14 Νοεμβρίου, 2024
13 Νοεμβρίου 1940 – Η νίκη της Ελλάδας στη μάχη της Πίνδου
26 Οκτωβρίου, 2024
ΠΩΣ Η ΔΙΟΡΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΠΑΠΑΓΟΥ ΣΤΗΝ ΠΙΝΔΟ ΕΚΡΙΝΕ ΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΤΟΥ 1940
21 Οκτωβρίου, 2024
ΣΤΑ 112 ΧΡΟΝΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ
Κάθε Ὀκτώβριο ἡ μνήμη τῆς καρδιᾶς μας πετᾶ στὰ βορειοηπειρωτικὰ βουνά· ἐκεῖ ὅπου οἱ πατέρες μας δίδαξαν μὲ τὴν ἀνδρεία τους τὸν κόσμο τί σημαίνει νὰ ἀγωνίζεσαι καὶ νὰ πεθαίνεις γιὰ τὴν ἐλευθερία τῶν λαῶν. Ἦταν Ὀκτώβριος τοῦ 1940 ὅταν ἡ μικρὴ Ἑλλάδα μας ταπείνωσε τὴ φασιστικὴ Ἰταλία μὲ τὸ ἡρωικὸ ΟΧΙ της. Καὶ μὲ τὴ γενναία ἀντίστασή της, χάρη καὶ στὴ βοήθεια τῆς Μεγαλόχαρης, ματαίωσε τὰ γενικότερα σχέδια τῆς συμμάχου τῆς Ἰταλίας, τῆς ναζιστικῆς Γερμανίας. Αὐτὰ τότε. Τότε ποὺ ὅλοι στὴν Εὐρώπη μιλοῦσαν μὲ θαυμασμὸ γιὰ τοὺς Ἕλληνες, ἀκόμη καὶ αὐτὸς ὁ Χίτλερ! Ὅμως ὁ φετινὸς Ὀκτώβριος κεντᾶ διαφορετικὰ τὴ μνήμη μας. Καὶ δὲν πρέπει νὰ περάσει ἀπαρατήρητο τὸ ἄλλο θαῦμα τῆς νεότερης ἱστορίας μας, τὸ θαῦμα τοῦ 1912-13. Κλείνουν ἐφέτος 112 χρόνια ἀπὸ τότε ποὺ μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν ἱερὸ ἐνθουσιασμὸ καὶ τοὺς γενναίους ἀγῶνες τῶν προγόνων μας διπλασιάστηκε σχεδὸν ἡ ἀγαπημένη πατρίδα μας. Μὲ τὸ αἷμα τῶν ἡρώων στρατιωτῶν μας φύτρωσε τὸ εὔοσμο καὶ ἀμάραντο ἄνθος τῆς ἐλευθερίας καὶ στήθηκε στὴ γῆ τῆς Μακεδονίας μας ὁ Τίμιος Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ. Καὶ ἡ γαλανόλευκη στὶς 26 Ὀκτωβρίου τοῦ 1912 ἀνήμερα τοῦ Ἁγίου Δημητρίου κυμάτισε περήφανη στὸν Λευκὸ Πύργο τῆς Θεσσαλονίκης. Τὰ χριστιανικὰ κράτη τῆς Βαλκανικῆς, Ἑλλάδα, Βουλγαρία, Μαυροβούνιο καὶ Σερβία, μετὰ ἀπὸ πολλὲς διπλωματικὲς συσκέψεις μεταξύ τους, μὴν ἀντέχοντας τὶς σκληρὲς συμπεριφορὲς εἰς βάρος τους τῶν Τούρκων κατακτητῶν, ἀποφάσισαν νὰ κηρύξουν πόλεμο κατὰ τῆς Τουρκίας. Οἱ Εὐρωπαϊκὲς Μεγάλες Δυνάμεις τήρησαν οὐδέτερη στάση ἀποβλέποντας στὰ συμφέροντά τους. Πρῶτο κήρυξε τὸν πόλεμο κατὰ τῆς Τουρκίας τὸ Μαυροβούνιο στὶς 25 Σεπτεμβρίου. Ἡ χώρα μας κήρυξε τὸν πόλεμο στὶς 5 Ὀκτωβρίου καὶ ὁ βασιλιὰς Γεώργιος ἔπειτα ἀπὸ πρόταση τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀπηύθυνε πρὸς τὸν ἑλληνικὸ λαὸ τὸ ἑξῆς
«Πρὸς τὸν λαόν μου
Αἱ ἱεραὶ ὑποχρεώσεις πρὸς τὴν φιλτάτην Πατρίδα, πρὸς τοὺς ὑποδούλους ἀδελφούς μας καὶ πρὸς τὴν ἀνθρωπότητα ἐπιβάλλουσιν εἰς τὸ Κράτος μετὰ τὴν ἀποτυχίαν τῶν εἰρηνικῶν προσπαθειῶν, πρὸς ἐπίτευξιν καὶ ἐξασφάλισιν τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων τῶν ὑπὸ τὸν τουρκικὸν ζυγὸν Χριστιανῶν, ὅπως διὰ τῶν ὅπλων θέσῃ τέρμα εἰς τὴν δυστυχίαν τὴν ὁποίαν οὗτοι ὑφίστανται ἀπὸ τόσων αἰώνων. Ἡ Ἑλλὰς πάνοπλος μετὰ τῶν συμμάχων αὐτῆς, ἐμπνεομένων ὑπὸ τῶν αὐτῶν αἰσθημάτων καὶ συνδεομένων διὰ κοινῶν ὑποχρεώσεων, ἀναλαμβάνει τὸν ἱερὸν ἀγῶνα τοῦ δικαίου καί τῆς ἐλευθερίας τῶν καταδυναστευομένων λαῶν τῆς Ἀνατολῆς. Ὁ κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν στρατὸς ἡμῶν ἐν πλήρει συναισθήσει τοῦ καθήκοντος αὐτοῦ πρὸς τὸ Ἔθνος καὶ τὴν Xριστιανοσύνην, μνήμων τῶν ἐθνικῶν αὐτοῦ παραδόσεων καὶ ὑπερήφανος διὰ τὴν ἠθικὴν αὐτοῦ Ὑπεροχὴν καὶ ἀξίαν, ἀποδύεται μετὰ πίστεως εἰς τὸν ἀγῶνα ὅπως διὰ τοῦ τιμίου αὐτοῦ αἵματος ἀποδώσῃ τὴν ἐλευθερίαν εἰς τοὺς τυραννουμένους. Ἡ Ἑλλὰς μετὰ τῶν ἀδελφῶν συμμάχων Κρατῶν θὰ ἐπιδιώξῃ πάσῃ θυσίᾳ τὸν ἱερὸν αὐτὸν σκοπόν, ἐπικαλούμενοι δὲ τὴν ἀρωγὴν τοῦ Ὑψίστου ἐν τῷ δικαιοτάτῳ τούτῳ ἀγῶνι τοῦ πολιτισμοῦ, ἀνακράζομεν:
ΖΗΤΩ Η ΕΛΛΑΣ, ΖΗΤΩ ΤΟ ΕΘΝΟΣ!
