Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χρονος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χρονος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

10 Φεβρουαρίου, 2024

Διαλεκτική τῆς χριστιανικῆς ζωῆς (Β΄Κορ. 6,1-10)

Καραβιδόπουλος Ἰωάννης
Καθηγητής Πανεπιστημίου



Β΄ Κορ 6, 1-10

Τό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα τῆς Κυριακῆς προέρχεται ἀπό τή Β΄ πρός Κορινθίους ἐπιστολή τοῦ Ἀπ.Παύλου καί ἀναφέρεται ἀφενός μέν στή διαλεκτική ἀντίθεση μεταξύ φαινομένων καί πραγματικότητας τῆς χριστιανικῆς ζωῆς καί ἀφετέρου στή σωτηριολογική ἀξία τοῦ χρόνου τῆς ζωῆς. Τό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα σέ μετάφραση εἶναι τό ἑξῆς:

«Ἀδελφοί, συνεργάτες τοῦ Θεοῦ καθώς εἴμαστε, σᾶς παρακαλοῦμε νά μήν ἀφήσετε νά πάει χαμένη ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ πού δεχτήκατε, γιατί ἡ Γραφή λέει: Στόν καιρό τῆς χάρης σέ ἄκουσα, καί τήν ἡμέρα τῆς σωτηρίας σέ βοήθησα. Νά, τώρα εἶναι ὁ καιρός τῆς χάρης, τώρα εἶναι ἡ ἡμέρα τῆς σωτηρίας. Κανένα πρόσκομμα δέν φέρνουμε σέ κανένα, γιά νά μή δυσφημηθεῖ τό ἔργο μας. Ἀντίθετα, μέ κάθε τρόπο συσταίνουμε τόν ἑαυτό μας ὡς ὑπηρέτες τοῦ Θεοῦ: μέ τή μεγάλη ὑπομονή μας, μέ τίς θλίψεις, μέ τίς δυσχέρειες, τίς στενοχώριες, τίς κακοποιήσεις, τίς φυλακίσεις, τίς ἐναντίον μας ἐξεγέρσεις, τίς ταλαιπωρίες, τίς ἀγρύπνιες, τήν πείνα. Συσταίνουμε τόν ἑαυτό μας μέ τήν ἐντιμότητα, τή γνώση τῆς ἀλήθειας, τήν ἀνεκτικότητα, τήν καλοσύνη, τή φώτιση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τήν ἀνυπόκριτη ἀγάπη, μέ τό κήρυγμα γιά τήν ἀλήθεια, μέ τή δύναμη τοῦ Θεοῦ, μέ τά ὅπλα τῆς σωτηρίας τά ἐπιθετικά καί τά ἀμυντικά. Δοκιμάζουμε δόξα καί ἀτίμωση, δυσφήμηση καί ἔπαινο. Μᾶς θεωροῦν λαοπλάνους, καί ὅμως λέμε τήν ἀλήθεια· μᾶς ἀγνοοῦν καί ὅμως γινόμαστε γνωστοί· φτάνουμε στόν θάνατο, καί νά πού ζοῦμε· μᾶς βασανίζουν, ἀλλά δέν πεθαίνουμε· μᾶς προξενοῦν στενοχώριες κι ὅμως πάντοτε χαιρόμαστε· εἴμαστε φτωχοί, κάνουμε ὅμως πολλούς νά πλουτίσουν· τίποτα δέν ἔχουμε καί τά πάντα κατέχουμε» (Β΄ Κορ 6,1-10).
I
Θά σταματήσουμε πρῶτα στήν πτυχή τῶν ἀντιθέσεων πού ἰσχύουν γιά τή ζωή τῶν ἀποστόλων καί κατ’ ἐπέκταση γιά τή ζωή τοῦ κάθε χριστιανοῦ. Τή ζωή αὐτή χαρακτηρίζει μία διαλεκτική ἀντίθεση ἀνάμεσα σ’ αὐτό πού νομίζουν οἱ πολλοί καί σ’ αὐτό πού ἀποτελεῖ τήν ἐσωτερική πραγματικότητα καί τό προσωπικό βίωμα τοῦ ἀποστόλου ἀλλά καί τοῦ πιστοῦ. Τό «ὡς ἀποθνήσκοντες καί ἰδού ζῶμεν» (φτάνουμε στόν θάνατο, καί νά πού ζοῦμε) δείχνει ἀπό τή μία μεριά τή σχέση τοῦ χριστιανοῦ μέ τή ζωή τοῦ κόσμου καί ἀπό τήν ἄλλη τή συμμετοχή του σέ μία ἄλλη ποιότητα ζωῆς. Ἡ ἀπονέκρωση τῶν ἐγωϊστικῶν ἐπιθυμιῶν, ἡ παραίτηση ἀπό αὐτονόητα δικαιώματα, ἡ ἀπαγκίστρωση ἀπό ὑλικά συμφέροντα μπορεῖ νά παρουσιάζουν τόν χριστιανό σάν νεκρό ἔναντι τοῦ κόσμου, ἀλλά ἡ νέκρωση αὐτή δέν εἶναι παρά ἐξωτερική. Μέσα ἀπό αὐτή τή νέκρωση προβάλλει μία ζωή πού τροφοδοτεῖται ἀπό τό λόγο καί τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, μία δύναμη ζωῆς πού κάνει τόν χριστιανό νά ἀντιμετωπίζει «στενοχώριες» ἀλλά νά μή καταβάλλεται, νά λυπᾶται γιά ὅσα δυσάρεστα συμβαίνουν μέσα στόν κόσμο ἀλλά καί νά χαίρει γιατί γνωρίζει ὅτι ὁ Θεός εἶναι Κύριος τῆς ἱστορίας πού ἔχει τόν τελευταῖο λόγο, νά εἶναι φτωχός ἀπό ὑλικά ἀγαθά ἀλλά συγχρόνως νά κάνει πλούσιους τοὺς ἀνθρώπους τοῦ περιβάλλοντός του μέ τήν ἀγάπη του, μέ τή ζωή του, μέ τή θυσία του. Τέλος ἡ δύναμη τῆς ζωῆς πού σφύζει μέσα του τόν κάνει, ἐνῶ δέν ἔχει φαινομενικά τίποτε, στήν οὐσία «νά κατέχει τά πάντα». Στά πάντα πρέπει νά ἐννοήσουμε τόν ἀπέραντο πλοῦτο τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, τῆς βασιλείας τῆς ἀγάπης.

Γιά τόν χριστιανό ὅμως πού διαβάζοντας τά παραπάνω διαπιστώνει ὅτι δέν διαθέτει τά περιγραφόμενα χαρακτηριστικά, ὁ Παῦλος δέν ἀπευθύνει ἀπειλές θείας τιμωρίας ἀλλά μήνυμα ἀφυπνίσεως καί προσκλητήριο μετανοίας. Αὐτή ἡ σκέψη μᾶς ὁδηγεῖ στό δεύτερο σημεῖο πού θέλουμε νά ὑπογραμμίσουμε στήν ἀποστολική περικοπή.

II
Στήν ἀρχή τῆς περικοπῆς ὁ Παῦλος παραθέτει μία φράση ἀπό τόν προφήτη Ἠσαΐα καί τήν σχολιάζει: «ἡ Γραφή λέει. Στόν καιρό τῆς χάρης σέ ἄκουσα, καί τήν ἡμέρα τῆς σωτηρίας σέ βοήθησα. Νά, τώρα εἶναι ὁ καιρός τῆς χάρης, τώρα εἶναι ἡ ἡμέρα τῆς σωτηρίας». Στή φράση τοῦ προφήτη καί στό σχόλιο τοῦ Ἀποστόλου προβάλλεται ἡ θετική ἀξιολόγηση τοῦ χρόνου ἀπό χριστιανικῆς πλευρᾶς.

