Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ζακχαιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ζακχαιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

27 Ιανουαρίου, 2024

Λόγος εις τον Ζακχαίον (Αγ. Αμφιλόχιος, Επίσκοπος Ικονίου)


Ήλθε λοιπόν ο Ιησούς στην Ιεριχώ, η πηγή κοντά στους ποτιζομένους από την πηγήν, η πολυδύναμος χάρις προς την πολύδενδρο και πολύρρυτον πόλιν. «Καί ιδού ανήρ ονόματι καλούμενος Ζακχαίος, και αυτός ην αρχιτελώνης». Διπλό το κακόν, ότι και ησχολείτο με άδικον τέχνη, και ότι ήταν αρχηγός των κακώς ασχολουμένων με αυτήν. Όχι μόνον ημάρτανε, αλλά είχε και την ευθύνη για ό,τι κακόν έκαμαν οι άλλοι. Απέκλειε τις λεωφόρους για τους οδοιπόρους, και τους υπεχρέωνε να περάσουν από τον παράπλευρον δρόμο της αδικίας του. Ούτε τους ληστάς εμιμείτο, όταν παρεμόνευε τους διερχομένους, ούτε ανέμενε τους οδοιπόρους από ζήλον φιλοξενίας, αλλά, έχοντας ως νόμο την αδικίαν, εφορολογούσε τους ξένους κόπους, μιμούμενος την άσπλαγχνον αδηφαγία των κηφήνων. Όπως δηλαδή οι κηφήνες τρυγούν τον κάματο των μελισσών χωρίς να συμμετέχουν στους κόπους των, έτσι και οι τελώνες κάθονται αργόσχολοι στα σταυροδρόμια και ληστεύουν τους κόπους των ξένων οδοιπόρων.

Κάποιος έπλεε στην θάλασσα, έδωσε μάχες με τις τρικυμίες, επολέμησε με τους ανέμους, διέσχισε μεγάλο και ανυπότακτον πέλαγος, και ο Ζακχαίος έσπευδε να του αφαιρέση το κέρδος με την φορολογία. Άλλος ήταν βοσκός και ταλαιπωρείτο από την ξηρασία και τον καύσωνα, συζούσε με τις βροχές, τα χιόνια και την πάχνη, και είχε ως καλύβη τις προεξοχές των βράχων, τροφή του το τυρί και το γάλα, και ένδυμα ακατέργαστο το δέρμα των προβάτων. Έπεσε όμως ο πτωχός, ο αγροίκος αυτός που έχει ως κατοικία του τα όρη, στα χέρια του Ζακχαίου, ο οποίος απεδεκάτισε τα ζώα του, τον ελήστευσε νομίμως, χωρίς ξίφος τον έσφαξε. Παίρνει ο δράστης το μαχαίρι του, και το αιμόφυρτον αποκομμένο μέλος και απομακρύνεται με αναισθησία, για να αποφύγη την δυσφορία του πάθους, αφήνοντάς τον από ανούσιο πτωχεία πληγωμένο να αποθάνη, αφού πονά μέχρι θανάτου. Δεν φεύγει η ψυχή του άπαξ δια παντός, αλλά θνήσκει σιγά σιγά και συνεχώς. Και για να το ειπώ συντόμως, τόσον ανεπιθύμητος ήταν ο Ζακχαίος για τους εμπόρους, τους οδοιπόρους, τους βουκόλους και τους βοσκούς, όσον τα απόρθητα φρούρια για τους στρατιώτες, οι ύφαλοι για τους πλοιάρχους και οι ύποπτες κινήσεις για τους πολεμιστάς.

