Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιερουσαλημ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιερουσαλημ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

16 Δεκεμβρίου, 2021

Με τα Μάτια Στραμμένα στον Ουρανο Ψαλ. ΡΚ΄ (120) 1-2

 
Ὁ 120ὸς Ψαλμὸς ἀνταποκρίνεται στὸν χαρακτηρισμὸ «ἀναβαθμοὶ» τῆς ὠ­δῆς αὐτῆς, περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλον Ψαλμό. 

Διότι σχεδὸν σὲ κάθε στίχο του εἶναι κατ’ ἐξοχὴν ἐμφανὲς τὸ κλιμακωτὸ σχῆμα καὶ ὁ προοδευτικὸς ρυθμός. Λέει π.χ.: «ὅθεν ἥξει ἡ βοήθειά μου· ἡ βοήθειά μου παρὰ Κυρίου» (στίχ. 1-2). «Μηδὲ νυστάξει ὁ φυλάσσων σε. ἰδοὺ οὐ νυστάξει οὐδὲ ὑπνώσει ὁ φυλάσσων…» (στίχ. 3-4). «Κύριος φυλάξει σε ἀπὸ παν­τὸς κακοῦ… Κύριος φυλάξει τὴν εἴσοδόν σου καὶ τὴν ἔξοδόν σου» (στίχ. 7-8).

Κατὰ τὸν Μέγα Ἀθανάσιο, ὁ Ψαλμω­δὸς ψάλλει τὴν ὠδὴ αὐτὴ καθ’ ὃν χρόνον ἔχει ἀπολυθεῖ ἀπὸ τὴν αἰχμαλωσία καὶ ἐνῶ διανύει τὴ μακρινὴ ἀπόσταση ἀπὸ τὴ Βαβυλώνα στὴν Ἱερουσαλήμ. 

Ὁ δρόμος περνοῦσε μέσα ἀπὸ βουνὰ καί, καθὼς προχωροῦσε τὸ κουρασμένο καραβάνι, ὁ εὐσεβὴς Ἰσραηλίτης ἀτενίζει τὰ ὄρη – ἴσως ἐκεῖνα τῆς Ἱερουσαλήμ – καὶ παρακαλεῖ νὰ τοῦ δοθεῖ βοήθεια.

«Ἦρα τοὺς ὀφθαλμούς μου εἰς τὰ ὄρη, ὅθεν ἥξει ἡ βοήθειά μου» (στίχ. 1), ἀναφωνεῖ. Ἀπὸ τὴν ξένη γῆ στρέφομαι πρὸς τὴν Ἱερουσαλήμ, προσεύχομαι καὶ σηκώνω τὰ μάτια μου πρὸς τὰ ἱερὰ ὄρη τῆς Σιών, ἀπ’ ὅπου καὶ θὰ μοῦ ἔλθει ἡ βοήθεια ποὺ ζητῶ καὶ περιμένω. 

Ἀτενίζει τὰ ὄρη τῆς Παλαιστίνης, καὶ εἰδικῶς ἴσως τὰ ὄρη τῆς ἁγίας πόλεως Ἱερουσαλήμ, στὰ ὁποῖα ἦταν κτισμένος ὁ Ναὸς τοῦ Θεοῦ, ἡ ἕδρα τοῦ παντοκράτορος Κυρίου, ὅ­που γινόταν αἰσθητὴ ἡ παρουσία Του. 

Ἀ­­ναμένει ἀπὸ ἐκεῖ τὴ σωτηρία του. Ἀλλὰ εὐθὺς ἀμέσως διορθώνει τρόπον τινὰ τὴ σκέψη του καὶ ἀναφωνεῖ: «Ἡ βοήθειά μου παρὰ Κυρίου τοῦ ποιήσαντος τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν» (στίχ. 2). Ἴσως ἔφερε στὴ μνήμη του τὸν λόγο τοῦ προφήτου Ἱερεμία, ὁ ὁποῖος εἶπε· «πλὴν διὰ Κυρίου Θεοῦ ἡμῶν ἡ σωτηρία τοῦ Ἰσραήλ» (Ἱερ. γ΄ 23)· μόνο διὰ τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ ἡμῶν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθει ἡ σωτηρία τοῦ ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ.

