Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μνημοσυνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μνημοσυνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

09 Ιουλίου, 2026

ΓΙΑ ΕΝΑ ΤΡΙΣΑΓΙΟ


Είπαν πρόσφατα σ’ έναν συνάδελφό μου ιερέα, τον οποίον τον είχαν φωνάξει στα μνήματα της ενορίας του να τους διαβάσει ένα Τρισάγιο και ο οποίος εν τω μεταξύ αγαπούσε με την καρδιά του να μνημονεύει σε κάθε θεία Λειτουργία πολλά ονόματα κεκοιμημένων αδελφών:
–Πάτερ, πάντως να ξέρετε ότι κάνετε πολύ ωραίο Τρισάγιο.
Κι εκείνος, ο ευλογημένος, μου είπαν ότι τους απάντησε ως εξής:
–Είναι που είμαι κι εγώ νοερά θαμμένος μέσα στον τάφο, περιμένοντας μαζί με τον κεκοιμημένο αδελφό μου λίγο ν’ «αναστηθώ» και να εισπράξω μέσα μου ένα ρεύμα θείας ζωής και δύναμης, μέσα από τα λόγια των ευχών της μικρής αλλά τόσο ωφέλιμης ακολουθίας του Τρισαγίου. Αν για λίγο μπούμε στη θέση των κεκοιμημένων μας, όχι μόνο τα όποια Τρισάγια, αλλά όλα τα πράγματα στη ζωή μας θα τα κάναμε «πολύ ωραία»!...
+
Έμαθα πάλι ότι τον ρώτησαν κάποτε:
–Μα, είναι ανάγκη να μνημονεύετε τόσα ονόματα στην Προσκομιδή;
Κι εκείνος απάντησε:
–Κάποτε, αργά ή γρήγορα, εγώ κι εσύ, θα έρθει η ώρα που θα φύγουμε απ’ αυτή τη ζωή, απ’ αυτόν τον μάταιο κόσμο. Και, μετά, θέλουμε-δε θέλουμε, μας αρέσει-δεν μας αρέσει, θα «γίνουμε» όλο κι όλο «ένα όνομα» σ’ ένα άψυχο, μικρό και τσαλακωμένο χαρτί. Είναι όμως απερίγραπτο αλλά και αβάσταχτο το πόσο θα θέλαμε, από «εκεί» που θα βρισκόμαστε, να βρεθεί ένας ιερέας του Υψίστου, ένας λειτουργός της Ορθοδόξου Εκκλησίας για να μας θυμηθεί και να μας μνημονεύσει, τουλάχιστον για μια φορά στην επίγεια και ιερατική ζωή του.
Και του απάντησαν, έντονα προβληματισμένοι με τη θέση που μόλις εξέφρασε:
–Έτσι όπως τα λέτε, έχετε δίκιο Πάτερ!...
π. Δαμιανός
https://toeilhtarion.blogspot.com/2020/07/blog-post_55.html

28 Αυγούστου, 2023

Γιὰ τὴ Νεκρώσιμη Ἀκολουθία καὶ τὰ Μνημόσυνα

 Anthony Bloom

Metropolitan of Sourozh (1914- 2003)

 Θὰ στραφοῦμε τώρα στὶς διάφορες ἀκολουθίες ποὺ σχετίζονται μὲ τὸ θάνατο στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Πρῶτα ἀπ’ ὅλα ὑπάρχουν δύο ἀκολουθίες ποὺ εἰναι πολὺ γνωστὲς σ’ ὅλους τους Ὀρθόδόξούς. Εἶναι τὸ «Τρισάγιον» ἤ «Παραστάσιμος Ἀκολουθία» ἤ παννυχίδα, [Στ.Μ. ὅπως ὀνομάζεται στὰ Ρωσικὰ]-καὶ ἡ «Νεκρώσιμος Ἀκολουθία» γιὰ τοὺς λαϊκούς. Ὑπάρχουν ἐπίσης καὶ ἄλλες ἀκολουθίες, λιγότερο γνωστὲς: ἡ «Ἀκολουθία εἰς Ψυχορραγοῦντα», ποὺ διαβάζεται πάνω ἀπὸ τὸ πρόσωπο ποὺ ἡ ἀναχώρησή του ἀπὸ αὐτὴν τὴ ζωὴ παρουσιάζει δυσκολίες, ἡ «Νεκρώσιμη Ἀκολουθία» γιὰ νήπια καὶ γιὰ ἱερεῖς. Θὰ ἤθελα νὰ ἀπομονώσω ὁρισμένα χαρακτηριστικὰ ποὺ βασικὰ εἶναι κοινὰ σ’ ὅλες αὐτές.

Ὑπάρχουν δύο πλευρὲς σ’ αὐτὲς τίς ἀκολουθίες: ἡ μία ἀφορᾷ τὴ μέριμνα γιὰ τὴν ψυχὴ καὶ ἡ ἄλλη τὴ φροντίδα γιὰ τὸ σῶμα. Τὸ ἐνδιαφέρον μας γιὰ τὴν προσευχὴ ὑπὲρ τῆς ψυχῆς τοῦ κεκοιμημένου εἶναι κοινὸ μὲ αὐτὸ ὅλων τῶν ἄλλων Ἐκκλησιῶν. Πιστεύω ὅμως ὅτι στὴν Ὀρθοδοξία δίνουμε μιὰ πολὺ πιὸ εἰδικὴ καὶ σημαντικὴ προσοχὴ στὸ σῶμα. Στὸ Μνημόσυνο, ὅλη ἡ προσοχή μας συγκεντρώνεται στὴν ψυχὴ ποὺ βρίσκεται τώρα στὴν αἰωνιότητα, πρόσωπο πρὸς πρόσωπο μὲ τὸν ζῶντα Θεό, καὶ ἡ ὁποία ἀναπτύσσεται σὲ μιὰ ὅλο καὶ βαθύτερη κοινωνία μαζὶ Του. Στὴ Νεκρώσιμη Ἀκολουθία, παράλληλα μὲ τὴ μέριμνά μας γιὰ τὴν ψυχὴ ποὺ ἔχει μὲν ἀναχωρήσει, ἀλλὰ κατὰ κάποιο τρόπο βρίσκεται ἀκόμη κοντὰ στὴ γῆ, ὑπάρχει μιὰ βαθιὰ φροντίδα γιὰ τὸ σῶμα.

Ὅταν διαβάζουμε τὴ Νεκρώσιμη Ἀκολουθία, τὸ σῶμα ἀντιμετωπίζεται ὑπὸ δύο γωνίες. Ἀφ’ ἑνός, γνωρίζουμε καλὰ ὅτι αὐτὸ τὸ σῶμα εἶναι καταδικασμένο νὰ φθαρεῖ: «Χοῦς εἶ καὶ εἰς χοῦν ἀπελεύσει». Ὑπάρχει ἕνας ὀξὺς πόνος σ’ αὐτὴν τὴ σκέψῃ καὶ σ’ αὐτὴν τὴ θέα. Στὴ στάση μας πρὸς τὸν κεκοιμημένο, πρέπει νὰ βροῦμε μιὰ ἰσορροπία ἀνάμεσα στὴν ἀποδοχὴ τῆς πραγματικότητας καὶ στὴ βεβαιότητα τῆς πίστης μας, ἀνάμεσα στὴ θέα τῆς φθορᾶς καὶ στὴ βεβαιότητα τῆς αἰώνιας ζωῆς, ἀνάμεσα στὴν ἀγάπη γιὰ τὸν τόπο ὅπου ἀναπαύεται ὅ,τι ἔχει ἀπομείνει ἀπὸ τὸ ἀγαπημένο σῶμα του, καὶ στὴ βεβαιότητα ὅτι ἡ σχέση κοινωνίας συνεχίζεται ἐν Θεῶ στὴν αἰωνιότητα.

Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη ἄποψη τῆς συμμετοχῆς τοῦ σώματος. Στὶς διάφορες εὐχές, στὸ τροπάριο καὶ στὸν κανόνα, στοὺς ὕμνους τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, βρίσκουμε τὴν ἀντανάκλαση αὐτοῦ τοῦ πόνου καὶ τὴν αἴσθηση μιᾶς τραγωδίας: ἕνα ἀνθρώπινο σῶμα ποὺ ἐκλήθη στὴν αἰώνια ζωή, καὶ ποὺ τὸ σκότωσε ἡ θνητότητα ποὺ γέννησε ἡ ἀπώλεια τοῦ Θεοῦ.

Ἡ Ἁγία Γραφῇ, ἀφ’ ἑτέρου, χρησιμοποιεῖ τοὺς ὅρους «σῶμα», «πρόσωπο» καὶ «ψυχή» κατὰ περίσταση, γιὰ νὰ ὑποδηλώνει τὸ ὅλο πρόσωπο.

Ὄντως, ἡ σύνδεση ποὺ ὑφίσταται ἀνάμεσα στὸ σῶμα καὶ στὴ ψυχή, ἀνάμεσα στὸ σῶμα καὶ στὴν ἴδια τὴν πνευματικὴ ἐμπειρία εἶναι τόσο τέλεια. Ἡ μαρτυρία τοῦ ἀπόστολου Παύλου εἶναι πῶς «ἡ πίστις ἐξ ἀκοῆς, ἡ δὲ ἀκοὴ διὰ ρήματος Θεοῦ».Η λέξῃ προφέρεται, ἡ λέξῃ ἀκούγεται μὲ τὴ βοήθεια σωματικῶν μέσων: τὰ χείλη τοῦ ὁμιλητῆ, τὰ αὐτιὰ τοῦ ἀκροατῆ. Καὶ ὅμως φτάνουν στὴν καρδιά, φτάνονν στὸ νοῦ, φτάνουν στὸν πυρῆνα τοῦ προσώπου μ’ ἕναν τέτοιο τρόπο, ὥστε ἕνας λόγος τοῦ Θεοῦ νὰ μπορεῖ νὰ μεταμορφώοει τὴ ζωὴ ἑνὸς προσώπου.

