Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ασκητες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ασκητες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

17 Ιουλίου, 2022

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

 

Ο παπα–Νι­κό­λα­ος Σαβ­βα­νῆς ἀ­πό τό Παν­το­κρα­το­ρι­νό Κελ­λί τοῦ Ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου, κοντά στό Κου­τλου­μο­ύ­σι, ἦ­ταν ἀ­πό τήν Κο­ρα­κά­να τῆς Κέρ­κυ­ρας. Ἔ­ζη­σε ἕν­τε­κα χρό­νια στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος ἀλ­λά τό 1943 γύ­ρι­σε στό χω­ριό του καί ἔ­γι­νε ἐ­φη­μέ­ριος. Δέν ἄ­φη­σε τόν κα­νό­να του πο­τέ καί κά­θε μέ­ρα πή­γαι­νε σέ κά­ποια­ ἀ­πό τίς τριά­ντα Ἐκ­κλη­σί­ες πού ἔ­χει τό χω­ριό του καί ἔ­κα­νε τήν ἀ­κο­λου­θί­α. Ἦ­ταν σω­στός κα­λό­γε­ρος. Με­τά­νοι­ω­σε ὅ­μως πού ἔ­φυ­γε ἀ­πό τόν Ἅ­γιον Ὄ­ρος καί ἔ­λε­γε: «Κάλ­λιο νἄ­χα σπά­σει τά δυό μου πό­δια, πα­ρά πού ἔ­φυ­γα. Τό­σα χρό­νια θά εἶ­χα γιά­νει καί θἄ­μουν στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος πιό κα­λά». Ἐ­κοι­μή­θη τό 1968.

*

Ο Πα­τρι­άρ­χης Ἰ­ω­α­κε­ίμ ὁ Γ’ σέ μία ἀ­γρυ­πνί­α στό Πρω­τᾶ­το εἶ­δε ἕ­ναν μο­να­χό νά μήν πα­τᾶ στήν γῆ. Ρώ­τη­σε ποι­ός εἶ­ναι αὐ­τός καί τοῦ εἶ­παν «ὁ δια­κο Ὀ­νο­ύ­φριος ἀ­πό τό Κελ­λί τοῦ Μα­ρου­δᾶ». Τόν κά­λε­σε ἰ­δι­αι­τέ­ρως καί τόν ρώ­τη­σε πῶς πο­ρε­ύ­ε­ται. Δι­ε­πί­στω­σε ὅ­τι κά­νει ἀ­δι­ά­κρι­τη ὑ­πα­κοή. Ἀρ­γό­τε­ρα ἔ­γι­νε ἱ­ε­ρέ­ας καί Πνευ­μα­τι­κός καί βο­ή­θη­σε πολ­λο­ύς.

*

Ο γερω Πα­ΐ­σιος ὁ Κα­ρα­καλ­λη­νός, ὁ Κύπριος, ἦ­ταν νο­σο­κό­μος στό Μο­να­στή­ρι. Πε­ρι­ποι­εῖτο μέ πολ­λή ἀ­γά­πη τά ἄρ­ρω­στα γε­ρον­τά­κια καί κοι­μό­ταν κον­τά στό γη­ρο­κο­μεῖ­ο. Ἦ­ταν ὅ­μως καί ἀ­γω­νι­στής. Ὅ­λη τή νύ­χτα τήν περ­νοῦ­σε λέ­γον­τας τήν εὐ­χή πότε νο­ε­ρῶς καί πότε ἐκ­φώ­νως γιά νά πο­λε­μᾶ τόν ὕ­πνο.

*

Ο π. Πα­ΐ­σιος ἀ­πό τό Κελ­λί τῶν Ἁ­γί­ων Πάν­των τῆς Κου­τλου­μου­σια­νῆς Σκή­της τοῦ Ἁ­γί­ου Παν­τε­λε­ή­μο­νος δι­η­γή­θη­κε: «Ὅ­ταν ἤ­μουν μι­κρός καί ἔ­βο­σκα τά πρό­βα­τα, ἔ­μα­θα μέ δυ­σκο­λί­α νά συλ­λα­βί­ζω. Βρῆ­κα τό­τε μία Ἁ­γί­α Γρα­φή καί τήν ἄ­νοι­ξα νά δι­α­βά­σω. Ἐ­κεῖ ἔ­μα­θα γιά τήν ἄλ­λη ζω­ή, τήν με­τά θά­να­τον. Μοὖρ­θε μία χά­ρι, ὅ­ταν δι­ά­βα­ζα. Μία μέ­ρα μέ ἐ­πε­σκί­α­σε μία νε­φέ­λη, ὅ­ταν δι­ά­βα­ζα τήν Ἁ­γί­α Γρα­φή∙ φο­βή­θη­κα καί τήν στα­μά­τη­σα γιά λίγο καιρό. Με­τά τήν ξα­ν­άρχισα νά τήν διαβάζω. Μοὖρ­θε λο­γι­σμός νά γί­νω κα­λό­γε­ρος. Εἶ­χα ἀ­κού­σει ὅ­τι οἱ κα­λό­γε­ροι ἀ­γω­νί­ζον­ται γιά τήν ψυ­χή τους, δέν ἤ­ξε­ρα ὅ­μως τί εἶ­ναι αὐ­τοί οἱ κα­λό­γε­ροι. Ἕ­να βρά­δυ μοῦ πα­ρου­σι­ά­στη­κε ἡ ἁ­γί­α Πα­ρα­σκευ­ή στόν ὕ­πνο μου καί μοῦ εἶ­πε νά μήν τρώ­γω γά­λα καί τυ­ρί τήν Τε­τάρ­τη καί τήν Πα­ρα­σκευ­ή».

