Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα προφητης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα προφητης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

01 Μαΐου, 2022

Ο Προφήτης Ιερεμίας

 
Ο Προφήτης Ιερεμίας γεννήθηκε πιθανώς κατά το 650 π.Χ., στην μικρή πόλη της φυλής Βενιαμίν Αναθώθ, βορειοανατολικά της Ιερουσαλήμ. Ο πατέρας του ήταν ιερέας και ονομαζόταν Χελκίας. Ανατράφηκε στην ιερατική αυτή οικογένεια με αυστηρότητα. Μελετούσε τους προ αυτού Προφήτες Ησαΐα και Ωσηέ. Νεότατος στην ηλικία, περίπου 23 – 25 ετών, περί το 627 – 625 π.Χ., καλείται από τον Θεό στο προφητικό αξίωμα. Ανταποκρίνεται στο θέλημα του Κυρίου και έτσι το όνομά του (Ιερεμίας), που σημαίνει ο Θεός ανυψώνει ή καθιστά, εκφράζει και την αποστολή του.

Κατάπληκτος από την τιμή αυτή ο Ιερεμίας, αρνείται την υψηλή τιμητική κλήση, προβάλλοντας τις ασθενείς νεανικές του δυνάμεις. Ο Θεός όμως ενισχύει αυτόν υποσχόμενος, όχι υλικές αμοιβές και τιμές, αλλά το πολυτιμότερο όλων: τη βοήθειά Του. Ο Ιερεμίας υπακούει.

Ο Προφήτης Ιερεμίας καθαγιάσθηκε πριν από τη γέννησή του, όπως γράφει ο Άγιος Ιερώνυμος. Πράγματι, στην αρχή του προφητικού του βιβλίου ο Ίδιος ο Θεός του λέγει: «Προ του με πλάσαι σε εν κοιλία επίσταμεί σε και προ του σε εξελθείν εκ μήτρας ηγίακά σε, προφήτην εις έθνη τέθεικά σε».

Σε τέσσερις περιόδους δυνάμεθα να διαιρέσουμε την δημόσια δράση του. Πρώτον, επί του βασιλέως Ιωσίου προ της μετερρυθμίσεως (627 – 621 π.Χ.), δεύτερον, επί του βασιλέως Ιωακείμ μέχρι του Σεδεκίου (609 – 598 π.Χ.), τρίτον, επί Σεδεκίου (598 – 586 π.Χ.) και τέταρτον, μετά την άλωση της Ιερουσαλήμ και την αιχμαλωσία του Σεδεκίου.

Μετά την καταστροφή του βασιλείου του Ισραήλ, το βασίλειο του Ιούδα, όπου βρισκόταν ο Προφήτης Ιερεμίας, τελούσε υπό την επίδραση των Ασσυρίων, όχι μόνο πολιτικά αλλά και θρησκευτικά. Η πολυθεΐα των Ασσυρίων είχε εισχωρήσει στους Ιουδαίους, διότι ο βασιλέας Μανασσής (693 – 639 π.Χ.) ήταν υποτελής των Ασσυρίων και είχε παραδοθεί σε θρησκευτικό συγκρητισμό και σε ειδωλολατρία. Όσες πόλεις υπήρχαν στην Ιουδαία, τόσοι ήταν και οι θεοί, όσοι οι δρόμοι της Ιερουσαλήμ, τόσα θυσιαστήρια του Βαάλ. Υπήρχε η ειδωλολατρία του Μολώχ με τα ανθρώπινα θύματα. Στις αυλές του ναού ήταν θυσιαστήρια των Ασσυρίων θεών και το είδωλο της Αστάρτης.

Ο Ιερεμίας, επί της βασιλείας του Ιωσίου, από το 627 π.Χ., επέρχεται κατά της πολυθεΐας κηρύσσοντας τον Ένα και Μόνο Αληθινό Θεό και στηλιτεύοντας τη διαφθορά. Εκτός της ειδωλολατρίας και ανηθικότητας, ο Ιερεμίας πολεμάει κατά την περίοδο αυτή και τους ψευδοπροφήτες, οι οποίοι παραπλανούσαν τον λαό με ψευδείς προφητείες. Ο Προφήτης διαισθάνεται κάποια μεταβολή του λαού, κάποια μετάνοια, διότι στην πρόσκληση του Θεού, ο λαός απαντά: «Ὁδοῦ, πρὸς Σὲ ἔρχομαι». Η μετάνοια όμως αυτή ήταν πρόσκαιρη λόγω της ανομβρίας. Ο Προφήτης πονάει, υποφέρει. Περιέρχεται σε απόγνωση. Όμως η μακροθυμία του Θεού δεν εξαντλείται.

Ο Θεός συμβουλεύει τον Προφήτη να ερευνήσει την υπό του κακού τρυγηθείσα άμπελο, το λαό Του, μήπως εύρει ρώγα σταφυλιού, κάποιον άνθρωπο ευσεβή, ατρύγητο από το κακό. Έτσι τονίζεται η μεγάλη αξία του ανθρώπου. Ο Προφήτης δεν βρίσκει δυστυχώς καμία ρώγα σταφυλιού ατρύγητη από το κακό. Στην άκαρπη αυτή προσπάθεια του Προφήτη, ο Θεός συνιστά σε αυτόν και πάλι να συνεχίσει την εργασία του, για να πεισθεί και ο ίδιος ο Προφήτης για το αδιόρθωτο του λαού και τη δίκαιη τιμωρία του. Ο Θεός παρομοιάζει τον Προφήτη με μεταλλουργό που δοκιμάζει τα μέταλλα και φροντίζει από το μείγμα να εξαγάγει αυτά που είναι ευγενή, δηλαδή το χρυσό και τον άργυρο. Μάταια όμως.

Εδώ τερματίζεται η πρώτη περίοδος της δράσεως του Προφήτη Ιερεμία. Κατόπιν έρχεται η κατάλυση του Ασσυριακού βασιλείου διά της πίστεως της Νινευή το 621 π.Χ. Ο ευσεβής βασιλέας Ιωσίας, επωφελούμενος από την κατάρρευση αυτή, ανέλαβε πολιτική εξωτερικής ανεξαρτησίας και προέβη σε εσωτερικές μεταρρυθμίσεις, για να ορθώσει την πίστη στον Θεό. Ο Ιερεμίας, κατά το χρονικό διάστημα 621 – 608 π.Χ., αποσύρθηκε πιθανότατα σε μόνωση. Χαρακτηριστικό της ασκητικής του ζωής ήταν ότι αυτός «λινοῦν περίζωμα εἶχε μόνον. Ὡς δὲ τὰ εὐτραφῆ τῶν σωμάτων γυμνούμενα φανερωτέραν δείκνυσι τὴν ἀκμήν, οὕτω καὶ τῶν ἠθῶν τὸ κάλλος, μὴ ἀνειλούμενον ἀπειροκάλοις φλυαρίαις, τὸ μεγαλοπρεπὲς ἐνδείκνυται».

Κατά την δεύτερη περίοδο της δράσης του, επί της εποχής του βασιλέως Ιωακείμ (609 – 598 π.Χ.), ο Προφήτης Ιερεμίας στρέφεται κατά των ατόπων της Ισραηλιτικής θρησκείας. Ο μαγικός χαρακτήρας, τον οποίο απέδιδαν οι Ιουδαίοι στο ναό και στις τελετές, τον ενοχλούσε. Έλεγε δε, ότι «ο ναός, ο οποίος χρησιμεύει να καλύπτει τα κακουργήματα, είναι όχι ναός Θεού, αλλά σπήλαιο ληστών».

Κατά το πρώτο έτος της βασιλείας του Ιωακείμ, σε κάποια μεγάλη εορτή, εμφανίζεται ο Προφήτης Ιερεμίας στην αυλή του ναού και μέσα στο ενθουσιώδες από τη θέα του ναού πλήθος, προσβάλλει την εσφαλμένη αυτή πίστη, την οποία είχε ο λαός περί του ναού και κηρύσσει την επερχόμενη καταστροφή του ναού. Όλος ο λαός εξεγείρεται και ζητεί τον θάνατό του. Σώζεται με την επέμβαση του Αχικάμ.

Μεταβαίνει στο εργαστήριο του κεραμέως και παρατηρεί ότι ο κεραμέας μεταπλάσσει όσα από τα πήλινα δοχεία δεν αρέσουν σε αυτόν. Έτσι, λέγει ο Προφήτης, θα κάνει ο Θεός σε έθνη και ανθρώπους, τα οποία δεν αρέσουν σε Αυτόν. Για την αποφυγή της καταστροφής συνιστά την εσωτερική μετάνοια του ανθρώπου. Άρχοντες και λαός αντιδρούν. Κουρασμένος ο Προφήτης από τους άκαρπους αγώνες του ζητεί τη μόνωση και προβλέποντας την αμετανοησία του λαού του Θεού, προλέγει την καταστροφή του.

Κάποιοι άνθρωποι αποφασίζουν να τον δηλητηριάσουν στην Αναθώθ. Συνωμοτούν εναντίον του και συγγενείς του. Ο Ιερεμίας αποδίδει την σωτηρία του στον Θεό. Στρέφεται κατά των αρχόντων, του βασιλέως Ιωακείμ και των ανακτόρων, των οποίων κηρύσσει την καταστροφή. Όλος ο κόσμος είναι εναντίον του. Προς στιγμήν κάμπτεται, διότι νομίζει ότι έχει εγκαταλειφθεί από τον Θεό και παραπονείται. Συνέρχεται όμως και συνεχίζει το έργο του. Στην αυλή του ναού κηρύσσει και πάλι την καταστροφή του ναού. Το κήρυγμα αυτό προκαλεί αναταραχή. Γι’ αυτό ο στρατηγός του ιερού χώρου του ναού Πασχώρ τον ραβδίζει και τον ρίχνει στη φυλακή. Τα κηρύγματά του γίνονται δεκτά με ειρωνείες. Του απαγορεύουν να επισκέπτεται το ναό.

Ο Προφήτης σκέπτεται να εγκαταλείψει τον αγώνα. Η φωτιά όμως του λόγου του Θεού, που είναι μέσα του, δεν τον αφήνει. Κατά το τέλος του 605 π.Χ., μετά την ήττα των Αιγυπτίων στο Χαρκαμύς, επειδή ο ίδιος δεν ήταν δυνατόν να εισέλθει στην αυλή του ναού, δίδει στον μαθητή του Βαρούχ να αναγνώσει στο μέσο της αυλής του ναού, προφητεία, διά της οποίας κηρυσσόταν η καταστροφή του ναού. Όλοι τότε επαναστατούν εναντίον του. Ο Ιερεμίας και ο Βαρούχ κρύβονται, για να μη συλληφθούν. Η προλεχθείσα όμως καταστροφή επήλθε.