Γνωρίζουμε ἐπίσης πόσο ὅλες μας οἱ αἰσθήσεις συμμετέχουν σὲ κάθε γεγονὸς τοῦ νοῦ καὶ τῆς καρδιᾶς. Πόση ἀγάπη δὲν ἐκφράζει μιὰ μητέρα στὸ μικρό της παιδὶ μὲ τὸ ἄγγιγμα τοῦ χεριοῦ του, πόση κάθε μορφῆς ἀγάπη δὲν βρίσκει ἔκφραση μέσα ἀπὸ τὸ σῶμα.Έτσι, ἂν κοιτάξουμε τὸ σῶμα ἑνὸς κεκοιμημένου, δὲν ἀντικρίζουμε ἕνα ἔνδυμα ποὺ πρέπει νὰ ἀπορριφθεῖ -ὅπως πολλοὶ λένε γιὰ νὰ παρηγοριοῦνται καὶ γιὰ νὰ σβήσουν τὸν πόνο τους. Δὲν εἶναι ἔνδυμα, οὔτε ἔχει ἀπορριφθεϊ. Εἶναι ἕνα σῶμα ποὺ εἶναι τόσο πραγματικό, ὅσο τὸ πρόσωπο καὶ ἡ ψυχή. Μόνο τὸ συναμφότερον, σῶμα καὶ ψυχή, ἀποτελεῖ ὁλόκληρο τὸ πρόσωπο.

Αὐτὸ τὸ παρουσιάζει μ’ ἕναν ἀπροσδόκητο καὶ ἴσως παράξενο τρόπο ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σῦρος, ὁ ὁποῖος, μιλῶντας γιὰ τὸ σῶμα, λέγει ὅτι ὁ αἰώνιος προορισμὸς τοῦ ἀνθρώπου δὲν μπορεῖ νὰ σταθεροποιηθεῖ πρὶν ἀπὸ τὴν ἀνάσταση τοῦ σώματος, ἐπειδὴ τὸ σῶμα διαθέτει, στὸν ἴδιο βαθμὸ μὲ τὴν ψυχή, τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιλέξει καὶ νὰ καθορίσει τὸν αἰώνιο προορισμὸ τοῦ προσώπου. Τὰ λόγια αὐτά μᾶς φαίνονται μυστηριώδη, ἐπειδὴ δὲν μποροῦμε νὰ φανταστοῦμε πῶς μπορεῖ νὰ γίνει αὐτό. Καὶ ὅμως, αὐτὸ τὸ σῶμα εἶναι τόσο ἐγώ, ὅσο ἐγὼ εἶναι καὶ ἡ ψυχή. Καὶ μόνο κατὰ τὸ συναμφότερον μπορῶ νὰ θεωροῦμαι ὁλόκληρος.

Ἔτσι, ὅταν παρατηροῦμε αὐτὸ τὸ σῶμα, τὸ βλέπουμε μὲ σεβασμό. Βλέπουμε σ’ αὐτὸ ὅλο τὸν πόνο καὶ τὴ χαρά, ὅλο τὸ μυστήριο τῆς ζωῆς αὐτοῦ τοῦ προσώπου. Τὸ σῶμα μπορεῖ νὰ ὀνομαστεῖ ὁρατὸ στοιχεῖο τοῦ ἀοράτου. Ἀπὸ τὴν ἄποψη αὐτή, δὲν εἶναι ἴσως τυχαῖο το ὅτι στὶς ἐκκλησιαστικὲς ἀκολουθίες στὰ σλαβονικά, χρησιμοποιοῦμε γιὰ τὸ σῶμα τὴ λέξῃ «moshchi», ποὺ σημαίνει λείψανο.

Ἔτσι, βλέπουμε ἀφ’ ἑνὸς τὸ τόσο ἀγαπητὸ καὶ πολύτιμο σῶμα, πληγωμένο καὶ κατακτημένο ἀπὸ τὴ θνητότητα, παραδομένο στὸ θάνατο.

Ἀφ’ ἑτέρου, τὸ βλέπουμε ὡς σπόρο ποὺ σπείρεται γιὰ νὰ σηκωθεῖ ξανὰ στὴ δόξα τῆς ἀθανασίας μέσα ἀπὸ τὴν ἀνάσταση. Καί, κοιτάζοντάς το, δὲν μποροῦμε παρὰ νὰ βλέπουμε τὴ σύνδεσή του μὲ τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ.

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος χρησιμοποίησε τὴ φράσῃ «ἡ ζωὴ ὑμῶν κέκρυπται σὺν τῷ Χριστῷ ἐν τῷ Θεῷ». Ἡ σωματική μας ὕπαρξη κρύβεται στὸ μυστήριο τῆς ἁγίας Τριάδος καὶ αὐτὴ ἡ σωματικὴ ὕπαρξη μας ἀποτελεῖ τὴν ἀνθρώπινη φύσῃ μας. Στὸν Χριστὸ καὶ στὴ Θεοτόκο μποροῦμε νὰ δοῦμε αὐτὸ ποὺ καλεῖται νὰ γίνει τὸ σῶμα μας: ἕνα σῶμα δόξῃς. Ἔτσι δὲν εἴμαστε διχασμένοι, ἀλλὰ βρισκόμαστε σὲ μιὰ περίπλοκη κατάσταση στὴν ὁποία, συντετριμμένοι ἀπὸ τὴ λύπη γιὰ τὸ χωρισμό, κοιτάζουμε ἔκπληκτοι τὸ γεγονὸς ὅτι ἕνα ἀνθρώπινο σῶμα μπορεῖ νὰ πεθάνει, καὶ μὲ πίστη καὶ ἐλπίδα κοιτάζουμε ἕνα σῶμα ποὺ μιὰ μέρα θὰ ἐγερθεῖ σὰν τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ.

Κατόπιν ἔρχεται ἡ ψυχή. Υπάρχουν ἀρκετὲς εὐχὲς ποὺ προηγοῦνται τοῦ θανάτου κάποιου προσώπου. Αὐτὲς περιλαμβάνουν ἀκολουθίες ποὺ σχετίζονται μὲ τὴν προετοιμασία γιὰ τὸ θάνατο. Πρῶτα ἀπ’ ὅλα ὑπάρχει αὐτὴ ἡ προετοιμασία ποὺ συνίσταται στὸ νὰ στραφοῦμε ἀπὸ τὰ πρόσκαιρα πράγματα στὰ αἰώνια. Ὁ ἅγιος Σεραφεὶμ μποροῦσε νὰ λέγει πρὶν ἀπὸ τὸ θάνατό του: «Σωματικὰ πλησιάζω στὸ θάνατο, καὶ πνευματικὰ εἶναι μόλις σὰν νὰ ἔχω γεννηθεῖ, μὲ ὅλη τὴ φρεσκάδα καὶ τὴ δροσιὰ μιᾶς ἀρχῆς δίχως τέλος».

Αὐτὸ ὁδηγεῖ στὴν ἀνάγκη προετοιμασίας γιὰ τὸ θάνατο μέσα ἀπὸ μιὰ ἀπαιτητικὴ καὶ συνάμα ἀπελευθερωτικὴ πορεία συμφιλίωσης καὶ εἰρήνευσης μὲ ὅλους, μὲ τὴ συνείδησή μας, μὲ τίς περιστάσεις, μὲ τὸ παρὸν καὶ τὸ παρελθόν, μὲ τὰ γεγονότα καὶ τοὺς ἀνθρώπους καὶ μὲ τὸ μέλλον, μὲ τὸν ἐρχομὸ τοῦ ἴδιου τοῦ θανάτου. Ὅπως νομίζω πὼς τὸ ἔχει θέσει ὁ ἅγιος Ἰσαάκ, ὁ Σῦρος, πρέπει νὰ ὑπάρχει μιὰ διαδικασία μὲ τὴν ὁποία φθάνουμε νὰ εἰρηνεύσουμε μὲ τὸν Θεό, μὲ τὴ συνείδησή μας, μὲ τὸν πλησίον μας, ἀκόμη καὶ μὲ τὰ πράγματα ποὺ ἔχουμε ἀγγίξει. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁλόκληρη ἡ γῆ μπορεῖ τότε νὰ μᾶς πεῖ: «Πορεύου ἐν εἰρήνῃ». Καὶ ἐμεῖς μποροῦμε ἐπίσης νὰ ποῦμε σὲ ὅλα ὅσα ἡ γῆ ἦταν γιὰ μᾶς: «Μεῖνε ἐν εἰρήνῃ, καὶ εἶθε ἡ εἰρήνη καὶ ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ νὰ εἶναι μαζί σου».

Δὲν μπορεῖ κάποιος νὰ εἰσέλθει στὴν αἰωνιότητα δεμένος, περιορισμένος ἀπὸ τὸ μῖσος, δίχως εἰρήνη. Ἂν θέλουμε καὶ ἔχουμε τὴ δυνατότητα νὰ τὸ κάνουμε, στὸν σύντομο χρόνο ποὺ μᾶς προσφέρει ὁ ἐρχομὸς τοῦ θανάτου, χρειάζεται νὰ σκεφτοῦμε ὅλη μας τὴ ζωὴ ὡς μιὰ ἄνοδο, μιὰ ἄνοδο στὴν αἰωνιότητα καὶ ὄχι ὡς μιὰ σταδιακὴ πορεία πρὸς τὸ θάνατο. Αὐτὴ εἶναι μιὰ ἄνοδος στὴ στιγμὴ ἐκείνη ποὺ θὰ εἰσέλθουμε στὴν αἰωνιότητα μέσα ἀπὸ τὴ στενὴ πύλη τοῦ θανάτου -καὶ δίχως νὰ ἀπεκδυθοῦμε τὴν πρόσκαιρη ζωή, ἐνδυόμαστε τὴν αἰωνιότητα, γιὰ νὰ χρησιμοποιήσω τοὺς λόγους τοῦ ἀπόστολου Παύλου.

