Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 2208. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 2208. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

22 Νοεμβρίου, 2022

ΕΝΑΣ ΤΟΙΧΟΣ ΜΙΛΑΕΙ

 

Βρέθηκα πρὶν ἀπὸ λίγο διάστημα γιὰ μιὰ ὑπόθεση στὸν Βόλο. Ὄμορφη πόλη στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ Παγασητικοῦ καὶ τοῦ Πηλίου. Ὁλοκληρώνοντας τὴν παραμονή μου εἶπα νὰ πάω στὸ ΚΤΕΛ μὲ τὰ πόδια – δὲν ἔμενα καὶ πολὺ μακριά του. Θὰ περνοῦσα γιὰ λίγο καὶ ἀπὸ τὴν παραλία μὲ τὶς ψαρόβαρκες. Περνώντας ὅμως ἔξω ἀπὸ τὸν ναὸ τῆς Μεταμορφώσεως κάτι τράβηξε τὴν προσοχή μου: Μιὰ προτροπὴ σ᾿ ἕναν τοῖχο στὴν πλατεία ἀπέναντι ἀπὸ τὸν Ναό. Στοὺς τοίχους πλέον γράφονται πολλὰ καὶ διάφορα μηνύματα, ἀλλὰ αὐτὸς εἶχε καὶ «συντροφιά». Ἔγραφε: «Ἂν δὲν τὸ χρειάζεσαι, ἄφησέ το· ἂν τὸ χρειάζεσαι, πάρ’ το». Καὶ ἡ «συντροφιά» του ἦταν μιά - δυὸ τσάντες ἀκουμπισμένες πάνω του μὲ διάφορα πράγματα. Κάποιος, κάποιοι τὰ ἄφησαν γιὰ νὰ τὰ πάρει ἕνας συνάνθρωπός μας ποὺ τὰ χρειάζεται. Καὶ μήπως εἶναι λίγοι αὐτοὶ ποὺ εἶναι ἀναγκεμένοι σήμερα; σκέφθηκα. Ἄνεργοι, ἀπολυμένοι, μὲ δάνεια στὴν πλάτη τους, ποὺ τοὺς ξεγέλασαν οἱ τράπεζες, ἄνθρωποι μὲ ἀγωνία γιὰ τὸ αὔριο καὶ τὰ σπιτικά τους. Ἀσυναίσθητα καθὼς προχωροῦσα, μὲ πῆγε ἡ σκέψη μου μερικὲς δεκαετίες πίσω. Πῶς ἤμασταν; πῶς ξεκινήσαμε; πῶς ἦταν ὁ κόσμος;... Οἱ ἄνθρωποι ἦταν τότε εἰρηνικοί, χαρούμενοι, ξέγνοια στοι, κι ἂς εἶχαν λιγότερα πράγματα, ἦταν πονετικοί. Ἔπειτα ὅλα ἄλλαξαν. Θυμᾶμαι καὶ ἀπὸ τοὺς συναδέλφους μου πόσοι ἔτρεχαν νὰ προλάβουν νὰ πάρουν δάνεια γιὰ ἐξοχικά, δάνεια γιὰ ταξίδια καὶ ἐκδρομές, καταναλωτικὲς κάρτες γιὰ νὰ ἀγοράζουν ὅ,τι τοὺς γυάλιζε στὸ μάτι (2- 3 ντουλάπες γιὰ τὰ ἐπιπλέον ροῦχα, 2-3 σκυλιὰ νὰ τοὺς φυλᾶνε...). Παράδεισος θὰ γίνουμε, μᾶς ἔλεγαν οἱ κυβερνήσεις καὶ τὰ μέσα ἐνημερώσεως μὲ τὶς σχετικὲς διαφημίσεις. Ὅλα γιὰ σᾶς μὲ εὐκολίες πληρωμῆς, συμπλήρωναν οἱ τράπεζες, κλείνοντας τὸ μάτι οἱ μὲν στοὺς δέ. Ἔτσι γίναμε ἄνθρωποι καταναλωτές. Γέμισαν μὲ πράγματα τὰ σπίτια μας καὶ γεμίσαμε μὲ ἔγνοιες. Ὅμως πόσο θὰ κρατοῦσε αὐτό; Δὲν τὸ καταλαβαίναμε ὅτι μᾶς ὁδηγοῦσε σὲ ἐπικίνδυνα κατατόπια; Ἐδῶ καὶ 9-10 χρόνια ἀρχίσαμε νὰ τὸ καταλαβαίνουμε, καὶ πρῶτοι οἱ γνωστοί μας ποὺ ξεγελάσθηκαν. Στὴν ἀρχὴ ἦταν σκεφτικοί, πιὸ ἀνήσυχοι κατόπιν, τώρα φοβισμένοι· σὰν ἄρρωστοι. Χάσαμε τὸν ὕπνο μας, λένε. Στὶς κουβέντες τους ἐδῶ κι ἐκεῖ ἄκουγες καὶ νέες ἐκφράσεις: «Κόκκινα δάνεια», «ἀπατεῶνες», «ξεπούλημα»... Τότε ἀγόραζαν τὰ περιττά· τώρα, γιὰ νὰ τὰ βγάλουν πέρα, δίνουν καὶ τὰ ἀναγκαῖα. Θυμήθηκα λοιπόν, μ᾿ αὐτὸ ποὺ εἶδα γραμμένο στὸν τοῖχο, πόσο σημαντικὴ  εἶναι ἡ λιτότητα καὶ ἡ ἀλληλοβοήθεια. Πόσοι ἔχουν μαζέψει πράγματα ποὺ δὲν τοὺς εἶναι ἀπαραίτητα! Δὲν εἶχαν κάποιο μέτρο στὴν ἀπόκτησή τους. Πόσοι τώρα στεροῦνται! Ἔρχονται ὅμως μερικοὶ ἄνθρωποι καὶ ἀφήνουν διάφορα εἴδη, ὥστε κάποιοι ἄλλοι, ποὺ προφανῶς τὰ χρειάζονται καὶ δυσκολεύονται νὰ τὰ ἀγοράσουν, νὰ τὰ παίρνουν. «Ὅσο πιὸ πολλὰ ἔχεις ποὺ δὲν σοῦ εἶναι ἀπαραίτητα, τόσο πιὸ πολλὲς ἔγνοιες θὰ σοῦ δημιουργοῦν», ἔλεγε σοφὰ ὁ ἅγιος Παΐσιος. «Τίποτε ἄλλο δὲν χαρακτηρίζει τὴ φιλοσοφημένη(χριστιανική) ζωὴ ὅσο ἡ ἁπλότητα, ἡ λιτότητα καὶ ἡ κατὰ τὸ δυνατὸν ἀπουσία κάθε ἀνάγκης», ὑπενθύμιζε ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. Ἡ λιτότητα ἀκόμη καὶ στὴν τροφή, τὸ λένε καὶ οἱ γιατροὶ κάθε τόσο, εἶναι μητέρα τῆς ὑγείας καὶ τῆς εὐχαριστήσεως, ἐπειδὴ καὶ τὴν ἐπιθυμία ἱκανοποιεῖ χωρὶς νὰ προξενεῖ κορεσμὸ καὶ διάφορες διαταραχές. Τὸ λένε παραδόξως καὶ κάποιοι πολιτικοί μας, ὅτι χρειάζεται λιτότητα γιὰ νὰ πᾶμε μπροστά. Δυστυχῶς ὅμως ἡ διαπίστωση αὐτὴ γιὰ τὴν ἀξία τῆς ὀλιγάρκειας στοὺς πιὸ πολλοὺς ἀπὸ ἐμᾶς ἦρθε πολὺ ἀργά. Ἔστω ὅμως καὶ τώρα. Ἂς εἶναι. Ἀναδύεται ἀπ᾿ τὴν ψυχὴ τοῦ Ἕλληνα τώρα μαζί της ἡ συμπόνια καὶ ἡ ἀλληλοβοήθεια. Αὐτὰ τὰ δύο, ἡ λιτότητα καὶ ἡ ἀλληλοβοήθεια, μᾶς κράτησαν ζωντανούς, ὄρθιους. Αὐτὰ καὶ τώρα ἀπὸ καταναλωτὲς μποροῦν νὰ μᾶς κάνουν ξανὰ ἀνθρώπους συνετούς, ζητώντας δὲ καὶ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ θὰ δοῦμε θαύματα στὴ ζωή μας καὶ στὴν Πατρίδα μας.ΟΣΩΤΗΡ2208

18 Νοεμβρίου, 2022

ΠΟΝΤΙΑΚΗ ΦΙΛΟΞΕΝΙΑ ΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

 Εἶναι φημισμένη τῶν Ποντίων ἡ φιλοξενία.

.Ἔχει τὶς ρίζες της στοὺς πρώτους χριστιανικοὺς αἰῶνες, τότε ποὺ ἀκτινοβολοῦσε ἡ ἀγάπη τῶν Χριστιανῶν, ἀπὸ τότε ποὺ παρήγγειλε ὁ ἀπόστολος Πέτρος στοὺς πιστοὺς τῶν περιοχῶν τῆς Μικρᾶς Ἀσίας μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τῆς «διασπορᾶς Πόντου» (Α΄ Πέτρ. α΄ 1): «φιλόξενοι εἰς ἀλλήλους ἄνευ γογγυσμῶν» (Α΄ Πέτρ. δ΄ 9). Νὰ φιλοξενεῖτε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, χωρὶς νὰ γογγύζετε γιὰ τὸ βάρος ποὺ σᾶς δίνει ἡ ὑποδοχὴ τῶν ξένων. Ἕνα ζωηρὸ δεῖγμα της θὰ σᾶς διηγηθοῦμε στὴ συνέχεια: Ξεριζωμένος ἀπὸ τὸν Πόντο τὸ 1922 φθάνει πρόσφυγας στὴ Θεσσαλονίκη ὁ Ἠλίας, δεκαοκτὼ ἐτῶν, μαζὶ μὲ τὸν μικρότερο ἀδελφό του τὸν Ἰσαάκ. Στὸ ταξίδι ἔχασε ἀπὸ ἀρρώστια τὸν πατέρα του καὶ τὴ μητέρα του. Πρὶν πεθάνει ἡ μάνα του, εἶπε στὴ συννυφάδα της Χρυσάννα (τὴ θεία τους): «Χρυσάννα, ἂν πεθάνω ἀπόψε, σοῦ χαρίζω τὰ παιδιά μου· ἐσὺ νὰ φᾶς τὸ ψωμὶ τῶν ἀγοριῶν μου, ἐσὺ νὰ τὰ χαρεῖς». Ἡ Χρυσάννα εἶχε κι αὐτὴ χάσει τὴ δεκάχρονη κόρη της καὶ τῆς ἀπέμεινε μόνο μιὰ μικρὴ κορούλα, ἡ Κυριακή. Συμφώνησε μὲ τὸν Γιάννη τὸν ἄνδρα της νὰ πάρουν ὑπὸ τὴν προστασία τους τὰ δύο ἀνίψια τους, καὶ τὰ εἶχαν σὰν παιδιά τους, ὅπως καὶ ἐκεῖνα τοὺς αἰσθάνονταν σὰν γονεῖς τους. Ὁ Ἠλίας παντρεύθηκε νωρὶς καὶ ἐργαζόταν φιλότιμα καὶ σκληρὰ γιὰ τὴν οἰκογένειά του καὶ γιὰ τοὺς ἡλικιωμένους θετοὺς γονεῖς του, μαζὶ μὲ τοὺς ὁποίους ἐξακολουθοῦσε νὰ ζεῖ. Ἐργαζόταν καὶ γιὰ τὸν μικρότερο ἀδελφό του, τὸν ὁποῖο βοήθησε νὰ γίνει δικηγόρος. Ἐργατικότατος, ἀλλὰ ἡ πολλὴ δουλειὰ δὲν τὸν ἔκανε ἀναίσθητο ὡς πρὸς τὸν Θεὸ καὶ σκληρὸ πρὸς τοὺς ἀνθρώπους. 

