Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιουδας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιουδας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

25 Φεβρουαρίου, 2024

Οι τρεις ενέργειες των πονηρών πνευμάτων

Τα πονηρά πνεύματα διεξάγουν αμείλικτο πόλεμο εναντίον μας για να μας απομακρύνουν από την ευαγγελική διαγωγή, τη χριστομίμητη ταπείνωση, την κατάνυξη και την πνευματική θεωρία, για να αποτρέψουν την απελευθέρωσή μας από τον ζυγό των παθών και την ανάστασή μας, για να μας κρατήσουν στην κατάσταση της τυφλότητας, της δουλείας και του θανάτου.

Σ’ αυτόν τον πόλεμο ξεχύνουν όλη τη φυσική τους κακία και όλη τη φυσική τους πανουργία. Και ονομάζω την κακία και την πανουργία τους φυσικές, όχι επειδή πλάστηκαν μ’ αυτές. Όχι! Τα πονηρά πνεύματα πλάστηκαν αγαθά, ξένα προς το κακό. Με την εκούσια πτώση τους, όμως, οικειώθηκαν το κακό κι έγιναν ξένα προς το καλό.

Τα πονηρά πνεύματα ενεργούν εναντίον μας, πρώτον, με λογισμούς, δεύτερον, με φαντασίες και, τρίτον, με άμεση επαφή. Από τις ενέργειές τους αυτές μπορούμε να τα αντιληφθούμε και να τα μελετήσουμε, καθώς μάλιστα υπάρχουν άφθονες σχετικές αναφορές στην Αγία Γραφή.

Το Ευαγγέλιο μας πληροφορεί πως ο διάβολος πρώτα έβαλε στην καρδιά του Ιούδα του Ισκαριώτη τη σκέψη να προδώσει τον Θεάνθρωπο (Ιω. 13:2) και μετά μπήκε ολόκληρος μέσα του (Ιω. 13:27). Από το Ευαγγέλιο, επίσης, μαθαίνουμε πως ο Ιούδας είχε κλίση προς τη φιλαργυρία (Ιω. 12:6) και, παραβαίνοντας τις εντολές του Κυρίου, ικανοποιούσε το πάθος του αυτό με το πρόσχημα της φροντίδας για τους φτωχούς. Ο διάβολος εκμεταλλεύθηκε τη φιλαργυρία του Ιούδα για να του υποβάλει την ιδέα της προδοσίας. Και όταν ο μαθητής του Χριστού υιοθέτησε τη διαβολική εισήγηση, αποφασίζοντας να την πραγματοποιήσει, τότε ο πονηρός τον κυρίεψε ολοκληρωτικά. «Μπήκε μέσα του ο σατανάς», λέει ο μακάριος Θεοφύλακτος, «μπήκε, δηλαδή, στο εσωτερικό της καρδιάς του και κυρίεψε την ψυχή του. Πρωτύτερα τον ενοχλούσε απ’ έξω με το πάθος της φιλαργυρίας· τώρα, όμως, τον κατέκτησε τελείως» (Θεοφυλάκτου Βουλγαρίας, Ερμηνεία εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, κεφ. ΙΓ’, στ. 26-30).

Είναι φοβερό το να συμφωνεί κανείς με τη σκέψη του διαβόλου. Ύστερ’ από μια τέτοια συμφωνία, ο Θεός φεύγει μακριά από τον άνθρωπο, κι εκείνος χάνεται. Αυτό έγινε με τον Ανανία και τη Σαπφείρα, οι οποίοι, όπως αναφέρουν οι Πράξεις των Αποστόλων, με υπόδειξη του διαβόλου αποφάσισαν να πουν ψέματα στο Άγιο Πνεύμα και αμέσως μετά την ανομία τους έπεσαν νεκροί. Χαρακτηριστικά είναι τα λόγια του αποστόλου Πέτρου προς τον Ανανία, πριν ο τελευταίος ξεψυχήσει: «Γιατί, Ανανία, άφησες τον σατανά να κυριέψει την καρδιά σου; Γιατί είπες ψέματα στο Άγιο Πνεύμα;…» (Πραξ. 5:3).

Το ότι ο διάβολος πολεμάει τον άνθρωπο και με φαντασίες είναι φανερό από τους πειρασμούς στους οποίους υπέβαλε τον ίδιο τον Θεάνθρωπο. «Του έδειξε», λέει, «όλα τα βασίλεια της οικουμένης μέσα σε μια στιγμή» (Λουκ. 4:5). Αυτό σημαίνει ότι Του τα έδειξε σε φαντασία. Ο νους μας έχει την ικανότητα να σκέφτεται και την ικανότητα να φαντάζεται. Με την πρώτη κατανοεί τα πράγματα και με τη δεύτερη σχηματίζει μέσα του τις εικόνες τους. Ο διάβολος, λοιπόν, χρησιμοποιεί την πρώτη για να υποβάλει στον νου μας αμαρτωλούς λογισμούς και τη δεύτερη για να εντυπώσει σ’ αυτόν πλανεμένες παραστάσεις. «Το μικρό και, επομένως, απονήρευτο παιδί», γράφει ο όσιος Ησύχιος, «όταν βλέπει κάποιον που κάνει θεατρικά τεχνάσματα, ευχαριστείται και τον ακολουθεί από ακακία. Έτσι και η ψυχή μας, επειδή είναι απλή και αγαθή – γιατί έτσι πλάστηκε από τον αγαθό Κύριο –, ευχαριστείται από τις προσβολές του διαβόλου, που παριστάνει ψευδείς φαντασίες. Έτσι εξαπατάται και τρέχει προς το κακό σαν να ήταν καλό… [και] ανακατώνει τους λογισμούς της με τη φαντασία της δαιμονικής προσβολής» (Οσίου Ησυχίου, Προς Θεόδουλον, μγ’). Οι δαιμονικές φαντασίες έχουν πολύ βλαπτική επίδραση στην ψυχή, γιατί ξεσηκώνουν μέσα της τη ροπή προς την αμαρτία. Αν, μάλιστα, είναι συχνές, μπορεί να τη βλάψουν καίρια και ανεπανόρθωτα.