Ἂν στὸ Μνημόσυνο ὑπάρχει μιὰ συγκέντρωση τῆς προσοχῆς στὴν κεκοιμημένη ψυχή, στὴ Νεκρώσιμη Ἀκολουθία ἡ προσοχὴ στρέφεται στὴν ἀναχωροῦσα ψυχή. Σύμφωνα μὲ τὴν Ὀρθόδοξη παράδοση, τίς τρεῖς πρῶτες ἡμέρες μετὰ τὸ θάνατο τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ψυχή του παραμένει κοντὰ στὴ γῆ, ἐπισκεπτόμενη πιθανῶς γνωστὰ μέρη καὶ ἐνθυμούμενη ὅλα ὅσα ὑπῆρξαν πάνω στὴ γῆ. Ἔτσι, ἡ ψυχὴ θὰ ἀφήσει τὴ γῆ καὶ θὰ σταθεῖ μπροστὰ στὸν Θεὸ ἔχοντας ὅλες τίς ἐνθυμήσεις της.

Γι’ αὐτὸ περιβάλλουμε μὲ ἰδιαίτερη προσοχὴ τίς τρεῖς αὐτὲς μέρες. Προσφέρονται εὐχές, γίνονται «Τρισάγια», ἡ σκέψῃ μας συγκεντρώνεται σὲ ὅλες τίς περίπλοκες σχέσεις ποὺ εἴχαμε μὲ τὸ κεκοιμημένο πρόσωπο. Ἔχουμε δὲ νὰ παίξουμε καὶ τὸν δικό μας ρόλο. Πρέπει νὰ λύσουμε ἀρκετοὺς κόμβους στὴν ψυχή μας. Πρέπει νὰ ἔχουμε τὴ δυνατότητα νὰ ποῦμε στὸν κεκοιμημένο ἀπὸ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς μας καὶ ὅλης τῆς ὕπαρξής μας: «Συγχώρησέ με», καὶ νὰ ποῦμε ἐπίσης: «Σὲ συγχωρῶ, πορεύου ἐν εἰρήνῃ».

Ἐδῶ ἴσως νὰ βρίσκεται τὸ νόημα τοῦ παλιοῦ γνωμικοῦ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ κακολογοῦμε τὸν κεκοιμημένο. Ἂν εἴχαμε ὄντως καὶ μὲ κάθε εἰλικρίνεια πεῖ στὸ πρόσωπο ποὺ ἀναχώρησε ἀπὸ αὐτὴν τὴ ζωὴ: «Σὲ ἐλευθερώνω. Θὰ σταθῶ μπροστὰ στὸν Θεὸ διακηρύσσοντας τὴ συγγνώμη. Τίποτε ἀπ’ ὅσα ἔχουν συμβεῖ ἀνάμεσά μας ἂς μὴ σταθεῖ στὸ δρόμο σου γιὰ τὴν ὁλοκλήρωση καὶ τὴν αἰώνια χαρὰ», τότε πῶς μποροῦμε νὰ ἐπιστρέψουμε καὶ νὰ θυμηθοῦμε τὸ κακὸ καὶ τὴν πίκρα;

Αὐτὸς δὲν εἶναι ἕνας τρόπος γιὰ νὰ κλείνουμε τὰ μάτια στὴν πραγματικότητα, ἐπειδή, ἂν ὄντως ἔχει ὑπάρξει τὸ κακὸ στὴ ζωὴ ἑνὸς προσώπου, ἂν ὄντως ἔχει ὑπάρξει τὸ κακὸ ἀνάμεσα σέ μᾶς καὶ στὸν κεκοιμημένο, τότε πολὺ περισσότερο θὰ πρέπει νὰ προσευχόμαστε στὸν Θεὸ νὰ ἀπελευθερώσει καὶ τοὺς δύο -ἐμᾶς κι ἐκεῖνον. Πολὺ περισσότερο θὰ πρέπει νὰ παρακαλοῦμε τὸν Θεὸ γιὰ νὰ ἀκούσουμε τὰ λόγια τῆς συγγνώμης «πορεύου ἐν εἰρήνῃ», καὶ νὰ ποῦμε τὰ ἴδια λόγια ἅπαξ διὰ παντός, μὲ ἕνα ὅλο καὶ μεγαλύτερο βάθος κατανόησης, μὲ μιὰ ὅλο καὶ μεγαλύτερη συνειδητοποίηση μιᾶς αὐξανόμενης ἐλευθερίας.

Ὑπάρχουν δυσκολίες στὴ Νεκρώσιμη Ἀκολουθία. Ἡ Ἀκολουθία ἀρχίζει μὲ τίς λέξεις «Εὐλογητὸς ὁ Θεός…» καὶ ζητᾷ ἀπό μᾶς ὅλη τὴν πίστη καὶ τὴν ἀποφασιστικότητά μας. Μερικὲς στιγμὲς τεντώνει τὴν πίστη μας στὰ ὅριά της. «Ὁ Κύριος ἔδωκεν, ὁ Κύριος ἀφείλατο… εἴη τὸ ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον εἰς τους αἰῶνας», εἶπε ὁ Ἰώβ. Δὲν εἶναι ὅμως εὔκολο πρᾶγμα ὅταν οἱ καρδιές μας σπαράσσονται καὶ ὅταν βλέπουμε τὸ πρόσωπο, ποὺ ἀγαπᾶμε πάνω ἀπ’ ὅλα, πεθαμένο μπροστὰ στὰ μάτια μας.

Κατόπιν ἔχουμε εὐχὲς τῆς πίστης, εὐχὲς τῆς πραγματικότητας καὶ εὐχὲς τῆς ἀνθρώπινης ἀδυναμίας -εὐχὲς τῆς πίστης ποὺ συνοδεύουν τὴν ψυχὴ τοῦ κεκοιμημένου καὶ ποὺ προσφέρονται μπροστὰ στὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ ὡς μαρτυρία ἀγάπης. Oι εὐχὲς γιὰ τοὺς κεκοιμημένους ἀποτελοῦν ὄντως μιὰ μαρτυρία μπροστὰ στὸν Θεό, ὅτι αὐτὸ τὸ πρόσωπο δὲν ἔζησε ἐπὶ ματαίῳ. Ὅσο ἁμαρτωλὸς καὶ ἀδύναμος ἄνθρωπος κι ἂν ὑπῆρξε ὁ ἀποθανών, ἄφησε πίσω του μιὰ ὄμορφη μνήμη. Ὅλα τὰ ἄλλα θὰ γίνουν χῶμα. Ἡ ἀγάπη θὰ ἐπιβιώσει ἀπ’ ὅλα τὰ ἄλλα πράγματα. Ἡ πίστη θὰ παρέλθει καὶ ἡ ἐλπίδα θὰ παρέλθει ὅταν ἡ πίστη ἀντικατασταθεῖ ἀπὸ τὸ ὅραμα καὶ ἡ ἐλπίδα ἀπὸ τὴ βεβαιότητα, ἀλλὰ ἡ ἀγάπη ποτὲ δὲν θὰ παρέλθει.

Ὅπως στεκόμαστε καὶ προσευχόμαστε γιὰ τὸν κεκοιμημένο, ὅλα ὅσα λέμε εἶναι: «Κύριε, αὐτὸ τὸ πρόσωπο δὲν ἔζησε ἐπὶ ματαίῳ. Αὐτὸ ποὺ ἄφησε στὴ γῆ εἶναι ἕνα παράδειγμα καὶ μιὰ ἀγάπη. Τὸ παράδειγμα θὰ τὸ ἀκολουθήσουμε. Ἡ ἀγάπη ποτὲ δὲν θὰ πεθάνει».

Παρέθεσα προηγουμένως τα λόγια του Λέων Μπλόυ:«Το νὰ ποῦμε σὲ ἕνα πρόσωπο “σὲ ἀγαπῶ” ἰσοδυναμεῖ μὲ τὸ νὰ τοῦ λέμε “ποτὲ δὲν θὰ πεθάνεις”». Διακηρύσσοντας μπροστὰ στὸν Θεὸ τὴν ἀθάνατη ἀγάπη μας γιὰ τὸν πεθαμένο εἶναι σὰν νὰ ἐπιβεβαιώνουμε αὐτὸ τὸ πρόσωπο, ὄχι μόνο στὸ χρόνο ἀλλὰ καὶ στὴν αἰωνιότητα. Ὅταν μάλιστα στεκόμαστε μὲ ἀναμμένα κεριὰ στὴν Ἀκολουθία, διακηρύσσουμε πραγματικὰ τὴν πίστη μας στὴν ἀνάσταση, ἀλλὰ καὶ δηλώνουμε μπροστὰ στὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ ὅτι αὐτὸ τὸ πρόσωπο ἔφερε ἕνα φῶς στὸν κόσμο.