Ἀθῆναι 5 Ὀκτωβρίου 1912
ΓΕΩΡΓΙΟΣ»
Γενικὸς Διοικητὴς Στρατοῦ ὁρίσθηκε ὁ τότε Διάδοχος Κωνσταντῖνος. Ὁ Στρατός μας συγκροτήθηκε σὲ δύο μεγάλα σώματα, στὸν Στρατὸ Θεσσαλίας καὶ στὸν Στρατὸ Ἠπείρου, μὲ σύνολο ἀνδρῶν 110.000 περίπου. Τὸν στρατὸ αὐτὸ τὸν ἀποτελοῦσαν γενναῖα παλληκάρια ἀπὸ ὅλα τὰ ἐλεύθερα ἐδάφη τῆς Πατρίδας μας καὶ ἀπὸ τὴν Κρήτη καὶ τὴ μακρινὴ Κύπρο μας. Οἱ στρατιωτικὲς ἐπιχειρήσεις ἄρχισαν ἀμέσως. Τὸ Σῶμα τῆς Θεσσαλίας μὲ ἀρχιστράτηγο τὸν Διάδοχο Κωνσταντῖνο κατευθύνθηκε ἀρχικὰ πρὸς τὴ βορειοδυτικὴ Μακεδονία. Πέρασε τὴν ὀροσειρὰ τῆς Μελούνας καὶ ἐλευθέρωσε στὶς 6 Ὀκτωβρίου τὴν Ἐλασσόνα καὶ τὴ Δεσκάτη, κυρίευσε τὰ στενὰ τοῦ Σαρανταπόρου στὶς 9 Ὀκτωβρίου καὶ μὲ σύνθημά του «Ἐμπρὸς πάντοτε!» ἐλευθέρωσε τὰ Σέρβια στὶς 10 Ὀκτωβρίου, τὴν Κοζάνη στὶς 12 Ὀκτωβρίου, τὰ Γρεβενά, τὴν Πτολεμαΐδα καὶ τὴν Κατερίνη στὶς 15 Ὀκτωβρίου, τὴ Βέροια στὶς 16 Ὀκτωβρίου, τὴν Ἔδεσσα στὶς 18 Ὀκτωβρίου καὶ τὰ Γιαννιτσὰ μετὰ ἀπὸ σκληρὴ μάχη στὶς 19 καὶ 20 Ὀκτωβρίου. Ἔπειτα ἀπὸ τὴ νίκη τοῦ στρατοῦ μας στὰ Γιαννιτσὰ ὁ στρατός μας πῆρε τὸ δρόμο γιὰ τὴ Θεσσαλονίκη. Στὶς 25 Ὀκτωβρίου ἐλευθερώθηκε καὶ ὁ Λαγκαδάς. Ὁ ἀρχηγὸς τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ τῆς Θεσσαλονίκης ἀρχιστράτηγος Χασὰν Ταξὶν Πασὰς διαπιστώνοντας ὅτι ἦταν ἀδύνατον νὰ ἀποκρούσει τὴν ὁρμητικὴ προέλαση τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ ἀναγκάσθηκε καὶ ὑπέγραψε τὴν ἄνευ ὅρων παράδοση τῆς Θεσσαλονίκης στοὺς Ἕλληνες τὴν 26η Ὀκτωβρίου 1912. Αὐτὴ ἦταν ἡ θαυμαστὴ ἀπελευθερωτικὴ πορεία τοῦ στρατοῦ μας ἐκεῖνο τὸ εἰκοσαήμερο τοῦ 1912. Μιὰ πορεία θριάμβου ποὺ ἐπανέφερε ἔπειτα ἀπὸ 482 χρόνια τουρκικῆς σκλαβιᾶς (τὸ 1430 εἶχε σκλαβωθεῖ ἡ Θεσσαλονίκη) τὴν ἐλευθερία στὴν πρωτεύουσα τῆς βορείου Ἑλλάδος. Δὲν πρέπει νὰ λησμονοῦμε ποτὲ τοὺς ἱεροὺς ἀπελευθερωτικοὺς ἀγῶνες τῆς Ἱστορίας μας. Ἔχουμε πολλοὺς τέτοιους ἀγῶνες στὴν Πατρίδα μας. Στὴν Ἤπειρο, στὴ Θράκη, ἀργότερα στὴν Κύπρο καὶ στὰ ἄλλα νησιά μας. Ἂν λησμονήσουμε τὴν Ἱστορία μας, θὰ χάσουμε τὸν ἑαυτό μας καὶ τὸν προσανατολισμό μας. Αὐτὸ ἐπιδιώκουν πολλοὶ ἐχθροί μας. Ἐὰν θέλουμε νὰ συνεχίσουμε νὰ ὑπάρχουμε ὡς Ἔθνος, πρέπει νὰ ἐμπνεόμαστε ἀπὸ τὰ ὑψηλὰ ἰδανικὰ τῶν πατέρων μας. Τὸ ὀφείλουμε ὡς χρέος εὐγνωμοσύνης στὸ αἷμα τῆς θυσίας τους.
https://www.osotir.org/2012/10/12/2053-15-10-2012/
28 Οκτωβρίου, 2023
ΓΙΑΤΙ ΗΤΤΗΘΗΚΑΝ ΟΙ ΙΤΑΛΟΙ ΤΟ 1940.
Από Διαμαντῆς Κούτουλας / ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ-ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ
Μετὰ τὴν συντριβὴ τῆς ΓΑΛΛΙΑΣ τὸν ΙΟΥΝΙΟ τοῦ 1940 (οἱ Γερμανοὶ εἶχαν παρακάμψει τὴν γαλλικὴ ἄμυνα στὴν γραμμὴ ΜΑΖΙΝΟ καὶ περνῶντας τὰ ἁρματα μἐσῳ τοῦ δάσους τῶν ΑΡΔΕΝΝΩΝ εἶχαν μπεῖ στὸ ΠΑΡΙΣΙ στὶς 14 ΙΟΥΝΙΟΥ 1940), μετὰ τὴν κατάρρευση τῆς Γαλλίας λοιπόν, ὁ ΜΟΥΣΣΟΛΙΝΙ ΠΡΟΣΔΟΚΟΥΣΕ ΝΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΩΣΕΙ Ο ΧΙΤΛΕΡ ΤΟΝ ΠΕΡΙΦΗΜΟ ΓΑΛΛΙΚΟ ΣΤΟΛΟ.
Ἀνήμερα τῆς 28ης Oκτωβρίου 1940
Τὸ ἀπόσπασμα ποὺ ἀκολουθεῖ προέρχεται ἀπὸ τὸ προσωπικὸ ἡμερολόγιο τοῦ Γιώργου Θεοτοκᾶ. Εἶναι μιὰ αὐθεντικὴ μαρτυρία, γραμμένη ἐν θερμῷ τὴν ἴδια μέρα ποὺ ξέσπασε ὁ Ἑλληνοϊταλικὸς πόλεμος. Ὁ συγγραφέας καταγράφει τὰ προσωπικά του αἰσθήματα ἀλλὰ καὶ τὶς πρῶτες ἀντιδράσεις τῶν κατοίκων τῆς Ἀθήνας, ὅταν μαθαίνουν τὸ νέο.
''Ξυπνῶ μὲ τὶς καμπάνες, ποὺ σημαίνουν τὴν κήρυξη τοῦ πολέμου καὶ τὸν πρῶτο συναγερμό. Ἐπιτέλους εἴμαστε μέσα! Ὁ ὡραιότατος καιρός, οἱ καμπανοκρουσίες, κάποια κίνηση ἰδιαίτερη, κάποια ἔξαψη ποὺ αἰσθάνουμαι ἀμέσως τριγύρω μου, στὸ σπίτι, στὸ δρόμο, στὰ ἄλλα σπίτια καὶ στοὺς κήπους, ὅλα αὐτὰ προσδίδουν, ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμή, στὴν ἡμέρα ποὺ ἀρχίζει, μιὰ ὄψη ἑορτάσιμη, πανηγυρική. Ἡ πρώτη μου σκέψη εἶναι: «Τὸ μεσημέρι, τὸ ἀργότερο, θὰ ἔρθουν τὰ ἀεροπλάνα νὰ μᾶς βομβαρδίσουν».
Ξεκινῶ γιὰ τὴν Ἀθήνα νωρίτερα ἀπὸ τὴ συνηθισμένη μου ὥρα. Στὸν δρόμο, ἐνῶ πηγαίνω πρὸς τὸν Πλάτανο νὰ πάρω τὸ λεωφορεῖο, μὲ συνοδεύει μιὰ γριὰ προσφυγίνα, μαγείρισσα σὲ κάποιο σπίτι ὅπως μοῦ λέει, ποὺ τρέχει νὰ πάει στὸν Πειραιᾶ νὰ δεῖ, τί γίνουνται τὰ παιδιά της. Εἶναι πανικόβλητη, μοῦ μιλᾶ γιὰ τὴν καταστροφὴ τῆς Σμύρνης, γιὰ τὰ πτώματα στοὺς δρόμους.
Στὸ λεωφορεῖο διαβάζω τὴν ἐφημερίδα μου καὶ ξεχνιοῦμαι. Ἀπάθειά μου. Oι ἐπιβάτες μιλοῦν γιὰ τὸν πόλεμο μὲ πολλὴ ψυχραιμία καὶ κάποτε μὲ εὐθυμία.
Μετά τους Ἀμπελοκήπους, μπαίνοντας στὴν Ἀθήνα, ἀντικρίζω τὴν πρώτη πολεμικὴ εἰκόνα καὶ αἰσθάνουμαι τὴν πρώτη συγκίνηση τῆς ἡμέρας. Μιὰ στρατιωτικὴ μονάδα φεύγει ἀπὸ τὰ Παραπήγματα. Oἱ στρατιῶτες εἶναι ἄοπλοι. Εἶναι πολὺ νέοι καὶ καλὰ ντυμένοι. Τραγουδοῦν, γελοῦν καὶ παίζουν φάπες, κάνουν σὰν παιδιὰ ποὺ ξεκινοῦν γιὰ μιὰ εὐχάριστη ἐκδρομή. Μὲς στὸ λεωφορεῖο μου, μιὰ γυναῖκα ξαφνικὰ ἀρχίζει καὶ κλαίει μὲ λυγμούς, μιὰ ἄλλη κλαίει κρυφά, στρέφει τὸ πρόσωπό της πρὸς τὰ ἔξω, γιὰ νὰ μὴν τὴ δοῦν.
