Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θεολογια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θεολογια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

23 Οκτωβρίου, 2023

Οἱ Κίνδυνοι τῆς Νοησιαρχίας (Στάρετς Σέργιος)

Ὅπως πολλοὶ Ρῶσοι πνευματικοί, ὁ Γέροντας (Στάρετς Σέργιος) εἶναι ἰδιαίτερα ἐπικριτικὸς ἀπέναντι στὴν ὑπερεκτίμηση τῶν διανοητικῶν ἱκανοτήτων ποὺ συναντοῦμε στὸν δυτικὸ κόσμο. Ἡ δυτικὴ Χριστιανοσύνη ὑπέφερε ἀπὸ αὐτὴ τὴν ὑπερεκτίμηση κατὰ τὸν Μεσαίωνα, ὅπου ἡ θεολογία, ὑπὸ τὴν ἐπήρεια τοῦ σχολαστικοῦ ὀρθολογισμοῦ, εἶχε καταλήξει νὰ εἶναι μία ἀποκλειστικὰ ἐννοιολογικὴ ἄσκηση, καὶ ἡ πίστη πολλῶν χριστιανῶν εἶχε περιοριστεῖ σὲ ἰδέες περὶ Θεοῦ.
Ὁ Γέροντας συχνὰ ἀναφερόταν στὸ σύντομο διήγημα τοῦ Ντοστογιέφσκυ, Τὸ Ὑπόγειο, ὅπου ὁ συγγραφέας ἀσκεῖ κριτικὴ κατὰ τοῦ «Εὐκλειδείου πνεύματος», δηλαδὴ κατὰ τοῦ ὀρθολογισμοῦ καὶ τῆς δυτικῆς νοησιαρχίας. Ὁ Γέροντας στὴ διδασκαλία του πολλὲς φορὲς ἐκφράζει τὴν ἀντίθεσή του στὸ νὰ βιώνουμε τὴν πίστη μὲ τρόπο διανοητικὸ καὶ νὰ μελετοῦμε τὴ Γραφὴ ἢ νὰ «θεολογοῦμε» μὲ τρόπο ὑπερβολικὰ ἐννοιολογικό. Μᾶς βεβαιώνει ὅτι ὁ νοῦς δὲν ἀντιπροσωπεύει παρὰ τὸ εἴκοσι πέντε τοῖς ἑκατὸ τῶν λειτουργιῶν τοῦ ἀνθρώπου, κατὰ συνέπεια δὲν θὰ πρέπει νὰ κατέχει στὴν πνευματικὴ ζωὴ μεγαλύτερο μερίδιο ἀπὸ ὅσο πραγματικά τοῦ ἀναλογεῖ.

Ὑπογραμμίζει τὴν ἀνάγκη ὁ νοῦς, ὄχι μόνο στὴν προσευχὴ ἀλλὰ καὶ σὲ ὅλες τὶς ἄλλες δραστηριότητες τῆς πνευματικῆς ζωῆς, νὰ λειτουργεῖ ἑνωμένος μὲ τὴν καρδιά. Ὁ νοῦς ἀποδεικνύεται περισσότερο διαυγὴς καὶ λειτουργεῖ ἀκόμη καλύτερα ὅταν δὲν λειτουργεῖ αὐτόνομα, ἀλλὰ εἶναι ἑνωμένος μὲ τὴν καρδιὰ τὴν ὁποία καὶ ἀκολουθεῖ. Ἡ λογικὴ νὰ μὴν ἀσκεῖται αὐτόνομα παρὰ μόνο γιὰ νὰ ἀναμετρᾶ τὰ ὅρια καὶ τοὺς κινδύνους της.
Ἐδῶ βρίσκουμε ξανὰ ἕνα θέμα τοῦ Pascal οἰκεῖο στοὺς κύκλους τῶν ὑπαρξιστῶν χριστιανῶν, ὅπου συνήθιζε νὰ συχνάζει καὶ ὁ Γέροντας κατὰ τὴ νεότητά του. Ἡ δράση τοῦ ὀρθολογισμοῦ εἶναι δικαιολογημένη ὡς παιδαγωγικὴ ἐργασία γιὰ τοὺς ἄλλους, ἀλλὰ ὄχι γιὰ ἐμᾶς τοὺς ἴδιους. Τὰ λογικὰ ἐπιχειρήματα μποροῦν ἐνδεχομένως νὰ χρησιμοποιηθοῦν γιὰ νὰ ἐκφράσουν καὶ νὰ κοινοποιήσουν τὶς ἀλήθειες τῆς πίστεως, δὲν εἶναι ὅμως ποτὲ τὰ καλύτερα.
Ὁ Γέροντας τονίζει ὅτι στὴν ἄλλη ζωὴ οἱ διανοητικὲς θεωρήσεις θὰ μᾶς εἶναι ἐντελῶς ἄχρηστες. Σημειώνει ὅτι οἱ ἁπλοὶ ἄνθρωποι συχνὰ τὰ καταφέρνουν καλύτερα στὴν πνευματικὴ ζωὴ ἀπ’ ὅ,τι οἱ διανοούμενοι (ἄποψη ποὺ ἐνστερνιζόταν καὶ ὁ φίλος του γέροντας Σωφρόνιος).
Ὁ Γέροντας ἐπιμένει στὸ γεγονὸς ὅτι δὲν ὀφείλουμε μόνο νὰ γνωρίσουμε ἢ νὰ καταλάβουμε τὸν Θεό, ἀλλὰ νὰ Τὸν ἀγαπήσουμε. Γιὰ τὸν πατέρα Σέργιο εἶναι πολὺ σημαντικὸ νὰ μὴν προσβάλουμε τὸ μυστήριο τοῦ Θεοῦ προσπαθώντας νὰ τὸ ἀναλύσουμε διανοητικά. Δὲν χρειάζεται νὰ ἐξιχνιάσουμε αὐτὸ τὸ μυστήριο (ἀκόμη καὶ ἂν ἦταν δυνατὸ νὰ τὸ κάνουμε), ἀλλὰ νὰ τὸ ἀποδεχθοῦμε, νὰ τὸ σεβαστοῦμε καὶ νὰ τὸ λατρεύσουμε μετὰ φόβου καὶ ἀγάπης.
Ὁ Γέροντας, ὅπως καὶ ὁ ἥρωας τοῦ Ὑπογείου τοῦ Ντοστογιέφσκυ, ἔλεγε συχνὰ γι’ αὐτὸ τὸ θέμα, μὲ τρόπο ποὺ χωρὶς ἀμφιβολία σοκάρει τὴ δυτικὴ διανόηση: «Εἶμαι εὐχαριστημένος ὅταν δὲν γνωρίζω». Θεωροῦσε οὐσιαστικὸ νὰ κρατήσει – ἢ νὰ ξαναβρεῖ, ἂν τὴν εἶχε χάσει-, τὴν αἴσθηση τοῦ μυστηρίου. Καὶ θεωροῦσε, κατὰ τρόπο παράδοξο, ὅτι ὅταν ἀποδεχόμαστε τὴν ἄγνοιά μας, τότε ἀνοίγεται μπροστὰ μας ἡ πραγματικὴ γνώση τῶν πνευματικῶν ἀληθειῶν, καὶ ὅταν ἀρνούμαστε νὰ γνωρίσουμε τὸν Θεό, τότε τὰ μυστήριά Του μᾶς ἀποκαλύπτονται. Ὁ Γέροντας ἐξέφραζε ἔτσι μὲ τὸν πιὸ ἁπλὸ καὶ βιωματικὸ τρόπο τὴν πεμπτουσία τῆς ἀποφατικῆς παραδόσεως τῆς Ὀρθόδοξης θεολογίας.

https://agiazoni.gr/slug-9/

13 Ιανουαρίου, 2022

Πανδημίας Απόλογος

 ''Ο Κύριος ἔκτισεν ἐκ γῆς φάρμακα, καὶ ἀνὴρ φρόνιμος οὐ προσοχθιεῖ αὐτοῖς.''

 Γεωργίου  Δ. Παναγοπούλου Αν. Καθηγητή ΑΕΑ Βελλάς / Ιωαννίνων

Ό,τι ακολουθεί είναι ένας οφειλόμενος λόγος περί της πανδημικής κρίσης, που επιχειρώ να καταθέσω στη βάση ιστορικών δεδομένων, κειμενικών μαρτύρων και της θεολογικής αποτίμησής τους.

α΄ Ο αρχέγονος Χριστιανισμός έναντι των επιδημιών: Η μαρτυρία του Διονυσίου Αλεξανδρείας

Ας δούμε πως αντιμετώπισαν οι Χριστιανοί της Αλεξάνδρειας της Αιγύπτου τον ακραίο πειρασμό λοιμού ενσκήψαντος στο λυκαυγές της εκκλησιαστικής ιστορίας και πιο συγκεκριμένα στο β΄ ήμισυ του 3ου μ.Χ., όπου μας μεταφέρει Επιστολή του αγίου Διονυσίου επισκόπου Αλεξανδρείας (ca 247 - 265). Το σχετικό απόσπασμα μας διασώζει ο ιστορικός Ευσέβιος Καισαρείας (Ἐκκλησιαστική ἱστορία, 7, 22, Loeb Classical Library, vol. 2, London /  Harvard Mass. 1942, 184-186):

«… οἱ γοῦν πλεῖστοι τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν δι’ ὑπερβάλλουσαν ἀγάπην  καὶ φιλαδελφίαν ἀφειδοῦντες ἑαυτῶν καὶ ἀλλήλων ἐχόμενοι, ἐπισκοποῦντες ἀφυλάκτως τοὺς νοσοῦντας,… θεραπεύοντες ἐν Χριστῷ, συναπηλλάντοντο ἐκείνοις ἀσμενέστατα τοῦ παρ’ ἑτέρων ἀναπιμπλάμενοι πάθους καὶ τὴν νόσον ἐφ’ ἑαυτοὺς ἕλκοντες… οἱ γοῦν ἄριστοι τῶν παρ’ ἡμῖν ἀδελφῶν τοῦτον τὸν τρόπον ἐξεχώρησαν τοῦ βίου… ὡς καὶ τοῦ θανάτου τοῦτο τὸ εἶδος … μηδὲν ἀποδεῖν μαρτυρίου δοκεῖν». 

Πρόκειται για ένα έξοχο στιγμιότυπο ηρωϊσμού πίστης και θυσιαστικής αγάπης, που διέκρινε εκφάνσεις του αρχέγονου Χριστιανισμού: Οι Χριστιανοί είδαν στον λοιμό όχι κάποια συνωμοσία, αλλά μια δοκιμασία αρετής και αυθυπέρβασης διά πίστεως και αγάπης προς τον συνάνθρωπο («γυμνάσιον καὶ δοκίμιον»). Μάλιστα οι τελειότεροι εξ αυτών (δεν είναι όλα για όλους!) αφιερώθηκαν στην περίθαλψη των νοσούντων. Eκτέθηκαν έτσι σε ακραίο κίνδυνο και τελείωσαν τον επίγειο βίο τους με τρόπο μαρτυρικό, αφού εν τέλει μολύνονταν από τους ασθενείς που φρόντιζαν και απέθνησκαν. (Εκτός περιπτώσεων εξαιρετικής θεοσημίας, ουδείς είναι σωματικά άτρωτος προ της γενικής Αναστάσεως. Ας θυμηθούμε ότι στο Σύμβολο της Πίστεως λέμε «προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν» και όχι «γέγονεν ἀνάστασις»· πρβλ. Β΄ Τιμ. 2, 17-18).

Θυμίζω ότι την εποχή εκείνη ήταν τελείως άγνωστη η δημόσια ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και βεβαίως ανύπαρκτα τα οργανωμένα νοσηλευτήρια με επαγγελματίες υγείας μισθοδοτούμενους από το Δημόσιο. Αυτό σήμαινε ότι οι βαριά ασθενείς πέθαιναν παντελώς αβοήθητοι. Σε αυτές τις συνθήκες θριάμβευσε η εν Χριστώ αγάπη της «ηρωικής» εποχής της Εκκλησίας μας. Διόλου τυχαία ένας σύγχρονος ερευνητής, o R. Stark, εντοπίζει στην κινητοποίηση των χριστιανών προς ανακούφιση των ασθενών έναν από τους κυριότερους παράγοντες που συνέβαλαν τελικώς στην εδραίωση της χριστιανικής πίστης και την εξαφάνιση του αρχαίου παγανισμού.  

Επικαιρικό συμπέρασμα: Όσοι θέλουν να βαδίσουν τη μαρτυρική οδό των πρώτων χριστιανών, αντί να παριστάνουν τον άτρωτο έναντι του κορωνοϊού και να περιφρονούν την εμβολιαστική κάλυψη, τις μάσκες και τα υπόλοιπα υγειονομικά μέτρα περιορισμού του λοιμού, θα μπορούσαν κάλλιστα να μιμηθούν το παράδειγμα των χριστιανών που περιγράφει ο άγιος Διονύσιος Αλεξανδρείας: Ας θέσουν εκοντί και αμισθί εαυτούς στην υπηρεσία του ήδη εξοντωμένου στα Καυδιανά Δίκρανα των νοσοκομείων της χώρας ιατρονοσηλευτικού προσωπικού, καθώς και των νοσηλευομένων…

Αν πάλι αυτό ακούγεται μη ρεαλιστικό λόγω γραφειοκρατικών προβλημάτων και απουσίας αναγκαίας εξειδίκευσης, υπάρχουν ασφαλώς άλλοι τρόποι για να προσφέρει κανείς βοήθεια στους μαχητές της πρώτης γραμμής και φυσικά στους νοσηλευόμενους: Να αυτοπροστατευόμαστε όλοι - και a fortiori οι ανεμβολίαστοι- διά της τηρήσεως των μέτρων υγειονομικής ασφάλειας και χρήσης των λοιπών μέσων που διατίθενται. Με τον τρόπο αυτό θα ελαχιστοποιήσουμε, κατά το εφικτό, το ενδεχόμενο νοσηλείας μας και έτσι θα δημιουργήσουμε περιθώριο αξιοπρεπούς νοσηλείας για τους πλέον απειλούμενους συνανθρώπους μας αλλά και τους βασανιζόμενους από άλλα νοσήματα, οι οποίοι βλέπουν τα χειρουργεία ή τις θεραπείες τους να παραπέμπονται στις «ελληνικές καλένδες». Τι πιο θεάρεστο και φιλάλληλο από το να συμβάλουμε στην αποσυμφόρηση του συστήματος υγείας; Όσο λιγότερη η πίεση στο σύστημα, τόσο περισσότερες οι ζωές που θα σωθούν!

Αυτός, μεταξύ πολλών άλλων, είναι ένας τρόπος να μιμηθούμε τους αρχαίους χριστιανούς, να συνειδητοποιήσουμε, δηλαδή, ότι μια πανδημία δεν αφορά ποτέ κανέναν μας ατομικά και μόνο· μια επιδημική κρίση είναι πάντοτε προσωπική και συλλογική απειλή ταυτόχρονα. Και η υπόθεση της αντιμετώπισής της αφορά όλους μας, ιδίως τα ζωντανά μέλη του εκκλησιαστικού Σώματος. Διόλου τυχαία ο διαπρεπής ιστορικός των επιδημιών John M. Barry υπογράμμισε την σημασία της συνεργασίας του κόσμου, η οποία σε συνδυασμό με τη χρήση ακόμη και μη φαρμακευτικών μέσων (π.χ. μάσκες κ.ά.) μπορεί να σώσει πολλές ζωές.