Ὁ ἀσθενὴς καὶ ἀδύνατος ἄν­θρωπος μπορεῖ νὰ ἀναμένει βοήθεια μόνο ἀπὸ τὸν ἄπειρο καὶ παντοδύναμο Θεό. Αὐτὸς εἶναι οὐσιαστικῶς ὁ προστάτης καὶ βοηθός μας. Αὐτός, ὁ Ὁποῖος δημιούργησε ἀπὸ τὸ μηδὲν τὸν οὐρανὸ καὶ τὴ γῆ μὲ μόνο τὸν λόγο Του. Αὐτός, ὁ Ὁποῖος ἐποίησε τὸν ὑπέροχο καὶ θαυμαστὸ αὐτὸ κόσμο, τὸν «καλὸν λίαν». Αὐτὸς εἶναι ὁ προστάτης καὶ βοηθός μας.

Σχολιάζει ὁ ἱερὸς Ζιγαβηνός: Καὶ σὲ μᾶς, ἂν σηκώσουμε τοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς ψυχῆς μας στὸν Οὐρανό, ἀφοῦ τοὺς ἀ­ποσπάσουμε ἀπὸ τὰ πράγματα τῆς γῆς, θὰ ἔλθει ἡ βοήθεια παρὰ Κυρίου1.

Ὁ δὲ ὅσιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης ση­­μειώνει: «Ἐὰν καὶ σύ, ἀδελφέ, θέλεις καὶ ἀγαπᾶς εἰς τὸν Θεὸν νὰ λάβῃς τὴν παρ’ ἐκείνου βοήθειαν, πρέπει νὰ ἀ­φή­σῃς ὅλα τὰ κάτω καὶ φθαρτὰ πρά­γματα καὶ νὰ ἀναβῇς ἐπάνω εἰς τὰ ὄρη, ἤτοι εἰς τὰ ὑψηλὰ καὶ οὐράνια. Πρέπει νὰ ἀφήσῃς τὴν γῆν, ἤγουν τὸ σῶμα τὸ ἐκ τῆς γῆς πλασθὲν καὶ εἰς γῆν μέλλον διαλυθῆναι, καὶ νὰ ὑψωθῇς εἰς τὸ ὄρος, ἤγουν εἰς τὸν νοῦν τὸν χωροῦντα τὰς ὑψηλὰς τοῦ Θεοῦ θεωρίας»2.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἐμ­βαθύνει ἀκόμη περισσότερο στὸ λόγο αὐ­­τὸ τοῦ ἱεροῦ Ψαλμωδοῦ. Γράφει: Ἐὰν οἱ Ἰουδαῖοι, οἱ ἀναίσθητοι καὶ προσηλωμένοι στὴ γῆ, ἔγιναν τόσο σπουδαῖοι ἀπὸ τὴν ταλαιπωρία τῆς αἰχμαλωσίας καὶ προσέβλεπαν πρὸς τὸν Οὐρανό, πολὺ πε­ρισσότερο ἐμεῖς οἱ Χριστιανοί, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ζητεῖται μεγαλύτερη τελειότητα, θὰ μπορούσαμε νὰ προσβλέπουμε στὸν Οὐρανὸ στὶς κρίσιμες περιστάσεις τῆς ζωῆς μας καὶ νὰ καταφεύγουμε στὸ Θεό. Οἱ Ἰουδαῖοι ἦσαν αἰχμάλωτοι καὶ δοῦ­λοι καὶ ζοῦσαν μεταξὺ ἐχθρῶν. Καταπιεζόμενοι ὅμως ἀπὸ τὶς πολλὲς συμφορὲς κατέφυγαν πρὸς τὸ ἀκαταμάχητο Χέρι καί, ὅταν ἐγκαταλείφθηκαν ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ἦρθαν στὴν ὀρθὴ σκέψη, γι’ αὐτὸ καὶ ἔλεγαν· ἐσήκωσα τὰ μάτια μου πρὸς τὰ ὄρη, ἀπὸ ὅπου θὰ ἔλθει ἡ βοήθειά μου. Ὅλα εἶναι μάταια, μία σωτηρία ἀπέμεινε, λέγει, ἡ σωτηρία ἀπὸ τὸν Θεό (…). Δὲν εἶπε ἁπλῶς ἀπὸ τὸν Θεό, ὁ Ὁποῖος δημιούργησε τὸν οὐρανὸ καὶ τὴ γῆ, ἀλλὰ σκέπτεται ἀλληγορικῶς καὶ λέγει· ἐὰν δημιούργησε τὸν οὐρανὸ καὶ τὴ γῆ, μπορεῖ νὰ βοηθήσει καὶ στὴν ξένη χώρα καὶ παντοῦ καὶ στὴ βάρβαρη χώρα, ν’ ἁπλώσει τὸ χέρι καὶ νὰ σώσει ἐκείνους ποὺ ἐκδιώχθηκαν ἀπὸ τὴν πατρίδα τους. Διότι ἂν ὅλα αὐτὰ τὰ στοιχεῖα τὰ δημιούργησε μόνο μὲ τὸν λόγο Του, πολὺ περισσότερο θὰ μπορέσει νὰ ἀπαλλάξει καὶ ἐμᾶς ἀπὸ τοὺς βαρβάρους (…). Οἱ Ἰουδαῖοι δὲν θυμοῦνται πλέον τὸ Ναό, ἀλλὰ τὸν Θεό. Ἡ βοήθειά μας ἀπὸ τὸν Κύριο, λέγουν, ποὺ δημιούργησε τὸν οὐρανὸ καὶ τὴ γῆ.

Προσθέτει καὶ κάτι ἄλλο ἡ χρυσόφωνος σάλπιγγα, ποὺ συνήθως μᾶς διαφεύγει. Μᾶς καλεῖ νὰ ἀπομακρύνουμε τὸν ἑαυτό μας ἀπὸ τὰ γήινα καὶ νὰ ἀνατείνουμε τὸ βλέμμα τῆς ψυχῆς μας πρὸς τὰ ἄνω, ὁποιαδήποτε ὥρα καὶ ὁπουδήποτε βρισκόμαστε, καὶ λέγει: Γι’ αὐτὸ μόνο στὸν ἄν­­θρωπο δημιούργησε ὁ Θεὸς ὄρθια τὴ διαμόρφωση τοῦ σώματος καὶ τοποθέτησε τὰ μάτια στὴν κορυφὴ τοῦ σώματος, γιὰ νὰ μᾶς διδάξει καὶ ἀπὸ τὰ αἰσθητὰ ὅτι πρέπει νὰ κοιτάζουμε πρὸς τὰ ἄνω. Διότι μόνο αὐτὸς ἀπὸ ὅσα ἔχουν ζωή, ὁ ἄν­θρωπος, εἶναι διαμορφωμένος κατ’ αὐτὸ τὸν τρόπο. Ὅλα τὰ ἄλλα κοιτάζουν κάτω καὶ κλίνουν πρὸς τὴ γῆ. Αὐτὸς ὅμως ἐκ­τείνεται πρὸς τὸν οὐρανὸ γιὰ νὰ παρατηρεῖ ὅσα ὑπάρχουν ἐκεῖ, νὰ φιλοσοφεῖ μὲ αὐτά, νὰ φαντάζεται ἐκεῖνα καὶ νὰ ἔχει καθαρὸ καὶ γρήγορο τὸ μάτι τῆς ψυχῆς. Γι’ αὐτὸ ὁ «Ἐκκλησιαστὴς» γράφει: «Τοῦ σοφοῦ οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ ἐν κεφαλῇ αὐτοῦ» (Ἐκκλ. β΄ 14)· δηλαδή, ὁ κατὰ Θεὸν σοφὸς ἄνθρωπος ἔχει ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ ὅλα τὰ κάτω, κατοικεῖ στὸν Οὐρανὸ καὶ φαντάζεται τὰ ὑψηλά3.

Λοιπόν, ἂς σηκωθοῦμε καὶ ἐμεῖς ἀπὸ τὰ χαμηλὰ καὶ γήινα, ἂς ἀπαγγιστρώσουμε τὴν ψυχή μας ἀπὸ τὰ πρόσκαιρα καὶ χοϊκὰ πράγματα τοῦ παρόντος αἰῶνος καὶ ἂς ἀνεβοῦμε μὲ τὸ νοῦ καὶ τὴν καρδιά μας στὰ ἄνω, τὰ ὑψηλὰ καὶ τὰ οὐράνια. Ἡ ὅποια βοήθεια, ποὺ ἔχουμε ἀνάγκη, θὰ ἔλθει μόνο ἀπὸ τὸν παντοδύναμο Κύριο, ὁ Ὁποῖος δημιούργησε τὸν οὐρανὸ καὶ τὴ γῆ.

1. ΕΥΘ. ΖΙΓΑΒΗΝΟΥ, Εἰς Ψαλ. ρκ΄ [120], PG 128, 1188Β.

2. ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, Νέα Κλῖμαξ, τύπ. Σωτ. Ν. Σχοινᾶ, ἐν Βόλῳ 1956, σελ. 204.

3. ΙΩ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Εἰς τὸν ρκ΄ [120] Ψαλ., PG 55, 344-345.

https://www.osotir.org/2016/12/02/di-ton-anavathmon-5-m-t-matia-strammena-st-n-o-ran-psal-rk-120-1-2/

14 Μαΐου, 2021

ΟΙ ΠΟΛΛΑΠΛΕΣ ΕΠΕΜΒΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΣΤΗΝ ΖΩΗ ΜΑΣ !

''Ο ΚΥΡΙΟΣ ΕΡΓΑΖΕΤΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΜΑΣ ΚΑΙ ΔΙΑ ΤΩΝ ΔΟΚΙΜΑΣΙΩΝ''

