«Ἐπειδὴ εἴμαστε χῶμα». Ὅ,τι περισσότερο θὰ μπορούσαμε νὰ δεχθοῦμε ἀπὸ μόνοι μας, μὲ τὴν ἀνθρώπινη νόηση περὶ Θεοῦ, θὰ ἦταν τὸ νὰ δεχθοῦμε τὴ συγκεκριμένη φράση ὄχι μὲ τὸν σύνδεσμο «ἐπειδή», αἰτιολογικό, ἀλλ᾿ ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετο· ἐναντιωματικό: «ἂν καί», «παρόλο πού». Ἐδῶ ὅμως, ὁ θεόπνευστος λόγος τῆς Ἁγίας Γραφῆς μᾶς δίνει μιὰ ἔννοια περὶ τοῦ ἐλέους, τῶν οἰκτιρμῶν καὶ τῆς φιλανθρωπίας τοῦ Θεοῦ, ποὺ ξεπερνᾶ κάθε ἀνθρώπινη νόηση καὶ σπάζει καὶ αὐτὰ τὰ σύνορα τῆς λογικῆς. Δηλαδή; Δηλαδὴ μᾶς βεβαιώνει ὅτι ὁ μέγας καὶ φοβερὸς καὶ ὕψιστος Θεός, Αὐτὸς ποὺ μὲ τρόμο λατρεύουν οἱ ἄχραντες ἀγγελικὲς δυνάμεις, ὁ ἰσχυρὸς καὶ παντοδύναμος, μπροστὰ στὸν Ὁποῖον τὰ πάντα νικῶνται καὶ ὑποτάσσονται, Αὐτὸς μᾶς σπλαχνίζεται, μᾶς ἐλεεῖ, μᾶς οἰκτίρει, μᾶς ἀγαπᾶ, ἐμᾶς ποὺ εἴμαστε χῶμα. Καὶ τὸ φυσικότερο θὰ ἦταν νὰ λέει ὅτι μᾶς ἀγαπᾶ, παρόλο ποὺ εἴμαστε χῶμα· διότι πῶς εἶναι δυνατὸν ἕνας τέτοιος ὕψιστος Θεὸς νὰ ἀγαπᾶ τὸ χῶμα; Ὅμως δὲν τὸ λέει ἔτσι. Τὸ λέει ἀντίθετα: Μᾶς σπλαχνίζεται, ἐπειδὴ εἴμαστε χῶμα! «Καθὼς οἰκτείρει πατὴρ υἱούς, ᾠκτείρησε Κύριος τοὺς φοβουμένους αὐτόν· ὅτι αὐτὸς ἔγνω τὸ πλάσμα ἡμῶν, ἐμνήσθη ὅτι χοῦς ἐσμεν» (Ψαλ. ρβ΄ [102] 1314). Ὅλος ὁ 102ος Ψαλμὸς τοῦ πνευματοκίνητου βασιλέως Δαβίδ, γραμμένος στὰ γηρατειά του, ὅλος εἶναι ἕνας ὕμνος, ἕνα τραγούδι στοὺς οἰκτιρμοὺς τοῦ Θεοῦ. Πουθενὰ ἀλλοῦ, ποτὲ ἄλλοτε στὴν Παλαιὰ Διαθήκη δὲν ἀνυμνήθηκαν τὰ θεῖα ἐλέη σὲ τόσο ὑψηλό, ὑπέροχο ποιητικὸ τόνο. Τόνο καινοδιαθηκικό! «Ἀνύμνησε, ψυχή μου, τὸν Κύριο, ὅλα τὰ βάθη μέσα μου εὐλογεῖτε τὸ ἅγιο Ὄνομά Του. Μὴν ξεχνᾶς, ψυχή μου, καμιὰ ἀπὸ τὶς εὐεργεσίες Του. Αὐτὸς εἶναι ποὺ σοῦ συγχωρεῖ ὅλες τὶς ἁμαρτίες καὶ σοῦ θεραπεύει ὅλες τὶς ἀσθένειές σου. Αὐτὸς εἶναι ποὺ λυτρώνει τὴ ζωή σου ἀπὸ τὴ φθορὰ τοῦ θανάτου καὶ σὲ στεφανώνει μὲ τὸ ἔλεος καὶ τοὺς οἰκτιρμούς Του. Αὐτὸς σὲ γεμίζει μὲ ἄφθονα ἀγαθὰ καὶ χορταίνει τὶς ἐπιθυμίες σου, ὥστε νὰ ἀνανεώνεται ἡ νιότη σου καὶ ποτὲ νὰ μὴ γερνᾶς... ‘‘Οἰκτίρμων καὶ ἐλεήμων ὁ Κύριος, μακρόθυμος καὶ πολυέλεος’’, δὲν παρατείνει διαρκῶς τὴν ὀργή Του, δὲν τὴν κρατᾶ σ᾿ ὅλους τοὺς αἰῶνες λόγῳ τῶν ἁμαρτιῶν μας. Δὲν μᾶς τιμωρεῖ ὅπως θὰ μᾶς ἄξιζε γιὰ τὸ πλῆθος τῶν παραβάσεών μας, οὔτε ἀνταποδίδει ἀνάλογα μὲ τὸ βάρος τῶν ἁμαρτιῶν ποὺ διαπράττουμε. Ὅσο ἀμέτρητο εἶναι τὸ ὕψος μεταξὺ οὐρανοῦ καὶ γῆς, τόσο μέγα εἶναι τὸ ἔλεος τοῦ Κυρίου πρὸς αὐτοὺς ποὺ Τὸν εὐλαβοῦνται. Ὅσο ἀπέχει ἡ Ἀνατολὴ ἀπ᾿ τὴ Δύση, τόσο Ἐκεῖνος ἀπομακρύνει τὶς ἁμαρτίες μας καὶ μᾶς ἀπαλλάσσει ἀπὸ αὐτές. Ὅπως ἕνας πατέρας σπλαχνίζεται καὶ ἀγαπᾶ τὰ παιδιά του, ἔτσι καὶ ὁ Κύριος ἀγαπᾶ ὅσους Τὸν σέβονται. Καὶ τοὺς ἀγαπᾶ, ἐπειδὴ Αὐτὸς γνωρίζει καὶ ποτὲ δὲν ξεχνᾶ τὴν ὕλη μας, τὸ ποιόν μας, τὴν ὑπόστασή μας, ὅτι δηλαδὴ εἴμαστε χῶμα καὶ γι᾿ αὐτὸ ρέπουμε στὰ φθαρτὰ καὶ τὰ μάταια». «...ὅτι αὐτὸς ἔγνω τὸ πλάσμα ἡμῶν, ἐμνήσθη ὅτι χοῦς ἐσμεν». Γι᾿ αὐτὸ μᾶς σπλαχνίζεται, ἐπειδὴ γνωρίζει ὅτι εἴμαστε χῶμα, κι αὐτὸ ποτὲ δὲν τὸ ξεχνᾶ! Καταλαβαίνεις τώρα, ἀδελφέ μου, τὴν ἀγάπη ποὺ σοῦ ἔχει καὶ μοῦ ἔχει ὁ Πλάστης καὶ Δημιουργὸς καὶ Πατέρας μας; «Ὡς ἴδιον οὖν πλάσμα καὶ ὡς ἔργον τῶν χειρῶν αὐτοῦ ᾠκτείρησε τὸν ἄνθρωπον ὁ Θεός», ἑρμηνεύει ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, «καὶ ὡς εἰδὼς ὅτι ἀμήχανον ἀνθρώπους ὄντας καὶ οὕτως ἀσθενεῖς... μὴ πάντως ὀλίγοις περιπίπτειν ἀτοπήμασιν». Ὡς δικό Του πλάσμα καὶ ἔργο τῶν χειρῶν Του σπλαχνίζεται ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπο, καὶ ἐπειδὴ γνωρίζει ὅτι εἶναι ἀδύνατο, ὡς ἄνθρωποι ἀσθενεῖς ποὺ εἴμαστε, νὰ μὴν ὑποπίπτουμε σὲ κάποια ἁμαρτήματα. Καὶ συμπληρώνει: «Ὅθεν ἀκριβολογεῖται οὐ λίαν ὁ κριτής, κατανεύει δὲ τὴν ἄφεσιν ἐξ ἐμφύτου καλοκἀγαθίας». Γι᾿ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγο δὲν μένει σὲ λεπτομέρειες ὁ Κριτής μας, ἀλλ᾿ ἀντιθέτως δίνει τὴν ἄφεση, ἐπειδὴ ἔχει ἔμφυτη μέσα Του τὴν ἀγαθότητα. Ἀκοῦς τί Θεὸ ἔχουμε; Ἐσύ, ἂν ἔχεις δύο παιδιά, τὸ ἕνα ὑγιὲς καὶ τὸ ἄλλο ἄρρωστο, ποιὸ ἀπὸ τὰ δύο πονᾶς περισσότερο;... Ἔ, αὐτὸ κάνει καὶ ὁ Θεός. Γι᾿ αὐτὸ λοιπόν, ἀπὸ ἐδῶ καὶ ἐμπρός, μὴ βασανίζεσαι μὲ λογισμοὺς ὅτι, ἐπειδὴ εἶσαι ἁμαρτωλός, θὰ σὲ ἀπορρίψει ὁ Θεός. Ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετο σοῦ λέει: Ἐπειδὴ εἶσαι χῶμα, γι᾿ αὐτὸ σὲ ἀγαπῶ. Μήπως καὶ ὁ Ἴδιος δὲν τὸ διαβεβαίωσε; «Δὲν ἦρθα στὴ γῆ γιὰ νὰ καλέσω τοὺς δικαίους, ἀλλὰ τοὺς ἁμαρτωλοὺς σὲ μετάνοια. ‘‘Οὐ χρείαν ἔχουσιν οἱ ἰσχύοντες ἰατροῦ, ἀλλ᾿ οἱ κακῶς ἔχοντες’’. Οἱ ὑγιεῖς δὲν ἔχουν ἀνάγκη γιατροῦ, οἱ ἄρρωστοι ἔχουν» (Ματθ. θ΄ 12-13). Ὅποιος νιώθει ἄρρωστος, αὐτὸς θὰ μὲ ἔχει δίπλα του, ἀπὸ πάνω του. Κατάλαβες τώρα; Ὅσο πιὸ πολὺ νιώθεις ἄρρωστος, ὅσο πιὸ πολὺ βλέπεις τὴν ἀδυναμία σου, ἐννοεῖς τὴ λάσπη, τὸ χῶμα σου, τόσο κοντύτερά σου μπορεῖς νὰ ἔχεις τὸν Χριστό. Ἀρκεῖ νὰ μὴν παύσεις μετανοώντας νὰ Τὸν καλεῖς σὲ βοήθεια. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ σοῦ τὴν παράσχει. Γι᾿ αὐτὸ ἦρθε στὸν κόσμο. Γιὰ σένα!OΣΩΤΗΡ2223
20 Ιουνίου, 2023
27 Φεβρουαρίου, 2023
«Κύριε, τὸ ἔλεός σου εἰς τὸν αἰῶνα, τὰ ἔργα τῶν χειρῶν σου μὴ παρίδῃς»
«Κύριε, τὸ ἔλεός σου εἰς τὸν αἰῶνα, τὰ ἔργα τῶν χειρῶν σου μὴ παρίδῃς»
Μᾶς εἶναι γνωστὸ αὐτὸ τὸ χωρίο. Τὸ διαβάζουμε στὸ τέλος τῆς Μικρῆς Δοξολογίας στὶς Ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας μας. Στὴν πραγματικότητα εἶναι παρμένο ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφή, ὅπως ὅλοι σχεδὸν οἱ στίχοι τῆς Δοξολογίας. Σὲ αὐτὰ τὰ λόγια καταλήγει ὁ 137ος Ψαλμός (στίχ. 8): «Κύριε, τὸ ἔλεός σου εἰς τὸν αἰῶνα, τὰ ἔργα τῶν χειρῶν σου μὴ παρίδῃς». Ὁ Ψαλμὸς αὐτὸς εἶναι ποίημα τοῦ προφητάνακτος Δαβίδ. Εἶναι σύντομος – ἀποτελεῖται ἀπὸ μόλις 8 στίχους – ἀλλὰ δυνατὸς στὶς ἐκφράσεις του, ξεχείλισμα εὐγνωμοσύνης καὶ πίστεως τῆς μεγάλης καρδιᾶς τοῦ ἐκλεκτοῦ δούλου τοῦ Θεοῦ. «Ἐξομολογήσομαί σοι, Κύριε, ἐν ὅλῃ καρδίᾳ μου», γράφει, «καὶ ἐναντίον ἀγγέλων ψαλῶ σοι, ὅτι ἤκουσας πάντα τὰ ρήματα τοῦ στόματός μου» (στίχ. 1). Θὰ Σὲ δοξολογήσω, Κύριε, μὲ ὅλη μου τὴν καρδιὰ καὶ μπροστὰ στοὺς ἀγγέλους ποὺ κυκλώνουν τὸν ἐπουράνιο θρόνο Σου, θὰ Σοῦ ψάλω ὕμνο, διότι ἄκουσες ὅλα τὰ αἰτήματα ποὺ Σοῦ ἔχω ἀπευθύνει στὴν προσευχή μου. Εἶμαι βέβαιος ὅτι ὅποια ἡμέρα Σὲ ἐπικαλεσθῶ, θὰ μὲ ἀκούσεις. Θὰ δείξεις πολλὴ φροντίδα γιὰ μένα μὲ τὴν ἄπειρη δύναμή Σου… Στὴ συνέχεια ὁ Ψαλμωδὸς καλεῖ ὅλους τοὺς βασιλεῖς τῆς γῆς νὰ δοξάσουν τὸν Κύριο γιὰ τὸ ὑπερβάλλον μεγαλεῖο Του καὶ κατακλείει μὲ τὸ χωρίο ποὺ προτάξαμε. «Κύριε, τὸ ἔλεός σου εἰς τὸν αἰῶνα»: Κύριε, εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ προνοεῖς γιὰ μένα, διότι τὸ ἔλεός Σου εἶναι ἀμέτρητο «καὶ τῷ αἰῶνι συνεκτεινόμενον», δηλαδὴ ἐκτείνεται στὴν ἀπέραντη αἰωνιότητα1 . Αὐτὸ σημαίνει καὶ ὅτι δὲν ἐξαντλεῖται ποτέ, ἀλλὰ καὶ τὸ ἑξῆς: Μὲ τὸν Θεὸ δὲν συμβαίνει ὅ,τι γίνεται μ᾿ ἐμᾶς τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ ἄλλοτε ἐλεοῦμε καὶ ἄλλοτε ὄχι, ἐξαιτίας τῆς σκληρότητός μας ἢ τῆς ἀντικειμενικῆς ἀδυναμίας μας νὰ βοηθήσουμε. Ὁ Θεὸς διαρκῶς ἐλεεῖ καὶ πάντοτε ἐλεεῖ καὶ δὲν σταματᾶ ποτὲ νὰ δείχνει ἔλεος2. «Τὰ ἔργα τῶν χειρῶν σου μὴ παρίδῃς»: Μὴν παραβλέψεις τὰ ἔργα τῶν χειρῶν Σου. Ὁ λόγος αὐτὸς ἐμφανίζεται