23 Οκτωβρίου, 2023
Οἱ Κίνδυνοι τῆς Νοησιαρχίας (Στάρετς Σέργιος)
13 Ιανουαρίου, 2022
Πανδημίας Απόλογος
''Ο Κύριος ἔκτισεν ἐκ γῆς φάρμακα, καὶ ἀνὴρ φρόνιμος οὐ προσοχθιεῖ αὐτοῖς.''
Γεωργίου Δ. Παναγοπούλου Αν. Καθηγητή ΑΕΑ Βελλάς / Ιωαννίνων

Ό,τι ακολουθεί είναι ένας οφειλόμενος λόγος περί της πανδημικής κρίσης, που επιχειρώ να καταθέσω στη βάση ιστορικών δεδομένων, κειμενικών μαρτύρων και της θεολογικής αποτίμησής τους.
α΄ Ο αρχέγονος Χριστιανισμός έναντι των επιδημιών: Η μαρτυρία του Διονυσίου Αλεξανδρείας
Ας δούμε πως αντιμετώπισαν οι Χριστιανοί της Αλεξάνδρειας της Αιγύπτου τον ακραίο πειρασμό λοιμού ενσκήψαντος στο λυκαυγές της εκκλησιαστικής ιστορίας και πιο συγκεκριμένα στο β΄ ήμισυ του 3ου μ.Χ., όπου μας μεταφέρει Επιστολή του αγίου Διονυσίου επισκόπου Αλεξανδρείας (ca 247 - 265). Το σχετικό απόσπασμα μας διασώζει ο ιστορικός Ευσέβιος Καισαρείας (Ἐκκλησιαστική ἱστορία, 7, 22, Loeb Classical Library, vol. 2, London / Harvard Mass. 1942, 184-186):
«… οἱ γοῦν πλεῖστοι τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν δι’ ὑπερβάλλουσαν ἀγάπην καὶ φιλαδελφίαν ἀφειδοῦντες ἑαυτῶν καὶ ἀλλήλων ἐχόμενοι, ἐπισκοποῦντες ἀφυλάκτως τοὺς νοσοῦντας,… θεραπεύοντες ἐν Χριστῷ, συναπηλλάντοντο ἐκείνοις ἀσμενέστατα τοῦ παρ’ ἑτέρων ἀναπιμπλάμενοι πάθους καὶ τὴν νόσον ἐφ’ ἑαυτοὺς ἕλκοντες… οἱ γοῦν ἄριστοι τῶν παρ’ ἡμῖν ἀδελφῶν τοῦτον τὸν τρόπον ἐξεχώρησαν τοῦ βίου… ὡς καὶ τοῦ θανάτου τοῦτο τὸ εἶδος … μηδὲν ἀποδεῖν μαρτυρίου δοκεῖν».
Πρόκειται για ένα έξοχο στιγμιότυπο ηρωϊσμού πίστης και θυσιαστικής αγάπης, που διέκρινε εκφάνσεις του αρχέγονου Χριστιανισμού: Οι Χριστιανοί είδαν στον λοιμό όχι κάποια συνωμοσία, αλλά μια δοκιμασία αρετής και αυθυπέρβασης διά πίστεως και αγάπης προς τον συνάνθρωπο («γυμνάσιον καὶ δοκίμιον»). Μάλιστα οι τελειότεροι εξ αυτών (δεν είναι όλα για όλους!) αφιερώθηκαν στην περίθαλψη των νοσούντων. Eκτέθηκαν έτσι σε ακραίο κίνδυνο και τελείωσαν τον επίγειο βίο τους με τρόπο μαρτυρικό, αφού εν τέλει μολύνονταν από τους ασθενείς που φρόντιζαν και απέθνησκαν. (Εκτός περιπτώσεων εξαιρετικής θεοσημίας, ουδείς είναι σωματικά άτρωτος προ της γενικής Αναστάσεως. Ας θυμηθούμε ότι στο Σύμβολο της Πίστεως λέμε «προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν» και όχι «γέγονεν ἀνάστασις»· πρβλ. Β΄ Τιμ. 2, 17-18).
Θυμίζω ότι την εποχή εκείνη ήταν τελείως άγνωστη η δημόσια ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και βεβαίως ανύπαρκτα τα οργανωμένα νοσηλευτήρια με επαγγελματίες υγείας μισθοδοτούμενους από το Δημόσιο. Αυτό σήμαινε ότι οι βαριά ασθενείς πέθαιναν παντελώς αβοήθητοι. Σε αυτές τις συνθήκες θριάμβευσε η εν Χριστώ αγάπη της «ηρωικής» εποχής της Εκκλησίας μας. Διόλου τυχαία ένας σύγχρονος ερευνητής, o R. Stark, εντοπίζει στην κινητοποίηση των χριστιανών προς ανακούφιση των ασθενών έναν από τους κυριότερους παράγοντες που συνέβαλαν τελικώς στην εδραίωση της χριστιανικής πίστης και την εξαφάνιση του αρχαίου παγανισμού.
Επικαιρικό συμπέρασμα: Όσοι θέλουν να βαδίσουν τη μαρτυρική οδό των πρώτων χριστιανών, αντί να παριστάνουν τον άτρωτο έναντι του κορωνοϊού και να περιφρονούν την εμβολιαστική κάλυψη, τις μάσκες και τα υπόλοιπα υγειονομικά μέτρα περιορισμού του λοιμού, θα μπορούσαν κάλλιστα να μιμηθούν το παράδειγμα των χριστιανών που περιγράφει ο άγιος Διονύσιος Αλεξανδρείας: Ας θέσουν εκοντί και αμισθί εαυτούς στην υπηρεσία του ήδη εξοντωμένου στα Καυδιανά Δίκρανα των νοσοκομείων της χώρας ιατρονοσηλευτικού προσωπικού, καθώς και των νοσηλευομένων…
Αν πάλι αυτό ακούγεται μη ρεαλιστικό λόγω γραφειοκρατικών προβλημάτων και απουσίας αναγκαίας εξειδίκευσης, υπάρχουν ασφαλώς άλλοι τρόποι για να προσφέρει κανείς βοήθεια στους μαχητές της πρώτης γραμμής και φυσικά στους νοσηλευόμενους: Να αυτοπροστατευόμαστε όλοι - και a fortiori οι ανεμβολίαστοι- διά της τηρήσεως των μέτρων υγειονομικής ασφάλειας και χρήσης των λοιπών μέσων που διατίθενται. Με τον τρόπο αυτό θα ελαχιστοποιήσουμε, κατά το εφικτό, το ενδεχόμενο νοσηλείας μας και έτσι θα δημιουργήσουμε περιθώριο αξιοπρεπούς νοσηλείας για τους πλέον απειλούμενους συνανθρώπους μας αλλά και τους βασανιζόμενους από άλλα νοσήματα, οι οποίοι βλέπουν τα χειρουργεία ή τις θεραπείες τους να παραπέμπονται στις «ελληνικές καλένδες». Τι πιο θεάρεστο και φιλάλληλο από το να συμβάλουμε στην αποσυμφόρηση του συστήματος υγείας; Όσο λιγότερη η πίεση στο σύστημα, τόσο περισσότερες οι ζωές που θα σωθούν!