β΄ Εκκλησία, ιατρική, μετάνοια: Μαρτυρίες από την αγιογραφική, κανονική και υμνογραφική μας παράδοση

Όπως είδαμε, η Εκκλησία δεν αντιμετωπίζει για πρώτη φορά το 2020 λοιμική νόσο. Στην υπερδισχιλιόχρονη ιστορία της γνώρισε αλλεπάλληλους και αναρίθμητους λοιμούς. Όμως το μόνον που δεν έκανε είναι να συναγείρει τα τέκνα της σε διαγωνισμό καλύτερου σεναρίου συνωμοσίας! Ούτε έψαχνε για «αποδιοπομπαίους», οσάκις φούντωνε το κακό· κάθε άλλο! Ένας από τους πολλούς τρόπους -όχι όμως ο μόνος- με τους οποίους αντιμετώπιζε την λοιμική απειλή περιγράφηκε ανωτέρω με βάση την Επιστολή του αγίου Διονυσίου Αλεξανδρείας.

Στο ίδιο πλαίσιο δεν παραθεώρησε τη σπουδαιότητα της ιατρικής επιστήμης ούτε αποσκοράκισε τα φάρμακα. Πώς θα μπορούσε εξάλλου να πράξει κάτι τέτοιο, εφόσον η ίδια Γραφή μας θυμίζει:

«Τίμα ἰατρὸν πρὸς τὰς χρείας αὐτοῦ τιμαῖς αὐτοῦ, καὶ γὰρ αὐτὸν ἔκτισε Κύριος· παρὰ γὰρ ῾Υψίστου ἐστὶν ἴασις, καὶ παρὰ βασιλέως λήψεται δόμα. Ἐπιστήμη ἰατροῦ ἀνυψώσει κεφαλὴν αὐτοῦ, καὶ ἔναντι μεγιστάνων θαυμασθήσεται. Κύριος ἔκτισεν ἐκ γῆς φάρμακα, καὶ ἀνὴρ φρόνιμος οὐ προσοχθιεῖ αὐτοῖς… καὶ αὐτὸς ἔδωκεν ἀνθρώποις ἐπιστήμην ἐνδοξάζεσθαι ἐν τοῖς θαυμασίοις αὐτοῦ» (Σοφ. Σειρ. 38, 1-6)· και πάλι:

«…οὗτος ὁ Θεὸς ἡμῶν, οὐ λογισθήσεται ἕτερος πρὸς αὐτόνἘξεῦρε πᾶσαν ὁδὸν ἐπιστήμης καὶ ἔδωκεν αὐτὴν ᾿Ιακὼβ τῷ παιδὶ αὐτοῦ καὶ ᾿Ισραὴλ τῷ ἠγαπημένῳ ὑπ᾿ αὐτοῦ· μετὰ τοῦτο ἐπὶ γῆς ὤφθη καὶ ἐν τοῖς ἀνθρώποις συνανεστράφη» (Βαρούχ 3, 36)

Γι’ αυτό και ήταν η Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία του Ανατολικού Ρωμαϊκού κράτους ο ιστορικός παράγων που, μέσω φωτισμένων λειτουργών του, δημιούργησε μεσούντος του 4ου αιώνα τον θεσμό του Νοσοκομείου όπως τον γνωρίζουμε σήμερα (η θέση αυτή τεκμηριώθηκε πλήρως στην πολύτιμη μελέτη του Timothy Miller, The Birth of the Hospital in the Byzantine Empire, Baltimore / London, in toto).

Οίκοθεν νοείται ότι η Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία γενικότερα δεν αντιτάχθηκε στην ανάπτυξη εν γένει των επιστημών. Υπό την προϋπόθεση ότι η επιστημονική γνώση δεν απολυτοποιείται η ορθόδοξη ανατολική Παράδοση ουδέποτε υπέκυψε στον πειρασμό μιας ιεροεξεταστικού τύπου γνωσιομαχίας. (Για τη θέση των επιστημών στην ορθόδοξη βυζαντινή αυτοκρατορία βλ. το κατατοπιστικό πόνημα των Μ. Δανέζη / Στρ. Θεοδοσίου, Στα χρόνια του Βυζαντίου, Οι θετικοί επιστήμονες, ιατροί, χρονολόγοι και αστρονόμοι, Αθήνα 2010).

Επί πλέον, πάντοτε η Εκκλησία άδραχνε την ευκαιρία που προσέφεραν οι  λοιμοί για να καλέσει τα τέκνα της σε συλλογική και ατομική μετάνοια, αλλαγή βιοτικής πορείας, βαθύτερη συναίσθηση της αμαρτωλότητάς μας και της ανάγκης για επιστροφή στον μόνο «ἰατρόν τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν». Ακόμη και μια φευγαλέα ματιά στις σχετικές ευχές που περιλαμβάνονται στο Ευχολόγιο πείθει κάθε καλόπιστο ενδιαφερόμενο ότι η στάση στην οποία καλούσε τα μέλη της η Εκκλησία, κάθε φορά που ενέσκηπτε λοιμός, δεν ήταν η αλαζονική επίδειξη αφοβίας, δεν ήταν η βεβαιότητα ότι «εμάς» τους «ὑπερλίαν» ορθόδοξους δεν μας «πιάνει» τίποτε, επειδή έχουμε τα θαύματα στον «αυτόματο πιλότο» (το τεράστιο σημερινό θεολογικό και εκκλησιαστικό έλλειμμά μας καταφαίνεται, μεταξύ πολλών άλλων, και στην «μαγική» αντίληψη του θαύματος και την οιηματική προεξόφλησή του)· ήταν αντιθέτως η στάση της βαθιάς συναίσθησης της μηδαμινότητάς μας, της ανάγκης μας για επιστροφή στον Θεό εν μετανοία, εν τέλει η στάση της ταπεινώσεως και της συντριβής.

Με άλλα λόγια η Εκκλησία δεν μετέτρεπε το λοιμό σε αιτία διχασμού, αλλά έβλεπε σε αυτόν μια, κατά θεία ευεργετική παραχώρηση, ευκαιρία συνολικού αναπροσανατολισμού όλων. Ακόμη και οι άγιοι αισθάνονταν αλληλέγγυοι προς τον λαό για τα ανομήματα ή τα υστερήματα του: Ο ησυχαστικότατος άγιος Φιλόθεος ο Κόκκινος (14ος αιώνας) συνέταξε ευχές για περιστάσεις λοιμών και «θανατικού». Σε αυτές η μόνη βεβαιότητα που εκφράζεται είναι η βαθιά αμαρτωλότητα όλων και η πίστη ότι ο Θεός μας αναμένει εν μετανοία και όχι… εν αλαζονεία, μισαλλοδοξία ή ασυναρτησιολογία. Μάλιστα, σε μία εξ αυτών περιγράφει την εικόνα της καθημαγμένης από την επιδημία κοινωνίας με τρόπο αμείλικτα ρεαλιστικό:

«… ἐξηρήμωνται πόλεις, ἠφανίσθησαν ἀγοραί, ἱεραὶ πανηγύρεις καὶ τελεταί, καὶ θείων ὕμνων συστήματα, κατεσιγάσθησαν» (Εὐχολόγιον μέγα, Βενετία 1891, 554).

19 Ιουλίου, 2021

Η ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΗΣ ΙΔΕΑΣ ΠΕΡΙ "ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΥ".

- Ιουλίου 19, 2021


Τὰ ὅσα γράφω παρακάτω, ἐν συνόψει φυσικά
— καθόσον ὁ χῶρος δὲν ἐνδείκνυται γιὰ ἀναλύσεις—βασίζονται πάνω στὴν ΙΣΤΟΡΙΚΟΦΙΛΟΛΟΓ̣ΙΚΗ ἔρευνα,ἄν καὶ ἐπ αὐτῶν ἔχουν γράψει περίφημοι θεολόγοι, Ἕλληνες καὶ ξένοι πχ ΑΓΟΥΡΙΔΗΣ, BULTMANN, CULMMANN κλπ.
Καταρχὰς ὁ Ἰησοῦς —ὄπως διαπιστώνουμε ἀπὸ τὰ Συνοπτικὰ Εὐαγγέλια ,τὴν πιὸ ἀκριβῆ ΙΣΤΟΡΙΚΩΣ πηγὴ τῶν κηρυγμάτων του—ὁ Ἰησοῦς λοιπὸν
ΔΕΝ ΜΙΛΗΣΕ ΚΑΘΟΛΟΥ ΠΕΡΙ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΥ.
Ἡ ΕΣΧΑΤΟΛΟΓ̣ΙΚΗ αὐτὴ ἰδέα γεννήθηκε ἀρκετὰ ἀργότερα γιὰ ἕναν ΙΔΙΑΙΤΕΡΟ καὶ ΚΡΙΣΙΜΟ λόγο:
γιὰ νὰ δώσει ἀπάντηση στὸ καίριο ἐρὠτημα τῆς ἀρχέγονης Ἐκκλησίας "ΓΙΑΤΙ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΔΕΝ ΗΡΘΕ"
ἐνῶ ἤδη ΕΙΧΕ ΚΑΤΑΣΤΡΑΦΕΙ Η ΙΕΡΟΥΣΑΛΗΜ ΚΑΙ Ο ΝΑΟΣ.
[ ΠΑΡΕΚΒΑΣΗ :
ἔχω γράψει ἄλλοτε ὅτι ὁ Χριστὸς ὅπως προκύπτει ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΩΣ ἀπὸ τὸ ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ , τὸ ἀρχαιὀτερο Εὐαγγέλιο, πρόβλεψε τὴν καταστροφὴ τοῦ Ναοῦ , τὴν ίσοπέδωση τῆς Ἱερουσαλὴμ καὶ τὴν Διασπορὰ τῶν Ἑβραίων
—δηλ.ΤΟΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΚΟΥ ΙΟΥΔΑΪΣΜΟΥ—
μιλῶντας μὲ ΑΛΛΗΓΟΡΙΚΗ ΦΡΑΣΕΟΛΟΓΙΑ περὶ ούρανίων Σημείων καὶ Τεράτων, συνήθη στὴν ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τὴν ὁποίαν ὅμως,πολλοὶ ΕΞ ΕΘΝΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ποὺ τῆν ἀγνοοῦσσν ,τὴν παρεξήγησαν καί τὴν προσέλαβαν ΚΥΡΙΟΛΕΚΤΙΚΩΣ ,ἀναμένοντας ἒτσι τὴν ΣΥΝΤΕΛΕΙΑ τοῦ Κόσμου ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ μὲ τὴν Καταστροφὴ τοῦ Ναοῦ ποὺ ὄντως συνέβη τὸ 70μΧ ἀπὸ τοὺς Ρωμαίους·
ἀλλὰ Η ΣΥΝΤΕΛΕΙΑ ΔΕΝ ΗΡΘΕ..].
Στὸ ὀξὺ αὐτὸ πρόβλημα (ποὺ οἱ ἱστορικοὶ ὀνομάζουν "ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΗ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣ" )
δόθηκαν 3 ἀπαντήσεις:

—στὸ ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ,
ὅπου διδάσκεται ὅτι ὁ Κύριος εἶναι ΗΔΗ ΠΑΡΩΝ στὰ ΜΥΣΤΗΡΙΑ τῆς Ἐκκλησίας
(ΜΕΤΑΤΡΕΠΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΑΠΟ ΕΣΧΑΤΟΛΟΓ̣ΙΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ ΠΟΥ ΑΝΑΜΕΝΕΙ ΕΓΓΥΣ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟ ΤΗΣ , ΣΕ ΚΑΘΙΔΡΥΜΑ ΣΩΤΗΡΙΑΣ).

—στὴν ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ὅπου διδάσκεται ὁτι Ο ΚΑΙΡΟΣ ΓΑΡ ΕΓΓΥΣ, λίγος χρόνος
πιά ἀπομένει γιὰ τὴν Συντέλεια....

—καὶ στὴν Β' ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ ὅπου παρουσιάζεται ἡ ΝΕΑ ἰδέα (ποὺ παρέλαβε καὶ ανἐπτυξε ἡ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ) ἡ ἰδέα τοῦ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΥ.

Γράφει ὁ ΠΑΥΛΟΣ—ἀπαντῶντας σὲ κάποιους ποὺ ἔλεγαν ὅτι "ΕΝΕΣΤΗΚΕΝ {=ἔφτασε} Η ΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ"(Β’Θεσ.2,2)—
ὅτι δὲν θἄρθη ὁ Κύριος , ἄν πρὶν δὲν ἐμφανιστεῖ ὁ ΑΝΟΜΟΣ:
"ἐὰν μὴ ἔλθη ἡ ἀποστασία πρῶτον καὶ ἀποκαλυφθῇ ὁ ἄνθρωπος τῆς ἁμαρτίας ,ὁ υἱὸς τῆς ἀπωλείας.."(Β'ΘΕΣ.2,3).
Καὶ συνεχίζει ὁ ΠΑΥΛΟΣ λέγοντας ὅτι αὐτὸ δὲν γίνεται τώρα, καθότι ἐμποδίζει τὸν Ἄνομο, ὁ ΝΥΝ ΚΑΤΕΧΩΝ...
Ἀγνοοῦμε τὶ ΑΚΡΙΒΩΣ ἐννοοῦσε ὁ ΠΑΥΛΟΣ μὲ τὰ λόγια τοῦτα (ΝΥΝ ΚΑΤΕΧΩΝ—ΑΝΟΜΟΣ κλπ)
ὅμως ΔΕΝ ΤΑ ΑΓΝΟΟΥΣΑΝ ΟΙ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ ΠΑΡΑΛΗΠΤΕΣ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗΣ ·
γράφει ὁ ΠΑΥΛΟΣ "οὐ μνημονεύετε ὅτι ἔτι ὤν πρὸς ὑμᾶς ταῦτα ἔλεγον" ((Β'ΘΕΣ.2,6)
[ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ δὲν θυμᾶστε ποὺ σᾶς τὰ ἔλεγα ὅταν ἤμουνα μαζί σας;].
Ἡ φράση αὐτὴ τοῦ Παύλου δείχνει ὅτι γράφοντας τὴν ἐν λόγῳ.Ἐπιστολὴ ΔΕΝ ΠΙΣΤΕΥΕ ΟΤΙ ΚΑΠΟΤΕ ΘΑ ΓΙΝΕΙ " ΑΓ.ΓΡΑΦΗ" Η ΑΛΛΗΛΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ,
διαφορετικὰ θὰ ἦταν περισσότερο σαφὴς ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΠΟΜΕΝΕΣ ΓΕΝΙΕΣ—καὶ γιὰ μᾶς..
Σὲ κάθε περίπτωση πάντως, καὶ ὁ Παῦλος καὶ οἱ Θεσσαλονικεῖς ἀνέμεναν τὸν ἐρχομὸ τοῦ Ἀνόμου καὶ τὴν Β' Παρουσία τοῦ Κυρίου ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥΣ κι ὄχι μετὰ χιλιάδες ἤ ἑκατομμύρια χρόνια ,
γιατὶ τὀτε δὲν θἆχε νόημα ὅλη αὐτὴ ἡ συζήτηση...
Τὴν ἰδέα αὐτὴ τοῦ Παύλου περὶ ΑΠΟΣΤΑΣΙΑΣ καὶ ΑΝΟΜΟΥ κλπ παρέλαβε ἡ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ—καὶ οἱ ΙΩΑΝΝΕΙΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ—καὶ ἐκαναν λόγο ΠΕΡΙ ΕΡΧΟΜΟΥ ΤΟΥ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΥ στὸ πρόσωπο βεβαίως τοῦ ΡΩΜΑΙΟΥ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑ , ὁποῖος διεκδικοῦσε ΘΕΪΚΗ ΠΡΟΣΚΥΝΗΣΗ.
Ἔτσι γιὰ τὴν ἀρχαία Ἐκκλησία ΠΡΩΤΟΣ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΣ θεωρήθηκε ὁ ΝΕΡΩΝ, ὅπως δηλώνει
—διὰ τῆς καμπαλιστικῆς GEMATRIA—
ὁ περιβόητος ΛΕΞΑΡΙΘΜΟΣ 666 ποὺ ἀντιστοιχεῖ στὴν ΕΒΡΑΪΚΗ λέξη "ΝΕΡΩΝ ΚΑΙΣΑΡ" ,
Καὶ Θηρίον ἡ ΕΠΤΑΛΟΦΟΣ Ρώμη:
"αἱ ἑπτὰ κεφαλαὶ ὄρη ἑπτὰ εἰσίν"(ΑΠΟΚ.17,7)
Ὅμως ἀπὸ ποῦ ἐνεπνεύσθη ὁ ΠΑΥΛΟΣ τὴν ἰδέα περὶ ΑΠΟΣΤΑΣΙΑΣ—ΑΝΟΜΟΥ κλπ ;
Γνώστης ὁ Παῦλος τῆς παγανιστικῆς ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ—ΚΟΣΜΟΛΟΓΙΑΣ μετἐφερε τὴν ἰδέα τοῦ ΑΡΧΕΓΟΝΟΥ ΔΡΑΚΟΝΤΟΣ (πχ Tiamat, συμβόλου τοῦ ΧΑΟΥΣ) ποὺ φονεύει ὁ ΘΕΟΣ γιὰ νὰ πλάσει τὸν Κόσμο , στὴν ἰδέα ΕΝΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΟΥ ΕΡΧΟΜΟΥ ΤΟΥ ΔΡΑΚΟΝΤΟΣ ἐν ὄψει τῆς Συντέλειας καὶ τῆς ΚΑΙΝΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ.
Ἔτσι χάρη στὴν Β' ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ ἡ κοσμολογικὴ ἰδέα τοῦ αρχἐγονου Δράκοντος ΙΣΤΟΡΙΚΟΠΟΙΗΘΚΕ στὴν ἐσχατολογικὴ ἰδέα τοῦ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΥ.
___________