ὡς αἴτημα· στὴν πραγματικότητα ἐκφράζει ἀκλόνητη ἐμπιστοσύνη, ἡ ὁποία στηρίζεται στὸ γεγονὸς ὅτι εἴμαστε δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ, «ἔργα τῶν χειρῶν αὐτοῦ». Γιατί ἡ ἀλήθεια αὐτὴ τρέφει τὴν ἐλπίδα τοῦ δικαίου; Διότι ὁ Θεὸς ὅλα τὰ δημιουργήματά Του τὰ ἔχει φέρει στὴν ὕπαρξη ἀπὸ ἀγάπη. Αὐτὸ προκειμένου γιὰ τὰ λογικὰ δημιουργήματα, σημαίνει ὅτι τὰ δημιούργησε ὄχι γιὰ νὰ δυστυχοῦν καὶ νὰ ταλαιπωροῦνται, ἀλλὰ γιὰ νὰ εἶναι εὐτυχισμένα κοντά Του· καὶ ὅτι συνεχῶς προνοεῖ γι᾿ αὐτά. Ἐὰν ὁ σωστὸς πατέρας φροντίζει γιὰ τὰ παιδιά του, πολὺ περισσότερο ὁ πανάγαθος Δημιουργὸς φροντίζει γιὰ τὰ πλάσματά Του. Ἤδη ἐμεῖς οἱ Χριστιανοὶ ποὺ ζοῦμε στὴν ἐποχὴ τῆς Χάριτος, προσβλέπουμε στὸν Κύριο ὄχι μόνο ὡς τὸν Δημιουργό μας, ἀλλὰ καὶ ὡς τὸν Πατέρα μας. Ἁμαρτήσαμε, πέσαμε. Ἀλλά, ὅπως γράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, «(τὸν ἄνθρωπον) Θεοῦ τοῦ πεποιηκότος ἐλεεινῶς χωριζόμενον παριδεῖν, οὐ Θεοῦ»· τὸ νὰ περιφρονηθεῖ ὁ ἄνθρωπος, ποὺ μὲ τὴν πτώση του τραγικὰ χωρίσθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ ποὺ τὸν δημιούργησε, δὲν ἦταν ἄξιο τοῦ Θεοῦ, δὲν ταίριαζε στὸν Θεό. Ἀπέστειλε τὸν Υἱό Του, ὁ Ὁποῖος ἀνακαίνισε τὸ ἀνθρώπινο γένος μὲ τὸ ἀπολυτρωτικό Του ἔργο, ἰδιαιτέρως μὲ τὴ θυσία τοῦ Σταυροῦ. Μὲ τὸ Αἷμα Του ποὺ ἔρρευσε ἐπάνω στὸν Σταυρό, ἐλευθέρωσε τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴ φθορὰ καὶ τὸν θάνατο, ἀπὸ τὴν ἐξουσία τοῦ διαβόλου. Μὲ τὸ Αἷμα Του ὑπέγραψε ἀμετάκλητα τὴν ἀνακαίνιση τοῦ ἀνθρώπινου γένους3 . Προσωπικὰ τὸν καθένα μας μᾶς ἀνακαίνισε στὸ ἅγιο Βαπτισμα· καὶ ἔχουμε τὴ βεβαιότητα ὅτι «ὁ ἐναρξάμενος ἐν ἡμῖν ἔργον ἀγαθὸν ἐπιτελέσει»· Αὐτὸς ποὺ ἄρχισε σ᾿ ἐμᾶς τὸ καλὸ ἔργο τοῦ ἁγιασμοῦ μας, θὰ τὸ ὁλοκληρώσει τελείως (Φιλιπ. α´ 6). Ὁ Τριαδικὸς Θεὸς ἐργάζεται τὴ σωτηρία μας, μᾶς ἑτοιμάζει γιὰ νὰ ζήσουμε αἰώνια εὐτυχισμένοι κοντά Του! Ἐὰν ἐμεῖς κάνουμε ὅ,τι ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἐμᾶς, ἐὰν ἀγωνιζόμαστε ταπεινὰ καὶ φιλότιμα, καμία δύναμη δὲν θὰ μπορέσει νὰ ἀκυρώσει τὸ ὑπέροχο σχέδιο τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν καθένα μας. Ὁ ψαλμικὸς αὐτὸς στίχος λοιπὸν περιλαμβάνει μία πολὺ αἰσιόδοξη ἀντιμετώπιση τῆς ζωῆς καὶ τοῦ ἀγώνα μας. Ἂς τὸν προφέρουμε συχνὰ μὲ νόημα, ἱκετευτικὰ καὶ εὐφρόσυνα, δοξολογητικά, μὲ βαθιὰ εὐγνωμοσύνη καὶ ἀταλάντευτη πίστη: «Κύριε, τὸ ἔλεός σου εἰς τὸν αἰῶνα, τὰ ἔργα τῶν χειρῶν σου μὴ παρίδῃς».
1. Θεοδωρήτου Κύρου, Ἑρμηνεία εἰς τοὺς Ψαλμούς, PG 80, 1933Α.
2. Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, στό: Εὐθυμίου Ζιγαβηνοῦ Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Ἑρμηνεία εἰς τοὺς ΡΝ´ Ψαλμοὺς τοῦ προφητάνακτος Δαβίδ, τόμ. 3ος: Ψαλμοὶ ΡΑ´ ΡΝ´, ἐκδ. Ὀρθόδοξος Κυψέλη, Θεσσαλονίκη 1983, σελ. 414, ὑποσημ. 1.
3. Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, Λόγος ΛΘ´, Εἰς τὰ ἅγια Φῶτα, § ΙΓ´, PG 36, 348D.
ΟΣΩΤΗΡ2214
13 Δεκεμβρίου, 2021
«Τό Έλεος σου Καταδιώξει με Πάσας τάς Ημέρας τῆς Ζωῆς μου»
Μία ἀπὸ τίς ὡραιότερες ἀπεικονίσεις ποὺ χρησιμοποιεῖ εἶναι αὐτὴ μὲ τὴν ὁποία παρουσιάζει τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ ὡς ἀκούραστο δρομέα ποὺ καταδιώκει τὸν ἄνθρωπο, γιὰ νὰ τὸν λυτρώσει καὶ νὰ τὸν σώσει: «Τὸ ἔλεός σου καταδιώξει με πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς μου» (στίχ. 6). Τὸ ἔλεός Σου, Κύριε, θὰ μὲ καταδιώκει ὅλες τὶς ἡμέρες τῆς ζωῆς μου, καὶ ἡ Χάρι Σου θὰ ἐπιμένει νὰ βρίσκει διάφορα μέσα, ὥστε καὶ ἂν ἀκόμη ἐγὼ φεύγω ἀπὸ κοντά Σου, νὰ μὲ συλλαμβάνει στὸ δίχτυ τῆς σωτηρίας.