Κάποτε ἐργαζόταν μακριὰ ἀπ᾿ τὸ χωριό του. Ἔτσι δὲν πρόλαβε ἐγκαίρως τὰ Χριστούγεννα νὰ βρεθεῖ στὸ σπίτι του καὶ νὰ λειτουργηθεῖ στὴν ἐκκλησία. Γι᾿ αὐτὸ τὴν ἡμέρα τῶν Χριστουγέννων νήστεψε καὶ ἀπὸ λάδι, γιὰ νὰ μπορέσει νὰ κοινωνήσει τὴν ἄλλη μέρα στὴ θεία Λειτουργία! Δὲν παρέλειπε καὶ τὶς καλοσύνες καὶ ἐλεημοσύνες. Ἦταν «κουβαρντάς». Μυαλωμένος ὅμως «κουβαρντάς». Γι᾿ αὐτὸ καὶ οἱ συγχωριανοί του τὸν εἶχαν σύμβουλό τους καὶ διαιτητὴ στὶς διαφορές τους. Ἔκανε περιουσία ὁ Ἠλίας. Ἐργάσθηκε καὶ ὡς ἐργολάβος τὸ 1938, σὲ ἔργα ὁδοποιΐας κοντὰ στὴ λίμνη Δοϊράνη, ἴσως καὶ στὰ ὀχυρωματικὰ ἔργα τῆς «Γραμμῆς Μεταξᾶ», στὰ σύνορα. Ἐκεῖνο τὸ καλοκαίρι βλέπει ἕνα ἀδύνατο, καχεκτικὸ παιδὶ μὲ τσιμπλιασμένα μάτια καὶ πληγωμένο ἀπὸ ἐξανθήματα πρόσωπο, μὲ βρώμικα σχισμένα ροῦχα, ποὺ παρακολουθοῦσε τὶς ἐργασίες καὶ σὰν σκυλάκι περίμενε ἀπὸ τοὺς ἐργάτες κάτι νὰ τοῦ δώσουν ἀπὸ τὸ κολατσιό τους νὰ φάει. Ἦταν πεντάρφανο, χωρὶς συγγενεῖς, ἐγκαταλελειμμένο. Ἦταν ᾿σιόκαιρο (=συν ομήλικο) μὲ τὸν δωδεκάχρονο πρωτογιό του, τὸν Γιῶργο. Σκέφθηκε ὁ Ἠλίας: «Αὐτὸ τὸ παιδὶ θὰ τ᾿ ἀφήσω νὰ πεθάνει στὸν δρόμο;» Τὸ ρωτᾶ: 

–Πῶς σὲ λένε; 

–’Αναστάση. 

–Πεινᾶς; 

–Πεινάω. 

Ὁ Ἠλίας τὸ συμπόνεσε τὸ καημένο τὸ παιδί. Τοῦ ᾿δωσε ψωμὶ καὶ τυρὶ νὰ φάει. Ὅταν θὰ ἔφευγε γιὰ τὸ χωριό του κοντὰ στὶς Σέρρες, πῆρε τὴν ἀπόφασή του: Θὰ τὸν φιλοξενήσει τὸν Ἀναστάση, ὄχι γιὰ μερικὲς μέρες, ἀλλὰ γιὰ πάντα. Θὰ τὸν ἔχει παιδί του ὅπως καὶ τὰ ἄλλα πέντε παιδιά του! 

–Ἔλα μαζί μας, λέει στὸν Ἀναστάση καὶ τὸν παίρνει στὸ κάρο του. 

Τότε αὐτοκίνητα ἐκεῖ δὲν ὑπῆρχαν. Κίνησαν γιὰ τὸ χωριό. Ὅταν εἶδαν στὸ σπίτι τὸν νέο ἐπισκέπτη, τρόμαξαν. 

–Ἑτοιμάστε μπάνιο γιὰ τὸ παιδί. Δῶσε του ροῦχα τοῦ Γιώργου μας καὶ στρῶσε νὰ ἡσυχάσει κοντά μου, λέει στὴ γυναίκα του, τὴ Σιμέλα. 

–Πέντε παιδιὰ ἔχουμε. Εἴμαστε στριμωχτά, εἶπε ἐκείνη. 

–Πέντε κι ἕνας ὁ Ἀναστάσης ἕξι, ἀπάντησε κοφτὰ ὁ Ἠλίας. 

Μεγάλωσε ὁ Ἀναστάσης σὰν παιδὶ τῆς οἰκογενείας. Ὅ,τι ἔτρωγαν αὐτοί, ἔτρωγε κι αὐτὸς μαζί τους. Τὰ παιδιά τοῦ Ἠλία ποτὲ δὲν μάλωσαν μὲ τὸν θετὸ ἀδελφό τους. Καὶ ἡ Σιμέλα τὸν εἶχε σὰν παιδί της. Βασίλευε ἡ ἀγάπη σ᾿ ὅλη τὴν οἰκογένεια. Καὶ ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ τά ἔκανε ὅλα ὡραῖα σ᾿ ἐκεῖνο τὸ εὐλογημένο σπίτι. Ὅταν ὁ Ἀναστάσης ἔγινε ἄνδρας κι ἦταν σὲ νεαρὴ ἀκόμη ἡλικία, φρόντισε ὁ Ἠλίας νὰ τὸν παντρέψει μὲ μιὰ κόρη ὀρφανή, ποὺ ἡ μάνα της εἶχε πεθάνει, τὸν πατέρα της τὸν εἶχαν σκοτώσει οἱ Βούλγαροι, καὶ εἶχε μόνο τὴ γιαγιά της. Τὸ πανηγύρι τοῦ Γάμου, σύμφωνα μὲ τὰ παλαιὰ ποντιακὰ ἔθιμα, κράτησε μιὰ βδομάδα μὲ ἔξοδα τοῦ Ἠλία, καὶ μὲ ποντιακὲς λύρες καὶ χοροὺς πῆγαν τὸν Ἀναστάση στὸ νέο του σπίτι. Ἐπιπλέον τοῦ ἔδωσε γιὰ προίκα τὸ καλύτερο χωράφι. Παιδί μου εἶναι· μὴ νιώσει ξένος, ἔλεγε ὁ Ἠλίας. Ἡ ἀγάπη μεταξύ τους ἔμεινε ὅπως καὶ πρῶτα. Τὸν ἀγαποῦσε ὅλη ἡ οἰκογένεια, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς τὸ ἴδιο· τοὺς ἀγαποῦσε. Ὅταν ὕστερα ἀπὸ μερικὰ χρόνια πέθανε ὁ Ἠλίας, ὁ Ἀναστάσης θέλησε νὰ ἐπιστρέψει τὸ χωράφι στοὺς φυσικοὺς κληρονόμους. Ὅμως καὶ τὰ πέντε ἀδέλφια μὲ μιὰ γνώμη ἀπάντησαν: «Τὸ χωράφι εἶναι δικό σου· ἑκατομμύρια ν᾿ ἀξίζει, δὲν τὸ παίρνουμε πίσω». Καὶ τοῦ τὸ ἄφησαν... Ὡραῖες ψυχὲς σὲ παλιὲς εὐλογημένες ἐποχές!ΟΣΩΤΗΡ2208

16 Νοεμβρίου, 2022

ΚΟΙΝΩΝΕΙΣ ΣΥΧΝΑ ;

