Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αγιος ιωαννης χρυσοστομος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αγιος ιωαννης χρυσοστομος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

18 Μαΐου, 2026

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ

 

     Ο φωστήρας τούτος στο στερέωμα των αγίων, ο στύλος αυτός της Εκκλησίας και της οικουμένης διδάσκαλος, γεννήθηκε περί το 349 στην Αντιόχεια από χριστιανούς γονείς: τον Σεκούνδο, που ήταν ανώτερος αξιωματικός του στρατού, και την Ανθούσα, μια γυναίκα θαυμαστή για την πίστη και την ευσέβειά της. Έμεινε χήρα σε ηλικία μόλις είκοσι ετών και, αντί να νυμφευθεί πάλι, προτίμησε να αφιερώσει το υπόλοιπο της ζωής της στον Θεό και στην ανατροφή του γιου της. Ενέπνευσε στον Ιωάννη τον έρωτα της αγνείας και του εμφύτευσε τους σπόρους των θείων αρετών. Και ο ίδιος, άλλωστε, παρουσίασε μια φύση φλεγόμενη για την ευσέβεια και την υπεράσπιση του δικαίου, ζήλο απτόητο και ακλόνητο θάρρος. Η μητέρα του τού προσέφερε επιμελημένη μόρφωση στα ελληνικά γράμματα κοντά στους καλύτερους δάσκαλους, μεταξύ των οποίων ο περίφημος Λιβάνιος. Τα χαρίσματά του στη ρητορική ήταν τέτοια, που υπήρχε η σκέψη να τον κάνουν έναν λαμπρό δικηγόρο και ο Λιβάνιος επιθυμούσε να τον ορίσει διάδοχό του. Ο Ιωάννης όμως δεν αφέθηκε να περισπασθεί από τις ματαιότητες του κόσμου· βαπτίσθηκε σε ηλικία δεκαοκτώ χρόνων, έγινε αναγνώστης λίγο αργότερα και έκτοτε στράφηκε προς την αληθινή φιλοσοφία των αγίων. Μετά τη βάπτισή του κανείς δεν τον άκουσε ποτέ να προφέρει βλασφημία, ψέμα ή κακολογία, μήτε να χαρεί καν με τον χλευασμό ή τον έλεγχο του πλησίον του. Ενεδύθη, όντως, τον Χριστό, στολισμένος, μέσα από έντονο και καθημερινό αγώνα, τη στολή των θείων αρετών και των χαρισμάτων του Πνεύματος. Λίγο αργότερα, εγκατέλειψε όλες τις κοσμικές του σχέσεις για να αποσυρθεί στο οικογενειακό του κτήμα και να επιδοθεί εκεί στην άσκηση. Άκρως αυστηρός με τον εαυτό του, ο νέος επιδόθηκε με ζήλο στη νηστεία, την αγρυπνία και την προσευχή, δίχως να επιτρέπει στον εαυτό του κανένα περισπασμό. Έμενε σταθερά στην ησυχία, προσέχοντας να αποκρούει τις παράλογες ορμές της όποιας επιθυμίας και του ακράτητου θυμού. Προόδευσε τόσο πολύ σε τόσο λίγο χρόνο, ώστε πολύ γρήγορα απέκτησε την ικανότητα να προσεύχεται αρεμβάστως και να διατηρεί σε κάθε περίσταση ατάραχη τη διάνοια και μια απαρασάλευτη πραότητα. Όταν, αργότερα, τύχαινε να παροργισθεί στις ομιλίες του, αυτό γινόταν προς διόρθωση και αφύπνιση του ποιμνίου του και δίχως ποτέ να χάνει την αυτοκυριαρχία του. Σε ηλικία είκοσι πέντε χρόνων η φήμη του είχε ήδη διαδοθεί και ο επίσκοπος Αντιοχείας θέλησε να τον κάνει πρεσβύτερο, αλλά ο ταπεινόφρων Ιωάννης, ιστάμενος με δέος προ του αξιώματος της ιερωσύνης, προτίμησε αρχικά με κάθε εύσχημο τρόπο τη φυγή.

     Όταν εκοιμήθη η οσία μητέρα του, μπόρεσε να εκπληρώσει τον πόθο που έτρεφε για πολλά χρόνια να απαρνηθεί εντελώς τον κόσμο και να αποσυρθεί μεταξύ των μοναχών που ζούσαν στα βουνά γύρω από την Αντιόχεια. Έζησε εκεί υπό την καθοδήγηση ενός Σύρου ασκητή, στην αγία υπακοή, την απόλυτη πτωχεία, τη νηστεία και την προσευχή. Οι μοναχοί αυτοί σηκώνονταν καθημερινά κατά το μεσονύκτιο και προσεύχονταν όλοι μαζί μέχρι ανατολής του ηλίου, κατόπιν επέστρεφε ο καθένας στο κελλί του για να περάσει το υπόλοιπο της ημέρας με τη μελέτη της Αγίας Γραφής και με επίμοχθες πρακτικές εργασίες. Δεν λάβαιναν για τροφή, παρά λίγο ψωμί και αλάτι, μετά τη δύση του ηλίου, κατόπιν δε, συνομιλούσαν για λίγα λεπτά περί πνευματικών θεμάτων, πριν αναπαυθούν ελαφρώς. Μετά από τέσσερα χρόνια τέτοιας βιοτής, στην οποία αναδείχθηκε υπόδειγμα για τους αδελφούς του, ο Ιωάννης αποφάσισε να αποσυρθεί, «μόνος μόνῳ τῷ Θεῷ», προσομιλών μαζί Του με καθαρή προσευχή μέσα σε μια σπηλιά. Εκεί μπόρεσε να επιδοθεί στους πιο σκληρούς αγώνες για να υποτάξει τη σάρκα στο πνεύμα. Πέρασε όλη την περίοδο αυτή δίχως να καθίσει στιγμή για να κοιμηθεί, αναπαυόμενος για λίγο, κρεμάμενος από τους ώμους σε ένα σχοινί δεμένο από την οροφή. Όλος ο χρόνος του ήταν αφιερωμένος στην προσευχή και στη μελέτη των Γραφών, από τις οποίες άντλησε εμπνευσμένη γνώση μοναδικής βαθύτητας. Εκτέθηκε όμως σε τέτοιες σκληραγωγίες στη νηστεία και το κρύο, ώστε μετά από δύο χρόνια αρρώστησε βαριά στα νεφρά και χρειάσθηκε να επιστρέψει οπωσδήποτε πίσω στην Αντιόχεια. Κατά τη σύντομη αυτή περίοδο του μοναχικού του βίου, ο Ιωάννης έλαβε μοναδική γνώση των θείων πραγμάτων και, παρά το νεαρό της ηλικίας του, άρχισε να διδάσκει με τη συγγραφή πραγματειών περί πνευματικής ζωής. 

     Μετά την επιστροφή του στην Αντιόχεια (381), χειροτονήθηκε διάκονος από τον άγιο Μελέτιο [12 Φεβρ.] και, εν συνεχεία, δύο χρόνια αργότερα (383), πρεσβύτερος από τον διάδοχό του Φλαβιανό. Έγινε δεκτός μετά χαράς από τον λαό και για δώδεκα χρόνια ανέλαβε την πραγματική πνευματική καθοδήγηση της μεγάλης μητροπόλεως, η οποία τον καιρό εκείνο χειμαζόταν, από πολλά ήδη χρόνια, ευρισκόμενη σε μια αξιοθρήνητη εκκλησιαστική κατάσταση. Λέγεται ότι, τη στιγμή της χειροτονίας του, ορισμένοι είδαν μία λευκή περιστερά να κάθεται στο κεφάλι του και, πράγματι, η Χάρις του Αγίου Πνεύματος, που την ημέρα της Πεντηκοστής κατέβηκε στους Αποστόλους με τη μορφή πύρινων γλωσσών, κατοικούσε έκτοτε στον Ιωάννη και έδινε στον θεσπέσιο λόγο του τη δύναμη του θείου Πυρός. Η ευγλωττία του ήταν τόσο λαμπρή, που μάζευε σε κάθε ομιλία του στους διάφορους ναούς ολόκληρη την πόλη και στο εκκλησίασμα γεννούσε τόσο μεγάλο ενθουσιασμό, που συχνά τον διέκοπταν θυελλώδεις επευφημίες. Τα λόγια του ήταν όμοια με τα πλούσια νερά του ποταμού που «ευφραίνουν την πόλη του Θεού» (Ψαλμ. 45, 5)· εισέδυαν βαθειά στις καρδιές και ύψωναν τη ψυχή προς τον Θεό και προς τον έρωτα της αρετής. Από όλους τους αγίους Πατέρες, αυτός που διέπρεψε περισσότερο στη θεόφθογγη ευφράδεια ήταν ο Ιωάννης, και για τον λόγο αυτό έγινε σύντομα θεοφώτιστη συνήθεια να του αποδίδουν καίρια την ονομασία: «Χρυσόστομος»! Το κήρυγμά του ήταν θεμελιωμένο κυρίως στην Αγία Γραφή, στο άφθαρτο μέλι της οποίας είχε με φιλοπονία εντρυφήσει όταν ασκήτευε μόνος στην ερημία των βουνών έξω από την Αντιόχεια· αρεσκόταν να επεξηγεί βιωματικά το κατά γράμμα νόημά της και να φανερώνει τη μυστική ενότητα του θεϊκού σχεδίου που αποκαλύπτει, εφαρμόζοντάς το πάντα στην άμεση χριστιανική ζωή. Έφθανε στη θεωρία της αβύσσου των θείων μυστηρίων και βολιδοσκοπούσε τον πλούτο των δογμάτων, γνώριζε όμως άριστα να καταδεικνύει πώς αυτά βρίσκουν πρακτικά την αντανάκλασή τους στις ευαγγελικές αρετές: συγκεκριμένα την ελεημοσύνη, τη δικαιοσύνη, την ταπεινοφροσύνη, τη μετάνοια και τη συντριβή της καρδίας, που βασίζεται στην εμπιστοσύνη στο άπειρο μεγαλείο του ελέους του Θεού. Γι’ αυτό και συχνά τον αποκαλούσαν «Κήρυκα του ελέους», αλλά και «Φωτισμένο οφθαλμό της μετανοίας». Δεν αρκούνταν, ωστόσο, στο κήρυγμα, οργάνωνε επίσης τη φιλανθρωπία, διηύθυνε τις τελετές, τις μυσταγωγίες και τις προσευχές, ασχολούνταν με τον καθέναν όπως ακριβώς και με την ίδια του τη ψυχή και ενεργούσε ως διαιτητής σε δημόσιες υποθέσεις, όπως το γκρέμισμα των αγαλμάτων του αυτοκράτορα Θεοδοσίου από τον εξεγερμένο λαό (387), που δίχως τη μεσολάβηση του αγίου, θα επέσυρε αιματηρά κατασταλτικά μέτρα.

     Το 397 εκοιμήθη ο αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως Νεκτάριος [11 Οκτ.] και ο χηρεύων θρόνος έγινε αντικείμενο δριμείας αντιζηλίας, ιδιαιτέρους εκ μέρους του Θεοφίλου, τότε αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας, που φθονώντας την αυξανόμενη επιρροή της Βασιλεύουσας, επιθυμούσε να τοποθετήσει εκεί έναν από τους ανθρώπους της δικής του εύνοιας και εμπιστοσύνης, τον Ισίδωρο. Η φήμη όμως του Ιωάννη είχε κατά πολύ ξεπεράσει τα σύνορα της επαρχίας της Αντιόχειας και εμφανιζόταν ως ο μόνος πραγματικά άξιος να αναλάβει το αξίωμα αυτό. Υπό την πίεση του ευνούχου και αυτοκρατορικού σύμβουλου, του Ευτροπίου, ο αυτοκράτορας Αρκάδιος τον όρισε αρχιεπίσκοπο και τον έφερε στην Κωνσταντινούπολη, χάρη σε ένα στρατήγημα για να τον φέρει προ τετελεσμένου γεγονότος, αφού ήταν πασίγνωστο πως η ταπεινοφροσύνη του αγίου δεν θα τον άφηνε ποτέ να δεχθεί ένα παρόμοιο αξίωμα. Ενθρονίσθηκε τον Φεβρουάριο του 398, από τον Θεόφιλο της Αλεξανδρείας, που του κρατούσε από τότε βαθειά και κρυφή έχθρα. Μόλις έγινε επίσκοπος, τα χαρίσματα και η αγιότητά του κυριολεκτικά έλαμψαν παντού. Κήρυττε ακούραστα παντού, συγκεντρώνοντας αναρίθμητα πλήθη που τον άκουγαν με δέος και ενθουσιασμό. Έδειχνε πατρική αγάπη για τους πιστούς και τους μιλούσε με οικειότητα, χαίροντας ειλικρινά για τις προόδους τους στην αρετή και χύνοντας καυτά δάκρυα, όταν οι ουράνιες διδαχές του έμεναν, εξαιτίας της σκληρότητας και της αμετανοησίας των ανθρώπων, ατελέσφορες. Ξένος προς κάθε είδους δουλικής ευγνωμοσύνης απέναντι στους ισχυρούς της αυλής που είχαν στηρίξει αρχικά τη χειροτονία του, δεν άργησε να επιτεθεί στη σκανδαλώδη υπερπολυτέλεια, την αναίσχυντη τρυφή, την υποκριτική ευλάβεια των πλουσίων αρχόντων, δίχως, ωστόσο, να τους καταδικάζει ονομαστικά. Έδωσε ο ίδιος το παράδειγμα της χριστοευαγγελικής πτωχείας, αφαιρώντας κάθε πολυτέλεια που συνδεόταν εθιμοκρατικά με το πρόσωπο του επισκόπου. Πούλησε υπάρχοντα της αρχιεπισκοπής και αντικείμενα αξίας για να μοιράσει τα χρήματα στους φτωχούς και να κτίσει νοσοκομεία και ξενώνες. Δεν είχε τίποτε δικό του, δεν είχε τίποτε στην κατοχή του και σταδιακά απαλλάχθηκε από κάθε ψυχοφθόρα φροντίδα που συνδεόταν από δεξιώσεις και επίσημα γεύματα. Έτρωγε πάντα μόνος, ίσα-ίσα για να συντηρεί το ασθενικό και λιπόσαρκο σώμα του, και δεν δεχόταν ποτέ προσκλήσεις, με σκοπό να αποφύγει συνειδητά τις μάταιες κοσμικές συντυχίες. Αντιθέτως, η φιλοξενία του ήταν απλόχερη, επισκεπτόταν ο ίδιος αρρώστους και φυλακισμένους, βοηθούσε ολοπρόθυμα τους φτωχούς και όσους είχαν ανάγκη. Για να αποσπά τον λαό από τα ανωφελή αγωνίσματα και θεάματα, οργάνωνε λιτανείες και ψαλμωδίες που αντηχούσαν στην Πόλη από το πρωί ως το βράδυ. Τελούνταν συχνά ιερές αγρυπνίες, έτσι ώστε όσοι εργάζονταν την ημέρα να έχουν τη δυνατότητα να έρχονται να προσευχηθούν μέσα στην ησυχία και τη κατάνυξη της νύχτας. Ο Ιωάννης προέτρεπε, εξάλλου, τον καθένα να διακόπτει τον ύπνο του για να αφιερώσει λίγο χρόνο στην προσευχή. Τότε μάλιστα ήταν που συνέθεσε τις ευχές της θείας Λειτουργίας που τελούμε επ’ ακριβώς μέχρι σήμερα. Όταν λειτουργούσε, έβλεπε συχνά να κατεβαίνει από τον ουρανό πλήθος αγγέλων που έρχονταν να σταθούν κυκλικά γύρω από το Θυσιαστήριο. Παρ’ όλα τα ποιμαντικά του καθήκοντα, πρώτη του ασχολία ήταν η προσευχή και η μελέτη της Αγίας Γραφής. Απορροφούνταν τόσο σε αυτήν, που λησμονούσε να λάβει τροφή και να αναπαυθεί. Μια νύχτα, ο μαθητής του Πρόκλος [20 Νοεμ.], που ήταν κοντά του και τον διακονούσε, κοίταξε κρυφά στο κελλί του και είδε με έκπληξη ότι ο ίδιος ο Απόστολος Παύλος στεκόταν στο πλάι του σεπτού ιεράρχου και του υπαγόρευε την ερμηνεία των επιστολών του. Ο ζήλος του Ιωάννη για την αρετή επεκτεινόταν σε όλο το περιβάλλον, και δεν άργησε να επιδοθεί με ενεργητικότητα να διορθώσει τα παρακμιακά ήθη του κλήρου, φροντίζοντας δε μάλιστα να αφορισθούν ορισμένοι σιμωνιακοί επίσκοποι. Επέδειξε μεγάλο και έμπρακτο ενδιαφέρον για τις ιεραποστολές και τη διάδοση του Ευαγγελίου στου βαρβάρους, ιδιαιτέρως στους Γότθους, στους οποίους μάλιστα προσέφερε μία εκκλησία στην Κωνσταντινούπολη.