«Οὕτω λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα καὶ δοξάσωσι τὸν πατέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς». Αὐτὸ τὸ πρόσωπο δὲν ἔχει ρίξει ἁπλῶς ἕνα δημιουργικὸ φῶς, οὔτε μᾶς ἔχει ἐντυπωσιάσει μόνο μὲ τὴν ἰδιοφυΐα του, τὴν ὀμορφιὰ ἢ τὰ ταλέντα του, ἀλλὰ ἄφησε νὰ λάμψει τὸ φῶς του Θεοῦ, ἢ ἄκτιστη Θεία δόξα. Αὐτὸ εἶναι κάτι ποὺ ποτὲ δὲν θὰ πεθάνει πάνω στὴ γῆ.

Ὅσο συντετριμμένοι κι ἂν εἴμαστε, ἐξακολουθοῦμε νὰ διακηρύσσουμε αὐτὰ τὰ λόγια τῆς πίστης «Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν». Μερικὲς φορὲς τὸ τροπάριο τῆς Ἀναστάσεως, «Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον πατήσας, καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασιν ζωὴν χαρισάμενος», ἀκούγεται ἀκόμη πιὸ τραγικά, τὴ στιγμὴ ποὺ μπροστὰ στὰ μάτια μας βρίσκεται τὸ νεκρὸ σῶμα ἑνὸς προσώπου ποὺ ἀγαποῦμε. Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἡ φωνῇ τῆς Ἐκκλησίας ποὺ μᾶς ἀπευθύνει λόγους παρακλήσεως καὶ παρηγοριᾶς: «Μακαρία ἡ ὁδός, ἡ πορεύει σήμερον, ὅτι ἡτοιμάσθη σοὶ τόπος ἀναπαύσεως».

Ὅλος ὁ πόνος τοῦ θνήσκοντος προσώπου ἐκφράζεται σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ τροπάρια τῆς Ἀκολουθίας εἰς Ψυχορραγοῦντα, ποὺ διαβάζεται γιὰ νὰ βοηθηθεῖ ἡ ψυχὴ ποὺ δυσκολεύεται νὰ ἀφήσει αὐτὴν τὴ ζωή. «Ἰδοὺ νῦν χωρίζεται, μετ’ ὀδύνης ἡ ψυχή, ἐκ τοῦ δεινοῦ μου σώματος» λέγει ἡ ψυχή. Ὅμως ἐδῶ βρίσκεται καὶ ἡ βεβαιότητά μας ὅτι ὁ θάνατος, ποὺ εἶναι χαμὸς καὶ ἀπώλεια, εἶναι καὶ μιὰ γέννηση στὴν αἰωνιότητα: ὅτι εἶναι ἕνα ξεκίνημα καὶ ὄχι ἕνα τέλος, ὅτι εἶναι μιὰ μεγάλη καὶ ἱερὴ συνάντηση τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν « ψυχὴ ζῶσα», ἡ ὁποία μπορεῖ νὰ ἐκπληρωθεῖ μόνο ἐν Θεῶ.

https://agiazoni.gr/%ce%b3%ce%b9%e1%bd%b0-%cf%84%e1%bd%b4-%ce%bd%ce%b5%ce%ba%cf%81%cf%8e%cf%83%ce%b9%ce%bc%ce%b7-%e1%bc%80%ce%ba%ce%bf%ce%bb%ce%bf%cf%85%ce%b8%ce%af%ce%b1-%ce%ba%ce%b1%e1%bd%b6-%cf%84%e1%bd%b0-%ce%bc/

22 Νοεμβρίου, 2021

Πώς και πού ζει η ψυχή μετά θάνατον!

Τι είναι η μέση κατάσταση των ψυχών;

Όσοι λένε ότι η ψυχή μετά τον θάνατο του σώματος πλανάται στον αέρα, εμφανίζεται όπου θέλει ή μπαίνει σε άλλα σώματα για να εμφανισθεί πάλι και να ξαναζήσει στον κόσμο, κάνουν λάθος. Οι ψυχές μετά θάνατο βρίσκονται κάπου, θα λέγαμε σ’ ένα ιδιότυπο χώρο, του οποίου δεν γνωρίζουμε τη φύση. Είναι συγκεντρωμένες όλες μαζί, στερούμενες της δυνατότητας για αυτοδιάθεση. Φυλάσσονται για τη μεγάλη ημέρα του Κυρίου, περιμένοντας την κρίση του Δεσπότη. Ότι οι ψυχές μετά θάνατο πηγαίνουν σε ορισμένο τόπο όπου φυλάσσονται, βλέπουμε στην παραβολή του πλούσιου και του Λαζάρου (Λουκ. 16,19-31). Ο πλούσιος πέθανε και πήγε στον τόπο των βασανιστηρίων, ενώ ο φτωχός Λάζαρος οδηγήθηκε από τους αγγέλους στον κόλπο του Αβραάμ (Λουκ. 16,22). Μεταξύ των δύο αυτών καταστάσεων ανοίγεται χάσμα μέγα και αγεφύρωτο. Ο πλούσιος είναι ριγμένος στη φωτιά, ζητώντας λίγες σταγόνες νερού να δροσίσει την καιόμενη γλώσσα του. Θα ήθελε να γυρίσει στον κόσμο για να βάλει μυαλό στ’ αδέλφια του για να μην καταλήξουν, όπως κι αυτός, στα μεταθανάτια βασανιστήρια. Όμως δεν μπορούσε. Ζητούσε βοήθεια από τον Λάζαρο, ο οποίος ζούσε ευτυχισμένος στην ηρεμία και τη χαρά του Παραδείσου.

Το διάστημα ζωής που μεσολαβεί μεταξύ του θανάτου κάθε ανθρώπου και της δευτέρας παρουσίας και της καθολικής κρίσης λέγεται μέση κατάσταση των ψυχών. Είναι το μεσοδιάστημα μέχρι τον δεύτερο ερχομό του Χριστού στον κόσμο. Η μερική κρίση δεν είναι λόγος κενός, κάτι που λέμε ρητορικά και σχηματικά, χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο. Είναι κατάσταση πραγματικής ζωής, που εμείς που ζούμε εδώ δεν μπορούμε να καταλάβουμε. Αλήθεια, πως ζει η ψυχή απαλλαγμένη από το σύνοικο σώμα με το οποίο πλάστηκε κι έζησε τόσα χρόνια στη γη; Αυτή μονάχα το γνωρίζει και ο Θεός. Θα το μάθουμε βέβαια κι εμείς, όταν έρθει η ώρα μας. Να μη βιαζόμαστε λοιπόν.

Εν πάση περιπτώσει η ζωή δεν θα είναι ίδια για όλες τις ψυχές. Όσες έζησαν καλά στην κάτω ζωή, αγάπησαν τον Θεό και τον συνάνθρωπο και πέθαναν ειρηνικά στους κόλπους της Εκκλησίας, θα πάνε στο φωτεινό μέρος της μέσης κατάστασης, τον παράδεισο, κοντά στον Θεό, απολαμβάνοντας ένα μέρος της χαράς της θείας ευλογίας και περιμένοντας με λαχτάρα τη Δεύτερη Παρουσία του Χριστού για να λάβουν το πλήρες μέτρο της ευτυχίας του ουρανού, για το οποίο έζησαν στον μοχθηρό τόπο της επίγειας ζωής.

Αντίθετα, όσες έζησαν μακριά από τον Θεό, κομμένες από τη σωστική χάρη του, αδιάφορες για το τι έκανε ο Χριστός με το λυτρωτικό έργο της θείας του ενανθρώπισης, όσες έζησαν για την σάρκα μόνο και τις ορέξεις της και ήσαν σκληρές και απάνθρωπες για τον συνάνθρωπο, θα ριφθούν στην κόλαση, στο μέρος των κολαστηρίων (πάντοτε στην μέση κατάσταση), όπου θα τιμωρούνται μερικώς για την αντίθετη και απάνθρωπη διαγωγή τους, τρέμοντας την έλευση της δευτέρας παρουσίας του Κριτή.    

Πηγή: «Απαντήσεις σε ερωτήματα Σωτηριολογικά», Ανδρέα Θεοδώρου, σελ. 224

Τα μνημόσυνα που κάνει η Εκκλησίας μας σχετίζονται με τη σωτηρία των ψυχών στη μέση κατάσταση;

Ναι, σχετίζονται, όχι φυσικά για όλες, αλλά για ορισμένες απ΄αυτές. Οι δίκαιες και οι άδικες ψυχές δεν έχουν ανάγκη από τα μνημόσυνα, που είναι οι προσευχές της Εκκλησίας για την ανάπαυση των κεκοιμημένων. Οι μεν δίκαιες, γιατί είναι ήδη στην χαρά του Κυρίου τους και δεν τις αγγίζουν τα μνημόσυνα, οι δε άδικες, γιατί είναι παραδομένες στο πυρ το εξώτερο (στη μερική φυσική του διάσταση) και όλα τα μνημόσυνα της Εκκλησίας δεν μπορούν ν’ αφαιρέσουν τίποτε από το μέγεθος της θλίψης και της κακοδαιμονίας τους. Τώρα, γιατί η Εκκλησία κάνει σε όλους ανεξαίρετα τους πεθαμένους τα ιερά της μνημόσυνα, είναι άλλη υπόθεση. Η Εκκλησία δεν γνωρίζει τι συντελέστηκε στην ψυχή κατά την ώρα του θανάτου, αν μετάνιωσε για τα αμαρτήματα της και ζήτησε συγχώρεση από τον Θεό, οπότε τα μνημόσυνα θα την ωφελήσουν. Αυτά τα γνωρίζει μόνο ο Θεός. Η Εκκλησία του απλώς δέεται για τη συγχώρεση όλων των τέκνων της σε όποια κατάσταση κι αν βρίσκονται. Είναι υποχρέωση μας, λοιπόν, να τελούμε τα ιερά μνημόσυνα. Μερικοί αστήρικτοι χριστιανοί τα βλέπουν με απάθεια, καμιά φορά δε τα ειρωνεύονται. Τόσο άσχετοι είναι με το μυστήριο της Εκκλησίας και τις σημαντικές και κρίσιμες ώρες της ανθρώπινης ύπαρξης!