 Κάθε φορὰ ποὺ τελεῖται ἡ θεία Λειτουργία καὶ μάλιστα τὴν Κυριακή, ἡμέρα ἀναστάσιμη καὶ κατ᾿ ἐξοχὴν ἀφιερωμένη στὸν Κύριο, οἱ λόγοι Του· «Λάβετε φάγετε, τοῦτό ἐστι τὸ Σῶμά μου... Πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες· τοῦτό ἐστι τὸ Αἷμά μου...», δονοῦν τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς μας. 
Σαφὴς εἶναι ἡ ἐντολὴ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Κύριο καὶ Σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστὸ ὄχι μόνο νὰ τελεῖται τὸ Μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας, ἀλλὰ καὶ νὰ μετέχουμε οἱ πιστοὶ σ᾿ αὐτό. Τὸ Μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος μᾶς εἰσάγει στὸ Βασίλειο τῆς Χάριτος, μᾶς πολιτογραφεῖ καὶ μᾶς καθιστᾶ μέλη τῆς ἐπὶ γῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, τῆς Ἐκκλησίας Του. Τὸ Μυστήριο τοῦ Χρίσματος μᾶς μεταδίδει τὶς δωρεὲς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ποὺ μᾶς ἐνισχύουν στὴν κατὰ Χριστὸν ζωή. Γιὰ νὰ ζήσει ὅμως, νὰ αὐξηθεῖ καὶ νὰ συντηρηθεῖ ὁ ἄνθρωπος σωματικά, δὲν ἀρκεῖ μόνο νὰ γεννηθεῖ, ἀλλ᾿ εἶναι ἀνάγκη καὶ νὰ τρέφεται διαρκῶς. Ἔτσι καὶ ὁ Χριστιανός, γιὰ νὰ ζήσει, νὰ ἀναπτυχθεῖ καὶ τελειοποιηθεῖ, εἶναι ἀνάγκη νὰ τρέφεται πνευματικά. Αὐτὴ ἡ ἀνάπτυξη καὶ ὁλοκλήρωση τῆς χριστιανικῆς ζωῆς πραγματοποιεῖται μὲ τὴ συμμετοχή μας στὴ θεία Εὐχαριστία. «Ἐὰν μὴ φάγητε τὴν σάρκα τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου καὶ πίητε αὐτοῦ τὸ αἷμα, οὐκ ἔχετε ζωὴν ἐν ἑαυτοῖς», δίδαξε ὁ Κύριος (Ἰω. ς´ 53). Ἐὰν δὲν φᾶτε τὴ σάρκα τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου καὶ πιεῖτε τὸ αἷμα Του, ἐὰν δηλαδὴ δὲν κοινωνήσετε τοῦ σώματός μου καὶ τοῦ αἵματός μου, δὲν θὰ ἔχετε ζωὴ στὸν ἑαυτό σας, δὲν θὰ ἔχετε τὴν ἐν Θεῷ ζωή. Ὅποιος κοινωνεῖ τοῦ σώματός μου καὶ τοῦ αἵματός μου, αὐτὸς λαμβάνει καὶ ἔχει μέσα του τὴ ζωή, τὴν ἀληθινὴ ζωή. Πολὺ σωστὰ ἔχει τονισθεῖ ὅτι «ἡ σάρκα τὴν ὁποία τρῶμε στὸ Μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας δὲν εἶναι σάρκα συνηθισμένου ἁπλοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ εἶναι σάρκα ποὺ ἔχει ἀναμειχθεῖ μὲ τὴ θεότητα, εἶναι σάρκα Θεοῦ καὶ ἔχει τὴ δυνατότητα νὰ θεοποιεῖ». «Ὁ τρώγων με κἀκεῖνος ζήσεται δι᾿ ἐμέ», βεβαίωσε ὁ Χριστός μας (Ἰω. ς´ 57). Ἐκεῖνος ποὺ τρώει τὴ σάρκα μου καὶ πίνει τὸ αἷμα μου, ἑνώνεται μαζί μου σ᾿ ἕνα σῶμα καὶ συνεπῶς μένει μέσα μου καὶ γίνεται ἔτσι μέλος δικό μου, κι ἐγὼ μένω μέσα στὴν ψυχή του, ἡ ὁποία γίνεται ναός μου. Ἔτσι, ἐκεῖνος ποὺ τρώει Ἐμένα θὰ ζήσει, ἐπειδὴ Ἐγὼ θὰ τοῦ δώσω τὴ ζωή. Γι᾿ αὐτό, ὅταν κοινωνοῦμε οἱ πιστοί, ζωογονούμαστε πνευματικά. Ζεῖ μέσα μας ὁ Χριστός, ὁ Θεάνθρωπος Κύριός μας (βλ. Κολασ. β´ 9). Οἱ ἅγιοι Πατέρες συνιστοῦν νὰ φροντίζουμε νὰ κοινωνοῦμε συχνά, γιὰ νὰ ἔχουμε πνευματικὴ ζωή. Καὶ βέβαια πρέπει νὰ γνωρίζουμε ὅτι ἡ συμμετοχὴ στὴ θεία Κοινωνία δὲν εἶναι κάποιο εἶδος ἀνταμοιβῆς γιὰ τὶς ἀρετὲς αὐτῶν ποὺ κοινωνοῦν. Εἶναι κυρίως φάρμακο γιὰ νὰ θεραπευθεῖ κανείς, εἶναι πηγὴ δυνάμεως γιὰ νὰ πολεμάει τὰ πάθη του. Κοινωνώντας ἑνώνεται μὲ τὸν Θεὸ διὰ τοῦ Μυστηρίου καὶ λαμβάνει ἀπὸ αὐτὸ δύναμη, γιὰ νὰ δαμάσει τὸν παλαιὸ ἄνθρωπο καὶ νὰ ἀποπλύνει τὰ ἁμαρτήματα στὰ ὁποῖα καθημερινὰ παρασύρεται ἐκ συναρπαγῆς. Ἐνισχύεται καὶ γιὰ νὰ ἀποφύγει τὰ βαρύτερα ἁμαρτήματα, στὰ ὁποῖα μπορεῖ νὰ ὑποπέσει. Ἀφοῦ λοιπὸν τόσο ἀναγκαία εἶναι ἡ συμμετοχή μας στὴ θεία Κοινωνία, εἶναι ἀπαραίτητο νὰ φροντίζουμε νὰ ζοῦμε ἐν μετανοίᾳ, γιὰ νὰ μποροῦμε νὰ μετέχουμε στὸ Μυστήριο τῶν Μυστηρίων, τὴ θεία Εὐχαριστία. Μὲ τὴν καθοδήγηση τοῦ Πνευματικοῦ μας θὰ καθορίζεται ἡ συχνότητα τῆς προσελεύσεώς μας καὶ μὲ τὴν ἀπαραίτητη βέβαια καθορισμένη προσεκτικὴ προετοιμασία μας. Γιὰ νὰ μὴν κοινωνοῦμε ἀπρόσεκτα καὶ πάρουμε ἐπάνω μας καταδίκη (βλ. Α´ Κορ. ια´ [11] 28-29). Κάθε φορὰ ποὺ συμμετέχουμε στὴ θεία Λειτουργία καὶ ἀκοῦμε τὴ δεσποτικὴ πρόσκληση· «Λάβετε φάγετε· τοῦτό ἐστι τὸ σῶμά μου... Πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες· τοῦτό ἐστι τὸ αἷμά μου», μακάρι νὰ λαχταρᾶ ἡ ψυχή μας νὰ προσέρχεται «μετὰ φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶ ἀγάπης». Καὶ θερμὴ ἂς εἶναι ἡ παράκληση καὶ ἱκεσία μας: Κύριε, ἀξίωσέ μας νὰ Σὲ ἀπολαύσουμε στὴν ἀνέσπερη καὶ ἀτελεύτητη ἐκείνη ἡμέρα τῆς Βασιλείας Σου κατὰ τρόπο τελειότερο καὶ πιὸ φανερὸ ἀπὸ ὅ,τι Σὲ ἀπολαμβάνουμε στὴ θεία Εὐχαριστία: «Δίδου ἡμῖν ἐκτυπώτερον σοῦ μετασχεῖν ἐν τῇ ἀνεσπέρῳ ἡμέρᾳ τῆς Βασιλείας σου».ΟΣΩΤΗΡ2208

14 Νοεμβρίου, 2022

ΜΑΚΑΡΙΑ Η ΟΔΟΣ

 Ὅλη ἡ νεκρώσιμη Ἀκολουθία μὲ τοὺς ὕμνους καὶ τὰ Ἀναγνώσματά της ἀποτελεῖ συμπύκνωση τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας περὶ τοῦ θανάτου καὶ τῆς ζωῆς. 

Εἶναι ἕνα ὑπέροχο ποίημα μὲ θεολογικὸ περιεχόμενο. Καὶ ἐνῶ θλιβόμαστε, πονοῦμε καὶ δακρύζουμε γιὰ τὸν προσφιλὴ νεκρό μας, ἐκείνη τὴ στιγμὴ οἱ ὕμνοι μᾶς δημιουργοῦν μιὰ γλυκιὰ ἀνάπαυση καὶ μιὰ ἐλπίδα ἀναστάσεως. Ἀνάμεσα στὰ τροπάρια ποὺ ἀκούγονται κατὰ τὴ διάρκεια τῆς νεκρωσίμου Ἀκολουθίας ὑπάρχει καὶ ἕνα ποὺ ἀπευθύνεται προσωπικὰ στὸν κεκοιμημένο ἀδελφό μας. Εἶναι τὸ Προκείμενο τοῦ Ἀποστολικοῦ Ἀναγνώσματος ποὺ ψάλλεται πρὶν διαβασθεῖ τὸ Ἀνάγνωσμα: «Μακαρία ἡ ὁδός, ᾗ πορεύει σήμερον, ὅτι ἡτοιμάσθη σοι τόπος ἀναπαύσεως». Εὐτυχισμένος ὁ δρόμος ποὺ σήμερα πορεύεσαι, διότι ἔχει ἑτοιμασθεῖ γιὰ σένα τόπος ἀναπαύσεως. Ἀκούγοντας αὐτὰ τὰ λόγια καὶ λόγῳ τῆς φόρτισης τῆς στιγμῆς ἴσως νὰ μὴν ἔχουμε δώσει τὴν προσοχὴ ποὺ ἁρμόζει. Ὁ πιὸ εὐτυχισμένος δρόμος εἶναι ἡ ἔξοδός μας ἀπὸ αὐτὴ τὴ ζωή. Γιατί ἄραγε; Ἔχουμε ἀναλογισθεῖ; Πρῶτον, διότι τελειώνουν τὰ βάσανα αὐτῆς τῆς ζωῆς. Οἱ κόποι, οἱ ἀγωνίες, οἱ μέριμνες τοῦ βίου, οἱ ἀγῶνες, τὰ δάκρυα καὶ ὁ ἱδρώτας σταματοῦν γιὰ πάντα. Ἀρκετὰ ὁ ἄνθρωπός μας δοκιμάσθηκε καὶ ἀγωνίσθηκε, πάλεψε καὶ ἵδρωσε, ἔτρεξε, δούλεψε, κουράσθηκε... τώρα ἔρχεται ἡ ὥρα τῆς ἡσυχίας, τῆς ἀληθινῆς ξεκούρασης. Εὐτυχισμένος ὁ δρόμος, διότι ὁ προσφιλὴς νεκρός μας πορεύεται σὲ τόπο ἀναπαύσεως. Βρίσκει τὴν τέλεια ἀνάπαυση κοντὰ σ’ Ἐκεῖνον ποὺ τὸν δημιούργησε. Ἐκεῖ εἶναι διαφορετικός, εὐλογημένος τόπος. Μᾶς τὸ βεβαιώνει ξεκάθαρα ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος. Τί λέει; Ἐκεῖ «πάντα χαρά, πάντα εἰρήνη, πάντα ἀγάπη, πάντα εὐθυμία, πάντα εὐφροσύνη, πάντα ἀληθῆ καὶ εἰλικρινῆ». Ἐκεῖ δὲν θὰ ὑπάρχει θυμός, «οὐ λύπη, οὐ χρημάτων ἔρως, οὐ σωμάτων πόθος, οὐ πενία, οὐ πλοῦτος, οὐκ ἀτιμία, οὐκ ἄλλο τῶν τοιούτων  ουδέν» (ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Εἰς Ψαλ. ριδ΄ [114] 3, ΡG 55, 319 καὶ Περὶ κατανύξεως, ΡG 63, 883, 885). Ἀκόμη εἶναι μακαρία ἡ ὁδός, διότι εἶναι καὶ ἡ ὥρα τῆς ἀμοιβῆς, τῶν ἐπάθλων. Αὐτὴ ἐδῶ ἡ ζωὴ εἶναι περίοδος ἀγώνων, θὰ μᾶς ὑπενθυμίσει τὸ χρυσὸ στόμα τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, ἐκείνη ὅμως εἶναι ὥρα βραβείων: «οὗτος ὁ τῶν σκαμμάτων καιρὸς καὶ τῶν ἀγώνων, ἐκεῖνος δὲ τῶν στεφάνων καὶ τῶν βραβείων» (ΕΠΕ 5, 178). Ναί, ἦρθε ἡ ὥρα ὅπου τὸ μὲν σῶμα θὰ ἐναποτεθεῖ στὸν τάφο καὶ θ᾿ ἀναπαυθεῖ ἀναμένοντας τὴν κοινὴ ἀνάσταση, ἡ δὲ ψυχὴ θὰ προγευθεῖ ὅσα ἐργάσθηκε ἐπὶ γῆς. Ἀναμένει νὰ λάβει τὸ στεφάνι καὶ τὰ ἔπαθλα. Εἶναι ὅμως «μακαρία ἡ ὁδὸς» καὶ διότι ἡ ψυχὴ θὰ συναντηθεῖ μὲ τὸν Κύριο τῆς ζωῆς, τὸν ἀναστάντα Νικητὴ τοῦ θανάτου. Αὐτὸν ποὺ ποθοῦσε, ποὺ λάτρεψε καὶ ἀγωνιζόταν γι᾿ Αὐτὸν σ᾿ ὅλη του τὴ ζωή. Εἶναι ἡ ὁδὸς αὐτὴ ἐπιστροφὴ στὸ σπίτι τοῦ Οὐράνιου Πατέρα. Ἐκεῖ ποὺ θὰ παρατεθεῖ ἡ οὐράνια τράπεζα καὶ μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς ἀδελφούς, τὴν Παναγία, τοὺς Ἁγίους, τοὺς δικαίους θὰ δοξάζει ὁ πιστὸς τὸν Τριαδικὸ Θεὸ αἰωνίως. Αὐτὴ τὴν ἀλήθεια κρύβει ἡ εὐχὴ ποὺ ἀπευθύνουμε στὸν νεκρὸ ἀδελφό μας. Γι᾿ αὐτὸ παρηγορούμαστε, χαιρόμαστε καὶ ἐλπίζουμε ὅτι ὁ κεκοιμημένος ἀγαπητός μας ἀδελφὸς βαδίζει στὸν πιὸ εὐτυχισμένο δρόμο ποὺ καταλήγει στὸν τόπο τῆς ἀναπαύσεως: τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.ΟΣΩΤΗΡ2208