«Με­τά πού ἀ­πο­λύ­θη­κα ἀ­πό στρα­τι­ώ­της ἦρ­θα καί ἔ­μει­να σ᾿ αὐ­τό τό Κελ­λί. Κά­θη­σα λί­γον και­ρό καί μοῦ εἶ­παν οἱ Γε­ρον­τά­δες νά μέ κά­νουν κα­λό­γε­ρο· μοῦ ἔ­δω­σαν κά­τι πα­λι­ό­ρα­σα πού οὔ­τε γιά σκιάχ­τρο δέν ἔ­κα­ναν. Ἔ­λει­πε τό μα­νί­κι ἀ­πό τό ἀν­τε­ρί, ἦ­ταν σχι­σμέ­να καί βρώ­μι­κα. Ἀ­πό τήν στε­νο­χώ­ρια μου δέν μί­λη­σα κα­θό­λου μία βδο­μά­δα. Με­τά μέ ρώ­τη­σαν πῶς πά­ω. “Κα­λά”, εἶ­πα. Μοῦ λέ­νε: “Ἐ­πει­δή δέν μί­λη­σες, κά­νεις γιά μο­να­χός. Ἄν μι­λοῦ­σες, θά σέ δι­ώ­χνα­με”. Καί τό­τε μοῦ φό­ρε­σαν τά κα­λά ρά­σα πού εἶ­χαν σ᾿ ἕ­να κου­τί».

«Ἦ­ταν κα­λοί οἱ Γε­ρον­τά­δες μου. Ὅ­ταν κά­πο­τε τούς εἶ­πα ὅ­τι θέ­λω νά πά­ω στόν κό­σμο νά γί­νω ἔγ­γα­μος πα­πᾶς, πρίν λά­βω τό Σχῆ­μα, αὐ­τοί δέν μοῦ ἔ­φε­ραν ἀν­τίρ­ρη­ση. Τήν ἡ­μέ­ρα πού ἤ­θε­λα νά φύ­γω μοῦ ἔ­δω­σαν χρή­μα­τα. Μοῦ εἶ­παν: “Παι­δί μου, τό­σο και­ρό κά­θη­σες μα­ζί μας, δού­λε­ψες γιά μᾶς, αὐ­τά τά χρή­μα­τα σοῦ ἀ­νή­κουν”. Συγ­κι­νή­θη­κα ἀ­πό τό γε­γο­νός αὐ­τό καί κά­θη­σα κον­τά τους καί δέν ἔ­φυ­γα. Ἄλ­λες συ­νο­δεῖ­ες, ὅ­ταν τούς ἔ­λε­γαν τά κα­λο­γέ­ρια ὅ­τι θά φύ­γουν, τούς ἔ­βγα­ζαν τά ρά­σα καί αὐ­τοί μοῦ ἔ­δω­σαν καί χρή­μα­τα. Οἱ Γε­ρον­τά­δες μου ἦ­ταν ἅ­γιοι ἄν­θρω­ποι».

Διαβάστε ΕΔΩ τα προηγούμενα σχετικά άρθρα

 https://enromiosini.gr/oi-ekdoseis-mas/askhtikh/apofthegmata-apo-tin-askitiki-54/