Οι Βαβυλώνιοι κατέστησαν φόρου υποτελή, το βασιλέα Ιωακείμ. Αυτός, επιθυμώντας την ανεξαρτησία και αφού παρακινήθηκε από άκριτους ανθρώπους, προκαλεί τη Βαβυλώνιο εκστρατεία κατά της Ιερουσαλήμ. Ο Ναβουχοδονόσωρ επέρχεται εναντίον του και πολιορκεί την Ιερουσαλήμ. Ο Ιερεμίας μάταια συνιστά στον βασιλέα Ιωακείμ, υποταγή στους Βαβυλώνιους. Ο Ιωακείμ πεθαίνει και η πόλη καταλαμβάνεται και πολιορκείται. Ο ναός καταστρέφεται. Ο άμεσος διάδοχος του Ιωακείμ, ο Ιωαχείμ (Ιεχονίας) πορεύεται σε αιχμαλωσία με τους αξιωματούχους της χώρας και δέκα χιλιάδες από το λαό. Ο βασιλέας Ναβουχοδονόσωρ ορίζει ως διάδοχο του Ιεχονίου, τον Σεδεκία.

Κατά την Τρίτη περίοδο της δράσεως του Προφήτη Ιερεμίου, το 594 π.Χ., απεσταλμένοι των Ιδουμαίων, Αμμωνιτών, Τύρου και Σιδώνος, παρακάλεσαν τον Σεδεκία να συμμαχήσουν κατά των Βαβυλωνίων. Οι ψευδοπροφήτες κηρύσσουν ότι τα ιερά σκεύη του ναού που είχαν κλαπεί θα επιστραφούν. Ο Ιερεμίας αντιτίθεται και συμβολικά θέτει ζυγό στον τράχηλό του, για να δηλώσει ότι θα είναι δούλοι του Ναβουχοδονόσορ. Ο ψευδοπροφήτης Ανανίας σπάζει το ζυγό πάνω στον τράχηλο του Ιερεμία, για να τονίσει την αποτίναξη του ζυγού των Βαβυλωνίων. Ο Ιερεμίας απαντά: «Έσπασες ξύλινους ζυγούς; Σιδερένιους θα θέσει ο Θεός στον τράχηλό σας».

Ο Σεδεκίας τήρησε συνετή πολιτική προς τους απεσταλμένους των άλλων περιοχών και ενέκρινε την γνώμη του Προφήτη Ιερεμία. Όμως, κατά το 588 π.Χ., ο φαραώ της Αιγύπτου Ουαφρής επαναστατεί κατά των Βαβυλωνίων. Το φρόνημα των Ιουδαίων αναπτερώνεται και λαμβάνουν και αυτοί μέρος στην επανάσταση αυτή. Ο Ιερεμίας τους αποτρέπει από το να συμμαχήσουν με τους Αιγυπτίους κατά των Βαβυλωνίων. Οι Ιουδαίοι δεν υπακούν και επαναστατούν. Ο Ιερεμίας επιμένει ότι η πόλη των Ιεροσολύμων θα καταστραφεί. Οι άρχοντες τον ρίχνουν σε λάκκο βορβορώδη, διότι με τον τρόπο που ο Προφήτης ομιλούσε παρέλυε τα χέρια των πολεμιστών. Με την επέμβαση όμως του Αβδεμέλεχ αποσύρεται από τον λάκκο. Η πόλη των Ιεροσολύμων καταλαμβάνεται και ο βασιλέας Σεδεκίας συλλαμβάνεται, τυφλώνεται και οδηγείται στη Βαβυλώνα. Η πόλις παραδίδεται στις φλόγες.

Κατά την τέταρτη περίοδο της δράσεώς του, ο Ιερεμίας, μετά την άλωση της Ιερουσαλήμ, αποφασίζει να διαμείνει πλησίον του Γοδολίου. Τον Γοδολία, ο βασιλέας Ναβουχοδονόσωρ εγκαθιστά κυβερνήτη της Ιουδαίας. Μετά από λίγο, όμως, ο Γοδολίας δολοφονείται και ο Ιουδαϊκός λαός, φοβούμενος την τιμωρία από τους Βαβυλωνίους, αποφασίζει να απέλθει στην Αίγυπτο παρά την γνώμη του Ιερεμίου και την εντολή του Θεού. Χωρίς την θέλησή του, παίρνουν μαζί τους και τον Ιερεμία, ο οποίος κηρύττει και στην Αίγυπτο. Προλέγει την εισβολή του Ναβουχοδονόσωρ, η οποία και έγινε. Εκεί οι Ιουδαίοι περιπίπτουν σε ειδωλολατρία. Ο Προφήτης επέρχεται και πάλι εναντίον αυτών. Εκείνοι όμως δεν υπακούουν και ο Προφήτης προλέγει την καταστροφή τους.

Ο Προφήτης Ιερεμίας λιθοβολήθηκε από τους συμπατριώτες του στην πόλη Τάφνα της Αιγύπτου ή απήχθη μαζί με τον Βαρούχ αιχμάλωτος από τον βασιλέα Ναβουχοδονόσωρ σε κάποια εισβολή του στην Αίγυπτο το 568 π.Χ., ως λέγει κάποια Ραββινική παράδοση.

Η Σύναξη αυτού ετελείτο στο ναό του Αποστόλου Πέτρου, που ήταν κοντά στην Μεγάλη Εκκλησία.

Το βιβλίο του Προφήτη Ιερεμία στην Παλαιά Διαθήκη δεν παρουσιάζει μόνο υψηλές θρησκευτικές ιδέες, αλλά κυρίως μια ζωηρή θρησκευτική προσωπικότητα, διότι ο Ιερεμίας δεν κήρυττε μόνο, αλλά ζούσε την διδασκαλία αυτή με τόση επιμονή, ώστε όχι μόνο ο θάνατός του υπήρξε μαρτυρικός, αλλά και ολόκληρη η ζωή του ήταν ένα διαρκές μαρτύριο. Η διδασκαλία του Προφήτη Ιερεμία αφορούσε, α) τον άνθρωπο, β) τον Θεό και γ) το λαό του Θεού. Κέντρο και των τριών αυτών είναι η καρδιά, η βάση της προσωπικότητας του ανθρώπου.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Ἐκ γαστρὸς ἠγιάσθης τὴ προγνώσει τοῦ Κτίσαντος, καὶ προφητικῆς ἐπληρώθης ἐκ σπαργάνων συνέσεως, ἐθρήνησας τὴν πτῶσιν Ἰσραήλ, σοφὲ Ἱερεμία ἐν στοργῇ, διὰ τοῦτο ὡς Προφήτην καὶ Ἀθλητήν, τιμῶμεν σὲ κραυγάζοντες, δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ χορηγούντι διὰ σοῦ, ἠμὶν τὰ κρείττονα.