Για το πώς επενεργεί ο διάβολος στον άνθρωπο με άμεση επαφή πληροφορούμαστε από το βιβλίο του Ιώβ (Ιώβ 1:6-2:8) και από την ευαγγελική διήγηση για την κυρτωμένη γυναίκα, που την είχε δεμένη δεκαοχτώ χρόνια ο πονηρός (Λουκ. 13:10-16). Η επαφή, το άγγιγμα – ας το πούμε έτσι – του διαβόλου ξεσηκώνει τα σαρκικά πάθη ή προκαλεί αρρώστιες στις οποίες δεν επενεργούν οι συνηθισμένες ανθρώπινες θεραπείες.

Από το βιβλίο: Αγίου Ιγνατίου Μπριαντσανίνωφ, Επισκόπου Καυκάσου και Μαύρης Θάλασσας, Έργα 5. Λόγος για τα πνεύματα – λόγος για τον θάνατο (αποσπάσματα). Ιερά Μονή Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής 2014.

https://www.dogma.gr/dialogos/oi-treis-energeies-ton-poniron-pnevmaton-2/195562/

30 Σεπτεμβρίου, 2020

Ποιός δεν αἰσθάνεται ὅτι ὑπάρχει κάτι πού, παρὰ την προσπάθειά του, τον νικᾶ καὶ τον ὑποδουλώνει;

 Ὁ Ἰούδας

Πρόσωπο τραγικό. ­Στιγματισμένο διαχρονικὰ στὴν ἀνθρώπινη ἱστορία. Ταυτισμένο μὲ τὴν ­ἀχαριστία, τὴν προδοσία, τὴν ἀπώλεια. Πορεία ζωῆς ποὺ τὴ σφράγισε ἡ κόλαση τῆς αὐτοχειρίας, ἀκριβῶς τὶς ἴδιες ὧρες ποὺ ὁ Χριστὸς χάριζε σ’ ὁλόκληρη τὴν ἀνθρωπότητα τὸν Παράδεισο διὰ τῆς θυσίας τοῦ Σταυροῦ Του.
Δὲν γνωρίζουμε πολλὰ γιὰ τὸν μα­θη­τὴ αὐτόν. Ἐλάχιστες οἱ πληροφορίες ποὺ καταγράφουν οἱ ἱεροὶ Εὐαγγελιστές. Καταγόταν ἀπὸ τὴν Καριὼθ τῆς Ἰουδαίας – γι’ αὐτὸ καὶ Ἰσκαριώτης. Καταγόταν δηλαδὴ ἀπὸ τὸ Νότιο Βασίλειο, τὴν Ἰουδαία, σὲ ἀντίθεση μὲ τοὺς ὑπόλοιπους μαθητὲς ποὺ ἦταν ἀπὸ τὸ Βόρειο Βασίλειο, Γαλιλαῖοι.
Ἀνταποκρίθηκε καὶ ἐκεῖνος στὴν κλήση τοῦ Κυρίου καὶ ­συγκαταλέχθηκε στὸν στενὸ κύκλο τῶν 12 μαθητῶν Του.
Ὅμως ὅσες πληροφορίες κι ἂν πα­ραθέσουμε γιὰ τὸ πρόσωπο αὐτό, τὰ ἐ­­­­ρωτήματα ποὺ καῖνε τὸ ἐσωτερικὸ ὅ­­λων εἶναι δύο. Πῶς καὶ γιατί; Πῶς ­ἔ­­­­­φθασε ἕως τὴν προδοσία καὶ ­γιατί ­φά­νηκε τόσο σκληρὸς καὶ ­ἀμετανόητος; Τί συνετέλεσε καὶ ἀπὸ μαθητὴς ἔγινε προδότης; Ἀπὸ δοῦλος, δόλιος; Ἀπὸ Ἀπόστολος, υἱὸς ἀπωλείας; Στὸ πέρασμα τῶν χρόνων πολλοὶ προσπάθησαν ν’ ἀπαντήσουν σ’ αὐτὰ τὰ ἐρωτήματα, νὰ ἑρμηνεύσουν ποικιλότροπα τὴν πράξη του. Ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὡστόσο ρίχνει ἀρκετὸ φῶς στὴ σκοτεινὴ ψυχὴ τοῦ προδότη μ’ ἕνα του λόγο. ­«Κλέπτης ἦν», γράφει, «καὶ τὸ γλωσσόκομον εἶχε καὶ τὰ βαλλόμενα ἐβάσταζεν» (Ἰω. ιβ΄ 6). Εἶχε πάθος ὁ Ἰούδας! Πάθος τὸ ὁποῖο ἄφηνε ἐπιμελῶς ἐνεργό. Πάθος τὸ ὁποῖο δὲν προσπάθησε νὰ νικήσει. Πάθος γιὰ τὸ ὁποῖο δὲν ἔπεσε στὰ πόδια τοῦ Κυρίου, γιὰ νὰ πάρει δύναμη πρὸς ἀναχαίτισή του. Ἔβλεπε τὶς θεραπεῖες τῶν τυφλῶν, τῶν παραλύτων, τῶν λεπρῶν. Ἔβλεπε τὶς ἀναστάσεις τῶν νεκρῶν καὶ παρόλα αὐτὰ δὲν ζητοῦσε ἀπὸ τὸν Κύριο νὰ ἀπαλλάξει κι αὐτὸν ἀπὸ τὴν τύφλωση τῆς φιλαργυρίας, τὴ λέπρα τῆς φιλοχρη­ματίας καὶ τὴ νέκρωση τῆς πλουτομανίας.
Ψυχρὸς στὰ κηρύγματα τοῦ Διδασκάλου του περὶ πλούτου. Ἀδιάφορος μπροστὰ στὸ «οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν» (Λουκ. ις΄ 13). Ἄκαμ­πτος μπροστὰ στὸ «δυσκόλως οἱ τὰ χρήματα ἔχοντες εἰσελεύσονται εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν» (Λουκ. ιη΄ 24). Ἀσυγκίνητος μπροστὰ στὴν προ­τροπὴ «καταμάθετε τὰ κρίνα τοῦ ἀγροῦ» (Ματθ. ς΄ 28).
Ἀλλὰ δὲν μένει μόνο ἔστω παθητικὰ ἀδιάφορος. Κάποια στιγμή, προφασιζόμενος τὸν ἐλεήμονα, τὸν φιλεύσπλαχνο καὶ τὸν φιλόπτωχο, ξεσπᾶ ὑποκριτικὰ καὶ ἐλεγκτικὰ ἐναντίον τοῦ Ἰησοῦ: «Διατί τοῦτο τὸ μύρον οὐκ ἐπράθη τριακοσίων δηναρίων καὶ ἐδόθη πτωχοῖς;» (Ἰω. ιβ΄ 5). Προσβάλλει καὶ μέμφεται τὸν Κύριο αὐτὸς ποὺ δὲν ξέρει τί θὰ πεῖ ἀγάπη, μιὰ καὶ τὰ πάντα τὰ μετρᾶ, τὰ ἐκτιμᾶ καὶ τὰ ἀποτιμᾶ σὲ ἀργύρια.

