Κάποια στιγμὴ ὁ καθένας μας ὀφείλει νὰ κάνει εἰλικρινὴ αὐτοκριτικὴ καὶ νὰ ἀπαντήσει μὲ εὐθύτητα στὸ ἐρώτημα: Γιὰ ποιὸν λόγο ἐπιλέγω νὰ ζῶ χριστιανικὴ ζωή; Εἶμαι πραγματικὰ ἄνθρωπος τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς ζωντανῆς σχέσεως μὲ τὸν Θεό, ἢ ἐπιδιώκω νὰ ἐξασφαλίσω ζωὴ ἀνέσεων; Ἀρκετὲς φορές, λίγο ἢ πολύ, εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργεῖται μέσα μας ἡ σκέψη ὅτι μέσα στὴν Ἐκκλησία μποροῦμε νὰ κάνουμε τὴ ζωή μας πιὸ εὔκολη, πιὸ ἄνετη. Τὴ σχέση δηλαδὴ τῆς ἐπικοινωνίας μας μὲ τὸν Θεό, τὴ μετατρέπουμε σὲ μέσο προκειμένου νὰ ἐξασφαλίσουμε ἐπίγεια ἀγαθά. Ἀναζητοῦμε τὸν Θεὸ μὲ τὴν προοπτικὴ νὰ ἐξασφαλίσουμε ἐπίγεια εὐτυχία καὶ νὰ συνεχίσουμε ἀνενόχλητοι τὴν εὐμάρεια καὶ τὶς γήινες ἀπολαύσεις. Ζητᾶμε ὕλη, ἄνεση, πολλὰ ἀγαθά, λίγες ἢ καθόλου δοκιμασίες, πολλὴ καλοπέραση, ἀπόλαυση, ἴσως κάποτε καὶ δίχως μέτρο. Κάτι ἀνάλογο διαπιστώνουμε στὴν ἀρχὴ τοῦ διαλόγου τοῦ Κυρίου μὲ τὴ Σαμαρείτιδα γυναίκα. Ὅταν ὁ Κύριος τῆς μίλησε «περὶ τοῦ ζῶντος ὕδατος» ποὺ χορηγεῖ, αὐτὴ θέλησε νὰ ἐκμεταλλευθεῖ τὴν παρουσία Του γιὰ κάποια διευκόλυνσή της. Κύριε, Τοῦ εἶπε, δός μου νὰ πιῶ ἀπ᾿ τὸ δικό Σου νερό. Μὲ αὐτὸ δὲν θὰ νιώθω τὸ βασανιστικὸ αἴσθημα τῆς δίψας, οὔτε θὰ βρίσκομαι στὴν ἀνάγκη νὰ ἔρχομαι σ᾿ αὐτὸ τὸ πηγάδι γιὰ νὰ γεμίζω τὸ σταμνί μου μὲ νερό. Ἡ Σαμαρείτιδα ζητᾶ ἀπὸ τὸν Κύριο νὰ τῆς χορηγήσει τὸ νερὸ ποὺ ἔχει Αὐτός, γιὰ νὰ μὴ διψᾶ καὶ γιὰ νὰ μὴν ἔρχεται στὸ πηγάδι καὶ κοπιάζει: «Κύριε, δός μοι τοῦτο τὸ ὕδωρ, ἵνα μὴ διψῶ μηδὲ ἔρχωμαι ἐνθάδε ἀντλεῖν» (Ἰω. δ´ 15). Ὁ Κύριος ἄλλο ἐννοοῦσε καὶ ἄλλο κατάλαβε ἐκείνη. Τελικὰ ἡ ζωογόνος θεία Χάρις διάνοιξε τὸν νοῦ της, τὸν φώτισε, ὥστε νὰ φέρει τοὺς ἀναμενόμενους καρποὺς μετανοίας στὴν ψυχή της. Ὁ φιλάνθρωπος Σωτήρας καὶ Λυτρωτής μας δὲν τῆς προσφέρει τὴ γήινη ἐξυπηρέτηση, νὰ τὴν ἀπαλλάξει ἀπὸ τὸν κόπο νὰ ἔρχεται νὰ ἀντλεῖ νερὸ ἀπὸ τὸ πηγάδι. Στέκεται μὲ ἀγάπη στὴν ψυχή της. Τῆς ἀποκαλύπτει τὸ «ὕδωρ τὸ ζῶν». Ἐκείνη ζητάει διευκόλυνση καὶ ὁ Θεάνθρωπος Κύριος τῆς ἀνοίγει τὸν δρόμο τῆς μετανοίας. Τῆς φανερώνει τί εἶναι ὁ Θεὸς καὶ πῶς πρέπει νὰ Τὸν λατρεύουμε, καὶ μὲ ὅλα ὅσα τῆς εἶπε γιὰ τὴ ζωή της, ὁδηγεῖ τὴν ψυχή της στὸν θρόνο τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ. Ἔγινε ἔτσι πραγματικότητα ὁ λόγος τοῦ Κυρίου: «Ἐκεῖνος ποὺ θὰ πιεῖ ἀπὸ τὸ νερὸ ποὺ θὰ τοῦ δώσω ἐγώ, δὲν θὰ διψάσει ποτὲ στὸν αἰώνα, ἀλλὰ τὸ νερὸ ποὺ θὰ τοῦ δώσω, θὰ μεταβληθεῖ μέσα του σὲ πηγὴ νεροῦ ποὺ δὲν θὰ στερεύει, ἀλλὰ θὰ ἀναβλύζει καὶ θὰ ἀναπηδᾶ καὶ θὰ τρέχει πάντοτε γιὰ νὰ τοῦ μεταγγίζει ζωὴ αἰώνια» (Ἰω. δ´ 14). Ἡ γυναίκα ἀξιώθηκε ἀπὸ τὴ θέση τῶν διευκολύνσεων ποὺ ἀναζητοῦσε, νὰ φθάσει στὴ θέση τῆς προσφορᾶς πρὸς τοὺς συμπατριῶτες της, ἀκόμη καὶ στὸ ἴδιο τὸ μαρτύριο, στὴν ἡρωικὴ θυσία τῆς ζωῆς της γιὰ τὸν Χριστό. Ὅσο περισσότερο τὰ αἰτήματα τῶν προσευχῶν μας ἀποδεσμεύονται ἀπὸ τὴν κοντόφθαλμη ἀναζήτηση τῶν γήινων διευκολύνσεων καὶ γίνονται πιὸ πνευματικά, τόσο περισσότερο θὰ ἀνακαλύπτουμε ὅτι τὸ βαθύτερο νόημα τῆς ἀληθινῆς χριστιανικῆς ζωῆς εἶναι ἡ σωτηρία καὶ ὁ ἁγιασμὸς τῆς ψυχῆς μας. Θὰ πλησιάζουμε τὸν ἅγιο Θεό, θὰ Τὸν ἀγαποῦμε καὶ θὰ χαιρόμαστε τὴν παρουσία Του. Ὁλόκληρη ἡ ὕπαρξή μας θὰ ἀπολαμβάνει τὴ Χάρι Του μέσα στὴν Ἐκκλησία Του μὲ τὴ θεία Λατρεία, τὰ ἅγια Μυστήρια καὶ τὸν θεῖο Του λόγο. Θὰ ἀνοίγουν τὰ μάτια μας καὶ θὰ «θεωροῦν τὴν τερπνότητα Κυρίου» (Ψαλ. κς´ [26] 4). Νὰ τὸ καταλάβουμε ὅτι ἡ χριστιανικὴ ζωή, εἶναι ζωὴ ἀλήθειας, καὶ πνευματικοῦ ἀγώνα, ὄχι ζωὴ ἀνέσεων καὶ ἐκπληρώσεως ἰδιοτελῶν σκοπῶν. Νὰ εἴμαστε ἄνθρωποι τῆς Ἐκκλησίας, ὄχι γιὰ νὰ ἐξασφαλίσουμε ζωὴ διευκολύνσεων, ἀλλὰ γιὰ νὰ βαδίζουμε τὸν ἀσφαλὴ δρόμο ποὺ ὁδηγεῖ στὸν Παράδεισο τοῦ οὐρανοῦ.ΟΣΩΤΗΡ2217
07 Απριλίου, 2023
05 Απριλίου, 2023
''ΚΑΝΑΜΕ ΛΑΘΟΣ ΣΥΓΧΩΡΕΣΕ ΜΑΣ''
Τέσσερα παιδιὰ τῆς χάρισε ὁ Θεὸς τῆς Μαρίας. Μιὰ κόρη καὶ τρία ἀγόρια. Ἡ ἴδια ἤθελε κι ἄλλα παιδιά, μὰ ὁ Κύριος τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου ἔκοψε σύντομα τὸ νῆμα τῆς ζωῆς τοῦ ἄντρα της, ποὺ ἀγαποῦσε κι ἐκεῖνος τὰ πολλὰ παιδιά, καὶ τὴν ἄφησε χήρα μὲ τὰ τέσσερα βλαστάρια τους! Αὐτὰ ἦταν ἡ παρηγοριὰ τῆς Μαρίας πλέον, αὐτὰ ἡ φροντίδα καὶ ἡ ἐλπίδα της. Στὰ προσωπάκια τους ἔβλεπε τὸν ἄντρα τῆς ζωῆς της, τὸ μέλλον τῆς οἰκογένειας, ποὺ τὴν εἶχαν κτίσει μὲ τόσα ὄμορφα ὄνειρα καὶ σχέδια. Ἀλλ᾿ ὁ Θεὸς ἀποφάσισε διαφορετικά. Πιστὴ γυναίκα ἡ Μαρία, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ τίμησε τὴ μνήμη τοῦ συζύγου της καὶ σηκώνοντας γενναῖα τὸν σταυρὸ τῆς χηρείας ἀφοσιώθηκε στὴν ἀνατροφὴ τῶν παιδιῶν της. Τὰ μεγάλωσε, τὰ σπούδασε, τὰ χάρηκε βλέποντάς τα νὰ ἔχουν καλὲς δουλειές, ἔλαμπε ἀπὸ χαρὰ τὸ πρόσωπό της στοὺς γάμους τους κι ἔνιωθε εὐτυχισμένη. Τὰ χρόνια ὅμως περνοῦσαν καὶ τὰ πράγματα ἄρχισαν νὰ δυσκολεύουν γιὰ τὴ γερόντισσα πλέον Μαρία. Οἱ ἀρρώστιες ἔρχονταν ἡ μία μετὰ τὴν ἄλλη καὶ τελικὰ ἔχασε τὸ φῶς της λόγῳ τοῦ ζαχάρου. Δὲν μποροῦσε πλέον νὰ αὐτοεξυπηρετηθεῖ. Τὰ παιδιά της συζήτησαν μεταξύ τους νὰ τὴν παίρνουν ἐναλλὰξ στὸ σπίτι τους κάθε μήνα, ἢ νὰ τὴ βάλουν σ᾿ ἕνα Γηροκομεῖο. Ἡ κόρη ὅμως ἡ Κατερίνα δὲν συμφωνοῦσε ἐπ᾿ οὐδενὶ λόγῳ μ᾿ αὐτὲς τὶς λύσεις:
–Θὰ τὴν πάρω ἐγὼ τὴ μανούλα μου στὸ σπίτι μου. Δὲν θὰ τῆς λείψει τίποτε. Κι ὅταν εἶμαι στὴ δουλειά μου, στὴν Ὑπηρεσία μου, θὰ ἔχω καὶ θὰ πληρώνω γυναίκα γνωστή μου γιὰ νὰ προσέχει τὴ μανούλα μας στὸ σπίτι μου.