* ἡ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ γράφτηκε—ὅπως δίδαδκε ὁ ἀείμνηστος ΑΓΟΥΡΙΔΗΣ—γιὰ νὰ δώσει κουράγιο στὸν ἀγῶνα τῆς τότε διωκόμενης Ἐκκλησίας κατὰ τῆς θεοποιημένης ΡΩΜΗΣ.
ΔΕΝ ΠΕΡΙΓΡΑΦΕΙ ΤΟ ΔΙΚΟ ΜΑΣ ΜΕΛΛΟΝ
ἀλλὰ τὸ μέλλον τῶν τότε ΠΑΡΑΛΗΠΤΩΝ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗΣ (γιατὶ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΣΤΙΣ 7 ΕΚΚΛ. ΤΗΣ ΜΙΚΡΑΣΙΑΣ εἶναι ἡ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ..)
γιὰ τοῦτο καί ἡ Ἀποκάλυψη ΔΕΝ ΠΡΟΒΛΕΨΕ ΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ, ΤΗΝ ΑΝΑΚΑΛΥΨΗ ΤΗΣ ΑΜΕΡΙΚΗΣ
ἤ ΤΑ ΔΙΑΠΛΑΝΗΤΙΚΑ ΤΑΞΙΔΙΑ,
ἀσχέτως τοῦ τὶ πιστεύουν οἱ ΑΓΝΟΟΥΝΤΕΣ ΤΗΝ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΙΚΗ ΦΙΛΟΛΟΓΙΑ & ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ, ἀδαεῖς φονταμενταλιστὲς,
ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΩΣ ΔΟΓΜΑΤΟΣ...
________

ΥΓ ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΟΛΩΝ ΑΥΤΩΝ ΓΙΑ ΜΑΣ  ΣΗΜΕΡΑ;
Κατα  τον  συγγραφεα  του  παροντος,ἔργον Ἀντιχρίστου ποιεῖ πᾶς ὁ ἐπαγγελόμενος ΕΠΙΓΕΙΟΥΣ Παραδείσους.

16 Ιουνίου, 2021

Η ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ,ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ , ΣΤΗΝ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ

 

Τη Δευτέρα 4 Μαρτίου 2019 είχαμε την ιδιαίτερη ευλογία και χαρά να επισκεφθεί το εντευκτήριό μας ο Πανοσιολογιώτατος Αρχιμανδρίτης Αστέριος Χατζηνικολάου, προϊστάμενος της Αδελφότητος Θεολόγων «Ο Σωτήρ», ο οποίος μας μίλησε με θέμα: «Η δυναμική του ανθρώπου στον Παράδεισο, στην Εκκλησία, στην Αιωνιότητα». Διευκρίνισε εξαρχής ότι ο άνθρωπος βρίσκεται σε διαρκή κίνηση και ανάβαση προς τον Θεό. Σε αντίθεση με την στατική κατάσταση των ζώων, ο άνθρωπος συνεχώς εξελίσσεται, προοδεύει και αναδεικνύεται όταν προχωρεί προς την τελείωσή του. Αυτή η δυναμική συνείχε τον προπτωτικό άνθρωπο στον Παράσεισο, διέπει τον μεταπτωτικό άνθρωπο μέσα στην Εκκλησία και θα χαρακτηρίζει τον αναστημένο άνθρωπο στην Αιωνιότητα.

Η δυναμική του ανθρώπου στον Παράδεισο

Σύμφωνα με το βιβλίο της Γένεσης, ο άνθρωπος πλάστηκε κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού. Το κατ’ εικόνα σημαίνει ότι, σε αντίθεση με την υπόλοιπη ορατή δημιουργία, διαθέτει το νοερό και το αυτεξούσιο, έχει ψυχή, είναι λογικός και ελεύθερος, ενώ το καθ’ ομοίωσιν ότι έχει τη δυνατότητα και την τάση να μοιάσει στον Θεό και είναι προικισμένος με χάρη και αγιότητα, που πρέπει όμως να εξελιχθεί και να αυξηθεί. Το κατ’ εικόνα είναι δεδομένο και δεν το χάνει ποτέ, ακόμα κι όταν αμαρτάνει: «Εἰκών εἰμι, τῆς ἀῤῥήτου δόξης σου, εἰ καὶ στίγματα φέρω πταισμάτων» ψάλλουμε στη νεκρώσιμη ακολουθία.

Ο άνθρωπος, λοιπόν, πλάστηκε από τον Θεό φύσει αναμάρτητος και θελήσει αυτεξούσιος, δηλαδή μπορούσε να αμαρτήσει, ωστόσο δεν είχε στη φύση του το να αμαρτάνει, μα στην προαίρεσή του. Η αμαρτία, υπ’ αυτό το πρίσμα, δεν έχει οντολογική, μα ηθική ύπαρξη, υπάρχει μόνο ως κατάσταση, χωρίς να έχει δημιουργηθεί από τον Θεό. Η δε δυναμική με την οποία προικίστηκε ο άνθρωπος είναι να φτάσει από το να μπορεί να μην αμαρτάνει στο να μην μπορεί να αμαρτήσει, όπως ο Θεός. Συνεπώς, δόθηκε η αναμαρτησία στον Παράδεισο ως δωρεά (αφού οι πρωτόπλαστοι δεν είχαν φυσική ροπή προς το κακό), αλλά με προοπτική τελείωσης.

Αυτή η προοπτική εκφράζεται μέσα από τρεις εκφάνσεις της πρόνοιας του Θεού. Πρώτον, η εντολή της νηστείας μέσα στον Παράδεισο τέθηκε ως γύμνασμα, ως αφορμή για αγώνα ώστε να παγιωθεί η αναμαρτησία.

Δεύτερον, ο άνθρωπος είχε στενή επαφή με τον Θεό, διδασκόταν από Αυτόν, δεχόταν αποκαλύψεις, προωθούνταν στο να σκέφτεται, να μιλά (καλούμενος να ονοματίσει τα υπόλοιπα κτιστά όντα). Όλα αυτά φανερώνουν έναν Θεό που φροντίζει για την εξέλιξη και την πρόοδο του πλάσματός του. Τρίτον, ο προπτωτικός άνθρωπος είχε με κάποια δουλειά να ασχοληθεί, έπρεπε κάπως να εργάζεται, όχι βέβαια με τον κόπο που καταβάλλουμε εμείς στην μεταπτωτική κατάσταση. Ο Παράδεισος, λοιπόν, δόθηκε από τον Θεό όχι ως ανάκτορο ανάπαυσης, μα ως σχολείο παιδαγωγίας.

Γιατί όμως ο Θεός έδωσε στον άνθρωπο τη δυνατότητα να προοδεύει και δεν τον κατέστησε εξαρχής τέλειο; Διότι τότε ο έπαινος για την τελειότητα του πλάσματος θα ανήκε μόνο στον κατασκευαστή, ο οποίος για άλλη μια φορά εκδήλωσε την πανσοφία, τη δικαιοσύνη (με την έννοια ότι είναι δίκαιο να αμείψει το πλάσμα του, όταν αγωνίζεται) τη φιλανθρωπία Του, δωρίζοντας στον άνθρωπο το μεγαλείο του καθ’ ομοίωσιν. Δυστυχώς, ο άνθρωπος δεν αναγνώρισε τη σπουδαιότητα αυτού του μεγαλείου, δε σεβάστηκε τη θεία δωρεά με αποτέλεσμα από καθ’ ομοίωσιν Θεού να καλήξει καθ’ ομοίωσιν των αλόγων ζώων, κατά το ψαλμικό «ἄνθρωπος ἐν τιμῇ ὢν οὐ συνῆκε, παρασυνεβλήθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καὶ ὡμοιώθη αὐτοῖς» (Ψαλμ. μη΄13).

Η δυναμική του ανθρώπου στην Εκκλησία

Το θετικό, βέβαια, είναι ότι ο άνθρωπος επιδέχεται τη σωτηρία μέσω της μετανοίας, ενώ ο διάβολος δεν μπορεί να μετανοήσει, διότι γεννώντας ο ίδιος το κακό διέστρεψε τη φύση του, ενώ ο άνθρωπος έχει το «ελαφρυντικό» ότι παρασύρθηκε. Η καλλιέργεια της μετάνοιας και ο δρόμος που οδηγεί στη σωτηρία μετά την έξοδο από τον Παράδεισο κατά την μεταπτωτική περίοδο εντοπίζονται στον χώρο της Εκκλησίας, στον οποίο ο άνθρωπος διατηρεί την τάση για βελτίωση, πρόοδο και εξέλιξη. Περνώντας, λοιπόν, στο δεύτερο τμήμα της ομιλίας του, ο π. Αστέριος ανέφερε ότι ο άνθρωπος εισέρχεται στην Εκκλησία με το Βάπτισμα, μετά το οποίο η ροπή προς την αμαρτία παραμένει ως φυσική ευπάθεια, αλλά πλέον δεν είναι ακατανίκητη. Η δυναμική που διαθέτει τώρα ο άνθρωπος είναι να αγωνίζεται ώστε να ξεπεράσει τα λείψανα της αμαρτίας. Βρισκόμαστε σε συνεχή εγρήγορση και αγώνα «μέχρι καταντήσωμεν οἱ πάντες εἰς τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ, ἵνα μηκέτι ὦμεν νήπιοι, κλυδωνιζόμενοι καὶ περιφερόμενοι παντὶ ἀνέμῳ τῆς διδασκαλίας, ἐν τῇ κυβείᾳ τῶν ἀνθρώπων, ἐν πανουργίᾳ πρὸς τὴν μεθοδείαν τῆς πλάνης, ἀληθεύοντες δὲ ἐν ἀγάπῃ αὐξήσωμεν εἰς αὐτὸν τὰ πάντα, ὅς ἐστιν ἡ κεφαλή, ὁ Χριστός» (Εφεσ. δ΄13-15). Η τελειότητα αναφέρεται στην αγιότερη ζωή, στη συνεχώς αυξανόμενη γνώση του Θεού. Η στατικότητα στην πνευματική ζωή οδηγεί σε οπισθοχώρηση, όπως επίσης και η κίνηση με μειωμένη ταχύτητα είναι επικίνδυνη.

Επομένως, καλούμαστε συνεχώς να πορευόμαστε σταθερά προς τα μπροστά, γνωρίζοντας ότι η τελειότητα δεν είναι πεπερασμένη. Με τα λόγια του αγίου Γρηγορίου Νύσσης: «επί δε της αρετής ένα παρά του αποστόλου τελειότητος όρον εμάθομεν, το μη έχειν αυτήν όρον». Ο άγιος τονίζει ότι η αρετή δεν έχει τέλος, λαμβάνοντας υπόψη τον λόγο του Αποστόλου Παύλου: «οὐχ ὅτι ἤδη ἔλαβον ἢ ἤδη τετελείωμαι, διώκω δὲ εἰ καὶ καταλάβω, ἐφ’ ᾧ καὶ κατελήφθην ὑπὸ τοῦ Χριστοῦ ᾿Ιησοῦ. ἀδελφοί, ἐγὼ ἐμαυτὸν οὔπω λογίζομαι κατειληφέναι· ἓν δέ, τὰ μὲν ὀπίσω ἐπιλανθανόμενος τοῖς δὲ ἔμπροσθεν ἐπεκτεινόμενος κατὰ σκοπὸν διώκω ἐπὶ τὸ βραβεῖον τῆς ἄνω κλήσεως τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ. ὅσοι οὖν τέλειοι, τοῦτο φρονῶμεν·» (Φιλιπ. γ΄ 12-15). Η αρετή δηλαδή δεν τελειώνει ποτέ και αυτή ακριβώς είναι η ομορφιά του πνευματικού αγώνα, το ότι διαρκώς προσφέρεται η χαρά της άφιξης σε υψηλότερα επίπεδα και στόχους. Όσο αγωνίζεται κανείς να γίνει τέλειος, ήδη είναι!

Η δυναμική του ανθρώπου στην Αιωνιότητα

Στη συνέχεια ο π. Αστέριος πέρασε στο τρίτο τμήμα της ομιλίας επισημαίνοντας ότι μετά τον θάνατό μας και τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου, μολονότι θα επέλθει η ανάπαυση, η χαρά, η άρρητη δόξα, αυτό δε σημαίνει ότι θα επικρατεί αδράνεια. Τουναντίον, η προοπτική της συνεχούς τελείωσης που διαθέταμε ως άνθρωποι μέσα στον χώρο της Εκκλησίας όσο βρισκόμασταν εν ζωή δεν χάνεται μετά θάνατον, απλώς αναπροσαρμόζεται με βάση τις συνθήκες της αιωνιότητας, για τις οποίες, ακριβώς επειδή δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα, λίγα μπορούμε να αναφέρουμε. Το πλέον βέβαιο είναι ότι δε θα αποτελεί κατάσταση στασιμότητας, μα δράσης και κίνησης: «ἀλλὰ ἔχεις ὀλίγα ὀνόματα ἐν Σάρδεσιν, ἃ οὐκ ἐμόλυναν τὰ ἱμάτια αὐτῶν, καὶ περιπατήσουσι μετ᾿ ἐμοῦ ἐν λευκοῖς» (Απ. γ΄ 4). Η επουράνια Βασιλεία, λοιπόν, συνιστά δημιουργική κίνηση προς τη γνώση και τη θέα του Θεού σε ένα αιώνιο παρόν: «αὕτη δέ ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὃν ἀπέστειλας ᾿Ιησοῦν Χριστόν.» (Ιωάν. ιζ΄ 3). Η γνώση αυτή του Θεού δεν είναι θεωρητική, μα εμπειρική: η βίωση της θείας χάριτος, η αίσθηση της αγάπης του Θεού και η συνειδητοποίηση των δωρεών Του. Αυτή δε η χάρη, κατά τον άγιο Νικόλαο Καβάσιλα, είναι «δυναμοποιός προς την των μειζόνων κατάληψιν», δηλαδή μας ενισχύει ώστε να θέτουμε και να επιτυγχάνουμε ολοένα υψηλότερους στόχους, κάτι που δεν παύει να ισχύει στον χώρο της αιωνιότητας.