Φτάνω στὸ γραφεῖο, συζητῶ μὲ τὸν Ἀλέκο γιὰ τὶς ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις, ὕστερα βγαίνω στὴν ὁδὸ Βουκουρεστίου. Παντοῦ ὑπάρχει μιὰ κίνηση ἀσυνήθιστη, ἀλλὰ τίποτα ποὺ νὰ μοιάζει μὲ φόβο. Ὁ κόσμος εἶναι γενναῖος καὶ εὔθυμος, πηγαινοέρχεται στοὺς δρόμους, συζητεῖ μὲ θέρμη ἀλλὰ χωρὶς ὑπερβολικὴ νευρικότητα.
Ξαναβρίσκω ὅλη τὴν ἀπάθειά μου, ποὺ εἶχε θαρρεῖς κλονιστεῖ γιὰ μιὰ στιγμὴ στὸ λεωφορεῖο. Αἰσθάνουμαι, ὅτι ἀνήκω σ’ ἕνα σύνολο, ποὺ δὲν ἔχασε τὴν αὐτοπειθαρχία του. Τὸ αἴσθημα αὐτό, μοῦ δίνει κάποια περηφάνια.
Στὴ γωνία Βουκουρεστίου καὶ Σταδίου μιὰ ἀρκετὰ μεγάλη διαδήλωση νέων ἔχει ἐπιτεθεῖ στὰ γραφεῖα τῆς Ala Litoria. Σπάζουν τὶς πόρτες, μπαίνουν μέσα καὶ τὰ σπάνουν ὅλα, γεμίζουν τὸ δρόμο μὲ συντρίμμια καὶ χαρτιά. Τὸ νεανικὸ πλῆθος φωνάζει καὶ γελᾶ. Αἰσθάνουμαι, ὅτι μοῦ μεταδίδει τὸν ἐνθουσιασμό του, φωνάζω καὶ ἐγὼ καὶ γελῶ.
Σιγὰ σιγὰ, ἡ Ἀθήνα παίρνει τὸ ὕφος τῶν μεγάλων ἐθνικῶν ἑορτῶν, κάτι ποὺ θυμίζει λ.χ. τὰ Ἐκατόχρονα τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπανάστασης, ἀλλὰ πιὸ αὐθόρμητα καὶ πιὸ νεανικά. Καιρὸς θαυμάσιος, καταγάλανος οὐρανός. Πλήθη νέων […] ἔχουν χυθεῖ στοὺς κεντρικοὺς δρόμους, μὲ λάβαρα, σημαῖες, δάφνες, μουσικές. Ὁ κόσμος συμμετέχει σ’ αὐτὲς τὶς ἐκδηλώσεις, χειροκροτεῖ, ζητωκραυγάζει. Εἶχα πολλά, πάρα πολλὰ χρόνια νὰ δῶ τέτοιον ἐνθουσιασμὸ στὴν Ἀθήνα. Αἰσθάνεται κανεὶς ἕνα πάθος μὲς στὸν ἀέρα, ἕναν φανατισμό, μιὰ λεβεντιά. Ξύπνησε τὸ ἑλληνικὸ φιλότιμο, εἶναι κάτι ὡραῖο. Καὶ μιὰ τέλεια ἐθνικὴ ἑνότητα. Εἶναι ἡ πρώτη φορὰ στὴ ζωή μου, ποὺ αἰσθάνουμαι τέτοιαν ὁμόνοια νὰ βασιλεύει στὸν τόπο.''
https://agiazoni.gr/%e1%bc%80%ce%bd%ce%ae%ce%bc%ce%b5%cf%81%ce%b1-%cf%84%e1%bf%86%cf%82-28%ce%b7%cf%82-o%ce%ba%cf%84%cf%89%ce%b2%cf%81%ce%af%ce%bf%cf%85-1940/
27 Οκτωβρίου, 2020
Η ΕΜΨΥΧΗ ΚΙΒΩΤΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ!
«Σκηνὴ η λεγομένη Ἁγια Ἁγίων ....έχουσα ...την κιβωτὸν τής διαθὴκης »
24 Οκτωβρίου, 2020
Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΠΙΝΔΟΥ ΑΣ ΑΚΟΥΣΘΕΙ
Οκτώβριος, ὁ μήνας ποὺ ξυπνᾶ μέσα σὲ κάθε Ἕλληνα μνῆμες δυνατὲς καὶ ἡρωικὲς ἀπὸ τὴν ἔνδοξη Ἐποποιΐα τοῦ 1940. Μιὰ λέξη, «Ὄχι!», μιὰ λέξη, «Ἀέρα!», ἔμειναν στὴν ἱστορία, ἢ καλύτερα ἔγραψαν ἱστορία.
09 Αυγούστου, 2017
Πολύ καλό ιστορικό άρθρο για τη συμμετοχή της Αλβανίας στην επίθεση κατά της Ελλάδας την 28η Οκτωβρίου 1940
![]() |
| ο "Βασιλιάς" της Αλβανίας Ζώγου |
(Πηγή: http://www.istorikathemata.com)
Το 1939 τα ιταλικά στρατεύματα, υπό τον στρατηγό Γκουτσόνι, αποβιβάσθηκαν στο Δυρράχιο, το πρωί της 7ης Απριλίου.
Ο βασιλιάς Ζώγου δεν αιφνιδιάστηκε δεδομένου ότι είχαν προηγηθεί, πριν από έναν μήνα και πλέον, εντατικές διπλωματικές συνομιλίες. Υφίστατο το στοιχείο του αιφνιδιασμού για τις ξένες κυβερνήσεις, εκτός της Γερμανίας και ίσως της Γιουγκοσλαβίας. Δεν προβλήθηκε καμία σοβαρή αντίσταση κατά των Ιταλών. Ο αλβανικός λαός στην πλειοψηφία του υποδέχθηκε τους Ιταλούς στρατιώτες ως “ελευθερωτές”.
Τα γεγονότα έκτοτε διαδέχθηκαν το ένα το άλλο με κινηματογραφική ταχύτητα. Στις 14 Απριλίου 1939 η Αλβανία αποχώρησε από την Κοινωνία των Εθνών (ΚτΕ). Στις 15 Απριλίου έγινε δεκτή στο Κυρηνάλιο (ανάκτορο στη Ρώμη, θερινή διαμονή των Πάπων μέχρι το 1870, στη συνέχεια κατοικία του βασιλιά της Ιταλίας και αργότερα του προέδρου της Ιταλικής Δημοκρατίας), πολυμελής αλβανική αντιπροσωπεία υπό τον πρωθυπουργό Βερλάτση. Αυτός προσφώνησε τον Bασιλιά αυτοκράτορα πρώτα στην αλβανική και έπειτα στην ιταλική γλώσσα και του προσέφερε το “στέμμα του Σκεντέρμπεη”. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας η ιταλική Βουλή έδωσε τη συναίνεση της για την “προσωπική ένωση” και την επομένη έπραξε το ίδιο η Γερουσία. Διορίστηκε τοποτηρητής του βασιλιά, όχι μέλος της δυναστείας (είχε γίνει λόγος για τον δούκα του Μπέργκαμο), αλλά ο πρεσβευτής Τζακομόνι.
Στις 21 Απριλίου αποφασίστηκε από την κυβέρνηση Βερλάτση η σύσταση Αλβανικού Φασιστικού Κόμματος. Στις 3 Ιουνίου έλαβε χώρα η τελευταία πράξη του αλβανικού οράματος: αντιπροσωπεία από τους Βερλάτση, Ντίνο και Κολίκβι και τρεις ανώτερους αξιωματικούς επέδωσε στον βασιλιά Βίκτωρα Εμμανουήλ απόφαση της αλβανικής κυβέρνησης σύμφωνα με την οποία ο Αλβανικός Στρατός ενσωματωνόταν στον Ιταλικό Στρατό.
Ο αλβανικός Τύπος προ του πολέμου παρουσίαζε άρθρα με πολεμική κατά της Ελλάδας. Μάλιστα ο υπουργός Εξωτερικών της Ιταλίας, Τσιάνο, διέταξε τον τοποτηρητή στην Αλβανία Τζακομόνι: “Φροντίστε ώστε ο αλβανικός Τύπος να συνεχίζει τη ζωηρή του πολεμική εναντίον της Ελλάδας”.
Ο Γερμανός καθηγητής πανεπιστημίου Χ. Ρίχτερ γράφει: “Οι ρίζες της πολεμικής αυτής εμπλοκής της Ιταλίας φθάνουν μέχρι το 1923, όταν ο Μουσολίνι επεχείρησε να καταλάβει την Κέρκυρα και αναγκάστηκε από τις Αγγλία και Γαλλία να εγκαταλείψει το εγχείρημα του”. Ο Τσιάνο στο ημερολόγιο του γράφει ότι τον Αύγουστο του 1940 ο Μουσολίνι δήλωσε πως οι Έλληνες επλανώντο, αν θεωρούσαν ότι είχε ξεχάσει εκείνο το επεισόδιο, και ότι ο λογαριασμός τους έμενε ανοικτός.
