Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σιψα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σιψα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

25 Φεβρουαρίου, 2026

Η Γερόντισσα Ακυλίνα της Σίψας


Στο συνοικισμό των Ταξιαρχών Δράμας (Σίψα) πρώτος «οικιστής» κατά το έτος 1930 υπήρξε ο μακαριστός πατήρ (αγιος τωρα 2026) Γεώργιος Καρσλίδης (1901 - 1959), ο αποκτήσας την φήμη οσίου ανδρός. Σήμερα στο σημείο αυτό ανθεί μια πολυπληθής γυναικεία αδελφότης μοναζουσών που αποτελεί την Ιερά Μονή Αναλήψεως του Σωτήρος.

Παραθέτουμε στην συνέχεια ιστορικά στοιχεία για την αδελφότητα, όπως έχουν καταχωρηθεί ως επίλογος στο βιβλίο «ο μακάριος Γέροντας Γεώργιος Καρσλίδης, 1901 - 1959», που συνέγραψε ο Μονάχος Μωϋσής Αγιορείτης κι εξέδωσε η Ι. Μονή το 1989. Στην έκθεση των στοιχείων αυτών φαίνεται και η συμβολή της ταπεινότητος μου στην ίδρυση, ανάπτυξη και πρόοδο της λαμπρής σήμερα Ιεράς Μονής :
Θεού ευδοκία, από ετών μικρά τις αδελφότης αφιερωμένων νεανίδων εγκαταβιούσε και ησκείτο εις ιδιόκτητων οίκημα εντός της πόλεως Δράμας, υπό την πνευματικήν καθοδήγησιν της νύν ηγουμένης Ακυλίνης Παρμαξίδου, αναπτύσσουσα και δράσιν ιεραποστολικήν, παραλλήλως προς την επιμέλειαν δια την εσωτερικήν καλλιέργειαν της ψυχής και την εν Χριστω τελείωσιν των. Η επιθυμία δε αυτή διαρκώς αυξανομένη ωδήγησεν αυτάς εις την ομόφωνον απόφασιν να εγκαταλείψουν δια παντός τον κόσμον και να ενταχθούν εις τας τάξεις των μοναχών. Όθεν το 1968 ήρχισεν η αναζήτησις δια την εξεύρεσιν τόπου καταλλήλου δια την ίδρυσιν Ιεράς Κοινοβιακής Μονής.

Κινούμενοι υπό του ενθέου ζήλου όπως βιώσουν την «ξενιτείαν» καθώς συνιστούν οι άγιοι Πατέρες της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τους επιθυμούντας να ζήσουν την αγγελικήν πολιτείαν, ηρνήθησαν κατ΄ αρχήν να δεχθούν πρότασιν του Σεβασμιώτατου Μητροπολίτου Δράμας κ.κ. Διονυσίου, κατά πάντα σεβαστού και ευυπολήπτου ιεράρχου, δια του οποίου το ορθοδοξότατον και φιλομόναχον φρόνημα ουδόλως αμφέβαλον.

Ο Σεβασμιώτατος παρώτρυνεν αυτάς όπως επανδρώσωσι την μικράν Ι Μονή Αναλήψεως του Σωτήρος εν τω συνοικισμώ των Ταξιαρχών Δράμας (Σίψα), περιοχή ήτις κατωκήθη το πρώτον κατά το 1930 υπό του μακαριστού Οσίου Πατρός Γεωργίου Καρσλίδη εξ Αργυρουπόλεως Πόντου, ζήσαντος εν ασκήσει και αναδειχθέντος χαρισματούχου πνευματικού πατρός του πληρώματος της Ορθοδόξου ημών Εκκλησίας, κοιμηθέντος δε ενταύθα κατά το σωτήριον έτος 1959.

Αλλεπάλληλα εν τούτοις γεγονότα απέδειξαν τελικώς ότι η πρότασις του Σεβασμιωτάτου ήτο η έκφρασις του θελήματος του Θεού, καθώς και η επιθυμία του Όσιου Πατρός Γεωργίου, όστις έτι ζών ηυλόγει συχνάκις τον τόπον, διότι - καθώς έλεγε - επρόκειτο να γίνη μεγάλη Μονή ενταύθα, και δια τούτο υπετάγησαν. . .

Με την χάριν του Αναληφθέντος Χριστού, την ευλογίαν του μακαριστού Γέροντος Γεωργίου και την πατρικήν επίβλεψιν και προστασίαν του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Δράμας κ.κ. Διονυσίου, τον Απρίλιον του 1970 εζωογονήθη η από του 1959 ( έτος κοιμήσεως του μακαριστού Γέροντος) εγκαταλελειμμένη περιοχή, ήτις περιέβαλεν ναϋδριον επ΄ ονόματι της Αναλήψεως του Σωτήρος, ανεγερθέν μεν υπό του μακαριστού Οσίου Γέροντος Γεωργίου, ανακαινισθέν δε υπό του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Δράμας κ.κ. Διονυσίου.
Άμα τη ενταύθα εγκαταστάσει της πρώτης μοναστικής αδελφότητος έσπευσε μετά πολλής χαράς να υποταγή και συγκαταριθμημή εν αυτή η μονή χειροθετηθείσα μοναχή υπό του μακαριστού Γέροντος, 'Αννα Μακκαβαίου, άξιον τέκνον αυτού κατά πάντα.
Εις τη δυτικήν πλευρά του ναού, εκατέρωθεν εις της εισόδου αυτού, ένθα και το καμπαναριό, υπάρχουν δύο κελλία. Το εν εξ αυτών εχρησίμευεν ως κελλίον του Γέροντος. Εκεί εδέχετο και τους προσκυνητάς, όταν ήτο χειμών ή ήτο ασθενής. Και ταύτα ανεκαινίσθησαν και κατοικούνται.
Με την βοήθειαν αποσταλέντων στρατιωτών - τη παρακλήσει του Σεβασμιωτάτου - κατηδαφίσθη παράπηγμα βορείως του ναού ευρισκόμενον και χρησιμεύον ως στοχειώδης ξένων δια τους προσερχομένους προσκυνητάς, και ήρχισαν αι εγρασίαι ανεγερσεως των κτιριακών εγκαταστάσεων της Ι. Μονής.