Πόσο πολὺ μᾶς συγκινεῖ ἡ εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ! «Ὁ Θεὸς ἡμῶν ἐλεεῖ» (Ψαλ. ριδ΄ [114] 5). Τὸ ἔλεός Του μᾶς πολιορκεῖ. Σὰν ἄλλος ἀκούραστος δρομέας μᾶς καταδιώκει ὅλες τὶς ἡμέρες τῆς ζωῆς μας μέχρι τὴν τελευταία μας ἀναπνοή.
Τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ σὲ ἔκταση σκεπάζει ὁλόκληρο τὸ σύμπαν, ἐπεκτείνεται σὲ ὅλη τὴ δημιουργία. Ἀλλὰ καὶ σὲ διάρκεια χρόνου παρέχεται συνεχῶς σὲ ὅλα τὰ δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ καὶ θὰ παρέχεται ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος. Πόσο θαυμαστὴ εἶναι ἡ σωτήρια καταδίωξη τοῦ Θεοῦ! Ὁ πολυεύσπλαχνος Κύριος, ἀπὸ τότε ποὺ εἴμαστε ἔμβρυα στὰ σπλάχνα τῆς μητέρας μας μέχρι τὸν τάφο μᾶς ἐλεεῖ διαρκῶς. «Διηνεκῶς ἐλεεῖ… ἀεὶ ἐλεεῖ, καὶ οὐδέποτε ἵσταται τοὺς ἀνθρώπους εὐεργετῶν», σημειώνει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος (PG 55, 399). Δὲν παύει ποτὲ νὰ μᾶς εὐεργετεῖ. Ἐμεῖς δὲν ἀντιλαμβανόμαστε ὅλες τὶς εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ. Οἱ ἀφανεῖς εὐεργεσίες Του εἶναι ἀσυγκρίτως περισσότερες!
Κι ὅταν ἐμεῖς μὲ τὴν ἐλεύθερη θέλησή μας φεύγουμε μακριά Του, τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ δὲν παραιτεῖται ἀπὸ τὴ σωτήρια καταδίωξη, χωρὶς νὰ παραβιάζει τὴν ἐλευθερία κανενός. Ἐκείνους ποὺ ἀντιδροῦν, δὲν τοὺς ἀναγκάζει. Ἐνῶ ἐκείνους ποὺ ἔχουν καλὴ διάθεση, τοὺς ἑλκύει μὲ πολλὴ δύναμη κοντά Του: «Τοὺς προαιρουμένους ἐπισπᾶται μετὰ πολλῆς τῆς σφοδρότητος» (PG 56, 162).
Κι ὅταν μετανοοῦμε, ὅπως ὁ ἄσωτος υἱός, καὶ ἀνταποκρινόμαστε θετικὰ στὴ σωτήρια καταδίωξή Του, μὲ πόση ἀγάπη μᾶς περιβάλλει! Δὲν ὑψώνει τὴ φωνή Του, δὲν χρησιμοποιεῖ τὴν παιδαγωγικὴ ράβδο Του, ἀλλὰ διανοίγει τὴν πατρική Του ἀγκαλιὰ καὶ μᾶς δέχεται πάλι κοντά Του! Φορτώνεται στοὺς ὤμους Του τὸ χαμένο πρόβατο καὶ τὸ φέρνει πάλι στὸ κοπάδι: «Ἐπὶ τὰ ὄρη τὸ πλανηθὲν ἀναζητήσας καὶ ἐπὶ τοῖς ὤμοις αὐτὸ ἀναλαβών (τουτέστιν ἐπὶ τοῦ ξύλου τοῦ σταυροῦ), τῷ Πατρὶ προσήγαγε»!
Νὰ ἀναφέρουμε μερικὰ παραδείγματα τῆς σωτήριας καταδιώξεως τοῦ θείου ἐλέους: Ὅταν ἁμάρτησαν οἱ Πρωτόπλαστοι στὸν Παράδεισο, δὲν ἐπετίμησε ὁ Θεὸς τὸν Ἀδὰμ λέγοντάς του: «Εἰς οἷον πτῶμα κατελήλυθας ἀπὸ τηλικούτου ὕψους;»· πόσο χαμηλὰ ἔχεις πέσει ἀπὸ τόσο μεγάλο ὕψος!, ἀλλὰ τοῦ εἶπε: «Ἀδάμ, ποῦ εἶ;»· Ἀδάμ, ποῦ εἶσαι; (Γεν. γ΄ 9). Πίσω ἀπὸ τὴν ἐρώτηση αὐτὴ διαφαίνεται ὅτι τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ δὲν ἐγκατέλειψε οὔτε στιγμὴ τὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὔα, ἀλλὰ τοὺς κατεδίωκε γιὰ νὰ τοὺς βοηθήσει νὰ μετανοήσουν.
Μὲ παρόμοιο τρόπο φέρθηκε ὁ Θεὸς καὶ στὸν Κάϊν. Γιὰ νὰ τὸν βοηθήσει – μετὰ τὴν ἀπαράδεκτη θυσία ποὺ προσέφερε – νὰ μὴ σκοτώσει τὸν ἀδελφό του Ἄβελ, τοῦ μίλησε στοργικὰ καὶ τοῦ εἶπε: «Ἥμαρτες; ἡσύχασον» (Γεν. δ΄ 7). Κι ἐδῶ βλέπουμε ὅτι τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ κατεδίωκε τὸν Κάϊν. Ἤθελε νὰ τὸν συγκρατήσει, γιὰ νὰ μὴ γίνει ἀδελφοκτόνος.
Νὰ θυμηθοῦμε καὶ τὶς προσπάθειες ποὺ ἔκανε ὁ Κύριος, γιὰ νὰ βοηθήσει τὸν Ἰούδα νὰ μὴν Τὸν προδώσει. Ἀλλ᾿ «ὁ παράνομος Ἰούδας οὐκ ἠβουλήθη συνιέναι»· δὲν θέλησε νὰ συνετισθεῖ. Ὅμως δὲν ἀνταποκρίνονται, δυστυχῶς, ὅλοι οἱ ἄνθρωποι στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, ὅσοι ὅμως ἀνταποκρίνονται, σώζονται.
Χαρακτηριστικότερο εἶναι τὸ παράδειγμα τῆς καταδιώξεως τοῦ ἀποστόλου Παύλου. Ὁ πρὶν Σαῦλος κυριεύθηκε ἀπὸ ἀχαλίνωτη μανία νὰ καταδιώξει τοὺς Χριστιανούς. Ξεκίνησε ἔφιππος γιὰ τὴ Δαμασκὸ μὲ συνοδεία στρατιωτῶν, ἀλλὰ στὸ δρόμο συνειδητοποίησε ὅτι ὁ θεῖος Κυνηγὸς ἀκολουθοῦσε τὰ ἴχνη του. Ὁ Σαῦλος νόμιζε ὅτι καταδιώκει, ἐνῶ καταδιωκόταν. Δὲν εἴμαστε ἐμεῖς οἱ κυνηγοὶ κι ὁ Κύριος τὸ θήραμα. Ὁ Κύριος εἶναι ὁ Κυνηγὸς κι ἐμεῖς τὰ θηράματα. Βγαίνει τὶς μέρες, βγαίνει τὶς νύχτες καὶ μᾶς κυνηγᾶ. Μέσα στὰ χρόνια, στοὺς μῆνες, στὶς μέρες Αὐτὸς κινεῖται καὶ δρᾶ. Πληγωμένοι ἀπὸ τὸ βέλος τῆς θείας ἀγάπης Του, πόσες φορὲς ἔχουμε πέσει στὴ θεϊκὴ ἀγκάλη Του! Κι ὅταν σὰν ἄτακτα παιδιά Του πᾶμε νὰ Τοῦ ξεφύγουμε, βάζει τὰ καλύτερα «λαγωνικά» Του, γιὰ νὰ μᾶς ἐπαναφέρει κοντά Του!