Όμως αυτός, ο οποίος τόσην μανίαν εδείκνυε για την παράλογο συλλογή των χρημάτων, ζητούσε τώρα να ιδή τον Ιησούν, και δεν ημπορούσε. Τον ημπόδιζε το μικρό του ανάστημα και το βάρος της αδικίας. Τελικά όμως θεραπεύει το μειονέκτημα του αναστήματος με την συνετήν του έμπνευση. Τρέχει ενωρίτερα και ανεβαίνει σε κάποιαν συκομορέα, και κρύπτεται μέσα στο πλούσιο φύλλωμά της, πιστεύοντας ότι βλέπει χωρίς να φαίνεται, επειδή ενόμιζε ότι θα διαφύγη της προσοχής του Παντογνώστου. Το ίδιο έπαθε και η αιμορροούσα, νομίζοντας ότι θα κλέψη τον Ιησούν, ο οποίος αρέσκεται σε παρόμοιες περιπτώσεις να κλέπτεται. Αλλά εκείνη τουλάχιστον επλησίασε και ήψατο των ιματίων του, ενώ αυτός έφθασε τον Χριστόν από μακριά, δια μέσου της πίστεως. Ανεβαίνει λοιπόν στο δένδρο, θεραπεύοντας τα κακά που προήλθαν από τον Αδάμ. Ο ένας πλανάται από το δένδρο και απομακρύνεται από τον Θεόν, ενώ ο άλλος σώζεται από το δένδρον, επειδή επιθυμεί να ιδή τον Θεόν. Διότι όταν ήκουσε ότι κάνει πολλά και παράδοξα θαύματα, και ότι εκτός από τα σώματα θεραπεύει και τις ψυχές, και από τις μεν ψυχές αφαιρεί τις αμαρτίες, στα δε σώματα χαρίζει την απάθειαν, επεθύμησε να τον ιδή, αυτόν ο οποίος συγχωρεί τα πάντα στους πάντες, και συλλογίζετο μέσα του: «Ποίος να είναι άραγε αυτός ο Ιησούς που καθαρίζει λεπρούς, θεραπεύει τυφλούς και συγχωρεί τις αμαρτίες όσων του το ζητούν; Πώς μοιάζει άραγε, πώς να είναι η μορφή του; Άραγε τα γνωρίζει όλα; Έχει άραγε υπ’ όψιν του και τις σκέψεις των απόντων, ή μόνον τους λογισμούς αυτών που είναι κοντά του εξετάζει; Άραγε ανιχνεύει ως Θεός τα νοήματα της καρδίας καθενός; Πώς λοιπόν θα τα μάθω όλα αυτά; Ποίος θα μου τα διδάξη; Ποίος άλλος; Η προσωπική πείρα, αυτή είναι διδάσκαλος για όλα. Θα ανέβω στο δένδρο, και θα καλυφθώ από το πλούσιο φύλλωμά του. Κρύπτομαι και έτσι μαθαίνω αν ημπορώ να σωθώ. Εάν αντιληφθή την κίνησιν αυτή της ψυχής μου, τότε θα μάθω ότι εξαλείφει και την αμαρτία της ψυχής μου. Με αυτόν λοιπόν τον τρόπο θα καταλάβω ότι γνωρίζει τα κρυπτά των λογισμών. Εάν με ιδή μέσα σ’ αυτόν τον συνωστισμό, και όχι μόνον με ιδή αλλά ανακαλύψη και της ψυχής μου τον έρωτα. Θα προτιμήσω να τα απορρίψω όλα για να βρω το ένα. Θέλω να μιμηθώ τον Ματθαίο. Και εκείνος τελώνης ήταν όπως εγώ, όμως δεν προσέτρεξε αυθαιρέτως, αλλά προσεκλήθη από τον Ιησού και υπήκουσε. Ο Ματθαίος, φαντάζομαι, καθώς είδε τον Ιησούν, τον ενόμισεν ως έναν από τους οδοιπόρους. Εβαθούλωσε τις παλάμες και άνοιξε, ως συνήθως, τις αγκάλες του, έτοιμος να αρπάξη. Αντί όμως να φορολογήση, όπως ήθελε, τον Χριστόν, εφορολογήθη από αυτόν, και όχι μόνον φαινομενικώς, αλλά προσφέροντας όλον του τον εαυτόν. Πράγματι, την στιγμή που ήκουσε «ακολούθει μοι», υπερέβη την κλίση με την προθυμία του, τρέχοντας όσον ημπορούσε γρηγορότερα πίσω από αυτόν που τον προσείλκυσε. Εάν λοιπόν προσκαλή και τελώνες, και όχι μόνον προσκαλεί, αλλά και δικαιώνει, δεν με βλάπτει η σωρεία των παρελθόντων μου κακών. Διότι, αν ο Ελισσαίος, ρίπτοντας αλάτι στην πηγή μας(στην Ιεριχω παλαια), μετέβαλε σε γόνιμο το άγονο νερό της, οπωσδήποτε και αυτός, αν αλατίση με την χάρη την ψυχή μου, θα την διεγείρη προς καρπογονίαν αρετής.

Καθώς εσυλλογίζετο αυτά «ήλθεν επί τον τόπον ο Ιησούς, και αναβλέψας είδεν αυτόν και είπε προς αυτόν: Ζακχαίε, σπεύσας κατάβηθι». Έχεις ανεβεί στο δένδρον ως τελώνης, κατέβα από το δένδρον ως φιλόθεος. Κατέβα από το ξύλον αυτό στην γη, για να ανεβής δια του σταυρού προς τον ουρανόν. Ανήλθες σ’ ένα δένδρον, από τους ανθρώπους κρυπτόμενος, ανέρχεσαι δια του σταυρού στους αγγέλους χαριζόμενος. «Σπεύσας» λοιπόν «κατάβηθι’ σήμερον γαρ εν οίκω σου δει με μείναι». Ω, τι ανέκφραστη χάρις! Τι απερίγραπτος φιλανθρωπία! Δεν θα είναι πλέον ακάθαρτος ο οίκος του τελώνου. Κάθε κακό θα αποδράση από αυτόν, διότι όπου φιλοξενείται ο Ιησούς, τα πάντα μεταβάλλονται προς το καλλίτερον. «Ζακχαίε», λέγει. «σπεύσας κατάβηθι’ σήμερον γαρ εν τω οίκω σου δεί με μείναι». Τι να είπω; Παράδεισος έγινε η οικία του τελώνου. Ό,τι βλέπω στην περίπτωση του ληστού, το ίδιο και τώρα στον Ζακχαίον. Είπε στον ληστή «Σήμερον μετ’ εμού έση εν τω Παραδείσω», και συγχρόνως τον παρέλαβε από το ξύλο και τον έβαλε στον Παράδεισον. Είπε στον Ζακχαίο. «Σήμερον εν τω οίκω σου δει με μείναι», και συγχρόνως τον έλαβε μαζί του και εισήλθε, κάνοντας τον οίκο του Παράδεισο πριν από τον Παράδεισο...