Με την άοκνον προσπάθειαν των πρώτων αδερφών και την ενεργόν παρουσίαν της πρώτης και νύν Καθηγουμένης Ακυλίνης καθώς και την άγρυπνον και επίμονον παρακολούθησιν του Σεβασμιωτάτου, αποπερατώθη το πρώτον κτίσμα με κελλία, τράπεζαν και λοιπούς βοηθητικούς χώρους, όπου εγκατεστάθησαν αι αδελφαί, και το οποίον σήμερον αποτελεί τον ξενώνα της μονής, ανηγέρθη δε εις τον τόπον του παλαιού ξενώνος.

Ούτο την 25ην του μηνός Απριλίου του σωτήριου έτος 1971 εγένοντο τα εγκαίνια της Ιεράς Μονής.

Συντόμως ανοικωδομήθη αίθουσα μεγάλη νοτιοανατολικώς του ξενώνος, ήτις και σήμερον χρησιμεύει ως τράπεζα των προσκυνητών και ως αίθουσα μνημοσύνων.

Εν τω μεταξύ τα μέλη της αδελφότητος επληθύνοντο και αι ανάγκαι απήτουν την ανέγερσιν μεγαλυτέρου οικοδομήματος δια την εγκατάστασιν των αδερφών.

Δια την νεοσύστατον αδελφότητα, παρ΄ όλην την συνεισφοράν των ατομικών των κτημάτων, που προσεκόμισεν εκάστη, είτε εκ της πατρικής της περιουσίας είτε εκ του μόχθου της εργασίας των εν τω κόσμω, αλλά προσέτι και του καθημερινού κόπου και ιδρώτος των εν τη Μονή, δεν ήτο εν τούτοις ασήμαντον το οικονομικόν πρόβλημα, καθώς και πλείστα άλλα προβλήματα, ως ήτο η ανεπάρκεια ύδατος κ.τ.λ. Τοιουτοτρόπως όμως κατέστη κατ΄ επανάληψιν εμφανής και η φροντίς και ευλογία του Θεού, δια πρεσβειών του Οσίου Γέροντος Γεωργίου, ήτις ανεπτέρωνεν το ηθικόν των αδελφών και εσυνέχιζον τον σκληρόν, αλλα ωραίον αγώνα των κτιτόρων, τη πρωτοπόρω πάντοτε και εμπνευσμένη παρουσία της ακαμάτου πνευματικής μητρος ημών Ακυλίνης.

Ούτω τον Μάρτιον του 1975 ετέθησαν τα θεμέλια και την 21ην Νοεμβρίου του 1976 εγκατεστάθησαν εις την νεόδμητον διώροφον πτέρυγα, ήτις εις μεν τον άνω όροφον περιλαμβάνει τα κελλία των μοναζουσών, εν μέσω δε αυτών τον ναΐσκων της Αγίας Ακυλίνης, εις δε τον πρώτον όροφον τέσσερα κελλία, το ηγουμένειον, το νοσοκομείον, την βιβλιοθήκην και την τράπεζαν των αδελφών. Νοτιοανατολικώς το επικλινές έδαφος επέτρεψε την κατασκευήν και ετέρου ορόφου, όπου στεγάζονται τα εργαστήρια των μοναχών και άλλοι απαραίτητοι βοηθητικοί χώροι.

Κατά το αυτό σωτήριον έτος, 1976, την 5ην Νοεμβρίου, εγένετο και η επίσημος αναγνώρισης της Ι. Μονής, κατόπιν εισηγήσεως του οικείου Μητροπολίτου, δια της υπ΄ αριθ. 4321/2067/17-9-1976 αποφάσεως της Αγίας και Ιεράς Συνόδου Εκκλησίας της Ελλάδος δημοσιευθείσης εις το υπ΄ αριθ.1391/5-11-76, Β΄ Φ.Ε.Κ. «Περί ιδρύσεως Γυναικείας Κοινοβιακής Μονής» και αποτελεί έκτοτε Νομικόν Πρόσωπον Δημοσίου Δικαίου, κατά την διέταξιν του άρθρου 1, παράγρ. 4 του Νόμου 590/1977.

Η ως άνω πτέρυξ των κελλίων επεικτεινομένη νύν εις σχήμα Π περιλαμβάνει το καθολικόν της Ι. Μονής, ναόν νεόδμητον, μαρμάρινον και περικαλλή, σταυροειδή μετά τρούλλου, όστις θεμελιωθείς ενεκαινιάσθη την 3ην Μαΐου του σωτήριου έτος 1987(Κυριακή των Μυροφόρων), αφιερώθη δε εις την Υπαπαντήν της Θεοτόκου και του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού.

Αμέσως μετά τα εγκαίνια ο ιερός ούτος ναός ήρχισε να αγιογραφήται υπό των διακεκριμένων αγιογράφων, Αγιορειτών πατέρων, Θεόφιλου και Χρυσοστόμου, των Παχωμαίων, πιστών συνεχιστών της βυζαντινής αγιογραφικής παραδόσεως, τη συνδρομή ευλαβών δωρητών, ήδη συνεπληρώθη η ανιστόρησις της κόγχης του Ιερού, της αγίας Προθέσεως, καθώς και του τρούλλου.

Βορειοανατολικώς των κτιριακών εγκαταστάσεων της Ι. Μονής συναντά κανείς τον λαχανόκηπον, τον οπωρώνα, τον αμπελώνα και διασχίζων στοάν επιμηκεστάτην σκεπομένην υπό κλημάτων οδηγείται εις το κοιμητήριον της μονής, όπου ο χαριτωμένος ναός των Αρχαγγέλων και ο τάφος, όπου αναπαύεται από την 12ην Ιανουαρίου του 1981 η μακαριστή Γερόντισσα 'Αννα, η πρώτη κοιμηθείσα εν Κυρίω Αδελφή της μοναστικής αδελφότητος, «το πιστόν τέκνον» του μακαριστού Γέροντος Γεωργίου, καθώς του ήρεσκε να την αποκαλή.

Εις την βορειοδυτικήν πλευράν υπάρχει αμυγδαλεών και εντός αυτού ο ορνιθών της μονής, ενώ νοτίως του κτιριακού συγκροτήματος και εντός του περιβόλου της μάνδρας ευρίσκεται ο ελαιών με τον σταύλον και τον αχυρώνα.

Η κατανομή των διακονημάτων γίνεται υπό της καθηγουμένης, ήτις ως πνευματική μήτηρ της αδελφότητος, εν φόβου Θεού και αγάπη ασκεί πάσαν πνευματικήν εξουσίαν εφ΄ όλων των αδελφών, διακονεί και επιμελείται την ευόδωσιν του όλου έργου της αδελφότητος, αναλόγως δε της ικανότητος και δυνάμεως εκάστης μετά διακρίσεως, αναθέτει εις όλας τας αδελφάς «ως ευλογίαν» τα διάφορα διακονήματα.

Από της ιδρύσεως της Ι. Μονής τινές των αδελφών ασχολούνται με την αγιογραφίαν φορητών εικόνων, ακολουθούσαι την βυζαντινήν παράδοσιν. Έργα των είναι και αι εικόνες του τέμπλου του καθολικού και των παρεκκλησίων της Ι. Μονής, πολλαί δε εικόνες αυτών κοσμούν τους ιερούς ναούς της πόλεως Δράμας, της περιφερείας αυτής και αλλαχού της Ελλάδος.

'Αλλαι αδελφαί προσπαθούν να συνεχίσουν την παράδοσιν του χρυσοκεντήματος τις χειρός, αντιγράφουσαι παλαιά πρότυπα, έτεραι δε ασχολούνται με χρυσοκέντητα της μηχανής.

Εις το ιερορραφείον αδελφαί ράπτουσιν ιερά άμφια και καλύμματα αγίας τραπέζης, ιερών σκευών κ.λ.π., ενώ εις το εργαστήριον της εκθέσεως αι αδελφαί ετοιμάζουν διάφορα εργόχειρα και εκκλησιαστικά αντικείμενα.

Το πλεκτήριον εξωπλισμένον με ηλεκτροκίνητους μηχανάς καλύπτει τας ανάγκας της αδελφότητος και πλουτίζει την έκθεσιν με διάφορα πλεκτά, εις δε το κηροπλαστείον ετοιμάζονται τα κεριά δια τους ναούς και τα παρεκκλήσια της μονής.

Αδελφαί προσέτι καλλιεργούν τους κήπους, περιποιούνται τα ζώα της Ι. Μονής, φροντίζουν δια την καθαριότητα αυτής, καθώς και δια την φιλοξενίαν των ευλαβών προσκυνητών.

Η Ι. Μονή Αναλήψεως του Σωτήρος ευρίσκεται βορείως της πόλεως Δράμας εις τον 13ον χιλιόμετρον επί της αμαξιτής οδού Δράμας - Σιδηρόνερου. Έμπροσθεν της υψούται το όρος Φαλακρόν, λευκοντυμένον από του φθινοπώρου μέχρι τας αρχάς του θέρους. Εις υψόμετρον πεντακοσίων μέτρων από της επιφάνειας της θαλάσσης στέκει αυτή ως φύλαξ άγγελος της μικράς κώμης, ήτις σήμερον φέρει το όνομα Ταξιάρχαι, είναι δε εις όλους γνωστή με το όνομα Σίψα. Δια τούτου και η Ιερά ημών Μονή είναι πλέον γνωστή ως μοναστήρι της Σίψας ή του Γέροντος Γεωργίου Καρσλιδή.

Κάνεις δεν μπορεί να καυχηθεί ότι ασκεί την αγάπη, ούτε ο πιο μεγάλος ευεργέτης. Μπροστά στην αγάπη του Θεού, η αγάπη των ανθρώπων είναι μηδαμινή, όση κι αν είναι. Η αγάπη είναι πολυμήχανος, ο Θεός να μας φωτίζει να εξασκούμε την αγάπη που Εκείνος θέλει.
Ο κάθε άνθρωπος μπορεί να εξασκεί την αγάπη όπου ο Θεός τον τοποθέτησε. Αν ήθελε να με έχει στο κόσμο και να τρέχω στα νοσοκομεία θα με είχε στον κόσμο. Με έφερε ο Θεός στο μοναστήρι, άρα ένα άλλο είδος αγάπης θα εξασκήσω.
Βρίσκει τον άλλο κατάλληλο να μείνει στον κόσμο και του δίνει την δύναμη να τρέχει και να υποφέρει και να υπηρετεί τον άρρωστο τον ανήμπορο.
Έχει τον άλλον που κοιτάζει και διαθέτει τα κτήματα του για να βοηθά τους έχοντας ανάγκη και κανείς δεν παίρνει είδηση. Για όλους είναι δυνατή η εξάσκησης της αρετής, της αγάπης. Δεν είναι μονοπώλιο, για ορισμένους ανθρώπους. Όλοι μπορούν να την εξασκήσουν. Και ο πιο φτωχός και ο πιο αμαρτωλός και ο πιο Άγιος, όλοι. Δεν υπάρχει άνθρωπος που να πη: εγώ δεν μπορώ να εξασκήσω την αγάπη, ούτε κάποια μερίδα ανθρώπων να το πουν. Κάθε ένας είναι χρήσιμος εκεί που τον τοποθέτησε ο Θεός. Γι αυτό δεν τοποθετώ κανέναν πάνω από τους άλλους. Τον μοναχό ή την νοσοκόμα ή αυτούς που είναι στα γηροκομεία ή αυτούς που είναι άγνωστοι στην έρημο και προσεύχονται.
Μια από τις ιδιότητες του Θεού είναι η αγάπη: «ο Θεός αγάπη εστί». Εξασκώντας εγώ την αγάπη, την ειλικρινή, την καθαρή αγάπη, αυτήν που αντέχει στα μάτια του Θεού (όχι την υποκριτική, όχι αυτή που βλέπει ο κόσμος και με επαινεί) αυτήν που βγαίνει από τα βάθη της ψυχής μου, ωφελούμαι γιατί αυτή η αγάπη αναπαύει τον Θεό, μας εξομοιώνει μαζί του. Ότι κάνουμε να είναι πολύ καθαρό, δηλαδή τώρα , αν το μάτι του Θεού έπεφτε επάνω μου, αυτό που κάνω να είναι πραγματικά αυτό που θα το δει ο Θεός και θα ευχαριστηθεί.
Εμπόδιο στην αγάπη στέκει μονάχα η φιλαυτία μας, το εγώ μας. Όταν υπάρχει αγάπη, χάνει κανείς τον εαυτό του. Η αγάπη δεν έχει παρέα, δεν έχει συντροφιά αποκλειστική, δεν έχει κύκλο στενό για να βρει την εφαρμογή της. Αγκαλιάζει τους πάντας όταν υπάρχει αληθινή αγάπη χάνει κανείς τον εαυτό του.
Η αγάπη προς τον Θεό, προς τον πλησίον, απαιτεί θυσία. Σαν πρώτη μεγάλη θυσία είναι το εγώ μας. Δεν υπηρετείται ο Θεός χωρίς θυσία. Η αγάπη δεν έχει φιλία. Αν δηλαδή πάσχει η φίλη μου συμπάσχω, αλλ' αν τύχει κάποιος άγνωστος που θα έχει πρόβλημα, θα μπορώ να τον συμπαρασταθώ το ίδιο; Πολύ περισσότερο εάν κάποιος σε έχει θίξει προσωπικά, σε έχει ζημιώσει, θα νοιώσεις μετά το ίδιο γι αυτόν; Θα τον συγχωρήσεις ή θα νιώσεις απόσταση μ' αυτόν; Ο άνθρωπος που έχει αγάπη πάντα τα δικαιολογεί. Η αγάπη θέλει καλούς λογισμούς. Ο Θεός θα μας δικαιώσει, αν με αδίκησαν. Ας ξεχάσω το κακό, ας ξεχάσω αυτό που μου στέρησαν.
Η αγάπη δεν θέλει να θυμόμαστε το κακό. Αν συλλάβουμε τον εαυτό μας να νοιώθει ικανοποίηση για το κακό που βρήκε αυτόν που μας έχει κάνει κακό, που μας αδίκησε κλπ να ξέρουμε ότι βρισκόμαστε πολύ χαμηλά, πολύ φτωχά σκεπτόμαστε. «Νίκα εν τω αγαθώ το κακό». Ο Θεός θέλει να ελεούμε, να συγχωρούμε. Έχει μεγάλη αξία η προσευχή αυτή την ώρα ιδιαίτερα μαλακώνει την ψυχή.
Η ζήλια μειώνει την αγάπη. Η φιλαυτία, τα δικαιώματα, οταν τα βγάλουμε αυτά, γεμίζουμε απ΄ την αγάπη. Συνεχώς να πεθαίνει ο άνθρωπος χάριν της αγάπης. Ότι κάνουμε να είναι πολύ καθαρό. Να λιώνει κάνεις χάριν της αγάπης, δεν υπάρχει ωραιότερο πράγμα. Αν δεν το κάνει, να ζητά συγχώρεση από τον Θεό. Τις λεπτομέρειες πρέπει να προσέχουμε, τις γράφει ο Θεός.
Ό Θεός της αγάπης να μας φωτίζει να την βρίσκουμε όπως την θέλει Εκείνος και να την εξασκούμε εκεί που είμαστε. Να γίνουμε καλοί, να φύγει το παραμικρό που έχει δόση κακότητας, να αυξήσουμε σε αρετή αγάπης και εξυπηρετικότητος. Μην υπερτιμούμε τον εαυτόν μας. Όλοι είμαστε αμαρτωλοί. Να λέμε: Θεέ μου, τίποτε δεν έκανα στη ζωή μου, ελέησε με εν ημέρα Κρίσεως. Το έλεός σου να το δείξεις τότε για τους γνωστούς και αγνώστους, για τους αγαπητούς και τους εχθρούς.

Αναρτήθηκε από ΝΕΚΡΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ
https://miteriko.blogspot.com/2010/12/blog-post_4533.html

26 Μαΐου, 2022

Τρισάγιο στον Τάφο του Δράμας Παύλου από τον Οικουμενικό Πατριάρχη

Τρισάγιο στον τάφο του Δράμας Παύλου από τον Οικουμενικό Πατριάρχη  Δόγμα
25 Μαΐου 202218:01
Πρώτος σταθμός του κ. Βαρθολομαίου, αμέσως μετά την άφιξή του στο αεροδρόμιο της Μακεδονίας «Μέγας Αλέξανδρος» ήταν η Ι. Μονή Αναλήψεως του Σωτήρος, στο χωριό Ταξιάρχες του νομού Δράμα, όπου τέλεσε τρισάγιο για την ανάπαυση του μακαριστού Μητροπολίτη Δράμας κυρού Παύλου, προσωπικού του φίλου.

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης, από σήμερα το πρωί, Τετάρτη, 25 Μαΐου 2022, βρίσκεται στην Ελλάδα, καθώς πραγματοποιεί επίσημη επίσκεψη, αρχικά στη Θεσσαλονίκη και μετά διήμερο προσκυνηματικό προσκύνημα στο Άγιον Όρος.

Πρώτος σταθμός του κ. Βαρθολομαίου, αμέσως μετά την άφιξή του στο αεροδρόμιο της Μακεδονίας «Μέγας Αλέξανδρος» ήταν η Ι. Μονή Αναλήψεως του Σωτήρος, στο χωριό Ταξιάρχες του νομού Δράμα, όπου τέλεσε τρισάγιο για την ανάπαυση του μακαριστού Μητροπολίτη Δράμας κυρού Παύλου, προσωπικού του φίλου.


Ο κ. Βαρθολομαίος, μπροστά στον τάφο του μακαριστού Ιεράρχη και σε πρώτο πρόσωπο, απευθυνόμενος σε αυτόν, είπε: «Ήρθα από το μαρτυρικό Φανάρι, ως φίλος σου γνήσιος, από την Πόλη που την αγάπησες. Ήρθα από εκεί όπου χτυπάει η καρδιά του Πόντου, της ανατολικής Θράκης, τη Καππαδοκίας, της Μικράς Ασίας, του Αιγαίου που ενώνει. Παύλε, άνθρωποι όπως εσένα γνωρίζουν να ζουν και να πεθαίνουν λεβέντες, όρθιοι, αλύγιστοι στις δυσκολίες, απερίσπαστοι στους πειρασμούς της εξουσίας. Είχες ιδανικά και αυτά διακόνησες με αλήθεια και αγάπη. Ήρθα στον τάφο σου να τιμήσω την εύσπλαχνη αφοσίωσή σου και την φιλία στην ψυχή, φέροντας λίγα άνθη από την πατρίδα σου τον Πόντο. Ήρθα να σου πω ευχαριστώ που επέλεξες την οδό της Αλήθειας και της Εντιμότητας. Αγάπησες το Φανάρι, τη Ρωμιοσύνη και τα χώματα του Πόντου  Σοῦ ὑπόσχομαι ὅτι τόν Πόντο θά τόν ἔχω σάν τά μάτια μου, ὅπως μοῦ τόν κληροδότησαν οἱ Οἰκουμενικές Σύνοδοι. Θά συνεχίσω, ὅσο μοῦ ἐπιτρέπει ὁ Θεός, νά τόν περιδιαβαίνω, νά τόν φροντίζω, νά τόν ἀγαπῶ, νά βλέπω στά σεμνώματά του τήν ἀγάπη σου, νά ἀφουγκράζωμαι στήν Κρώμνη τίς προγονικές σου διηγήσεις, νά ἡμερεύω τήν ψυχή μου στήν Ἴμερα, στήν ἑπτάκωμο Σάντα νά σέ συνδυάζω μέ τό μαρτυρολόγιο, νά σέ θυμᾶμαι στίς Λειτουργίες στοῦ Μελᾶ, νά νοσταλγῶ τό βραχῶδες καί ἄκαμπτο τοῦ φρονήματός σου ὑπέρ τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας.».

Και, σαν να υποσχόταν προς τον φίλο του, ο κ. Βαρθολομαίος, συμπλήρωσε: «Τον Πόντο θα τον έχω πάντα στην καρδιά μου, θα τον φροντίζω σαν τα μάτια μου, όπως μου τον κληροδότησαν οι Οικουμενικοί Σύνοδοι. Θα τον φροντίζω και θα μεριμνώ γι΄ αυτόν. Σε αποχαιρετώ με τη θέρμη της φιλίας δυο αγίων της Καππαδοκίας, του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου και του Μεγάλου Βασιλείου».

Ο μακαριστός Μητροπολίτης Δράμας κυρός Παύλος κοιμήθηκε το πρωί της Δευτέρας, 02 Μαΐου 2022, σε ηλικία 59 ετών.

Ο μακαριστός υπέστη έμφραγμα του μυοκαρδίου, την Κυριακή, 01 Μαΐου 2022, ενώ βρισκόταν στη Βέροια, τη γενέτειρά του.

Ποιος ήταν ο Μητροπολίτης Δράμας Παύλος

Ο Μητροπολίτης Δράμας, υπέρτιμος και έξαρχος Μακεδονίας, κ. Παύλος (κατά κόσμον ‘Αλέξανδρος Αποστολίδης), γεννήθηκε στη Βέροια το 1963. Μετά τας εγκυκλίους σπουδάς του απεφοίτησε της ‘Εκκλησιαστικής Σχολής Λαμίας.

Πτυχιούχος της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης τω 1988, κατέστη διπλωματούχος (Master) τω 1995 και Διδάκτωρ της Θεολογίας του αυτού Πανεπιστημίου τω 2002.

Διάκονος χειροτονήθηκε το 1983 και Πρεσβύτερος τω 1988 υπό του μακαριστού Μητροπολίτου Βεροίας Παύλου. Διετέλεσεν ‘Εφημέριος του ‘Ι. Ναού ‘Οσίου ‘Αντωνίου, Πολιούχου Βερροίας (1988-1991), από δε του έτους 1991 ‘Ηγούμενος της ‘Ιεράς Μονής Παναγίας Σουμελά και α´’Αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του ομωνύμου Πανελληνίου ‘Ιδρύματος.

Συνέγραψε άρθρα σε περιοδικά και εφημερίδες, πραγματοποίησε ομιλίες-διαλέξεις και έλαβε μέρος σε εκκλησιαστικές αποστολές στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

Ο Μητροπολίτης Δράμας εξελέγη την 5ην ‘Οκτωβρίου 2005, χειροτονηθείς εις Επίσκοπον την 9ην ιδίου.

.

03 Ιανουαρίου, 2016

Ο Όσιος Γεώργιος Καρσλίδης

ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ “ΜΟΥΣΑΦΙΡΗΣ” ΠΟΥ ΕΚΑΝΕ ΤΟΝ ΙΜΑΜΗ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟ ΚΑΙ ΜΙΛΟΥΣΕ ΚΑΘΑΡΑ ΓΙΑ ΤΑ ΕΠΕΡΧΟΜΕΝΑ ΔΕΙΝΑ, ΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗ ΤΟΥ 1940, ΤΗΝ ΕΠΙΔΡΟΜΗ ΤΩΝ ΒΟΥΛΓΑΡΩΝ ΚΑΙ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ! (ΦΩΤΟ)

 Ο Όσιος Γεώργιος Καρσλίδης, είναι ο λατρεμένος όσιος του ποντιακού Ελληνισμού

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης έκανε την επίσημη αναγνώριση του Αγίου Γεωργίου του Καρσλίδη στον καθεδρικό ναό της Δράμας

Ο Άγιος Γεώργιος Καρσλίδης εντάχθηκε επίσημα στο ορθόδοξο αγιολόγιο το 2008
1-lezanta
Ο μακάριος Γέροντας Γεώργιος καταγόμενος από τον Πόντο γνώρισε από πολύ νωρίς την ορφάνια και την μοναξιά…
Μετά από διώξεις και φυλακίσεις από το άθεο καθεστώς της Γεωργίας, φθάνει στην Ελλάδα, όπου ζώντας ασκητικά και με θερμή πίστη, χαριτώνεται ο ταπεινός και άξιος λειτουργός του Υψίστου με χαρίσματα διακρίσεως, διοράσεως, προοράσεως και προφητείας.
Γεννήθηκε στην Αργυρούπολη του Πόντου το 1901. Νωρίς ορφάνεψε και την ανατροφή του ανέλαβε η ευλαβής γιαγιά του. Μετά τον θάνατο της γιαγιάς του και της αδελφής του αναχωρεί με τον παππού του για το Ερζερούμ, την Θεοδοσιούπολη της Μεγάλης Αρμενίας. Ο θάνατος και του παππού του και η κακομεταχείριση του αδελφού του τον φέρνουν στα μέρη του Καυκάσου Μόνος, φτωχός, πονεμένος κι αναγκεμένος, συντροφευόμενος από αγίους σε όνειρα και οράματα, φθάνει στην Τυφλίδα της Γεωργίας και οδηγείται από τον εκεί επίσκοπο στην Ιερά Μονή της Ζωοδόχου Πηγής. Ενδύεται το τίμιο του μοναχού ένδυμα στην ηλικία μόλις των εννέα ετών. Θα το διατηρήσει επί μισό αιώνα.
16-17-anoigma-1 ANOIGMA-2
Κυνηγημένος από το άθεο καθεστώς
Αγάπησε την άσκηση και την προσευχή από παιδί. Στις 20 Ιουλίου 1919 κείρεται μοναχός και από Αθανάσιος ονομάζεται Συμεών. Κατά την ώρα της κουράς του λέγεται πως οι καμπάνες σήμαιναν μόνες τους. Στην Μονή συνάντησε έναν θείο του επίσκοπο, που τον βοήθησε πνευματικά. Το άθεο καθεστώς της επανάστασης του 1917 δίωξε την Εκκλησία, τον κλήρο και τον μοναχισμό. Μαζί με άλλους μοναχούς της μονής του φυλακίσθηκε σε μια ανήλια και υπόγεια φυλακή, απ΄ όπου περνούσαν υπόνομοι. Υπέμενε μεγάλες και φρικτές κακουχίες με ελπίδα στον Θεό. Πολλοί αδελφοί του τελείωσαν μαρτυρικά τον βίο τους εκεί.
Με την βοήθεια της Παναγίας γλύτωσε από βέβαιο θάνατο. Στις 8 Σεπτεμβρίου 1925 χειροτονήθηκε ιερεύς κι ονομάσθηκε Γεώργιος. Λειτουργούσε στα γεωργιανά. Σύντομα απέκτησε φήμη διακριτικού, διορατικού και προορατικού Γέροντος. Πολύς κόσμος ερχόταν από μακριά για να γνωρίσει και να συμβουλευθεί τον νεαρό ιερομόναχο. Το 1923 από την Τυφλίδα μεταβαίνει στο Σουχούμ. Στις συχνές θείες λειτουργίες του μνημόνευε πολλά ονόματα. Στο κελί του μελετούσε και προσευχόταν συνεχώς. Η εγκράτεια, η άσκηση, η αγρυπνία και η νηστεία ήταν αδιάκοπες. Οι προφητείες του εκπληρώνονταν .Όλοι τον πλησίαζαν ως Άγιο. Το 1929 καταφέρνει να έλθει στην Ελλάδα.
Άφιξη στην Ελλάδα
Δοξάζει τον Θεό για την σωτηρία του. Ο Πόντος, η Γεωργία και η Ρωσία μένουν στην μνήμη του ως τόποι αγώνων, μαρτυρίων και θυσιών. Από την Θεσσαλονίκη, όπου φθάνει στις 19 Οκτωβρίου 1929, μεταβαίνει στην Κατερίνη και στα χωριά Αλώνια και Κούκκος, Μικρό Δάσος του Κιλκίς και τέλος το 1930 στην Σίψα της Δράμας. Οι κακουχίες της φυλακής της Γεωργίας τον είχαν αφήσει ημιπαράλυτο, πολύ αδύναμο και πολλές φορές δυσκολευόταν πολύ να περπατήσει, ώστε τον σήκωναν στα χέρια, για να μετακινηθεί.
Όλη η περιουσία του ήταν λίγα εκκλησιαστικά βιβλία στην γεωργιανή γλώσσα, ιερατικά άμφια, εικόνες και μέρος των λειψάνων της αδελφής του Άννας. Κόσμος πολύς αρχίζει να τον πλησιάζει για να βοηθηθεί. Ο φιλόθεος, φιλάγιος, φιλάδελφος και φιλάνθρωπος πατήρ κάνει παρακλήσεις, εξομολογεί και νουθετεί. Το 1938 κτίζει το μοναστηράκι της Αναλήψεως. Εκεί θα λειτουργεί, θα εξομολογεί, θα κηρύττει, θα προλέγει, θα θαυματουργεί επί μία ολόκληρη εικοσαετία. Ο ναός και το κελί του γίνονται κολυμβήθρα Σιλωάμ για σωματικές και ψυχικές ασθένειες πολλών. Μεταβαίνει προσκυνητής στα Ιεροσόλυμα και το Άγιον Όρος κι έχει συναντήσεις με ιερές μορφές, που τον πείθουν να μείνει εκεί που είναι, γιατί έχει μεγάλη ανάγκη ο πιστός λαός την παρουσία και την μαρτυρία του. Το 1941 κατά θαυμαστό τρόπο σώζεται από βέβαιο θάνατο από τους Βούλγαρους, που τον είχαν συλλάβει προς εκτέλεση. Όλη η ζωή του κυλά μέσα σ΄ ένα συνεχές θαύμα. Με την βοήθεια του αγίου Νικολάου θεραπεύεται, ώστε να μπορεί κάπως ν΄αυτοσυντηρείται. Πάντα λιτός, απλός, νηστευτής, άγρυπνος, φιλάσθενος και δεόμενος. Λιγομίλητος, προσεκτικός, αυστηρός και σοβαρός.
Σε μεγάλη ανάγκη επισκεπτόταν φτωχούς κι ασθενείς. Είχε βοηθηθεί ο ίδιος κι έτσι μπορούσε να βοηθήσει και τους άλλους. Κατά την αγία προσκομιδή μνημόνευε χιλιάδες ονόματα ζώντων και κεκοιμημένων. Μάλιστα σημείωνε ορισμένα και στο τέλος της θείας Λειτουργίας καλούσε ιδιαίτερα τους συγγενείς και τους έλεγε τα προβλήματα των ζώντων η των κοιμηθέντων και πως τέλειωσαν τον βίο τους. Καθαροί και αθώοι άνθρωποι τον έβλεπαν ως λειτουργό να μην πατά στην γή.
Στις αναίμακτες θείες ιερουργίες ήταν φωτεινός, ειρηνικός και χαρούμενος. Συλλειτουργούσε με αγίους. «Σπάνια λειτουργώ μόνος μου», έλεγε ο Γέροντας Είχε ιδιαίτερη ευλάβεια στην Παναγία, στον Τίμιο Πρόδρομο και τον άγιο Γεώργιο! Πολλούς ασθενείς κι αναγκεμένους ανθρώπους τους έστελνε σε διάφορους αγίους και με την ευχή του γίνονταν καλά. Από ταπείνωση δεν ήθελε να τιμάται η αναξιότητά του, αλλά να δοξάζεται ο θεός από τους αγίους του. Τους αγίους ονόμαζε μουσαφίρηδες. Είχε την χάρη να βλέπει την ψυχική κατάσταση των εκκλησιαζομένων. Ο Γέροντας ήταν αυστηρός τηρητής των Ιερών Κανόνων της Εκκλησίας. Δεν ήταν εύκολος σε ανεπίτρεπτες «οικονομίες». Γινόταν πιο αυστηρός στους αμετανόητους. Το λειτούργημα του Πνευματικού το είχε πολύ υψηλά και το είχε λάβει πολύ σοβαρά. Δεν ήθελε οπαδούς να τον κολακεύουν. Είχε πάντα μια διακριτική αυστηρότητα. Αποσκοπούσε συστηματικά στην ταπείνωση του εξομολογουμένου, στην αληθινή συντριβή και μετάνοια προς σωτηρία ψυχών αθανάτων.
Ο χαρισματούχος ποιμένας
Η θερμή πίστη, η ασκητική βιοτή, η καθαρή ζωή χαρίτωσαν τον ταπεινό κι άξιο λειτουργό του Υψίστου με χαρίσματα διακρίσεως, διοράσεως, προοράσεως και προφητείας. Ο Θεός φώτιζε τον μακάριο Γέροντα έτσι που τα μακρινά και τα παρελθόντα να τα βλέπει ως πλησίον και παρόντα, όπως και άλλοτε τα μέλλοντα, καθώς διηγούνται με θαυμασμό πολλά πνευματικά του τέκνα.
Μερικοί που αμφέβαλλαν για τα χαρίσματα του Γέροντα δεν αργούσαν, όταν τον γνώριζαν καλά, να διαπιστώσουν πως πράγματι ήταν αληθινός άνθρωπος του Θεού. Ο Γέροντας χρησιμοποιούσε τα χαρίσματα προς βοήθεια και σωτηρία των ψυχών κι όχι για να εκθέσει και ντροπιάσει ανθρώπους ή να καυχηθεί και να προβληθεί ο ίδιος. Με δάκρυα πολλά μιλούσε καθαρά για τα επερχόμενα δεινά• την κατοχή του 1940, την επιδρομή των Βουλγάρων, τον εμφύλιο πόλεμο. Διάβαζε τις καρδιές των ανθρώπων σαν ανοιχτό βιβλίο. Για να διατηρείται στην ταπείνωση, μερικές φορές προσποιούνταν μωρία, διά Χριστόν σαλότητα. Η αρετή θέλει πολύ κόπο για ν΄ αποκτηθεί και περισσή τέχνη για να διαφυλαχθεί. Ο Γέροντας στο ποιμαντικό του έργο έδειχνε ιδιαίτερη προσοχή στις γυναίκες, που λόγιο του πλούσιου συναισθηματικού τους κόσμου εύκολα υπερβάλλουν στις τιμές των άλλων. Ήταν διακριτικά αυστηρός μαζί τους.
Έκρυβε όμως μια καρδιά με μεγάλη αγάπη για όλους. Η ελεημοσύνη του ήταν πάντοτε μυστική. Μόλις σκοτείνιαζε έστελνε κρυφά μ΄ έμπιστους δικούς του ανθρώπους αναγκαία τρόφιμα και ρούχα στα σπίτια των φτωχών. Παρηγορούσε τους πενθούντες και φρόντιζε προσεκτικά τους νεκρούς. Αγαπούσε τα παιδιά, τα συμβούλευε στοργικά και τους μοίραζε απλόχερα δώρα. Έκρυβε πάντα τον εαυτό του και δεν ήθελε να φαίνεται και να τιμάται. Ο Γέροντας δεν ήθελε κανένας να φύγει από το μοναστήρι νηστικός. Μαγείρευε, φούρνιζε ψωμί και μοίραζε σε όλους ευλογία. Ήταν εργατικός, ακούραστος, ελεήμων και φιλάνθρωπος. Οι πιστοί έτρεφαν για όλα αυτά σεβασμό και αγάπη στον Γέροντα. Δεχόταν την αγάπη των τέκνων του, αλλά δεν την προκαλούσε και δεν την επιθυμούσε. Ήταν ταπεινός κι αγαπούσε ιδιαίτερα να μιλά για την αγία ταπείνωση. Ζούσε τελικά σε μια ιερή μοναξιά. Οι πολλοί των ανθρώπων δεν τον κατανοούσαν και μερικοί μάλιστα τον παρεξηγούσαν. Λίγοι μπορούσαν να καταλάβουν καλά το βάθος της πνευματικότητος του.
Η κοίμησή του
Προείδε και προείπε επακριβώς το μακάριο τέλος του. Προετοιμασμένος από καιρό το ανέμενε με περισσότερη προσευχή δίνοντας τις τελευταίες συμβουλές στ΄ αγαπητά πνευματικά του τέκνα. Τρεις μέρες πριν τον θάνατο του τελέσθηκε το μυστήριο του ιερού ευχελαίου. Μετάλαβε των αχράντων μυστηρίων. Συγχώρεσε, ευλόγησε κι ευχήθηκε όλους. Κοιμήθηκε στις 4 Νεομβρίου 1959. Οι τελευταίες λέξεις που ακούσθηκαν από τα χείλη του ήταν: «Της ευσπλαγχνίας την πύλην άνοιξον, ευλογημένη Θεοτόκε». Ένα ορφανεμένο, πενθηφόρο κι απαρηγόρητο πλήθος τον ακολούθησε στην τελευταία κατοικία του, πίσω από τον ιερό ναό της Αναλήψεως, όπου λειτουργούσε επί τριάντα περίπου χρόνια. Το πρόσωπο του ήταν ειρηνικό, ιλαρό και φωτεινό. Το νεκρό του σώμα ευλύγιστο, όπως των Αγιορειτών. Τα δύο κυπαρίσσια πλάι στον τάφο του λύγισαν σαν για να τον προσκυνήσουν, όπως είχε προείπει, και πολλά πουλιά συνάχθηκαν την ώρα της ταφής του, δίχως να φοβούνται τον πολύ κόσμο. Όλοι ήταν πλέον βέβαιοι ότι κηδεύεται και θάβεται ένας άγιος, ζήτησε να τον θάψουν με τα άμφιά του, τον σταυρό του και τα λειτουργικά του βιβλία που είχε από την Γεωργία.
imamis-box
Το δέος του Ιμάμη
Γύρω στο 1910 κοιμήθηκε η Άννα, μια ορφανή παιδούλα κάτω από δεκατεσσάρων ετών, παιδί μιας οικογένειας από την Αργυρούπολη του Πόντου (Γκιουμούς Χανέ), αδελφή του Θανάση, μετέπειτα μοναχού και τελικά Αγίου Γεωργίου Καρσλίδη. Τρία χρόνια μετά την κοίμησή της, ένας αγαθός στο νου και την καρδιά Τούρκος, που ζούσε στην πόλη, συνήθιζε να πηγαίνει και να κάθεται σ’ ένα ύψωμα απέναντι στο νεκροταφείο των χριστιανών. Κάποτε, άρχισε να βλέπει κάθε βράδυ ένα φως να βγαίνει από έναν τάφο. Πήρε λοιπόν μια παρέα μουσουλμάνους και πήγαν και διαπίστωσαν από ποιον τάφο έβγαινε το φως: από τον τάφο της μικρής Άννας. Ο ιμάμης της περιοχής ενημέρωσε το χριστιανό επίσκοπο και πήγαν οι χριστιανοί και άνοιξαν τον τάφο .
Τότε είδαν ότι η καρδιά και το δεξί χέρι της μικρής Άννας ήταν άφθαρτα, σκεπασμένα από μια χρυσαφένια σκέπη, και τα υπόλοιπα λείψανά της ήταν κίτρινα, σαν το κερί. Η μικρή Άννα είχε αγιάσει. Ο αρραβωνιαστικός της, παρακινημένος από αυτό το γεγονός, έφυγε στους Αγίους Τόπους, όπου έγινε μοναχός.
Ο αδελφός της Άννας, ο Θανάσης, ζήτησε ένα μέρος των ιερών λειψάνων από τον επίσκοπο του τόπου, βεβαιώνοντάς τον ότι θα γίνει μοναχός και θα τα κρατήσει ως φυλαχτό σε όλη του τη ζωή και θα τα τιμήσει. Τότε ο δεσπότης του έδωσε μέρος της καρδιάς και μετά από χρόνια ο Θανάσης (μοναχός Γεώργιος πλέον) επέστρεψε στην Αργυρούπολη και πήρε και τα υπόλοιπα. Σήμερα τα λείψανα της αγίας Άννας φυλάσσονται στη Σίψα, όπως είπαμε, σε ένα ασημένιο κιβώτιο μπροστά στην εικόνα της Παναγίας.
 Όσιος Γεώργιος Ομολογητής
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ “ΜΑΚΕΛΕΙΟ”