Ἔχει ἰδιαίτερη σημασία γιά τή ζωή μας νά γνωρίζουμε μέ ποιά βαθύτερη σωτηριολογική σπουδαιότητα εἶναι φορτισμένη ἡ κάθε χρονική στιγμή καί ποιές ἐπιπτώσεις μπορεῖ νά ἔχει ἡ ἀνέμελη σπατάλη τοῦ χρόνου. Πολλές φορές ὁρισμένοι χριστιανοί, ἐπηρεασμένοι ἀπό κάποια φιλοσοφική ἀντίληψη ἀρνητικῆς ἀξιολόγησης τοῦ χρόνου, δείχνουν νά περιφρονοῦν τόν χρόνο, ἔχοντας στραμμένα τά βλέμματά τους πρός τήν αἰωνιότητα. Ξεχνοῦν ὅμως ὅτι ἡ αἰωνιότητα κερδίζεται ἤ χάνεται ἀπό τόν τρόπο πού χρησιμοποιεῖ κανείς τόν χρόνο του, τήν κάθε ἀνεπανάληπτη στιγμή τῆς ζωῆς του, τήν κάθε μικρή καί ἀσήμαντη χρονική μονάδα πού φεύγει μέ ἀσύλληπτη ταχύτητα, γιά νά μεταβληθεῖ σέ παρελθόν, τό ὁποῖο δέν βρίσκεται πλέον ὑπό τόν ἔλεγχό μας, ἀλλ’ ἀπεναντίας μᾶς ἐλέγχει καί μᾶς κυβερνᾶ διά μέσου τῆς μνήμης μας.

Ὁ χρόνος εἶναι τό πεδίο τῆς ζωῆς καί δράσης τοῦ ἀνθρώπου, καί κάθε προσπάθεια φυγῆς ἀπό τόν χρόνο εἶναι τελείως ἀντίθετη μέ τόν Χριστιανισμό, ὁ ὁποῖος ἔχει σάν κεντρικό πυρήνα τή Γέννηση τοῦ Χριστοῦ μέσα στόν χρόνο καί τή συγκεκριμένη ἱστορική στιγμή. Γι’αὐτό καί τό χριστιανικό μήνυμα δέν εἶναι ἡ ἀπάθεια καί ἀταραξία γιά τόν χρόνο πού περνᾶ ἀλλά τό πάθος γιά τή σωτηριολογική ἐκμετάλλευση τοῦ χρόνου. Ἡ σωτηρία, κατά τή διδασκαλία τοῦ Ἀπ. Παύλου, εἶναι βέβαια δῶρο τοῦ Θεοῦ ἀλλά δῶρο πού ὁ ἄνθρωπος τό δέχεται καί προσπαθεῖ νά τό διατηρήσει μέσα στόν χρόνο τῆς ζωῆς του. Ἡ σωτηρία δέν εἶναι κάποια ἀσαφής μελλοντική ὑπόσχεση τοῦ Θεοῦ ἀλλά μία νέα ζωή πού ἀρχίζει ἀπό τώρα, ἀπό τή στιγμή πού λέγει κανείς τό Ναί στή θεία δωρεά.

Ἡ κάθε στιγμή πού περνάει γρήγορα καί χάνεται μέσα στό παρελθόν εἶναι ἀποφασιστική, γιατί μπορεῖ νά ὁδηγήσει εἴτε στή λύτρωση εἴτε στόν χαμό. Γεννιέται ὅμως ἐδῶ τό ἐρώτημα: Δέν ἔχει ἀλήθεια ὁ ἄνθρωπος τή δυνατότητα νά ἀναθεωρήσει ἕνα προηγούμενο χρονικό διάστημα τῆς ζωῆς του ποὺ χάθηκε ἄκαρπο; Ἡ ἀπάντηση τῆς Ἁγίας γραφῆς εἶναι σαφής: Ὁ ἄνθρωπος εἶναι βέβαια δεσμευμένος καί περιορισμένος στά ἀσφυκτικά πλαίσια τοῦ χρόνου, συγχρόνως ὅμως εἶναι καί ἐλεύθερος ἔναντι τοῦ χρόνου. Καί ἡ ἐλευθερία του αὐτή φαίνεται ἀπό τό ὅτι ἔχει τή δυνατότητα νά ἀναθεωρεῖ προηγούμενες ἀπερίσκεπτες καί ἀρνητικές πράξεις του καί νά ξαναρχίζει μία καινούργια δημιουργική ζωή. Εἶναι αὐτό πού ἡ Ἐκκλησία μας ὀνομάζει μυστήριο τῆς μετανοίας, δηλαδή ἡ δυνατότητα νά ξανακερδίσει κανείς τόν χαμένο χρόνο τοῦ παρελθόντος καί νά δημιουργήσει τίς προϋποθέσεις γιά ἕνα πιό ἐλπιδοφόρο μέλλον.

Ὁ φόβος γιά τό ἐπερχόμενο μέλλον ἁπαλύνεται καί γίνεται αὐτό τό μέλλον μία εὐχάριστη προσμονή, ὅταν κανείς χρησιμοποιεῖ δημιουργικά τό παρόν ἤ μετανοεῖ γιά τό χαμένο παρελθόν του. Ἀρκεῖ νά καταλάβει καλά ὅτι ἡ κάθε χρονική στιγμή εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ πού τό χάσιμό της μπορεῖ νά τοῦ στοιχίσει ἀκριβά γιά τό μέλλον του. Ἡ ἀναζήτηση τοῦ «χαμένου χρόνου» πού ἀπασχολεῖ ὁρισμένους φιλοσόφους μπορεῖ νά βρεῖ τήν ἀπάντηση στή δυνατότητα ἐπανεύρεσης τοῦ χαμένου χρόνου πού προτείνει ἡ Ἐκκλησία.

https://agiazoni.gr/slug-616/

29 Αυγούστου, 2023

ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ: Η ζωή μας είναι σύντομη, οι μέρες μας μετρημένες. Ο χρόνος όμως είναι μεγάλος, μετριέται σε εκατοντάδες και χιλιάδες χρόνια.

Ποιος από μας μπορεί να ξεπεράσει τα όριά του και να φτάσει στο τέλος του χρόνου, να δεί τα έσχατα γεγονότα και να πληροφορήσει όλους εμάς λέγοντας: «Έτσι κι έτσι θα γίνουν τα πράγματα στο τέλος του χρόνου. Αυτό θα συμβεί στον κόσμο κι αυτό θα γίνει με σας τους ανθρώπους»; Κανένας.

Αλήθεια, κανένας απ᾽ όλους τους ανθρώπους που ζούν. Εκτός κι αν υπήρχε κάποιος που θα μπορούσε να μας πείσει πως είχε μπεί στο νού του Δημιουργού του κόσμου και της ανθρωπότητας, πως ήξερε ολόκληρο το σχέδιο της δημιουργίας, πως ήταν ζωντανός πριν από την έναρξη του κόσμου και είχε καθαρή άποψη για το τέλος του χρόνου και τα γεγονότα που θα σημαδέψουν το τέλος αυτό.

Υπάρχει τέτοιος άνθρωπος ανάμεσα στα δισεκατομμύρια που ζούν σήμερα; Όχι, ούτε υπάρχει ούτε υπήρξε ποτέ.

Υπήρχαν προφήτες που, όχι από δικό τους νού αλλ᾽ από αποκάλυψη Θεού, είπαν κάποια πράγματα, σύντομα και ασαφή, για το τι θα γίνει στο τέλος. Κι αυτό όχι τόσο για να δώσουν ακριβή περιγραφή του τέλους του κόσμου, όσο για να προειδοποιήσουν με την πρόνοια του Θεού τους ανθρώπους, ώστε να μετανοήσουν και να επιστρέψουν από το δρόμο της ανομίας.

Να σκεφτούν περισσότερο τα φοβερά πράγματα που μας περιμένουν κι όχι τα μικρά και παροδικά που περνούν σαν σύννεφο και κρύβουν την πύρινη και φοβερή πραγματικότητα.

Ν᾽ αναλογιστούν τα γεγονότα εκείνα από τα οποία ολόκληρη η ζωή του ανθρώπου στη γη, η ύπαρξη του ιδίου του κόσμου, τα άστρα κι ο κύκλος του εικοσιτετραώρου θα φτάσουν στο τέλος τους.

Ποιος μπορεί να μας πει για το τέλος του κόσμου;

Ένας και μόνο Ένας μας μίλησε καθαρά και με σαφήνεια για όλα όσα θα γίνουν στο τέλος του χρόνου: Ο Κύριος Ιησούς Χριστός.

Αν υπήρχε οποιοσδήποτε άλλος να μας πεί αυτά που Εκείνος είπε για το τέλος του κόσμου, δεν θα τον πιστεύαμε, ακόμα κι αν ήταν ο μεγαλύτερος σοφός. Αν μιλούσε με την ανθρώπινη σοφία του και όχι από θεία αποκάλυψη, δεν θα τον πιστεύαμε.