Καθώς όμως παρακολουθούσαν τα γενόμενα οι απόγονοι εκείνων που παλαιά αγανακτούσαν και παρεπονούντο για την πηγήν(της Ιεριχους οι παλαιοι κατοικοι της στην εποχη του Ελισσαιου), οι άγευστοι της θείας δυνάμεως και αγαθότητος, σαν να ελυπούντο για την σωτηρία του αρχιτελώνου, εγόγγυζαν μέσα τους λέγοντες ότι «παρά αμαρτωλώ ανδρί εισήλθεν καταλύσαι». Ω, εργάτες της καταφρονήσεως, και γεωργοί της ραθυμίας! Σεις τι είσθε, δίκαιοι ή αμαρτωλοί; Δεν είσθε μοχθηρότεροι από όλους τους ανθρώπους; Πώς λοιπόν ο Ιησούς ήλθε και εσκήνωσε μεταξύ σας; Πώς εγεννήθη μεταξύ σας, ανετράφη, ανδρώθη, έπιεν, έφαγε; Γιατί λοιπόν παραβλέπετε τα ιδικά σας τραύματα, και ανιχνεύετε τα πταίσματα του πλησίον; Και εκτός αυτού, γιατί άλλοτε λέγετε τον Χριστόν αμαρτωλόν, και άλλοτε δίκαιον; Όταν εθεράπευσε τον εκ γενετής τυφλό, τον απεκαλέσατε αμαρτωλό, λέγοντας «δος δόξαν τω Θεώ. Ημείς γαρ οίδαμεν ότι αμαρτωλός εστίν», επειδη λύει το Σάββατο. Τώρα που ήλθε κάτω από την στέγη του τελώνου, τον διασύρετε ενώπιον όλων ως μη δίκαιον, διότι συντρώγει αναξίως με αμαρτωλούς. Αν θεραπεύση τυφλόν, τον λέγετε αμαρτωλόν, αν συμφάγη με αμαρτωλούς τον διασύρετε, ότι συντρώγει αναξίως με αμαρτωλούς. Τι λοιπόν; Να μη θεραπεύση τυφλόν το Σάββατο για να μη νομισθή αμαρτωλός; Να μη φάγη με τελώνες για να θεωρηθή δίκαιος; Γιατί τον κατηγορείτε; Και πού αλλού έπρεπε να τεθή το φως, παρά σε μέρος σκοτεινό; Πού έπρεπε να έλθη ο ιατρός; Να μη προστρέξη σ’ αυτούς που υποφέρουν; «Ου χρείαν έχουσιν οι ισχύοντες ιατρού, αλλά οι κακώς έχοντες». Πού έπρεπε να παρουσιασθή ο αμνός του Θεού; Όχι προς τους τελώνες και αμαρτωλούς, ώστε να λάβη το φορτίο τους επάνω του, να τους ελαφρύνη, και έτσι να τους καταστήση ικανούς για τα υψηλότερα; Ματαίως τον κακολογείτε. Έχει εκπληρωθή σε σας αυτό που ελέχθη, ότι «οι τελώναι και αι πόρναι προάγουσιν υμάς (σας προλαμβάνουν δηλαδή) εις την βασιλείαν των ουρανών».

«Σταθείς δε Ζακχαίος είπε προς τον Κυριον. Ιδού τα ημίση των υπαρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τοις πτωχοίς” και ει τινος εσυκοφάντησα αποδίδωμι τετραπλούν». Τώρα που έχω δεχθή στον οίκο μου εσέ τον προστάτη των πτωχών, δεν ανέχομαι πλέον να αδικώ τους πτωχούς, δεν με κατέχει πλέον ο φόβος μήπως δεν συλλέξω χρήματα, αφού εφιλοξένησα αυτόν που χαρίζει τον πλούτον τον ακένωτον. Δεν παραμονεύω πλέον τους οδοιπόρους, αφού συνήντησα στον δρόμο της ζωής μου τον Ύψιστον Θεόν, που κατέβη στην γη με μορφήν ανθρώπου, για να χαρίση αμνηστεία και να σχίση το χειρόγραφον των αμαρτιών μας...

Μολονότι όμως είναι ο όντως πλούσιος, έζησε ως πτωχός. Γι’ αυτό και ο Ζακχαίος έλεγε «Αι αλώπεκες φωλεούς έχουσι, και τα πετεινά του ουρανού κατασκηνώσεις, συ δε ουκ έχεις που την κεφαλήν κλίνη». Ας χαθούν οι επίσημες αυλές και τα προαύλια, οι οικοδομικές μεγαλουργίες, οι λαμπροί και περιφανείς οίκοι. Αντί όλων αυτών μόνον τον ακένωτον πλούτο της πτωχείας σου ζητώ. Αλλά επειδή αδυνατώ να διηγηθώ επαξίως τον πλούτο της ψυχής του Ζακχαίου, ας αφήσωμε τον λόγο στον πλούσιον σε αρετές Πατέρα, ο οποίος θα ομιλήση στην καρδία του καθενός. Στον φιλόξενον αρμόζει να διηγήται τις αρετές του φιλόξενου, προς αίνεσιν μεν αυτού, στηριγμόν δε ιδικόν σας και στέφανον της Εκκλησίας, τιμήν δε του Χριστού «ω η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν».

(4ος αιών, ΒΕΠΕΣ τόμ. 71, σελ. 114, Από το βιβλίο "Πατερικόν Κυριακοδρόμιον", σελίς 439 και εξής. Επιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλάς)
https://kirigmata.blogspot.com/2013/01/blog-post_535.html#more

30 Ιανουαρίου, 2021

Η ΑΓΩΝΙΑ ΜΙΑΣ ΨΥΧΗΣ.

 ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ΄ ΛΟΥΚΑ. ΤΟΥ ΖΑΚΧΑΙΟΥ. Ἤ ΑΛΛΙΩΣ, Η ΑΓΩΝΙΑ ΜΙΑΣ ΨΥΧΗΣ.

π.Φίλιππος Μπενάζης Ι.Ν. Αγιου Νικολάου ,Δράμα.

Ὁ Χριστός μας ἀγαπητοί μου, εἶχε δηλώσει κατηγορηματικά πολλές φορές στούς ἀκούοντάς Τον, πώς οἱ πόρνες καί οἱ τελώνες δείχνουν τό δρόμο πρός τή Βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Αὐτό δέν ἦταν καθόλου, μά καθόλου εὔκολο καί ἀπλό γιά νά εἰπωθεῖ στήν ἐποχή Του καί στό κοινωνικό περιβάλλον τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ. Γιατί σέ ἕνα τέτοιο περιβάλλον ὅπου ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ, ὅπως εἶχε δωθεῖ στόν Μωυσῆ, ἦταν ὁ ρυθμιστής τῶν πάντων, κάθε ἀσχολία καί κάθε ἐνέργεια πού δέν τηροῦσε τά διατεταγμένα, ἦταν ἐν τῇ γεννέσῃ της ἁμαρτωλή καί καταδικαστέα. Ξεσήκωνε ἐπίσης τό θυμό γιά ἐκδίκηση. Εἶχε δέ πάντοτε συνοδεία τήν ἀπαξίωση καί τόν ὀνειδισμό.  

Ὁ τελώνης ἰδικότερα τήν ἐποχή ἐκείνη ἦταν ὁ ἀντιπροσωπευτικός τῦπος τοῦ διεφθαρμένου ἀνθρώπου, ἀκόμη καί ἐκτός Ἰσραήλ. Οἱ Ρωμαῖοι Κικέρων, Λίβιος καί Τάκιτος κατατάσουν τόν τελώνη μεταξύ τῶν χυδαίων ἐπαγγελμάτων. Στό Ταλμούδ τριάντα ἐπαγγέλματα ἤ ἀπασχολήσεις χαρακτηρίζονται ἁμαρτωλά. Ὡς τά δύο ἁμαρτωλότερα θεωροῦνται ὁ ληστής καί ὁ τελώνης. Οἱ τελῶνες δέν εἶχαν τό δικαίωμα νά παρουσιαθοῦν ὡς μάρτυρες σέ δικαστήριο. Ὁ ραβίνος Χιλέλ δίδασκε ὅτι προκειμένου νά ἐξαπατήσει κάποιος ἕνα τελώνη, ἐπιτρέπεται ὄχι μόνον νά πεῖ ψέματα ἀλλά καί νά ψευδορκήσει! 

Οἱ τελῶνες ἦταν ἰδιῶτες οἱ ὁποίοι διά πλειοδοτικῆς δημοπρασίας ἀγόραζαν τούς φόρους ἀπό τό Ρωμαϊκό κράτος. Ὁ ἀνταγωνισμός αὐτός τούς ἔκανε ἔκανε νά δίνουν πολλές φορές ὑπέρογκα ποσά καί τότε αὔξαναν καί τήν πίεση μετά στούς φορολογούμενους γιά νά πάρουν πίσω τά χρήματά τους. Γι αὐτό ἡ ἀπανθρωπιά τους ὑπῆρξε παροιμιώδης. Ὁ σύγχρονος τῶν Ἀποστόλων Φίλων διηγεῖται τό ἐξῆς·  Κάποιοι τελῶνες ἀνακάλυψαν πώς οἱ φορολογούμενοι εἶχαν πεθάνει. Ἄνοιξαν τούς τάφους τους, ἔβγαλαν τά νεκρά σώματά τους καί τά μαστίγωναν δημόσια. Ὅταν ρωτήθηκαν γιατί τό κάνουν αὐτό, ἀπάντησαν πώς τό κάνουν γιά νά ἐξαναγκάσουν τούς συγγενεῖς τους νά πληρώσουν ἐκεῖνοι τό φόρο πού ὄφειλαν....