Στις αρχές Ιουνίου του 1939 οι Μουσολίνι και Τσιάνο, θέλοντας να μειώσουν την οργή των Αλβανών για την απώλεια της ανεξαρτησίας τους, προσπάθησαν να τους παραπλανήσουν καλλιεργώντας τους ελπίδες αλυτρωτισμού για το Κοσσυφοπέδιο και την Τσαμουριά, που έπρεπε να απελευθερωθούν.
Σύμφωνα με ιταλικές πηγές, η στάση της αλβανικής ηγεσίας λίγο πριν κηρυχθεί ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος ήταν υπέρ των Ιταλών. Ο Ιταλός τοποτηρητής Τζακομόνι, σε τηλεγράφημα του προς τον Τσιάνο, στις 24 Αυγούστου 1940, μεταξύ των άλλων ανέφερε τα εξής: “Από παντού καταφθάνουν έγγραφα που αποδεικνύουν τον ορθό προσανατολισμό των Αλβανών, άπειρες είναι οι αιτήσεις για κατάταξη στα εθελοντικά σώματα (…). Σε όλα τα κεντρικά σημεία της Αλβανίας παρατηρείται ζωηρό ενδιαφέρον και προσήλωση στις προσταγές του Ντούτσε. Η κίνηση του στρατού προκάλεσε μεγάλη ζωηρότητα κι’ ανυπομονησία για δράση…”.
Κατά τη σύσκεψη της 15ης Οκτωβρίου 1940 στο Παλάτσο Βενέτσια, ο τοποτηρητής Τζακομόνι, σε ερώτηση του Ντούτσε για το πώς βλέπει την κατάσταση στην Αλβανία, απάντησε: “Στην Αλβανία αναμένουν την ενέργεια με ανυπομονησία. Η χώρα έχει ξεσηκωθεί και οι κάτοικοι είναι γεμάτοι χαρά. Μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι ο ενθουσιασμός τους είναι τόσο ζωηρός ώστε τον τελευταίο καιρό έχουν κάπως δυσαρεστηθεί επειδή η ενέργεια δεν έχει ακόμα εκδηλωθεί”.
Ο Ιταλός στρατηγός Σ. Βισκόντι Πράσκα, στο βιβλίο του για τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο, έγραφε τα εξής: “Σύμφωνα με υπόσχεση του στρατάρχη Μπαντόλιο προ του πολέμου, θα μπορούσαν να αποσταλούν στην Αλβανία για την ενδεχόμενη ενέργεια κατά της Ελλάδας….10.000 τυφέκια για τον εξοπλισμό των αλβανικών ταγμάτων εθελοντών, τα οποία θα χρησιμοποιούντο ως τμήματα κάλυψης”.
Κατά τη διάρκεια της σύσκεψης στο Παλάτσο Βενέτσια (15 Οκτωβρίου 1940)” Ο Μουσολίνι, ακόμα, ζήτησε από τον Τζακομόνι κι εμένα πληροφορίες για τα αλβανικά τμήματα, ενώ διατύπωσε την αρχή ότι ο ρόλος των Αλβανών θα έπρεπε να περιοριστεί σε στενά πλαίσια…”. “Ειδικότερα είχαν συγκροτηθεί τρία τάγματα διοικητικής μέριμνας από εφέδρους Ιταλούς (…) και από εφέδρους Αλβανούς (…).
Κατόπιν προχωρήσαμε στην ίδρυση δύο ταγμάτων Φασιστικής Πολιτοφυλακής από Αλβανούς (…). Πρότεινα στον Τζακομόνι να συστήσει μερικά τάγματα από Αλβανούς εθελοντές, δύο διαφορετικών τύπων: Τάγματα καθορισμένα για την άμυνα συγκεκριμένων διαβάσεων ή κοιλάδων στο μέτωπο και τάγματα πιο ευκίνητα, δυνάμενα να προσκολληθούν στα μάχιμα στρατεύματα μας.
Με τη βοήθεια της αλβανικής κυβέρνησης και διαφόρων αρχηγών φυλών εξασφαλίστηκε η δυνατότητα συγκρότησης 10-12 ελαφρών ταγμάτων συνολικής δύναμης 6-7.000 ανδρών, επιλεγέντων από τις πιο πολεμικές φυλές και μάλιστα από αυτούς που υπήρχε ενδεχόμενη σχέση με πληθυσμούς εκτός συνόρων (σ.σ. προφανώς εννοούσε τους Τσάμηδες). Τα ευκίνητα τάγματα, τύπου ανταρτικών ομάδων, προορίζονταν να χρησιμοποιηθούν για την κάλυψη των μεραρχιών μας (…).
Το Υπουργείο Στρατιωτικών, κατόπιν επανειλημμένων οχλήσεων, τελικά ενέκρινε την αποστολή του οπλισμού για τη συγκρότηση των αλβανικών μονάδων. Όμως αργότερα άλλαξε γνώμη και διέταξε τον περιορισμό της σύστασης των εθελοντικών αλβανικών ταγμάτων μόνο στη νότια Αλβανία (σε αυτήν όπου υφίστατο το μεγαλύτερο μέρος των φιλελληνικών στοιχείων), δηλαδή συνολικά έξι τάγματα” (σ.σ. Ο Β. Πράσκα αναφέρει ως “φιλελληνικά = grecofili” τα αμιγώς ελληνικά βορειοηπειρωτικά φύλα).
Σε ερώτηση του Ντούτσε, κατά τη σύσκεψη, “Ποια η συνεισφορά των Αλβανών τόσο σε τακτικό στρατό, όσο και σε άτακτους στους οποίους δίδω μεγάλη σημασία”, ο Πράσκα απάντησε “Για το θέμα αυτό έχουμε καταρτίσει ανάλογο σχέδιο. Προτείνουμε την οργάνωση συγκροτημάτων άτακτων από 2.500 ως 3.000 άνδρες, στελεχωμένων με αξιωματικούς μας”.
Ο τοποτηρητής Τζακομόνι, σε μυστικό υπόμνημα του προς τον υπουργό Αλβανικών Υποθέσεων, Μπενίνι, στις 19 Οκτωβρίου 1940, μεταξύ των άλλων γράφει: “…Από την άλλη προετοιμάζω αλβανικά στοιχεία, εξακριβωμένα θαρραλέα, ειδικά Τσαμουριώτες, τα οποία θα έχουν ως αποστολή να εισέλθουν κρυφά στο ελληνικό έδαφος και εκεί, την ώρα που θα επιτεθεί ο στρατός μας, θα διαπράξουν με τη βοήθεια των πέρα από τα σύνορα φίλων τους τις παρακάτω πράξεις: καταστροφή τηλεγραφικών και τηλεφωνικών συρμάτων, εξάλειψη των φυλακίων και των παρατηρητηρίων κατά μήκος των συνοριακών γραμμών (…).
Μερικά από τα στοιχεία αυτά θα εφοδιαστούν από την υπηρεσία στρατιωτικών πληροφοριών με μερικούς φορητούς πομπούς, χάρη στους οποίους η διοίκηση του στρατεύματος θα έχει ακριβείς ειδήσεις περί των θέσεων των ελληνικών στρατευμάτων”. Πληροφορεί δε τον Μπενίνι ότι μεταξύ των Αλβανών παρατηρείται αίσθημα αναμονής, εμπιστοσύνης και άγριας διάθεσης. Ο ίδιος στις 21 Οκτωβρίου γράφει στον Μπενίνι: “Θα μπορούσε να αποσπασθεί, όσο θα διαρκούν οι εχθροπραξίες, το Τάγμα της Βασιλικής Αλβανικής Φρουράς”.
Ο αντιβασιλιάς της Αλβανίας βεβαίωσε “ότι είναι πάρα πολλές οι αιτήσεις των Αλβανών να καταταγούν στα σχηματιζόμενα αλβανικά σώματα, προοριζόμενα να κτυπήσουν τους Ελληνες και να συνεργαστούν με τον Ιταλικό Στρατό, και ότι ο πληθυσμός ελπίζει, επίσης, να κληθούν υπό τα όπλα μερικές ηλικίες…”.

(Τσάμηδες με Ιταλικές στολές επιθεωρούνται από Γερμανό αξιωματικό)
Η ΙΤΑΛΙΚΗ ΕΙΣΒΟΛΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ – Η ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΩΝ ΑΛΒΑΝΩΝ.