19 Ιουλίου, 2020

Ὁ Προφήτης Ἠλιας

Τὸν μήνα Ἰούλιο δεσπόζει ἡ ἑορτὴ τοῦ ἐνδόξου προφήτου Ἡλιοὺ τοῦ Θεσβίτου. Ἡ πυρφόρος ἀνάβασή του στὸν οὐρανὸ ἑορτάζεται στὶς 20 Ἰουλίου. Ὁ προφήτης Ἠλίας ὀνομάζεται πύρινος Προφήτης, διότι εἶχε ἔνθεο ζῆλο καὶ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεό. «Ζηλῶν ἐζήλωκα τῷ Κυρίῳ παντοκράτορι», ἔλεγε (Γ΄ Βασ. ιθ΄ 14). Ἀπὸ μικρὸ παιδὶ τηροῦσε τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ καὶ ζοῦσε ζωὴ παρθενίας μὲ αὐστηρὴ νηστεία καὶ φλογερὴ προσευχή. Ὁμολογοῦσε μὲ παρρησία τὴν πίστη του στὸν μόνο ἀληθινὸ Θεὸ καὶ δὲν φοβήθηκε νὰ ἐλέγξει τὸν ἀσεβέστατο βασιλιὰ Ἀχαὰβ καὶ τὴν παμπόνηρη βασίλισσα Ἰεζάβελ. Γι’ αὐτὸ καὶ διώχθηκε. Ἀλλ’ ὁ ἅγιος Θεὸς τὸν προστάτευσε καὶ τὸν τίμησε ὅσο κανέναν ἄλλον Προφήτη τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Τοῦ ἔδωσε τὸ χάρισμα νὰ ἐπιτελεῖ θαύματα. Ἀκόμη καὶ νεκρὸ ἀνέστησε ὁ προφήτης Ἠλίας, τὸν γυιὸ τῆς χήρας τῶν Σαρεπτῶν, προεικονίζοντας τὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν. Ἐπίσης τὸν ἀξίωσε τῆς ὑψίστης τιμῆς νὰ μὴ γνωρίσει θάνατο. Ἁρπάχτηκε μὲ πύρινο ἅρμα, προτυπώνοντας τὴν ἔνδοξη ἀνάληψη τοῦ Κυρίου μας. Καθὼς  ἀνέβαινε ὁ Προφήτης στὸν οὐρανό, ἄφησε τὴν μηλωτή του (τὸ μάλλινο ἐπανωφόρι του) νὰ πέσει ὡς εὐλογία πάνω στὸ μαθητὴ του Ἐλισαῖο, προτυπώνοντας τὴν κάθοδο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς. Αὐτὸ τὸ περιστατικὸ ὑπαινίσσεται ἡ ἀναφορὰ τοῦ ἀπολυτικίου τοῦ ἑορταζομένου Προφήτου· «ἄνωθεν καταπέμψας Ἐλισαίῳ τὴν χάριν». Ἀκόμη τὸν ἀξίωσε ὁ ἅγιος Θεὸς νὰ παρευρεθεῖ στὸ ὄρος Θαβὼρ μαζὶ μὲ τὸν θεόπτη Μωυσῆ κατὰ τὴ θεία Μεταμόρφωση καὶ νὰ συνομιλήσει μὲ τὸν Κύριο. Τέλος θὰ τὸν ἀξιώσει νὰ εἶναι καὶ ὁ «δεύτερος Πρόδρομος τῆς παρουσίας Χριστοῦ». Ὅπως ὁ Τίμιος Πρόδρομος προετοίμασε τὴν ἔλευση τοῦ Κυρίου κατὰ τὴν πρώτη παρουσία Του, ἔτσι καὶ ὁ προφήτης Ἠλίας, σύμφωνα μὲ τὶς μαρτυρίες τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας, θὰ εἶναι ὁ ἕνας ἀπὸ τοὺς δύο μάρτυρες ποὺ θὰ ἀποσταλοῦν ὡς πρόδρομοι τῆς Δευτέρας καὶ ἐνδόξου Παρουσίας τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ στὴ συντέλεια τῶν αἰώνων (Ἀποκ. ια΄ 3). Τὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα τῆς ἑορτῆς τὸν προβάλλει ὡς ὑπόδειγμα προσευχομένου Προφήτου. Διότι προσευχήθηκε στὸ Θεὸ νὰ μὴ βρέξει, καὶ δὲν ἔβρεξε τρία χρόνια καὶ ἕξι μῆνες. Κατόπιν προσευχήθηκε στὸ Θεὸ νὰ βρέξει, καὶ «ὁ οὐρανὸς ὑετὸν ἔδωκε καὶ ἡ γῆ ἐβλάστησε τὸν καρπὸν αὐτῆς» (Ἰακ. ε΄ 18). Ὁ Προφήτης μὲ συγκλονιστικὸ θαῦμα του ἀπέδειξε τὸ ψεῦδος τῆς εἰδωλολατρίας καὶ ἐξόντωσε τοὺς εἰδωλολάτρες ἱερεῖς. Αὐτὸ ἔγινε μὲ τὴ θερμὴ προσευχὴ ποὺ ἔκανε ὁ Προφήτης στὸ Καρμήλιο ὄρος. Ὅλη τὴν ἡμέρα οἱ τετρακόσιοι πενήντα προφῆτες τοῦ Βάαλ καὶ οἱ τετρακόσιοι προφῆτες τῶν ἱερῶν ἀλσῶν, ποὺ συντηροῦσε ἡ Ἰεζάβελ, ἐπικαλοῦνταν τοὺς θεούς τους νὰ κατεβάσουν φωτιὰ γιὰ τὴ θυσία καὶ δὲν εἰσακούονταν. Ὅταν βράδιασε, ὁ προφήτης Ἠλίας ἀνήγειρε ἀπέριττο θυσιαστήριο, τοποθέτησε ἐπάνω στὰ ξύλα του τὸ σφάγιο τοῦ ὁλοκαυτώματος καὶ τοὺς εἶπε νὰ καταβρέξουν τρεῖς φορὲς τὸ θυσιαστήριο μὲ ἄφθονο νερό. Ἔπειτα προσευχήθηκε μὲ θερμότητα στὸ Θεὸ τοῦ Ἀβραάμ, τοῦ Ἰσαὰκ καὶ τοῦ Ἰακώβ. Ἀμέσως ἦλθε φωτιὰ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ ἔκαψε ἐντελῶς τὸ ὁλοκαύτωμα, τὰ ξύλα καὶ τὶς πέτρες. Ἔτσι ἀπέδειξε ὁ Προφήτης στὸ λαὸ ποιὸς ἦταν ὁ ἀληθινὸς Θεὸς στὸν ὁποῖο ὄφειλαν νὰ πιστεύουν. Δυστυχῶς ὁ βασιλιὰς Ἀχαὰβ καὶ ἡ βασίλισσα Ἰεζάβελ δὲν μετενόησαν. Ἀπεναντίας ἐξοργίστηκαν ἀκόμη περισσότερο ἐναντίον τοῦ προφήτου Ἠλιοὺ καὶ ἐξαπέλυσαν ἀνθρωποκυνηγητὸ γιὰ νὰ τὸν φονεύσουν. Ἀλλ’ ὁ ἅγιος Θεὸς μὲ θαυμαστὸ τρόπο προστάτευσε τὸν προφήτη Ἠλία στὸν ξεροπόταμο Χορράθ. Κάθε πρωὶ ἕνας κόρακας τοῦ πήγαινε ψωμί. Καὶ κάθε ἀπόγευμα μία μερίδα ψημένο κρέας. Νερὸ ἔπινε ὁ Προφήτης ἀπὸ τὸν χείμαρρο. Ἀργότερα ὁ ἅγιος Θεὸς εἶπε στὸν προφήτη Ἠλία νὰ πάει στὰ Σαρεπτὰ τῆς Σιδωνίας. Ἐκεῖ γιὰ μεγάλο χρονικὸ διάστημα τὸν φρόντιζε μιὰ χήρα γυναίκα. Ἡ γυναίκα αὐτὴ ἦταν πάμφτωχη. Ἀλλὰ ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ δέχθηκε νὰ φιλοξενήσει στὸ ὑπερῶο τῆς οἰκίας της τὸν Προφήτη, ἦλθε ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ στὸ σπίτι της. «Ἡ ὑδρία τοῦ ἀλεύρου οὐκ ἐξέλιπε καὶ ὁ καψάκης τοῦ ἐλαίου οὐκ ἠλαττονήθη κατὰ τὸ ρῆμα Κυρίου, ὃ ἐλάλησεν ἐν χειρὶ Ἠλιού» (Γ΄ Βασ. ιζ΄ 16). Δὲν τελείωναν οὔτε τὸ ἀλεύρι της οὔτε τὸ λάδι της, παρ’ ὅλο ποὺ ἦταν ἐλάχιστα σὲ ποσότητα. Σ’ αὐτὸ τὸ θαυμαστὸ γεγονὸς ἀναφέρονται τὸ πρῶτο ἁγιογραφικὸ ἀνάγνωσμα τοῦ Ἑσπερινοῦ ἀλλὰ καὶ τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο τῆς ἑορτῆς. Ὁ προφήτης Ἠλίας ἦταν ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, τελείως δοσμένος στὸν Κύριο. Νὰ μιμηθοῦμε τὸ φωτεινὸ παράδειγμά του, τὸν ἔνθεο ζῆλο του, τὴν ἀγάπη του πρὸς τὸν Θεό, τὴν πύρινη προσευχή του, τὴν πλήρη ἐμπιστοσύνη του στὴν ἀγαθὴ Πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Νὰ δίνουμε κι ἐμεῖς καθαρὴ καὶ κρυστάλλινη μαρτυρία γιὰ τὸν Χριστό, ὅπως καθαρὴ καὶ κρυστάλλινη μαρτυρία γιὰ τὸν Θεὸ ἔδωσε ὁ προφήτης Ἠλίας στὰ δύσκολα χρόνια τῆς βασιλείας τοῦ Ἀχαάβ. Ὁ πύρινος Προφήτης θὰ ἐπανέλθει στοὺς ἔσχατους χρόνους, γιὰ νὰ δώσει πάλι τὴ μαρτυρία του ἐπισφραγίζοντάς την μὲ μαρτύριο καὶ ἐνισχύοντας τοὺς πιστοὺς στὴ φρικτὴ περίοδο τῆς κυριαρχίας τοῦ Ἀντιχρίστου. ΟΣΩΤΗΡ2071

17 Μαΐου, 2020

Οἱ ἐχθροί μας, ὅταν ἐμεῖς εἴμαστε λαος τοῦ Θεοῦ, γινονται ἀνόητοι.