     Όλη αυτή η πολυεδρική ποιμαντική δραστηριότητα όμως, και η αποφασιστικότητα για την αντιμετώπιση των ηθών, γέννησαν πολύ σύντομα την εχθρότητα κατά του αγίου επισκόπου σε ορισμένες θεοσεβείς αρχόντισσες και σε κοσμικόφρονες επισκόπους, που εκμεταλλεύθηκαν κάθε πρόφαση για να τον διαβάλλουν παντού. Ο Θεόφιλος Αλεξανδρείας εκμεταλλεύθηκε επίσης τις διαδόσεις αυτές και την πατρική προστασία που είχε προσφέρει ο Ιωάννης προς τους αδικημένους Μακρούς Αδελφούς, οι οποίοι χαρακτηρίσθηκαν σφαλερώς ωριγενιστές και διέφυγαν στανικά από τη Νιτρία [20 Ιουλ.], για να τον κατηγορήσει με κάθε εμπάθεια και να προκαλέσει την εκθρόνισή του από τη Σύνοδο της Δρυός, αποτελούμενη αποκλειστικά από οπαδούς του (403). Αντί να απαντήσει στις καταφανώς ψευδείς κατηγορίες και στις ραδιουργίες της αυλής, ο Ιωάννης προτίμησε να μιμηθεί τον Χριστό, που κράτησε σιγή ενώπιον των κατηγόρων Του και παραδόθηκε εκουσίως στο Πάθος ως αμνός προς σφαγήν. Άφησε λοιπόν να κατηγορηθεί και να καθαιρεθεί και, παρά το γεγονός ότι ο λαός ήταν έτοιμος να εξεγερθεί για να υπερασπίσει με πάθος τον πολυαγαπημένο του ποιμενάρχη, παραδόθηκε ο ίδιος στους στρατιώτες που τον οδήγησαν στην εξορία στη Βιθυνία. Αμέσως όμως, μετά την εσπευσμένη και αθόρυβη αναχώρηση του αγίου, ένας ισχυρός σεισμός συγκλόνισε την πρωτεύουσα, ακολουθούμενος και από άλλες καταστροφές που έκαναν την αυτοκράτειρα Ευδοξία να συναισθανθεί, έστω πρόσκαιρα, το σφάλμα της και να καλέσει πίσω τον Ιωάννη μέσα στον πάνδημο ενθουσιασμό του λαού.

     Επιστρέφοντας στον θρόνο του, ο Ιωάννης δεν ήταν, παρά ταύτα, διατεθειμένος να κάνει συμβιβασμούς. Η σχετική σύμπνοια με την αυτοκράτειρα κράτησε μονάχα λίγους μήνες· μέχρι εκείνη να ανεγείρει αλαζονικά προς τιμήν της άγαλμα εν μέσω επιδεικτικών εορτών και θορυβωδών εκδηλώσεων που αναστάτωσαν τις εκκλησιαστικές ακολουθίες και έγιναν αιτία να κατακριθεί εκ νέου ο άγιος Ιωάννης για τη δίκαιη αντίδρασή του. Οι ραδιούργοι επωφελήθηκαν της τροπής αυτής για να περάσουν ξανά στην επίθεση: ο Θεόφιλος και οι περί αυτόν κατόρθωσαν να πείσουν τον αυτοκράτορα να μην παραστεί στις ακολουθίες του Πάσχα στις οποίες χοροστατούσε ο Ιωάννης (404), με το πρόσχημα ότι κατείχε τον θρόνο αντικανονικά. Ο Αρκάδιος προχώρησε ασυλλόγιστα στην εκδίωξη του ταπεινού επισκόπου από την εκκλησία του και διέταξε να διωχθεί ο κλήρος που παρέμενε πιστός στον άγιο, καθώς και οι πιστοί στις εκκλησίες, την ιερή στιγμή που τελούνταν οι βαπτίσεις κατά το Μεγάλο Σάββατο, με αποτέλεσμα να χυθεί μαρτυρικό αίμα στις κολυμβήθρες. Οι ταραχές συνεχίσθηκαν και τις επόμενες ημέρες μετά το Πάσχα. Ο Ιωάννης κρατούνταν έγκλειστος στο μέγαρό του, στενά και αυστηρά επιτηρούμενος από στρατιώτες. Τέλος, λίγες ημέρες μετά την Πεντηκοστή, παρά τους φόβους της Ευδοξίας μήπως επαναληφθούν οι καταστροφές της προηγούμενης αναχώρησής του, ο αυτοκράτορας αποφάσισε τελικά να διατάξει την εξορία του Ιωάννη. Εκείνος πάλι παραδόθηκε όπως πρώτα οικειοθελώς, ο έκρυθμος λαός όμως που συγκεντρώθηκε γύρω από την Αγία Σοφία βρισκόταν σε μεγάλο αναβρασμό, ξέσπασαν συγκρούσεις και έπιασε δυνατή φωτιά καταστρέφοντας μεγάλο τμήμα του καθεδρικού ναού και του παλατιού της Συγκλήτου. Δεν παρέβλεψαν, βέβαια, να κατηγορήσουν για το γεγονός του οπαδούς του αγίου, τους λεγομένους «Ιωαννίτες», και να βρουν ποταπό άλλοθι και κίνητρο για να τους καταδιώξουν με απίστευτο μίσος.

     Εν τω μεταξύ, ο Ιωάννης υφίστατο τις κακουχίες μιας αβάσταχτα πικρής εξορίας. Οδηγημένος πρώτα στη Νίκαια, μεταφέρθηκε κατόπιν στην Κουκουσό (Μικρή Αρμενία), όπου δεινοπάθησε από το τραχύ κλίμα, την πείνα, τις επιδρομές των βαρβάρων και την απομόνωση. Απαρασάλευτος, ωστόσο, στο θάρρος του και στην ελπίδα του, δεν έπαυσε, παρά ταύτα, να ενδυναμώνει με άφθονη αλληλογραφία όσους υφίσταντο την εξορία και τις διώξεις για χάρη του. Ιδιαίτερα οι επιστολές του αγίου προς τη σεμνή διακόνισσα και πιστή του μαθήτρια, Αγία Ολυμπιάδα [25 Ιουλ.], προσφέρουν μια εξαιρετική όσο και συγκινητική διδασκαλία για τη χριστιανική ελπίδα. Η δραματική κατάστασή του γέννησε το ενδιαφέρον του πάπα Ρώμης Ιννοκέντιου, ο οποίος προσπάθησε μεν να τον στηρίξει, δίχως επιτυχία όμως. Καθώς η παρουσία του και μόνον αποτελούσε έλεγχο και καταδίκη των εχθρών του, επιχείρησαν να τον μεταφέρουν σε ακόμη πιο αφιλόξενο τόπο, στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας, στους πρόποδες του Καυκάσου. Δίχως να σεβασθούν την ηλικία, τη θέση και την ασθενική του υγεία, ανάγκασαν τον άγιο επίσκοπο να οδοιπορεί με όλους τους καιρούς σε δρόμους τραχείς και δύσβατους. Μετά από τρεις μήνες έφθασαν στα Κόμανα του Πόντου και σταμάτησαν κοντά σε ένα εκκλησάκι αφιερωμένο στον τοπικό μάρτυρα άγιο Βασιλίσκο [22 Μαΐου]. Κατά τη διάρκεια της νύχτας, ενώ ο Ιωάννης προσευχόταν, παρά τη μεγάλη του εξάντληση, του φανερώθηκε ο άγιος και του είπε: «Θάρρος, αδελφέ μου Ιωάννη, από αύριο θα είμαστε μαζί!», Το πρωί, ζήτησε λευκά ρούχα, κοινώνησε ήρεμος των αχράντων Μυστηρίων και παρέδωσε οσιακά τη ψυχή του στον Θεό λέγοντας: «Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν!» (14 Σεπτεμβρίου 407). Επειδή η κοίμηση του αγίου έλαβε χώρα στις 14 Σεπτεμβρίου, την ημέρα που εορτάζεται η Ύψωσις του Τιμίου Σταυρού, η μνήμη του μετατέθηκε στις 13 Νοεμβρίου, ώστε να εορτάζεται περισσότερο πανηγυρικά.

     Η Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως για πολλά χρόνια ακόμη δοκιμαζόταν από το σχίσμα των «Ιωαννιτών», καθώς οι οπαδοί του Ιωάννη δεν αναγνώριζαν τους αντικαταστάτες που τοποθέτησε ο αυτοκράτορας. Όταν αποκαταστάθηκε η ειρήνη και αναγνωρίσθηκε ομόφωνα η αγιότητα του Ιωάννου, τα τίμια λείψανά του επέστρεψαν θριαμβευτικά στη Βασιλεύουσα (438). Η εορτή της ανακομιδής των ιερών λειψάνων του Χρυσορρήμονος μνημονεύεται στις 27 Ιανουαρίου.

—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—

Ἦχος πλ. δ΄.

Ἡ τοῦ στόματός σου καθάπερ πυρσός, ἐκλάμψασα χάρις τὴν οἰκουμένην ἐφώτισεν, ἀφιλαργυρίας τῷ κόσμῳ θησαυροὺς ἐναπέθετο, τὸ ὕψος ἡμῖν, τῆς ταπεινοφροσύνης ὑπέδειξεν. Ἀλλὰ σοῖς λόγοις παιδεύων, Πάτερ Ἰωάννη Χρυσόστομε, πρέσβευε τῷ Λόγῳ Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.    

—ΕΤΕΡΟΝ ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—

Ἦχος γ΄. Θείας πίστεως.

Στόμα πάγχρυσον, τῆς Ἐκκλησίας, ρήτωρ ἔνθεος, τῆς εὐσεβείας, ἀνεδείχθης Ἰωάννη Χρυσόστομε· καταυγασθεὶς γὰρ τῇ αἴγλῃ τοῦ Πνεύματος, λόγους ζωῆς ἀναβλύζεις τοῖς πέρασι. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—

Ἦχος πλ. β΄. Τὴν ὑπὲρ ἡμῶν.

Ἐκ τῶν οὐρανῶν, ἐδέξω τὴν θείαν χάριν, καὶ διὰ τῶν σῶν χειλέων πάντας διδάσκεις, προσκυνεῖν ἐν Τριάδι, τὸν ἕνα Θεόν, Ἰωάννη Χρυσόστομε, παμμακάριστε Ὅσιε, ἐπαξίως εὐφημοῦμέν σε· ὑπάρχεις γὰρ καθηγητής, ὡς τὰ θεῖα σαφῶν.

—ΕΤΕΡΟΝ ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—

Ἦχος πλ. δ΄. Τῇ ὑπερμάχῳ.

Τὸν ποταμὸν τῆς Ἐκκλησίας τὸν χρυσόρρειθρον, καὶ εὐσεβείας τὴν κιθάραν τὴν χρυσόφθογγον, τὸν Χρυσόστομον αἰνέσωμεν Ἰωάννην· χρυσουργίᾳ γὰρ τοῦ λόγου κατεχρύσωσε, τὰς καρδίας τῶν πιστῶν καὶ τὰ νοήματα. Τούτῳ λέγοντες, χαῖρε θεῖε Χρυσόστομε.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—

Χαίροις ὁ χρυσόρρειθρος ποταμός, ὁ τὴν οἰκουμένην, καταρδεύων νᾶμα χρυσοῦν· χαίροις ὁ τὴν γλῶτταν, χρυσοῦς καὶ τὴν καρδίαν, Χρυσόστομε τρισμάκαρ, Πατριαρχῶν ἡ κρηπίς.


[ Ιερομονάχου

Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου:

«Νέος Συναξαριστής

της Ορθοδόξου Εκκλησίας,

Τόμος 3ος (Νοέμβριος),

σελ. 136–142.

Διασκευή εκ του Γαλλικού:

Ξενοφών Κομνηνός.

Εκδόσεις «Ίνδικτος».

Αθήναι, Απρίλιος 20122.

Επιμέλεια ανάρτησης:

π. Δαμιανός. ]

Επιτρέπεται

η αναδημοσίευση αναρτήσεων

από το «Ειλητάριον»,

αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα

ως πηγή προέλευσης.

https://toeilhtarion.blogspot.com/2020/11/blog-post_13.html


26 Οκτωβρίου, 2024

Ο ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΗΣ ΑΙΜΟΡΡΟΟΥΣΗΣ ΓΥΝΑΙΚΟΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΚΟΡΗΣ ΤΟΥ ΙΑΕΙΡΟΥ

Κανένας λοιπὸν ἂς μὴν ὀδύρεται, κι ἂς μὴ θρηνεῖ, κι ἂς μὴ δυσφημεῖ τὸ κατόρθωμα τοῦ Χριστοῦ. Γιατί νίκησε τὸν θάνατο. Τί θρηνεῖς λοιπὸν ἄδικα; Ὁ θάνατος μεταβλήθηκε σὲ ὕπνο. Γιατί ὀδύρεσαι καὶ κλαῖς; Ἔτσι, ἐὰν τὸ ἔκαναν αὐτὸ οἱ εἰδωλολάτρες, ἔπρεπε νὰ τοὺς περιγελᾷς. Ὅταν ὅμως διαπράττει τέτοιες ἀσχημίες ὁ πιστὸς Χριστιανός, ποιά δικαιολογία καὶ ποιά συγγνώμη ὑπάρχει γιά μᾶς στὶς τέτοιες ἀνοησίες μας καὶ μάλιστα ὕστερα καὶ ἀπὸ τόσον καιρό, κι ἀπὸ τόσο ξεκάθαρη ἀπόδειξη τῆς ἀναστάσεως; Ἐσὺ ὅμως σπεύδεις σὰν νὰ θέλεις νὰ αὐξήσεις τὸ ἁμάρτημα, καὶ μᾶς φέρνεις εἰδωλολάτρισσες γυναῖκες γιὰ νὰ θρηνήσουν αὐξάνοντας κατ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο τὸ πένθος καὶ ζωηρεύοντας τὴν φωτιὰ τῆς καμίνου, χωρὶς νὰ ἀκοῦς τὸν Παῦλο ποὺ λέγει: «Τίς δὲ συμφώνησις Χριστῷ πρὸς Βελίαλ; ἢ τίς μερὶς πιστῷ μετὰ ἀπίστου; (:Ποιά συμφωνία μπορεῖ νὰ ὑπάρξει μεταξὺ τοῦ Χριστοῦ μὲ τὸν Σατανᾶ καὶ ποιό κοινὸ μερίδιο μπορεῖ νὰ ἔχει ἕνας πιστὸς μὲ ἕναν ἄπιστο;)» [Β΄ Κορ. 6,15].