Τὰ χρόνια περνοῦσαν καὶ ἡ κατάσταση τῆς γιαγιᾶς χειροτέρευε. Τὸν τελευταῖο καιρὸ ὅμως κάποιος πειρασμὸς παρουσιάσθηκε εἰς βάρος τῆς Κατερίνας, ποὺ ἴσως νὰ ξεκίνησε ἀπὸ κάποια ἀπὸ τὶς νύφες.
–Γιατί νὰ κρατάει ἡ Κατερίνα ὅλη τὴ σύνταξη τῆς γιαγιᾶς; εἶπαν καὶ τὴν ἔκαναν νὰ κλάψει πικρά. Ἔχουμε κι ἐμεῖς δικαιώματα, ἔχουμε κι ἐμεῖς παιδιὰ καὶ ἀνάγκες, εἶπαν κάποτε. Ἐξαιτίας αὐτοῦ ἀραίωσαν τὶς ἐπισκέψεις στὴ γερόντισσα μητέρα καὶ μεγάλωνε σιγά-σιγὰ ἡ ψυχρότητα πρὸς τὴν Κατερίνα ἀλλὰ καὶ πρὸς τὴ μητέρα τους. Ἀραίωσαν τὰ τηλεφωνήματα καὶ τελικὰ τὰ ἔκοψαν ἐντελῶς. Οὔτε ἕνα μήνυμα, οὔτε νὰ ἀκούσουν τὴ φωνὴ τῆς μητέρας τους ἤθελαν, ἡ ὁποία στενοχωριόταν πολὺ μὲ τὴ συμπεριφορά τους αὐτή. Μιὰ φίλη τῆς Κατερίνας, ἡ Ἑλένη, στὴν ὁποία ἐκμυστηρεύθηκε τὸν πόνο τῆς ψυχῆς της γιὰ τὴ συμπεριφορὰ αὐτὴ τῶν συγγενῶν της, τῆς εἶπε:
–Θὰ κάνουμε προσευχὴ μὲ πίστη οἱ δυό μας, Κατερίνα μου, καὶ θὰ βοηθήσει ὁ Θεός μας. Θὰ πατήσουμε τὸν Σατανᾶ ποὺ μπῆκε στὰ σπίτια τῶν ἀδελφῶν σου καὶ τὰ ἀναστατώνει. Πίστευε, Ἰησοῦς Χριστὸς νικᾶ καὶ ὅλα τὰ διαβολικὰ σκορπᾶ. Πᾶμε τώρα κιόλας στὸν Ναὸ τῆς ἐνορίας νὰ βροῦμε τὸν π. Ἰγνάτιο νὰ μᾶς διαβάσει μιὰ Εὐχὴ ἐναντίον τῶν δαιμόνων καὶ ὅλα θὰ πᾶνε καλά.
Αὐτὸ καὶ ἔγινε. Ἐν τῷ μεταξὺ ἡ κατάσταση τῆς ὑγείας τῆς μάνας εἶχε χειροτερέψει πολύ. Ἦταν 99 ἐτῶν. Ὁ γιατρὸς ποὺ κάλεσαν, τοὺς εἶπε: «Εἶναι ζήτημα ἂν βγάλει τὴ νύχτα».
–Δῶσ᾿ μου, Κατερίνα, τὰ τηλέφωνα τῶν ἀδελφῶν σου καὶ θὰ τοὺς μιλήσω ἐγώ.
Στὸ κάθε τηλεφώνημα κάνοντας τὸν σταυρό της ἡ Ἑλένη ἔλεγε:
–Εἶμαι ἡ φίλη τῆς ἀδελφῆς σας Κατερίνας, Ἑλένη... Σᾶς τηλεφωνῶ, διότι ἡ μητέρα σας Μαρία, ὅπως λένε οἱ γιατροί, ψυχορραγεῖ, χαροπαλεύει. Θέλει νὰ σᾶς δώσει τὴν εὐχή της. Ἡ Κατερίνα τρέχει καὶ δὲν προφθάνει. Τὰ διαμερίσματά μας στὴν πολυκατοικία εἶναι διπλανά. Ἔτσι, μποροῦν μερικοὶ νὰ μείνουν καὶ σὲ μένα.
Εἰδοποιήθηκαν λοιπὸν καὶ οἱ τρεῖς οἰκογένειες τῶν γιῶν της. Καὶ λίγο πρὶν τὶς δέκα τὸ βράδυ ἔφθασαν ὅλοι τους στὸ σπίτι τῆς Κατερίνας, ποὺ τοὺς σφιχταγκάλιασε ὅλους.
–Μάνα, ἤλθαμε, φώναξε ὁ μεγαλύτερος γιός, ὁ Γιῶργος, καὶ τὴν ἀγκάλιασε.
–Εἴμαστε δίπλα σου, εἶπε καὶ ὁ δεύτερος, ὁ Γιάννης.
–Ἤλθαμε νὰ πάρουμε τὴν ἅγια εὐχή σου, πρόσθεσε δακρυσμένος καὶ ὁ τρίτος, ὁ Νίκος. Ἤλθαμε μὲ τὶς οἰκογένειές μας, πρόσθεσαν ὅλοι τους μαζὶ καὶ οἱ γυναῖκες καὶ τὰ παιδιά.
–Σᾶς εὐχαριστῶ πολύ. Νὰ ἔχετε τὶς πλούσιες καὶ ἅγιες εὐχὲς τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Παναγίας μας. Καὶ νὰ ἀγαπᾶτε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, εἶπε μισοσβησμένα ἐκείνη καὶ γέρνοντας ἤρεμα στὰ δεξιὰ ξεψύχησε σὰν πουλάκι.
Ἔπεσαν ἀμέσως ὅλοι τους πάνω της γεμίζοντάς την δάκρυα... Ὅλες μαζὶ οἱ γυναῖκες ἔπειτα τὴν ἔπλυναν, ἡ δὲ Κατερίνα βρῆκε τὰ καλύτερά της ροῦχα καὶ τὴν ἔντυσαν ὅσο ὡραιότερα μποροῦσαν. Ἐν τῷ μεταξὺ τὰ ἀδέλφια βρῆκαν τηλεφωνικῶς ἕνα Γραφεῖο Τελετῶν ποὺ διανυκτέρευε, καὶ κανόνισαν νὰ ὁρίσει τὴν κηδεία της τὸ μεσημέρι ὥρα 12.30 στὸν Ναὸ τῆς ἐνορίας τους, ὅπου ἦταν Προϊστάμενος ὁ π. Ἰγνάτιος. Ἐπίσης νὰ τὸ δημοσιεύσει σὲ μιὰ ἐφημερίδα μεγάλης κυκλοφορίας.
–Ὅ,τι ἄλλο χρειάζεται γιὰ τὴν κηδεία, θὰ μᾶς τὸ πεῖ τὸ πρωὶ ὁ π. Ἰγνάτιος, εἶπε ἡ Κατερίνα.
