Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ψυχη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ψυχη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

25 Σεπτεμβρίου, 2026

Τι συμβαίνει στην ψυχή όταν το σώμα θάβεται;

Μετά τον θάνατο του ανθρώπου η ψυχή που ζωογονούσε το σώμα αποχωρίζεται απ’ αυτό. Κατά τον Μ. Αθανάσιο η ψυχή είναι αυθυπόστατος και αυτοκίνητη, δηλαδή και μετά το χωρισμό της από το σώμα εξακολουθεί να ζει και να κινείται.
Η ψυχή δεν πεθαίνει αλλά το σώμα, όταν αναχωρήσει η ψυχή απ’ αυτό. Η ψυχή είναι η πνοή του Θεού μέσα μας, γι’ αυτό και είναι αθάνατη. Είναι το πνευματικό δημιούργημα, ενώ το σώμα το υλικό δημιούργημα.

Μόλις η ψυχή βγει από το σώμα του ανθρώπου με το γεγονός του θανάτου ζει αμέσως μια συνειδητή νέα φάση ζωής που συνδέεται με την προηγούμενη ζωή της. Αυτό το βεβαιώνουν αγιογραφικές μαρτυρίες. Ο Κύριος είπε στον ληστή που τον παρακάλεσε «μνήσθητί μου Κύριε όταν έλθης εν τη βασιλεία σου» ότι «Αμήν λέγω σοι, σήμερον μετ’ εμού έση εν τω παραδείσω». Με το «σήμερον», ο Κύριος, προσδιόριζε άμεση συνέχιση της ζωής της ψυχής του ληστή, χωρίς να μεσολαβήσει κανένα διάστη­μα, είτε υπνώσεως, είτε μετάβασης σε κατάσταση ασυνείδητης υπάρξεως. Στη Μεταμόρφωση του Κυρίου βλέπουμε να εμφανίζονται οι δύο Προφήτες Μωυσής και Ηλίας. Στην Παραβολή του πλουσίου και του Λαζάρου οι ψυχές ζουν μετά τον θάνατο υπό διαφορετικές συνθήκες.
Ο Απόστολος Πέτρος αναφέρει ότι ο Κύριος κατά την διάρκεια της τριήμερης Ταφής Του κατέβηκε στον Άδη και κήρυξε στις ζωντανές ψυχές των κοιμηθέντων ευσεβών ανθρώπων.
Οι ψυχές αυτές ζούσαν και άκουσαν το κήρυγμά του και όπως λένε οι Πατέρες, όσες πίστεψαν στον Χριστό σώθηκαν.


Το ότι η ψυχή πηγαίνει κάπου αλλού όπου και παραμένει το βλέπουμε στις διηγήσεις Αναστάσεως ορισμένων νεκρών. Στην Π. Διαθήκη όταν ο Προφήτης Ηλίας προσευχήθηκε μπροστά στο νεκρό σώμα του παιδιού της χήρας της Σιδώνος επέστρεψε η ψυχή του στο σώμα και ζωοποιήθηκε. Άρα η ψυχή που ήταν κάπου αλλού, άκουσε τον Προφήτη και ξαναγύρισε στο νεκρό σώμα.
Πού πηγαίνουν όμως οι ψυχές στο διάστημα που μεσολαβεί από το θάνατο μέχρι την Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου;

Πρέπει να γνωρίζουμε ότι η απάντηση στο ερώτημα, όπως λέει ο Μέγας Αθανάσιος είναι «ξένον και φοβερόν και παρά ανθρώποις αποκεκρυμμένον μυστήριον». Είναι δηλαδή μυστήριο το πού πηγαίνουν οι ψυχές. Με βάση την Αγία Γραφή και την Πατερική μας Παρά­δοση, ας ψάξουμε τον δρόμο που ακολουθούν οι ψυχές μετά τον θάνατο του σώμα­τος.
Η Αγία Γραφή αναφέρει τον Άδη, ένα τόπο που βρίσκονται οι ψυχές των αμαρτωλών. Είναι τόπος που επικρατεί σκοτάδι. Βέβαια η Αγ. Γραφή κάνει λόγο και για τον Παράδεισο, τόπο παραμονής των δικαίων μετά την Δευτέρα Παρου­σία. Ο Μ. Αθανάσιος, μας λέει: «Των αμαρτωλών οι ψυχές βρίσκονται στον Άδη, των δε δικαίων κοντά στον Θεό και μετά την Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου, θα βρίσκονται στον Παράδεισο». Και ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος μας πληροφορεί ότι «με τον θάνατο, οι ψυχές οδηγούνται σε κάποιον χώρο». Ποιός άραγε να είναι αυτός ο χώρος; Η έννοια του χώρου είναι εγκόσμια. Ο Θεός όμως είναι αχώρητος. Οι ψυχές όμως δεν έχουν σχήμα και δεν καταλαμβάνουν χώρο. Στην παραβολή του πλουσίου και του Λαζάρου ο ίδιος ο Κύριός μας λέ­ει, ότι η ψυχή του πτωχού Λαζάρου βρισκόταν στους κόλπους του Αβραάμ. Αυτό είναι μία ανθρωποπαθής έκφραση, δηλαδή οι ψυχές βρίσκονταν σ’ έναν καλό τόπο. Ο ιερός Χρυσόστομος λέ­ει, ότι οι ψυχές «είναι εκεί που βρίσκεται ο μόνος αιώνιος και μόνος αθάνατος, ο ποιητής των ψυχών και των σω­μάτων, εκεί που είναι ο Θεός» και περιμένουν την φοβερή ημέρα της Δευτέρας Παρουσίας. Ο φιλόσοφος και μάρτυρας Ιουστίνος λέει ότι οι ψυχές των ευσεβών παραμένουν σε καλύτερο τόπο, οι δε ψυχές των αμαρτωλών σε κάποιο χειρότερο τόπο αναμένοντας τον χρόνο της ελεύσεως του Χριστού. Ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης μάς συμβουλεύει: «Τον Άδη μη φοβηθείς ως ένα τόπο, αλλά ως κατά­σταση ζωής ασωμάτου», δηλαδή ζωής χωρίς συγκε­κριμένο σχήμα. Αυτή η κατάσταση αναμονής ονομάζεται μέση κατάσταση των ψυχών.

Μέση κατάσταση
Ας δούμε μερικά χαρακτηριστικά της μέ­σης καταστάσεως. Μετά το θάνατο γίνεται η μερική κρίση. Στη παραβολή του πλουσίου και του Λαζάρου γίνεται λόγος ότι μόλις πέθαναν κρίθηκαν και τοποθετήθηκαν στο κατάλληλο τόπο. Ο μεν πλούσιος στη γέενα του πυρός και απέναντί του ο πτωχός Λάζαρος μέσα στους κόλπους του Αβραάμ. Η κρίση αυτή είναι προσωρινή και αναμένεται η μεγάλη και οριστική κατά την Δευτέρα Παρουσία όταν θα αναστηθούν τα σώματα και θα ενωθούν με τις ψυχές και θα εμφανιστούν μπροστά στον Κριτή. Στην μερική κρίση κρίνεται μόνο η ψυχή και όχι το σώμα που έχει παραδοθεί στη φθορά. Η προσωρινή λοιπόν κρίση είναι το πρώτο χαρακτηριστικό της μέσης καταστάσεως.

Δεύτερο χαρακτηριστικό της μέσης καταστάσεως είναι μία κατάσταση αναμονής. Οι ψυχές αναμένουν την τελική κρίση, μπορούν όμως, όπως λένε οι Πατέρες της Εκκλησίας, να καλυτερεύσουν την θέση τους κατά το μέγα έλεος του Κυρίου και υπό ορισμέ­νες προϋποθέσεις. Θα πει κάποιος. Μα «εν τω Άδη ουκ έστι μετάνοια». Πώς λοι­πόν τώρα είναι δυνατόν να περιμένουν, οι ψυχές κάποια βελτίωση της θέσεώς τους; Κατ’ αρχήν πρέπει να πούμε ότι όλοι πιστεύουμε στο μέγα Έλεος του Θεού. Ο Θεός είναι πολυεύσπλαχνος, φιλάνθρωπος και πολυέλαιος, δεν περιορίζεται από κανέναν και από τίποτε.
Η Αγία μας Ορθόδοξη Εκκλησία με μία σειρά σοβαρών Αγιογραφικών συλλογισμών, καταλήγει στο συμπέρασμα, ότι δικαιούται να απευθύνει για τους κοιμηθέντες πιστούς δεή­σεις προς τον Θεό και μνημόσυνα. Αυτά έχουν αποτελεσματικότητα, μόνο σε εκείνες τις περιπτώσεις όπου οι άνθρω­ποι πίστευαν στον Χριστό, αλλά για λόγους ανεξάρτητους της θελήσεώς τους, είτε δεν πρόλαβαν να εξομολογηθούν τις αμαρτίες τους, ενώ θα το ήθελαν, είτε δεν τους δόθηκε η ευκαιρία να εκδηλώσουν την μετάνοιά τους, προσερχόμενοι στο μυστήριο της μετανοίας και εξομολογήσεως.
Οι Δογματικοί θεολόγοι της Εκκλησίας μας ισχυρίζονται ότι οι αμετανόητες ψυχές, σε τίποτε δεν ωφελούνται από τις δεήσεις και τις προσευχές της Εκκλησίας μας. Ο Καθηγητής κ. Ανδρέας Θεοδώ­ρου γράφει: «Δεν μπορούν οι δεήσεις και τα μνημόσυνα που γίνονται, να σώσουν την αμετανόητη ψυχή, η οποία στην μέση κατάστα­ση, βρίσκεται στον προθάλαμο της κολάσεως και βασανίζεται στο μέτρο της κρίσεως που της επέβαλλε ο Θεός».
Όμως ποιός άνθρωπος μπορεί με βεβαιότητα να αποφανθεί για κάποιον συνάνθρωπό του, ότι ήταν άπιστος, ή έφυγε αμετανόητος. Μόνον ο Θεός γνωρίζει τα εσωτερικά της ψυχής του καθενός. Μόνον Εκείνος ξέρει αν κάποιος είναι συ­νειδητός άπιστος, ή άθεος. Πολλές φορές πέφτουμε έξω. Γι’ αυτό λοι­πόν η Εκκλησία μας και διότι δεν γνωρίζουμε τα ενδότερα της ψυχής κάθε ανθρώπου, αλλά και διότι είναι μητέρα φιλεύσπλαχνη, η οποία ενδιαφέρεται για τα παιδιά της, προσεύχεται και κάνει μνημόσυ­να σε όλους τους κεκοιμημένους, εμπιστευόμενη στα χέρια του Θεού την εξέλιξη κάθε ανθρώπου.
Το τρίτο χαρακτηριστικό της μέσης καταστάσεως είναι ότι αποτελεί πρόγευση, είτε αμοιβής, είτε κολάσεως. Δηλαδή η μερική κρίση που γίνεται μετά τον θάνατό μας, δίνει στις ψυχές την δυνατότητα να προγεύονται, είτε την χαρά της αμοιβής που θα λά­βουν κατά την Δευτέρα Παρουσία, είτε την λύπη της τιμωρίας την οποία περιμένουν.
Ο Μέγας Αθανάσιος μάς διαβεβαιώνει, ότι οι Δίκαιοι άνθρωποι, μετά τον θάνατό τους, δοκιμάζουν «μερική απόλαυση», οι δε αμαρτωλοί «μερική κόλα­ση». Ο βασιλιάς λέει, προσκαλεί κάποιον σε ένα δείπνο και του λέει, την τάδε βραδιά σε περιμένω να έλθεις στα ανάκτορα όπου θα σου παραθέσω ένα δείπνο. Ο άνθρωπος που έλαβε την πρόσκληση, αισθάνεται μία εσωτερική χαρά, μία ικανοποίηση. Περιμένει πότε θα πάει εκεί και να νιώσει αυτή την δόξα και την τιμή να παρακάθεται στο ίδιο τραπέζι με τον βασιλιά. Αυτή είναι η μία πε­ρίπτωση, όπου γίνεται πρόγευση της χαράς.
Από την άλλη μεριά, έκανες κάτι κακό και σε συ­νέλαβαν και πρόκειται να δικαστείς. Σε φυλακίζουν Κάι σου λένε πως πρέπει να περιμένεις για να έρθει ο δικαστής. Αυτό το διάστημα που περιμένεις αι­σθάνεσαι μία λύπη– προγεύεσαι δηλαδή το κακό που έρχεται. Η πρόγευση αυτή ποικίλλει κατά περίπτωση. Ο Μέγας Βασίλειος λέει «Η απόλαυση των Δικαίων θα έχει διάφορα σκαλοπάτια, θα είναι σε διάφορα επίπεδα, άλλους δηλαδή ο Θεός θα τους τιμήσει πο­λύ και άλλους λιγότερο».
Οι ψυχές των Δικαίων —μας λέει ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος— σκέπτονται και προγεύονται την μακαριότητα. Ο Άγιος Ιουστίνος, ο φιλόσοφος και μάρτυρας, λέει «οι ψυχές των Δι­καίων μένουν σ’ ένα καλύτερο μέρος, ενώ οι ψυχές των αμαρτωλών μένουν σ’ ένα χειρότερο μέρος, εν αναμονή της μεγίστης κρίσεως, η οποία πρόκειται να επακολουθήσει.
https://newsthessaloniki.gr/ti-symvainei-stin-psychi-otan-to-soma-thavetai-4/

17 Δεκεμβρίου, 2025

Ορθόδοξος Χριστιανισμός και Ψυχική Υγεία 4o

 1.2. Η έννοια της ψυχής στον ορθόδοξο χριστιανισμό 

Ο όρος «ψυχή» έχει πολύ σημαντική θέση στον ορθόδοξο χριστιανισμό. Σύμφωνα με τον Μπαμπινιώτη, ψυχή είναι η άυλη πνευματική φύση του ανθρώπου που επιβιώνει μετά τον θάνατο, αναμένοντας την επανένωση με το σώμα μετά την ανάσταση των νεκρών 15 . 

Η ψυχή δεν είναι ένα «μέρος» όπου μαζί με το σώμα συναποτελεί το ανθρώπινο ον, αλλά δηλώνει ολόκληρο τον άνθρωπο εμψυχωμένο από πνεύμα ζωής. Η ψυχή εκφράζεται με το σώμα και δεν κατοικεί απλά σε αυτό, σάρκα και ψυχή μαζί δηλώνουν τον άνθρωπο και η ψυχή, λόγω της σχέσης που έχει με το Πνεύμα, δηλώνει την πνευματική του προέλευση16 . Η ψυχή δεν είναι η αιτία της ζωής, αλλά είναι κυρίως ο φορέας της ζωής 17 . Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός λέει ότι η ψυχή είναι ζώσα, απλή, ασώματη, αόρατη στους σωματικούς οφθαλμούς, λογική και νοερά, ασχημάτιστη, ενώ  χρησιμοποιεί ως όργανο το σώμα και του δίνει ζωή, αυτεξούσια, θελητική και ενεργητική, τρεπτή δηλαδή εθελότρεπτη, κτιστή «Ψυχή τοίνυν εστίν ουσία ζώσα απλή, ασώματος, σωματικοίς οφθαλμοίς κατ οἰκείαν φύσιν αόρατος, λογική τε και νοερά, ασχημάτιστος, οργανικώ κεχρημένη σώματι και τούτω ζωής αυξήσεώς τε και αισθήσεως και γεννήσεως παρεκτική, ουχ έτερον έχουσα παρ ἑαυτήν τον νουν, αλλά μέρος αυτής το καθαρώτατον (ώσπερ γαρ οφθαλμός εν σώματι, ούτως εν ψυχή νους), αυτεξούσιος, θελητική τε και ενεργητική, τρεπτή ήτοι εθελότρεπτος, ότι και κτιστή, πάντα ταύτα κατά φύσιν εκ της του δημιουργήσαντος αυτήν χάριτος ειληφυία, εξ ης και το είναι και το φύσει ούτως είναι ειληφέν»18 . 

Στην Παλαιά Διαθήκη η λέξη «ψυχή» συναντάται επτακόσιες πενήντα τέσσερις φορές και αποδίδεται με τον εβραϊκό όρο nephesch που δηλώνει την ύπαρξη. Στη Γένεση 2:7 αναφέρεται καὶ ἔπλασεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον, χοῦν ἀπὸ τῆς γῆς, καὶ ἐνεφύσησεν εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ πνοὴν ζωῆς, καὶ ἐγένετο ὁ ἄνθρωπος εἰς ψυχὴν ζῶσαν, όπου φαίνεται ότι η ψυχή έχει μια ολιστική ύπαρξη. Η ψυχή αναφέρεται επίσης με την αρχέγονη σημασία της σε σαράντα τρία χωρία των Ψαλμών, όπου εμφανίζεται ως το ζωοποιό μέρος του ανθρώπου.