Αυτός, μεταξύ πολλών άλλων, είναι ένας τρόπος να μιμηθούμε τους αρχαίους χριστιανούς, να συνειδητοποιήσουμε, δηλαδή, ότι μια πανδημία δεν αφορά ποτέ κανέναν μας ατομικά και μόνο· μια επιδημική κρίση είναι πάντοτε προσωπική και συλλογική απειλή ταυτόχρονα. Και η υπόθεση της αντιμετώπισής της αφορά όλους μας, ιδίως τα ζωντανά μέλη του εκκλησιαστικού Σώματος. Διόλου τυχαία ο διαπρεπής ιστορικός των επιδημιών John M. Barry υπογράμμισε την σημασία της συνεργασίας του κόσμου, η οποία σε συνδυασμό με τη χρήση ακόμη και μη φαρμακευτικών μέσων (π.χ. μάσκες κ.ά.) μπορεί να σώσει πολλές ζωές.
β΄ Εκκλησία, ιατρική, μετάνοια: Μαρτυρίες από την αγιογραφική, κανονική και υμνογραφική μας παράδοση
Όπως είδαμε, η Εκκλησία δεν αντιμετωπίζει για πρώτη φορά το 2020 λοιμική νόσο. Στην υπερδισχιλιόχρονη ιστορία της γνώρισε αλλεπάλληλους και αναρίθμητους λοιμούς. Όμως το μόνον που δεν έκανε είναι να συναγείρει τα τέκνα της σε διαγωνισμό καλύτερου σεναρίου συνωμοσίας! Ούτε έψαχνε για «αποδιοπομπαίους», οσάκις φούντωνε το κακό· κάθε άλλο! Ένας από τους πολλούς τρόπους -όχι όμως ο μόνος- με τους οποίους αντιμετώπιζε την λοιμική απειλή περιγράφηκε ανωτέρω με βάση την Επιστολή του αγίου Διονυσίου Αλεξανδρείας.
Στο ίδιο πλαίσιο δεν παραθεώρησε τη σπουδαιότητα της ιατρικής επιστήμης ούτε αποσκοράκισε τα φάρμακα. Πώς θα μπορούσε εξάλλου να πράξει κάτι τέτοιο, εφόσον η ίδια Γραφή μας θυμίζει:
«Τίμα ἰατρὸν πρὸς τὰς χρείας αὐτοῦ τιμαῖς αὐτοῦ, καὶ γὰρ αὐτὸν ἔκτισε Κύριος· παρὰ γὰρ ῾Υψίστου ἐστὶν ἴασις, καὶ παρὰ βασιλέως λήψεται δόμα. Ἐπιστήμη ἰατροῦ ἀνυψώσει κεφαλὴν αὐτοῦ, καὶ ἔναντι μεγιστάνων θαυμασθήσεται. Κύριος ἔκτισεν ἐκ γῆς φάρμακα, καὶ ἀνὴρ φρόνιμος οὐ προσοχθιεῖ αὐτοῖς… καὶ αὐτὸς ἔδωκεν ἀνθρώποις ἐπιστήμην ἐνδοξάζεσθαι ἐν τοῖς θαυμασίοις αὐτοῦ» (Σοφ. Σειρ. 38, 1-6)· και πάλι:
«…οὗτος ὁ Θεὸς ἡμῶν, οὐ λογισθήσεται ἕτερος πρὸς αὐτόν. Ἐξεῦρε πᾶσαν ὁδὸν ἐπιστήμης καὶ ἔδωκεν αὐτὴν ᾿Ιακὼβ τῷ παιδὶ αὐτοῦ καὶ ᾿Ισραὴλ τῷ ἠγαπημένῳ ὑπ᾿ αὐτοῦ· μετὰ τοῦτο ἐπὶ γῆς ὤφθη καὶ ἐν τοῖς ἀνθρώποις συνανεστράφη» (Βαρούχ 3, 36)
Γι’ αυτό και ήταν η Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία του Ανατολικού Ρωμαϊκού κράτους ο ιστορικός παράγων που, μέσω φωτισμένων λειτουργών του, δημιούργησε μεσούντος του 4ου αιώνα τον θεσμό του Νοσοκομείου όπως τον γνωρίζουμε σήμερα (η θέση αυτή τεκμηριώθηκε πλήρως στην πολύτιμη μελέτη του Timothy Miller, The Birth of the Hospital in the Byzantine Empire, Baltimore / London, in toto).
Οίκοθεν νοείται ότι η Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία γενικότερα δεν αντιτάχθηκε στην ανάπτυξη εν γένει των επιστημών. Υπό την προϋπόθεση ότι η επιστημονική γνώση δεν απολυτοποιείται η ορθόδοξη ανατολική Παράδοση ουδέποτε υπέκυψε στον πειρασμό μιας ιεροεξεταστικού τύπου γνωσιομαχίας. (Για τη θέση των επιστημών στην ορθόδοξη βυζαντινή αυτοκρατορία βλ. το κατατοπιστικό πόνημα των Μ. Δανέζη / Στρ. Θεοδοσίου, Στα χρόνια του Βυζαντίου, Οι θετικοί επιστήμονες, ιατροί, χρονολόγοι και αστρονόμοι, Αθήνα 2010).
Επί πλέον, πάντοτε η Εκκλησία άδραχνε την ευκαιρία που προσέφεραν οι λοιμοί για να καλέσει τα τέκνα της σε συλλογική και ατομική μετάνοια, αλλαγή βιοτικής πορείας, βαθύτερη συναίσθηση της αμαρτωλότητάς μας και της ανάγκης για επιστροφή στον μόνο «ἰατρόν τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν». Ακόμη και μια φευγαλέα ματιά στις σχετικές ευχές που περιλαμβάνονται στο Ευχολόγιο πείθει κάθε καλόπιστο ενδιαφερόμενο ότι η στάση στην οποία καλούσε τα μέλη της η Εκκλησία, κάθε φορά που ενέσκηπτε λοιμός, δεν ήταν η αλαζονική επίδειξη αφοβίας, δεν ήταν η βεβαιότητα ότι «εμάς» τους «ὑπερλίαν» ορθόδοξους δεν μας «πιάνει» τίποτε, επειδή έχουμε τα θαύματα στον «αυτόματο πιλότο» (το τεράστιο σημερινό θεολογικό και εκκλησιαστικό έλλειμμά μας καταφαίνεται, μεταξύ πολλών άλλων, και στην «μαγική» αντίληψη του θαύματος και την οιηματική προεξόφλησή του)· ήταν αντιθέτως η στάση της βαθιάς συναίσθησης της μηδαμινότητάς μας, της ανάγκης μας για επιστροφή στον Θεό εν μετανοία, εν τέλει η στάση της ταπεινώσεως και της συντριβής.