Λίγο πρὶν γραφτεῖ ὁ ἐπίλογος τῆς δηµοσίας δράσεως τοῦ Κυρίου· λίγο πρὶν ἀνηφορίσει στὸ λόφο τοῦ Γολγοθᾶ γιὰ νὰ ἀνοίξει τὰ πανάχραντα χέρια Του πάνω στὸν τίµιο Σταυρὸ καὶ νὰ ἀγκαλιάσει ὁλόκληρη τὴν ἀνθρωπότητα, ρίχνει ἕνα βλέµµα καὶ θωπεύει µὲ αὐτὸ τὴν ἱερὴ πόλη. Τὴν Ἱερουσαλήµ. Τὴν πόλη ποὺ διέτρεξαν τὰ πανάγια πόδια Του. Τὴν πόλη ἡ ὁποία ἄκουσε τὴ σωτήρια διδασκαλία Του. Τὴν πόλη ἡ ὁποία ἔγινε µάρτυρας τῶν πολλῶν Του θαυµάτων. Τούτη τὴν ὥρα κάνει ὁ Κύριος σύγκριση τῶν δικῶν Του πεπραγµένων μὲ τὴν ἀνταπόκριση ποὺ βρῆκε ἀπὸ τοὺς κατοίκους τῆς ἱερῆς πόλεως. Ὑπενθυμίζει τὶς τόσες εὐεργεσίες Του πρὸς αὐτήν. «Ποσάκις...», λέει, «ἠθέλησα ἐπισυναγαγεῖν τὰ τέκνα σου...» (Ματθ. κγ΄ [23] 37). Ἀλήθεια, πόσες φορές, ἐπιλήσµων Ἱε­ρουσαλήµ, δὲν γεύθηκες τὸ πατρικὸ χάδι τῆς σαρκωµένης Ἀγάπης; «Ποσάκις»! Θυμήσου τήν ἀναστροφή Του µετὰ τῶν διδασκάλων, ὅταν ἦταν δωδεκαετής, παιδὶ ἀκόµη στὸ Ναὸ τοῦ Σολοµώντα. Τὸ θαῦµα τῆς ἀναβλέψεως τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ «Ποσάκις»! Σκέψου πάλι τὴ θεραπεία τοῦ ἐπὶ 38 ὁλόκληρα χρόνια παραλύτου. «Ποσάκις»! Καὶ δὲς ξανὰ τὴν παιδαγωγικὴ ἐπέµβασή Του στοὺς «πωλοῦντας καὶ ἀγοράζοντας ἐν τῷ ἱερῷ» (Μάρκ. ια΄ [11] 15). Θυµήσου τὸ φραγγέλιο τῆς ἀγάπης Του µπροστὰ στὴν κατάπτωση τοῦ Ναοῦ σὲ οἶκο ἐµπορίου. «Ποσάκις»! Ἀναλογίσου τὴν πρόσφατη νεκρανάσταση τοῦ τετραηµέρου φίλου Του Λαζάρου. «Ποσάκις»!... Σ’ αὐτὸ ὁ Κύριος συμπυκνώνει τὸ παρελθόν, συμπεριλαμβάνει ὅµως καὶ τὸ µέλλον ὡς Παντογνώστης. Καὶ συγκαταλέγει σ’ αὐτὸ τὸ «ποσάκις» καὶ τὶς µέλλοντικὲς πατρικές Του κινήσεις: Νὰ συγκολλήσει τὸ αὐτὶ τοῦ Μάλχου τὴ στιγµὴ τῆς συλλήψεώς Του στὴ Γεθσηµανῆ, ὅταν ὁ ἀπόστολος Πέτρος τὸ ἀποκόπτει. Νὰ ἀπευθύνει τὸ ἐρώτηµα, σπάζοντας τὴν αἰνιγµατικὴ σιωπή Του, στὸ δοῦλο ποὺ Τὸν ραπίζει µπροστὰ στὸν ἀρχιερέα, ὄχι γιὰ νὰ ὑπερασπιστεῖ τὸν ἑαυτό Του, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἀφυπνίσει τὴν ὑπνώττουσα συνείδηση τοῦ δούλου καὶ ὅλων ὅσοι ταυτίζονται μὲ τὴ συµπεριφορά του. Νὰ χαρίσει στοὺς σταυρωτές Του τὴν ἀπύθµενη συγχωρητικότητά Του πάνω στὸ Σταυρό. Νὰ φέρει σὲ συναίσθηση τὸν λαό Του μὲ τὸ καταπέτασµα τοῦ Ναοῦ ποὺ σχίζεται στὰ δύο. Μὲ τὸ ἄνοιγµα τῶν µνηµείων. Μὲ τὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν κατὰ τὴν Ἀνάστασή Του. Ἡ δηµόσια δράση Του τελειώνει. Ἡ θεία κένωσή Του ἀγγίζει σχεδὸν τὴν ὁλοκλήρωσή της. Κι αὐτὸ τὸ «ποσάκις» εἶναι ἀπὸ τὴ µιὰ ἡ καταγραφὴ τῆς ἀπροσµέτρητης ἀγάπης Του, εἶναι ὅµως ταυτόχρονα καὶ τὸ ἄγγιγµα τῆς ἀνθρώπινης σκληροκαρδίας. Γιὰ νὰ καταδείξει πὼς ἡ ἀπερινόητη εὐεργεσία συναντᾶ τὴν ἀδιανόητη ἀδιαφορία καὶ σκληροκαρδία. Θὰ συγκινηθοῦµε ἀσφαλῶς . Θὰ κλάψουµε ἴσως γιὰ τὸν ἀθῶο Κατάδικο. Θὰ καταδικάσουµε γιὰ ἄλλη µιὰ φορὰ τὸ ἀνάλγητο καὶ ἀλλοπρόσαλλο τῶν κατοίκων τῆς Ἱερουσαλήµ. Ὅµως ὁ Κύριος δὲν ἀποζητᾶ συµµάχους στὸ γεµάτο πόνο παράπονό Του. Δὲν ἐπιδιώκει τὴ συναισθηµατικὴ φόρτισή µας γιὰ τὸ ἀνοσιούργηµα ποὺ διέπραξαν οἱ θεοκτόνοι Ἰουδαῖοι. Ὁ Κύριος Ἰησοῦς στέκεται καὶ πάλι καὶ ψελλίζει γιὰ τὸν καθένα µας: «Ποσάκις ἠθέλησα» νὰ σᾶς μαζέψω κοντά μου. Νὰ µᾶς «ἐπισυναγάγει» «ὃν τρόπον ἐπισυνάγει ὄρνις τὰ νοσσία ἑαυτῆς ὑπὸ τὰς πτέρυγας» (Ματθ. κγ΄ [23] 37). Λέει «ποσάκις», καὶ στρέφει τὸ ἐταστικό Του βλέµµα στὴν ὕπαρξή µας. Εἶναι ἡ κρίσιµη στιγµὴ ποὺ ἡ ἀγάπη Του γιὰ ἐµᾶς ἐµφανίζεται ἐνώπιόν Του. «Ποσάκις», λέει ὁ Κύριος γιὰ τὸν καθένα µας προσωπικά· γιὰ τὸν καθένα μας, ὁ ὁποῖος γνωρίζει πολὺ καλὰ τί ἔχει κάνει ὁ Κύριος µέχρι τώρα στὴ ζωή του. Πόσες εὐεργεσίες ἀπὸ τὰ παιδικά µας χρόνια. Πόσες εὐλογίες. Ἀκόµη καὶ τότε ποὺ οἱ δοκιµασίες µᾶς λύγιζαν, δίπλα µας ἦταν, βοηθός, συµπαραστάτης καὶ ἐργαζόταν καὶ δι’ αὐτῶν τῶν δοκιµασιῶν τὸ καλὸ τῆς ψυχῆς µας. Τὴν πνευµατική µας πρόοδο. Τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς µας. Ἂς ἀνατρέξουµε λοιπὸν κι ἂς σταχυολογήσουµε, τὶς πολλαπλὲς ἐπεµβάσεις τῆς ἀγάπης Του στὴ ζωή µας, στὴν οἰκογένειά µας, στὸ ἔθνος µας, γιὰ νὰ ἀνταποκριθοῦµε συγκινηµένοι στὶς τόσες ἐπισκέψεις τῆς Χάριτός Του.ΟΣΩΤΗΡ2108