Η ἁμαρτία πάντα αὐτὸ κάνει. Σκοτίζει τὸν ἄνθρωπο νὰ μὴν ξέρει  ποιὸ εἶναι τὸ συμφέρον του.  
Ολόκληρη στρατιὰ γιὰ νὰ συλλάβει 
ἕναν ἄνθρωπο! Ἱππικὸ καὶ ἅρμα-
τα πολεμικὰ καὶ «δύναμις βαρεῖα», 
ἰσχυρὴ δύναμη πεζικοῦ. Ὅλα αὐτὰ ἐστά-
λησαν, μᾶς πληροφορεῖ ἡ Ἁγία Γραφή 
(Δ΄ Βασ. ς΄), ἀπὸ τὸν βασιλιὰ τῆς Συρί-
ας ἐναντίον τοῦ προφήτη Ἐλισαίου, μὲ 
τὴν  ρητὴ ἐντολὴ νὰ τὸν συλλάβουν...
Βρισκόταν σὲ πόλεμο ὁ εἰδωλολατρι-
κὸς λαὸς τῶν Σύρων μὲ τὸν   ἰσραηλιτικὸ 
λαό. Οἱ Σύροι μὲ ἀνταρτικὲς ὁμάδες 
προσπαθοῦσαν νὰ παρενοχλοῦν τοὺς 
Ἰσραηλίτες καὶ νὰ τοὺς φθείρουν, προ-
ξενώντας τους ἀπώλειες σὲ ἔμψυχο ὑλι-
κό. Τότε ἦταν ποὺ ὁ προφήτης, γεμάτος 
ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, ἀπεκάλυπτε 
στὸ βασιλιὰ τοῦ Ἰσραὴλ Ἰωρὰμ τὰ σχέ-
δια τοῦ Σύρου βασιλιᾶ, ὁ ὁποῖος συγ-
καλοῦσε μυστικὰ συμβούλια τῶν ἀξι-
ωματικῶν του καὶ συζητοῦσε μαζί τους 
γιὰ τοὺς τόπους ὅπου θὰ ἔστηναν ἐνέ-
δρα ἐναντίον τοῦ ἰσραηλιτικοῦ στρατοῦ. 
Προτοῦ ὅμως θέσουν σὲ ἐφαρμογὴ τὰ 
σχέδιά τους αὐτά, οἱ τόποι ἤδη εἶχαν κα-
ταληφθεῖ ἀπὸ δυνάμεις ἰσραηλιτικές, μὲ 
ἀποτέλεσμα νὰ μένουν ἀτελέσφορα.
–Ποιός, ἐπιτέλους, προδίδει τὰ σχέδιά 
μου στὸ βασιλιὰ τοῦ Ἰσραήλ; εἶχε φωνά-
ξει τότε ὁ Σύρος βασιλιάς.
Καὶ κάποιος ἀπὸ τοὺς ἀξιωματικούς 
του τοῦ ἀπάντησε πὼς κανεὶς ἀπὸ τοὺς 
δικούς του, ἀλλὰ ὁ προφήτης Ἐλισαῖος, 
ὁ Ἰσραηλίτης, αὐτὸς ἀπεκάλυπτε τὰ σχέ-
διά του στὸν Ἰωράμ.
–Καὶ ποῦ βρίσκεται αὐτὸς ποὺ λέτε, νὰ 
στείλω νὰ τὸν συλλάβουν; ξαναρώτησε 
ὁ βασιλιάς.
–Στὴ Δωθαΐμ, τοῦ ἀπάντησαν.
Τότε ἦταν ποὺ ἔστειλε τὴ στρατιὰ γιὰ 
νὰ συλλάβει τὸν προφήτη τοῦ Θεοῦ. Καὶ 
ἔφτασε ὅλη αὐτὴ ἡ στρατιωτικὴ δύναμη 
καὶ περικύκλωσε τὴ Δωθαῒμ τὴ νύχτα. 
Ἔτσι, ποὺ ὅταν τὴν ἄλλη μέρα νωρὶς τὸ 
πρωὶ ὁ ὑποτακτικὸς τοῦ Ἐλισαίου βγῆκε   
ἀπὸ τὸ σπίτι, τά ’χασε.
–Χαθήκαμε, φώναξε. Κύριέ μου Ἐλι-
σαῖε, εἴμαστε περικυκλωμένοι. Τί θὰ κά-
νουμε τώρα;
Ἀλλὰ ὁ προφήτης τοῦ Θεοῦ καθόλου 
δὲν ἀνησύχησε. 
–Μὴ φοβᾶσαι, τοῦ εἶπε. Αὐτοὶ ποὺ εἶ-
ναι μὲ τὸ μέρος μας εἶναι περισσότεροι 
ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς μας.
Καὶ σήκωσε μάτια καὶ νοῦ ὁ Ἐλισαῖος 
καὶ προσευχήθηκε στὸ Θεὸ νὰ ἀποκαλύ-
ψει στὸν ὑποτακτικό του τὴν προστασία 
του. «Κύριε, διάνοιξον δὴ τοὺς ὀφθαλ-
μοὺς τοῦ παιδαρίου καὶ ἰδέτω» (Δ΄ Βασ. 
ς΄ 17). Ἄνοιξαν τότε τὰ πνευματικὰ μάτια 
τοῦ διακόνου τοῦ προφήτη καὶ εἶδε γύρω 
τους γεμάτο τὸ ὄρος ἀπὸ ἅρματα πύρι-
να – ἀγγελικὲς δυνάμεις σταλμένες ἀπὸ 
τὸν Θεὸ πρὸς ὑπεράσπισή τους.
Ἀλλὰ ὁ προφήτης τοῦ Θεοῦ δὲν ἔμει-
νε μέχρις ἐδῶ. Πλήρης Πνεύματος καὶ 
δυνάμεως Θεοῦ θέλησε νὰ δώσει δυ-
νατὸ μάθημα στοὺς ἐχθρούς του. Ἀφοῦ 
πρῶτα προσευχήθηκε στὸν Κύριο νὰ 
τοὺς ρίξει σκοτάδι στὸ νοῦ, ὥστε νὰ μὴν 
καταλαβαίνουν, παρουσιάστηκε μπρο-
στά τους.
–Δὲν πᾶτε καλά, τοὺς εἶπε. Ἐλᾶτε πίσω 
μου, κι ἐγὼ θὰ σᾶς ὁδηγήσω. Ἀκολου-
θῆστε με!
Πῆραν νὰ τὸν ἀκολουθοῦν,   ὁλόκληρος 
στρατός, ὑποταγμένοι πλήρως, σὰν πρό-
βατα στὸν τσοπάνη τους. Καὶ μὲ χαρὰ 
μάλιστα πὼς πᾶνε νὰ συλλάβουν τὸν 
Ἐλισαῖο. Κι οὔτε ποὺ τοὺς περνοῦσε ἀπ’ 
τὸν νοῦ πὼς αὐτὸς ποὺ τοὺς ὁδηγοῦσε, 
αὐτὸς ἦταν ποὺ εἶχαν κινήσει νὰ συλ-
λάβουν. Κι ὁ προφήτης Ἐλισαῖος ἔσερ-
νε τώρα πίσω του ἀναρίθμητο στράτευ-
μα, αἰχμαλωτισμένους, θά ’λεγε κανείς, 
ἀπὸ τὸν ἴδιο, αὐτὸν ποὺ ἤθελαν ἐκεῖνοι 
νὰ αἰχμαλωτίσουν!... Τί διαπόμπευση 
πραγματικά!
Περπάτησαν, περπάτησαν... Γύρω 
στὶς 4-5 ὧρες περπατοῦσαν. Καὶ ποῦ 
τοὺς πήγαινε ὁ προφήτης, ὅλους χαρού-
μενους; Στὴν πρωτεύουσα τοῦ Ἰσραήλ, 
τὴ Σαμάρεια. Ἐκεῖ ποὺ ἦταν συγκεντρω-
μένες οἱ μεγάλες στρατιωτικὲς δυνάμεις 
τοῦ βασιλιᾶ κι ὁ βασιλιὰς ὁ ἴδιος.
Ἔφτασαν κάποτε στὴν πόλη καὶ τότε ὁ 
προφήτης προσευχήθηκε: «Κύριε, ἄνοι-
ξε τώρα τὰ μάτια τους». Καὶ ἄνοιξαν τὰ 
μάτια τους καὶ κατάλαβαν ποῦ βρίσκον-
ταν: περικυκλωμένοι ἀπὸ τὸ στρατὸ τοῦ 
Ἰωράμ! Αἰχμάλωτοι στὰ χέρια του! Τί θά 
’παθαν οἱ φτωχοὶ οἱ στρατιῶτες!...
–Νὰ τοὺς σκοτώσω, πάτερ Ἐλισαῖε; 
τὸν ρώτησε μὲ σπουδὴ ὁ βασιλιάς.
–Νὰ μὴν τοὺς σκοτώσεις, βασιλιά. Δὲν 
τοὺς συλλάβαμε στὸν πόλεμο. Δὲν κά-
νει νὰ τοὺς σκοτώσεις. Θὰ σοῦ πῶ ἐγὼ 
τί θὰ τοὺς κάνεις. Θὰ τοὺς πᾶς νὰ τοὺς 
παραθέσεις τραπέζι ἀρχοντικό, πλού-
σιο, βασιλικό. Νὰ φᾶν, νὰ πιοῦν, νὰ χορ-
τάσουν. Κι ἔτσι, χορτασμένους, θὰ τοὺς 
στείλεις πίσω στὸ βασιλιά τους. 
Ἔτσι κι ἔγινε. Χορτασμένοι καὶ καταν-
τροπιασμένοι γύρισαν πίσω στὸ   βασιλιά 
τους. Νὰ τοὺς δεῖ καὶ νὰ ντραπεῖ κι αὐ-
τός. Νὰ καταλάβει ὅτι ἕνας ἄνθρωπος 
μπορεῖ μόνος του νὰ κατατροπώσει χι-
λιάδες. Ὅταν ἔχει τὴ χάρη καὶ τὴν προ-
στασία τοῦ Θεοῦ μαζί του. Ὅταν διαθέ-
τει, λόγῳ τῆς ἐνάρετης ζωῆς του, τὸν 
φωτισμὸ τοῦ Θεοῦ. Καὶ χιλιάδες, ἂς εἶναι 
καὶ ὁπλισμένοι καὶ ἀρματωμένοι, μπο-
ροῦν νὰ γίνουν παιδικὸ παιχνιδάκι στὰ 
χέρια τοῦ εὐσεβοῦς, ὅταν δὲν διαθέτουν 
τὴ χάρη καὶ τὸν φωτισμὸ τοῦ Θεοῦ.
Ἐξάλλου ἡ ἁμαρτία πάντα αὐτὸ κά-
νει. Σκοτίζει τὸν ἄνθρωπο νὰ μὴν ξέρει 
ποιὸ εἶναι τὸ συμφέρον του. Καὶ μπορεῖ, 
ὁ ταλαίπωρος, νὰ θεωρεῖ ὅτι ὁ θρίαμβος 
εἶναι κοντά, τὴ στιγμὴ ποὺ τὸ βάραθρο, ὁ 
γκρεμός, ὁ ἀφανισμός του, ἡ καταστρο-
φή του δὲν ἀπέχει καθόλου.
...Γιὰ νὰ ἐπαληθεύεται πάντοτε ὁ λό-
γος τῆς Ἁγίας Γραφῆς: «Οἱ ἐχθροὶ ἡμῶν 
ἀνόητοι» (Δευτ. λβ΄ 31). Οἱ ἐχθροί μας, 
ὅταν ἐμεῖς εἴμαστε λαὸς τοῦ Θεοῦ, ἀπο-
δεικνύονται ἀνόητοι.
Ἀνόητοι! Ἀρκεῖ ἐμεῖς νὰ εἴμαστε ὅπως 
μᾶς θέλει ὁ Θεός.
ΟΣΩΤΗΡ2067