Με άλλα λόγια η Εκκλησία δεν μετέτρεπε το λοιμό σε αιτία διχασμού, αλλά έβλεπε σε αυτόν μια, κατά θεία ευεργετική παραχώρηση, ευκαιρία συνολικού αναπροσανατολισμού όλων. Ακόμη και οι άγιοι αισθάνονταν αλληλέγγυοι προς τον λαό για τα ανομήματα ή τα υστερήματα του: Ο ησυχαστικότατος άγιος Φιλόθεος ο Κόκκινος (14ος αιώνας) συνέταξε ευχές για περιστάσεις λοιμών και «θανατικού». Σε αυτές η μόνη βεβαιότητα που εκφράζεται είναι η βαθιά αμαρτωλότητα όλων και η πίστη ότι ο Θεός μας αναμένει εν μετανοία και όχι… εν αλαζονεία, μισαλλοδοξία ή ασυναρτησιολογία. Μάλιστα, σε μία εξ αυτών περιγράφει την εικόνα της καθημαγμένης από την επιδημία κοινωνίας με τρόπο αμείλικτα ρεαλιστικό:
«… ἐξηρήμωνται πόλεις, ἠφανίσθησαν ἀγοραί, ἱεραὶ πανηγύρεις καὶ τελεταί, καὶ θείων ὕμνων συστήματα, κατεσιγάσθησαν» (Εὐχολόγιον μέγα, Βενετία 1891, 554).
19 Ιουλίου, 2021
Η ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΗΣ ΙΔΕΑΣ ΠΕΡΙ "ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΥ".

16 Ιουνίου, 2021
Η ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ,ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ , ΣΤΗΝ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ
Τη Δευτέρα 4 Μαρτίου 2019 είχαμε την ιδιαίτερη ευλογία και χαρά να επισκεφθεί το εντευκτήριό μας ο Πανοσιολογιώτατος Αρχιμανδρίτης Αστέριος Χατζηνικολάου, προϊστάμενος της Αδελφότητος Θεολόγων «Ο Σωτήρ», ο οποίος μας μίλησε με θέμα: «Η δυναμική του ανθρώπου στον Παράδεισο, στην Εκκλησία, στην Αιωνιότητα». Διευκρίνισε εξαρχής ότι ο άνθρωπος βρίσκεται σε διαρκή κίνηση και ανάβαση προς τον Θεό. Σε αντίθεση με την στατική κατάσταση των ζώων, ο άνθρωπος συνεχώς εξελίσσεται, προοδεύει και αναδεικνύεται όταν προχωρεί προς την τελείωσή του. Αυτή η δυναμική συνείχε τον προπτωτικό άνθρωπο στον Παράσεισο, διέπει τον μεταπτωτικό άνθρωπο μέσα στην Εκκλησία και θα χαρακτηρίζει τον αναστημένο άνθρωπο στην Αιωνιότητα.
Η δυναμική του ανθρώπου στον Παράδεισο
Σύμφωνα με το βιβλίο της Γένεσης, ο άνθρωπος πλάστηκε κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού. Το κατ’ εικόνα σημαίνει ότι, σε αντίθεση με την υπόλοιπη ορατή δημιουργία, διαθέτει το νοερό και το αυτεξούσιο, έχει ψυχή, είναι λογικός και ελεύθερος, ενώ το καθ’ ομοίωσιν ότι έχει τη δυνατότητα και την τάση να μοιάσει στον Θεό και είναι προικισμένος με χάρη και αγιότητα, που πρέπει όμως να εξελιχθεί και να αυξηθεί. Το κατ’ εικόνα είναι δεδομένο και δεν το χάνει ποτέ, ακόμα κι όταν αμαρτάνει: «Εἰκών εἰμι, τῆς ἀῤῥήτου δόξης σου, εἰ καὶ στίγματα φέρω πταισμάτων» ψάλλουμε στη νεκρώσιμη ακολουθία.
Ο άνθρωπος, λοιπόν, πλάστηκε από τον Θεό φύσει αναμάρτητος και θελήσει αυτεξούσιος, δηλαδή μπορούσε να αμαρτήσει, ωστόσο δεν είχε στη φύση του το να αμαρτάνει, μα στην προαίρεσή του. Η αμαρτία, υπ’ αυτό το πρίσμα, δεν έχει οντολογική, μα ηθική ύπαρξη, υπάρχει μόνο ως κατάσταση, χωρίς να έχει δημιουργηθεί από τον Θεό. Η δε δυναμική με την οποία προικίστηκε ο άνθρωπος είναι να φτάσει από το να μπορεί να μην αμαρτάνει στο να μην μπορεί να αμαρτήσει, όπως ο Θεός. Συνεπώς, δόθηκε η αναμαρτησία στον Παράδεισο ως δωρεά (αφού οι πρωτόπλαστοι δεν είχαν φυσική ροπή προς το κακό), αλλά με προοπτική τελείωσης.
Αυτή η προοπτική εκφράζεται μέσα από τρεις εκφάνσεις της πρόνοιας του Θεού. Πρώτον, η εντολή της νηστείας μέσα στον Παράδεισο τέθηκε ως γύμνασμα, ως αφορμή για αγώνα ώστε να παγιωθεί η αναμαρτησία.
Δεύτερον, ο άνθρωπος είχε στενή επαφή με τον Θεό, διδασκόταν από Αυτόν, δεχόταν αποκαλύψεις, προωθούνταν στο να σκέφτεται, να μιλά (καλούμενος να ονοματίσει τα υπόλοιπα κτιστά όντα). Όλα αυτά φανερώνουν έναν Θεό που φροντίζει για την εξέλιξη και την πρόοδο του πλάσματός του. Τρίτον, ο προπτωτικός άνθρωπος είχε με κάποια δουλειά να ασχοληθεί, έπρεπε κάπως να εργάζεται, όχι βέβαια με τον κόπο που καταβάλλουμε εμείς στην μεταπτωτική κατάσταση. Ο Παράδεισος, λοιπόν, δόθηκε από τον Θεό όχι ως ανάκτορο ανάπαυσης, μα ως σχολείο παιδαγωγίας.
Γιατί όμως ο Θεός έδωσε στον άνθρωπο τη δυνατότητα να προοδεύει και δεν τον κατέστησε εξαρχής τέλειο; Διότι τότε ο έπαινος για την τελειότητα του πλάσματος θα ανήκε μόνο στον κατασκευαστή, ο οποίος για άλλη μια φορά εκδήλωσε την πανσοφία, τη δικαιοσύνη (με την έννοια ότι είναι δίκαιο να αμείψει το πλάσμα του, όταν αγωνίζεται) τη φιλανθρωπία Του, δωρίζοντας στον άνθρωπο το μεγαλείο του καθ’ ομοίωσιν. Δυστυχώς, ο άνθρωπος δεν αναγνώρισε τη σπουδαιότητα αυτού του μεγαλείου, δε σεβάστηκε τη θεία δωρεά με αποτέλεσμα από καθ’ ομοίωσιν Θεού να καλήξει καθ’ ομοίωσιν των αλόγων ζώων, κατά το ψαλμικό «ἄνθρωπος ἐν τιμῇ ὢν οὐ συνῆκε, παρασυνεβλήθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καὶ ὡμοιώθη αὐτοῖς» (Ψαλμ. μη΄13).