28 Φεβρουαρίου, 2019

ΑΝ ΗΞΕΡΕΣ .....!


Εκλαψε ὁ Χριστός! 
Γιὰ ἀκόμα μιὰ φορὰ ἔκλαψε. Καὶ δὲν ἦταν τώρα ἁπλῶς κάποια δάκρυα ποὺ ράντισαν τὸ τίμιο πρόσωπό του, ὅπως πρὶν ἀπὸ λίγες ἡμέρες στὸ φίλο του Λάζαρο. Ἐδῶ ἦταν κλαυθμὸς ἀ- συγκράτητος. 
Ἐκεῖ ἐπιβλήθηκε μὲ δύναμη βουλήσεως στὸ συναίσθημά του καὶ τελικὰ ἁπλῶς «ἐδάκρυσεν» (Ἰω. ια΄ 35). Ἐδῶ «ἔκλαυσεν» (Λουκ. ιθ΄ 41). Τὸν κατέλαβαν λυγμοί, ἄφησε ἐλεύθερο τὸ θυμικό του νὰ ἐκδηλωθεῖ, ἔχυσε ἄφθονα δάκρυα... «Ἔκλαυσεν» ὁ Ἰησοῦς «ἰδὼν τὴν πόλιν», τὴν πατρίδα του, τὴν Ἱερουσαλήμ. Ἦταν τότε ποὺ κατέβαινε ἀπὸ τὸ ὄρος τῶν Ἐλαιῶν καθισμένος ἐπάνω σὲ πουλάρι, καὶ ὅλος ὁ κόσμος Τὸν ἀνευφημοῦσαν βασιλιὰ καὶ Μεσσία καὶ ἔστρωναν τὰ ροῦχα τους νὰ περάσει ἀπὸ ἐπάνω. 
Τότε, καὶ ἀφοῦ εἶχε σχεδὸν κατέλθει τὴν ὁδὸ ποὺ ὁδηγοῦσε ἀπὸ τὸ ὄρος πρὸς τὴν Ἱερουσαλήμ, προσέπεσε στοὺς ὀφθαλμούς του ἡ ὄψη τῆς πόλεως. Θέαμα ἐπιβλητικό, μεγαλοπρεπές, μὲ τὸν Ναὸ νὰ ἀπαστράπτει ἀπὸ τὴ λευκότητα τῶν λίθων καὶ μαρμάρων του, μοναδικὸ μνημεῖο λατρείας τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ σὲ ὅλη τὴν ὑφήλιο. Ἡ Ἱερουσαλήμ, ἡ πρωτεύουσα τοῦ περιουσίου λαοῦ τοῦ Θεοῦ, τοῦ ἐκλεκτοῦ ἔθνους, ποὺ εἶχε ἀξιωθεῖ τῆς «περιποιήσεως» ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ, τῆς πατρικῆς εὐνοίας του!