Στην Καινή Διαθήκη, η σωτηρία της ψυχής σημαίνει μετοχή στην αιώνια ζωή. Η ψυχή ως ζωή χρησιμοποιείται από τον Κύριο και τους αγίους Αποστόλους. Ο Κύριος, όταν περιέγραφε τον Εαυτό Του ως καλό ποιμένα λέει «ἐγώ εἰμι ὁ ποιμὴν ὁ καλός. ὁ ποιμὴν ὁ καλὸς τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τίθησιν ὑπὲρ τῶν προβάτων» (Ιω.ι΄11). Ο άγγελος Κυρίου λέει στον Ιωσήφ «Ἐγερθεὶς παράλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ καὶ πορεύου εἰς γῆν Ἰσραήλ, τεθνήκασιν γὰρ οἱ ζητοῦντες τὴν ψυχὴν τοῦ παιδίου» (Ματθ.β΄20). Η ψυχή χρησιμοποιείται ακόμα για να δηλώσει το πνευματικό στοιχείο της ύπαρξης μας. Είπε ο Κύριος στους Μαθητές Του «καὶ μὴ φοβηθῆτε ἀπὸ τῶν ἀποκτεινόντων τὸ σῶμα, τὴν δὲ ψυχὴν μὴ δυνάμενων ἀποκτεῖναι· φοβεῖσθε δὲ μᾶλλον τὸν δυνάμενον καὶ ψυχὴν καὶ σῶμα ἀπολέσαι ἐν γεέννῃ» (Ματθ. ι΄28). Επίσης η ψυχή χρησιμοποιείται για να δηλώσει τον όλο άνθρωπο «Πᾶσα ψυχὴ ἐξουσίαις ὑπερεχούσαις ὑποτασσέσθω» (Ρωμ, ιγ΄,1)19. 

Οι Πατέρες της Εκκλησίας παρουσιάζουν την ανθρώπινη ύπαρξη άλλοτε ως τρισύνθετη, με νου, ψυχή και σώμα, και άλλοτε συναποτελούμενη μόνο από ψυχή και σώμα 20 .  Ως προς την δημιουργία της η ψυχή είναι κτιστή, καθώς δημιουργήθηκε από τον Θεό. Από την Γένεσις έχουμε το χωρίο «καὶ ἔπλασεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον, χοῦν ἀπὸ τῆς γῆς, καὶ ἐνεφύσησεν εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ πνοὴν ζωῆς, καὶ ἐγένετο ὁ ἄνθρωπος εἰς ψυχὴν ζῶσαν» (Γεν, β΄7) που περιγράφει την δημιουργία της ψυχής του ανθρώπου. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέει ερμηνεύοντας το παραπάνω χωρίο ότι η περιγραφή του τρόπου με τον οποίο ο Θεός έπλασε το σώμα και το έκανε εις ψυχήν ζώσα περιγράφεται με αυτό τον απλό τρόπο για να καλύψει την δική μας αδυναμία να κατανοήσουμε το Μεγαλείο Του. Το εμφύσημα του Θεού ήταν ενέργεια του Αγίου Πνεύματος 21 . Ο άνθρωπος είναι πλασμένος κατ΄εικόνα Θεού. Το κατ΄εικόνα αναφέρεται κυρίως στην ψυχή. Γενικά μπορούμε να πούμε ότι η ψυχή είναι κατ΄εικόνα Θεού. ¨όπως ο Θεός είναι Τριαδικός, Νους, Λόγος, και Πνεύμα, έτσι και η ψυχή του ανθρώπου έχει τρεις δυνάμεις, νου, λόγο και πνεύμα22 . Αναφορικά με την διαίρεση της ψυχής, ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός λέει ότι η ψυχή είναι λογική και νοερά. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς αναφέρει ότι η ψυχή είναι κατ΄εικόνα της Αγίας Τριάδας και γράφει ότι η Αγία Τριάς είναι Νους, Λόγος και Πνεύμα και κατ αντιστοιχία η ψυχή είναι «νοερά, λογική τε και πνευματική». Με τον λόγο μνημονεύουμε συνεχώς το όνομα του Χριστού, με τον νου ατενίζουμε τον Θεό αρεμβάστως και με το πνεύμα διακατεχόμαστε από κατάνυξη, ταπείνωση και αγάπη23 . Η ενιαία ύπαρξη του ανθρώπου αποτελείται από σώμα και ψυχή. Κάθε στοιχείο μόνο του δεν μπορεί να αποτελεί τον άνθρωπο. Οι άγιοι Πατέρες, σε αντίθεση με τους αρχαίους φιλοσόφους που πίστευαν ότι η ψυχή βρίσκεται σε συγκεκριμένο σημείο του σώματος, διδάσκουν ότι η ψυχή είναι πανταχού του σώματος. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς λέει ότι οι άγγελοι και η ψυχή που είναι ασώματα όντα, «ουκ εν τόπω εστίν, αλλ΄ουχί και πανταχού εστίν». Επίσης λέει ότι η καρδιά του ανθρώπου είναι το ηγεμονικό όργανο της Χάριτος καθώς εκεί βρίσκεται ο νους και όλοι οι λογισμοί της ψυχής. Την διδασκαλία αυτή την στηρίζει στον ίδιο τον Χριστό «εκ της καρδίας εξέρχονται διαλογισμοί…» (Ματθ. ιε΄, 19). Συνοψίζοντας αναφορικά με την συνάφεια της ψυχής με  το σώμα θα λέγαμε ότι σύμφωνα με την διδασκαλία των αγίων Πατέρων, η ψυχή χρησιμοποιεί ως όργανο την καρδιά και διευθύνει το σώμα24 .

-18-


11 Δεκεμβρίου, 2024

''ΗΓΑΛΛΛΙΑΣΕ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΜΟΥ ΕΠΙ .....ΤΩ ΣΩΤΗΡΙ ΜΟΥ''

 Mεγαλύνει ἡ ψυχή μου τὸν Κύριον», εἶπε ἡ Παναγία Θεοτόκος καὶ πρόσθεσε: «Καὶ ἠγαλλίασε τὸ πνεῦμά μου ἐπὶ τῷ Θεῷ τῷ σωτῆρί μου» (Λουκ. α΄ 47). Δηλαδή· καὶ τὸ βάθος τῆς καρδιᾶς μου νιώθει μεγάλη χαρὰ γιὰ τὸν Θεό, ποὺ ἔσωσε καὶ μένα μαζὶ μὲ ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος. Φαίνονται συνώνυμες οἱ λέξεις «ψυχὴ» καὶ «πνεῦμα», ἀλλὰ δὲν εἶναι. Στὴν Ἁγία Γραφὴ ἡ ψυχὴ εἶναι ἡ ἕδρα τῆς ἀτομικότητος, καὶ διὰ μὲν τοῦ σώματος ἐπικοινωνεῖ μὲ τὸν γήινο κόσμο, διὰ δὲ τῶν ἀνωτέρων της δυνάμεων, τῶν κυρίως πνευματικῶν, ἐπικοινωνεῖ μὲ τὸν θεῖο κόσμο (Παν. Ν. Τρεμπέλας). Ὁ ἱερὸς Θεοφύλακτος παρατηρεῖ: Ἡ Ἁγία Γραφὴ λέγοντας πνεῦμα καὶ  ψυχὴ φαίνεται νὰ λέγει τὸ ἴδιο πράγμα. Ὡστόσο κάνει διάκριση μεταξὺ τῶν δύο. Ὀνομάζει ψυχικὸν ἄνθρωπον αὐτὸν ποὺ ζεῖ «κατὰ φύσιν» καὶ κυβερνᾶται ἀπὸ ἀνθρώπινους λογισμοὺς καὶ οὔτε πράττει «τὰ παρὰ φύσιν κακά», ἀλλ’ οὔτε προχωρεῖ νὰ στοχασθεῖ «τὰ ὑπὲρ φύσιν» χαρίσματα. Πνευματικὸν δὲ ὀνομάζει ἐκεῖνον ποὺ ὑπερβαίνει τοὺς νόμους τῆς φύσεως καὶ φρονεῖ «μηδὲν ἀνθρώπινον». Αὐτὴ εἶναι στὴν Ἁγία Γραφὴ ἡ «διαφορὰ ψυχῆς καὶ πνεύματος»1 . Γι’ αὐτὸ ἡ Ἁγία Γραφὴ ὀνομάζει σαρκικὸ τὸν ἄνθρωπο ποὺ δὲν πολιτεύεται κατὰ τοὺς νόμους τῆς φύσεως, ἀλλὰ ζεῖ μέσα στὰ παρὰ φύσιν κακά (Ὅσιος Νικόδημος). Γιὰ τοὺς τύπους αὐτοὺς τῶν ἀνθρώπων κάνει λόγο ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ὁ ὁποῖος γράφει: Ὁ φυσικὸς καὶ μὴ ἀναγεννημένος ἄνθρωπος, δηλ. αὐτὸς τὸν ὁποῖο ὀνομάζει «ψυχικόν», δὲν δέχεται ἐκεῖνα ποὺ διδάσκει τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, διότι αὐτὰ τοῦ φαίνονται μωρία καὶ δὲν ἔχει τὴν πνευματικὴ δύναμη καὶ ἀντίληψη νὰ τὰ γνωρίσει, ἀφοῦ αὐτὰ ἐξετάζονται καὶ διακρίνονται πνευματικῶς καὶ μὲ τὸν φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὅμως ὁ ἀναγεννημένος ἀπὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἄνθρωπος διακρίνει καὶ κατανοεῖ ὅλα, κάθε περίσταση καὶ κάθε πρόσωπο, τὸν ἴδιο ὅμως δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ τὸν καταλάβει κανένας μὴ ἀναγεννημένος ἄνθρωπος (Α΄ Κορ. β΄ 14-15). Ἡ πάναγνος Θεοτόκος δὲν εἶπε «εὐφράνθη τὸ πνεῦμά μου», ἀλλὰ «ἠγαλλίασε τὸ πνεῦμά μου», διότι ἡ ἀγαλλίαση εἶναι ἐπίταση τῆς εὐφροσύνης, σημαίνει μεγάλη, ὑπερβολικὴ χαρά, εἶναι σκίρτημα τῆς καρδιᾶς, πτήση «πρὸς Θεὸν καρδίας ζεούσης». Ἡ Θεοτόκος ἐπειδὴ ἀξιώθηκε νὰ συλλάβει «ἐν γαστρὶ» τὸν ἀπερίληπτο Θεό,  αγάλλεται καὶ «ὅλη πρὸς ὅλον ἀνεπτεροῦτο τὸν ἐρώμενον Θεόν της» (Ἅγιος Νικόδημος Ἁγιορείτης). Ἡ ἀγαλλίασή της, κατὰ τὸν Ὅσιο Νικόδημο, ἦταν ἀπερίγραπτη, διότι ὁ Θεὸς τὴν προόρισε ἀπὸ τῶν αἰώνων  νὰ γίνει Μητέρα Του καὶ τὴν ἀνέβασε στὸν ὑπέρτατο βαθμὸ τῆς μητρότητος, δηλαδὴ τῆς Θεοτοκίας. Ἀλλὰ καί «διότι αὐτός, ὅπου ἔμελλε νὰ σώσῃ τὸν κόσμον ἀπὸ τὰς ἁμαρτίας του, ἔσωσε καὶ τὴν Θεοτόκον  απὸ τὸ προπατορικὸν ἁμάρτημα· διότι ἀγκαλὰ καὶ ἡ Θεοτόκος ἦταν ἀνωτέρα κάθε προαιρετικοῦ ἁμαρτήματος συγγνωστοῦ τε καὶ θανασίμου, μέχρι καὶ προσβολῆς αὐτῆς πονηροῦ λογισμοῦ, ἦτον ὅμως ὑποκειμένη εἰς τὸ προπατορικὸν ἁμάρτημα μέχρι τοῦ Εὐαγγελισμοῦ· τότε γὰρ ἐκαθαρίσθη ἀπὸ αὐτὸ διὰ τῆς ἐπελεύσεως τοῦ ἁγίου Πνεύματος»2 . Ἡ σάρκωση τοῦ Θεοῦ Λόγου ἦταν καὶ γιὰ τὴν Θεοτόκο ἀναγκαία, διότι δι’ αὐτῆς ἐσώθη καὶ ἐκείνη, ὅπως καὶ ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος3 . Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος παρατηρεῖ: Ὁ Χριστὸς γεννήθηκε ἀπὸ τὴν Παρθένο, τῆς ὁποίας ἡ ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα εἶχε καθαρισθεῖ προηγουμένως ἀπὸ τὸ Πνεῦμα4 . Σωτήρα δικό της ὀνομάζει ἡ πάναγνος Παρθένος τὸν μόνο ἀναμάρτητο Κύριο, «διότι οἰκειοποιεῖται διὰ τῆς  αγάπης ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ὅπου ἔμελλον νὰ σωθοῦν διὰ τοῦ Υἱοῦ της τοῦ Ἰησοῦ», ἐπειδὴ ἦταν καὶ αὐτὴ ἀπὸ τὴν ἴδια φύση μὲ ἐκείνους. Ἢ γιὰ νὰ φανερώσει «μυστικῶς τὸ ὄνομα τοῦ Υἱοῦ της, τὸ Ἰησοῦς», διότι Ἰησοῦς ἑρμηνεύεται Σωτήρ. Ἄλλωστε ὁ ἄγγελος εἶπε στὸν Ἰωσὴφ ὅτι θὰ καλέσει τὸ ὄνομα τοῦ παιδιοῦ ποὺ θὰ γεννήσει ἡ Παρθένος, Ἰησοῦν, διότι Αὐτὸς θὰ «σώσει τὸν λαὸν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν» (Ματθ. α΄ 21). Καὶ ἐνῶ τότε τὰ ὀνόματα τῶν τέκνων τὰ ἔθεταν οἱ πατέρες καὶ ὄχι οἱ μητέρες, ἐπειδὴ «ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς δὲν ἐγεννήθη ἐκ σπορᾶς πατρός, ἀλλ’ ἐκ μόνης μητρός, διὰ τοῦτο σοφώτατα ἡ Παρθένος ὠνόμασε τὸν υἱόν της Σωτῆρα, ταὐτὸν εἰπεῖν Ἰησοῦν, προτοῦ νὰ ὀνομάσῃ αὐτὸν ὁ Ἰωσὴφ» κατὰ τὴν ὀγδόη ἡμέρα, διότι αὐτὴ ἦταν ἀληθινὴ μητέρα Του, ὁ δὲ Ἰωσὴφ δὲν ἦταν ἀληθινὸς πατέρας Του, ὅπως ἐνομίζετο ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους (βλ. Λουκ. γ΄ 23). Καὶ ὅπως τὸ ὄνομα Ἰησοῦς τὸ ἔδωσε στὸν Υἱό Του «ὁ ἄναρχος Πατήρ, ὁ μόνος γεννῶν αὐτὸν κατὰ τὴν θεότητα χωρὶς Μητρός» (ὁ Γαβριὴλ παρέλαβε τὸ ὄνομα ἀπὸ τὸν Θεὸ Πατέρα καὶ τὸ μετέφερε στὴ γῆ), ἔτσι «ἔπρεπε νὰ ἐπιθέσῃ τὸ αὐτὸ ὄνομα εἰς αὐτόν (τὸν Ἰησοῦν) καὶ ἡ Μήτηρ, ἡ μόνη τοῦτον γεννήσασα κατὰ τὴν ἀνθρωπότητα χωρὶς Πατρός»5 . Ἡ ὑπεραγία Θεοτόκος ἔμαθε βέβαια τὸ ὄνομα τοῦ υἱοῦ της πρὶν ἀπὸ τὴ σύλληψή Του· τὸ ἔμαθε ἀπὸ τὸν ἀρχάγγελο Γαβριήλ, ὁ ὁποῖος εὐαγγελιζόμενος σ’ αὐτὴν τὸ κοσμοϊστορικὸ  γεγονὸς τῆς εἶπε: «Ἰδοὺ θὰ συλλάβεις στὴν κοιλία σου καὶ θὰ γεννήσεις υἱὸν καὶ θὰ τοῦ δώσεις τὸ ὄνομα Ἰησοῦς» (Λουκ α΄ 31). Ὁ λόγος τῆς ἄχραντης Μητέρας τοῦ Κυρίου μας «καὶ ἠγαλλίασε τὸ πνεῦμά μου ἐπὶ τῷ Θεῷ τῷ σωτῆρί μου» ἁρμόζει καὶ σὲ κάθε Χριστιανό. Ἀρκεῖ νὰ φυλάξει τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ποὺ ἔλαβε κατὰ τὸ ἅγιο Βάπτισμα, ζώντας μὲ ἁγία προσοχή, μὲ ταπείνωση καὶ προσευχή, ἐνισχυόμενος στὸν ἀγώνα του ἀπὸ τὴν παντοδύναμη χάρη τῶν ἁγίων Μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ ἐφαρμόζοντας τὴν παραγγελία τοῦ θεοπνεύστου Παύλου: Μὴν παρεμποδίζετε τὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ μὴ ματαιώνετε τὴ φανέρωσή τους (Α΄ Θεσ. ε΄ 19). «Μεγαλύνει τὸν Θεόν», διδάσκει ὁ ἱερὸς Θεοφύλακτος, «ὁ ἀξίως τοῦ Θεοῦ πορευόμενος. Χριστιανὸς ἐκλήθης, μὴ σμικρύνῃς τὸ ἀξίωμα τοῦ Χριστοῦ  καὶ τὸ ὄνομα» ἐργαζόμενος τὴν ἁμαρτία, «ἀλλὰ μεγάλυνον αὐτὸ» ἐργαζόμενος ἅγια καὶ οὐράνια ἔργα6 . Ἔτσι θὰ προοδεύεις στὴν ἀρετὴ καὶ θὰ σκιρτᾶ τὸ πνεῦμα σου καὶ θὰ σὲ πληροφορεῖ ὅτι ἔχεις βαπτισθεῖ καὶ ἔχεις λάβει πράγματι τὴ χάρη τοῦ Παρακλήτου Πνεύματος. Ἰδιαίτερα στὶς μεγάλες γιορτὲς τῆς Ἐκκλησίας μας, μάλιστα δὲ μετὰ τὴ θεία Κοινωνία. Τὸ διατυπώνει πολὺ ὡραῖα ὁ Μέγας Ἀθανάσιος στὴν ἀπάντησή του στὸν δούκα Ἀντίοχο ὁ ὁποῖος τὸν ρώτησε: Ἀπὸ ποῦ γνωρίζει ὁ ἄνθρωπος ὅτι βαπτίστηκε πράγματι καὶ ἔλαβε Πνεῦμα Ἅγιον, ἀφοῦ ἦταν νήπιο κατὰ τὸ Βάπτισμά του; Ὁ στύλος τῆς Ὀρθοδοξίας παίρνοντας ἀφορμὴ ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ προφήτη Ἡσαΐα πρὸς τὸν Θεό, γιὰ τὸν φόβο Σου Κύριε, συλλάβαμε καὶ ἐμεῖς καὶ γίναμε πνευματικῶς ἔγκυοι καὶ κοιλοπονήσαμε καὶ γεννήσαμε πνεῦμα, τὸ ὁποῖο μᾶς ἔδωσε ἀπὸ Σένα τὴ σωτηρία καὶ τὸ καταστήσαμε φανερὸ καὶ στοὺς ἐπὶ γῆς ἀνθρώπους (Ἡσ. κς΄ [26] 18), τοῦ ἀπαντᾶ: Ὅπως ἡ γυναίκα ποὺ συνέλαβε γνωρίζει ἀπόλυτα ἀπὸ τὰ σκιρτήματα τοῦ βρέφους τὸ ὁποῖο κυοφορεῖται στὴ μήτρα της, «ὅτι καρπὸν ἔλαβεν», ἔτσι καὶ ἡ ψυχὴ τοῦ ἀληθινοῦ Χριστιανοῦ, ὄχι ἀπὸ τὰ λόγια τῶν γονέων, ἀλλὰ ἀπὸ τὰ πράγματα καὶ τὰ σκιρτήματα τῆς καρδιᾶς του καὶ μάλιστα κατὰ τὴν περίοδο τῶν ἑορτῶν καὶ «τῶν φωτισμάτων καὶ τῆς μεταλήψεως τοῦ ἁγίου σώματος καὶ αἵματος τοῦ Χριστοῦ» πληροφορεῖται ἀπὸ τὴ χαρὰ τῆς ψυχῆς του «ὅτι τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἔλαβε βαπτισθείς»7 . Ὅταν λοιπὸν ζοῦμε κατὰ Θεόν, εὐφραίνεται, ἀγάλλεται καὶ σκιρτᾶ καὶ τὸ δικό μας πνεῦμα. Τὸ πνευματικὸ χάρισμα ποὺ λάβαμε αὐξάνεται καὶ ἔτσι προκόβουμε στὴν κατὰ Χριστὸν ζωὴ καὶ μεγαλύνουμε τὸ πανάγιο ὄνομα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. 