Η δυναμική του ανθρώπου στην Εκκλησία
Το θετικό, βέβαια, είναι ότι ο άνθρωπος επιδέχεται τη σωτηρία μέσω της μετανοίας, ενώ ο διάβολος δεν μπορεί να μετανοήσει, διότι γεννώντας ο ίδιος το κακό διέστρεψε τη φύση του, ενώ ο άνθρωπος έχει το «ελαφρυντικό» ότι παρασύρθηκε. Η καλλιέργεια της μετάνοιας και ο δρόμος που οδηγεί στη σωτηρία μετά την έξοδο από τον Παράδεισο κατά την μεταπτωτική περίοδο εντοπίζονται στον χώρο της Εκκλησίας, στον οποίο ο άνθρωπος διατηρεί την τάση για βελτίωση, πρόοδο και εξέλιξη. Περνώντας, λοιπόν, στο δεύτερο τμήμα της ομιλίας του, ο π. Αστέριος ανέφερε ότι ο άνθρωπος εισέρχεται στην Εκκλησία με το Βάπτισμα, μετά το οποίο η ροπή προς την αμαρτία παραμένει ως φυσική ευπάθεια, αλλά πλέον δεν είναι ακατανίκητη. Η δυναμική που διαθέτει τώρα ο άνθρωπος είναι να αγωνίζεται ώστε να ξεπεράσει τα λείψανα της αμαρτίας. Βρισκόμαστε σε συνεχή εγρήγορση και αγώνα «μέχρι καταντήσωμεν οἱ πάντες εἰς τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ, ἵνα μηκέτι ὦμεν νήπιοι, κλυδωνιζόμενοι καὶ περιφερόμενοι παντὶ ἀνέμῳ τῆς διδασκαλίας, ἐν τῇ κυβείᾳ τῶν ἀνθρώπων, ἐν πανουργίᾳ πρὸς τὴν μεθοδείαν τῆς πλάνης, ἀληθεύοντες δὲ ἐν ἀγάπῃ αὐξήσωμεν εἰς αὐτὸν τὰ πάντα, ὅς ἐστιν ἡ κεφαλή, ὁ Χριστός» (Εφεσ. δ΄13-15). Η τελειότητα αναφέρεται στην αγιότερη ζωή, στη συνεχώς αυξανόμενη γνώση του Θεού. Η στατικότητα στην πνευματική ζωή οδηγεί σε οπισθοχώρηση, όπως επίσης και η κίνηση με μειωμένη ταχύτητα είναι επικίνδυνη.
Επομένως, καλούμαστε συνεχώς να πορευόμαστε σταθερά προς τα μπροστά, γνωρίζοντας ότι η τελειότητα δεν είναι πεπερασμένη. Με τα λόγια του αγίου Γρηγορίου Νύσσης: «επί δε της αρετής ένα παρά του αποστόλου τελειότητος όρον εμάθομεν, το μη έχειν αυτήν όρον». Ο άγιος τονίζει ότι η αρετή δεν έχει τέλος, λαμβάνοντας υπόψη τον λόγο του Αποστόλου Παύλου: «οὐχ ὅτι ἤδη ἔλαβον ἢ ἤδη τετελείωμαι, διώκω δὲ εἰ καὶ καταλάβω, ἐφ’ ᾧ καὶ κατελήφθην ὑπὸ τοῦ Χριστοῦ ᾿Ιησοῦ. ἀδελφοί, ἐγὼ ἐμαυτὸν οὔπω λογίζομαι κατειληφέναι· ἓν δέ, τὰ μὲν ὀπίσω ἐπιλανθανόμενος τοῖς δὲ ἔμπροσθεν ἐπεκτεινόμενος κατὰ σκοπὸν διώκω ἐπὶ τὸ βραβεῖον τῆς ἄνω κλήσεως τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ. ὅσοι οὖν τέλειοι, τοῦτο φρονῶμεν·» (Φιλιπ. γ΄ 12-15). Η αρετή δηλαδή δεν τελειώνει ποτέ και αυτή ακριβώς είναι η ομορφιά του πνευματικού αγώνα, το ότι διαρκώς προσφέρεται η χαρά της άφιξης σε υψηλότερα επίπεδα και στόχους. Όσο αγωνίζεται κανείς να γίνει τέλειος, ήδη είναι!
Η δυναμική του ανθρώπου στην Αιωνιότητα
Στη συνέχεια ο π. Αστέριος πέρασε στο τρίτο τμήμα της ομιλίας επισημαίνοντας ότι μετά τον θάνατό μας και τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου, μολονότι θα επέλθει η ανάπαυση, η χαρά, η άρρητη δόξα, αυτό δε σημαίνει ότι θα επικρατεί αδράνεια. Τουναντίον, η προοπτική της συνεχούς τελείωσης που διαθέταμε ως άνθρωποι μέσα στον χώρο της Εκκλησίας όσο βρισκόμασταν εν ζωή δεν χάνεται μετά θάνατον, απλώς αναπροσαρμόζεται με βάση τις συνθήκες της αιωνιότητας, για τις οποίες, ακριβώς επειδή δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα, λίγα μπορούμε να αναφέρουμε. Το πλέον βέβαιο είναι ότι δε θα αποτελεί κατάσταση στασιμότητας, μα δράσης και κίνησης: «ἀλλὰ ἔχεις ὀλίγα ὀνόματα ἐν Σάρδεσιν, ἃ οὐκ ἐμόλυναν τὰ ἱμάτια αὐτῶν, καὶ περιπατήσουσι μετ᾿ ἐμοῦ ἐν λευκοῖς» (Απ. γ΄ 4). Η επουράνια Βασιλεία, λοιπόν, συνιστά δημιουργική κίνηση προς τη γνώση και τη θέα του Θεού σε ένα αιώνιο παρόν: «αὕτη δέ ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὃν ἀπέστειλας ᾿Ιησοῦν Χριστόν.» (Ιωάν. ιζ΄ 3). Η γνώση αυτή του Θεού δεν είναι θεωρητική, μα εμπειρική: η βίωση της θείας χάριτος, η αίσθηση της αγάπης του Θεού και η συνειδητοποίηση των δωρεών Του. Αυτή δε η χάρη, κατά τον άγιο Νικόλαο Καβάσιλα, είναι «δυναμοποιός προς την των μειζόνων κατάληψιν», δηλαδή μας ενισχύει ώστε να θέτουμε και να επιτυγχάνουμε ολοένα υψηλότερους στόχους, κάτι που δεν παύει να ισχύει στον χώρο της αιωνιότητας.
Κατακλείοντας τον λόγο του, ο π. Αστέριος υπογράμμισε ότι, δυστυχώς, η σύγχρονη κοσμική νοοτροπία παρουσιάζοντας τον άνθρωπο ως ένα όν λίγο εξυπνότερο από τον πίθηκο και όχι ως κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού πλασμένο, απεμπολώντας τη σωτηριολογική προοπτική της Εκκλησίας και εμφατικά αρνούμενη τη μετά θάνατον ζωή, αποπροσανατολίζει τον άνθρωπο από την αναγνώριση των τριών αυτών επιπέδων δυναμικής που του επιδαψίλευσε ο Θεός από την άπειρη αγάπη και φιλανθρωπία Του. Γι’ αυτό, λοιπόν, ας βρισκόμαστε σε συνεχή επαγρύπνηση και, κατά την ευχή του αγαπητού μας ομιλητή, ας δοξολογήσουμε τον Κύριο για την υψηλή προοπτική με την οποία μας προίκισε στον Παράδεισο, στην Εκκλησία και στην Αιωνιότητα και ας αγωνιστούμε σθεναρά να καλλιεργούμε αυτή την προοπτική, σεβόμενοι την τιμητική εντολή που Εκείνος μας έδωσε: να γίνουμε κατά χάριν Θεοί. Γένοιτο!