28 Δεκεμβρίου, 2018

Ἡ παρακοὴ τοῦ προφήτη


 Ὁ Ἱεροβοὰμ ἀναλαμβάνει τα καθήκοντα­ βασιλιᾶ τοῦ βορείου βασιλείου. Ξεκινᾶ ὅμως κάνοντας ἕνα τραγι­κὸ λάθος: Θεμελιώνει τὴ βασιλεία του πάνω στὴν εἰδωλολατρία, ἐγκαταλείπον­τας τὴ λατρεία τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ. 
Στή­νει χρυσὰ ἀγάλματα ζώων σὲ δύο πόλεις καὶ προχωρεῖ σὲ θυσίες καὶ δημόσια λα­τρεία τους. 
Βλέποντας ὅμως ὁ Θεὸς τὴν ἐκτροπὴ τοῦ βασιλιᾶ, στέλνει ἀμέσως ἕναν προφήτη Του ἀπὸ τὸ νότιο βασίλειο στὴν πόλη Βαιθὴλ γιὰ νὰ τὸν συνετίσει. Ἐνῶ ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ προφη­τεύει τὸ θλιβερὸ τέλος αὐτῶν ποὺ θυσιά­ζουν στὰ εἴδωλα, ἐκείνη τὴν ὥρα πρὸς ἐπιβεβαίωση τῆς προφητείας του ἐπιτε­λεῖται θαῦμα καὶ σχίζεται ὁ λίθος τοῦ θυ­σιαστηρίου καὶ διασκορπίζονται τὰ σφά­για.
 Αὐτὸ τὸ γεγονὸς ἀντὶ νὰ συγκλονί­σει τὸν βασιλιὰ τὸν ἐξοργίζει. Καὶ ἐνῶ ἁπλώνει τὸ χέρι του κατὰ τοῦ προφήτη γιὰ νὰ τὸν ἐπιτιμήσει, αὐτὸ θαυμαστῶς ξηραίνεται, κοκκαλώνει. 
Ὁ θυμός του με­γάλος!  Οὔτε τώρα καταλαβαίνει τὸ λάθος του. Καὶ ἐπιτελεῖται νέο θαῦμα μὲ τὴν προσευχὴ τοῦ προφήτη: Θεραπεύε­ται τὸ χέρι τοῦ βασιλιᾶ ποὺ τώρα 
προσ­παθεῖ νὰ κερδίσει τὴν εὔνοια τοῦ προφή­τη, νὰ τὸν φιλοξενήσει, νὰ τὸν φιλοδω­ρήσει, ἐνῶ συγχρόνως παραμένει ἀμε­τανόητος καὶ προσκολλημένος στὶς 
εἰ­δωλολατρίες του.   Ὁ προφήτης ὅμως ἔχει λάβει ρητὴ 
ἐν­τολὴ ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ μὴ φάει μπουκιὰ ψωμί, γουλιὰ νεροῦ νὰ μὴν πιεῖ ἀπὸ τὴ Βαιθήλ, καὶ μάλιστα νὰ γυρίσει ἀμέσως στὴν Ἰουδαία ἀπὸ διαφορετικὸ δρόμο ἀπὸ κεῖνον ποὺ ἦρθε. 
Ἐνῶ συμβαίνουν ὅλα αὐτά, ἕνας γέ­ροντας προφήτης ποὺ ζοῦσε στὴ Βαιθὴλ μαθαίνει γιὰ τὰ μεγάλα καὶ θαυμαστὰ σημεῖα ποὺ ἐπετέλεσε ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴ φυλὴ Ἰούδα. Βγαίνει στὸ δρόμο καὶ τρέχει νὰ τὸν προλάβει. Θέλει νὰ τὸν φιλοξενήσει μὲ κάθε τρόπο. Τὸν βρίσκει καί, προκειμένου νὰ τὸν πείσει, τοῦ λέει ὅτι δῆθεν εἶναι ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ νὰ γυρίσει στὴ Βαιθὴλ καὶ νὰ φιλοξενη­θεῖ στὸ σπίτι του. 
Ἐδῶ ὅμως ἀρχίζουν τὰ προβλήματα γιὰ τὸν προφήτη τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἀρχίζουν τὰ προβλήματα, γιατὶ παρήκουσε τὸ 
θέ­λημα τοῦ Θεοῦ, τὴ ρητὴ ἐντολὴ ποὺ εἶχε λάβει. Ἐνῶ λοιπὸν ἦταν ἀκόμη στὴν τρά­πεζα καὶ ἔτρωγαν, ἀποκαλύφθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ ἡ παραδειγματικὴ τιμωρία του. Θὰ θανατωθεῖς μὲ βίαιο θάνατο, τοῦ εἶπε ὁ Θεός. Δὲν θὰ προλάβεις νὰ ἐπιστρέψεις στὴν πατρίδα σου καὶ δὲν θὰ ταφεῖς στοὺς τάφους τῶν προγόνων σου.
 Ἀφοῦ ἔφαγε καὶ ἤπιε ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, σαμάρωσε τὸ γαϊδουράκι του καὶ μὲ βαριὰ τὴν καρδιὰ ξεκίνησε γιὰ δεύτε­ρη φορὰ τὸ ταξίδι τῆς ἐπιστροφῆς. 
Ὅταν ὅμως ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὴν πόλη καὶ βρέθηκε στὶς ἄγονες καὶ σκληρὲς ἐρημιὲς ἐκείνου τοῦ τόπου, ἐμφανίσθηκε ξαφνικὰ μπροστά του ἕνα ἐξαγριωμένο λιοντάρι, τὸ ὁποῖο τοῦ ἐπιτίθεται καὶ τὸν ἀφήνει ἐπὶ τόπου νεκρό. Καὶ ἐνῶ τὸ θη­ρίο θανατώνει τὸν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ, παραδόξως δὲν τὸν κατασπαράσσει! Ἀντιθέτως, κατ’ ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ, κά­θεται μαζὶ μὲ τὸν γαϊδαράκο κοντὰ στὸ νεκρὸ σῶμα τοῦ προφήτη καὶ τὸν φυλάσ­σει μὲ πολλὴ προσοχὴ ἀπὸ ὅλους τοὺς περαστικούς. Σεβάστηκε ἡ ἄγρια φύση τοῦ λιονταριοῦ τὸν προφήτη, ποὺ τιμω­ρήθηκε μὲν σκληρὰ γιὰ τὴν παρακοή του, δὲν ἔπαυε ὅμως νὰ εἶναι 
ἄνθρω πος τοῦ Θεοῦ. Μέχρι ποὺ ἦρθε ὁ προφήτης τῆς Βαιθὴλ γιὰ νὰ παραλάβει τὸν νεκρό, τὸ θηρίο παρέμενε ἐκεῖ πιστὸς φύλακας. 
Ἕνα λιοντάρι ἀπεσταλμένο ἀπὸ τὸν Θεὸ γιὰ μιὰ θλιβερὴ παιδαγωγία! 
Τὸ παραπάνω συγκλονιστικὸ περι­στατικὸ ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη βρί­ σκεται στὸ βιβλίο Γ΄ Βασιλειῶν (ιγ΄ [13] 1­34) καὶ μᾶς δίνει ἕνα πολὺ μεγάλο μά­θημα!
 Ἕνα μάθημα γιὰ νὰ κατανοήσου­με πόσο σπουδαία καὶ καθοριστικὴ εἶναι γιὰ τὴ ζωή μας, καὶ τὴν ἐπίγεια καὶ τὴν αἰώνια, ἡ συνεπὴς καὶ χωρὶς ἐξαιρέσεις καὶ ὑποχωρήσεις ὑπακοή μας στὸ θέλη­μα τοῦ Θεοῦ. Ἐμεῖς πῶς γνωρίζουμε ποιὸ εἶναι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ; Τὸ γνωρίζουμε μέσα ἀπὸ τὴ ζωὴ τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας. Μέσα ἀπὸ τὶς προτροπὲς εὐλογη­μένων ἀνθρώπων, ποὺ βρέθηκαν στὸ διάβα τῆς ζωῆς μας. Μέσα ἀπὸ τὴ βι­ωματικὴ συμμετοχή μας στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Μέσα ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφή, μέσα ἀπὸ τὸν θεόπνευστο λόγο Του. Μέσα ἀπὸ τὶς σοφὲς συμβουλὲς τοῦ πνευματικοῦ μας πατέρα καὶ τὴν ὑπα­κοή μας σὲ  αὐτές.  Ἐκεῖ ποὺ μυστηριακὰ ἀποκαλύπτεται προσωπικὰ στὸν καθέ­να μας τὸ θέλημά Του. Γνωρίζουμε λοιπὸν τί θέλει ὁ Θεὸς ἀπὸ μᾶς. Αὐτὸ ποὺ μένει, εἶναι ἡ ἐφαρμογὴ τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸν καθένα μας στὴ ζωή μας. Ὡστόσο ἡ κοινωνία στὴν ὁποία ζοῦμε ἀπομακρύνεται καθημερινὰ ἀπὸ τὸ θέ­λημα τοῦ Θεοῦ. Οἱ νόμοι τοῦ κράτους ἀντιβαίνουν ὄχι μόνο στὸ θεῖο θέλημα, ἀλλὰ καὶ στὴν κοινὴ λογική. 
Οἱ πειρα­σμοὶ νὰ ὑποχωρήσουμε, νὰ τὰ παρα­τήσουμε, νὰ βάλουμε νερὸ στὸ ἀνόθευ­το κρασὶ τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ εἶναι πολλοὶ καὶ πιεστικοί. 
Καλούμαστε ὅμως ὡς πιστὰ καὶ εὐλο­γημένα παιδιά Του νὰ συνεχίσουμε νὰ ὁδοιποροῦμε στὴν ὁδὸ τοῦ θελήματός Του, χωρὶς νὰ παραβαίνουμε τὶς ἅγιες ἐντολές Του. 
Χωρὶς νὰ ἀκοῦμε τὰ ψεύδη ποὺ ἐπιστρατεύει ὁ κόσμος τῆς ἁμαρτί­ας γιὰ νὰ μᾶς γυρίσει πίσω στὴ Βαιθὴλ τῆς ἀπώλειας καὶ τῆς παρακοῆς.   Χωρὶς νὰ ὑποκύπτουμε στὶς πιέσεις συγγενῶν καὶ φίλων ποὺ μᾶς παρακινοῦν νὰ πα­ραβοῦμε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, τάχα γιὰ τὸ καλό μας. Εἶναι φανερὸ ὅτι ἡ παρακοὴ στὸ θέλη­μα τοῦ Θεοῦ εἶναι ἴδιον τῶν μακρὰν τῆς Ἐκκλησίας ἀνθρώπων, πού, οὕτως ἢ ἄλ­λως, ἔχουν ἀπαρνηθεῖ καὶ διαγράψει ἀπὸ τὴ ζωή τους τὸ Νόμο τοῦ Θεοῦ.  Ἀλλὰ εἶναι κίνδυνος ποὺ μπορεῖ εὔκολα νὰ προσβάλει καὶ μᾶς ποὺ θέλουμε νὰ λεγό­μαστε καὶ νὰ εἴμαστε παιδιὰ τοῦ Θεοῦ.   Ἂς ἀκολουθοῦμε λοιπὸν στὴ ζωή μας τὸ παράδειγμα τῆς ὑπακοῆς τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας, γιὰ νὰ βροῦμε καὶ μεῖς ἔλεος κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Κρίσεως.
Ο ΣΩΤΗΡ 2165

19 Ιουλίου, 2015

Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΗΛΙΑΣ -ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΖΩΗ ΤΟΥ .

Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΗΛΙΑΣ

Ἔνας ἐπίγειος Άγγελος -Ἔνας ἐπουράνιος ἄνθρωπος"
Θεολογικό σχόλιο μέ ἀφορμή τήν ἐορτήν τοῦ Προφήτου Ἠλία
τοῦ Εὐαγγέλου Π. Λέκκου, Θεολόγου, τ. Διευθυντοῦ τῆς Ἀποστ.Διακονίας.


Καταγωγή τοῦ προφήτου Ἠλία
Ο προφήτης Ἠλίας, αν και συγκαταλέγεται μεταξύ τῶν σπουδαιότερων προφητῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἐπειδή ἔζησε κατά τόν 9ο αἰώνα δέν ἄφησε γραπτά κείμενα. Ὅμως τά σχετικά μέ τήν καταγωγή  καί τή δράση του μᾶς εἶναι γνωστά, ἔχουν δέ ὡς ἑξῆς:
Πατέρας του ἦταν ὁ Σωβάκ ἀπό τήν κωμόπολη Θέσβη (σημερινή El  Istib) τῆς Γαλαάδ στήν  Ὑπεριορδανία. Ὅταν γεννήθηκε, ὁ πατέρας του εἶδε σέ ὀπτασία ἄντρες λευκοφορεμένους νά δίνουν στό βρέφος τό ὄνομα Ἠλιού (πού σημαίνει θεός ἤ θεῖος καί παράγεται ἀπό τό  Ἠλί, τό ὁποῖο στά ἑβραϊκά ἔχει τή σημασία τοῦ Θεοῦ), νά τό σπαργανώνουν μέ φωτιά καί νά τοῦ δίνουν νά φάει ἐπίσης φωτιά. Ἡ ὀπτασία, ὅπως τοῦ ἐξήγησαν οἱ ἱερεῖς, σήμαινε ὅτι «ἡ κατοίκησις τοῦ τέκνου θά εἶναι φῶς, ὁ λόγος του ἀπόφασις, ἡ ζωή του κατά Κύριον καί ὁ ζῆλος του θά φανῇ εὐάρεστος εἰς τόν Θεόν καί θέλει κρίνῃ τόν Ἰσραήλ διά πυρός καί μαχαίρας». Ἀπό τήν ἰδιαίτερη πατρίδα του ἔλαβε –κατά τή μετάφραση τῶν Ο΄– καί τήν προσωνυμία Θεσβίτης.
Οἱ ἁγιογραφικές πληροφορίες γιά τόν προφήτη Ἠλία ἀναφέρουν ὅτι φοροῦσε ροῦχο ἀπό προβιά καί στή μέση του εἶχε δερμάτινη ζώνη (Δ΄ Βασ. 1,8). Ζοῦσε αὐστηρή καί ἀσκητική ζωή, καί ἦταν ἀνυποχώρητος σέ θέματα γνήσιας λατρείας τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ δέν συμβιβαζόταν μέ τή τάση τῆς υἱοθέτησης ἀπό τούς Ἑβραίους εἰδωλολατρικῶν στοιχείων, πού ἦταν πολύ ἔντονη, ὅπως θά ἀναφερθεῖ στίς ἑπόμενες σελίδες.
Ὁ ἱερός Χρυσόστομος, σκιαγραφώντας τήν προσωπικότητα τοῦ προφήτη Ἠλία, ἐπισημαίνει ὅτι στόν ἅγιο συνυπῆρχαν ἀντίθετες ἰδιότητες: Ἦταν φτωχός ἀλλά ταυτόχρονα καί πλούσιος ἀπαίδευτος καί σοφός· ἐνῶ ἦταν ἀκτήμων, μποροῦσε νά φέρει βροχή ἤ ἀνομβρία, ἀφοῦ ὁ Θεός εἰσήκουε τήν προσευχή του.