26 Οκτωβρίου, 2021

Ασκητές Μέσα στον Κόσμο: Η Θεόθεν Κλήση στην Χριστιανική Πίστη ενός Μουσουλμάνου

Από Αρχιμ. Αθανάσιος Μισσός 

Γεννήθηκε το 1926 σ’ ένα νησί της Δωδεκανήσου. Όλη την παιδική ηλικία την έζησε παίζοντας με τα χριστιανόπαιδα, ενώ ο ίδιος ήταν Μουσουλμάνος.
Τις παραμονές των χριστιανικών γιορτών μαζί με τα παιδιά του χωριού έτρεχε στα κάλαντα παίζοντας με την φλογέρα του.
Το σπίτι που έμεναν ήταν ένας σταύλος. Εκεί τη νύχτα της παραμονής των Χριστουγέννων –μετά τα κάλαντα– και αφού είχε ξαπλώσει για να κοιμηθή, αισθάνεται να ανοίγη η πόρτα και μπροστά του να εμφανίζεται ο Χριστός.
Φορούσε άσπρο χιτώνα, το πρόσωπό του ήταν χαμογελαστό και του είπε:
«Ήρθα για σένα, είσαι δικό Μου παιδί» και εξαφανίστηκε. Το ίδιο επαναλήφθηκε τις επόμενες δυο νύχτες.
Ο μικρός ήταν τότε περίπου δεκατριών χρόνων. Βρέθηκε μπροστά στο δίλημμα, αν θα το πη ή όχι και σε ποιον. Ύστερα από σκέψη αποφάσισε να το πη στον πρόεδρο του χωριού, ένα σεβάσμιο ηλικιωμένο άνδρα, τον μπαρμπα-Νικόλα.
Πήγε στο σπίτι του, του διηγήθηκε όλη την ιστορία και αμέσως ζήτησε να τον βαφτίσουν. Ο πρόεδρος με χαμόγελο του απάντησε: «Το σκέφτηκες, παιδί μου, καλά;». Ο μικρός του απάντησε: «Ναι, το σκέφτηκα, θέλω να με βαφτίσετε».
Ο πρόεδρος τότε του εξήγησε ότι αυτό θα ήταν δύσκολο λόγω του ότι ήταν ανήλικος και οι γονείς του θα μπορούσαν να αντιδράσουν.
Στο τέλος του είπε: «Αν, παιδί μου, σε έχη φωτίσει τόσο ο Χριστός και το επιθυμής τόσο πολύ, κάνε υπομονή να φθάσης στη νόμιμη ηλικία. Τότε να το ζητήσης και θα το απολαύσεις».
Δούλευε κυρίως στις ψαρόβαρκες, οι οποίες εκείνα τα χρόνια ήταν με κουπιά και πανιά. Συχνά τότε πήγαιναν στις απέναντι ακτές, ιδιαίτερα στον κόλπο ανατολικά της Κω.
Κάποια φορά καθώς έρχονταν προς το νησί από τον κόλπο γεμάτοι ψάρια, ήταν τρεις στην βάρκα, έρχεται ξαφνικά μία φοβερή κακοκαιρία.
Η βάρκα πλημμύρισε και εκείνος με ένα τενεκέ προσπαθούσε να αδειάζη τα νερά. Καθώς έβγαζε τα νερά βρέθηκε ένα μικρό Εικονισματάκι του αγίου Νικολάου μέσα στον τενεκέ.
Αμέσως μία φωνή μέσα του φωνάζει: «Μη με πετάξης!». Πιάνει το Εικόνισμα, το σηκώνει ψηλά και λέει: «Άγιέ μου Νικόλα, σώσε μας και αν έρθη η ώρα να βαφτιστώ θα πάρω το όνομά Σου». Σε λίγη ώρα βρέθηκαν σε κάποια ακτή της Κω.
Αργότερα πήγε στην Μικρασία. Ένα χρονικό διάστημα δούλευε σε εργοστάσιο-υφαντουργείο. Κάποια στιγμή με άλλους Κώους πηγαίνει για να γνωρίση την Σμύρνη και τον Τσεσμέ. Εκεί του άρεσε και έμεινε για να δουλέψη στα καπνά.
Το βράδυ κοιμήθηκαν σε μία αποθήκη, η οποία όμως ήταν παλιά Εκκλησία του Χριστού. Οι άλλοι δύο, αδελφή και αδελφός –μουσουλμάνοι– δεν μπορούσαν να ησυχάσουν μέχρι που αποφάσισαν να βγουν από την Εκκλησία και να κοιμηθούν στο χωράφι.
Έτσι εκείνος έμεινε μόνος μέσα στο σκοτάδι.
Αφού κοιμήθηκε για λίγη ώρα, ανοίγει τα μάτια του και βλέπει ένα φως να βγαίνη μέσα από το Ιερό. Κοιτάζει έξω, ήταν σκοτεινά, η Εκκλησία όμως έλαμπε. Την επόμενη βραδιά το ίδιο.
Την τρίτη βραδιά μαζί με το φως ακούει μία φωνή: «Μη ξεχάσης την υπόσχεσή σου. Είσαι δικό Μου παιδί». Μετά από αυτό μέχρι το πρωί σκεφτόταν πώς θα γίνει Χριστιανός μέσα στην Τουρκία.
Όταν ξημέρωσε είδε ότι η φωνή έβγαινε από μία σκαλιστή μαρμάρινη εικόνα του Κυρίου, η οποία ήταν και η μόνη που είχε μείνει, χτισμένη πάνω από το Ιερό.
Την ίδια μέρα μετά από μια-δυο ώρες ήρθε διαταγή να επιστρέψουν όλοι οι πρόσφυγες στις πατρίδες τους. Ήταν τότε το έτος 1945. Έτσι επέστρεψε στην Κω σκεπτόμενος μέσα του ότι τώρα θα μπορέσει να βαπτιστή.
Μέχρι τότε δεν είχε πει σε κανέναν από τους δικούς του τίποτε.