Μεταξύ όμως αυτών των δύο κατηγοριών ,των δικαιων και αδικων ψυχων, υπάρχει και μια άλλη, η οποία δεν ανήκει ολοκληρωτικά σε αυτές, οι ψυχές που δεν είναι αμιγώς δίκαιες ούτε άδικες. Είναι οι ψυχές που έζησαν στη γη σε κοινωνία με τον Χριστό και την Εκκλησία, όμως από αμέλεια και αδιαφορία δεν φρόντιζαν να είναι πάντοτε σε ετοιμότητα πνευματική και ξαφνικά ο θάνατος τις μετέθεσε στη μέση κατάσταση. Έφεραν μαζί τους κηλίδες συγγνωστών αμαρτημάτων, για τις οποίες δεν εξομολογήθηκαν για να πάρουν συγχώρεση. Οι ψυχές αυτές δεν μπορούν να καταταχθούν στο μέρος τους παραδείσου στη μέση κατάσταση, όπου κατατάσσονται οι καθαρές και άγιες ψυχές. Ούτε όμως και στο τμήμα των κολαστηρίων, αφού δεν διέπραξαν χοντρά και θανάσιμα αμαρτήματα. Έτσι βρίσκονται σε μια ενδιάμεση κατάσταση, εξαρτώμενες από το έλεος και τη φιλανθρωπία του Θεού. Εδώ ακριβώς παρεμβαίνει η δέηση της Εκκλησίας, η οποία παρακαλεί τον Θεό να συγχωρήσει τα πλάσματα του αυτά, να μετριάσει και ν’ ανακουφίσει τον πόνο τους και να τους παράσχει «όνησιν» (ωφέλεια), όπως ο Θεος  γνωρίζει. Το έργο αυτό της Εκκλησίας είναι απλή προσευχή και τίποτε περισσότερο. Ότι δια των μνημόσυνων παρέχεται ωφέλεια στις ψυχές είναι βέβαιο. Αυτό που δεν γνωρίζουμε είναι η φύση της όνησης αυτής και σε ποιες ψυχές μπορεί να χορηγηθεί. Αυτά είναι ζητήματα του Θεού, τα οποία δεν μπορούμε εμείς να εξιχνιάσουμε. Να μπορεί άραγε να μεταπηδήσει μια τέτοια ψυχή στον χώρο των δικαίων ψυχών;

Το δόγμα της μέσης κατάστασης, παρά το αδιερεύνητο του χαρακτήρα του, είναι πολύ σημαντικό για την πίστη και την ευσέβεια των μελών της Εκκλησίας. Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία το απορρίπτει. Κατ’ αυτήν μετά θάνατο οι ψυχές έρχονται στο λεγόμενο «καθαρτήριο πυρ», για να καθαρθούν και να εισέλθουν οι μεν καθαρές και δίκαιες στον Παράδεισο οι δε αμαρτωλές και φαύλες στη κόλαση. Οι Ορθόδοξοι δεν γνωρίζουμε τα πράγματα αυτά. Η μέση κατάσταση, όπως τη διδάσκει η Εκκλησία μας, έχει ζωτική και άμεση σχέση με τη σωτηρία μας.

Δυστυχώς οι περισσότεροι χριστιανοί αδιαφορούμε σχετικά. Ζούμε σαν να μην πρόκειται να πεθάνουμε. Παραδινόμαστε στις υποθέσεις του βίου και τα ηδονικά θέλγητρα της ζωής, χωρίς να περιμένουμε τέλος. Και ξαφνικά έρχεται αυτό και μας παραδίδει στο μυστήριο της μεταθανάτιας ζωής. Τι όμως γίνεται τότε; Που θα πάμε; Τι θ’ αντιμετωπίσουμε; Αδύναμοι, όπως είμαστε, βρισκόμαστε κάτω από το άπειρο έλεος και τη συμπάθεια του ουράνιου Πατέρα! Και στη δικαιοσύνη και δικαιοκρισία Του φυσικά.                  Πηγή: «Απαντήσεις σε ερωτήματα Σωτηριολογικά», Ανδρέα Θεοδώρου, σελ. 226

https://www.sostis.gr/blog/item/346-pws-kai-pou-zei-h-psyxh-meta-thanaton

13 Μαρτίου, 2020

ΤΙ ΝΟΗΜΑ ΕΧΟΥΝ ΤΑ ΚΟΛΛΥΒΑ ?