Κατακλείοντας τον λόγο του, ο π. Αστέριος υπογράμμισε ότι, δυστυχώς, η σύγχρονη κοσμική νοοτροπία παρουσιάζοντας τον άνθρωπο ως ένα όν λίγο εξυπνότερο από τον πίθηκο και όχι ως κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού πλασμένο, απεμπολώντας τη σωτηριολογική προοπτική της Εκκλησίας και εμφατικά αρνούμενη τη μετά θάνατον ζωή, αποπροσανατολίζει τον άνθρωπο από την αναγνώριση των τριών αυτών επιπέδων δυναμικής που του επιδαψίλευσε ο Θεός από την άπειρη αγάπη και φιλανθρωπία Του. Γι’ αυτό, λοιπόν, ας βρισκόμαστε σε συνεχή επαγρύπνηση και, κατά την ευχή του αγαπητού μας ομιλητή, ας δοξολογήσουμε τον Κύριο για την υψηλή προοπτική με την οποία μας προίκισε στον Παράδεισο, στην Εκκλησία και στην Αιωνιότητα και ας αγωνιστούμε σθεναρά να καλλιεργούμε αυτή την προοπτική, σεβόμενοι την τιμητική εντολή που Εκείνος μας έδωσε: να γίνουμε κατά χάριν Θεοί. Γένοιτο!

https://xfd.gr/ta-nea-mas/%ce%b8%ce%b5%cf%83%cf%83%ce%b1%ce%bb%ce%bf%ce%bd%ce%af%ce%ba%ce%b7-%cf%84%ce%b1-%ce%bd%ce%ad%ce%b1-%ce%bc%ce%b1%cf%82/apo-tin-omilia-tou-patros-xatzinikolaou/

21 Ιανουαρίου, 2021

ΤΑ ΙΕΡΑ ΛΕΙΨΑΝΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΜΑΣ

Πρόκειται γιὰ ἕνα διαρκὲς θαῦμα ποὺ ζοῦμε οἱ πιστοί· γιὰ ἕναν ἀπὸ τοὺς μεγαλύτερους θησαυροὺς τῆς Ὀρθοδοξίας. Εἶναι τὰ ἱερὰ Λείψανα, δηλαδὴ τὰ νεκρὰ πλέον σώματα τῶν Ἁγίων μας, ὁλόκληρα ἢ τμῆμα τους. Ἡ τιμὴ μάλιστα πρὸς αὐτὰ χαρακτηρίζει κατ᾿ ἐξοχὴν ἐμᾶς τοὺς Ὀρθοδόξους. Ἡ τιμὴ πρὸς τὰ ἱερὰ Λείψανα δὲν ἀποτελεῖ δεισιδαιμονία τῶν ἁπλοϊκῶν καὶ ἀκατάρτιστων πιστῶν(*). Στηρίζεται στοὺς λόγους τῆς Ἁγίας Γραφῆς ὅτι τὰ σώματα τῶν πιστῶν «μέλη Χριστοῦ ἐστι» καὶ «ναὸς τοῦ ἐν ἡμῖν Ἁγίου Πνεύματος» (Α´ Κορ. Ϛ´ 15, 19). Βέβαια ὅλων τῶν βαπτισμένων πιστῶν τὰ σώματα εἶναι μέλη Χριστοῦ καὶ ναοὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Στοὺς Ἁγίους ὅμως αὐτὰ ἔχουν τὴν πλήρη ἐφαρμογή τους. Διότι ἐνῶ ἐμεῖς μὲ τὴ χαλαρὴ ζωὴ καὶ τὶς ἁμαρτίες μας διώχνουμε τὴ χάρη ποὺ λαμβάνουμε ἀπὸ τὰ ἱερὰ Μυστήρια, τὴν προσευχὴ κλπ., οἱ Ἅγιοι μὲ τὴ βαθιὰ μετάνοιά τους καὶ τὸν ἔντονο ἀγώνα τους καθαρίζονται ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, νεκρώνουν τὰ πάθη τους, καλλιεργοῦν τὶς ἀρετές, γίνονται ὄντως πνευματοφόροι, ἔχουν διαρκῶς ἔνοικο στὴν καρδιά τους τὸν Θεό. Ἡ ὕπαρξή τους εἶναι πλούσια σὲ ἁγιαστικὴ χάρη, ἡ ὁποία διατηρεῖται στὸ σῶμα τους καὶ μετὰ τὸν θάνατό τους. Γι’ αὐτὸ καὶ πολλὰ ἀπ’ αὐτὰ διατηροῦνται σὲ φυσικὴ θερμοκρασία, εὐωδιάζουν καὶ θαυματουργοῦν. Ἀδιαμφισβήτητη ἁγιογραφικὴ μαρτυρία γιὰ τὴ θαυματουργικὴ δύναμη τῶν ἱερῶν Λειψάνων βρίσκουμε στὸ βιβλίο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης Δ´ Βασιλειῶν. Ἐκεῖ ἀναφέρεται ὅτι, ἐνῶ κάποιοι Ἰσραηλίτες κήδευαν ἕνα νεκρό, ἐμφανίσθηκαν ἀντάρτες Μωαβίτες. Τότε ἐκεῖνοι τρομαγμένοι ἔριξαν τὸ νεκρὸ στὸν τάφο τοῦ προφήτη Ἐλισαίου (ὁ ὁποῖος εἶχε ταφεῖ σὲ σπήλαιο, κατὰ τὴ συνήθεια τῶν Ἰσραηλιτῶν) καὶ ἔτρεξαν νὰ σωθοῦν. Ἡ σορὸς τοῦ νεκροῦ κυλίσθηκε, μέχρι ποὺ ἄγγιξε τὰ ὀστὰ τοῦ προφήτη. Ἀπὸ τὴν ἐπαφὴ ὁ νεκρὸς ἀναστήθηκε (ιγ´ 21)! Ἀλλὰ καὶ οἱ ἅγιοι Πατέρες συμφωνοῦν ὅτι στὰ σώματα τῶν Ἁγίων καὶ μετὰ τὴν  ἐκδημία τους ἐνοικεῖ ἡ θεία Χάρις, ἡ ὁποία μεταδίδεται σὲ ὅσους τὰ προσκυνοῦν μὲ εὐλάβεια, καὶ γι᾿ αὐτὸ εἶναι ἄξια πολλῆς τιμῆς. Οἱ ἅγιοι Πατέρες ἦταν θεοφώτιστοι καὶ αὐθεντικοὶ θεολόγοι, ὥστε, ἂν πράγματι ἡ τιμὴ τῶν ἱερῶν Λειψάνων ἦταν δεισιδαιμονία, δὲν θὰ δίσταζαν νὰ τὴ στηλιτεύσουν. Γιὰ παράδειγμα ὁ Μέγας Βασίλειος ἀναφέρει ὅτι, ἐνῶ στὴν ἐποχὴ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ὅποιος ἀκουμποῦσε νεκρὸ ἐθεωρεῖτο ἀκάθαρτος σύμφωνα μὲ τὸν Μωσαϊκὸ Νόμο, τώρα πλέον ὅποιος ἀγγίξει ὀστὰ μάρτυρος «λαμβάνει τινὰ μετουσίαν ἁγιασμοῦ ἐκ τῆς τῷ σώματι παρεδρευούσης χάριτος»· δηλαδὴ ἁγιάζεται, λαμβάνει ἀπὸ τὴν ἁγιαστικὴ χάρη ποὺ σκηνώνει στὸ σῶμα (PG 30, 112C). Ἀλλοῦ πολὺ χαρακτηριστικὰ ὁ ἴδιος ἅγιος Πατὴρ γράφει: Αὐτὰ τὰ ὀστά – καὶ κατ᾿ ἐπέκταση ὁλόκληρο τὸ σῶμα – εἶναι «τὰ συνδιαθλήσαντα τῇ μακαρίᾳ ψυχῇ»· ἀγωνίστηκαν τὸν ἀγώνα τῆς ἀρετῆς μαζὶ μὲ τὴν ψυχή. «Ταῦτα μετ᾿ αὐτῆς στεφανώσει»· αὐτὰ θὰ τὰ στεφανώσει μαζὶ μὲ τὴν ψυχὴ κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς ἀνταποδόσεώς Του τῆς δικαίας, συνεχίζει ὁ ἅγιος, σύμφωνα μὲ τὸ χωρίο τῆς Ἁγίας Γραφῆς ὅτι «δεῖ ἡμᾶς παραστῆναι τῷ βήματι τοῦ Χριστοῦ, ἵνα κομίσηται ἕκαστος πρὸς ἃ ἔπραξε τὰ διὰ τοῦ σώματος» (Β´ Κορ. ε´ 10). Δηλαδή, ἐπειδὴ καὶ τὸ σῶμα κουράστηκε στὴν ἄσκηση (νηστεία, ἁγνότητα, ἀγρυπνία, ἐλεημοσύνες…), δικαίως θὰ δοξασθεῖ ἀπὸ τὸν Θεὸ στὴ βασιλεία Του καὶ ἑνωμένο μὲ τὴν ψυχὴ θὰ ἀπολαύσει Βασιλεία οὐρανῶν (ΕΠΕ 2, 56). Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς σημειώνει μὲ ἔμφαση: «Ὁ Δεσπότης Χριστὸς μᾶς ἔχει χαρίσει σωτήριες πηγὲς τὰ ἱερὰ Λείψανα τῶν ἁγίων, τὰ ὁποῖα ἀναβλύζουν ποικίλες εὐεργεσίες… Ἀλλὰ δὲν εἶναι αὐτοὶ νεκροί. Διότι νεκρὸ σῶμα πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ θαυματουργεῖ; Πῶς μέσῳ αὐτῶν ἀποδιώκονται δαίμονες, θεραπεύονται ἀσθενεῖς, τυφλοὶ ἀποκτοῦν τὸ φῶς τους, λεπροὶ καθαρίζονται, διαλύονται πειρασμοὶ καὶ θλίψεις, καὶ χαρίζεται κάθε δωρεὰ ἀπὸ τὸν Θεό;» (PG 94, 1165AB). Τέλος, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος σὲ κάποια ὁμιλία του ἀπευθύνει ἔντονη προτροπή: «Γι᾿ αὐτὸ μᾶς ἄφησε ὁ Θεὸς τὰ ἱερὰ Λείψανα τῶν Ἁγίων, γιὰ νὰ μᾶς ὁδηγήσει στὸ ζῆλο ἐκείνων καὶ γιὰ νὰ μᾶς χαρίσει ἕνα λιμάνι καὶ μιὰ δυνατὴ παρηγοριὰ στὶς θλίψεις ποὺ συνέχεια μᾶς βρίσκουν. Γι᾿ αὐτὸ παρακαλῶ ὅλους σας, εἴτε εἶναι κάποιος λυπημένος, εἴτε ἄρρωστος ἢ ἀδικεῖται ἢ ἀντιμετωπίζει ὁποιαδήποτε ἄλλη θλίψη τῆς ζωῆς, ἢ βρίσκεται σὲ βάθος ἁμαρτιῶν, ἄς ἔρχεται ἐδῶ μὲ πίστη καὶ ὅλα αὐτὰ θὰ τὰ ἀποβάλει, θὰ φεύγει μὲ πολλὴ χαρὰ καὶ μὲ ἀνακουφισμένη τὴν συνείδηση, καὶ μόνο ποὺ θὰ βλέπει τὸ σκήνωμα τοῦ Ἁγίου» (PG 50, 595-596). 

 Μᾶς ἔχει χαρίσει λοιπὸν ὁ Θεὸς ἕνα μεγάλο θησαυρό. Νὰ τὸν ἐκτιμήσουμε. Νὰ προσκυνοῦμε τὰ ἱερὰ σκηνώματά τους μὲ πολλὴ εὐλάβεια, ὥστε νὰ λαμβάνουμε πλούσια χάρη. Νὰ προσπαθοῦμε ἀκόμη, ὅσο καὶ ὅποτε μποροῦμε, νὰ παραμένουμε κοντὰ στὶς λειψανοθῆκες τους καὶ νὰ ἀναπέμπουμε πολλὲς προσευχές, νὰ ζητοῦμε ἐπιμόνως τὴν  συμπαράσταση καὶ βοήθειά τους. Κοντὰ στοὺς Ἁγίους μας, μαζὶ μὲ τοὺς Ἁγίους μας ὁ ἀγώνας μας θὰ εἶναι πιὸ εὔκολος καὶ πιὸ καρποφόρος. 
 (*) Γιὰ τὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας περὶ τῶν ἱερῶν Λειψάνων ἀντλήσαμε βασικὰ ἀπὸ Π. Ν. Τρεμπέλα, Δογματική, τόμ. Γ´, σελ. 399-402.

08 Ιανουαρίου, 2021

Γιατί ο Θεός δεν τιμωρεί το κακό αμέσως;

  Infodesk


Γιατί ο Θεός δεν τιμωρεί το κακό αμέσως;
Δέν θα έπρεπε, αγαπητοί μου, στον τόπο μας να υπάρχη ούτε ένας άπιστος και άθεος. Γιατί τα χώματά μας είνε αγιασμένα• και οι πέτρες ακόμα θα φωνάζουν, ότι η θρησκεία μας είνε ζωντανή και κάνει θαύματα. 

Δυστυχώς όμως τα τελευταία χρόνια υπάρχουν άπιστοι και άθεοι. Γι᾽ αυτούς ο Δαυίδ λέει• «Είπεν άφρων εν καρδία αυτού• Ουκ έστι Θεός» (Ψαλμ. 13,1• 52,2). Δηλαδή• μόνο άνθρωπος που οι διανοητικές του δυνάμεις έχουν διασαλευθή, μόνο αυτός μπορεί να πή ότι δεν υπάρχει Θεός.
Συναντάτε έναν άπιστο και άθεο; Κάντε του μία ερώτησι, και φτάνει• Ασφαλώς, φίλε μου, θα κάθεσαι σε κάποιο σπίτι. Εάν λοιπόν μου πής ότι το σπίτι αυτό φύτρωσε έτσι μόνο του, χωρίς μηχανικό και χτίστη, τότε κ᾽ εγώ θα δεχθώ ότι το μεγάλο σπίτι που λέγεται σύμπαν έγινε μόνο του. «Πάς οίκος κατασκευάζεται υπό τινος, ο δε τα πάντα κατασκευάσας Θεός» (Εβρ. 3,4). Η λογική επιβάλλει να παραδεχθούμε, ότι υπάρχει Θεός δημιουργός του παντός.
Υπάρχουν λοιπόν άπιστοι και άθεοι• υπάρχουν όμως και άλλοι, που λένε ότι πιστεύουν, έρχονται όμως στιγμές που η πίστι τους κλονίζεται. Γιατί; Διότι είνε ανυπόμονοι. Θέλουν, μέσα στο μικρό διάστημα της ζωής αυτής, να δούν να λειτουργή η θεία δικαιοσύνη, το κακό να τιμωρήται αμέσως. Κι όταν βλέπουν, κακοί και εγκληματίες να είνε καλά και να προοδεύουν, όταν βλέπουν το κακό να θριαμβεύη, χάνουν την πίστι τους και λένε• Που είνε ο Θεός; δεν τα βλέπει αυτά; υπάρχει Θεός;…
Μικρέ άνθρωπε, σκουλήκι της γής, που θέλεις με το μυαλουδάκι σου να λύσης όλα τα προβλήματα! Εάν το μυρμήγκι δεν μπορή να ξέρη τι κάνει ο άνθρωπος και να τον σχολιάση, πολύ περισσότερο δεν μπορεί ο άνθρωπος να κρίνη τις βουλές του Θεού. «Τά κρίματα (τού Κυρίου) ωσεί άβυσσος πολλή» (Ψαλμ. 35,6).
Στήν απορία, γιατί ο Θεός δεν τιμωρεί το κακό αμέσως; απαντά ο απόστολος Παύλος και λέει:
Δεν τιμωρεί κεραυνοβόλως τo κακό ο Θεός – γιατί; 