Τα Δωδεκάνησα τότε μετά την Ιταλική κατοχή τα κατείχαν οι Άγγλοι. Εκείνος δούλεψε στην Αγγλική Χωροφυλακή μέχρι την απελευθέρωση το 1947.
Αργότερα το 1949-1950, την ημέρα μάλιστα που οι Μουσουλμάνοι γιόρταζαν το Μπαϊράμι, του λέει η μητέρα του: «Σήκω και συ να πας κάτω. Έγινες πια σκέτος Χριστιανός».
Τότε εκείνος πήρε την αφορμή και απήντησε: «Δεν είμαι Χριστιανός αλλά θα γίνω όταν βαπτιστώ, μυρωθώ και πάρω την θεία Κοινωνία».
Το ίδιο βράδυ βλέπει στον ύπνο του ότι ανοίγει η στέγη του σπιτιού του, τρεις Άγγελοι κατεβαίνουν στο δωμάτιό του και του λένε πως θέλουν να τον πάρουν μαζί τους.
Εκείνος τους ρώτησε αν μπορή να πετάξη μαζί τους και τότε είδε ότι άρχισε να πετάη ανάμεσα στους Αγγέλους μέχρι την ακρογιαλιά.
Στην συνέχεια ο μπροστινός Άγγελος, μετά ο δεξιός και τέλος ο αριστερός του, τον βούτηξαν από μία φορά στην θάλασσα και επέστρεψαν όλοι στο σπίτι.
Το πρωί κατάλαβε πλέον ότι είχε έρθει η ώρα για να βαφτιστή. Κατέβηκε στο λιμάνι, βρήκε ένα γνωστό του ναυτικό και αφού του εξήγησε τον σκοπό του, εκείνος τον πήρε σαν βοηθό του στο καράβι και έφτασαν στην Κάλυμνο, στην Μητρόπολη.
Ύστερα έρχεται στην Ι. Μονή Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στην Πάτμο αναζητώντας τον γέροντα Αμφιλόχιο Μακρή. Μαζί του ήρθε και ο Νικόλαος Νικολαΐδης, ο οποίος και έγινε στην συνέχεια νονός του.
Μετά την πρώτη επαφή με τον π. Αμφιλόχιο και τον π. Μελέτιο ωρίστηκε να γίνη η βάπτιση στο ιερό Σπήλαιο της Αποκαλύψεως.
Πράγματι την επομένη το πρωί έγινε η βάπτιση από τον π. Ιερεμία κάτω από το τριπλό σχίσιμο του βράχου εντός του Ι. Σπηλαίου και πήρε το όνομα Νικόλαος.
Όταν επανήλθε στην Ι. Μ. Αγίου Ιωάννου πήγε να προσκυνήση το ιερό Λείψανο του οσίου Χριστοδούλου, το οποίο ευωδίαζε, ενώ την προηγούμενη ημέρα, πριν βαπτιστή, δεν ένιωσε τίποτε όταν το είχε προσκυνήσει.
Αφού πήραν την ευλογία του π. Αμφιλοχίου, του π. Μελετίου και του π. Ιερεμία, επέστρεψαν στην Κάλυμνο.
Εκεί έμεινε στο σπίτι του π. Κυρίλλου, όπου την τρίτη νύχτα αφότου βαπτίστηκε συνέβη το εξής: Ο νεαρός Νικόλαος φορούσε ακόμη τον βαπτιστικό χιτώνα και είχε ξαπλώσει για να κοιμηθή σ’ ένα δωμάτιο που χρησιμοποιούσε ο π. Κύριλλος για να αγιογραφή, δίπλα στην θάλασσα.
Η πόρτα του δωματίου που έβλεπε στην θάλασσα ήταν λίγο ανοιχτή. Ξαφνικά άκουσε την φωνή της μάννας του, άνοιξε τα μάτια του και της λέει στα Τούρκικα: «Μητέρα, πώς βρέθηκες εδώ, τι θέλεις;». Και εκείνη απαντά: «Ήρθα να σε πάρω μαζί μου».
«Μητέρα, είμαι βαφτισμένος και μυρωμένος, φύγε, δεν μπορώ να έρθω μαζί σου», της λέει ο Νικόλαος. Όμως εκείνη με δυνατή φωνή του λέει: «Σήκω, θα σε πάρω» και πέφτει αμέσως πάνω του, τον πιάνει από τους ώμους για να τον σηκώση.
Εκείνος την σπρώχνει φωνάζοντας: «Μάννα, μη με λερώσης», και το βλέμμα του πέφτει σε μία εικόνα του Χριστού. Τότε φωνάζει κάνοντας το σημείο του Σταυρού: «Χριστέ μου, σώσε με».
Εκείνη τότε σηκώθηκε όρθια, και του είπε: «Με νίκησες» και βγαίνοντας από την πόρτα πέφτει στην θάλασσα, βρέχοντας μάλιστα την πόρτα. Καθώς όμως έβγαινε η μητέρα του βλέπει πίσω της μία ουρά ζώου και όταν εξαφανίστηκε στην θάλασσα, τότε κατάλαβε ότι δεν ήταν η μητέρα του.
Το πρωί ο π. Κύριλλος που είχε ακούσει τις φωνές, ρώτησε και έμαθε τι του συνέβη. Τότε του λέει: «Μη στενοχωριέσαι, Νικόλα παιδί μου. Ήταν ο διάβολος και ήρθε να σε πειράξη».
Ο νεοφώτιστος Νικόλαος παρέμεινε για ένα διάστημα στην Κάλυμνο όπου νυμφεύθηκε και αργότερα επέστρεψε στην Κω.
Ο Νικόλαος είχε πολλές επεμβάσεις του Θεού στην ζωή του και αντιλήψεις από την θεία Χάρι. Με απλότητα και πίστη στις δυσκολίες του ζητούσε βοήθεια από τον Θεό και την λάμβανε.