Καὶ τὰ παιδιὰ τῶν εἰδωλολατρῶν, ποὺ δὲν ἔχουν καμιὰ γνώσῃ γιὰ τὴ ἀνάσταση, βρίσκουν ὡστόσο λόγους παρηγοριᾶς. «Ὑπόμενε μὲ γενναιότητα», λένε· «διότι δὲν μπορεῖς νὰ ἀκυρώσεις ὅ,τι ἔγινε, οὔτε νὰ τὸ ἐπανορθώσεις μὲ τοὺς θρήνους σου». Ἐσὺ ὅμως ποὺ ἀκοῦς πιὸ πνευματικοὺς καὶ πιὸ ὠφέλιμους λόγους, δὲν ντρέπεσαι νὰ προβαίνεις σὲ μεγαλύτερες ἀπ᾿ αὐτοὺς ἀσχημίες; Οὔτε λέμε· «Ὑπόμεινε μὲ γενναιότητα, ἐπειδὴ δὲν μποροῦμε νὰ ἀκυρώσουμε ὅ,τι ἔγινε». Ἀλλὰ λέμε: «Ὑπόμεινε μὲ γενναιότητα, γιατί θὰ ἀναστηθεῖ ὁπωσδήποτε». Κοιμᾷται τὸ παιδί, δὲν πέθανε. Ἀναπαύεται, δὲν χάθηκε. Τὸ περιμένει ἀνάσταση καὶ παντοτινὴ ζωὴ καὶ ἀθανασία καὶ κατάσταση ἀγγελική. Δὲν ἀκοῦτε τὸν ψαλμὸ ποὺ λέει: «ἐπίστρεψον, ψυχή μου, εἰς τὴν ἀνάπαυσίν σου, ὅτι Κύριος εὐηργέτησέ σε (:Γύρισε, ψυχή μου, στὴν ἀνάπαυσή σου, γιατί ὁ Κύριος σὲ εὐεργέτησε)»; [Ψαλμ. 114,7]. Εὐεργεσία ὀνομάζει ὁ Θεὸς τὸ πρᾶγμα καὶ σὺ θρηνεῖς;

Καὶ τί περισσότερο θὰ ἔκανες, ἂν ἤσουν ἀντίπαλος κι ἐχθρὸς ἐκείνου ποὺ πέθανε; Ἄν πρέπει νὰ θρηνεῖ κάποιος, πρέπει νὰ θρηνεῖ ὁ διάβολος. Ἐκεῖνος ἂς θρηνεῖ καὶ ἂς ὀδύρεται, γιατί ἀκολουθοῦμε τὴν ὁδὸ ποὺ ὁδηγεῖ σὲ μεγαλύτερα ἀγαθά. Σὲ ἐκείνου τὴν πονηρία ἀξίζει αὐτὸς ὁ θρῆνος, ὄχι σὲ ἐσένα ποὺ πρόκειται νὰ λάβεις ὡς ἀμοιβὴ τὸν στέφανο καὶ νὰ ἀναπαυθεῖς, καθόσον ὁ θάνατος εἶναι λιμάνι γαλήνιο. Κοίταξε πόσα κακὰ γεμίζουν τὴ ζωὴ αὐτή· τὰ πράγματα προχωροῦν στὸ χειρότερο καὶ ἀπ᾿ τὴν ἀρχὴ δὲν ἦταν μικρὴ ἡ καταδίκη ποὺ ἔλαβες ὡς κληρονομιὰ ἀπὸ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα: «Ἐν λύπαις τέξῃ τέκνα (:Μὲ λῦπες θὰ γεννᾷς τὰ παιδιά σου)», λέει [Γέν. 3,16]· καὶ «ἐν ἱδρῶτι τοῦ προσώπου σου φαγῇ τὸν ἄρτον σου (:Μὲ τὸν ἱδρῶτα τοῦ προσώπου σου θὰ φᾷς τὸ ψωμὶ σου)» [Γέν. 3,17]· καὶ «ἐν τῷ κόσμῳ θλῖψιν ἕξετε (:Μέσα στὸν κόσμο θὰ δοκιμάσετε θλίψη)» [Ἰω. 16,33].

Γιὰ τὴν ἐκεῖ ζωὴ ὅμως τίποτα τέτοιο δὲν ἔχει λεχθεῖ, ἀλλὰ ἐξ ὁλοκλήρου τὸ ἀντίθετο· «ἀπέδρα ὀδύνη, λύπη καὶ στεναγμός (:Δὲν ὑπάρχει ἐκεῖ ὁ πόνος, ἡ λύπη κι ὁ στεναγμός)» [Ἠσ. 35,10] καὶ «πολλοὶ ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ δυσμῶν ἥξουσι καὶ ἀνακλιθήσονται μετὰ Ἀβραὰμ καὶ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακὼβ ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν (:Σας διαβεβαιώνω λοιπὸν ὅτι πολλοὶ σὰν τὸν ἑκατόνταρχο θὰ ἔλθουν ἀπὸ ἀνατολὴ καὶ δύσῃ, ἀπ᾿ ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου, καὶ θὰ καθίσουν μαζὶ μὲ τὸν Ἀβραάμ, τὸν Ἰσαὰκ καὶ τὸν Ἰακὼβ στὸ εὐφρόσυνο δεῖπνο τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν)» [Ματθ. 8,11]· καὶ ὅτι ἡ ζωὴ ἐκεῖ εἶναι παστάδα πνευματικὴ καὶ λαμπάδες φαιδρὲς καὶ μετάσταση πρὸς τὸν οὐρανό.

[...] Μὲ τέτοιες σκέψεις λοιπὸν ἂς συγκρατούμαστε. Ἔτσι καὶ τὸν νεκρό μας εὐχαριστοῦμε καὶ θὰ λάβουμε τοὺς ἐπαίνους πολλῶν ἀνθρώπων καὶ ἀπ᾿ τὸν Θεὸ θὰ λάβουμε τοὺς μεγάλους μισθοὺς τῆς ὑπομονῆς καὶ θὰ κερδίσουμε τὰ αἰώνια ἀγαθά. Αὐτὰ μακάρι νὰ τὰ ἐπιτύχουμε ὅλα μέ τὴν χάρη καὶ τὴν φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, στὸν ὁποῖο ἀνήκει ἡ δόξα καὶ ἡ δύναμη στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ
https://ethnegersis.blogspot.com/2024/10/841-56.html

06 Σεπτεμβρίου, 2023

Ὁμιλία περὶ ἐλπίδος Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος

 Ἐνστερνίσου τοὺς ἀσκητικοὺς πόνους καὶ ἀπόφευγε τὶς διαβολικὲς παγίδες. Βλέπε τὸν Παῦλον καὶ τρέχοντα καὶ παλεύοντα καὶ πυγμαχοῦντα. Ἔτσι τρέχω, λέει ὁ Παῦλος, γιὰ νὰ ἐπιτύχω, ἔτσι πυγμαχῶ, ὄχι σὰν νὰ γροθοκοπῶ τὸν ἀέρα, ἀλλὰ προετοιμάζω τὸ σῶμα μου μήπως ἐγὼ ποὺ διακηρύττω αὐτὰ βρεθῶ ἀπροετοίμαστος. Τρέχε, λοιπὸν, γιὰ νὰ ἐπιτύχεις, μὲ τὶς γροθιὲς πάλευε γιὰ νὰ νικήσεις τὸν ἐχθρό. Ἄλειφε τὸ σῶμα σου μὲ τὸ λάδι τῆς εὐσέβειας. Κατέχεις τὰ τεχνάσματα τῆς πάλης, πού σοῦ κληρονόμησαν οἱ Ἅγιοι Πατέρες. Πάρε ἀπὸ τὸν Μωυσῆ τὴν ἀνεξικακία, ἀπὸ τὸν Ἰωσὴφ τὴ σωφροσύνη, ἀπὸ τὸ Δαυὶδ τὴν πραότητα, ἀπὸ τὸν Ἠλία τὴν παρθενία, ἀπὸ τὸν Ἐλισσαῖο τὴ νηστεία, ἀπὸ τὸν Ἠσαία τὴν ἀκτημοσύνη, ἀπὸ τὸν Πέτρο καὶ τὸν Παῦλο τὴν πίστη, ἀπὸ τὸν Χριστὸ τὴν ἀγάπη, ὥστε ἀφοῦ σὲ ὅλα ἀγωνιστεῖς μὲ καλὸ τρόπο, στὸ τέλος δεχτεῖς τῆς νίκης τὰ βραβεῖα ἀπὸ τὸ ἴδιο τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ.

Εἶσαι Ποιμένας τῶν λογικῶν προβάτων τοῦ Χριστοῦ; Τὰ πρόβατα φύλαγε στὸ μαντρί. Ἐκεῖνα ποὺ ἔχασαν τὸ δρόμο ἀναζήτησέ τα καὶ γύρισέ τα στὸ μαντρί. Ἐκεῖνα ποὺ τραυματίστηκαν περιποιήσου τὰ τραύματά τους. Αὐτὰ ποὺ δάγκωσε ὁ λύκος θεράπευσε. Τοὺς λύκους ἀπομάκρυνε. Τοὺς σκύλους, ποὺ δὲν τοὺς παίρνει ὁ ὕπνος καὶ γαυγίζουν ὑπὲρ τοῦ ποιμνίου ἀλλὰ κρυφὰ ἀλλοιῶς συμπεριφέρονται, ἀπομάκρυνε.

Τὴν ἀειθαλῆ χλόη ποὺ βλάστησε ἀπὸ τὴ Μαρία σύστηνε, τὴν ἀθάνατη πηγὴ τοῦ βαπτίσματος ὑπογράμμιζε, μὲ δάκρυα σπόγγισε τὸ πρόβατο ποὺ λαβώθηκε. Κάθε πόνο καὶ κάθε κόπο νὰ ὑπομένεις, ὥστε ὅταν φανερωθεῖ ὁ Ἀρχιποιμένας Χριστὸς νὰ δεχτεῖς τὸ ἁμαράντινο τῆς δόξας στεφάνι.

Εἶσαι πρόβατο; Νὰ εἶσαι πιστὸς στὸν ποιμένα σου, νὰ μὴ φεύγεις ἀπὸ τὸ μαντρί, ἐνστρερνίσου τὴν πίστη, ἀπὸ τὸ ραβδὶ τοῦ ποιμένα μὴν ξεφεύγεις, γιατί δὲν σὲ χτυπάει γιὰ νὰ σὲ σκοτώσει, ἀλλὰ νὰ σὲ προστατέψει ἀπὸ τὴν πλάνη.

Τὸ ἄνθος ποὺ βλάστησε ἀπὸ τὴ ρίζα τοῦ Ἰεσσαὶ μοίρασέ το παντοῦ, μὲ τὴν ἀθάνατη πηγὴ ποὺ ἀναβλύζει ἀπὸ τὴν κοφτερὴ πέτρα πότιζε, ὥστε στὴν μάντρα τῆς τρυφῆς νὰ μὴ συνάγεις πλοῦτο, ποὺ πρέπει νὰ μὴν σὲ συγκινεῖ. Ἀπόφυγε νὰ φροντίζεις γιὰ τὴν ἀπόκτηση χρημάτων. Μὴ συνάγεις χρήματα, ἀπὸ τὰ ὁποία ἐκπορεύονται τὰ ἐγκλήματα, ἀλλὰ μοίρασε πλουσιοπάροχα τροφὴ στοὺς φτωχούς, ἐλπίζοντας ὅτι ἄφθονο καὶ ὥριμο θὰ θερίσεις τὸν καρπὸν τῆς ψυχῆς.

Ἐσὺ φτωχὲ νὰ μὴ λιποψυχᾶς, νὰ μὴν ἀπαρνιέσαι τὴ ζωή, νὰ μὴ βλαστημήσεις, ἀλλὰ νὰ εὐχαριστεῖς, νὰ ὑπομένεις τὸ μικρῆς χρονικῆς διάρκειας σακκίδιο τῆς φτώχειας, νὰ βάζεις στὸ μυαλό σου τὸ Λάζαρο καὶ πάρε δύναμη ἀπὸ τὴν ἐλπίδα αὐτή, γιατί θὰ ἔχεις τὴν τύχη καὶ ἐσὺ νὰ ἀναπαύεσαι στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ Ἀβραάμ. Ἐκεῖ καὶ ἐμᾶς τοὺς ἴδιους ὁ τῶν πάντων Δεσπότης Θεὸς μακάρι νὰ ἀξιώσει νὰ βρεθοῦμε, ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν, στὸν ὁποῖο ἀνήκει ἡ δόξα καὶ ἡ δύναμη, μαζὶ μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

https://agiazoni.gr/%e1%bd%81%ce%bc%ce%b9%ce%bb%ce%af%ce%b1-%cf%80%ce%b5%cf%81%e1%bd%b6-%e1%bc%90%ce%bb%cf%80%ce%af%ce%b4%ce%bf%cf%82/

18 Μαρτίου, 2023

Γ΄Κυριακή των Νηστειών (Σταυροπροσκυνήσεως) Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος

«Ος γὰρ ἂν θέλῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσει αὐτήν· ὃς δ᾿ ἂν ἀπολέσῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἕνεκεν ἐμοῦ, εὑρήσει αὐτήν. τί γὰρ ὠφελεῖται ἄνθρωπος ἐὰν τὸν κόσμον ὅλον κερδήσῃ, τὴν δὲ ψυχὴν αὐτοῦ ζημιωθῇ; ἢ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ; (: Διότι εκείνος ο οποίος θέλει να σώσει τη ζωή του, αυτός θα τη χάσει. Εκείνος δε που θα χάσει τη ζωή του εξαιτίας μου, αυτός θα τη βρει. Διότι τι έχει να ωφεληθεί ο άνθρωπος, εάν κερδίσει τον κόσμο όλο, ζημιωθεί όμως την ψυχή του; Ή τι είναι δυνατόν να δώσει ο άνθρωπος αντάλλαγμα της ψυχής του;» [Ματθ. 16, 25-26]. Αυτό δε που λέγει, σημαίνει: όχι από έλλειψη λύπης προς εσάς, αλλά από υπερβολική  φροντίδα παραγγέλλω αυτά. Καθ’ όσον εκείνος ο οποίος λυπείται να τιμωρήσει το παιδι  του, το καταστρέφει και το οδηγεί στην απώλεια· εκείνος όμως ο οποίος δεν το λυπάται, το διασώζει. Τούτο έλεγε και κάποιος σοφός: «σὺ μὲν γὰρ πατάξεις αὐτὸν ῥάβδῳ, τὴν δὲ ψυχὴν αὐτοῦ ἐκ θανάτου ῥύσῃ (: διότι εσύ μεν θα χτυπήσεις το σώμα του υιού σου με τη ράβδο, όμως δε θα πεθάνει από αυτό· θα ελευθερώσεις ωστόσο την ψυχή του από την απώλεια και τον αιώνιο θάνατο» [Παροιμ. 23, 14]· και πάλι: «περιψύχων υἱὸν καταδεσμεύσει τραύματα αὐτοῦ (: Εκείνος που παραχαϊδεύει  το παιδί του,  έπειτα θα του επιδένει τις πληγές του)»[ Σοφ. Σειρ. 30, 7]· τούτο γίνεται στα στρατόπεδα. Αν δηλαδή ο στρατηγός, λυπούμενος για τους στρατιώτες, διατάζει να παραμένουν συνεχώς στην ασφάλεια του στρατοπέδου, μαζί με αυτούς χάνει και όσους βρίσκονται εξω. Για να μη συμβαίνει λοιπόν αυτό και σε σας, λέγει, πρέπει εσείς να είστε παρατεταγμένοι συνεχώς προς θάνατον· καθ’ όσον και τώρα πρόκειται να ανάψει εκ νέου πόλεμος φοβερός. Μην καθίσεις λοιπόν εντός, αλλά ας εξέρχεσαι και ας πολεμείς· και αν πέσεις στην παράταξη της μάχης, τότε έζησες. Διότι στην περίπτωση των αισθητών πολέμων εκείνος που είναι έτοιμος προς σφαγήν, αυτός πιο πολύ υπερισχύει των άλλων και είναι ακατάβλητος και φοβερότατος και στους εχθρούς, αν και βέβαια ο βασιλιάς προς χάριν του οποίου πολεμεί, δεν μπορεί μετά θάνατον να τον αναστήσει· πολύ περισσότερο λοιπόν στην περίπτωση των πολέμων αυτών των πνευματικών, όταν υπάρχουν και τόσο πολλές ελπίδες αναστάσεως, αυτός που παραδίδει την ψυχή του στον θάνατο, θα τη σώσει· κατά ένα μεν τρόπο, διότι δε θα αιχμαλωτισθεί εύκολα· κατά δεύτερον δε, διότι και αν πέσει, θα οδηγήσει αυτήν προς υψηλότερη ζωή.

Έπειτα, επειδή είπε, ότι «εκείνος ο οποίος θέλει να σώσει (τη ζωή του), θα τη χάσει, εκείνος όμως ο οποίος θα τη χάσει, θα τη σώσει» και στην πρώτη περίπτωση ανέφερε σωτηρία και απώλεια, για να μη νομίσει κανείς ότι είναι της ίδιας αξίας η απώλεια και η σωτηρία στην πρώτη και στη δεύτερη περίπτωση, αμεσως προσθετει: «διότι, τι έχει να ωφεληθεί ο άνθρωπος, εάν κερδίσει τον κόσμο όλο, ζημιωθεί όμως την ψυχή του;». Είδες πως η παρά το πρέπον σωτηρία της ζωής ισοδυναμεί με απώλεια, και χειρότερη από κάθε απώλεια, επειδή και αθεράπευτη είναι, εφόσον δεν υπάρχει κάτι που να μπορεί να την εξαγοράσει;  Πες μου, εάν έβλεπες τους δούλους σου να ζουν μέσα στην τρυφή, τον εαυτό σου όμως να ζει μέσα στα χειρότερα κακά, άραγε θα κερδίσεις κάτι από το ότι είσαι κύριός τους; Καθόλου. Τούτο λοιπόν σκέψου και για την ψυχή σου, όταν αυτή αναμένει την μέλλουσα απώλεια, ενώ κατά την ίδια στιγμή το σώμα σου ζει μέσα στην πολυτέλεια και τον πλούτο.
«Τι είναι δυνατόν να δώσει ο άνθρωπος αντάλλαγμα της ψυχής του;». Πάλι επιμένει στο ίδιο. Μήπως, λέγει, έχεις να δώσεις άλλη ψυχή αντί της ψυχής σου; Αν χάσεις βέβαια χρήματα, θα δώσεις χρήματα ή σπίτι ή δούλους ή οτιδήποτε άλλο εκ των υπαρχόντων σου· αν χάσεις όμως την ψυχή, άλλη ψυχή δε θα μπορέσεις να προσφέρεις· αλλά και αν έχεις δικό σου όλο τον κόσμο, και αν είσαι βασιλιάς ολόκληρης της οικουμένης, δε θα μπορέσεις, και αν ακόμη καταβάλεις ως αντίτιμο όλα τα πράγματα της οικουμένης μαζί με αυτήν την οικουμένη, να αγοράσεις μια ψυχή. Και τι το παράδοξο εάν τούτο συμβαίνει στην περίπτωση της ψυχής; Καθ΄όσον και στο σώμα θα μπορούσε να δει κανείς να γίνεται τούτο. Και αν είσαι περιβεβλημένος αναρίθμητα διαδήματα, έχεις όμως εκ φύσεως ασθενικό σώμα και δυσθεράπευτο, δε θα μπορέσεις, και αν ακόμη προσφέρεις όλη τη βασιλεία, να θεραπεύσεις το σώμα αυτό, και αν ακόμη προσθέσεις σ’ αυτήν αναρίθμητα σώματα και πόλεις και χρήματα. Τοιουτοτρόπως λοιπόν σκέψου και για την ψυχή· μάλλον και πολύ σοβαρότερα για την ψυχή, και αφού αφήσεις στην άκρη όλα τα άλλα, σε αυτήν και τη δική της τη σωτηρία να δαπανάς όλη σου τη φροντίδα.

Μην παραμελείς λοιπόν τον εαυτό σου και όσα σε αφορούν προσωπικά για την αιωνιότητα, επειδή αφιερώνεις τη φροντίδα σου σε ξένα πράγματα, πράγμα που κάνουν οι πολλοί τώρα, μοιάζοντας προς αυτούς οι οποίοι εργάζονται στα μεταλλεία (ως κατάδικοι). Πράγματι, και εκείνοι κανένα όφελος δεν έχουν από την εργασία αυτή, ούτε από τον πλούτο· αντιθέτως, είναι μεγάλη η ζημία τους, και διότι μοχθούν άσκοπα και διότι μοχθούν χάριν άλλων, χωρίς να αποκομίζουν τίποτα από τους ιδρώτες εκείνους που καθημερινά χύνουν και τους μεγάλους κόπους τους. Υπάρχουν και τώρα πολλοί οι οποίοι τους μιμούνται, αυτοί που εργάζονται για να πλουτίσουν άλλοι· μάλλον δε εμείς και από αυτούς είμαστε αθλιότεροι, καθόσον αναμένει εμάς και η γέεννα μετά τους κόπους αυτούς. Διότι σε εκείνους μεν ο θάνατος αποτελεί το τέρμα των ιδρώτων εκείνων· σε εμάς όμως ο θάνατος γίνεται αρχή αναρίθμητων κακών. Εάν όμως έλεγες ότι απολαμβάνεις τους κόπους σου με το να πλουτίζεις, απόδειξέ μου ότι η ψυχή σου ευφραίνεται και ωφελείται και τότε θα πεισθώ. Διότι από όσα έχουμε, κυριότερο είναι η ψυχή· εάν όμως το σώμα παχαίνει, ενώ εκείνη φθείρεται, τίποτα δεν προσφέρει σε σένα η αφθονία αυτή· όπως πράγματι, και όταν ευφραίνεται η δούλη, τίποτε δεν προσφέρει η ευημερία της υπηρέτριας προς την οικοδέσποινα που κινδυνεύει, έτσι ούτε και η ασθένεια του σώματος δε θεραπεύεται από τη λαμπρότητα της στολής την οποία έχει ενδυθεί· αλλά θα σου πει πάλι ο Χριστός· «Τι είναι δυνατόν να δώσει ο άνθρωπος αντάλλαγμα υπέρ της ψυχής του;» προτρέποντάς σε να στρέφεις συνεχώς την προσοχή σου προς εκείνη, και για μόνη αυτή να επιδεικνύεις όλο το ενδιαφέρον σου.

Αφού τους ενέπνευσε λοιπόν τον φόβο με όλα αυτά, στη συνέχεια τους παρηγορεί και με την υπενθύμιση των αγαθών που πρόκειται να λάβουν αιωνίως με τους αγώνες τους αυτούς: «μέλλει γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔρχεσθαι ἐν τῇ δόξῃ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ μετὰ τῶν ἀγγέλων αὐτοῦ, καὶ τότε ἀποδώσει ἑκάστῳ κατὰ τὴν πρᾶξιν αὐτοῦ. (: Διότι μέλλει ο Υιός του ανθρώπου να έλθει περιβεβλημένος τη δόξα του πατρός Του με τους αγγέλους Του, και τότε θα αποδώσει στον καθένα σύμφωνα με τα έργα του)» [Ματθ. 16, 27]. Είδες πως μία είναι η δόξα του Πατρός και του Υιού; Εάν δε η δόξα είναι μία, φανερό είναι και ότι η ουσία είναι μία. Διότι εάν υπάρχει διαφορά δόξης σε μία ουσία («διότι άλλη είναι η λαμπρότητα του ήλιου, και άλλη της σελήνης και άλλη η λαμπρότητα των αστεριών· διότι άστρο από άστρο διαφέρει κατά τη λάμψη», παρά το ότι πρόκειται για μία ουσία), πώς εκείνων των οποίων η δόξα είναι μία, η ουσία θα θεωρηθεί άλλη; Διότι δεν είπε, (ότι θα έλθει) με δόξα παρόμοια με αυτήν, την οποία έχει και ο Πατέρας, για να μην υποπτευθείς πάλι κάποια διαφορά· αλλά με σκοπό να δείξει την απόλυτη ακρίβεια, λέγει ότι θα έλθει περιβεβλημένος με την ίδια τη δόξα (του Πατρός), ώστε να τη θεωρούμε μία και την αυτήν.

Γιατί λοιπόν, φοβάσαι, Πέτρε, όταν ακούς για θάνατο; Διότι τότε θα με δεις περιβεβλημένο τη δόξα του Πατρός. Εάν δε εγώ θα είμαι περιβεβλημένος με δόξα, και εσείς θα είστε (Ιω. 17, 24: «πάτερ, οὓς δέδωκάς μοι, θέλω ἵνα ὅπου εἰμὶ ἐγὼ κἀκεῖνοι ὦσι μετ᾿ ἐμοῦ, ἵνα θεωρῶσι τὴν δόξαν τὴν ἐμὴν ἣν δέδωκάς μοι, ὅτι ἠγάπησάς με πρὸ καταβολῆς κόσμου. (: Πάτερ, θέλω εκείνοι τους οποίους μου έχεις δώσει, να είναι μαζί μου όπου είμαι εγώ, για να βλέπουν και απολαμβάνουν την δόξα μου την οποία προαιωνίως μου έχεις δώσει, διότι με έχεις αγαπήσει προ πάντων των αιώνων, πριν να τεθούν τα θεμέλια του κόσμου)»· διότι δε θα παύσουν στην παρούσα ζωή τα δικά σας· αλλά θα σας αναμένει κάποιο άλλο καλύτερο τέλος. Κι όμως παρά το ότι ανέφερε τα ευχάριστα, δεν αρκέστηκε μόνο σ’ αυτά, αλλά τα ανέμιξε και με τα φοβερά με το να κάνει αναφορά στο δικαστήριο εκείνο και τις αναπόφευκτες ευθύνες και την αμερόληπτη απόφαση και την αλάνθαστη κρίση. Ασφαλώς δεν άφησε να φανεί ο λόγος μόνο μελαγχολικός, αλλά τον συνδύασε και με ευχάριστες ελπίδες. Διότι δεν είπε ότι θα τιμωρήσει τότε αυτούς που αμάρτησαν, αλλά ότι «θα αποδώσει στον καθένα σύμφωνα με τα έργα του». Έλεγε δε αυτό υπενθυμίζοντας όχι μόνο την τιμωρία στους αμαρτωλούς, αλλά και στους ενάρετους τα βραβεία και τους στεφάνους.

Αλλά ο Κύριος μεν είπε αυτά, για να ενισχύσει το ηθικό των ενάρετων ανθρώπων, εγώ όμως πάντοτε φρίττω ακούγοντας αυτά· διότι δεν είμαι μεταξύ των στεφανουμένων. Νομίζω δε ότι και άλλοι συμμετέχουν στον φόβο και την αγωνία μου. Διότι ποιον δεν είναι ικανός να φοβίσει αυτός ο λόγος, αν τον συνειδητοποιήσει κανείς, και να τον κάνει να φρίττει, και να τον πείσει ότι έχουμε ανάγκη σάκου μετανοίας και πολύ πιο μεγάλης νηστείας και από τον λαό των Νινευιτών; Διότι ο λόγος για εμάς δεν είναι περί καταστροφής πόλεως και του κοινού θανάτου, αλλά περί της αιωνίου κολάσεως και του ασβέστου πυρός. […] Ας μοχθούμε λοιπόν αδιάκοπα όσο ζούμε, για να φανούμε και στον Θεό αρεστοί και στους ανθρώπους άμεμπτοι και να επιτύχουμε τα μέλλοντα αγαθά, διά της χάριτος και της φιλανθρωπίας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, διά του οποίου και μετά του οποίου στον Πατέρα ανήκει η δόξα, η τιμή, η εξουσία, συγχρόνως στο Άγιο και ζωοποιό Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Γένοιτο.

ΠΗΓΕΣ: 
•http://khazarzar.skeptik.net/pgm/PG_Migne/John%20Chrysostom_PG%2047-64/In%20Matthaeum.pdf 
• Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, ομιλία ΝΕ΄,Πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1990, τόμος 11, σελίδες 500-521 
• Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Άπαντα των αγίων Πατέρων, Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, τόμος 67, σελ. 62-78(ή: 28-36 του PDF). 
•http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html 
•http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm 
•http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm
(Επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος)
https://kirigmata.blogspot.com/2021/04/blog-post_41.html#more

22 Φεβρουαρίου, 2023

Η Φωνὴ τῶν Πατερων

«Ὅσοι ἐλπίζουν καὶ ἔχουν πίστη στὸν Κύριο, εἶναι ὅπως τὸ ὄρος Σιὼν» (Ψαλ. ρκδ΄ [124] 1). Τί σημαίνει «ὅπως τὸ ὄρος Σιών»; Σημαίνει αὐτὸ ποὺ λέει: «Δὲν θὰ σαλευθεῖ στὸν αἰώνα». Διότι ὅσα μηχανήματα κι ἂν φέρεις, ὅσα βέλη κι ἂν ἐξακοντίσεις θέλοντας νὰ καταστρέψεις ἕνα ὄρος, ἀπ᾿ αὐτὸ μὲν ποτὲ δὲν θὰ μπορέσεις νὰ φανεῖς ἀνώτερος (πῶς θὰ ἦταν δυνατὸν κάτι τέτοιο;), τὰ μηχανήματά σου ὅμως θὰ τὰ διαλύσεις ὅλα καὶ τὴ δύναμή σου θὰ τὴν ἐκμηδενίσεις. Τέτοιος εἶναι ὁ δίκαιος. Ὅσα χτυπήματα κι ἂν δεχθεῖ, αὐτὸς μὲν δὲν παθαίνει κανένα κακό, τὴ δύναμη ὅμως αὐτῶν ποὺ τὸν ἐπιβουλεύονται, τὴν ἀχρηστεύει. Κι ὄχι μόνο τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ κι αὐτῶν τῶν δαιμόνων. Πολλὲς φορὲς ἄκουσες πόσα τεχνάσματα μεταχειρίστηκε ὁ διάβολος ἐναντίον τοῦ Ἰώβ, κι ὄχι μόνο δὲν κλόνισε ἐκεῖνο τὸ ὄρος, ἀλλὰ καὶ ἀνεχώρησε νικημένος, διότι τὰ βέλη του ἔσπασαν, καὶ τὰ τεχνάσματά του ἀποδείχθηκαν ἄχρηστα ἀπὸ τὴν ἐπίθεση ἐκείνη. 

ΚΕΙΜΕΝΟ

«Οἱ πεποιθότες ἐπί Κύριον ὡς ὄρος Σιών. Τί ποτ᾿ οὖν ἐστιν, Ὡς ὄρος Σιών; “Οὐ σαλευθήσεται εἰς τὸν αἰῶνα”, φησί. Καὶ γὰρ ὅσα ἂν προσενέγκῃς μηχανήματα, ὅσα ἂν ἀκοντίσῃς βέλη, ὄρος καταστρέψαι βουλόμενος, ἐκείνου μὲν οὐδέποτε περιέσῃ (πῶς γάρ;), τὰ δὲ μηχανήματα διαλύσεις ἅπαντα, καὶ τὴν σεαυτοῦ καταλύσεις ἰσχύν. Τοιοῦτός ἐστι καὶ ὁ δίκαιος· ὅσας ἂν δέξηται πληγὰς, αὐτὸς μὲν οὐδὲν ἔπαθε δεινόν, τῶν δὲ ἐπιβουλευόντων καταλύει τὴν δύναμιν, οὐκ ἀνθρώπων δὲ μόνον, ἀλλὰ καὶ δαιμόνων αὐτῶν. Ἤκουσας γοῦν πολλάκις πόσα προσήγαγε μηχανήματα τῷ Ἰὼβ ὁ διάβολος, καὶ οὐ μόνον οὐ κατέσεισεν ἐκεῖνο τὸ ὄρος, ἀλλὰ καὶ ἐκλυθεὶς ἀνεχώρησε, τῶν βελῶν αὐτοῦ κατακλασθέντων, καὶ τῶν μηχανημάτων γενομένων ἀχρήστων ἀπὸ τῆς προσβολῆς ἐκείνης». (Εἰς ἀνδριάντας Ὁμιλία Ι΄, ΕΠΕ 32, 226)  Ἑρμηνευτικὴ ἀπόδοση Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου .ΟΣΩΤΗΡ2214