Η ανθρώπινη σοφία κι η ανθρώπινη λογική, όσο μεγάλες και σπουδαίες κι αν είναι, είναι πολύ μικρές για να φτάσουν στη δημιουργία και στο τέλος του κόσμου. Η σοφία είναι άχρηστη εκεί που χρειάζεται το όραμα. Από προφήτη έχουμε ανάγκη, που βλέπει τόσο καθαρά όσο εμείς βλέπουμε τον ήλιο, για να δεί ολόκληρο τον κόσμο από την αρχή ίσαμε το τέλος του, καθώς και την ίδια την αρχή, το ίδιο το τέλος. Μόνο ένας τέτοιος άνθρωπος έχει υπάρξει: ο Κύριος Ιησούς Χριστός.

Μόνο Εκείνον μπορούμε και πρέπει να πιστεύουμε, όταν μας λέει τι θα γίνει στο τέλος. Όλα όσα προφήτεψε, επαληθεύτηκαν. Τόσο όταν αφορούσαν σε πρόσωπα, όπως ο Πέτρος, ο Ιούδας κι οι άλλοι απόστολοι, σε λαούς, όπως οι Ιουδαίοι, σε κάποιους τόπους όπως η Ιερουσαλήμ, η Καπερναούμ, η Βηθσαϊδά και το Χοραζίν, καθώς και στις Εκκλησίες του Θεού, που ιδρύθηκαν με το αίμα Του.

https://www.vimaorthodoxias.gr/theologikos-logos-diafora/agios-nikolaos-velimirovits-i-anthropini-sofia-kai-logiki-einai-poly-mikres-gia-na-ftasoyn-sti-dimioyrgia-kai-sto-telos-toy-kosmoy/?ref=storyteller

01 Ιανουαρίου, 2023

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΕΛΙΚΑ Ο ΧΡΟΝΟΣ;

Όλη η ζωή της Εκκλησίας μας είναι μια ταυτόχρονη παρουσία δυο αντιθέτων φαινομενικά πραγμάτων. Εκεί που πεθαίνει κανείς βρίσκει την ανάσταση και τη ζωή, εκεί που στερείται βρίσκει πλούτο, εκεί που αγρυπνά βρίσκει πιο μεγάλη ξεκούραση, εκεί που νηστεύει βρίσκει την πιο μεγάλη ευχαρίστηση, εκεί που πτωχαίνει για το Χριστό γίνεται πλούσιος, όπου υπάρχει ο Χριστός το σκότος γίνεται φως και η κόλαση παράδεισος. Μπορούμε να παρομοιάσουμε και τη ζωή μας μέσα σ’ αυτό τον κόσμο σαν ένα ταξίδι. Λέει ένας Άγιος «να ξέρεις ότι σ’ αυτό τον κόσμο είσαι ένας διαβάτης, ένας περαστικός και όχι ένα πολίτης» και γνωρίζοντας ότι δεν είσαι μόνιμος σ’ αυτό τον κόσμο τότε θα μπορέσεις να καταλάβεις πως θα αξιοποιήσεις τα γεγονότα του παρόντος κόσμου.

Αυτά δεν είναι για να μας πιάνει η κατάθλιψη, αυτό το γεγονός που εξελίσσεται σε ψυχική νόσο, αλλά ξεκινά πολλές φορές από πνευματικές αιτίες, ότι δηλαδή όλα γύρω μας μάς φαίνονται μαύρα, τα πάντα γύρω μας μυρίζουν θάνατο και μοιάζουν σαν να μην έχουν νόημα. Και αυτό φαίνεται έντονα στους νέους, οι οποίοι δεν ευχαριστιούνται με τίποτα και δεν προσδοκούν τίποτα.

Η πραγματικότητα του σύγχρονου κόσμου είναι θλιβερή. Από παντού βομβαρδιζόμαστε με ειδήσεις οι οποίες είναι καταθλιπτικές και αυτό επιδρά άσχημα στην ψυχολογία μας έστω και υποσυνείδητα και μας καλλιεργεί το φόβο για την πορεία μας μέσα στο χρόνο του κόσμου τούτου. Βέβαια βρίσκουμε τρόπο να ξεχνιόμαστε και να ξεγελούμε τον εαυτό μας, όμως στο βάθος της καρδιάς μας δεν είναι εύκολο να εισχωρήσουμε και να αλλάξουμε τα γεγονότα. Ακόμη ξέρουμε πως βαδίζουμε προς το τέλος και το τέλος είναι για όλους μας κάτι φοβερό. Για την εκκλησία όμως το τέλος δεν είναι καθόλου φοβερό αλλά είναι άκρως χαρούμενο και αισιόδοξο γιατί στο τέλος του χρόνου είναι ο ίδιος ο Χριστός. Κι όταν εμείς που ταξιδεύουμε μέσα σ’αυτό το χρόνο με τις ποικίλες τρικυμίες βλέπουμε στο τέλος του χρόνου και του δικού μας χρόνου αλλά και ολόκληρου του κόσμου τον ίδιο το Χριστό, τότε λαμβάνει το τέλος για μας μια μεγάλη ωφέλεια και χαρά.

Όταν κανείς στο τέλος του χρόνου δεν βλέπει το χάος, αλλά τον Κύριό μας τότε τα πάντα μεταμορφώνονται. Και είναι πολύ σπουδαίο το γεγονός ότι η Εκκλησία βλέπει την πορεία της ακριβώς μέσα στο χρόνο σαν ένα ευχάριστο ταξίδι το οποίο είναι μεν επικίνδυνο και πολύπλοκο, αλλά αποβλέποντας στο τέλος, λαμβάνει μεγάλη αισιοδοξία, αφού κανένα εμπόδιο δεν είναι δυνατό να μας σταματήσει. Στο Σύμβολο της πίστεως λέμε «Προσδοκώ Ανάστασιν νεκρών» δεν λέμε πιστεύω στην ανάσταση των νεκρών, αλλά την περιμένουμε με λαχτάρα γιατί είναι ένα γεγονός άκρως αισιόδοξο και ευχάριστο, δηλαδή η παρουσία του Χριστού στον κόσμο είναι το τέλος της Ιστορίας. Αυτό σημαίνει οτι δεν καταργεί την Εκκλησία ούτε εκμηδενίζει τον άνθρωπο, αλλά κατεξοχήν μας ολοκληρώνει γιατί η παρουσία του Χριστού στα έσχατα του χρόνου αποτελεί για την Εκκλησία την απαρχή της αιωνίου Βασιλείας του Θεού σ’αυτό τον κόσμο.

Όταν τελούμε τα μυστήρια της Εκκλησίας αρχίζουμε ευλογούντες τη Βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Αυτόματα σαν να βρισκόμαστε σ’ένα άλλο πνευματικό χώρο, σε μια καινούρια κτήση, όπου τα πάντα παύουν. Όπως λέμε και στο Χερουβικό ύμνο «πάσαν την βιοτικήν αποθώμεθα μέριμναν», διότι βρισκόμαστε ενώπιον της Αγίας Τριάδος και εικονίζουμε τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ και τις ουράνιες δυνάμεις και μέσα στο χώρο όπου εκφράζεται η Εκκλησία που είναι κατεξοχήν το Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας: Εκεί δεν μπορει να μπει τίποτα αφού τα πάντα καταργούνται και ο χρόνος και ο χώρος και οι περιστάσεις εκμηδενίζονται και παραμένει μόνο η παρουσία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.

12 Ιανουαρίου, 2021

Ο ΚΑΛΠΑΣΜΟΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΗΣ ΑΠΕΙΡΗΣ ΧΑΡΑΣ,ΠΡΟΣ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ ΜΑΣ !

Ο χρόνος καλπάζει... Πότε κιόλας πέρασε τὸ 2020; Τώρα ἀνατέλλει τὸ φῶς μιᾶς νέας χρονιᾶς: 2021! 

Μέσα σὲ ἀμφίβολους καιρούς. Δίσεκτους... καὶ ὀργισμένους. Ἄδηλο τὸ μέλλον, σκοτεινὸ τὸ αὔριο τοῦ κόσμου. Ποῦ πᾶμε;... Ἐργασία ὑπηρεσιακὴ μὲ ἔφερε πρὶν λίγο καιρὸ σὲ πόλη ἐπαρχιακή, μιὰ ἀπ᾿ αὐτὲς τὶς ὄμορφες μικρὲς πόλεις ποὺ κοσμοῦν ὅλες τὶς γωνιὲς τοῦ τόπου μας. 