1. ΘΕΟΦΥΛΑΚΤΟΥ ΒΟΥΛΓΑΡΙΑΣ, Ἑρμηνεία εἰς τὸ κατὰ Λουκᾶν, κεφ. 1, PG 123, 712Β. 

2. ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, Κῆπος Χαρίτων, σελ. 200 . 

3. Βλ. Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ, Ὑπόμνημα εἰς τὸ κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγέλιον, ἔκδ. «Ὁ Σωτήρ», σελ. 64. 

4. ΓΡ. ΘΕΟΛΟΓΟΥ,Λόγ. 38, Εἰς τὰ Θεοφάνια εἴτουν Γενέθλια τοῦ Σωτῆρος 13, PG 36, 325Β· ἐπίσης Λόγ. 45, Εἰς τὸ ἅγιον Πάσχα 9, PG 36, 633D. 

5. ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, Κῆπος Χαρίτων, σελ. 201. 

6. ΘΕΟΦΥΛΑΚΤΟΥ ΒΟΥΛΓΑΡΙΑΣ, Ἑρμηνεία εἰς τὸ κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγέλιον, κεφ. 1, PG 123, 708Α. 

7. Μ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Πρὸς Ἀντίοχον Δούκα, Ἐ - ρώτ. β΄, Ἀπόκρισις, PG 28, 600-601.

02 Οκτωβρίου, 2023

Ὁ νοῦς βλέπει τὸ σκότος τῆς ψυχῆς


Άγιος Ἰωσήφ ὁ Ἡσυχαστής

Ὁ Γέρων Ἰωσὴφ εἶδε ὅλο τὸ βάθος τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου καὶ μὲ πολὺ κόπο καὶ προσευχὴ καθάρισε τὸν ἑαυτόν του καὶ ὅλη ἡ ζωὴ του εἶναι ἕνα παράδειγμα μιμήσεως, γιὰ κάθε ἄνθρωπο ποὺ ἀγωνίζεται γιὰ τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς του.

Παραπονεῖται μάλιστα, ὅτι δὲν φροντίζουμε γιὰ τὸ ἐσωτερικό τῆς ψυχῆς καὶ γράφει:

«Ἡ σημερινὴ κατάστασις τῶν πολλῶν περιωρίσθη εἰς ἕνα τύπον ἐξωτερικόν. Πέραν τούτου δὲν ὑπάρχει φροντίδα καὶ μέριμνα διὰ τὸ ἐσωτερικόν τῆς ψυχῆς, ὅπου συνίσταται τὸ πᾶν· ὅπου ἑνώνεται ὁ ὑλικὸς μὲ τὸν ἄυλον, ὁ ἄνθρωπος μὲ τὸν Θεόν, κατὰ τὸ ἐγχωροῦν εἰς τὴν χωματώδη μας φύσιν. Τοῦτο εἶναι τὸ πολὺ ὡραῖον καὶ τὸ πάνυ καλόν. Ἄλλα πάντες τὸ ἀποφεύγομεν. Πάντες τὰ νῶτα στρέφομεν. Καθότι ἀπαιτεῖται ἀγών».

Εἰς τὸν ἀγώνα αὐτὸν τοῦ ἀνθρώπου, γιὰ νὰ ὑπάρξουν τὰ ἀνάλογα ἀποτελέσματα, πρέπει νὰ συνεργήσει ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ προαίρεση τοῦ ἀνθρώπου: «θὰ λυώση ὡς κηρὸς ὁ παλαιὸς ἄνθρωπος. Καὶ ὅπως ὁ σίδηρος, ὅταν ἐμβαίνη εἰς τὴν φωτιά, ξεκολλάει καὶ πέφτει ἡ σκουριά, ὅπου ἔχει ἐπάνω, ἔτσι γίνεται καὶ εἰς τὸν ἄνθρωπον. Ἔρχεται κατ’ ὀλίγον ἡ χάρις καὶ μόλις πλησίαση εἰς τὸν ἄνθρωπον ἀναλύει ὡς κηρός. Καὶ δὲν γνωρίζει εἰς αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὁ ἄνθρωπος τὸν ἑαυτόν του, ἐνῶ ὅλος εἶναι πολυόμματος νοῦς καὶ διαυγέστατος. Ὅμως εἰς αὐτὴν τὴν ὑπερφυὴ ἐνέργειαν δὲν ἠμπορεῖ νὰ ξεχωρίση τὸν ἑαυτόν του, διότι ἐνοῦται μὲ τὸν Θεόν. Καὶ τότε πίπτει ἡ σκουριά. Ἀφαιρεῖται ἡ σφραγίδα. Ἀποθνήσκει ὁ παλαιὸς ἄνθρωπος. Ἀφαιρεῖται τὸ μητρικὸν αἷμα. Ἀνακαινοῦται τὸ φύραμα.

Καὶ δὲν ἀλλάζει κατὰ τὸ σῶμα ὁ ἄνθρωπος, ἀλλὰ τὰ φυσικὰ προτερήματα καὶ χαρίσματα τοῦ ἀνθρώπου, αὐτὰ φωτίζει, ἐνδυναμεῖ καὶ ἀνακαινίζει ἡ χάρις. Καὶ ζωογονεῖται ὁ πάλαι Ἀδάμ, ὁ πλασθείς κατ’ εἰκόνα Θεοῦ».

Ὅποιος ἀξιωθῆ νὰ ἰδῆ τὴν ἄβυσσον τῶν πταισμάτων τῆς ψυχῆς του θρηνεῖ ἀπὸ τὸ φρικτὸν αὐτὸ θέαμα. Ἐκ τῆς ὁράσεως τῆς καταστάσεως αὐτῆς προέρχεται ἡ μετάνοια, ἡ ἐπίγνωσις τοῦ ἑαυτοῦ μας, ἡ ἀληθινὴ ταπείνωσις καὶ ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ. Ὅλα αὐτὰ εἶναι δωρήματα τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ.

Ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει ἡ ἐπίγνωσις τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἑαυτοῦ μας θεραπεία δὲν ὑπάρχει. Ἀπὸ τὴν στιγμὴν ὅμως ποὺ ὁ νοῦς γίνεται θεωρὸς αὐτοῦ τοῦ σκότους τῆς ψυχῆς ἀρχίζει νὰ λειτουργῆ ἡ ταπείνωσις καὶ μαραίνεται ἡ ρίζα τῆς ἁμαρτίας, δηλαδὴ ἡ ὑπερηφάνεια.

Ἡ ὑπερηφάνεια εἶναι τὸ μεγαλύτερο ἐμπόδιο γιὰ τὸν φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Βάσις καὶ θεμέλιο, κατὰ τοὺς ἁγίους Πατέρας, τῆς πνευματικῆς ζωῆς εἶναι ἡ ὑπακοή, διότι αὐτὴ χαρίζει τὴν ταπεινοφροσύνη. Εἶναι ἀδύνατον χωρὶς ὑπακοὴ ἡ ψυχὴ νὰ ἀπαλλαγῆ ἀπὸ τὰ πάθη τῆς οἰήσεως, τῆς κενοδοξίας καὶ τῆς ὑπερηφάνειας.

Ἡ μετάνοια εἶναι ἀνεκτίμητο δῶρο γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Εἶναι τὸ καλύτερο φάρμακο γιὰ τὴν ἀποκατάσταση τῆς ψυχικῆς ὑγείας τοῦ ἀνθρώπου.

Ὁ Γέρων Ἰωσὴφ εἶναι πρακτικότατος διδάσκαλος, βιαστὴς καὶ ἀπαράμιλλος συνεχιστὴς ὅλης αὐτῆς τῆς Νηπτικῆς παραδόσεως, τῆς κρυπτῆς ἐργασίας ποὺ ἐπιτελεῖ ὁ νοῦς ἐγκλειόμενος στὴν ψυχή. Νὰ πὼς ἑρμηνεύει αὐτὴ τὴν κατάσταση τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ νοῦ. «Ὁ νοῦς εἶναι ὁ οἰκονόμος τῆς ψυχῆς, ὅπου κουβαλᾶ τροφὴν – ὅ,τι τὸν δώσης ἐσύ. Λοιπὸν ὅταν ἔχη εἰρήνην καὶ τὸν δίδεις ὅ,τι καλὸν θέλει, αὐτὸς τὰ κατεβάζει εἰς τὴν καρδίαν. Πρῶτον καθαρίζει αὐτὸς ἀπὸ ὄσας προλήψεις κατείχετο εἰς τὸν κόσμον. Ξεθολώνει ἀπὸ τοῦ βίου τὲς μέριμνες καὶ λέγοντας τὴν νοερᾶν προσευχὴν τελείως παύει ὁ μετεωρισμός. Καὶ τότε καταλαμβάνεις ὅτι ἐκαθαρίσθη. Διότι πλέον δὲν κινεῖται εἰς τὰ ἀκάθαρτα καὶ πονηρά, ὅπου εἶδεν ἢ ἤκουσεν εἰς τὸν κόσμον.

Μετὰ αὐτὸς διὰ τῆς εὐχῆς, εἰσερχόμενης καὶ ἐξερχομένης στὴν καρδία, καθαρίζει δρόμο καὶ ἐκβάλλει κάθε πικρία, αἰσχρότητα, ἀκαθαρσία ἀπὸ αὐτήν. Στήνει πόλεμο ὁ νοῦς πρὸς τὰ πάθη καὶ τοὺς δαίμονες, ποὺ ἐγείρουν αὐτά, ποὺ τόσα ἔτη φωλίαζαν σὲ αὐτὴ καὶ κανεὶς δὲν τοὺς ἤξερε οὔτε τοὺς ἔβλεπε.

Τώρα ὅμως ποὺ ὁ νοῦς ἔλαβε καθαρότητα -τὴν ἀρχαία στολὴ του- τοὺς βλέπει καὶ ὡς κύων γαυγίζει, ὑλακτεῖ, μάχεται μετ’ αὐτῶν ὡς κύριος καὶ φύλαξ ὅλου τοῦ διανοητικοῦ μέρους».

Εἶναι μεγάλη ἀλήθεια αὐτὸ τὸ ὁποῖο μᾶς ἀποκαλύπτει ὁ Γέρων Ἰωσήφ. Ὁ νοῦς κύριος καὶ φύλαξ ὅλου τοῦ διανοητικοῦ μέρους τῆς ψυχῆς. Αὐτὴ ἡ προσοχή, ἡ νηπτικὴ ἱκανότητα τοῦ νοῦ, χαρίζει σὲ αὐτὸν μεγάλη ἁπλότητα καὶ καθαρότητα. Ὁ νοῦς γυμνὸς ἀπὸ κάθε νόημα. Ἀφοῦ εἶναι ἐλεύθερος ἀπὸ κάθε λογισμό, τότε καὶ ἡ θεία χάρις ἐπαναπαύεται, γιὰ νὰ ἔλθει νὰ σκηνώσει σὲ αὐτόν, διότι τίποτε δὲν ὑπάρχει εὐάρεστο στὸ Θεό, ὅσον ὁ καθαρὸς λογισμός.

Ὁ Γέρων Ἰωσὴφ μὲ πολλὴ σαφήνεια περιγράφει πῶς ὁ νοῦς μὲ τὴν εὐχὴ καθαρίζει τὴ ψυχὴ ἀπὸ τὶς συγκαταθέσεις τῶν ἐμπαθῶν λογισμῶν: «Κρατῶν ὡς ὅπλον τὸ ὄνομα Ἰησοῦς μαστίζει τοὺς πολεμίους, ἄχρις ὅτου τοὺς βγάλη ὅλους ἀπ’ ἔξω, τριγύρω στὸ περικάρδιον· καὶ ὑλακτοῦσιν καὶ αὐτοὶ ὡς ἄγριοι κύνες. Ὁ δὲ νοῦς ἀρχίζει νὰ καθαρίζη τὴν βρώμαν καὶ ὅλην τὴν ἀκαθαρσίαν, ὅπου εἶχον μολύνει οἱ δαίμονες μὲ τὰς συγκαταθέσεις ὅπου εἴχομεν κάμει εἰς ὅ,τι κακὸν καὶ ἐφάμαρτον… Καὶ ὅλο ἀγωνίζεται νὰ ρίχνη ἔξω τὲς βρῶμες, ὅπου αὐτοὶ διαρκῶς ρίχνουν μέσα. Ἔπειτα ὡς οἰκονόμος φέρει τροφᾶς ἁρμόζουσας πρὸς φωτισμὸν καὶ ὑγείαν ψυχῆς».

Καὶ συνεχίζει τὴ θαυμάσια διδασκαλία του: «Εἰς ὅλα αὐτὰ συνεργεῖ ἡ χάρις ἡ καθαρτική. Σκεπάζεται ὁ ἀγωνιζόμενος ὡς ὑπὸ σκιὰν ὑπὸ τὴν σκέπην τῆς ὑπακοῆς. Φρουρεῖται ὑπὸ τὴν χάριν αὐτοῦ, ὅπου ἀνέλαβε τὴν ψυχὴν του ἐνώπιόν τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὀλίγον-ὀλίγον γίνεται ἀλλοίωσις τοῦ Ὑψίστου. Καὶ ἀφοῦ ἐν ὀλίγοις διωχθῶσιν τελείως ἔξω οἱ δαίμονες, καθαρισθῆ δὲ ἔσωθεν ἡ καρδία, παύει ὁ μολυσμός.