Βίος καί δράση του

Ὁ Ἀχαάβ ἔλαβε ὡς γυναίκα του τήν   Ἰεζάβελ, κόρη τοῦ Εὐβάαλ, βασιλιᾶ τῆς Τύρου (Φοινίκης).   Ἐκείνη, ἐπηρεάζοντας τό σύζυγό της, καθιέρωσε ἐπίσημα τή λατρεία τοῦ θεοῦ ΒάαλMelgart, προσπαθοῦσε μάλιστα νά τήν ἐπιβάλει καί ὡς κρατική. Γιά νά πετύχει στό στόχο της δέν δίστασε νά διατάξει τό φόνο προφητῶν καί τή δίωξη ὅσων πίστευαν στόν ἕνα καί μόνο ἀληθινό Θεό. Ἐπέβαλε τήν καταστροφή τῶν βωμῶν, ἐνῶ διέθετε τά ἀπαιτούμενα γιά νά διαδοθεῖ ἡ λατρεία τῶν εἰδωλολατρικῶν φοινικικῶν θεοτήτων. Στό βιβλίο Βασιλειῶν Γ΄ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης περιγράφεται μέ ζωηρά χρώματα τό μέγεθος τῆς ἀσέβειας τοῦ Ἀχαάβ καί τῆς  Ἰεζάβελ: Ὁ Ἀχαάβ ἔπραξε ὅ,τι δυσαρεστεῖ τόν Κύριο, ξεπερνώντας ὅλους τούς προκατόχους του… Πῆρε γιά γυναίκα του τήν Ἰεζάβελ.. καί πῆγε καί λάτρεψε τόν Βάαλ καί τόν προσκύνησε.  Ἔχτισε θυσιαστήριο στόν Βάαλ, στό ναό τοῦ Βάαλ, πού εἶχε ἀνεγείρει στή Σαμάρεια. Ὁ Ἀχαάβ κατασκεύασε ἐπίσης ξύλινη λατρευτική στήλη καί ἔκανε περισσότερες ἁμαρτίες ἀπ’ ὅλους τούς προκατόχους του βασιλιάδες τοῦ Ἰσραήλ, ἐξοργίζοντας ἔτσι τόν Κύριο, τόν Θεό του (Γ΄ Βασ. 16, 3133).Η προφητική ἀποστολή τοῦ  Ἠλία ἀναπτύχθηκε στά χρόνια τῆς βασιλείας τοῦ Ἀχαάβ (873 – 854 π.Χ.) καί τοῦ διαδόχου του  Ὀχοζία. Πρόκειται γιά μία περίοδο πολύ ταραχώδη γιά τό μονοθεϊσμό στό  Ἰσραήλ, ὅταν εἶναι γνωστό ὅτι οἱ Ἑβραῖοι δοκιμάζονταν κατά καιρούς στήν πίστη τους ἀπό τούς εἰδωλολατρικούς γειτονικούς λαούς, ἐξαιτίας τῶν ἐπιδράσεων στή θρησκεία τους. 
Εἶχε φτάσει πλέον ἡ στιγμή νά δράσει ὁ προφήτης  Ἠλίας.  Ἐμφανίζεται στό βασιλιά Ἀχαάβ καί τοῦ λέει: Ὁρκίζομαι στόν Κύριο πού ὑπηρετῶ, τόν ἀληθινό Θεό τοῦ Ἰσραήλ, ὅτι τά ἑπόμενα χρόνια δέν θά πέσει στή γῆ δροσιά οὔτε βροχή, παρά μόνο μέ προσταγή δική μου (Γ΄ Βασ. 17,1). Ἡ κατηγορηματική αὐτή προαγγελία τοῦ προφήτη, τόν ὁποῖο σεβόταν ὁ λαός καί ἑπομένως ὑπολόγιζε ὁ βασιλιάς, ἦταν ἑπόμενο νά ἐξαγριώσει τή βασιλική αὐλή καί ἰδιαίτερα τήν  Ἰεζάβελ. Γιά νά μή κινδυνέψει λοιπόν ὁ Ἠλίας, ὁ Θεός ἔλαβε πρόνοια γι’ αὐτόν.
Ἡ τριετής ἀνομβρία. Ὁ Κύριος εἶπε στόν Ἠλία: Φύγε ἀπό ἐδῶ καί πήγαινε πρός τά ἀνατολικά, νά κρυφτεῖς κοντά στό χείμαρρο Χοράθ (Χερίθ), ἀνατολικά τοῦ  Ἰορδάνη. Θά πίνεις νερό ἀπό τό χείμαρρο κι ἐγώ θά δώσω προσταγή στούς κόρακες νά φροντίζουν γιά τήν τροφή σου ἐκεῖ (Γ΄ Βασ. 17, 24). Ὁ προφήτης συμμορφώθηκε. Ἡ τριετής ξηρασία (τήν ὁποία μνημονεύει καί ὁ ἱστορικός Ἰώσηπος στήν «Ἰουδαϊκή Ἀρχαιολογία» VII, 13,2) ἄρχισε. Ὁ προφήτης κρυβόταν στό μέρος πού τοῦ εἶχε ὑποδειχθεῖ ἀπό τόν Θεό. Ἐκεῖ, οἱ κόρακες τοῦ ἔφερναν ψωμί καί κρέας πρωί καί βράδυ, κι ἔπινε νερό ἀπό τό χείμαρρο. Μετά ὅμως ἀπό μερικές μέρες ξεράθηκε ὁ χείμαρρος, γιατί ὑπῆρχε ἀνομβρία στή χώρα (Γ΄ Βασ. 17, 67).
Φιλοξενούμενος στή Σαρεπτά. Τότε παίρνει καί πάλι νέα ἐντολή ἀπό τόν Κύριο πού τοῦ εἶπε: Σήκω, πήγαινε στή Σαρεπτά, στήν περιοχή τῆς Σιδώνας καί μεῖνε ἐκεῖ. Ἐγώ διέταξα μία χήρα νά φροντίζει γιά τήν τροφή σου. Ξεκίνησε ὁ Ἠλίας καί ὅταν ἔφτασε στήν πύλη τῆς πόλης εἶδε μία γυναίκα πού μάζευε ξύλα. Τῆς φώναξε καί τῆς εἶπε: Φέρε μου, σέ παρακαλῶ, λίγο νερό σ’ ἕνα κύπελο γιά νά πιῶ… καί φέρε μου ἐπίσης ἕνα κομμάτι ψωμί. Ἡ ἀπάντηση τῆς γυναίκας, πού ἦταν χήρα, εἶναι συγκλονιστική: Μά τόν ἀληθινό Θεό, τόν Θεό σου, δέν ἔχω καθόλου ψωμί, παρά μόνο μία χούφτα ἀλεύρι στό πιθάρι καί λίγο λάδι στό δοχεῖο. Ἦρθα ἐδῶ γιά νά μαζέψω λίγα ξύλα, νά πάω νά ἑτοιμάσω γιά μένα καί τό γιό μου ὅ,τι ἔχει ἀπομείνει, νά τό φᾶμε καί μετά νά πεθάνουμε.
Ὁ προφήτης  Ἠλίας ἐπέμεινε. Τῆς εἶπε λοιπόν νά μήν ἀνησυχεῖ. Νά πάει σπίτι της καί νά κάνει αὐτό πού εἶχε στό μυαλό της. Τῆς ζήτησε ὅμως νά φτιάξει πρῶτα μία μικρή λαγάνα γιά κεῖνον ἀπό τό λίγο ἀλεύρι της καί νά τοῦ τή φέρει, ἔπειτα νά φτιάξει γιά τήν ἴδια καί τό γιό της. Γιατί ὁ Κύριος, ὁ Θεός τοῦ  Ἰσραήλ, λέει: τό πιθάρι μέ τό ἀλεύρι δέν θ’ ἀδειάσει καί τό λάδι στό δοχεῖο δέν θά λιγοστέψει, ὥς τή μέρα πού ὁ Κύριος θά στείλει βροχή. Ἡ γυναίκα ἔκανε ὅπως τῆς εἶπε ὁ προφήτης, μέ ἀποτέλεσμα οὔτε τό ἀλεύρι οὔτε τό λάδι νά τελειώνουν γιά πολλές ἡμέρες (Γ΄ Βασ. 17, 816).
Σχολιάζοντας ὁ ἅγιος  Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος τήν ἀνομβρία καί τή φιλοξενία τῆς χήρας τῆς Σαρεπτά λέει τά ἑπόμενα (στόν Λόγο του «εἰς τόν Πέτρον τόν ἀπόστολον καί  Ἠλίαν τόν προφήτην», Migne, P.G. 50, § B΄Δ΄, 728735):
«Ὁ προφήτης Ἠλίας ἦταν τόσο αὐστηρός μέ τούς ἁμαρτάνοντες, ὥστε προσευχήθηκε κάποτε νά μή πέσει βροχή… Κι αὐτό τό ἔκανε κινούμενος ἀπό πολύ μεγάλο ζῆλο. Διότι ἔβλεπε νά γίνονται πολλά ἄτοπα… καί ἡ παρεκτροπή ἦταν γενική… Μόνο ὁ Ἠλίας εἶχε ἀναμμένο τό λυχνάρι τῆς ἀρετῆς… Τά πάντα ἐρημώνονταν καί ἐξαφανίζονταν…, ὅλοι πέθαιναν ἐξαιτίας τῆς ἀβροχίας…, ἀλλά γιά τίποτα δέν τόν ἔνοιαζε τόν Ἠλία, που ἦταν μεθυσμένος ἀπό τόν ἱερό ζῆλο… Τί κάνεις, Ἠλία;   Ἔστω, οἱ νέοι ἁμάρτησαν· γιατί τιμωροῦνται τά παιδιά;  Ἔστω, ἁμάρτησαν οἱ ἄνθρωποι· γιατί μαζί τους πεθαίνουν καί τά ζῶα; Τόσο μεγάλη ἀσπλαχνία ἔχεις; Καθόλου δέν σέ μέλει γιά τούς ἀνθρώπους; Γυναίκα καί παιδί δέν ἔχεις· ἀδιαφορεῖς γι’ αὐτούς πού χάνονται.»
Τί τοῦ λέει λοιπόν ὁ Θεός; Πήγαινε στό χείμαρρο Χοράθ καί θά διατάξω κόρακα νά σοῦ φέρνει τροφή… Πῶς τρεφόταν ἀπό κόρακα; Ἀφοῦ ὁ κόρακας κατά τό (μωσαϊκό) νόμο εἶναι ἀκάθαρτος… Κι ὅμως ὁ Ἠλίας τρεφόταν ἀπό κόρακα, πιστεύοντας ὅτι τίποτα δέν εἶναι ἀκάθαρτο ἀφοῦ δημιουργήθηκε ἀπό τόν Κύριο… Ἔπειτα, ἐπειδή ὁ χείμαρρος ξεράθηκε…, πήγαινε, τοῦ εἶπε, στή Σαρεπτά καί θά διατάξω γυναίκα χήρα νά σέ διατρέφει ἐκεῖ. Αὐτό τό ἔκανε ὁ Θεός κατ’ οἰκονομίαν.  Ἐπειδή δηλαδή ὁ Ἠλίας δέν ἤξερε τά ὅσα εἶχαν συμβεῖ… καί τή γενική συμφορά…, τόν στέλνει ὁ Θεός…, ὥστε ἀφοῦ δεῖ καί ὁ Ἠλίας τί εἶχε συμβεῖ, νά ζητήσει ἐπίμονα ἀπό τόν Κύριο νά δώσει βροχή.»… Ὁ Ἠλίας δέν εἶπε στόν Θεό· σέ ποιόν μέ στέλνεις;… μήπως δέν ὑπάρχουν ἄλλοι ἄνθρωποι πλουσιότεροι πού μποροῦν νά παρηγορήσουν τήν πείνα μου;»Δέν ξέρω πῶς νά ἐπαινέσω τή χήρα· πῶς περιφρόνησε τό γιό της καί ἄνοιξε τό σπίτι της νά φιλοξενήσει… Ἔσπειρε φιλοξενία ἡ χήρα καί ἀμέσως θέρισε τό καρπερό στάχυ τῆς φιλοξενίας. Διότι, τί τῆς εἶπε ὁ Ἠλίας; Ζεῖ ὁ Κύριος, τό πιθάρι μέ τ’ ἀλεύρι δέν θά ἀδειάσει καί τό δοχεῖο μέ τό λάδι δέν θά μειωθεῖ».