Απόσπασμα από το βιβλίο «Ασκητές μέσα στον κόσμο».
https://www.askitikon.eu/agiologio/ofelima-psychis/38939/askites-mesa-ston-kosmo-i-theothen-klisi-stin-christianiki-pisti-enos-mousoulmanou-3/

04 Απριλίου, 2016

ΠΑΠΑ -ΓΙΑΝΝΗΣ Ο ΕΞΟΡΚΙΣΤΗΣ

Posted by Θεοφύλακτος Ακρίτας  | 
Όταν το 1917 στην Ρωσία έγινε ή επανάσταση των Μπολσεβίκων, συνέλαβαν στην Οδησσό 17 ιερείς για να τούς εκτελέσουν. Ένας απ' αυτούς κρύφθηκε στα δάση και σώθηκε μετά βρήκε τα δύο του παιδιά, ένα αγόρι και ένα κορίτσι, τα όποια είχαν κρύψει οι γείτονες του και γλύτωσαν από τούς κομμουνιστές. Την πρεσβυτέρα του όμως την συνέλαβαν και την εκτέλεσαν.
Ό ιερέας αυτός ονομαζόταν παπά-Γιάννης και ήταν Έλληνας. Πήρε λοιπόν τα δύο του παιδιά και Περιπλανώμενος από τόπου εις τόπον, πεζοπορώντας το περισσότερο διάστημα ήρθε μέσω Ρουμανίας και Βουλγαρίας στην Ελλάδα, την πατρίδα του. Έκανε εφημέριος στην Μακεδονία και στην Θράκη. Έπειτα ήρθε στο χωριό Σκουτερά Αγρινίου,
διότι ήταν κενή ή θέση του εφημερίου.
Ό παπά-Γιάννης ήταν ρακένδυτος. Φορούσε ένα τριμμένο ράσο με ένα ξυλάκι από ρείκι για κουμπί και στο λαιμό του είχε κρεμασμένο με μαύρο κορδόνι ένα ξύλινο Σταυρό. Έμοιαζε με τον άγιο Κοσμά τον Αιτωλό. Από τη νηστεία και τις ταλαιπωρίες είχε όψη εξαϋλωμένη, ήταν «πετσί και κόκαλο».
Το χωριό Σκουτερά τον καλοδέχτηκε και τον βοήθησε στις ανάγκες του. Έμενε σ' ένα δωμάτιο μαζί με τα δύο του παιδιά, το κορίτσι δέκα ετών και το παιδί οκτώ ετών. Άρχισε λοιπόν ό παπά-Γιάννης να λειτουργεί τακτικά, να κηρύττει τον λόγο του Θεού, να εξομολογεί και να κοινωνεί τούς ανθρώπους. Έτρεχε να βοηθά πνευματικά όπου τον καλούσαν, να διαβάζει ευχές σε αρρώστους και σε άρρωστα κτήνη πού αμέσως θεραπεύονταν.
Μία νέα από την Σκουτερά είχε παντρευτεί στην Σταμνά. Όταν επισκέφθηκε το χωριό της άκουσε να μιλούν με θαυμασμό για τον παπά-Γιάννη. Της είπαν: «Μάς έστειλαν έναν παπά, λες και είναι ό ίδιος ό Χριστός, τόσο καλός είναι».
Ή νέα είπε ότι στην Σταμνά υπάρχει μία γυναίκα δαιμονισμένη επί δεκαοκτώ χρόνια. Οι συγγενείς της την γύρισαν σε γιατρούς και σε πολλά Μοναστήρια τρέξανε σ' όλη την Ελλάδα αλλά αυτή δεν θεραπεύτηκε. Ζήτησε και είδε ή ίδια τον παπά-Γιάννη και τον παρακάλεσε να θεραπεύση την πάσχουσα. Αυτός ζήτησε να δη πρώτα την δαιμονισμένα Έκανε προσευχή και αποφάσισε να την αναλάβει.