09 Νοεμβρίου, 2022

ΑΓΑΠΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΘΕΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΣΥΝΑΝΘΡΩΠΟ


1. Πόσο Αγαπαμε τον Θεό;
Κάποιος «νομικός», δηλαδὴ διδάσκαλος τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου, ὑπέβαλε στὸν Κύριο ἐρώτημα ὄχι γιὰ νὰ μάθει, ἀλλὰ γιὰ νὰ Τὸν φέρει σὲ δύσκολη θέση: 
–Διδάσκαλε, τί πρέπει νὰ κάνω γιὰ νὰ κληρονομήσω τὴν αἰώνια ζωή; 
–Στὸν Νόμο τί εἶναι γραμμένο; ἀπάντησε ὁ Κύριος. Ἐσὺ ποὺ τὸν μελετᾶς, τί ἔχεις καταλάβει ὅτι λέει σχετικά; 
Τότε ὁ «νομικὸς» ἀνέφερε τὴν ἐντολὴ τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν Θεὸ καὶ πρὸς τὸν πλησίον: 
–«Ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου, καὶ τὸν πλησίον σου ὡς ἑαυτόν». Δηλαδή: Νὰ ἀγαπᾶς τὸν Κύριο καὶ Θεό σου μὲ ὅλη σου τὴν καρδιά, ὥστε σ᾿ Αὐτὸν νὰ εἶσαι ὁλοκληρωτικὰ παραδομένος, μὲ ὅλα τὰ βάθη τῆς ἐσωτερικῆς καὶ πνευματικῆς ὑπάρξεώς σου· καὶ μὲ ὅλη σου τὴν ψυχή, ὥστε Αὐτὸν νὰ ποθεῖς μὲ ὅλο τὸ συναίσθημά σου· καὶ μὲ ὅλη τὴ θέληση καὶ τὴ δύναμή σου, ὥστε καθετὶ ποὺ θὰ κάνεις, νὰ εἶναι σύμφωνο μὲ τὸ θέλημά Του. Καὶ μὲ ὅλη σου τὴ δύναμη καὶ μὲ δραστηριότητα ἀκούραστη νὰ ἐργάζεσαι γιὰ τὴν ἐφαρμογὴ τοῦ θελήματός Του. Νὰ Τὸν ἀγαπᾶς καὶ μὲ τὸν νοῦ σου ὁλόκληρο, ὥστε Αὐτὸν πάντοτε νὰ σκέπτεσαι. Νὰ ἀγαπᾶς ἐπίσης καὶ τὸν πλησίον σου, τὸν συνάνθρωπό σου, ὅσο καὶ ὅπως ἀγαπᾶς τὸν ἑαυτό σου. 
Τοῦ εἶπε τότε ὁ Κύριος: 
–Σωστὰ ἀπάντησες. Αὐτὸ κάνε καὶ θὰ ζήσεις στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. 
Ἂς σκεφθοῦμε γιὰ τὸν ἑαυτό μας: Πόσο ἐφαρμόζουμε αὐτὴ τὴν ἐντολή, ποὺ εἶχε δοθεῖ ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἀκόμη; Πόσο σκεπτόμαστε τὸν Θεὸ κάθε μέρα; Πόσο λαχταροῦμε τὴ συνάντηση μαζί Του στὴν καθημερινὴ προσευχή, στὴν ἐκκλησία, στὴ Θεία Κοινωνία; Πόσο διψᾶμε ν᾿ ἀκούσουμε τὴ φωνή Του, νὰ μελετήσουμε τὸν λόγο Του; Πόσο συχνὰ ἀφήνουμε τὸ δικό μας θέλημα γιὰ νὰ ἐφαρμόσουμε τὸ θέλημά Του; Τί ζῆλο ἔχουμε ώστε νὰ νεκρώσουμε τὸν παλαιὸ ἄνθρωπο μέσα μας, νὰ ἀποστραφοῦμε τὴν ἁμαρτία, ἡ ὁποία τόσο λυπεῖ τὸν Θεὸ καὶ γιὰ τὴν ἐξάλειψη τῆς ὁποίας σταυρώθηκε ὁ Κύριός μας; Πόσο ποθοῦμε τὴ Βασιλεία Του; Ἂς τὰ σκεφθοῦμε αὐτὰ καὶ ἂς λάβουμε τὶς ἀποφάσεις μας.

2. Η Αληθινη Ευσέβεια
Ὁ νομοδιδάσκαλος στὴ συνέχεια ρώτησε ποιὸς εἶναι «ὁ πλησίον» του. Τότε ὁ Κύριος δίδαξε τὴν Παραβολὴ τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτη. Σ᾿ αὐτὴν βλέπουμε ὅτι τὸν τραυματισμένο Ἰουδαῖο ποὺ εἶχε πέσει θύμα ληστῶν, δὲν τὸν βοήθησαν οἱ συμπατριῶτες του, ὁ ἱερέας καὶ ὁ Λευΐτης, ποὺ ἦταν καὶ θρησκευόμενοι Ἰουδαῖοι, ἀλλὰ ἕνας ἀλλοεθνής, ἕνας Σαμαρείτης. Χρησιμοποιώντας αὐτὰ τὰ πρόσωπα ὁ Κύριος, γιὰ ἄλλη μιὰ φορὰ ἀποδοκιμάζει τὴν ἐξωτερικὴ εὐσέβεια, ποὺ παρουσιάζονται νὰ ἔχουν ὁ Ἰουδαῖος ἱερέας καὶ ὁ Λευΐτης. Ἴσως ἦταν πολὺ ἀκριβεῖς στὰ θρησκευτικά τους καθήκοντα, γνώριζαν τὸν Νόμο καὶ τὴν ἐντολὴ τῆς ἀγάπης· ἀλλὰ δὲν ἔδειξαν ἀγάπη στὸν τραυματισμένο. Ἀγάπη ἔδειξε ὁ Σαμαρείτης, παρόλο ποὺ ἡ πίστη του ἦταν ἀναμεμιγμένη μὲ πλάνες. Αὐτός, ὁ λιγότερο φωτισμένος, ὁ ἐχθρὸς τοῦ ἐκλεκτοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, ἐμφανίζεται νὰ ἐφαρμόζει τὴν ἐντολὴ τῆς ἀγάπης, τὴ μεγαλύτερη ἐντολὴ τοῦ Νόμου (μετὰ τὴν ἐντολὴ τῆς πρὸς τὸν Θεὸ ἀγάπης). Ὁ Σαμαρείτης ἔγινε «πλησίον τοῦ ἐμπεσόντος εἰς τοὺς λῃστάς»· μὲ τὴν ἀγάπη του πλησίασε τὸ θύμα τῶν ληστῶν πολὺ περισσότερο ἀπὸ τοὺς ὁμοεθνεῖς του, τοῦ φέρθηκε σὰν ἀδελφός του. Ἦταν «ὁ ποιήσας τὸ ἔλεος μετ᾿ αὐτοῦ»· τοῦ ἔδειξε ἔλεος, κατὰ μίμηση τοῦ πολυεύσπλαχνου Θεοῦ. Γι᾿ αὐτὸ ὁ Κύριος τὸν προέβαλε ὡς πρότυπο: «Πορεύου καὶ σὺ ποίει ὁμοίως», προέτρεψε ὁ Κύριος τὸν «νομοδιδάσκαλο». Δεῖχνε συμπάθεια σὲ κάθε ἄνθρωπο ποὺ πάσχει, χωρὶς νὰ ἐξετάζεις ἂν εἶναι συγγενὴς ἢ συμπατριώτης σου, καὶ χωρὶς νὰ λογαριάζεις τὶς θυσίες καὶ τοὺς κόπους ποὺ θὰ ὑποστεῖς γιὰ νὰ τὸν βοηθήσεις, ἔστω κι ἂν εἶναι ἐχθρός σου. Ὁ Κύριος λοιπὸν μὲ τὴν Παραβολὴ αὐτὴ μᾶς καλεῖ νὰ ξεπεράσουμε τὴν τυπικὴ θρησκευτικὴ ζωή. Ἡ Πίστη μας δὲν συνίσταται στὴν ἐκπλήρωση κάποιων τυπικῶν καθηκόντων, ἀλλὰ στὴν καρδιακὴ μετάνοια καὶ ἀγάπη. Ὅταν ζοῦμε τὴν Πίστη μας σωστά, μεταμορφωνόμαστε ἐσωτερικά, ἡ καρδιά μας μαλακώνει καὶ αὐθόρμητα σπλαχνίζεται ὅλο καὶ περισσότερο τὸν κάθε συνάνθρωπο. Ἡ πνευματική μας καλλιέργεια, τὸ πόσο πραγματικοὶ Χριστιανοὶ εἴμαστε, φαίνεται στὴ δύσκολη ὥρα, ὅταν χρειάζεται νὰ δείξουμε αὐταπάρνηση γιὰ χάρη τοῦ Θεοῦ, νὰ θυσιαστοῦμε γιὰ χάρη τῶν συνανθρώπων μας. Ὁ Κύριος νὰ μᾶς ἀξιώσει νὰ γίνουμε ἄνθρωποι αὐταπαρνήσεως καὶ ἔμπρακτης εὐσπλαχνίας, σύμφωνα μὲ τὸ δικό Του ἅγιο καὶ τέλειο παράδειγμα.
ΟΣΩΤΗΡ2208