Διότι περιμένει τη μετάνοια όλων και μακροθυμεί…


Του μακαριστού Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτη

19 Απριλίου, 2020

Τα Αγνωστα Χρόνια της Ζωής του Χριστού: Πού βρίσκονταν από 13 έως 30 ετών

Dogma 

Τα άγνωστα χρόνια της ζωής του Χριστού. Πού ήταν ο Χριστός από 13 έως 30 ετών; Υπήρξε στα αλήθεια Εσσαίος; Ποιά είναι η αλήθεια για τα θαύματά Του, τη διδασκαλία Του, αλλά και τη θεϊκή Του υπόσταση; 
Oρισμένοι συγγραφείς στην αναζήτησή τους για τα προεφηβικά και νεανικά χρόνια του Ιησού, ισχυρίζονται λανθαμένα ότι τόσο o Πρόδρομος Ιωάννης, όσο και ο Ιησούς Χριστός, ανήκαν στην Ιουδαϊκή αίρεση των Εσσαίων. Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει καμία ιστορική απόδειξη ότι ο άγιος Ιωάννης και ο Χριστός μαθήτευσαν στους Εσσαίους (ιουδαϊκή αίρεση με βάπτισμα, ευχαριστία, καθάρσεις, ποινές, έντονο ασκητικό χαρακτήρα και διαχωρισμό των ανθρώπων σε αγίους και βέβηλους). Η θέση αυτή χρησιμοποιείται συνήθως για να χτυπήσει την πίστη στον Ιησού Χριστό ως Υιό και Λόγο του Θεού.
Άλλωστε, ενώ στους Εσσαίους ίσχυε ότι: α) όλα τα μέλη της κοινότητας προετοίμαζαν τον ερχομό δύο Μεσσιών και όχι ενός, β) υποτιμούσαν τις γυναίκες, γ) εξαφανίζεται η προσωπικότητα στα μέλη τους, δ) εφάρμοζαν αυστηρό τελετουργικό με πολύ συχνές πλύσεις – καθάρσεις και διατάξεις Σαββάτου, ε) ετοιμάζονταν για πνευματικό πόλεμο,στ) ήσαν σωβινιστές Ισραηλίτες, ζ) επικεντρώνονταν στο Μωυσή, η) ερμήνευαν αριθμολογικά τις Γραφές, θ) το βάπτισμά τους είχε μαγική σημασία και ι) η ευχαριστία τους είχε έννοια ειδωλολατρικής ιερής τελετής….
Εντελώς αντίθετα, στον κύκλο της πρώτης χριστιανικής κοινότητας και του Αγίου Ιωάννη: α) μόνο ο Ιωάννης αποκαλείται «βαπτιστής», βαπτίζει μεγάλα πλήθη θρησκευόμενων και προετοιμάζει την οδό τού ενός και μοναδικού Μεσσία, β) οι μαθητές του Κυρίου και η πρώτη Εκκλησία σέβονται απόλυτα τις γυναίκες, γ) διατηρούσαν τα ονόματα και την προσωπικότητα τους, δ) ζούσαν ελεύθερα, ε) δεν εφάρμοζαν αυστηρά το τυπικό και τις διατάξεις του Νόμου, στ) αγαπούσαν όλους τους λαούς χωρίς διακρίσεις, ζ) δεν ασχολούνταν ιδιαίτερα με τον Μωυσή, η) ούτε ερμήνευαν μυστικά τις Γραφές, θ) το βάπτισμα αφορούσε στη σωτηρία μέσω της πίστεως και ι) η Θεία Κοινωνία είναι Τράπεζα συνδεδεμένη με το υπερουράνιο θυσιαστήριο όπου παρατίθεται για τροφή ο ενανθρωπήσας Λόγος του Θεού (βλ. και «Ιωάννης ο Βαπτιστής βάσει των Πηγών», Γ.Σ. Γρατσέα, Αθ. 1968, σελ. 158-160, 182-200)
Κατά την απορριπτέα πίστη αποκρυφιστικων κύκλων, ο Ιησούς Χριστός ταξίδεψε μετά τα 12 χρόνια Του και πριν τα 30 Του, σε Ινδίες, Αίγυπτο, Θιβέτ, όπου και μαθήτευσε στη θεοσοφία και τον αποκρυφισμό.


Κάθε άλλο συνέβη ωστόσο:

27 Οκτωβρίου, 2019

Χερουβικός Ύμνος…….

Από Askitikon

Της Στέλλας Αναγνώστου – Δάλλα

Τι ωραίος που είναι ο Χερουβικός Ύμνος !

Ήχος και λόγος σφιχταγκαλιασμένοι και αρμονικοί, ανεβαίνουν προοδευτικά προς τον ουρανό παρασύροντάς μας μαζί τους, σαν τον ελαφρύ κι ευωδιαστό καπνό του θυμιάματος, σαν τον γλυκό ήχο του θυμιατού.

Ξεσηκώνουν την ψυχή, την αρπάζουν από σκέψεις και συναισθήματα και λογισμούς, και την κάνουν να τα αφήνει όλα πίσω, για ν’ ανέβει ψηλά, αρπαγμένη από την συνοδεία που πρόκειται να παρελάσει μπροστά της.

«Οι τα Χερουβείμ μυστικώς εικονίζοντες,
και τη ζωοποιώ Τριάδι τον τρισάγιον ύμνον προσάδοντες,
πάσαν την βιωτικήν αποθώμεθα μέριμναν,
ως τον Βασιλέα των όλων υποδεξόμενοι,
ταις αγγελικαίς, αοράτως, δορυφορούμενον τάξεσιν.
Αλληλούϊα».

Πώς μας αρπάζει ο υμνωδός μαζί του, πώς μας ανεβάζει στα φτερά των αγγέλων, πώς ξεπλένει το μυαλό μας από κάθε «βιωτική μέριμνα»!

Και πώς να σταθεί μέριμνα εκεί που αντηχούν τα φτερουγίσματα κι οι ψαλμωδίες των αγγέλων, εκεί όπου ενώνονται όλες οι γνώσεις, όλες οι αισθήσεις, όλες οι δυνάμεις, όλο το υπαρκτό μεγαλείο της Κτίσης, εκεί, μπροστά στον θρόνο του Θεού!

Του Θεού εκείνου, που πρόκειται, τώρα, να περάσει μπροστά στα μάτια μας μαζί με τα δορυφόρα τάγματα των αγγέλων Του, για να προσφέρει τον εαυτό Του, θυσία για μας!

Αυτή η μετοχή Μέλλοντα, το «ως υποδεξόμενοι», έχει πολλές διαστάσεις. Το Συντακτικό λέει, ότι η μετοχή Μέλλοντα δηλώνει σκοπό, κυρίως με ρήματα που δηλώνουν κίνηση. Για τα υπόλοιπα ρήματα, ο σκοπός δηλώνεται με την προσθήκη του «ως», το «ώστε» που λέμε κι εμείς σήμερα.

Αυτό με την σειρά του μας φανερώνει, ότι για να υπάρχει το «ως», το ρήμα «υποδέχομαι», δεν θεωρείται ως «κινήσεως σημαντικό», δηλαδή, δεν δείχνει κίνηση του υποκειμένου. Τι σημαίνει τότε «υπο-δέχομαι»;

Η πρόθεση «υπό» σημαίνει «κάτω από». Βάζω δηλαδή το χέρι μου, για παράδειγμα, κάτω από κάτι, και το «υπο-στηρίζω», «υπο-κλέπτω», ή ο,τιδήποτε άλλο. Όταν «υπο-δέχομαι», τοποθετώ τον εαυτό μου πιο χαμηλά, για να δεχτώ κάτι ή κάποιον. Σκύβω δηλαδή.

Το ρήμα «δέχομαι» τώρα, ανήκει στην κατηγορία των «αποθετικών» ρημάτων. Δεν έχει δηλαδή Ενεργητική Φωνή, είναι μόνον στην Μέση Φωνή. Ως προς την σημασία του, ανήκει, ανάλογα με την περίπτωση, είτε στα λεγόμενα «μέσα ωφελείας», είτε στα λεγόμενα «μέσα δυναμικά».

Στην πρώτη περίπτωση, υποδέχομαι σημαίνει δέχομαι με ευγνωμοσύνη, καλοδέχομαι. Στην δεύτερη, σημαίνει δέχομαι στο σπίτι μου, φιλοξενώ, δίνω προσοχή και ακολουθώ την προτροπή κάποιου.

Επομένως, η υποδοχή, είναι πρώτα μια διάθεση, μια κίνηση της ψυχής, και στη συνέχεια, σαν αποτέλεσμα, εκδηλώνεται, όπου εκδηλώνεται, σε πράξη, απέναντι σε ένα αντικείμενο ως προς το οποίο τοποθετούμαστε χαμηλότερα ώστε να το δεχθούμε.

Κι όταν «υποδέχομαι» τον ίδιον τον Χριστό που περνά μπροστά μου οδεύοντας προς την Σταύρωση, τότε τι κάνω ακριβώς;

Κλείνω το γόνυ της ψυχής μου και Τον ευχαριστώ για την Θυσία στην οποία βαδίζει για μένα. Απο-δέχομαι την προσφορά Του με ευγνωμοσύνη. Τον παρα-δέχομαι σαν Δημιουργό και «Βασιλέα των όλων», Πλάστη και Λυτρωτή μου.

Δέχομαι να Τον ακολουθήσω καθώς ανεβαίνει στον Γολγοθά, και να μην δειλιάσω «από τον φόβο των-εκάστοτε- Ιουδαίων». Δέχομαι, πως εκεί που βρίσκομαι, εκεί που Τον υπο-δέχομαι καθώς περνά μπροστά μου, είναι η Εκκλησία, δηλαδή το κοινό μας Σπίτι, το δικό Του και το Δικό μου.

Εκείνος δέχθηκε Εμένα με αυτοκρατορική τελειότητα και πληρότητα, κι εγώ με την δική μου αδυναμία και προχειρότητα. Όμως, εκεί, μπορούμε να βρισκόμαστε μαζί. Εκεί, και μόνον εκεί, μπορούμε να συναντηθούμε. Εκεί, φρόντισε Εκείνος, να μπορώ να Τον υποδεχθώ.

Και δέχομαι, ότι εκείνην την ώρα, περνά μπροστά μου με όλο Του το μεγαλείο, συνοδευόμενος απ’ όλον τον Ουρανό, κι εγώ είμαι «υπό», τόσο «υπό»,… όμως μου φθάνει. Αρκεί που είμαι εκεί για να «δέχομαι», όσο μπορώ να «δέχομαι» τέλος πάντων…

Πηγή : https://proskynitis.blogspot.com/2019/09/blog-post_40.html

19 Αυγούστου, 2019

Πως πολεμάς τα σαρκικά πάθη;



Εναντίον των σαρκικών παθών θα πολεμάς, αδελφέ, με ξεχωριστό και διαφορετικό τρόπο από τους άλλους. Και για να γνωρίζης να πολεμάς με την τάξι, πρέπει να σκέφτεσαι ότι υπάρχουν τρεις χρόνοι και τρεις πόλεμοι· πριν από τον πειρασμό, στο καιρό του πειρασμού και αφού περάσει ο πειρασμός.

Ο πόλεμος πριν από τον πειρασμό θα είναι, κατά των αιτιών, που συνήθως γίνονται αφορμή αυτού του πειρασμού· δηλαδή, πρώτα, εσύ πρέπει να πολεμάς κατά αυτού του πάθους· όχι αντιστεκόμενος σ αυτό, όπως σου είπα να κάνης στα άλλα πάθη…αλλά αποφεύγοντας με όλη σου τη δύναμι από κάθε είδους αφορμή και πρόσωπο, το οποίο σου προξενεί πειρασμό στη σάρκα. Και, εάν καμιά φορά είναι ανάγκη να μιλήσης με κανένα τέτοιον, μίλησε με συντομία και με πρόσωπο σεμνό και σοβαρό· μάλιστα, τα λόγια σου, ας έχουν κάποια σκληρότητα περισσότερη, παρά γλυκύτητα.

«Μήν έχης εμπιστοσύνη στον εχθρό σου ποτέ», λέγει ο Σειράχ (12,11). Και συ, μην έχης εμπιστοσύνη ποτέ στον εαυτό σου. Γιατί, καθώς ο χαλκός γεννάει από μόνος του την σκουριά έτσι και η διεφθαρμένη φύσις σου γεννά από μόνη της την κακία· «όπως ο χαλκός σκουριάζει, έστι και κακία του» (αυτόθι)· μην έχης εμπιστοσύνη, πάλι σου λέω, στον εαυτό σου, και αν μπορή να ειπωθή έτσι ότι και εσύ δεν αισθάνεσαι, ούτε ακόμη αισθανθής τόσο καιρό τις αιχμές της σάρκας· διότι αυτή η κατηραμένη κακία, εκείνο που δεν έκανε σε πολλούς χρόνους, το κάνει σε μία ώρα και πολλές φορές κάνει τις ετοιμασίες της κρυφά και όσο περισσότερο κάνει τον φίλο και δίνει λιγωτέρο υποψία για αυτή, τόσο περισσότερο βλάπτει και αθεράπευτα πληγώνει (33).

Γι αυτό, πολλές φορές πρέπει να φοβάται κανείς περισσότερο (καθώς η πείρα το απέδειξε και το αποδεικνύει), από εκείνα τα πρόσωπα, με τα οποία νομίζει εύλογο να συναναστρέφεσαι ή γιατί είναι συγγενείς του ή γιατί είναι ευλαβή και ενάρετα (34) ή γιατί ευεργετήθηκε από αυτούς και κρίνει σαν υποχρέωσι να τα συχνοχαιρετά. Διότι με την απερίσκεπτη αυτή συναναστροφή, ανακατώνεται η φαρμακερή ευχαρίστησις της αισθήσεως, ώστε ανεπαίσθητα λίγο λίγο διαπερνά ως και στο νού της ψυχής και σκοτεινιάζει τόσο τη λογική, με τρόπο, που αρχίζουν ύστερα να μην υπολογίζουν καθόλου τα επικίνδυνα αίτια της αμαρτίας· δηλαδή, τα ερωτικά βλέμματα, τα γλυκά λόγια του ένα και του άλλου μέρους· τις άσεμνες κινήσεις και μορφασμούς· τα πιασίματα των χεριών και έπειτα καταντούν να πέσουν ή στην ολοκληρωτική αμαρτία ή στα άλλα διαβολικά πάθη, από τα οποία δύσκολα μπορούν να ελευθερωθούν.

Γι αυτό, πρέπει, αδελφέ, να αποφεύγης την φωτιά, γιατί είσαι πανί και μην ξεθαρρέψης ποτέ ότι είσαι στουπί βρεγμένο και καλά γεμάτο από νερό καλής και δυνατής θελήσεως· όχι· αλλά Πως είσαι στουπί ξερό και αμέσως πλησιάζοντας τη φωτιά, κατακαίγεσαι, σύμφωνα με αυτό που έχει γραφεί για τον Σαμψών, ότι «έσπασε τα νεύρα όπως σπάει η κλωστή του στουπιού, όταν πλησιάση στη φωτιά» (Κρίτ. 16,9), ούτε να λογαριάσης ότι έχεις σταθερή απόφασι και προθυμία καλύτερα να πεθάνης παρά να λυπήσης τον Θεό με την αμαρτία. Γιατί, αν υποθέσουμε ότι είσαι στουπί βρεγμένο, αλλά όμως με την συχνή συναναστροφή και το θέαμα, η φωτιά με την θερμότητά της ξηραίνει λίγο λίγο το νερό της καλής σου θελήσεως και ανέλπιστα, τόσο θα προσκολληθής στο διαβολικό έρωτα, ώστε να μην ντραπής τους ανθρώπους, ούτε να σεβασθής συγγένεια ή φιλία, ούτε να φοβηθής τον Θεό, ούτε να υπολογίσης την τιμή, ούτε την ζωή, ούτε τις τιμωρίες όλες της κολάσεως· αλλά να εκτελέσης την αμαρτία. Γι αυτό, φεύγε, φεύγε όσο μπορείς.