Την Κυριακή στο τέλος της θείας Λειτουργίας ό παπά-Γιάννης ανακοίνωσε τα έξης στο εκκλησίασμα: «Χριστιανοί, θα κάνουμε έναν αγώνα για να θεραπευτή ή γυναίκα πού την βασανίζει ό σατανάς επί 18 χρόνια. Θα νηστέψουμε 40 μέρες, θα κάνουμε κάθε μέρα Λειτουργία. Θα εξομολογηθούμε, θα κοινωνήσουμε, θα φέρνουμε την γυναίκα κάθε βράδυ στην Εκκλησία και θα κάνουμε Παράκληση. Στην Λειτουργία δεν θα την φέρνουμε εδώ, διότι ό σατανάς θα δημιουργήσει φασαρία. Θα ειδοποιήσουμε και τα γύρω χωριά οποίος θέλει να έρθει».
Την Κυριακή το βράδυ έφεραν την γυναίκα στην Εκκλησία του άγιου Νικολάου. Μαζεύτηκε πολύς κόσμος. Στην Εκκλησία δεν ήθελε να μπει με κανένα τρόπο. Το δαιμόνιο μούγκριζε, έβριζε τούς πάντες, απειλούσε ότι θα κάψει την Εκκλησία, και έβγαζε αφρούς από το στόμα της. Την έπιασαν μερικοί δυνατοί άντρες και την έφεραν κάτω από τον πολυέλαιο. Ό παπά-Γιάννης κρατώντας τον Σταυρό διάβαζε από το Ευχολόγιο τούς εξορκισμούς και την σταύρωνε. Κρατούσε τον Σταυρό πάνω στο κεφάλι της και εκείνη φώναζε: «Πάρε αυτό το σφυρί από το κεφάλι μου, με πληγώνεις- δεν υποφέρω αυτό το σφυρί». Το πλήθος των χριστιανών έκαναν μετάνοιες και έλεγαν το «Κύριε έλέησον».
Ό παπά-Γιάννης έλεγε στον κόσμο: «Χριστιανοί, κάνετε υπομονή, θα τον εξοντώσουμε τον σατανά».
Είχε πει και στον Δάσκαλο ό παπάς να φέρνει όλα τα παιδιά του Σχολείου, πού έλεγαν κι αυτά το «Κύριε έλέησον» και έκαναν μετάνοιες. Αυτό γινόταν κάθε μέρα. Ό διάβολος με το στόμα της δαιμονισμένης έλεγε στα παιδιά του Σχολείου: «Πηγαίνετε έξω παιδάκια, σας κοροϊδεύει αυτός ό παλιό παπάς πού βρωμάνε τα χνώτα του από τη νηστεία. Μία ωραία νύφη περνά, πηγαίνετε έξω, περιμένει ή μαμά σας με μία φέτα καθάριο ψωμί με ζάχαρη πάνω στο ψωμί». Δηλαδή έλεγε ότι ζήλευαν και επιθυμούσαν να έχουν τα παιδιά τότε, με σκοπό να τα βγάλει έξω.
Έρχονταν και από τα γύρω χωριά κόσμος. Μία μέρα μπήκε μέσα κάποιος και του λέγει ό διάβολος με το στόμα της δαιμονισμένης: «Ω, καλώς τον φίλο μου τον τάδε, εσύ είσαι πού την τάδε μέρα έκανες αυτό και αυτό, ήρθες και εσύ να προσευχηθείς για να με βασανίσεις;». Όντως ήταν αλήθεια αυτά και ό άνθρωπος αυτός έφυγε καταντροπιασμένος, δεν άναψε ούτε κερί. Το παράδοξο είναι ότι ή δαιμονισμένη έβλεπε προς το Ιερό, δεν γύρισε να δη πίσω της, πού ήταν πολύς κόσμος, αλλά τον είδε με άλλο τρόπο και του αποκάλυψε τις ανεξομολόγητες αμαρτίες του.
Κάποιο βράδυ, ενώ είχε μαζευτεί πολύς κόσμος και ό παπά-Γιάννης διάβαζε την δαιμονισμένη, είπε κάποιος στον διπλανό του: «Κάνε καλά τον σταυρό σου. Σταυρός είναι αυτός πού κάνεις, λες και παίζεις μαντολίνο». Ακούστηκε τότε ή φωνή της δαιμονισμένης να λέει: «Άφησε τον άνθρωπο, καλά κάνει τον σταυρό του».
Ή δαιμονισμένη φώναζε κάποτε: «Στείλτε να φέρετε τον φίλο μου τον τάδε παπά». Ήταν ένας παπάς σε κάποιο χωριό πού ή ζωή του δεν ήταν καλή. Αυτός ό παπάς δεν τόλμησε να έρθει στην Εκκλησία.