Ἐνθρονίζεται ὁ νοῦς ὡς Βασιλεὺς ἐπὶ τὴν καρδίαν καὶ χαίρει ὡς νυμφίος ἐπὶ νύμφη ἐν τῷ θαλάμῳ. Ἄγει χαρὰν ἁγίαν, εἰρηνικήν, ἄμωμον. Λέγει τὴν εὐχὴν χωρὶς κόπον».

Κυριότερο ἔργο ἑπομένως γιὰ τὴν ὑγεία τῆς ψυχῆς μας δὲν εἶναι ἄλλο ἀπὸ τὴν ἄσκηση τῆς νοερᾶς προσευχῆς. Λέγοντας τὴν εὐχή, τό: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον μέ», δημιουργοῦνται μέσα στὴ ψυχὴ μας ἄλλες καταστάσεις. Διότι, ὅταν παραμένει πολὺ χρόνο μέσα στὴ ψυχή μας τὸ ἔνδοξο Ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, προκαλεῖ θερμότητα σὲ αὐτὴ καὶ ἀνέκφραστη χαρὰ καὶ ἀγάπη. Καὶ πῶς νὰ μὴ χαίρεται ἡ ψυχή, ἀφοῦ βρῆκε τὸ πολύτιμο μαργαριτάρι, τὸ ὁποῖο εἶναι τὸ γλυκύτατο Ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χρίστου!

https://agiazoni.gr/%e1%bd%81-%ce%bd%ce%bf%e1%bf%a6%cf%82-%ce%b2%ce%bb%ce%ad%cf%80%ce%b5%ce%b9-%cf%84%e1%bd%b8-%cf%83%ce%ba%cf%8c%cf%84%ce%bf%cf%82-%cf%84%e1%bf%86%cf%82-%cf%88%cf%85%cf%87%e1%bf%86%cf%82/

 

13 Μαρτίου, 2023

ΑΓΡΥΠΝΟΙ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΥΠΝΟ ΜΑΣ !


 Μπορεῖ νὰ γίνει αὐτό; Μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ μένει ἄγρυπνος ἐνῶ κοιμᾶται; Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ στὴν Ἁγία Γραφὴ μᾶς λέει ὅτι μπορεῖ. Ἀφοῦ δίνει διάφορες συμβουλὲς ὁ σοφὸς Σειράχ, προτρέπει: «Ἀκούων αὐτὰ ἐν ὕπνῳ σου γρηγόρησον» (ιγ΄ 14). «Ἐγὼ καθεύδω καὶ ἡ καρδία μου ἀγρυπνεῖ», λέει ἡ ψυχὴ ποὺ στρέφεται μὲ πόθο πρὸς τὸν Θεό (ᾎσμ. ε΄ 2). Κοιμᾶμαι, διότι αὐτὸ ἀπαιτεῖ ἡ ἀνάγκη τῆς φύσεως. Πρέπει νὰ ξεκουρασθῶ, διότι μὲ καταβάλλουν οἱ κόποι τῆς ζωῆς καὶ εἶναι ἀναγκαῖο νὰ ἀνανεωθοῦν οἱ δυνάμεις μου. Ἀλλὰ ἡ ἀγάπη μου πρὸς τὸν Θεὸ εἶναι τόση, ποὺ μὲ κρατεῖ ἄγρυπνη ἀκόμη καὶ στὶς ὧρες τοῦ ὕπνου. Πράγματι! Ὁ ὕπνος μας γίνεται διαφορετικὸς καὶ ἀνάλογος πρὸς τὴν κατάσταση στὴν ὁποία βρίσκεται ἡ ψυχή μας. Ὅταν δοκιμάσουμε κάποια ἀποτυχία στὰ σχέδια καὶ τὶς προσπάθειές μας, τότε ἡ πίκρα καὶ ἡ ἀπογοήτευση κυριαρχοῦν στὴν ψυχή μας καὶ ὁ ὕπνος δὲν εἶναι εὐχάριστος. Ἂν περνοῦμε μιὰ ἀγωνία, ἂν π.χ. τὴν ἑπόμενη μέρα πρόκειται νὰ μποῦμε στὸ χειρουργεῖο ἢ νὰ παρουσιασθοῦμε στὸ Δικαστήριο ὡς ἔνοχοι καὶ πιθανῶς νὰ καταδικασθοῦμε, τότε μπορεῖ νὰ μὴν ἔρχεται ὁ ὕπνος, καὶ ἂν ἔλθει, νὰ εἶναι ἀνήσυχος καὶ ταραγμένος. Ἀντίθετα, ὅταν ὅλα πᾶνε καλὰ καὶ ἡ ἐπιτυχία ἀκολουθεῖ τὶς προσπάθειές μας, ὁ ὕπνος εἶναι γλυκός. Ἂν ἡ συνείδησή μας εἶναι ἥσυχη, ὁ ὕπνος εἶναι ἤρεμος καὶ βαθύς. Ἂν γιὰ τὴν ἑπόμενη μέρα περιμένουμε κάτι εὐχάριστο, μιὰ ἐκδρομὴ ἢ τὴν ἀναχώρηση γιὰ τὶς διακοπές μας, τότε ὁ ὕπνος εἶναι ἀπολαυστικὸς καὶ ὅταν διακόπτεται, μιὰ εὐφρόσυνη κατάσταση κυριαρχεῖ στὴν ψυχή μας. Ὥστε καὶ ὅταν τὸ σῶμα κοιμᾶται, ἡ ψυχὴ δὲν μένει ἀδρανής. Ζεῖ τὶς ἀγωνίες, τὶς λύπες, τὶς χαρές, τὶς πτώσεις της, τὶς ἀποτυχίες καὶ τὶς ἐπιτυχίες ποὺ εἶχε κατὰ τὴ διάρκεια τῆς μέρας. Καὶ τὸ βράδυ ὅλα αὐτὰ ἐπηρεάζουν τὸν ὕπνο μας. Ὅταν ἀντίστοιχα ὁ Χριστιανὸς ἀγωνίζεται ὅλη τὴ μέρα νὰ ζεῖ σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὅταν προσπαθεῖ νὰ ἔχει διαρκὴ τὴ μνήμη Του στὴν ψυχή του καὶ ἐπιδιώκει νὰ κυριαρχεῖ μέσα του ἡ ἀγάπη πρὸς Αὐτόν, τότε καὶ κατὰ τὶς ὧρες τῆς ἡσυχίας καὶ τῆς ἀναπαύσεως, ἀνάλογες καταστάσεις θὰ ἐπικρατοῦν στὴν ψυχή του.  Τὸ ἀποτυπώνουν αὐτὸ οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας στὶς προσευχές τους. Ἔτσι, μιὰ προσευχὴ τοῦ Μεγάλου Βασιλείου μᾶς καλεῖ νὰ ζητήσουμε ἀπὸ τὸν ἅγιο Θεὸ νὰ μᾶς ἀξιώσει νὰ διέλθουμε «τὸ νυκτερινὸν στάδιον ἀμέμπτως», χωρὶς πειρασμοὺς καὶ χωρὶς τὴν ταραχὴ καὶ δειλία ποὺ προκαλεῖ ὁ ἐχθρὸς διάβολος. Ζητοῦμε νὰ ἀπομακρύνει «πᾶσαν φαντασίαν ἀπρεπῆ καὶ ἐπιθυμίαν βλαβεράν». Νὰ χαρίσει δὲ στὶς ψυχές μας κατάνυξη καὶ στοὺς λογισμούς μας τὴ μέριμνα τῆς ἐξετάσεως κατὰ τὴ φοβερὴ καὶ δίκαιη κρίση Του. Τέλος ζητοῦμε, ἀφοῦ νεκρώσει τὸν παλαιὸ ἄνθρωπο τῆς ἐμπάθειας καὶ τῆς ἁμαρτίας, νὰ μᾶς ἀξιώσει «καὶ ἐν τῇ καθ’ ὕπνον ἡσυχίᾳ» νὰ ἔχουμε τὴ χαρὰ τῆς μελέτης καὶ «θεωρίας τῶν κριμάτων» Του, τῶν θείων βουλῶν καὶ ἐντολῶν Του (βλ. «Προσευχητάριον» Σιμωνώφ, ἔκδ. Σωτ. Σχοινᾶ, Βόλος 1971, Εὐχὴ τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, σελ. 72). Μὲ παρόμοια προσευχὴ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, παρακαλοῦμε τὸν Θεὸ νὰ μὴν καταλάβουν τὴν ψυχή μας κατὰ τὴ νύχτα οἱ ἀπροσδόκητες φαντασίες τῶν δαιμόνων καὶ οἱ νυκτερινοὶ φόβοι, οὔτε νὰ ἀναγκάσουμε μὲ τὴ στάση μας τὸν φύλακα Ἄγγελό μας νὰ παύσει νὰ μᾶς βοηθεῖ, σὰν νὰ ἔχει «νυστάξει καὶ ὑπνώσει». Νὰ μᾶς χαρίσει δὲ ὁ Κύριος «τὴν τῆς νυκτὸς ἀνάπαυσιν» νὰ τὴν περάσουμε σὰν νὰ εἶναι ἡμέρα, «ἐν ἀγάπῃ τῆς ἀνεκφράστου θεότητός» Του, καὶ σύντομα νὰ μᾶς ἀναστήσει ἀπὸ τὸν ὕπνο στὴν κατάλληλη ὥρα, γιὰ νὰ προσφέρουμε τὶς πρωινὲς ὑμνωδίες καὶ δοξολογίες «μετὰ τῶν οὐρανίων Δυνάμεων καὶ Ἀγγέλων» (βλ. Εὐχὴ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, «λεγομένη πρὸ τοῦ ὑπνῶσαι», ὅ.π., σελ. 66). Τὸ ὅτι μπορεῖ ἡ ψυχὴ νὰ ἀγρυπνεῖ καὶ νὰ βρίσκεται σὲ ἑτοιμότητα καὶ κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ὕπνου, φαίνεται καὶ ἀπὸ τὰ λόγια ποὺ περιλαμβάνονται σὲ «Προσευχὴν ἐπικοίτιον ἐκ τῆς ἀκολουθίας Ἀθανασίου καὶ Κυρίλλου, Πατριαρχῶν Ἀλεξανδρείας»: Δῶσε, Κύριε, καθὼς πηγαίνω νὰ κοιμηθῶ, νὰ ἀναπαύσω μὲ τέτοιο τρόπο αὐτὴ τὴ νύκτα τὸ σῶμα μου, «ὥστε μεταξὺ καθεύδοντος αὐτοῦ, ἐγρηγορυῖαν τὴν ψυχήν μου ἀτενὲς πρὸς σὲ βλέπειν, καὶ τῷ πόθῳ σου ἀναπτεροῦσθαι». Καθὼς τὸ σῶμα θὰ κοιμᾶται, ἡ ψυχὴ νὰ μένει ἄγρυπνη καὶ Ἐσένα νὰ βλέπει σταθερὰ καὶ νὰ ἀναπτερώνεται ἀπὸ τὸν πόθο Σου. Μᾶλλον δὲ ἡ μνήμη τῆς ἀγαθότητος καὶ τῆς Χάριτός Σου νὰ διαμένει ἀνεξάλειπτη σ’ αὐτήν. Τέλος δέ, διατήρησέ με ἁγνὸ καὶ στὸ σῶμα καὶ στὴν ψυχή, καὶ ἀπάλλαξέ με ἀπὸ κάθε κίνδυνο, «ἵνα καὶ ὁ ὕπνος μου πρὸς τὴν δόξαν τοῦ σοῦ ὀνόματος ἀναφέρηται» (βλ. ὅ.π., σελ. 74). Ὅταν ἀγωνιζόμαστε κατὰ τὴ διάρκεια τῆς μέρας νὰ ἀποφεύγουμε τὶς ἀφορμὲς τῆς ἁμαρτίας, τοὺς πειρασμοὺς καὶ τὶς παγίδες τοῦ διαβόλου, ὅταν φθάσουμε στὸ τέλος τῆς μέρας καὶ προσευχηθοῦμε θερμὰ γιὰ τὴ νύκτα ποὺ ἔρχεται, ὅταν κατακλιθοῦμε μὲ εὐγνωμοσύνη πρὸς τὸν Θεὸ γιὰ ὅσα μᾶς χάρισε, μὲ σκέψεις ἅγιες καὶ πνευματικές, μὲ πόθους ἱεροὺς καὶ ἁγίους, τότε καὶ κατὰ τὴ διάρκεια τῆς νύκτας ἡ ψυχὴ θὰ ἔχει ἡμέρα, θὰ μένει ἄγρυπνη, θὰ εἶναι φωτεινή, στραμμένη διαρκῶς πρὸς τὸν Θεὸ καὶ ἕτοιμη νὰ σηκωθεῖ τὸ πρωί, γιὰ νὰ ἀπευθυνθεῖ πάλι πρὸς Αὐτόν, Αὐτὸν νὰ δοξολογεῖ καὶ σ’ Αὐτὸν νὰ ὑποτάσσεται. Τότε καὶ ὁ ὕπνος μας θὰ γίνεται «πρὸς δόξαν τοῦ ὀνόματος τοῦ Θεοῦ».ΟΣΩΤΗΡ2215

01 Νοεμβρίου, 2022

Π. ΛΙΒΥΟΣ: ΚΑΘΕ ΤΙ ΓΙΑ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΓΚΡΙΝΙΑΖΕΙΣ ΓΙΝΕΤΑΙ ΑΠΕΙΡΩΣ ΧΕΙΡΟΤΕΡΟ


«Ας σταματήσουμε να κλαίμε πάνω από το κουφάρι της ζωής μας. Να μοιρολογούμε τις ώρες και τα χρόνια που έφυγαν και μας έβαλαν αδικαιολόγητη απουσία.
Δεν ωφελεί σε τίποτα να κοιτάμε πίσω με την πιπίλα στο στόμα.
Όπως διάβασα σε ένα τοίχο κάπου στα σκοτεινά των δρόμων, «άσε τη ζωή που κάνεις και ψάξε τη ζωή που χάνεις….»..»**
Γιατί «ναι», είναι αλήθεια η ζωή αυτή έχει πόνο και μάλιστα τραγικό και πολλές φορές αδικαιολόγητο. Γιατί «ναι» μπορεί όντως να υπάρχουν δεκάδες λόγοι να γκρινιάξεις όμως υπάρχουν κι άλλοι τόσοι να δοξάξεις. Η επιλογή είναι δική μας.
Ο Χριστός μας λέει «στο κόσμο αυτό έχει πολλές θλίψεις, αλλά μην απογοητεύεστε, να έχετε θάρρος γιατί εγώ τον νίκησα τον κόσμο…». Αυτό σημαίνει ότι ΝΑΙ μπορούμε να σταθούμε πάνω από τις πληγές μας, μπορούμε να μεταβάλουμε το τραύμα σε θαύμα.
Πρόσεξε όμως εδώ μια παγίδα του νου. Δεν πρέπει να ζητάμε να εξαφανίσουμε το τραύμα αλλά να το μεταμορφώσουμε. Το ζητούμενο δεν είναι να βρούμε μια φαντασιακή ζωή που δεν θα υπάρχουν βάσανα, αλλά να διαμορφώσουμε έναν εαυτό που παρά τα βάσανα του, θα μπορεί να ευγνωμονεί για την ζωή που του δόθηκε και σαφέστατα να την ζει και όχι να απουσιάσει σε λογής λογής κρυψώνες.
Οπότε επέλεξε την ευτυχία και την ομορφιά. Αυτό θέλει άσκηση, εκμάθηση, νέο προγραμματισμό. Χρειάζεται να γίνεις ένας ασκητής της θέλησης για ζωή. Να πειθαρχήσεις σε κανόνες ευτυχίας. Για τους οποίους σε ένα άλλο post θα σου μιλήσω.
Μέχρι τότε εσύ μην ξεχνάς ότι εάν όλη ημέρα μιλάς για τα βάσανα σου, εάν βλέπεις παντού προβλήματα, εάν νιώθεις θύμα και κακομοίρης θα συμβεί το εξής, ο πόνος σου θα μεγαλώσει απίστευτα και το σημαντικότερο η κόλαση θα γίνεται όλο και πιο βαθιά διότι θα την σκάβεις εσύ με τα ίδια σου τα χέρια.
**Σημείωση: μικρό απόσπασμα από το βιβλίο μου «Ζωή δίχως συνταγές» εκδόσεις Αρμός.
https://orthodoxia.online/orthodoxia-blog/p-livyos-kathe-ti-gia-to-opoio-gkriniazeis-ginetai-apeiros-cheirotero

06 Αυγούστου, 2022

Η ΚΑΚΩΣΗ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ, ΤΟ ΑΛΓΟΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ


«Ἐπίβλεψον ἐν εὐμενείᾳ, πανύμνητε Θεοτόκε, ἐπί τήν ἐμήν χαλεπήν τοῦ σώματος κάκωσιν καί ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τό ἄλγος» (Από τους παρακλητικούς κανόνες).

(Δες με ευμένεια, πανύμνητη Θεοτόκε, τη δύσκολη ασθένεια του σώματός μου και γιάτρεψε τον πόνο της ψυχής μου).