04 Νοεμβρίου, 2022

ΜΕ ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ ΜΕ ΠΑΡΡΗΣΙΑ.

 Στὶς 13 τοῦ μηνὸς Νοεμβρίου ἡ Ἐκκλησία μας τιμᾶ τὴ μνήμη ἑνὸς φλογεροῦ ἱεροκήρυκα, ἑνὸς μαχητῆ τῆς ἀλήθειας, ἑνὸς ποιμένα ποὺ θυσιαζόταν γιὰ τὸ ποίμνιό του, ἑνὸς ἁλιέα ψυχῶν, ἑνὸς ὁμολογητοῦ ποὺ σὲ ὅλη του τὴ ζωὴ ὑπηρέτησε μὲ παρρησία, τόλμη καὶ ἀγάπη τὴν ἀλήθεια. 

Τιμᾶ τὴ μνήμη τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου. Γιὰ τὸν βίο τοῦ ἁγίου Ἱεράρχου πολλὰ καὶ διδακτικὰ ἔχουν γραφεῖ. Θὰ σταθοῦμε ὅμως στὸ ἰδιαίτερο χάρισμα καὶ τὴν ἀρετὴ τοῦ Ἁγίου, νὰ ὁμολογεῖ τὴν ἀλήθεια μὲ παρρησία καὶ τόλμη μοναδική. Πόσες φορὲς βρέθηκε μὲ τοὺς λόγους του, μέσα στοὺς κατάμεστους Ναοὺς τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἀντιμέτωπος μὲ τὸ ἴδιο τὸ παλάτι, μὲ τοὺς αὐλικούς, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ἴδια τὴ βασίλισσα τὴν Εὐδοξία, σύζυγο τοῦ Αὐτοκράτορα Ἀρκαδίου; Πρὸς ὅλους αὐτοὺς ὁ ἱερὸς Πατὴρ ἦταν ἀληθινός! Μιλοῦσε μὲ πολλὴ παρρησία ἀλλὰ καὶ μὲ περίσσευμα ἀγάπης. Αὑτὸ τὸ ξεχωριστὸ χάρισμα τοῦ Ἁγίου φαίνεται σὲ ἕνα χαρακτηριστικότατο παράδειγμα, στὸ πῶς δηλαδὴ ἀντιμετώπισε τὸν πρωθυπουργὸ Εὐτρόπιο, πού, ἐπειδὴ ἦταν αἰσχροκερδὴς καὶ σκληρός, ραδιουργοῦσε ὕπουλα μὲ σκοπὸ τὴν καταδίκη καὶ τὸν θάνατο πολιτῶν γιὰ νὰ ἁρπάξει τὶς περιουσίες τους. Πολλὲς φορὲς ὁ ποιμένας τῆς Πόλεως προσπάθησε μὲ διάκριση καὶ πολλὴ ἀγάπη νὰ τὸν συνετίσει. Ἀκόμα καὶ σημειώματα τοῦ ἔστελνε τονίζοντάς του ὅτι «ὁ Θεὸς οὐ μυκτηρίζεται»· μὴ νομίζεις ὅτι ξεγελᾶς τὸν Θεό, τοῦ τόνιζε· ὅ,τι σπείρει κάποιος ἐκεῖνο καὶ θὰ θερίσει. Ὁ Εὐτρόπιος ὅμως ἀσυγκίνητος συνέχιζε τὸν δρόμο πρὸς τὴν καταστροφή. Καὶ ἦρθε μιὰ περίσταση στὴν ὁποία φανερώθηκε ἡ δική του παράνοια καὶ τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου ἡ μεγάλη καρδιά. Τότε ἴσχυε στὴν αὐτοκρατορία τὸ ἐκκλησιαστικὸ ἄσυλο, τὸ ὁποῖο παρεῖχε προστασία σὲ ὅποιον ἄνθρωπο καταδιωκόταν καὶ κινδύνευε. Ἂν αὐτὸς προλάβαινε νὰ μπεῖ σὲ ἕναν Ναὸ καὶ νὰ ἀγκαλιάσει τὴν ἁγία Τράπεζα, ἀπολάμβανε τὴν προστασία τῆς Ἐκκλησίας καὶ δὲν μποροῦσε νὰ τὸν πειράξει κανείς. Ὅμως ὁ Εὐτρόπιος μέσα στὴ μα-νία του ἔκανε νόμο, μὲ τὸν ὁποῖο καταργοῦσε τὸ ἐκκλησιαστικὸ ἄσυλο, γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ ἐξοντώνει τὰ θύματά του καὶ νὰ ἁρπάζει τὶς περιουσίες τους. Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ἐξανέστη καὶ τοῦ δήλωσε πὼς παρὰ τὸν νόμο θὰ ἐξακολουθοῦσε νὰ προστατεύει τοὺς κατατρεγμένους ποὺ θὰ κατέφευγαν στὴν Ἐκκλησία. Καὶ πῶς ἔρχονται κάποτε τὰ πράγματα! Ὁ πρῶτος ποὺ κατέφυγε στὴν Ἐκκλησία μετὰ τὴν κατάργηση τοῦ ἀσύλου ἦταν ὁ ἴδιος ὁ Εὐτρόπιος. Ἔπεσε κάποτε στὴ δυσμένεια τῆς Εὐδοξίας καὶ τοῦ αὐτοκράτορα Ἀρκαδίου. Ἔχασε τὸ ἀξίωμά του καὶ καταδικάστηκε σὲ θάνατο. Ὁ στρατὸς τὸν καταδίωκε γιὰ νὰ τὸν συλλάβει καὶ νὰ τὸν θανατώσει. Ποιὸς θὰ τὸν προστατέψει; Ἡ μόνη πόρτα ποὺ παρέμενε μὲ ἀγάπη ἀνοιχτὴ ἦταν αὐτὴ τοῦ ἀσύλου τῆς Ἐκκλησίας, αὐτὸ ποὺ ὁ ἴδιος εἶχε καταργήσει μὲ τὸν ἄθλιο νόμο του. Τρέχει τότε στὸν Ναὸ τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας καὶ ἀγκαλιάζει τὴν ἁγία Τράπεζα προσπαθώντας νὰ σωθεῖ. Σὲ αὐτὴ τὴν τόσο κρίσιμη κατάσταση, βρέθηκε ἡ φλογερὴ καρδιὰ τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου νὰ τὸν προστατεύσει! Στάθηκε ὁ Ἅγιος στὴν εἴσοδο τοῦ Ναοῦ καὶ σταμάτησε τὴν ὁρμὴ καὶ τὴ μανία τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ὄχλου ποὺ ἐφορμοῦσαν ἐναντίον τοῦ Εὐτροπίου. Ἀνέβηκε κατόπιν ὁ φλογερὸς κήρυκας τοῦ λόγου στὸν ἄμβωνα τοῦ Ναοῦ καὶ ἀπό ᾿κεῖ ἐξεφώνησε μία ἀπὸ τὶς ἐκλεκτότερες ὁμιλίες του. Ἦταν ἕνα θέαμα συγκλονιστικό. Ὁ Εὐτρόπιος νὰ τρέμει σὰν λαγὸς δίπλα στὴν ἁγία Τράπεζα, οἱ ἐχθροί του νὰ θέλουν νὰ τὸν ἐξοντώσουν καὶ ὁ Ἅγιος νὰ ὁμιλεῖ. Τί λόγια! «Ἀεὶ μέν, μάλιστα δὲ νῦν εὔκαιρον εἰπεῖν· ματαιότης ματαιοτήτων τὰ πάντα ματαιότης. Ποῦ νῦν ἡ λαμπρὰ τῆς ὑπατείας περιβολή; Ποῦ δὲ αἱ φαιδραὶ λαμπάδες;... Ποῦ ὁ τῆς πόλεως θόρυβος καὶ αἱ ἐν ἱπποδρομίαις ἐπευφημίαι καὶ τῶν θεατῶν αἱ κολακεῖαι;» (PG 52, 391). Καὶ ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸν Εὐτρόπιο τοῦ εἶπε μὲ πατρικὴ ἀγάπη: «Οὐκ ἔλεγόν σοι συνεχῶς ὅτι δραπέτης ὁ πλοῦτός ἐστι; Σὺ δὲ ἡμῶν οὐκ ἠνείχου. Οὐκ ἔλεγον ὅτι ἀγνώμων ἐστὶν οἰκέτης; Σὺ δὲ οὐκ ἐβούλου πείθεσθαι... Οὐκ ἔλεγόν σοι, ἡνίκα συνεχῶς ἐπετίμας μοι λέγοντι τἀληθῆ, ὅτι ἐγὼ σὲ φιλῶ μᾶλλον τῶν κολακευόντων;»· δὲν σοῦ ἔλεγα διαρκῶς ὅτι ὁ πλοῦτος χάνεται εὔκολα, ὅπως φεύγει ἕνας δραπέτης; Σὺ ὅμως δὲν μὲ ἀνεχόσουν. Δὲν σοῦ ἔλεγα ὅτι εἶναι ἀγνώμων δοῦλος; Ἀλλὰ ἐσὺ δὲν ἤθελες νὰ πεισθεῖς. Δὲν σοῦ ἔλεγα, ὅταν διαρκῶς μὲ κατηγοροῦσες ἐπειδὴ σοῦ μιλοῦσα μὲ τὴ γλώσσα τῆς ἀλήθειας, ὅτι ἐγὼ σὲ ἀγαπῶ περισσότερο ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ σὲ κολακεύουν; Αὐτὸς ἦταν ὁ μεγάλος Ἱεράρχης τῆς Κωνσταντινουπόλεως! Πραγματικὸς ποιμένας, στοργικὸς πατέρας, ἀληθινὸς στοὺς λόγους του καὶ στὰ ἔργα του. Τὸ παράδειγμά του μᾶς διδάσκει ὅλους. Φωνάζει ὅμως καὶ στοὺς ἐχθροὺς τῆς Ἐκκλησίας νὰ συνέλθουν, νὰ μὴν τὴν καταδιώκουν, διότι κάποτε πάλι στὴ δική της προστασία καὶ ἀγκαλιὰ θὰ καταφύγουν. Ἂς ἀκούσουν μὲ προσοχὴ τὰ ἀθάνατα λόγια τοῦ ἱεροῦ Πατρός: «Οὐδὲν Ἐκκλησίας δυνατώτερον, ἄνθρωπε. Λῦσον τὸν πόλεμον, ἵνα μὴ καταλύσῃ σου τὴν δύναμιν· μὴ εἴσαγε πόλεμον εἰς οὐρανόν. Ἄνθρωπον ἐὰν πολεμῇς, ἢ ἐνίκησας, ἢ ἐνικήθης. Ἐκκλησίαν δὲ ἐὰν πολεμῇς, νικῆσαί σε ἀμήχανον» (ΕΠΕ 33, 386). Σύνελθε, ἄνθρωπε... Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀνίκητη!ΟΣΩΤΗΡ2208