 Ἐδῶ οἱ ἄνθρωποι ἀναπνέουν καθαρὸ ἀέρα, κινοῦνται ἤρεμα, περπατοῦν χωρὶς φόβο, κρατοῦν ἀκόμα κάτι ἀπὸ τὸν παλιὸ καλὸ τρόπο ζωῆς. 
 Τελικὰ δὲν θὰ ἔμενα σὲ ξενοδοχεῖο. Φίλος ἐκλεκτὸς ἀπὸ παλιὰ πληροφορήθηκε τὴν παρουσία μου καὶ ἐπέμεινε πιεστικὰ νὰ μὲ φιλοξενήσει, νὰ μοῦ χαρίσει δυὸ ἡμερῶν χαρὰ στὸ ὄμορφο σπιτικό του μὲ τὴν πολὺ ἀγαπητή μου οἰκογένειά του. 
 Τὸ πρῶτο βράδυ, ὅταν πιὰ ἀποσύρθηκα στὸ δωμάτιο, ἔπεσα ἤρεμος νὰ ξεκουραστῶ... Ἡσυχία ἀπόλυτη. Ἄλλος κόσμος, πράγματι... Ξαφνικὰ αἰσθάνθηκα κάτι νὰ μὲ ἐνοχλεῖ... Ἕνας θόρυβος ἐλαφρός, παράξενος, ἐπίμονος... Τί εἶναι; Ἄνοιξα τὸ φῶς... προσπάθησα νὰ τὸν ἐντοπίσω.  
Ἄ! Ἀπίστευτο! Ἕνα ρολόι... ἕνα παλιὸ ἐπιτραπέζιο ρολόι ἀπὸ κεῖνα μὲ ἐλατήρια, ποὺ χρειάζεται κατὰ καιροὺς νὰ τὰ κουρντίζεις... Τί μοῦ θύμισε... Τίκ-τάκ, τίκ-τάκ, τίκ-τάκ... 
 –Ἀκοῦς; 
Ἡ φωνὴ ἦρθε ξαφνικὰ στὰ αὐτιά μου ἀπὸ τὸ πουθενά. Ἐνοχλητική, ἀδιάκριτη... 
 –Ποιός, ποῦ εἶσαι; 
Τὰ λόγια μου πνίγηκαν στὰ χείλη μου, τὴν ὥρα ποὺ τὸ βλέμμα μου ἀσυναίσθητα στράφηκε ἐρευνητικὸ στὶς γωνιὲς τοῦ δωματίου... 
 Δὲν ὑπῆρχε βέβαια κανένας... Καὶ δὲν εἶχα καμιὰ ἀμφιβολία· ἀπὸ μέσα μου εἶχε ἀκουστεῖ ἡ ἀπροσδόκητη φωνή. 
 –Ἀκοῦς; ξαναμίλησε ἡ μυστηριώδης φωνή... Ἀκοῦς; 
 –Τὸ τίκ-τάκ; Ναί, τὸ ἀκούω... 
 –Σοῦ θυμίζει τίποτε; 
 –Δέν... Τίποτε... 
–Σκέψου καλύτερα... Δὲν σοῦ φαίνεται σὰν καλπασμός; –Καλπασμός; Τὸ τίκ-τάκ;... 
 –Ναί, καλπασμός... Καλπασμός, ἂς ποῦμε, τοῦ ἀλόγου τοῦ θανάτου. 
 –Ἔτσι καλπάζει τὸ ἄλογο τοῦ θανάτου; 
 –Γιατί ὄχι; Κάθε στιγμὴ καὶ πιὸ κοντά... τίκ-τάκ, τίκ-τάκ, τίκ-τάκ... Αὐτὸ σοῦ φωνάζει τὸ ρολόι... Ἔρχεται, πλησιάζει... 
 –Ἔρχεται, ἔ; Ναί, βέβαια... ἔρχεται, ἔρχεται... 
 –Τὸ περιμένεις, ἔτσι; 
 –Τὸ περιμένω... 
 –Τὸν θάνατό σου! 
–Τὸν θάνατό μου; 
–Ναὶ βέβαια, τὸν θάνατό σου... Νομίζεις πώς... 
–Ὄχι, ὄχι... Τὸ ξέρω... θνητὸς εἶμαι... θὰ πεθάνω... 
–Ἀλλὰ ἀργότερα, ἔτσι; μετὰ ἀπὸ 20, 30, 50 χρόνια... –.......................... 
–Δὲν μιλᾶς;...Γιὰ σκέψου... Εἶσαι ἄνθρωπος, ἕνας ἀπὸ τὰ 7 δισεκατομμύρια τοῦ τωρινοῦ πληθυσμοῦ τῆς γῆς. 
Καὶ τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ὁ κάθε ἄνθρωπος;   Μήπως δὲν εἶναι ἕνα χορταράκι στὸ χωράφι, λουλουδάκι στὸ ἀπέραντο λιβάδι;   Ὅπως τὸν παρομοίασε ὁ Ψαλμωδός: «Ἄνθρωπος, ὡσεὶ χόρτος αἱ ἡμέραι αὐτοῦ· ὡσεὶ ἄνθος τοῦ ἀγροῦ, οὕτως ἐξανθήσει» (Ψαλ. ρβ΄ [102] 15). 
Ἀνθίζει τὸ λουλούδι, ἔπειτα πνέει ὁ καυστικὸς λίβας, καὶ τὸ λουλούδι μαραίνεται καὶ χάνεται. 
Ἔτσι χάνεται καὶ ὁ ἄνθρωπος. Γεννιέται, δρᾶ γιὰ λίγο στὸν κόσμο, καὶ κατόπιν «οὐκ ἐπιγνώσεται ἔτι τὸν τόπον αὐτοῦ».  Σὲ λίγο τὸν ξεχνοῦν ὅλοι. Συμφωνεῖς; 
–Ἔχεις δίκιο. 
–Κλεῖσε λοιπὸν γιὰ λίγο τὰ μάτια σου. Μεῖνε ἔτσι ἕνα λεπτό. Μόνο ἕνα λεπτό. Μὲ τὴ σκέψη σου δὲς τὸν ἑαυτό σου 30, 50, 80 χρόνια μετά. Δὲν θὰ ὑπάρχεις πιά. Ποιὸς σὲ γνωρίζει; Ποιὸς σὲ θυμᾶται; Λίγοι μόνο, γιὰ λίγα μόνο χρόνια. 
–Ἔτσι εἶναι... 
–Δός μου ἕνα ἀκόμη λεπτὸ μὲ κλειστὰ τὰ μάτια σου. Δὲς τὴ ζωή σου... Μπροστά σου μιὰ νέα χρονιά. Πῶς θὰ τὴ ζήσεις; Σκέφτηκες ὅτι στὸ τέλος της μπορεῖ νὰ εἶσαι καὶ σὺ ἀνάμεσα σ᾿ αὐτοὺς ποὺ θὰ ἔχουν ἀναχωρήσει γιὰ πάντα; Ἀναλογίσου! Αὐτὴ ἡ νέα χρονιὰ εἶναι ἡ εὐκαιρία σου, ἡ ζωή σου, τὸ μέλλον σου!  Ὁ νομπελίστας ποιητὴς μᾶς τὸ εἶπε τόσο δυνατά: «Δεύτερη ζωὴ δὲν ἔχει...»!  Μιὰ καὶ μόνη ζωὴ ἔχεις. Ἂν τὴ χάσεις, χάθηκες! 
Μὴν τὴ χάσεις. Νὰ τὴν κερδίσεις! Νὰ κερδίσεις τὰ πάντα, τὴν αἰωνιότητα... Ἀκοῦς; Τίκ-τάκ, τίκ-τάκ, τίκ-τάκ... Τί εἶναι; 
–Τί εἶναι!  Δὲν εἶπες ὁ καλπασμὸς τοῦ ἀλόγου τοῦ θανάτου; 
–Ὄχι! Τώρα εἶσαι ἐσύ! Καλπάζεις πρὸς τὴ Βασιλεία. Πηγαίνεις πρὸς τὸ πατρικό σου σπίτι, τὸ παλάτι τοῦ Πατέρα σου. Δὲν σοῦ δίνει αὐτὸ χαρά; 
–Χαρά; 
–Χαρά, βέβαια! Ἀφοῦ ξέρεις. Δὲν ξέρεις ὅτι σὲ περιμένει ἡ Βασιλεία τῆς ἄπειρης χαρᾶς, τῆς ἄπειρης δόξας, τῆς ἄπειρης εὐτυχίας; 
–Ἀσφαλῶς τὸ ξέρω... Τὸ πιστεύω! 
–Ζῆσε λοιπὸν σωστὰ τὸν ὑπόλοιπο χρόνο τῆς ζωῆς σου γιὰ νὰ τὴν κερδίσεις. Ζῆσε μὲ μετάνοια. Ἄλλαξε! Ἄφησε τὶς κακές σου συνήθειες. Γίνε ἅγιος!... Ἀκοῦς; 
–Ἀκούω: Τίκ-τάκ, τίκ-τάκ, τίκ-τάκ... Ὁ καλπασμὸς τοῦ ἀλόγου... Ἡ μέρα τῆς μεγάλης προσδοκίας πλησιάζει!ΟΣΩΤΗΡ2102

02 Ιανουαρίου, 2021

Η ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΜΑΣ ΚΑΙ Η ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ.