13 Νοεμβρίου, 2022

Ὁμιλία εἰς τὴν παραβολὴν τοῦ ἐμπεσόντος εἰς τοὺς λῃστάς

Κυριακὴ Η΄ Λουκᾶ. 
Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου
.
Ἀκούσαμε, ἀδελφοί μου, στό Εὐαγγέλιο τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστὸ νὰ μᾶς λέη: «Κατέβαινε κάποιος ἀπό τὴν Ἱερουσαλήμ στήν Ἱεριχὼ κι ἔπεσε στά χέρια ληστῶν. Τοῦ πῆραν τὰ ροῦχα,τὸν ἐχτυπη­σαν καὶ τὸν πα­ράτησαν μισοπεθα­μένο. Ἕνας ἱερεὺς κι ἔνας Λευΐτης περνώντας ἀπὸ κεῖ τὸν εἶδαν ἀλλὰ συνέχισαν τὸ δρόμο τους. Ἕνας Σαμαρείτης ὅμως ποὺ ἦθρε στὸ μέρος αὐτὸ τὸν εἶδε καὶ τὸν λυπήθηκε. Ἀνακάτεψε λοιπὸν κρασὶ καὶ λάδι κι ἔβαλε στὶς πληγὲς, τὶς ἔδεσε κι’ ἀφοῦ τὸν ἔβαλε πάνω στὸ ζῶο του, τὸν ἔφερε στὸ πανδοχεῖο. Ἔδωσε στὸν πανδοχέα δυὸ δηνάρια καὶ τοῦ εἶπε. Περιποιήσου τὸν ἄνθρω­πο κι ἄν ξοδέψης περισ­σότερα, στὴν ἐπιστροφή θὰ σοῦ τὰ δώ­σω ἐγώ». Ἄς δοῦμε λοι­πὸν τὸ νόημα τῆς παραβολῆς καὶ μὲ γνωστικὴ ψυχὴ κατα­νοῶντας το, ἄς γνωρίσωμε τὰ μυστήρια τοῦ Θεοῦ.
Ἄνθρωπος εἶναι ὁ Ἀδάμ, Ἱερουσαλήμ ἡ πολιτεία τῶν οὐρανῶν καὶ ἡ σύνεση, Ἰεριχῶ ὁ κόσμος. Ὅσο λοιπόν ὁ Ἀδάμ, πρὶν ἀπὸ τὴν παρακοή, εἶχε φρόνημα τῶν οὐρανῶν καὶ ἀγγελικὴ ζωή, εἶχε ἀνεμπόδιστη εἴσοδο στὴν ἐπουράνια πόλη Ἱερουασαλήμ. Κατοικῶντας, ζῶντας μέσα στὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ τίποτα δὲν τὸν νικοῦσε οὔτε τὸν τραυμάτιζε. Ὅταν ὅμως παράκουσε στὸ Θεὸ καὶ δὲν φύλαξε τὶς ἐντολὲς του, ἀλλὰ παρασύρθηκε ἀπὸ τό φίδι, τότε κατέβηκε στὴν Ἱερι­χὼ δηλαδή στὴ γῆ, κι’ ἀσχολή­θηκε μὲ τὰ ἔργα τῆς γῆς. Γιατὶ Ἱερουσαλήμ σημαίνει ἀνάβαση, ἐνῶ Ἱεριχὼ κατακλυσμός. Κα­τέ­βηκε λοιπόν ἀπό τὴν Ἰερου­σαλήμ στὴν Ἱεριχὼ, ἀπό τὴ ζωὴ δηλαδὴ τῶν οὐρανῶν στὴ ζωὴ ὅπου ἐπικρατεῖ ἡ ἀπάτη τοῦ διαβόλου. Ὅταν κάποιος τηρῆ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, τότε ζῆ στοὺς οὐρανοὺς, ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος· Ἡ δική μας πολι­τεία εἶναι στὸν οὐρανό. Κατέ­βηκε ἀπὸ τή δόξα στὴν ἀδοξία, ἀπὸ τὸν παράδεισο τῆς ἀπο­λαύ­σεως στὴ γῆ μὲ τ’ ἀγκάθια, ἀπὸ τὴ ζωῆ στό θάνα­το. Ὅταν φᾶτ­ε, λέει, ἀπὸ τὸ δένδρο, θὰ σᾶς κυριαρχήση ὁ θάνατος, δη­λα­δὴ ἡ ἁμαρτία. Γιατὶ ἡ ἁμα­ρτία, ἡ παρακοῆ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ εἶναι θάνατος ψυχῆς. Κατέβηκε ἀπὸ τὴ δικαιοσύνη τοῦ Παραδείσου, ἀπὸ τὴν ἁγιωσύνη τοῦ οὐρανοῦ καὶ ἦρθε στὴν Ἱεριχὼ δηλαδὴ στὸ βάραθρο τῆς παρακοῆς, στὸ θάνατο τῆς ἁμαρτίας. Καὶ πέφτει στὰ χέρια τῶν ληστῶν, παει να πῆ τοῦ διαβόλου καὶ τῶν δυνάμεών του. Δρόμος, εἶναι ἡ ζωὴ αὐτὴ ὅπου βάδισε ὁ Ἀδάμ κι’ ἔπεσε στὰ χέρια τῶν ληστῶν καὶ τὸν ἀπογύμνωσαν. Καὶ ποιὰ στολὴ τοῦ ἔβγαλαν; Τὴ στολὴ τῆς ὑπακοῆς, τὴ φιλία μὲ τοὺς ἀγγέλους, τὴν ἀθάνατη δόξα, τὴ συναναστροφὴ μὲ τὸ Χριστὸ, τὴν παραδεισένια χαρά, τὴν οὐράνια ζωή. Αὐτὴ τὴ στολὴ τοῦ ἔβγαλαν. Καὶ τοῦ προξένησαν πληγές, δηλαδή ἁμαρτίες, πορνεῖες, μοιχεῖες, εἰδωλολατρεῖες, φαρμακώματα, δολοφο­νίες,φιλονικίες, θυμὸ κι ὅλη τὴν ὑπόλοιπη σειρὰ τῶν κακῶν. Αὐτὰ τὰ ἔργα πληγώνουν τὸν ἄνθρωπο, αὐτὰ προξενοῦν τὴ δυσωδία καὶ τὴ φθορά. Κι ὅτι εἶναι ἀκριβῶς αὐτό, κατανοῆστε το ἀπὸ τὸν Δαβίδ, πῶς ἀπεικονίζοντας στὸν ἑαυτό του τὶς πληγὲς τοῦ Ἀδάμ τὶς ἀποκαλεῖ μώλωπες καὶ λέει ὀρθά· Ἐβρώμησαν καὶ σάπισαν τὰ χτυπήματά του ἐξ αἰτίας τῆς ἀπιστίας μου. Κάθε ἁμαρτία προκαλεῖ μώλωπα καὶ τραῦμα. Λαβώθηκε λοιπὸν ἀπὸ τὴν παρακοή, χτυπήθηκε γιὰ τὶς ἀνομίες, ὅπως λέει ὁ προφήτης· Χτυπήθηκα σὰν τὸ χόρτο καὶ ἡ καρδιά μου ξηράθηκε, γιατὶ λησμόνησα νὰ φάω τὸ ψωμί μου· νὰ φυλάξω δηλαδὴ τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ. Τὸν ἄφησαν, λέει, μισοπεθαμένο, ὄχι γιατὶ δἐν ἤθελαν νὰ τὸν σκοτώσουν, ἀλλὰ δὲν ἄφησε ὁ Θεός. Δὲ θέλω, λέγει, τὸ θάνατο τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ὅσο τὴ μετάνοιά του. Καὶ ποῦ τὸν ἀφήνουν; Στὸ δρόμο, δηλαδὴ στὴ ζωὴ αὐτή· δρόμος λέγεται τούτη ἡ ζωή, ἐπειδὴ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι περνοῦν ἀπ’αὐτή. Κι ὅταν ἔφτασε στὸ δρόμο ὁ ἱερεύς καὶ τὸν εἶδε, τὸν προσπέρασε. Ἱερέα ὀνομάζει τό μακάριο Μωϋσῆ καὶ Ἀαρών. Σ’ αὐτὸ μαρτυρεῖ κι ὁ Δαβὶδ λέγοντος ὅτι ὁ Μωϋσῆς κι ὁ Ἀαρὼν εἶναι ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς του κι ὁ Σαμουήλ ἀπ’ αὐτοὺς ποὺ ἐπικαλοῦνται τ’ ὄνομά του. Εἶναι τοῦτος λοιπὸν ὁ ἀξιοθαύ­μαστος Μωϋσῆς ποὺ δοξάστηκε, ποὺ μὲ τὴ δεκαπλῆ μάστιγά του χτύπησε τοὺς Αἰγυπτίους· αὐτὸς ποὺ ἔσχισε καὶ ξέρανε τὴν Ἐρυθ­ρὰ καὶ πέρασε ἀπ’ αὐτή τὸ λαό, αὐτὸς ποὺ γλύκανε τὸ νερὸ στὸ Μαρρᾶ καὶ πίσω ἀπὸ τὸ σύννε­φο μίλησε μὲ τὸ Θεό· αὐτὸς ποὺ ἔκαμε πολλὰ ἀξιοθαύμαστα· αὐτὸς βαδίζοντας τὸ δρόμο τῆς ζωῆς καὶ ἀφοῦ εἶδε τὸν ἄνθρωπο πληγωμένο στὴ γῆ, τὸν προσπέρασε, χωρὶς νὰ τὸν σηκώση. Ὅμοια κι ὁ Λευΐτης, ἡ τάξη τῶν προφητῶν. Γιατὶ αὐτοί, ποὺ ἦρθαν ὕστερα ἀπὸ τὸ Μωϋσῆ, ἀφοῦ ἐβάδισαν τὸν ἴδιο δρόμο καὶ συνάντησαν πληγωμένο τὸν ἄνθρωπο, δὲν τὸν ἐσήκωσαν. Οὔτε ὁ Μωϋσῆς μὲ τὰ θαύματά του, οὔτε οἱ προφῆτες μὲ τὰ σημεῖα τους, κανένας δὲν τὸν ἐλύτρωσε ἀπὸ τὸ θάνατο, κανένας δὲν ἔκλεισε τὸ τραῦμα τῆς ἁμαρτίας. Γιατὶ οἱ ἴδιοι ἦσαν τῆς ἁμα­ρτίας δεσμῶτες. Μ’ ὅλο ποὺ μὲ τὴ σεμνὴ ζωή τους ἔγιναν φίλοι τοῦ Θεοῦ, ἐπειδὴ ἦσαν ὁμόσα­ρκοι μὲ τὸν Ἀδὰμ καὶ προέρχονταν ἀπὸ τὴν νεκρὴ ρίζα, δὲν μποροῦσαν, κλαδιὰ αὐτοὶ οντες, νὰ ἀποσπάσουν τὴ ρίζα τῆς ἁμαρτίας. Κάποιος ὅμως Σαμαρείτης μὲ ἔργα ὄχι τυχαῖα, προαίρεση σπλαχνική, φίλος τῶν ὁμοδούλων του, ὅταν ἤρθε στὸ μέρος αὐτὸ καὶ τὸν εἶδε πληγωμένο, τὸν λυπήθηκε, τοῦ ἔβαλε λάδι καὶ κρασὶ καὶ ἔδεσε τὶς πληγὲς τους, τὶς ἁμαρτίες του. Τό πρόσωπο καὶ τὴ μορφὴ τοῦ Σαμαρείτη παίρνει ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός. Ἀλλὰ θὰ πῆ κάποιος ἀπὸ τοὺς ἀκροατάς· Γιατί ἀποκαλεῖς τὸν Κύριο Σαμαρείτη; Ναί, Σαμαρείτη τόν λέγω ὄχι γιὰ τὴ φύση τῆς θεότητός του ἀλλὰ γιὰ τὸ σπλαχνικό τρόπο του. Ὁ Σαμαρείτης μὲ τὴν φύση τοῦ σώματός τους ἦταν ὅμοιος μὲ τοὺς ἄλλους, κατὰ τὴ σπλαχνικὴ προαίρεσή του ὅμως δὲν ἤσαν ὅμοιος· φάνηκε ἀνώτερός τους. Ἔτσι κι ὁ Κύριος παρουσιάστη­κε σὰν ἄνθρωπος μὲ τὴ σωματι­κή του μορφή, ὅμοιος μὲ τοῦς προφῆτες καὶ τοὺς πατριάρχες κατὰ τὴν ἀνθρωπίνη φύση ποὺ ἔλαβε ἀπὸ τὴ Μαρία. Μὲ τὴ δύναμη τῆς θεότητός του ὅμως στάθηκε ἀπ’ ὅλους ἀνώτερος. Ἴσος μ’ αὐτοὺς στὸ ἀνθρώπινο σχῆμα, ὄχι ἴσος στὴν ὑπερκόσμια δόξα. Ἐκεῖνοι ἀπὸ ἀδιαφορία καὶ σκληρότητα προσπέρασαν ἄσπλαχνα τὸν πληγωμένο. Ὁ Σαμαρείτης ὅμως φάνηκε πιὸ σπλαχνικὸς καὶ πιὸ εὐσεβὴς καὶ ἐλεητικός. Ὅμοια κι ὁ Χριστός. Οἱ πατριάρχες κι οἱ προφῆτες ἀδιαφόρησαν γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ποὺ ξέπεσε μὲ τὴν παρακοή του. Ἐκεῖνος μόνο ἀποδείχθηκε σπλαχνικὸς κι ἐλεητικός, κατὰ τὸ λόγο τοῦ προφήτη· Σπλαχνικὸς καὶ ἐλεητικὸς εἶναι ὁ Κύριος, μακρόθυμος καὶ πολυέλεος· καὶ πάλι· Γιατὶ σύ, Κύριε, εἶσαι σπλαχνικός. Κι ὅπως ὁ Σαμαρείτης δὲν ἦταν ἀπὸ τὸ Ἰσραηλιτικὸ ἔθνος ἀλλὰ προερχόταν ἀπὸ ἄλλη χώρα, ἔτσι κι ὁ Χριστὸς δὲν ἦταν ἀπὸ τὴ γῆ ἀλλὰ ἀπὸ τὸν οὐρανό. Ἦθε στὴ γῆ· ἦταν Θεὸς κι ἔγινε ἄνθρωπος γιὰ χάρη μας Ἦταν Κύριος καὶ ντύθηκε τὴ μορφὴ τοῦ δούλου. Ἔνιωσε συμπάθεια γιὰ μᾶς ἀπὸ τὸν οὐρανὸ κατέβηκε στὴ γῆ, εἶδε τὸν ἄνθρωπο ριγμένο, ληστευμένο, λαβωμένο ἀπὸ τὶς πορνεῖες, τὶς εἰδωλολατρεῖες, τὶς μοιχεῖες, τοὺς φόνους· εἶδε καὶ σπλαχνίσθηκε τὸ πλάσμα του καὶ τοῦ ἔβαλε κρασὶ καὶ λάδι, ἀφοῦ δηλαδὴ ἀνάμειξε τὰ δύο ἔκαμε ἀλοιφὴ καὶ τὰ ἔβαλε στὸν ἄνθρωπο. Τὶ σημαίνει ἀφοῦ ἀνέμειξε κρασὶ καὶ λάδι; Ἀφοῦ συνδύασε τὴ θεία φύση μὲ τὴν ἀνθρώπινη, ἀφοῦ συνταίριασε τὴν εὐσπλαχνία μὲ τὴ σωτηρία ἔσωσε τὸν ἄνθρωπο. Ἀφοῦ ἐνέμειξε κρασὶ καὶ λάδι, ἀφοῦ ἕνωσε τὸ ἅγιο Πνεῦμα μὲ τὸ αἷμα του, ἔδωσε στὸν ἄνθρωπο ζωή. Γιατὶ μόλις ἔσταξε τὸ αἷμα τοῦ Κυρίου μας ἀπὸ τὴν πλευρὰ του ξεπλύθηκαν ἀπὸ τὸ χαρτὶ οἱ ἁμαρτίες μας. Τί σημαίνει τώρα· Ἔδεσε τὶς πληγὲς του; Τοῦτο· ἔδεσε τὸ διάβολο κι ἐλευθέρωσε τὸν ἄνθρωπο. Ἔδεσε τὸ σκάφος κι ἐζωοποίησε τοῦς ναυαγούς, ἐδέσμευσε καὶ ὑπόταξε τὶς δυνάμεις τοῦ πονηροῦ. Κι ἐλευθέρωσε τὸν ἄνθρωπο. Ἄν θέλης νὰ τὸ σκεφτῆς καὶ διαφο­ρετικά, ἄκου. Σὰν λάδι προσκο­μίζει τὸ λόγο τῆς παρακλήσεως, καὶ προσθέτει σὰν στυπτικό κρασὶ τὴ διδασκαλία, ποὺ μαζεύει τὴ σκορπισμένη σκέψη, κατὰ τὸ λόγο τοῦ Ἀποστόλου· Ἔλεγξε, ἐπιτήμησε, πρακάλεσε. Καὶ τὸν ἀνέβασε στὸ ἴδιο του τὸ ζῶο, πῆρε δηλαδὴ ὁ Χριστὸς τὴ σάρκα πάνω στοὺς ὤμους τῆς θεότητός του καὶ τὴν ἀνέβασε ἀπὸ τὴ γῆ στὸν οὐρανό, οὔτε χρυσό, ἤ ἄργυρο, ἤ πολύτιμους λίθους ἀνέβασε ἀλλά τόν κατ’ εἰκόνα ἄνθρωπο ἀνέβασε ἀπό τους οὐρανούς, στὸ μεγάλο καὶ θαυμαστὸ καὶ ἁπλόχωρο πανδοχεῖο, σ’ αὐτὴν τὴν καθολικὴ Ἐκκλησία.
Καὶ τὴν παράδωσε στὸν πανδο­χέα, στὸ μακάριο Παῦλο, στὸ στῦλο τῶν Χριστιανῶν, τὸ γνήσιο πανδοχέα, διδοντάς του δυὸ δηνάρια καὶ διὰ μέσου τοῦ Παύλου σὲ κάθε μιᾶς Ἐκκλησίας τοῦς ἀρχιερεῖς καὶ τοὺς δασκά­λους καὶ τοὺς λειτουργούς. Δυὸ δηνάρια, τὴν Παλαιὰ καὶ τὴν Καινὴ Διαθήκη, λέγοντας· περι­ποιήσου τοῦτον τὸν ἄνθρω­πο, κι ἄν ξοδέψης κάτι ἀκόμα, ἐγὼ θἀ ἐπιστρέψω καὶ θὰ σοῦ τὸ δώσω. Ἐννοεῖ τοῦτο· Φρόντισε γιὰ τὸ λαὸ ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὰ ἔθνη καὶ τὸν ἐμπιστεύτηκα σὲ σένα μέσα στὴν Ἐκκλησία. Ἐπειδὴ εἶναι ἄρρωστοι οἱ ἄνθρωποι, τραυματισμένοι ἀπὸ τῆς ἁμαρτί­ες, θεράπευσέ τους, θέτοντας ἐπάνω σὰν σιναπισμὸ τοὺς προφητικοὺς λόγους καὶ τὰ εὐαγγελικὰ διδάγματα ἀποκαθι­στῶντας τὴν ὑγεία τους μὲ τὶς νουθεσίες καὶ τὶς παρακλήσεις τῆς Παλαιᾶς καὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης καὶ πειθοντάς τους νὰ στέκονται μακρυὰ ἀπὸ τὴν ἁμα­ρτία καὶ νὰ ἀφήσουν τὴν πλάνη τῆς ἁμαρτίας. Ἄν ὅμως κι ἔτσι μείνουν ἀδιόρθωτοι, λύγισέ τους μὲ τοὺς αὐστηροὺς λόγους σου. Γίνε τὸ πρότυπο καὶ τὸ παρά­δειγμά τους, μὲ τοὺς λόγους, μὲ τὰ ἔργα σου, τὴ συμπεριφορὰ, τὴν πίστη, τὴν ἀγάπη, τὴ σεμνότητα, γιὰ νὰ ἀκολουθήσουν τὰ ἴχνη σου καὶ νὰ μιμηθοῦν τὴν ἐνάρετη ζωή σου. Κι ἄν κάμης τοῦτο, ἄν ἀπὸ λόγου σου κάμης κάποια προσθήκη λόγων ἤ ἔργων, ἄν δαπανήσης κάτι ἀκόμα, θὰ σοῦ τὸ δώσω στὴ ἐπιστροφὴ δηλαδὴ στὴ δευτέρα παρουσία μου, τὴν ἀνταποδοτική· θὰ σοῦ δώσω μισθὸ τῶν κόπων σου ἄξιο. Γι’ αὐτὸ κι ὁ Παῦλος μὲ τὸ θάρρος τῶν ὑποσχέσων αὐτῶν λέει· Μὲ πολλὴ χαρὰ θὰ ξοδέψω γιὰ χάρη τοῦ Χριστοῦ καὶ θὰ ἀναλωθῶ γιὰ τὶς ψυχὲς σας, ἐννοῶντας τὴ διδασκαλία του πρὸς τοὺς ἐθνι­κοὺς καὶ τὴν κηρυκτική του διακονία. Γιατὶ αὐτὸ εἶναι ποὺ οἰκοδομεῖ καὶ στηρίζει τὶς Ἐκκλησίες τοῦ Θεοῦ καὶ μὲ τὶς πνευματικὲς ὑποδείξεις του θεραπεύει ὅλους τοὺς ἀνθρώπους καὶ μοιράζοντας τὸ ὠφέλιμο στὸν καθένα, ὁδηγεῖ τὶς ψυχὲς στὴν αἰώνια ζωή. Στοὺς πάντες ἔγινα, λέει, τὰ πάντα, γιὰ νὰ σώσω τοὺς πάντες. Αὐτὸς εἶναι τῆς Ἐκκλησίας ὁ καλὸς πανδοχέας, ὅλους τοὺς δέχεται κι ὅλους τοὺς φροντίζει· δὲν ἀπομακρύνει τὸν πόρνο, δὲν ἀπεχθάνεται τὸν εἰδωλολάτρη, κανένα ἄλλον ἀσεβῆ κι ἀκάθαρτο δὲν ἀποδιώχνει, τοὺς δέχεται ὅλους. Σὰν γιατρὸς πλύνει τὶς πληγές, τὶς καθαρίζει καὶ τὶς σφογγίζει μὲ λουτρὸ ξαναγεννημοῦ. Προσφέρει τούς στυφτικούς λόγους, ὅπως τὸ κρασί, γιὰ νὰ μῆν παρασυρώμαστε ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες τῆς ἅγνοιάς μας ἤ τὶς κακίες μας. Καὶ πάλι μᾶς θεραπεύει μὲ επάλειψη, σὰν μὲ λάδι ἀλείφοντας τὶς ψυχές μας. Μᾶς λέει ὁ Παῦλος· Σᾶς παρακαλοῦμε, ἀδελφοί μου, μὲ τὴν εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ νὰ προσφέρετε τὰ σώματά σας θυσία ζωντανή, ἁγία, ἀρεστή, ὅπως πρέπει νὰ εἶναι ἡ λογική σας λατρεία. Ὅσοι λοιπὸν τυχαίνει νὰ εἴμαστε μαθηταὶ τῶν λόγων τοῦ Παύλου, ἄς φυλάξω­μεν τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ, γιὰ νὰ μὴν ξεπέσωμε ἀπὸ τὴν Ἱερου­σαλήμ τῶν οὐρανῶν, τὴν πόλη τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ. Καὶ μακάρι, μὲ θεραπευμένα τὰ τραύματα τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματός μας, ὑγιεῖς καὶ τέλειοι στὴν πίστη νὰ παρουσιαστοῦμε στὸ Χριστό, σῶοι καὶ θαρραλέοι, χωρὶς νὰ μειονεχτοῦμε σὲ κανένα καλὸ ἔργο καὶ ν’ ἀπολαύσωμε τὴν ἀγαθὴ ὑπόσχεση στοὺς οὐρα­νοὺς μὲ τὴ χάρη καὶ τὴ φιλα­νθρω­πία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Μαζὶ μ’ Ἐκεῖνον, στὸν Πατέρα καὶ τὸ Πανάγιο Πνεῦμα ἄς εἶναι δόξα τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς αἰῶνες. Ἀμήν.