02 Νοεμβρίου, 2022

ΕΣΧΑΤΗ ΩΡΑ

 Κάποτε θὰ τελειώσει ὁ κόσμος. Ὁ ἥλιος θὰ δύσει γιὰ πάντα.


Τὸ σύμπαν ὑπὸ τὴν παρούσα μορφή του θὰ ὑποστεῖ ριζικὴ ἀλλαγή, θὰ περιτυλιχθεῖ κουβάρι σὰν παλιόρουχο, καὶ σὰν ἕνα ὁλοκαίνουργο ἔνδυμα θὰ ἐμφανισθεῖ στὴ νέα, τὴν αἰώνια καὶ σταθερὴ μορφή του. Αὐτὴ θὰ εἶναι ἡ πραγματικὴ «ἐσχάτη ὥρα» τοῦ κόσμου. Ἔτσι περιγράφεται ἡ ριζικὴ ἀλλαγὴ τοῦ σύμπαντος στὴν πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολή (α΄ 11 καὶ 12) καὶ στὴν Δεύτερη Καθολικὴ Ἐπιστολὴ τοῦ ἀποστόλου Πέτρου (γ΄ 10). «Ἐσχάτη ὥρα». Φοβερή! Θὰ εἶναι ἡ ὥρα κατὰ τὴν ὁποία ὁ Κύριος θὰ ἐπαν έλθει στὴ γῆ «ἐν δόξῃ» γιὰ νὰ κρίνει τὸν κόσμο. Τότε θὰ τελειώσουν τὰ πάντα. Τότε θὰ ἀρχίσει ἡ μέρα ποὺ δὲν πρόκειται νὰ δύσει ποτέ... Μέχρι τότε ὅμως, ἀπὸ τὸν καιρὸ ποὺ ἦρθε ὁ Χριστός μας στὴ γῆ, κάθε ἐποχὴ ἔχει τὴ δική της «ἐσχάτη ὥρα». Εἶναι ἡ ὥρα ποὺ ἡ παρουσία τοῦ κακοῦ ἐμφανίζεται μὲ ἰδιαίτερη μανία, κυριαρχεῖ σὲ ὅλες τὶς δραστηριότητες καὶ δοκιμάζει μὲ πολὺ σκληρὸ τρόπο τὴν ἀφοσίωση καὶ τὴν ἀκεραιότητα τῶν πιστῶν. Τέτοια ἦταν ἡ ὥρα τῆς καταστροφῆς τῆς Ἱερουσαλὴμ τὸ 70 μ.Χ. ἀπὸ τὰ Ρωμαϊκὰ στρατεύματα, τότε ποὺ πολλοὶ νόμισαν ὅτι ἔφθασε τὸ τέλος τοῦ κόσμου. Τέτοια ἦταν ἀργότερα ἡ περίοδος τῶν μεγάλων διωγμῶν τῆς Ἐκκλησίας, τότε ποὺ τὰ παιδιά της πότισαν μὲ τὸ αἷμα τους κάθε γωνιὰ τῆς αὐτοκρατορίας καὶ μάλιστα τὴν ἴδια τὴ Ρώμη. Τέτοια στὴ συνέχεια καὶ ἡ περίοδος ποὺ οἱ αἱρέσεις σάρωναν τὴν αὐτοκρατορία. «Ἐσχάτη ὥρα» ὑπῆρξε ἀσφαλῶς καὶ ἡ πτώση τῆς Πόλεως τὸ 1453, «ἐσχάτη ὥρα» καὶ ἡ φριχτὴ Τουρκοκρατία, «ἐσχάτη ὥρα» καὶ ἡ τρομερὴ λαίλαπα τῆς χιτλερικῆς μανίας, «ἐσχάτη ὥρα» καὶ ἡ σαρωτικὴ ἐπέλαση τῆς ἀθεΐας στὰ χρόνια ποὺ ἡ κομμουνιστικὴ παράνοια ἰσοπέδωνε τὴ σοβιετικὴ αὐτοκρατορία. Ὅμως μὲ ἕναν πολὺ ἰδιαίτερο τρόπο – φοβερότερο ἀπὸ κάθε ἄλλη φορά – «ἐσχάτη ὥρα» θὰ εἶναι ὁ καιρὸς τῆς παρουσίας τοῦ Ἀντιχρίστου στὸν κόσμο. Ἡ ἐποχὴ δηλαδὴ ποὺ τὸ ὄργανο αὐτὸ τοῦ Σατανᾶ, ἐμφανιζόμενο ὡς ὁ Χριστός, θὰ ἐπιχειρήσει νὰ ἐξαπατήσει, «εἰ δυνατόν, καὶ τοὺς ἐκλεκτούς» (Ματθ. κδ΄ [24] 24). Τότε ποὺ ἡ πίστη τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ θὰ δοκιμαστεῖ δεινῶς, ὅπως τὸ ἀσήμι στὸ καμίνι («ὥσπερ ἄργυρος ἐν καμίνῳ»), καὶ τὸ φρόνημά τους θὰ χτυπηθεῖ σκληρὰ σὰν τὸ σίδερο στ᾿ ἀμόνι. Καθὼς τὰ σύννεφα πυκνώνουν κατάμαυρα στὸν οὐρανὸ καὶ καθὼς προδοτικὰ χέρια ἀνοίγουν ἀπὸ μέσα τὶς πύλες καὶ τὰ κάστρα πέφτουν ἕνα-ἕνα, εἶναι καιρὸς νὰ ἀφυπνιστοῦμε, κατανοώντας ὅτι στοὺς καιρούς μας βρισκόμαστε – ἐπίσης μὲ πολὺ ἰδιαίτερο τρόπο – σὲ «ἐσχάτη ὥρα». Πρῶτον, διότι πιὰ βλέπουμε νὰ πέφτουν καὶ τὰ τελευταῖα κάστρα καὶ τὸ κακὸ νὰ αὐθαδιάζει ὑβριστικὰ πάνω στὰ ἐρείπια τοῦ καλοῦ ἰσοπεδώνοντας παραδόσεις αἰώνων. Καὶ δεύτερον, διότι πιθανὸν νὰ μὴ βρισκόμαστε πολὺ μακριὰ ἀπὸ τὸν καιρὸ ποὺ ὁ Ἀντίχριστος, τὸ τέρας τῆς κολάσεως, θὰ κάνει τὴν ἐμφάνισή του, ἀφοῦ ἡ μὲ γοργοὺς ρυθμοὺς ἐπιταχυνόμενη ἑνοποίηση τοῦ κόσμου ἑτοιμάζει οὐσιαστικὰ τὴν ὑποδομὴ ποὺ ἀπαιτεῖται, προκειμένου ἐκεῖνος νὰ ἐπιβάλει παγκόσμια ἐξουσία. Τὸν χρόνο τῆς ἐμφανίσεώς του ἀσφαλῶς τὸν γνωρίζει μόνο ὁ Θεός, ὡστόσο ἀρκετὰ ἀπὸ τὰ προφητευμένα σημεῖα ποὺ προαναγγέλλουν τὸν ἐρχομό του διαπιστώνουμε πὼς ἔχουν πραγματο ποιηθεῖ ἢ σταδιακὰ πραγματοποιοῦνται. Τέτοια εἶναι ἡ ἐπάνοδος τῶν Ἑβραίων στὴ γῆ τῶν πατέρων τους καὶ ἡ ἵδρυση τοῦ κράτους τοῦ Ἰσραήλ· εἶναι ἡ ἔκρηξη τοῦ πυρηνικοῦ ἀντιδραστήρα τοῦ Τσερνομπὺλ ποὺ ἀντιστοιχεῖ στὸ σάλπισμα τοῦ τρίτου ἀγγέλου τῆς Ἀποκαλύψεως (βλ. Ἀποκ. η΄ 10, 11)· εἶναι ἡ αὐξανόμενη μόλυνση τῶν θαλασσῶν καὶ ἡ γενικότερη καταστροφὴ τοῦ περιβάλλοντος καὶ ἄλλα. Μάλιστα εἶναι σημαντικὸ ὅτι καὶ οἱ ποικίλοι μικροὶ ἀντίχριστοι ἔχουν πληθυνθεῖ καὶ ἁλωνίζουν τὸν κόσμο. «Ὅθεν γινώσκομεν ὅτι ἐσχάτη ὥρα ἐστίν» (Α΄ Ἰω. β΄ 18). Στὴν Ἁγία Γραφὴ ἡ ἐποχὴ αὐτὴ ἔχει ὀνομαστεῖ περίοδος ἀποστασίας. Καὶ μόνο θεληματικὰ τυφλοὶ ἀρνοῦνται νὰ παραδεχθοῦν ὅτι ἡ ἐποχή μας ἔχει ὅλα αὐτὰ τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς ἀποστασίας ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ πίστη. Ὥρα ἐσχάτη! Ὥρα ἐπερχομένων μεγάλων δεινῶν. Ὥρα ἐγρηγόρσεως πνευματικῆς... «Ὥρα ἡμᾶς ἤδη ἐξ ὕπνου ἐγερθῆναι» (Ρωμ. ιγ΄ [13] 11).