Ποιος άνθρωπος επί της γης θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι τα πράγματα γι’ αυτόν, σωματικά και ψυχικά, εξελίσσονται με τρόπο που δεν υπάρχουν προβλήματα; Μπορεί κάποιος στη νεότητά του να νιώθει δυνατός και παντοδύναμος – ένας μικρός «θεός» ίσως ελλείψει πραγματικών προβλημάτων – όμως με την πάροδο του χρόνου η φθορά που συνοδεύει την ηλικία αρχίζει και κάνει αισθητή την παρουσία της, όπως και οι διάφορες στενώσεις από πλευράς ψυχικής από τη διαπίστωση ότι τελικώς ο κόσμος αυτός δεν μπορεί να γεμίσει την καρδιά και να της δώσει έναν λόγο να αναπνεύσει. «Κοιλάδα πένθους και δακρύων» άλλωστε χαρακτηρίζει η Γραφή τη ζωή αυτή, εξαγγέλλοντας τα αποτελέσματα, για τον άνθρωπο, της αμαρτίας στην οποία απαρχής περιέπεσε και που συνεχίζει δυστυχώς να περιπίπτει. Ο ίδιος ο ενανθρωπήσας Κύριος δεν είναι Εκείνος που βεβαιώνει τους μαθητές Του ότι «στον κόσμο αυτόν θα έχετε θλίψεις» και ότι «με πολλές θλίψεις θα εισέλθετε στη Βασιλεία των Ουρανών;»

Η κάκωση λοιπόν του σώματος και το άλγος της ψυχής είναι δεδομένες καταστάσεις για κάθε άνθρωπο όπου γης και όποιας εποχής και αυτή είναι η βάση από την οποία εκκινεί ο άγιος υμνογράφος της ακολουθίας των Παρακλητικών κανόνων. Ποιο είναι όμως το μεγαλείο του πιστού ανθρώπου, το οποίο δυστυχώς δεν υφίσταται στον άπιστο; Ότι ενώ πάσχει και οδυνάται σωματικά και ψυχικά, μπορεί να υπερβεί τις δυσκολίες του, γιατί έχει σημείο αναφοράς πέρα από τη δική του ύπαρξη και πέρα ακόμη και από τον κόσμο μέσα στον οποίο ζει και δραστηριοποιείται. Και το σημείο αυτό αναφοράς είναι ο Δημιουργός Του Κύριος Ιησούς Χριστός και μαζί με Αυτόν και τα άλλα μέλη του σώματός Του, της Εκκλησίας, που είναι οι άγιοι με πρώτη και κύρια την Παναγία Μητέρα Του. Τι μας προσέφερε ο Κύριος ερχόμενος στον κόσμο; Να μας προσλάβει στον εαυτό Του και να μας κάνει δικές Του παρουσίες, να ζει πράγματι Εκείνος μέσω ημών, εφόσον βεβαίως Τον αποδεχθήκαμε στη ζωή μας, βαπτιστήκαμε και χριστήκαμε στο άγιο όνομά Του. «Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε». «Εγώ είμαι το αμπέλι, εσείς τα κλήματα». Ο πιστός χριστιανός λοιπόν που έχει επίγνωση της άπειρης αυτής δωρεάς του Θεού απέναντί του συνειδητοποιεί ότι κέντρο βάρους της ζωής του δεν είναι πια ο εαυτός του και ο αισθητός κόσμος∙ είναι ακριβώς ο Χριστός και δι’ Αυτού όλος ο Τριαδικός Θεός – ο άνθρωπος είναι ολόκληρος μαζί με τον Χριστό και μαζί με τους συνανθρώπους του, κάθε τόπου και κάθε εποχής, που θα πει ότι ο Χριστός διαιωνίζει την παρουσία Του και μέσα από αυτόν ως «εν ετέρα μορφή».

Οπότε η κάκωση του σώματος και το άλγος της ψυχής εντάσσονται από την άποψη αυτή κάτω από άλλον παρονομαστή: γίνονται σκαλοπάτια για πνευματική άσκηση, για υπομονή, για καλλιέργεια της εμπιστοσύνης προς τον Θεό, για περαιτέρω προκοπή στον αγιασμό του. Πονά ο χριστιανός, οδυνάται, δεν νιώθει καλά, όταν πάσχει, γι’ αυτό και παρακαλεί τον Θεό να του δώσει δύναμη, να του δώσει υπομονή, να του άρει ει δυνατόν τον πόνο, αλλά με τελική κατάληξη την κραυγή της πιο μεγάλης πίστεως: «πλην ουχ ως εγώ θέλω, αλλ’ ως Συ». «Γενηθήτω το θέλημά Σου, Κύριε». Κι αυτό το «άφημα» στην πρόνοια του Θεού που μετράει και τις τρίχες ακόμη της κεφαλής μας είναι το στοιχείο που ησυχάζει την καρδιά του πιστού, όπως το εξέφρασαν και οι πιστοί της πρώτης Εκκλησίας όταν αντιμετώπιζε πρόβλημα της ίδιας της ζωής του ο πατέρας τους, ο μέγας απόστολος Παύλος: «ησυχάσαμεν ειπόντες το θέλημα του Κυρίου γινέσθω».

Προστρέχουμε λοιπόν στην Παναγία μας και δι’ Αυτής στον ίδιο τον Κύριο κάθε φορά που πάσχουμε, Την παρακαλούμε μέσα στο πλαίσιο της αγάπης Της και του ελέους Της να μας δει με τη μεγαλύτερη στοργή που μπορεί να μας κοιτάξει, όμως αφηνόμαστε με εμπιστοσύνη στη δική Της κρίση που είναι η κρίση του Πατέρα μας Θεού. Και ξέρουμε ότι αυτό είναι ό,τι καλύτερο και θεραπευτικότερο για τη ζωή και την ύπαρξή μας.

http://pgdorbas.blogspot.com/2022/08/blog-post.html

01 Αυγούστου, 2022

Το αντίδοτο του πολλού ψυχικού πόνου των καιρών μας.

 

O μακαριστός μοναχός Μωυσής αγιορείτης, μιλά για τα ψυχολογικά προβλήματα που στην εποχή μας έχουν κατακλύσει το σύγχρονο άνθρωπο.

Ενώ η εποχή μας χαρακτηρίζεται από την υπεραφθονία και την υπερκατανάλωση -η οικονομική κρίση έβαλε λίγο φρένο-, την υψηλή τεχνολογία, την πρόοδο της επιστήμης, τις πολλές ανέσεις και υλικές απολαύσεις, παρατηρείται σοβαρή έξαρση ψυχολογικών προβλημάτων, βλέπει κανείς γκρίζα πρόσωπα, νευρικά, ταραγμένα, φοβισμένα, αγχωμένα, θλιμμένα και στεναχωρημένα.

Ακόμη και οι νέοι ταλαιπωρούνται από έντονα προβλήματα, εσωτερικές συγκρούσεις, ψυχικά άφωτα αδιέξοδα και αβάσταχτα κενά.

Νέες ωραίες, νέοι μορφωμένοι και πλούσιοι αγέλαστοι, κατηφείς και απαισιόδοξοι. Μια εποχή κατακτήσεων, αποκαλύψεων, κερδών και επιτυχιών, που όμως οι άνθρωποί της αισθάνονται στερημένοι, δίχως ψυχική υγεία, γαλήνη και χαρά. Συχνά τα πρότυπα των νέων μας είναι μελαγχολικοί τύποι της σκληρής μουσικής, της ξέφρενης και ταραγμένης.

Μερικές φορές μάλιστα νομίζεις ότι τους αρέσει να καλλιεργούν τη θλίψη και την απαισιοδοξία. Αντί η μουσική να ευφραίνει και να ανασταίνει την ψυχή, την καθηλώνει στον πικρό πεσιμισμό. Είναι της μόδας τα μελαγχολικά πρόσωπα.

Η προκλητική ένδυση των νέων, η ολονύκτια πρόχειρη διασκέδαση, ο παρασυρμός στη φοβερή μάστιγα των ναρκωτικών, η μεγάλη κατανάλωση αλκοολούχων ποτών, η πολύωρη νοσηρή εξάρτηση στο διαδίκτυο και άλλα πολλά παρόμοια οξύνουν το πρόβλημα και καθόλου δεν το θεραπεύουν.

Σαν να θέλουν σώνει και καλά μερικοί να καταστρέψουν την υγεία τους, να συντομεύσουν τη ζωή τους, να μη τους ενδιαφέρει διόλου το μέλλον.

Οι στατιστικές είναι λίαν λυπηρές. Σε όλο τον κόσμο 340.000.000 άνθρωποι υποφέρουν σήμερα από σοβαρά προβλήματα ψυχικής υγείας.

Σε Ευρώπη και Αμερική η Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας αναφέρει πως περίπου ο μισός πληθυσμός πάσχει από κατάθλιψη, μελαγχολία και την ελαφρότερη δυσθυμία.

Παρατηρεί λοιπόν κάποιος σήμερα ειλικρινά και με πόνο πως ούτε η νεότητα, ούτε η ωραιότητα, ούτε η δόξα της επιτυχίας και της ανόδου, ούτε τα πολλά χρήματα και τα πανάκριβα ενδύματα δίνουν πάντοτε την αναμενόμενη χαρά και την πολυπόθητη ευτυχία.

Εν τούτοις, μήπως η συνεχώς παρουσιαζόμενη κατήφεια θέλει να επηρεάσει τους πάντες, ώστε να πλουτίζουν οι βιομηχανίες ψυχοφαρμάκων;

Η υπερβολική αθυμία, λέγουν οι άγιοι πατέρες της εκκλησίας μας, είναι το πονηρό πνεύμα της λύπης, που οδηγεί στην κατάθλιψη και τη μελαγχολία.

Εύστοχα ειπώθηκε πως η κατάσταση της θλίψης μπορεί κάποτε νοσηρά να γίνει ευχάριστη, μια μορφή ήπιου σαδομαζοχισμού. Η συνήθεια αυτής της σύγχρονης κοινωνίας εκφράζει και δηλώνει τη μεγάλη απογοήτευση, που προέρχεται από την έλλειψη αξιών και τον ατομικισμό.

Μπορεί ο κάθε άνθρωπος, αν αγωνιστεί και θέλει πραγματικά, να απορρίψει από τη ζωή του άμεσα ό,τι δεν του δίνει αληθινή αισιοδοξία, χαρά και ευχαρίστηση. Έτσι ο άνθρωπος θα έχει ηρεμία, ησυχία και γαλήνη. Η συνείδησή του θα είναι αναπαυμένη, η ζωή του ατάραχη, ακόμη και ο ύπνος του γλυκός.

Ο ποιητής Τ. Έλιοτ λέγει: «Κάνοντας κάτι χρήσιμο, λέγοντας κάτι ορθό, ατενίζοντας κάτι πραγματικά ωραίο, αρκούν για να ομορφύνουν τη ζωή σου». Ο Ντοστογιέφσκι έλεγε «η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο». Είναι γεγονός πως το κακό, το πονηρό, το αισχρό προκαλεί και δελεάζει, όμως το καλό, το αγαθό, το ιερό και ωραίο είναι που πάντοτε θέλγει πραγματικά και συγκινεί βαθύτατα.

Η ελληνορθόδοξη παράδοση έχει δύναμη, αντοχή, νόημα, πίστη, παρηγοριά και ελπίδα. Η προσπάθεια ορισμένων να ξεριζώσουν από τις καρδιές των ανθρώπων αυτή την πλούσια και ζωηφόρα παράδοση το μόνο που θα καταφέρει θα είναι να αυξήσει τους θλιμμένους, τους απαρηγόρητους, τους ανέλπιδους.

Η παράδοση αυτή γέννησε εκλεκτές μορφές αγίων και ηρώων. Ήλθε ο καιρός για μια ουσιαστική αναζήτηση, προς επανασύνδεση με την ιστορία, την παράδοση και τη συνέχειά της.

Ώρα ευπρόσδεκτη, κατάλληλη και απαραίτητη για μια καινούργια ανακάλυψη της παραδόσεώς μας και της δυνατής βεβαιότητος που προσφέρει στην απόγνωση, στην κατήφεια, στην κατάθλιψη και στη μελαγχολία.

Να το αντίδοτο του πολλού ψυχικού πόνου των καιρών μας. Είναι ανάγκη σύντομα να το αναζητήσουμε προς θεραπεία. Δεν παίρνει άλλο μια ανοημάτιστη και μαύρη ζωή. Δεν είναι έτσι; Είμαι υπερβολικός και παρωχημένος;

Α.Π.

11 Μαΐου, 2022

Άγιος Λουκάς ο Iατρός: Γιατί ο Χριστός δεν σώζει κανέναν δια της βίας και πότε ο Χριστός θα σώσει μια ψυχή.

                   
«Ος γαρ αν θέλει την ψυχήν αυτού σώσαι, απολέσει αυτήν ος δ’ αν απολέση την εαυτού ψυχήν ένεκεν εμού και του ευαγγελίου, ούτος σώσει αυτήν».

Ω, Κύριέ μου! Είναι πολύ σημαντικός αυτός ο λόγος σου και έχει μεγάλο βάθος.

Είναι πολύ σημαντικό για μας να καταλάβουμε το βάθος του λόγου αυτού! Τα λόγια Σου σε πολλούς δημιουργούν σύγχυση και προκαλούν απορία. Τι σημαίνει αυτό που λέει ο Κύριος Ιησούς Χριστός, ότι πρέπει να χάσουμε τη ψυχή μας.

Εμείς θέλουμε να την σώσουμε και Αυτός μας λέει να την χάσουμε. Και μάλιστα να χάσουμε την ψυχή μας είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να την σώσουμε, αυτό ακριβώς λέει ο λόγος Του. Και πως να το καταλάβουμε; Αυτό πρέπει να σας εξηγήσω για να διαλύσω τις απορίες σας.

Τι είναι η ανθρώπινη ψυχή; Η ψυχή μας είναι το σύνολο των αισθήσεων, των επιδιώξεων και των επιθυμιών μας, των αντιλήψεων και προσλήψεων από τον εξωτερικό και τον εσωτερικό κόσμο. Το περιεχόμενο της ψυχής του κάθε ανθρώπου είναι διαφορετικό. Όλοι σας γνωρίζετε πόσο διαφορετικές είναι οι σκέψεις, οι επιθυμίες και οι επιδιώξεις της κάθε ανθρώπινης ψυχής.

Πολύ συχνά αυτές οι επιδιώξεις και οι επιθυμίες είναι ακάθαρτες και ανώμαλες.

Η ψυχή ενός ανθρώπου που μπορεί να είναι γεμάτη από ψέμα, υπερηφάνεια, εγωισμό, αυτοέπαινο, λαιμαργία, πορνεία ή ακόμα και να έχει τάση να κλέβει και να φονεύει τον πλησίον. Μία τέτοια ψυχή είναι βδέλυγμα ενώπιον του Θεού. Αυτή μοιάζει με τον τόπο που πετάνε τις ακαθαρσίες, ο οποίος είναι γεμάτος απαίσια σκουλήκια. Μια τέτοια ψυχή είναι σαπρή και δεν είναι άξια του ελέους του Θεού.

Οι ψυχές των ανθρώπων είναι καθαρές και γεμάτες καλές επιθυμίες. Αλλά και σε τέτοιες ψυχές, αν αυτές δεν έχουν την χάρη του Θεού, μπορεί να υπάρχει βρωμιά. Γι’ αυτό ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός λέει, ο,τι αυτός που θέλει να τον ακολουθήσει πρέπει να απαρνηθεί τον εαυτό του.

Τι σημαίνει να απαρνηθούμε τον εαυτό μας; Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να απαρνηθούμε τα δικά μας σχέδια και την δική μας κατανόηση των οδών της ζωής, να παρατήσουμε τις επιθυμίες και τις επιδιώξεις μας και να απαρνηθούμε την βούλησή μας. Πρέπει την ψυχή μας αυτή, την ρυπαρή και αμαρτωλή, να την χάσουμε και να την απαρνηθούμε ολοσχερώς. Αν δεν θα χάσει ο άνθρωπος αυτή την ακάθαρτη ψυχή του, τότε είναι αδύνατον γι’ αυτόν να αποκτήσει την Βασιλεία των Ουρανών.

Αν θα την χάσει, αν θα απαρνηθεί μία τέτοια ψυχή, τότε θα την σώσει. Διότι μόνο τότε, όταν η ψυχή θα ελευθερωθεί από τις αμαρτωλές επιθυμίες και γίνει φωτεινή, μπορεί να κατοικήσει μέσα της το Άγιο Πνεύμα. Μόνο τότε ο Χριστός θα σώσει αυτή την ψυχή.

Γιατί ο Χριστός δεν σώζει κανέναν δια της βίας. Περιμένει να μισήσει ο άνθρωπος τον εαυτό του και με μετάνοια να στραφεί προς τον Θεό και να τον ικετέψει για την σωτηρία του, να επιθυμεί το άγιο Πνεύμα να κατοικήσει στην ψυχή του.