H λέξη «κόλλυβα» προέρχεται ἀπὸ τὸν 
ὅρο «κόλλυβος», ποὺ σήμαινε
τὸν κόκκο τοῦ σιταριοῦ ποὺ τὸν χρησι-
μοποιοῦσαν ὡς μέτρο γιὰ τὸν προσδι-
ορισμὸ τοῦ βάρους τοῦ χρυσοῦ. Ἀπὸ
αὐτὴ τὴν ἀρχικὴ σημασία τῆς λέξεως
προῆλθαν τὰ «κόλλυβα», ποὺ σήμαι-
ναν τὸ βρασμένο σιτάρι. Πῶς ὅμως τὰ
κόλλυβα συνδέθηκαν μὲ τὰ Μνημόσυ-
να ὑπὲρ τῶν κεκοιμημένων;
Στὴν πρώτη Ἐκκλησία γιὰ τὴν ἀνά-
παυση τῶν ψυχῶν τῶν κεκοιμημένων
πρόσφεραν δεῖπνα ὁλόκληρα, τὰ λεγό-
μενα «νεκρικὰ δεῖπνα», ὡς ἐλεημοσύ-
νη. Σταδιακὰ τὰ δεῖπνα αὐτὰ περιορί-
στηκαν, καὶ στὴ θέση τους πρόσφεραν
μόνο ψωμί, κρασί, ἐλιές, τυρὶ ἢ ρύζι.
Ἀπὸ τὸν 4ο αἰώνα καὶ μετὰ ὅμως ἐπι-
κράτησε ἡ προσφορὰ κολλύβων. Διό-
τι τὰ κόλλυβα κρύβουν μεγάλο συμβο-
λισμό.
Ὁ συμβολισμὸς αὐτὸς ἔχει τὴν ἀφετη-
ρία του στὸν παραβολικὸ λόγο τοῦ Κυ-
ρίου γιὰ τὸν κόκκο τοῦ σίτου. Τὴν Κυ-
ριακὴ τῶν Βαΐων, λίγο μετὰ τὴ θριαμ-
βευτική Του εἴσοδο στὰ Ἱεροσόλυμα, μὲ
ἀφορμὴ τὸ αἴτημα τῶν πρώτων Ἑλλή-
νων νὰ Τὸν συναντήσουν, εἶπε μεταξὺ
τῶν ἄλλων καὶ τὰ ἑξῆς: «Ἐὰν μὴ ὁ κόκ-
κος τοῦ σίτου πεσὼν εἰς τὴν γῆν ἀπο-
θάνῃ, αὐτὸς μόνος μένει· ἐὰν δὲ ἀπο-
θάνῃ, πολὺν καρπὸν φέρει» (Ἰω. ιβ΄
24). Δηλαδή, ἂν ὁ μικρὸς σπόρος τοῦ
σιταριοῦ δὲν πέσει στὴ γῆ καὶ δὲν πε-
θάνει, σαπίζοντας μέσα στὸ χῶμα, μέ-
νει ἕνας μονάχος σπόρος· δὲν πολλα-
πλασιάζεται. Ἂν ὅμως σπαρεῖ στὴ γῆ
καὶ ταφεῖ, βγάζει πολὺ καρπό.
Τί νόημα ὅμως ἔχουν τὰ λόγια αὐτά;
Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος μὲ τὴν εἰκόνα τῆς
ταφῆς καὶ καρποφορίας τοῦ κόκκου τοῦ
σίτου ὑποδήλωνε τὸν δικό Του θάνατο
καὶ τὴν Ἀνάστασή Του. Προανήγγειλε
ὅτι ναὶ μὲν θὰ πεθάνει καὶ θὰ ταφεῖ στὴ
γῆ· δὲν θὰ μείνει ὅμως γιὰ πάντα στὸν
τάφο, θὰ ἀναστηθεῖ. Κι ἔτσι θὰ γίνει,
ὅπως λέει ἡ Γραφή, «πρωτότοκος ἐκ
τῶν νεκρῶν», ἡ «ἀπαρχὴ τῶν κεκοιμη-
μένων». Διότι θὰ ἀναστηθεῖ καὶ θὰ ἀνα-
στήσει καὶ ὅλους τοὺς νεκροὺς κατὰ τὴ
Δευτέρα Του Παρουσία. Πρὶν δὲ ἀπὸ
τὴ Δευτέρα Παρουσία θὰ ἀνασταίνει τὶς
ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων προσφέροντάς
τους τὴ σωτηρία ἀπὸ τὴ σκλαβιὰ τῆς
ἁμαρτίας.
Στὴν εἰκόνα τοῦ κόκκου τοῦ σίτου
ποὺ συμβολίζει τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χρι-
στοῦ ἀλλὰ καὶ ὅλων τῶν ἀνθρώπων
ἀναφέρθηκε ἀργότερα καὶ ὁ ἀπόστο-
λος Παῦλος (Α΄ Κορ. ιε΄ 35-44, 53).
Γράφει: Ρωτοῦν πολλοί, πῶς θὰ ἀνα-
στηθοῦν οἱ νεκροί; Καὶ μὲ ποιὸ σῶμα
θὰ ἐπανέλθουν στὴ ζωή; Κι ἀπαντάει:
Ἀνόητε ἄνθρωπε! Ἐσὺ αὐτὸ ποὺ σπέρ-
νεις στὴ γῆ, δὲν ἀποκτάει ζωή, ἂν δὲν
πεθάνει πρῶτα σαπίζοντας μέσα στὸ
χῶμα; Κι αὐτὸ ποὺ σπέρνεις δὲν εἶναι
φυτὸ ὁλόκληρο, ἀλλὰ κόκκος σιταριοῦ
ἢ κάποιου ἄλλου εἴδους φυτοῦ; Ἔτσι
λοιπὸν γίνεται καὶ ἡ ἀνάσταση τῶν νε-
κρῶν. Σπέρνεται τὸ σῶμα στὸν τάφο
σὲ κατάσταση φθορᾶς. Θὰ ἀναστηθεῖ
σὲ κατάσταση ἀφθαρσίας.
Θαυμάσια εἰκόνα! Τί πιὸ ἀποκρου-
στικὸ ὑπάρχει ἀπὸ ἕνα νεκρὸ σῶμα
ποὺ ἀρχίζει νὰ διαλύεται; Δὲν ἔχει ζωή,
ἔχει χάσει κάθε ὡραιότητα. Ὅταν ὅμως
ἀναστηθεῖ, θὰ ἀποκτήσει ἀσύγκριτη
ὡραιότητα καὶ δόξα. Σπέρνεται σὲ κα-
τάσταση ἀτιμίας καὶ δυσωδίας. Θὰ ἀνα-
στηθεῖ σὲ κατάσταση δόξας. Σπέρνεται
σὲ κατάσταση ἀσθένειας, θὰ ἀναστη-
θεῖ γεμάτο δύναμη. Δὲν θὰ εἶναι κάποιο
ἄλλο σῶμα. Τὸ ἴδιο μας τὸ σῶμα θὰ
ἀναστηθεῖ, ὄχι κάποιο ἄλλο. Ἀλλὰ αὐτὸ
τὸ ἴδιο σῶμα, τὸ φθαρτὸ καὶ θνητό,
ὅταν γίνει ἡ Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυ-
ρίου, θὰ ντυθεῖ τὴν ἀφθαρσία καὶ τὴν
ἀθανασία.
Τὰ κόλλυβα λοιπὸν ποὺ προσφέρου-
με στὴν ἐκκλησία κατὰ τὰ ἱερὰ Μνημό-
συνα δὲν εἶναι τύπος ποὺ ἐπικράτησε
χωρὶς νόημα, εἶναι χειροπιαστὴ εἰκό-
να καὶ προαναγγελία τῆς ἀναστάσεώς
μας· συμβολίζουν τὴν κοινή μας ἀνά-
σταση. Γι᾿ αὐτό, ὅπως λέει ὁ ἅγιος Συ-
μεὼν Θεσσαλονίκης, ἐνῶ μέσα στὰ
κόλλυβα προσθέτουμε καὶ διάφορα
ἄλλα σπέρματα, βασικὴ θέση πρέπει
νὰ ἔχει πάντοτε τὸ σιτάρι· διότι τὴν εἰ-
κόνα τοῦ σίτου χρησιμοποίησε ὁ Κύ-
ριος γιὰ νὰ συμβολίσει τὴν Ἀνάστασή
Του. Ἑπομένως εἶναι ἀνεπίτρεπτο στὴν
Ἀκολουθία τῶν Μνημοσύνων νὰ προσ-
φέρουμε ἀντὶ γιὰ κόλλυβα γλυκίσματα
ἢ ἄλλα εἴδη. Τὰ γλυκίσματα καὶ ὁτι-
δήποτε ἄλλο, μποροῦμε νὰ τὰ προσ-
φέρουμε κατόπιν στὴν αἴθουσα τοῦ
Ναοῦ. Τὴν ὥρα ὅμως τῆς Ἀκολουθίας
τοῦ Μνημοσύνου προσφέρουμε μόνο
κόλλυβα. Ἀκριβῶς γιὰ νὰ θυμόμαστε τὸ
μυστήριο τῆς κοινῆς ἀναστάσεως.
Καὶ ὄχι ἁπλῶς γιὰ νὰ θυμόμαστε
ἀλλὰ καὶ μὲ τὴ βεβαιότητα τῆς κοινῆς
ἀναστάσεως νὰ προσευχόμαστε γιὰ
τὶς ψυχὲς τῶν κεκοιμημένων· κάτι ποὺ
ἀποτελεῖ τὸν καθαυτὸ σκοπὸ τῶν Μνη-
μοσύνων. Θυμόμαστε συνεπῶς τὶς ψυ-
χὲς τῶν προσφιλῶν μας ποὺ περιμέ-
νουν νὰ ἑνωθοῦν καὶ πάλι μὲ τὸ σῶμα
ποὺ ἄφησαν στὴ γῆ, ἀφθαρτοποιημέ-
νο πλέον καὶ ἔνδοξο, μὲ τὸ ὁποῖο θὰ
ἐμφανιστοῦμε ὅλοι ἐνώπιον τοῦ φοβε-
ροῦ βήματος τοῦ Κριτοῦ.
Γι᾿ αὐτὸ ἂς προσευχόμαστε γιὰ τοὺς
κεκοιμημένους μας. Ἂν καταλαβαίναμε
πόση μεγάλη ἀνακούφιση αἰσθάνονται
ἀπὸ τὶς δικές μας δεήσεις, θὰ προσευ-
χόμασταν μὲ πολὺ μεγαλύτερη θέρμη.
Ἂς τὸ κάνουμε λοιπόν. Σήμερα προσ-
ευχόμαστε ἐμεῖς γι᾿ αὐτούς. Αὔριο θὰ
προσεύχονται ἄλλοι γιὰ μᾶς. Προσμέ-
νοντας ὅλοι τὴν κοινὴ ἀνάσταση.
ΟΣΩΤΗΡ2063

15 Ιουνίου, 2019

Τα μνημόσυνα που κάνει η Εκκλησίας μας σχετίζονται με τη σωτηρία των ψυχών στη μέση κατάσταση;


Τα μνημόσυνα που κάνει η Εκκλησίας μας σχετίζονται με τη σωτηρία των ψυχών στη μέση κατάσταση; Ναι, σχετίζονται, όχι φυσικά για όλες, αλλά για ορισμένες απ΄αυτές. 
Οι δίκαιες και οι άδικες ψυχές δεν έχουν ανάγκη από τα μνημόσυνα, που είναι οι προσευχές της Εκκλησίας για την ανάπαυση των κεκοιμημένων. Οι μεν δίκαιες, γιατί είναι ήδη στην χαρά του Κυρίου τους και δεν τις αγγίζουν τα μνημόσυνα, οι δε άδικες, γιατί είναι παραδομένες στο πυρ το εξώτερο (στη μερική φυσική του διάσταση) και όλα τα μνημόσυνα της Εκκλησίας δεν μπορούν ν’ αφαιρέσουν τίποτε από το μέγεθος της θλίψης και της κακοδαιμονίας τους. 
 Τώρα, γιατί η Εκκλησία κάνει σε όλους ανεξαίρετα τους πεθαμένους τα ιερά της μνημόσυνα, είναι άλλη υπόθεση. 
Η Εκκλησία δεν γνωρίζει τι συντελέστηκε στην ψυχή κατά την ώρα του θανάτου, αν μετάνιωσε για τα αμαρτήματα της και ζήτησε συγχώρεση από τον Θεό, οπότε τα μνημόσυνα θα την ωφελήσουν. 
Αυτά τα γνωρίζει μόνο ο Θεός. 
 Η Εκκλησία του απλώς δέεται για τη συγχώρεση όλων των τέκνων της σε όποια κατάσταση κι αν βρίσκονται. 
Είναι υποχρέωση μας, λοιπόν, να τελούμε τα ιερά μνημόσυνα. 
Μερικοί αστήρικτοι χριστιανοί τα βλέπουν με απάθεια, καμιά φορά δε τα ειρωνεύονται. Τόσο άσχετοι είναι με το μυστήριο της Εκκλησίας και τις σημαντικές και κρίσιμες ώρες της ανθρώπινης ύπαρξης! 
 Μεταξύ όμως αυτών των δύο κατηγοριών υπάρχει και μια άλλη, η οποία δεν ανήκει ολοκληρωτικά σε αυτές, οι ψυχές που δεν είναι αμιγώς δίκαιες ούτε άδικες. 
 Είναι οι ψυχές που έζησαν στη γη σε κοινωνία με τον Χριστό και την Εκκλησία, όμως από αμέλεια και αδιαφορία δεν φρόντιζαν να είναι πάντοτε σε ετοιμότητα πνευματική και ξαφνικά ο θάνατος τις μετέθεσε στη μέση κατάσταση. Έφεραν μαζί τους κηλίδες συγγνωστών αμαρτημάτων, για τις οποίες δεν εξομολογήθηκαν για να πάρουν συγχώρεση. 
Οι ψυχές αυτές δεν μπορούν να καταταχθούν στο μέρος τους παραδείσου στη μέση κατάσταση, όπου κατατάσσονται οι καθαρές και άγιες ψυχές. 
 Ούτε όμως και στο τμήμα των κολαστηρίων, αφού δεν διέπραξαν χοντρά και θανάσιμα αμαρτήματα. Έτσι βρίσκονται σε μια ενδιάμεση κατάσταση, εξαρτώμενες από το έλεος και τη φιλανθρωπία του Θεού. 
 Εδώ ακριβώς παρεμβαίνει η δέηση της Εκκλησίας, η οποία παρακαλεί τον Θεό να συγχωρήσει τα πλάσματα του αυτά, να μετριάσει και ν’ ανακουφίσει τον πόνο τους και να τους παράσχει «όνησιν» (ωφέλεια), όπως ο ίδιος γνωρίζει. 
Το έργο αυτό της Εκκλησίας είναι απλή προσευχή και τίποτε περισσότερο. 
 Ότι δια των μνημόσυνων παρέχεται ωφέλεια στις ψυχές είναι βέβαιο. Αυτό που δεν γνωρίζουμε είναι η φύση της όνησης αυτής και σε ποιες ψυχές μπορεί να χορηγηθεί. Αυτά είναι ζητήματα του Θεού, τα οποία δεν μπορούμε εμείς να εξιχνιάσουμε. 
Να μπορεί άραγε να μεταπηδήσει μια τέτοια ψυχή στον χώρο των δικαίων ψυχών; Το δόγμα της μέσης κατάστασης, παρά το αδιερεύνητο του χαρακτήρα του, είναι πολύ σημαντικό για την πίστη και την ευσέβεια των μελών της Εκκλησίας. 
Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία το απορρίπτει. Κατ’ αυτήν μετά θάνατο οι ψυχές έρχονται στο λεγόμενο «καθαρτήριο πυρ», για να καθαρθούν και να εισέλθουν οι μεν καθαρές και δίκαιες στον Παράδεισο οι δε αμαρτωλές και φαύλες στη κόλαση. 
 Οι Ορθόδοξοι δεν γνωρίζουμε τα πράγματα αυτά. 
Η μέση κατάσταση, όπως τη διδάσκει η Εκκλησία μας, έχει ζωτική και άμεση σχέση με τη σωτηρία μας. Δυστυχώς οι περισσότεροι χριστιανοί αδιαφορούμε σχετικά. Ζούμε σαν να μην πρόκειται να πεθάνουμε. 
Παραδινόμαστε στις υποθέσεις του βίου και τα ηδονικά θέλγητρα της ζωής, χωρίς να περιμένουμε τέλος. Και ξαφνικά έρχεται αυτό και μας παραδίδει στο μυστήριο της μεταθανάτιας ζωής. 
Τι όμως γίνεται τότε; Που θα πάμε; Τι θ’ αντιμετωπίσουμε; Αδύναμοι, όπως είμαστε, βρισκόμαστε κάτω από το άπειρο έλεος και τη συμπάθεια του ουράνιου Πατέρα! Και στη δικαιοσύνη και δικαιοκρισία Του φυσικά. 
 Πηγή: «Απαντήσεις σε ερωτήματα Σωτηριολογικά», Ανδρέα Θεοδώρου, σελ. 226