ΟΣΩΤΗΡ2208

31 Οκτωβρίου, 2022

''ΚΥΡΙΕ ΜΗΝ ΑΡΓΗΣΕΙΣ''

 Φαίνεται νὰ ἀργεῖ κάποτε ὁ Θεός. Περιμένουμε τὴν ἐπέμβασή Του καὶ δὲν τὴ βλέπουμε. Ζητοῦμε τὴ βοήθειά Του καὶ δὲν μᾶς τὴ δίνει.

Ἀντιμετωπίζουμε προβλήματα δύσκολα, μᾶς ταλαιπωροῦν ἀσθένειες βαριές, μᾶς ἀδικοῦν οἱ ἄνθρωποι, στενεύουν πολὺ τὰ οἰκονομικά μας, δὲν ὑποχωροῦν τὰ πάθη τῆς ψυχῆς καὶ ἀδυσώπητα μᾶς πολεμοῦν... Καταφεύγουμε τότε στὸν παντοδύναμο Θεὸ καὶ ζητοῦμε λύσεις, θεραπεία, προστασία, βοήθεια. Ἀπευθύνουμε θερμὲς προσευχὲς μὲ ἐπιμονή, μὲ πίστη, μὲ ἐλπίδα. Γίνεται κραυγὴ τότε ἡ προσευχή μας, ἱκεσία θερμὴ πρὸς Αὐτὸν ποὺ εἶναι ὁ μόνος ποὺ μπορεῖ νὰ μᾶς λυτρώσει ἀπὸ κάθε κίνδυνο, νὰ μᾶς βοηθήσει σὲ κάθε δυσκολία καὶ πειρασμό. Ἐγώ, Κύριε, «πτωχός εἰμι καὶ πένης», εἶμαι ἄθλιος καὶ πτωχός, λέμε μὲ τὴ φωνὴ τοῦ Ψαλμωδοῦ. «Βοήθησόν μοι. Βοηθός μου καὶ ρύστης μου εἶ σύ». Ἐσὺ εἶσαι ὁ μόνος βοηθὸς καὶ λυτρωτής μου. «Κύριε, μὴ χρονίσῃς». Μὴν ἀργήσεις, Κύριε, ἀλλὰ σπεῦσε νὰ μὲ βοηθήσεις καὶ προστατεύσεις (Ψαλ. ξθ΄ [69] 6). Ὅμως ὁ Θεὸς φαίνεται κάποιες φορὲς σὰν νὰ μὴ μᾶς ἀκούει. Παρουσιάζεται βραδὺς καὶ ἀναβλητικὸς στὸ νὰ μᾶς δώσει τὴ βοήθειά Του. Δὲν παρεμβαίνει ἄμεσα, δὲν δίνει τὴ λύση ποὺ περιμένουμε. Γιατί ἄραγε καθυστερεῖ ὁ Θεός; Ὁπωσδήποτε ὅ,τι κάνει ὁ Θεός, τὸ κάνει ἀπὸ ἀγάπη καὶ γιὰ τὸ καλό μας, γιὰ τὸ αἰώνιο συμφέρον μας, γιὰ τὴν ὠφέλεια τῆς ψυχῆς μας. Ὅσο καθυστεροῦμε νὰ πάρουμε τὴν ἀπάντηση στὰ αἰτήματά μας, τόσο καταλαβαίνουμε τὴν ἀδυναμία μας. Βλέπουμε ὅτι τὸ πρόβλημά μας δὲν λύνεται. Αὐξάνει ἡ ἀγωνία μας καθὼς συνειδητοποιοῦμε ὅτι οἱ δυνάμεις μας εἶναι τελείως ἀνεπαρκεῖς γιὰ νὰ μᾶς βοηθήσουν νὰ ἀντιμετωπίσουμε τὰ προβλήματά μας. Ἐρχόμαστε ἔτσι στὴν ταπεινὴ γνώση τοῦ ἑαυτοῦ μας καὶ αὐτὸ εἶναι πολὺ βασικὸ γιὰ τὴν πνευματική μας ζωή. Καλλιεργεῖται μέσα μας τὸ ταπεινὸ φρόνημα. Συγχρόνως, καθὼς βλέπουμε ὅτι ἀδυνατοῦμε νὰ ἀντιμετωπίσουμε τὸ πρόβλημά μας, καταφεύγουμε μὲ μεγαλύτερη προσδοκία στὸν Θεό. Καταλαβαίνουμε καλύτερα ὅτι μόνο Ἐκεῖνος μπορεῖ νὰ μᾶς βοηθήσει καὶ γι’ αὐτὸ μὲ μεγαλύτερη ἔνταση προσευχόμαστε καὶ μὲ περισσότερη θέρμη παρακαλοῦμε γιὰ τὴν ἐπέμβασή Του. Ἂν παίρναμε ἀμέσως τὸ αἴτημά μας, οὔτε τὴν ἀδυναμία μας θὰ καταλαβαίναμε καλὰ οὔτε τὴν ἀνάγκη καταφυγῆς μας στὸν Θεό. Ἐπιπλέον, ἡ ἀργοπορία τοῦ Θεοῦ μᾶς γυμνάζει στὴν πολὺ μεγάλη ἀρετὴ τῆς ὑπομονῆς. Μαθαίνουμε νὰ περιμένουμε, μαθαίνουμε νὰ μὴ λυγίζουμε, ἀλλὰ νὰ ὑπομένουμε τὰ βάσανα καὶ τὶς ταλαιπωρίες μας χωρὶς γογγυσμοὺς καὶ ἀδημονία γιὰ τὴν ἀπαλλαγή μας. Μαθαίνουμε νὰ σηκώνουμε τὸ βάρος ποὺ ἐπέτρεψε ὁ Θεὸς νὰ πέσει στοὺς ὤμους μας. Καὶ αὐτὴ ἡ ἄθληση μᾶς δυναμώνει. Ὅποιος μπορεῖ νὰ ὑπομένει, βγαίνει στὸ τέλος τῆς δοκιμασίας του πιὸ δυνατός. Ἡ παράταση μιᾶς ταλαιπωρίας ἐνισχύει τὶς δυνάμεις μας, αὐξάνει τοὺς ἄθλους μας καὶ αὐτὸ μᾶς καθιστᾶ δεκτικοὺς καὶ ἄλλων δωρεῶν τοῦ Θεοῦ. «Μακάριος ἀνὴρ ὃς ὑπομένει πειρασμόν· ὅτι δόκιμος γενόμενος λήψεται τὸν στέφανον τῆς ζωῆς, ὃν ἐπηγγείλατο ὁ Κύριος τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν», γράφει ὁ ἀδελφόθεος Ἰάκωβος (α΄ 12). Εὐτυχὴς ὁ ἄνθρωπος ποὺ σηκώνει μὲ ὑπομονὴ τὴ δοκιμασία τῶν θλίψεων. Διότι μὲ τὴ δοκιμασία θὰ γίνει σταθερὸς καὶ γυμνασμένος καὶ ἔτσι θὰ λάβει τὸν λαμπρὸ καὶ ἔνδοξο στέφανο τῆς αἰώνιας ζωῆς, τὸν ὁποῖο ὑποσχέθηκε ὁ Κύριος σ’ ἐκείνους ποὺ Τὸν ἀγαποῦν. Νά λοιπὸν γιατί κάποτε καθυστερεῖ ὁ Θεός· ὄχι γιὰ νὰ ταλαιπωρεῖ, ἀλλὰ γιὰ νὰ δοξάσει, ὄχι γιὰ νὰ βασανίζει, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἀμείψει. Καὶ εἶναι δίκαιο αὐτό, διότι ἔτσι, μὲ τὴν ἀγόγγυστη ὑπομονή μας, δείχνουμε τὴν ἀγάπη μας στὸν Θεό, τὴν πιστότητά μας. Δὲν μένουμε κοντά Του μόνο ὅταν μᾶς εὐεργετεῖ, ἀλλὰ καὶ ὅταν ἐπιτρέπει νὰ σηκώνουμε σταυροὺς γιὰ νὰ ἀκολουθοῦμε μὲ προθυμία τὸν δικό Του δρόμο καὶ ἔτσι νὰ ὁδηγούμαστε στὴν ἀνάσταση καὶ στὴ ζωή. Εἶναι συνεπῶς πολλαπλὲς οἱ ὠφέλειες ἀπὸ τὴν παράταση τῶν θλίψεων καὶ τῶν δοκιμασιῶν μας: Μαθαίνουμε καλύτερα τὸν ἑαυτό μας καὶ ταπεινοφρονοῦμε. Καταφεύγουμε στὸν Θεὸ μὲ θερμότερη προσευχή. Ἀσκούμαστε στὴν ὑπομονὴ ποὺ δυναμώνει τὴν ψυχή μας. Φανερώνουμε τὴν πίστη μας καὶ ἀποδεικνύεται γνήσια ἡ ἀγάπη μας στὸν Θεό. Καὶ ἔτσι ὁ Θεὸς μᾶς κρίνει ἄξιους τῶν αἰωνίων βραβείων καὶ δωρεῶν.  «Κύριε, μὴ χρονίσῃς». Μὴν ἀργήσεις, Κύριε. Δὲν καθυστερεῖ ὁ Θεὸς νὰ ἐκπληρώσει τὶς ὑποσχέσεις Του, ὅπως μερικὲς φορὲς μᾶς φαίνεται. Τὸ κάνει ἀπὸ τὴν ἀγάπη Του πρὸς ἐμᾶς, διότι θέλει νὰ μᾶς ὁδηγήσει ὅλους στὴ μετάνοια καὶ στὴ σωτηρία. Ὅταν σηκώνουμε τὸ βάρος μιᾶς δοκιμασίας μᾶς φαίνεται πολὺς ὁ χρόνος. Ὅταν περάσει ἡ δυσκολία τότε καταλαβαίνουμε τὴν ὠφέλεια καὶ δοξάζουμε τὸν Θεό. Ἀλλὰ καὶ ὅταν διαρκεῖ ἡ δοκιμασία, Ἐκεῖνος δὲν ἀπουσιάζει. Δίπλα μας εἶναι καὶ μᾶς βοηθεῖ καὶ μὲ τὴ δική Του Χάρι ἀντέχουμε. Καὶ σύντομα θὰ ἔλθει γιὰ νὰ μᾶς λυτρώσει ὁριστικά. Δὲν θὰ καθυστερήσει. Ἐμεῖς δὲν θὰ λυγίσουμε. Δὲν θὰ ὑποχωρήσουμε. Δὲν θὰ δειλιάσουμε, ὥστε νὰ ἀμφιταλαντευθοῦμε στὴν πίστη μας. Δὲν θὰ ὀπισθοχωρήσουμε, ὥστε νὰ κινδυνεύσουμε νὰ χαθοῦμε, ἀλλὰ θὰ μείνουμε σταθεροὶ στὴ θέση μας, θὰ σηκώσουμε μὲ πίστη τὴ δοκιμασία καὶ θὰ περιμένουμε τὴν ὥρα τοῦ Θεοῦ. Καὶ Ἐκεῖνος δὲν θ᾿ ἀργήσει. Θὰ ἔλθει τὸ συντομότερο καὶ θὰ μᾶς λυτρώσει.ΟΣΩΤΗΡ2208