Άγιος Λουκάς ο ιατρός
inpantanassis

01 Μαΐου, 2022

''ΑΝ ΑΓΑΠΑΣ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΑΝΡΩΠΟΥΣ ΓΕΜΙΖΕΙ Η ΨΥΧΗ ΣΟΥ'' ΑΓΙΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ

«Μην ενδιαφέρεσαι αν σε αγαπούν, αλλά αν εσύ αγαπάς τον Χριστό και τους ανθρώπους. Μόνο έτσι γεμίζει η ψυχή» (Όσιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης).
Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην επιζητεί το γέμισμα της ψυχής του, την ανάπαυση δηλαδή της καρδιάς του: να νιώθει ότι βρήκε τον «τόπο» του, εκεί που όλα αποκτούν νόημα και ο ίδιος πλημμυρίζει από χαρά. Κι αυτό σημαίνει ότι δυστυχώς ο εαυτός μας από μόνος του δεν έχει τη δυνατότητα αυτή – το γέμισμα της ύπαρξής μας δεν επέρχεται κατά αυτοματικό τρόπο, δεν είμαστε οι ίδιοι η πηγή που μπορεί να ξεδιψάσει το είναι μας.
Και δικαίως: η πηγή της ζωής μας βρίσκεται στον Δημιουργό μας, Εκείνος μας έπλασε, Εκείνος ως «ο Ων», η πηγή δηλαδή της ζωής, μας έδωσε και μας δίνει τη δυνατότητα να ζούμε, να κινούμαστε, να υπάρχουμε. «Αυτός δίνει σε όλους ζωή και πνοή και τα πάντα» (απ. Παύλος). Οπότε, η ψυχή μας γεμίζει μόνον σε αναφορά με τον Κύριο και Θεό μας, τον ενανθρωπήσαντα Θεό μας Ιησού Χριστό, συνεπώς και με όλη την αγία Τριάδα.
Η σχέση με τον Χριστό, που θα πει ένταξη μέσα στο ζωντανό σώμα Του την Εκκλησία, φέρνει τον άνθρωπο στην ομαλή φυσιολογική κατάστασή του, να ρέει μέσα του το ύδωρ της ζωής, το οποίο τον κάνει να ζει σε μία αιώνια διάσταση – για ό,τι έχει πλαστεί ο κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού άνθρωπος. «Όποιος πιει από το νερό που εγώ θα του δώσω, θα γίνει αυτό μέσα του πηγή ύδατος που αναβλύζει την αιώνια ζωή» (ο Κύριος).
Έτσι ο λόγος του αγίου Πορφυρίου: «μόνον έτσι γεμίζει η ψυχή», δεν είναι δογματικός με την έννοια του τυφλά φανατικού που εκφράζει μία παθιασμένη ιδεολογία, αλλά αποτελεί στέρεη διατύπωση του ανθρώπου που βιώνει την εν Χριστώ πίστη και καταθέτει από την εμπειρία του τη μαρτυρία αυτή. Κινείται ο άγιος στο ίδιο μήκος κύματος με τους αγίους Αποστόλους, οι οποίοι πρώτοι μετά από τη συγκλονιστική εμπειρία ζωής τους με τον Θεάνθρωπο Κύριο ομολογούσαν: «ουκ έστιν εν άλλω ουδενί η σωτηρία». Η θεολογία τους ήταν ακριβώς η διήγηση της συναναστραφής τους με τον Ιησού, για τον Οποίο ήταν έτοιμοι να δώσουν και τη ζωή τους. Όπως και έγινε.
Ο άγιος όμως είναι συγκεκριμένος. Τονίζει τη μέθοδο που πρέπει να ακολουθήσει ο άνθρωπος για να φτάσει στο σημείο πλήρωσης της καρδιάς του από νόημα και ζωή και χαρά. Βεβαίως δηλαδή ο Χριστός είναι το σημείο αναφοράς, αλλά το πρόβλημα είναι πώς ζει κανείς στα όρια της ύπαρξής του τον Χριστό. Κι αυτό που σημειώνει ο μεγάλος σύγχρονος άγιος είναι η αγάπη.
Μόνον ζώντας κανείς την αγάπη που έφερε ο Χριστός σχετίζεται με Αυτόν. Γιατί ο Χριστός είναι η Αγάπη και έξω από Αυτήν δεν συναντάς τίποτε άλλο πέρα από τα πάθη σου και τα δαιμόνια που είναι κρυμμένα πίσω από αυτά. Κι είναι τούτο μία αλήθεια που την επιβεβαιώνουμε όλοι μας καθημερινά: επιζητούμε το γέμισμα της καρδιάς μας, αλλά ακολουθώντας λανθασμένους δρόμους. Τους δρόμους της ικανοποίησης των παθών μας, της φιληδονίας μας, της φιλαργυρίας μας, της φιλοδοξίας μας.
Κυνηγάμε τις απολαύσεις, γιατί νομίζουμε ότι με αυτές θα θεραπεύσουμε την πονεμένη και άδεια καρδιά μας, και το αποτέλεσμα είναι εντελώς επώδυνο: προσθέτουμε τραύμα πάνω στα τραύματά της. Και το ίδιο συμβαίνει και με κάθε άλλο πάθος. Ας δούμε εκείνους που «διαπρέπουν» στον κόσμο και έχουν τη δυνατότητα εκπληρώσεως κάθε επιθυμίας τους. Μαύρη και άραχλη η ζωή τους! Όσο γεμίζουν με εξωτερικά αγαθά, τόσο αδειάζουν εσωτερικά!
Και ο μέγας Πορφύριος συμπληρώνει: η αγάπη γεμίζει την καρδιά και την ψυχή μας, αλλά και ησυχάζει και το σώμα μας. Ποια αγάπη όμως; Όχι εκείνη που τη ζητάμε και την απαιτούμε από τους άλλους! Γιατί αυτό αποτελεί τη μεγαλύτερη επιβεβαίωση του εγωισμού μας – εγώ να δεχτώ την προσφορά των άλλων! Γι’ αυτό και το παρόμοιο ενδιαφέρον μας γέμει δολιότητος και προσθέτει, όπως είπαμε, μαυρίλα στη μαυρίλα μας!
Η αληθινή αγάπη όμως, κατά τον άγιο, δεν έχει παθητικό χαρακτήρα. Συνιστά την πιο ενεργητική κίνηση που μπορεί να αναπτυχθεί στον άνθρωπο. Γιατί ανοίγει την καρδιά στην αγάπη προς τον Χριστό και την εικόνα Του τον άνθρωπο, τον κάθε άνθρωπο, ό,τι κι αν είναι αυτός: γνωστός ή άγνωστος, φίλος ή εχθρός! Κι είναι η αγάπη που έζησε και δίδαξε ο Κύριος, δείχνοντάς μας το όριό της: τον ίδιο τον Σταυρό! «Αγαπάτε αλλήλους – είπε – καθώς ηγάπησα υμάς. Μείζονα ταύτης αγάπης ουδείς έχει, ίνα τις την ψυχήν αυτού θη υπέρ των φίλων αυτού».
Συνεπώς γεμίζει η ψυχή όταν ο πιστός με τη χάρη του Χριστού αποφασίσει να θυσιάσει τη ζωή του. Αυτό είναι το μυστήριο του Θεού: πας να σώσεις τη ζωή σου, με την έννοια να την περιχαρακώσεις στα δικά σου όρια; Θα καταστραφείς! Ετοιμάζεσαι να τη θυσιάσεις για χάρη του Χριστού και του αδελφού σου; Τότε πράγματι θα τη βρεις να προβάλλει μεγαλειώδης ενώπιόν σου!
Δεν είναι τυχαίο ότι ο Κύριος, προβάλλοντάς μας το παράδειγμα του καλού Σαμαρείτη ως τύπου του αληθινού ανθρώπου που διέπεται από αγάπη, καταλήγει: «γεγονέναι πλησίον». Να γίνεσαι εσύ πλησίον του άλλου και όχι να περιμένεις τον άλλον να έρθει αρωγός σε σένα. Το πρώτο είναι δείγμα υγείας. Το άλλο δείγμα αρρώστιας και ημιθανούς καταστάσεως.
Ο λόγος του Κυρίου έρχεται και με άλλον τρόπο να αποκαλύψει την αλήθεια αυτή: «Σηκώστε πάνω σας τον ζυγό μου, τηρήστε δηλαδή τις εντολές μου που θα πει την αγάπη προς τον άλλον, και μάθετε από εμένα ότι είμαι πράος και ταπεινός στην καρδιά. Και τότε θα βρείτε ανάπαυση στις ψυχές σας».
παπα Γιώργης Δορμπαράκης
ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΝ

07 Μαρτίου, 2022

Μεταθανάτιες Εμπειρίες!

Η ζωή πέραν του τάφου
Μητροπολίτη Αντωνίου του Σουρόζ
Είναι σημαντικό, είτε αντικρίζοντας το θάνατό μας είτε αντιμετωπίζοντας το θάνατο κάποιου άλλου, να συνειδητοποιούμε την αιωνιότητα. 
Πριν από τριάντα περίπου χρόνια, ένας άνθρωπος οδηγήθηκε στο νοσοκομείο, με μια φαινομενικά συνηθισμένη αρρώστια. Μετά τις εξετάσεις βρέθηκε ότι έπασχε από καρκίνο που δεν μπορούσε να χειρουργηθεί. Το πληροφορήθηκε η αδελφή του καθώς και εγώ, αλλά όχι αυτός. Αισθανόταν ακμαίος, δυνατός και πάρα πολύ ζωντανός.
Μου είπε: «Έχω τόσα να κάνω και βρίσκομαι εδώ, καθηλωμένος στο κρεβάτι, για πόσο ακόμη;»
Του είπα: «Πόσο συχνά δεν μου έχεις πει ότι ονειρεύεσαι τη στιγμή που θα μπορούσες να σταματήσεις το χρόνο ώστε να μπορείς να είσαι αντί να φτιάχνεις; Ποτέ δεν το έκανες. Ο Θεός το κάνει τώρα για σένα. Τώρα είναι καιρός για να είσαι».
Αντιμετωπίζοντας την ανάγκη του να «είναι», σε μια κατάσταση που θα την αποκαλούσαμε εντελώς θεωρητική, έμεινε έκπληκτος και είπε: «Τι πρέπει να κάνω;»
Του είπα ότι η αρρώστια και ο θάνατος δεν καθορίζονται μόνο από φυσιολογικές αλλαγές -από τα μικρόβια και την παθολογία-αλλά και από όλα εκείνα τα στοιχεία που καταστρέφουν την εσωτερική μας ενέργεια. Αυτά είναι όλα όσα θα μπορούσε κάποιος να αποκαλέσει αρνητικές σκέψεις και αισθήματα, το καθετί που εξασθενίζει τη ζωή μέσα μας, το καθετί που εμποδίζει τη ζωή από το να ξεχυθεί σαν ποτάμι, καθαρό και ελεύθερο. Του πρότεινα λοιπόν να τακτοποιήσει όχι μόνο εξωτερικά, αλλά και μέσα του όλα όσα υπήρξαν λανθασμένα στη σχέση του με τους ανθρώπους, με τον ίδιο, σε όλες τις περιστάσεις της ζωής του, και να αρχίσει από εκείνη τη στιγμή. Όταν μάλιστα το κάνει αυτό για, το τώρα, ας προχωρήσει πίσω στο παρελθόν για να το καθαρίσει, για να κάνει ειρήνη με τους πάντες, λύνοντας τους κόμβους, για να αντιμετωπίσει κάθε κακό, για να μετανοήσει, για να δεχθεί και να ευγνωμονήσει με όλη του τη ζωή – πράγματι, η ζωή του είχε σταθεί σκληρή.
Έτσι, μέρα με τη μέρα, μήνα με το μήνα, περάσαμε από όλη αυτήν τη διαδικασία. Έκανε ειρήνη με ολόκληρη τη ζωή. Και τον θυμάμαι στο τέλος, ξαπλωμένο στο κρεβάτι του, τόσο αδύνατο που να μην μπορεί να χρησιμοποιήσει το κουτάλι, να μου λέει με μάτια που έλαμπαν: «Το σώμα μου έχει, κιόλας πεθάνει, και όμως ποτέ δεν ένιωσα τόσο πολύ ζωντανός, όπως νιώθω τώρα». Είχε ανακαλύψει ότι η ζωή δεν ήταν μόνο το σώμα του, αν και ο ίδιος ήταν το σώμα του, και ότι διέθετε μια πραγματικότητα που ο θάνατος του σώματός του δεν μπορούσε να καταστρέψει.
Αυτή είναι μια πολύ σπουδαία εμπειρία. Είναι κάτι που πρέπει να κάνουμε σ’ όλη τη διάρκεια της ζωής μας, σε κάθε στιγμή, αν θέλουμε να συνειδητοποιήσουμε τη δύναμη της αιώνιας ζωής μέσα μας και συνεπώς να αποβάλουμε το φόβο για οτιδήποτε συμβεί στην πρόσκαιρη αυτή ζωή, που επίσης μας ανήκει.
https://www.dogma.gr/dialogos/metathanaties-empeiries-2/135256/ α.π.

06 Μαρτίου, 2022

Όταν Αποδέχεσαι το Μυστήριο του Θανάτου

Το μυστήριο του θανάτου στο φως της Ορθοδοξίας!
Μητροπολίτη Αντώνιου του Σουρόζ
Η μητέρα μου πέθανε από καρκίνο που τη βασάνισε για μια περίοδο περισσότερο από τρία χρόνια. Εγχειρίστηκε, αλλά ανεπιτυχώς. Ο γιατρός μου μίλησε γι’ αυτό και κατόπιν πρόσθεσε: «Φυσικά, δεν θα πεις τίποτε στη μητέρα σου».
Του είπα: «Θα το πω». Και το είπα.
Θυμάμαι πως την πλησίασα και της είπα ότι είχε τηλεφωνήσει ο γιατρός και μου είχε πει ότι η εγχείρηση δεν είχε πετύχει. Σιωπήσαμε για ένα λεπτό και κατόπιν η μητέρα μου είπε: «Και έτσι θα πεθάνω».
Της είπα: «Ναι».
Κατόπιν έμεινα κοντά της, εντελώς σιωπηλός, επικοινωνώντας μαζί της δίχως λέξεις. Δεν νομίζω ότι κάναμε τίποτε σκέψεις. Είχαμε να αντιμετωπίσουμε κάτι που είχε εισβάλει στη ζωή μας και την είχε αλλάξει τελείως. Αυτό δεν ήταν κάποια σκιά, ένα κακό, κάποιος τρόμος. Ήταν το έσχατο. Και έπρεπε να αντιμετωπίσουμε αυτό το έσχατο χωρίς ακόμη να γνωρίζουμε πως θα εκτυλισσόταν. Μείναμε μαζί όσο αισθανθήκαμε ότι έπρεπε να μείνουμε. Και μετά η ζωή συνεχίστηκε.
Το αποτέλεσμα ήταν να μην κλειστούμε ούτε για μια στιγμή, η μητέρα μου κι εγώ, σ’ ένα ψέμα, να μην οδηγηθούμε σε μια κωμωδία, στερημένοι από οποιαδήποτε βοήθεια. Δεν υπήρξε στιγμή που να μπήκα στο δωμάτιο της μητέρας μου μ’ ένα ψεύτικο χαμόγελο, ή λέγοντας κάτι το ψεύτικο. Δεν υπήρξε καμία στιγμή που να παίξαμε την κωμωδία μιας ζωής που κατακτά το θάνατο, ποτέ δεν ισχυριστήκαμε ότι η αρρώστια θα φύγει, όταν και οι δυο γνωρίζαμε ότι αυτό δεν θα συμβεί. Δεν υπήρξε καμιά στιγμή που να στερήθηκε ο ένας τη βοήθεια του άλλου. Υπήρξαν στιγμές που η μητέρα μου αισθάνθηκε να χρειάζεται βοήθεια. Θα κτυπούσε τότε το κουδούνι καί θα ερχόμουν, και θα μιλούσαμε για τον επερχόμενο θάνατο και το αίσθημα απώλειας που είχα.
Αγαπούσε τη ζωή. Την αγαπούσε βαθιά. Λίγες μέρες πριν πεθάνει έλεγε ότι θα προτιμούσε να ζήσει 150 χρόνια υποφέροντας, αντί να πεθάνει. Μας αγαπούσε. Θλιβόταν για τον χωρισμό: «Ω! Για το άγγιγμα ενός χαμένου χεριού και τον ήχο μιας φωνής που ακόμη υπάρχει».
Κατόπιν, υπήρξαν άλλες στιγμές που αισθάνθηκα τον πόνο, και πήγαινα τότε και μιλούσα γι’ αυτόν στη μητέρα μου. Με στήριζε και με βοηθούσε να αντικρίσω τον θάνατο. Αυτή υπήρξε μια βαθιά και αληθινή σχέση, δίχως κανένα ψέμα μέσα της. Σ’ αυτήν τη σχέση είχε βρει θέση οτιδήποτε είναι αληθινό.
https://www.dogma.gr/dialogos/otan-apodechesai-to-mystirio-tou-thanatou/135246/ ΑΠ

22 Νοεμβρίου, 2021

Πώς και πού ζει η ψυχή μετά θάνατον!