 
π. Φιλιππος Μπεναζης Ι.Ν.ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΔΕΑΜΑΣ

Σύν Θεῷ ἀγαπητοί μου βρισκόμαστε γιά ἄλλη μιά φορά στή ζωή μας, στήν ἀρχή ἑνός καινούργιου χρόνου. Ὅπως κάθε ἀρχή καινούργιου χρόνου, ἔτσι καί φέτος γεμίζουν τίς καρδιές μας αἰσθήματα εὐχάριστα,αἰσθήματα χαρᾶς. Κάθε ἀρχή εἶναι καί κάτι καινούργιο. Κάθε ἀρχή εἶναι μία εὐκαιρία νά κάνουμε κάτι καλύτερο γιά ὅ,τι μᾶς ἀφορᾶ στή ζωή. Νά κάνουμε μία επανεκκίνηση. Μέ τό μηδενισμό τοῦ παλαιοῦ ἔτους, νά μηδενίσουμε καί ἐμείς ὅ,τι κακό ἔχουμε καί κουβαλᾶμε στή ζωή μας. Μέ τήν ἀρχή τοῦ νέου χρόνου μέ αἰσιοδοξία καί μέ πίστη νά προσπαθήσουμε νά κάνουμε ὅ,τι καλύτερο μποροῦμε, ὅ,τι δέν μπορέσαμε νά πετύχουμε τό χρόνο πού τελείωσε. 

Τό γεγονός τῆς λήξεως καί τῆς ἀλλαγῆς τοῦ χρόνου εἶναι κάτι πολύ καλό. Ἄν  καί στήν πραγματικότητα αὐτό δέν ὑφίσταται. Δέν ὑφίσταται γιατί ὁ χρόνος εἶναι ταυτισμένος μέ τή ζωή, μέ τή δημιουργία. Εἶναι μία εὐθεία γραμμή πού ἀρχή ἔχει τό «γενηθήτω» τοῦ Θεοῦ καί τέλος τή Δευτέρα Παρουσία Του, πού θά εἶναι καί τό τέλος τῆς ἱστορίας αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Ἡ ζωή μας εἶναι ταυτισμένη μέ τή ροή τοῦ χρόνου, ὁ ὁποίος ὅπως καταλαβαίνουμε εἶναι κάτι ἀνεξάρτητο ἀπό ἐμᾶς. Ἐμεῖς εἴμαστε μέσα σ΄αὐτόν. 

Στή ροή του γενιόμαστε, μεγαλώνουμε, πεθαίνουμε καί μετά ἀπό ἐμᾶς κάποιοι ἄλλοι καί ἔτσι ἐναλλασόμαστε ὡς ὑπάρξεις, ὅμως αὐτό δέν ἀφορᾶ καθόλου τό χρόνο, ὁ ὁποίος ρέει διαρκῶς. Κάθε στιγμή του εἶναι ἀνεπανάλειπτη. Αὐτά εἶναι δυσάρεστα γιατί μᾶς θυμίζουν τήν φθαρτότητά μας καί τό πεπερασμένο τῆς ζωῆς. Μέσα ἀπό αὐτό ὅμως ἀποκτᾶ νόημα καί σημασία ἡ ἀρχή κάθε χρόνου, γιατί μᾶς δίνει δικαίωμα στήν ἐλπίδα καί στήν ἀξία τοῦ ὅτι ἐφ΄ὅσον ζῶ, μπορῶ ἀκόμη νά κάνω πολλά, νά βελτιωθῶ καί νά ὁρίσω καλύτερα τή ζωή μου. 

Σέ μία τέτοια συγκυρία καί ἡ αὐριανή εὐαγγελική περικοπή τῆς Κυριακῆς πρό τῶν Φώτων, μᾶς ὁμιλεῖ γιά μία ἀρχή.  Γιά μία ἀρχή πού εἶναι ἡ σημαντικότερη αὐτοῦ τοῦ κόσμου πού ἔγινε ποτέ. Καί εἶναι τέτοια γιατί ἀφορᾶ κάτι πού εἶναι θεϊκό, γιά κάτι πού ἔχει τή δύναμη νά ἀλλάξει τόν κόσμο. Αὐτόν τόν ψεύτικο ὅπως λέμε καμιά φορά. Ποιά εἶναι αὐτή; Εἶναι ἡ «ἀρχή τοῦ εὐαγγελίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, υἱοῦ τοῦ Θεοῦ», ὅπως σημειώνει ὁ Ἱερός εὐαγγελιστής Μᾶρκος. 

Πῶς γίνεται αὐτή ἡ ἀρχή; Γίνεται μέ τήν ἐμφάνιση τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου. Ὁ ὁποίος ὀνομάστηκε ἔτσι γιατί προετοίμασε τό «δρόμο» γιά νά περάσει ὁ Χριστός. Πρίν τό «δρόμο» δηλαδή τήν ἐμφάνιση καί τό πέρασμα τοῦ θεανθρώπου Χριστοῦ ἀπό τόν κόσμο μας, ἐμφανίστηκε ὁ τελευταίος τῶν προφητῶν Ἰωάννης, γιά νά ἐτοιμάσει τόν κόσμο πρός ὑποδοχή Αὐτοῦ.    

Ὡς ἕνας κήρυκας, ὡς φωνή ὅπως ἀναφέρει τό ἱερό κείμενο, ἐμφανίστηκε στήν ἔρημο τοῦ Ἰορδάνου καί καλοῦσε αὐτούς πού Τόν περιμένανε (τούς Ἰσραηλίτες) νά ἐτοιμαστοῦν γι αὐτό. Δέν θά ἦταν ὑπερβολή νά ποῦμε πώς ὁ τίμιος Πρόδρομος, ὡς παρουσία, ἦταν μία φωνή, μία βοή. Μιά σειρήνα πού χαλοῦσε τήν ησυχία τῆς ἐρήμου, μέ τή στεντόρια φωνή του, καί καλοῦσε σέ μετάνοια τούς ὁμοεθνεῖς του. 

Τούς μιλοῦσε γι Αὐτόν πού ἔρχεται καί πώς πρέπει νά ἐτοιμάσουν τό δρόμο γιά νά περάσει. Αὐτός ὁ δρόμος δέν ἦταν ἄλλος ἀπό τή μετάνοια, τή συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητας καί τήν παραδοχή της, δηλαδή τήν ἐξομολόγηση της. Ἔτσι πλήθη συνέρρεαν στόν Ἰορδάνη. Ὅπου μπροστά στόν Ἰωάννη ἐξομολογοῦντο τίς ἁμαρτίες τους κι αὐτός τούς ἔδινε ἄφεση, ξεπλένοντάς τους μέ τό νερό τοῦ ποταμοῦ. Γιά νά καθαρθοῦν καί ἔτσι νά εἶναι ἔτοιμοι πρός ὑποδοχή τοῦ Μεσσία Χριστοῦ.   