Ό αγώνας του παπά-Γιάννη συνεχίσθηκε για να βγάλει το δαιμόνιο από την γυναίκα. Σ' αυτό το διάστημα πληροφορήθηκε από το ίδιο το δαιμόνιο πού ήταν μέσα στην γυναίκα, ότι είναι ό Εωσφόρος, ό αρχηγός των δαιμόνων. Μπήκε μέσα της κατά την ώρα πού τηγάνιζε ψάρια, επειδή ό αδελφός της αγανακτισμένος από κάποια αφορμή της είπε να μπει ό διάβολος μέσα της. Από εκείνη την στιγμή δαιμονίστηκε ή γυναίκα.
Ό αγώνας τώρα για τον παπά-Γιάννη ήταν σκληρός. Ό διάβολος τον έβριζε, τον απειλούσε λέγοντας ότι θα γκρεμίσει την Εκκλησία, θα κάψει το χωριό, «θα βγω απ' αυτή την σκύλα», έλεγε, «και θα μπω στην κόρη και στον γιό σου». Ό παπά-Γιάννης του απαντούσε: «Δεν έχεις δικαίωμα να μπεις πουθενά, μόνο στην άβυσσο έχεις δικαίωμα να πάς».
Μετά από ένα μήνα, ένα βράδυ αφού τελείωσε ή Παράκληση και έφυγε ό κόσμος μαζί και ή δαιμονισμένη, ό παπά-Γιάννης έκλεισε την πόρτα της Εκκλησίας, γονάτισε μπροστά στην εικόνα του Χριστού και άρχισε να προσεύχεται με δάκρυα για να ελευθερωθεί ή βασανισμένη ψυχή από το δαιμόνιο. Από τις οκτώ το βράδυ μέχρι τις τρεις το πρωί προσευχόταν συνεχώς. Ανησύχησαν οι χωριανοί για τον παπά-Γιάννη πού δεν επέστρεψε σπίτι του, κοντά στα παιδιά του πού τον περίμεναν. Πήγαν μαζί με τα παιδιά του και τον βρήκαν γονατιστό να προσεύχεται. Ή κόρη του πού ήξερε από άλλες φορές, είπε: «Αφήστε τον να προσευχηθείς». Όταν συνήλθε ό παπά-Γιάννης από την προσευχή πού είχε απορροφηθεί, πήγε στο σπίτι του να κοιμηθεί. Στον ύπνο του άκουσε φωνή πού του είπε: «Παπά-Γιάννη, ή γυναίκα μετά τις τριάντα εννιά μέρες, αφού περάσει ή 12η ώρα, τα μεσάνυχτα, θα ελευθερωθεί από τον σατανά».
Την τελευταία ημέρα είπε ό σατανάς στον παπά-Γιάννη: «Παπά-Γιάννη με εξόντωσες». Και πράγματι την 40η ημέρα βγήκε από την γυναίκα ή όποια ελευθερώθηκε από το μαρτύριο και έζησε έκτοτε υγιής πολλά χρόνια.
Ό παπά-Γιάννης στο δωμάτιο πού κοιμόταν με τα παιδιά του, δεν είχε σχεδόν τίποτε εκτός από δύο «τσόλια» (σκεπάσματα, κουβέρτες), τα όποια είχαν δώσει οι γυναίκες του χωριού. Στο ένα κοιμόνταν τα παιδιά του και στο άλλο αυτός. Έστρωνε το μισό κάτω στο πάτωμα και με το άλλο μισό σκεπαζόταν. Είχε μεγάλη πίστη στον παντοδύναμο Κύριο. Αισθανόταν ότι ή προσευχή του εισακούεται από τον Θεό και γι' αυτό γίνονται θαύματα. Έλεγε: «Όταν ζητήσω από τον Θεό να ισοπέδωση το βουνό διά της προσευχής, της νηστείας και της ελεημοσύνης, θα ισοπεδωθεί. Ό άνθρωπος, όταν τηρήσει αυτά τα τρία είναι από τώρα στον παράδεισο».