21 Ιανουαρίου, 2021
ΤΑ ΙΕΡΑ ΛΕΙΨΑΝΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΜΑΣ
Πρόκειται γιὰ ἕνα διαρκὲς θαῦμα ποὺ ζοῦμε οἱ πιστοί· γιὰ ἕναν ἀπὸ τοὺς μεγαλύτερους θησαυροὺς τῆς Ὀρθοδοξίας. Εἶναι τὰ ἱερὰ Λείψανα, δηλαδὴ τὰ νεκρὰ πλέον σώματα τῶν Ἁγίων μας, ὁλόκληρα ἢ τμῆμα τους. Ἡ τιμὴ μάλιστα πρὸς αὐτὰ χαρακτηρίζει κατ᾿ ἐξοχὴν ἐμᾶς τοὺς Ὀρθοδόξους. Ἡ τιμὴ πρὸς τὰ ἱερὰ Λείψανα δὲν ἀποτελεῖ δεισιδαιμονία τῶν ἁπλοϊκῶν καὶ ἀκατάρτιστων πιστῶν(*). Στηρίζεται στοὺς λόγους τῆς Ἁγίας Γραφῆς ὅτι τὰ σώματα τῶν πιστῶν «μέλη Χριστοῦ ἐστι» καὶ «ναὸς τοῦ ἐν ἡμῖν Ἁγίου Πνεύματος» (Α´ Κορ. Ϛ´ 15, 19). Βέβαια ὅλων τῶν βαπτισμένων πιστῶν τὰ σώματα εἶναι μέλη Χριστοῦ καὶ ναοὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Στοὺς Ἁγίους ὅμως αὐτὰ ἔχουν τὴν πλήρη ἐφαρμογή τους. Διότι ἐνῶ ἐμεῖς μὲ τὴ χαλαρὴ ζωὴ καὶ τὶς ἁμαρτίες μας διώχνουμε τὴ χάρη ποὺ λαμβάνουμε ἀπὸ τὰ ἱερὰ Μυστήρια, τὴν προσευχὴ κλπ., οἱ Ἅγιοι μὲ τὴ βαθιὰ μετάνοιά τους καὶ τὸν ἔντονο ἀγώνα τους καθαρίζονται ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, νεκρώνουν τὰ πάθη τους, καλλιεργοῦν τὶς ἀρετές, γίνονται ὄντως πνευματοφόροι, ἔχουν διαρκῶς ἔνοικο στὴν καρδιά τους τὸν Θεό. Ἡ ὕπαρξή τους εἶναι πλούσια σὲ ἁγιαστικὴ χάρη, ἡ ὁποία διατηρεῖται στὸ σῶμα τους καὶ μετὰ τὸν θάνατό τους. Γι’ αὐτὸ καὶ πολλὰ ἀπ’ αὐτὰ διατηροῦνται σὲ φυσικὴ θερμοκρασία, εὐωδιάζουν καὶ θαυματουργοῦν. Ἀδιαμφισβήτητη ἁγιογραφικὴ μαρτυρία γιὰ τὴ θαυματουργικὴ δύναμη τῶν ἱερῶν Λειψάνων βρίσκουμε στὸ βιβλίο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης Δ´ Βασιλειῶν. Ἐκεῖ ἀναφέρεται ὅτι, ἐνῶ κάποιοι Ἰσραηλίτες κήδευαν ἕνα νεκρό, ἐμφανίσθηκαν ἀντάρτες Μωαβίτες. Τότε ἐκεῖνοι τρομαγμένοι ἔριξαν τὸ νεκρὸ στὸν τάφο τοῦ προφήτη Ἐλισαίου (ὁ ὁποῖος εἶχε ταφεῖ σὲ σπήλαιο, κατὰ τὴ συνήθεια τῶν Ἰσραηλιτῶν) καὶ ἔτρεξαν νὰ σωθοῦν. Ἡ σορὸς τοῦ νεκροῦ κυλίσθηκε, μέχρι ποὺ ἄγγιξε τὰ ὀστὰ τοῦ προφήτη. Ἀπὸ τὴν ἐπαφὴ ὁ νεκρὸς ἀναστήθηκε (ιγ´ 21)! Ἀλλὰ καὶ οἱ ἅγιοι Πατέρες συμφωνοῦν ὅτι στὰ σώματα τῶν Ἁγίων καὶ μετὰ τὴν ἐκδημία τους ἐνοικεῖ ἡ θεία Χάρις, ἡ ὁποία μεταδίδεται σὲ ὅσους τὰ προσκυνοῦν μὲ εὐλάβεια, καὶ γι᾿ αὐτὸ εἶναι ἄξια πολλῆς τιμῆς. Οἱ ἅγιοι Πατέρες ἦταν θεοφώτιστοι καὶ αὐθεντικοὶ θεολόγοι, ὥστε, ἂν πράγματι ἡ τιμὴ τῶν ἱερῶν Λειψάνων ἦταν δεισιδαιμονία, δὲν θὰ δίσταζαν νὰ τὴ στηλιτεύσουν. Γιὰ παράδειγμα ὁ Μέγας Βασίλειος ἀναφέρει ὅτι, ἐνῶ στὴν ἐποχὴ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ὅποιος ἀκουμποῦσε νεκρὸ ἐθεωρεῖτο ἀκάθαρτος σύμφωνα μὲ τὸν Μωσαϊκὸ Νόμο, τώρα πλέον ὅποιος ἀγγίξει ὀστὰ μάρτυρος «λαμβάνει τινὰ μετουσίαν ἁγιασμοῦ ἐκ τῆς τῷ σώματι παρεδρευούσης χάριτος»· δηλαδὴ ἁγιάζεται, λαμβάνει ἀπὸ τὴν ἁγιαστικὴ χάρη ποὺ σκηνώνει στὸ σῶμα (PG 30, 112C). Ἀλλοῦ πολὺ χαρακτηριστικὰ ὁ ἴδιος ἅγιος Πατὴρ γράφει: Αὐτὰ τὰ ὀστά – καὶ κατ᾿ ἐπέκταση ὁλόκληρο τὸ σῶμα – εἶναι «τὰ συνδιαθλήσαντα τῇ μακαρίᾳ ψυχῇ»· ἀγωνίστηκαν τὸν ἀγώνα τῆς ἀρετῆς μαζὶ μὲ τὴν ψυχή. «Ταῦτα μετ᾿ αὐτῆς στεφανώσει»· αὐτὰ θὰ τὰ στεφανώσει μαζὶ μὲ τὴν ψυχὴ κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς ἀνταποδόσεώς Του τῆς δικαίας, συνεχίζει ὁ ἅγιος, σύμφωνα μὲ τὸ χωρίο τῆς Ἁγίας Γραφῆς ὅτι «δεῖ ἡμᾶς παραστῆναι τῷ βήματι τοῦ Χριστοῦ, ἵνα κομίσηται ἕκαστος πρὸς ἃ ἔπραξε τὰ διὰ τοῦ σώματος» (Β´ Κορ. ε´ 10). Δηλαδή, ἐπειδὴ καὶ τὸ σῶμα κουράστηκε στὴν ἄσκηση (νηστεία, ἁγνότητα, ἀγρυπνία, ἐλεημοσύνες…), δικαίως θὰ δοξασθεῖ ἀπὸ τὸν Θεὸ στὴ βασιλεία Του καὶ ἑνωμένο μὲ τὴν ψυχὴ θὰ ἀπολαύσει Βασιλεία οὐρανῶν (ΕΠΕ 2, 56). Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς σημειώνει μὲ ἔμφαση: «Ὁ Δεσπότης Χριστὸς μᾶς ἔχει χαρίσει σωτήριες πηγὲς τὰ ἱερὰ Λείψανα τῶν ἁγίων, τὰ ὁποῖα ἀναβλύζουν ποικίλες εὐεργεσίες… Ἀλλὰ δὲν εἶναι αὐτοὶ νεκροί. Διότι νεκρὸ σῶμα πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ θαυματουργεῖ; Πῶς μέσῳ αὐτῶν ἀποδιώκονται δαίμονες, θεραπεύονται ἀσθενεῖς, τυφλοὶ ἀποκτοῦν τὸ φῶς τους, λεπροὶ καθαρίζονται, διαλύονται πειρασμοὶ καὶ θλίψεις, καὶ χαρίζεται κάθε δωρεὰ ἀπὸ τὸν Θεό;» (PG 94, 1165AB). Τέλος, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος σὲ κάποια ὁμιλία του ἀπευθύνει ἔντονη προτροπή: «Γι᾿ αὐτὸ μᾶς ἄφησε ὁ Θεὸς τὰ ἱερὰ Λείψανα τῶν Ἁγίων, γιὰ νὰ μᾶς ὁδηγήσει στὸ ζῆλο ἐκείνων καὶ γιὰ νὰ μᾶς χαρίσει ἕνα λιμάνι καὶ μιὰ δυνατὴ παρηγοριὰ στὶς θλίψεις ποὺ συνέχεια μᾶς βρίσκουν. Γι᾿ αὐτὸ παρακαλῶ ὅλους σας, εἴτε εἶναι κάποιος λυπημένος, εἴτε ἄρρωστος ἢ ἀδικεῖται ἢ ἀντιμετωπίζει ὁποιαδήποτε ἄλλη θλίψη τῆς ζωῆς, ἢ βρίσκεται σὲ βάθος ἁμαρτιῶν, ἄς ἔρχεται ἐδῶ μὲ πίστη καὶ ὅλα αὐτὰ θὰ τὰ ἀποβάλει, θὰ φεύγει μὲ πολλὴ χαρὰ καὶ μὲ ἀνακουφισμένη τὴν συνείδηση, καὶ μόνο ποὺ θὰ βλέπει τὸ σκήνωμα τοῦ Ἁγίου» (PG 50, 595-596).
08 Ιανουαρίου, 2021
Γιατί ο Θεός δεν τιμωρεί το κακό αμέσως;

Γιατί ο Θεός δεν τιμωρεί το κακό αμέσως;
Δέν θα έπρεπε, αγαπητοί μου, στον τόπο μας να υπάρχη ούτε ένας άπιστος και άθεος. Γιατί τα χώματά μας είνε αγιασμένα• και οι πέτρες ακόμα θα φωνάζουν, ότι η θρησκεία μας είνε ζωντανή και κάνει θαύματα.
Δυστυχώς όμως τα τελευταία χρόνια υπάρχουν άπιστοι και άθεοι. Γι᾽ αυτούς ο Δαυίδ λέει• «Είπεν άφρων εν καρδία αυτού• Ουκ έστι Θεός» (Ψαλμ. 13,1• 52,2). Δηλαδή• μόνο άνθρωπος που οι διανοητικές του δυνάμεις έχουν διασαλευθή, μόνο αυτός μπορεί να πή ότι δεν υπάρχει Θεός.
Συναντάτε έναν άπιστο και άθεο; Κάντε του μία ερώτησι, και φτάνει• Ασφαλώς, φίλε μου, θα κάθεσαι σε κάποιο σπίτι. Εάν λοιπόν μου πής ότι το σπίτι αυτό φύτρωσε έτσι μόνο του, χωρίς μηχανικό και χτίστη, τότε κ᾽ εγώ θα δεχθώ ότι το μεγάλο σπίτι που λέγεται σύμπαν έγινε μόνο του. «Πάς οίκος κατασκευάζεται υπό τινος, ο δε τα πάντα κατασκευάσας Θεός» (Εβρ. 3,4). Η λογική επιβάλλει να παραδεχθούμε, ότι υπάρχει Θεός δημιουργός του παντός.
Υπάρχουν λοιπόν άπιστοι και άθεοι• υπάρχουν όμως και άλλοι, που λένε ότι πιστεύουν, έρχονται όμως στιγμές που η πίστι τους κλονίζεται. Γιατί; Διότι είνε ανυπόμονοι. Θέλουν, μέσα στο μικρό διάστημα της ζωής αυτής, να δούν να λειτουργή η θεία δικαιοσύνη, το κακό να τιμωρήται αμέσως. Κι όταν βλέπουν, κακοί και εγκληματίες να είνε καλά και να προοδεύουν, όταν βλέπουν το κακό να θριαμβεύη, χάνουν την πίστι τους και λένε• Που είνε ο Θεός; δεν τα βλέπει αυτά; υπάρχει Θεός;…
Μικρέ άνθρωπε, σκουλήκι της γής, που θέλεις με το μυαλουδάκι σου να λύσης όλα τα προβλήματα! Εάν το μυρμήγκι δεν μπορή να ξέρη τι κάνει ο άνθρωπος και να τον σχολιάση, πολύ περισσότερο δεν μπορεί ο άνθρωπος να κρίνη τις βουλές του Θεού. «Τά κρίματα (τού Κυρίου) ωσεί άβυσσος πολλή» (Ψαλμ. 35,6).
Στήν απορία, γιατί ο Θεός δεν τιμωρεί το κακό αμέσως; απαντά ο απόστολος Παύλος και λέει:
Δεν τιμωρεί κεραυνοβόλως τo κακό ο Θεός – γιατί;
Διότι περιμένει τη μετάνοια όλων και μακροθυμεί…
Του μακαριστού Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτη
19 Απριλίου, 2020
Τα Αγνωστα Χρόνια της Ζωής του Χριστού: Πού βρίσκονταν από 13 έως 30 ετών

27 Οκτωβρίου, 2019
Χερουβικός Ύμνος…….