09 Φεβρουαρίου, 2018

ΣΥΝΤΑΓΗ ΓΙΑ ΚΟΛΛΥΒΑ

ΣΥΝΤΑΓΗ ΓΙΑ ΚΟΛΛΥΒΑ    http://anthologioxr.blogspot.gr/2018/02/blog-post_9.html
Προετοιμασία

Ξεκινάμε τη διαδικασία από την προηγούμενη μέρα. 
Ανάλογα τις μερίδες κολύβων που θέλουμε να μοιράσουμε στο τέλος του μνημοσύνου, διαλλέγουμε ένα πιάτο ή ένα βαθύ μπολ ή μια πιατέλα ή  και έναν μεγαλύτερο δίσκο με πλαϊνά στηρίγματα που θα συγκρατεί τα πολλά κόλλυβα.
Ανάλογα τη χωρητικότητα του, θα ετοιμάσουμε και την ανάλογη ποσότητα σιταριού καθαρισμένου, με την ανάλογη ποσότητα ξηρών καρπών και μπαχαρικών.

ΥΛΙΚΑ (για μια πιατέλα)

- 1 κιλό σιτάρι
- 150 γρ καρύδια
- 200 γρ σουσάμι καβουρδισμένο
- 350 γρ αμύγδαλα (ανάλατα ωμά ή και ξεφλουδισμένα)
- 400 γρ φουντούκια
- 250 γρ.σταφίδες
- 2 ρόδια
- μισό ματσάκι δυόσμο ή μαιτανό ψιλοκομμένο
- 2,5 κουταλιές της σούπας κανέλα
- 1,5 κουταλάκι γλυκού γαρύφαλλο
- 2 κούπες φρυγανιά τριμμένη 
(ιδιαίτερες προσθήκες που σε κάποια μέρη χρησιμοποιούν: καρύδα τριμμένη, κουκουνάρι, φυστίκι αιγίνης, κάσσιους, ψιλοκομμένα αποξηραμμένα φρούτα)
 
 Για την διακόσμηση 
 - 500 γρ άχνη στο περίπου
- Ότι ξηρούς καρπούς έχουμε
Για τις ανάγκες του σχεδίου μας μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε: 
 κουφετάκια ασημένια, χρωματιστή ζάχαρη, κουφέτα άσπρα, κανέλα, ρόδια, σταφίδες, αμύγδαλα ξεφλουδισμένα, κουκουνάρι, φυστίκια αιγίνης...

Εκτέλεση:


Βράζουμε το σιτάρι σε μια κατσαρόλα (ή χύτρα) με νερό, τόσο ώστε να φουσκώσει αλλά να μη σκάσει πολύ και χυλώσει. Ο χρόνος εξαρτάται από την ποιότητα του σιταριού και πόσο καλόψητο είναι.

 Το σουρώνουμε, το ξεπλένουμε με κρύο νερό και το απλώνουμε σε καθαρή πετσέτα (ή σεντόνι ή τραπεζομάντηλο) μέχρι να στεγνώσει καλά (περίπου 2-4 ώρες). Επίστρωση και με χαρτί κουζίνας θα βοηθήσει να φύγει η υγρασία του γρηγορότερα.

Προετοιμάζουμε το μείγμα ξηρών καρπών που έχουμε. Καβουρδίζουμε ελαφρά και ξεχωριστά το σησάμι, τα αμύγδαλα, τα φουντούκια, τα καρύδια και ότι άλλο ωμό ξηρό καρπό έχουμε, αν επιθυμούμε να γίνει πιο έντονη και τραγανή η γεύση τους. Αφήνουμε να κρυώσουν και αν θέλουμε τα κόβουμε σε μικρότερα κομμάτια.

Ψιλοκόβουμε δυόσμο,  μαιντανό.

Σε μια μεγαλύτερη λεκάνη βάζουμε τώρα όλα τα υλικά (εκτός από την άχνη ζάχαρη, ένα φλυτζάνι φρυγανιά, και τα υλικά διακόσμησης) και ανακατεύουμε με ένα μεγάλο κουτάλι.. 

Διαλέγουμε την πιατέλα μας και αφού τα απλώσουμε εκεί, τα πιέζουμε από πάνω με μια λαδόκολλα. 

 Έπειτα ρίχνουμε από πάνω άλλη μια κούπα φρυγανιά  (+ όση χρειάζεται ώστε να καλύψει την επιφάνεια) και πιέζουμε πάλι.  Αυτό το κάνουμε για να τραβήξει την όποια υγρασία υπάρχει ώστε να μην περάσει στην επόμενη στρώση της άχνης. 

Μέχρι αυτή τη φάση (πριν τα σκεπάσουμε με άχνη ζάχαρη) μπορούμε να τα φυλάξουμε για κάποιες ώρες όλα στο ψυγείο αν έχει ζέστη, για να μην χαλάσουν. Αν έχει πολύ κρύο ο χώρος μας, τα αφήνουμε έξω.

Τώρα η ώρα της τελικής στρώσης.
Συνήθως λίγες ώρες πριν τα πάρουμε στην Εκκλησία, τα καλύπτουμε με άχνη ζάχαρη, να καλυφθεί όλη η επιφάνεια. Με την βοήθεια μιας λαδόκολλας στρώνω πιέζοντας την άχνη και ξανά πασπαλίζω όπου χρειάζεται μέχρι να γίνει μια λεία επιφάνεια χωρίς λακούβες (επαναλαμβάνοντας την διαδικασία με την λαδόκολλα).

 Τώρα η ώρα της διακόσμησης! Χρησιμοποιήστε ασημένια κουφέτα,  αμύγδαλα, ρόδια, κουκουνάρι, σταφίδες, σκόνη κανέλας, χρωματιστή ζάχαρη...  ότι έχετε και σας αρέσει...
Βρείτε ένα σχέδιο, επιστρατεύστε την φαντασία και το ταλέντο σας, καντε τον σταυρό σας και ξεκινήστε. Αν δεν είστε τόσο επιδέξιοι μ' αυτά, κάντε απλά έναν σταυρό στη μέση με κάποιο ξηρό καρπό που έχετε σε αφθονία, ή σκόνη κανέλλας. 

Σταυρώστε τα κόλλυβα και πάρτε τα προσεκτικά στην Εκκλησία μαζί με ένα χαρτί που θα γράφει
+ ΥΠΕΡ ΑΝΑΠΑΥΣΕΩΣ 
(....ονόματα κεκοιμημένων)


ΝΑ ΘΥΜΑΣΤΕ:

- Αν τα υλικά σας είναι καλής ποιότητας, σίγουρα το τελικό αποτέλεσμα θα ικανοποιήσει. 

- Φυλάξτε τα κόλλυβα μακρυά από επισκέψεις εντόμων, σκόνες και από ζέστη, όπως θα κάνατε με οποιοδήποτε τρόφιμο με ζάχαρη.