Τὸ ἀκαταπόνητο κυνήγι τοῦ Θεοῦ γιὰ τὶς ψυχές ποὺ φεύγουν μακριά Του, εἶναι ἕνα μυστήριο! Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς ἔχυσε τὸ τίμιο Αἷμα Του γιὰ τὴ σωτηρία μας καὶ θέλει, ἂν εἶναι δυνατόν, ὅλοι οἱ ἄνθρωποι νὰ σωθοῦν. Γι᾿ αὐτὸ παρατείνει τὸ ἔλεός Του καὶ παρουσιάζει πάρα πολλὲς εὐκαιρίες στὸν καθένα μας, γιὰ νὰ μᾶς ἑλκύσει στὴ σωτηρία.
Νὰ μὴν ἀντιδροῦμε λοιπὸν ποτὲ στὴ σωτήρια καταδίωξη τοῦ θείου ἐλέους, ἀλλὰ νὰ Τὸν παρακαλοῦμε λέγοντας: «Μὴ ἀποστήσῃς τὸ ἔλεός σου ἀφ᾿ ἡμῶν» (Δανιήλ, προσευχὴ Ἀζαρίου 11). Χωρὶς τὴν προστασία τοῦ θείου ἐλέους Σου, Κύριε, δὲν μποροῦμε νὰ ζήσουμε οὔτε στιγμή. Ὅταν μᾶς κυκλώνει τὸ ἔλεος Σου, δὲν ἔχουμε νὰ φοβηθοῦμε τίποτε.
https://www.osotir.org/2016/12/12/t-leos-sou-katadioksei-me-pasas-t-s-meras-t-s-zo-s-mou/
04 Νοεμβρίου, 2020
ΤΟ ΠΕΛΑΓΟΣ ΤΟΥ ΘΕΙΟΥ ΕΛΕΟΥΣ
Ἐνῶ ὁ Ψαλμωδὸς ἔχει μπροστά του τὸν ὠκεανὸ τῆς θείας εὐσπλαχνίας, ρίχνει τὰ βλέμματά του καὶ πρὸς τὸν ὠκεανὸ τῆς ἀνθρώπινης ἐνοχῆς. Καὶ ζητεῖ «ἱλασμόν», ἄφεση ἁμαρτιῶν. Ἀναφωνεῖ: «Κύριε, Κύριε, ἐὰν δὲν παραβλέψεις τὶς ἀνομίες μας, ἀλλὰ προσηλώσεις τὸ βλέμμα Σου σ’ αὐτές, ποιὸς θὰ μπορεῖ νὰ σταθεῖ μπροστά Σου καὶ νὰ ἀντέξει τὸ βάρος τῆς κρίσεώς Σου;» (στίχ. 3). Τρομάζει μπροστὰ στὴν ἔνδοξη μεγαλειότητα τοῦ Θεοῦ, αἰσθάνεται ὅτι εἶναι γυμνὸς ἀπὸ κάθε παρρησία γιὰ τὸ πλῆθος τῶν δικῶν του ἁμαρτιῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν ἁμαρτιῶν τῶν ἄλλων, γι’ αὐτὸ καὶ κάνει ἔκκληση πρὸς τὴ θεία εὐσπλαχνία. Τὴν ἁμαρτία θεωρεῖ ὁ Ψαλμωδὸς ὡς αἰτία τῆς δεινῆς καταστάσεως ποὺ ζεῖ ὁ λαός. Ποιὸς μπορεῖ νὰ σταθεῖ ὄρθιος μπροστὰ σὲ Σένα, τὸν δίκαιο Κριτή; διερωτᾶται ὁ ἴδιος. Καὶ ἡ ἀπάντηση βεβαίως εἶναι, κανείς! «Τίς καυχήσεται ἁγνὴν ἔχειν τὴν καρδίαν; Ἢ τίς παρρησιάσεται καθαρὸς εἶναι ἀπὸ ἁμαρτιῶν;» (Παρ. κ΄ [20] 9), διερωτᾶται ὁ Παροιμιαστής. Καὶ ὁ πολύαθλος Ἰὼβ ἐρωτᾶ: «Τίς καθαρὸς ἔσται ἀπὸ ρύπου; ἀλλ’ οὐθείς. ἐὰν καὶ μία ἡμέρα ὁ βίος αὐτοῦ ἐπὶ τῆς γῆς» (Ἰὼβ ιδ΄ [14] 4-5). Ἂν δὲν μεσολαβοῦσε ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ τὸ ἔλεος, ἡ συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν, ὅλοι οἱ ἄνθρωποι θὰ καταστρέφονταν τιμωρούμενοι. Εἶναι δὲ πολὺ χαρακτηριστικὸς ὁ διπλασιασμὸς τῆς λέξεως «Κύριε». Τὸ «Κύριε, Κύριε, θαυμάζοντός ἐστι τὴν πολλὴν φιλανθρωπίαν καὶ ἀγαθότητα», σημειώνει ὁ Ζιγαβηνός1 . Ἡ λέξη «τίς» – ποιός – ἐδῶ σημαίνει κανείς, γράφει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. Διότι, συνεχίζει, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τύχει ποτὲ κανεὶς εὐσπλαχνίας καὶ ἐπιεικείας, ἐὰν κριθεῖ μὲ ἄκρα δικαιοσύνη γιὰ τὶς εὐθύνες τῶν πράξεών του. Ἐὰν ὁ Κύριος δὲν ἔλθει νὰ μᾶς κρίνει μὲ εὐσπλαχνία καὶ ἐπιείκεια, ἀλλὰ νὰ κάμει τὸν ἔλεγχο μὲ ἄκρα δικαιοσύνη, θὰ μᾶς βρεῖ γενικῶς ὅλους ἐνόχους. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἔλεγε: Ναὶ μὲν ἡ συνείδησή μου δὲν μοῦ μαρτυρεῖ καμία ἐνοχή, ἀλλὰ κι αὐτὸ δὲν φτάνει γιὰ νὰ εἶμαι δικαιωμένος. Διότι ὁ Κύριος εἶναι ὁ μόνος ἁρμόδιος νὰ κρίνει ἂν πράγματι ὑπῆρξα καλὸς οἰκονόμος (Α΄ Κορ. δ΄ 4). Ὁ διπλασιασμὸς τῆς ἐπικλήσεως «Κύριε, Κύριε», σημειώνει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, δὲν γίνεται ἀπερίσκεπτα, ἀλλὰ ἐπειδὴ ὁ Ψαλμωδὸς θαυμάζει καὶ ἀπορεῖ γιὰ τὸ μέγεθος τῆς ἐπιεικείας, γιὰ τὴν ἀπέραντη μεγαλοσύνη καὶ τὸ ἀχανὲς πέλαγος τῆς καλοσύνης τοῦ Κυρίου. Δὲν εἶπε, ποιὸς θὰ διαφύγει, ἀλλά, ποιὸς θὰ ἀντέξει τὴν καταδικαστική Σου ἀπόφαση; Δὲν θὰ μπορέσει οὔτε νὰ σταθεῖ, λέγει2. Παρ᾿ ὅλα αὐτὰ ὁ Ψαλμωδὸς δὲν χάνει τὸ θάρρος του. Γι’ αὐτὸ προσθέτει: «Ὅτι παρὰ σοὶ ὁ ἱλασμός ἐστιν» (στίχ. 4). Ὅμως, Κύριε, ἀπὸ Σένα πηγάζει ὁ ἱλασμός, ἡ ἄφεση καὶ ἡ συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν. Πιὸ κοντὰ στὸν θρόνο Σου, Κύριε, εἶναι ὁ πλοῦτος τοῦ ἐλέους καὶ τῶν οἰκτιρμῶν Σου, παρὰ οἱ κεραυνοὶ τῆς δικαίας ὀργῆς Σου. Τὸ ὅτι ὁ Κύριος εἶναι ἐλεήμων καὶ πολυεύσπλαχνος γεμίζει παρηγορία τὴν ψυχὴ τοῦ Ψαλμωδοῦ. Τί σημαίνει, ἐρωτᾶ ὁ θεῖος Χρυσόστομος, τό· Σύ, ὁ Κύριος, παρέχεις τὸν ἱλασμὸ καὶ τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν; Σημαίνει ὅτι ἡ ἀποφυγὴ τῆς Κολάσεως δὲν ἐπιτυγχάνεται μὲ τὰ δικά μας κατορθώματα, ἀλλὰ μὲ τὴν καλοσύνη τοῦ ἁγίου Θεοῦ. Τὸ νὰ ἀποφύγει κανεὶς τὴν ποινή, ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴ δική Σου, Κύριε, ἐπιείκεια. Καὶ ἂν δὲν ἀξιωθοῦμε τῆς ἐπιεικείας Σου, τὰ δικά μας ἔργα δὲν ἐπαρκοῦν γιὰ νὰ μᾶς ἀποσπάσουν ἀπὸ τὴν μέλλουσα ὀργή! Ἐπιθυμώντας δὲ ὁ Κύριος νὰ παρουσιάσει τὴν ἀλήθεια αὐτὴ καὶ διὰ τοῦ προφήτου, ἔλεγε: «Ἐγώ εἰμι, ἐγώ εἰμι ὁ ἐξαλείφων τὰς ἀνομίας σου ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ τὰς ἁμαρτίας σου καὶ οὐ μὴ μνησθήσομαι» (Ἡσ. μγ΄ [43] 25)· Ἐγὼ εἶμαι, Ἐγὼ καὶ μόνος Ἐγὼ εἶμαι, ὁ Ὁποῖος σβήνω καὶ ἐξαλείφω τελείως τὶς ἀνομίες σου ἕνεκα τῆς ἀγαθότητός μου καὶ τὶς ἁμαρτίες σου καὶ δὲν θὰ τὶς θυμηθῶ ποτέ! Δηλαδή, αὐτὸ εἶναι δικό μου ἔργο, λέγει ὁ Θεός, τῆς δικῆς μου καλοσύνης, τῆς δικῆς μου ἐπιεικείας. Διότι τὰ δικά σου βεβαίως ἔργα, ἄνθρωπε, δὲν ἔχουν τὴ δύναμη ποτὲ νὰ σὲ ἀπαλλάξουν ἀπὸ τὴν τιμωρία, ἂν δὲν προστεθεῖ σ’ αὐτὰ ἡ δική μου ἐπιείκεια. Καὶ πάλι διὰ τοῦ προφήτου Ἡσαΐα λέγει ὁ Κύριος· «ἐγὼ ἀνέχομαι ὑμῶν» (Ἡσ. μς΄ [46] 4), Ἐγὼ σᾶς ἀνέχομαι3 ! Καὶ συνεχίζει ὁ Ψαλμωδός: Γιὰ τὸ δικό Σου ὄνομα, ποὺ θυμίζει τὴν ἀγάπη καὶ τὴν εὐσπλαχνία Σου, Σὲ περίμενα μὲ ὑπομονή, Κύριε, καὶ σὲ Σένα στήριξα ὅλη μου τὴν ἐλπίδα. Ἡ ψυχή μου περίμενε μὲ ἀκλόνητη ἐλπίδα νὰ ἐκπληρώσεις αὐτὸ ποὺ ὑποσχέθηκες, ὅτι δηλαδὴ θὰ χαρίσεις ἄφεση σ’ ὅσους ζητοῦν τὸ ἔλεός Σου (στίχ. 5). Δὲν Σὲ περίμενα Σωτήρα γιὰ τὰ κατορθώματά μου, Κύριε, ἀναφωνεῖ ὁ Ψαλμωδός, διότι ἐγὼ εἶμαι ἁμαρτωλός, ἀλλὰ γιὰ τὸ ὄνομά Σου, γιὰ νὰ μὴν ἐξουθενωθεῖ ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς Σου ποὺ θὰ λένε ὅτι δὲν μπορεῖς νὰ σώσεις τὸν λαό Σου. Διότι λέγει διὰ τοῦ Ἰεζεκιήλ· «οὐ δι’ ἡμᾶς ἐγὼ ποιῶ, ἀλλὰ διὰ τὸ ὄνομά μου, ἵνα μὴ βεβηλωθῇ ἐν τοῖς ἔθνεσιν» (πρβλ. Ἰεζ. κ΄ [20] 9, 14, 22)4 . Ἐμεῖς δηλαδὴ δὲν ἤμασταν ἄξιοι νὰ σωθοῦμε, σχολιάζει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, οὔτε εἴχαμε καμία ἀγαθὴ ἐλπίδα ἐξαιτίας τῶν ἔργων μας. Χάριν τοῦ ὀνόματός Σου, Κύριε, ἐλπίζουμε νὰ σωθοῦμε καὶ μόνη αὐτὴ ἡ ἐλπίδα τῆς σωτηρίας μᾶς ὑπολείπεται. Ἂς παρακαλοῦμε τὸν εὔσπλαχνο καὶ μακρόθυμο Κύριό μας νὰ ἀνοίγει τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μας, ὥστε νὰ διακρίνουμε ὁλοένα καὶ πιὸ καθαρὰ τὸ πέλαγος τοῦ ἐλέους Του· καὶ μὲ πλεονάζουσα πρὸς Αὐτὸν εὐγνωμοσύνη νὰ εἴμαστε πάντοτε πρόθυμοι νὰ ἀντλοῦμε μὲ ζῆλο καὶ προθυμία σωτήρια νάματα.
16 Οκτωβρίου, 2020
« Ἐκ βαθέων»
Ψαλ. ΡΚΘ΄ (129) 1-2
20 Απριλίου, 2020
ΤΟ ΕΛΕΟΣ ΑΥΤΟΥ ΕΙΣ ΓΕΝΕΑΝ ΚΑΙ ΓΕΝΕΑΝ
Θεὸς δὲν εἶναι μόνο παντοδύναμος καὶ πανάγιος· εἶναι καὶ γεμάτος ἔλεος καὶ εὐσπλαχνία. Τὸ δὲ «ἔλεος αὐτοῦ», λέγει στὴν ὠδή της ἡ ἀπειρόγαμος Κόρη, «εἰς γενεὰν καὶ γενεὰν τοῖς φοβουμένοις αὐτόν» (Λουκ. α΄ 50). Ἡ Θεοτόκος, ἀφοῦ ἐξύμνησε τὴν ἄπειρη συγκατάβαση τοῦ ἁγίου Θεοῦ πρὸς τὸ πρόσωπό της (Λουκ. α΄ 48), τώρα κάνει λόγο γιὰ τὴν εὐσπλαχνία καὶ τὸ ἄπειρο ἔλεός Του.
Τὸ ἔλεός Του δὲν ἐδόθη μόνο σὲ μένα, λέγει ἡ Παρθένος, ἀλλὰ καὶ σ’ ὅλους ἐκείνους ποὺ Τὸν φοβοῦνται, δηλαδὴ ποὺ Τὸν σέβονται καὶ Τὸν εὐλαβοῦνται βαθύτατα. Διότι ὅσοι δὲν Τὸν φοβοῦνται, εἶναι παντελῶς ἀνάξιοι, καὶ ἀφοῦ δὲν ζοῦν ἐν μετανοίᾳ, «οὐκ εὐλογοῦνται»1.
Εἶναι πολὺ σημαντικὸς ὁ λόγος αὐτὸς τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ πρέπει πολὺ νὰ τὸν προσέξουμε. Τὸ ἔλεός Του, τονίζει ἡ Παρθένος, δίδεται μόνο στοὺς ἀξίους καὶ ὄχι στοὺς ἀναξίους. Ἀνάξιοι δὲ εἶναι οἱ ἀμετανόητοι ἁμαρτωλοί. Ἐάν, γράφει ὁ ὅσιος Νικόδημος, τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ διδόταν «καὶ εἰς τοὺς ἀναξίους, ὅλοι οἱ ἀμετανόητοι ἁμαρτωλοὶ ἤθελαν σωθῆ καὶ τινὰς δὲν ἤθελε κολασθῆ· τοῦτο δέ», συμπληρώνει, «ἐναντιοῦται εἰς τὴν θείαν δικαιοσύνην καὶ ἀποδείχνει τὸν Θεὸν ἄδικον»2. Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ἑρμηνεύοντας τὸ ψαλμικὸ «ἐλέησόν με, Κύριε, ὅτι ἀσθενής εἰμι» (Ψαλ. ς΄ 3) παρατηρεῖ: Ὅλοι ἔχουμε ἀνάγκη ἐλέους, δὲν εἴμαστε ὅμως ὅλοι ἄξιοι νὰ ἐλεηθοῦμε. Διότι ἂν καὶ ὑπάρχει ἔλεος, ὅμως ἐπιζητεῖ τὸν ἄξιο, ὅπως ἀκριβῶς καὶ ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς εἶπε στὸν Μωυσῆ: «Ἐλεήσω ὃν ἂν ἐλεῶ, καὶ οἰκτειρήσω ὃν ἂν οἰκτείρω» (Ἐξ. λγ΄ [33] 19). Αὐτὸς λοιπὸν ποὺ ἔκανε κάτι ἄξιο γιὰ νὰ ἐλεηθεῖ, θὰ πεῖ: «Ἐλέησόν με». Ἐκεῖνος ὅμως ποὺ ἐκδίωξε τὸν ἑαυτό του ἀπὸ τὴν κατάσταση τοῦ νὰ μπορεῖ νὰ δεχθεῖ αὐτὴ τὴ συγχώρηση, ματαίως θὰ πεῖ τὸ «ἐλέησον».
Διότι ἂν τὸ ἔλεος ἐπρόκειτο νὰ φθάσει σὲ ὅλους, κανεὶς δὲν θὰ ἐτιμωρεῖτο. Ἀλλὰ καὶ τὸ ἔλεος ἔχει κάποια κρίση· ἀναζητεῖ τὸν κατάλληλο καὶ ἄξιο3. Ἐπειδὴ ὁ Κύριος «μετὰ δικαιοσύνης ἐλεεῖ», γι’ αὐτὸ εἶναι «ἐλεήμων καὶ δίκαιος» (Ψαλ. ριδ΄ [114] 5)4. Ὥστε τὸ ἔλεος δίδεται ἀπὸ τὸν δικαιοκρίτη Θεὸ «μὲ δικαιοσύνην καὶ ὄχι ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχεν». Αὐτὸ βεβαιώνει καὶ ὁ Δαβὶδ ψάλλοντας: Ὅσο ἀκαταμέτρητη εἰς ὕψος εἶναι ἡ ἀπόσταση τοῦ οὐρανοῦ ἀπὸ τὴ γῆ, τόσο καὶ ὁ Κύριος ὕψωσε κραταιὸ καὶ μέγα τὸ ἔλεος καὶ τὴν εὐσπλαχνία Του ὄχι σὲ ὅλους ἀλλ’ «ἐπὶ τοὺς φοβουμένους αὐτόν» (Ψαλ. ρβ΄ [102] 11). Ἡ Θεοτόκος πρόσθεσε καὶ τοῦτο: Τὸ ἔλεος τοῦ παντοκράτορος Θεοῦ δὲν ἐδείχθη μόνο σὲ μένα, ἀλλὰ εἶναι παντοτινὸ καὶ μεταβιβάζεται ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιὰ σ’ ὅλους ἐκείνους ποὺ Τὸν σέβονται βαθύτατα καὶ Τὸν εὐλαβοῦνται. Οἱ λέξεις «εἰς γενεὰν καὶ γενεὰν» τὸ «ἀεὶ σημαίνουσι», σημαίνουν τὸ πάντοτε5. Ἤ, κατὰ τὸν ἱερὸ Θεοφύλακτο, σημαίνουν ὅτι ἐλεοῦνται καὶ στὴ γενεὰ τοῦ παρόντος αἰῶνος καὶ στὴ γενεὰ τοῦ μέλλοντος, τοῦ ἀπεράντου αἰῶνος. Διότι οἱ φοβούμενοι τὸν Θεὸ λαμβάνουν καὶ ἐδῶ ἑκατονταπλάσια ἀμοιβή, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ θὰ λάβουν «πολλῷ πλείονα»6. Ἀλλ’ ὁ παντοκράτωρ καὶ πολυέλεος Θεὸς φανέρωσε ἤδη τὸ ἔλεός Του ὅσο ποτὲ ἄλλοτε μὲ τὸ νὰ ἀποστείλει τὸν μονογενὴ Υἱό Του, ὁ Ὁποῖος ἔφερε «αἰωνίαν δικαίωσιν καὶ αἰωνίαν σωτηρίαν», ἡ ὁποία μεταβιβάζεται «ἀπὸ τῆς μιᾶς γενεᾶς εἰς τὴν ἄλλην, διότι τὰ εὐαγγελικὰ προνόμια κατέστησαν ὑπὸ τοῦ Χριστοῦ κληρονομικὰ εἰς τοὺς πιστοὺς καὶ εἰς τὸ διηνεκές (παντοτινά, χωρὶς διακοπή) ἀνανεούμενα»7. Βεβαίως ὁ πολυεύσπλαχνος Θεὸς ἐπιβλέπει μὲ βλέμμα εὐμενείας καὶ ἐλέους σ’ ἐκείνους ποὺ προσβλέπουν πρὸς Αὐτὸν μὲ βαθύτατο σεβασμὸ καὶ εὐλάβεια καὶ ταυτόχρονα προσέρχονται σ’ Αὐτὸν μὲ εἰλικρινὴ ἐξομολόγηση καὶ ἀπόφαση μετανοίας. Γράφει ὁ Μέγας Βασίλειος πολὺ ἐπιτυχημένα ἑρμηνεύοντας τὸ ψαλμικὸ ρητὸ «Γένοιτο, Κύριε, τὸ ἔλεός σου ἐφ’ ἡμᾶς, καθάπερ ἠλπίσαμεν ἐπὶ σέ» (Ψαλ. λβ΄ [32] 22): Βλέπεις μὲ πόση σοφία προσευχήθηκε ὁ προφήτης Δαβίδ; Τὴ δική του διάθεση ἔκαμε μέτρο, μὲ τὸ ὁποῖο νὰ ἀντιμετρήσει καὶ νὰ δώσει πλουσιοπάροχα καὶ ἄλλους ἀκόμη οἰκτιρμοὺς ὁ Θεός. Λέγει: Σὲ παρακαλῶ νὰ εἶναι σὲ μᾶς τόση ἡ εὐσπλαχνία Σου, Κύριε, ὅση εἶναι καὶ ἡ ἐλπίδα τὴν ὁποία προηγουμένως ἐμεῖς ἀναθέσαμε σὲ Σένα8. Ὁ ἀββὰς Ἡσύχιος μᾶς δίδαξε: «Ὁ ἑαυτὸν μὴ ἐλεήσας, πῶς παρὰ τοῦ Κριτοῦ ἐλεηθῆναι δύναται;». Ἡ ἀπάντηση βέβαια εἶναι: Μὲ κανέναν τρόπο δὲν θὰ ἐλεηθεῖ. Παράλληλη εἶναι καὶ ἡ ἀπάντηση ποὺ ἔδωσε ὁ Μέγας Ἀντώνιος σ’ ἐκεῖνον ποὺ τὸν παρακάλεσε λέγοντάς του: «Ἐλέησόν με, Ἀββᾶ, καὶ εὖξαι (εὐχήσου) ὑπὲρ ἐμοῦ». Ὁ καθηγητὴς τῆς ἐρήμου τοῦ ἀπάντησε: «Οὔτε ἐγὼ σὲ ἐλεῶ, οὔτε ὁ Θεός, ἐὰν μὴ σὺ σαυτὸν ἐλεήσῃς», ἐὰν δὲν ἐλεήσεις ἐσὺ ὁ ἴδιος τὸν ἑαυτό σου. Ποιὸς εὐσπλαχνίζεται, διδάσκει καὶ ὁ σοφὸς Σειράχ, τοὺς θηριοδαμαστὲς καὶ μάγους, ποὺ ἀπὸ μόνοι τους ἀσχολοῦνται μὲ τὰ φίδια καὶ τὰ θηρία, ἂν δαγκωθοῦν ἀπὸ αὐτὰ καὶ θανατωθοῦν; (Σοφ. Σειρ. ιβ΄ [12] 13). Ἔτσι καὶ ὁ Θεός, συμπληρώνει ὁ ὅσιος Νικόδημος, δὲν ἐλεεῖ, οὔτε σπλαχνίζεται τὸν χριστιανὸ ποὺ ρίχνει ἀλόγιστα τὸν ἑαυτό του στὴν ἁμαρτία καὶ ἁμαρτάνοντας δέχεται τὸ δηλητήριό της καὶ τελικὰ θανατώνεται ψυχικά. Καὶ ὁ προφήτης Ἡσαΐας σχολιάζοντας τὴν ἀποστασία τοῦ παλαιοῦ Ἰσραὴλ γράφει: Δὲν εἶναι λαὸς ποὺ ἔχει σύνεση καὶ φρόνηση, οἱ ὁποῖες ἐμπνέονται ἀπὸ θεῖο φόβο. Γι’ αὐτὸ κατ’ οὐδένα τρόπο δὲν θὰ τοὺς λυπηθεῖ ἐκεῖνος ποὺ τοὺς δημιούργησε, οὔτε θὰ δείξει σ’ αὐτοὺς ἔλεος Ἐκεῖνος ποὺ τοὺς ἔπλασε (Ἡσ. κζ΄ [27] 11). Ὁ Θεὸς σὲ ἔπλασε, ἄνθρωπε, λέγει ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος, χωρὶς ἐσένα· ὅμως δὲν μπορεῖ νὰ σὲ σώσει χωρὶς τὴ θέλησή σου. Ἑπομένως· θέλεις, χριστιανέ, νὰ ἐλεηθεῖς ἀπὸ τὸν Θεό; Ἄφησε τὴν ἁμαρτία, σύνελθε ἀπὸ τὴ ζάλη τῆς ἀποστασίας, ἀναλογίσου τὸν ὄλεθρο στὸν ὁποῖο ὁδηγεῖσαι, καὶ μετανόησε. Καὶ ἀφοῦ ἐξομολογηθεῖς, ἀνάπεμπε ἐκ ψυχῆς καὶ μὲ θερμὴ ἱκεσία στὸν ἐλεήμονα Θεό, τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλόν», ζώντας βέβαια ταυτόχρονα καὶ ζωὴ μετανοίας.
1. ΘΕΟΦΥΛΑΚΤΟΥ ΑΧΡΙΔΟΣ, Ἑρμηνεία εἰς τὸ κατὰ Λουκᾶν, κεφ. 1, PG 123, 709D-712Α.
2. ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, Κῆπος Χαρί- των, σελ. 219.
3. ΙΩ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Εἰς Ψαλ. 6,1, PG 55, 72.
4. ΩΡΙΓΕΝΟΥΣ, Εἰς Ψαλ. 114, PG 12, 1576Α.
5. ΕΥΘΥΜΙΟΥ ΖΙΓΑΒΗΝΟΥ, Εἰς τὸ κατὰ Λου- κᾶν Εὐαγγέλιον, κεφ. 1, PG 129, 873A.
6. ΘΕΟΦΥΛΑΚΤΟΥ ΑΧΡΙΔΟΣ, ὅ.π., PG 123, 712.
7. Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ, Ὑπόμνημα εἰς τὸ κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγέλιον, ἔκδ. «Ὁ Σωτήρ», Ἀθῆναι, σελ. 66.
8. Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, Εἰς Ψαλ. λβ΄ [32], 10, PG 29, 349.ΟΣΩΤΗΡ2066
07 Νοεμβρίου, 2019
27 Ιουλίου, 2019
ΚΑΙ ΣΥ ΚΥΡΙΕ ΕΩΣ ΠΟΤΕ ?
21 Αυγούστου, 2018
Ὀργὴ καὶ ἔλεος
14 Φεβρουαρίου, 2015
Τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ (Ματθ 25, 31-46)


Οἱ φτωχοὶ ἀδελφοί μας, εἴτε εἶναι πεινασμένοι εἴτε ἄρρωστοι καὶ ἐνδεεῖς, εἶναι ἀδέλφια τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ τὸν ἔχουν ‹‹ἐνδυθεῖ››, ‹‹κατὰ τὸν ἔσω ἀνθρωπον››, σύμφωνα μὲ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο τὸ Θεολόγο. Ἔχουν τὸ ἴδιο βάπτισμα μέ μᾶς, μετέχουν στὴν ἴδια χάρη, ὑπακούουν στοὺς ἴδιους νόμους τοῦ Θεοῦ, μετέχουν στὴν ἴδια θεία Εὐχαριστία κι ἔχουν τὶς ἴδιες μὲ μᾶς ἐλπίδες. Πολὺ ὡραῖα τὸ τονίζει αὐτὸ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ‹‹ἀδελφὸν γὰρ τὸ βάπτισμα ἐργάζεται καὶ ἡ τῶν θείων μηστηρίων κοινωνία››. Ἡ ἐλεήμων καρδία κάνει τὸν ἄνθρωπο κληρονόμο τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ κι ὄχι τόσο τὰ μεγάλα χαρίσματα, ὅπως π.χ. τὰ θαύματα, τὸ προορατικὸ χάρισμα, ἡ μεγάλη σοφία τοῦ νοῦ κ.λ.π.