30 Οκτωβρίου, 2022

ΖΗΤΗΜΑ ΕΠΙΛΟΓΗΣ

 
1. Η Στοιχειώδης  Ευσπλαγχνία 

Στὴν Παραβολὴ τοῦ πλουσίου καὶ τοῦ Λαζάρου  παρουσιάστηκαν δύο ἄνθρωποι, ἕνας πλούσιος καὶ ἕνας φτωχός· ὁ φτωχὸς ὀνομαζόταν Λάζαρος. Ὁ πλούσιος στὴν παρούσα ζωὴ ζοῦσε εὐτυχισμένος. Ὁ Λάζαρος ἀντίθετα ἦταν πολὺ δυστυχισμένος, ἐγκαταλελειμμένος καὶ ἄρρωστος. Μετὰ τὸν θάνατό τους ὅμως τὰ πράγματα ἀντιστράφηκαν: Ὁ πλούσιος βασανιζόταν στὸν Ἅδη, ἐνῶ ὁ Λάζαρος ἀναπαυόταν κοντὰ στὸν πατριάρχη Ἀβραάμ. Ὅταν ὁ πλούσιος ζήτησε ἀπὸ τὸν δίκαιο Ἀβραὰμ νὰ στείλει τὸν Λάζαρο γιὰ νὰ τοῦ χαρίσει λίγη ἀνακούφιση – μιὰ σταγόνα νερό! – ὁ Πατριάρχης τοῦ ἀρνήθηκε: –«Τέκνον, μνήσθητι ὅτι ἀπέλαβες σὺ τὰ ἀγαθά σου ἐν τῇ ζωῇ σου, καὶ Λάζαρος ὁμοίως τὰ κακά· νῦν δὲ ὧδε παρακαλεῖται, σὺ δὲ ὀδυνᾶσαι». Παιδί μου, θυμήσου ὅτι ἐσὺ ἀπόλαυσες μὲ τὸ παραπάνω τὰ ἀγαθά σου, ὅταν ζοῦσες στὴ γῆ, ἐνῶ ὁ Λάζαρος ἀντίστοιχα ὑπέμεινε τὴ δυστυχία του. Τώρα ὅμως ἐδῶ παρηγορεῖται συνεχῶς, ὅπως ὑπέφερε τότε συνεχῶς· ἐνῶ ἐσὺ βασανίζεσαι ἀδιάκοπα, ὅπως ἀδιάκοπη ἦταν ἡ εὐτυχία σου στὴ γῆ. Ἀλλὰ δημιουργεῖται ἡ ἀπορία: Ἂν στὴν παρούσα ζωὴ ἀξιώθηκε κάποιος νὰ εἶναι ἔστω κάπως εὐκατάστατος καὶ νὰ χαίρεται τὴ ζωή του μαζὶ μὲ τοὺς συγγενεῖς καὶ φίλους του, στὴν ἄλλη ζωὴ θὰ πάει στὴν Κόλαση;… Ἡ ἀπάντηση βρίσκεται στοὺς λόγους τοῦ δικαίου Ἀβραὰμ πρὸς τὸν πλούσιο: «Ἀπέλαβες σὺ τὰ ἀγαθά σου ἐν τῇ ζωῇ σου». «Τὰ ἀγαθά σου»: αὐτὰ ποὺ ἐσὺ θεώρησες ὡς ἀληθινὰ ἀγαθά, καὶ τὰ ἀπήλαυσες στὴ ζωή σου. Κανόνισες τὴ ζωή σου ὅπως ἐσὺ θέλησες, περιφρονώντας τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ, καταπατώντας τὴν ἐντολὴ τῆς ἀγάπης. Συνεπῶς ὁ πλούσιος κατέληξε στὸν Ἅδη ὄχι διότι ἦταν πλούσιος, ἀλλὰ διότι προσκολλήθηκε στὸν πλοῦτο του καὶ κυρίως – συνέπεια αὐτοῦ – διότι ἔδειξε σκληρότητα ἀπέναντι στὸν Λάζαρο. Ὁ πλούσιος θεώρησε ὅτι τὴν εὐτυχία τὴ δίνουν τὰ ὑλικὰ ἀγαθά, τὰ ὁποῖα θέλησε νὰ ἀπολαύσει μόνο μὲ τοὺς δικούς του ἀνθρώπους, χωρὶς νὰ δείξει τὴ στοιχειώδη εὐσπλαχνία στὸν φτωχό, ποὺ ἦταν παραπεταμένος ἔξω ἀπὸ τὴν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ του. Τὸ πᾶν ἔγκειται στὴ δική μας ἐπιλογή: θὰ ζητήσουμε ἐγωιστικὰ τὶς ψεύτικες ἀπολαύσεις τῆς παρούσας ζωῆς ἢ τὸν ἀληθινὸ Παράδεισο, τὴν ἐπουράνια Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἐφαρμόζοντας ἐδῶ τὸ θέλημά Του καὶ δείχνοντας ἀγάπη στοὺς συνανθρώπους μας; 

2. Ἀδιαπέραστο Χάσμα 

Ὁ πατριάρχης Ἀβραὰμ ἀναφέρει καὶ ἄλλον λόγο γιὰ τὸν ὁποῖο ὁ Λάζαρος δὲν μποροῦσε νὰ τὸν δροσίσει: –«Ἐπὶ πᾶσι τούτοις μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν χάσμα μέγα ἐστήρικται…». Ἐκτὸς ἀπὸ ὅλα αὐτά, ὑπάρχει ἀνάμεσά μας μεγάλο χάσμα, ὥστε αὐτοὶ ποὺ θέλουν νὰ πᾶνε ἀπὸ ἐδῶ σ᾿ ἐσᾶς νὰ μὴν μποροῦν, οὔτε τὸ ἀντίστροφο. Ἀνάμεσα στοὺς κολασμένους καὶ στοὺς λυτρωμένους ὑπάρχει ἕνα μεγάλο χάσμα, ἕνας μεγάλος γκρεμός, ποὺ εἶναι τόσο μεγάλος, ὥστε δὲν μπορεῖ νὰ τὸν περάσει κανείς Αὐτὸ βέβαια εἶναι εἰκόνα μὲ τὴν ὁποία ὁ Κύριος μᾶς ἀποκαλύπτει μεγάλη ἀλήθεια: ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν καμία ψυχὴ νὰ πάει ἀπὸ τὸν Παράδεισο στὴν Κόλαση καὶ τὸ ἀντίστροφο. Μετὰ θάνατον δὲν ἀλλάζει ἡ κατάσταση τῆς   ψυχῆς κανενὸς ἀνθρώπου. Ἂς μὴ δίνουμε λοιπὸν σημασία σὲ ὅσους ἀμφισβητοῦν τὴν πραγματικότητα τῆς ἄλλης ζωῆς καὶ κυρίως σὲ ὅσους λένε: «Δὲν ὑπάρχει Κόλαση, ἀφοῦ ὁ Θεὸς εἶναι ἀγάπη. Κι ἂν ὑπάρχει, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι αἰώνια;». Καὶ ὅμως ὑπάρχει Κόλαση καὶ εἶναι αἰώνια καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταπηδήσει κανεὶς ἀπὸ αὐτὴν στὸν Παράδεισο. Αὐτὴ τὴν ἀλήθεια ὁ Κύριος τὴ δίδαξε σαφῶς καὶ ἐπανειλημμένως. Ὑπεύθυνος ὅμως γιὰ τὴν κατάληξη στὸν Ἅδη καὶ τὴν Κόλαση δὲν εἶναι ὁ Θεός, ἀλλὰ οἱ κακὲς ἐπιλογὲς τῶν λογικῶν δημιουργημάτων Του. Ὁ Θεὸς εἶναι ἀγάπη καὶ θέλει ὅλοι νὰ σωθοῦμε, ἀλλὰ δὲν παραβιάζει τὸ αὐτεξούσιο, τὴν ἐλευθερία κανενός. Θὰ δεχόταν τὴ μετάνοια ἀκόμη καὶ τοῦ διαβόλου. Ἀλλὰ τὸ πρόβλημα εἶναι ὅτι ἐκεῖνος, ὅπως καὶ ὅλοι οἱ κολασμένοι, δὲν θέλουν καὶ δὲν μποροῦν πλέον νὰ μετανοήσουν, διότι εἶναι παγιωμένοι στὴν πνευματικὴ κατάσταση ποὺ ἐπέλεξαν. Ὁ δὲ Κύριος μᾶς ἀποκάλυψε αὐτὴ τὴν ἀλήθεια, ὅτι ὑπάρχει ἀδιαπέραστο χάσμα μεταξὺ τῶν δύο καταστάσεων, ὄχι γιὰ νὰ ἀπελπισθοῦμε, ἀλλὰ γιὰ νὰ φοβηθοῦμε τὸν καλὸ φόβο καὶ νὰ ἀγωνιζόμαστε γιὰ τὴ μετάνοια καὶ τὸν ἁγιασμό μας χωρὶς καμία ἀναβολὴ καὶ μὲ ἀκλόνητη ἐλπίδα στὸ ἄπειρο ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὁ φιλάνθρωπος καὶ πολυεύσπλαχνος Θεὸς θὰ ἀξιώσει τῆς Βασιλείας Του καθέναν ποὺ ἀγωνίζεται φιλότιμα γιὰ τὴ σωτηρία του.ΟΣΩΤΗΡ2208,