19 Σεπτεμβρίου, 2026
ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ
23 Ιουλίου, 2026
ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΣ
Ο άγιος Κύριλλος έμεινε
ορφανός σε ηλικία έξι ετών και τη φροντίδα του ανέλαβαν δύο θείοι του. Ο ένας εξ
αυτών, που είχε ασπασθεί τη μουσουλμανική θρησκεία, τον έβαλε μαθητευόμενο σε
έναν τούρκο υποδηματοποιό. Για να ξεφύγει από την ολέθρια επιρροή του αφεντικού
του και αφού πρώτα συμβουλεύθηκε τον άλλο θείο του, που είχε παραμείνει πιστός,
συνδέθηκε με Αγιορείτες μοναχούς που είχαν έλθει στη Θεσσαλονίκη και πήγε μαζί τους
να βρει καταφύγιο στο Άγιον Όρος. Έγινε δεκτός και εκάρη μοναχός στη Μονή Χιλανδαρίου.
Επειδή όμως οι μοναχικοί κανονισμοί δεν επέτρεπαν τη διαμονή αγένειου εφήβου
στη μονή, τον έστειλαν σε ένα από τα μετόχια, όπου έζησε σε τέλεια υπακοή. Μετά
από οκτώ χρόνια επισκέφθηκε τον θείο του στη Θεσσαλονίκη και του διηγήθηκε πώς
είχε ζήσει όλα αυτά τα χρόνια. Την ώρα που ετοιμαζόταν να πάρει το καράβι της επιστροφής
και κουβέντιαζε με τον νεαρό εξάδελφό του, συνάντησε τον άλλον θείο του –τον
ασεβή– ο οποίος αναγνωρίζοντάς τον ξεσήκωσε αμέσως τον όχλο. Μέσα σε μεγάλη
αναταραχή, το πλήθος άρπαξε τον νεαρό μοναχό για να τον οδηγήσει στον κριτή. Αυτός
με ύφος μελιστάλαχτο προσπάθησε πρώτα να τον κάνει να αλλαξοπιστήσει. Όταν
απέτυχε, πρόσταξε να ρίξουν τον Κύριλλο στη φυλακή, αναβάλλοντας την κρίση για
την επόμενη ημέρα. Μετά τη δεύτερη ανάκριση, ο άγιος καταδικάστηκε να καεί
ζωντανός στις 6 Ιουλίου του 1566. Φθάνοντας στο Ιπποδρόμιο, κοντά στον Ναό του
αγίου Κωνσταντίνου, όπου είχε ετοιμασθεί η πυρά, ύψωσε τα χέρια του στον ουρανό
ευχαριστώντας τον Κύριο και ζητώντας να αναλωθεί από τις φλόγες και να φθάσει
το γρηγορότερο σ’ Αυτόν. Ο έπαρχος της πόλης έκανε μια τελευταία προσπάθεια
υποσχόμενος σ’ αυτόν άλογα, πλούσια ενδύματα και κάθε είδους δώρα, αν αρνιόταν
την πίστη του. Ο μάρτυρας αποκρίθηκε ότι καμία από τις απολαύσεις του κόσμου
τούτου δεν τον ενδιέφερε πια και ότι γι’ αυτόν όλα τα πράγματα ήσαν λάσπη και
καπνός. Πρόσθεσε ότι μόνον ο Χριστός ήταν ο πλούτος του, η ζωή του, η αγάπη
του, το παν γι’ αυτόν, και ότι τίποτε πλέον δεν ήταν σε θέση να τον χωρίσει από
Εκείνον. Με διαταγή του κριτή ρίχθηκε τότε στην πυρά, που είχε φουντώσει τόσο
ώστε ακόμη και τα οστά του αναλώθηκαν. Το 1972, κατά την ανέγερση μιας νέας εκκλησίας
στη θέση εκείνης του Αγίου Κωνσταντίνου, βρέθηκε λάρνακα που περιείχε τα
απανθρακωμένα οστά του αγίου Κυρίλλου.
[ Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 11ος (Ιούλιος),
σελ. 72–73.
Διασκευή από τα Γαλλικά:
Ξενοφών Κομνηνός.
Θεώρηση κειμένου:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος».
Αθήναι, Ιούνιος 20082.
Επιμέλεια ανάρτησης,
π. Δαμιανός. ]
https://toeilhtarion.blogspot.com/2020/07/blog-post_0.html
04 Απριλίου, 2024
Υπατία η φιλόσοφος Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας και οι συκοφαντίες της AGORA που πουλάνε..

Δυστυχώς αυτή η ασυμφωνία Κυρίλλου και Έπαρχου είχε κι άλλο θύμα εκτός τους Αμμωνίου. Την περίφημη Υπατία. Επειδή σε αυτήν φοιτούσε ο Ορέστης και επειδή νομίσθηκε από το πλήθος ότι αυτή υπέθαλπε το μίσος έναντι του Ορέστη κατά του επισκόπου, μια μέρα του Μαρτίου 416 ή 415, επιστρέφοντας επί δίφρου εις το σπίτι της, ένας όχλος φανατικών την συνέλαβε και αφού με αλαλαγμούς την έσυρε στο Καισάρειο, γδύνοντας την, με όστρακα σκληρά την έγδαραν φονεύοντάς και διασπώντας της τα μέλη. Έπειτα την έσυραν στην τοποθεσία Κιναρώνα και την έκαψαν.28 Ιουνίου, 2022
Το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας τιμά την μνήμη του Αγίου Κυρίλλου του Λουκάρεως
Την 27η Ιουνίου ε.ε., η Α.Θ.Μ. ο Πάπας και Πατριάρχης Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής κ.κ. Θεόδωρος Β’, χοροστάτησε κατά την τελεσθείσα Θεία Λειτουργία στον Ιερό Πατριαρχικό Παρεκκλήσιο του Αποστόλου Μάρκου, στην Πατριαρχική Μονή του Οσίου Σάββα του Ηγιασμένου Αλεξανδρείας, επί τη ιερά μνήμη του Αγίου Κυρίλλου Γ’ του Λουκάρεως, Πατριάρχου Αλεξανδρείας (1601-1620) και μετέπειτα Οικουμενικού Πατριάρχου.
Ο Πατριάρχης, βαδίζοντας με τον νου στα ιστορικά καλντερίμια της Μονής της μετανοίας του, της ιστορικής Μονής της Αγκαράθου απ’ όπου ξεκίνησε την Εκκλησιαστική του πορεία και ο εορτάζων Άγιος, εξήρε την μορφή του Μεγάλου Ιεράρχου της Ορθοδόξου Εκκλησίας, ο οποίος αγωνίσθηκε ως λέων για την διατήρηση της Ορθοδόξου πίστεως στις χώρες της Ουκρανίας και της Πολωνίας, μαχώμενος κατά της Ουνίας.
Ο Μακαριώτατος, σε άλλο σημείο της ομιλίας του, αναφέρθηκε στην πρόσφατη απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου να αναγράψει στο Αγιολόγιον της κατ’ Ανατολάς Ορθοδόξου Εκκλησίας τον εορτάζοντα Άγιο Ιερομάρτυρα Κύριλλο τον Λούκαρι (11 Ιανουαρίου ε.ε.). Βαθύτατα συγκινημένος ο Προκαθήμενος του Δευτερόθρονου και Παλαιφάτου Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, εξέφρασε τις θερμές του ευχαριστίες προς τον Παναγιώτατο Οικουμενικό Πατριαρχη κ.κ. Βαρθολομαίο και την περί αυτόν Αγία και Ιερά Σύνοδο της ΜτΧΕ, για την απόφαση τους, ενώ δεν παρέλειψε να ευχαριστήσει τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Γέρων Χαλκηδόνος κ. Εμμανουήλ για την ιδιάζουσας σημασίας συμβολή του στην Αγιοκατάταξη του Αγίου Κυρίλλου.
Σύντομος βίος του Αγίου Ιερομάρτυρος Κυρίλλου του Λουκάρεως
Ο Άγιος Κύριλλος Λούκαρις, εγεννήθη στον Χάνδακα (Ηράκλειο) Κρήτης το έτος 1572, εκάρη μοναχός στην Ιερά Μονή Αγκαράθου και έτυχε λαμπρών σπουδών στη Βενετία και την Πάδοβα. Όταν εξελέγη σε ηλικία 30 ετών Πατριάρχης Αλεξανδρείας, σε διαδοχή του Μελετίου Πηγά, είχε ήδη σημαντική διαδρομή στην υπεράσπιση της Ορθοδοξίας κατά της προσηλυτιστικής δράσης των Ιησουιτών στην Ανατολή.
Ως Πατριάρχης Αλεξανδρείας, επετέλεσε αξιόλογο ανακαινιστικό έργο, συγκέντρωσε χρήματα με εράνους σε ορθόδοξες χώρες για την πληρωμή των χρεών του Πατριαρχείου, ίδρυσε και ανεκαίνισε ναούς, περιέθαλψε πάσχοντες και επέλυσε τα προβλήματα των Εκκλησιών σε Σινά και Κύπρο, όπου μετέβη προσωπικώς. Με τη βοήθεια του μετέπειτα Πατριάρχη Γεράσιμου Σπαρταλιώτη, αντιμετώπισε τα προβλήματα που προκάλεσαν η επιδημία του 1616 και οι διωγμοί των Τούρκων.
Το 1620, εκοιμήθη ο Πατριάρχης Κων/πόλεως Τιμόθεος Β’ και η Σύνοδος εξέλεξε Οικουμενικό Πατριάρχη τον «επ’ αρετήν και σοφίαν διαβόητον Κύριλλον». Ο Λούκαρις καθαιρείται πέντε φορές από το Οικουμενικό Θρόνο και επανέρχεται. Το 1627 αγόρασε τυπογραφείο, όπου με στόχο το φωτισμό του Γένους εκδόθηκαν χρήσιμα διδακτικά κείμενα, αλλά και αντιπαπικά άρθρα, γεγονός που εντείνει το φθόνο και την έχθρα. Γενίτσαροι κατέστρεψαν το τυπογραφείο και ο Πατριάρχης, διασώθηκε με τη μεσολάβηση του Βέλγου πρέσβη, ο οποίος τον έκρυψε στο σπίτι του.
Το 1637, οι Ιησουίτες, μη μπορώντας να τον ανεχθούν, συκοφαντούν τον Κύριλλο στον Σουλτάνο ότι εξεγείρει τους Έλληνες. Συλλαμβάνεται και φυλακίζεται στο φρούριο της Λαιμοκοπίας, όπου στραγγαλίζεται στις 27 Ιουνίου 1638. Η σορός του ερρίφθη στη θάλασσα, βρέθηκε από ψαράδες στα παγωμένα νερά του Μαρμαρά και την ενταφίασαν στη Νικομήδεια.
Ο Κ.Παπαρρηγόπουλος στην «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» έγραψε: «Ουδέποτε ίσως το αξίωμα του Οικουμενικού Πατριάρχη ανεδείχθη λαμπρότερο ή επί Κυρίλλου του Λουκάρεως επί δώδεκα περίπου έτη εκ διαλειμμάτων πατριαρχήσαντος». Όντως ο Λούκαρις προσπάθησε με κάθε τρόπο να ανυψώσει το ελληνικό γένος. Στις ενέργειες του βλέπουμε την τάση του Ελληνισμού να έρθει σε επαφή με τη Δύση. Όπως και ο Πηγάς, ο Λούκαρις κήρυττε στη δημοτική. Προλόγισε μάλιστα τη μετάφραση της Καινής Διαθήκης από το Μάξιμο Καλλιπολίτη στη λαϊκή γλώσσα, τονίζοντας τη σημασία της μετάφρασης των Ευαγγελίων για το φωτισμό του ποιμνίου.











Ο Άγιος Κύριλλος Λούκαρις, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως
Ο πολύτλας Ιερομάρτυς Κύριλλος ο Λούκαρις γεννήθηκε στον Χάνδακα της Κρήτης στις 13 Νοεμβρίου 1572 μ.Χ. «ἐκ γονέων περιφανῶν ἐλευθέρων, ἔν τε τῇ Πολιτείᾳ καὶ τῇ Ἐκκλησίᾳ περιβλέπτων» και κατά το άγιο Βάπτισμα πήρε το όνομα Κωνσταντίνος. Ο πατέρας του, Στέφανος, ήταν Ιερέας και διδάσκαλός του και υπήρξε ο Ιερομόναχος Μελέτιος ο Βλαστός.
Μετά την εγκύκλια εκπαίδευση ο Κύριλλος μετέβη στη Βενετία (1584 μ.Χ.) για ευρύτερη μόρφωση. Εκεί συνάντησε τον Επίσκοπο Κυθήρων Μάξιμο τον Μαργούνιο, ο οποίος τον ανέλαβε κάτω από την προστασία του και χρημάτισε καθηγητής του. Το 1588 μ.Χ. αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Κρήτη, λόγω οικονομικών προβλημάτων της οικογενείας του, αλλά μετά από ένα χρόνο επέστρεψε στην Ιταλία και γράφτηκε στο περίφημο Παταβινό Πανεπιστήμιο, όπου διδάχθηκε Φιλοσοφία και Θεολογία.
Τελειώνοντας τις σπουδές στην Εσπερία επέστρεψε στην Κρήτη (1592 μ.Χ.) και εκάρη Μοναχός στη Μονή της Αγκαράθου. Στη μετάνοιά του παρέμεινε ελάχιστο χρονικό διάστημα, γιατί το επόμενο έτος τον κάλεσε στην Αίγυπτο ο συγγενής του, Άγιος Μελέτιος ο Πηγάς, Πατριάρχης Αλεξανδρείας, ο οποίος τον χειροτόνησε Διάκονο και Πρεσβύτερο και τον ονόμασε Πρωτοσύγκελλό του.
Το έτος 1593 μ.Χ. εστάλη από τον Άγιο Μελέτιο στην Πολωνία για να στηρίξει το από τις επιθέσεις της Ουνίας χειμαζόμενο Ορθόδοξο ποίμνιο. Εκεί εργάστηκε με ζήλο για τρία χρόνια και κινδύνευσε να συλληφθεί και να θανατωθεί κατά τον διωγμό που εξαπέλυσε ο βασιλιάς Σιγισμούνδος εναντίον των Ορθοδόξων. Το 1559 μ.Χ. ως «Μέγας Ἀρχιμανδρίτης καὶ Ἔξαρχος» απεστάλη και πάλι από τον Μελέτιο Πηγά, τότε Επιτηρητή του Οικουμενικού Θρόνου, στην Πολωνία για εκκλησιαστική υπηρεσία. Παράλληλα είχε την εντολή να περάσει από την Κρήτη και τη Χίο για να αντιμετωπίσει την προπαγάνδα των Ιησουϊτών. Από την Πολωνία μετέβη στις Παραδουνάβιες χώρες (1601 μ.Χ.), για να στηρίξει και εκεί την Ορθοδοξία. Ενώ βρισκόταν στο Ιάσιο έλαβε επιστολή του Μελετίου, που τον καλούσε να επανέλθει στην Αλεξάνδρεια για να του αφήσει τις τελευταίες υποθήκες και να του παραδώσει τον Θρόνο.
Μετά την κοίμηση του Αγίου Μελετίου (13-9-1601 μ.Χ.), ο Κύριλλος εξελέγη Πατριάρχης Αλεξανδρείας σε ηλικία 29 ετών. Αμέσως συγκάλεσε τοπική Σύνοδο στο Κάϊρο και καταδίκασε τους Λατίνους, οι οποίοι είχαν προσεταιριστεί τους Κόπτες με σκοπό να καταστρέψουν το Ορθόδοξο Πατριαρχείο. Στις αρχές του 1605 μ.Χ. έφτασε στην Κύπρο, ύστερα από πρόσκληση των Χριστιανών, για να βοηθήσει την τοπική Εκκλησία που σπαρασσόταν από εσωτερικές έριδες και μάχες και κατόρθωσε να ειρηνεύσει τα πράγματα. Το 1608 μ.Χ. μετέβη στα Ιεροσόλυμα, για τη χειροτονία του Ιεροσολύμων Θεοφάνους, και από ‘κει στη Δαμασκό. Επανήλθε στην Αλεξάνδρεια και επιδόθηκε με ζήλο στο κήρυγμα του θείου λόγου. Προχώρησε στη συντήρηση των Πατριαρχικών κτηρίων και Ναών και οικοδόμησε νέους, ενώ παράλληλα φρόντισε να απαλλάξει το Πατριαρχείο από τα χρέη του.
Το Φεβρουάριο του 1612 μ.Χ., ενώ βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη, εξελέγη «Επιτηρητής» του Οικουμενικού Θρόνου, αλλά παραιτήθηκε, επειδή κάποιοι Αρχιερείς φατρίασαν εναντίον του προκαλώντας μεγάλη σύγχυση στην Εκκλησία. Αναχώρησε για το Άγιο Όρος και από εκεί για τη Βλαχία, όπου παρέμεινε τέσσερα χρόνια, διδάσκοντας τον λαό και αγωνιζόμενος κατά της Ουνίας. Πριν την αναχώρησή του από τη Βλαχία εξέδωσε εγκύκλιο (Τόμο) προς τους Ορθοδόξους, με την οποία καταδικάζει τη διδασκαλία των Λατίνων, ελέγχει τους λατινόφρονες Έλληνες τροφίμους της Σχολής του Αγίου Αθανασίου της Ρώμης και συνιστά την απαρασάλευτη εμμονή στην Ορθόδοξη πίστη ως τον μοναδικό τρόπο άμυνας κατά των εχθρών της ευσεβείας.
Για να διαφωτίσει το Ορθόδοξο πλήρωμα, συνέγραψε σε απλή γλώσσα δύο πραγματείες, μία κατά της Αρχής, δηλαδή κατά του πρωτείου του Πάπα Ρώμης, και μία άλλη σε μορφή διαλόγου μεταξύ Φιλαλήθους και Ζηλωτού, με την οποία εξέθεσε τις σατανικές μεθόδους που χρησιμοποιούσαν οι Ιησουΐτες για να προσηλυτίσουν τους Ορθοδόξους.
Φεύγοντας από τη Βλαχία, επισκέφτηκε πάλι το Άγιο Όρος, και τον Οκτώβριο του 1615 μ.Χ. επέστρεψε στην Αίγυπτο, όπου παρέμεινε, μέχρι την εκλογή του στον Οικουμενικό Θρόνο, ασχολούμενος με το κήρυγμα και την κατήχηση του λαού, αφού στο μεταξύ, χάρη στις άοκνες προσπάθειές του, είχαν εκλείψει τα μεγάλα προβλήματα που ταλαιπωρούσαν τον Αλεξανδρινό Θρόνο.
Μετά τον θάνατο του Πατριάρχου Τιμοθέου του Β’, η Σύνοδος του Πατριαρχείου της Κωνσταντινοπόλεως τον εξέλεξε Οικουμενικό Πατριάρχη (4-11-1620 μ.Χ.), αλλά μετά από δυόμιση χρόνια απομακρύνθηκε από τον Θρόνο (Απρίλιος 1623 μ.Χ.), κατηγορούμενος ότι προετοίμαζε επανάσταση των ελληνικών νησιών, και σιδηροδέσμιος εξορίστηκε στη Ρόδο. Ο νέος Πατριάρχης Άνθιμος έστειλε εκεί Αρχιερείς με σκοπό να τον πείσουν να υποβάλει κανονική παραίτηση. Εκείνος όμως απέρριψε την πρόταση και, με διαταγή του Μεγάλου Βεζύρη, επέστρεψε στη Βασιλεύουσα (Σεπτέμβριος 1623 μ.Χ.), όπου έγινε θριαμβευτικά δεκτός από τους Χριστιανούς. Πολλοί κατέφθαναν στον Γαλατά, όπου διέμενε, για να πάρουν την ευλογία του, ενώ οι Αρχιερείς, οι πρόκριτοι και ο λαός ζητούσαν επίμονα την επάνοδό του στον Θρόνο. Ο Πατριάρχης Άνθιμος αναγκάστηκε να παραιτηθεί και στον Θρόνο επανήλθε ο Κύριλλος (2-10-1623 μ.Χ.). Η αποκατάστασή του έγινε αφορμή γενικής χαράς των Ορθοδόξων, οι οποίοι στο πρόσωπό του έβλεπαν τον γνήσιο και αληθινό ποιμένα και Πατριάρχη τους.
Οι πολέμιοι του Πατριάρχου βρήκαν πειθήνιο όργανό τους τον Βεροίας Κύριλλο Κονταρή, ο οποίος εγκαταστάθηκε στην Πόλη (1632 μ.Χ.) και άρχισε να συκοφαντεί τον Πατριάρχη, διαδίδοντας στους κυβερνητικούς κύκλους ότι βρισκόταν σε μυστική επικοινωνία με τους εχθρούς της Υψηλής Πύλης και ότι συνωμοτούσε εναντίον της. Οι συκοφαντίες έγιναν αποδεκτές, ο Πατριάρχης απομακρύνθηκε αλλά, λόγω της γενικής αγανακτήσεως, μετά από επτά ημέρες επανήλθε στον Θρόνο. Παρά ταύτα οι πολέμιοί του δεν έπαυσαν ούτε στιγμή να εργάζονται για την απομάκρυνσή του. Καταβάλλοντας μεγάλα χρηματικά ποσά στους Τούρκους, κατόρθωσαν να τον εξορίσουν στην Τένεδο (7-5-1634 μ.Χ.) και να ανεβάσουν στον Θρόνο τον Θεσσαλονίκης Αθανάσιο Πατελλάρο. Η παρανομία όμως δεν είχε μεγάλη διάρκεια, γιατί μετά ένα μήνα απομακρύνθηκε ο Αθανάσιος και ο Κύριλλος επανήλθε θριαμβευτικά στον Θρόνο.
Οι συνεχείς αποτυχίες να απομακρυνθεί ο Πατριάρχης Κύριλλος και να εγκατασταθεί άλλος της αρεσκείας τους δεν απογοήτευσαν τους εχθρούς του. Αντίθετα τούς έκαναν σκληρότερους στην πολεμική τους και εφευρετικότερους στις μεθοδεύσεις τους. Πάλι, (Μάρτιος 1635 μ.Χ.), οι Ιησουΐτες κινήθηκαν εναντίον του και, δίνοντας άφθονα χρήματα, κατόρθωσαν να επιτύχουν την απομάκρυνσή του και την άνοδο στο Θρόνο του Κονταρή, ο οποίος συνέλαβε και περιόρισε τον γέροντα πλέον Πατριάρχη.
Σύμφωνα με έγγραφο του Αυστριακού Πρεσβευτή Schmidt, ο Κονταρής και η συμμορία του σκεφτόταν να τυφλώσουν ή να δηλητηριάσουν τον Κύριλλο. Ο Schmidt σκέφτηκε να τον κρατήσει φυλακισμένο στην αυστριακή πρεσβεία, αλλά φοβήθηκε μήπως οι φωνές του τραβήξουν την προσοχή των Ελλήνων γειτόνων. Με πρόταση του πρεσβευτή αποφασίστηκε να ακολουθήσουν τις αποφάσεις του Συμβουλίου της ρωμαϊκής Προπαγάνδας για τον Πατριάρχη και να ναυλωθεί πλοίο με έμπιστο πλήρωμα, στο οποίο θα επιβιβαζόταν για να μεταφερθεί δήθεν εξόριστος στη Ρόδο. Ο πλοίαρχος είχε εντολή να προσεγγίσει το πρώτο πειρατικό πλοίο που θα συναντούσε, και επί τη βάσει εγγράφων της αυστριακής πρεσβείας θα παρέδιδε τον Κύριλλο για να μεταφερθεί στη Μάλτα. Στην Κωνσταντινούπολη θα κυκλοφορούσε η φήμη ότι Μελιταίοι αιχμαλώτισαν το πλοίο, στο οποίο επέβαινε ο Πατριάρχης, και ότι τον μετέφεραν στο νησί τους.
Ύστερα από πολλές διαπραγματεύσεις και αναβολές, βρέθηκε το πλοίο και το πλήρωμα και δόθηκαν τα έγγραφα της αυστριακής Πρεσβείας στον Μητροπολίτη, ο οποίος θα συνόδευε τον αιχμάλωτο Πατριάρχη, αλλά η ολλανδική Πρεσβεία κατόρθωσε με κατάσκοπο να μάθει τα τεκταινόμενα. Το πλήρωμα εξαγοράστηκε και οδήγησε το πλοίο στη Χίο, όπου βρισκόταν ο διοικητής της Ρόδου, Μπεκήρ Πασάς, φίλος του Πατριάρχου, ο οποίος τον πήρε υπό την προστασία του στη Ρόδο, όπου και παρέμεινε μέχρι τα μέσα του 1636 μ.Χ., οπότε και επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη. Επανήλθε στον Θρόνο τον Μάρτιο του 1637 μ.Χ.. Βρισκόταν ήδη σε προχωρημένη ηλικία και μπορούσαν οι πολέμιοί του να περιμένουν τον φυσικό θάνατό του για να εφαρμόσουν τα σχέδιά τους. Επειδή όμως αυτός εξακολουθούσε να αγωνίζεται υπέρ της Ορθοδοξίας, οι Ιησουΐτες πείστηκαν ότι ήταν ακατάβλητος «ὁ μέγας γέρων» και γι’ αυτό αποφασίστηκε να επιδιωχθεί με κάθε μέσο ο θάνατός του.
Νέες ενέργειες των εχθρών του απέδωσαν το αποτέλεσμα που προσδοκούσαν. Τον Ιούνιο του 1638 μ.Χ. ο Schmidt που βρισκόταν σε διαρκή συνεννόηση με την Προπαγάνδα, κατόρθωσε να απομακρύνει τον Κύριλλο από τον Θρόνο προβάλλοντας την κατηγορία στις τουρκικές αρχές ότι προετοιμάζει επίθεση των Ρώσων κατά της Κωνσταντινουπόλεως και επανάσταση των Ελλήνων. Ο Σουλτάνος Μουράτ που βρισκόταν στην εκστρατεία κατά της Βαγδάτης, αποδέχθηκε τις κατηγορίες και με την εισήγηση του Μεγάλου Βεζύρη, Μπαϊράμ πασά, διέταξε να τον θανατώσουν.
Ο Κύριλλος συνελήφθη από απόσπασμα τσαούσηδων (χωροφυλάκων) στις 22 Ιουνίου και φυλακίστηκε στο φρούριο Ρούμελη Χισσάρ, όπου στις 27 Ιουνίου 1638 μ.Χ. έφτασαν 15 Γενίτσαροι και άλλοι ανώτεροι κρατικοί υπάλληλοι. Τον παρέλαβαν και, επιβιβάζοντάς τον σε ένα πλοιάριο, τον μετέφεραν στην παραλία του Αγίου Στεφάνου, όπου τον θανάτωσαν με στραγγαλισμό. Ο λαός πληροφορήθηκε την επομένη ημέρα τον θάνατό του και εξεγέρθηκε εναντίον του Κονταρή, ο οποίος όμως προσποιήθηκε ότι δεν είχε γνώση των πραγμάτων. Το σώμα του τάφηκε πρόχειρα στην άμμο του αιγιαλού, αλλά μετά τρεις μέρες άνθρωποι του Κονταρή το ξέθαψαν και το πέταξαν στη θάλασσα για να μη βρεθεί από τους Χριστιανούς. Βρέθηκε όμως από κάποιους αλιείς ή, σύμφωνα με άλλους, από Χριστιανούς που το αναζήτησαν, και μεταφέρθηκε κρυφά και ενταφιάστηκε στη Μονή του Αγίου Ανδρέα, στην ομώνυμη νησίδα του κόλπου της Νικομήδειας.
Μετά από τρία χρόνια, το 1641 μ.Χ., ο Οικουμενικός Πατριάρχης Παρθένιος ο Α’ ο Γέρων (1639 – 1644 μ.Χ.) μερίμνησε για την ανακομιδή και μεταφορά των λειψάνων του στο Πατριαρχείο και, αφού «ἔψαλλεν αὐτά», έδωσε εντολή να μεταφερθούν στη Μονή Καμαριωτίσσης της Χάλκης και να τοποθετηθούν στο ιερό Βήμα του Καθολικού της Μονής, κάτω από την αγία Τράπεζα. Από εκεί μετακομίστηκαν στο Πατριαρχικό Σκευοφυλάκιο και το 1975 μ.Χ. αποδόθηκαν στην Ιερά Μονή Αγκαράθου, όπου φυλάσσονται σήμερα.
Ο Ιερομάρτυς Πατριάρχης Κύριλλος αμέσως μετά τον μαρτυρικό θάνατό του τιμήθηκε ως Άγιος και Μάρτυς, ο δε Όσιος Ευγένιος ο Αιτωλός συνέταξε και Ακολουθία για να εορτάζεται η μνήμη του. Η επίσημη Αγιοκατάταξή του έγινε από την Ιερά Σύνοδο του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας την 6η Οκτωβρίου 2009 μ.Χ..
Απολυτίκιο
«Τὸν φωστῆρα τῆς Κρήτης, ᾿Αγκαράθου τὸν ὄρπηκα, τῆς Ἀλεξανδρείας ποιμένα, Βυζαντίου τὸν πρόεδρον, τὸν θεῖον δεῦτε Κύριλλον πιστοί, ὡς πρόμαχον τῆς πίστεως στεῤῥόν, καὶ Μαρτύρων θεοδόξαστον κοινωνόν, τιμήσωμεν ἐκβοῶντες· Δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ θαυμαστώσαντι, δόξα τῷ ἐν ὑψίστοις εὐκλεῶς, δοξάσαντί σε ῞Αγιε».
https://www.exapsalmos.gr/2022/06/27/o-agios-kyrillos-loukaris-patriarchis-konstantinoupoleos/AP
13 Ιουνίου, 2017
Η ΡΩΣΙΑ ΕΠΙΣΗΜΑ ΠΑΡΑΔΕΧΕΤΑΙ ΟΤΙ Η ΣΛΑΒΙΚΗ ΚΑΙ Η ΡΩΣΙΚΗ ΠΡΟΗΛΘΑΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ !
στην οικογένεια των Ινδοευρωπαϊκών γλωσσών. Στη διαμόρφωση της
καθοριστικό ρόλο έπαιξαν οι μοναχοί Κύριλλος και Μεθόδιος από τη
Θεσσαλονίκη, καθώς και ο Αγιορείτης μοναχός Μάξιμος ο Γραικός, με τη
δημιουργία του ρωσικού αλφάβητου τον 9ο αιώνα με σκοπό τη διάδοση της
Αγίας Γραφής στους σλαβόφωνους.
Το ρωσικό αλφάβητο προέρχεται από το Κυριλλικό -μια παραλλαγή του ελληνικού (βυζαντινού)- και αποτελείται από 33 γράμματα: 21 σύμφωνα και
10 φωνήεντα, καθώς και από το “μαλακό” και το “σκληρό” σημείο, που αν
και δεν αποτελούν από μόνα τους φωνήματα, καθορίζουν τις ιδιότητες των
γραμμάτων που προηγούνται.
Σημαντικό ρόλο στην εξέλιξή της ρωσικής γλώσσας έπαιξε ο μεγάλος Ρώσος
διαφωτιστής και επιστήμονας Μιχαήλ Λομονόσωφ (1711 – 1765) ο οποίος
καθιέρωσε τη χρήση της στη λογοτεχνία και στα γράμματα. Στη αρχή του
19ου αιώνα, ο μεγάλος Ρώσος ποιητής Αλεξάντρ Πούσκιν κατάφερε να
εκσυγχρονίσει τη ρωσική γλώσσα, σταθεροποιώντας και καθορίζοντας τους
γραμματικούς και συντακτικούς της κανόνες. Ο ίδιος είχε πει
χαρακτηριστικά : «Η ελληνική γλώσσα χάρισε στη σλαβική τους νόμους της
δικής της καλομελετημένης γραμματικής, τους θαυμάσιους τρόπους της, τη
μεγαλόπρεπή ροή του λόγου, με άλλα λόγια, την υιοθέτησε απαλλάσσοντάς
την έτσι από τις αργές χρονοβόρες βελτιώσεις».
Πηγή: Ο Κύριλλος και ο Μεθόδιος διχάζουν Ρωσία, Σκόπια και Βουλγαρία: Ελληνική η «καταγωγή» της ρωσικής γλώσσας http://mignatiou.com/2017/06/o-kirillos-ke-o-methodios-dichazi-ti-rosia-me-ta-skopia-ke-ti-voulgaria-elliniki-i-katagogi-tis-rosikis-glossas/