❁ ❁ ❁

Ὁ Ἰούδας! Δὲν εἶναι μονάχα ὁ ­Ἰούδας τῶν Εὐαγγελίων. Δὲν εἶναι μονάχα ὁ προδότης μαθητής. Δὲν εἶναι ­μονάχα ὁ ἀλλοπρόσαλλος καταδότης τῶν τριάκοντα ἀργυρίων. Εἶναι δυστυχῶς ἡ μορφὴ κι ὁ χαρακτήρας ποὺ ὑπάρχει φόβος νὰ ἐκδηλώσουμε ἄλλος λίγο κι ἄλλος πολὺ στὴ ζωή μας. Ἴσως καὶ γι’ αὐτὸ νὰ τὸν ἀποστρεφόμαστε μετὰ μανίας. Γιατί μᾶς ἐμφανίζει πτυχὲς τοῦ ἑαυτοῦ μας ποὺ μᾶς τρομάζουν, ποὺ δὲν θέλουμε κὰν νὰ τὶς ξέρουμε.
Γιατὶ ἐκλεγμένος, διαλεγμένος ἦταν κι ἐκεῖνος. Ἐκλεγμένοι σὲ κάποιο βαθμὸ καὶ ἐλεημένοι εἴμαστε κι ἐμεῖς. Μαθητὴς ἐκεῖνος. Μαθητὲς κι ἐμεῖς. Ὄχι βέβαια στὸν στενὸ κύκλο τῶν 12 μαθητῶν τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ ὡστόσο βαπτισμένοι χριστιανοί, μέλη τῆς ἁγίας Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Ἔχουμε ἀρκετὲς ὁμοιότητες μὲ τὸν Ἰούδα. Ἀλλὰ μήπως τοῦ μοιάζουμε καὶ στὸ ἄλλο χαρακτηριστικό; Ποιὸς ἀπὸ μᾶς δὲν ἔχει πάθη; Ποιὸς δὲν αἰσθάνεται ὅτι ὑπάρχει κάτι πού, παρὰ τὸν ἀγώνα καὶ τὴν προσπάθειά του, κάποτε τὸν νικᾶ καὶ τὸν ὑποδουλώνει;
Μπορεῖ νὰ μὴν εἶναι ἡ φιλοχρηματία, ὅπως στὸν Ἰούδα. Μπορεῖ νὰ εἶναι ἡ λαιμαργία. Ἡ φιληδονία. Ἡ φιλοπρωτία. Ἡ φιλοδοξία. Ἡ ἐκδικητικότητα. Ὁ θυμός.
Πάθη! Πάθη ποὺ δὲν τὰ πολεμᾶμε. Ποὺ τὰ ἀμνηστεύουμε στὸν ἑαυτό μας. Ποὺ τὰ δικαιολογοῦμε. Ποὺ τὰ σκεπάζουμε ἢ τὰ ἀποκρύπτουμε. Πάθη γιὰ τὰ ὁποῖα ἴσως νὰ μὴν καταφύγαμε στὴ χάρη τοῦ Κυρίου ἐνώπιον τοῦ Πνευματικοῦ γιὰ νὰ ἀπαλλαγοῦμε. Πάθη τὰ ὁποῖα προσπαθήσαμε, ἐνδεχομένως, νὰ καμουφλάρουμε κάνοντας ἐπίθεση ἐπικριτικὴ σὲ ἄλλους γιὰ παρόμοιες συμπεριφορές. Πάθη ποὺ συνιστοῦν κίνδυνο νὰ ὁδηγηθοῦμε ἀκόμη καὶ σὲ προδοσία τοῦ Χριστοῦ.
Γι’ αὐτό, καθὼς  παρακολουθοῦμε  τὴν καθοδικὴ πορεία τοῦ Ἰσκαριώτη ἀπὸ τὴ θέση τοῦ μαθητῆ σ’ αὐτὴ τοῦ προδότη, καθὼς  τὸν βλέπουμε νὰ βαδίζει ἀπὸ τὴ χάρη στὴν ἀπώλεια, ας ἀφυπνιστοῦμε καὶ ας συγκλονισθοῦμε. Νὰ παρακαλέσουμε θερμὰ τὸν Κύριο νὰ μᾶς ἀπαλλάξει ἀπὸ τὸ ὅποιο πάθος μας. Νὰ τὸ ἐκθέσουμε μὲ ταπείνωση καὶ μετάνοια ἐνώπιόν Του διὰ τοῦ Μυστηρίου τῆς ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως. Νὰ ἀκούσουμε τὶς ὅποιες ἀφυπνιστικὲς παρατηρήσεις Του καὶ τὶς γεμάτες ἀγάπη παραινέσεις Του διὰ τοῦ Πνευματικοῦ. Γιατὶ θὰ εἶναι πραγματικὰ τραγικό, ἐνῶ ἐπικρίνουμε τὴ συμπεριφορὰ τοῦ Ἰούδα, νὰ μιμούμαστε τὴν ὀλέθρια πορεία του στὴν αἰώνια ἀπώλεια καὶ καταστροφή.

https://www.osotir.org/2014/04/01/oydas/

25 Απριλίου, 2019

Γιατί ο Χριστός δεν άλλαξε τον Ιούδα; (Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος)

                                       

«Τότε, ἀφοῦ πῆγε στοὺς ἀρχιερεῖς ἕνας ἀπὸ τοὺς δώδεκα, ὁ Ἰούδας ὁ Ἰσκαριώτης, εἶπε, τί θέλετε νὰ μοῦ δώσετε γιὰ νὰ σᾶς τὸν παραδώσω;»[…]

Καὶ ἀκριβῶς ὅταν ἡ πόρνη μετανοοῦσε, ὅταν καταφιλοῦσε τὰ πόδια τοῦ Κυρίου, τότε πρόδιδε τὸ Δάσκαλο ὁ μαθητής. Γι’ αὐτὸ εἶπε «τότε», γιὰ νὰ μὴν κατηγορήσεις γιὰ ἀδυναμία τὸ Δάσκαλο, ὅταν βλέπεις τὸν μαθητή του νὰ τὸν προδίδει. Γιατί τόσο μεγάλη ἦταν ἡ δύναμη τοῦ Δασκάλου, ὥστε νὰ πείθει νὰ Τὸν ἀκολουθοῦν ἀκόμη καὶ οἱ πόρνες.