Τὴν ὥρα τῆς κηδείας εἶχε γεμίσει σχεδὸν ὁ μεγάλος Ναός. Τὰ ἀδέλφια καὶ οἱ γυναῖκες τους θαύμαζαν. Ὅταν μάλιστα μίλησε στὸ τέλος ὁ π. Ἰγνάτιος καὶ εἶπε ἐγκωμιαστικὰ λόγια γιὰ τὴ νεκρὴ γερόντισσα Μαρία καὶ γιὰ τὴ θυγατέρα της Κατερίνα, ποὺ βοηθοῦσε στὰ ἱερὰ ἔργα τοῦ Φιλοπτώχου τῆς Ἐνορίας, δὲν μποροῦσαν νὰ συγκρατήσουν τὰ δάκρυά τους. Μετὰ τὴν ταφὴ ἀποφάσισαν νὰ γευματίσουν σ᾿ ἕνα ἐξοχικὸ ἑστιατόριο. Κάποια στιγμὴ σηκώθηκε ὁ μεγαλύτερος ἀδελφός, ὁ Γιῶργος, καὶ εἶπε:
–Κατερίνα μας, ἀγαπημένη μας ἀδελφή, σὲ ἀδικήσαμε καὶ εἴχαμε ψυχρανθεῖ ἀπέναντί σου. Κάναμε λάθος. Ὁ θάνατος τῆς ἀγαπημένης μανούλας μας μᾶς ἀπέδειξε ὅτι κάναμε μεγάλο λάθος. Συγχώρεσέ μας. Ἀμέσως πῆγε καὶ τὴ φίλησε, ἐνῶ ὅλοι ἦταν δακρυσμένοι.ΟΣΩΤΗΡ2217
Ὁ Αγιος Νεοµάρτυς Γεώργιος τῆς Σόφιας
03 Απριλίου, 2023
Η ΕΚΤΗ ΕΝΤΟΛΗ
,,Οὐ μοιχεύσεις» (Ἐξ. κ΄ 13). Δὲν θὰ μοιχεύσεις. Δὲν θὰ ἔχεις σχέσεις ἁμαρτωλὲς καὶ ἔνοχες. Ἡ ἕκτη ἐντολὴ τοῦ Δεκαλόγου καθορίζει νὰ τιμοῦμε τὴν οἰκογένειά μας καὶ τὴν οἰκογένεια τοῦ πλησίον μας καὶ νὰ μὴν παραβαίνουν τὰ ἀνδρόγυνα τὴ συζυγικὴ πίστη τους. Τὸ ρῆμα «μοιχεύω», ἂν ἐξηγηθεῖ κατὰ γράμμα, σημαίνει ἐπιβουλεύομαι τὴν τιμὴ τῆς παντρεμένης γυναίκας. Ἀλλὰ δὲν τὸ ἑρμήνευαν σωστὰ οἱ γραμματεῖς, ποὺ περιόριζαν τὴν ἐντολὴ αὐτὴ μόνο στὸ ἁμάρτημα μὲ παντρεμένη γυναίκα. Καὶ ἐλεύθερη ἂν εἶναι ἡ γυναίκα, πάλι αὐτὸς ποὺ ἁμαρτάνει μαζί της γίνεται μοιχός. Τὰ ἴδια ἰσχύουν καὶ γιὰ τὶς γυναῖκες ποὺ γίνονται μοιχαλίδες. Σύμφωνα μὲ τὸ πνεῦμα τῆς ἕκτης ἐντολῆς καὶ ὅλης τῆς Ἁγίας Γραφῆς, μοιχὸς δὲν γίνεται μόνο ὁ ἔγγαμος ἄνδρας ἢ ἡ ἔγγαμη γυναίκα, ἀλλὰ ὁποιοσδήποτε φθάνει στὴ διάπραξη τῆς μοιχείας. Κι ὄχι μόνο αὐτὸς ποὺ μοιχεύει, ἀλλὰ κι αὐτὸς ποὺ κυριεύεται ἀπὸ τὴν κακὴ ἐπιθυμία καὶ ἁμαρτάνει μὲ τὴν πρόθεση καὶ τὴ διάθεσή του. Ὁ Κύριος στὴν «ἐπὶ τοῦ ὄρους ὁμιλία» Του συμπληρώνει τὴν ἕκτη ἐντολὴ λέγοντας: «Ἠκούσατε ὅτι ἐρρέθη τοῖς ἀρχαίοις, οὐ μοιχεύσεις. Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν ὅτι πᾶς ὁ βλέπων γυναίκα πρὸς τὸ ἐπιθυμῆσαι αὐτὴν ἤδη ἐμοίχευσεν αὐτὴν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ» (Ματθ. ε΄ 2728). Ἀκούσατε ὅτι εἶπε ὁ Θεὸς στοὺς προγόνους μας: Δὲν θὰ μοιχεύσεις. Ἀλλὰ ἐγὼ σᾶς λέω ὅτι καθένας ποὺ βλέπει ὁποιαδήποτε γυναίκα καὶ ἐπιθυμήσει νὰ ἁμαρτήσει μαζί της, ἤδη μὲ τὴν ἐμπαθὴ αὐτὴ ματιὰ μοίχευσε καὶ ἁμάρτησε μὲ τὴν πρόθεση καὶ τὴν προαίρεσή του. Διακρίνουμε στοὺς λόγους Του ὅτι χτυπάει τὸ κακὸ στὴ ρίζα του, ποὺ εἶναι ἡ αἰσχρὴ ἐπιθυμία. Ἐπίσης, προσθέτει, ὅτι ἐκεῖνος ποὺ θὰ χωρίσει τὴ νόμιμη σύζυγό του χωρὶς νὰ ὑπάρχει αἰτία μοιχείας καὶ παντρευθεῖ ἄλλην, γίνεται μοιχός (Ματθ. ε΄ 32). Στὴν Ἁγία Γραφὴ προβάλλονται ἡ ἁγνότητα, ἡ καθαρότητα, ἡ παρθενία, ἀλλὰ καὶ ὁ τίμιος γάμος, ποὺ εἶναι εὐλογημένος ἀπὸ τὸν Θεό: «Τίμιος ὁ γάμος ἐν πᾶσι καὶ ἡ κοίτη ἀμίαντος» (Ἑβρ. ιγ΄ 4). «Ἡ οἰκογένεια εἶναι θεσμὸς ἱερός, ἅγιος, θεοσύστατος καὶ ὑπηρετεῖ μεγάλους σκοπούς. Ὁ ἅγιος Θεὸς ἵδρυσε τὴν πρώτη οἰκογένεια. Ἔπλασε τὸν ἄνθρωπο μὲ εἰδικὴ δημιουργικὴ ἐνέργεια καὶ εἶπε: Δὲν εἶναι καλὸ νὰ εἶναι ὁ ἄνθρωπος μόνος του. «Ποιήσωμεν αὐτῷ βοηθὸν κατ᾿ αὐτόν» (Γεν. β΄ 18). Σὰν πρῶτος νυμφαγωγὸς τοποθέτησε στὸ πλευρὸ τοῦ πρώτου ἄνδρα, τοῦ Ἀδάμ, τὴν πρώτη γυναίκα, τὴν Εὔα: «Ἤγαγεν αὐτὴν πρὸς τὸν Ἀδάμ» (Γεν. β΄ 22). Τόποθέτησε μία γυναίκα στὸ πλευρὸ ἑνὸς ἄνδρα, εὐλόγησε τὸν γάμο τους στὸν κῆπο τῆς Ἐδὲμ καὶ τοὺς εὐχήθηκε νὰ αὐξάνονται καὶ νὰ πληθύνονται: «Αὐξάνεσθε καὶ πληθύνεσθε καὶ πληρώσατε τὴν γῆν» (Γεν. α΄ 28). Στὴν Καινὴ Διαθήκη ὁ ἱερὸς θεσμὸς τοῦ γάμου ἀναβιβάζεται σὲ Μυστήριο μεγάλης σημασίας: «Τὸ μυστήριον τοῦτο μέγα ἐστίν, ἐγὼ δὲ λέγω εἰς Χριστὸν καὶ εἰς τὴν ἐκκλησίαν» (Ἐφ. ε΄ 32). Αὐτὴ ἡ εὐλογημένη ἀπὸ τὸν Θεὸ χριστιανικὴ οἰκογένεια μὲ τὴ μοιχεία οὐσιαστικὰ διαλύεται. Κι ὄχι μόνο ἡ οἰκογένεια διαλύεται, ἀλλὰ καὶ ἡ κοινωνία, διότι ἡ οἰκογένεια εἶναι τὸ ζωτικὸ κύτταρο τῆς κοινωνίας. Ἂν διαλυθοῦν οἱ οἰκογένειες, διαλύεται καὶ ἡ κοινωνία. Μὲ τὸ βδελυκτὸ ἁμάρτημα τῆς μοιχείας πρωτίστως προσβάλλεται ἡ τιμὴ τῶν συνανθρώπων μας. Ἐπίσης προσβάλλεται ἡ τιμὴ καὶ τὸ κύρος τῆς οἰκογένειας. Ἀλλὰ κυρίως προσβάλλεται ὁ ἅγιος Θεός, ποὺ εἶναι ὁ φυσικὸς Νομοθέτης τοῦ Γάμου καὶ τὸν θέσπισε γιὰ νὰ ὑπηρετεῖ τριπλὸ σκοπό: α) Τὴν ἕνωση δύο προσώπων μὲ τὸ ἱερὸ Μυστήριο τοῦ Γάμου στὴν ἱερὴ ἀτμόσφαιρα τῆς συζυγίας, γιὰ νὰ γίνουν μία ψυχή, μία καρδιά, ἕνα σῶμα, ἕνα φρόνημα καὶ νὰ ἐπιτύχουν τὴν ἀμοιβαία ἀγάπη, τὴν ἀλληλοβοήθεια καὶ τὴν ἠθικὴ τελείωσή τους. β) Τὴ διαιώνιση τοῦ εἴδους. γ) Τὴ λειτουργία τῆς χριστιανικῆς οἰκογένειας ὡς «κατ᾿ οἶκον ἐκκλησίας», ποὺ θὰ ἑτοιμάζει Ἁγίους γιὰ τὸν Παράδεισο. Ἡ μοιχεία ὡς διαλυτικὸ τῆς οἰκογένειας θανάσιμο ἁμάρτημα ἔρχεται νὰ χωρίσει τὰ ἀνδρόγυνα καὶ νὰ ὁδηγήσει τὸν ἄνθρωπο στὴν αἰώνια ἀποκοπή του ἀπὸ τὸν Θεό: «μὴ πλανᾶσθε· οὔτε πόρνοι... οὔτε μοιχοί, οὔτε μαλακοί, οὔτε ἀρσενοκοῖται... βασιλείαν Θεοῦ οὐ κληρονομήσουσι» (Α΄ Κορ. ς΄ 910). Τὸ ἁμάρτημα τῆς μοιχείας τιμωρεῖται αὐστηρὰ ἀπὸ τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ. Ὁ παλαιὸς νόμος τιμωροῦσε τὴ μοιχεία μὲ λιθοβολισμό (βλ. Δευτ. κβ΄ 2224, Λευϊτ. κ΄ 10 καὶ Ἰεζ. ις΄ 3740). Ἐπίσης καταδικάζεται καὶ ἀπὸ τὴ συνείδηση τῶν ἀνθρώπων. Γι᾿ αὐτὸ εἶναι πολὺ λυπηρὸ τὸ ὅτι τὰ τελευταῖα χρόνια ψηφίσθηκαν ὁ ἕνας κατόπιν τοῦ ἄλλου πλεῖστοι ὅσοι ἀντιευαγγελικοὶ νόμοι, ὅπως ἡ ἀποποινικοποίηση τῆς μοιχείας, ὁ πολιτικὸς γάμος, τὸ «σύμφωνο ἐλεύθερης συμβίωσης», ἡ ἐπέκτασή του καὶ στοὺς ὁμοφυλόφιλους, καὶ ἄλλοι παραπλήσιοι νόμοι. Ὅλοι αὐτοὶ οἱ νόμοι ψηφίσθηκαν, γιὰ νὰ ἁμαρτάνουν ἀσύστολα οἱ ἄνθρωποι καὶ νὰ μὴ διώκονται ποινικά. Ἀλλὰ ὅσους ἀντιευαγγελικοὺς νόμους καὶ ἂν ψηφίζουν στὴν ἀποστατημένη κοινωνία μας οἱ Κυβερνήσεις τῶν Κρατῶν, ἡ ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ δὲν θὰ παύσει νὰ ἔχει ἀκατάλυτο κύρος καὶ ἰσχύ. Δὲν θὰ παύσει νὰ μᾶς καλεῖ σὲ μετάνοια, γιὰ νὰ ἐπιστρέψουμε «ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν» καὶ νὰ ὑπακοῦμε στὴν αἰώνια ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ ἔχουμε τὴ Χάρι καὶ τὴν εὐλογία Του.ΟΣΩΤΗΡ2217