19 Αυγούστου, 2019
Πως πολεμάς τα σαρκικά πάθη;

13 Φεβρουαρίου, 2019
«Εγώ όμως σας λέγω, αγαπάτε τους εχθρούς σας»

25 Οκτωβρίου, 2018
Ὁ Ὑποφήτης τῆς Ἀκριβοῦς Θεολογίας Ἅγιος Ἱερόθεος
Πρωτ. π. Γεωργίου Παπαβαρνάβα
Πρώτον: Πράγματι υπάρχουν άγιοι που έχουν το χάρισμα της θεραπείας σωματικών ασθενειών. Και σήμερα, όπως και παλαιότερα, γίνονται θαύματα, αφού ο Χριστός είναι πάντα ο ίδιος και θαυματουργεί δια των Αγίων Του. “Θαυμαστός ο Θεός εν τοις Αγίοις Αυτού”.
Δεύτερον: Οι σωματικές θεραπίες δεν είναι το μέγιστο χάρισμα ούτε το μέγιστο θαύμα, αλλά ούτε και το ζητούμενο στην ζωή. Οι Άγιοι δεν επιδιώκουν να δουν κάποιο θαύμα στην ζωή τους, αλλά προσπαθούν να ζουν “εν μετανοία”. Σκοπός της ζωής μας είναι η θέωση, η κοινωνία δηλαδή με τον Θεό, που αποκτάται με την μετάνοια και την εφαρμογή των εντολών του Χριστού.
Τρίτον: Τα μεγαλύτερα, τα “κρείττονα” χαρίσματα είναι της αγάπης, της μετανοίας και της θεολογίας.
“Ζηλούται δε τα χαρίσματα τα κρείττονα και ετι καθ’ υπερβολήν οδόν υμίν δείκνυμι· εάν ταις γλώσσαις των ανθρώπων λαλώ και των αγγέλων αγάπην δε μη έχω γέγονα χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον” (Απ. Παύλος).
“Εκείνος που αξιώθηκε να δη τον εαυτό του και να εννοήση την πνευματική του φτώχεια (δηλαδή με την χάρη του Θεού και την βαθειά του μετάνοια έχει αποκτήσει αυτογνωσία), είναι μεγαλύτερος από εκείνον που αξιώθηκε να αναστήση νεκρούς ή να δη τους αγγέλους” (Άγιος Ισαάκ ο Σύρος).
Η θεολογία στην ζωή και διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας ταυτίζεται με την θεοπτία. Θεολόγος είναι αυτός που είδε τον Θεό, μπορεί να ομιλή γι’ Αυτόν και ξέρει να προσεύχεται αληθινά. “Αν είσαι θεολόγος τότε ξέρεις να προσεύχεσαι αληθινά και εάν ξέρης να προσεύχεσαι αληθινά τότε είσαι θεολόγος”. (Όσιος Νείλος ο ασκητής). Θεολόγος είναι αυτός που έχει διάκριση, που είναι σε θέση να διακρίνη το κτιστό από το άκτιστο, το θεϊκό από το δαιμονικό και μπορεί να θεραπεύη την ψυχή. Άλλωστε η πνευματική υγεία, που είναι και το ζητούμενο, έχει άμεση σχέση με την σωματική υγεία, αφού πολλές σωματικές αρρώστειες έχουν σαν αιτία τους ψυχικές ανωμαλίες. Π.χ. δεν συμπαθείς κάποιον και σου ποναει το στομάχι (τις περισσότερες φορές, άλλωστε, πονάει όχι εξ’ αιτίας αυτών που τρώμε, αλλά εξ αιτίας αυτών που μας τρώνε), ή έχεις λογισμούς και υποψίες εναντίον κάποιου και υποφέρεις από πονοκεφάλους.
Η Ορθόδοξη θεολογία δεν έχει να κάνη με εγκεφαλικές διεργασίες και στοχασμούς, αλλά σχετίζεται, πρωτίστως και κυρίως, με την καρδιά, την πνευματική καρδιά, που είναι ο χώρος στον οποίον αποκαλύπτεται ο Θεός. Αληθινοί θεολόγοι είναι όσοι βιώνουν τον Θεό και έχουν νικήσει, έχουν υπερβεί τον θάνατο στα όρια της προσωπικής τους ζωής. Ένας τέτοιος Άγιος, Θεολόγος και Πατήρ της Εκκλησίας μας είναι και ο Άγιος Ιερόθεος, Επίσκοπος Αθηνών, μαθητής του Αποστόλου Παύλου και διδάσκαλος του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου. Είναι, όπως τονίζεται και στο “Απολυτίκιό” του, υποφήτης της ακριβούς θεολογίας, δηλαδή μέγας θεολόγος και ερμηνευτής των θεολόγων, καθώς και μεγάλος υμνολόγος, αφού στην Κοίμηση της Θεοτόκου ήταν παρών και ανέπεμπε ύμνους προς την Παναγία. “Ήτον έξαρχος μετά τους Αποστόλους των θείων υμνωδιών, όλος εκδημών, όλος εξιστάμενος εαυτού, και την προς τα υμνούμενα κοινωνίαν πάσχων· διό και από όλους όσοι τον ήκουον και τον έβλεπον και τον ήξευρον πρότερον και δεν τον ήξευρον, εκρίνετο ότι είναι θεόληπτος και θείος υμνολόγος” (Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης).
Γνήσιος μαθητής του Αποστόλου των εθνών έπαθε και έμαθε τα θεία. Αφού απαρνήθηκε τα είδωλα, βίωσε την μετάνοια και την αληθινή αγάπη και έφθασε στην θεωρία του Θεού, που ταυτίζεται με την θεολογία, γι’ αυτό και ο λόγος του έχει ζωντάνια και αμεσότητα, είναι πραγματική μυσταγωγία. “Ώφθης θεολογίας αληθούς υποφήτης, δι’ ής μυσταγωγούμεθα πάτερ τα κρείττονα.
Αυτό που έχει ανάγκη σήμερα ο κόσμος, κουρασμένος από τα κενά λόγια, είναι όχι οι στοχασμοί και οι αποστεωμένοι εγκεφαλικοί λόγοι, αλλά ο ζωντανός θεολογικός λόγος, ο οποίος προσφέρει αληθινή παράκληση, επειδή δεν προκαλεί, αλλά παρακαλεί, δηλαδή παρηγορεί την καρδιά. Και αυτό, διότι δεν είναι λόγος κενός, αλλά καινός που καινοποιεί, αναγεννά και ζωοποιεί. Προσφέρει νόημα ζωής, αγάπη για την πραγματική ζωή, όχι απλώς για την βιολογική ύπαρξη, αφού άλλο ζωή και άλλο βιολογική ύπαρξη, άλλο βίος και άλλο πολιτεία και αληθινή βιοτή, δηλαδή, ζωή “εν τω Θεώ”.