Ὁ Ζακχαῖος λοιπόν τῆς σημερινῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς δέν ἦταν ἀπλά τελώνης, ἀλλά  ἀρχιτελώνης. Μποροῦμε νά σκεφτοῦμε ἀπό τόν τίτλο καί μόνο τῆς ἰδιότητάς του, τό πῶς ὑπῆρχε καί πῶς τόν ἀντιμετώπιζαν στήν κοινωνία τῆς Ἰεριχοῦς. Ἀλλά ὅπως καί τώρα ἔτσι καί τότε, ὅποιος ἔχει χρῆμα ἔχει δύναμη.  Ξέρει πώς δέν μποροῦν νά τόν βλάψουν καί ὅσοι τόν κατηγοροῦν καί θέλουν ἴσως ἀκόμη καί τό χαμό του, κάποια στιγμή θά τόν παρακαλοῦν γιά νά τούς λυπηθεῖ. Αὐτό τό αἴσθημα κάνει τόν ἄνθρωπο, σκληρό, ἀδίστακτο καί νά μήν ὑπολογίζει τίποτε. Τίποτε....; 

Ἕνα ἄλλο μειονέκτημα τῆς φυσικῆς παρουσίας του ἦταν τό ὕψος του, ἦταν κοντός. Γιά νά μπορέσει νά δεῖ τό Χριστό ἀνέβηκε σέ μιά συκομουριά. Αὐτή ἡ πράξη δέν εἶναι ἀπλά μία προσπάθεια γιά νά δεῖ ἕνας κοντόσωμος ἄνθρωπος, κάποιον πού θά περάσει μέ μία ὀμάδα ἀνθρώπων ἀπό κάτω. Εἶναι ἡ ἀγωνία μιᾶς ψυχῆς, πού τή δέρνουν οἱ τύψεις τῆς συνειδήσεως καί ἔχει καταλάβει πώς ὁ μόνος πού μπορεῖ νά τήν ἀπαλλάξει ἀπό τήν  κόλαση αὐτή, εἶναι ὁ Χριστός! 

Ἄραγε τί νά σκεφτόταν ὁ Ζακχαῖος, ὅταν ἐτοιμαζόταν γιά αὐτή τήν πράξη; Τό σημαντικότερο πού θά σκεφτόταν ἦταν τό ἄν θά εἶχε τό ἀνάλογο καί ποθητό γι αὐτόν ἀποτέλεσμα. Ἄραγε αὐτός ὁ διδάσκαλος, ὁ Ἰησοῦς ἀπό τή Ναζαρέτ, θά τόν πρόσεχε; Ἄραγε θά εἶχε τήν εὐτυχία νά μιλήσει γιά λίγο μαζί Του, νά τοῦ πεῖ ὅσα ἤθελε; Μήπως τόν ἀπέριπτε καί προσπερνοῦσε ἀδιάφορα γιατί μέ ἁμαρτωλούς δέν συναναστρέφεται; Ἀκόμη καί πῶς νά εἶναι αὐτός ὁ Ἰησοῦς; Εἶχε ἀκούσει γι αὐτόν, ἀλλά δέν Τόν εἶχε δεῖ ποτέ! Ἡ μορφή Του, τό βάδισμά του, οἱ κινήσεις Του, ἀνταποκρίνονται ἄραγε στά ὅσα καλά καί ὡραία ἔχει ἀκούσει; 

Ὁ Ζακχαῖος ὡς ἄνθρωπος, δέν μπορεῖ νά ξεφύγει ἀπό τίς σκέψεις αὐτές, πού βεβαίως ὅμως εἶναι πολύ σωστές καί λογικές. Ὁ καθένας ἀπό ἐμᾶς ἔτσι θά σκεφτόταν. Εἶναι κι ἐκεῖνες οἱ τύψεις, πού σέ συντρίβουν, σέ καταποντίζουν καί σέ ἰσοπεδώνουν! Πού δηλητηριάζουν τήν καρδιά καί τῆς παίρνουν κάθε αἰσιοδοξία!   Θεέ μου! Τί κακό εἶναι αὐτό! Ὡς ἄνθρωπος γνωρίζοντας τά κατά κόσμον δίκαιο  καί νόμο, ἔχει ὡς πρῶτο ἐνδεχόμενο τήν τιμωρία. Εἶναι παράνομος ἀπέναντι στό Θεό καί τήν ἠθική καί δέν μπορεῖ νά φανταστεῖ πώς ὑπάρχει ἔστω καί μία ἀχτίδα ἐλέους καί συγχωρήσεως γι αὐτόν, ἀπό Τόν ἄγνωστο διδάσκαλο. Δέν ξέρει ὅμως ἤ μπορεῖ νά ἔχει ξεχάσει πώς «καρδίαν συντετριμέννην καί τεταπεινωμένην ὁ Θεός, οὔκ ἐξουδενώσει». 