Θὰ ἀναρωτιόταν ὅμως κανείς, Ἐκεῖνος ποὺ εἶχε τὴ δύναμη νὰ μεταστρέφει τὶς πόρνες καὶ νὰ τὶς κάνει νὰ Τὸν ἀκολουθοῦν, δὲν κατάφερε νὰ κερδίσει τὴν ἀγάπη τοῦ μαθητῆ του; Εἶχε τὴ δύναμη νὰ κερδίσει τὸ μαθητή, ἀλλὰ δὲν ἐπιθυμοῦσε νὰ τὸν μεταβάλει ἀναγκαστικὰ στὸ καλό, οὔτε μὲ τὴ βία νὰ τὸν προσελκύσει κοντά Του. «Τότε, ἀφοῦ πῆγε». Καὶ τὸ «ἀφοῦ πῆγε» αὐτὸ δὲν στερεῖται κάποιας σημασίας. Γιατί δὲν κάλεσαν οἱ ἀρχιερεῖς τὸν Ἰούδα, οὔτε ἀναγκάστηκε, οὔτε ὑποχρεώθηκε, ἀλλὰ ὁ ἴδιος μόνος του κι ἐλεύθερα γέννησε τὴν πονηρὴ αὐτὴ σκέψη κι ἔβγαλε αὐτὴ τὴν ἀπόφαση, χωρὶς νὰ ἔχει κανέναν σύμβουλο σ’ αὐτὸ τὸ πονηρό του ἔργο. «Τότε, ἀφοῦ πῆγε …; ἕνας ἀπὸ τοὺς δώδεκα».

Τί σημαίνει τὸ «ἕνας ἀπὸ τοὺς δώδεκα»; Καὶ αὐτὸς ὁ λόγος «ἕνας ἀπὸ τοὺς δώδεκα» δείχνει πὼς ἡ κατηγορία τοῦ Ἰούδα εἶναι πολὺ μεγάλη. Γιατί ὁ Ἰησοῦς εἶχε καὶ ἄλλους μαθητές, ἑβδομήντα συνολικά. Ἀλλὰ ἐκεῖνοι βρίσκονταν σὲ δεύτερη θέση καὶ δὲν ἀπολάμβαναν τόση τιμή, οὔτε εἶχαν τόση οἰκειότητα μὲ τὸν Διδάσκαλο, οὔτε γνώριζαν τόσο τὰ μυστικὰ Του ὅσο οἱ δώδεκα. Αὐτοὶ προπάντων ἦταν οἱ ἐκλεκτοί, αὐτοὶ ἀποτελοῦσαν τὸν στενὸ κύκλο τοῦ Βασιλιᾶ, αὐτοὶ ἀποτελοῦσαν τὴν ὁμάδα ποὺ ἦταν κοντὰ στὸ Δάσκαλο, καὶ ἀπὸ αὐτὴν ξεπήδησε ὁ Ἰούδας.

Γιὰ νὰ μάθεις, λοιπόν, ὅτι δὲν Τὸν πρόδωσε ἁπλῶς κάποιος ἀπὸ τοὺς μαθητές Του, ἀλλὰ ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐκλεκτούς Του, γι’ αὐτὸ ἀναφέρει ὁ Εὐαγγελιστὴς τὸ «ἕνας ἀπὸ τοὺς δώδεκα». Καὶ δὲ ντρέπεται ὁ Ματθαῖος νὰ τὸ ἀναφέρει. Ἀλλὰ γιὰ ποιὸ λόγο νὰ ντραπεῖ; Τὸ ἀναφέρει γιὰ νὰ μάθεις πὼς παντοῦ καὶ πάντα λένε οἱ Εὐαγγελιστὲς τὴν ἀλήθεια καὶ δὲν ἀποκρύπτουν τίποτα, ἀκόμη καὶ αὐτὰ ποὺ θεωροῦνται ἀξιοκατάκριτα. Γιατί αὐτὰ ποὺ φαίνονται πὼς εἶναι ἀξιοκατάκριτα, αὐτὰ ἀποδεικνύουν τὴ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου. Ὅτι δηλαδὴ προσέφερε τόσα πολλὰ ἀγαθὰ στὸν προδότη, τὸ ληστή, τὸν κλέφτη (τὸν Ἰούδα) καὶ συνέχιζε μέχρι τὴν τελευταία στιγμὴ νὰ τὸν ἔχει κοντά Του. Καὶ μάλιστα τὸν νουθετοῦσε καὶ τὸν συμβούλευε καὶ τὸν φρόντιζε μὲ κάθε τρόπο.

Ἂν ἐκεῖνος δὲν ἔδινε σημασία, δὲν φταίει ὁ Κύριος. Καὶ μάρτυρας εἶναι ἡ πόρνη, καὶ μὴ πολυπαίρνεις θάρρος προσέχοντας τὸν Ἰούδα. Γιατί καὶ τὰ δύο αὐτὰ εἶναι ὀλέθρια, καὶ τὸ ὑπέρμετρο θάρρος καὶ ἡ ἀπελπισία (ἀπόγνωση). Γιατί τὸ ὑπέρμετρο θάρρος κάνει νὰ πέσει κάτω αὐτὸς ποὺ στέκεται ὄρθιος, καὶ ἡ ἀπελπισία ἐμποδίζει νὰ σηκωθεῖ αὐτὸς ποὺ ἔχει πέσει. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Παῦλος συμβούλευε λέγοντας: «Αὐτὸς ποὺ νομίζει πὼς στέκεται, ἂς προσέχει μὴν πέσει».

