κλαίγοντας. Λίγες στιγμές ήταν, αλλά η μητέρα του νόμισε ότι χρόνια ολόκληρα πέρασαν από τη στιγμή κατά την οποία σταμάτησε να τον βλέπει. Μόνον αυτή άκουγε πυροβολισμούς, έβλεπε γιαταγάνια[2] να αστράφτουν, άκουγε βογγητά…, ενώ οι άλλοι ούτε άκουγαν ούτε έβλεπαν τίποτε…
Ξαφνικά, χαρμόσυνες φωνές ακούστηκαν παντού. Ο Μανώλης φάνηκε από μακριά. Η μητέρα σκουπίζει τα μάτια της, για να βλέπει καλύτερα.
Ένα «γεια σου, Μανώλη!» ξέφυγε από όλα τα στόματα. «Η Παναγία μαζί σου», ευχήθηκε η μητέρα.
Και ο Μανώλης έτρεχε, πλησίαζε.
Αλλά να! Θέαμα φοβερό, φρικτό για όλους, κεραυνός για τη μητέρα. Οι Τούρκοι φθάνουν στα τελευταία σπίτια του χωριού. Σε λίγο θα βγουν απ’ το χωριό, θα δουν τον Μανώλη, θα δουν και τους άλλους χωρικούς. Και τότε;
Όλοι τρέμουν από το φόβο τους, δεν αναπνέουν, και η μητέρα φαίνεται σαν νεκρή. Αλλά ο Μανώλης πετά, δεν πατά πλέον στο έδαφος. Νομίζεις ότι η θεία δύναμη τον σπρώχνει προς τα εμπρός. Ο Μανώλης έρχεται, ο Μανώλης… έφθασε!
Τρέχουν όλοι στη σπηλιά. Εκεί μέσα κρύβονται και δεν διατρέχουν πλέον κανένα κίνδυνο.
Ιωάννης Δαμβέργης, “Οι Κρήτες μου” (Απόδοση κειμένου στη Δημοτική)

Δευτέρα, 19 Απριλίου 2021

Άγιος Νεκτάριος: Καρδιά που Αγαπά τη Θεία Λατρεία


Άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως, Βίοι Αγίων-Θαύματα
Ο άγιος Νεκτάριος αγαπούσε πολύ τη θεία Λατρεία. Μεριμνούσε ιδιαιτέρως για να μεταδώσει στους μαθητές του ορθόδοξη λειτουργική αγωγή. Πόθος του ήταν όλοι οι πιστοί να μάθουν να συμμετέχουν συνειδητά στις ιερές ακολουθίες και μάλιστα στη Θεία Λειτουργία. Έλεγε ότι αυτό είναι που γεμίζει την καρδιά: η λατρεία του Θεού!

Συγκλονιστικά βιώματα θείας Λατρείας

Στη Ριζάρειο Εκκλησιαστική Σχολή τελούσε τις Θείες Λειτουργίες στον ιερό Ναό του Αγίου Γεωργίου με υποδειγματικό τρόπο, ώστε προσείλκυε πλήθος λαού. Τόσος πολύς ήταν ο κόσμος που επιθυμούσε να εκκλησιαστεί στο Ναό όπου ιερουργούσε και ομιλούσε ο Άγιος, ώστε το Διοικητικό Συμβούλιο της Σχολής αναγκάστηκε να εκδίδει δελτία εισόδου!
Κατά την τέλεση των καθημερινών ακολουθιών στο ναό της Σχολής ο άγιος Επίσκοπος στεκόταν όχι στον αρχιερατικό θρόνο αλλά σε κοινό στασίδι, για να δίνει στους μαθητές του υπόδειγμα εκκλησιασμού. Οι αυτόπτες μαθητές του διατηρούν στη μνήμη τους τον άγιο Διδάσκαλό τους και πνευματικό τους Πατέρα, ο οποίος «με την ωσάν εξαϋλωμένην μορφήν του» μετάγγιζε ιερά βιώματα στους ιεροσπουδαστές. Ειδικά τις ημέρες που λειτουργούσε μεταρσιωνόταν. Ήταν φανερό ότι ζούσε ουράνιες καταστάσεις. Όλοι ένιωθαν ότι συλλειτουργούσαν άγγελοι μαζί του.