04 Νοεμβρίου, 2022

ΜΕ ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ ΜΕ ΠΑΡΡΗΣΙΑ.

 Στὶς 13 τοῦ μηνὸς Νοεμβρίου ἡ Ἐκκλησία μας τιμᾶ τὴ μνήμη ἑνὸς φλογεροῦ ἱεροκήρυκα, ἑνὸς μαχητῆ τῆς ἀλήθειας, ἑνὸς ποιμένα ποὺ θυσιαζόταν γιὰ τὸ ποίμνιό του, ἑνὸς ἁλιέα ψυχῶν, ἑνὸς ὁμολογητοῦ ποὺ σὲ ὅλη του τὴ ζωὴ ὑπηρέτησε μὲ παρρησία, τόλμη καὶ ἀγάπη τὴν ἀλήθεια. 

Τιμᾶ τὴ μνήμη τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου. Γιὰ τὸν βίο τοῦ ἁγίου Ἱεράρχου πολλὰ καὶ διδακτικὰ ἔχουν γραφεῖ. Θὰ σταθοῦμε ὅμως στὸ ἰδιαίτερο χάρισμα καὶ τὴν ἀρετὴ τοῦ Ἁγίου, νὰ ὁμολογεῖ τὴν ἀλήθεια μὲ παρρησία καὶ τόλμη μοναδική. Πόσες φορὲς βρέθηκε μὲ τοὺς λόγους του, μέσα στοὺς κατάμεστους Ναοὺς τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἀντιμέτωπος μὲ τὸ ἴδιο τὸ παλάτι, μὲ τοὺς αὐλικούς, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ἴδια τὴ βασίλισσα τὴν Εὐδοξία, σύζυγο τοῦ Αὐτοκράτορα Ἀρκαδίου; Πρὸς ὅλους αὐτοὺς ὁ ἱερὸς Πατὴρ ἦταν ἀληθινός! Μιλοῦσε μὲ πολλὴ παρρησία ἀλλὰ καὶ μὲ περίσσευμα ἀγάπης. Αὑτὸ τὸ ξεχωριστὸ χάρισμα τοῦ Ἁγίου φαίνεται σὲ ἕνα χαρακτηριστικότατο παράδειγμα, στὸ πῶς δηλαδὴ ἀντιμετώπισε τὸν πρωθυπουργὸ Εὐτρόπιο, πού, ἐπειδὴ ἦταν αἰσχροκερδὴς καὶ σκληρός, ραδιουργοῦσε ὕπουλα μὲ σκοπὸ τὴν καταδίκη καὶ τὸν θάνατο πολιτῶν γιὰ νὰ ἁρπάξει τὶς περιουσίες τους. Πολλὲς φορὲς ὁ ποιμένας τῆς Πόλεως προσπάθησε μὲ διάκριση καὶ πολλὴ ἀγάπη νὰ τὸν συνετίσει. Ἀκόμα καὶ σημειώματα τοῦ ἔστελνε τονίζοντάς του ὅτι «ὁ Θεὸς οὐ μυκτηρίζεται»· μὴ νομίζεις ὅτι ξεγελᾶς τὸν Θεό, τοῦ τόνιζε· ὅ,τι σπείρει κάποιος ἐκεῖνο καὶ θὰ θερίσει. Ὁ Εὐτρόπιος ὅμως ἀσυγκίνητος συνέχιζε τὸν δρόμο πρὸς τὴν καταστροφή. Καὶ ἦρθε μιὰ περίσταση στὴν ὁποία φανερώθηκε ἡ δική του παράνοια καὶ τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου ἡ μεγάλη καρδιά. Τότε ἴσχυε στὴν αὐτοκρατορία τὸ ἐκκλησιαστικὸ ἄσυλο, τὸ ὁποῖο παρεῖχε προστασία σὲ ὅποιον ἄνθρωπο καταδιωκόταν καὶ κινδύνευε. Ἂν αὐτὸς προλάβαινε νὰ μπεῖ σὲ ἕναν Ναὸ καὶ νὰ ἀγκαλιάσει τὴν ἁγία Τράπεζα, ἀπολάμβανε τὴν προστασία τῆς Ἐκκλησίας καὶ δὲν μποροῦσε νὰ τὸν πειράξει κανείς. Ὅμως ὁ Εὐτρόπιος μέσα στὴ μα-νία του ἔκανε νόμο, μὲ τὸν ὁποῖο καταργοῦσε τὸ ἐκκλησιαστικὸ ἄσυλο, γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ ἐξοντώνει τὰ θύματά του καὶ νὰ ἁρπάζει τὶς περιουσίες τους. Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ἐξανέστη καὶ τοῦ δήλωσε πὼς παρὰ τὸν νόμο θὰ ἐξακολουθοῦσε νὰ προστατεύει τοὺς κατατρεγμένους ποὺ θὰ κατέφευγαν στὴν Ἐκκλησία. Καὶ πῶς ἔρχονται κάποτε τὰ πράγματα! Ὁ πρῶτος ποὺ κατέφυγε στὴν Ἐκκλησία μετὰ τὴν κατάργηση τοῦ ἀσύλου ἦταν ὁ ἴδιος ὁ Εὐτρόπιος. Ἔπεσε κάποτε στὴ δυσμένεια τῆς Εὐδοξίας καὶ τοῦ αὐτοκράτορα Ἀρκαδίου. Ἔχασε τὸ ἀξίωμά του καὶ καταδικάστηκε σὲ θάνατο. Ὁ στρατὸς τὸν καταδίωκε γιὰ νὰ τὸν συλλάβει καὶ νὰ τὸν θανατώσει. Ποιὸς θὰ τὸν προστατέψει; Ἡ μόνη πόρτα ποὺ παρέμενε μὲ ἀγάπη ἀνοιχτὴ ἦταν αὐτὴ τοῦ ἀσύλου τῆς Ἐκκλησίας, αὐτὸ ποὺ ὁ ἴδιος εἶχε καταργήσει μὲ τὸν ἄθλιο νόμο του. Τρέχει τότε στὸν Ναὸ τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας καὶ ἀγκαλιάζει τὴν ἁγία Τράπεζα προσπαθώντας νὰ σωθεῖ. Σὲ αὐτὴ τὴν τόσο κρίσιμη κατάσταση, βρέθηκε ἡ φλογερὴ καρδιὰ τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου νὰ τὸν προστατεύσει! Στάθηκε ὁ Ἅγιος στὴν εἴσοδο τοῦ Ναοῦ καὶ σταμάτησε τὴν ὁρμὴ καὶ τὴ μανία τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ὄχλου ποὺ ἐφορμοῦσαν ἐναντίον τοῦ Εὐτροπίου. Ἀνέβηκε κατόπιν ὁ φλογερὸς κήρυκας τοῦ λόγου στὸν ἄμβωνα τοῦ Ναοῦ καὶ ἀπό ᾿κεῖ ἐξεφώνησε μία ἀπὸ τὶς ἐκλεκτότερες ὁμιλίες του. Ἦταν ἕνα θέαμα συγκλονιστικό. Ὁ Εὐτρόπιος νὰ τρέμει σὰν λαγὸς δίπλα στὴν ἁγία Τράπεζα, οἱ ἐχθροί του νὰ θέλουν νὰ τὸν ἐξοντώσουν καὶ ὁ Ἅγιος νὰ ὁμιλεῖ. Τί λόγια! «Ἀεὶ μέν, μάλιστα δὲ νῦν εὔκαιρον εἰπεῖν· ματαιότης ματαιοτήτων τὰ πάντα ματαιότης. Ποῦ νῦν ἡ λαμπρὰ τῆς ὑπατείας περιβολή; Ποῦ δὲ αἱ φαιδραὶ λαμπάδες;... Ποῦ ὁ τῆς πόλεως θόρυβος καὶ αἱ ἐν ἱπποδρομίαις ἐπευφημίαι καὶ τῶν θεατῶν αἱ κολακεῖαι;» (PG 52, 391). Καὶ ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸν Εὐτρόπιο τοῦ εἶπε μὲ πατρικὴ ἀγάπη: «Οὐκ ἔλεγόν σοι συνεχῶς ὅτι δραπέτης ὁ πλοῦτός ἐστι; Σὺ δὲ ἡμῶν οὐκ ἠνείχου. Οὐκ ἔλεγον ὅτι ἀγνώμων ἐστὶν οἰκέτης; Σὺ δὲ οὐκ ἐβούλου πείθεσθαι... Οὐκ ἔλεγόν σοι, ἡνίκα συνεχῶς ἐπετίμας μοι λέγοντι τἀληθῆ, ὅτι ἐγὼ σὲ φιλῶ μᾶλλον τῶν κολακευόντων;»· δὲν σοῦ ἔλεγα διαρκῶς ὅτι ὁ πλοῦτος χάνεται εὔκολα, ὅπως φεύγει ἕνας δραπέτης; Σὺ ὅμως δὲν μὲ ἀνεχόσουν. Δὲν σοῦ ἔλεγα ὅτι εἶναι ἀγνώμων δοῦλος; Ἀλλὰ ἐσὺ δὲν ἤθελες νὰ πεισθεῖς. Δὲν σοῦ ἔλεγα, ὅταν διαρκῶς μὲ κατηγοροῦσες ἐπειδὴ σοῦ μιλοῦσα μὲ τὴ γλώσσα τῆς ἀλήθειας, ὅτι ἐγὼ σὲ ἀγαπῶ περισσότερο ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ σὲ κολακεύουν; Αὐτὸς ἦταν ὁ μεγάλος Ἱεράρχης τῆς Κωνσταντινουπόλεως! Πραγματικὸς ποιμένας, στοργικὸς πατέρας, ἀληθινὸς στοὺς λόγους του καὶ στὰ ἔργα του. Τὸ παράδειγμά του μᾶς διδάσκει ὅλους. Φωνάζει ὅμως καὶ στοὺς ἐχθροὺς τῆς Ἐκκλησίας νὰ συνέλθουν, νὰ μὴν τὴν καταδιώκουν, διότι κάποτε πάλι στὴ δική της προστασία καὶ ἀγκαλιὰ θὰ καταφύγουν. Ἂς ἀκούσουν μὲ προσοχὴ τὰ ἀθάνατα λόγια τοῦ ἱεροῦ Πατρός: «Οὐδὲν Ἐκκλησίας δυνατώτερον, ἄνθρωπε. Λῦσον τὸν πόλεμον, ἵνα μὴ καταλύσῃ σου τὴν δύναμιν· μὴ εἴσαγε πόλεμον εἰς οὐρανόν. Ἄνθρωπον ἐὰν πολεμῇς, ἢ ἐνίκησας, ἢ ἐνικήθης. Ἐκκλησίαν δὲ ἐὰν πολεμῇς, νικῆσαί σε ἀμήχανον» (ΕΠΕ 33, 386). Σύνελθε, ἄνθρωπε... Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀνίκητη!ΟΣΩΤΗΡ2208

14 Οκτωβρίου, 2022

Πατερικός Λόγος: «Όσο ήρεμα υποφέρεις, τόσο περισσότερο θα νικήσεις».