31 Μαρτίου, 2023
«Ὦ πανύμνητε Μῆτερ... »
Ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος εἶναι ὡραιότατος ὕμνος πρὸς τιμὴν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Θεωρεῖται ἀριστούργημα τῆς βυζαντινῆς ὑμνογραφίας. Ἀποτελεῖται ἀπὸ εἴκοσι τέσσερις οἴκους (=στροφές) σὲ ἑλληνικὴ ἀλφαβητικὴ ἀκροστοιχίδα ἀπὸ τὸ Α ὣς τὸ Ω. Ἡ τελευταία στροφή του ἀρχίζει μὲ τὴν κλητικὴ προσφώνηση: «Ὦ πανύμνητε Μῆτερ»! Τί γλυκύτατη προσφώνηση! Μέσα σὲ τρεῖς λέξεις περικλείει ἡ προσφώνηση αὐτὴ ὅλο τὸν πλοῦτο τῆς εὐλάβειας κάθε θεοφιλοῦς ψυχῆς πρὸς τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο. Νιώθουμε νὰ μᾶς ἀγγίζει ἡ μητρικὴ τρυφερότητά της, νὰ μᾶς σκεπάζει ἡ ἄμαχη προστασία της, νὰ μᾶς στηρίζουν οἱ ἀκοίμητες πρεσβεῖες της «πρὸς τὸν φιλάνθρωπον Θεόν». Καὶ αἰσθανόμαστε τὴν ἀνάγκη νὰ τὴν εὐχαριστοῦμε ἐκ βαθέων, νὰ τὴ μεγαλύνουμε γιὰ τὶς εὐεργεσίες της, «ἃς ὑπερεκένωσεν εἰς ἡμᾶς», αὐτὲς ποὺ τὶς πρόσφερε πλούσια σὲ μᾶς, καὶ νὰ τὴν ἱκετεύουμε γιὰ τὶς πολλὲς δοκιμασίες ποὺ ἀντιμετωπίζουμε στοὺς δύσκολους χρόνους ποὺ ζοῦμε. Γλυκιὰ Μητέρα τοῦ Χριστοῦ, Μεγάλη Παναγία! Εἶσαι ἡ πανύμνητη Μητέρα τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ κάθε πιστοῦ Χριστιανοῦ. Σὲ ὑμνεῖ ὅλη ἡ κτίση. Σὲ μεγαλύνουν ὅλες οἱ γενεὲς τῶν πιστῶν, ὅπως σὺ ἡ ἴδια προφητικὰ τὸ ἔψαλες στὴ δική σου ὠδή: «Ἰδοὺ γὰρ ἀπὸ τοῦ νῦν μακαριοῦσί με πᾶσαι αἱ γενεαί» (Λουκ. α΄ 48). Κανεὶς δὲν ἔχει μακαρισθεῖ, κανεὶς δὲν ἔχει μεγαλυνθεῖ τόσο πολὺ ὅσο ἡ Ὑπερευλογημένη Θεοτόκος! Μόνο ὁ Ἀκάθιστος ὕμνος τὴ χαιρετίζει μὲ 144 Χαιρετισμούς. Ἀλλὰ καὶ ὅλες οἱ Ἀκολουθίες τοῦ Νυχθημέρου, σὲ ὅλες τὶς ἡμέρες τοῦ χρόνου, μὲ πόσους ὕμνους, μὲ πόσα Μεγαλυνάρια, μὲ πόσα Θεοτοκία, μεγαλύνουν «τὴν ἀειμακάριστον καὶ παναμώμητον, καὶ μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν»! Γιατί τόση τιμὴ στὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο; Γιατί τόσο πολὺ τὴν εὐλαβούμαστε οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί; Διότι εἶναι «ἡ τεκοῦσα τὸν πάντων ἁγίων ἁγιώτατον Λόγον»! Εἶναι ἡ μοναδικὴ ἀνθρώπινη ὕπαρξη στὸν κόσμο ποὺ ἀξιώθηκε νὰ γίνει ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ. Ὑπηρέτησε στὸ μέγα μυστήριο τῆς σαρκώσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου. Γέννησε τὸν Υἱὸ καὶ Λόγο τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος ὑπερβαίνει ἀπείρως τὴν ἁγιότητα ὅλων τῶν Ἁγίων. Ἀλλὰ εὐλαβούμαστε τὴν Κυρία Θεοτόκο καὶ διότι ὡς Μητέρα τοῦ Θεοῦ εἶναι καὶ Μητέρα ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Καταλαβαίνει τοὺς πόνους μας, τοὺς καημοὺς καὶ τὰ βάσανά μας, τῆς ψυχῆς τὰ σκιρτήματα, τῆς καρδιᾶς τὰ μιλήματα, τῶν χειλέων τὰ ψελλίσματα. Εἶναι ἡ μεγάλη Μητέρα τοῦ λαοῦ μας ποὺ στέκεται πάνω ἀπὸ τὶς πολιτεῖες καὶ τὰ χωριά, τοὺς κάμπους καὶ τὰ βουνά, τὴ θάλασσα καὶ τὴ στεριὰ καὶ μᾶς σκεπάζει μὲ τὴν κραταιὰ προστασία της. Εἶναι ἀκόμη ἡ ἁγία Σκέπη, ἡ Ὑπέρμαχος Στρατηγὸς τοῦ Ἔθνους μας, ποὺ μᾶς προστατεύει ἀπὸ τὶς ἐπιβουλὲς τῶν πολεμίων. Τὴ μεγαλύνουμε, τὴν εὐχαριστοῦμε καὶ τὴν παρακαλοῦμε νὰ δεχθεῖ τὴν προσφορά μας καὶ νὰ μᾶς γλυτώσει ἀπὸ κάθε συμφορά: «δεξαμένη τὴν νῦν προσφοράν, ἀπὸ πάσης ρῦσαι συμφορᾶς ἅπαντας»! Εἶναι πολλὲς οἱ συμφορὲς καὶ τὰ βάσανά μας, πολλοὶ οἱ πειρασμοὶ καὶ οἱ θλίψεις μας. Αἰσθανόμαστε τὴν ἀνάγκη νὰ καταφύγουμε ἐπειγόντως στὴν ἀκαταίσχυντη προστασία τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ νὰ τὴν παρακαλέσουμε νὰ μᾶς βοηθήσει, νὰ μᾶς λυτρώσει ἀπὸ τὶς συμφορὲς ποὺ ἔρχονται ἡ μιὰ κατόπιν τῆς ἄλλης καὶ νὰ μᾶς σώσει. Βοήθησέ μας, Παναγία, στὴ φτώχεια, τὴ χηρεία, τὴν ὀρφάνια καὶ τὴν ἀσθένεια. Σῶσε μας ἀπὸ σεισμούς, λιμοὺς καὶ καταποντισμούς. Σῶσε μας ἀπὸ ἐθνικὲς συμφορὲς καὶ ἀπὸ κάθε κίνδυνο: «Ἐκ παντοίων με κινδύνων ἐλευθέρωσον»! Τὴν παρακαλοῦμε νὰ μᾶς λυτρώσει καὶ ἀπὸ τὴν αἰώνια κόλαση, ποὺ εἶναι ἡ χειρότερη ἀπ᾿ ὅλες τὶς συμφορές: «καὶ τῆς μελλούσης λύτρωσαι κολάσεως»! Μὲ τὸ αἴτημα αὐτὸ τὴν παρακαλοῦμε, καὶ ὅταν ἀπαγγέλλουμε τὸ «Ἄσπιλε, ἀμόλυντε», λέγοντας: «ἐν δὲ τῇ φοβερᾷ ἡμέρα τῆς Κρίσεως, τῆς αἰωνίου με ρυομένη κολάσεως...». Ὑπάρχουν ἄνθρωποι ποὺ δὲν θέλουν νὰ ἀκούσουν γιὰ αἰώνια κόλαση. Ἴσως καὶ νὰ μὴν πιστεύουν σ᾿ αὐτὴ τὴν ἀποκεκαλυμμένη θεία ἀλήθεια. Ἀλλὰ οἱ πιστοὶ Χριστιανοὶ δὲν παγιδευόμαστε ἀπὸ τέτοιες ἀνεπίτρεπτες ἐπιπολαιότητες. Καταφεύγουμε στὴ βοήθεια τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου μὲ τὴ βεβαιότητα ὅτι κανεὶς ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ τὴν εὐλαβοῦνται καὶ ἐπικαλοῦνται τὴ Χάρι καὶ τὴν εὐλογία της, δὲν ἐπιστρέφει μὲ ἄδεια τὰ χέρια: «Οὐδεὶς προστρέχων ἐπὶ σοί, κατῃσχυμμένος ἀπὸ σοῦ ἐκπορεύεται, ἁγνὴ Παρθένε Θεοτόκε· ἀλλ᾿ αἰτεῖται τὴν χάριν, καὶ λαμβάνει τὸ δώρημα, πρὸς τὸ συμφέρον τῆς αἰτήσεως». Ἂς συνεχίσουμε ὡς πιστὸς λαὸς τοῦ Θεοῦ νὰ ἐμπιστευόμαστε στὸν Κύριο τῶν Δυνάμεων καὶ στὴν Παναγία Μητέρα Του μὲ τὴ βεβαιότητα ὅτι δὲν θὰ μᾶς ἀφήσουν χωρὶς προστασία. Ἂς παρακαλοῦμε τὸν Κύριο νὰ μᾶς εὐλογεῖ καὶ νὰ μᾶς προστατεύει καὶ τὴν Παναγία Μητέρα Του νὰ μᾶς λυτρώνει ἀπὸ κάθε συμφορὰ καὶ ἀπὸ τὴν αἰώνια κόλαση, λέγοντας: «Ὦ πανύμνητε Μῆτερ, ἡ τεκοῦσα τὸν πάντων ἁγίων ἁγιώτατον Λόγον, δεξαμένη τὴν νῦν προσφοράν, ἀπὸ πάσης ρῦσαι συμφορᾶς ἅπαντας· καὶ τῆς μελλούσης λύτρωσαι κολάσεως τοὺς συμβοῶντας· Ἀλληλούϊα».ΟΣΩΤΗΡ2217
30 Μαρτίου, 2023
Το γλαυκό του Ουρανού
Λένε πὼς σὰν τὸ χρῶμα τοῦ ἑλληνικοῦ οὐρανοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ βρεθεῖ ἀλλοῦ στὸν κόσμο· τὸ ἴδιο καὶ αὐτὸ τῆς θαλάσσης, ποὺ εἶναι ὁ καθρέφτης τ᾿ οὐρανοῦ. Καὶ τί ἀπόλαυση νὰ κάθεσαι στὸν βράχο πάνω ἀπ᾿ τὸ κύμα, ἴσως σ᾿ ἕνα ἀπ᾿ τὰ σμαραγδένια νησιά μας τοῦ ἑλληνικοῦ ἀρχιπελάγους, καὶ ν᾿ ἀφήνεις τὸ βλέμμα σου νὰ βυθίζεται στὸ ἀτέλειωτο γλαυκὸ τοῦ οὐρανοῦ! Ὁ ἥλιος μεσούρανα νὰ διαφεντεύει, τὸ πέλαγος νὰ σὲ θαμπώνει ἀπ᾿ τὸ ἀντιφέγγισμα, καὶ ἡ ὕπαρξή σου νὰ χάνεται μέσα στὸ ἄπειρο τοῦ βαθυκύανου! Σὰν νὰ σὲ κυκλώνουν μυριάδες ζαφείρια... Ἀλλὰ καὶ κάπου ἀλλοῦ μπορεῖ νὰ σὲ παραπέμπει τὸ γλαυκὸ τοῦ οὐρανοῦ καὶ τὸ κρύσταλλο τῆς θαλάσσης....
Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι στὴν Ἁγία Γραφὴ ἡ παρουσία τῆς ἀκτίστου δόξης, φωτός, ἁγιότητος καὶ μακαριότητος τοῦ Θεοῦ συμβολίζεται ἐπανειλημμένως μὲ τὸ χρῶμα τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς θαλάσσης. Μία ὡραιότατη περιγραφὴ ἐμφανίσεως τοῦ Θεοῦ στὴ γῆ ὑπὸ τὰ χρώματα αὐτὰ συναντοῦμε στὸ βιβλίο τῆς Ἐξόδου στὴν Παλαιὰ Διαθήκη. Πρόκειται γιὰ τὴν περιγραφὴ τῆς ἐμφανίσεως τοῦ Θεοῦ στὸ ὄρος Σινὰ μετὰ τὴν ἔξοδο τῶν Ἰσραηλιτῶν ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο καὶ τὴν ἀρχὴ τῆς πορείας τους πρὸς τὴ Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας. Ἦταν τότε ποὺ ἐπρόκειτο νὰ συνάψει ὁ Θεὸς διαθήκη μὲ τὸν λαό Του καὶ νὰ τοὺς παραδώσει τὸν Νόμο Του, τὶς δέκα ἐντολές, σὲ λίθινες πλάκες. Τότε λοιπὸν δήλωσε τὴν παρουσία Του πρὸς τὸν λαὸ ἐπάνω στὸ ὄρος μὲ φοβερὸ μεγαλεῖο καὶ ἐπιβλητικότητα, τέτοια ποὺ νὰ προκαλεῖ ἔκπληξη, θάμβος, δέος, τρόμο σὲ ὅλους τοὺς Ἰσραηλίτες. Τὸ ὄρος Σινὰ «ἐκαπνίζετο ὅλον διὰ τὸ καταβεβηκέναι ἐπ᾿ αὐτὸ τὸν Θεὸν ἐν πυρί» (Ἐξ. ιθ΄ 18), ἐνῶ συνάμα συνταραζόταν ἀπὸ βροντὲς καὶ ἀστραπὲς σὰν ἐκρήξεις ἡφαιστείου. Ἐπιπλέον ἕνα σκοτεινὸ σύννεφο κάλυπτε τὴν κορυφή του, κάνοντας ἀκόμη φοβερότερο τὸ θέαμα ποὺ ἀντίκριζε ὅλος ὁ λαός. Τὴ συγκεκριμένη περικοπὴ τὴν ἀκοῦμε νὰ διαβάζεται στὶς Ἐκκλησίες τὴ Μεγάλη Πέμπτη τὸ πρωί, στὸν Ἑσπερινό. Ὅμως αὐτὸ ποὺ ἐπακολούθησε εἶναι ἀκόμη πιὸ ἐκπληκτικό: Ὁ Θεὸς δηλαδή, ἀφοῦ ἔδωσε αὐστηρὴ ἐντολὴ κανεὶς νὰ μὴν τολμήσει νὰ ἀνεβεῖ στὸ ὄρος, ξεχώρισε κάποιους ἐπίλεκτους ἄνδρες ἀπὸ τὸν λαό, τὸν Ἀαρών, τὸν Ναδάβ, τὸν Ἀβιοὺδ καὶ ἄλλους ἑβδομήντα, καὶ ὅλους αὐτοὺς τοὺς κάλεσε μαζὶ μὲ τὸν Μωυσῆ νὰ πλησιάσουν κοντύτερα. Τελικά, ἐπάνω στὴν κορυφὴ ἀνέβηκαν μόνο ὁ Μωυσῆς μὲ τὸν Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ· ὅλοι οἱ ὑπόλοιποι ἔμειναν κάπου στὴ μέση τῆς διαδρομῆς μετὰ ἀπὸ σχετικὴ παραγγελία τοῦ Κυρίου. Ἀπὸ τὸ μέρος αὐτό, καὶ ἐνῶ μέχρι τώρα τὰ δείγματα τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ ἦταν τρομερά, οἱ ἑβδομήντα τέσσερις αὐτοὶ ἄνδρες ἀξιώθηκαν νὰ ἀπολαύσουν ἕνα μεγαλειῶδες καὶ ὑπέροχο θέαμα: τὴν παρουσία τοῦ Κυρίου ὑπὸ ἄλλες ὅμως τώρα συνθῆκες καὶ σύμβολα. «Καὶ εἶδον τὸν τόπον, οὗ εἱστήκει ὁ Θεὸς τοῦ Ἰσραήλ· καὶ τὰ ὑπὸ τοὺς πόδας αὐτοῦ ὡσεὶ ἔργον πλίνθου σαπφείρου καὶ ὥσπερ εἶδος στερεώματος τοῦ οὐρανοῦ τῇ καθαριότητι» (Ἐξ. κδ΄ 10). Τὸ σκηνικὸ τώρα ἄλλαξε τελείως: Καθὼς ἔριξαν μπροστὰ τὰ βλέμματά τους, ἀντίκρισαν ἀπὸ μακριὰ τὸν τόπο ὅπου εἶχε σταθεῖ ὁ Κύριος. Κι ἐκεῖ ὅπου πατοῦσαν οἱ ἅγιοι πόδες Του, φαινόταν σὰν νὰ ὑπῆρχε κάποιο βῆμα κατασκευασμένο μὲ πλίνθους κρυστάλλινους, διαυγεῖς, ἀπὸ τὸν πολύτιμο ἐκεῖνο λίθο ποὺ ὀνομάζεται σάπφειρος, ζαφείρι. Καὶ ἦταν τόσο λαμπερός, φωτεινός, γεμάτος ἀπὸ ἀστραφτερὸ γαλάζιο χρῶμα ὁ τόπος, ποὺ ἔμοιαζε μὲ κατακάθαρο, ὁλόλαμπρο οὐρανό! Ἔμειναν οἱ πρόκριτοι τοῦ Ἰσραὴλ νὰ θαυμάζουν καὶ νὰ ἀπολαμβάνουν... Δείγματα ὅλα αὐτὰ τῆς ἀπείρου μεγαλειότητος, ἀπαστράπτουσας καθαρότητος καὶ ἁγιότητος τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ καὶ τῆς καταλλαγῆς καὶ εἰρήνης πρὸς τοὺς ἀνθρώπους, καθὼς καὶ τῆς μελλούσης μακαριότητος. Μὲ τὰ ἴδια χρώματα ἐξάλλου περιγράφεται ὁ θρόνος τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπὸ τὸν προφήτη Ἰεζεκιὴλ στὸ ὅραμά του (βλ. Ἰεζ. α΄ 26), ἐνῶ ἡ Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννου ὀμιλεῖ γιὰ «θάλασσα ὑαλίνη, ὁμοία κρυστάλλῳ...» «ἐνώπιον τοῦ θρόνου» τοῦ Θεοῦ (Ἀποκ. δ΄ 6) Οὐρανὸς ἀστραφτερός, κρυστάλλινη θάλασσα, ζαφείρινα δάπεδα... Γαλανὲς ὅλες ἀποχρώσεις. Τὰ πάντα βυθισμένα στὸ γλαυκό, στὸ ἄπειρο γλαυκὸ τῆς θείας εἰρήνης, τῆς παραδείσιας τρυφῆς καὶ μακαριότητος. Μυστικὲς ἀνταύγειες τῆς ἀκτίστου δόξης τοῦ Θεοῦ!...
Ἂν ποτὲ βρεθεῖς νὰ ἀπολαμβάνεις τὸ ἄπειρο γλαυκὸ τοῦ ἑλληνικοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς ζαφειρένιας θάλασσας, τότε μὴ μείνεις μόνο σ᾿ αὐτά. Προσπάθησε νὰ ἀναχθεῖς μὲ τὴ διάνοιά σου στὰ βαθύτερα νοήματα ποὺ κρύβονται πίσω ἀπὸ αὐτά. Συνειδητοποίησε βαθιὰ ὅτι ἔχεις ἕνα Θεὸ ποὺ σὲ ἀγαπᾶ καὶ σὲ περιμένει κοντά Του. Τὰ ἐλέη Του εἶναι πλατιὰ σὰν τοὺς οὐρανούς, καὶ οἱ οἰκτιρμοί Του βαθεῖς σὰν τὰ πελάγη. Καὶ ἔχει ἑτοιμάσει γιὰ σένα δόξα ἄπειρη στοὺς οὐρανούς. Τοὺς αἰώνιους γλαυκοὺς οὐρανούς...ΟΣΩΤΗΡ2217
28 Μαρτίου, 2023
Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ
Ἦταν ἕνα πλάσμα ὑπέροχο, θαῦμα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, ἀποτέλεσμα ἀμέσου ἐπεμβάσεως καὶ εἰδικῆς δημιουργικῆς ἐνεργείας Του. Ἦταν τὸ κόσμημα τοῦ κόσμου, ὁ βασιλιὰς τῆς ὁρατῆς κτίσεως, ὁ στολισμένος μὲ κάθε ἀρετὴ καὶ προικισμένος μὲ ἔξοχα χαρίσματα καὶ ἰδιαίτερη χάρη: ὁ ἄνθρωπος! Τέτοιος ἦταν ὅταν βγῆκε ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ Θεοῦ. Ὅταν ὅμως ἔπεσε στὰ νύχια τοῦ διαβόλου καὶ ἔδωσε σ’ ἐκεῖνον τὴν ἐμπιστοσύνη του, χάθηκε ἡ πρώτη ὡραιότητα, σκορπίσθηκε ὁ πλοῦτος, ἔσβησε τὸ φῶς ποὺ φώτιζε τὴν ψυχή του. Ὁ ἄνθρωπος ἔφυγε ἀπὸ τὸν παράδεισο τοῦ Θεοῦ, ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὸν πανάγαθο Δημιουργό του. Ὅλη ἡ ἀνθρωπότητα ἀπὸ τότε κινεῖται σὲ τροχιὰ ἀποστασίας. Καὶ αὐτὸς ἀκόμη ὁ ἐκλεκτὸς λαὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ εὐλογημένος Ἰσραήλ, συχνὰ ἀποστατεῖ, ἐγκαταλείπει τὸν εὐεργέτη του Θεό, προσκυνεῖ τὰ εἴδωλα, πέφτει σὲ ζωὴ ἁμαρτίας καὶ ὑποδουλώσεως σὲ πλῆθος ἀνόμων παθῶν. Ἀλλὰ ὁ Θεὸς δὲν παύει νὰ ἐνδιαφέρεται καὶ νὰ προσπαθεῖ. Στέλνει τοὺς προφῆτες Του, ἀνθρώπους μὲ θαυμαστὸ ζῆλο καὶ ἀκλόνητη πίστη, ἀφοσιωμένους σ’ Αὐτὸν καὶ στὴν τήρηση τοῦ Νόμου Του. Τοὺς στέλνει νὰ μεταφέρουν στὸν ἀποστατημένο λαὸ τὴν πρόσκλησή Του: «Ἐπιστράφηθι, Ἰσραήλ, πρὸς Κύριον τὸν Θεόν σου». «Τάδε λέγει Κύριος παντοκράτωρ· ἐπιστρέψατε πρός με, λέγει Κύριος τῶν δυνάμεων» (Ὠσηὲ ιδ΄ 2, Ζαχ. α΄ 3, βλ. καὶ Μαλαχ. γ΄ 7).
27 Μαρτίου, 2023
ΑΡΓΕΙ Ο ΘΕΟΣ;
Τὸ ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα τῆς Δ΄ Κυριακῆς τῶν Νηστειῶν μᾶς μεταφέρει στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, στὴ μεγαλειώδη ἐκείνη στιγμὴ ποὺ ὁ Θεὸς ἔδωσε τὶς ὑποσχέσεις Του στὸν Ἀβραάμ. Ὅπως μᾶς πληροφορεῖ τὸ βιβλίο τῆς Γενέσεως, τοῦ ὑποσχέθηκε ὅτι θὰ ἀποκτήσει υἱό, ὅτι οἱ ἀπόγονοί του θὰ εἶναι πολυάριθμοι σὰν τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ καὶ σὰν τὴν ἄμμο τῆς θαλάσσης κι ὅτι θὰ κληρονομήσει τὴ γῆ Χαναάν. Γιὰ νὰ τὸν διαβεβαιώσει μάλιστα γιὰ τὴν πραγματοποίηση τῶν ὑποσχέσεων αὐτῶν ὁ Θεὸς ἔδωσε ὅρκο. Καὶ ἐπειδὴ δὲν ὑπῆρχε τίποτε ἀνώτερο στὸ ὁποῖο νὰ ὁρκισθεῖ, ὁρκίσθηκε στὸν Ἑαυτό του. Παράδοξες, πράγματι, οἱ ὑποσχέσεις τοῦ Θεοῦ! Διαβεβαίωσε τὸν Ἀβραὰμ ὅτι θὰ τοῦ χαρίσει υἱὸ καὶ τοῦ ὑποσχέθηκε ἀμέτρητους ἀπογόνους, ἐνῶ ἡ σύζυγός του Σάρρα ἦταν στείρα κι ὁ Ἀβραὰμ βρισκόταν ἤδη σὲ προχωρημένη ἡλικία. Ὅλα ἔμοιαζαν ἀπραγματοποίητα, ἀδύνατα νὰ συμβοῦν. Ὁ μέγας πατριάρχης Ἀβραὰμ ὅμως πίστεψε στοὺς λόγους τοῦ Θεοῦ καὶ δικαιώθηκε βλέποντας τὴν πραγματοποίησή τους. Ὁ Θεὸς λοιπόν, δὲν ἀθετεῖ τὸν λόγο Του· δὲν ἀναιρεῖ τὶς ὑποσχέσεις Του, ὅσο δύσκολες κι ἂν φαίνονται οἱ συνθῆκες, ὅσο ἀ δύνατη κι ἂν μοιάζει ἡ ὑλοποίησή τους. Ἴσως κάποτε νὰ καθυστερεῖ. Ἡ προσμονή μας τότε γίνεται ἴσως ὀδυνηρή. Εἶναι ὅμως πάντοτε ἀξιόπιστος ὁ λόγος Του. Ὅσο ἀργεῖ ὁ Θεός, τόσο μεγαλύτερες θὰ εἶναι οἱ εὐλογίες ποὺ τελικὰ θὰ μᾶς χαρίσει· πολὺ πλουσιότερες ἀπ᾿ ὅ,τι ἔχουμε φαν ταστεῖ.
2. ΑΜΕΙΒΕΙ ΤΗΝ ΥΠΟΜΟΝΗ ΜΑΣ
Γιὰ τὴν πραγματοποίηση ὅμως τῶν ἐπαγγελιῶν τοῦ Θεοῦ ἀπαραίτητη προϋπόθεση εἶναι ἡ ὑπομονὴ τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ σπουδαῖο ὑπόδειγμα ὑπομονῆς εἶναι ὁ Ἀβραάμ, ὁ ὁποῖος «μακροθυμήσας ἐπέτυχε τῆς ἐπαγγελίας». Περίμενε, δηλαδή, πολλὰ χρόνια μὲ ὑπομονή, κι ἔτσι πέτυχε τὴν εὐλογία ποὺ τοῦ ὑποσχέθηκε ὁ Θεός, ὡς πρὸς τὸ σημεῖο ποὺ ἀναφερόταν στὴν ἐπίγεια ζωή του: Ἀπέκτησε παιδὶ ἀπὸ τὴ Σάρρα, ἀπὸ τὸ ὁποῖο πληθύνθηκαν οἱ ἀπόγονοί του κι ἔγιναν μεγάλο ἔθνος. Πόσο θαυμάζουμε, ἀλήθεια, τὴν ὑπομονὴ ποὺ ἔδειξε ὁ μέγας Πατριάρχης, μέχρι νὰ δεῖ τὴν ἐκπλήρωση τῶν ὑποσχέσεων τοῦ Θεοῦ! Ἂν καὶ περνοῦσαν τὰ χρόνια καὶ προχωροῦσε ἡ ἡλικία του, οὔτε στιγμὴ δὲν ἀμφέβαλε γιὰ τὴν ἐκπλήρωση τῶν θείων ἐπαγγελιῶν. Καὶ πόσο μᾶς διδάσκει τὸ παράδειγμά του! Σήμερα, μάλιστα, ποὺ ζοῦμε στὴν ἐποχὴ τῆς ταχύτητας· ποὺ ἐπιζητοῦμε τὴ γρήγορη μετακίνησή μας, τὴν ἄμεση ἐπιτέλεση τῶν ἐργασιῶν μας. Κι ὅμως εἶναι ἀπαραίτητη ἡ μαθητεία μας στὸ πανεπιστήμιο τῆς ὑπομονῆς. Ἐκεῖ θὰ διδαχθοῦμε νὰ εἴμαστε καρτερικοὶ κατὰ τὴν ὥρα τῆς δοκιμασίας, τῆς ἀσθένειας, τῆς ἀδικίας, τῆς ἀποτυχίας, φέρνοντας στὴ σκέψη μας τοὺς αἰώνιους λόγους τοῦ Κυρίου: «Ὁ ὑπομείνας εἰς τέλος, οὗτος σωθήσεται» (Ματθ. κδ΄ 13). Ὅποιος δείξει ὑπομονὴ μέχρι τὸ τέλος τῶν δοκιμασιῶν του, ὄχι μόνο θὰ πετύχει τὴν ἐπαγγελία τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ κάτι πολὺ ἀνώτερο: θὰ εἰσέλθει καὶ θὰ κατοικήσει στὴ Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας, στὴν οὐράνια Βασιλεία Του.
3. ΕΚΕΙΝΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΕΛΠΙΔΑ ΜΑΣ
Στὴ συνέχεια τῆς περικοπῆς ὁ θεόπνευστος Ἀπόστολος ὑπογραμμίζει πόσο σημαντικὸ ἐφόδιο στὸν πνευματικό μας ἀγώνα εἶναι ἡ ἐλπίδα. Ἀναφέρει συγκεκριμένα ὅτι ὁ Θεὸς ἔδωσε τὶς ὑποσχέσεις καὶ τὸν ὅρκο Του, ὥστε, ὅσοι καταφεύγουμε σ᾿ Ἐκεῖνον, νὰ κρατοῦμε σταθερὴ τὴν ἐλπίδα μας, «ἣν ὡς ἄγκυραν ἔχομεν τῆς ψυχῆς ἀσφαλῆ τε καὶ βεβαίαν». Παρομοιάζει, δηλαδή, τὴν ἐλπίδα τοῦ πιστοῦ μὲ τὴν ἄγκυρα, ἡ ὁποία εἶναι ἀπαραίτητη σὲ ἕνα πλοῖο. Αὐτὴ τὸ ἀσφαλίζει καὶ τὸ κρατάει σταθερό, ὅταν τὰ κύματα κι ὁ ἀέρας ἀπειλοῦν νὰ τὸ παρασύρουν. Καὶ ἡ ἐπίγεια ζωή μας ὅμως μοιάζει μὲ ἕνα θαλάσσιο ταξίδι. Ἡ θάλασσα τοῦ κόσμου σπάνια ἔχει γαλήνη καὶ ἡσυχία. Ἔρχονται συχνὰ στιγμὲς ποὺ ταράζεται ἀπὸ δυνατοὺς ἀνέμους καὶ σηκώνονται τεράστια κύματα ποὺ ἀπειλοῦν μὲ ναυάγιο τὸν ἄνθρωπο. Ἄγκυρά του τότε εἶναι ἡ ἐλπίδα. Ὄχι ἡ ἐλπίδα του στὰ πλούτη καὶ στὶς ἱκανότητές του ἢ στὰ ὑψηλὰ πρόσωπα καὶ στὶς ἰδεολογίες τους. Οἱ ἄγκυρες αὐτὲς δὲν θὰ ἀντέξουν τὴ δύναμη τῶν κυμάτων καὶ θὰ σπάσουν. Ἐλπίδα σταθερὴ καὶ ἀκλόνητη γιὰ ἐμᾶς εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Ἡ ἄγκυρά μας δὲν βυθίζεται στὸν πυθμένα κάποιας θάλασσας, ἀλλὰ στὸ ἱερότερο σημεῖο τοῦ οὐρανοῦ· στὸν θρόνο τοῦ Κυρίου. Ὅταν γύρω μας ὅλα μᾶς ὠθοῦν στὴν ἀπελπισία, Ἐκεῖνος κρατᾶ στὰ παντοδύναμα χέρια Του τὴν ἄγκυρα τῆς ζωῆς μας. Ἐκεῖνος εἶναι ἡ ἐλπίδα μας, ἡ προσδοκία μας, ὁ ἀμετακίνητος συνοδοιπόρος καὶ συμπαραστάτης μας. Ὁ Παντοδύναμος!ΟΣΩΤΗΡ2217
24 Μαρτίου, 2023
Η ΓΕΝΙΑ ΤΩΝ ΑΘΑΝΑΤΩΝ
Ἦταν σὰν νὰ τοὺς ἔκοψε κάποιος
ἀπὸ τοὺς βράχους τοῦ Ὀλύμπου, ἢ σὰν νὰ ξέμειναν ἀπὸ τὴ
μυθικὴ ἐκείνη Τιτανομαχία. Ἢ μήπως
ξέφυγαν τάχα μέσα ἀπὸ τὶς σελίδες τῆς
Ὁμηρικῆς Ἰλιάδας καὶ ἐμφανίστηκαν χιλιάδες χρόνια ἀργότερα; Ὁ Μακρυγιάννης θὰ ἔλεγε: «Τοὺς ἔστειλες ἐσύ, Λεωνίδα»!
Ὁ καθένας τους ἕνας μύθος! Ἄδραξαν τὸ σπαθὶ καὶ τὸ ντουφέκι, καὶ ρίχτηκαν μέσα στοὺς καπνούς. Δὲν τὸν
φοβήθηκαν τὸν θάνατο ποτέ. Ἀντίθετα, τὸν προκαλοῦσαν· στὴν ἐπέλασή του
τοῦ ᾿δειχναν τὰ μαρμαρένια ἁλώνια. Τὸ
φρόνημά τους ἄκαμπτο σὰν γρανίτης.
Νάτο:
Ἦταν Ἰούλιος τοῦ 1823 κι ὁ Μάρκος
Μπότσαρης, προχωρώντας πρὸς τὸ
Καρπενήσι γιὰ νὰ πολεμήσει τὸν Μουσταὴ πασὰ τῆς Σκόδρας, πέρασε ἀπ᾿ τὸ
Μοναστήρι τοῦ Προυσσοῦ. Μπῆκε στὴν
ἐκκλησιά, προσευχήθηκε, καὶ στὴν πόρτα βγαίνοντας συναντᾶ ἕναν καλόγερο.
Τοῦ δίνει μερικὰ νομίσματα καὶ τοῦ λέει:
–Πάρ᾿ τα, καλόγερε, νὰ τὰ μοιράσεις στοὺς φτωχούς, γιὰ τὴν ψυχὴ τοῦ Μάρκου Μπότσαρη.
–Τί; πέθανε ὁ Μάρκος; τὸν ρωτάει ξαφνιασμένος ὁ καλόγερος, ποὺ εἶχε ἀκούσει τόσα γι’ αὐτόν, χωρὶς ὅμως νὰ τὸν γνωρίζει.
–Ὄχι, δὲν πέθανε, πηγαίνει ὅμως νὰ πεθάνει, τοῦ ἀποκρίνεται ὁ Μάρκος.
Ὁ Κωνσταντίνος Κανάρης, ὅταν ρωτήθηκε πῶς τόλμησε νὰ πάει νὰ κάψει τὴ ναυαρχίδα τοῦ Καρᾶ Ἀλῆ, ἀπάντησε: Εἶπα στὸν ἑαυτό μου:
–Κωνσταντή, θὰ πεθάνεις!
Ἔτσι πορεύονταν πρὸς τὸν θάνατο! Ἡρωικοί! Κι ἂν πέθαναν, δὲν πέθαναν. Ἦταν ἀπ᾿ τὴ γενιὰ τῶν ἀθανάτων. Κι ὅταν σκοτώνονταν, βροντοφωνοῦσαν «Ἐλευθερία ἢ θάνατος»! Γιατὶ γι᾿ αὐτοὺς θάνατος ἦταν ἡ σκλαβιά. Ζωή τους καὶ χαρά τους ἡ Λευτεριά. Ἀπὸ τόπο σὲ τόπο κι ἀπὸ κορφὴ σὲ κορφὴ κρυφομιλοῦσαν νύχτα καὶ μέρα μαζί της. Ἄκουγαν τὴ φωνή της παντοῦ· στὶς ράχες, στὰ βουνά, στὶς ρεματιές, ἐκεῖ ποὺ κατοικοῦσαν στὶς πιὸ ἀπόκρημνες σπηλιές. Ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιὰ ὁρκίζονταν πίστη στὸν παντοτινὸ Ἀρχηγό τους, τὸν Μαρμαρωμένο Βασιλιά. Καρτεροῦσαν τὴν ὥρα ποὺ Ἐκείνη ‒ ἡ Λευτεριά – θὰ τὸν ξυπνοῦσε. Κι ὅταν εἶδαν τὴν κόψη τοῦ σπαθιοῦ της ν᾿ ἀστράφτει ἀντίκρυ στὸν ἥλιο, καὶ τὸ βλέμμα της νὰ μετράει τὴ γῆ μὲ βιάση, τινάχτηκαν ὀρθοί. Ἀνέμισαν τὴ σημαία της, εὐλόγησαν στὶς ἐκκλησιὲς τὰ ἄρματά τους, ἔκαναν τὸν σταυρό τους καὶ τὴν ἀκολούθησαν. Ἀπὸ τὴν Ἅγια Λαύρα στὸ Βαλτέτσι, κι ἀπὸ τὰ Ψαρὰ στὸ Σούλι καὶ στὸ Χάνι τῆς Γραβιᾶς. Στὴν Ἀλαμάνα, στὸ Μεσολόγγι, στὰ Δερβενάκια, στὴν Τριπολιτσά. Βῆμα τὸ βῆμα περπατοῦσαν μαζί της τὴ σκλαβωμένη γῆ. Κι ὅπου πατοῦσαν, ἄναβε φωτιὰ ἡ Λευτεριὰ κι ἔλαμπε ἡ μορφή της μὲ φῶς ὑπερκόσμιο. Δὲν ἦταν ὑπεράνθρωποι. Ἄνθρωποι ἦταν. Μὲ ἀδυναμίες ὅπως ὅλοι μας. Κάποιοι μὲ πολλές. Καὶ ἄλλοι μὲ πολὺ μεγάλες. Ὅλοι τους ὅμως μὲ ἀπόφαση θανάτου. Μὲ τὴ λαχτάρα νὰ δοῦν τὴ βασίλισσα τῆς καρδιᾶς τους Λευτεριὰ νὰ βασιλεύει ἀπ᾿ ἄκρου σ᾿ ἄκρο στὴ γῆ ποὺ τὴ γέννησε. Αὐτὴ ἡ ἀπόφαση κι αὐτὴ ἡ λαχτάρα τοὺς ἔκανε νὰ ξεπερνοῦν τὶς ἀδυναμίες τους, νὰ ὑπερβαίνουν τὸν συνηθισμένο ἑαυτό τους, νὰ ὑψώνονται σὲ κόσμους οὐράνιους, νὰ ἀνεβαίνουν σὲ ὕψη δυσθεώρητα. Λόγιαζαν τὸν ἑαυτό τους ἀπεσταλμένο τοῦ Χριστοῦ νὰ ξαναδώσουν στὶς ἐκκλησιές Του τὴν παλιά τους λαμπρότητα, νὰ σταματήσουν τοὺς βίαιους ἐξισλαμισμούς, τὴν ἐφιαλτικὴ τυραννία τῶν ἀγροίκων κατακτητῶν. Λογιάστηκαν ἀγαπημένα παιδιὰ τῆς Παναγιᾶς. Στὴν ἀγκαλιά της ἀκουμποῦσαν τοὺς πόνους, τὶς θλίψεις, τὶς ἀγωνίες τους. Ἔπραξαν τὸ χρέος τους. Τραβώντας τὰ γιαταγάνια τους συνέτριψαν τὶς ἁλυσίδες τεσσάρων αἰώνων. Παρέδωσαν ἐλεύθερη πατρίδα. Μὲ τὸ στόμα τοῦ μεγάλου Κολοκοτρώνη στὶς 8 Νοεμβρίου τοῦ 1838 στὴν Πνύκα ἄφησαν σὲ ὅλους ἐμᾶς τὴν αἰώνια παρακαταθήκη τους: «Πρέπει νὰ φυλάξετε τὴν πίστη σας καὶ νὰ τὴ στερεώσετε, διότι, ὅταν ἐπιάσαμε τὰ ἄρματα, εἴπαμε πρῶτα ὑπὲρ πίστεως καὶ ἔπειτα ὑπὲρ πατρίδος... Εἰς ἐσᾶς μένει νὰ ἰσάσετε καὶ νὰ στολίσετε τὸν τόπο, ὅπου ἐμεῖς ἐλευθερώσαμε». Δυὸ αἰῶνες μετὰ ὁ λόγος τοῦ κορυφαίου τῶν Τιτάνων παραμένει περισσότερο ἐπίκαιρος ἀπὸ ποτέ.ΟΣΩΤΗΡ2217
Ο ΘΡΟΝΟΣ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΕΙΝΑΙ Ο ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΟΥ.
Μὲ τὴ Γ΄ Κυριακὴ τῆς Σταυροπροσκυνήσεως φθάνουμε στὴ μέση τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς· τῆς μακρᾶς αὐτῆς περιόδου ἀσκήσεως καὶ ἐγκρατείας, τὴν ὁποία οἱ ἅγιοι Πατέρες παρομοιάζουν μὲ ἔρημο, λόγῳ τοῦ κόπου καὶ τοῦ ἐντονότερου πνευματικοῦ ἀγώνα, στὸν ὁποῖο μᾶς καλεῖ ἡ Ἐκκλησία μας τὴν περίοδο αὐτή. Στὴν πορεία μας, λοιπόν, μέσα στὴν πνευματικὴ ἔρημο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ἡ Κυριακὴ τῆς Σταυροπροσκυνήσεως ἀποτελεῖ μία ὄαση· μία εὐκαιρία ἀναψυχῆς καὶ ἀνασυντάξεως τῶν δυνάμεών μας. Δὲν καταλύεται ἡ νηστεία τὴν ἡμέρα αὐτή, οὔτε γίνεται κάποια ἀνακωχὴ στὸν ἀόρατο πόλεμο μὲ τὰ πάθη μας. Ἡ προσκύνηση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ὅμως, καὶ τὰ ἱερὰ Ἀναγνώσματα, τὰ ὁποῖα κι αὐτὰ ἀναφέρονται στὸν Τίμιο Σταυρὸ τοῦ Κυρίου μας, φέρνουν δυνατὴ αἴσθηση παρακλήσεως καὶ παρηγορίας στὴν ψυχὴ τοῦ πνευματικοῦ ἀθλητῆ. Τὴν ἀλήθεια αὐτὴ ὑπογραμμίζει κι ἕνα τροπάριο τοῦ Ἑσπερινοῦ. Ἀναφέρεται στὸν Τίμιο Σταυρό, «δι᾿ οὗ τῶν δακρύων ἐξηφανίσθη κατήφεια, καὶ πρὸς ἄληκτον εὐφροσύνην μετήλθομεν». Ὁ Τίμιος Σταυρός, δηλαδή, ἐξάλειψε τὴ λύπη ἀπὸ τὸ δακρυσμένο πρόσωπο τοῦ ἀνθρώπου, χαρίζοντάς του ἀτελείωτη χαρὰ καὶ εὐτυχία. Πράγματι, μᾶς ἐνδυναμώνει ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου· μᾶς ἀναπαύει ἀπὸ τὸν κόπο τοῦ πνευματικοῦ ἀγώνα. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία τὸν θέτει ἐνώπιόν μας στὴ μέση τῆς πορείας μας αὐτῆς πρὸς τὸ Πάσχα, γιὰ νὰ τὸν προσκυνήσουμε καὶ νὰ λάβουμε Χάρι καὶ ἐνίσχυση στὸν ἀγώνα μας.
2. Ὁ ΜΕΓΑΣ ΑΡΧΙΕΡΕΑΣ ΣΥΜΠΑΘΕΙ
Τὸ ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα της Κυριακης ἀπὸ τὴν πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολὴ μᾶς ἐξηγεῖ γιατί ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου παρηγορεῖ καὶ ἐνισχύει τὴν ψυχὴ τοῦ πιστοῦ: «Οὐ γὰρ ἔχομεν ἀρχιερέα μὴ δυνάμενον συμπαθῆσαι ταῖς ἀσθενείαις ἡμῶν, πεπειρασμένον δὲ κατὰ πάντα καθ᾿ ὁμοιότητα χωρὶς ἁμαρτίας». Δηλαδή, δὲν ἔχουμε Ἀρχιερέα ποὺ νὰ μὴν μπορεῖ νὰ δείξει συμπάθεια στὶς ἀσθένειες καὶ στὶς ἀδυναμίες μας· ἀλλὰ ἔχουμε Ἀρχιερέα ὁ Ὁποῖος ἔχει ἀντιμετωπίσει πειρασμοὺς μὲ ὅλους τοὺς τρόπους ποὺ μπορεῖ νὰ δοκιμασθεῖ ἡ ἀνθρώπινη φύση, ἐξ ὁλοκλήρου ὅμοια μ᾿ ἐμᾶς, χωρὶς ὅμως νὰ ὑποπέσει σὲ καμία ἁμαρτία. Πράγματι, ὁ ἴδιος ὁ Ἐσταυρωμένος Κύριός μας γεύθηκε τὸ πικρὸ ποτήριο τῶν θλίψεων σὲ βαθμὸ ποὺ κανεὶς ἄνθρωπος δὲν δοκίμασε ἐπὶ τῆς γῆς. Γεννήθηκε σὲ ψυχρὸ σπήλαιο. Ἔζησε καὶ πέθανε σὲ ἔσχατη πτωχεία. Φθονήθηκε καὶ μισήθηκε ὅσο κανεὶς ἄλλος. Περιφρονήθηκε. Δυσφημίσθηκε ὡς λαοπλάνος. Συκοφαντήθηκε ὡς δαιμονισμένος. Κατηγορήθηκε ὡς βλάσφημος. Ἐγκαταλείφθηκε ἀπὸ ὅλους σχεδὸν τοὺς ἀνθρώπους καὶ πέθανε μὲ τὸν πλέον ἀτιμωτικὸ καὶ βασανιστικὸ τρόπο ἐπάνω στὸν Σταυρό. «Ὑπέφερε τόσα πάθη, καὶ μὲ τόσην ὑπερβολήν, ὅπου ἔγινεν ἀπὸ κεφαλῆς ἕως ποδῶν ὅλος μία πληγή, καὶ ἐδοκίμασε πόνους περισσοτέρους ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. Ἔγινεν ὡσὰν ἕνα πέλαγος βασάνων», ὑπογραμμίζει ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης («Πνευματικὰ Γυμνάσματα», Μελέτη Α΄, β΄). Γνωρίζει ἑπομένως τὶς δυσκολίες μας, τὶς δοκιμασίες, τοὺς πειρασμούς μας. Γνωρίζει τὰ βάσανά μας. Τὰ γνωρίζει ἐκ πείρας. Διότι τὰ ὑπέστη καὶ ὁ Ἴδιος. Δοκίμασε ὅλα τὰ ἀνθρώπινα ἐκτὸς τῆς ἁμαρτίας. Ἂς μὴν ἀπελπιζόμαστε λοιπόν! Ὁ Μέγας Ἀρχιερέας, Ἰησοῦς Χριστὸς μᾶς καταλαβαίνει καὶ γι᾿ αὐτὸ εἶναι συμπαθὴς στὶς ἀδυναμίες μας. Εἶναι συνοδοιπόρος μας σὲ κάθε θλίψη καὶ δοκιμασία μας.
3. ΜΕ ΘΑΡΡΟΣ ΣΤΟΝ ΘΡΟΝΟ ΤΟΥ
Στὴ συνέχεια τῆς περικοπῆς ὁ θεῖος Ἀπόστολος χρησιμοποιεῖ μία εἰκόνα ποὺ σχετίζεται μὲ τὸ βασιλικὸ ἀξίωμα τοῦ Κυρίου μας: «Προσερχώμεθα οὖν μετὰ παρρησίας τῷ θρόνῳ τῆς χάριτος, ἵνα λάβωμεν ἔλεον καὶ χάριν εὕρωμεν εἰς εὔκαιρον βοήθειαν». Ἂς πλησιάζουμε, μᾶς λέει, μὲ θάρρος καὶ ἄφοβη ἐμπιστοσύνη στὸν βασιλικὸ θρόνο τοῦ Χριστοῦ, ἀπὸ τὸν ὁποῖο πηγάζει ἡ Χάρις, γιὰ νὰ λάβουμε συγχώρηση γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας καὶ γιὰ νὰ βροῦμε εὔνοια καὶ δωρεὲς ποὺ θὰ μᾶς δώσουν ἄμεση βοήθεια σὲ κάθε κρίσιμη ὥρα πειρασμοῦ. Ὁ Κύριός μας, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ ἀρχιερατικὸ ἔχει καὶ τὸ βασιλικὸ ἀξίωμα. Εἶναι ὁ αἰώνιος Βασιλεὺς· ὁ Βασιλεὺς τῶν βασιλευόντων. Ὅμως ὁ Βασιλεὺς Χριστὸς δὲν ἐξουσιάζει μὲ τρόπο αὐταρχικό. Ὁ βασιλικός Του θρόνος δὲν ἐμπνέει τρόμο καὶ ταραχή, ἀλλὰ ἀπὸ αὐτὸν πηγάζει ἡ Χάρις καὶ τὸ ἔλεος. Θρόνος Του εἶναι ὁ Τίμιος Σταυρός Του. Ἐπάνω στὸν Σταυρὸ ὡς Μέγας Ἀρχιερεὺς προσέφερε τὴν ἀπολυτρωτικὴ θυσία Του, καὶ διὰ τοῦ Τιμίου Σταυροῦ Του χαρίζει ὡς αἰώνιος Βασιλεὺς τὰ δῶρα τῆς θυσίας Του στοὺς ἀνθρώπους. Ἀπὸ ἐκεῖ θὰ λάβουμε τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν μας, ὅσες κι ἂν εἶναι αὐτές. Ἐνώπιόν Του θὰ γαληνέψει ἡ ψυχή μας καὶ θὰ βρεῖ εἰρήνη καὶ ἀνάπαυση ἀπὸ τὶς ἀβάσταχτες δοκιμασίες ποὺ ἀντιμετωπίζει. Ἀπὸ τὸν Τίμιο Σταυρό Του θὰ ἀντλήσουμε δύναμη καὶ Χάρι γιὰ τὸν πνευματικὸ ἀγώνα μας. Ἂς μὴν ἀναβάλλουμε λοιπὸν κι ἂς μὴν ἀδιαφοροῦμε. Ἂς προστρέχουμε μὲ θάρρος στὸν θρόνο τοῦ Βασιλέως μας, στὸν ὁποῖο ὁ Ἴδιος μᾶς προσκαλεῖ νὰ καταφεύγουμε, κι ἂς Τὸν προσκυνοῦμε ἐκεῖ μὲ πίστη καὶ εὐλάβεια.ΟΣΩΤΗΡ2217