Ο πόλεμος μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας, που άρχισε την 28η Οκτωβρίου 1940, επεκτάθηκε αυτόματα και μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας. Η Αλβανία, συνδεδεμένη την εποχή εκείνη με καθεστώς “προσωπικής ένωσης” με την Ιταλία, είχε δεχθεί με νόμο του Κοινοβουλίου της (Αλβανικός Νόμος, 10 Ιουνίου 1940) ότι: “το Βασίλειο της Αλβανίας αναγνωρίζει ότι θα βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση με τα κράτη τα οποία θα βρίσκονται σε εμπόλεμη κατάσταση με το Βασίλειο της Ιταλίας”.
Συνεπώς με την κήρυξη του πολέμου από την Ιταλία εναντίον της Ελλάδας βρέθηκε σε εμπόλεμη κατάσταση με την πατρίδα μας. Γι’ αυτό η Ελλάδα με το Βασιλικό Διάταγμα (ΒΔ) της 10ης Νοεμβρίου 1940, το οποίο εκδόθηκε σε εφαρμογή του ΑΝ (Αναγκαστικού Νόμου) 2636/1940 “Περί δικαιοπραξιών εχθρών και μεσεγγυήσεως εχθρικών περιουσιών”, όρισε ως εχθρικά κράτη “την Ιταλία
μαζί με τις κτήσεις, τα αυτοκρατορικά της εδάφη και τις αποικίες, καθώς και την Αλβανία”.
Ο Ιταλός στρατηγός Βισκόντι Πράσκα σε διαταγή του της 21ης Οκτωβρίου 1940 αποκαλύπτει ότι είχε αναθέσει σε ειδικούς αξιωματικούς, συνοδευόμενους από Αλβανούς οδηγούς, να εκτελούν αναγνωρίσεις στην άμεση περιοχή των συνόρων. Περαιτέρω η διαταγή καθόριζε ότι έπρεπε να οργανωθούν ειδικά τμήματα αποτελούμενα ως επί το πλείστον από Αλβανούς, πλαισιούμενους μόνο από Ιταλούς, και επιφορτισμένα με την εξουδετέρωση των μεμονωμένων Ελλήνων σκοπών και με την αποκοπή των τηλεφωνικών γραμμών.
Η προκήρυξη που διάβασε ο πρόεδρος του υπουργικού συμβουλίου Βερλάτσι, στις 28 Οκτωβρίου 1940, αναφέρει μεταξύ άλλων και τα εξής: “…Οι στρατιώτες του ένδοξου Ιταλικού Στρατού, στις τάξεις του οποίου περιλαμβάνονται πολλές μονάδες Αλβανών στρατιωτών…”. Ο Ιταλός ιστορικός Μάριο Τσέρβι γράφει: “Στις ιταλικές μεραρχίες περιλαμβάνονταν επίσης αλβανικά τμήματα (…). Εκπαιδεύτηκαν ακόμα και Αλβανοί, που θα ήθελαν να συμμετάσχουν στις επιχειρήσεις”.
Ο Γερμανός καθηγητής Χ. Ρίχτερ σημειώνει: “…Η συνολική δύναμη του Ιταλικού Στρατού στην Αλβανία δύο ημέρες πριν από την επίθεση ανερχόταν σε 140.000 άνδρες, συμπεριλαμβανομένων (…) και των Αλβανών εθελοντών”. Ο Αμερικανός καθηγητής του πανεπιστημίου Χάρτφοντ, Μπ.Φίσερ, στην ανακοίνωση του κατά το Συνέδριο του ΙΜΧΑ (Ίδρυμα Μελετών της Χερσονήσου του Αίμου), τον Οκτώβριο του 1990, ανέφερε σχετικά τα εξής: “Ο Μουσολίνι είχε δώσει διαταγές να υπάρχουν δύο αλβανικά τάγματα σε κάθε ιταλική μεραρχία, που χρησιμοποιήθηκαν για την εισβολή στην Ελλάδα, και επί πλέον είχαν σχηματιστεί τρία τάγματα Αλβανών μελανοχιτώνων, που είχαν το σύνθημα “Πεθαίνουμε όλοι για τον Ντούτσε”.
Διάφορες μυστικές διαταγές επιχειρήσεων του διοικητή της Μεραρχίας “Τζούλια”, στρατηγού Μάριο Τζιρότι, χρονολογούμενες από τις 21 Οκτωβρίου 1940 και μετά, οι οποίες έπεσαν αργότερα στα χέρια του Ελληνικού Στρατού, αποκαλύπτουν ότι είχε αναθέσει εργασίες σε ειδικούς αξιωματικούς, συνοδευόμενους από ντόπιους Αλβανούς, φέροντες ενδυμασίες χωρικών…Κατά την αρχική προέλαση της Μεραρχίας “Τζούλια” στον τομέα της Πίνδου οι επιτιθέμενοι Ιταλοί χρησιμοποιούσαν Αλβανούς οι οποίοι γνώριζαν ελληνικά και φώναζαν στους Ελληνες στρατιώτες να παραδοθούν, λέγοντας ότι ο αγώνας τους ήταν πλέον μάταιος εφόσον στην Αθήνα είχε γίνει επανάσταση, η κυβέρνηση Μεταξά είχε πέσει, η νέα κυβέρνηση είχε συμμαχήσει με τον Άξονα κ.ά. Στις 2 Νοεμβρίου 1940 τάγμα Αλβανών επιτέθηκε στο Καλπάκι απεγνωσμένα, χωρίς επιτυχία. Αλβανοί αυτόμολοι παρείχαν πληροφορίες στον Ελληνικό Στρατό.
Ο υποστράτηγος Χαράλαμπος Κατσιμήτρος, διοικητής της VIII Μεραρχίας η οποία αντιμετώπισε την κύρια προσπάθεια της ιταλικής επίθεσης, γράφει για τη συμμετοχή αλβανικών δυνάμεων στον τομέα της Μεραρχίας: “Συμμετείχαν τρία τάγματα μελανοχιτώνων (Ι, II, III), δύο αλβανικά τάγματα πεζικού (“Γκράμος” και “Ντρίνος”), αλβανική ορειβατική πυροβολαρχία (“Νταϊτι”), τάγμα Αλβανών εθελοντών και σώματα άτακτων Αλβανών”.
Όπως καταγγέλλει ο υποστράτηγος, κατά τον Οκτώβριο του 1940 ο Αλβανός υπουργός Δικαιοσύνης συγκροτούσε συμμορίες με σκοπό να δράσουν στο ελληνικό έδαφος. Ο αντιστράτηγος Αλέξανδρος Παπάγος, αρχιστράτηγος του Ελληνικού Στρατού κατά τον πόλεμο 1940-41, σημειώνει: “Όλες οι ιταλικές μεραρχίες πεζικού ήταν ενισχυμένες σε πεζικό με τάγματα Αλβανών…”.
Ο Β. Πράσκα στο τμήμα του βιβλίου του “Εξέλιξη των επιχειρήσεων από 28 έως 31 Οκτωβρίου 1940″, ανακεφαλαιώνοντας γράφει για τη συμμετοχή των αλβανικών μονάδων τα εξής: “…Φάλαγγα “Σολίνας” II Τάγμα της 1ης Λεγεώνας Αλβανών εθελοντών. (…) Κεντρική Φάλαγγα και Διοίκηση Μεραρχίας “Φερράρα” Ι Τάγμα Αλβανών Εθελοντών. (…) Παραλιακό Συγκρότημα… Τα τμήματα διαπεραιώθηκαν με την κάτωθι σειρά… 6) Τα τάγματα Αλβανών εθελοντών “Πεσκοσόλιντο” και “Κιαραβάλλε”. (…) “Τα αλβανικά τάγματα εθελοντών, προπορευόμενα του 3ου Συντάγματος Γρεναδιέρων και κινούμενα…”…”Τα τάγματα Αλβανών εθελοντών, επίσης, ήλεγχαν πλήρως την αμαξιτή οδό (Ηγουμενίτσας-Βάρφανης).
Στην επίθεση εναντίον του υψώματος 1289 του Λαπιστέτ, στις 09.30 της 4ης Νοεμβρίου 1940, έλαβε μέρος ένα από τα πιο επίλεκτα τμήματα των Αλβανών, το τάγμα “Τιμόρ”, το οποίο και κατόρθωσε να το καταλάβει. Με άμεση αντεπίθεση των Ελλήνων το τάγμα “Τιμόρ” αναδιπλώθηκε και διασκορπίστηκε στην κοιλάδα με άτακτη φυγή. Υποχρεώθηκαν να επέμβουν οι βερσαλιέροι για να σταματήσουν τους Αλβανούς.