Α΄. Από τις συναναστροφές των προσώπων που σκανδαλίζουν, αν αληθινά δεν θέλης να πιασθής από την αμαρτία και να θανατωθής (35)

Β΄. Απόφευγε την ανεργία και οκνηρία και στάσου άγρυπνος και νηφάλιος με τους λογισμούς και με τα έργα, που ταιριάζουν στη στάσι σου.

Γ. Μήν παρακούσης ποτέ σου, αλλά υποτάξου εύκολα στους προεστώτες και Πνευματικούς σου Πατέρες, κάνοντας με προθυμία και γρήγορα εκείνα που σε προστάζουν και μάλιστα, εκείνα που σε ταπεινώνουν και είναι αντίθετα της θελήσεώς σου και της φυσικής σου κλίσεως.

Δ΄. Μη κάνης ποτέ κρίσι αλαζονική για τον πλησίον σου· δηλαδή, μην τον κατακρίνης και μάλιστα, γι αυτήν την ίδια σαρκική αμαρτία, για την οποία μιλάμε, αν και είναι φανερά πεσμένος σε αυτήν, αλλά συμπάθησέ τον και μην αγανακτήσης εναντίον του, ούτε να τον κοροϊδέψης, αλλά από το παράδειγμά του, ταπεινώσου εσύ και γνώρισε τον εαυτό σου, ότι είσαι ασθενής και σκόνη και στάχτη λέγοντας· εκείνος έπεσε σήμερα, εγώ θα πέσω αύριο. Γιατί, αν συ εύκολα κρίνεις τους άλλους και τους καταφρονείς, ο Θεός παραδειγματικά θα σε εκπαιδεύση, παραχωρώντας να πέσης κι εσύ στο ίδιο ελάττωμα. «Να μην κρίνετε, λέγει, και δεν θα κριθήτε» (Ματθ.)· για να γνωρίσης με το πέσιμό σου την υπερηφάνειά σου και να ταπεινωθής και έτσι να ζητήσης θεραπεία και για τα δυό· και για την υπερηφάνειά σου και για την πορνεία σου. Εάν όμως και σε φυλάξη ο Θεός και δεν πέσης, ούτε αλλάξεις λογισμό, όμως πάλι μη δώσης εμπιστοσύνη στον εαυτό σου, αλλά πάντα να φοβάσαι και να αμφιβάλης για τη στάσι σου.

Ε΄. Πρόσεχε καλά, εάν απόκτησες κανένα χάρισμα θεϊκό ή βρίσκεσαι σε καλή κατάστασι, να μη βάλης στο λογισμό σου κάποια περιττή ιδέα και φαντασία, Πως είσαι κάποιος και Πως οι εχθροί σου δεν θα σε πολεμήσουν πια, με το να φαίνεσαι ότι προς το παρόν τους μισείς και τους αποστρέφεσαι. Γιατί, αν σε αυτό είσαι απροφύλακτος, εύκολα θα πέσης.

Αυτά, λοιπόν, είναι εκείνα, που πρέπει να φυλάξης πριν από τον πειρασμό του σαρκικού πάθους.

Στόν καιρό όμως του πειρασμού, πρέπει να σκεφθής από που προέρχεται αυτός ο πόλεμος· από εσωτερική αιτία, ή από εξωτερική. Εξωτερική αιτία είναι η περιέργεια των οφθαλμών, τα γλυκά στην ακοή λόγια και τραγούδια· η απαλότητα και ο στολισμός των φορεμάτων, τα ευωδιαστά μυριστικά της οσφρήσεως· οι συνομιλίες και οι κινήσεις και τα πιασίματα, που παρακινούν στην αμαρτία αυτή· η θεραπεία σε αυτά τα απαντήματα είναι· η σεμνότητα και η ταπεινότητα των φορεμάτων, το να μη θέλης ούτε να δής, ούτε να ακούσης, ούτε να μυρίσης, ούτε να μιλήσης ή να πιάσης όλα εκείνα, που παρακινούν σε αυτή την κακία και προ πάντων η αποφυγή της συναναστροφής, όπως είπαμε παραπάνω. Η εσωτερική αιτία προέρχεται ή από την καλοζωία του σώματος ή από τους λογισμούς του νού που μας έρχονται από τις κακές μας συνήθειες και τα πάθη ή από την παρακίνησι του διαβόλου.

Και η μεν καλοζωία του σώματος, πρέπει να σκληραγωγήται με νηστείες, αγρυπνίες, χαμαικοιτίες και μάλιστα γονυκλισίες και άλλες παρόμοιες ταλαιπωρίες· καθώς εξηγεί η διάκρισις και η διδασκαλία των θείων Πατέρων των δε λογισμών, από όπου κι αν προέρχωνται, οι θεραπείες είναι αυτές· το να ασχολήσαι με διάφορα γυμνάσματα, αρμόδια για την κατάστασί σου, τα οποία είναι η ανάγνωσις των ιερών βιβλίων, και μάλιστα, του αγίου Εφραίμ, της Κλίμακας, του Ευεργετινού, της Φιλοκαλίας και άλλων παρόμοιων, η μελέτη και η προσευχή· η οποία ας γίνεται έτσι. Όταν αρχίσουν αυτοί οι λογισμοί της πορνείας να σε ενοχλούν, αμέσως θυμίσου με τον νού σου τον εσταυρωμένο και εκ βάθους ψυχής λέγε· «Ιησού μου, Ιησού μου γλυκύτατε, βοήθησέ με γρήγορα, για να μην αιχμαλωτισθώ από αυτόν τον εχθρό». Και κάποιες φορές αγκαλιάζοντας (νοερά, ή αισθητά, αν είναι παρών), τον σταυρό στον οποίο κρέμεται ο Κύριός σου, ασπάσου πολλές φορές τις πληγές του, λέγοντας με αγάπη· «ωραιότατες πληγές, πληγές αγιώτατες πληγές αγνότατες, πληγώσατε αυτήν την αθλία και ακάθαρτη καρδιά μου και εμποδίστε με από το να σάς βλάψω».

Η δε θεραπεία σου κατά την χρονική περίοδο που πληθαίνουν οι λογισμοί των σαρκικών ηδονών, ας μη γίνεται κατ ευθείαν εναντίον αυτών, πράγμα το οποίο και μερικά βιβλία γράφουν έτσι (όπως είναι το να σκεφθής την βρώμα και την αηδία της σαρκικής ηδονής· τον έλεγχο της συνειδήσεως που θα σου προξενήση, τις πίκρες που ακολουθούν, τους κινδύνους, την φθορά της περιουσίας και της παρθενίας σου, την κατηγορία της τιμής και άλλα παρόμοια)· η μελέτη σου λέω, ας μην γίνεται σε αυτά, γιατί αυτή η φροντίδα δεν είναι πάντα μέσο ασφαλές, για να νικήσης τον πειρασμό της σάρκας· μάλιστα μπορεί να προξενήση βλάβη. Γιατί αν και ο νους αποβάλη τους λογισμούς προσωρινά με την παρόμοια μελέτη, όμως με το να είναι ασθενής και εμπαθής, όταν τα μελετά αυτά, αποτυπώνει καλύτερα την ευχαρίστησι και ευχαριστιέται και συγκατατίθεται σε αυτή. Οπότε η αληθινή θεραπεία των σαρκικών ηδονών είναι, το να αποφεύγουμε πάντα, όχι μόνο από αυτές, αλλά και από κάθε τι άλλο (ακόμη και αν είναι εναντίον τους), που μας τις υπενθυμίζει. Γι αυτό, η μελέτη σου ας είναι σε άλλα· δηλαδή, στη ζωή και το πάθος του εσταυρωμένου μας Ιησού, στη φοβερή ώρα του θανάτου σου, στην τρομερή ημέρα της Κρίσεως και στα διάφορα είδη της κολάσεως.

Εάν όμως και οι σαρκικοί αυτοί λογισμοί σε πολεμούνε περισσότερο από το συνηθισμένο (όπως αυτό συμβαίνει), μη δειλιάσης γι αυτό, ούτε να αφήσης την μελέτη των παραπάνω, για να στραφής σ αυτούς, για να τους αντισταθής, όχι, αλλά ακολούθησε όσο περισσότερο συνοπτικά μπορείς, την μελέτη σου αυτή, μη φροντίζοντας εντελώς για τους λογισμούς αυτούς, σαν να μην ήταν δικοί σου. Γιατί, δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος για να αντισταθής σ αυτούς, αν και συνεχώς σε πολεμούν, από το να τους καταφρονής και να μη θέλης καθόλου να τους θυμηθής· μετά από αυτά, θα τελειώσης την ενασχόλησί σου, με αυτήν (ή παρόμοια δέησι).

«Ελευθέρωσέ με, πλάστη μου και λυτρωτά μου από τους εχθρούς μου, στην τιμή του πάθους σου και της ανείπωτής σου αγαθότητας». Και μη στρέψης το νού σου στη σαρκική αυτή κακία. Γιατί και μοναχή της η ενθύμησί της, δεν είναι χωρίς κίνδυνο. Αλλά, ούτε να στέκεσαι να συνομιλής με αυτόν τον πειρασμό και να ερευνάς τον εαυτό σου αν συγκατατέθηκες σαυτές ή όχι. Γιατί, αυτή η έρευνα, αν και φαίνεται ότι είναι καλή, όμως στ΄αλήθεια είναι μία πλάνη του διαβόλου ή για να σε ενοχλή και να σε κάνη να απελπίζεσαι και να μικροψυχήσης ή για να σε κρατάη πάντα μπλεγμένο σ αυτούς τους λογισμούς και από αυτούς να σε κάνει να πέσης και σε αυτή ή άλλη αμαρτία.

Γι αυτό, σε αυτό τον πειρασμό (όταν η συγκατάθεσις δεν είναι φανερή) είναι αρκετό το να το ομολογήσης αυτό με συντομία στον πνευματικό σου, έχοντας αναπαύσει την γνώμη σου, χωρίς να σκέφτεσαι πλέον τίποτα. Και φανέρωσέ του αληθινά κάθε σου λογισμό σχετικά με αυτό, χωρίς να σε κρατάη ποτέ καμμία συστολή ή ντροπή. Γιατί, αν με όλους μας τους εχθρούς χρειαζόμαστε την δύναμι της ταπεινώσεως για να τους νικήσουμε, πόσο μάλλον την χρειαζόμαστε στο σαρκικό αυτό πόλεμο, περισσότερο παρά σε κάτι άλλο. 
Επειδή και αυτή η κακία είναι σχεδόν πάντα ποινή και επακόλουθο και βλάστημα της υπερηφάνειας (36). Έπειτα, αφού περάσει ο πειρασμός, εκείνο που έχεις να κάνης είναι αυτό· όσο και αν σου φαίνεται ότι είσαι ελευθερωμένος από τον πόλεμο της σάρκας και για όλα βέβαιος, πρέπει όμως να στέκεσαι με το νού μακρυά από εκείνες τις υποθέσεις και τα πρόσωπα, που έγιναν αιτία του πειρασμού· και μη σκεφθής ότι πρέπει να τα συναναστρέφεσαι, γιατί είναι συγγενή ή ενάρετα ή και ευεργέτες σου· γιατί και αυτή είναι μία πλάνη της κακής φύσεως και παγίδα του πανούργου μας εχθρού διαβόλου, που μεταμορφώνεται σε άγγελο φωτός, για να μας βάλει στο σκοτάδι όπως είπε ο Παύλος (Β΄ Κορινθ. 11,14).

33. Όταν ο μέγας εκείνος Νείλος είπε «Και αν νομίζης ότι είσαι με τον Θεό, να φυλάγεσαι από τον δαίμονα της πορνείας, γιατί είναι πολύ απατεώνας και φθονερός και θέλει να είναι πιο γρήγορος από την κίνησι και την προσοχή του νού σου» (Κεφ.γ΄ σελ. 61, Φιλοκαλ.). Η αιτία για την οποία η σαρκική επιθυμία πάντοτε μας πειράζει, είναι, γιατί καθώς ένας φυσικά αγαπά τον εαυτό του, έτσι φυσικά αγαπά να πολλαπλασιάση μέσα από αυτή την κακία τον ίδιο του τον εαυτό και να κάνη όμοιον με αυτόν έτσι όπως η κενοδοξία πάντα μας εξαπατά έτσι και η σαρκική επιθυμία και δύσκολα από αυτή φυλασόμαστε.

34. Πολλοί πολλές φορές πλανήθηκαν από τα παρόμοια ενάρετα και ευλαβή πρόσωπα, είτε γυναικών, είτε ανδρών χωρίς γένεια και συγκατοίκησαν με αυτά, ή και απρόσεκτα συναναστράφηκαν, έπεσαν σε πάθη ντροπής, πλανηθέντες από τα δεξιά, δηλαδή, από την αρετή και την ευλάβεια και την σεμνότητά τους· εμείς όμως προσθέτουμε εδώ, ότι, όχι μόνο από αυτά καταπιάνεται κάποιος σε σφοδρή επιθυμία και σαρκικό έρωτα με αυτά τα πρόσωπα, αλλά και αν αυτά, μπορεί να υποτεθή, είναι παιδιά πλουσίων γονέων, ευγενή ή με καλή ομιλία στη γλώσσα ή καλόφωνα στα μουσικά ή ωραία στην όψι ή επιδέξια στο μυαλό, ή επιδέξια στα χειρωνακτικά και στις τέχνες ή έχουν άλλα τέτοια φυσικά και επίκτητα χαρίσματα· γιατί όλα αυτά αυξάνουν τη σφοδρή επιθυμία και την αγάπη, γι αυτό πρέπει να προσέχουμε και να προφυλασσώμαστε από τα παρόμοια.

35. Γι αυτό και ο Σολομώντας, σοφό μεν ονομάζει εκείνον που φοβάται και αποφεύγει τις αιτίες των κακών, και άφρονα εκείνον, που εμπιστεύεται τον εαυτό του και δεν τις αποφεύγει· «σοφός φοβηθείς, εξέκλινεν από κακού, ο δε άφρων, εαυτώ πεποιθώς, μίγνυται ανόμω» (Παρ. ι8΄ 16). Σοφός ήταν ο πάγκαλος Ιωσήφ και γι αυτό αφού άφησε το ιμάτιό του και απόφευγε την αιτία της αμαρτίας, απέφυγε και την αμαρτία· γιατί αν δεν απέφευγε, σίγουρα θα αμάρτανε με την κυρία του, όπως είναι η άποψις πολλών διδασκάλων. Ασύνετος βρέθηκε ο μάρτυρας εκείνος του Χριστού, ο οποίος ύστερα από πολλά βασανιστήρια που έπαθε για τον Χριστό, ευρισκόμενος στη φυλακή και υπηρετούμενος από μία μοναχή, επειδή πίστεψε στον εαυτό του και δεν απέφευγε το πρόσωπο που τον σκανδάλιζε, κύλησε με αυτό στην πορνεία, όπως γράφει ο Αββάς Μακάριος. 
Γι αυτό και ο Απόστολος την αποφυγή αυτή υπονοούσε όταν έλεγε «να αποφεύγετε την πορνεία» (Α΄ Κορινθ. 6,18).

36. Γι αυτό και ο Ιωάννης της Κλίμακος λέγει, ότι, όποιος έπεσε στην πορνεία ή άλλη σαρκική αμαρτία, εκείνος από πριν είχε την υπερηφάνεια και γι αυτό επέτρεψε ο Θεός να πέση για να ταπεινωθή· «όπου πτώμα κατέλαβεν, εκεί υπερηφάνεια προεσκήνωσεν». Και πάλι, «παίδευσις υπερηφάνω, πτώμα» (Λόγος, κβ΄).