Ἔτσι λοιπόν, ὅταν ὁ Ἰησοῦς στέκεται κάτω ἀπό τή συκομουριά καί τόν προσκαλεῖ νά πᾶνε μαζί στό σπίτι του, τόν κάνει νά τρελλαθεῖ ἀπό τή χαρά του. Ἀμέσως κατεβαίνει καί τρέχει νά Τόν ὑποδεχθεῖ στό σπίτι του. Ὁ κόσμος, δυσανασχετεῖ, ἀγανακτεῖ, κατηγορεῖ, ἀκόμη καί τόν Ἰησοῦ, «Δέν ξέρει ὅτι εἶναι ἁμαρτωλός;» Ὁ κόσμος! Ὁ κόσμος πού δέν ἔχει καταλάβει ποτέ γιά ποιόν Θεό μιλάει καί ποιανοῦ Θεοῦ λέει πώς εἶναι παιδιά Του! Ὁ κόσμος σκέφτεται ὅπως ὁ Ζακχαῖος.  

Ἐκεῖ λοιπόν μέσα στό σπίτι τοῦ ἀρχιαμαρτωλοῦ καί διεφθαρμένου ἀνθρώπου, κατά τό λόγο τοῦ Ἰησοῦ, γίνεται σωτήρια! Γίνεται ἀνάσταση! Γίνεται χαρά καί πανηγύρι! Γιατί ὁ ἁμαρτωλός ἔχει μεταννοήσει. Γιατί θυμήθηκε πώς «τί ὡφελεῖ τόν ἄνθρωπον, ἐάν τόν κόσμον ὅλον κερδίσει, τήν δέ ψυχήν αὐτοῦ ἀπολέσει;». Ἐπειδή δέ τοῦ ἔχει συμβεῖ αὐτό πραγματικά, εἶναι ἔτοιμος νά ἀλλάξει ζωή ἐδῶ καί τώρα! Τώρα ναί, δέν ὑπολογίζει τίποτε! Δέν τόν νοιάζουν οὖτε οἱ κοινωνικές θέσεις, οὖτε τά πλούτη, οὖτε ἡ δύναμη καί ἡ ἐξουσία, οὖτε τό ὄνομα. Αὐτό πού διακαῶς ἐπιζητεῖ εἶναι ἡ συγχώρεση τῶν ἁμαρτιῶν του, τό ξαλάφρωμα τῆς ψυχῆς καί τῆς καρδιᾶς του καί ἡ χαρά τοῦ νά γίνει καί πάλι ἀποδεκτός ἀπό τό Θεό. 

Καί ὁ Θεός τόν δικαιώνει! Ναί τοῦ δίνει τό δίκιο του! Ποιόν αὐτόν; Αὐτόν πού εἶχε τήν ἀδικία γιά εὐαγγέλιό του! Ναί αὐτόν!  Γιατί ὁ Θεός ὅλους θέλει νά μᾶς δικαιώσει! Γιατί τό δίκαιο τοῦ Θεοῦ εἶναι ἄλλου εἴδους...εἶναι ἀπό ἄλλο κόσμο! Τό δίκαιο τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀγάπη, συγχώρηση καί πολύ ἔλεος. Εὐτυχῶς πού ὁ Θεός «δέν σκέφτεται» ὅπως ἐμεῖς! Εὐτυχῶς πού ὑπάρχει ἀλλιῶς. Εὐτυχῶς πού πάντα μπορεῖ νά μᾶς ἐκπλήξει μέ ἕνα τρόπο, ἀκατανόητο γιά ἐμᾶς...

Γιά τήν ἱστορία, ἡ παράδοση μᾶς πληροφορεῖ πώς ὁ ἀρχιτελώνης ἔγινε κι αὐτός μαθητής τοῦ Χριστοῦ. Ἀκολούθησε Τόν ἐλευθερωτή του καί μετά τήν Ἀνάληψή Του, ἀκολούθησε τόν ἀπόστολο Πέτρο, ἀπό τόν ὁποίο χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος Καισαρείας. Κάποιοι τόν ταυτίζουν μέ τόν Ἀπόστολο καί Εὐαγγελιστή Ματθαίο. Αὐτό ὅμως νομίζω πώς εἶναι τό τελευταίο πού θά πρέπει νά μᾶς ἀπασχολήσει, μέσα ἀπό τή σημερινή εὐαγγελική περικοπή. 

Αὐτό πού θά πρέπει νά μᾶς προβληματίσει, εἶναι τό κατά πόσο μπορεῖ καί ἐμεῖς νά μοιάζουμε στό Ζακχαῖο.  Ἄν μποροῦμε κι ἐμεῖς νά βροῦμε τό θᾶρρος καί νά μεταννοήσουμε ὅπως τό ἔκανε αὐτός. Ἔχουμε μπροστά μας ἀκόμη ζωή! Ἄραγε θά προλάβουμε; 


 