Ἡ ἀνάσταση τοῦ γιοῦ τῆς χήρας.
Ὕστερα ἀπό τά γεγογονότα αὐτά ἀρρώστησε βαριά καί πέθανε ὁ γιός τῆς χήρας πού φιλοξενοῦσε τόν προφήτη. Τότε ἡ γυναίκα, καθώς μᾶς πληροφορεῖ τό βιβλίο «Βασιλειῶν Γ΄» (κεφ. 17, 1824), εἶπε στόν προφήτη  Ἠλία: Τί σοῦ χρωστοῦσα, ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ;  Ἦρθες στό σπίτι μου γιά νά μοῦ ὑπενθυμίσεις τήν ἁμαρτία μου καί νά κάνεις νά πεθάνει ὁ γιός μου; Ἐκεῖνος ὅμως τό πῆρε ἀπό τήν ἀγκαλιά της, τό ἀνέβασε στό ἀνώγι ὅπου ἔμενε ὁ ἴδιος καί προσευχήθηκε στόν Κύριο, λέγοντας: Κύριε, Θεέ μου, γιατί ἔκανες κακό στή χήρα πού μέ φιλοξενεῖ, ἀφήνοντας νά πεθάνει ὁ γιός της; Καί συνέχισε, παρακαλώντας νά ἐπιστρέψει ἡ ψυχή τοῦ παιδιοῦ αὐτοῦ μέσα του. Ὁ Κύριος ἄκουσε τήν προσευχή του καί ἀνέστησε τό παιδί. Τό πῆρε ὁ προφήτης Ἠλίας καί τό κατέβασε ἀπό τό ἀνώγι. Τό παρέδωσε στή μητέρα του λέγοντας: Νά ὁ γιός σου, εἶναι ζωντανός. Κι ἐκείνη τοῦ ἀπάντησε: Τώρα κατάλαβα ὅτι ἐσύ εἶσαι ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ καί ὅ,τι προφητεύει τό στόμα σου εἶναι πραγματικά λόγος Κυρίου.

Ἡ παρρησία τοῦ Ἠλία ἐνώπιον τοῦ βασιλιᾶ.
Ἦταν ἤδη ὁ τρίτος χρόνος τῆς φοβερῆς ξηρασίας, ὅταν ὁ Θεός μίλησε στόν προφήτη καί τοῦ εἶπε: Πήγαινε νά παρουσιαστεῖς στόν Ἀχαάβ, κι ἐγώ θά στείλω βροχή στή γῆ (Γ΄ Βασ. 18,1). Στό μεταξύ ἡ πείνα εἶχε ἐπιδεινωθεῖ στή Σαμάρεια. Ὅταν ἔγινε ἡ συνάντηση τοῦ Ἠλία μέ τό βασιλιά Ἀχαάβ ἐκεῖνος εἶπε στόν προφήτη: Ἐσύ εἶσαι πού ἀναστατώνεις τόν Ἰσραήλ; γιά νά πάρει τή γεμάτη παρρησία ἀπάντηση: Δέν ἀναστατώνω ἐγώ τόν Ἰσραήλ, ἀλλά ἐσύ καί ἡ οἰκογένειά σου, ἐπειδή ἀρνηθήκατε νά ὑπακούσετε στίς ἐντολές τοῦ Κυρίου καί λατρέψατε τίς θεότητες τοῦ Βάαλ (Γ΄ Βασ. 18, 1718). Τόν προκάλεσε μάλιστα νά δώσει ἐντολή νά συγκεντρωθοῦν ὅλοι οἱ Ἰσραηλίτες στό ὄρος Κάρμηλος, μαζί μέ τούς 450 «προφῆτες» τοῦ Βάαλ καί τούς 400 «προφῆτες» τῆς Ἀστάρτης, πού ἦταν προστατευόμενοι τῆς βασίλισσας  Ἰεζάβελ.
Ὅταν ἔγινε αὐτή ἡ συγκέντρωση λαοῦ καί «προφητῶν», ὁ Ἠλίας ἀπευθύνθηκε στούς  Ἰσραηλίτες καί μέ πύρινο λόγο τούς ἔλεγξε γιά τήν πίστη τους:  Ὥς πότε θά ἀμφιταλαντεύεστε; Ἄν ὁ Κύριος εἶναι Θεός, ἀκολουθῆστε τον· κι ἄν εἶναι ὁ Βάαλ, ἀκολουθῆστε ἐκεῖνον… (Γ΄ Βασ. 18,21).
Φωτιά ἀπό τόν οὐρανό στό βωμό τοῦ Ἠλία.
Profitis Hlias 01
Κι ἐνῶ ὁ λαός ἔμενε σιωπηλός, ὁ προφήτης τοῦ Θεοῦ συνέχισε: Ἐγώ ἀπέμεινα μόνος προφήτης τοῦ Κυρίου, ἐνῶ οἱ προφῆτες τοῦ Βάαλ εἶναι 450. Ἄς μᾶς φέρουν δύο μοσχάρια κι ἄς διαλέξουν τό ἕνα γιά τόν ἑαυτό τους· ἄς τό κομματιάσουν κι ἄς τό βάλουν πάνω στά ξύλα· φωτιά ὅμως νά μή βάλουν. Ἐγώ θά πάρω τό ἄλλο μοσχάρι καί θά τό βάλω πάνω στά ξύλα καί δέν θά βάλω φωτιά. Ἄς ἐπικαλεστοῦν αὐτοί τό ὄνομα τοῦ θεοῦ τους καί θά ἐπικαλεστῶ κι ἐγώ τό ὄνομα τοῦ Κυρίου. Ὅποιος θεός ἀπαντήσει μέ φωτιά, αὐτός θά εἶναι ὁ ἀληθινός Θεός. Καί ὁ λαός ἀπάντησε: Σωστά μίλησες (Γ΄ Βασ. 18, 2224).
Ἡ συνέχεια εἶναι λίγο πολύ σέ ὅλους τούς χριστιανούς γνωστή: Οἱ 450 «προφῆτες» τοῦ Βάαλ προσεύχονταν στό θεό τους ἀπό τό πρωί ὥς τό μεσημέρι: «Βάαλ, ἄκουσέ μας», φώναζαν καί χοροπηδοῦσαν γύρω ἀπό τό θυσιαστήριο πού εἶχαν ἑτοιμάσει. Ἀλλά καμία φωνή καί καμία ἀπάντηση δέν ἔπαιρναν ἀπό τό θεό τους. Πρός τό μεσημέρι ὁ Ἠλίας ἄρχισε νά τούς περιπαίζει, λέγοντάς τους: Φωνάξτε πιό δυνατά, θεός εἶν’ αὐτός καί μπορεῖ νά ’ναι βυθισμένος σέ σκέψεις· μπορεῖ νά εἶναι κάπου ἀπασχολημένος ἤ νά ταξιδεύει.  Ἴσως κοιμᾶται καί πρέπει νά ξυπνήσει (Γ΄ Βασ. 18,27). Εἰς μάτην ὅμως! Καμία φωνή, κανένα σημάδι ὅτι ὁ θεός τους εἶχε ἀκούσει τίς ἱκεσίες τους.
Νωρίς τό ἀπόγευμα ὁ προφήτης κάλεσε κοντά του τό λαό, πού πλησίασε στό θυσιαστήριο τοῦ Κυρίου τό ὁποῖο εἶχε καταστραφεῖ ἀπό τήν Ἰεζάβελ καί ξαναστήσει ὁ  Ἠλίας μέ 12 πέτρες, ὅσοι καί οἱ γιοί τοῦ  Ἰακώβ καί οἱ 12 φυλές τοῦ  Ἰσραήλ. Ἔβαλε πάνω στό θυσιαστήριο ξύλα, κομμάτιασε τό μοσχάρι καί τό τοποθέτησε πάνω τους.  Ἔπειτα ζήτησε τέσσερις κάδους νερό κι ἔδωσε ἐντολή νά τό χύσουν πάνω στό ὁλοκαύτωμα καί τά ξύλα. Τό ἴδιο εἶπε καί ἔκαναν δεύτερη καί τρίτη φορά. Στή συνέχεια πλησίασε τό θυσιαστήριο καί προσευχήθηκε σέ ἐπήκοο ὅλων: Κύριε, Θεέ τοῦ  Ἀβραάμ, τοῦ  Ἰσαάκ καί τοῦ  Ἰακώβ, ἄς μάθουν ὅλοι σήμερα ὅτι ἐσύ εἶσαι Θεός στόν  Ἰσραήλ κι ἐγώ δοῦλος σου, καί ὅτι ἐγώ ἔκανα ὅλα αὐτά τά πράγματα σύμφωνα μέ τό λόγο σου. Ἀπάντησέ μου, Κύριε, ὥστε νά μάθει ὁ λαός σου αὐτός ὅτι ἐσύ εἶσαι ὁ Κύριος, ὁ Θεός, κι ὅτι ἐσύ θά ξαναφέρεις τήν καρδιά τους κοντά σου (Γ΄ Βασ. 18, 3637).
Τότε λοιπόν ἔπεσε φωτιά ἀπό τόν οὐρανό καί ἔκαψε ἐντελῶς τά κομμάτια τοῦ μοσχαριοῦ, τά ξύλα, ἀκόμα καί τίς πέτρες καί τό χῶμα. Ἔκπληκτοι ὅλοι ἔσκυψαν τό κεφάλι καί εἶπαν: Ὁ Κύριος! Αὐτός εἶναι ὁ Θεός! Καί ὁ Ἠλίας: Πιάστε τούς «προφῆτες» τοῦ Βάαλ, νά μή σᾶς ξεφύγει κανείς. Τούς συνέλαβαν, τούς κατέβασαν στό χείμαρρο Κισών κι ἐκεῖ τούς ἐξολόθρευσε (Γ΄ Βασ. 18, 3840).

Τό τέλος τῆς τριετοῦς ξηρασίας.
Μετά τό γεγονός αὐτό τά σύννεφα σκοτείνιασαν τόν οὐρανό καί ξέσπασε θύελλα καί δυνατή βροχή (Γ΄ Βασ. 18, 45). Ὁ βασιλιάς ἐπιστρέφοντας στό παλάτι διηγήθηκε στή γυναίκα του Ἰεζάβελ ὅλα ὅσα ἔκανε ὁ προφήτης Ἠλίας καί πώς ἐξολόθρευσε τούς «προφῆτες» τοῦ Βάαλ.  Ἡ  Ἰεζάβελ ὀργισμένη ἔστειλε μέ ἀγγελιοφόρο μήνυμα στόν  Ἠλία: Νά μέ τιμωρήσουν οἱ θεοί, ἄν αὔριο τέτοια ὥρα δέν σοῦ κάνω ὅ,τι ἔκανες ἐσύ στούς προφῆτες (Γ΄ Βασ. 19,2).

Ὁ Ἠλίας κρύβεται στό ὄρος Χωρήβ.
Ὅταν ὁ προφήτης πῆρε τό μήνυμα φοβήθηκε καί σηκώθηκε κι ἔφυγε γιά νά σώσει τή ζωή του. Στό Γ΄ Βασιλειῶν (19, 310) περιγράφεται μέ ἐνάργεια τό περιστατικό: Φεύγοντας πῆγε στή ΒέερΣεβά, πού ἀνῆκε στό βασίλειο τοῦ  Ἰούδα.  Ἄφησε ἐκεῖ τόν ὑπηρέτη του κι ὁ ἴδιος προχώρησε μιᾶς ἡμέρας δρόμο μέσα στήν ἔρημο. Ἦρθε καί κάθισε στή σκιά ἑνός σπαρτόδενδρου. Παρακαλοῦσε νά πεθάνει: Ἀρκετά ὥς ἐδῶ, Κύριε, ἔλεγε. Πάρε τή ζωή μου, γιατί ἐγώ δέν εἶμαι καλύτερος ἀπό τούς προγόνους μου.   Ὕστερα ξάπλωσε καί τόν πῆρε ὁ ὕπνος. Ἄγγελος Κυρίου ὅμως τόν ἄγγιξε καί τοῦ εἶπε: Σήκω καί φάγε. Γυρίζοντας ὁ  Ἠλίας τό κεφάλι του εἶδε μία λαγάνα ψητή σέ καυτές πέτρες καί μία κανάτα νερό. Ἀφοῦ ἔφαγε καί ἤπιε, ξάπλωσε καί πάλι. Ἀλλά ὁ ἄγγελος τοῦ εἶπε: Σήκω καί φάγε, γιατί ἔχεις ἀκόμα πολύ δρόμο μπροστά σου.
Ὁ προφήτης συμμορφώθηκε.
Καί μέ τή δύναμη ἐκείνης τῆς τροφῆς βάδισε 40 μερόνυχτα ὥς τό Χωρήβ, τό βουνό τοῦ Θεοῦ. Μπῆκε σέ μία σπηλιά, ὅπου πέρασε τή νύχτα. Τότε ὁ Κύριος τόν ρώτησε: Τί ζητᾶς ἐδῶ, Ἠλία; Καί ὁ προφήτης ἀπάντησε: «Ἐγώ ἀγωνίστηκα μέ μεγάλο ζῆλο γιά σένα, Κύριε, Θεέ τοῦ σύμπαντος. Ἀλλά οἱ Ἰσραηλίτες ἀθέτησαν τή διαθήκη σου, γκρέμισαν τά θυσιαστήριά σου καί κατέσφαξαν τούς προφῆτες σου· μόνον ἐγώ ἀπέμεινα καί ζητοῦν κι ἐμένα νά θανατώσουν».
Ὁ Κύριος στή συνέχεια ἐμφανίστηκε στόν Ἠλία ὄχι ὡς μεγάλος καί δυνατός ἄνεμος πού ἔσχιζε τά βουνά καί σύντριβε τούς βράχους στό πέρασμά του· οὔτε σάν σεισμός ἤ φωτιά, ἀλλά ὡς ἕνας ἦχος ἀπό ἐλαφρό ἀεράκι (Γ΄ Βασ. 19, 1112). Καί ἔδωσε ἐντολή στόν προφήτη του νά πάει στή Δαμασκό γιά νά χρίσει τό νέο βασιλιά τῶν Συρίων, ὕστερα τό νέο βασιλιά τοῦ Ἰσραήλ καί στή συνέχεια νά χρίσει διάδοχό του προφήτη τόν Ἐλισαῖο. Πράγμα πού ἔκανε ὁ Ἠλίας.

Ἡ ἁρπαγή τοῦ προφήτου  Ἠλία στόν οὐρανό.
Profitis Hlias 07Αφοῦ ὁ προφήτης Ἠλίας ἔζησε καί ἔδρασε κατά τό θέλημα τοῦ Κυρίου, ἔφτασε ὁ καιρός νά τόν πάρει ὁ Θεός στούς οὐρανούς μέσα σέ ἀνεμοστρόβιλο (Δ΄Βασ. 2,1). Τό θαυμαστό γεγονός περιγράφεται πολύ παραστατικά στό 2ο κεφάλαιο τοῦ βιβλίου «Βασιλειῶν Δ΄» ὡς ἑξῆς:
Μία φορά πού ὁ Ἠλίας καί ὁ (μαθητής του) Ἐλισαῖος ἐπέστρεφαν μαζί ἀπό τά Γάλγαλα, εἶπε κάποια στιγμή ὁ πρῶτος στό δεύτερο: Μεῖνε ἐδῶ, γιατί ὁ Κύριος μέ στέλνει στή Βαιθήλ. Ὁ  Ἐλισαῖος ἀπάντησε:  Ὁρκίζομαι στόν ἀληθινό Θεό καί σ’ ἐσένα, ὅτι δέν θά σ’ ἀφήσω.  Ἔτσι πῆγαν μαζί στή Βαιθήλ, πού εἶναι ἱερός τόπος βόρεια τῆς Ἰερουσαλήμ. Ἐκεῖ βρισκόταν μία ὁμάδα προφητῶν πού εἶπαν στόν Ἐλισαῖο: Τό ξέρεις ὅτι σήμερα ὁ Θεός θά πάρει ἀπό κοντά σου τόν κύριό σου; Αὐτός ἀπάντησε πώς τό ξέρει, ἀλλά τούς παρεκάλεσε νά μή μιλᾶνε γι’ αὐτό.
Ὕστερα ὁ Ἠλίας καί ὁ Ἐλισαῖος πῆγαν στήν Ἰεριχώ. Τήν ἴδια ἐρώτηση ἔκαναν στόν Ἐλισαῖο καί οἱ ἐκεῖ προφῆτες, πῆραν ὅμως τήν αὐτή ἀπάντηση. Κατόπιν οἱ δυό τους, κατά τήν ἐντολή τοῦ Κυρίου, βάδισαν πρός τόν Ἰορδάνη ποταμό, ἐνῶ τούς ἀκολουθοῦσαν 50 προφῆτες πού στάθηκαν σέ κάποια ἀπόσταση ἀπ’ αὐτούς. Τότε ὁ Ἠλίας πῆρε τό μανδύα του [τή μηλωτή], τόν δίπλωσε καί χτύπησε μ’ αὐτόν τά νερά. Ἐκεῖνα ἄνοιξαν στά δύο καί πέρασαν ἀνάμεσα οἱ δυό ἄντρες πατώντας σέ ξηρά (Δ΄ Βασ. 2,8). Ὁ Ἠλίας εἶπε στό μαθητή του: Ζήτησέ μου τί θέλεις νά κάνω γιά σένα, πρίν μέ πάρει ὁ Κύριος ἀπό κοντά σου. Κι ὁ  Ἐλισαῖος ζήτησε νά τοῦ δώσει διπλάσιο τό προφητικό του πνεῦμα. Ὁ Ἠλίας τοῦ εἶπε: Δύσκολο πράγμα ζήτησες.  Ὡστόσο ἄν μέ δεῖς τή στιγμή πού θά φεύγω ἀπό κοντά σου, τότε θά γίνει αὐτό πού ζήτησες· ἄν ὅμως δέν μέ δεῖς, δέν θά γίνει (Δ΄Βασ. 2,10).Ξαφνικά, καθώς προχωροῦσαν συζητώντας, φάνηκε ἕνα ἅρμα ἀπό φωτιά, κι ἄλογα πύρινα τούς χώρισαν τόν ἕναν ἀπό τόν ἄλλον. Κι ἀνέβαινε ὁ Ἠλίας μέσα σέ ἀνεμοστρόβιλο στόν οὐρανό (στίχ. 11), ἐνῶ ἄφησε νά πέσει ἀπό πάνω του ὁ μανδύας (μηλωτή) πού τόν μάζεψε ὁ  Ἐλισαῖος. Οἱ προφῆτες πού παρακολουθοῦσαν τά γινόμενα ἀπό μακριά, εἶπαν: Τό πνεῦμα τοῦ Ἠλία ἔμεινε στόν  Ἐλισαῖο (στίχ. 15).
Ὁ προφήτης Ἠλίας ἔδειξε ἔνθερμο ζῆλο γιά τό νόμο τοῦ Θεοῦ καί γι’ αὐτό ἀναλήφθηκε στόν οὐρανό (Α΄Μακκ. 2,58).
Ἐπίλογος
Αὐτός εἶναι ὁ βίος καί ἡ πολίτεία τοῦ ἁγίου ἐνδόξου προφήτου Ἠλιού τοῦ Θεσβίτου, τοῦ «ζηλωτοῦ καί τῶν παθῶν αὐτοκράτορος», τοῦ ὑψιπέτου καί «τῶν προφητῶν τό ἐγκαλλώπισμα», τοῦ «ἐν σώματι ἀγγέλου καί τοῦ ἀσάρκου ἀνθρώπου», «τοῦ φθαρτοῦ ἀνθρώπου» πού «ἀφθαρσίαν ἐνδέδυται», τοῦ οὐρανοδρόμου, «τοῦ ἐπόπτου ἀρρήτων μυστηρίων».
Καί τίς μεσιτεῖες του ἄς ἐπικαλοῦνται στίς προσευχές τους οἱ πιστοί, κράζοντες μαζί μέ τόν ὑμνωδό του:
Προφῆτα καί προόπτα τῶν μεγαλουργιῶν τοῦ Θεοῦ, Ἠλία μεγαλώνυμε, ὁ τῷ φθέγματί σου στήσας τά ὑδατόρρητα νέφη, πρέσβευε ὑπέρ ἡμῶν, πρός τόν μόνον Φιλάνθρωπον.



Ἀπολυτίκιον τοῦ Προφήτου  Ἠλία
Ἦχος δ’
Ὁ ἔνσαρκος ἄγγελος, τῶν Προφητῶν ἡ κρηπίς, ὁ δεύτερος Πρόδρομος τῆς παρουσίας Χριστοῦ, Ἠλίας ὁ ἔνδοξος, ἄνωθεν καταπέμψας, Ἐλισσαίῳ τὴν χάριν, νόσους ἀποδιώκει, καὶ λεπροὺς καθαρίζει· διὸ καὶ τοῖς  τιμῶσιν αὐτὸν βρύει ἰάματα.