«Ο Αόρατος πόλεμος» ΟΣΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
(Απόδοση στη νέα Ελληνική: Ιερομόναχος Βενέδικτος – Έκδοση Συνοδείας Σπυρίδωνος Ιερομονάχου, Νέα Σκήτη, Άγιον Όρος) – ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΘ’

13 Φεβρουαρίου, 2019

«Εγώ όμως σας λέγω, αγαπάτε τους εχθρούς σας»

«Εγώ όμως σας λέγω, αγαπάτε τους εχθρούς σας»



Άγιος Μάξιμος: Μην καταφρονήσεις την εντολή της αγάπης, γιατί μ’ αυτή θα γίνεις παιδί του Θεού, ενώ παρα­βαίνοντάς την θα γίνεις παιδί της γέεννας.


Για τις εξής πέντε αιτίες οι άνθρωποι αγαπούν ο ένας τον άλλο: Για το Θεό, όπως ο ενάρετος που τους αγαπάει όλους, και όπως κάποιος αγαπάει τον ενάρετο, έστω κι αν ο ίδιος δεν έγινε ακόμα ενάρετος.

– Για φυσικούς λόγους, όπως οι γονείς αγαπούν τα παιδιά τους, και αντιστρόφως.
– Από κενοδοξία, όπως αγαπάει κάποιος αυτόν που τον δοξάζει.
– Από φιλαργυρία, όπως εκείνος που αγαπάει τον πλούσιο γιατί του δίνει χρήματα.
– Από φιληδονία, όπως εκείνος που αγαπάει ένα πρόσωπο, γιατί του ικανοποιεί τη γαστριμαργία ή τη σαρκική του επιθυμία.

Απ’ αυτές λοιπόν τις αιτίες, η πρώτη είναι αξιέ­παινη, η δεύτερη ούτε επαινετή ούτε αξιοκατάκριτη, ενώ οι υπόλοιπες είναι εμπαθείς.

Σε όλες μας τις πράξεις ο Θεός εξετάζει το σκοπό για τον οποίο τις εκτελούμε, αν δηλαδή τις κάνουμε γι’ Αυτόν ή για κάτι άλλο. 

Όταν λοιπόν θέλουμε να κάνουμε ένα καλό, ας μην έχουμε σκοπό ν’ αρέσουμε στους ανθρώπους, αλλά μόνο στο Θεό. Σ’ Αυτόν ν’ αποβλέπουμε και όλα να τα κάνουμε για τη δική του δόξα. Διαφορετικά, θα κουραζόμαστε χωρίς να κερδίζουμε τίποτα.


Έργο αγάπης είναι η ολόψυχη ευεργεσία προς τον πλησίον μας, η μακροθυμία και η υπομονή που δείχνουμε απέναντί του, καθώς επίσης και η φρόνιμη και συνετή χρησιμοποίηση των πραγμάτων.

H διάθεση της αγάπης δεν φανερώνεται μόνο με την παροχή χρημάτων, αλλά πολύ περισσότερο με τη μετάδοση πνευματικού λόγου και με τη σωματική διακονία.

Εκείνος που αγαπάει το Χριστό, Τον μιμείται όσο μπορεί. Ο Χριστός, για παράδειγμα,
– δεν έπαψε να ευεργετεί τους ανθρώπους

– έδειχνε μακροθυμία, όταν του συμπεριφέρονταν με αχαριστία και Τον βλαστημούσαν

– υπέμεινε, όταν Τον χτυπούσαν και Τον θανάτωναν, χωρίς καθόλου να σκέφτεται για κανέναν το κακό που Του έκανε.

Αυτά τα τρία έργα είναι εκφραστικά της αγάπης προς τον πλησίον. Χωρίς αυτά, απατάται εκείνος που λέει ότι αγαπάει το Χριστό ή ότι θα κερδίσει τη βασιλεία Του. Γιατί ο Κύριος μας βεβαιώνει: «Δεν θα μπει στη βασιλεία των ουρανών εκείνος που μου λέει «Κύριε, Κύριε», αλλά εκείνος που κάνει το θέλημα του Πατέρα μου» (Ματθ. 7,21). Και πάλι: «Όποιος με αγαπάει, θα τηρήσει τις εντολές μου» (Ιω. 14,15).

«Εγώ σας λέω», είπε ο Κύριος, «αγαπάτε τους εχθρούς σας, ευεργετείτε όσους σας μισούν, προσεύχεστε για όσους σας βλάπτουν» (Ματθ. 5,44). Γιατί έδωσε αυτές τις εντολές; Για να ελευθερώσει από το μίσος, τη λύπη, την οργή και τη μνησικακία και να σε αξιώσει ν’ αποκτήσεις την τέλεια αγάπη. Αυτή είναι αδύνατο να την έχει όποιος δεν αγαπάει εξίσου όλους τους ανθρώπους, όπως και ο Θεός τους αγαπάει όλους εξίσου.

Όποιος έχει την τέλεια αγάπη, δεν κάνει διακρίσεις στους ανθρώπους. Ξέρει πως όλοι μας έχουμε την ίδια ανθρώπινη φύση, και γι’ αυτό ανεξαίρετα τους αγαπάει όλους το ίδιο. Τους εναρέτους τους αγαπάει ως φίλους, ενώ τους κακούς τους αγαπάει ως εχθρούς και τους ευεργετεί και μακροθυμεί και υπομένει, αν τον βλάψουν, χωρίς να υπολογίζει καθόλου το κακό που του γίνεται. Αντίθετα, αν το καλέσει η περίσταση, πάσχει για χάρη τους, για να τους κάνει κι αυτούς φίλους, αν είναι δυνατόν. Κι αν αυτό δεν το κατορθώσει, δεν αλλάζει τη διάθεσή του, αλλά συνεχίζει να τους αγαπάει όλους εξίσου.

25 Οκτωβρίου, 2018

Ὁ Ὑποφήτης τῆς Ἀκριβοῦς Θεολογίας Ἅγιος Ἱερόθεος

Πρωτ. π. Γεωργίου Παπαβαρνάβα

                        

 ''Η θεολογία στην ζωή και διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας ταυτίζεται με την θεοπτία.''
Στην χορεία των αγίων υπάρχουν και εκείνοι οι άγιοι που έχουν το χάρισμα των ιαμάτων, θεραπεύουν, δηλαδή, σωματικές ασθένειες και ο κόσμος προστρέχει σε αυτούς. Στις Ενορίες ή στα Μοναστήρια, που έχουν τέτοια φήμη, παρατηρείται κοσμοσυρροή. Βέβαια, δεν το κατηγορεί κανείς αυτό, αφού είναι φυσικό ο άρρωστος να τρέχει στο νοσοκομείο και είναι ευχάριστο το να καταφεύγουν οι άνθρωποι στην Εκκλησία, η Οποία είναι Θεραπευτήριο ψυχών και σωμάτων. Ήθελα όμως να μου επιτραπή να τονίσω μερικά βασικά σημεία που έχουν σχέση με το θέμα αυτό, αλλά και με την πνευματική ζωή γενικότερα.

Πρώτον: Πράγματι υπάρχουν άγιοι που έχουν το χάρισμα της θεραπείας σωματικών ασθενειών. Και σήμερα, όπως και παλαιότερα, γίνονται θαύματα, αφού ο Χριστός είναι πάντα ο ίδιος και θαυματουργεί δια των Αγίων Του. “Θαυμαστός ο Θεός εν τοις Αγίοις Αυτού”.

Δεύτερον: Οι σωματικές θεραπίες δεν είναι το μέγιστο χάρισμα ούτε το μέγιστο θαύμα, αλλά ούτε και το ζητούμενο στην ζωή. Οι Άγιοι δεν επιδιώκουν να δουν κάποιο θαύμα στην ζωή τους, αλλά προσπαθούν να ζουν “εν μετανοία”. Σκοπός της ζωής μας είναι η θέωση, η κοινωνία δηλαδή με τον Θεό, που αποκτάται με την μετάνοια και την εφαρμογή των εντολών του Χριστού.

Τρίτον: Τα μεγαλύτερα, τα “κρείττονα” χαρίσματα είναι της αγάπης, της μετανοίας και της θεολογίας.

“Ζηλούται δε τα χαρίσματα τα κρείττονα και ετι καθ’ υπερβολήν οδόν υμίν δείκνυμι· εάν ταις γλώσσαις των ανθρώπων λαλώ και των αγγέλων αγάπην δε μη έχω γέγονα χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον” (Απ. Παύλος).

“Εκείνος που αξιώθηκε να δη τον εαυτό του και να εννοήση την πνευματική του φτώχεια (δηλαδή με την χάρη του Θεού και την βαθειά του μετάνοια έχει αποκτήσει αυτογνωσία), είναι μεγαλύτερος από εκείνον που αξιώθηκε να αναστήση νεκρούς ή να δη τους αγγέλους” (Άγιος Ισαάκ ο Σύρος).

Η θεολογία στην ζωή και διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας ταυτίζεται με την θεοπτία. Θεολόγος είναι αυτός που είδε τον Θεό, μπορεί να ομιλή γι’ Αυτόν και ξέρει να προσεύχεται αληθινά. “Αν είσαι θεολόγος τότε ξέρεις να προσεύχεσαι αληθινά και εάν ξέρης να προσεύχεσαι αληθινά τότε είσαι θεολόγος”. (Όσιος Νείλος ο ασκητής). Θεολόγος είναι αυτός που έχει διάκριση, που είναι σε θέση να διακρίνη το κτιστό από το άκτιστο, το θεϊκό από το δαιμονικό και μπορεί να θεραπεύη την ψυχή. Άλλωστε η πνευματική υγεία, που είναι και το ζητούμενο, έχει άμεση σχέση με την σωματική υγεία, αφού πολλές σωματικές αρρώστειες έχουν σαν αιτία τους ψυχικές ανωμαλίες. Π.χ. δεν συμπαθείς κάποιον και σου ποναει το στομάχι (τις περισσότερες φορές, άλλωστε, πονάει όχι εξ’ αιτίας αυτών που τρώμε, αλλά εξ αιτίας αυτών που μας τρώνε), ή έχεις λογισμούς και υποψίες εναντίον κάποιου και υποφέρεις από πονοκεφάλους.

Η Ορθόδοξη θεολογία δεν έχει να κάνη με εγκεφαλικές διεργασίες και στοχασμούς, αλλά σχετίζεται, πρωτίστως και κυρίως, με την καρδιά, την πνευματική καρδιά, που είναι ο χώρος στον οποίον αποκαλύπτεται ο Θεός. Αληθινοί θεολόγοι είναι όσοι βιώνουν τον Θεό και έχουν νικήσει, έχουν υπερβεί τον θάνατο στα όρια της προσωπικής τους ζωής. Ένας τέτοιος Άγιος, Θεολόγος και Πατήρ της Εκκλησίας μας είναι και ο Άγιος Ιερόθεος, Επίσκοπος Αθηνών, μαθητής του Αποστόλου Παύλου και διδάσκαλος του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου. Είναι, όπως τονίζεται και στο “Απολυτίκιό” του, υποφήτης της ακριβούς θεολογίας, δηλαδή μέγας θεολόγος και ερμηνευτής των θεολόγων, καθώς και μεγάλος υμνολόγος, αφού στην Κοίμηση της Θεοτόκου ήταν παρών και ανέπεμπε ύμνους προς την Παναγία. “Ήτον έξαρχος μετά τους Αποστόλους των θείων υμνωδιών, όλος εκδημών, όλος εξιστάμενος εαυτού, και την προς τα υμνούμενα κοινωνίαν πάσχων· διό και από όλους όσοι τον ήκουον και τον έβλεπον και τον ήξευρον πρότερον και δεν τον ήξευρον, εκρίνετο ότι είναι θεόληπτος και θείος υμνολόγος” (Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης).

Γνήσιος μαθητής του Αποστόλου των εθνών έπαθε και έμαθε τα θεία. Αφού απαρνήθηκε τα είδωλα, βίωσε την μετάνοια και την αληθινή αγάπη και έφθασε στην θεωρία του Θεού, που ταυτίζεται με την θεολογία, γι’ αυτό και ο λόγος του έχει ζωντάνια και αμεσότητα, είναι πραγματική μυσταγωγία. “Ώφθης θεολογίας αληθούς υποφήτης, δι’ ής μυσταγωγούμεθα πάτερ τα κρείττονα.

Αυτό που έχει ανάγκη σήμερα ο κόσμος, κουρασμένος από τα κενά λόγια, είναι όχι οι στοχασμοί και οι αποστεωμένοι εγκεφαλικοί λόγοι, αλλά ο ζωντανός θεολογικός λόγος, ο οποίος προσφέρει αληθινή παράκληση, επειδή δεν προκαλεί, αλλά παρακαλεί, δηλαδή παρηγορεί την καρδιά. Και αυτό, διότι δεν είναι λόγος κενός, αλλά καινός που καινοποιεί, αναγεννά και ζωοποιεί. Προσφέρει νόημα ζωής, αγάπη για την πραγματική ζωή, όχι απλώς για την βιολογική ύπαρξη, αφού άλλο ζωή και άλλο βιολογική ύπαρξη, άλλο βίος και άλλο πολιτεία και αληθινή βιοτή, δηλαδή, ζωή “εν τω Θεώ”.

Ο Απόστολος Παύλος προτρέπει να επιδιώκουμε να αποκτήσουμε τα χαρίσματα τα “κρείττονα”, δηλαδή την αγάπη, την μετάνοια και την θεολογία. Ο υποφήτης της ακριβούς θεολογίας, Άγιος Ιερόθεος, μυσταγωγεί και μυεί στα κρείττονα. Η συνεχής ενασχόληση μόνο με τα ελάσσονα μήπως φανερώνει πνευματική φτώχεια και ρηχότητα;