27 Ιανουαρίου, 2021

ΕΝΑ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ

1. Κλήση προσωπικὴ  


Ὁ Ζακχαῖος ἦταν προϊστάμενος τοῦ κεντρικοῦ τελωνείου στὴν Ἱεριχώ, θέση ποὺ τοῦ ξασφάλιζε ὄχι μόνο κοινωνικὴ ἀναγνώριση ἀλλὰ καὶ πολλὲς εὐκαιρίες γιὰ πλουτισμὸ μὲ ἀθέμιτα μέσα. Καὶ πράγματι, μὲ τὶς συνεχεῖς ἀπάτες καὶ ἐκβιασμοὺς ὁ ἀρχιτελώνης αὐτὸς εἶχε κατορθώσει νὰ γίνει πολὺ πλούσιος. Ὡστόσο δὲν ἦταν ἱκανοποιημένος. Κάτι ἄλλο ἀναζητοῦσε. Γι’ αὐτὸ καὶ ὅταν ἄκουσε ὅτι ἐπρόκειτο νὰ περάσει ἀπὸ τὴν πόλη τους ὁ Κύριος, βγῆκε νὰ Τὸν δεῖ. Ἀλλὰ τί κόσμος ἦταν αὐτὸς ποὺ εἶχε συγκεντρωθεῖ! Πλῆθος ἀνθρώπων περίμεναν τὸν Χριστὸ καὶ Τὸν περικύκλωναν ὅπου περνοῦσε. Κι ὁ Ζακχαῖος, ποὺ ἦταν κοντόσωμος, ἦταν ἀδύνατον μέσα ἀπὸ αὐτὰ τὰ πλήθη νὰ κατορθώσει νὰ δεῖ τὸν Ἰησοῦ ἔστω καὶ ἀπὸ μακριά. Τί νὰ κάνει;... Τότε σκέφθηκε κάτι τολμηρό: Νὰ ἀνεβεῖ σ’ ενα δέντρο ποὺ ἦταν στὸ δρόμο ἀπ’ ὅπου θὰ περνοῦσε ὁ Κύριος. 
Βέβαια ὁ κόσμος ἀσφαλῶς θὰ τὸν σχολίαζε γιὰ τὴν κίνησή του αὐτή. Δὲν τὸν ἐνδιέφερε ὅμως. Ἐκεῖνο ποὺ τὸν ἀπασχολοῦσε ἦταν νὰ δεῖ τὸν Χριστό. Καὶ ἦταν βέβαιος ἀπὸ ἐκεῖ θὰ Τὸν ἔβλεπε καλά. 
Ἔτρεξε λοιπὸν ἀμέσως, ἀνέβηκε σὰν μικρὸ παιδὶ πάνω σὲ μιὰ συκομουριὰ καὶ περίμενε. Κάποια στιγμὴ ὁ Κύριος ἔφτασε στὸ σημεῖο ἐκεῖνο. Σταμάτησε, σήκωσε τὰ μάτια Του καὶ εἶδε τὸν Ζακχαῖο πάνω στὸ δέντρο· χωρὶς νὰ τὸν γνωρίζει ἀπὸ πρίν, τὸν φώναξε μὲ τὸ ὄνομά του καὶ τοῦ εἶπε: Ζακχαῖε, κατέβα γρήγορα! «Σήμερον γὰρ ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ με μεῖναι». Σήμερα πρέπει νὰ μείνω στὸ σπίτι σου. 
 Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὁ Κύριος κάλεσε τὸν Ζακχαῖο μὲ τὸ ὄνομά του. Εἶναι δεῖγμα ὅτι τὸν ξεχώρισε ἀπὸ τὰ πλήθη καὶ τὸν κάλεσε προσωπικὰ σὲ συνάντηση μαζί Του προετοιμάζοντας ἔτσι τὴ σωτηρία του. Αὐτὴ τὴν κλήση τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν προσωπικὴ κοινωνία ζοῦμε μέσα στὴν Ἐκκλησία. Εἶναι πράγματι θαυμαστὸ καὶ συγκινητικὸ νὰ σκέπτεται ὁ καθένας μας ὅτι ὁ Κύριος μᾶς γνωρίζει καὶ μᾶς καλεῖ μὲ τὸ ὄνομά μας. Εἶναι τὸ ὄνομα μὲ τὸ ὁποῖο ἡ Ἐκκλησία μᾶς κάλεσε ὅταν βαπτιστήκαμε καὶ μυρωθήκαμε καὶ μᾶς μνημονεύει στὶς ἱερὲς Ἀκολουθίες καὶ ἰδιαιτέρως στὴ θεία Λειτουργία. Καὶ τὸ πιὸ συγκλονιστικό: τὸ ὄνομά μας αὐτὸ θὰ μείνει ἀνεξάλειπτο στὸ βιβλίο τῆς ζωῆς καί, ἂν μείνουμε πιστοὶ στὴν κλήση τοῦ Θεοῦ, θὰ τὸ ὁμολογήσει ὁ Κύριος Ἰησοῦς μπροστὰ στὸν Πατέρα Του καὶ τοὺς ἁγίους ἀγγέλους. Ἀσύγκριτη τιμὴ καὶ δόξα στὴν ὁποία ὁ Κύριος καλεῖ ὅλους μας! Τὸ ποιὸς τελικὰ θὰ δεχθεῖ καὶ θὰ ἀξιοποιήσει τὴν κλήση αὐτή, ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν καθένα μας. Πάντως κανεὶς δὲν ἀποκλείεται, ἀκόμα καὶ ὁ πλέον ἁμαρτωλός. Αὐτὸ ἀποδείχθηκε καὶ στὴν περίπτωση τοῦ Ζακχαίου. 