Ο Απόστολος Παύλος προτρέπει να επιδιώκουμε να αποκτήσουμε τα χαρίσματα τα “κρείττονα”, δηλαδή την αγάπη, την μετάνοια και την θεολογία. Ο υποφήτης της ακριβούς θεολογίας, Άγιος Ιερόθεος, μυσταγωγεί και μυεί στα κρείττονα. Η συνεχής ενασχόληση μόνο με τα ελάσσονα μήπως φανερώνει πνευματική φτώχεια και ρηχότητα;
http://www.parembasis.gr/index.php/el/menu-teyxos-21/3941-1997-21-06
26 Ιουνίου, 2018
Ὁ μέγας Προφήτης, Ἱερεύς, Βασιλεύς

https://www.osotir.org/2014/03/07/o-megas-profitis-iereus-vasileus/
13 Ιουνίου, 2018
Η έννοια της Αυτονομίας κατά τον Ιμμάνουελ Καντ
Σύμφωνα με τον Νικόλαο Κόϊο, στον Καντ δεν υπάρχει καμία σαφώς διατυπωμένη ανθρωπολογία στο έργο του περί ηθικής. Παρά ταύτα όμως υπάρχουν κάποιες διάχυτες ανθρωπολογικές αντιλήψεις, όπως ο εξής δυαλισμός: εμπειρική πραγματικότητα από τη μία (σώμα-συναίσθημα), και ανθρώπινη λογική και βούληση από την άλλη. Οτιδήποτε υπάρχει στην εμπειρική πραγματικότητα υπόκειται σε αναγκαιότητες (ή ροπές), ενώ η ανθρώπινη λογική και βούληση είναι ad hoc ελεύθερες [18]. Έτσι η ηθική μπορεί να είναι ελεύθερη και απόλυτη μόνο όταν είναι απαλλαγμένη από την επιρροή της εμπειρικής πραγματικότητας.
Ο ηθικός νόμος θεσπίζεται αυτόνομα από τον ίδιο τον άνθρωπο και πρέπει να αποβλέπει στην ελευθερία. Συνεπώς ο Καντ, προκειμένου να θεμελιώσει την αυτονομία στην ηθική, υποστηρίζει ότι ο ηθικός νόμος τίθεται μόνο με τη χρήση της καθαρής λογικής, της κριτικής ικανότητας και της αγαθής ανθρώπινης βούλησης. Ο Καντ αποθεώνει αυτές τις τρεις λειτουργίες του ανθρώπου και θέτει την εξής θεμελιώδη πρόταση: «Από όλα όσα μπορούν να νοηθούν μέσα στον κόσμο ή και έξω απ’ αυτόν δεν υπάρχει τίποτε άλλο, που να μπορεί να θεωρηθεί ως καλό χωρίς περιορισμό, εκτός από μια καλή θέληση» [19].
Το επίκεντρο της Καντιανής ηθικής στηρίζεται πάνω σ’ αυτές τις δύο έννοιες-κλειδιά: η καθαρή λογική, και η αγαθή βούληση. Υποστηρίζει ότι ο ηθικός νόμος δεν βρίσκεται «ούτε στον ουρανό ούτε στη γη» [20], δηλαδή, ούτε στην θρησκευτική εξουσία ούτε στην εμπειρική πραγματικότητα [21]. Στην πρώτη περίπτωση ο ηθικός νόμος προέρχεται από κάποιον «κηδεμόνα», ο οποίος είναι έτερος του ανθρώπου (θεότητα), οπότε πέφτουμε στην ετερονομία. Στην δεύτερη, από την έμφυτη αίσθηση του ανθρώπου, που δεσμεύεται από ανθρώπινες ροπές και επιθυμίες (ψυχισμός). Και στις δύο περιπτώσεις, οι νόμοι μπορεί να είναι καλύτεροι από το τίποτα, αλλά «δεν μπορούν να δώσουν αξιώματα αυτά που υπαγορεύει η λογική» [22]. Κατά τον Καντ, αυτά τα αξιώματα πρέπει να προέρχονται από κάποια a priori πηγή, δηλαδή εκ των προτέρων υπάρχουσα και καθολική σ’ όλα τα έλλογα όντα. Επομένως, καθαρή ηθική είναι η απαλλαγμένη από την εμπειρική πραγματικότητα και την θρησκευτική εξουσία, δηλαδή απ’ οτιδήποτε θεωρείται ως ετερόνομο στοιχείο. Έπειτα, το υποκείμενο, στηριζόμενο στην καθαρή λογική, η οποία καθορίζει την ηθική συμπεριφορά, μέσω της χρήσης της αγαθής βούλησης, θεσπίζει τον εκ των προτέρων υπάρχοντα ηθικό νόμο. Κατ’ αυτόν τον τρόπο επιτυγχάνεται η αυτονομία του.
Βεβαίως στον Καντ αυτονομία ουδέποτε σημαίνει αυθαιρεσία, αλλά δέσμευση και υπακοή στον ηθικό νόμο. Εδώ εισάγει την έννοια του καθήκοντος, κατά την οποία ο άνθρωπος πράττει κάτι επειδή υπακούει σε μία κατηγορική προστακτική του τύπου: «Πράττε έτσι γιατί πρέπει να πράξεις έτσι…», κι όχι «πράττε έτσι με σκοπό να…». Δηλαδή στον Καντ καθήκον σημαίνει να πράττεις την ηθική πράξη μόνο και μόνο επειδή είναι ηθική πράξη, κι όχι για οποιονδήποτε άλλο λόγο και σκοπό. Με άλλα λόγια, πρέπει η ηθική πράξη να αποτελεί αυτοσκοπό κι όχι μέσο προς επίτευξη κάποιου άλλου σκοπού. Επίσης η πράξη αυτή του ανθρώπου πρέπει να ακολουθεί και την άλλη κατηγορική προστακτική που εξασφαλίζει την καθολική ισχύ του ηθικού νόμου: «Πράττε σά να έπρεπε ο γνώμονας της πράξης σου[…], να γίνει με τη θέλησή σου καθολικός νόμος» [23].
Ακολουθεί λοιπόν ο άνθρωπος ένα νόμο, ο οποίος δεν προέρχεται έξω απ’ αυτόν, αλλά τον θέτει ο ίδιος. Από τη στιγμή όμως που τον θέσει πρέπει να τον τηρεί τυφλά από καθήκον. Αυτό δεν είναι ετερονομία αλλά αυτονομία, γιατί υπακοή στον ηθικό νόμο που έθεσε ο ίδιος σημαίνει υπακοή στην ανθρώπινη λογική. Καθήκον, κατά τον Καντ, όπως το παρουσιάζει ο Κων. Δεληκωσταντής, είναι ο τρόπος με τον οποίο ο άνθρωπος ζει ως ηθικό όν και πραγματοποιεί την αυτόνομη ελευθερία του [24].
18. Ό.π., σ. 41.
19. Immanuel Kant, Τα θεμέλια της Μεταφυσικής των ηθών, εκδ. Δωδώνη, Εισ.- Μτφρ.- Σχόλια Γιάννη Τζαβάρα, Αθήνα-Γιάννινα 1984, σ. 33.
20. Ό.π., σ. 77.
21. Βλ. Ό.π., υποσ. 101.
22. Ό.π., σ. 77-78.
23. Πρβλ. Νικολάου Κόϊου, Ό.π., σ. 176.
24. Βλ. Κώστα Δεληκωσταντή, Ό.π., σ. 79