 Καὶ ὅμως – τί τραγικό! – ἡ Ἱερουσαλήμ, «ἡ ἀποκτέννουσα τοὺς προφήτας καὶ λιθοβολοῦσα τοὺς ἀπεσταλμένους πρὸς αὐτήν!» (Ματθ. κγ΄ 37). Αὐτὴ ποὺ εἶχε δεχθεῖ ὅλη τὴ στοργικὴ ἐπιμέλεια καὶ φροντίδα τοῦ Ὑψίστου, ὅλη τὴν «πρόσκλισιν», τὸ σκύψιμό του ἐπάνω της, τὴν ἰδιαίτερη μεταχείριση ἐκ μέρους του, τήν εὐμενὴ πρὸς αὐτὴν διάθεσή του, ναὶ αὐτή· αὐτὴ Τὸν ὕβρισε τὸν Τροφέα καὶ Κηδεμόνα της. Ξυπάστηκε ἀπὸ τὶς ἄφθονες εὐλογίες ποὺ τὴ συνάντησαν, «ἐλιπάνθη, ἐπαχύνθη, ἐπλατύνθη» καὶ τέλος «ἀπελάκτισε», κλώτσησε, βλασφήμησε, ἀποστάτησε (Δευτ. λβ΄ 15). 

 Αὐτὴ τὴν πόλη ἀντίκρισε ὁ Χριστός, καὶ ἐνῶ οἱ ἐπευφημίες τοῦ πλήθους ἀκόμα ἠχοῦσαν γύρω του, αὐτὸς «ἰδὼν τὴν πόλιν ἔκλαυσεν ἐπ’ αὐτῇ».

 Τόσο καιρὸ τοὺς καλοῦσε κοντά του. Τοὺς ἀπηύθυνε πρόσκληση, προσκλήσεις ἐπανειλημμένες, τοὺς παρακαλοῦσε. Μὲ λόγια, μὲ πράξεις, μὲ θαύματα, μὲ φόβητρα, μὲ ἀπειλές, μὲ δάκρυα, μὲ ἱκεσίες, κάθε μέρα, ὅλη τὴν ἡμέρα... «Ὅλην τὴν ἡμέραν ἐξεπέτασα τὰς χεῖράς μου πρὸς λαὸν ἀπειθοῦντα καὶ ἀντιλέγοντα» (Ρωμ. ι΄ 21· Ἡσ. ξε΄ [65] 2). 
Σὰν τὸν στοργικὸ πατέρα, σὰν τὴν τρυφερὴ μάνα, ὅλη τὴν ἡμέρα ἅπλωνα τὰ χέρια μου, καλοῦσα, ἱκέτευα, ζητοῦσα νὰ ἀναδεχθῶ, νὰ περιπτυχθῶ, νὰ ἐγκολπωθῶ, καὶ τὸ μόνο ποὺ εἰσέπραττα ἦταν ἡ ἀντίρρηση, ἡ ἀπόρριψη. 