 

Ο Ι. Χρυσόστομος περί αγάπης και υπομονής.

Τον Χριστό ο μαθητής Του Τον πρόδωσε, οι άλλοι Τον εγκατέλειψαν και έφυγαν, εκείνοι που ευεργετήθηκαν Τον έφτυσαν, ο δούλος του αρχιερέως Τον ράπισε, οι στρατιώτες Τον κολάφιζαν, οι διερχόμενοι Τον κοροίδευαν και Τον βλασφημούσαν, οι ληστές Τον κατηγόρησαν και σε κανένα δεν απηύθυνε λόγο, αλλά τους αντιμετώπιζε όλους με σιωπή, διδάσκοντας εσένα έμπρακτα, ότι όσο ήρεμα υποφέρεις, τόσο περισσότερο θα νικήσεις όσους σε κακοποιούν και θα εκτιμηθείς απ’ όλους.

Ιερός Χρυσόστομος..

https://www.dogma.gr/dialogos/paterikos-logos-oso-irema-ypofereis-toso-perissotero-tha-nikiseis/158099/

A.P.

13 Σεπτεμβρίου, 2022

Δὲν εἶναι οἱ θλίψεις ἡ ἀληθινὴ συμφορά, ἀλλὰ ἡ ἁμαρτία

 «Οὐδὲν δεινὸν τῶν ἀνθρωπίνων δεινῶν, ἀλλ᾿ ἡ ἁμαρτία μόνον, οὐ πενία, οὐ νόσος, οὐχ ὕβρις, οὐκ ἐπήρεια, οὐκ ἀτιμία, οὐ τὸ πάντων δοκοῦν ἔσχατον εἶναι τῶν κακῶν, ὁ θάνατος. Ὀνόματα γὰρ ταῦτά ἐστι μόνον τοῖς φιλοσοφοῦσι, συμφορῶν ὀνόματα, πραγμάτων ἔρημα· ἡ δ᾿ ἀληθὴς συμφορὰ τὸ προσκροῦσαι Θεῷ, καὶ ποιῆσαί τι τῶν μὴ δοκούντων αὐτῷ»». (Εἰς ἀνδριάντας Ὁμιλία Ε΄, PG 49, 70).

ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΑΠΟΔΟΣΗ

 Τίποτε δὲν εἶναι φοβερὸ ἀπὸ τὰ ἀνθρώπινα δεινὰ παρὰ μόνο ἡ ἁμαρτία· οὔτε ἡ φτώχεια, οὔτε ἡ ἀρρώστια, οὔτε ἡ προσβολή, οὔτε ἡ περιφρόνηση, οὔτε ὁ ἐξευτελισμός, οὔτε αὐτὸ ποὺ θεωρεῖται ὅτι εἶναι τὸ χειρότερο τῶν κακῶν, δηλαδὴ ὁ θάνατος. Διότι γιὰ κείνους ποὺ τὰ ἀντιμετωπίζουν κατὰ Θεόν, αὐτὰ εἶναι μόνο ὀνόματα, ὀνόματα συμφορῶν, χωρὶς πραγματικὸ περιεχόμενο. Ἡ ἀληθινὴ ὅμως συμφορὰ εἶναι τὸ νὰ προσκρούσει κανεὶς στὸν Θεὸ καὶ νὰ κάνει κάτι ποὺ δὲν ἀρέσει σ᾿ Αὐτόν.

04 Σεπτεμβρίου, 2022

Πώς ο Θεός Oικονομεί τα Πράγματα

 θεός

«Πώς ο Θεός οικονομεί τα πράγματα» από τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο

Πολύ συχνά, και μάλιστα σε ψυχές ευσεβείς, ο Θεός οικονομεί τα πράγματα έτσι, ώστε γεγονότα δυσάρεστα να έχουν κατάληξη ευτυχή. Ας θυμηθούμε μερικά περιστατικά από την Παλαιά Διαθήκη.

Ο Ιωσήφ, ο γιος του πατριάρχη Ιακώβ, πουλήθηκε από τους αδελφούς του και κατέληξε στην Αίγυπτο, στο σπίτι του Πετεφρή. Η γυναίκα του Πετεφρή είχε πονηρούς σκοπούς για τον Ιωσήφ. Στο τέλος τον συκοφάντησε και τον έστειλε στη φυλακή. Νόμιζε ότι έτσι του έκανε κακό. Απεναντίας, η φυλακή ήταν οίκημα πιο ήσυχο και ασφαλισμένο από το σπίτι του Πετεφρή.

Γιατί σ’ εκείνο το σπίτι μπορεί να είχε πολλές ανέσεις, αλλά ζούσε σ’ έναν ακατάπαυστο φόβο από τις αμαρτωλές επιθέσεις της ακόλαστης δράκαινας. Η αγωνία του ήταν βασανιστικότερη από τη ζωή της φυλακής. Προτιμούσε να ζει μαζί με καταδίκους παρά με μια μανιασμένη κυρά. Στο δεσμωτήριο τον παρηγορούσε η σκέψη ότι βρέθηκε εκεί για να μη χάσει την αγνότητά του, ενώ, όσο έμενε κοντά της, έτρεμε μήπως η ψυχή του τραυματιστεί.

Έτσι, ουσιαστικά δεν μπήκε σε φυλακή, αλλά γλύτωσε από φυλακή. Ήρθε σε ρήξη με τον επίγειο κύριό του, τον Πετεφρή, αλλά σε στενότερο σύνδεσμο με τον ουράνιο Κύριό του, το Θεό.

Παλαιότερα οι αδελφοί του Ιωσήφ τον είχαν πουλήσει σε Ισμαηλίτες εμπόρους. Στην πραγματικότητα τον ωφέλησαν, γιατί, τον απάλλαξαν έτσι από την κακία τους και, τις καθημερινές επιβουλές τους. Υπάρχει, αλήθεια, χειρότερο πράγμα, από τη συμβίωση με αδελφούς που σε φθονούν, σε κατατρέχουν, σε επιβουλεύονται; Θέλησαν να του κάνουν κακό, μα ο Θεός το γύρισε σε καλό.

Και αργότερα, όταν ο αρχιοινοχόος τον ξέχασε, πάλι σε καλό του βγήκε, γιατί αποφυλακίστηκε πιο επίσημα και πιο ένδοξα. Την ελευθερία του δεν του τη χάρισε η ανθρώπινη καλοσύνη, αλλά η θεία πρόνοια. Ο Φαραώ τον έβγαλε από τη φυλακή, όταν τον χρειάστηκε για να του εξηγήσει τα όνειρα. Έτσι, τον έβγαλε όχι σαν βασιλιάς που κάνει ευεργεσία, αλλά σαν βασιλιάς που δέχεται ευεργεσία. Ο Θεός δεν ήθελε να ευεργετηθεί ο Ιωσήφ σαν δούλος, αλλά να παρουσιαστεί στο Φαραώ σαν ευεργέτης του, να του συμπαρασταθεί στην ανάγκη του και να του δείξει πόση σοφία είχε.

Γι’ αυτό, λοιπόν, τον είχε λησμονήσει ο αρχιοινοχόος, για να μην τον αγνοήσει ο Φαραώ, για να μην τον στερηθεί η Αίγυπτος. Γιατί, αν ο αρχιοινοχόος τον θυμόταν, θα έβγαινε νωρίτερα από τη φυλακή, και τότε αναμφίβολα θα επιθυμούσε να γυρίσει στην πατρίδα του. Έτσι, όμως, όλη η κατοπινή ένδοξη ιστορία θα ματαιωνόταν. Τα τόσα εμπόδια – υπηρεσία στο σπίτι του Πετεφρή, η φυλακή και, αργότερα, το βασιλικό αξίωμα – τον κράτησαν εκεί, για να πραγματοποιηθούν τα μεγάλα σχέδια του Κυρίου.

Ας εξετάσουμε πολύ συνοπτικά και τη ζωή του πατέρα του Ιωσήφ, του πατριάρχη Ιακώβ. Ο αδελφός του Ησαύ τον φθόνησε και ζητούσε να τον σκοτώσει, αναγκάζοντάς τον έτσι να φύγει από την πατρίδα του. Τι συνέπειες είχε αυτό; Πρώτα-πρώτα, ξεφεύγοντας τον κίνδυνο, βρήκε ασφάλεια και ησυχία. Ύστερα, έμαθε να εμβαθύνει περισσότερο στα πράγματα, κι έτσι έγινε πιο σοφός. Και τέλος, αξιώθηκε να δει το θαυμαστό εκείνο όνειρο με την κλίμακα.

Αλλά, θα μου πείτε, στην ξένη χώρα, τη Μεσοποταμία, όπου πήγε, δούλεψε σκληρά. Και στην αρχή, βέβαια, βρήκε γυναίκα να πάρει, τη Ραχήλ, και κέρδισε τη συμπάθεια του πεθερού του, του Λάβαν, στη συνέχεια όμως ο Λάβαν τον εξαπάτησε, δίνοντάς του γυναίκα τη μεγαλύτερη κόρη του, τη Λεία. Ναι, έτσι έγινε, αλλά τούτο τον ωφέλησε, γιατί η Ραχήλ ήταν στείρα, ενώ από τη Λεία απέκτησε πολλά παιδιά.

Αργότερα ο Λάβαν τον μίσησε. Μα και το μίσος αυτό του βγήκε σε καλό, γιατί έγινε αφορμή να γυρίσει στην πατρίδα του. Αν δεν αντιμετώπιζε κανένα πρόβλημα στη Μεσοποταμία, δεν θα σκεφτόταν τη Χαναάν. Ο Λάβαν του κα

τακράτησε το μισθό των κόπων του. Μήτε κι αυτό τον ζημίωσε καθόλου, αφού πρόκοψε και πλούτισε περισσότερο από τον πεθερό του.

Τι βλέπουμε, λοιπόν; Όσο μεγαλύτερη επιβουλή και εχθρότητα αντιμετώπιζε, τόσο περισσότερο προόδευε. Αν δεν έπαιρνε γυναίκα πρώτα τη Λεία, δεν θ’ αποκτούσε σύντομα τόσα παιδιά, αλλά θα ήταν για χρόνια άτεκνος και θα θρηνούσε, όπως ακριβώς και η Ραχήλ. Αν ο Λάβαν δεν του στερούσε το μισθό του, δεν θα νοσταλγούσε την πατρίδα του, δεν θα δενόταν πιο στενά με τις γυναίκες του, δεν θα γύριζε με δόξα και τιμή στη γη Χαναάν, δεν θα συναντούσε στο δρόμο τους αγγέλους και τον ίδιο το Θεό.

Από το βιβλίο: ΘΕΜΑΤΑ ΖΩΗΣ Α’. Από τις Ομιλίες του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Έκδοση τέταρτη. Ιερά Μονή Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής 2013, σελ. 12.

https://www.dogma.gr/dialogos/pos-o-theos-oikonomei-ta-pragmata/154358/

27 Ιουνίου, 2022

Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΠΟΥ ΟΔΗΓΕΙ ΣΕ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΗ ΖΩΗ ΑΠΑΙΤΕΙ ΝΑ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΟΡΙΑ

 Ὁ Ἀντώνης εἶναι κάτι παραπάνω ἀπὸ συνηθισμένος ἔφηβος. Μοναχογιὸς καὶ μεγαλωμένος μὲ ὅλες τὶς ἀνέσεις, ἔμαθε νὰ ζεῖ μὲ διαρκεῖς ἀπαιτήσεις καὶ διεκδικήσεις.

 Ὁ ἐκρηκτικὸς χαρακτήρας του συχνὰ γίνεται ἀφορμὴ γιὰ συγκρούσεις μὲ τὸν περίγυρό του, ἰδιαίτερα στὸ Γυμνάσιο, τόσο μὲ τοὺς συμμαθητὲς ὅσο καὶ μὲ τοὺς καθηγητές του. Ὡστόσο εἶναι ἀφοπλιστικὰ εἰλικρινὴς καὶ χαίρεσαι νὰ συζητᾶς μαζί του. Μιὰ μέρα πλησίασε τὸν θεολόγο τῆς τάξης του: 

–Κύριε, θέλω νὰ συζητήσουμε. Ὄχι γιὰ τὸ μάθημα. Νὰ κουβεντιάσουμε προσωπικά. Ἔχω ἀνάγκη τὴ συμβουλή σας. 

Ξαφνιάστηκε ὁ καθηγητής, ἀλλὰ δὲν τὸ ἔδειξε. Συνήθως ἀπὸ τὸν Ἀντώνη δεχόταν εἴτε ἀντιρρήσεις εἴτε παράπονα γιὰ ἄλλα παιδιά. Ἆραγε τώρα τί ἤθελε νὰ τοῦ πεῖ;... 

–Δὲν πάει ἄλλο, κύριε. Θέλω νὰ μὲ βοηθήσετε νὰ βάλω ὅρια στὸν ἑαυτό μου. 

–Γιατί τὸ λὲς αὐτό, Ἀντώνη; Ὅλοι κινούμαστε μέσα σὲ κάποια ὅρια. Γιὰ παράδειγμα, τὸ σχολεῖο ἔχει κανόνες. Ἀλλὰ καὶ ἡ οἰκογένεια ἐπίσης. Ἂν θέλεις ὅρια, τὸ καλύτερο εἶναι νὰ συζητήσεις μὲ τοὺς γονεῖς σου καὶ νὰ καθορίσετε μαζὶ  τὰ ὅρια στὰ ὁποῖα θὰ κινεῖσαι. 

Ὁ Ἀντώνης πετάχτηκε σὰν νὰ τὸν κτύπησε ἠλεκτρικὸ ρεῦμα. 

–Αὐτὸ δὲν γίνεται! φώναξε κι ἀμέσως ἐξήγησε: Οἱ γονεῖς μου ποτὲ δὲν πρόκειται νὰ μοῦ βάλουν ὅρια. Αὐτὸ εἶναι τὸ πρόβλημα. Κάνουν τὰ πάντα γιὰ νὰ μὴ μοῦ χαλάσουν χατίρι. Ἂν θελήσω κάτι νὰ ἀγοράσω, ἀμέσως θὰ τὸ ἔχω. Ἂν τοὺς ζητήσω νὰ πάω αὔριο στὸ Ντουμπάι, θὰ πάω. Ἀκόμη κι ἂν τοὺς ζητήσω νὰ ἀνεβῶ σ’ ἕναν οὐρανοξύστη καὶ νὰ πέσω, θὰ μοῦ ποῦν: «Αὐτὸ ποὺ ζητᾶς δὲν εἶναι πολὺ εὔκολο. Εἶναι καὶ ἐπικίνδυνο ἴσως, ἀλλὰ ἀφοῦ θέλεις, μποροῦμε νὰ τὸ κάνουμε προετοιμάζοντας τὸν χῶρο ὅπου θὰ πέσεις γιὰ νὰ μὴν κτυπήσεις». Δὲν εἶναι παράλογο;... Δὲν μπορῶ νὰ ζήσω ἔτσι! Αἰσθάνομαι ἀνασφαλής. Εἶμαι μόλις 15 χρονῶν. Ἐγὼ μπορεῖ νὰ θέλω ὁτιδήποτε. Κάποιος δὲν πρέπει νὰ μὲ σταματήσει;... Μήπως μπορεῖτε ἐσεῖς νὰ μὲ βοηθήσετε;... Θέλω ὅρια! 

Ὁ θεολόγος ἔμεινε ἄφωνος. Ποτὲ δὲν περίμενε ἀπὸ ἕναν ἐπαναστάτη ἔφηβο νὰ ἀκούσει μία τόσο ὥριμη κριτικὴ ἐπισήμανση γιὰ τὴν ἀγωγὴ τῶν νέων. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι σὲ παλαιότερες ἐποχὲς τὸ πρόβλημα ἐντοπιζόταν ἀκριβῶς στὴν ἀντίθετη κατεύθυνση. Ἡ ὑπερβολικὴ αὐστηρότητα καὶ ἡ ἄκαμπτη ἐπιβολὴ πειθαρχίας στοὺς νέους προκαλοῦσε δικαιολογημένα τὴν ἀντίδρασή τους. Τώρα ὅμως, μὲ τὴ φιλοσοφία «ἀφῆστε τὰ παιδιὰ νὰ ἐκφραστοῦν ἐλεύθερα – δῶστε τους ὅ,τι ἐπιθυμοῦν», φτάσαμε στὸ ἄλλο ἄκρο. Καὶ ἤδη τὰ ἴδια τὰ παιδιὰ μᾶς ἀνακαλοῦν στὴν τάξη καὶ μᾶς ζητοῦν νὰ τοὺς θέσουμε ὅρια! Ἡ ψυχολογία διδάσκει ὅτι οἱ ἔφηβοι, ἂν καὶ ἀναπτύσσουν κριτικὴ σκέψη καὶ διεκδικοῦν τὴν ἀνεξαρτησία τους, στὴν πραγματικότητα δὲν διαθέτουν τὴν ὡριμότητα οὔτε τὴν πείρα γιὰ νὰ ζήσουν αὐτόνομα. Χρειάζονται καθοδήγηση κι ἕνα πλαίσιο καλὰ κατανοητοῦ νόμου καὶ πειθαρχίας. Χωρὶς αὐτὸ νιώθουν ἀνασφάλεια καὶ δὲν μποροῦν νὰ ἀπολαύσουν τὴν ἄνεση καὶ τὴν ἐλευθερία ποὺ τοὺς προσφέρεται. Ἡ ψυχή τους ἀγωνιᾶ καὶ προχωροῦν σὰν νὰ ἔχουν χάσει τὸν δρόμο. Ἡ ψυχὴ τοῦ παιδιοῦ, λέει ὁ ἔμπειρος παιδαγωγὸς καὶ καταξιωμένος διδάσκαλος ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, μοιάζει μὲ πόλη ἡ ὁποία ἔχει μάλιστα ξένους καὶ ἄπειρους πολίτες ποὺ εὔκολα θὰ δεχθοῦν τοὺς νόμους ποὺ θὰ θεσπίσεις. «Τίθει τοίνυν νόμους καὶ πρόσεχε ἀκριβῶς· ὑπὲρ γὰρ τῆς οἰκουμένης ἡμῖν ἡ νομοθεσία καὶ πόλιν κτίζομεν σήμερον»· ὅρισε λοιπὸν νόμους στὴν πόλη αὐτὴ καὶ πρόσεχε νὰ τηροῦνται μὲ ἀκρίβεια, διότι ἡ νομοθεσία μας εἶναι γιὰ τὴν οἰκουμένη· γιὰ τὸ μέλλον τοῦ κόσμου (ΕΠΕ 30, 646). Εἶναι σημαντικὸ νὰ μάθουμε στὰ παιδιὰ ὅτι ἡ ἐλευθερία ποὺ ὁδηγεῖ σὲ εὐτυχισμένη ζωὴ εἶναι δυνατὴ μόνο ὅταν ἔχουμε ὅρια καὶ γιὰ τὸν ἑαυτό μας καὶ γιὰ τοὺς ἄλλους. Ὅπως γιὰ νὰ κυκλοφορήσουν τὰ αὐτοκίνητα στοὺς δρόμους μὲ ἀσφάλεια εἶναι ἀπαραίτητο οἱ ὁδηγοὶ νὰ συμμορφώνονται μὲ τὸν Κώδικα Ὁδικῆς Κυκλοφορίας, ἔτσι καὶ οἱ ἄνθρωποι, γιὰ νὰ ζοῦν ἁρμονικά, ἔχουν ἀνάγκη ἀπὸ νόμους. Γιὰ παράδειγμα, ὁ νέος χρειάζεται ὅρια στὴ διασκέδασή του· ἂν ξενυχτᾶ μέχρι τὶς πρωινὲς ὧρες, ἀντὶ νὰ ξεκουράζεται, θὰ ἐξαντλεῖται. Καὶ φυσικὰ ἡ πιὸ κατάλληλη ἡλικία γιὰ νὰ τεθοῦν οἱ κανόνες αὐτοὶ εἶναι ἡ παιδικὴ ἡλικία. Λέει πάλι ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος: «Ἄγριον ἡ νεότης», δύσκολη ἡλικία ἡ νεότητα· ἄν, λοιπόν, ἀπὸ νωρὶς καὶ ἀπὸ τὴ μικρὴ ἡλικία «ὅρους αὐτῇ πήξωμεν καλούς, οὐ δεησόμεθα πολλῶν μετὰ ταῦτα πόνων». Ἂν δηλαδὴ θέσουμε σωστὰ ὅρια, δὲν θὰ κοπιάσουμε πολὺ μετὰ ἀπὸ αὐτά, διότι θὰ ἔχουν συνηθίσει οἱ νέοι στὴν πειθαρχία (ΕΠΕ 23, 266). Ποιὸς ὅμως μπορεῖ νὰ ρυθμίσει τὰ ὅρια αὐτὰ ὥστε νὰ εἶναι κατάλληλα γιὰ τὴ σωστὴ ἀνατροφὴ τῶν παιδιῶν;... Δὲν ὑπάρχει καλύτερος ὁδηγὸς ἀπὸ τὴν ἀλάνθαστη πυξίδα, τὸ Νόμο τοῦ Θεοῦ. Μόνο ὁ πάνσοφος καὶ φιλάνθρωπος Θεὸς μπορεῖ νὰ φωτίσει τὴν καρδιά μας καὶ νὰ μᾶς κατευθύνει σωστὰ στὴν πορεία τῆς ζωῆς μας. Αὐτὸ καλούμαστε νὰ ἐμπνεύσουμε καὶ στὰ παιδιά μας. Ἂς μὴ διστάζουμε λοιπὸν νὰ θέτουμε σωστὰ καὶ κατανοητὰ ὅρια γιὰ τὰ παιδιά. Αὐτὸ θὰ τὰ βοηθήσει νὰ γίνουν ὑπεύθυνα καὶ θὰ τοὺς ἀνοίξει τὸν δρόμο γιὰ τὴν ἀληθινὴ ἐλευθερία καὶ χαρά.ΟΣΩΤΗΡ2157

16 Ιουνίου, 2022

Ὁ κατακτητὴς τῆς Εὐρώπης

 
Τὸ πέρασμά του φοβερό! Στὸ πέρασμά του ἡ θάλασσα βράζει. Τὰ ψάρια σκορποῦν τρομαγμένα. Οἱ κολυμβητὲς φρίττουν. Τὰ μικρὰ πλοιάρια κινδυνεύουν. Ὅταν ἀνοίγει τὰ πελώρια σαγόνια του, ὁ θάνατος ὀργιάζει. Φόβος καὶ τρόμος. Ἂν ὀσμιστεῖ αἷμα, τρελαίνεται. Καὶ τότε, ἀλίμονο σ᾿ ὅποιον βρεθεῖ μπροστά του. Καρχαρίας μαινόμενος. Ἔτσι... τέτοιος ἔμοιαζε ὁ Σαούλ. Θηριῶδες ψάρι. Ἔβραζε τὴ θάλασσα, σήκωνε κύματα μανιασμένα, ἀπειλοῦσε μὲ θάνατο. Ὥσπου τὸν ψάρεψε ὁ μεγάλος Ψαράς. Ἔριξε τὸ ἀγκίστρι Του ἀπὸ ψηλὰ καὶ τὸν ἔπιασε. «Σαούλ, Σαούλ», τοῦ φώναξε, «τί με διώκεις;». Καὶ τὸ μεγάλο,τὸ αἱμοβόρο ψάρι πιάστηκε. Μέθυσε ἀπὸ τὴ χαρά του ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος. Ξεκίνησε νὰ ἑρμηνεύει τὸ ἱερὸ βιβλίο τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων, ἑρμήνευσε τὴν ἐπιγραφή – γιὰ ποιὸν λόγο ὀνομάζεται «Πράξεις τῶν Ἀποστόλων» – καὶ ἐνῶ ἔπρεπε νὰ συνεχίσει μὲ τὸν πρῶτο στίχο τοῦ πρώτου κεφαλαίου... Δὲν ἄντεξε! Δὲν μπορῶ νὰ συνεχίσω, φώναξε μέσα στὴν Ἐκκλησία. Δὲν μὲ ἀφήνει ὁ Παῦλος. Τραβάει τὴ γλώσσα μου πρὸς αὐτόν. Θέλω νὰ τὸν δῶ νὰ μπαίνει στὴ Δαμασκὸ δεμένος. Ὄχι μὲ σιδερένια ἁλυσίδα, ἀλλὰ μὲ τὴ φωνὴ τοῦ δεσπότου Χριστοῦ. Θέλω νὰ δῶ πιασμένο αὐτὸ τὸ μεγάλο ψάρι, ποὺ ἔβραζε ὅλη τὴ θά λασσα, αὐτὸν ποὺ σήκωσε τόσα κύματα κατὰ τῆς Ἐκκλησίας. Θέλω νὰ τὸν δῶ πιασμένον «οὐκ ἀγκίστρῳ ἀλλὰ λόγῳ δεσποτικῷ»· ὄχι μὲ ἀγκίστρι ἀλλὰ μὲ τὸν λόγο τοῦ δεσπότου Χριστοῦ. Διότι ὁ δεσπότης μας Χριστός, Αὐτὸς ποὺ δίδαξε τὴν τέχνη τῆς πνευματικῆς ἁλιείας, ὅπως στέκεται ὁ ψαρὰς σὲ ψηλὴ πέτρα, στεκόμενος καὶ Αὐτὸς στὴν ψηλὴ πέτρα τοῦ οὐρανοῦ, ἔριξε σὰν ἀγκίστρι αὐτὴ τὴ φωνή· «Σαῦλε, Σαῦλε, τί με διώκεις;», καὶ ἔτσι ψάρεψε αὐτὸ τὸ μεγάλο ψάρι. Κι ὅπως τὰ ψάρια ὅταν πιαστοῦν, τυφλώνονται, ἔτσι καὶ αὐτὸ τὸ ψάρι μόλις κατάπιε τὸ ἀγκίστρι, ἀποτυφλώθηκε. «Ἀλλ᾿ ἐκείνη ἡ τύφλωσις πᾶσαν οἰκουμένην ἀναβλέψαι ἐποίησε». Νά ποιὰ πράγματα θέλω νὰ δῶ, τονίζει ὁ Ἅγιος. Γι᾿ αὐτὸ ἄφησα τὸ προοίμιο καὶ σπεύδω νὰ πηδήξω στὴ μέση τοῦ βιβλίου. «Παῦλος γὰρ καὶ ὁ Παύλου πόθος ἠνάγκασεν ἡμᾶς πηδῆσαι τοῦτο τὸ πήδημα. Παῦλος καὶ ὁ Παύλου πόθος». Συγχωρέστε με, φώναξε. Ἢ μᾶλλον, μὴ μὲ συγχωρεῖτε, ἀλλὰ ζηλέψτε με. «Ζηλώσατε τὸν ἔρωτα τοῦτον»· ζηλέψτε τὴν ἀγάπη αὐτὴ ποὺ ἔχω γιὰ τὸν Παῦλο. Ὁ Χρυσόστομος εἶχε πάθος μὲ τὸν μέγα Ἀπόστολο. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὀνομάστηκε «στόμα τοῦ Παύλου». Καὶ γι᾿ αὐτὸ προέτρεξε στὸ κήρυγμά του νὰ βρεθεῖ στὸ δρόμο τῆς Δαμασκοῦ, ὅπου ὁ Χριστὸς συνέλαβε τὸν Παῦλο. Τὸν συνέλαβε! Ἀπὸ τὴν ἡμέρα ἐκείνη ὁ καρχαρίας ἔγινε δελφίνι, ὁ διώκτης ἔγινε Ἀπόστολος, ὁ Σαῦλος Παῦλος. Κι ὁ Παῦλος;... Αὐτὸ τὸ ζωντανὸ θαῦμα, ἡ ἔκπληξη τῆς πρώτης Ἐκκλησίας, πῆρε τοὺς δρόμους, τὰ βουνά, τὶς θάλασσες· πῆρε τὶς πόλεις μιὰ πρὸς μιά, τὶς κωμοπόλεις, τὰ χωριὰ κι ἄνοιξε πόλεμο. Πόλεμο πρὸς τὸ σκοτάδι, πρὸς τοὺς κοσμοκράτορες «τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου» (Ἐφ. ς΄ 12). Βῆμα πρὸς βῆμα ἄρχισε ἡ ἀπελευθέρωση τῆς αὐτοκρατορίας. Τὸ ἕνα μετὰ τὸ ἄλλο τὰ κάστρα ἔπεφταν, καὶ ἔστηνε πάνω στὰ τείχη τους τὸν αἱματόβρεχτο Σταυρό. Ἔπεσε ἡ Ἀντιόχεια, ἡ Ἔφεσος, ἡ Μίλητος, οἱ Κολασσές, ἡ περιοχὴ τῆς Γαλατίας, ἡ Κύπρος, ἡ Κρήτη, ἡ Τροία. Ἀπὸ τὴν Τροία ξεκίνησε τὴν ἐκστρατεία γιὰ τὴν κατάκτηση τῆς ἠπειρωτικῆς Εὐρώπης. Κατέκτησε τοὺς Φιλίππους, τὴ Θεσσαλονίκη, τὴ Βέροια, τὴν Ἀθήνα, τὴν Κόρινθο, τὴ Νικόπολη τῆς Ἠπείρου, καὶ ἔπειτα εἰσέβαλε στὴ Ρώμη, χτύπησε τὴ δαιμονικὴ πλάνη στὴν καρδιὰ τῆς αὐτοκρατορίας. Ἐκεῖ φυλακίστηκε, γιὰ νὰ μπορέσει νὰ σπάσει τὰ σίδερα τοῦ σατανικοῦ δεσμωτηρίου. Καμιὰ κατάκτηση δὲν ὑπῆρξε εὔκολη. Πολέμησε μὲ ὅλες τὶς σατανικὲς δυνάμεις. Ραβδίστηκε, λιθοβολήθηκε, ναυάγησε τρεῖς φορές, ἕνα ὁλόκληρο μερόνυχτο πάλευε μὲ τὰ κύματα. Κινδύνευε παντοῦ, στὶς πόλεις, στὶς ἐρημιές, στὴ θάλασσα. Πέθανε ἀμέτρητες φορές. Καὶ κάθε φορὰ φώναζε θριαμβικά: «καὶ ἰδοὺ ζῶμεν»! Εἶμαι ἀκόμη ζωντανός! Ἔφτασα στὶς πύλες τοῦ Ἅδη, ἀλλὰ νά ποὺ ζῶ! Δύο χιλετίες μετὰ μένουμε νὰ θαυμάζουμε τὸν Παῦλο. Τὸν μέγα Ἀπόστολο. Τὸ στόμα τοῦ Χριστοῦ. Τὸν νικητὴ τοῦ κόσμου. Τὸν κατακτητὴ τῆς Εὐρώπης. Τὸν εὐεργέτη τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας. Τὸν φλογερὸ μύστη τοῦ Χριστοῦ. Τὸν φλεγόμενο μετεωρίτη ποὺ ἔκαψε καὶ γκρέμισε τὰ κάστρα τοῦ ἐχθροῦ! Τὸν θαυμάζουμε. Τὸν χειροκροτοῦμε ἀπὸ τὶς κερκίδες τῶν παγωμένων καρδιῶν μας... Ἂν ζοῦσε σήμερα...ΟΣΩΤΗΡ2157