 2. Αδικες κρίσεις 

 Συγκλονισμένος ἀπὸ τὴν πρόταση ποὺ τοῦ ἔκανε ὁ Κύριος, ὁ Ζακχαῖος κατέβηκε γρήγορα, πῆγε στὸ σπίτι του καὶ γεμάτος χαρὰ ὑποδέχθηκε τὸν Χριστό. Ὅλος ὁ κόσμος ὅμως, ὅταν εἶδε ὅτι ὁ Ἰησοῦς προτίμησε τὸ σπίτι τοῦ Ζακχαίου, Τὸν σχολίαζε ἀρνητικὰ λέγοντας ὅτι «παρὰ ἁμαρτωλῷ ἀνδρὶ εἰσῆλθε καταλῦσαι». Τὸν κατηγοροῦσαν δηλαδή, ἐπειδὴ ἐπέλεξε νὰ μείνει καὶ νὰ ἀναπαυθεῖ στὸ σπίτι ἑνὸς ἁμαρτωλοῦ ἀνθρώπου. 
 Στὸ μεταξὺ ὁ Ζακχαῖος στάθηκε μπροστὰ στὸν Κύριο καὶ Τοῦ εἶπε: Ἰδού, Κύριε, τὰ μισὰ ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντά μου τὰ δίνω ἐλεημοσύνη στοὺς φτωχούς, κι ἂν τυχὸν ὡς τελώνης μεταχειρίστηκα συκοφαντίες, ψεύτικες καταγγελίες καὶ ἀναφορὲς γιὰ νὰ ἀδικήσω κάποιον σὲ κάτι, τοῦ τὸ γυρίζω πίσω τετραπλάσιο. 
 Τότε ὁ Χριστὸς στράφηκε πρὸς αὐτὸν καί, δίνοντας ἀπάντηση στὰ ἄδικα σχόλια τοῦ κόσμου, εἶπε: «Σήμερον σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο»· σήμερα μὲ τὴν ἐπίσκεψή μου στὸ σπίτι αὐτὸ ἦλθε ἡ σωτηρία τόσο στὸν οἰκοδεσπότη ὅσο καὶ στοὺς δικούς του. Καὶ ἔπρεπε νὰ σωθεῖ καὶ ὁ ἀρχιτελώνης αὐτός, διότι κι αὐτὸς εἶναι ἀπόγονος τοῦ Ἀβραάμ. Καὶ σ’ αὐτὸν λοιπὸν ἔδωσε ὁ Θεὸς τὴν ὑπόσχεση τῆς σωτηρίας. Ἄλλωστε ὁ «υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου» ἦλθε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ στὴ γῆ γιὰ ν’ ἀναζητήσει καὶ νὰ σώσει ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα, ποὺ σὰν χαμένο πρόβατο κινδύνευε νὰ πεθάνει μέσα στὴν ἁμαρτία. 
 Πόσο λάθος κάνουμε οἱ ἄνθρωποι στὶς κρίσεις μας! Ὅλοι ἔσπευσαν νὰ κατακρίνουν τὸν Κύριο ποὺ εἰσῆλθε στὸ σπίτι τοῦ ἀρχιτελώνη, χωρὶς νὰ ὑποψιάζονται τὴν κοσμογονία ποὺ γινόταν τὴν ἴδια ὥρα μέσα στὴν ψυχὴ τοῦ Ζακχαίου. Καὶ ἀμέσως διαψεύσθηκαν. Πρῶτα ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Ζακχαῖο, ὁ ὁποῖος ὁμολόγησε δημοσίως τὶς ἀδικίες ποὺ εἶχε διαπράξει καὶ ὑποσχέθηκε τὴν ἐπανόρθωσή τους· κι ἔπειτα ἀπὸ τὸν Σωτήρα Χριστό, ὁ Ὁποῖος φανέρωσε τὸ θαῦμα τῆς σωτηρίας ὄχι ἁπλῶς ἑνὸς ἀνθρώπου ἀλλὰ μιᾶς ὁλόκληρης οἰκογένειας ποὺ γνώρισε τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. 
 Ἂς μὴ βιαζόμαστε λοιπὸν στὶς κρίσεις μας. Καί, τὸ σπουδαιότερο, ἂς μὴν κατακρίνουμε κανένα, διότι δὲν μποροῦμε νὰ γνωρίζουμε οὔτε τὰ βάθη τῆς ψυχῆς του οὔτε τὴ μελλοντική του ἐξέλιξη. 
Αὐτὰ τὰ γνωρίζει μόνο ὁ παντογνώστης Κύριος, ὁ Ὁποῖος θέλει τὴ σωτηρία ὅλων τῶν ἀνθρώπων καὶ δὲν παύει νὰ δίνει εὐκαιρίες στὸν καθένα γιὰ μετάνοια. Καὶ ὁ Ζακχαῖος μετανόησε πραγματικὰ καὶ τὸν ἑορτάζουμε ὡς Ἅγιο στὶς 20 Ἀπριλίου.
ΟΣΩΤΗΡ2103