Πῶς νὰ μὴν κλάψει ὁ Χριστός; Ἂν ἤξερες, Ἱερουσαλήμ! «Εἰ ἔγνως... καί γε ἐν τῇ ἡμέρᾳ σου ταύτῃ, τὰ πρὸς εἰρήνην σου!» (Λουκ. ιθ΄ 42). Ἔστω καὶ τώρα, τὴν τελευταία αὐτὴ ἡμέρα, τὴν ἔσχατη προθεσμία ποὺ σοῦ δίνεται ἀπὸ τὸν Θεό, ἂν ἤξερες ἐκεῖνα ποὺ θὰ σὲ ὁδηγοῦσαν στὴν εἰρήνη σου, στὴν εὐημερία σου! Ἂν μποροῦσες νὰ τὰ καταλάβεις! Ἂν ἐπιτέλους τώρα ἄνοιγαν τὰ μάτια σου νὰ δεῖς τὸ συμφέρον σου!... 

 Σταματᾶ ἐδῶ ὁ Θεάνθρωπος. Τὸ «ἂν» ποὺ εἶπε, τὸ ἀφήνει μετέωρο, χωρὶς ἀπόδοση τοῦ λόγου. Τί θὰ γινόταν, ἂν ἡ Ἱερουσαλὴμ καταλάβαινε τὸ συμφέρον της, συναισθανόταν τὴν ἀποστασία της καὶ ἐπέστρεφε, ἔστω κι αὐτὴ τὴν τελευταία στιγμή, στὸν Θεό; Δὲν συνέχισε ὁ Κύριος. Τόσες φορὲς τὰ εἶχε πεῖ. Τώρα δὲν συνέχισε. Μόνον ἔκλαψε. Κι ἔπειτα συμπλήρωσε καὶ κάτι ἄλλο: «Νῦν δὲ ἐκρύβη ἀπὸ ὀφθαλμῶν σου» (στίχ. 42). Τώρα πάει, τελείωσε. Τώρα ἔπεσε σκοτάδι στὰ μάτια σου, τυφλώθηκες, πωρώθηκες, δὲν μπορεῖς πιὰ νὰ δεῖς τὸ συμφέρον σου.
 Δὲν μπορεῖς νὰ βρεῖς τὸ δρόμο ποὺ θὰ σὲ βγάλει ἀπὸ τὸν ὁριστικὸ χαμό σου. Ἱερουσαλήμ, ἂν ἤξερες! 
 ❁ ❁ ❁
 Ἑλλάδα, ἂν ἤξερες!... 
 –Μή, Κύριε. «Μὴ ἀπορρίψῃς ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ προσώπου σου. Ταχὺ προκαταλαβέτωσαν ἡμᾶς οἱ οἰκτιρμοί σου, Κύριε, ὅτι ἐπτωχεύσαμεν σφόδρα. Βοήθησον ἡμῖν, ὁ Θεός, ὁ Σωτὴρ ἡμῶν. Κύριε, ρῦσαι ἡμᾶς καὶ ἱλάσθητι ταῖς ἁμαρτίαις ἡμῶν ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου. Μὴ καταισχύνῃς ἡμᾶς, ἀλλὰ ποίησον μεθ’ ἡμῶν κατὰ τὴν ἐπιείκειάν σου καὶ κατὰ τὸ πλῆθος τοῦ ἐλέους σου. Ἐπίστρεψον ἡμᾶς, ὁ Θεὸς τῶν σωτηρίων ἡμῶν» (Ψαλμ. ν΄ [50] 13, οη΄ [78] 8-9, Δαν. γ΄ [Προσ. 18], Ψαλμ. πδ΄ [84] 5). 

 Προτοῦ εἶναι πιὰ ἀργά. Προτοῦ «κρυβῇ ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν» μας ὁ δρόμος τῆς ἐπιστροφῆς σὲ Σένα. Προτοῦ αὐτὴ ἡ πατρίδα, ἡ ἀγαπημένη, ἡ χιλιοευλογημένη ἀπὸ Σένα, χάσει ὁριστικὰ τὸ φῶς της. Ἐσένα, τὸν Κύριο καὶ Θεό της...
Ο ΣΩΤΗΡ 2038