Ὅπως λέει τό ἱερό κείμενο τούς ἐφιστοῦσε  τήν προσοχή πώς ἔρχεται μετά ἀπό αὐτόν ἰσχυρότερος του, τοῦ ὁποίου δέν εἶναι ἱκανός οὔτε τό κορδόνι ἀπό τό ὑπόδημά Του νά λύσει. Τό ἔκανε δέ αὐτό γιατί πολλοί δέν καταλάβαιναν καί ἐκλάμβαναν τόν Ἰωάννη ὡς τόν προσδοκόμενο Μεσσία. Τούς ξεκαθάριζε ἔτσι πώς δέν εἶναι αὐτός ὁ προσδοκόμενος καί πώς καί αὐτός Τόν περιμένει. Γιά νά τονίσει δέ καλύτερα αὐτό, τούς ἔλεγε πώς θά λάβουν κι ἀπό Αὐτόν βάπτισμα. Ἀλλά τό βάπτισμα Του δέν θά εἶναι ἀπό νερό ἀλλά ἀπό τό Ἅγιο Πνεύμα, τό ὁποίο θά ἔχουν τή δυνατότητα καί νά τό λάβουν. 

Αὐτή πραγματικά θά εἶναι μία ἀρχή πού παρόμοιά της δέν εἶχε ξανασυμβεῖ. Εἶναι ἡ ἀρχή τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Θεοῦ, τῆς ἀποκαλύψεώς Του, ἡ ἀρχή τῆς φανέρωσης τοῦ Θεοῦ. Ἡ θεοφάνεια. Γι αὐτό καί στό ἀντίστοιχο ἀποστολικό ἀνάγνωσμα τῆς ἡμέρας, ὁ ἀπ. Παύλος, τονίζει πρός τό μαθητή του Τιμόθεο καί τόν παρακαλεῖ: «Παιδί μου Τιμόθεε νά ἔχεις ξεκαθαρισμένη κρίση γιά νά τά ἀντιμετωπίσεις ὅλα. Νά κακοπαθήσεις, νά ἐργασθεῖς γιά τή διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου, νά ἐκπληρώσεις τό καθήκον σου στήν ὑπηρεσία τοῦ Θεοῦ. 

Γιατί ἐγώ ἧλθε ἡ ὥρα μου νά χύσω τό αἶμα μου σπονδή στό Θεό, ἔφτασε ὁ καιρός νά φύγω ἀπό τόν κόσμο. Ἀγωνίστηκα τόν ὡραίο ἀγώνα, ἔτρεξα τό δρόμο ὥς τό τέλος, φύλαξα τήν πίστη. Τώρα πιά μέ περιμένει τό στεφάνι τῆς δικαιοσύνης, πού μέ αὐτό θά μέ ἀνταμείψει ὁ Κύριος ἐκείνη τήν ἡμέρα, ὁ δίκαιος κριτής. Κι ὄχι μόνο ἐμένα, ἀλλά καί ὅλους ἐκείνους πού περιμένουν τόν ἐρχομό Του».  Ὁ ἐρχομός στόν ὁποίον ἀναφέρεται ὁ ἀπ.Παύλος, εἶναι ἡ Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ. 

Ἡ ὁποία θά εἶναι ὅπως προείπαμε τό τέλος τοῦ χρόνου καί ἡ ἀρχή μίας ἄλλης, καινούργιας ζωῆς. Γιά νά μιλᾶμε γιά Δευτέρα Παρουσία, σημαίνει πώς ἔχει προηγηθεῖ μία ἄλλη πρώτη. Αὐτή δέν εἶναι ἄλλη ἀπό αὐτή πού γιορτάσαμε πρίν λίγες ἡμέρες, τά Χριστούγεννα. Καί πού ὡς πλήρης Θεοφάνεια, δηλαδή ἐμφανή παρουσία τῆς Ἁγίας Τριάδος, συνέβη κατά τή βάπτιση τοῦ Χριστοῦ στόν Ἰορδάνη. Κατά τήν ὁποία τό δεύτερο πρόσωπο, ὁ Υἱός, ἦταν παρόν ὡς ἄνθρωπος. Τό πρώτο πρόσωπο, ὁ Πατήρ, φάνηκε ὡς φωνή ἡ ὁποία ἐπιβεβαίωνε τή θεότητα τοῦ Χριστοῦ ὡς Υἱοῦ τοῦ Πατρός. Τό τρίτο πρόσωπο, τό Ἅγιο Πνεῦμα ἐμφανίστηκε ὡς περιστέρι. 

Ἀγαπητοί μου· 

Στήν ἀρχή αὐτοῦ τοῦ νέου χρόνου ἄς συνειδητοποιήσουμε ὅτι ἡ ζωή μας ὡς χριστιανῶν, εἶναι μία ζωή πού εἶναι κοινωνία μέ τό ζῶντα Θεό. Ὁ Ὁποίος μᾶς φανερώθηκε κάποτε καί μᾶς κάλεσε σέ μία ἀρχή, σέ μία νέα ζωή πού θά εἶναι γεμάτη ἀπό Θεό. Αὐτή δέν εἶναι ἄλλη ἀπό τή ζωή τῆς Ἐκκλησίας μας. Μέ τή βάπτισή μας γινόμαστε μέλη της καί ταυτόχρονα γινόμαστε καί μέλη τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ. Εἴμαστε κοινωνοί τοῦ Θεοῦ.

 Ὁ Θεός εἶναι ἐκτός χρόνου, ἄρα κι ἐμεῖς ὡς Ἐκκλησία Του διά τῆς σχέσεως μαζί Του μποροῦμε νά νικήσουμε τό χρόνο. Νά γίνουμε τό αἰώνιο παρόν, αὐτό δηλαδή πού εἶναι καί ὁ Θεός. Ἄς θυμηθοῦμε. Τά γεγονότα της ἡ Ἐκκλησία τά ζεῖ πάντα «σήμερον». Σήμερον γεννᾶται. Σήμερον βαπτίζεται. Σήμερον κρεμᾶται. Ἔτσι μποροῦμε πάντοτε νά εἴμαστε μία κατάσταση ἀρχῆς, ὅπως τήν καταλαβαίνουμε στήν καθημερινότητά μας. 

Νά εἴμαστε δηλαδή μία κατάσταση συνεχοῦς αἰσιοδοξίας, ἐλπίδας, θάρρους καί δυνάμεως ἀπό Θεοῦ καί σύν Θεῷ! Ἀς μήν ἀφήσουμε τήν εὐκαιρία νά πάει χαμένη. Ἄς εἶναι ἐφέτος γιά ὅλους μας ἡ ἀρχή τοῦ χρόνου, μία ἀρχή πού θά εἶναι συνεχής ἀλλά ὅμως διά τοῦ Θεοῦ θά εἶναι μία πρόοδος καί μία ἐξέλιξη γιά ἕναν παραγματικά καλύτερο κόσμο, γιά μία πραγματικά καλύτερη ζωή!

01 Ιανουαρίου, 2021

ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

Καινούργιος χρόνος μπροστά μας. Ἀνέτειλε τὸ 2021. Ἀποχαιρετίσαμε τὸ 2020 τὸ ὁποῖο ἔγινε πλέον παρελθόν. Ὑποδεχθήκαμε τὸ νέο ἔτος 2021 μὲ ἐλπίδα καὶ μὲ τὴν προσδοκία νὰ εἶναι καλύτερο ἀπὸ τὸ προηγούμενο. Ὅλοι μας ἐπιβιβασθήκαμε μέσα στὸ χρόνο καὶ γεννηθήκαμε στὸν παρόντα κόσμο. Θὰ ἀναπτυχθοῦμε, θὰ κλείσουμε τὸν κύκλο τῆς διαμονῆς μας καὶ θὰ ἀποβιβασθοῦμε μὲ τὴν ἔξοδό μας στὴν ἀπεραντοσύνη τῆς αἰωνιότητος, ποὺ εἶναι ἡ μόνιμη πατρίδα μας. Τί ὅμως εἶναι ὁ χρόνος ποὺ ὅλοι τὸν θεωροῦμε γνωστὸ καὶ αὐτονόητο, ἀλλὰ ὡστόσο, ὅταν θελήσουμε νὰ τὸν περιγράψουμε, δυσκολευόμαστε ἢ καὶ ἀδυνατοῦμε νὰ καθορίσουμε τὴ φύση του; Ὁ ἅγιος Αὐγουστίνος στέκεται στοχαστικὸς μπροστὰ στὸ χρόνο καὶ προσπαθεῖ νὰ δώσει κάποια ἀπάντηση: «Τί εἶναι, λοιπόν, ὁ χρόνος; Ἂν δὲν μὲ ρωτᾶ κανείς, γνωρίζω. Ἂν ὅμως θέλω νὰ τὸ ἐξηγήσω σὲ κάποιον ποὺ μὲ ρωτᾶ, δὲν γνωρίζω. Ἀλλὰ σὲ κάθε περίπτωση τολμῶ νὰ πῶ πὼς τοῦτο γνωρίζω: Ἂν τίποτε δὲν παρερχόταν, δὲν θὰ ὑπῆρχε παρελθόν. Ἂν τίποτε δὲν πλησίαζε, δὲν θὰ ὑπῆρχε μέλλον. Ἂν τίποτε δὲν ὑπῆρχε, δὲν θὰ ὑπῆρχε καὶ παρόν. Ὅμως, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχει τὸ παρελθὸν καὶ τὸ μέλλον, ἀφοῦ τὸ παρελθὸν πέρασε καὶ τὸ μέλλον δὲν ἔχει ἔρθει ἀκόμη; Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἂν τὸ παρὸν ἦταν πάντα παρὸν καὶ δὲν γινόταν παρελθόν, δὲν θὰ ὑπῆρχε χρόνος ἀλλὰ αἰωνιότητα» (Ἐξομολογήσεις 11, 14-15· ΡL 32, 815-816). Καὶ ὁ Μέγας Βασίλειος σημειώνει εὔστοχα: «Ἢ οὐχὶ τοιοῦτος ὁ χρόνος, οὗ τὸ μὲν παρελθὸν ἠφανίσθη, τὸ δὲ μέλλον οὔπω πάρεστι, τὸ δὲ παρὸν πρὶν γνωσθῆναι διαδιδράσκει τὴν αἴσθησιν;» (Ὁμιλίαι εἰς τὴν Ἑξαήμερον, 1,5· PG 29, 13β). Μήπως ὁ χρόνος δὲν εἶναι κάτι τέτοιο; Κάτι δηλαδὴ τοῦ ὁποίου τὸ μὲν παρελθὸν ἐξαφανίστηκε, τὸ δὲ μέλλον ἀκόμη δὲν ἔχει ἔρθει, ἐνῶ τὸ παρὸν πρὶν τὸ συνειδητοποιήσουμε ξεφεύγει ἀπὸ τὴν ἀντίληψή μας; Μυστήριο ὁ χρόνος. Αὐτὸς ὅμως ὁ μυστηριώδης καὶ φευγαλέος χρόνος κάτω ἀπὸ τὸ φῶς τῆς ἀλήθειας τοῦ Εὐαγγελίου ἀποκτᾶ μεγάλη, ἀνεκτίμητη ἀξία γιὰ τὸν πιστὸ χριστιανό. Τὴν ἀξία του τὴν φανέρωσε ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς γινόμενος ἄνθρωπος. Μέσα στὸ χρόνο «ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν» (Ἰω. α΄ 14). Μέσα στὸ χρόνο πραγματοποιεῖται τὸ σωτηριῶδες καὶ ἀπολυτρωτικὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ, πραγματώνεται ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Γιὰ τὸν πιστὸ ὁ χρόνος καὶ ὁ χῶρος ἐδῶ στὴ γῆ εἶναι στίβος, εἶναι ἄθληση καὶ ἄσκηση γιὰ τὴν αἰωνιότητα. Διότι κατὰ τὴ διάρκεια τῆς παραμονῆς του σ᾿ αὐτὸ τὸν κόσμο ἔχει τὴ δυνατότητα, συνεργαζόμενος μὲ τὴ σωστικὴ Χάρη τοῦ Παναγίου Πνεύματος, νὰ πετύχει τὸν αἰώνιο προορισμό του.  Ἀπὸ ἐδῶ ὁ πιστὸς χριστιανὸς γίνεται τέκνο τοῦ φωτός, συμπολίτης τῶν Ἁγίων καὶ οἰκεῖος τοῦ Θεοῦ, μέλος τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ. Ἀγωνίζεται νὰ μορφωθεῖ ὁ Χριστὸς μέσα του, νὰ καρποφορεῖ στὴν καρδιά του ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ. Ἐδῶ ζωογονεῖται μὲ τὸ Μυστήριο τῆς θείας Μεταλήψεως. Ὡς μέλος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ βρίσκεται στὸν προθάλαμο τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν, προγεύεται τὴ ζωὴ τῆς αἰωνιότητος καὶ προσμένει «τὴν μακαρίαν ἐλπίδα καὶ ἐπιφάνειαν τῆς δόξης τοῦ μεγάλου Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Τίτ. β΄ 13). Τὰ δὲ πολλὰ καὶ συχνὰ δυσεπίλυτα προβλήματα ποὺ παρουσιάζονται στὴ ζωή του, ὅπως συμβαίνει στὶς μέρες μας, δὲν τὸν ἀποπροσανατολίζουν ἀπὸ τὸν τελικὸ σκοπό του. Ἔχει λοιπὸν ἀξία ὁ χρόνος καὶ ὀφείλουμε οἱ πιστοὶ νὰ τὸν ἀξιοποιοῦμε. Χρήματα ἂν ξοδέψεις, λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, θὰ μπορέσεις πάλι νὰ τὰ ἀποκτήσεις. Ἂν ὅμως χάσεις τὸν χρόνο σου, εἶναι πολὺ δύσκολο νὰ τὸν ξαναβρεῖς. Ὁ Κύριος μάλιστα μὲ τὴν παραβολὴ τῶν δέκα μνῶν (βλ. Λουκ. ιθ΄ [19] 12-27) μᾶς βεβαίωσε ὅτι ἐμπιστεύθηκε σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους διάφορα χαρίσματα καὶ τάλαντα, μὲ τὴν παραγγελία νὰ τὰ χρησιμοποιήσουν γιὰ τὸ καλὸ τὸ δικό τους καὶ τῶν ἄλλων. Ὅμως ἐπιφυλάσσεται νὰ ζητήσει λόγο ἀπὸ τὸν καθένα κατὰ τὴ Δευτέρα Παρουσία Του: «πραγματεύσασθε ἐν ᾧ ἔρχομαι» (Λουκ. ιθ΄ 13). Αὐτὴ εἶναι ἡ μεγάλη εὐθύνη ὅλων μας. ΟΣΩΤΗΡ2102

26 Σεπτεμβρίου, 2020

Η Διαλεκτική της Χριστιανικής Ζωής και η Αξία του Χρόνου

.

  Ιωάννης Καραβιδόπουλος
Το αποστολικό ανάγνωσμα της Κυριακής προέρχεται από τη Β΄ προς Κορινθίους επιστολή του Απ. Παύλου και αναφέρεται αφενός μεν στη διαλεκτική αντίθεση μεταξύ φαινομένων και πραγματικότητας της χριστιανικής ζωής και αφετέρου στη σωτηριολογική αξία του χρόνου της ζωής. Το αποστολικό ανάγνωσμα σε μετάφραση είναι το εξής:
«Αδελφοί, συνεργάτες του Θεού καθώς είμαστε, σας παρακαλούμε να μην αφήσετε να πάει χαμένη η χάρη του Θεού που δεχτήκατε, γιατί η Γραφή λέει: Στον καιρό της χάρης σε άκουσα, και την ημέρα της σωτηρίας σε βοήθησα. Να, τώρα είναι ο καιρός της χάρης, τώρα είναι η ημέρα της σωτηρίας. Κανένα πρόσκομμα δεν φέρνουμε σε κανένα, για να μη δυσφημηθεί το έργο μας. Αντίθετα, με κάθε τρόπο συσταίνουμε τον εαυτό μας ως υπηρέτες του Θεού: με τη μεγάλη υπομονή μας, με τις θλίψεις, με τις δυσχέρειες, τις στενοχώριες, τις κακοποιήσεις, τις φυλακίσεις, τις εναντίον μας εξεγέρσεις, τις ταλαιπωρίες, τις αγρύπνιες, την πείνα. Συσταίνουμε τον εαυτό μας με την εντιμότητα, τη γνώση της αλήθειας, την ανεκτικότητα, την καλοσύνη, τη φώτιση του Αγίου Πνεύματος, την ανυπόκριτη αγάπη, με το κήρυγμα για την αλήθεια, με τη δύναμη του Θεού, με τα όπλα της σωτηρίας τα επιθετικά και τα αμυντικά. Δοκιμάζουμε δόξα και ατίμωση, δυσφήμηση και έπαινο. Μας θεωρούν λαοπλάνους, και όμως λέμε την αλήθεια· μας αγνοούν και όμως γινόμαστε γνωστοί· φτάνουμε στον θάνατο, και να που ζούμε· μας βασανίζουν, αλλά δεν πεθαίνουμε· μας προξενούν στενοχώριες κι όμως πάντοτε χαιρόμαστε· είμαστε φτωχοί, κάνουμε όμως πολλούς να πλουτίσουν· τίποτα δεν έχουμε και τα πάντα κατέχουμε» (Β΄Κορ 6,1-10).

Θα σταματήσουμε πρώτα στην πτυχή των αντιθέσεων που ισχύουν για τη ζωή των αποστόλων και κατ΄ επέκταση για τη ζωή του κάθε χριστιανού. 
Τη ζωή αυτή χαρακτηρίζει μια διαλεκτική αντίθεση ανάμεσα σ’αυτό που νομίζουν οι πολλοί και σ’ αυτό που αποτελεί την εσωτερική πραγματικότητα και το προσωπικό βίωμα του αποστόλου αλλά και του πιστού. 
Το «ὡς ἀποθνήσκοντες καὶ ἰδοὺ ζῶμεν» (:φτάνουμε στον θάνατο, και να που ζούμε) δείχνει από τη μια μεριά τη σχέση του χριστιανού με τη ζωή του κόσμου και από την άλλη τη συμμετοχή του σε μια άλλη ποιότητα ζωής. 
Η απονέκρωση των εγωϊστικών επιθυμιών, η παραίτηση από αυτονόητα δικαιώματα, η απαγκίστρωση από υλικά συμφέροντα μπορεί να παρουσιάζουν τον χριστιανό σαν νεκρό έναντι του κόσμου, αλλά η νέκρωση αυτή δεν είναι παρά εξωτερική. Μέσα από αυτή τη νέκρωση προβάλλει μια ζωή που τροφοδοτείται από τον λόγο και το Πνεύμα του Θεού, μια δύναμη ζωής που κάνει τον χριστιανό να αντιμετωπίζει «στενοχώριες» αλλά να μη καταβάλλεται, να λυπάται για όσα δυσάρεστα συμβαίνουν μέσα στον κόσμο αλλά και να χαίρει γιατί γνωρίζει ότι ο Θεός είναι Κύριος της ιστορίας που έχει τον τελευταίο λόγο, να είναι φτωχός από υλικά αγαθά αλλά συγχρόνως να κάνει πλούσιους τους ανθρώπους του περιβάλλοντός του με την αγάπη του, με τη ζωή του, με τη θυσία του. Τέλος, η δύναμη της ζωής που σφύζει μέσα του τον κάνει, ενώ δεν έχει φαινομενικά τίποτε, στην ουσία «να κατέχει τα πάντα». Στα πάντα πρέπει να εννοήσουμε τον απέραντο πλούτο της βασιλείας του Θεού, της βασιλείας της αγάπης.

Για τον χριστιανό όμως που διαβάζοντας τα παραπάνω διαπιστώνει ότι δεν διαθέτει τα περιγραφόμενα χαρακτηριστικά, ο Παύλος δεν απευθύνει απειλές θείας τιμωρίας αλλά μήνυμα αφυπνίσεως και προσκλητήριο μετάνοιας. Αυτή η σκέψη μας οδηγεί στο δεύτερο σημείο που θέλουμε να υπογραμμίσουμε στην αποστολική περικοπή.
Στην αρχή της περικοπής ο Παύλος παραθέτει μια φράση από τον προφήτη Ησαΐα και τη σχολιάζει: «η Γραφή λέει. Στον καιρό της χάρης σε άκουσα, και την ημέρα της σωτηρίας σε βοήθησα. Να, τώρα είναι ο καιρός της χάρης, τώρα είναι η ημέρα της σωτηρίας». Στη φράση του προφήτη και στο σχόλιο του Αποστόλου προβάλλεται η θετική αξιολόγηση του χρόνου από χριστιανικής πλευράς.
Έχει ιδιαίτερη σημασία για τη ζωή μας να γνωρίζουμε με ποια βαθύτερη σωτηριολογική σπουδαιότητα είναι φορτισμένη η κάθε χρονική στιγμή και ποιες επιπτώσεις μπορεί να έχει η ανέμελη σπατάλη του χρόνου. Πολλές φορές ορισμένοι χριστιανοί, επηρεασμένοι από κάποια φιλοσοφική αντίληψη αρνητικής αξιολόγησης του χρόνου, δείχνουν να περιφρονούν τον χρόνο, έχοντας στραμμένα τα βλέμματά τους προς την αιωνιότητα. Ξεχνούν όμως ότι η αιωνιότητα κερδίζεται ή χάνεται από τον τρόπο που χρησιμοποιεί κανείς τον χρόνο του, την κάθε ανεπανάληπτη στιγμή της ζωής του, την κάθε μικρή και ασήμαντη χρονική μονάδα που φεύγει με ασύλληπτη ταχύτητα, για να μεταβληθεί σε παρελθόν, το οποίο δεν βρίσκεται πλέον υπό τον έλεγχό μας, αλλ’ απεναντίας μας ελέγχει και μας κυβερνά δια μέσου της μνήμης μας.
Ο χρόνος είναι το πεδίο της ζωής και δράσης του ανθρώπου, και κάθε προσπάθεια φυγής από τον χρόνο είναι τελείως αντίθετη με τον Χριστιανισμό, ο οποίος έχει σαν κεντρικό πυρήνα τη Γέννηση του Χριστού μέσα στον χρόνο και τη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή. Γι’ αυτό και το χριστιανικό μήνυμα δεν είναι η απάθεια και αταραξία για τον χρόνο που περνά αλλά το πάθος για τη σωτηριολογική εκμετάλλευση του χρόνου. Η σωτηρία, κατά τη διδασκαλία του Απ. Παύλου, είναι βέβαια δώρο του Θεού αλλά δώρο που ο άνθρωπος το δέχεται και προσπαθεί να το διατηρήσει μέσα στον χρόνο της ζωής του. Η σωτηρία δεν είναι κάποια ασαφής μελλοντική υπόσχεση του Θεού αλλά μια νέα ζωή που αρχίζει από τώρα, από τη στιγμή που λέγει κανείς το Ναι στη θεία δωρεά.Η κάθε στιγμή που περνάει γρήγορα και χάνεται μέσα στο παρελθόν είναι αποφασιστική, γιατί μπορεί να οδηγήσει είτε στη λύτρωση είτε στον χαμό. Γεννιέται όμως εδώ το ερώτημα: Δεν έχει αλήθεια ο άνθρωπος τη δυνατότητα να αναθεωρήσει ένα προηγούμενο χρονικό διάστημα της ζωής του που χάθηκε άκαρπο; Η απάντηση της Αγίας γραφής είναι σαφής: Ο άνθρωπος είναι βέβαια δεσμευμένος και περιορισμένος στα ασφυκτικά πλαίσια του χρόνου, συγχρόνως όμως είναι και ελεύθερος έναντι του χρόνου. Και η ελευθερία του αυτή φαίνεται από το ότι έχει τη δυνατότητα να αναθεωρεί προηγούμενες απερίσκεπτες και αρνητικές πράξεις του και να ξαναρχίζει μια καινούργια δημιουργική ζωή. Είναι αυτό που η Εκκλησία μας ονομάζει μυστήριο της μετανοίας, δηλαδή η δυνατότητα να ξανακερδίσει κανείς τον χαμένο χρόνο του παρελθόντος και να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για ένα πιο ελπιδοφόρο μέλλον. Ο φόβος για το επερχόμενο μέλλον απαλύνεται και γίνεται αυτό το μέλλον μια ευχάριστη προσμονή, όταν κανείς χρησιμοποιεί δημιουργικά το παρόν ή μετανοεί για το χαμένο παρελθόν του. Αρκεί να καταλάβει καλά ότι η κάθε χρονική στιγμή είναι δώρο του Θεού που το χάσιμό της μπορεί να του στοιχίσει ακριβά για το μέλλον του. Η αναζήτηση του «χαμένου χρόνου» που απασχολεί ορισμένους φιλοσόφους μπορεί να βρει την απάντηση στη δυνατότητα επανεύρεσης του χαμένου χρόνου που προτείνει η Εκκλησία.
Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ  ΓΙΑ ΤΟ ΧΑΜΕΝΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ  ΔΙΩΧΝΕΙ ΤΟΝ ΦΟΒΟ ΤΟΥ ΕΠΕΡΧΟΜΕΝΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ!