Τρίτη, 14 Αυγούστου 2018

Ο Τάφος της Παναγίας στην Γεθσημανή: Ιστορικό, εικόνες.



Έρευνα, Επιμέλεια Σοφία Ντρέκου
http://www.sophia-ntrekou.gr/2013/08/O-Tafos-tis-Panagias-istoria-kai-video.html

Περιεχόμενα:
-1. Πρόλογος
-2. Απολυτίκιο
-3. Ετυμολογία: Γεθσημανή
-4. Ο Τάφος της Παναγίας

-η θρησκευτική παράδοση
-η επίσημη εκκλησιαστική ιστορία
-η Καθολική Εκκλησία αμφισβητεί το γεγονός
-η διαμάχη
-η «Santa Casa» του Λορέτο
-η «Αγία Οικία» (Santa Casa) του Λορέτο, το σπίτι της Παναγίας
-Κασμίρ, ο Τάφος της Μητέρας Μαρίας
-το απόκρυφο κείμενο στις «Πράξεις του Θωμά»
-υμνογραφικές μαρτυρίες
-τα Άγια Λείψανα στις Βλαχέρνες (κείμενα του Αγ. Ιω. Δαμασκηνού)
-Οδοιπορικά και σουλτανικά φιρμάνια
-Ο χορός των Αποστόλων
-Η Γεθσημανή μνημονεύεται από τους ευαγγελιστές
-Βιβλιογραφία5. Ο τάφος της Παναγίας, ανήκει στους Ορθόδοξους
-6. φωτογραφίες από τον Τάφο της Παναγίας
-7. Βίντεο: Οδοιπορικό στην Αγία Γη. Παρουσίαση: Αρχιμ. π. Ιουστίνος Μπαρδάκας
-8. Βίντεο: «Εγκώμια στην Κοίμηση της Θεοτόκου» 14/27 Αυγούστου στην Γεθσημανή.
-9. Απόδοση της κοιμήσεως Θεοτόκου
-10. Ομιλία του π. Ανανία Κουστένη για την Απόδοση της κοιμήσεως Θεοτόκου
-11. Βίντεο: Την Πέμπτη, 23ην Αυγούστου /5ην Σεπτεμβρίου, λιτανεία της εικόνας
-12. Επιλεκτικό οπτικοακουστικό υλικό

-π. Θεόδωρος Ζήσης- Λόγος Αγ. Ιω. Δαμασκηνού στὴν Κοίμηση της Θεοτόκου
-ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ - ΓΕΘΣΗΜΑΝΗ ΤΑΦΟΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ
-ΜΙΚΡΟΝ ΑΠΟΔΕΙΠΝΟΝ - ΓΕΘΣΗΜΑΝΗ
-Ιστορικό της θαυματουργής εικόνας Παναγίας της Ιεροσολυμίτισσας
-Ο Παρακλητικός Κανόνας Παναγίας Ἱεροσολυμίτισσας
Ταις πρεσβείες της Θεοτόκου, Cώτερ cώcoν ημάς.



Πρόλογος

Η Παναγιά Σκέπη μας, βακτηρία και ανάταση στον δρόμο μας. Εκείνη έγινε Μητέρα της Ζωής και μεταφέρθηκε στη Ζωή. Χαρίζει Ζωή, πηγάζει Ζωή, ξεδιψάει τον ταλαιπωρημένο άνθρωπο, μας αναγεννά για την Ζωή. Εν τη Κοιμήσει, τον κόσμον ου κατέλιπες Θεοτόκε.

Απολυτίκιο Κοίμησεως της Θεοτόκου - Ἦχος α': «Ἐν τῇ Γεννήσει τὴν παρθενίαν ἐφύλαξας, ἐν τῇ Κοιμήσει τὸν κόσμον οὐ κατέλιπες Θεοτόκε· μετέστης πρὸς τὴν ζωήν, μήτηρ ὑπάρχουσα τῆς ζωῆς, καὶ ταῖς πρεσβείαις ταῖς σαῖς λυτρουμένη, ἐκ θανάτου τὰς ψυχὰς ἡμῶν.»

Απόδοση: Κατά την γέννηση του Υιού σου, Θεοτόκε, εφύλαξες την παρθενία σου, και με την κοίμησή σου δεν εγκατέλειψες τον κόσμο. Αναχώρησες και πορεύθηκες προς τη Ζωή, τον Υιό σου, καθώς είσαι η μητέρα της Ζωής. Και με τις πρεσβείες σου λυτρώνεις από τον θάνατο τις ψυχές μας.

Ετυμολογία: Γεθσημανή < ελληνιστική κοινή Γεθσημανῆ, εξελληνισμένη σύνθετη εβραϊκή λέξη εκ των Γαθ + Σχεμών, που σημαίνει ελαιοτριβείο και αναφέρεται στα Ευαγγέλια του Ματθαίου και του Μάρκου. Η Γεθσημανή είναι ένας κήπος στους πρόποδες του όρους των Ελαιών στην Ιερουσαλήμ, που είναι γνωστός ως ο τόπος που άρχισε το μαρτύριο του Ιησού Χριστού, δηλαδή η προδοσία του από τον Ιούδα και η σύλληψή Του. Η λέξη προέρχεται από τα αραμαϊκά ως ܓܕܣܡܢ (Γαθ-Σμανή), που σημαίνει ελαιοτριβείο.[1] Το όνομα αυτό πιθανόν προέρχεται από τα ελαιοτριβεία και τους ελαιώνες της περιοχής. Η Γεθσημανή συνδέεται επίσης με την ταφή και τη Μετάσταση της Παναγίας.

www.sophia-ntrekou.gr | Αέναη επΑνάσταση


Gethsemane/Γεθσημανή - Το όρος των ελαιών

Τάφος Παναγίας

Κατά τη θρησκευτική παράδοση, η Παναγία κοιμήθηκε δέκα χρόνια μετά τη Σταύρωση του Ιησού και τάφηκε στην Ιερουσαλήμ. Υπάρχει, όμως, και η άποψη πως ακολούθησε τον Ιωάννη στην Έφεσο και ότι έζησε τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής της εκεί. Σε ένα κοπτικό κείμενο του 4ου αιώνα, στην 20ή Ομιλία του Κύριλλου της Ιερουσαλήμ, αναφέρεται ότι ο θάνατός της συνέβη στη Σιών (Ιερουσαλήμ), στις 15 Αυγούστου του έτους 43 μ.Χ., και ότι τάφηκε στη Γεσθημανή.

Η επίσημη εκκλησιαστική ιστορία αποδέχθηκε το γεγονός αυτό από τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες. Ο τάφος της Παναγίας, επομένως, ανήκει στους Ορθόδοξους από την εποχή που οικοδομήθηκε ο ναός της Κοίμησης της Θεοτόκου από τους ισαποστόλους Κωνσταντίνο και Ελένη.

Από τον περασμένο αιώνα, όμως, η Καθολική Εκκλησία, η οποία αμφισβητεί το γεγονός, προσπάθησε να μεταθέσει την τοποθεσία του τάφου. Το 1841 οι Καθολικοί άρχισαν να γράφουν και να διαδίδουν ότι η Παναγία έζησε, πέθανε και τάφηκε όχι στη Γεθσημανή, αλλά στην Έφεσο. Οι εικασίες αυτές αντικρούστηκαν κατά καιρούς από τους Ορθόδοξους. Η έκδοση, όμως, ενός έργου επανέφερε πάλι το θέμα στο προσκήνιο.



Η διαμάχη άρχισε τον προηγούμενο αιώνα όταν η καθολική μοναχή Άννα-Κατερίνα Έμμεριχ (που έζησε στη Βεστφαλία και πέθανε το 1824) υπέδειξε, ύστερα από σχετικά «οράματα», τον τόπο ταφής της Παναγίας στην τοποθεσία «Καπουλού-Παναγιά», τρεις ώρες έξω από την Έφεσο. Τα οράματα της Έμμεριχ δημοσιεύθηκαν για πρώτη φορά το 1841, δεκαεπτά χρόνια μετά τον θάνατό της. Έτσι ανακινήθηκε το θέμα. Το 1869 οι Καθολικοί, απορρίπτοντας πάλι την εκκλησιαστική παράδοση, προσπάθησαν να αμφισβητήσουν εκ νέου την ύπαρξη του τάφου στην Ιερουσαλήμ.

Το 1892, οι Λαζαρινοί Μ. Πουλαίν και Μ. Γιουνγκ ενδιαφέρθηκαν για το θέμα της Εφέσου και επειδή κατάγονταν από τη Σμύρνη, αποφάσισαν να μελετήσουν τους χώρους που δήλωνε η Χριστιανή εκείνη της Βεστφαλίας. Άρχισαν να ερευνούν ξεκινώντας από τον λόφο Μουλμπούλ (Κορησός), σύμφωνα με τις δηλώσεις της Έμμεριχ, η οποία δεν είχε μετακινηθεί ποτέ από τον τόπο της γέννησής της και ούτε είχε καμιά μόρφωση. Έτσι η ομάδα δεν ήξερε προς τα πού να προσανατολιστεί. Δεν υπήρχε, εξάλλου, κανένα μονοπάτι στο βουνό. Διέσχισαν τις χαράδρες και έψαξαν παντού. Τέλος, την τρίτη μέρα, βρήκαν τον χώρο που περιέγραφε το «όραμα». Έτσι, έφτασαν να ανακαλύψουν στην Παναγιά την Καπουλού, ακόμη και τις στάχτες που υπήρχαν στο τζάκι της κατοικίας της Θεοτόκου.

Τέσσερα χρόνια αργότερα, δημοσιεύθηκαν στην «Εκκλησιαστική Αλήθεια» (17-5-1896), το επίσημο όργανο του Οικουμενικού Πατριαρχείου, τα παρακάτω: «Πριν ένα χρόνο, με την έγκριση του Πάπα της Ρώμης, αγοράστηκε από Οθωμανό (μωαμεθανό) ιδιοκτήτη ικανός χώρος, στον οποίο υποτίθεται υπήρχε ο τάφος της Θεοτόκου, με σκοπό να ιδρυθεί μεγάλο μοναστήρι και Προσκυνητήριο. Προχθές δε, στις 8 Μαΐου, γιορτή του Αγίου Αποστόλου και Ευαγγελιστή Ιωάννη, πήγε για να εγκαινιάσει το μέρος, με έκτακτες αμαξοστοιχίες του σιδηροδρόμου του Αϊδινίου, ο επίσκοπος των Δυτικών στη Σμύρνη Ανδρέας Τιμόνης, συνοδευόμενος από αναρίθμητο πλήθος Καθολικών, ανδρών, γυναικών και μαθητών των προπαγανδιστικών σχολών και κληρικών διαφόρων μοναχικών Ταγμάτων και τέλεσε έτσι τα εγκαίνια του προαναφερθέντος τάφου της Παναγίας, που επονόμασε Καπουλού και επέστρεψε το βράδυ στη Σμύρνη. Τηλεγραφικά αναγγέλθηκε το γεγονός στον Πάπα της Ρώμης Λέοντα, ο οποίος απάντησε αυθημερόν και έστειλε τις ευλογίες του σε όλους όσοι συμμετείχαν στην εκδήλωση».

Αρκετά χρόνια αργότερα, σε σχετικό δημοσίευμα της εφημερίδας «Τζουμχουριέτ» της Κωνσταντινούπολης (9-8-1951), ο αρχιεπίσκοπος Σμύρνης κοινοποίησε τις επαφές του με τις αρμόδιες αρχές του Βατικανού. Σύμφωνα με αυτές, ο πάπας Πίος ΙΒ’ χορήγησε το προνόμιο, στις γιορτές που θα γίνονταν στον «Οίκο της Μεριέμ Ανά» (της Μητέρας Μαρίας) να ψαλλούν από όλους τους μοναχούς οι ευχές για την «μετάστασή της».

Χορηγήθηκε επίσης από τον πάπα στον αρχιεπίσκοπο Σμύρνης το δικαίωμα να ευλογήσει εξ ονόματός του όσους θα έπαιρναν μέρος στις γιορτές της 10ης Αυγούστου «επί τη ανοικοδομήσει του Οίκου», του σπιτιού δηλαδή όπου «κατοίκησε η Παναγία».

Η «Santa Casa» του Λορέτο

Το σπίτι αυτό, ωστόσο, δεν είναι και το μοναδικό που αναφέρουν οι Καθολικοί. Υπάρχει και το προηγούμενο της «Αγίας Οικίας» (Santa Casa) του Λορέτο, του σπιτιού δηλαδή στο οποίο έζησε η Παναγία. Όταν μετά την πτώση του Αγίου Ιωάννη της Άκρας (Πτολεμαΐδας) χάθηκε και το τελευταίο ίχνος της κυριαρχίας των Λατίνων στους Αγίους Τόπους, τότε και η οικία αυτή στην οποία διέμενε η Παναγία μεταφέρθηκε σε λατινοκρατούμενες περιοχές. Σύμφωνα με την καθολική παράδοση, η «Santa Casa», απειλούμενη με καταστροφή από τους Μωαμεθανούς το 1291, μεταφέρθηκε από τη Ναζαρέτ, από αγγέλους, και αποτέθηκε σε ένα λόφο, στο Τερζάτο της Δαλματίας.

Τρία χρόνια αργότερα, πάντα με τον ίδιο τρόπο, μεταφέρθηκε στην άλλη πλευρά της Αδριατικής, κοντά στο Ρεκανάτι και, το 1295, στο Λορέτο. Υπέρ του ιερού αυτού εκδόθηκαν πολλά παπικά διατάγματα, χαρακτηριστικότερο από τα οποία ήταν εκείνο του Ιννοκέντιου Ζ’ ο οποίος καθιέρωσε ειδική θεία λειτουργία για τη γιορτή της «Μεταφοράς του Αγίου Οίκου».

Η «Οικία του Λορέτο», ένα όψιμο γοτθικό οικοδόμημα που άρχισε να κατασκευάζεται το 1468, ολοκληρώθηκε στα χρόνια του Σίξτου Ε’ (1585-1590). Ο επόμενος πάπας μάλιστα, ο Σίξτος ΣΤ’, ίδρυσε το 1586 το Ιπποτικό Τάγμα της «Αγίας Οικίας του Λορέτο». Αν αναλογιστούμε ότι το κέδρινο άγαλμα της Παναγίας του Λορέτο, που επίσημα καταγράφεται και ως «Μαύρη Μαντόνα», συνδέεται με πολλές αντίστοιχες «Μαύρες Μαντόνες», μια από τις οποίες έδωσε τη «θεία φώτιση» στον Άγιο Βερνάρδο, θα αντιληφθούμε καλύτερα το αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ Καθολικών και Ορθοδόξων.

Ο Άγιος Βερνάρδος αποκαλούσε την Παναγία «Βασίλισσα των Ουρανών». Κάπως έτσι την εννοούσε και ο πάπας Ιννοκέντιος Γ’ ο οποίος επικύρωσε τη λαϊκή λατρεία της Παναγίας, που την ταυτίζει με τη λατρεία της Σελήνης, με τα παρακάτω λόγια: «Προς τη Σελήνη πρέπει να κοιτάζουν όσοι βρίσκονται θαμμένοι στο σκοτάδι της αμαρτίας. Έχοντας χάσει τη θεία χάρη, η μέρα εξαφανίζεται, ο ήλιος δεν λάμπει πια γι’ αυτούς, αλλά η Σελήνη βρίσκεται ακόμη στον ορίζοντα. Ας μιλήσουν στη Μαρία. Με τις οδηγίες της πολλοί βρίσκουν τον δρόμο τους προς τον Θεό». Οι απόψεις αυτές φαίνεται να φωτογραφίζουν τον χώρο στον οποίο λατρεύτηκε η μεγάλη Εφέσια θεά Άρτεμις-Σελήνη.

Κασμίρ, ο Τάφος της Μητέρας Μαρίας


Το πρόβλημα, ωστόσο, γίνεται από περίπλοκο και από κάποιους άλλους ισχυρισμούς που αναφέρουν ως τόπο ταφής το Κασμίρ. Διάφοροι ιστορικοί ερευνητές, βασισμένοι σε επίσημα και απόκρυφα πρωτοχριστιανικά χειρόγραφα, παρουσιάζουν το Κασμίρ σαν «επίγειο παράδεισο». Στο μέρος αυτό τοποθετούν και τον τάφο της Παναγίας.

Για παράδειγμα, ο Ινδός συγγραφέας Αλ Ας Χαβάγια Ναζίρ Αχμάντ στο βιβλίο του «Ο Ιησούς στον Παράδεισο της Γης», αναφέρει τους κατοίκους της περιοχής Χαζαρά στο Κασμίρ ως «γόνους του Ισραήλ». Ο Εφραίμ ο Σύρος (4ος αιώνας) στο «Σχόλιο εις Διατέσαρον», γράφει ότι ο απόστολος Θωμάς δίδαξε τους Πάρθους. Η πορεία του Θωμάστην Ανατολή επιβεβαιώνεται και από άλλες πηγές, οι οποίες αναφέρουν μάλιστα ότι ο τάφος του βρίσκεται στην περιοχή Μιλαπόρ, στο όρος Μαντράς της Ινδίας. Οι πιστοί του, που ονομάζονται Χριστιανοί της Ινδίας του Αγίου Θωμά, γιόρτασαν το 1973, τα 1.900 χρόνια από τον θάνατό του.

Στο απόκρυφο κείμενο «Πράξεις του Θωμά», αναφέρεται η παρουσία του Ιησού και της Παναγίας στις περιοχές του Κασμίρ. Οι υποστηρικτές αυτής της άποψης, αναφερόμενοι στην ιερότητα αυτής της περιοχής, μνημονεύουν το ίδιο ταξίδι, που έκανε και ο νεοπυθαγόρειος Απολλώνιος Τυανεύς, τη ζωή και το έργο του οποίου ο κυβερνήτης της Βιθυνίας Ιεροκλής (3ος αιώνας) ταύτισε με αυτά του Ιησού. Γεγονός, πάντως, είναι ότι πολλοί σοφοί και διανοούμενοι της εποχής ταξίδευαν προς την Ανατολή πριν επιχειρήσουν οποιοδήποτε φιλοσοφικό ή θρησκευτικό έργο στη Δύση.

Υπάρχουν ωστόσο και άλλα κείμενα που αμφισβητούν την παραδοσιακή εκκλησιαστική ιστορία. Ιστορικοί της Ανατολής αναφέρονται σε ένα μακρινό ταξίδι του Ιησού και της Παναγίας στην Ινδία και στο Κασμίρ, όπου και προσδιορίζονται ακόμη και οι τοποθεσίες στις οποίες τάφηκαν. Αναφέρουν, λοιπόν, τα κείμενα πως από την Έδεσσα της Οσροηνής (τη σημερινή πόλη Ούρφα της Τουρκίας, κοντά στον Ευφράτη), πήγαν στη συριακή πόλη Νίσιβι και από εκεί στα Τάξιλα του Κασμίρ. Η Παναγία, που ήταν σε μεγάλη ηλικία, πέθανε από τις κακουχίες και τάφηκε στο χωριό Μάρι (που σημαίνει Μαρία). Το μνημείο της λέγεται Μάι Μάρι ντα Αστάν (δηλαδή το μέρος που αναπαύθηκε η Μητέρα Μαρία).

Επίσης, κοντά στην πόλη Σριναγκάρ, πρωτεύουσα του Κασμίρ, σε μια Κρύπτη της περιοχής Ροζαμπάλ, λέγεται ότι βρίσκεται και ο τάφος του Ιησού. Αυτές οι απόψεις εκφράζονται κυρίως από τους ιστορικούς της Ανατολής, οι οποίοι επικαλούνται παλιά περσικά, συριακά και αραβικά χειρόγραφα. Μερικές από τις παραδόσεις αυτές, αναφέρουν πως ο Γιουζ Ασάφ (Ιησούς) ήρθε στο Κασμίρ μέσω Πακιστάν. Όταν η ηλικιωμένη μητέρα του πέθανε, την έθαψε στην πόλη Μάρι, περίπου 50 χιλιόμετρα βορειοανατολικά του σημερινού Ραβαλπίντι. Άλλοι, πάλι, λένε πως ταξίδεψε και δίδαξε στην Κεϋλάνη (σημερινή Σρι Λάνκα) πριν φτάσει στο Κασμίρ, όπου όλες οι παραδόσεις συμφωνούν πως έζησε εκεί την υπόλοιπη ζωή του. Θάφτηκε από τον μαθητή του Μπαμπάντ (που σημαίνει «δίδυμος») στη Σριναγκάρ, όπου ο τάφος του παραμένει μέχρι σήμερα καθαγιασμένος και ιερός τόπος.

Υμνογραφικές μαρτυρίες

Το πρόβλημα του τάφου απασχόλησε ιδιαίτερα τον λαμπρό κληρικό της Εκκλησίας μας Νικόλαο Παπαδόπουλο, εφημέριο του ναού του Αγίου Γεωργίου Καρύτση, ο οποίος μάλιστα έγραψε και ειδική μελέτη για το θέμα αυτό πριν από σαράντα χρόνια. Βραβευμένος το 1980 από την Ακαδημία Αθηνών για την αξιόλογη έρευνά του, ο Παπαδόπουλος, που ήταν αντίθετος στις παρακάτω αμφισβητήσεις, όπως άλλωστε και οι περισσότεροι κληρικοί και λαϊκοί, υποστήριξε την παραδοσιακή εκδοχή, ότι δηλαδή η Παναγία πέθανε και τάφηκε στη Γεθσημανή, βασιζόμενος στα κείμενα των υμνογράφων της Εκκλησίας, τα οποία γράφτηκαν κατά την πρώτη χιλιετία.

Μελετώντας για αρκετό καιρό γνωστά και άγνωστα κείμενα και κυρίως χειρόγραφα του Αγίου Όρους, ο Παπαδόπουλος, συγγραφέας πολλών ιστορικών και θεολογικών έργων, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τίποτα άλλο, πέρα από τις μαρτυρίες μιας απλής και αφελούς μοναχής που έζησε στο θρησκόληπτο και σκοτεινό ακόμη κλίμα του περασμένου αιώνα, δεν συνηγορεί για τη στήριξη αυτής της άποψης. Αντίθετα, όλα πείθουν πως ο τάφος της Παναγίας βρίσκεται στη Γεθσημανή. Τα κείμενα που στηρίζουν αυτή την άποψη, διάφοροι Κανόνες γνωστών ποιητών, ύμνοι διαφόρων αφανών και επιφανών υμνογράφων και άλλα έργα της θρησκευτικής ιστορίας, είναι πολύ διαφωτιστικά.

Στην πρώτη ωδή του Κανόνα, που συνέθεσε για την Κοίμηση της Θεοτόκου, ο Κοσμάς ο Ιεροσολυμίτης αναφέρει: «Η τάξη των Αγγέλων, που άυλοι περπατούν στον ουρανό, μαζεύτηκε στη Σιών γύρω από το θείο σώμα, Θεοτόκε...».

Η πέμπτη επίσης ωδή μνημονεύει τη Σιών (Ιερουσαλήμ): «Παρθένα, οι Απόστολοι λες και ταξίδεψαν πάνω στα σύννεφα, έφτασαν αμέσως από τα πέρατα της γης στη Σιών, για να σε ενταφιάσουν».

Ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός, που θεωρείται πατέρας της Δογματικής Θεολογίας, στα ποιητικά του έργα προσδιορίζει τη Σιών ως τόπο του επίμαχου τάφου: «Ο δήμος των θεολόγων από τα πέρατα της γης και το πλήθος των αγγέλων από τα ύψη του ουρανού, έτρεξαν στη Σιών από μήνυμα θεϊκό για να κάνουν το χρέος τους, την ταφή σου να λειτουργήσουν, Δέσποινα».

Ο Έλληνας υμνογράφος από τη Σικελία, Ιωσήφ, ιστορεί έμμετρα στον προεόρτιο Κανόνα που ψάλλεται στις 14 Αυγούστου: «Αφού ήρθαν από την άκρη της γης οι λαμπροί στύλοι των περάτων, βρέθηκαν στη Σιών για να σε κηδέψουν, Άχραντη, που τέλειωσες τη ζωή σου».

Επίσης ο Στέφανος Σαββαΐτης, ανιψιός του Ιωάννη Δαμασκηνού, ομολογεί: «Η Άνασσα Θεοτόκος εξέπνευσε και μετήρεν εν τη Σιών και ήρθη εκ Σιών». Αλλά και ο Κοσμάς ο Μελωδός στην 1η, 5η, 8η, και 9η ωδή του Κανόνα του αναφέρει τη Σιών: «Η Χριστοτόκος εν Σιών μεθίσταται προς ουράνιον δόμον». Προσκαλεί μάλιστα ο ποιητής και τις θυγατέρες Σιών καθώς και τους Σιωνίτες «με ανημμένας λαμπάδας και άδοντες να σπεύσουν προς την Γεθσημανή και να προπέμψουν το Όρος το Άγιον εις τα επέκεινα», στην επουράνια κατοικία της.

Δείχνοντας μεγαλύτερη ακρίβεια και σαφήνεια από τους ποιητές, διάφοροι ιστορικοί προσδιορίζουν όχι μόνο την Ιερουσαλήμ, αλλά τη Γεθσημανή ως τοποθεσία ταφής της Παναγίας. Ανάμεσα σε αυτούς είναι ο Ιεροσολύμων Γιουβενάλιος το 458, ο Ιωάννης Δαμασκηνός στους λόγους του, ο Γερμανός το 733 στον τρίτο λόγο του, ο Νικηφόρος στην εκκλησιαστική ιστορία του, τα συναξάρια και, μαζί με αυτά, η εκκλησιαστική ιστορία και η παράδοση της πρώτης χιλιετίας. Σοβαρές ιστορικές μαρτυρίες θεωρούνται ακόμη τα κείμενα του λόγιου μοναχού Στεφάνου, Επισκόπου Ευχαϊτών και του Μάρκου Ευγενικού.

Τις ίδιες ιστορικές αναφορές για την Κοίμηση, τις συναντάμε και στη χριστιανική Υμνογραφία, που προηγείται χρονικά από τους Κανόνες. Στους ύμνους αυτούς, που είναι γραμμένοι στα ελληνικά και ψάλλονται μεταφρασμένοι σε όλες τις ορθόδοξες εκκλησίες, αναφέρεται συνεχώς ως τόπος ταφής της Παναγίας, η Γεθσημανή.

Ο Θ. Μέντζος, επίσης, στο έργο του «Ο Τάφος της Παναγίας» καταχωρίζει ένα εδάφιο του Γεωργίου Κεδρηνού σχετικά με τον βίο της Παναγίας, το οποίο αναφέρει: «Μετά τον θάνατον Ιωσήφ του τέκτονος, τελευτήσαντος δε και Ζεβεδαίου, ήγαγεν Ιωάννης (ο ευαγγελιστής) και Ιάκωβος την μητέραν αυτών και συνήν τη Θεοτόκω. Την δε κτήσιν αυτών πωλήσαντες Καϊάφα ηγόρασαν τη Σιών, ένθα το μυστικόν Πάσχα ο Χριστός εποίησε και των θυρών κεκλεισμένων εισήλθε. Μετά την του Κυρίου ανάληψιν η Θεοτόκος εν Σιών διέτριβεν έως της τελευτής αυτής. Προ δε ημερών δέκα πέντε έγνω την έξοδον αυτής. Προ δε τριών ημερών ο Αρχάγγελος παρεγένετο προς αυτήν το βραβείον κομίζων. Παρέδωκε δε την αγίαν αυτής ψυχήν τω Κυρίω και Υιώ τω Θεώ αυτής, ετών ούσα εβδομήκοντα δύο. Οι δε φασίν πεντήκοντα οκτώ. Ώστε μετά την ανάληψιν του Χριστού είκοσι τέσσαρας χρόνους απεβίωσε».

Τα Άγια Λείψανα στις Βλαχέρνες

Ιστορική μαρτυρία επίσης θα πρέπει να θεωρηθεί το γεγονός ότι η αυτοκράτειρα του Βυζαντίου Πουλχερία άνοιξε τον τάφο, το 450, και μετέφερε μερικά νεκρικά αντικείμενα στον ναό της Παναγίας των Βλαχερνών στην Κωνσταντινούπολη.

Σύμφωνα με τα κείμενα του Ιωάννη Δαμασκηνού:

«...πολλάς εν Κωνσταντινούπολει ανήγειρε τω Χριστώ εκκλησίας η εν αγίοις Πουλχερία. Μία δε τούτων εστί και η εν Βλαχέρναις τού της θείας λήξεως Μαρκιανού. Ούτοι τοιγαρούν εκείσε σεβάσμιον οίκον τη πανυμνήτω και Παναγία Θεοτόκω και αειπαρθένω Μαρία οικοδομήσαντες και παντί κόσμω κοσμήσαντες το ταύτης πανάγιον Θεοδόχον ανεζήτουν σώμα. Και μετακαλεσάμενοι Ιουβενάλιον τον Ιεροσολύμων αρχιεπίσκοπον και τους από Παλαιστίνης επισκόπους, τότε εν τη βασιλευούση ενδημούντες πόλει, διά την τηνικαύτα εν Χαλκηδόνι γενομένην Σύνοδον, λέγουσιν αυτοίς: «Ακούομεν είναι εν Ιεροσολύμοις την πρώτην και εξαίρετον της Παναγίας Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας εκκλησίαν εν χωρίω Γεθσημανή καλουμένω, ένθα το ζωηφόρον αυτής σώμα κατετέθη εν σορώ. Βουλόμεθα τοίνυν τούτο το λείψανον αγαγείν ενταύθα εις φυλακτήριον της βασιλευούσης ταύτης πόλεως». Υπολαβών δε Ιουβενάλιος απεκρίθη: «Τη μεν αγία και θεοπνεύστω Γραφή ουκ εμφαίνεται τα κατά την τελευτήν της αγίας Θεοτόκου Μαρίας. Εξ αρχαίας δε και αληθεστάτης παραδόσεως παρειλήφαμεν ότι εν τω καιρώ της ενδόξου κοιμήσεως αυτής οι μεν άγιοι σύμπαντες Απόστολοι, επί σωτηρία των εθνών την Οικουμένην διαθέοντες, εν καιρού ροπή μετάρσιοι συνήχθησαν εις Ιεροσόλυμα και προς αυτήν ούσι οπτασία αυτοίς αγγελική γέγονε και θεία υμνωδία... Το δε Θεοδόχον αυτής σώμα μετά αγγελικής και αποστολικής υμνωδίας εκκομισθέν και κηδευθέν εν σορώ τη εν Γεθσημανή κατετέθη... ενός δε (των Αποστόλων) απολειφθέντος Θωμά, μετά την τρίτην ημέραν ελθόντος και το Θεοδόχον σώμα προσκυνήσαι βουληθέντος, ήνοιξαν την σορόν και το μεν σώμα αυτής το πανύμνητον ουδαμώς ευρείν ηδυνήθησαν, μόνα δε αυτής τα εντάφια κείμενα ευρόντες και της εξ αυτών αφάτου ευωδίας εμφορηθέντες ησφαλήσαντο την σορόν... Παρήν δε και ο αδελφόθεος Ιάκωβος και Πέτρος... (στιχ. 752). Και ταύτα οι βασιλείς (αμφότεροι ο τε Μαρκιανός και η Πουλχερία) ήτησαν αυτόν τον αρχιεπίσκοπον Ιουβενάλιον την αγίαν εκείνην σορόν μετά των εν αυτή της ενδόξου και Παναγίας Θεοτόκου Μαρίας ιματίων βεβουλλωμένην ασφαλώς αυτοίς αποσταλήναι. Και ταύτην αποσταλείσαν κατέθεντο εν τω εν Βλαχέρναις δομηθέντι σεβασμίω Οίκω της αγίας Θεοτόκου».

Σχετικά με το παραπάνω εδάφιο και άλλα ίδια που είχαν ως θέμα τα άγια λείψανα που συγκέντρωναν οι Βυζαντινοί στις εκκλησίες τους, αλλά και την έμμεση αναγνώριση της κοίμησης της Θεοτόκου στη Γεθσημανή γράφει και ο ίδιος ο καθολικός ιερέας R.P.J. Pargoire στο έργο του «L' Eglise Byzantine de 257 a 847» (Παρίσι 1923): «Οι Χριστιανοί του Ανατολικού Κράτους είχαν σε μεγάλο βαθμό ευλάβεια προς τα άγια λείψανα. Κάθε τι που συνδεόταν με τον Χριστό, με την Θεοτόκο και με τους Αγίους ήταν προσφιλές σε αυτούς. Η πρωτεύουσα του Ανατολικού Κράτους είχε ως στόχο την απόκτηση όλων των σεπτών λειψάνων» (σελ. 117). Ο ίδιος συγγραφέας, που σε άλλο σημείο περιγράφει τον τάφο της Παναγίας στη Γεθσημανή (σελ. 355), γράφει και για τη μεγάλη γιορτή της Κοίμησης: «Ο κύκλος των γιορτών της Παρθένου, που εγκαινιάστηκε πιθανότατα με τη γιορτή του Ευαγγελισμού, πλουτίζεται τώρα και με τη γιορτή της Κοίμησης, γιορτή την οποία πρώτη από όλες τις χώρες γνωρίζει η Παλαιστίνη» (σελ. 115).

Οδοιπορικά και σουλτανικά φιρμάνια



Οδοιπορικά κείμενα περιηγητών και προσκυνητών, που περιέχονται στο ογκώδες έργο του αρχιδιακόνου Ιεροσολύμων Κλεώπα (Ιεροσόλυμα 1912), συμφωνούν επίσης με τις παραπάνω μαρτυρίες: «Στη Γεθσημανή», έγραφε ο προσκυνητής Θεοδόσιος το 530, «υπάρχει η κοιλάδα του Ιωσαφάτ και η βασιλική της μητέρας του Κυρίου Αγίας Μαρίας, και μέσα σε αυτήν ο τάφος της».

Σαράντα χρόνια αργότερα, το 570, ο μάρτυρας Αντωνίνος Πλαιζάν, επιβεβαιώνει το ίδιο: «Στην κοιλάδα του Ιωσαφάτ υπάρχει η βασιλική της Αγίας Μαρίας η οποία, λένε, υπήρξε ο Οίκος Αυτής. Μέσα σε αυτή δείχνουν τον τάφο από τον οποίο μετέστη στους ουρανούς».

Σε περιγραφή που έκανε ο Δυτικός επίσκοπος Αρνούλφος, το 670, διαβάζουμε: «Το μνήμα της Θεοτόκου σύγκειται εκ δύο υπερκειμένων εκκλησιών. Η κατώτερη είναι στρογγυλή και στηρίζεται σε θεμέλια από σπανιότατο λίθο. Στο ανατολικό μέρος υπάρχει θυσιαστήριο και δεξιά του ο τάφος της Αγίας Μαριάμ (Μαρίας), στον οποίο αναπαύθηκε όταν ετάφη».

Στα οδοιπορικά αυτά ανήκει και η προσκύνηση του μωαμεθανού Ομέρ Χατάπ, που υπήρξε σύντροφος και διάδοχος (χαλίφης) του Μωάμεθ. Όταν ο Ομέρ κατέκτησε την Ιερουσαλήμ, το 637, αναφέρει ο Άραβας ιστορικός Μεζρουντίν, «προσευχήθηκε δυο φορές στην παρά τον χείμαρρον εκκλησία των Κέδρων και το μνήμα της Μητέρας Μαριάμ». Τα ίδια αναφέρουν επίσης ο σύγχρονος του Ιωάννη Δαμασκηνού, Άγιος Βιλιβάλδος, ο Ρώσος ηγούμενος Δανιήλ, ο γεωγράφος Ιντρισί, ο μοναχός Βερνάρδος και ο μοναχός Επιφάνιος κατά τον οποίο, έξω από την πύλη της Ιερουσαλήμ, στη Γεθσημανή, βρισκόταν «η οικία του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στην οποία η Θεοτόκος μετά την Ανάστασιν εκοιμήθη».

Μετά την κατάκτηση της Ιερουσαλήμ από τους Μωαμεθανούς, όλα τα σουλτανικά φιρμάνια ανέφεραν τα ιερά προσκυνήματα των χριστιανών, μεταξύ των οποίων και τον τάφο της Παναγίας στη Γεθσημανή. Χαρακτηριστικό της μωαμεθανικής αυτής παράδοσης είναι το φιρμάνι που εξέδωσε ο σουλτάνος Σελίμ ο Τρομερός, όταν κατέκτησε την Ιερουσαλήμ το 1517. Από το έργο του Γρηγορίου Παλαμά «Ιεροσολυμιάς», όπου καταχωρίζεται ολόκληρη η μετάφραση του φιρμανίου, διαβάζουμε στο συγκεκριμένο σημείο τη διατύπωση «... το έξω της πόλεως μνήμα της Δέσποινας Μαριάμ».

Αλλά και από καθολικές πηγές μνημονεύεται ο τάφος στη Γεθσημανή, αφού σε λεύκωμα της «Φραγκισκανής Κουστωδίας των Αγίων Τόπων» αναφέρεται: «Ο ναός που βρίσκεται μπροστά στο τείχος του παλιού Ναού, απέναντι από την Χρυσή Πύλη και σε θέση αντίθετη προς το τέμενος του Ομάρ, αποτελεί την απάντηση του Καθολικού κόσμου στην απιστία των Ευρωπαίων πολιτικάντηδων, των Βυζαντινών Ορθοδόξων ή μπολσεβίκων, των πανισλαμιστών και των σιωνιστών... Με τον Ναό αυτόν επανασυνδέεται η μετά τους Σταυροφόρους διακοπείσα παράδοση». Η παράδοση αυτή αναφέρεται σε δυο αποκαλυπτικά εδάφια που ακολουθούν στη συνέχεια.

Σύμφωνα με το πρώτο, «κατά την λιτανεία που προηγήθηκε της τελικής εφόδου (κατά της Ιερουσαλήμ), οι Σταυροφόροι είχαν σταματήσει μπροστά στον τάφο της Παναγίας». Στο δεύτερο, μαρτυρείται ότι μετά την κατάκτηση της πόλης, οι Σταυροφόροι «επιδόθηκαν στην ανακαίνιση των περισσότερο αναγκαίων οικοδομών», όπου μεταξύ των οποίων αναφέρεται ότι «ανακαίνισαν τον τάφο της Παναγίας» (1140-1150).

Από την εποχή εκείνη οι Καθολικοί επιδόθηκαν σε διπλωματικούς αγώνες προκειμένου να διεκδικήσουν «χώρο στη Γεθσημανή». Μετά από αιώνες, μνημονεύεται μια ρηματική διακοίνωση της 28ης Μαΐου του 1850, ήταν η αφορμή των Γάλλων προς την Υψηλή Πύλη. Αυτή για να σχηματισθεί μια πολυσέλιδη συλλογή πρακτικών, επισήμων εγγράφων, δικαστικών αποφάσεων, και άλλων αυθεντικών εγγράφων, τα οποία εκδόθηκαν από τον βαρώνο ντε Τέστα το 1866 στο Παρίσι με τίτλο «Συλλογή Συνθηκών της Οθωμανικής Πύλης μετά των ξένων δυνάμεων».

Στα επίσημα αυτά έγγραφα η Γαλλία αναγνώριζε τη Γεθσημανή ως τόπο στον οποίο συνέβη η Κοίμηση. Σε αποκαλυπτικό απόσπασμα του Μεγάλου Βεζίρη Φουάτ πασά διαβάζουμε την ευνοϊκή στάση της Υψηλής Πύλης στο επίμαχο θέμα: «Η Γαλλία, και όταν την κυβερνούσαν χριστιανοί βασιλείς, και όταν είχε δημοκρατικό καθεστώς, αλλά και όταν την κυβερνούσαν άθεοι, όπως κατά την τελευταία εποχή κατά την οποία δεν κυνηγούσε από το έδαφός της μόνο τους μοναχούς, αλλά και αυτόν ακόμη τον Θεό, ποτέ δεν έπαψε να υποστηρίζει τους μοναχούς της Ανατολής και τις διεκδικήσεις τους».

Στις διεκδικήσεις αυτές ο Φουάτ πασάς σημειώνει για τον τάφο: «Από τον τάφο της Παρθένου στην Γεθσημανή, ο οποίος είναι κοινό προσκύνημα για τους Ορθόδοξους Έλληνες, τους Αρμένιους και τα άλλα χριστιανικά δόγματα, και μέσα στον οποίο είχαν και οι Μουσουλμάνοι ιδιαίτερο ιερό, αποκλείονται μόνο οι Λατίνοι μοναχοί». Μάλιστα η Υψηλή Πύλη, με τη συγκατάθεση των Ρώσων, χορήγησε άδεια, για «να τελεσθεί λειτουργία από τους Λατίνους στον τάφο της Παναγίας».


Ο χορός των Αποστόλων

Από τα λεγόμενα απόκρυφα κείμενα τα κυριότερα είναι οι λόγοι Ιωάννου του Θεολόγου «Εις την Κοίμησιν της Θεοτόκου», και «Η Ανάληψις της Παρθένου» το οποίο είναι ενσωματωμένο σε μια ομιλία του αρχιεπισκόπου Ιωάννου Θεσσαλονίκης (7ος αιώνας). Από το πρώτο έργο, το οποίο παρουσιάζει τους Αποστόλους να μεταφέρονται στην Ιερουσαλήμ με θαυματουργό τρόπο, για να συμπαρασταθούν στον θάνατο της Παναγίας, εμπνεύσθηκαν οι υμνογράφοι ενός ορθρικού Ύμνου και δύο Προσομοίων.

Στον ορθρικό Ύμνο αναφέρεται: «Ο χορός των Αποστόλων, που ήταν διεσπαρμένος στη γη, συγκεντρώθηκε στη Σιών, για να κατευοδώσει τη Θεοτόκο από τη γη προς τον Ύψιστο». Στην ατέλειωτη σειρά των εκκλησιαστικών συγγραφέων, υμνογράφων και ποιητών, περιλαμβάνονται και δύο πολύτιμα ανέκδοτα Προσόμοια, που αναφέρονται στην πορεία των Αποστόλων προς τον τόπο ταφής της Παναγίας: «Δεύτε ακούσωμεν πάντες θαύμα παράδοξον, των Αποστόλων πάντων εκ τεσσάρων περάτων ελθόντων προς Μαρίαν, όθεν ειπείν ο Θεολόγος ο ένδοξος, εν τη Εφέσω διδάσκων».

Από την ανέκδοτη επίσης υμνολογία, στα λεγόμενα «Απόστιχα των Αίνων», διαβάζουμε: «Αίρεται από γης η πανάγαθος Παρθένος προς την Σιών την άνω». Βέβαια η τελευταία φράση «προς την Σιών την άνω» θυμίζει περισσότερο τις «αόρατες» ουράνιες πολιτείες, που υπονοούν το πέρασμα σε μια άλλη διάσταση, παρά γήινες τοποθεσίες. Αλλά αυτό βέβαια είναι θέμα προσωπικής εκτίμησης. Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι όλοι οι ύμνοι που αναφέρονται στο παραπάνω γεγονός, γράφηκαν πριν την απόσχιση της Παπικής Εκκλησίας από την Ορθοδοξία. Και φυσικά τα κείμενα αυτά τα χρησιμοποιούσαν και οι κληρικοί και οι ιεροψάλτες των καθολικών εκκλησιών, μέχρις ότου παρουσιάστηκε η αμφισβήτηση.

Στη Γεθσημανή

Η Γεθσημανή μνημονεύεται από τους ευαγγελιστές Ματθαίο (26,36) και Μάρκο (14,32) και προσδιορίζεται ως «χωρίον». Ο Ιησούς πήγαινε συχνά στη Γεθσημανή, για να προσευχηθεί με τους μαθητές του. Η Αγία Ελένη, όταν πήγε στην Παλαιστίνη, ίδρυσε περίπου τριάντα ναούς, όπως αναφέρει ο ιστορικός Νικηφόρος Κάλλιστος το 1335. Σε έναν κώδικα του 11ου αιώνα, που βρίσκεται στη βιβλιοθήκη του Βατικανού, περιέχεται ο κατάλογος των εκκλησιών της «Θεοφιλούς Βασιλίδος Ελένης», όπου ο ναός της Γεθσημανής αναφέρεται τέταρτος στη σειρά ως «Εκκλησία εν Γεθσημανή, επί του Τάφου της Υπεραγίας Θεοτόκου».

Ο σημερινός ναός έχει μήκος τριάντα μέτρα και πλάτος οκτώ. Ο τάφος είναι δεξιά, καθώς μπαίνουμε στην είσοδο, λαξεμένος σε τετράγωνο βράχο, με κοίλωμα ενός μέτρου. Για τον τάφο της Γεθσημανής υπάρχουν επίσης μαρτυρίες της Εκκλησίας των Σύρων, των Κοπτών και των Αρμενίων, οι οποίοι διατηρούν και παρεκκλήσια στον ναό της Κοίμησης της Θεοτόκου στην Ιερουσαλήμ.

Στα συριακά χειρόγραφα υπάρχουν πέντε βασικά κείμενα που έχουν ως θέμα την «Ανάληψη της Παρθένου». Σε ένα από αυτά, το «Apocrypha Syriaka, Studia Sinaitica» (XI, 1902), που θεωρείται το βασικότερο της συριακής φιλολογίας για τη ζωή και τον θάνατο της Παναγίας, διαβάζουμε πως μετά τη Σταύρωση, Αυτή πήγε στη Βηθλεέμ: «Έτσι έφυγε από την Ιερουσαλήμ μαζί με τις τρεις παρθένες που την ακολουθούσαν πάντα».

Στα κοπτικά χειρόγραφα της «Κοίμησης της Θεοτόκου» (δυο μποχαϊριτικά, ένα σαχιδικό και ορισμένα αποσπάσματα), αναφέρονται ο Ευόδιος της Αντιόχειας και κάποιος ανώνυμος, οι οποίοι υπήρξαν αυτόπτες μάρτυρες του θανάτου και της ταφής της Παναγίας στη Γεθσημανή. Τις ίδιες μαρτυρίες βρίσκουμε επίσης και στα αρμενικά χειρόγραφα. Συμπερασματικά παρατηρούμε πως πέρα από τα διάφορα λάθη των αντιγραφέων, οι ορθόδοξες ιστορικές μαρτυρίες είναι οι μόνες που αναφέρονται στο πραγματικό γεγονός.

Βιβλιογραφία:
1. Ιωάννης Ράμφος, «Η Κοίμηση της Θεοτόκου», 1948.
2. Ν.Π.Παπαδόπουλος, «Ο Τάφος της Παναγίας», Αθήνα 1952.
3. Μέντζος Θεοφάνης, «Τάφος της Παναγίας», Αθήνα 1955.
4. Εφ. Καθημερινή, 25 Μαρτίου 1981-Ακρόπολις 28 και 29-8-1954- «Χουριέτ» 24-12-1950-. «Τζουμχουριέτ» 9-8-1951.
5. Naci Keskin «Efes» ed. Keskin Color, Istanbul αχρονολόγητο.
6. Migne J.P. «Patrologia Graeca», 1857. 7. M. Jugie «La Mort et l’ Assomption de la Sainte Vierge dans la Tradition des cinq premiers Siecles» Echos d’ Orient τόμος 35 του 1926 αριθμοί 141,142 και 143
7. Τάφος Παναγίας » www.istoria.gr
8. Πηγή - Έρευνα - Επιμέλεια www.sophia-ntrekou.gr


Ο Τάφος της Παναγίας
Γεθσημανή ή Γεσθημανή


Ο τάφος της Παναγίας, ανήκει στους Ορθόδοξους από την εποχή που οικοδομήθηκε ο ναός της Κοίμησης της Θεοτόκου από τους ισαποστόλους Κωνσταντίνο και Ελένη. Όπως σημειώνει σύγχρονος αγιοταφίτης ιεράρχης και ιστοριοδίφης... «το σεμνόν τούτο και σεβάσμιον ιερόν προσκύνημα, ανεγερθέν κατά τους χρόνους της παλαιάς αρχαιότητος... υπενθυμίζει τας κατακόμβας της διωκόμενης Εκκλησίας των μαρτύρων της πίστεως και δια μέσου των αιώνων μάλλον διετηρήθη ανέπαφον, εκτός ελαχίστων ανακαινίσεων και μεταβολών».

Ο τόπος όπου βρίσκεται κτισμένο «της Θεοτόκου το άγιο τέμενος». Ο ναός μπορούμε να τον χαρακτηρίσουμε ως μια ταπεινή κρύπτη που εσωτερικά όμως αποκαλύπτει μια ξεχωριστή μεγαλοπρέπεια. Καταπληκτικός παραλληλισμός με το Πανυπερευλογημένο πρόσωπο της Θεοτόκου. Δεσπόζουν εντός του Ναού το Πανάγιο Θεομητορικό μνήμα και η Θαυματουργή εικόνα της Ιεροσολυμήτισσας.

✞ φωτογραφίες από το ιερό προσκύνημα ✞
Ο Τάφος της Παναγίας





Γεθσημανή - Το όρος των ελαιών







Η Είσοδος Στην Αγία Γεθσημανή όπου βρίσκεται
ο Ιερότατος Τάφος της Παναγίας (γνωστός σαν Πάνσεπτο
Θεομητορικό Μνήμα της Γεθσημανή)
και αποτελεί για εμάς τους Ορθοδόξους
το τρίτο κατά σειρά σπουδαιότητας προσκύνημα.





Ο Τάφος της Παναγίας



Οι τάφοι των Αγίων Ιωακείμ και Άννης


Παναγία η Ιεροσολυμίτισσα



Το κουβούκλιο του Τάφου της Παναγίας στη Γεθσημανή








Η Είσοδος του Ναού Στην Αγία Γεθσημανή
όπου βρίσκεται ο Ιερότατος Τάφος της Παναγίας
(γνωστός σαν Πάνσεπτο Θεομητορικό Μνήμα της Γεθσημανής).
Αποτελεί για εμάς τους Ορθοδόξους,
το τρίτο κατά σειρά σπουδαιότητας προσκύνημα.








Πηγή - Έρευνα - Επιμέλεια
www.sophia-ntrekou.gr

ΙΧΝΗΛΑΤΩΝΤΑΣ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ. ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ. ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΕΙΣΒΟΛΗ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ.


Αποτέλεσμα εικόνας για αττιλας 74

Πέρασαν 44 χρόνια από την Τουρκική εισβολή στην Κύπρο με τις επιχειρήσεις <<ΑΤΤΙΛΑΣ-1>> και <<ΑΤΤΙΛΑΣ -2>>, με χιλιάδες νεκρούς, τραυματιες, αιχμαλώτους και αγνοουμένους σε μαχητές και αμάχους, με χιλιάδες πρόσφυγες, ανυπολόγιστες υλικές ζημίες, διαίρεση και κατοχή του 38% της νήσου. 
Από πρόσφατη έκδοση της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού αντλούμε στιγμιότυπα των γεγονότων, ως ένα λιτό μνημόσυνο στη μνήμη των.
 Περισσότερα στο κείμενο, που ακολουθεί
ΕΙΣΑΓΩΓΗ.
Το πραξικόπημα ανατροπής του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄ στις 15 Ιουλίου 1974 ήταν η
αφορμή για την στρατιωτική εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο στις 20 Ιουλίου 1974. Επικαλούμενη το άρθρο 4 της Συνθήκης
Εγγυήσεως, η Τουρκία εισέβαλε στη νήσο [Σχέδιο << Αττίλας Ι >>] , με σκοπό την αποκατάσταση, όπως ισχυρίζονταν , της συνταγματικής τάξης και την προστασία των Τουρκοκυπρίων. Η πρώτη φάση της Τουρκικής εισβολής στην Κύπρο έληξε στις 22  Ιουλίου 1974 με την απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, που προέβλεπε την άμεση κατάπαυση του πυρός και τον  τερματισμό της στρατιωτικής επέμβασης στο νησί. 
Στις 14 Αυγούστου 1974, μετά την αποτυχία της ειρηνευτικής διάσκεψης της  Γενεύης, η Τουρκία έβαλε σε εφαρμογή το Σχέδιο << Αττίλας ΙΙ >>. Σε διάστημα τριών ημερών, οι Τουρκικές δυνάμεις,  ενισχυμένες με εκατοντάδες άρματα μάχης και με την ισχυρή υποστήριξη δυνάμεων αεροπορίας και μονάδων πυροβολικού,  προέλασαν σε βάθος 40 χιλιομέτων Δυτικά και 60 χιλιομέτρων Ανατολικά, καταλαμβάνοντας μέχρι το απόγευμα της 16ης Αυγούστου  το 37% του Κυπριακού εδάφους και εκτοπίζοντας 200.000 Ελληνοκυπρίους, σχεδόν το 40% του συνολικού πληθυσμού, με τη βία
από τις πατρογονικές τους εστίες, οι οποίοι αναγκάσθηκαν να καταφύγουν ως πρόσφυγες στο ελεύθερο νότιο τμήμα του νησιού.
Από τον εκδοθέντα τόμο << Μνήμες Πολέμου 1897-1974, οι αγώνες του Ελληνικού Έθνους, μέσα από προσωπικές μαρτυρίες >>
της Διεύθυνσης Ιστορίας του Γενικού Επιτελείου Στρατού, σταχυολογούμε και παρουσιάζουμε τις ακόλουθες μαρτυρίες:
1. Λευκωσία, Στρατόπεδο ΡΙΚ/ΓΕΕΦ, 20 Ιουλίου 1974.
Μέσα στον αλαλαγμό, στη βιασύνη και στον πανικό, δεν υπήρξε σκέψη για επιστράτευση. Η επιστράτευση χρειάζεται χρόνο και  ασφάλεια. Εμάς, μας έλειπαν και τα δύο. Έπρεπε να φύγουμε για τις πολεμικές μας θέσεις το συντομότερο δυνατόν, ενώ οι  αποθήκες και τα βιβλία επιστρατεύσεως βρίσκονταν στο Στρατόπεδό μας στην Αθαλάσσα. Μολαταύτα ήταν συγκινητική η αυθόρμητη  προσέλευση λιγοστών εφέδρων καταδρομέων της Μοίρας, οι οποίοι μας ενίσχυσαν σημαντικά.
''Κύριοι, πάτε για ύπνο'' του Στρατηγού Ελευθερίου Σταμάτη.
2. Στρατόπεδο Αθαλάσσας, 20 Ιουλίου 1974.
Ξημέρωμα. Αεροπορική προσβολή με βόμβες Ναπάλμ στο Στρατόπεδο της Αθαλάσσας. Μετά το σήμα συναγερμού, που λήφθηκε στις
04.00 η ώρα αρχίσαμε να φορτώνουμε πυρομαχικά πυροβολικού από τις αποθήκες. Ένα-ένα Βed-Ford, που ετοιμαζόταν κοτσάριζε το
πυροβόλο και έφευγε για το χώρο διασποράς. Το όχημα με οδηγό τον Εθνοφρουρό Κωσταρά ήταν το πρώτο που ετοιμάστηκε και
κινήθηκε προς την πύλη του Στρατοπέδου. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ακούστηκαν αεροσκάφη να ίπτανται πάνω μας. Ακολούθησε
ένας εκκωφαντικός θόρυβος, που μας ανάγκασε να πεταχτούμε έξω από τις αποθήκες πυρομαχικών και να καλυφθούμε με
οποιονδήποτε τρόπο. Το τουρκικό F-104 βυθίστηκε τόσο πολύ, που για μια στιγμή νόμισα ότι θα πέσει πάνω στο όχημα του
Κωσταρά. Η βόμβα που έριξε ήταν Ναπάλμ. Μόλις σταμάτησε η επιδρομή έτρεξα προς το ρυμουλκό Bed-Ford που καιγόταν. Πρώτο
μέλημα ήταν να απεγκλωβίσουμε τον οδηγό και τον συνοδηγό του οχήματος, πριν αρχίσουν να εκρήγνυνται τα 100 περίπου βλήματα
του πυροβολικού, που ήταν φορτωμένα στο πήγμα του οχήματος. Όλος ο τόπος μύριζε πίσσα και πετρέλαιο, μια πύρινη γλώσσα
κάλυπτε μια αρκετά μεγάλη έκταση, σκορπίζοντας την καταστροφή και τον όλεθρο. Το μεγάλο σοκ ήταν όταν αντίκρισα τον
Κωσταρά πλήρως απανθρακωμένο στη θέση του οδηγού. Δεν είχε ξεψυχήσει ακόμα, το θέαμα ήταν τρομακτικό. Όλο το σώμα του ήταν
καμένο και σ' ορισμένα σημεία φαίνονταν τα κόκαλα. Ήταν ο πρώτος νεκρός που αντίκριζα, αισθάνθηκα έναν κόμπο στο λαιμό και
ένα πόνο στο στομάχι. Διέταξα γρήγορα να τον μεταφέρουν στο ιατρείο, αν και ήταν ήδη αργά, το παλικάρι υπέκυψε στα  τραύματά του. Εκείνη τη στιγμή διερωτήθηκα: << Χριστέ μου, έτσι είναι ο πόλεμος; >>.
Μαρτυρία Υποστρατήγου ε.α. Ιωάννη Στρούζα, τότε Υπολοχαγού.
3. Αμμόχωστος, 20 Ιουλίου 1974.
Ο Μουζάκης εχώρησε τους μέλλοντες να επιτεθούν εις δύο ομάδας, ανέθεσε δε εις εμέ την διοίκησιν μιας ομάδος.
Προωθούμεθα δια του << πυρ και κίνησις >> και το ένα μετά το άλλο τα εχθρικά φυλάκια κατελαμβάνοντο. Εις μίαν στιγμήν και
ενώ ακριβώς μου έδιδεν εντολήν κινήσεως, έπεσε πληγείς καιρίως υπό σφαίρας. <<Τα παιδιά μου...τα παιδιά μου...πεθαίνω...ζήτω η Ένωσις>>, τον άκουσα να ψιθυρίζη ο ηρωϊκός ταγματάρχης. Δεν είναι σκόπιμος ωραιοποίησις ενός θανάτου.

Άκουσα πεντακάθαρα τα τελευταία λόγια του. Ο θάνατος του ταγματάρχου, ο οποίος αγωνιζόμενος έπεσεν εις την πρώτην γραμμήν
του πυρός, μας ώπλισεν με δύναμιν και πάθος δια εκδίκησιν. Εντός ολίγου η ελληνική σημαία αντικατέστησε την τουρκικήν εις
το υψηλότερον σημείον του τουρκικού Λυκείου.
Αφήγηση Ανθυπολοχαγού Αντων. Γεωρκάτζη στο << Πεθαίνοντας στην Κύπρο >> του Σπύρου Παπαγεωργίου.
4. Λευκωσία, στρατόπεδο ΕΛ.ΔΥ.Κ., 20 Ιουλίου 1974.
Μέσα σ' αυτή τη χρονική στιγμή χιλιάδες συναισθήματα σαν ταινία μέσα στη ψυχή μας, φόβος, αγωνία, άγχος, υπερδιέγερση.

Η υπερκόπωση από τις προηγούμενες μέρες έφυγε και σαν λιοντάρια, που χτυπιούνται ύπουλα, αγριέψαμε. Το κατεστραμμένο σχεδόν στρατόπεδο, ο εχθρός, που είχαμε πλέον απέναντι, αλλά και στον ουρανό, και μας χτυπούσε ύπουλα με τόσο μεγάλες  βόμβες, ναι μεν έκανε τον καθένα από μας να φοβάται για τη ζωή του, αλλά ξεσκέπασε και τα γονίδια των προγόνων μας.

Μεταμορφωθήκαμε σε πληγωμένα λιοντάρια. Ακούγαμε τις διαταγές των αξιωματικών και υπαξιωματικών, βοηθούσαμε ο ένας τον  άλλο.
Οι άγνωστοι στρατιώτες της ΕΛ.ΔΥ.Κ. του Αθανασίου Χρυσάφη.
5. Πέντε Μίλι Κυρήνειας, 20 Ιουλίου 1974.
Στον χώρο της αποβάσεως, στο Πεντεμίλι της Κυρήνειας, εκτός από την συμμετοχή των Ελλήνων Αξιωματικών στην άμυνα έδρασαν
και οι άνδρες της ΕΛ.ΔΥ.Κ.. Ο Κύπριος ανθυπολοχαγός Ανδρέας Φράγκου αφηγείται τα ακόλουθα:<< Εις το τμήμα μας επικρατούσε
χάος. Παραμείναμε ταμπουρωμένοι σε διάφορες περιοχές και βλέπαμε από απόσταση 100 μέτρων στρατιώτες να κινούνται, χωρίς να
γνωρίζουμε αν ήταν δικοί μας ή Τούρκοι. Και χωρίς να είμαστε σίγουροι δεν μπορούσαμε, βέβαια να πυροβολούμε. Στις 4.30 του
Σαββάτου πλησίασαν τρία δικά μας άρματα, των οποίων ηγείτο κάποιος υπολοχαγός της ΕΛ.ΔΥ.Κ. Την ώρα που περνούσαν από κοντά
μας, ο υπολοχαγός μας φώναξε:<< Μη φοβάστε παιδιά. Θα τους ρίξουμε στη θάλασσα τους παλιότουρκους >>. Δεν τους ξαναείδαμε.

Λίγο πιο κάτω τους κτύπησαν τα τουρκικά αεροπλάνα...>>.
Πεθαίνοντας στην Κύπρο του Σπύρου Παπαγεωργίου.
6. Ύψωμα Κοτζάκαγια του Πενταδάκτυλου, νύχτα 20 προς 21 Ιουλίου 1974.
<< Προχωρούμε με προφύλαξη και αφού φθάνουμε σχεδόν στην κορυφή μένουμε στο αντέρεισμα που είναι οι Τούρκοι. Ολόκληρη η
πλευρά είναι γεμάτη πολυβολεία και χαρακώματα. Ο λοχαγός διατάζει να γίνει αιφνιδιαστική επίθεση, γιατί κάθε φυλάκιο είχε
τουλάχιστον 5 άνδρες. Ετοιμαστήκαμε και μόλις ο λοχαγός φώναξε << έφοδο >>, ορμήσαμε προς τα πολυβολεία, πυροβολώντας στις
θυρίδες, ρίχνοντας χειροβομβίδες και φωνάζοντας << αέρα >>. Οι Τούρκοι άρχισαν να βγαίνουν από τα πολυβολεία τρέχοντας
δεξιά και αριστερά σαν τα ποντίκια που τρέχουν στις φάκες. Άλλοι πετάνε τα όπλα τους και άλλοι φωνάζουν ότι θέλουν να παραδοθούν. Το ύψωμα Κοτζάκαγια είχε πια καταληφθή. Όλος ο λόχος κάνει μια γενική εκκαθάριση στα πολυβολεία και στα  χαρακώματα και παίρνουμε θέση μάχης. Ποτέ όλοι μαζί δεν έχουμε νιώσει τόση χαρά, όσο αυτή τη στιγμή, που έχουμε καταλάβει
το ύψωμα, χωρίς ένα δικό μας θύμα >>.
Από το ημερολόγιο του Καταδρομέα Λοχία Γιάννη Στεφάνου.
7. Μάλεμε, 21 Ιουλίου 1974.
Στις μονάδες των καταδρομών επικρατούσε μια διαφορετική, από το υπόλοιπο στράτευμα των πεζών, νοοτροπία, που ήθελε τον
επικεφαλής [ηγέτη] να είναι τόσο πολύ κοντά στους στρατιώτες του, όσο μια μάνα με το γιο της. Ο καταδρομέας δεν πολεμά για  την πατρίδα και τα ιδανικά της έτσι απλά, αλλά για την πατρίδα και τα ιδανικά που εκπροσωπεί ο αρχηγός του. Αυτή τη νοοτροπία την ήξερε πολύ καλά ο υπολοχαγός Σταύρος Μπένος σαν γύρισε κοντά στους άνδρες του και άρχισε να αδειάζει το
φόρτο του << σακίδιο >> από περιττά, όπως ήταν η αλλαξιά και οι κονσέρβες, γεμίζοντας το με 13 χειροβομβίδες και 300 σφαίρες για το πιστόλι και το αυτόματο όπλο του.<< Την τροφοδοσία μας θα την αναλάβει το Γενικό Επιτελείο της Εθνοφρουράς  της Κύπρου [ ΓΕΕΦ ] >>, είπε καθώς γέμιζε το φόρτο του με τα πυρομαχικά. Στη στιγμή τον μιμήθηκαν και οι 30 καταδρομείς
της διμοιρίας του, ενώ τα γέλια και ο ενθουσιασμός που επικρατούσαν σ' ολόκληρο το στρατόπεδο ήταν κάτι το μοναδικό για τα δεδομένα του στρατού.
Οι πολεμιστές του ουρανού, Κύπρος 1974 του Ιωάννη Δ. Κακολύρη.
8. Θαλάσσια περιοχή Δυτικά της Κύπρου, 21 Ιουλίου 1974.
Πριν περάσουν 3-4 λεπτά άρχισε μια νέα επίθεση. Τώρα ήταν πιο έντονη. Δύο ρουκέτες κατέστρεψαν τα ραντάρ και τον  ασύρματο του << Κοτζάτεπε >>.'Ολο το πλήρωμα είχε μπει μέσα στο σκάφος και μόνο οι χειριστές των πυροβόλων βρίσκονταν έξω.

Το ραντάρ του << Αντάτεπε >> είχε κτυπηθεί. 
Το << Τσακμάκ >> είχε μικρές ζημιές.
 Αμέσως άρχισαν να απομακρύνονται προς βορρά. Το << Κοτζάτεπε >> έπρεπε να τους ακολουθήσει, αλλά αυτό ήταν αδύνατον. Μια ρουκέτα που είχε πέσει από τον  εξαεριστήρα είχε καταστρέψει το μηχανοστάσιο. Στο << Αντάτεπε >> έφθασε η πρώτη αναφορά από το << Κοτζάτεπε >>. Η αίθουσα  επιχειρήσεων, το ραντάρ και ορισμένοι ασύρματοι είχαν καταστραφεί.
Οι επιθέσεις συνεχίζονταν με διαλείμματα 3 ή 4 λεπτών. Το ένα σμήνος έφευγε και ακολουθούσε το άλλο. Δέκα λεπτά μετά  την έναρξη της επιθέσεως το πυροβόλο της πλώρης δέχτηκε ένα σοβαρό πλήγμα. Από εκείνη τη στιγμή το << Κοτζάτεπε >> έμοιαζε  με πληγωμένο θηρίο. Ήταν πια ανυπεράσπιτο σ' όλες τις επόμενες επιθέσεις και χωρίς να έχει τη δυνατότητα να κινηθεί. Στη  διάρκεια των επιθέσεων που κράτησαν μισή ώρα, είχε δεχτεί δύο πληγματα, που στάθηκαν αποφασιστικά. Τα αεριωθούμενα, που  αντιλήφθηκαν ότι το << Κοτζάτεπε >> ήταν βαριά χτυπημένο, εγκατέλειψαν τα άλλα δύο πολεμικά, που εξακολουθούσαν να  αποσύρονται προς βορρά, και συνέχιζαν να το βομβαρδίζουν επίμονα. Μέσα στο πλοίο γινόταν χαλασμός. Έπεσαν ακόμη δύο  ρουκέτες και άρχισε η πυρκαγιά.
Απόφαση-Απόβαση του Τούρκου δημοσιογράφου Μεχμέτ Αλή Μπιράντ.
9. Αεροδρόμιο Λευκωσίας, νύκτα 21 προς 22 Ιουλίου 1974.
<< Ξαφνικά μας κτύπησε αντιαεροπορικό. Θα ήταν μεσάνυκτα. Πρώτα νιώσαμε ένα συγκλονιστικό τράνταγμα και το αεροσκάφος
άρχισε να παλαντζάρη. Πριν καταλάβουμε τι έγινε άρχισαν να το τυλίγουν οι φλόγες. Κοίταξα το πάτωμα. Ήταν διάτρητο!  Μας είχε πετύχει και μάλιστα καίρια. Είχα ακουμπήσει τα πόδια μου πάνω σε κάτι ξύλινα κιβώτια, που περιείχαν πυρομαχικά. Τα είδα να παίρνουν φωτιά. Εκείνη τη στιγμή ένιωσα ότι όλα τελείωσαν...Δίπλα μου οι περισσότεροι συνάδελφοι, κτυπημένοι από
τα βλήματα βογγούσαν. Εν τω μεταξύ η φωτιά μεγάλωνε. Η φόρμα παραλλαγής που φορούσα είχε ήδη ανάψει. Πάνω από το κεφάλι
μου μια εστία φωτιάς μου έκαιγε τα μαλλιά. Κτυπούσα το ένα χέρι μου με το άλλο προσπαθώντας να σβήσω τη φωτιά που με
έκαιγε. Και το αεροσκάφος ήταν φανερό ότι είχε μείνει ακυβέρνητο. Σηκώθηκα όρθιος, γιατί το κάθισμα που καθόμουν είχε  πάρει φωτιά. Ξανάπεσα, όμως, γιατί το αεροσκάφος πήγαινε σαν τρελλό...Δεν ξέρω πως μου ήρθε εκείνη τη στιγμή και με όσες  δυνάμεις μου έμειναν, σύρθηκα μέχρι την πόρτα εξόδου του αεροσκάφους. Ίσως να ήταν και κτυπημένη. Πάντως βρήκα τη δύναμη  και την άνοιξα. Το επόμενο δευτερόλεπτο βρέθηκα στο κενό. 165 μέτρα πιο πέρα το αεροσκάφος καρφώθηκε στη γη μαζί με τους  32 συντρόφους μου, μα εγώ δε το είδα >>.
Αφήγηση του μοναδικού διασωθέντος από την κατάρριψη του αεροσκάφους Καταδρομέα Αθανασίου Ζαφειρίου.
10. Αγύρτα, Βόρεια Λευκωσίας, 22 Ιουλίου 1974.
Μετά την αιχμαλωσία μου εις Άγιον Γεώργιον Κυρήνειας, ήτοι την τρίτην ημέραν της τουρκικής εισβολής, μας μετέφεραν εις  Αγύρταν και από εκεί μας έβαλαν μέσα σε μια μάνδρα, συνολικά 153 πρόσωπα. Το δύσκολο ήταν ότι η μάνδρα , που  εχρησιμοποιείτο για πρόβατα , ήταν πολύ μικρή και δεν μας χωρούσε και μας ανάγκαζαν να κοιμώμαστε ο ένας επάνω στον άλλο.

Η τροφή μας ήταν ένα κομμάτι ψωμί, σχεδόν αντίδωρο, και δύο ελιές την ημέρα. Το πιο δύσκολο ήταν ότι μας έβγαλαν τα
στρατιωτικά ρούχα και τα φόρεσαν αυτοί και μας άφησαν με τα εσώρουχα. Και σαν να μην έφθανε αυτό, ήρθε και η κακοποίησις  αργότερα. Με κτηνώδη τρόπο μας έδεσαν τα μάτια, για να μη βλέπωμε, συνάμα χέρια και πόδια.
Αφήγηση του Λοχαγού Ανδρέα Φωτιάδη, από την Απόβαση του Αναστασίου Γ. Μούσκου.
11. Κυθρέα, Βορειο-ανατολικά Λευκωσίας. Μαρτυρία Σ.Κ. 49 ετών.
Μας έβγαλαν στο δρόμο, μας ηρεύνησαν και μας επήραν όλα τα χρήματά μας και χρυσαφικά ως και ωρολόγια. Κατόπιν πήραν σχοινί και έδεσαν τους άνδρες και τους έσερναν. Μετά πήραν τις δύο κόρες μου 24ων και 19 ετών και την αδελφότεχνην του  ανδρός μου και τες εβίασαν. Εκάστην κοπέλα την εβίασαν τρεις Τούρκοι στρατιώτες εκ Τουρκίας.
Ι.Κ.Μαζαράκη-Αινιάν, Μαρτυρίες από την Κύπρο.
12. Κύπρος, Αύγουστος 1974.
Ώσπου μια ημέρα εμφανίσθηκε εκεί στη γραμμή επαφής ένας ηλικιωμένος άνδρας. Είχε ένα πρόσωπο έντονα και πρόωρα  ρυτιδιασμένο, θλιμμένο, πικρό. Μια φυγούρα τραγική με μια ψυχή αλιτάνευτη, δηλητηριασμένη. Μια τυφλή ύπαρξη, που δεν  δείχνει να εννοή πέρα από το σκοτάδι τι θα μπορούσε να είναι μια αυριανή ημέρα λαμπρή, χωρίς πόνο και μακριά από όποια
συγγένεια και εξοικείωση με την απόγνωση, που προσφέρει η ιδέα του μηδέν.
Πλησίασε τον Μάχο με μια αξιοπρέπεια και συνάμα χαρακτηριστική σεμνότητα. Τέτοια σεμνότητα είναι το ίδιον των  ανωτέρων ανθρώπων. Παρακάλεσε τον Μάχο να του επιτρέψη να πλησιάσει στη γραμμή και με τις διόπτρες να παρατηρήση το σπίτι  του, που ήταν ένα χιλιόμετρο μακρύτερα και τώρα πλέον κάτω από τον τουρκικό στρατιωτικό έλεγχο. Δεν μπορούσε να πλησιάση
περισσότερο. Μέχρις εκεί? Κοίταζε επίμονα το σπίτι του. Ένας κόμπος ανεβοκατέβαινε στον λαιμό του. Έκλαιγε βουβά. Γύρισε
προς τον Μάχο. Του μίλησε με σβυσμένη φωνή.
_ Ζητώ να με συγχωρήσετε κύριε Υπολοχαγέ. Ήθελα να ιδώ το σπίτι μου και να συνδυάσω την εικόνα του σπιτιού με την  εικόνα του γιου μου, που τον μεγάλωσα εκεί. Τώρα πια δεν μπορώ να τον ξαναδώ. Ήταν στρατιώτης. Σκοτώθηκε εκεί πάνω στην  Κερύνεια.
1974-Οι αδικαίωτοι του Υποστρατήγου ε.α. Κωνσταντίνου Αργυρόπουλου.{ Υπολοχαγός Μάχος κατά την εισβολή }.
13. Στρατόπεδο ΕΛΔΥΚ, 15-16 Αυγούστου 1974. Μαρτυρία Λοχία Διονυσίου Πλέσσα.
Τότε ακούμε τον Λοχαγό Σταυριανάκο μέσα από το όρυγμά του, να μας φωνάζει:
Ρε?? Είμαστε άντρες;
Ναι?? Απαντούμε όλοι μαζί.
Και διατάζει ΕΦΟΔΟ. Εμείς είμαστε 33 άτομα. Βάλαμε ξιφολόγχη, βγήκαμε έξω και τους κυνηγήσαμε σε μια ευθεία, ένα επίπεδο. Κάποιοι από τους Τούρκους κατάφεραν να περάσουν το δρόμο και φύγανε προς τον Γερόλακο. Οι περισσότεροι όμως, περίπου 100, κρύφτηκαν πίσω από ένα υδραγωγείο. Βγάζανε το κεφάλι σιγά-σιγά και προσπαθούσαν να περάσουν το δρόμο. Αν
περνούσαν, γλύτωναν. Κάποια στιγμή επιχείρησαν να βγουν όλοι μαζί, οπότε βάλαμε τα πολυβόλα και τους θερίσαμε.
Μας ανέβασε το ηθικό αυτή η εξέλιξη. Μας συγκίνησε ότι το γεγονός αυτό έτυχε την ημέρα της Παναγίας, όπως και το  γεγονός ότι την ημέρα εκείνη, δεν είχαμε καμμιά απώλεια. Τα βράδυα δεν κοιμόμασταν. Το πρωί προσπαθούσαμε να κοιμηθούμε με  βάρδιες, αν δεν γίνονταν μάχες. Με τον Λοχαγό μου μιλούσαμε συχνά. Εγώ ήμουν ο παλιός λοχίας της διμοιρίας και οπωσδήποτε
στον πόλεμο δένεσαι. Ο Λοχαγός Σταυριανάκος θυμάμαι ότι μας είπε κάποια στιγμή:
Εμείς θα μείνουμε εδώ.
Είμαστε Έλληνες?
Ακόμη και αν τα τανκς περάσουν, θα περάσουν από πάνω μας και εμείς θα κτυπήσουμς το πεζικό, που θάρχεται από πίσω.
Ήταν και η τελευταία συζήτηση, που είχα με τον Λοχαγό μου. Στις 16 Αυγούστου τα ξημερώματα άρχισαν να μας βομβαρδίζουν  τα αεροπλάνα. Το μεγάλο μας παράπονο ήταν ότι δεν είχαμε βοήθεια, είχαμε απομονωθεί. Η επίθεση ήταν οργανωμένη και οι  Τούρκοι αυτή τη φορά διέθεταν γύρω στα 200 άρματα σε μια έκταση 10 χιλιομέτρων. Το πρωί, γύρω στις 11.00 φθάσανε κοντά μας  και τότε ακούω τον φίλο μου τον Μάριο τον Βαλακάκη, να μου φωνάζει:
- Σάκη, ο Λοχαγός μας ο Σταυριανάκος σκοτώθηκε. Ο Μάριος Βαλακάκης σκοτώθηκε και εκείνος λίγο αργότερα και δεν  μπόρεσε να μου πει τις λεπτομέρειες.
Οι 1619 αγνοούμενοι του 1974, του Ιωάννη Γ. Βαρνάκου.
14. Περιοχή Λευκωσίας, 15 Αυγούστου 1974.
Επικοινωνούσαμε με τους διπλανούς συμπολεμιστές μας με φωνές και αυτό μας έδινε θάρρος. Το ΠΑΟ [Πυροβόλο άνευ  οπισθοδρόμησης] των 106 χιλιοστών που ήταν πάνω σε ένα τζιπάκι καμουφλαρισμένο ήρθε σε τέτοια θέση, που το έβλεπα να  ρίχνει στα άρματα και να το χειρίζονται 3 Ελληνοκύπριοι αμούστακα παιδάκια. Ήταν τόσο το θάρρος αυτών των αμούστακων  φαντάρων. Γέμιζαν το ΠΑΟ και έριχναν με τόσο μίσος στα άρματα των Τούρκων, που γέμισα με θαυμασμό γι' αυτά τα παιδιά. Όταν
έρχονταν τα αεροπλάνα άφηναν το τζιπάκι και ξάπλωναν κάτω σε τρύπες και ξανά από την αρχή να ρίχνουν στα άρματα? Κάποτε αυτούς τους ήρωες Κύπριους Έλληνες θάθελα να τους συναντήσω και να τους συγχαρώ.
Οι άγνωστοι στρατιώτες της ΕΛ.ΔΥ.Κ. του Αθανασίου Χρυσάφη.
15. Πυρόι, Νοτιοανατολικά Λευκωσίας,17 Αυγούστου 1974.
Ο ανθυπολοχαγός Αλαμπρίτης, αποκομμένος από οποιονδήποτε προϊστάμενο και υπακούοντας στις επιταγές της συνειδήσεώς του  και μόνον, περιερχόταν αδιακόπως στις θέσεις των ανδρών του, έδινε οδηγίες, εμψύχωνε τους μαχητές και ξεκαθάριζε τη θέση  του: << Ενόσω έχουμε σφαίρες, δεν φεύγει κανένας από το χωριό >>. Τελικά περί τη 18.00 ώρα και αφού πείσθηκε ότι το Πυρόι  δεν πέφτει με την πεζούρα μόνη της, ο εχθρός εμφάνισε προ του χωριού άρματα μάχης. Η διμοιρία δεν είχε αντιαρματικό όπλο.
Προ της νέας καταστάσεως και προ του κινδύνου να γραδώσουν μέσα στο χωριό και να τους πάρουν σβάρνα τα άρματα ο  ανθυπολοχαγός αποφάσισε την απαγκίστρωση και σύμπτυξη της διμοιρίας. Δεν είχε άλλη επιλογή. Η σύμπτυξη έγινε με σχέδιο και  τάξη. Η διμοιρία δεν είχε καμμίαν απώλεια. Απίστευτο?
''Κύριοι, πάτε για ύπνο ''του Αντιστρατήγου ε.α. Ελευθερίου Σταμάτη.
ΠΗΓΕΣ.
Μνήμες Πολέμου 1897-1974, μέσα από προσωπικές μαρτυρίες της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού.

Αντιστράτηγος ε.α Κωνσταντίνος Πατιαλιάκας.

Δευτέρα, 13 Αυγούστου 2018

Ποιμαντορική εγκύκλιος του Παν. Μητροπολίτη μας για την εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου


Πρός
Τό χριστεπώνυμον πλήρωμα
τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεώς μας

Χριστιανοί μου ἀγαπητοί,

Ἦλθε καί πάλι ὁ εὐλογημένος Αὔγουστος, γιά νά μᾶς δώσει τήν εὐκαιρία νά τιμήσουμε καί θεοπρεπῶς νά ἑορτάσουμε τήν ἁγία Κοίμηση τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου.
Ὁλόκληρο τόν μῆνα ἡ Ἐκκλησία μας τόν ἔχει ἀφιερώσει στή χάρη της, ἀλλά καί κατά τή διάρκεια ὁλόκληρου τοῦ χρόνου δέν παύει νά τή δοξολογεῖ, νά τήν ὑμνολογεῖ καί οἱ εὐσεβεῖς χριστιανοί τρέχουν κοντά της καί ἀνοίγουν τήν καρδιά τους λέγοντάς της τόν πόνο καί τά βάσανά τους, τίς ἐπιτυχίες καί ἀποτυχίες τους καί ζητώντας λύση στά προβλήματά τους.
Εἶναι βλέπετε Ἐκείνη πού μᾶς πῆρε στήν προστασία της μέ συμβουλή καί παράκληση καί ἐντολή τοῦ Κυρίου μας, ὅταν βρισκόταν ἐπάνω στόν Σταυρό. Τό ἐθελόθυτο θῦμα, ὁ Κύριός μας, βλέποντας τή Μητέρα Του καί τόν ἀγαπημένο μαθητή Του Ἰωάννη δίπλα στόν Σταυρό ἀπευθύνεται στή Μητέρα Του καί τῆς λέγει «Ἰδοῦ ὁ υἱός σου» καί δείχνει τόν Ἰωάννη πού ἐκείνη τήν ὥρα ἐκπροσωποῦσε ὅλους τούς ἀνθρώπους. Ἄρα ὅλοι μας εἴμαστε υἱοθετημένα παιδιά της, γι΄αὐτό ὁ καθένας μας τή θεωρεῖ φιλόστοργη Μητέρα του.
Καί ὅπως τά προβλήματά μας, τίς χαρές καί τίς λύπες μας τά λέμε στή μητέρα μας, ἔτσι καί τά δύσκολα προβλήματα τῆς ζωῆς μας τρέχουμε κοντά στά ἱερά εἰκονίσματά της καί ἐξομολογητικά τά λέμε ὅλα ἐλπίζοντας ὅτι Ἐκείνη θά κάνει αὐτό πού πρέπει, ὅπως πρέπει καί ὅταν πρέπει.
Ἔχουμε τήν πεποίθηση ὅτι ἡ Παναγία μας θέλει νά μᾶς βοηθήσει σάν Μάννα καί μπορεῖ νά μᾶς βοηθήσει σάν Θεομάννα.
Γνωρίζουμε ἀκόμη ἀπό τήν ἐμπειρία τήν ἐκκλησιαστική, ὅτι στόν γάμο τῆς Κανᾶ ἡ Παναγία μας ἄλλαξε τό Πρόγραμμα τοῦ Κυρίου μας, ὁ ὁποῖος, ἐπειδή τόν παρακάλεσε ἡ Μητέρα Του, ἔκανε ἐκεῖ τό πρῶτο θαῦμα. Ἀπό αὐτό τό γεγονός ἔχουμε τή βεβαιότητα ὅτι θά ἀκούσει καί τίς προσευχές τῆς Κυρίας Θεοτόκου, πού κάθε ἡμέρα καί νύχτα προσφέρει γιά τόν καθένα πού τή χρησιμοποιεῖ ὡς μεσίτρια.
Ἀδελφοί μου, ὅλοι εἴμαστε πονεμένοι. Δέν ὑπάρχει κανείς πού νά μήν πόνεσε ἤ νά μήν πονέσει κατά τή διάρκεια τῆς ζωῆς του. Οἱ προγονοί μας, πού ἦταν περισσότερο συνετοί καί παρατηρητικοί ἀπό ἐμᾶς, ἔλεγαν «Τέρας ὅστις διά παντός τοῦ βίου αὐτοῦ ηὐτύχηκε», δηλαδή εἶναι τέρας, παράξενος, ἀφύσικος, πρωτοφανής ἐκεῖνος πού καθόλη τή διάρκεια τῆς ζωῆς του εἶναι εὐτυχισμένος. Ἄρα ὅλοι ὑποκείμεθα στόν πειρασμό καί στή δοκιμασία καί τότε τί κάνουμε; Τό σωστό καί τό δίκαιο καί τό φυσικό ἀλλά καί τό ὠφέλιμο εἶναι νά προστρέξουμε σέ πρόσωπα πού μᾶς ἀγαποῦν εἴτε συγγενικά εἴτε πνευματικά, γιά νά ζητήσουμε τή συμπαράστασή τους. Καί πρέπει νά μήν κλεινόμαστε στόν ἑαυτό μας, ἀλλά νά βρίσκουμε ἀνθρώπους, γιά νά παρηγορούμαστε. Τό κλείσιμο στόν ἑαυτό μας βλάπτει τήν ὑγεία μας καί πληγώνει τήν ψυχή μας δημιουργώντας θλίψη καί κατάθλιψη πού μπορεῖ νά ὁδηγήσει τόν ἄνθρωπο ἀκόμη καί στήν αὐτοκτονία. Ἔχουμε θρηνήσει συνανθρώπους μας πού ἔφθασαν ἐκεί, ἐνῶ δέ θά ἔπρεπε.
Ἄν οἱ συνάνθρωποί μας στή δοκιμασία μας φανοῦν ἀπρόθυμοι νά μᾶς βοηθήσουν, μᾶς περιμένει ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, ἡ πνευματική Μάννα μας ὁλοπρόθυμη νά μᾶς ἀκούσει. Μήν ἀγνοήσουμε αὐτό τό κεφάλαιο, πού εἶναι καί πολύτιμο καί ἀνεξάντλητο. Θά μᾶς ἀκούσει Ἐκείνη καί θά μᾶς βοηθήσει χωρίς ἀναβολή. Ἄλλωστε ὅλοι μας ἔχουμε τήν ἐμπειρία ὅτι, καί νά μήν πάρουμε αὐτό πού ζητήσαμε, ἀμέσως μετά τήν προσευχή μας μπροστά στό εἰκόνισμά της φεύγουμε ξαλαφρωμένοι, ἱκανοποιημένοι και εἰρηνικοί.
Εἶναι χαρακτηριστικό τό τροπάριο τῆς Μεγάλης Παρακλήσεως ὅπου ὁ ἐμπνευσμένος καί πονεμένος συνθέτης καί ποιητής του λέγει πρός τήν Παναγία μας: «Πρὸς τίνα καταφύγω ἄλλην Ἁγνὴ; ποῦ προσδράμω λοιπὸν καὶ σωθήσομαι; ποῦ πορευθῶ; ποίαν δὲ ἐφεύρω καταφυγήν; ποίαν θερμὴν ἀντίληψιν; ποίαν ἐν ταῖς θλίψεσι βοηθόν; Εἰς σὲ μόνην ἐλπίζω, εἰς σὲ μόνην καυχῶμαι, καὶ ἐπὶ σὲ θαρρῶν κατέφυγον». Μέ ἁπλά λόγια ὁ ὑμνογράφος ὡς ἐκπρόσωπος ὅλων μας τῆς λέγει ὅτι δέν εἶναι εὔκολο στή δοκιμασία μας νά εὑρεθεῖ κάποιος πού θά τήν πάρει ἐπάνω του καί θά λύσει τό πρόβλημά μας. Ὅμως καί ἄν κανένας δέν ὑπάρχει, Ἐκείνη, ἡ πνευματική Μάννα μας, εἶναι ἡ ἐλπίδα μας, γι΄ αὐτό σ΄Αὐτή πρέπει μέ θάρρος νά καταφεύγουμε, ἀφοῦ εἶναι «πάντων τῶν χριστιανῶν τό καταφύγιον» καί «ἡ ἐλπίς τῶν ἀπελπισμένων».
Ἀδελφοί μου καί παιδιά μου,
Αἰσθάνομαι μεγάλη χαρά καί συγκίνηση βλέποντάς σας στόν Ναό σήμερα. Σᾶς καμαρώνω γιά τήν ἀγάπη καί τόν σεβασμό πού τρέφετε στήν Παναγία μας. Σᾶς βλέπω ὄρθιους ὧρες πολλές νά παρακολουθεῖτε τή Θεία Λειτουργία καί μέ προσοχή νά ἀκοῦτε τούς θεομητορικούς καί δοξολογητικούς ὕμνους πρός τή Θεοτόκο. Σᾶς βλέπω μέ τά μάτια τῆς ψυχῆς μου καί ὅπου λειτουργῶ καί μέ τά μάτια τοῦ σώματός μου νά κάνετε εὐλαβικά τόν σταυρό σας ὅσες φορές ἀκοῦτε τόν ἱερέα ἤ τόν ἱεροψάλτη ν΄ἀναφέρει τό ὑπερύμνητο ὄνομά Της. Καί ἀπευθύνω καί ἐγώ ἐκείνη τή στιγμή θερμή παράκληση λέγοντάς Της: «Παναγία μου, φύλαξε κάτω ἀπό τήν ἁγία προστατευτική σκέπη Σου ὅλο τόν κόσμο. Τούς ἡλικιωμένους, τούς ἄνδρες καί τίς γυναῖκες καί προπάντων τά παιδιά καί τούς νέους μας. Δῶσε σέ ὅλους φώτιση νά λένε τά πρέποντα καί νά κάνουν αὐτά πού ἐξασφαλίζουν τήν αἰωνιότητα. Στάσου κοντά τους καί ἀπάλυνε τόν πόνο τους καί βοήθησέ τους νά κάνουν πάντα τό καλό, γιά νά δοκιμάζουν χαρά καί εὐτυχία. Δῶσε στή νεολαία μας τά στηρίγματα, γιά νά μήν πέφτουν, καί ἅπλωσε τό χέρι Σου καί ἀνόρθωσε αὐτά τά παιδιά, ὅταν σέ στιγμή ἀδυναμίας πικραίνουν τόν Κύριό μας μέ τά σφάλματά τους. Δῶσε σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους τήν ὁδηγία καί τή συμβουλή πού ἔδωσες στούς ὑπηρέτες στόν γάμο τῆς Κανᾶ, ὅταν τούς εἶπες «ὅ,τι ἄν λέγῃ ὑμῖν ποιήσατε», δηλαδή ὅ,τι σᾶς εἰπεῖ ὁ Χριστός νά τό κάνετε, καί ἔτσι εἶδαν τό θαῦμα».
Μακάρι νά ἀκούσουμε ὅλοι αὐτή τή συμβουλή Της καί νά ὑπακούσουμε στήν ἁγία προτροπή Της, γιά νά γευτοῦμε τά ἀγαθά τῆς γῆς καί ἀπό τώρα νά νιώσουμε τή χαρά καί τήν εὐτυχία τοῦ Παραδείσου.
Εὔχομαι ὁλόψυχα τά χρόνια τῆς ζωῆς σας νά εἶναι πολλά, εὐλογημένα ἀπό τόν Θεό μέ τίς πρεσβεῖες τῆς Παναγίας.
Θερμά σᾶς παρακαλῶ νά θυμηθεῖτε καί ἐφέτος τό καθῆκον σας νά ἐνισχύσετε τόν δίσκο πού θά περιαχθεῖ ὑπέρ τῶν φιλανθρωπικῶν ἱδρυμάτων τῆς Ἱ. Μητροπόλεώς μας. Μέ ἱλαρότητα, μέ καλή διάθεση καί χαρά νά προσφέρετε ὅ,τι σεῖς θεωρεῖτε σωστό, ὥστε ν΄ ἀνακουφισθοῦν καί οἱ ἐμπερίστατοι ἀδελφοί μας πού περιθάλπονται κάτω ἀπό τή στέγη τῆς ἁγίας μας Ἐκκλησίας. Ἐγώ καί γι΄αὐτή τήν πράξη σας σᾶς εὐγνωμονῶ.

Θερμός Εὐχέτης σας πρός τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ  ΜΟΝΕΜΒΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΣΠΑΡΤΗΣ  ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