http://www.parembasis.gr/index.php/el/menu-teyxos-21/3941-1997-21-06 

26 Ιουνίου, 2018

Ὁ μέγας Προφήτης, Ἱερεύς, Βασιλεύς




Στὰ χρόνια ποὺ προηγήθηκαν ἀπὸ τὴν ἔλευση τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ στὸν κόσμο, τὰ χρόνια τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τρία κατεξοχὴν προνομιοῦχα γένη ὑπῆρχαν: τὸ βασιλικό, τὸ ἱερατικὸ καὶ τὸ προφητικό. Οἱ βασιλεῖς, οἱ ἱερεῖς καὶ οἱ προφῆτες στὸν παλαιὸ Ἰσραὴλ κατεῖχαν μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων τὴ μέγιστη ἐξουσία, δοσμένη ἀπὸ τὸν Θεό· τὰ δύο πρῶτα γένη κληρονομικά, ἐνῶ τὸ τρίτο μὲ εἰδικὴ ἐκλογὴ καὶ ἀνάδειξη ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Κύριο. Μὲ τὴν ἀνάδειξή τους σ’ ἕνα ἀπὸ τὰ τρία αὐτὰ κορυφαῖα ἀξιώματα οἱ ἐκλεγμένοι ἀπὸ τὸν Θεὸ βασιλεῖς, ἱερεῖς καὶ προφῆτες χρίονταν (ἀλείφονταν δηλαδή) μὲ εἰδικὸ εὐῶδες ἔλαιο. Τὴν χρίση μὲ τὸ ἔλαιο αὐτό – ποὺ προοριζόταν ἀποκλειστικὰ γι’ αὐτὸν τὸν σκοπὸ καὶ γιὰ ἀπολύτως κανένα ἄλλον – τὴν τελοῦσε ἕνας ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, ἱερέας καὶ ὁ ἴδιος ἢ προφήτης, χύνοντας τὸ πολύτιμο αὐτὸ ἀρωματικὸ λάδι στὸ κεφάλι τοῦ νέου προφήτη, βασιλιᾶ ἢ ἱερέα. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ δηλωνόταν ὅτι ὁ συγκεκριμένος ἄνθρωπος ἦταν ἐκλεγμένος καὶ διορισμένος ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ γίνει ὄργανο δικό Του γιὰ τὴ διακυβέρνηση τοῦ λαοῦ. Ἀπὸ τότε καὶ ἔπειτα ὀνομαζόταν «χριστὸς Κυρίου», δηλαδὴ χρισμένος ἀπὸ τὸν Θεό, καὶ ὅλοι ἦταν ὑποχρεωμένοι νὰ τὸν ἀναγνωρίζουν ὡς τέτοιον. Κανένα ἀπὸ τὰ προνομιοῦχα αὐτὰ πρόσωπα τοῦ ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ δὲν συγ­κέντρωνε στὸ πρόσωπό του καὶ τὰ τρία ἀξιώματα ταυτοχρόνως. Πολὺ ­σπάνια ἦ­­­­ταν ἡ περίπτωση ἕνα πρόσωπο νὰ κατέ­χει συγχρόνως δύο ἀπὸ τὰ τρία ἀξιώματα (ὅπως π.χ. ὁ Δαβίδ, ποὺ ἦταν βασιλιὰς καὶ προφήτης μαζί). Γι’ αὐτὸ καὶ διάχυτος πόθος ἐπικρατοῦσε στὴν Παλαιὰ Διαθήκη νὰ ἐμφανιστεῖ ὁ Μεσσίας, ποὺ θὰ συνένωνε ἐπάνω Του καὶ τὰ τρία αὐτὰ ἀξιώματα στὸν ὕψιστο βαθμό· θὰ ἦταν μέγας προφήτης, βασιλεὺς καὶ ἱερεύς. Ὁ πόθος αὐτὸς τοῦ παλαιοῦ ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ ἐκπληρώθηκε μὲ τὴν ἔλευση στὸν κόσμο τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸς εἶναι ὁ μοναδικὸς ἄνθρωπος ποὺ στὸ πανάγιο πρόσωπό Του συνένωσε καὶ τὰ τρία ἀξιώματα. Ὑπῆρξε ὁ μέγας Προφήτης, Ἱερεὺς καὶ Βασιλεύς. Γι’ αὐτὸ καὶ ὀνομάσθηκε Χριστός, μὲ τὸ Χ γραμμένο τώρα μὲ κεφαλαῖο γράμμα. Διότι ὁ Κύριος Ἰησοῦς δὲν χρίσθηκε ὅπως οἱ ὑπόλοιποι «χριστοί», μὲ ὑλικὸ μύρο, ἀλλά, καθὼς λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, «παρουσίᾳ ὅλου τοῦ χρίοντος», τῆς θεότητός Του δηλαδή. «Χρῖσις γὰρ αὕτη τῆς ἀνθρωπότητος»· ἡ θεότητά Του εἶναι ὁλόκληρη καὶ διαρκῶς παροῦσα καὶ χρίει τὴν ἀνθρώπινη φύση Του1. Ὁ Ἴδιος ἦταν καὶ «ὁ χρίων καὶ ὁ χριόμενος· χρίων ὡς Θεὸς ἑαυτὸν ὡς ἄνθρωπον»2 καὶ καθιστάμενος συγχρόνως ὕψιστος Προφήτης καὶ Διδάσκαλος, μέγας Ἀρχιερεὺς καὶ αἰώνιος Βασιλεύς. Λέγεται βέβαια καὶ ὅτι χρίεται ἀπὸ τὸν Πατέρα διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Εἶναι ἀκριβῶς τὸ ἴδιο, διότι τὰ τρία θεῖα Πρόσωπα ἔχουν κοινὴ ἐνέργεια. Τὰ τρία αὐτὰ ἀξιώματα στὸν Θεάνθρωπο Κύριο εἶναι ἀχωρίστως ἑνωμένα στὸ πρόσωπό Του καὶ ἔτσι ἐμφανίζονται στὴν ἐπὶ γῆς πορεία Του καὶ στὸ ἀπολυτρωτικὸ ἔργο ποὺ ἦλθε νὰ ἐπιτελέσει στὸν κόσμο. Τὸ προφητικό Του ἀξίωμα τὸ ἀσκεῖ ὁ Κύριος κυρίως ὅταν διδάσκει καὶ νομοθετεῖ, ἐξαγγέλλει δηλαδὴ στοὺς ἀνθρώπους τὴν ἀλήθεια περὶ Θεοῦ καὶ φωτίζει τὸ νοῦ τους, προκειμένου νὰ τοὺς ἀπαλλάξει ἀπὸ τὸ σκοτάδι τοῦ ψεύδους ποὺ εἶχε ἐγκαταστήσει μέσα τους ἡ ἐξουσία τοῦ διαβόλου. Συγχρόνως ὅμως ἐκεῖ ἀσκεῖ καὶ τὸ βασιλικό Του ἀξίωμα, καθὼς ὁ Κύριος διδάσκει καὶ νομοθετεῖ ὄχι ὅπως οἱ παλαιοὶ προφῆτες («τάδε λέγει Κύριος»), ἀλλὰ μὲ ὕψιστη ἐξουσία καὶ κύρος: «ἐγὼ λέγω ὑμῖν» (Ματθ. ε΄ 22 κ.ἀ.). Στὰ ἐκπληκτικά Του θαύματα ἐπίσης, μὲ τὰ ὁποῖα ἐπικυρώνεται ἡ θεία διδασκαλία Του, πάλι ἡ ἐξουσία Του καὶ τὸ βασιλικὸ ἀξίωμα ἐμφαίνεται. Κυρίως ὅμως τὸ βασιλικὸ ἀξίωμα τὸ ἀσκεῖ στὴν κατάσταση τῆς δόξης Του μετὰ τὴ Σταύρωση, τὴν Ἀνάσταση καὶ τὴν Ἀνάληψή Του, τελευταία δὲ βασιλική Του ἐνέργεια θὰ εἶναι ἡ τελικὴ κρίση τοῦ κόσμου κατὰ τὴ Δευτέρα Του Παρουσία. Τὸ ἀρχιερατικό Του ἐξάλλου ἀξίωμα τὸ ἀσκεῖ κυρίως στὴν ἀπολυτρωτική Του καὶ ἐξιλαστήρια ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ θυσία, ὅταν ὡς ὕψιστος θύτης συγχρόνως καὶ θύμα προσφέρει τὸ αἷμα Του γιὰ τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν μας καὶ τὴν ἀπολύτρωση. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν Ἀνάσταση καὶ Ἀνάληψή Του, ὅταν πλέον κατέχει ὡς Βασιλεὺς τὴν ὕψιστη ἐξουσία «ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς» (Ματθ. κη΄ 18), πάλι συνεχίζει τὸ ἀρχιερατικό Του ἔργο, μεσιτεύον­τας στὸν Πατέρα Του γιὰ ἐμᾶς («ἐντυγχά­νων ὑπὲρ ἡμῶν»· βλ. Ἑβρ. ζ΄ 25). Συνεπῶς ὁ Κύριος τὸ τριπλὸ αὐτὸ ἀξίωμα δὲν τὸ κατέχει γιὰ τὸν Ἑαυτό Του, ἀλλὰ γιὰ ἐμᾶς. Μὲ τὸ προφητικό Του ἀξίωμα καὶ τὴν ἀλήθεια ποὺ ἐκπηγάζει ἀπὸ τὸ πανάγιο Πρόσωπό Του φωτίζει τὴ σκοτισμένη μας διάνοια. Μὲ τὸ ἀρχιερατικό Του ἀξίωμα καθαρίζει τὴ διεφθαρμένη μας καρδιὰ μὲ τὸ πανάγιο αἷμα Του καὶ τὴν καθιστᾶ ἐξαγνισμένη, «δεδικαιωμένην» ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ Πατρός. Καὶ μὲ τὸ βασιλικό Του ἀξίωμα ἐνισχύει καὶ ἁγιάζει τὴν ἐξασθενημένη μας θέληση στὸ νὰ συμμετέχουμε καὶ μεῖς στὴ δική Του αἰώνια νίκη καὶ θρίαμβο. Μ’ ἕνα λόγο ὁ Κύριος μὲ τὸ τριπλό Του ἀξίωμα καθίσταται γιὰ ὅλη τὴν Ἐκκλησία Του καὶ τὸν κάθε χριστιανὸ χωριστὰ «σοφία ἀπὸ Θεοῦ (προφητικὸ ἀξίωμα), δικαιοσύνη τε (=δικαίωση: ἀρχιερατικό) καὶ ἁγιασμός (βασιλικό) καὶ ἀπολύτρωσις (τὸ ἀποτέλεσμα καὶ τῶν τριῶν)» (Α΄ Κορ. α΄ 30). Καὶ ὄχι μόνο χαρίζει ὅλα αὐτὰ σὲ μᾶς ὁ Κύριος, ἀλλὰ καὶ μὲ τὰ ἱερὰ Μυστήρια τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος καὶ τοῦ ἱεροῦ Χρίσματος μᾶς καθιστᾶ ἱκανοὺς νὰ συμμετέχουμε στὸ τριπλό Του ἀξίωμα. Γινόμαστε δηλαδὴ καὶ μεῖς μέσα στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ προφῆτες, ἱερεῖς καὶ βασιλεῖς. Ειναι ύψιστη αὐτὴ η τριπλὴ τιμή, γιὰ τὴν ὁ­­ποία ανοιγεται  ενα μεγαλο  και ανεξαντλητο  κεφαλαιο.

1. Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος Θεολογικὸς 4ος, Περὶ Υἱοῦ, ΚΑ΄, PG 36, 132.
2. Ἰω. Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, PG 94, 1161.
https://www.osotir.org/2014/03/07/o-megas-profitis-iereus-vasileus/ 

13 Ιουνίου, 2018

Η έννοια της Αυτονομίας κατά τον Ιμμάνουελ Καντ

Χριστόφορος Παπαδόπουλος, Θεολόγος

Σύμφωνα με τον Νικόλαο Κόϊο, στον Καντ δεν υπάρχει καμία σαφώς διατυπωμένη ανθρωπολογία στο έργο του περί ηθικής. Παρά ταύτα όμως υπάρχουν κάποιες διάχυτες ανθρωπολογικές αντιλήψεις, όπως ο εξής δυαλισμός: εμπειρική πραγματικότητα από τη μία (σώμα-συναίσθημα), και ανθρώπινη λογική και βούληση από την άλλη. Οτιδήποτε υπάρχει στην εμπειρική πραγματικότητα υπόκειται σε αναγκαιότητες (ή ροπές), ενώ η ανθρώπινη λογική και βούληση είναι ad hoc ελεύθερες [18]. Έτσι η ηθική μπορεί να είναι ελεύθερη και απόλυτη μόνο όταν είναι απαλλαγμένη από την επιρροή της εμπειρικής πραγματικότητας.

Ο ηθικός νόμος θεσπίζεται αυτόνομα από τον ίδιο τον άνθρωπο και πρέπει να αποβλέπει στην ελευθερία. Συνεπώς ο Καντ, προκειμένου να θεμελιώσει την αυτονομία στην ηθική, υποστηρίζει ότι ο ηθικός νόμος τίθεται μόνο με τη χρήση της καθαρής λογικής, της κριτικής ικανότητας και της αγαθής ανθρώπινης βούλησης. Ο Καντ αποθεώνει αυτές τις τρεις λειτουργίες του ανθρώπου και θέτει την εξής θεμελιώδη πρόταση: «Από όλα όσα μπορούν να νοηθούν μέσα στον κόσμο ή και έξω απ’ αυτόν δεν υπάρχει τίποτε άλλο, που να μπορεί να θεωρηθεί ως καλό χωρίς περιορισμό, εκτός από μια καλή θέληση» [19].



Το επίκεντρο της Καντιανής ηθικής στηρίζεται πάνω σ’ αυτές τις δύο έννοιες-κλειδιά: η καθαρή λογική, και η αγαθή βούληση. Υποστηρίζει ότι ο ηθικός νόμος δεν βρίσκεται «ούτε στον ουρανό ούτε στη γη» [20], δηλαδή, ούτε στην θρησκευτική εξουσία ούτε στην εμπειρική πραγματικότητα [21]. Στην πρώτη περίπτωση ο ηθικός νόμος προέρχεται από κάποιον «κηδεμόνα», ο οποίος είναι έτερος του ανθρώπου (θεότητα), οπότε πέφτουμε στην ετερονομία. Στην δεύτερη, από την έμφυτη αίσθηση του ανθρώπου, που δεσμεύεται από ανθρώπινες ροπές και επιθυμίες (ψυχισμός). Και στις δύο περιπτώσεις, οι νόμοι μπορεί να είναι καλύτεροι από το τίποτα, αλλά «δεν μπορούν να δώσουν αξιώματα αυτά που υπαγορεύει η λογική» [22]. Κατά τον Καντ, αυτά τα αξιώματα πρέπει να προέρχονται από κάποια a priori πηγή, δηλαδή εκ των προτέρων υπάρχουσα και καθολική σ’ όλα τα έλλογα όντα. Επομένως, καθαρή ηθική είναι η απαλλαγμένη από την εμπειρική πραγματικότητα και την θρησκευτική εξουσία, δηλαδή απ’ οτιδήποτε θεωρείται ως ετερόνομο στοιχείο. Έπειτα, το υποκείμενο, στηριζόμενο στην καθαρή λογική, η οποία καθορίζει την ηθική συμπεριφορά, μέσω της χρήσης της αγαθής βούλησης, θεσπίζει τον εκ των προτέρων υπάρχοντα ηθικό νόμο. Κατ’ αυτόν τον τρόπο επιτυγχάνεται η αυτονομία του.

Βεβαίως στον Καντ αυτονομία ουδέποτε σημαίνει αυθαιρεσία, αλλά δέσμευση και υπακοή στον ηθικό νόμο. Εδώ εισάγει την έννοια του καθήκοντος, κατά την οποία ο άνθρωπος πράττει κάτι επειδή υπακούει σε μία κατηγορική προστακτική του τύπου: «Πράττε έτσι γιατί πρέπει να πράξεις έτσι…», κι όχι «πράττε έτσι με σκοπό να…». Δηλαδή στον Καντ καθήκον σημαίνει να πράττεις την ηθική πράξη μόνο και μόνο επειδή είναι ηθική πράξη, κι όχι για οποιονδήποτε άλλο λόγο και σκοπό. Με άλλα λόγια, πρέπει η ηθική πράξη να αποτελεί αυτοσκοπό κι όχι μέσο προς επίτευξη κάποιου άλλου σκοπού. Επίσης η πράξη αυτή του ανθρώπου πρέπει να ακολουθεί και την άλλη κατηγορική προστακτική που εξασφαλίζει την καθολική ισχύ του ηθικού νόμου: «Πράττε σά να έπρεπε ο γνώμονας της πράξης σου[…], να γίνει με τη θέλησή σου καθολικός νόμος» [23].

Ακολουθεί λοιπόν ο άνθρωπος ένα νόμο, ο οποίος δεν προέρχεται έξω απ’ αυτόν, αλλά τον θέτει ο ίδιος. Από τη στιγμή όμως που τον θέσει πρέπει να τον τηρεί τυφλά από καθήκον. Αυτό δεν είναι ετερονομία αλλά αυτονομία, γιατί υπακοή στον ηθικό νόμο που έθεσε ο ίδιος σημαίνει υπακοή στην ανθρώπινη λογική. Καθήκον, κατά τον Καντ, όπως το παρουσιάζει ο Κων. Δεληκωσταντής, είναι ο τρόπος με τον οποίο ο άνθρωπος ζει ως ηθικό όν και πραγματοποιεί την αυτόνομη ελευθερία του [24].
Διαβάστε ολόκληρη τη μελέτη εδώ
18. Ό.π., σ. 41.
19. Immanuel Kant, Τα θεμέλια της Μεταφυσικής των ηθών, εκδ. Δωδώνη, Εισ.- Μτφρ.- Σχόλια Γιάννη Τζαβάρα, Αθήνα-Γιάννινα 1984, σ. 33.
20. Ό.π., σ. 77.
21. Βλ. Ό.π., υποσ. 101.
22. Ό.π., σ. 77-78.
23. Πρβλ. Νικολάου Κόϊου, Ό.π., σ. 176.
24. Βλ. Κώστα Δεληκωσταντή, Ό.π., σ. 79