Τι είναι η μέση κατάσταση των ψυχών;

Όσοι λένε ότι η ψυχή μετά τον θάνατο του σώματος πλανάται στον αέρα, εμφανίζεται όπου θέλει ή μπαίνει σε άλλα σώματα για να εμφανισθεί πάλι και να ξαναζήσει στον κόσμο, κάνουν λάθος. Οι ψυχές μετά θάνατο βρίσκονται κάπου, θα λέγαμε σ’ ένα ιδιότυπο χώρο, του οποίου δεν γνωρίζουμε τη φύση. Είναι συγκεντρωμένες όλες μαζί, στερούμενες της δυνατότητας για αυτοδιάθεση. Φυλάσσονται για τη μεγάλη ημέρα του Κυρίου, περιμένοντας την κρίση του Δεσπότη. Ότι οι ψυχές μετά θάνατο πηγαίνουν σε ορισμένο τόπο όπου φυλάσσονται, βλέπουμε στην παραβολή του πλούσιου και του Λαζάρου (Λουκ. 16,19-31). Ο πλούσιος πέθανε και πήγε στον τόπο των βασανιστηρίων, ενώ ο φτωχός Λάζαρος οδηγήθηκε από τους αγγέλους στον κόλπο του Αβραάμ (Λουκ. 16,22). Μεταξύ των δύο αυτών καταστάσεων ανοίγεται χάσμα μέγα και αγεφύρωτο. Ο πλούσιος είναι ριγμένος στη φωτιά, ζητώντας λίγες σταγόνες νερού να δροσίσει την καιόμενη γλώσσα του. Θα ήθελε να γυρίσει στον κόσμο για να βάλει μυαλό στ’ αδέλφια του για να μην καταλήξουν, όπως κι αυτός, στα μεταθανάτια βασανιστήρια. Όμως δεν μπορούσε. Ζητούσε βοήθεια από τον Λάζαρο, ο οποίος ζούσε ευτυχισμένος στην ηρεμία και τη χαρά του Παραδείσου.

Το διάστημα ζωής που μεσολαβεί μεταξύ του θανάτου κάθε ανθρώπου και της δευτέρας παρουσίας και της καθολικής κρίσης λέγεται μέση κατάσταση των ψυχών. Είναι το μεσοδιάστημα μέχρι τον δεύτερο ερχομό του Χριστού στον κόσμο. Η μερική κρίση δεν είναι λόγος κενός, κάτι που λέμε ρητορικά και σχηματικά, χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο. Είναι κατάσταση πραγματικής ζωής, που εμείς που ζούμε εδώ δεν μπορούμε να καταλάβουμε. Αλήθεια, πως ζει η ψυχή απαλλαγμένη από το σύνοικο σώμα με το οποίο πλάστηκε κι έζησε τόσα χρόνια στη γη; Αυτή μονάχα το γνωρίζει και ο Θεός. Θα το μάθουμε βέβαια κι εμείς, όταν έρθει η ώρα μας. Να μη βιαζόμαστε λοιπόν.

Εν πάση περιπτώσει η ζωή δεν θα είναι ίδια για όλες τις ψυχές. Όσες έζησαν καλά στην κάτω ζωή, αγάπησαν τον Θεό και τον συνάνθρωπο και πέθαναν ειρηνικά στους κόλπους της Εκκλησίας, θα πάνε στο φωτεινό μέρος της μέσης κατάστασης, τον παράδεισο, κοντά στον Θεό, απολαμβάνοντας ένα μέρος της χαράς της θείας ευλογίας και περιμένοντας με λαχτάρα τη Δεύτερη Παρουσία του Χριστού για να λάβουν το πλήρες μέτρο της ευτυχίας του ουρανού, για το οποίο έζησαν στον μοχθηρό τόπο της επίγειας ζωής.

Αντίθετα, όσες έζησαν μακριά από τον Θεό, κομμένες από τη σωστική χάρη του, αδιάφορες για το τι έκανε ο Χριστός με το λυτρωτικό έργο της θείας του ενανθρώπισης, όσες έζησαν για την σάρκα μόνο και τις ορέξεις της και ήσαν σκληρές και απάνθρωπες για τον συνάνθρωπο, θα ριφθούν στην κόλαση, στο μέρος των κολαστηρίων (πάντοτε στην μέση κατάσταση), όπου θα τιμωρούνται μερικώς για την αντίθετη και απάνθρωπη διαγωγή τους, τρέμοντας την έλευση της δευτέρας παρουσίας του Κριτή.    

Πηγή: «Απαντήσεις σε ερωτήματα Σωτηριολογικά», Ανδρέα Θεοδώρου, σελ. 224

Τα μνημόσυνα που κάνει η Εκκλησίας μας σχετίζονται με τη σωτηρία των ψυχών στη μέση κατάσταση;

Ναι, σχετίζονται, όχι φυσικά για όλες, αλλά για ορισμένες απ΄αυτές. Οι δίκαιες και οι άδικες ψυχές δεν έχουν ανάγκη από τα μνημόσυνα, που είναι οι προσευχές της Εκκλησίας για την ανάπαυση των κεκοιμημένων. Οι μεν δίκαιες, γιατί είναι ήδη στην χαρά του Κυρίου τους και δεν τις αγγίζουν τα μνημόσυνα, οι δε άδικες, γιατί είναι παραδομένες στο πυρ το εξώτερο (στη μερική φυσική του διάσταση) και όλα τα μνημόσυνα της Εκκλησίας δεν μπορούν ν’ αφαιρέσουν τίποτε από το μέγεθος της θλίψης και της κακοδαιμονίας τους. Τώρα, γιατί η Εκκλησία κάνει σε όλους ανεξαίρετα τους πεθαμένους τα ιερά της μνημόσυνα, είναι άλλη υπόθεση. Η Εκκλησία δεν γνωρίζει τι συντελέστηκε στην ψυχή κατά την ώρα του θανάτου, αν μετάνιωσε για τα αμαρτήματα της και ζήτησε συγχώρεση από τον Θεό, οπότε τα μνημόσυνα θα την ωφελήσουν. Αυτά τα γνωρίζει μόνο ο Θεός. Η Εκκλησία του απλώς δέεται για τη συγχώρεση όλων των τέκνων της σε όποια κατάσταση κι αν βρίσκονται. Είναι υποχρέωση μας, λοιπόν, να τελούμε τα ιερά μνημόσυνα. Μερικοί αστήρικτοι χριστιανοί τα βλέπουν με απάθεια, καμιά φορά δε τα ειρωνεύονται. Τόσο άσχετοι είναι με το μυστήριο της Εκκλησίας και τις σημαντικές και κρίσιμες ώρες της ανθρώπινης ύπαρξης!

Μεταξύ όμως αυτών των δύο κατηγοριών ,των δικαιων και αδικων ψυχων, υπάρχει και μια άλλη, η οποία δεν ανήκει ολοκληρωτικά σε αυτές, οι ψυχές που δεν είναι αμιγώς δίκαιες ούτε άδικες. Είναι οι ψυχές που έζησαν στη γη σε κοινωνία με τον Χριστό και την Εκκλησία, όμως από αμέλεια και αδιαφορία δεν φρόντιζαν να είναι πάντοτε σε ετοιμότητα πνευματική και ξαφνικά ο θάνατος τις μετέθεσε στη μέση κατάσταση. Έφεραν μαζί τους κηλίδες συγγνωστών αμαρτημάτων, για τις οποίες δεν εξομολογήθηκαν για να πάρουν συγχώρεση. Οι ψυχές αυτές δεν μπορούν να καταταχθούν στο μέρος τους παραδείσου στη μέση κατάσταση, όπου κατατάσσονται οι καθαρές και άγιες ψυχές. Ούτε όμως και στο τμήμα των κολαστηρίων, αφού δεν διέπραξαν χοντρά και θανάσιμα αμαρτήματα. Έτσι βρίσκονται σε μια ενδιάμεση κατάσταση, εξαρτώμενες από το έλεος και τη φιλανθρωπία του Θεού. Εδώ ακριβώς παρεμβαίνει η δέηση της Εκκλησίας, η οποία παρακαλεί τον Θεό να συγχωρήσει τα πλάσματα του αυτά, να μετριάσει και ν’ ανακουφίσει τον πόνο τους και να τους παράσχει «όνησιν» (ωφέλεια), όπως ο Θεος  γνωρίζει. Το έργο αυτό της Εκκλησίας είναι απλή προσευχή και τίποτε περισσότερο. Ότι δια των μνημόσυνων παρέχεται ωφέλεια στις ψυχές είναι βέβαιο. Αυτό που δεν γνωρίζουμε είναι η φύση της όνησης αυτής και σε ποιες ψυχές μπορεί να χορηγηθεί. Αυτά είναι ζητήματα του Θεού, τα οποία δεν μπορούμε εμείς να εξιχνιάσουμε. Να μπορεί άραγε να μεταπηδήσει μια τέτοια ψυχή στον χώρο των δικαίων ψυχών;

Το δόγμα της μέσης κατάστασης, παρά το αδιερεύνητο του χαρακτήρα του, είναι πολύ σημαντικό για την πίστη και την ευσέβεια των μελών της Εκκλησίας. Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία το απορρίπτει. Κατ’ αυτήν μετά θάνατο οι ψυχές έρχονται στο λεγόμενο «καθαρτήριο πυρ», για να καθαρθούν και να εισέλθουν οι μεν καθαρές και δίκαιες στον Παράδεισο οι δε αμαρτωλές και φαύλες στη κόλαση. Οι Ορθόδοξοι δεν γνωρίζουμε τα πράγματα αυτά. Η μέση κατάσταση, όπως τη διδάσκει η Εκκλησία μας, έχει ζωτική και άμεση σχέση με τη σωτηρία μας.

Δυστυχώς οι περισσότεροι χριστιανοί αδιαφορούμε σχετικά. Ζούμε σαν να μην πρόκειται να πεθάνουμε. Παραδινόμαστε στις υποθέσεις του βίου και τα ηδονικά θέλγητρα της ζωής, χωρίς να περιμένουμε τέλος. Και ξαφνικά έρχεται αυτό και μας παραδίδει στο μυστήριο της μεταθανάτιας ζωής. Τι όμως γίνεται τότε; Που θα πάμε; Τι θ’ αντιμετωπίσουμε; Αδύναμοι, όπως είμαστε, βρισκόμαστε κάτω από το άπειρο έλεος και τη συμπάθεια του ουράνιου Πατέρα! Και στη δικαιοσύνη και δικαιοκρισία Του φυσικά.                  Πηγή: «Απαντήσεις σε ερωτήματα Σωτηριολογικά», Ανδρέα Θεοδώρου, σελ. 226

https://www.sostis.gr/blog/item/346-pws-kai-pou-zei-h-psyxh-meta-thanaton

03 Σεπτεμβρίου, 2021

ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΙΣ ΤΣΑΚΙΣΜΕΝΕΣ ΨΥΧΕΣ

Μπροστὰ σ’ ἕνα μεγαλειῶδες ὅσο καὶ συγκινητικὸ θέαμα βρέθηκαν γιὰ ἀκόμη μία φορὰ οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι, Μαθητὲς τοῦ Σωτῆρος. Τὸ ἀναφέρει ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος, αὐτόπτης μάρτυς προφανῶς καὶ ὁ ἴδιος. Ὁ Κύριος, λέγει, πορευόταν, καὶ ὄχλοι πολλοὶ Τὸν ἀκολουθοῦσαν ἀναμένοντας τή θεία Του ἐνέργεια καὶ παρέμβαση στὰ ποικίλα τους προβλήματα. Ἄρρωστοι μὲ διάφορες ἀσθένειες πλησίαζαν τὸν θεῖο Λυτρωτὴ γιὰ νὰ τοὺς χαρίσει τὴν ἴαση. Καὶ Ἐκεῖνος δὲν περιφρονοῦσε κανέναν. Τὰ σπλάχνα Του πάντοτε κινοῦνταν γιὰ ὅλους τοὺς «κακῶς ἔχοντας». Ἔτσι κι ἐδῶ «ἐθεράπευσεν αὐτοὺς πάντας». Σὲ ὅλους χάριζε τὴν ἰαματική Του δύναμη καὶ τοὺς ἔκανε καλά, τὸν καθένα ἀπὸ τὸ νόσημα ποὺ τὸν ταλαιπωροῦσε. Καὶ ὄχι μόνο αὐτό. Παράλληλα τοὺς παρήγγειλε μὲ ἔντονο τρόπο νὰ μὴν Τὸν φανερώσουν σὲ ἄλλους· νὰ μὴ γνωστοποιήσουν τὰ καταπληκτικά Του ἐκεῖνα θαύματα. «Καὶ ἐπετίμησεν αὐτοῖς ἵνα μὴ φα νερὸν ποιήσωσιν αὐτόν» (Ματθ. ιβ΄ 15-16). Συγκινεῖται ὁ Εὐαγγελιστὴς ἀπὸ τὸν τρόπο αὐτὸ τοῦ Κυρίου, τὴν ἄμετρη εὐσπλαχνία καὶ συμπάθεια πρὸς τοὺς ἀνθρώπους καὶ συνάμα τὸ βάθος τῆς ταπεινώσεώς Του, καὶ ἀμέσως ἐνθυμεῖται μία προφητεία ποὺ 750 χρόνια πρὶν εἶχε ἐκφωνήσει γιὰ τὸν Χριστὸ ἐκ στόματος τοῦ Θεοῦ Πατρὸς ὁ προφήτης Ἡσαΐας: «Ἰδοὺ ὁ παῖς μου, ὃν ᾑρέτισα, ὁ ἀγαπητός μου, εἰς ὃν εὐδόκησεν ἡ ψυχή μου». Νά τος ὁ ἀπεσταλμένος μου, ὁ ἀγαπητὸς Υἱός μου, τὸν Ὁποῖο ἐγὼ ἐξέλεξα γιὰ τὸ ἔργο τὸ μεσσιακὸ καὶ ἡ ψυχή μου ἀναπαύθηκε ἐπάνω Του. «...Οὐκ ἐρίσει οὐδὲ κραυγάσει, οὐδὲ ἀκούσει τις ἐν ταῖς πλατείαις τὴν φωνὴν αὐτοῦ» (στίχ. 18-19). Δὲν θὰ φιλονικήσει, οὔτε θὰ βγάλει ἀπὸ τὸ στόμα Του παράφορες κραυγές, οὔτε ποτὲ κανεὶς θὰ ἀκούσει τὴ φωνή Του στὶς πλατεῖες. Δὲν θὰ ἐμφανισθεῖ δηλαδὴ μπροστὰ στὸν κόσμο ὡς δημαγωγός, προσπαθώντας μὲ φωνὲς καὶ ἐπιχειρήματα, μὲ βία καὶ δόλο, μὲ ἐγκλήσεις καὶ ἀντεγκλήσεις νὰ ἐπιβληθεῖ καὶ νὰ κυριαρχήσει ἐπάνω στοὺς ἀνθρώπους. Ὄχι. Δὲν θὰ εἶναι ὁ δικός μου Υἱός, ὁ Μεσσίας καὶ Λυτρωτὴς τοῦ κόσμου, σὰν τοὺς ἀνθρώπους τῆς γῆς, τοὺς μεγάλους καὶ ἐπιφανεῖς, ἄρχοντες καὶ σατράπες. Ἄλλη ἡ τακτική Του. Διαφορετικὴ ἐντελῶς, ἀντίθετη ἀπὸ τοὺς ἡγέτες τοῦ μάταιου αὐτοῦ κόσμου. Ἡ δική Του ἐργασία θὰ εἶναι στὸ κάθε πρόσωπο ξεχωριστά. Ἥσυχα, ἀθόρυβα, ἰδιαίτερα. Ἀπολύτως προσωπικά. Μὲ ἀπέραντο σεβασμὸ καὶ τιμὴ καὶ ἐπιμέλεια στὸν καθένα ἰδιαιτέρως. Καὶ ἀκόμα πιὸ πολὺ στοὺς ἀδύναμους, τοὺς παντοιοτρόπως ταλαιπωρημένους, τραυματισμένους, ἐξουθενημένους. «Κάλαμον συντετριμμένον οὐ κατεάξει καὶ λίνον τυφόμενον οὐ σβέσει» (στίχ. 20). Καλάμι τσακισμένο δὲν θὰ τὸ σπάσει, καὶ φιτίλι ποὺ καπνίζει δὲν θὰ τὸ σβήσει. Ψυχὲς δηλαδὴ ποὺ μοιάζουν μὲ τσακισμένα καλάμια ἀπὸ τὸ βάρος τῆς ἁμαρτίας καὶ τῶν θλίψεων τῆς ζωῆς δὲν θὰ τὶς συντρίψει. Καὶ καρδιὲς στὶς ὁποῖες τὸ φῶς ἔχει ἐπικίνδυνα λιγοστέψει δὲν θὰ τὶς σβήσει, δὲν θὰ τὶς ἐκμηδενίσει. Θὰ πλησιάσει ὁ Υἱὸς ὁ ἀγαπητός μου κάθε πρόσωπο γιὰ νὰ τὸ ὑπηρετήσει, νὰ τὸ διακονήσει στὴν ἀνάγκη του, τὸν πόνο του, τὴν κάκωσή του. Νὰ τὸ θεραπεύσει. Γεμάτος ἔλεος. Γεμάτος σπλάχνα οἰκτιρμῶν, φιλανθρωπία. Ἥσυχα, ἀθόρυβα, ταπεινά. Καὶ θὰ κινηθεῖ ἔτσι μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων, καταλήγει ἡ προφητεία, «ἕως ἂν ἐκβάλῃ εἰς νῖκος τὴν κρίσιν» (ὅ.π.)· μέχρις ὅτου ἀναδείξει τὴν ἀλήθεια καὶ τὸ νόμο Του, σύμφωνα μὲ τὸν ὁποῖο θὰ κριθεῖ ὁ λόκληρος ὁ κόσμος, νικητὴς μέσα στὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων, ὥστε ὅλοι νὰ θελήσουν νὰ ζήσουν σύμφωνα μὲ αὐτόν. Γι’ αὐτὸ καὶ «τῷ ὀνόματι αὐτοῦ ἔθνη ἐλπιοῦσι» (στίχ. 21). Τὰ ἔθνη καὶ οἱ λαοὶ τῆς γῆς σ’ Αὐτὸν τελικὰ θὰ στρέψουν τὰ μάτια καὶ τὶς ἐλπίδες τους. «Κάλαμον συντετριμμένον οὐ κατεάξει». «Παραφωνία» εἶναι τὸ τσακισμένο καλάμι μέσα σ’ ἕναν καλαμιώνα μὲ στητά, ὡραῖα, σὰν λαμπάδες ὀρθωμένα καλάμια. Παραφωνία. Χαλάει τὸ θέαμα, τὸ τοπίο. Καὶ ἄχρηστο πιά. Δὲν μπορεῖς νὰ τὸ χρησιμοποιήσεις γιὰ νὰ στηρίξεις ἄλλα φυτά, κηπευτικά, σ’ ἕναν κῆπο μέσα. Πῶς νὰ γίνει στήριγμα, τὴ στιγμὴ ποὺ τὸ ἴδιο εἶναι σπασμένο... Ἄχρηστο λοιπόν. Τίποτε ἄλλο παρὰ κόψιμο καὶ στὴ φωτιά. Ἐκεῖ εἶναι ὁ προορισμός του. Αὐτὰ γιὰ μᾶς. Γιὰ τὸν Κύριο ὄχι. Αὐτὸς γι’ αὐτὸ ἦρθε στὴ γῆ. Γιὰ νὰ συναντήσει τὰ σπασμένα καλάμια, τὶς τσακισμένες ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ τὴ θλίψη ψυχὲς καὶ νὰ σκύψει ἐπάνω τους. Νὰ σκύψει, νὰ γονατίσει μπροστά τους γιὰ νὰ τὶς ἐπιμεληθεῖ. Νὰ προσηλώσει τὸ βλέμμα Του στὸ τραῦμα τους, νὰ ἀσχοληθεῖ μὲ τὴν πληγή τους, νὰ τὴ φροντίσει, νὰ τὴ δέσει, νὰ τὴ στηρίξει, νὰ τὴν ἐπουλώσει, νὰ τὴ θεραπεύσει μὲ τὴν ἰαματική Του φροντίδα καὶ ἐπιμέλεια. Ὁ Κύριος!... Τί στοργή, τί σεβασμὸς εἶναι αὐτὸς ποὺ δείχνει μπροστὰ στὸν πληγωμένο ἀπὸ τὴν ἁμαρτία ἄνθρωπο! Ἐπανειλημμένως τὸ εἶχε ὁ Ἴδιος διακηρύξει μὲ διαφορετικὰ κάθε φορὰ λόγια: «Οὐ χρείαν ἔχουσιν οἱ ἰσχύοντες ἰατροῦ, ἀλλ’ οἱ κακῶς ἔχοντες· οὐκ ἦλθον καλέσαι δικαίους, ἀλλὰ ἁμαρτωλοὺς εἰς μετάνοιαν» (Μάρκ. β΄ 17). Καὶ πάλι: «Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς» (Ματθ. ια΄ 28). Καὶ ἄλλοτε τὴν προφητεία τοῦ Ἡσαΐα: «... ἰάσασθαι τοὺς συντετριμμένους τὴν καρδίαν» (Λουκ. δ΄ 18). Καὶ μὲ τὴν παραβολὴ τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτη τὸν Ἑαυτό Του εἰκόνιζε: «...καὶ προσελθὼν κατέδησε τὰ τραύματα αὐτοῦ ἐπιχέων ἔλαιον καὶ οἶνον» (Λουκ. ι΄ 34). Ὅλα γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ πληγωμένου, τοῦ τραυματισμένου, τοῦ τσακισμένου ἀπὸ τὴν ἁμαρτία ἀνθρώπου! «Κάλαμον συντετριμμένον οὐ κατεάξει». Πῶς λοιπὸν εἶναι δυνατὸν νὰ θρηνῶ ἀκόμα ἐπάνω στὰ συντρίμμια μου, στὰ σκορπισμένα κομμάτια τῆς ψυχῆς μου, τὰ θρυμματισμένα σπαράγματα τῆς καρδιᾶς μου; Πῶς μπορῶ ἀκόμα νὰ πενθῶ γιὰ τὴ διάλυση ποὺ μοῦ προξένησε ἡ ἁμαρτία; Ἀφοῦ τέτοιον ἰατρὸ διαθέτω δίπλα μου; Τόσο στοργικὸ θεράποντα καὶ ἐπιμελητή μου; Τί περιμένω ἀκόμα καὶ δὲν προστρέχω στὴν ἁγία Του ἀγκάλη γιὰ νὰ βρῶ τὴ θεραπεία μου, τὴν ἀνακούφιση στὸ ἄλγος μου; Τὴν ἑνότητα στὴ διχασμένη ὕπαρξή μου; Τὴ βέβαιη σωτηρία μου; ΟΣΩΤΗΡ2117