Η προσευχή που έχει αξία

Ο άγιος Σχολάρχης ενέπνεε στους μαθητές του το φιλακόλουθο εκκλησιαστικό πνεύμα αλλά και τη συνειδητή συμμετοχή στις ιερές ακολουθίες. Όχι να γίνονται οι ακολουθίες απλώς για να διαβάζουμε τα γράμματα. Παρόμοιο πνεύμα μετέδωσε και στις μοναχές της Ι. Μονής Αγίας Τριάδος που καθοδηγούσε: «Θέλω οι λόγοι να ομιλώσιν εις την καρδίαν σας. Θέλω να μη εκτελήτε τύπον προσευχής αλλά λατρείαν, διότι η καρδία εκ της λατρείας ικανοποιείται και ουχί εκ των τύπων». Η προσευχή μας έχει αξία όταν δεν γίνεται τυπικά, ως απλή εκτέλεση μιας σειράς ύμνων, αλλά καρδιακά, με την ολόψυχη συμμετοχή μας στα ψαλλόμενα και τελούμενα!
Στη Ριζάρειο οι μαθητές του τον έβλεπαν να προσεύχεται τη νύχτα επί ώρες πολλές. Όπως εύστοχα σημείωσαν, ο Άγιος «ουδέ επί λεπτόν της ζωής του έπαυσε να επικοινωνή με τον Θεόν. Η ζωή του υπήρξε ολόκληρη μια προσευχή και η προσευχή υπήρξε τρόπος ζωής δι’ αυτόν».
Προσευχόταν ιδιαιτέρως για τους μαθητές του, μάλιστα όταν αντιμετώπιζαν προβλήματα. Αποτέλεσμα της θαυματουργικής προσευχής του ήταν και η θεραπεία ενός ετοιμοθάνατου μαθητή του. Ο άγιος Νεκτάριος τέλεσε αγρυπνία υπέρ της υγείας του μαθητή και αυτός θεραπεύθηκε!

«Το θαύμα των θαυμάτων»

Ως γνήσιος συνεχιστής των Πατέρων της Εκκλησίας, ο άγιος Νεκτάριος τόνιζε συχνά την αξία του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας. Στο έργο του «Περί επιμελείας ψυχής» γράφει για το Μυστήριο αυτό που μας παρέδωσε ο ίδιος ο Θεάνθρωπος ότι είναι «το ανώτερον όλων των μυστηρίων… το θαυμασιώτερον των θαυμάτων, όσα η δύναμις του Θεού εξετέλεσεν… το υψηλότερον εξ όσων η σοφία του Θεού επενόησεν… το τιμιώτερον όλων των χαρισμάτων, όσα η αγάπη του Θεού εχαρίσατο τοις ανθρώποις». Γι’ αυτό, κατά τον Άγιο, δικαίως η Θεία Ευχαριστία ονομάζεται και θεωρείται ως «το θαύμα των θαυμάτων και το μυστήριον των μυστηρίων».
Επίσης ο θεοφώτιστος ιεράρχης δεν παρέλειπε να υπογραμμίζει πόσο σημαντικό είναι για κάθε πιστό να κοινωνεί τακτικά και με κατάλληλη προετοιμασία, με ειλικρινή αυτοεξέταση και βαθιά μετάνοια. Ας ακούσουμε τη στοργική φωνή του τόσο αγαπητού μας Αγίου, που απευθύνεται στον καθένα μας προσωπικά και τονίζει με έμφαση ότι η Θεία Κοινωνία αποτελεί απαραίτητο εφόδιο ζωής και σωτηρίας: «Θέλεις την σωτηρίαν σου; Γίνου αληθής χριστιανός, έχε φόβον Θεού, πίστιν προς το μυστήριον της θείας Μεταλήψεως και αγάπην προς τον Θεόν και τον πλησίον σου. Φρόντισε όμως ταχέως (ενν. να κοινωνήσεις), διότι ίσως δεν θέλει σοι αναμείνει ο χρόνος».
Και αφού κοινωνήσεις… «Μετά την Θείαν Ευχαριστίαν ύμνησον ευθύς και ευχαρίστησον τον Κύριον, διότι σε ηξίωσε να γίνης κοινωνός του σώματος και αίματος αυτού. Δι’ αξίων τη ημέρα έργων δίελθε αυτήν και έχε αυτήν ως παράδειγμα και δια τας λοιπάς του βίου σου ημέρας. Μη ανεχθής του λοιπού να λυπήσης τον Άγγελον, τον φύλακα της ψυχής και του σώματός σου, επιστρέφων εις τας πρώτας κακίας…».
Άγιε Νεκτάριε, εκεί που ιερουργείς πλέον, στο ουράνιο θυσιαστήριο, πρέσβευε και υπέρ ημών, για να αγαπήσουμε τη θεία Λατρεία και να ανεβαίνει και η δική μας προσευχή στον θρόνο του Θεού!
Νικηφόρος
«Πρός τή ΝΙΚΗ», Νοέμβριος 2020