- Μην ανακατεύετε το σιτάρι με ζάχαρη και έπειτα το βάζετε στο ψυγείο γιατί σκληραίνει το στάρι. 


ΚΑΠΟΙΕΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΕΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ:

- Όση ώρα φτιάχνετε τα κόλλυβα να προσεύχεστε από μέσα σας για τις ψυχές των κεκοιμημένων. Μπορείτε να λέτε την ευχούλα "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησε (ανάπαυσε) τους δούλους σου" , να διαβάζετε ή να ακούτε κάποια παράκληση.

-  Μην αντικαθιστάτε τα κόλλυβα με κουλουράκια, γλυκίσματα ή πιτάκια.  Μόνο κόλυβα ευλογούνται στην Εκκλησία. Τα υπόλοιπα συνοδευτικά μπορούμε να τα προσφέρουμε στον κόσμο, ανάλογα τις με δυνατότητες μας, ως ελεημοσύνη για την ωφέλεια της κεκοιμημένης ψυχής.

- Μεγαλύτερη σημασία για την ωφέλεια των ψυχών έχει η προσευχή που τα συνοδεύει και όχι η πολυτέλεια ακριβών και περίτεχνων στολισμάτων του μνημοσύνου. 

- Το σιτάρι και τα σπόρια που βάζουμε μέσα στα κόλλυβα συμβολίζουν τις αμαρτίες και τις καλοσύνες του κεκοιμημένου χριστιανού.
Η άσπρη ζάχαρη που βάζουμε από πάνω συμβολίζει την ευσπλαχνία και το έλεος του Θεού, που σκεπάζει τα πάντα, ιδιαίτερα τα λάθη και τις αμαρτίες των ψυχών που ζητούν συγχώρεση, ώστε να μπουν στον Παράδεισο με λευκά ενδύματα και να γευτούν εκεί την γλυκύτητα της χάρης του Θεού.
Ο Σταυρός που υπάρχει στο κέντρο των κολλύβων είναι η σωστική μας δύναμη... Σύμβολο της πίστης μας και ομολογία προσμονής της ανάστασης των νεκρών που θα ακολουθήσει κατά την δευτέρα Παρουσία!

- Τρώμε τα κόλλυβα αφού διαβαστούν από τον ιερέα και ευχόμαστε: Ο Θεός να τον συγχωρέσει.
Γιατί σαν άνθρωπος εν ζωή μπορεί η κεκοιμημένη ψυχή κάπου να έφταιξε, κάπου να μας στεναχώρησε.  Επομένως τρώγωντας τα σπόρια, συγχωρούμε τις αμαρτίες του για να τον συγχωρέσει κι ο Θεός και να του χαρίσει μια μακαρία και αιώνια ζωή κοντά Του!

- Μνημόσυνα με κόλλυβα γίνονται κάθε φορά που έχουμε Ψυχοσάββατα για όλους τους κεκοιμημένους μας, και στην μνήμη κάποιου νεκρού μας (τριήμερα, εννιάμερα, σαραντάμερο, τρίμηνα, εννιάμηνα, ετήσια).

- Εκτός από τα μνημόσυνα, τις ψυχές των κεκοιμημένων τις ωφελούν ιδιαίτερα οι θείες λειτουργίες, οι ελεημοσύνες και οι προσευχές!

- Όταν κάνουμε μνημόσυνα, να είναι και οι δικές μας ψυχές εξομολογημένες και προετοιμασμένες ώστε να κοινωνάμε κι εμείς όποτε έχει θεία λειτουργία.  Μέσω της θεία Κοινωνίας ζωντανοί και κεκοιμημένοι συναντιώμαστε και ενωνόμαστε με τον Χριστο αλλά και μεταξύ μας! Επειδή, γινόμαστε όλοι εκείνη την ώρα σύσωμοι και σύναιμοι με το πανάγιο Σώμα και Αίμα του Χριστού!

Ο ΘΕΟΣ ΝΑ ΑΝΑΠΑΥΣΕΙ ΤΙΣ ΨΥΧΕΣ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΚΕΚΟΙΜΗΜΕΝΩΝ ΑΔΕΛΦΩΝ ΜΑΣ. Αμήν!

09 Φεβρουαρίου, 2015

Το αμνημόνευτο αγοράκι του πολέμου

Ηγουμενη Ξενη μοναχη της Αιγινης.
Αυτό το γεγονός το εδιηγείτο η Γερόντισσα Ξένη,η οσία πρώτη Ηγουμένη της Μονής του αγίου Νεκταρίου στην Αίγινα,η οποία ήταν τυφλή.Τυφλή κατά την σωματική όραση, αλλά φωτισμένη και με οξεία πνευματική όραση.Αποδεικνύει δε ότι οι ψυχές των κεκοιμημένων λυπούνται,όταν οι συγγενείς αντί να δοξολογούν τον Θεό, σκληρύνονται και λυπούνται υπερβολικά.
 Αυτή λοιπόν η αγιασμένη μοναχή είχε μια αδελφή στην Αθήνα,η οποία είχε έξι κορίτσια και ένα αγόρι,που την εποχή εκείνη ήταν οκτώ περίπου ετών.Η μητέρα του,αλλά και όλοι οι συγγενείς το υπεραγαπούσαν και διότι ήταν μονάκριβο,αλλά και,γιατί ήταν πολύ καλό παιδάκι. Ένα σωστό αγγελάκι.

 
Με τον εμφύλιο πόλεμο (1948) και τα λεγόμενα Δεκεμβριανά,όπου εγίνοντο μάχες και μέσα στις πόλεις, σ’ έναν βομβαρδισμό το αγοράκι,ενώ γύριζε από το σχολείο, σκοτώθηκε.Έτσι αυτό το επίγειο αγγελούδι διάνυσε γρήγορα την επίγεια ζωή του για να βρεθεί κοντά στον Θεό σαν ουράνιο πλέον αγγελούδι.
 Η μητέρα πόνεσε πολύ.Αφήνοντας δε τον εαυτό της έρμαιο του πόνου, έπεσε στην εφάμαρτη υπερβολή και στην απελπισία, ενώ σαν χριστιανή Ορθόδοξη ήξερε ότι το παιδάκι της ήταν στην χαρά του Ουρανού.Αυτή η συμπεριφορά των συγγενών έχει πολλές φορές αποδειχθεί πως ενοχλεί τις ψυχές που βρίσκονται κοντά στον Θεό,οι οποίες χαίρονται μόνον όταν οι επίγειοι συγγενείς δοξολογούν τον Ουράνιο Πατέρα, τον χορηγό της αιώνιας μακαριότητας και Ευεργέτη των ανθρώπων, είτε βρίσκονται στον πρόσκαιρο κόσμο είτε στον αληθινό.



Έτσι λοιπόν και σ’ αυτή την περίπτωση το αγοράκι εμφανίστηκε στον ύπνο της μεγαλύτερης αδελφής του, η οποία ήταν πράγματι μία ενάρετη και πιστή κοπελίτσα. Είδε λοιπόν το αγοράκι στον τάφο μέσα σε νερά.
- Αδελφούλη μου, του είπε με λαχτάρα, γιατί είσαι μέσα στα νερά;
Κι εκείνο με παράπονο αλλά και με κάποια αγανάκτηση της είπε:
- Έτσι με κατάντησαν τα δάκρυα της μάννας μου!Όταν πληροφορήθηκε βέβαια αυτά η μητέρα του, συναισθάνθηκε το λάθος της, ζήτησε συγχώρηση από τον Θεό και γαλήνεψε.Δεν ήθελε επ’ ουδενί να πικραίνει το αγγελάκι της αλλά προ πάντων τον Θεό.
 Συνέβη όμως και το εξής, το οποίο καλό είναι να το έχουμε υπ’ όψιν μας. Στο παιδάκι αυτό δεν έκαναν τα καθιερωμένα από την Εκκλησία μας μνημόσυνα, γιατί πίστευαν ότι δεν εχρειάζοντο, επειδή ήταν μικρό.Η σκέψη αυτή όμως είναι λανθασμένη.Η κάθε ψυχούλα, ανεξαρτήτως ηλικίας, θέλει τις προσφορές της ενώπιον του Θεού και τις προσευχές.

Κυρίως όμως μερίδιο από την Θεϊκή Βασιλική Τράπεζα του Χριστού, όταν γίνεται η Θεία Λειτουργία,όταν γίνεται η μνημόνευσή της στην αγία Πρόθεση.Φάνηκε λοιπόν πάλι ο μικρούλης σ’ αυτή την καλή του αδελφούλα,η οποία τον είδε ότι βρισκόταν σε μία λαμπρή ουράνια τράπεζα μαζί με άλλα παιδάκια, αλλά δεν είχε εκείνος μπροστά του πιάτο με φαγητό!Η αδελφή του τον ρώτησε το γιατί και τότε της είπε:
- Εσείς δεν μου στείλατε φαγητό και μ’ αφήσατε νηστικό!Η κοπέλας το είπε στην μητέρα της και έκαναν τα απαραίτητα μνημόσυνα.Τότε η αδελφή του τον ξαναείδε σ’ εκείνη την τράπεζα,αλλά αυτή τη φορά να τρώει ευχαριστημένος από ένα πλούσιο πιάτο με φαγητό που είχε μπροστά του.Έτσι, για μια ακόμη φορά βγαίνει το συμπέρασμα πως και τα μικρά κεκοιμημένα παιδάκια θέλουν τα μνημόσυνά τους!...



 proskynitis.blogspot.com/2015/02/blog-post_9.html