Στην αναφορά που ακολούθησε διαπιστώθηκε ότι από τη δύναμη των 1.200 ανδρών του τάγματος είχαν απομείνει μόνο μερικές εκατοντάδες. Μεταξύ των νεκρών ήταν και ο απαρηγόρητος, όπως γράφει ο Μ. Τσέρβι, διοικητής του Τάγματος. Αλβανικό τάγμα στις 25 Νοεμβρίου 1940 συμμετείχε με τα ιταλικά στρατεύματα στην επίθεση για την κατάληψη του σταυροδρομιού παρά το Δελβινάκι. Οι Αλβανοί αρχικά κατέλαβαν το χωριό αλλά την επόμενη με αντεπίθεση των Ελλήνων αυτό ανακαταλήφθηκε. Το αλβανικό τάγμα είχε απώλειες και αρκετοί άνδρες του συνελήφθησαν αιχμάλωτοι.
Στις 12 Νοεμβρίου αυτομόλησε στις ελληνικές γραμμές λόχος Αλβανών στρατιωτών με τους αξιωματικούς του. Κατά τις πρώτες ημέρες του πολέμου, οπότε οι Ιταλοί είχαν εισχωρήσει στο ελληνικό έδαφος σε μερικούς τομείς, Αλβανοί με μια σημαία τους εισήλθαν στην Κόνιτσα μαζί με τους Ιταλούς, τον Διαμαντή και τον εξωμότη Ματούση. Ο Διαμαντής μάλιστα εκφώνησε λόγο λέγοντας ότι θα απελευθερώσει την Κόνιτσα και θα σχηματίσει την Ομοσπονδία της Πίνδου.
Η απάντηση του Μουσολίνι (22/11) σε επιστολή του Χίτλερ (20/11) αναφέρει μεταξύ των άλλων: Η αποτυχία των Ιταλών οφείλεται και στη λιποταξία των αλβανικών δυνάμεων, οι οποίες στασίασαν εναντίον των Ιταλών…”.
Αποκαλυπτικά είναι τα όσα γράφει στο ημερολόγιο του ο Φερνάντε Κομπιόνε, έφεδρος υπολοχαγός πεζικού της 51ης Ορεινής Μεραρχίας “Σιέννα”: “…Κατά το χρονικό διάστημα από 28 Οκτωβρίου ως 14 Νοεμβρίου 1940, οπότε ιταλικά τμήματα είχαν εισχωρήσει σε περιοχές της Ελλάδας, οι Τσάμηδες υποδέχονταν σε όλα τα χωριά τους Ιταλούς ως ελευθερωτές, με ζητωκραυγές και ενθουσιασμό…”.
Ο Ιταλός ιστορικός Μ. Τσέρβι γράφει: “Όπως αναφέρει ο στρατηγός Β. Πράσκα σε συζήτηση του με τον Πρίκολο (σ.σ. Αρχηγός του Επιτελείου της Αεροπορίας), ένας εθελοντής, πληγωμένος βαριά, πριν ξεψυχήσει αναφώνησε “Είμαι ευχαριστημένος που πεθαίνω για να μπορέσει ο (Αρχηγός του Επιτελείου της Αεροπορίας) να περάσει”.
Κατά τη διάρκεια της ιταλικής εαρινής επίθεσης (Μάρτιος 1941) ο Μουσολίνι επισκεπτόταν διάφορες μονάδες για να τονώσει το ηθικό των ανδρών, στη ζώνη του Δέβολη και στην περιοχή του Βερατίου. Μεταξύ άλλων επισκέφθηκε ομάδες ταγμάτων και εθελοντών Αλβανών, των ιδίων για τους οποίους αρχικά εκείνος και ο Τσιάνο πίστευαν ότι είχαν προκαλέσει τις πρώτες ιταλικές ήττες. Κατά τις συνομιλίες που είχε μαζί τους έμεινε ενθουσιασμένος από το παράστημα και το πολεμικό τους μένος.
Ο Γερμανός συγγραφέας Βίλιμπαλντ Κόλεγκερ, σε βιβλίο του που κυκλοφόρησε το 1942, για τη στάση των Αλβανών κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο 1940-41 γράφει τα εξής: “…Οι Ελληνες αναγκάζονταν να πολεμούν εναντίον Αλβανών συμμοριτών, κατά τη στιγμή που Αλβανοί εθελοντές προσέρχονταν αθρόα στις ιταλικές φάλαγγες. Δεν αγνοούσαν οι απόγονοι του Σκεντέρμπεη ποίοι ήταν οι πραγματικοί φίλοι τους. (…) Αγωνίσθηκαν με επιμονή και γενναιότητα όπου και αν τοποθετήθηκαν. (…). Απειράριθμες υπήρξαν οι περιπτώσεις απονομής τιμητικών διακρίσεων σε Αλβανούς…”.
Ο Μ. Τσέρβι γράφει ότι ο τοποτηρητής Τζακομόνι πληροφορούσε τον βασιλιά της Ιταλίας: “…Εδώ και έναν μήνα οι Αλβανοί είναι εξαιρετικά έμπιστοι και άριστα προσαρμοσμένοι στο περιβάλλον, το φρόνημα τους στέκεται ψηλά, η δε εργατικότητα και η αποδοτικότητα των υπαλλήλων κρίνεται εξαιρετική…”.
Ο Τζακομόνι είχε οργανώσει, όπως γράφει ο Μ. Τσέρβι, “ομάδες Αλβανών για τη διενέργεια δολιοφθορών, που ο ρόλος τους ήταν να εισχωρούν στο ελληνικό έδαφος και να προβαίνουν σε καταστροφή του τηλεφωνικού δικτύου, να καταστρέφουν φυλάκια, να αφοπλίζουν φρουρούς, να προκαλούν ταραχές στα μετόπισθεν, να διενεργούν δολοφονικές απόπειρες εναντίον στρατηγών του εχθρικού στρατοπέδου και να προπαρασκευάζουν και να υποκινούν κινήματα ανάμεσα στη λαϊκή μάζα”. Ο Ιταλικός Στρατός δεν είχε ποτέ την ευκαιρία να επωφεληθεί από τη δραστηριότητα τους.
Ο στρατηγός Μπαντόλιο στα απομνημονεύματα του αναφέρει: “Οι Ελληνες δεν έδειξαν καμμία διάθεση συνεργασίας. Αντίθετα οι Αλβανοί στρατιώτες, που υπό μορφή ταγμάτων συμμετείχαν στις δικές μας μεραρχίες, αποδείχθηκαν άπιστοι και δόλιοι, καθώς επιδόθηκαν σε πράξεις δολιοφθοράς εναντίον μας, ή πέρασαν στις τάξεις των Ελλήνων…”.
Ο στρατηγός Αλ. Εδιπίδης γράφει ότι “Τμήματα αλβανικά, άρτια συγκροτημένα και με ομοιογενή στελέχη (αξιωματικοί και στρατιώτες Αλβανοί) πολέμησαν στις 27 Νοεμβρίου στο Φράσερι προς την Κλεισούρα).
Ο πρεσβευτής Άδωνις Κύρου σημειώνει: “…Όταν, τέλος, εξερράγη ο Ελληνο-Ιταλικός πόλεμος, συμμετέσχον εις αυτόν παρά το πλευρόν των Ιταλών με ενθουσιασμόν και ανθελληνικήν λύσσαν άπειροι Αλβανοί – ενώ ουδείς εξ αυτών εσκέφθη να προσδράμη εις βοήθειαν του νικηφόρου Ελληνικού Στρατού, καίτοι ούτος, συμφώνως προς την ραδιοφωνικήν διακήρυξιν του Ιωάννου Μεταξά, ήρχετο προς αποκατάστασιν της αλβανικής ελευθερίας, ανεξαρτησίας και ακεραιότητας…”.
Όταν ο Ελληνικός Στρατός προήλαυνε εντός του αλβανικού εδάφους, τα περισσότερα σώματα στρατού των Αλβανών είχαν διαλυθεί, ενώ στα πρόσωπα των λιγοστών Αλβανών που εκινούντο στους δρόμους, ανάμεσα στους Ιταλούς, ζωγραφιζόταν άγριος θυμός εναντίον ενός στρατεύματος που το νόμιζαν παντοδύναμο και το έβλεπαν να οπισθοχωρεί μπροστά στις ελληνικές δυνάμεις.
Η Αγγλίδα ιστορικός Μ. Βίκερς τοποθετείται διαφορετικά: “…Η αλβανική κοινή γνώμη αρχικά πανηγύρισε για τον ελληνικό θρίαμβο, η στάση της όμως άλλαξε όταν η Αθήνα άρχισε να φανερώνει τις προθέσεις της να προσαρτήσει τη νότια Αλβανία…”(!!!).
Ενώ υπάρχουν όλα τα παραπάνω περί συμμετοχής των Αλβανών στον πόλεμο, οι Αλβανοί ιστορικοί, διαστρεβλώνοντας την πραγματικότητα, προσπάθησαν μεταπολεμικά να μας πείσουν ότι δεν συμμετείχαν με το μέρος των Ιταλών ή ότι συμμετείχαν λίγα τμήματα δια της βίας.