Ἔχεις τὰ παραδείγματα καὶ τῶν δύο πῶς ἔπεσε δηλαδὴ ὁ μαθητής, ποὺ νόμιζε πὼς στεκόταν ὄρθιος, καὶ πῶς σηκώθηκε ἡ πόρνη ποὺ εἶχε πέσει. Ἡ σκέψη μας εὔκολα παρασύρεται καὶ ἡ θέλησή μας εἶναι εὐμετάβλητη. Γι’ αὐτὸ πρέπει νὰ διαφυλάσσουμε καὶ νὰ ὀχυρώνουμε τὸν ἑαυτό μας ἀπὸ παντοῦ.[…]

«Τί θέλετε νὰ μοῦ δώσετε, κι ἐγὼ θὰ σᾶς Τὸν παραδώσω». Πές μου Ἰούδα, αὐτά σοῦ ἔμαθε ὁ Χριστός; Γι’ αὐτὸ τὸ λόγο δὲν ἔλεγε, «μὴν ἀποκτήσετε χρυσὰ νομίσματα, οὔτε ἀσημένια, οὔτε χάλκινα που νὰ τὰ φυλάγετε στὶς ζῶνες σας», θέλοντας νὰ περιορίσει ἀπὸ πιὸ μπροστὰ τὴ φιλαργυρία σου;[…]

«Τί θέλετε νὰ μοῦ δώσετε, κι ἐγὼ θὰ σᾶς Τὸν παραδώσω». Πολὺ σκληρὰ εἶναι τὰ λόγια αὐτά. Πές μου, μπορεῖς ἐσὺ νὰ παραδώσεις Ἐκεῖνον ποὺ συγκρατεῖ τὰ πάντα, ποὺ ἐξουσιάζει τοὺς δαίμονες, ποὺ διατάσσει τὴ θάλασσα καὶ εἶναι ὁ Κύριος ὅλων ὅσων ὑπάρχουν στὴ φύση; Γιὰ νὰ περιορίσει λοιπὸν τὴ παραφροσύνη του καὶ γιὰ νὰ δείξει πὼς ἂν δὲν ἤθελε, δὲν θὰ προδιδόταν, ἄκουσε τί κάνει. Κατὰ τὴν ὥρα ἀκριβῶς τῆς προδοσίας, ὅταν ἦρθαν ἐναντίον Του κρατώντας ξύλα, λαμπάδες καὶ πυρσούς, τοὺς λέει: «Ποιὸν ζητᾶτε;» καὶ δὲν γνώριζαν Ἐκεῖνον ποὺ ἐπρόκειτο νὰ συλλάβουν. Τόσο πολὺ ἔλειπε ἡ δύναμη ἀπὸ τὸν Ἰούδα στὸ νὰ παραδώσει τὸν Κύριο, ὥστε δὲν Τὸν ἔβλεπε τὴ στιγμὴ ποὺ ἐπρόκειτο νὰ Τὸν παραδώσει, ἐνῶ ἦταν παρών, καὶ ὅλα αὐτὰ τὴ στιγμὴ ποὺ ὑπῆρχαν τόσες λαμπάδες καὶ τόση φωτοχυσία.

Αὐτὸ βέβαια ὑπαινίχθηκε καὶ ὁ Εὐαγγελιστὴς λέγοντας ὅτι εἶχαν λαμπάδες καὶ πυρσοὺς καὶ δὲν τὸν ἔβλεπαν. Καὶ κάθε ἡμέρα τοῦ τὸ ὑπενθύμιζε καὶ μὲ λόγια καὶ μὲ ἔργα, ὅτι δηλαδὴ δὲν θὰ μπορέσει νὰ Τὸν προδώσει στὰ κρυφά. Καὶ μάλιστα δὲν τοῦ ἔκανε (ὁ Κύριος) παρατηρήσεις φανερὰ μπροστὰ σὲ ἄλλους, γιὰ νὰ μὴν τὸν κάνει πιὸ ἀδιάντροπο, οὔτε πάλι ἀποσιωποῦσε τὰ σφάλματά του, γιὰ νὰ μὴν νομίζει ὅτι περνοῦν ἀπαρατήρητα καὶ ἐπιχειρήσει ἄφοβα τὴν προδοσία, ἀλλὰ διαρκῶς ἔλεγε: «Ἕνας ἀπὸ ἐσᾶς θὰ μὲ παραδώσει», δὲν τὸν φανέρωσε ὅμως.

Εἶπε πολλὰ (ὁ Κύριος) καὶ γιὰ τὴν κόλαση, πολλὰ καὶ γιὰ τὴ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν καὶ ἀπέδειξε τὴ δύναμη ποὺ εἶχε καὶ γιὰ τὰ δύο, καὶ γιὰ νὰ τιμωρεῖ τοὺς ἁμαρτωλοὺς καὶ γιὰ νὰ ἀνταμείβει τοὺς δικαίους. Ἀλλὰ ἐκεῖνος (ὁ Ἰούδας) ὅλα αὐτὰ τὰ περιφρόνησε, ὁ Θεὸς ὅμως δὲν τὸν ἀνακάλεσε μὲ τὴ βία ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ἀποφάσισε. Ἐπειδὴ λοιπὸν μᾶς δημιούργησε ἐλεύθερους νὰ διαλέγουμε τὶς κακὲς ἢ τὶς ἐνάρετες πράξεις, ἐπιθυμεῖ νὰ εἴμαστε καλοὶ μὲ τὴ θέλησή μας. Γι’ αὐτὸ ἂν ἐμεῖς δὲν θέλουμε, οὔτε μᾶς πιέζει οὔτε μᾶς ἀναγκάζει.

Ἐπειδὴ αὐτὸς ποὺ γίνεται μὲ τὴ βία ἐνάρετος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἐνάρετος. Ἀφοῦ λοιπὸν κι ἐκεῖνος ἦταν ἐλεύθερος νὰ διαλέξει καὶ ἦταν σὲ θέση νὰ μὴν ὑποστεῖ βία γιὰ νὰ κλίνει πρὸς τὴ φιλαργυρία, γι’ αὐτὸ τυφλώθηκε ἡ σκέψη του, πρόδωσε τὴ σωτηρία του καὶ εἶπε: «Τί θέλετε νὰ μοῦ δώσετε, κι ἐγὼ θὰ σᾶς Τὸν παραδώσω». Ἐπικρίνοντας τὴ διανοητική του τύφλωση καὶ τὴν ἀναισθησία, ὁ Εὐαγγελιστὴς λέει ὅτι τὴν ὥρα ποὺ πῆγαν νὰ συλλάβουν τὸν Κύριο, βρισκόταν μαζί τους καὶ ὁ Ἰούδας, ἐκεῖνος ποὺ εἶπε «τί θέλετε νὰ μοῦ δώσετε, κι ἐγὼ θὰ σᾶς Τὸν παραδώσω».

Καὶ ὄχι μόνο ἀπὸ αὐτὸ εἶναι δυνατὸν νὰ δοῦμε τὴ δύναμη τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ καὶ ἀπ’ ὅτι μόλις Ἐκεῖνος ἁπλῶς μίλησε, ἀπομακρύνθηκαν κι ἔπεσαν κάτω. Ἐπειδὴ ὅμως οὔτε μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο δὲν σταμάτησαν τὸ ἐπαίσχυντο ἔργο τους, παραδίνεται ἀμέσως σὰν νὰ ἔλεγε: Ἐγὼ ἔκανα τὸ καθῆκον μου, ἀποκάλυψα τὴ δύναμή μου καὶ ἀπέδειξα ὅτι ἐπιχειρεῖτε πράγματα ἀκατόρθωτα. Θέλησα νὰ περιορίσω τὴν κακία σας, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἐσεῖς δὲν θελήσατε καὶ ἐπιμένετε στὴν παραφροσύνη σας, νά, σᾶς παραδίνομαι.

Τὰ ἀνέφερα ὅλα αὐτά, γιὰ νὰ μὴν κατηγορήσουν μερικοὶ τὸν Χριστό, καὶ ποῦν: γιατί δὲν μετέστρεψε τὸν Ἰούδα; (Πηγή: agiazoni.gr)
https://alopsis.gr

05 Απριλίου, 2018

Ἡ γεμάτη ἀγάπη ταπείνωση εἶναι μιά τρομερή δύναμη

ΜΕΓ.ΠΕΜΠΤΗ-Τόν άρτον υποδεξώμεθα,συμπαραμένοντες τω Δεσπότη...
π.Γεώργιος Δορμπαράκης
 

Τή Μεγάλη Πέμπτη οἱ Πατέρες μας, μᾶς παρέδωσαν νά ἑορτάζουμε τέσσερα πράγματα: τόν ἱερό Νιπτήρα, τόν Μυστικό Δεῖπνο, τήν ὑπερφυᾶ προσευχή καί ἀκόμη τήν προδοσία τοῦ ᾽Ιούδα. ᾽
Εκεῖνο τό τροπάριο πού συγκεφαλαιώνει καί συνδέει τά περισσότερα ἀπό αὐτά, ἐπισημαίνοντας τίς προεκτάσεις τους καί στή δική μας ζωή, εἶναι κυρίως ὁ οἶκος τοῦ κοντακίου τοῦ ὄρθρου τῆς ἡμέρας:῾Τῇ μυστικῇ ἐν φόβῳ τραπέζῃ προσεγγίσαντες πάντες, καθαραῖς ταῖς ψυχαῖς, τόν ἄρτον ὑποδεξώμεθα, συμπαραμένοντες τῷ Δεσπότῃ, ἵνα ἴδωμεν τούς πόδας πῶς ἀπονίπτει τῶν Μαθητῶν, καί ἐκμάσσει τῷ λεντίῳ, καί ποιήσωμεν ὥσπερ κατίδωμεν, ἀλλήλοις ὑποταγέντες καί ἀλλήλων τούς πόδας ἐκπλύνοντες. Αὐτός γάρ ὁ Χριστός οὕτως ἐκέλευσε τοῖς αὐτοῦ μαθηταῖς ὡς προέφησεν. ᾽Αλλ᾽ οὐκ ἤκουσεν ᾽Ιούδας ὁ δοῦλος καί δόλιος᾽.
('Αφοῦ πλησιάσαμε ὅλοι μέ φόβο Θεοῦ τή Μυστική Τράπεζα, ἄς ὑποδεχθοῦμε τόν (ἁγιασμένο) ἄρτο μέ καθαρές τίς ψυχές, μένοντας μαζί μέ τόν Δεσπότη, γιά νά δοῦμε πῶς πλένει τά πόδια τῶν Μαθητῶν καί πῶς τά σκουπίζει μέ τό λέντιο. Κι ἄς κάνουμε ὅπως εἴδαμε, δηλαδή νά ὑποτασσόμαστε ὁ ἕνας στόν ἄλλον καί νά πλένουμε τά πόδια ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου. Διότι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός αυτήν τήν ἐντολή ἔδωσε, ὅπως τό εἶχε πεῖ, στούς Μαθητές. Δέν ἄκουσε ὅμως ὁ Ἰούδας ὁ δοῦλος καί δόλιος).

1. ῾Τόν ἄρτον ὑποδεξώμεθα᾽: Ὁ ὑμνογράφος, ἐκφράζοντας τήν πίστη τῆς ᾽Εκκλησίας, μᾶς καλεῖ νά προσεγγίσουμε τή μυστική Τράπεζα, προκειμένου νά κοινωνήσουμε τῶν ἀχράντων μυστηρίων. Βρισκόμαστε ἐνώπιον τοῦ κέντρου τῆς ᾽Εκκλησίας μας, τοῦ μυστηρίου τῆς Θ. Εὐχαριστίας, τό ὁποῖο συνέστησε ὁ Κύριος ἀκριβῶς τήν ἡμέρα αὐτή, κατά τό Μυστικό Δεῖπνο.

Ὁ Κύριος στό Δεῖπνο αὐτό τέλεσε γιά πρώτη φορά ἐπί τῆς γῆς τή Θεία Λειτουργία, καλώντας τούς μαθητές Του νά φᾶνε τό ἅγιο σῶμα Του καί νά πιοῦνε τό τίμιο αἷμα Του. Τό ῾λάβετε, φάγετε, τοῦτο γάρ ἐστι τό σῶμά μου᾽ καί τό ῾πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες, τοῦτο γάρ ἐστι τό αἷμά μου᾽ συνιστοῦν τά ἱδρυτικά τοῦ μυστηρίου τῆς Θ. Εὐχαριστίας λόγια, τά ὁποῖα ἔκτοτε ἐπαναλαμβάνονται σέ κάθε ἀντίστοιχη σύναξη πιστῶν, κατά τήν ἐντολή τοῦ Κυρίου ῾τοῦτο ποιεῖτε εἰς τήν ἐμήν ἀνάμνησιν᾽, διαιωνίζοντας ἀκριβῶς ἐν Πνεύματι τόν Μυστικό Δεῖπνο.
Ἡ Θεία Λειτουργία ἔ τ σ ι κατανοεῖται ἀπό τήν ᾽Εκκλησία μας: ὡς ἡ συνέχεια τοῦ Μ. Δείπνου, γι᾽ αὐτό καί πάντοτε θεωρήθηκε ὡς τό κέντρο, ὅπως εἴπαμε, τῆς ᾽Εκκλησίας, γύρω ἀπό τό ὁποῖο ῾πλέχτηκαν᾽ καί ὅλα τά ὑπόλοιπα μυστήρια αὐτῆς. Κι εἶναι θά λέγαμε λογικό: ὁ Κύριος πού ἐρχόμενος στόν κόσμο μᾶς ἔσωσε, μέ τήν ἔννοια ὅτι μᾶς ἐνσωμάτωσε στόν ἑαυτό Του καί ἔτσι μᾶς συμφιλίωσε μέ τόν Θεό - κάτι πού ἐνεργοποιεῖται γιά τόν πιστό ἀπό τήν ὥρα πού βαπτίζεται καί χρίεται στό ὄνομα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ - ὁ ῎Ιδιος μᾶς τρέφει μέ τό σῶμα καί τό αἷμα Του, γιά νά διατηρηθεῖ αὐτή ἡ σχέση Του μαζί μας καί νά αὐξηθεῖ ῾μέχρι καταντήσωμεν οἱ πάντες εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ᾽.

Ταυτοχρόνως στό μυστήριο τῆς Θ. Εὐχαριστίας ὁ Χριστιανός βιώνει αὐτό πού ἡ ᾽Εκκλησία μας κατανοεῖ ὡς Παράδοσή της. Παράδοση δέν εἶναι αὐτό πού ἔχει ἐπικρατήσει ἤ ἐπικρατεῖ ὡς εὐλογημένη ἴσως συνήθεια σέ κάποιους χριστιανικούς χώρους, μᾶλλον δέν εἶναι ἡ σώζουσα Παράδοση τῆς ᾽Εκκλησίας. Παράδοση
καθαυτό εἶναι ἡ ἴδια ἡ Θεία Λειτουργία, τό μυστήριο τῆς προσφορᾶς τῆς ζωῆς τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου, τό ὁποῖο ᾽Εκεῖνος παρέδωσε στούς μαθητές Του καί οἱ μαθητές Του στή συνέχεια παρέδωσαν στίς μετέπειτα γενιές.

Τό διατυπώνει ἔξοχα ὁ ἀπ. Παῦλος στήν Α´ πρός Κορ. ἐπιστολή του, ὅταν λέει: ῾ἐγώ γάρ παρέλαβον ἀπό τοῦ Κυρίου ὅ καί παρέδωκα ὑμῖν, ὅτι ὁ Κύριος ᾽Ιησοῦς ἐν τῇ νυκτί ᾗ παρεδίδετο ἔλαβεν ἄρτον καί εὐχαριστήσας ἔκλασε καί εἶπε: λάβετε φάγετε, τοῦτό μού ἐστι τό σῶμα τό ὑπέρ ὑμῶν κλώμενον. Τοῦτο ποιεῖτε εἰς τήν ἐμήν ἀνάμνησιν. ῾Ωσαύτως καί τό ποτήριον μετά τό δειπνῆσαι λέγων: τοῦτο τό ποτήριον ἡ καινή διαθήκη ἐστίν ἐν τῷ ἐμῷ αἵματι. Τοῦτο ποιεῖτε, ὁσάκις ἄν πίνητε, εἰς τήν ἐμήν ἀνάμνησιν. Ὁσάκις γάρ ἄν ἐσθίητε τόν ἄρτον τοῦτον καί τό ποτήριον τοῦτο πίνητε, τόν θάνατον τοῦ Κυρίου καταγγέλλετε, ἄχρις οὗ ἄν ἔλθῃ᾽ (11, 23-26).

Κι αὐτή βεβαίως ἡ Παράδοση τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ ὑπό τά εἴδη τοῦ ἄρτου καί τοῦ οἴνου γίνεται μέ τή δύναμη τοῦ ἁγίου Πνεύματος, πού σημαίνει ὅτι ἡ Παράδοση ἔχει ἁγιοπνευματικό καί δυναμικό χαρακτήρα, ἄρα εἶναι ζωή καί ἀπαιτεῖ τή ζωή τῶν ἀνθρώπων γιά τή συνάντηση μαζί της. Καταλαβαίνει κανείς ἀπό τήν ἄποψη αὐτή πόσο πλανεμένη καί ἐκτός πραγματικότητας εἶναι ἡ ἀντίληψη ὁρισμένων ὅτι ἡ Παράδοση εἶναι μουσειακή κατάσταση καί συντηρητισμός, καλύτερα: πίσω ἀπό τήν ἀντίληψη αὐτή κρύβεται ἡ ἀπιστία καί ἡ ἀθεΐα τοῦ ἀνθρώπου.

2. Ὁ ὑμνογράφος, λοιπόν, γιά νά ἐπανέλθουμε, μᾶς καλεῖ νά κοινωνήσουμε ῾τόν ἄρτον᾽, ὑπενθυμίζοντας ὅμως καί τίς προϋποθέσεις τῆς κοινωνίας αὐτῆς: τό φόβο καί τήν καθαρότητα τῆς ψυχῆς.
Ἡ συμμετοχή στή Θ. Κοινωνία δηλαδή δέν γίνεται ἀπροϋπόθετα.
Μιά συμμετοχή στά ἄχραντα μυστήρια ῾εἰκῇ καί ὡς ἔτυχεν᾽, χωρίς τήν ἐνδεδειγμένη μετάνοια καί χωρίς ἐπίγνωση, δημιουργεῖ τίς συνθῆκες ἐπανάληψης τοῦ δαιμονισμοῦ τοῦ ᾽Ιούδα. Μή ξεχνᾶμε ὅτι καί ὁ ᾽Ιούδας κοινώνησε, ἀλλά μέ τήν προδοσία ἐν ἐξελίξει, μέ ἀποτέλεσμα νά δαιμονιστεῖ καί νά καταστραφεῖ.
Καί τοῦτο γιατί ὁ εὐλογημένος ἄρτος δρᾶ μέσα στόν ἄνθρωπο ἐνεργοποιώντας ὅ,τι συναντᾶ στήν ψυχή του: φιλοθεΐα ἤ μισανθρωπία.
Σάν τή βροχή πού πέφτοντας στή γῆ θά φέρει τήν καρποφορία εἴτε τῶν ἀγαθῶν σπερμάτων εἴτε τῶν ζιζανίων. ῎Ετσι μπορεῖ κανείς νά κοινωνήσει καί ἀντί νά καλυτερεύσει, μέ τήν ἔννοια τῆς πνευματικῆς προόδου του, νά χειροτερεύσει.
Οἱ προϋποθέσεις λοιπόν κατά τόν ὑμνογράφο εἶναι ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ καί ἡ καθαρότητα τῆς ψυχῆς. Κι αὐτά τά δύο συνδέονται ἄμεσα μεταξύ τους, φανερώνοντας τή λειτουργία τῆς μετανοίας. Θέλουμε νά ποῦμε ὅτι ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ πού γνώρισμα ἔχει τήν τήρηση τῶν ἁγίων Του ἐντολῶν ὁδηγεῖ στήν κάθαρση τῆς ψυχῆς, κι αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται σέ ἑτοιμότητα μετοχῆς στό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Κυρίου. Ἡ μετοχή αὐτή αὐξάνει τήν καθαρότητα κι ἔτσι ὁ ἄνθρωπος θεώνεται ἀπό τίς θεοποιές ἐνέργειες τοῦ μυστηρίου καί πορεύεται ῾ἀπό δόξης εἰς δόξαν᾽, δεδομένου ὅτι ποτέ δέν ὑπάρχει τέλος στή διαδικασία αὐτή τῆς μετανοίας καί στήν ἐν Θεῷ αὔξησή του. Στήν κατάσταση αὐτή ὁ πιστός γίνεται κατοικητήριο τοῦ Θεοῦ καί ῾ἐν ἑτέρᾳ μορφῇ᾽ μιά ἄλλη φανέρωση τοῦ Χριστοῦ μέσα στόν κόσμο.

3. ῾συμπαραμένοντες τῷ Δεσπότῃ᾽: ὁ ὑμνογράφος τήν μόλις παραπάνω ἀναφερθεῖσα ἀλήθεια καταγράφει μέ τή συγκεκριμένη φράση. Ὅ,τι συνέβη στόν Μυστικό Δεῖπνο λειτουργεῖ ἀρχετυπικά, πού σημαίνει ὅτι πολλοί ἀκολουθοῦν, ὅπως ἤδη εἴπαμε, τό παράδειγμα τοῦ ᾽Ιούδα: κοινώνησε ἐν προδοσίᾳ τοῦ Χριστοῦ καί ἔφυγε γιά νά ὁλοκληρώσει αὐτήν τήν προδοσία.
Ὁ ὑμνογράφος λοιπόν μᾶς προτρέπει νά συμπαραμένουμε μέ τόν Χριστό κι ἐκεῖ νά Τόν δοῦμε νά πλένει τά πόδια τῶν μαθητῶν καί νά τά σκουπίζει μέ τό λέντιο, προκειμένου μέ τόν ἴδιο τρόπο νά στεκόμαστε κι ἐμεῖς ἀπέναντι σέ κάθε συνάνθρωπό μας: ᾽ἀλλήλοις ὑποταγέντες καί ἀλλήλων τούς πόδας ἐκπλύνοντες᾽. Μέ ἄλλα λόγια ἡ ὀρθή μετοχή στή Θ. Εὐχαριστία ὁδηγεῖ σέ γνήσια ἀκολουθία τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ, δηλ. στήν ταπείνωση καί τήν ἐν ἀγάπῃ διακονία τῶν συνανθρώπων.
Νά τό ποῦμε κι ὅπως τό διατύπωσε καί ὁ μεγάλος ρῶσος μυθιστοριογράφος καί βαθύς ἀνατόμος τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς Φ. Ντοστογιέφσκι στό τελευταῖο ἔργο του ῾᾽Αδελφοί Καραμαζώφ᾽:
῾Μπροστά σέ μερικές σκέψεις ὁ ἄνθρωπος στέκεται μπερδεμένος, ἰδίως μπροστά στή θέα τῆς ἀνθρώπινης ἁμαρτίας, καί ἀναρωτιέται ἄν θά τήν πολεμήσει μέ βία ἤ μέ ταπεινή ἀγάπη. Πάντα ν᾽ ἀποφασίζεις: ῾Θά τήν πολεμήσω μέ ταπεινή ἀγάπη᾽. ῎Αν ἀποφασίσεις πάνω σ᾽ αὐτό μιά γιά πάντα, μπορεῖς νά κατακτήσεις ὁλόκληρο τόν κόσμο. Ἡ γεμάτη ἀγάπη ταπείνωση εἶναι μιά τρομερή δύναμη: εἶναι τό πιό δυνατό ἀπ᾽ ὅλα τά πράγματα καί δέν ὑπάρχει τίποτε ἄλλο σάν κι αὐτή᾽.
Μετοχή στή Θ. Εὐχαριστία καί ἔχθρα πρός τό συνάνθρωπο ἤ ἀδικία του ἐκ μέρους μας καί ῾τσαλάκωμα᾽ τῆς προσωπικότητάς του μέ ὁποιονδήποτε τρόπο δέν μποροῦν νά συνυπάρξουν. Ὁ ὑμνογράφος εἶναι σαφής: Χριστιανός σημαίνει νά βλέπεις καί νά ἀκολουθεῖς τόν Χριστό, μέσα σέ εὐχαριστιακά, δηλ. ἐκκλησιαστικά πλαίσια, ζώντας πάντοτε τήν ταπεινή ἀγάπη Του. Κάθε τι διαφορετικό σημαίνει ἔκπτωση στή δολιότητα τοῦ ᾽Ιούδα.