23 Ιουλίου, 2021

''ΤΟ ΑΣΦΑΛΕΣ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟΝ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ''

 
Στὴ συνέχεια ὁ ποιητὴς τοῦ 72ου Ψαλμοῦ διηγεῖται πῶς μπόρεσε νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τοὺς προβληματισμούς, τὶς ἀμφιβολίες καὶ τοὺς δισταγμούς του σχετικὰ μὲ τὴν εὐδαιμονία τῶν ἀσεβῶν. Εἶναι ὅμως χαρακτηριστικὸ τοῦτο: Διαλογίζεται, συνταράσσεται, ἀπορεῖ, προβληματίζεται, ἀλλὰ δὲν ἀποκαλύπτει τὶς ἀμφιβολὶες καὶ τοὺς προβληματισμούς του σὲ ἄλ­λους. Δὲν τοὺς ἀποκαλύπτει, διότι φοβᾶται μήπως γίνει αἴτιος σκανδαλισμοῦ. Αὐτοσυγκρατεῖται γιὰ νὰ μὴν παρασύρει καὶ ἄλλους στὴν ἀμφιβολία ἢ καὶ στὴν ἀποστασία.

Γράφει: Ἐὰν ἔλεγα· θὰ διηγηθῶ τοὺς δισταγμούς μου αὐτοὺς καὶ θὰ ἐκθέσω καὶ στοὺς ἄλλους τὶς σκέψεις μου ἔτσι  ὅπως μοῦ ἔρχονται, στὴ γενιὰ τῶν παιδιῶν σου, Κύριε, θὰ γινόμουν ἀποστάτης καὶ ἀτίθασος καὶ προδότης διδάσκαλος. Δὲν ἀποκάλυψα ὅμως τοὺς δισταγμούς μου, ἀλλὰ νόμισα ὅτι ἔπρεπε πρῶτα νὰ μελετήσω τὸ ζήτημα, γιὰ  νὰ τὸ κατανοήσω. Ἡ προσπάθειά μου  ὅμως αὐτὴ ὑπῆρξε κόπος ἀνωφελὴς καὶ ἐξαντλητικός, διότι τὸ πρόβλημα  τοῦτο παρέμεινε γιὰ μένα ἄλυτο (Ψαλ.οβ΄ [72] 15-16).Μὲ τὰ λόγια αὐτὰ ὁ Ψαλμωδὸς τονίζει τὴν εὐθύνη ποὺ ἔχουμε ὡς διδάσκαλοι καὶ καθοδηγοὶ ἄλλων. Στὶς περιπτώσεις αὐτὲς πρέπει πολὺ νὰ προσέχουμε, ὥστε νὰ μὴν παρουσιαζόμαστε ἀβέβαιοι, ἀκατάστατοι καὶ ἀμφιβάλλοντες γι’ αὐτὰ ποὺ ὑποστηρίζουμε· ὡς διδάσκαλοι, ποὺ δὲν γνωρίζουμε πότε πρέπει νὰ ὁμιλοῦμε καὶ τί νὰ  λαλοῦμε πρὸς οἰκοδομὴν τῶν ἀκροατῶν μας. Πρέπει νὰ σκεπτόμαστε δύο  φορὲς καὶ νὰ μιλᾶμε μία. Νὰ προσέχουμε νὰ μὴ σκανδαλίσουμε τοὺς ἁπλοὺς καὶ ἀπονήρευτους. Ἀσφαλῶς πρέπει νὰ φροντίζουμε, ὥστε νὰ μὴ  δημιουργοῦνται μέσα μας ἀσεβεῖς λογισμοί. Ἐὰν ὅμως εἶναι λάθος νὰ ἀφήνουμε νὰ δημιουργοῦνται τέτοιοι λογισμοί, εἶναι μεγαλύτερο λάθος νὰ τοὺς  κοινοποιοῦμε εὐκαίρως - ἀκαίρως, διότι ὑπάρχει φόβος νὰ σκανδαλίσουμε «ἕνα τῶν μικρῶν τούτων» (Ματθ. ιη΄[18] 6).Ὁ εὐλαβὴς Ψαλμωδὸς δὲν ἀποκαλύπτει μὲν τὶς ἀμφιβολίες του πρὸς ἀποφυγὴν σκανδαλισμοῦ τῶν ἀδυνάτων,μελετᾶ ὅμως τὸ πρόβλημα κατ’ ἰδίαν.Βυθίζεται λοιπὸν σὲ σκέψεις λέγοντας·ἂς μελετήσω ἐν σιωπῇ τὸ ζήτημα,γιὰ νὰ τὸ καταλάβω. Ὡστόσο ἡ μελέτη αὐτὴ ὑπῆρξε γι’ αὐτὸν κόπος ἀνωφελὴς καὶ ἐξαντλητικός. Διότι «κόπος ἀνθρώπῳ γνῶναι τοῦ Θεοῦ τὰ ἀπόκρυφα», καθὼς λέγει καὶ ὁ προφήτης Ἡσαΐας. Ποιὸς γνώρισε τὰ σχέδια ποὺ κρύβονται στὸ νοῦ τοῦ Κυρίου καὶ ποιὸς ἔγινε σύμβουλός του, ὁ ὁποῖος  θὰ Τὸν διδάξει; (Ἡσ. μ΄ [40] 13)1.Τελικὰ ὁ Ψαλμωδὸς παίρνει ἀπάντηση ἀπὸ τὸ «ἁγιαστήριον τοῦ Θεοῦ».  Ὁμολογεῖ: Μέχρι ποὺ μπῆκα στὸ ναό, στὸ ἁγιαστήριο τοῦ Θεοῦ, καὶ ἐκεῖ φωτίστηκα ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα· ἔστρεψα  τότε τὸ βλέμμα μου στὰ τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς τῶν ἁμαρτωλῶν αὐτῶν  ποὺ εὐδαιμονοῦν καὶ προφητικὰ κατάλαβα ποιὸ θὰ εἶναι τὸ τέλος τους  (Ψαλ. οβ΄ [72] 17). Δεχόμενος μέσα  στὸ ναὸ τοῦ Θεοῦ τὴν ἔλλαμψη τοῦ  Ἁγίου Πνεύματος, εἶδε νὰ ἀνασύρεται ἡ αὐλαία τῶν μελλόντων, καὶ τότε  προσήλωσε τὸ βλέμμα του στὰ τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς τῶν ἁμαρτωλῶν  ποὺ σήμερα εὐδοκιμοῦν καὶ κατάλαβε προφητικὰ τὸ τέλος, τὸ κατάντημά  τους. Στὸ ναὸ φωτίστηκε, βυθίστηκε  στὰ ἔσχατα καὶ ἔμαθε. Γράφει ὁ Μέγας  Ἀθανάσιος: Ἔμαθα τουλάχιστον ποιὸς  εἶναι ὁ πρόσφορος καιρὸς γιὰ τὴ γνώση τῶν προβλημάτων αὐτῶν· ἔμαθα ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ καιρὸς τοῦ θείου  δικαστηρίου, ὅταν ὁ Κύριος θὰ ἀποδώσει «ἑκάστῳ κατὰ τὰ ἔργα αὐτοῦ» (Ρωμ. β΄ 6). Ὁρισμένοι ἑρμηνεύουν τὸ «ἁγιαστήριον», ὡς «τὸ ἑσόμενον κριτήριον»2 .Διότι ἡ μέλλουσα Κρίση θὰ προσδιορίσει καὶ θὰ ἀποκαλύψει στὸν καθένα  τὰ πρὸς ἀξίαν. Τότε θὰ πληροφορηθοῦμε ὅλοι, καὶ προπαντὸς οἱ μικρόψυχοι, τί εἴδους ἀγαθὸ εἶναι ἡ ἀρετὴ  καὶ τί εἴδους ἡ κακία.  Λέγοντας ὁ θεοσεβὴς Ψαλμωδὸς ὅτι  ἡ προσπάθειά του ὑπῆρξε κόπος ἀνωφελὴς καὶ ἐξαντλητικός, διότι τὸ πρόβλημα ποὺ τὸν ἀπασχολοῦσε παρέμεινε γι’ αὐτὸν ἄλυτο, συμφωνεῖ μὲ τὸν  «Ἐκκλησιαστὴ» ὅτι ὑπάρχουν προβλήματα γιὰ τὰ ὁποῖα «ὅσα ἂν μοχθήσῃ ἄνθρωπος τοῦ ζητῆσαι, καὶ οὐχ εὑρήσει· καί γε ὅσα ἂν εἴπῃ σοφὸς τοῦ  γνῶναι, οὐ δυνήσεται τοῦ εὑρεῖν» (Ἐκκλησ. η΄ 17): Ὅσο καὶ ἂν κοπιάσει ὁ ἄνθρωπος, δὲν θὰ μπορέσει νὰ τὰ ἐ­ρευνήσει· ἀκόμη καὶ ὅσα ὁ σοφὸς θὰ ἰσχυρισθεῖ ὅτι γνώρισε, δὲν θὰ μπορέσει νὰ τὰ κατανοήσει καὶ νὰ δώσει λύση. Ὁ σοφὸς ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ  πεῖ λόγους σοφούς, πιθανούς, ἀλλὰ τὴν ἀλήθεια εἶναι ἀδύνατον νὰ τὴ βρεῖ! Μόνο ἂν προσέλθουμε ταπεινὰ καὶ ἐν  προσευχῇ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ δώσουμε «τὸν λόγον τῷ Λόγῳ», παραδώσουμε τὸ στενὸ λογικό μας στὸν Υἱό καὶ Λόγο τοῦ Θεοῦ, καὶ ἀφήσουμε  Ἐκεῖνον νὰ καταλάμψει τὸ ἐσωτερικό  μας, θὰ φωτισθοῦμε ἀπὸ τὸ ἀνέσπερο φῶς Του καὶ θὰ λάβουμε ἀπάντηση στὰ ὑπαρξιακὰ προβλήματα ποὺ  μᾶς βασανίζουν. Ὥστε τὸ «ἁγιαστήριον τοῦ Θεοῦ» εἶναι τὸ ἀσφαλὲς καταφύγιο τῆς ψυχῆς ποὺ πειράζεται προβληματιζόμενη. Μέσα στὸν ἅγιο χῶρο  του ὅλα τὰ βλέπουμε ὑπὸ τὸ πρίσμα  τῆς αἰωνιότητος. Ὅλα εἶναι καλά, ὅταν  τελειώνουν καλά, ὁπότε εἰσέρχονται  εὐπρόσδεκτα στὴν αἰωνιότητα. Διαφορετικὰ ὅσα συνεχίζουν νὰ μένουν  κακά, θὰ λάβουν «ἔνδικον μισθαποδοσίαν» (Ἑβρ. β΄ 2)· θὰ τιμωρηθοῦν  δίκαια καὶ μὲ τὴν ἀνάλογη τιμωρία.

1. Εἰς Νικοδήμου Ἁγιορείτου - Εὐθυμίου Ζιγαβηνοῦ, Ἑρμηνεία εἰς τοὺς 150 Ψαλμοὺς τοῦ  Προφητάνακτος Δαβίδ, ἐκδ. «Ὀρθόδοξος Κυψέλη», σελ. 279, ὑποσημ.

2. Βλ. Νικοδήμου Ἁγιορείτου - Εὐθυμίου Ζιγαβηνοῦ, ὅ.π.ΟΣΩΤΗΡ2114