Συγκεκριμένα οι Αλβανοί ιστορικοί Σ. Πόλο και Α. Πούτο γράφουν σχετικά τα εξής: “Τα δύο αλβανικά τάγματα που στάλθηκαν με τη βία στον πόλεμο του 1940 αρνήθηκαν να πολεμήσουν. Οι Ιταλοί τους έκλεισαν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στην κεντρική Αλβανία. (….) Στην ελληνική κυβέρνηση η πορεία των γεγονότων φαινόταν πως έδινε την ευκαιρία να πραγματοποιήσει τα παλαιά προσαρτιστικά σχέδια τους για τις περιοχές της Κόρτσας (σ.σ. Κορυτσάς) και του Γκιροκάστρ (σ.σ. Αργυρόκαστρου)”.
Σε άλλο σημείο συνεχίζουν: “Το 1940 ήταν μοναδική ευκαιρία να ενωθεί με τον Ελληνικό Στρατό ο Αλβανικός”. Έτσι εξηγείται η κατηγορηματική άρνηση του Ελληνικού Στρατηγείου στην πρόταση των Αλβανών αντιφασιστών πατριωτών να σχηματίσουν δύο τάγματα και να πολεμήσουν με την εθνική τους σημαία στο πλευρό των ελληνικών δυνάμεων εναντίον των Ιταλών εισβολέων!
Στην πραγματικότητα οι Αλβανοί έδειξαν πλήρη δυσπιστία και απροθυμία να συνεργαστούν με τον Ελληνικό Στρατό. Αντιθέτως συνεργάστηκαν με τους Ιταλούς. Ο Ιταλός παρατηρητής Τζακομόνι βεβαίωσε κατηγορηματικά και με συγκεκριμένα στοιχεία, ενώπιον του Ανώτατου Ιταλικού Δικαστηρίου, τα εξής: “Και οι Αλβανοί βοήθησαν παντού και πάντα τον Ιταλικό Στρατό, χωρίς να σημειωθεί πουθενά οποιοδήποτε επεισόδιο.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
(1) Εκδ. ΔΙΣ/ΓΕΣ: Ο ΕΛΛΗΝΟΪΤΑΛΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ 1940-1941, Η ΙΤΑΛΙΚΗ ΕΙΣΒΟΛΗ, Α9ήναι, 1960.
(2) Εκδ. Υπουργείου Εξωτερικών: 1940-1941,ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΑ ΕΓΓΡΑΦΑ, Αθήνα, 1980.
(3) Παπάγου Αλεξ.: Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ 1940-1941, εκδ. "Οι Φίλοι του Βιβλίου", Α9ήναι, 1945.
(4) Κατσιμήτρου Χαρ.: Η ΗΠΕΙΡΟΣ ΠΡΟΜΑΧΟΥΣΑ, εκδ. ΓΕΣ, Μήνα, 1982.
(5) Τσέρβι Μ.: Ο ΕΛΛΗΝΟΪΤΑΛΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ, έκδοση Αlvin Redma Hellas, Α9ήνα, 1987.
(6) Κόρου Αδωνι: ΧΡΟΝΙΚΟΝ 1940-1944.
(7) Κύρου Αλ.: ΟΙ ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΙ ΓΕΙΤΟΝΕΣ ΜΑΣ, Α9ήναι, 1962.
(8) Σιωμοπούλου Στυλ.: Η ΙΤΑΛΙΚΗ ΜΕΡΑΡΧΙΑ "TΖΟΥΛΙΑ" ΣΤΗΝ ΠΙΝΔΟ, Ηπειρωτική Εστία, 1994.
(9) Τριαντάφυλλου Κ.: ΤΑ ΑΠΟΡΡΗΤΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ 1940-41, Πάτρα, 1981.
(10) Τσιρπανλή Ζαχ.: ΠΩΣ ΕΙΔΑΝ OI ΙΤΑΛΟΙ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΤΟΥ 1940-41, Αθήνα, 1974.
(11) Ζαούση Αλεξ.: OI ΔΥΟ ΟΧΘΕΣ 1939-1945, εκδ. Παπαζήση, 1987.
(12) Richter Heinz: Η ΙΤΑΛΟ-ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΕΠΙΘΕΣΗ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, Γκοβόστης, 1998.
(13) Μιχαλοπούλου Δημ.: ΣΧΕΣΕΙΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΚΑΙ ΑΛΒΑΝΙΑΣ 1923-1928.
(14) Πράσκα Βισκόντι: ΕΓΩ ΕΙΣΕΒΑΛΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ, Γκοβόστης, 1999.
(15) Vickers Miranda: ΟΙ ΑΛΒΑΝΟΙ, εκδ. Οδυσσέας, 1997.
(16) ΡοΙΙο S. - Ρυtο Α.: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΛΒΑΝΙΑΣ, εκδ. Ομάδα.
(17) Νικολάου Χαρ.: ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ -ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ ΚΑΙ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ, εκδ. Φλώρου, 1996.
(18) Ημερήσιος Τύπος της εποχής.
(Στην πρώτη φωτογραφία ο "Βασιλιάς" της Αλβανίας Ζώγου)
http://greeknation.blogspot.gr/2017/08/28-1940.html
30 Οκτωβρίου, 2016
ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΟ 1940 !
Τὴν Πατρίδα μας πόσες φορὲς τὴν βοήθησε.
Ἀπό τό βιβλίο: «ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ» Ἔκδοση 33η Ἱερὰ Μονὴ Παρακλήτου – Ὠρωπὸς Ἀττικῆς.
Παραθέτομε ἕνα γεγονὸς ἀπὸ τὸν πόλεμο τοῦ ’40.
Ὁ Ν. Ντραμουντανὸς διηγεῖται μία θαυμαστὴ ἐμπειρία του.
«Ὁ λόχος μας πῆρε διαταγὴ νὰ καταλάβει ἕνα προχωρημένο ὕψωμα γιὰ προγεφύρωμα.
Στήσαμε ταμπούρι μέσα στὰ βράχια.
Μόλις τακτοποιηθήκαμε, ἄρχισε νὰ πέφτει πυκνὸ χιόνι.
Ἔπεφτε ἀδιάκοπα δύο μερόνυχτα κι ἔφτασε σὲ πολλὰ μέρη τὰ δύο μέτρα.
Ἀποκλειστήκαμε ἀπὸ τὴν ἐπιμελητεία.
Καθένας εἶχε τροφὲς στὸ σακκίδιό του γιὰ μία ἡμέρα.
Ἀπὸ τὴν πεῖνα καὶ τὸ κρύο δὲν λάβαμε πρόνοια «διὰ τὴν αὔριον» καὶ τὶς καταβροχθίσαμε.
Ἀπὸ κεῖ καὶ πέρα ἄρχισε τὸ μαρτύριο.
Τὴ δίψα μας τὴ σβήναμε μὲ τὸ χιόνι, ἀλλὰ ἡ πεῖνα μᾶς θέριζε.
Περάσαμε ἔτσι πέντε μερόνυχτα. Σκελετωθήκαμε.
Τὸ ἠθικό μας τὸ διατηρούσαμε ἀκμαῖο, ἀλλὰ ἡ φύση ἔχει καὶ τὰ ὅριά της. Μερικοὶ ὑπέκυψαν.
Τὸ ἴδιο τέλος περιμέναμε ὅλοι «ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος».
Τότε μία ἔμπνευση τοῦ λοχαγοῦ μας ἔκανε τὸ θαῦμα!
Ἔβγαλε ἀπ’ τὸν κόρφο του μία χάρτινη εἰκόνα τῆς Παναγίας, τὴν ἔστησε στὸ ψήλωμα καὶ μᾶς κάλεσε γύρω του: …
— Παλληκάρια μου! εἶπε, Στὴν κρίσιμη αὐτὴ περίσταση ἕνα θαῦμα μόνο μπορεῖ νὰ μᾶς σώσει. Γονατίστε, παρακαλέστε τὴν Παναγία, τὴ μητέρα τοῦ Θεανθρώπου, νὰ μᾶς βοηθήσει!
Πέσαμε στὰ γόνατα, ὑψώσαμε τὰ χέρια, παρακαλέσαμε θερμά.
Δὲν προλάβαμε νὰ σηκωθοῦμε κι ἀκούσαμε κουδούνια. Παραξενευτήκαμε καὶ πιάσαμε τὰ ὅπλα. Πήραμε θέση «ἐπὶ σκοπόν».
Δὲν πέρασε ἕνα λεπτὸ καὶ βλέπουμε ἕνα πελώριο μουλάρι νὰ πλησιάζει κατάφορτο. Ἀνασκιρτήσαμε! Ζῷο χωρὶς ὁδηγὸ νὰ περνᾶ τὸ βουνό, μ’ ἕνα μέτρο χιόνι — τὸ λιγώτερο — ἦταν ἐντελῶς ἀφύσικο.