Είχε πολύ μεγάλη φτώχεια ό παπά-Γιάννης γιατί όσα του έδιναν τα μοίραζε ελεημοσύνη. Κάποιος το πρώτο Πάσχα πού έκανε στο χωριό, του χάρισε μία γίδα με το μικρό της κατσικάκι. Το κατσικάκι να το σφάξει για να γιορτάσει το Πάσχα, και την γίδα να την έχει να πίνουν λίγο γάλα, όταν δεν έχει νηστεία. Ό παπά-Γιάννης δεν κράτησε την γίδα και το κατσίκι. Τα πούλησε και με τα χρήματα αγόρασε ρούχα για τα ορφανά του χωρίου, να χαρούν κι αυτά την ήμερα της Αναστάσεως.
Ήταν επίσης μεγάλος νηστευτής. Την Σαρακοστή νήστευε εξήντα μέρες από λάδι, γι' αυτό στο χωριό την Σαρακοστή την έλεγαν Εξηντάρα.
Ό παπά-Γιάννης ένα βράδυ είδε στον ύπνο του ένα σπίτι σε μία άγνωστη τοποθεσία και τον νοικοκύρη του σπιτιού να τρώγει ένα ψόφιο σκυλί.
Ρώτησε που βρίσκεται αυτό το σπίτι με τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και τον κατατόπισαν. Πήγε ό παπά-Γιάννης με συνοδεία, βρήκε το σπίτι, χτύπησε την πόρτα και του άνοιξε ή γυναίκα. Μαζί της ήταν και το παιδί της. Ό άνδρας της έλειπε στα κτήματα. Πάντως όταν τον ειδοποίησαν ήρθε τρέχοντας, πλύθηκε, του έβαλε εδαφιαία μετάνοια και του φίλησε το χέρι. Είχε ακούσει για την αγιότητα του παπά-Γιάννη και την θεραπεία τής δαιμονισμένης, αλλά δεν τολμούσε να τον συνάντηση, διότι ή συνείδησή του ήταν βεβαρημένη. Στην εκκλησία δεν πήγαινε, κρεοφαγούσε στις νηστείες, βλασφημούσε και με την γυναίκα του ζούσε παράνομα γιατί ήταν αστεφάνωτοι. Είχε όμως καλή διάθεση. Ζήτησε και εξομολογήθηκε αμέσως. Μετά στεφανώθηκε από τον παπά-Γιάννη και έζησε ως καλός χριστιανός.
Ό παπά-Γιάννης, ό χαριτωμένος λειτουργός του Ύψιστου με την ασκητική του ζωή, την ακτημοσύνη του και την αδιάλειπτη προσευχή, είχε γίνει γνωστός σ' όλη την γύρω περιοχή. Έρχονταν οι άνθρωποι να τον συμβουλευτούν και να τούς διαβάσει ευχή να γίνουν καλά. Τον θεωρούσαν μεγάλο Προφήτη και θαυματουργό. Έρχονταν επίσης άγνωστοι άνθρωποι από διάφορα μέρη και αυτός έλεγε: «Εσύ είσαι ό τάδε και ήρθες εδώ γι' αυτό και γι' αυτό το λόγο».
Διηγείται κάποιος από την Σκουτερά πού στο πατρικό του σπίτι έμενε ό παπά-Γιάννης, ότι είχε πει κάποτε: «Μια ημέρα θα αποκαλυφθεί το λείψανο ενός Άγιου στο μοναστήρι της Παναγίας της Λυκουρισιώτισσας και υστέρα το Μοναστήρι θα πάρει μεγάλη φήμη».
Αλλά το χωριό του πού τον λάτρευε δεν τον χάρηκε πολύ, γιατί τον πήραν για εφημέριο στο χωριό Καινούργιο. Μετά τον ζήτησαν και τον πήραν στην Πελοπόννησο. Έκτοτε αγνοούνται τα ίχνη του και τώρα σίγουρα θα έχει κοιμηθεί.
Αιωνία του ή μνήμη. Την ευχή του να έχουμε. Αμήν.

ΒΙΒΛ . ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ.