Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κυριλλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κυριλλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

19 Σεπτεμβρίου, 2026

ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ


     Ο πατήρ ημών Κύριλλος γεννήθηκε πιθανώς στα Ιεροσόλυμα περί το 315, από γονείς ευσεβείς και ορθόδοξους. Χειροτονήθηκε πρεσβύτερος από τον αρχιεπίσκοπο άγιο Μάξιμο [1], ο οποίος τον επιφόρτισε με την κατάρτιση των κατηχουμένων. Άνθρωπος ειρήνης, ταπεινός και πράος, αφιερώθηκε περισσότερο στη ψυχική ωφέλεια και οικοδόμηση των πιστών, απερίσπαστος από τις ατελείωτες δογματικές διαμάχες και αντιπαραθέσεις που ταλάνιζαν την Εκκλησία μετά τη Σύνοδο της Νικαίας (325)· απέφευγε με βαθιά διάκριση να μεταχειρίζεται τον όρο «ομοούσιος» [2], αλλά συμμεριζόταν πλήρως την ορθόδοξη Πίστη. Αυτή του η επιφύλαξη έκανε τους οπαδούς του Αρείου (256-336) να πιστέψουν ότι ήταν με το μέρος τους και, όταν μετά τον θάνατο του Μαξίμου (347) εξελέγη ο Κύριλλος από τον λαό για να τον διαδεχθεί, ο αρειόφρων Ακάκιος, μητροπολίτης της Καισαρείας της Παλαιστίνης, από τον οποίο εξαρτώταν τότε τα Ιεροσόλυμα [3], ενέκρινε την εκλογή και τον χειροτόνησε. Γρήγορα όμως αναγνώρισε πικραμένος το μοιραίο λάθος του [4], γιατί ο νέος επίσκοπος δίδασκε περίτρανα την ορθόδοξη διδασκαλία για τη Θεότητα του Λόγου του Θεού, ερμηνεύοντας με εκπληκτική ενάργεια το Σύμβολο της Πίστεως στους κατηχουμένους στις «Κατηχήσεις» του [5]. Σαν καλός Ποιμήν, διοικούσε σοφά την αγία Πόλη, η οποία χάρις στα έργα ανοικοδόμησης που είχε αναλάβει ο Μέγας Κωνσταντίνος (272-337) [21 Μαΐου], επανακτούσε βαθμιαία το κλέος της και προσείλκυε μεγάλο αριθμό προσκυνητών από τα πέρατα του χριστιανικού κόσμου.

     Το 351 υπήρξε μάρτυς, όπως και όλοι οι κάτοικοι των Ιεροσολύμων, της θαυματουργικής εμφάνισης ενός πελώριου φωτεινού Σταυρού στον ουρανό, από τον Γολγοθά μέχρι το Όρος των Ελαιών, και έγραψε στον αυτοκράτορα Κωνστάντιο (317-361) για να τον ενημερώσει [6]. Συνέβαλε επίσης στην οργάνωση εορτών και λιτανειών στους Αγίους Τόπους, οι οποίες έγιναν αφετηρία πολλών εορτών της Εκκλησίας. Μερικά χρόνια αργότερα, υπέβαλε στον μητροπολίτη Καισαρείας έγγραφη αναφορά, απαιτώντας την αναγνώριση των αποστολικών προνομίων της Εκκλησίας Ιεροσολύμων, τα οποία οι Πατέρες της Συνόδου της Νικαίας είχαν αναγνωρίσει χωρίς όμως να καθορίσουν με ακρίβεια. Τούτη η απαίτηση προκάλεσε τη μανία και το μίσος του Ακακίου ο οποίος, με πρόσχημα ότι ο Κύριλλος σε καιρό σιτοδείας είχε πουλήσει τα ιερά σκεύη και τον λειτουργικό στολισμό της βασιλικής της Αναστάσεως για να δώσει τροφή στους απόρους, τον κάλεσε σε εκκλησιαστικό δικαστήριο με σκοπό να τον καταδικάσει. Καθώς ο Κύριλλος δεν ανταποκρινόταν στις επανειλημμένες προσκλήσεις του, τον καθαίρεσε και τον έδιωξε βιαίως από τα Ιεροσόλυμα, τοποθετώντας στη θέση του έναν αρειανόφρονα. Ο άγιος Κύριλλος άσκησε έφεση, ζητώντας η υπόθεση να παραπεμφθεί σε ανώτερη εκκλησιαστική αρχή και, εν αναμονή της αποφάσεως, κατέφυγε στην Ταρσό της Κιλικίας, κοντά στον επίσκοπο Σιλβανό. Παρά τις απειλές του Ακακίου, ο Σιλβανός τον υποδέχθηκε αδελφικά και του ζήτησε να κηρύξει στον λαό, ο οποίος τον άκουγε ενθουσιασμένος και εκστατικός ως άλλον απόστολο.


     Η Σύνοδος που συνεκλήθη στη Σελεύκεια το 359 αποκατέστησε τον Κύριλλο και καθαίρεσε τον Ακάκιο. Η απόφαση όμως δεν πρόλαβε να εκτελεστεί, γιατί ο μητροπολίτης Καισαρείας, σπεύδοντας στην Κωνσταντινούπολη, άσκησε πίεση στον αυτοκράτορα Κωνστάντιο να ακυρώσει την απόφαση της Συνόδου και κανόνισε να επικυρωθεί η καθαίρεση του Κυρίλλου από ψευδοσύνοδο αρειανοφρόνων επισκόπων (360).

     Όταν λίγο αργότερα ανήλθε στην εξουσία ο Ιουλιανός ο Παραβάτης, ο άγιος Κύριλλος επωφελήθηκε από τα μέτρα ανεξιθρησκείας που έλαβε προετοιμάζοντας την αποκατάσταση της ειδωλολατρείας και επέστρεψε στην έδρα του καθώς και όλοι οι επίσκοποι που είχαν εξοριστεί επί Κωνσταντίου. Εκεί, όμως, ήρθε αντιμέτωπος με νέες δοκιμασίες. Με την προτροπή του αυτοκράτορα, οι ειδωλολάτρες της Γάζας εξεγέρθηκαν κατά των χριστιανών, προκαλώντας πολλά θύματα, ενώ κατέστρεψαν τη Μονή του Αγίου Ιλαρίωνος [21 Οκτ.] διασκορπίζοντας τους μοναχούς. Καθώς ο Ιουλιανός ήθελε να αποδείξει ότι ήταν ασύστατες οι προφητείες του Χριστού σχετικά με την οριστική κατάλυση του Ναού στα Ιεροσόλυμα (πρβλ. Ματθ. 24, 2), που κατεστράφη από τους Ρωμαίους επί βασιλείας Τίτου, επέτρεψε στους Εβραίους να τον ανοικοδομήσουν. Όμως, σύμφωνα με την πρόρρηση του αγίου Κυρίλλου, τα έργα σταμάτησαν ξαφνικά εξαιτίας τρομερού σεισμού, ο οποίος συγκλόνισε συθέμελα τον αρχαίο Ναό, ενώ το πυρ που έβγαινε από τα έγκατα της γης κατέκαυσε κάποιους εργάτες και άλλους τραυμάτισε, δείχνοντας σε όλους ολοφάνερα τα σημεία της θείας οργής.

     Μετά τον θάνατο του Ιουλιανού (363) και αφού η κατάσταση ειρήνευσε, ο Κύριλλος ανέλαβε ξανά το ποιμαντικό του έργο και μετά τον θάνατο του Ακακίου ενθρόνισε επίσκοπο τον ανιψιό του, στη θέση του μητροπολίτου Καισαρείας. Με τις ραδιουργίες τους, όμως, οι οπαδοί του Αρείου ζήτησαν από τον Ουάλεντα (364-378) να εκθρονίσει τον άγιο επίσκοπο Ιεροσολύμων και να τον καταδικάσει εκ νέου σε εξορία, καθώς και όλους τους άλλους επισκόπους που είχαν εξοριστεί επί Κωνσταντίου (367). Όταν πέθανε ο Ουάλης, ο άγιος Κύριλλος ανέκτησε την επισκοπή του, ύστερα από δώδεκα χρόνους απουσίας, ανακάλυψε όμως με οδύνη ότι ορισμένοι ορθόδοξοι, επηρεασμένοι από τις συκοφαντίες των αρειανοφρόνων, αρνούνταν να τον δεχτούν ως νόμιμο επίσκοπό τους και να έχουν κοινωνία μαζί του. Για τον λόγο αυτό η Σύνοδος της Αντιοχείας (379) απέστειλε τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης [10 Ιαν.] για να αποκαταστήσει την ειρήνη στα Ιεροσόλυμα. Αποτυγχάνοντας ο άγιος Γρηγόριος, αποσύρθηκε αποθαρρημένος και θλιμμένος, αφήνοντας τον άγιο Κύριλλο να αντιμετωπίσει μόνος, με πίστη και ελπίδα, τις διαιρέσεις στον οίκο του Θεού. Ο άγιος συμμετείχε στην Β΄ Οικουμενική Σύνοδο (381) που συγκάλεσε ο αυτοκράτωρ Θεοδόσιος (347-395) και συνέβαλε στην οριστική καταδίκη του αρειανισμού και των ποικίλων παραφυάδων του. Περατώνοντας τις συνεδρίες της η Σύνοδος αναγνώρισε πανηγυρικά τους αγώνες του επισκόπου Ιεροσολύμων υπέρ της Ορθοδοξίας. Επιστρέφοντας στην πόλη του ο άγιος Κύριλλος μπόρεσε για λίγο καιρό να απολαύσει την ειρήνη που είχε αποκαταστήσει με τόσους κόπους και εκοιμήθη το 386, ύστερα από τριάντα πέντε έτη επισκοπείας, από τα οποία πέρασε τα δεκαέξι εξόριστος.


     Ο άγιος Κύριλλος, παρεξηγημένος από τους αβαθείς ορθόδοξους για τη μη χρήση του όρου «ομοούσιος» αλλά κατ’ ουσίαν σταθερός αντίπαλος των αρειανών, εξαιτίας της ομολογουμένης αντιθέσεώς του προς αυτούς, παρέμεινε στη ζωή του σε ένα ευλογημένο και καρποφόρο «περιθώριο». Αυτή του η «περιθωριοποίηση» όμως, του έδωσε τη δυνατότητα, τις προϋποθέσεις και τις ιδιαίτερες συνθήκες να εργαστεί ουσιαστικότερα και σε βάθος, δίνοντας όλες του τις δυνάμεις και τα χαρίσματα στην τελειότερη οργάνωση του ποιμαντικού και κατηχητικού του έργου, πράγμα που απέδωσε πολλούς καρπούς στην Εκκλησία και του προσέδωσε τον τίτλο του Πατρός της Εκκλησίας και του προσάρτησε τη μοναδική επωνυμία του Κατηχητού, καταγράφοντάς τον στην εκκλησιαστική ιστορία με το όνομα: «Κύριλλος, ἐπίσκοπος Ἱεροσολύμων, ὁ Κατηχητής». Τις συκοφαντικές διαδόσεις περί του σεπτού προσώπου του αγίου διαλεύκανε μια για πάντα η Σύνοδος της Κωνσταντινουπόλεως του 381, η οποία με συνοδική της απόφαση αποκατάστησε την αλήθεια, αποκαλώντας τον άγιο Κύριλλο μεγάλο αγωνιστή κατά των αρειανών: «Τῆς δέ γε μητρὸς ἁπασῶν τῶν Ἐκκλησιῶν τῆς ἐν Ἱεροσολύμοις, τὸν αἰδεσιμώτατον καὶ θεοφιλέστατον Κύριλλον, ἐπίσκοπον εἶναι γνωρίζομεν, κανονικῶς παρὰ τῶν τῆς ἐπαρχίας χειροτονηθέντα πάλαι, καὶ πλεῖστα πρὸς τοὺς ἀρειανοὺς ἐν διαφόροις τόποις ἀθλήσαντα» [7].

     Εκείνο που ιδιαίτερα χαρακτηρίζει την προσωπικότητα του αγίου Κυρίλλου είναι η τέλεια εναρμόνιση θεολογίας και ζωής. Η ευαίσθητη και θεωρητική φύση του, δουλεμένη πρακτικά στις αναμετρήσεις της σκληρής καθημερινότητας και στη δεκαεξάχρονη περίπου θητεία του στην εξορία, του χάρισαν σπάνια ισορροπία των στοιχείων της προσωπικότητάς του, που έγινε εμφανής κυρίως στην μετέπειτα ποιμαντική διακονία του, η οποία ήταν πλήρης διακρίσεως, σοφίας, ορθοδοξίας και ορθοπραξίας, και αποτέλεσε κυριολεκτικά προβολέα της όλης του προσωπικότητας. Ο σύγχρονος μελετητής της ζωής και του έργου του αγίου Κυρίλλου, θα διακρίνει εύκολα στις «Κατηχήσεις» του, τη μεγάλη Πατερική προσωπικότητα, η οποία εδράζεται στην ορθοδοξία και εκφράζεται στην ορθοπραξία, στην οποία δόγμα και ζωή συνυπάρχουν, αλληλοπεριχωρούνται και «μελωδοῦν ἐν μέσῳ τῆς Ἐκκλησίας, μέλος ἐναρμόνιον θεολογίας».

     Όπως προαναφέρθηκε, ο άγιος Κύριλλος εκοιμήθη την 18 Μαρτίου του 386, ημέρα την οποία η Ορθόδοξη Εκκλησία (παραδόξως και η Ρωμαιοκαθολική) αφιέρωσαν την τιμή της μνήμης του. Στο Απολυτίκιο και το Κοντάκιο της εορτής του, ο ορθόδοξος υμνογράφος κατέγραψε με σεμνότητα, ποιητική λιτότητα και θεολογική ακρίβεια όλο το πνευματικό κάλλος του αγίου Πατρός και σκιαγράφησε την πολυτάλαντη μορφή του, τιτλοφορώντας τον «Στῦλο τῆς Πίστεως», του οποίου ο «φωσφόρος λόγος ἔσχε κῦρος οὐράνιον».


—ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ—
[1]  Μνημονεύεται στις 5 Μαΐου στη λατινική Εκκλησία.
[2]  Πρβλ. τη μνήμη του αγίου Αθανασίου [18 Ιαν. και 2 Μαΐου].    
[3]  Υποβιβασμένη σε απλή κωμόπολη μετά την καταστροφή της από τους Ρωμαίους και αφού η χριστιανική της κοινότητα διασκορπίσθηκε την εποχή των διωγμών, η Ιερουσαλήμ, ονομαζομένη Αίλια Καπιτωλίνα, υπήχθη εκκλησιαστικά στην Καισάρεια, διοικητική πρωτεύουσα της Παλαιστίνης.  
[4]  Όπως λίγο αργότερα οι οπαδοί του Αρείου που ευνοούσαν την εκλογή του αγίου Μελετίου Αντιοχείας [12 Φεβρ.].    
[5]  Οι «Κατηχήσεις» του, των οποίων υπάρχουν διάφορες εκδόσεις, παραμένουν μία από τις καλύτερες εκθέσεις της ορθοδόξου Πίστεως και σπουδαία μαρτυρία για τη γνώση της λειτουργικής ζωής της αρχαίας Εκκλησίας. Εκφωνήθηκαν κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, της προπαρασκευαστικής περιόδου εν όψει του αγίου Βαπτίσματος, και περιλαμβάνουν μία «Προκατήχηση», δεκαοχτώ «Κατηχήσεις» των φωτιζομένων που επεξηγούν το Σύμβολο της Πίστεως και τα θεμέλια της ορθοδόξου Πίστεως, και πέντε «Μυσταγωγικές Κατηχήσεις», που προορίζονταν για τους νεόφυτους που μόλις είχαν βαπτισθεί το Πάσχα, στις οποίες ο επίσκοπος εξηγεί την τελετή του Βαπτίσματος και της Ευχαριστίας. Νεοελληνική μετάφραση στη σειρά ΕΠΕ, Θεσσαλονίκη 1994, και από την Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου, Καρέα Αττικής, 1991.    
[6]  Το θαύμα αυτό μνημονεύεται στις 7 Μαΐου.
[7]  Θεοδ. Εκκλ. Ιστ. 5, 9· PG 82, 1217C.



—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος γ΄. Τὴν ὡραιότητα.
Στολὴν τὴν ἔνθεον, ἀμφιασάμενος, στῦλος ὁλόφωτος, ὤφθης τῆς πίστεως, τῶν Ἀποστόλων ἐν Σιών, τὴν χάριν κεκληρωμένος· ὅθεν ἐνδιέπρεψας, εὐσεβείας τοῖς δόγμασι, καὶ πιστῶς ἐσκόρπισας, τῆς σοφίας τὸ τάλαντον. Καὶ νῦν ὑπὲρ ἡμῶν ἐκδυσώπει, Κύριλλε Πάτερ Ἱεράρχα.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος γ΄. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Φερωνύμως γέγονε, τῇ τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίᾳ, ὁ φωσφόρος λόγος σου, κῦρος οὐράνιος Πάτερ· γνῶσιν γάρ, τῆς ἀληθείας σοφῶς διδάσκων, ἔλλαμψιν, ἠθῶν ὁσίων καθυπογράφεις, καὶ παθῶν βραβεύεις λύσιν, τῇ σῇ πρεσβείᾳ, θεόφρον Κύριλλε.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Ἔλλαμψιν πλουτήσας τὴν μυστικήν, ἐν Σιὼν τῇ θείᾳ, ὡς καθάρας σου τὴν ψυχήν, ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, δαβιτικῶς Ὁσίων, ἐκλάμπεις ὥσπερ λύχνος, παμμάκαρ Κύριλλε.

[ (1) Ιερομονάχου
Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμος 7ος (Μάρτιος),
σελ. 174–177·
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Σωτήρης Γουνελάς,
Εκδόσεις «Ίνδικτος»,
Αθήνα, Φεβρουάριος 20172.
(2) «Κατηχήσεις
Αγίου Κυρίλλου Ιεροσολύμων»,
σελ. 14–17·
Εκδόσεις «Ετοιμασία»
Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου·
Καρέα Αττικής, 1991.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]


Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση των αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.
https://toeilhtarion.blogspot.com/2020/03/blog-post_18.html

23 Ιουλίου, 2026

ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΣ

     Ο άγιος Κύριλλος έμεινε ορφανός σε ηλικία έξι ετών και τη φροντίδα του ανέλαβαν δύο θείοι του. Ο ένας εξ αυτών, που είχε ασπασθεί τη μουσουλμανική θρησκεία, τον έβαλε μαθητευόμενο σε έναν τούρκο υποδηματοποιό. Για να ξεφύγει από την ολέθρια επιρροή του αφεντικού του και αφού πρώτα συμβουλεύθηκε τον άλλο θείο του, που είχε παραμείνει πιστός, συνδέθηκε με Αγιορείτες μοναχούς που είχαν έλθει στη Θεσσαλονίκη και πήγε μαζί τους να βρει καταφύγιο στο Άγιον Όρος. Έγινε δεκτός και εκάρη μοναχός στη Μονή Χιλανδαρίου. Επειδή όμως οι μοναχικοί κανονισμοί δεν επέτρεπαν τη διαμονή αγένειου εφήβου στη μονή, τον έστειλαν σε ένα από τα μετόχια, όπου έζησε σε τέλεια υπακοή. Μετά από οκτώ χρόνια επισκέφθηκε τον θείο του στη Θεσσαλονίκη και του διηγήθηκε πώς είχε ζήσει όλα αυτά τα χρόνια. Την ώρα που ετοιμαζόταν να πάρει το καράβι της επιστροφής και κουβέντιαζε με τον νεαρό εξάδελφό του, συνάντησε τον άλλον θείο του –τον ασεβή– ο οποίος αναγνωρίζοντάς τον ξεσήκωσε αμέσως τον όχλο. Μέσα σε μεγάλη αναταραχή, το πλήθος άρπαξε τον νεαρό μοναχό για να τον οδηγήσει στον κριτή. Αυτός με ύφος μελιστάλαχτο προσπάθησε πρώτα να τον κάνει να αλλαξοπιστήσει. Όταν απέτυχε, πρόσταξε να ρίξουν τον Κύριλλο στη φυλακή, αναβάλλοντας την κρίση για την επόμενη ημέρα. Μετά τη δεύτερη ανάκριση, ο άγιος καταδικάστηκε να καεί ζωντανός στις 6 Ιουλίου του 1566. Φθάνοντας στο Ιπποδρόμιο, κοντά στον Ναό του αγίου Κωνσταντίνου, όπου είχε ετοιμασθεί η πυρά, ύψωσε τα χέρια του στον ουρανό ευχαριστώντας τον Κύριο και ζητώντας να αναλωθεί από τις φλόγες και να φθάσει το γρηγορότερο σ’ Αυτόν. Ο έπαρχος της πόλης έκανε μια τελευταία προσπάθεια υποσχόμενος σ’ αυτόν άλογα, πλούσια ενδύματα και κάθε είδους δώρα, αν αρνιόταν την πίστη του. Ο μάρτυρας αποκρίθηκε ότι καμία από τις απολαύσεις του κόσμου τούτου δεν τον ενδιέφερε πια και ότι γι’ αυτόν όλα τα πράγματα ήσαν λάσπη και καπνός. Πρόσθεσε ότι μόνον ο Χριστός ήταν ο πλούτος του, η ζωή του, η αγάπη του, το παν γι’ αυτόν, και ότι τίποτε πλέον δεν ήταν σε θέση να τον χωρίσει από Εκείνον. Με διαταγή του κριτή ρίχθηκε τότε στην πυρά, που είχε φουντώσει τόσο ώστε ακόμη και τα οστά του αναλώθηκαν. Το 1972, κατά την ανέγερση μιας νέας εκκλησίας στη θέση εκείνης του Αγίου Κωνσταντίνου, βρέθηκε λάρνακα που περιείχε τα απανθρακωμένα οστά του αγίου Κυρίλλου.

[ Ιερομονάχου Μακαρίου

Σιμωνοπετρίτου:

«Νέος Συναξαριστής

της Ορθοδόξου Εκκλησίας».

Τόμ. 11ος (Ιούλιος),

σελ. 72–73.

Διασκευή από τα Γαλλικά:

Ξενοφών Κομνηνός.

Θεώρηση κειμένου:

Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.

Εκδόσεις «Ίνδικτος».

Αθήναι, Ιούνιος 20082.

Επιμέλεια ανάρτησης,

π. Δαμιανός. ]

https://toeilhtarion.blogspot.com/2020/07/blog-post_0.html

04 Απριλίου, 2024

Υπατία η φιλόσοφος Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας και οι συκοφαντίες της AGORA που πουλάνε..


Η αλήθεια για την Υπατία
Ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, έχει κατασυκοφαντηθεί στη Δύση από πολλούς αστήρικτους δήθεν ιστορικούς, και τον τελευταίο καιρό συκοφαντείται ειδικά στην Ελλάδα, από τους ειδωλολάτρες, τους αθεϊστές και ακραίες Προτεσταντικές ομάδες. Όμως η άδικη και κακόβουλη επίθεση κατά του αγίου, θα φανεί από τα στοιχεία που θα παραθέσουμε στη συνέχεια.

Ο άγιος Κύριλλος κατηγορείται από διαφόρους ανιστόρητους ως υπεύθυνος για την απάνθρωπη ΠΟΛΙΤΙΚΗ δολοφονία μας διάσημης φιλοσόφου, που ονομαζόταν Υπατία, το 415 Κ.Χ. Προσπαθούν να τον παρουσιάσουν ως "φονιά" χωρίς καμία απολύτως απόδειξη, απλούστατα γιατί δεν υπάρχει! Δεν θα αγνοήσουμε όμως την πρόκληση αυτή, γιατί αν και δεν υπάρχουν στοιχεία εναντίον τού αγίου Κυρίλλου, ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΥΠΕΡ ΤΟΥ. Θα παραθέσουμε λοιπόν τις ιστορικές αποδείξεις τής περιόδου εκείνης, με τα γεγονότα τής Αλεξάνδρειας γύρω από το φόνο τής Υπατίας.

Εδώ θα γίνει ένα ξεκαθάρισμα των γεγονότων που οδήγησαν στον άδικο χαμό μιας φιλοσόφου, της ονομαστής Υπατίας. Ο φόνος τής Υπατίας, βαρύνει αποκλειστικά τους αυτουργούς του εγκλήματος.

Οι άστοχες «βολές» κάποιων νέο - Εθνικών που θέλουν να μπλέξουν τον Άγιο Κύριλλο σε αυτά τα γεγονότα δεν ευσταθούν ιστορικώς. Το γιατί θα το δείτε παρακάτω. Το δυστυχέστερο πάντως είναι ότι ο χαμός της Υπατίας δεν ήταν ο μόνος εκείνης της περιόδου. Τα πνεύματα ήσαν «αναμμένα» στην Αλεξάνδρεια, σε αυτήν την πόλη που ανακατεύονταν διάφοροι πληθυσμοί με διαφορετικές κουλτούρες. Εθνικοί, Ορθόδοξοι, Μονοφυσίτες, Ιουδαίοι κ.α.

Διάδοχος του Πατριάρχη Θεόφιλου αναγορεύθηκε ο ανεψιός αυτού Κύριλλος, αρχιερέας από το έτος 412 μέχρι του θανάτου του το 444. Από την στιγμή της εκλογής του καταπολέμησε τους εν Αλεξάνδρεια Νοβατιανούς και τους Ιουδαίους (Σωκράτης 7, 7-13). Παρά τα επί Θεοφίλου συμβάντα, στην Αλεξάνδρεια υπήρχαν ακόμη αρκετοί Εθνικοί και στον Κάνωπο. Ο Άγιος Κύριλλος μετακόμισε εκεί (Αμπουκύρ) τα λείψανα των μαρτύρων Κύρου και Ιωάννου και τοποθέτησε αυτά στον υπό του Θεοφίλου ανεγερθέντα ναό των Ευαγγελιστών. Έκτοτε μέγα προσκύνημα απέβη ο ναός αυτός. Εκεί συνεχώς ο Κύριλλος τελούσε την θεία λειτουργία και κήρυττε τον θείο λόγο. Η ειδωλολατρεία εξαφανίστηκε από τον Κάνωπο.

Αλλά στην Αλεξάνδρεια οι Εθνικοί στηρίζονταν στη φιλόσοφο Υπατία, θυγατέρα του φιλοσόφου Θέωνος, που προκαλούσε όλη την προσοχή της πόλεως με την σοφία της. Ο Συνέσιος διαπρεπής επίσκοπος Πτολεμαΐδας έγραφε επιστολές προς αυτήν, μαρτυρώντας τον γενικό θαυμασμό προς την σοφή αυτή γυναίκα. Υπήρχαν όμως και πολλοί Χριστιανοί, που έβλεπαν την Υπατία δυσμενώς. Πολυάριθμοι δε ήταν και οι Ιουδαίοι στην Αλεξάνδρεια και διάφορα μέτρα του Κύριλλου κατ΄ αυτών εύρισκαν αντιμέτωπο τον τότε έπαρχο της Αλεξάνδρειας Ορέστη, ο οποίος διέκειτο εχθρικά προς τον ιεράρχη.

Με υπόδειξη των Ιουδαίων ο Ορέστης συνέλαβε τον γραμματικό Ιέρακα, φίλο του Αγίου Κύριλλου, ως διακείμενο να πράξει στάση του λαού και διέταξε να μαστιγωθεί. Μάταια ο Κύριλλος ειδοποίησε τους προύχοντες των Ιουδαίων να μην προκαλούν τέτοια επεισόδια. Αλλά εκείνοι αποθρασύνθηκαν και την νύχτα προκάλεσαν μεγάλες ταραχές διαδίδοντας την φήμη ότι πυρπολούνταν ο ναός του Αγίου Αλεξάνδρου. Τρέχοντας οι Χριστιανοί να σώσουν τον ναό έπεσαν σε ενέδρα των Ιουδαίων οι οποίοι και φόνευσαν πολλούς. Ο άγιος Κύριλλος την άλλη μέρα κατέσχε τις συναγωγές των Ιουδαίων και βοηθούμενος από τον λαό απέλασε τους Ιουδαίους από την Αλεξάνδρεια δημεύοντας και την περιουσία των πρωτουργών των δολοφονιών έναντι των χριστιανών.

Ο Κύριλλος όπως φαίνεται διενέργησε βάση ειδικών δικαιωμάτων του πάπα Αλεξανδρείας . Αλλά ο έπαρχος Ορέστης διαμαρτυρήθηκε προς τον αυτοκράτορα και μάταια ο Κύριλλος με πρεσβεία και με προσωπική συντυχία ζήτησε να ομιλήσει με τον πρώτον τον Ορέστη  διότι εκείνος δεν τον δεχόταν. Ο Ορέστης αγέρωχα απέκρουε κάθε συνδιαλλαγή τηρώντας συνεχώς στάση εχθρικότατη προς τον Κύριλλο.

Πολλοί από τους μοναχούς της Νιτρίας εξ αλόγου ζήλου κινούμενοι ήλθαν στην Αλεξάνδρεια να υπερασπίσουν τον επίσκοπο κατά του έπαρχου. Μια μέρα αφού τον επισκέφτηκαν άρχισαν να τον αποκαλούσαν ειδωλολάτρη, αλλά εκείνος αποδιδοντας την επίθεση στον Κύριλλο έλεγε διαμαρτυρόμενος ότι βαπτίστηκε στην Κων/πολη από τον πατριάρχη Αττικού.

Ένας εκ των μοναχών ο Αμμώνιος έρριψε μια πέτρα στο κεφάλι του Ορέστη τραυματίζοντάς τον και προκαλώντας πανικό των παρευρισκομένων. Αλλά μετά από λίγο ο Αμμώνιος συλλαμβάνεται βασανίζεται και στην ανάκριση πεθαίνει. Ο Κύριλλος πήρε τον Αμμώνιο και τον ονόμασε μάρτυρα, μετά από αυτή τη φρικτή δολοφονία του στα χέρια τών ειδωλολατρών.

Δυστυχώς αυτή η ασυμφωνία Κυρίλλου και Έπαρχου είχε κι άλλο θύμα εκτός τους Αμμωνίου. Την περίφημη Υπατία. Επειδή σε αυτήν φοιτούσε ο Ορέστης και επειδή νομίσθηκε από το πλήθος ότι αυτή υπέθαλπε το μίσος έναντι του Ορέστη κατά του επισκόπου, μια μέρα του Μαρτίου 416 ή 415, επιστρέφοντας επί δίφρου εις το σπίτι της, ένας όχλος φανατικών την συνέλαβε και αφού με αλαλαγμούς την έσυρε στο Καισάρειο, γδύνοντας την, με όστρακα σκληρά την έγδαραν φονεύοντάς και διασπώντας της τα μέλη. Έπειτα την έσυραν στην τοποθεσία Κιναρώνα και την έκαψαν.

Ο φόνος της Υπατίας περιγράφεται στα γραπτά του ιστορικού του 5ου αιώνα Σωκράτη του Σχολαστικού με αποτροπιασμό:

"Όλοι οι άνθρωποι την σεβόταν και την θαύμαζαν για την απλή ταπεινοφροσύνη του μυαλού της. Ωστόσο, πολλοί με πείσμα την ζήλευαν και επειδή συχνά συναντούσε και είχε μεγάλη οικειότητα με τον Ορέστη, ο λαός την κατηγόρησε ότι αυτή ήταν η αιτία που ο Επίσκοπος και ο Ορέστης δεν γίνονταν φίλοι. Με λίγα λόγια, ορισμένοι πεισματάρηδες και απερίσκεπτοι κοκορόμυαλοι με υποκινητή και αρχηγό τους τον Πέτρο, έναν οπαδό αυτής της Εκκλησίας, παρακολουθούσαν αυτή τη γυναίκα να επιστρέφει σπίτι της γυρνώντας από κάπου. Την κατέβασαν με τη βία από την άμαξά της, την μετέφεραν στην Εκκλησία που ονομαζόταν Caesarium, την γύμνωσαν εντελώς, της έσκισαν το δέρμα και έκοψαν τις σάρκες του σώματός της με κοφτερά κοχύλια μέχρι που ξεψύχησε, διαμέλισαν το σώμα της, έφεραν τα μέλη της σε ένα μέρος που ονομαζόταν Κίναρον και τα έκαψαν." «αποδύσαντες τε την εσθήτα οστράκοις ανειλον και ψεδηλόν διασπάσαντες επί του καλούμενου Κυναρίωνα τα μέλη σύραντες πυρί κατηνάλωσαν» !!!!!!.

Συμπέρασμα: Βλέποντας τα στοιχεία της περιόδου παρατηρούμε ότι ο Ορέστης ενεργούσε σαν Εθνικός έναντι του Κύριλλου και όλα αυτά υπό την βασιλεία του Θεοδοσίου! Και μάλιστα υπέρ των Ιουδαίων και εναντίον των Χριστιανών. Πού είναι άραγε αυτή η σύμπραξη Ιουδαϊσμού - Χριστιανισμού κατά το περίφημο Εθνικό «επιχείρημα» Ιουδαιο - Χριστιανισμός; Πού είναι άραγε αυτή η απόλυτη προστασία των χριστιανών και της Εκκλησίας από τις εχθρικές πράξεις των Εθνικών ή ανάποδα που είναι το ολοκληρωτικό «κυνηγητό» των Εθνικών από τον χριστιανό αυτοκράτορα Θεοδόσιο; Γιατί ο Κύριλλος δεν απευθύνεται στον Θεοδόσιο ώστε να παρακαμφθεί ο Ορέστης εφόσον η εκκλησία υποτίθεται ότι είναι ένα και το αυτό με τους αυτοκράτορες; (άποψη Εθνικών)

Αντιθέτως εδώ βλέπουμε τον Ορέστη πάμπολλες φορές να κινείται όχι μόνο έναντι του Κυρίλλου αλλά κυρίως έναντι των Χριστιανών της Αλεξάνδρειας. Και μην μας διαφεύγει το εξής: πέρασαν πολύ λίγα χρόνια από το πέρας των Εθνικών διωγμών και τα πνεύματα είναι πολύ αναμμένα (βλέπε δοσίλογους, συγγενείς χαμένους κ.α.) Οι απόψεις περί Ιουδαϊκής ανάμειξης δεν είναι καθόλου απίθανες αλλά αντιθέτως ευσταθούν ιστορικά απολύτως. Ας μην ξεχνάμε ότι η Ιουδαϊκή εξελληνισμένη παροικία στην Αλεξάνδρεια αριθμούσε πολυπληθή μέλη. Εκείνα τα χρόνια επίσης υπάρχει συνεχής αιματοχυσία μεταξύ Εβραίων και Χριστιανών (βλέπε και σφαγή 250.000 χριστιανών στην Κύπρο από τους Ιουδαίους) και αυτή η αιματοχυσία θα συνεχισθεί δυστυχώς και αργότερα. Επίσης ένεκα διαφορών των Χριστιανών και των Ιουδαίων σημειώθηκε στάση κατά του Ορέστη το 415, μόλις ένα χρόνο νωρίτερα από το θάνατο της δύστυχης Υπατίας. Ο Εβραϊσμός ήταν πάντοτε εχθρός με τον Χριστιανισμό διότι ο τελευταίος σπίλωνε τους Ιουδαίους.

Το τραγικότατο αυτό γεγονός αναμφίβολα καταλύπησε τον Άγιο Κύριλλο αλλά αυτός κατηγορήθηκε ότι υποκίνησε τον όχλο. Την κατηγορία αυτήν διατύπωσε μετά από έναν αιώνα ο ακμάζων Εθνικός φιλόσοφος Δαμάσκιος αλλά χωρίς αποδείξεις. Ο δυσμενώς διακείμενος προς τον Κύριλλο εκκλησιαστικός ιστορικός Σωκράτης (7,15) μας πληροφόρησε ότι επί κεφαλής του όχλου που δολοφόνησε την Υπατία ήταν ο αναγνώστης Πέτρος και ότι αυτό το γεγονός "ου μικρόν μώμον Κυρίλλω και τη Αλεξανδρέων εκκλησία ειργάσατο", δεν είπε όμως ότι ο Κύριλλος ήταν ο αίτιος του φόνου της Υπατίας. (παρ' ταύτα το έγκλημα παραμένει έγκλημα)

Αλλά από τις 28 Σεπτεμβρίου 416 εκδόθηκε από τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β' νόμος περί των κληρικών και των "παραβαλάνων" της Αλεξάνδρειας. Οι "παραβαλάνοι", αποτελούντες ειδικό σώμα 500 ανδρών ευρισκόμενο υπό της εντολές του Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας υπήχθησαν δια του αυτού νόμου υπό την δικαιοδοσία του έπαρχου Αλεξανδρείας. Ως δικαιολογία της μεταβολής αυτής ήταν ότι το σώμα αυτό ενέσπειρε τον τρόμο και την φρίκη στην Αλεξάνδρεια δια των αταξιών αυτού. Ο λαός της Αλεξάνδρειας ζήτησε από τον αυτοκράτορα στέλνοντας του πρεσβεία να λάβει τα μέτρα του κατά των παραβαλάνων. Είναι προφανές ότι το διάβημα αυτό αφορούσε τα γεγονότα της Υπατίας. Αλλά αξιοσημείωτο είναι ότι η πρεσβεία αυτή του λαού ζήτησε από τον αυτοκράτορα όπως διατάξει ώστε να μην απομακρυνθεί από εκεί ο Αρχιεπίσκοπός τους Κύριλλος.

Η αίτηση αυτή οφείλεται στο γεγονός ότι όταν ο αρχιεπίσκοπος Κύριλλος έλειπε από την Αλεξάνδρεια οι "παραβαλανείς" προέβαιναν σε ταραχές. Σημειωτέον δε ότι το διάβημα του λαού της Αλεξάνδρειας να μένει εκεί ο Κύριλλος για προστασία τους, προήλθε από οπαδούς του Ορέστη και όχι του Κύριλλου και από φίλους του Ορέστη προερχόταν και η πρεσβεία και όχι από εκείνους τους Κύριλλου. Σε αυτήν την επιστολή δεν γινόταν ούτε ένας υπαινιγμός για την ενοχή του Κύριλλου. Αλλά αντιθέτως η πρεσβεία με σεβασμό εκφράστηκε γι αυτόν και δια των αιτήσεων της μαρτυρούσε ότι η διαρκής παρουσία αυτού στην Αλεξάνδρεια θεωρείτο ως εγγύηση για τη συγκράτηση της τάξεως και τη συγκράτηση των παραβαλάνων και την πρόληψη νέων αιματηρών επεισοδίων.

Ο Αυτοκράτορας Θεοδόσιος έκρινε σκόπιμο να υπαγάγει αυτούς κάτω από τις διαταγές του Επάρχου. Από δε τις λεπτομέρειες καθίσταται αναντίρρητο ότι ο Κύριλλος κατά την διάρκεια της δολοφονίας της Υπατίας απουσίαζε από την Αλεξάνδρεια. Οι εχθροί του Κύριλλου Νεστοριανοί συνυφαίνοντας πλήθος κατ' αυτού κατηγορίες ουδέποτε τόλμησαν να υπαινιχθούν ότι αυτός υπήρξε ο ηθικός αυτουργός του εγκλήματος. Φαίνεται δε μάλλον ότι ο φανατισμός του Επάρχου Ορέστη συνετέλεσε εις την έξαψη του φανατισμού των παραβαλάνων, των μοναχών και του αιγυπτιακού όχλου ο οποίος από την εποχή του Θεόφιλου διατέθηκε δυσμενέστατα κατά των εμμενόντων εις την Εθνική θρησκεία Ελλήνων της Αλεξάνδρειας. Δυστυχώς οι αιματηρές σκηνές ήταν συνηθισμένες στην πόλη αυτή.

Μετά από τα παραπάνω, όσοι κατηγορούν τον άγιο Κύριλλο, αποδεικνύονται συκοφάντες, καθώς όχι μόνο ο Άγιος Κύριλλος δεν είχε σχέση με το φόνο, αλλά αντιθέτως θεωρείτο ακόμα και από τους ειδωλολάτρες, ως απαραίτητος για να υπάρχει στην περιοχή τάξη και ειρήνη.

Οι λόγοι που ο άγιος Κύριλλος κατηγορείται τόσο έντονα και άδικα, είναι το πλούσιο έργο που άφησε πίσω του, εις βάρος των εχθρών της Εκκλησίας. Αναιρώντας το έργο του Ιουλιανού του Παραβάτη, με τίτλο «κατά των Γαλιλαίων» (δηλαδή των Χριστιανών), έγραψε απολογητική αναίρεση με τίτλο: «υπέρ της των Χριστιανών ευαγούς θρησκείας, προς εν αθέοις Ιουλιανόν». Από τα πολλά συγγράμματά του κατά των Νεστοριανών έγραψε τρεις «προσφωνητικούς λόγους περί της ορθής πίστεως εις τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν». Έγραψε και σύντομο διάλογο «περί αγίας τε και ομοουσίου Τριάδος». Από τις ομιλίες του είναι περίφημη η «προς την Αγίαν Μαρίαν» που αποτελεί τον πιο υπέροχο ύμνο της εκκλησιαστικής αρχαιότητας προς τη Θεοτόκο.

Είχε εχθρούς τους αιρετικούς Νοβατιανούς και Νεστοριανούς, τους Ιουδαίους και τους Ειδωλολάτρες, που όλοι είχαν συμφέρον να τον κακολογήσουν.

Το ενδιαφέρον όμως της υπόθεσης, είναι κάτι που οι Ειδωλολάτρες το αποκρύπτουν περί της Υπατίας:

Ο Συνέσιος ο Κυρηναίος (+416), καθηγητής και θαυμαστής της Υπατίας, μέσα από την αλληλογραφία του με την Υπατία άφησε την πληροφορία ότι η νεοπλατωνική φιλόσοφος είχε εκφράσει την επιθυμία της να γίνει Χριστιανή: "ποθώ γαρ Χριστιανή αποθανείν".

Όχι μόνο λοιπόν δεν υπήρχαν θρησκευτικοί λόγοι του φόνου της Υπατίας, αλλά ο φόνος αυτός εργάσθηκε κατά της Χριστιανικής Εκκλησίας, επειδή η θαυμάσια αυτή γυναίκα, αγαπούσε τον Χριστό και την Εκκλησία Του. Αλλά οι ψευδείς συκοφάντες τού Νεοπαγανισμού, προσπαθούν να παρουσιάσουν την πολιτική αυτή δολοφονία ως θρησκευτική, για να φανούν ως θύματα. Φωνάζει ο κλέφτης αν φοβάται ο νοικοκύρης!

Γι' αυτό, επειδή η Υπατία ήταν Χριστιανή προσύλητη, η Εκκλησία σύμφωνα με κάποιες μελέτες, την τιμά ως Χριστιανή, και μάλιστα ως ΑΓΙΑ, επειδή είχε την πρόθεση να βαπτισθεί και δεν πρόλαβε λόγω της δολοφονίας της. Τιμάται με το όνομα: Αγία Αικατερίνη, στις 12 Ιουλίου (Για την ταύτιση Αγίας Αικατερίνης και Υπατίας, δες το βιβλίο της Μ. Dzielska, σσ. 209/210. Πρβλ. R. Richardson, The Starlovers, N.Y. 1967. Επίσης, το βιβλίο «Παγανιστικός Ελληνισμός ή Ελληνορθοδοξία;» π. Γ. Μεταλληνού, Εκδ. Αρμός 2003). Μια ταύτιση όμως, για την οποία δεν είναι όλοι πεπεισμένοι, θεωρώντας ότι η Αγία Αικατερίνη είναι διαφορετικό πρόσωπο, που μαρτύρησε στην ίδια εποχή και περιοχή.
1ο μέρος: Η αληθινή ιστορία τής Υπατίας

https://www.impantokratoros.gr/D110F6D0.el.aspx

28 Ιουνίου, 2022

Το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας τιμά την μνήμη του Αγίου Κυρίλλου του Λουκάρεως

 Την 27η Ιουνίου ε.ε., η Α.Θ.Μ. ο Πάπας και Πατριάρχης Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής κ.κ. Θεόδωρος Β’, χοροστάτησε κατά την τελεσθείσα Θεία Λειτουργία στον Ιερό Πατριαρχικό Παρεκκλήσιο του Αποστόλου Μάρκου, στην Πατριαρχική Μονή του Οσίου Σάββα του Ηγιασμένου Αλεξανδρείας, επί τη ιερά μνήμη του Αγίου Κυρίλλου Γ’ του Λουκάρεως, Πατριάρχου Αλεξανδρείας (1601-1620) και μετέπειτα Οικουμενικού Πατριάρχου.

Ο Πατριάρχης, βαδίζοντας με τον νου στα ιστορικά καλντερίμια της Μονής της μετανοίας του, της ιστορικής Μονής της Αγκαράθου απ’ όπου ξεκίνησε την Εκκλησιαστική του πορεία και ο εορτάζων Άγιος, εξήρε την μορφή του Μεγάλου Ιεράρχου της Ορθοδόξου Εκκλησίας, ο οποίος αγωνίσθηκε ως λέων για την διατήρηση της Ορθοδόξου πίστεως στις χώρες της Ουκρανίας και της Πολωνίας, μαχώμενος κατά της Ουνίας.

Ο Μακαριώτατος, σε άλλο σημείο της ομιλίας του, αναφέρθηκε στην πρόσφατη απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου να αναγράψει στο Αγιολόγιον της κατ’ Ανατολάς Ορθοδόξου Εκκλησίας τον εορτάζοντα Άγιο Ιερομάρτυρα Κύριλλο τον Λούκαρι (11 Ιανουαρίου ε.ε.). Βαθύτατα συγκινημένος ο Προκαθήμενος του Δευτερόθρονου και Παλαιφάτου Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, εξέφρασε τις θερμές του ευχαριστίες προς τον Παναγιώτατο Οικουμενικό Πατριαρχη κ.κ. Βαρθολομαίο και την περί αυτόν Αγία και Ιερά Σύνοδο της ΜτΧΕ, για την απόφαση τους, ενώ δεν παρέλειψε να ευχαριστήσει τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Γέρων Χαλκηδόνος κ. Εμμανουήλ για την ιδιάζουσας σημασίας συμβολή του στην Αγιοκατάταξη του Αγίου Κυρίλλου.

Σύντομος βίος του Αγίου Ιερομάρτυρος Κυρίλλου του Λουκάρεως

Ο Άγιος Κύριλλος Λούκαρις, εγεννήθη στον Χάνδακα (Ηράκλειο) Κρήτης το έτος 1572, εκάρη μοναχός στην Ιερά Μονή Αγκαράθου και έτυχε λαμπρών σπουδών στη Βενετία και την Πάδοβα. Όταν εξελέγη σε ηλικία 30 ετών Πατριάρχης Αλεξανδρείας, σε διαδοχή του Μελετίου Πηγά,  είχε ήδη σημαντική διαδρομή στην υπεράσπιση της Ορθοδοξίας κατά της προσηλυτιστικής δράσης των Ιησουιτών στην Ανατολή.

Ως Πατριάρχης Αλεξανδρείας, επετέλεσε αξιόλογο ανακαινιστικό έργο, συγκέντρωσε χρήματα με εράνους σε ορθόδοξες χώρες για την πληρωμή των χρεών του Πατριαρχείου, ίδρυσε και ανεκαίνισε ναούς, περιέθαλψε πάσχοντες και επέλυσε τα προβλήματα των Εκκλησιών σε Σινά και Κύπρο, όπου μετέβη προσωπικώς. Με τη βοήθεια του μετέπειτα Πατριάρχη Γεράσιμου Σπαρταλιώτη, αντιμετώπισε τα προβλήματα που προκάλεσαν η επιδημία του 1616 και οι διωγμοί των Τούρκων.

Το 1620, εκοιμήθη ο Πατριάρχης Κων/πόλεως Τιμόθεος Β’ και η Σύνοδος εξέλεξε Οικουμενικό Πατριάρχη τον «επ’ αρετήν και σοφίαν διαβόητον Κύριλλον». Ο Λούκαρις καθαιρείται πέντε φορές από το Οικουμενικό Θρόνο και επανέρχεται. Το 1627 αγόρασε τυπογραφείο, όπου με στόχο το φωτισμό του Γένους εκδόθηκαν χρήσιμα διδακτικά κείμενα, αλλά και αντιπαπικά άρθρα, γεγονός που εντείνει το φθόνο και την έχθρα. Γενίτσαροι κατέστρεψαν το τυπογραφείο και ο Πατριάρχης, διασώθηκε με τη μεσολάβηση του Βέλγου πρέσβη, ο οποίος τον έκρυψε στο σπίτι του.

 Το 1637, οι Ιησουίτες, μη μπορώντας να τον ανεχθούν, συκοφαντούν τον Κύριλλο στον Σουλτάνο ότι εξεγείρει τους Έλληνες. Συλλαμβάνεται και φυλακίζεται στο φρούριο της Λαιμοκοπίας, όπου στραγγαλίζεται στις 27 Ιουνίου 1638. Η σορός του ερρίφθη στη θάλασσα, βρέθηκε από ψαράδες στα παγωμένα νερά του Μαρμαρά και  την ενταφίασαν στη Νικομήδεια.

Ο Κ.Παπαρρηγόπουλος στην «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» έγραψε: «Ουδέποτε ίσως το αξίωμα του Οικουμενικού Πατριάρχη ανεδείχθη λαμπρότερο ή επί Κυρίλλου του Λουκάρεως επί δώδεκα περίπου έτη εκ διαλειμμάτων πατριαρχήσαντος». Όντως ο Λούκαρις προσπάθησε με κάθε τρόπο να ανυψώσει το ελληνικό γένος. Στις ενέργειες του βλέπουμε την τάση του Ελληνισμού να έρθει σε επαφή με τη Δύση. Όπως και ο Πηγάς, ο Λούκαρις κήρυττε στη δημοτική. Προλόγισε μάλιστα τη μετάφραση της Καινής Διαθήκης από το Μάξιμο Καλλιπολίτη στη λαϊκή γλώσσα, τονίζοντας τη σημασία της μετάφρασης των Ευαγγελίων για το φωτισμό του ποιμνίου.

«Θῦμα ὁ θύτης τῷ Κυρίω προσήχθης
Τῶν ἐκ τῆς Ἄγαρ στραγγαλισθείς μανίᾳ.
Εἰκάδι ἑβδομάτῃ Κύριλλος πρός πόλον ἀθληδρομεῖ.
Ταῖς αὐτοῦ ἁγίαις πρεσβείαις Χριστέ ὁ Θεός ἐλέησον ἡμᾶς. Ἀμήν.»

Ο Άγιος Κύριλλος Λούκαρις, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως

 Ο πολύτλας Ιερομάρτυς Κύριλλος ο Λούκαρις γεννήθηκε στον Χάνδακα της Κρήτης  στις 13 Νοεμβρίου 1572 μ.Χ. «ἐκ γονέων περιφανῶν ἐλευθέρων, ἔν τε τῇ Πολιτείᾳ καὶ τῇ Ἐκκλησίᾳ περιβλέπτων» και κατά το άγιο Βάπτισμα πήρε το όνομα Κωνσταντίνος. Ο πατέρας του, Στέφανος, ήταν Ιερέας και διδάσκαλός του και υπήρξε ο Ιερομόναχος Μελέτιος ο Βλαστός.You are currently viewing Ο Άγιος Κύριλλος Λούκαρις, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως

Μετά την εγκύκλια εκπαίδευση ο Κύριλλος μετέβη στη Βενετία (1584 μ.Χ.) για ευρύτερη μόρφωση. Εκεί συνάντησε τον Επίσκοπο Κυθήρων Μάξιμο τον Μαργούνιο, ο οποίος τον ανέλαβε κάτω από την προστασία του και χρημάτισε καθηγητής του. Το 1588 μ.Χ. αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Κρήτη, λόγω οικονομικών προβλημάτων της οικογενείας του, αλλά μετά από ένα χρόνο επέστρεψε στην Ιταλία και γράφτηκε στο περίφημο Παταβινό Πανεπιστήμιο, όπου διδάχθηκε Φιλοσοφία και Θεολογία.

Τελειώνοντας τις σπουδές στην Εσπερία επέστρεψε στην Κρήτη (1592 μ.Χ.) και εκάρη Μοναχός στη Μονή της Αγκαράθου. Στη μετάνοιά του παρέμεινε ελάχιστο χρονικό διάστημα, γιατί το επόμενο έτος τον κάλεσε στην Αίγυπτο ο συγγενής του, Άγιος Μελέτιος ο Πηγάς, Πατριάρχης Αλεξανδρείας, ο οποίος τον χειροτόνησε Διάκονο και Πρεσβύτερο και τον ονόμασε Πρωτοσύγκελλό του.

Το έτος 1593 μ.Χ. εστάλη από τον Άγιο Μελέτιο στην Πολωνία για να στηρίξει το από τις επιθέσεις της Ουνίας χειμαζόμενο Ορθόδοξο ποίμνιο. Εκεί εργάστηκε με ζήλο για τρία χρόνια και κινδύνευσε να συλληφθεί και να θανατωθεί κατά τον διωγμό που εξαπέλυσε ο βασιλιάς Σιγισμούνδος εναντίον των Ορθοδόξων. Το 1559 μ.Χ. ως «Μέγας Ἀρχιμανδρίτης καὶ Ἔξαρχος» απεστάλη και πάλι από τον Μελέτιο Πηγά, τότε Επιτηρητή του Οικουμενικού Θρόνου, στην Πολωνία για εκκλησιαστική υπηρεσία. Παράλληλα είχε την εντολή να περάσει από την Κρήτη και τη Χίο για να αντιμετωπίσει την προπαγάνδα των Ιησουϊτών. Από την Πολωνία μετέβη στις Παραδουνάβιες χώρες (1601 μ.Χ.), για να στηρίξει και εκεί την Ορθοδοξία. Ενώ βρισκόταν στο Ιάσιο έλαβε επιστολή του Μελετίου, που τον καλούσε να επανέλθει στην Αλεξάνδρεια για να του αφήσει τις τελευταίες υποθήκες και να του παραδώσει τον Θρόνο.

Μετά την κοίμηση του Αγίου Μελετίου (13-9-1601 μ.Χ.), ο Κύριλλος εξελέγη Πατριάρχης Αλεξανδρείας σε ηλικία 29 ετών. Αμέσως συγκάλεσε τοπική Σύνοδο στο Κάϊρο και καταδίκασε τους Λατίνους, οι οποίοι είχαν προσεταιριστεί τους Κόπτες με σκοπό να καταστρέψουν το Ορθόδοξο Πατριαρχείο. Στις αρχές του 1605 μ.Χ. έφτασε στην Κύπρο, ύστερα από πρόσκληση των Χριστιανών, για να βοηθήσει την τοπική Εκκλησία που σπαρασσόταν από εσωτερικές έριδες και μάχες και κατόρθωσε να ειρηνεύσει τα πράγματα. Το 1608 μ.Χ. μετέβη στα Ιεροσόλυμα, για τη χειροτονία του Ιεροσολύμων Θεοφάνους, και από ‘κει στη Δαμασκό. Επανήλθε στην Αλεξάνδρεια και επιδόθηκε με ζήλο στο κήρυγμα του θείου λόγου. Προχώρησε στη συντήρηση των Πατριαρχικών κτηρίων και Ναών και οικοδόμησε νέους, ενώ παράλληλα φρόντισε να απαλλάξει το Πατριαρχείο από τα χρέη του.

Το Φεβρουάριο του 1612 μ.Χ., ενώ βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη, εξελέγη «Επιτηρητής» του Οικουμενικού Θρόνου, αλλά παραιτήθηκε, επειδή κάποιοι Αρχιερείς φατρίασαν εναντίον του προκαλώντας μεγάλη σύγχυση στην Εκκλησία. Αναχώρησε για το Άγιο Όρος και από εκεί για τη Βλαχία, όπου παρέμεινε τέσσερα χρόνια, διδάσκοντας τον λαό και αγωνιζόμενος κατά της Ουνίας. Πριν την αναχώρησή του από τη Βλαχία εξέδωσε εγκύκλιο (Τόμο) προς τους Ορθοδόξους, με την οποία καταδικάζει τη διδασκαλία των Λατίνων, ελέγχει τους λατινόφρονες Έλληνες τροφίμους της Σχολής του Αγίου Αθανασίου της Ρώμης και συνιστά την απαρασάλευτη εμμονή στην Ορθόδοξη πίστη ως τον μοναδικό τρόπο άμυνας κατά των εχθρών της ευσεβείας.

Για να διαφωτίσει το Ορθόδοξο πλήρωμα, συνέγραψε σε απλή γλώσσα δύο πραγματείες, μία κατά της Αρχής, δηλαδή κατά του πρωτείου του Πάπα Ρώμης, και μία άλλη σε μορφή διαλόγου μεταξύ Φιλαλήθους και Ζηλωτού, με την οποία εξέθεσε τις σατανικές μεθόδους που χρησιμοποιούσαν οι Ιησουΐτες για να προσηλυτίσουν τους Ορθοδόξους.

Φεύγοντας από τη Βλαχία, επισκέφτηκε πάλι το Άγιο Όρος, και τον Οκτώβριο του 1615 μ.Χ. επέστρεψε στην Αίγυπτο, όπου παρέμεινε, μέχρι την εκλογή του στον Οικουμενικό Θρόνο, ασχολούμενος με το κήρυγμα και την κατήχηση του λαού, αφού στο μεταξύ, χάρη στις άοκνες προσπάθειές του, είχαν εκλείψει τα μεγάλα προβλήματα που ταλαιπωρούσαν τον Αλεξανδρινό Θρόνο.

Μετά τον θάνατο του Πατριάρχου Τιμοθέου του Β’, η Σύνοδος του Πατριαρχείου της Κωνσταντινοπόλεως τον εξέλεξε Οικουμενικό Πατριάρχη (4-11-1620 μ.Χ.), αλλά μετά από δυόμιση χρόνια απομακρύνθηκε από τον Θρόνο (Απρίλιος 1623 μ.Χ.), κατηγορούμενος ότι προετοίμαζε επανάσταση των ελληνικών νησιών, και σιδηροδέσμιος εξορίστηκε στη Ρόδο. Ο νέος Πατριάρχης Άνθιμος έστειλε εκεί Αρχιερείς με σκοπό να τον πείσουν να υποβάλει κανονική παραίτηση. Εκείνος όμως απέρριψε την πρόταση και, με διαταγή του Μεγάλου Βεζύρη, επέστρεψε στη Βασιλεύουσα (Σεπτέμβριος 1623 μ.Χ.), όπου έγινε θριαμβευτικά δεκτός από τους Χριστιανούς. Πολλοί κατέφθαναν στον Γαλατά, όπου διέμενε, για να πάρουν την ευλογία του, ενώ οι Αρχιερείς, οι πρόκριτοι και ο λαός ζητούσαν επίμονα την επάνοδό του στον Θρόνο. Ο Πατριάρχης Άνθιμος αναγκάστηκε να παραιτηθεί και στον Θρόνο επανήλθε ο Κύριλλος (2-10-1623 μ.Χ.). Η αποκατάστασή του έγινε αφορμή γενικής χαράς των Ορθοδόξων, οι οποίοι στο πρόσωπό του έβλεπαν τον γνήσιο και αληθινό ποιμένα και Πατριάρχη τους.

Οι πολέμιοι του Πατριάρχου βρήκαν πειθήνιο όργανό τους τον Βεροίας Κύριλλο Κονταρή, ο οποίος εγκαταστάθηκε στην Πόλη (1632 μ.Χ.) και άρχισε να συκοφαντεί τον Πατριάρχη, διαδίδοντας στους κυβερνητικούς κύκλους ότι βρισκόταν σε μυστική επικοινωνία με τους εχθρούς της Υψηλής Πύλης και ότι συνωμοτούσε εναντίον της. Οι συκοφαντίες έγιναν αποδεκτές, ο Πατριάρχης απομακρύνθηκε αλλά, λόγω της γενικής αγανακτήσεως, μετά από επτά ημέρες επανήλθε στον Θρόνο. Παρά ταύτα οι πολέμιοί του δεν έπαυσαν ούτε στιγμή να εργάζονται για την απομάκρυνσή του. Καταβάλλοντας μεγάλα χρηματικά ποσά στους Τούρκους, κατόρθωσαν να τον εξορίσουν στην Τένεδο (7-5-1634 μ.Χ.) και να ανεβάσουν στον Θρόνο τον Θεσσαλονίκης Αθανάσιο Πατελλάρο. Η παρανομία όμως δεν είχε μεγάλη διάρκεια, γιατί μετά ένα μήνα απομακρύνθηκε ο Αθανάσιος και ο Κύριλλος επανήλθε θριαμβευτικά στον Θρόνο.

Οι συνεχείς αποτυχίες να απομακρυνθεί ο Πατριάρχης Κύριλλος και να εγκατασταθεί άλλος της αρεσκείας τους δεν απογοήτευσαν τους εχθρούς του. Αντίθετα τούς έκαναν σκληρότερους στην πολεμική τους και εφευρετικότερους στις μεθοδεύσεις τους. Πάλι, (Μάρτιος 1635 μ.Χ.), οι Ιησουΐτες κινήθηκαν εναντίον του και, δίνοντας άφθονα χρήματα, κατόρθωσαν να επιτύχουν την απομάκρυνσή του και την άνοδο στο Θρόνο του Κονταρή, ο οποίος συνέλαβε και περιόρισε τον γέροντα πλέον Πατριάρχη.

Σύμφωνα με έγγραφο του Αυστριακού Πρεσβευτή Schmidt, ο Κονταρής και η συμμορία του σκεφτόταν να τυφλώσουν ή να δηλητηριάσουν τον Κύριλλο. Ο Schmidt σκέφτηκε να τον κρατήσει φυλακισμένο στην αυστριακή πρεσβεία, αλλά φοβήθηκε μήπως οι φωνές του τραβήξουν την προσοχή των Ελλήνων γειτόνων. Με πρόταση του πρεσβευτή αποφασίστηκε να ακολουθήσουν τις αποφάσεις του Συμβουλίου της ρωμαϊκής Προπαγάνδας για τον Πατριάρχη και να ναυλωθεί πλοίο με έμπιστο πλήρωμα, στο οποίο θα επιβιβαζόταν για να μεταφερθεί δήθεν εξόριστος στη Ρόδο. Ο πλοίαρχος είχε εντολή να προσεγγίσει το πρώτο πειρατικό πλοίο που θα συναντούσε, και επί τη βάσει εγγράφων της αυστριακής πρεσβείας θα παρέδιδε τον Κύριλλο για να μεταφερθεί στη Μάλτα. Στην Κωνσταντινούπολη θα κυκλοφορούσε η φήμη ότι Μελιταίοι αιχμαλώτισαν το πλοίο, στο οποίο επέβαινε ο Πατριάρχης, και ότι τον μετέφεραν στο νησί τους.

Ύστερα από πολλές διαπραγματεύσεις και αναβολές, βρέθηκε το πλοίο και το πλήρωμα και δόθηκαν τα έγγραφα της αυστριακής Πρεσβείας στον Μητροπολίτη, ο οποίος θα συνόδευε τον αιχμάλωτο Πατριάρχη, αλλά η ολλανδική Πρεσβεία κατόρθωσε με κατάσκοπο να μάθει τα τεκταινόμενα. Το πλήρωμα εξαγοράστηκε και οδήγησε το πλοίο στη Χίο, όπου βρισκόταν ο διοικητής της Ρόδου, Μπεκήρ Πασάς, φίλος του Πατριάρχου, ο οποίος τον πήρε υπό την προστασία του στη Ρόδο, όπου και παρέμεινε μέχρι τα μέσα του 1636 μ.Χ., οπότε και επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη. Επανήλθε στον Θρόνο τον Μάρτιο του 1637 μ.Χ.. Βρισκόταν ήδη σε προχωρημένη ηλικία και μπορούσαν οι πολέμιοί του να περιμένουν τον φυσικό θάνατό του για να εφαρμόσουν τα σχέδιά τους. Επειδή όμως αυτός εξακολουθούσε να αγωνίζεται υπέρ της Ορθοδοξίας, οι Ιησουΐτες πείστηκαν ότι ήταν ακατάβλητος «ὁ μέγας γέρων» και γι’ αυτό αποφασίστηκε να επιδιωχθεί με κάθε μέσο ο θάνατός του.

Νέες ενέργειες των εχθρών του απέδωσαν το αποτέλεσμα που προσδοκούσαν. Τον Ιούνιο του 1638 μ.Χ. ο Schmidt που βρισκόταν σε διαρκή συνεννόηση με την Προπαγάνδα, κατόρθωσε να απομακρύνει τον Κύριλλο από τον Θρόνο προβάλλοντας την κατηγορία στις τουρκικές αρχές ότι προετοιμάζει επίθεση των Ρώσων κατά της Κωνσταντινουπόλεως και επανάσταση των Ελλήνων. Ο Σουλτάνος Μουράτ που βρισκόταν στην εκστρατεία κατά της Βαγδάτης, αποδέχθηκε τις κατηγορίες και με την εισήγηση του Μεγάλου Βεζύρη, Μπαϊράμ πασά, διέταξε να τον θανατώσουν.

Ο Κύριλλος συνελήφθη από απόσπασμα τσαούσηδων (χωροφυλάκων) στις 22 Ιουνίου και φυλακίστηκε στο φρούριο Ρούμελη Χισσάρ, όπου στις 27 Ιουνίου 1638 μ.Χ. έφτασαν 15 Γενίτσαροι και άλλοι ανώτεροι κρατικοί υπάλληλοι. Τον παρέλαβαν και, επιβιβάζοντάς τον σε ένα πλοιάριο, τον μετέφεραν στην παραλία του Αγίου Στεφάνου, όπου τον θανάτωσαν με στραγγαλισμό. Ο λαός πληροφορήθηκε την επομένη ημέρα τον θάνατό του και εξεγέρθηκε εναντίον του Κονταρή, ο οποίος όμως προσποιήθηκε ότι δεν είχε γνώση των πραγμάτων. Το σώμα του τάφηκε πρόχειρα στην άμμο του αιγιαλού, αλλά μετά τρεις μέρες άνθρωποι του Κονταρή το ξέθαψαν και το πέταξαν στη θάλασσα για να μη βρεθεί από τους Χριστιανούς. Βρέθηκε όμως από κάποιους αλιείς ή, σύμφωνα με άλλους, από Χριστιανούς που το αναζήτησαν, και μεταφέρθηκε κρυφά και ενταφιάστηκε στη Μονή του Αγίου Ανδρέα, στην ομώνυμη νησίδα του κόλπου της Νικομήδειας.

Μετά από τρία χρόνια, το 1641 μ.Χ., ο Οικουμενικός Πατριάρχης Παρθένιος ο Α’ ο Γέρων (1639 – 1644 μ.Χ.) μερίμνησε για την ανακομιδή και μεταφορά των λειψάνων του στο Πατριαρχείο και, αφού «ἔψαλλεν αὐτά», έδωσε εντολή να μεταφερθούν στη Μονή Καμαριωτίσσης της Χάλκης και να τοποθετηθούν στο ιερό Βήμα του Καθολικού της Μονής, κάτω από την αγία Τράπεζα. Από εκεί μετακομίστηκαν στο Πατριαρχικό Σκευοφυλάκιο και το 1975 μ.Χ. αποδόθηκαν στην Ιερά Μονή Αγκαράθου, όπου φυλάσσονται σήμερα.

Ο Ιερομάρτυς Πατριάρχης Κύριλλος αμέσως μετά τον μαρτυρικό θάνατό του τιμήθηκε ως Άγιος και Μάρτυς, ο δε Όσιος Ευγένιος ο Αιτωλός συνέταξε και Ακολουθία για να εορτάζεται η μνήμη του. Η επίσημη Αγιοκατάταξή του έγινε από την Ιερά Σύνοδο του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας την 6η Οκτωβρίου 2009 μ.Χ..

Απολυτίκιο

«Τὸν φωστῆρα τῆς Κρήτης, ᾿Αγκαράθου τὸν ὄρπηκα, τῆς Ἀλεξανδρείας ποιμένα, Βυζαντίου τὸν πρόεδρον, τὸν θεῖον δεῦτε Κύριλλον πιστοί, ὡς πρόμαχον τῆς πίστεως στεῤῥόν, καὶ Μαρτύρων θεοδόξαστον κοινωνόν, τιμήσωμεν ἐκβοῶντες· Δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ θαυμαστώσαντι, δόξα τῷ ἐν ὑψίστοις εὐκλεῶς, δοξάσαντί σε ῞Αγιε».

https://www.exapsalmos.gr/2022/06/27/o-agios-kyrillos-loukaris-patriarchis-konstantinoupoleos/AP

13 Ιουνίου, 2017

Η ΡΩΣΙΑ ΕΠΙΣΗΜΑ ΠΑΡΑΔΕΧΕΤΑΙ ΟΤΙ Η ΣΛΑΒΙΚΗ ΚΑΙ Η ΡΩΣΙΚΗ ΠΡΟΗΛΘΑΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ !

ΔΗΛΩΣΗ  ΤΗΣ ΡΩΣΙΚΗΣ ΠΡΕΣΒΕΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΠΟΥ ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ΟΤΙ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΕΙΝΑΙ Η ΒΑΣΗ ΤΗΣ ΡΩΣΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ.
Russian President Vladimir Putin applauds during the State Prize awards ceremony marking the Day of Russia at the Grand Kremlin Palace in Moscow, Russia, 12 June 2017. EPA, NATALIA KOLESNIKOVA / POOL
«Η ρωσική γλώσσα ανήκει
στην οικογένεια των Ινδοευρωπαϊκών γλωσσών. Στη διαμόρφωση της
καθοριστικό ρόλο έπαιξαν οι μοναχοί Κύριλλος και Μεθόδιος από τη
Θεσσαλονίκη, καθώς και ο Αγιορείτης μοναχός Μάξιμος ο Γραικός, με τη
δημιουργία του ρωσικού αλφάβητου τον 9ο αιώνα με σκοπό τη διάδοση της
Αγίας Γραφής στους σλαβόφωνους.
Το ρωσικό αλφάβητο προέρχεται από το Κυριλλικό -μια παραλλαγή του ελληνικού (βυζαντινού)- και αποτελείται από 33 γράμματα: 21 σύμφωνα και
10 φωνήεντα, καθώς και από το “μαλακό” και το “σκληρό” σημείο, που αν
και δεν αποτελούν από μόνα τους φωνήματα, καθορίζουν τις ιδιότητες των
γραμμάτων που προηγούνται.
Σημαντικό ρόλο στην εξέλιξή της ρωσικής γλώσσας έπαιξε ο μεγάλος Ρώσος
διαφωτιστής και επιστήμονας Μιχαήλ Λομονόσωφ (1711 – 1765) ο οποίος
καθιέρωσε τη χρήση της στη λογοτεχνία και στα γράμματα. Στη αρχή του
19ου αιώνα, ο μεγάλος Ρώσος ποιητής Αλεξάντρ Πούσκιν κατάφερε να
εκσυγχρονίσει τη ρωσική γλώσσα, σταθεροποιώντας και καθορίζοντας τους
γραμματικούς και συντακτικούς της κανόνες. Ο ίδιος είχε πει
χαρακτηριστικά : «Η ελληνική γλώσσα χάρισε στη σλαβική τους νόμους της
δικής της καλομελετημένης γραμματικής, τους θαυμάσιους τρόπους της, τη
μεγαλόπρεπή ροή του λόγου, με άλλα λόγια, την υιοθέτησε απαλλάσσοντάς
την έτσι από τις αργές χρονοβόρες βελτιώσεις».
«Η ρωσική γλώσσα ανήκει στην οικογένεια των Ινδοευρωπαϊκών γλωσσών. Στη διαμόρφωση της καθοριστικό ρόλο έπαιξαν οι μοναχοί Κύριλλος και Μεθόδιος από τη Θεσσαλονίκη, καθώς και ο Αγιορείτης μοναχός Μάξιμος ο Γραικός, με τη δημιουργία του ρωσικού αλφάβητου τον 9ο αιώνα με σκοπό τη διάδοση της Αγίας Γραφής στους σλαβόφωνους. Το ρωσικό αλφάβητο προέρχεται από το Κυριλλικό -μια παραλλαγή του ελληνικού (βυζαντινού)- και αποτελείται από 33 γράμματα: 21 σύμφωνα και 10 φωνήεντα, καθώς και από το “μαλακό” και το “σκληρό” σημείο, που αν και δεν αποτελούν από μόνα τους φωνήματα, καθορίζουν τις ιδιότητες των γραμμάτων που προηγούνται. Σημαντικό ρόλο στην εξέλιξή της ρωσικής γλώσσας έπαιξε ο μεγάλος Ρώσος διαφωτιστής και επιστήμονας Μιχαήλ Λομονόσωφ (1711 – 1765) ο οποίος καθιέρωσε τη χρήση της στη λογοτεχνία και στα γράμματα. Στη αρχή του 19ου αιώνα, ο μεγάλος Ρώσος ποιητής Αλεξάντρ Πούσκιν κατάφερε να εκσυγχρονίσει τη ρωσική γλώσσα, σταθεροποιώντας και καθορίζοντας τους γραμματικούς και συντακτικούς της κανόνες. Ο ίδιος είχε πει χαρακτηριστικά : «Η ελληνική γλώσσα χάρισε στη σλαβική τους νόμους της δικής της καλομελετημένης γραμματικής, τους θαυμάσιους τρόπους της, τη μεγαλόπρεπή ροή του λόγου, με άλλα λόγια, την υιοθέτησε απαλλάσσοντάς την έτσι από τις αργές χρονοβόρες βελτιώσεις».

Πηγή: Ο Κύριλλος και ο Μεθόδιος διχάζουν Ρωσία, Σκόπια και Βουλγαρία: Ελληνική η «καταγωγή» της ρωσικής γλώσσας http://mignatiou.com/2017/06/o-kirillos-ke-o-methodios-dichazi-ti-rosia-me-ta-skopia-ke-ti-voulgaria-elliniki-i-katagogi-tis-rosikis-glossas/