Καταλάβαμε: Τὸ ὁδηγοῦσε ἡ Κυρία Θεοτόκος.
Τὴν εὐχαριστήσαμε ὅλοι μαζὶ ψάλλοντας σιγανά, μὰ ὁλόκαρδα, τὸ «Τῇ ὑπερμάχῳ» καὶ ἄλλους ὕμνους της.
Τὸ ζῷο εἶχε πάνω του μία ὁλόκληρη ἐπιμελητεία ἀπὸ τρόφιμα: κουραμάνες, τυριά, κονσέρβες, κονιὰκ καὶ ἄλλα.
Πολλὲς κι ἀπίστευτες κακουχίες πέρασα στὸν πόλεμο. Ἀλλ’ αὐτὴ μοῦ μένει ἀξέχαστη, γιατί δὲν εἶχε διέξοδο.
Τὴν ἔδωσε ὅμως ἡ Παναγία».
http://orthodoxostypos.gr/
27 Οκτωβρίου, 2016
Η επίδοση του Ιταλικού τελεσιγράφου τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου 1940
«Εν τω μεταξύ από κοινού μετά των γραμματέων και των στρατιωτικών ακολούθων ελήφθησαν όλα τα αναγκαία μέτρα δια την εκτέλεσιν του θλιβερού καθήκοντος που είχεν ανατεθή εις την πρεσβείαν, καθώς και δια την προστασίαν των συμφερόντων της ιταλικής παροικίας των Αθηνών και του Πειραιώς. Απεδώσαμεν ιδιαιτέραν προσοχήν εις το να ληφθούν όλαι αι προφυλάξεις. Είναι πάντως εύκολον να φαντασθή τις, τι επερίμενε την πρεσβείαν αν παρείχεν έστω και την μικροτέραν λαβήν να κατηγορηθή ότι είχεν αφήσει να διαφύγη το μυστικόν.
Δεδομένου ότι ο στρατηγός Μεταξάς διέμενεν εις την Κηφισσίαν, εν προάστειον παραθερισμού εις απόστασιν δεκαπέντε περίπου χιλιομέτρων από του κέντρου των Αθηνών, απεφασίσαμεν, δια να αποφύγωμεν να κινήσωμεν την προσοχήν, πράγμα όπερ θα συνέβαινεν ίσως αν εθεάτο εις τοιαύτην ώραν το αυτοκίνητον της πρεσβείας, να επιχειρήσωμεν την διαδρομήν με το ολιγότερον θεαματικόν αυτοκίνητον του στρατιωτικού ακολούθου, ο οποίος μάλιστα θα το διηύθυνεν ο ίδιος. Συμπερελάβομεν μόνον τον διερμηνέα δια να συνεννοηθή με τον σκοπόν.
Την ωρισμένην ώραν, εις τας τρείς παρά δέκα, ευρισκόμεθα έξω από την είσοδον της μικράς επαύλεως εις την οποίαν διέμενεν ο Μεταξάς. Ο διερμηνεύς ανέφερεν εις τον σκοπόν ότι ο Πρεσβευτής της Ιταλίας ήθελε να κάμη εις τον Πρόεδρον της Κυβερνήσεως επείγουσαν ανακοίνωσιν. Ο χωροφύλαξ ήρχισε να κτυπά ένα ηλεκτρικό κουδούνι. Ουδείς όμως ήκουε. Επεριμέναμεν και οι τρείς μας ολίγα λεπτά της ώρας, άτινα μας εφαίνοντο ατελείωτα, με την καρδίαν σφιγμένην εις την σκέψιν, ότι το καθήκον μας καθίστα συνενόχους μιας τιαύτης ατιμίας.
Εις το τέλος ο ίδιος ο Μεταξάς ενεφανίσθη εις μίαν μικράν θύραν της υπηρεσίας, με αναγνώρισε και διάταξε να μου επιτραπή η είσοδος. Οι δύο συνοδοί μου παρέμειναν εις τον δρόμον. Ο Μεταξάς ήτο ενδεδυμένος δια νυκτερινού επενδύτου μέσα από τον οποίον εφαίνετο το κολλάρο ενός βαμβακερού νυκτικού. Μου έσφιξε την χείρα και με ωδήγησεν εις μικράν αίθουσαν υποδοχής, ήτις θα ηδύνατο να υπάρχη εις την οικίαν οιασδήποτε οικογενείας μικροαστού. Μόλις εκαθήσαμεν του είπον ότι η κυβέρνησίς μου με είχεν επιφορτίσει να τω επιδώσω μίαν επείγουσαν ανακοίνωσιν, χωρίς να προσθέσω τίποτε άλλο, και του έδωσα το έγγραφον. Ο Μεταξάς ήρχισε να το αναγιγνώσκη. Αι χείρες του κατά την ανάγνωσιν του κειμένου έτρεμον ελαφρά και δια μέσου των διοπτρών του είδα τους οφθαλμούς του δακρύζοντας, όπως συνέβαινεν όταν ευρίσκετο υπό το κράτος συγκινήσεως.
Ο Έλλην Πρωθυπουργός όταν ετελείωσε την ανάγνωσιν του κειμένου, με προσέβλεψε και με φωνήν συγκεκινημένην, αλλά σταθεράν μου είπεν:
-ώστε έχομεν πόλεμον! (alors c'est la guerre!)
-εδόθη η απάντησις ότι τούτο δεν ήτο απαραίτητον και ότι η Ιταλική Κυβέρνησις ήλπιζεν, ότι η Ελληνική θα εδέχετο την αξίωσίν της και θα άφινε τα Ιταλικά στρατεύματα να διέλθουν δια να καταλάβουν τα στρατηγικά σημεία της χώρας.
-και που είναι τα στρατηγικά σημεία, περί των οποίων ομιλεί η διακοίνωσις? ηρώτησεν ο Έλλην Πρωθυπουργός.
-δεν δύναμαι να σας είπω Εξοχώτατε. Η Κυβέρνησίς μου δεν με επληροφόρησε.
-εκείνο το οποίον γνωρίζω είναι ότι το τελεσίγραφον εκπνέει την 6ην ώραν.
-εν τοιαύτη περιπτώσει η διακοίνωσις αύτη αποτελεί κήρυξιν πολέμου της Ιταλίας κατά της Ελλάδος.
-όχι Εξοχώτατε, είναι τελεσίγραφον.
-είναι ισοδύναμον προς κήρυξιν πολέμου.
-αλλά θα παράσχετε βέβαια τας ευκολίας τας οποίας ζητεί η κυβέρνησίς μου.
-«ΟΧΙ» απάντησεν ο Έλλην Πρωθυπουργός. Δεν δύναται ουδέ λόγος καν να γίνη περί ελευθέρας διελεύσεως. Ακόμη όμως, εξηκολούθησεν, και αν υπετίθετο ότι έδιδα μίαν τοιαύτην διαταγήν – διαταγήν την οποίαν δεν είμαι διατεθειμένος να δώσω, είναι τώρα τρείς το πρωί. Πρέπει να ετοιμασθώ να κατέβω εις τας Αθήνας, να εξυπνήσω τον βασιλέα, να καλέσω τον υπουργόν των Στρατιωτικών και τον Αρχηγόν του Γενικού Επιτελείου, να θέσω εις κίνησιν όλας τας στρατιωτικάς τηλεγραφικάς υπηρεσίας, ούτως ώστε μία τοιαύτη απόφασις να καταστή δυνατόν να γίνη γνωστή εις τα πλέον προκεχωρημένα τμήματά μας εις τα σύνορα. Όλα αυτά είναι πρακτικά αδύνατα.
Η Ιταλία η οποία δεν μας παρέχει καν την δυνατότητα να εκλέξωμεν μεταξύ πολέμου και ειρήνης, κυρήσσει ουσιαστικώς τον πόλεμον εναντίον της Ελλάδος. Έπειτα, εγειρόμενος και υποδεικνύων εις τον Ιταλόν Πρεσβευτήν ότι η συνομιλία των είχε τελειώσει, προσέθεσεν, «πολύ καλά λοπόν έχομεν πόλεμον».
Την στιγμήν εκείνην εμίσησα το επάγγελμά μου, το οποίον μοι επέβαλε ένα τόσον θλιβερόν και ταπεινωτικόν καθήκον. Υπεκλίθην με βαθύτατον σεβασμόν πρό του υπερηφάνου γέροντος, ο οποίος δεν εδίστασεν ουδ’ επί στιγμήν να εκλέξη δια την Πατρίδα του την οδόν της θυσίας αντί της ατιμώσεως και απεχώρησα.
http://www.istorikathemata.com/2016/









