Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κοντογλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κοντογλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

09 Φεβρουαρίου, 2024

Ξέγνοιαστα νιάτα καὶ κακὰ γεράματα

Κόντογλου Φώτης

Τὸν καιρὸ ποὺ γύριζα τὸν κόσμο, βρέθηκα μία φορᾶ στὴ Μαρσίλια, κι ἐπειδὴ μ’ ἄρεζε αὐτὴ ἡ πολιτεία, κι εἶχα καὶ κάμποσους καλοὺς φίλους ἐκεῖ πέρα, κάθισα ἕνα – δυὸ μῆνες.



Ἔκανα παρέα μὲ κάποιους Μαρσεγιέζους, ποὺ ἤτανε ὅλοι τους ἀνοιχτόκαρδοι καὶ καλοὶ ἄνθρωποι, πρὸ πάντων ἕνας ζωγράφος, Γιάννης Λασὰ τ’ ὄνομά του, ἀπὸ καλὸ σπίτι, κι ἕνας ἄλλος Μποτρού, θαλασσινός, κι οἱ δυό τους ὡς εἰκοσιπέντε χρονῶ, ὅσο ἤμουνα κι ἐγώ. Μὰ ἤτανε καὶ κάμποσοι Ρωμιοί, ὁ Νικόλας ὁ Βαγὴς καὶ ὁ Παναγὴς ὁ Γκαγκάνης, κι οἱ δυὸ πατριῶτες μου, ὁ Νίκος ὁ Σαμιωτάκης ἀπὸ τὶς Φώκιες καὶ κάποιοι ἄλλοι.

Στὴ Μαρσίλια ἤμουνα ξαναπηγαιμένος ἄλλες δυὸ φορὲς πρωτύτερα, ἀλλὰ τούτη τὴ φορὰ ἔτυχε νὰ κάνω γνωριμιὰ μ’ ἕνα γέρικο σκυλόψαρο, ἕναν θαλασσινὸ κοσμογυρισμένον, ποὺ καθότανε στὴν παλιὰ Μαρσίλια, στὸ μαχαλά τοῦ Σὰν Βικτόρ, κι ἀπὸ κεῖνον ἔμαθα ὅλα τὰ μυστήρια τοῦ Παλαιοῦ Πόρτου.

Ἐγὼ καθόμουνα κοντὰ στὴν πλατεία Καστελᾶν. Δυὸ μῆνες ποὺ κάθισα, πέρασε πολὺ ἔμορφα. Τὶς περισσότερες φορὲς κοιμόμουνα τὰ ξημερώματα, γιατί τὴ νύχτα καθόμαστε ὡς τὴν αὐγὴ σὲ καμιὰ ταβέρνα τοῦ λιμανιοῦ, σὲ κανέναν καφενὲ τῆς Καναμπιὲρ ἢ στὴ ροῦ ντὲ Μελάν, μὲ τὰ ἔμορφα τὰ δέντρα, ποὺ θαρρεῖς πὼς εἶναι Παράδεισος τὸ καλοκαίρι, ὅλο δροσιὰ κι ἀνοιχτῆ καρδιὰ κι ἀλεγρία.

Σὰν τύχαινε νὰ σηκωθῶ πρωί, πήγαινα πότε στὸν ζωολογικὸ κῆπο κι ἔβλεπα τὰ θεριὰ καὶ τὰ ἄλλα ζῶα, πότε στὸ μουσεῖο ποὺ ‘ναι στὸν πύργο τοῦ Μπορελί, πότε σὲ καμιὰ παλιὰ ἐκκλησιά, πότε τὸ μουσεῖο ποὺ ‘ναὶ μέσα στὸ παλάτι τοῦ Λονσᾶν. Αὐτὸ τὸ μουσεῖο ἀπόμεινε μέσα στὴν καρδιά μου, γιατί ἐκεῖ πέρα βλέπεις ὅ,τι θαλασσινὸ ὑπάρχει στὸν κόσμο, ἀπὸ τὰ πιὸ μικρὰ κοχλίδια ὡς τὰ πιὸ μεγάλα θεριόψαρα, καὶ καταλαβαίνεις πὼς βρίσκεσαι στὴ Μαρσίλια, τὴ βασίλισσα τῆς θάλασσας.

Τὶς πιὸ πολλὲς φορὲς σεργιάνιζα μονάχος στὸ λιμάνι, μέσα στὴ φασαρία. Κόσμος παρδαλὸς πηγαινοερχότανε, ἄλλος μ’ ἀνασκουμπωμένα τὰ παντελόνια του, ἄλλος μ’ ἕνα κόκκινο μαντίλι στὸ κεφάλι, ἄλλος μεθυσμένος, ἄλλος φορτωμένος ψάρια, ἄλλος χούγιαζε(φωναζε σε καποιον επιτιμητικα), ἄλλος χαχάνιζε, ἄλλος βλαστημοῦσε, ἄλλος κυλοῦσε ἕνα βαρέλι, ἄλλος πουλοῦσε μύδια, ἄλλος τὰ τηγάνιζε, ἄλλος βαστοῦσε μία μποτίλια στὸ χέρι του κ’ ἔπινε κρασὶ σὰ νὰ ‘τανε νερὸ καὶ κουνιότανε ὁ χαλκὸς ἀπὸ τὸ σκουλαρίκι ποὺ ‘χε στὸ ‘να τ’ αὐτί του, ὅλοι τους ξυπόλητοι κι ἡλιοκαμένοι, οἱ πιὸ πολλοὶ γελαζούμενοι, κόσμος κουρσάρικος. Μυρουδιὲς βαριὲς ἀπὸ κατράμια, ἀπὸ πιπέρια καὶ κανέλες, τηγανιά, ψαρίλα, ἀνθρωπίλα, ἁρμύρα, κι ὁ ἥλιος ἔβραζε ἀπὸ πάνω. Πολλοὶ τρώγανε μέσα στὶς ταβέρνες καὶ τραγουδούσανε μὲ κάτι φωνὲς βραχνιασμένες, γυναῖκες ξεστηθωμένες μπαινοβγαίνανε, ἴδιες γύφτισσες, μὲ τὰ λουλούδια στ’ αὐτί, μ’ ἕνα σωρὸ χάντρες στὸ λαιμό, σκουλαρίκια καὶ βραχιόλια, μ’ ἀνασηκωμένα τὰ φουστάνια τους, μὲ κάτι φρύδια σὰν τοῦ κοράκου τὸ φτερό. Ἄντρες καὶ γυναῖκες φωνάζανε σὰν ζουρλοί, μὲ κεῖνα τὰ φραντσέζικα ποὺ τὰ λένε σὰν ἰταλιάνικα. Πολλοὶ ναῦτες μασούσανε καπνὸ καὶ φτύνανε δῶ κι ἐκεῖ, ἄλλος τραβοῦσε ταμπάκο, ἄλλος εἶχε μία μαϊμοὺ καθισμένη ἀπάνω στὸν ὦμο του, ἄλλος ἕναν παπαγάλο ποὺ ἔσκουζε πιὸ πολὺ ἀπὸ τ’ ἀφεντικό του. Χέρια καὶ ποδάρια μαλλιαρά, ψημένα ἀπὸ τὴν ἅρμη, πιτσιλισμένα ἀπὸ τὴν πίσσα, μὲ κάτι δαχτυλιδάρες περασμένες στὰ δάχτυλα κι ἀπὸ τὰ δυὸ χέρια, ποὺ ἤτανε πλουμισμένα μὲ λογιῶν – λογιῶν ἀνάλια (τατουάζ). Καράβια κρεμόντανε ἀπὸ τὸ ταβάνι, γολέτες μ’ ἀνοιχτὰ πανιά, κι ὀρτσάρανε (ανοιγμενα και φουσκωμενα)  ἀπάνου ἀπὸ τὰ κεφάλια, ὄποτε φυσοῦσε ὁ ἀγέρας. Οὐρὲς καὶ φτεροῦγες ἀπὸ θεριόψαρα ἤτανε καρφωμένες ἀπὸ πάνω ἀπὸ τὶς πόρτες.

Μία μέρα, ἐκεῖ ποὺ περπατοῦσα, γύρισα νὰ κοιτάξω ἕναν καραβίσιον ποὺ ἔστριβε τσιγάρο μὲ τὸ ‘να χέρι, γιατί μὲ τ’ ἄλλο σήκωνε ἕνα ἀγκουρέτο (μικρη άγκυρα) , κι ἔπεσα ἀπάνω σ’ ἕναν ἄλλον βιαστικόν, ποὺ ἐρχότανε ἀπὸ τ’ ἄλλο μέρος. Αὐτὸς μ’ ἔσπρωξε θυμωμένος καὶ σήκωσε τὸ χέρι του νὰ μὲ χειροτονήσει· μά, σὰν γύρισα κατὰ κεῖνον τὸ μοῦτρο μου, μὲ γνώρισε καὶ μοῦ λέγει γελαστά:

«Βρὲ πατριωτάκι, ἐσὺ βρέθηκες νὰ πέσεις ἀπάνω μου, νὰ μὲ ξενυχιάσεις;»

Κι ἐγὼ τὸν γνώρισα, μ’ ὅλο ποὺ εἶχα νὰ τὸν δῶ κάμποσα χρόνια, ἀπὸ τὸν καιρὸ ποὺ πήγαινα στὸ σκολειό. Τὸν λέγανε Πέτρο, κι ἤτανε ἀπὸ τ’ Ἀϊβαλί, γυιὸς τοῦ Παναγῆ τοῦ Παγίδα, ποὺ τὸν λέγανε Στριγκάρο. Ὁ πατέρας του ἤτανε κοντραμπατζής (λαθρεμπορας), ἀπὸ τὰ πρῶτα παλληκάρια τ’ Ἀϊβαλιού, ἄνθρωπος ἄφοβος, ἀφοῦ κι οἱ Τοῦρκοι τὸν λέγανε ἐφὲ Παναγή.

Μὲ πῆρε καὶ πήγαμε σὲ μία ταβέρνα, ποὺ ἤτανε τραπεζωμένοι πέντ’ ἕξι ναυτικοὶ Ρωμιοί, ποὺ δουλεύανε στὸ ἴδιο παπόρι μὲ τὸν Πέτρο.

Εἴπαμε τὸ ‘να καὶ τ’ ἄλλο, ὅπως συνηθίζουνε οἱ ξενιτεμένοι. Στὸ τέλος, μοῦ ‘πε ὁ Πέτρος πὼς τὴν ἄλλη μέρα θὰ φεύγανε γιὰ τὴ Σμύρνη, φορτωμένοι ποτάσα. Νὰ μὴν πολυλογοῦμε, τὴν ἄλλη μέρα μπαρκάρισα μαζί τους κι ἀφήσαμε ὑγεία στὴν ὡραία Μαρσίλια.

Τὸ παπόρι ἤτανε μεγάλο, ἀλλὰ γέρικο καὶ φορτωμένο ἴσαμε τὰ μπούνια.

Στὸ κανάλι τῆς Μάλτας μᾶς ἔπιασε μία φουρτούνα, ποὺ εἴπαμε «τετέλεσται»! Μέσα σὲ μίαν ὥρα ὁ ἀγέρας σκύλιαξε καὶ δὲν μποροῦσες νὰ σταθεῖς πουθενά· ἡ θάλασσα ἀπὸ τὸ θυμὸ της ἔβγαζε φίδια. Κατὰ τὸ μεσημέρι, μᾶς ἦρθε μία νεροποντὴ μὲ μπουμπουνητὰ καὶ μ’ ἀστροπελέκια, π’ ἀχολογοῦσε τὸ πέλαγο, σὰ νὰ σκιζόντανε ἀπὸ πάνω ἀπὸ τὸ καράβι τὰ σύννεφα, ποὺ εἴχανε κατεβεῖ χαμηλὰ ἴσαμε τ’ ἄλμπουρα (τα κατάρτια), σὰν πηχτὸς καπνός, πιὸ μαῦρος ἀπὸ κεῖνον ποὺ ‘βγαζε τὸ φουγάρο. Τ’ ἀστροπελέκια κι ἡ βροχὴ βαστάξανε παραπάνω ἀπὸ μίαν ὧρα καὶ λέγαμε πὼς θὰ ξεθυμάνει· μά, ἀντὶ νὰ ξεθυμάνει, ἡ φουρτούνα χειροτέρεψε. Κατὰ τὸ βράδυ, μᾶς μοιράσανε τὰ φελλὰ καὶ τὰ βάλαμε στὸ προσκεφάλι μας. Ὁ καπετάνιος πρόσταξε νὰ πετάξουνε ὅσα σακκιὰ μπορέσουνε, γιὰ ν’ ἀλαφρώσει τὸ παπόρι. Ὧρα βασίλεμα, ἡ θάλασσα πῆρε τὴ μία βάρκα. Σὰν νύχτωσε, ξαναπιάσανε τ’ ἀστροπελέκια κι ἄρχισε νὰ ρίχνει καὶ χαλάζι. Ἡ θάλασσα μάνιασε τόσο πολύ πού, μουράγιο (προκυμαια) νὰ ‘τανε, θὰ τὸ βουλίαζε, ὄχι καράβι. Ἐγὼ καθόμουνα τρυπωμένος στὸ κάσαρο(στο επιστεγο του καταστρωματος). Τὸν Πέτρο τὸν εἶχαν χαμένον.

Ἐκεῖ ποὺ καθόμουνα, τὸν βλέπω γιὰ μία στιγμὴ μπροστά μου βρεμένον καὶ τρομαγμένον, κι ἔτρεχε κοντά μου καὶ μοῦ λέγει στ’ αὐτί, γιὰ νὰ τὸν ἀκούσω:

«Σὲ πῆρα στὸ λαιμό μου!»

Καὶ δὲν τὸν ξαναεῖδα.

Ὅσο νύχτωνε, τόσο σκυλίαζε ὁ καιρός. Ἀπ’ τὸ μούγκρισμα ποὺ ἔκανε ἡ θάλασσα, κι ἀπὸ τὸ τριζοβόλημα τοῦ παποριοῦ, κι ἀπὸ τὸ ἀδιάκοπο βροντολόγημα ἤμουνα σὰν ψοφίμι. Ὡστόσο, δὲν πίστευα πὼς θὰ πνιγοῦμε.

Πρὶν ἀπὸ τὰ μεσάνυχτα σύρθηκα μὲ τὴν κοιλιὰ καὶ βγῆκα ἀπὸ τὸ κάσαρο. Μονομιᾶς, μ’ ἅρπαξε ἕνας παγωμένος ἀγέρας καὶ κουφάθηκα ἀπὸ τὸ βουητὸ ποὺ ‘βγαζε τὸ πέλαγο. Ἀπὸ σταβέντο (απο την μερια που δεν φυσουσε)οἱ μπουκαπόρτες ἤτανε ξεπαρταλωμένες ἀπὸ τὶς θάλασσες καὶ μπαίνανε μέσα. Ἐγὼ ἔπιασα ἕναν χαλκὰ καὶ κάθισα πεσμένος μπρούμυτος. Τὸ θεόρατο καράβι μία ἀνέβαινε, μία κατέβαινε, σὰ νὰ βουλίαζε στὸν πάτο τῆς θάλασσας, σίδερο βαρὺ ποὺ χώνευε βουβὰ μέσα στὸ νερὸ μονομιᾶς, κι ἄμπωχνε (εσπρωχνε) ἀπὸ τὶς μπάντες του τὰ νερά, ποὺ πηδούσανε θυμωμένα ἴσαμε τέσσερα μπόγια ψηλά. Κατάλαβα πὼς θαμπόφεγγε τὸ φεγγάρι ἀπᾶν’ ἀπὸ τὰ σύννεφα. Κάθε φορὰ ποὺ κατέβαινε τὸ παπόρι, ἔβλεπα ὁλόγυρα τὸ πέλαγο κατάμαυρο σὰν πίσσα, ἔρημο, σὰν νὰ μὴν ἤτανε πιὰ κόσμος, εἴτε στεριές, εἴτε πολιτεῖες, εἴτε ἀνθρῶποι, εἴτε Μαρσίλια. Ἔτρεμα! Τὸ καράβι ἤτανε καὶ κεῖνο ἔρημο σὰν νεκρόκασα, ψυχὴ ζωντανὴ δὲν ἔβλεπες, σὰ νὰ πήγαινε μονάχο του μέσα στὸ χάος, κι ἀναστέναζε ἀμίλητο τὸ καημένο. Τ’ ἄλμπουρα ἀνεβοκατεβαίνανε κάτ’ ἀπὸ τὰ σύννεφα. Οἱ θάλασσες γιουργιάρανε (πηγαινανε η μια πανω στην αλλη)μελανιασμένες, ἡ μία ἀπάνω ἀπὸ τὴν ἄλλη, χιλιάδες τόνοι νερό, κι ὅποτε χώνευε τὸ καράβι τὶς ἔβλεπα ἀπὸ πάνω μου κ’ ἔκανα τὸν σταυρό μου καί, γιὰ μία στιγμή, σκάζανε ἀπάνω στὴ λαμαρίνα, κι οἱ ἀφροὶ γεμίζανε τὴν κουβέρτα. Στὸ βίντσι κρεμόντανε δυὸ βόδια σφαγμένα καὶ γδαρμένα, ὁλόκορμα, δίχως κεφάλι, μὲ τὰ πισινὰ πόδια τους τεντωμένα κατ’ ἀπάνω, καὶ μὲ τὸ κούνημα τοῦ καραβιοῦ κουνιόντανε καὶ κεῖνα σὰν ζωντανά, ἀπὸ δῶ καὶ ἀπὸ κεῖ. Τ’ ἄλμπουρα, οἱ σκαλιέρες, τὰ φουγάρα, τὰ βίντσια, οἱ μακαράδες, τὰ σκοινιά, ὅλα σφυρίζανε θρηνητερὰ, κι ὧρες – ὧρες θαρροῦσες πὼς μουγκρίζανε τὰ βόδια.

Κατὰ τὶς δυὸ τὰ ξημερώματα, λασκάρισε ὁ ἀγέρας καὶ πῆγα καὶ κοιμήθηκα, κι ἔβλεπα στὸν ὕπνο μου τὰ γδαρμένα κεφάλια τῶν βοδιῶν, ποὺ κρεμόντανε ἀπὸ πάνω μου καὶ μουγκρίζανε.

Τὴν ἄλλη μέρα καλοσύνεψε. Ἴσαμε τὴ Σμύρνη ὁ καιρὸς ἤτανε χαρὰ Θεοῦ.

Ὁ Πέτρος μοῦ ‘δειξε ἕνα γράμμα τοῦ πατέρα του, ποὺ ἔγραφε ἀνάμεσα στ’ ἄλλα:

«Ἀγαπητὲ υἱέ μου Πέτρο, ἀπεφάσισα νὰ βάλω τὸ ράσο, νὰ γίνω μοναχός, ἴσως καὶ συγχωρηθοῦν αἱ ἁμαρτίαι μου. Θὰ πάγω εἰς τὸ Ὄρος μαζὶ μὲ τὸν Σγουρὴν τὸν καλόγερον!»

Μοῦ παράγγειλε νὰ πῶ στὸν πατέρα του, πὼς δὲν εἶναι γιὰ καλόγερος καὶ νὰ κάτσει στ’ αὐγά του, γιὰ νὰ μὴν κολαστεῖ πιὸ πολύ. Μοῦ ‘δωσε κι ἕνα γράμμα καὶ κάτι λεφτὰ νὰ τοῦ δώσω.

Στὶς 14 τ’ Αὐγούστου, παραμονὴ τῆς Παναγίας, ἔφταξα στὴν πατρίδα μου. Μόλις ἤβγα στὴ στεριά, ἔστειλα τὸ γράμμα μ’ ἕνα παιδὶ στὸν Στριγκάρο κι ὕστερα πῆγα στὸ σπίτι μου.

Τὸ βράδυ ἦρθε ὁ Στριγκάρος καὶ μὲ καλωσόρισε καὶ τοῦ εἶπα τὰ τοῦ ταξιδιοῦ μου καὶ τί μοῦ εἶπε ὁ γυιός του γιὰ τὴν καλογερική. Ὁ μπάρμπα- Παναγὴς κάθισε σκεφτικός, δάγκωσε τὸ μουστάκι του καὶ μοῦ ‘πε:

«Δίκιο ἔχει! Γιὰ τὸ Ὄρος εἴμαστε ἢ γιὰ σκότωμα; Τὸ αἷμα ποὺ ἔχυσα, μωρὲ Φωτάκη, οὖλοι οἱ ἅγιοι δὲν μποροῦν νὰ τὸ ξεπλύνουνε! Ὁ Θεὸς πιὸ εὔκολα θὰ βάλει στὸν Παράδεισο τὸν διάβολο, παρὰ ἐμένα! Ξέρω γῶ τί λέγω!»

Κι ἔφυγε συλλογισμένος.

Εἴχαμε ἕνα νησὶ πατρογονικό μας, ποὺ τὸ λέγανε Ἁγία – Παρασκευή. Παράδεισος ἐπίγειος! Ἐκεῖ πέρα, λοιπὸν, πῆγα καὶ ξέχασα τὸν ἀνακατεμένο κόσμο ποὺ εἶχα δεῖ στὰ μέρη ποὺ ταξίδεψα. Καλότυχος εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ποὺ ἔχει ἕνα καταφύγιο νὰ πάγει ν’ ἀποτραβηχτεῖ, σὰν κουραστεῖ ἀπὸ τὸν κόσμο.

Μία μέρα, βλέπω ἀπὸ ψηλὰ ποὺ καθόμουνα, γιατί τὸ παλάτι μου ἤτανε σωστὸ κάστρο, χτισμένο ἀπάνω σ’ ἕναν κρεμασμένο βράχο, βλέπω λοιπὸν νὰ ‘ρχεται μία βάρκα καί, σὰν ἔφταξε στὴν ἀραξιά, βγῆκε ἀπὸ μέσα ὁ Στριγκάρος μ’ ἕνα τουφέκι στὸν ὦμο, κι ἄρχισε ν’ ἀνεβαίνει τὸν ἀνήφορο.

Ἤβγα καὶ τὸν καλωσόρισα. Μοῦ λέγει:

«Ἦρθα νὰ κάτσω μαζί σου κανέναν μήνα. Μ’ ἔπιασε κάτι τὶς σὰ μελαγχολία καὶ λέγω, ἂς πάγω στὸν Φωτάκη, τὸ καλὸ τὸ παιδί, νὰ τὸν κάνω συντροφιά, νὰ σκοτώσουμε καὶ κανένα λαγό, ποὺ ‘ναι κοπάδια σὰν τὸ πρόβατα ἐδῶ πέρα, στὸ βασίλειό σου. Μόνε θὰ σὲ περικαλέσω, στὸ λάδι ποὺ σ’ ἔβαλε ὁ νουνός σου ποὺ σὲ βάφτισε, νὰ μοῦ πεῖς, ἐσὺ ποὺ διάβασες πολλὰ γράμματα, ἂν ὑπάρχει Κόλαση καὶ Παράδεισος. Ὄχι τίποτ’ ἄλλο, ἀλλὰ γιὰ νὰ ξέρουμε. Νὰ μελετήσουμε τὰ βιβλία ποὺ εἶναι μέσα στὸ ντουλάπι τῆς ἐκκλησίας, νὰ δοῦμε τί λογὴς τὰ λένε καὶ τὰ παριστάνουνε…»

Ἕναν μήνα καὶ παραπάνω δὲν χωρίσαμε ἐγὼ καὶ ὁ Στριγκάρος. Μαζὶ τρώγαμε, μαζὶ κοιμόμαστε.

Ὁ καιρὸς ἔπιασε καὶ χειμωνίαζε. Παράγγειλε καὶ τοῦ φέρανε τὴ γούνα του, τὰ χοντρὰ τὰ ροῦχα του, καὶ μία νταμιτζάνα ρακί, αὐγοτάραχο καὶ καπνὸ καλὸν, τράνα τῆς Ἀβούνιας.

Κεῖνον τὸν καιρὸ ἤτανε ἴσαμε ἐξηνταπέντε χρονῶν, ἄντρας δυνατός, πλαταράς. Ὁ λαιμὸς του ἤτανε χοντρὸς σὰν τὴ μέση του, ἡ μύτη του πρησμένη, τὸ πρόσωπό του μελανὸ ἀπὸ τὸ ρακί. Δὲν πολυομιλοῦσε. Τὰ μικρὰ τὰ μάτια του τὰ ‘χε σφαλιστὰ σὰ νὰ κοιμότανε καὶ κάθε τόσο ἀναστέναζε:

«Ὤωχ! Ψεύτη κόσμε!»

Στὸ κεφάλι του φοροῦσε μία κατσούλα ἀπὸ ἀστραχὰν σὰν Τσερκέζος. Τὴ μέση του τὴν εἶχε τυλιγμένη μ’ ἕνα ζουνάρι μαῦρο, πλατὺ δυὸ πιθαμές. Φοροῦσε καὶ μαῦρο πουκάμισο, πάντα καθαρό. Τὴ γούνα τὴν ἔριχνε στὴν πλάτη του, ποτὲ δὲν τὴν ἔβαζε μὲ τὰ μανίκια. Σὰν σουλατσάριζε συλλογισμένος, ἔχωνε τὸ ‘να χέρι του μέσα στὸ μανίκι τ’ ἀλλουνοῦ, κι ὁλοένα μασοῦσε τὸ μουστάκι του. Ὧρες – ὧρες παραπατοῦσε ἀπὸ τὸ πιοτό.

Ἔπινα κι ἐγὼ μαζί του. Μοῦ ‘λεγε:

«Κάνεις καλὴ παρέα, Φωτάκη, καὶ δέ μοῦ κάνει καρδιὰ νὰ φύγω. Ἔχω μεγάλη ἀδυναμία ἀπάνω σου, μὰ τὸ τίμιο ξύλο!»

Κι ἔκανε τὸν σταυρό του.

«Αὐτὰ ποὺ ἄκουσα ἀπὸ τὸ στόμα σου, δὲν τ’ ἀκούγει κανένας ἀπὸ τὸν ἀρχιμαντρίτη τὸν Κουκουτό, ποὺ ‘ναι στὸ μετόχι, στὸν Ἅγιο Νικόλα… Ἂν ὑπάρχει, λέγει, ἡ Παράδεισο κι ἡ Κόλαση; Ἐμ ἐδῶ, μέσα στὰ βιβλία, εἶναι ὁλοφάνερα! Αὐτὰ τὰ ψηφιά, Φωτάκη, ποὺ ἀναγνώνεις, μὲ τὰ χέρια τους τὰ γράψανε ἢ εἶναι τύπος; Ποῦ νὰ βάνει κανένας μὲ τὸ νοῦ του, ἅμα εἶναι ἀγράμματος σὰν κι ἐμένα, τί ἔννοια ἔχουνε αὐτὰ τὰ μερμηγκάκια! Τί κάνει ἡ φώτιση τοῦ Θεοῦ! Ἀπ’ αὐτὰ μαθαίνει ἄνθρωπος ποὺ γεννήθηκε στραβὸς σὲ τοῦτον τὸν ντουνιά, πὼς ὁ Χριστὸς κι οἱ Δώδεκα Ἀποστόλοι λένε, πὼς ὑπάρχει Κόλαση καὶ Παράδεισο καὶ παραγγείλανε νὰ τὸ γράψουνε στὰ χαρτιά, γιὰ νὰ τὸ μάθει ὁ κόσμος, νὰ μὴν κάνει ἁμαρτίες! Μπά, μπά, μπά! Μεγάλο πράμα εἲν’ αὐτό, Φωτάκη! Ποιὸς ἄλλος νὰ μᾶς τὸ ‘λεγε νὰ τὸ πιστέψουμε, ἂν δὲν κατέβαινε ὁ Χριστὸς νὰ τὸ γράψει στὸ Βαγγέλιο!… Γιὰ δῶσε μου νὰ καταλάβω, αὐτὸς ὁ ληστὴς ποὺ μοῦ διάβασες ἐχτὲς ἀπὸ μέσα ἀπὸ τὸ Βαγγέλιο, πόσους ἀνθρώπους λέγει πὼς σκότωσε; Ἅ! … Δὲν εἶναι γραμμένο μέσα στὸ Βαγγέλιο! Κρίμα!…»

Καὶ δάγκωνε τὸ μουστάκι του πολλὴν ὧρα συλλογισμένος.

«Μήπως, μωρὲ Φωτάκη, εἶναι γραμμένο σὲ κανένα ἄλλο ἁγιωτικὸ βιβλίο πόσους νοματαίους χάλασε αὐτὸς ὁ ληστής; Δὲν ὑπάρχει τέτοιο βιβλίο πουθενά, νὰ πὰ νὰ τὸ βροῦμε; Μήπως τὸ ‘χει ὁ παπὰ – Ναθαναήλ, νὰ τοῦ τὸ γυρέψουμε;… Γιὰ νὰ βρεῖ ἔλεγος καὶ νὰ μπεῖ στὴν Παράδεισο ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος, θὰ πεῖ πὼς εἶχε σκοτώσει ἕναν, τὸ πολὺ δυό… Ἄχ! Ἒμ ἐγὼ χάλασα πολλοὶ ἀνθρῶποι, καὶ γυναῖκες καὶ μωρά, κι ἔγλειφα καὶ τὸ μαχαίρι πολλὲς φορές! Μὲ τὸ καμάκι τῆς βάρκας κάρφωσα ἄνθρωπο… Τότες ποὺ φεύγανε οἱ ἀλλόφυλοι ἀπὸ τὴ Μυτιλήνη γιὰ νὰ περάσουνε στὴν Ἀνατολή, ἐγὼ εἶχα πιάσει τὸ Γυμνό, κι ὅποια βάρκα περνοῦσε, τὴ χούγιαζα νὰ ‘ρθει γιαλό, κι ἀφοῦ τοὺς ξεγύμνωνα, τοὺς χαλοῦσα! Τί μάλαμα μάζεψα! Ποῦ ν’ το; Στάχτη γίνηκε! Τί γυναῖκες ἀτίμασα, τί βυζανιάρικα ἔπνιξα, τὸ τί ἔκανα, καλέμι δὲν μπορεῖ νὰ τὰ γράψει! Τότες ποὺ τὰ ‘κανα δὲν τὰ καταλάβαινα. Τώρα ποὺ γέρασα καὶ ἄσπρισα, γίνηκα ἄσπρη περιστερά! Ὄρσε!»

Καὶ μούντζωνε τὸν ἑαυτό του. Μιλοῦσε πάντα ἥσυχα, σιγανά, δίχως νὰ θυμώνει. Καμιὰ φορᾶ δάκρυζε:

«Γιατί δὲ ρίχνει φωτιὰ ὁ μεγαλοδύναμος, νὰ μὲ κάψει;»

Ἕνα βράδυ φυσοῦσε βοριὰς φρέσκος, κι ὁλόγυρα βογγοῦσε τὸ πέλαγο. Ὁ Στριγκάρος κι ἐγὼ πίναμε ρακὶ καὶ φουμάραμε, δίχως νὰ μιλᾶμε.

Μονομιᾶς, βλέπω κι ἀγριέψανε τὰ μάτια του καὶ ζάρωσε ἡ μύτη του, σὰν τὸ σκύλο ποὺ θέλει νὰ δαγκάσει. Ἐγὼ φοβήθηκα, μπᾶς καὶ τὸν ἔπιασε ὁ διάβολος καὶ μὲ σκοτώσει, γιατί πολλοί μοῦ λέγανε νὰ φυλάγουμαι, κι ἐγὼ δὲν τοὺς ἄκουγα.

«Ξέρεις τί θέλω νὰ σοῦ πῶ;» μοῦ λέγει. «Ἐγώ, ὅπως κατάντησα, ἂν γεράσω πιὸ πολύ, κακὰ στερνὰ θᾶν ἔχω. Τὸ φῶς μου κόντυνε, ἐμένα ποὺ περνοῦσα τὴ ρεβολβοριὰ ἀπὸ τὴν κλειδαρότρυπα καὶ ποὺ ἔκοβα τ’ ἀστάχυ. Τὰ ποδάρια μου δὲ μὲ βαστοῦνε καὶ παραπατῶ. Τὸ πιὸ καλύτερο φαγὶ δὲν τὸ τραβὰ πιὰ ἡ καρδιά μου. Ἄνθρωπο νὰ μ’ ἀγαπᾶ δὲν ἔχω, ἐξὸν ἀπὸ σένα, ποὺ τὸ κάνεις ἀπὸ λύπηση. Ἐγὼ εἶμαι κολασμένος ἀπὸ τὴν κοιλιὰ τῆς μάννας μου. Ἐψὲς εἶδα ἕνα ὄνειρο, σὰ νὰ βρέθηκα μέσα στὴ Χάρη της, κι ἦβγε ἡ Ἁγιὰ – Παρασκευὴ στὴν Ἅγια Πόρτα καὶ μ’ εἶπε: Μὲ τὸ ρακὶ ἦρθες ἐδῶ πέρα νὰ μετανοήσεις; Αὔριο νὰ φύγεις, νὰ μὴ χαλάσεις καὶ τὸν ἄλλον, νὰ πᾶς στὸ σπίτι σου, νὰ πέσεις σὲ προσευχὴ καὶ σὲ νηστεία!»

Τὴν ἄλλη μέρα τὸν ἔβαλα μέσα στὴν βάρκα καὶ τὸν πῆγα στὴν πολιτεία.

Ὕστερα ἀπὸ ἕναν μήνα ἔμαθα πὼς τὸν βρῆκαν σκοτωμένον μέσα στὴν ταβέρνα του, ποὺ εἶχε μία ταμπέλα κι ἔγραφε: «Ταβέρνα ὁ Διάβολος». Σκοτώθηκε ξαπλωμένος, γιὰ νὰ μπορέσει νὰ πατήσει μὲ τὸ ποδάρι του τὸν κόκορα τοῦ τουφεκιοῦ του. Τὸ κεφάλι του πρήστηκε καὶ γίνηκε τρεῖς φορές πιὸ μεγάλο.

Τὸν θάψανε δίχως παπά, μέσα σ’ ἕναν ξερότοπο.

1. Ἀνάλια εἶναι τὰ μαῦρα σκέδια, ποὺ τὰ κεντοῦνε μὲ μπαρούτι καὶ μὲ βελόνα ἀπάνω στὸ κορμί.

2. Ἕνα ρημονήσι.

https://agiazoni.gr/%ce%be%ce%ad%ce%b3%ce%bd%ce%bf%ce%b9%ce%b1%cf%83%cf%84%ce%b1-%ce%bd%ce%b9%ce%ac%cf%84%ce%b1-%ce%ba%ce%b1%e1%bd%b6-%ce%ba%ce%b1%ce%ba%e1%bd%b0-%ce%b3%ce%b5%cf%81%ce%ac%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%b1/

15 Ιανουαρίου, 2024

Τὸ τρελλὸ νερό: Ἡ ἀλήθεια, ἡ ψευτιά, ἡ ζωὴ καὶ ὁ θάνατος

Κόντογλου Φώτης
Ἡ ψευτιὰ καὶ ὁ πνευματικὸς ἐκφυλισμὸς ἁπλώνει μέρα μὲ τὴν ἡμέρα ἀπάνω στοὺς Ἕλληνες καὶ τοὺς παραμορφώνει. Ἕναν λαὸ, ποὺ ξεχωρίζει ἀνάμεσα σ’ ὅλα τὰ ἔθνη καὶ ποὺ εἶναι γεμᾶτος πνευματικὴ ὑγεία, πᾶμε νὰ τὸν κάνουμε ἐμεῖς, οἱ λογῆς-λογῆς καλαμαράδες, καί οἱ ἄλλοι γραμματιζούμενοι, σαχλόν, χωρὶς χαρακτῆρα, χωρὶς πνευματικὸ νεῦρο, χωρὶς πνευματικὴ ἀνδροπρέπεια, χωρὶς χαρακτῆρα. Οἱ διὰφοροι φωστῆρες βαστᾶνε ἀπὸ μιὰ πατέντα στὰ χέρια καὶ μέρα-νύχτα δουλεύουνε γιὰ νὰ «συγχρονίσουν» τὴν Ἑλλάδα, ἐνῶ στ’ ἀληθινὰ σκάβουνε τὸν λάκκο της. Ἀμυαλα νευρόσπαστα! Ποιόν θὰ συγχρονίσετε; Αὐτὸ ποὺ λέτε ἐσεῖς «συγχρονισμὸ» καὶ «ἐξέλιξη» εἶναι μιὰ ἄθλια παραμόρφωση, σύμφωνα μ’ ἕνα βλακῶδες μοντέλλο, ὅπου κάνανε οἱ σαρακοστιανοὶ καὶ κάλπικοι ἄνθρωποι, ποὺ τοὺς λέγει ἡ Γραφὴ «χλιαρούς», δηλαδὴ σαχλούς, καὶ γιὰ τοὺς ὁποίους λέγει ὁ Θεὸς, ὅτι «μὲλλει ἐμέσαι ἐκ τοῦ στόματος αὐτοῦ, εἰ χλιαροὶ εἰσι, καὶ οὔτε ζεστοὶ οὔτε ψυχροὶ» (Ἀποκαλ. γ’ 16). Μέσα σ’ αὐτὸ τὸ καλούπι θέλετε νὰ βάλετε τὸν λαό, κι ἔτσι νὰ χαθεῖ ἀπὸ πάνω του κάθε πρωτοτυπία, κάθε σημάδι ἀληθινῆς ζωῆς, κάθε χαρακτῆρας. Θέλετε, μ’ ἄλλα λόγια, νὰ ἐπιβάλετε στὸν κόσμο ἕνα πνευματικὸ «ἐσπεράντο», ποὺ νὰ καταργήσει κάθε ζωντανὴ οὐσία κι ἔκφραση μέσα στοὺς ἀνθρώπους, δηλαδὴ ἕναν πνευματικό θάνατο ἢ μιὰ πνευματικὴ παραλυσία. Αὐτὸ τὸ λέτε «συγχρονισμὸ» καὶ «ἐξέλιξη»! Ἀνόητοι κι ἀναίσθητοι! «Συγχρονισμένο» καὶ «ἐξελιγμένο» εἶναι ὅ,τι εἶναι ζωντανό, καὶ μοναχὰ ὅ,τι εἶναι πνευματικὰ πεθαμένο, ὅπως εἴσαστε ἐσεῖς, αὐτὸ δὲ μπορεῖ νὰ ‘ναι οὔτε συγχρονισμένο οὔτε ἐξελιγμένο, ἀφοῦ δὲν εἶναι ζωντανό. Ὁ συγχρονισμὸς ὁ ἀληθινὸς εἶναι κάποια ἐνέργεια, ποὺ γίνεται μόνη της μέσα σὲ κάθε ζωντανὸ πλάσμα. Λοιπόν, ποιά Ἑλλάδα καὶ ποιόν λαὸ θὰ «συγχρονίσετε», ἀφοῦ ἡ Ἑλλάδα εἶναι ὁλοζώντανη κι ὁ λαός της εἶναι ἀείζωος; Θὰ ζωντανέψετε ἐσεῖς τὴ ζωή, ἐσεῖς οἱ πεθαμένοι καὶ θαμμένοι; Θαρρεῖτε, πὼς μὲ τὶς ὑστερικές φωνὲς καὶ μὲ τὶς θεατρικὲς σκηνοθεσίες φανερώνεται ἡ ζωή; Μά, ἴσια-ἴσια, ἐκεῖ ποὺ παίρνει τὴ θέση τῆς ζωῆς ἡ νεκρὴ καὶ ψεύτικη ἀπομίμησή της, δηλαδὴ τὸ εἴδωλό της, μὲ ἄλλα λόγια κάποια φτιαχτή σκηνοθεσία τῆς ζωῆς, ἐκεῖ βέβαια δὲν ὑπάρχει ἀληθινὰ ἡ Ζωή. Νά, αὐτὴ ἡ ἄψυχη σκηνοθεσία, αὐτὴ εἶναι ἡ «ἐξέλιξη» κι ὁ «συγχρονισμός» σας. Αὐτὸς εἶναι ὁ θάνατος τῆς ψυχῆς, γιατί ἡ ψευτιὰ εἶναι θάνατος κι ἡ ζωὴ ἀλήθεια. Γι’ αὐτὸ κι ἐσεῖς, μὲ ὅλες τὶς φωνὲς ποὺ βάζετε καὶ μ’ ὅλες τὶς δραστηριότητες καὶ μὲ ὅλα τὰ ὑστερικὰ ξετινάγματα, ἔχετε ἀπάνω σας τὴ μπόχα τοῦ θανάτου. Κι ἀντὶ νὰ πᾶτε κοντὰ στὸν λαό, ποὺ εἶναι πηγὴ ζωῆς, γιὰ νὰ πάρετε λίγη ζωὴ κι ἀλήθεια, ἐσεῖς θέλετε νὰ τὸν κάνετε ζωντανόν ἐκεῖνον, ἐσεῖς οἱ πεθαμένοι νὰ ζωντανέψετε τὴ ζωή, οἱ ψεῦτες νὰ φανερώσετε τὴν ἀλήθεια, οἱ βρουκολάκοι νὰ δώσετε δύναμη καὶ νεῦρα στὸν ἀντρειωμένον! Ὅποιος δὲν ζεῖ σύμφωνα μὲ τὸ φυσικό του φτιάξιμο καὶ μὲ τὰ φυσικὰ κτίσματα ποὺ ὑπάρχουνε γύρω του, αὐτὸς δὲν ἔχει ἀληθινὴ ζωὴ μέσα του, οὔτε φυσικὴ οὔτε πνευματική. Ὅπως ζοῦνε οἱ Ἕλληνες σήμερα, δὲν εἶναι ἡ ἀληθινὴ ζωή τους. Τὸ νοιώθουνε καί οἱ ἴδιοι, κι ἂς μὴν τὸ λένε. Λαχταρᾶνε νὰ βροῦνε τὸν ἑαυτό τους, ποὺ τὸν ἔχουν χαμένον (ἐκτὸς ἀπὸ κάποιους, ποὺ θαρροῦνε πὼς ζωὴ εἶναι μοναχὰ τὸ φαγοπότι καὶ τὸ «κομφόρ», δίχως κανέναν βαθὺν πόθο, χωρὶς κανέναν καϋμό). Καὶ κεῖνος, ἀκόμα, ποὺ δὲν ἔχει συναίσθηση τί εἶναι ἀληθινό, ἔρχεται στιγμὴ ποὺ καταλαβαίνει, πὼς ἡ ζωή του εἶναι ψεύτικη, πὼς δὲν ἔχει κανέναν ἀληθινὸ δεσμὸ, οὔτε μὲ τὸν τόπο του οὔτε μὲ τοὺς προγόνους του οὔτε μὲ τὶς ντόπιες συνήθειες, ποὺ βγῆκανε ἀπὸ τὴν ἀγάπη κι ἀπὸ τὸν πόνο, καὶ πὼς εἶναι ὀρφανὸς καὶ ξένος μέσα στὸν ἴδιο τὸν τόπο του, σὰν τὸν ἄσωτο γυιό, καὶ πώς, μὲ ὅλο ποὺ θαρρεῖ πὼς τρώγει καλὰ καὶ νόστιμα φαγητά, στ’ ἀληθινὰ μασᾶ ξυλοκέρατα, φερμένα ἀπὸ ξένους τόπους, ὅπου εἶναι ἀλλοιώτικοι ἀπὸ τὸν δικό μας.

Πολλοὶ λένε, πὼς εἶμαι ἕνας φανατικός, ἕνας ζηλωτής ποὺ βρίσκεται «ἐκτὸς τῆς πραγματικότητος», ἕνας μονομανής, ποὺ θέλει κάποια πράγματα ποὺ δὲν γίνουνται καὶ ποὺ τὰ παρακάνει καὶ τὰ παραλέγει. Ἔχουνε δίκηο νὰ λένε, πὼς εἶμαι φανατικὸς καὶ ζηλωτής. Μὰ ὅποιος εἶναι ζηλωτὴς ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὴν ἀλήθεια, εἶναι συγχωρημένος. Φωνάζω καὶ στεναχωριέμαι, γιατί ἡ φυλή μας χάνει τὰ ἀληθινὰ πράγματα καὶ παίρνει τὰ ψεύτικα, κι ἔτσι δὲν χαίρεται τὰ τόσα πνευματικὰ πλούτη ποὺ κληρονόμησε καὶ δὲν θρέφεται ἀπὸ τὸ ἀντρειωμένο καὶ ζωογόνο ἑλληνικὸ γάλα, ποὺ ἔθρεψε κι ἀγρίμια ἀκόμα καὶ τὰ ‘κανε ἀνθρώπους. Αὐτὸ τὸ γάλα δὲν εἶναι τῆς δικῆς μου μάνας, μὰ τῆς μάνας ὁλονῶν μας, ποὺ τ’ ἀρνηθήκανε ὅσοι σᾶς δίνουνε νὰ πιῆτε ἀντὶ γιὰ γάλα τὸ φαρμάκι τῆς ψευτιᾶς, ποὺ τὴ λένε «πρόοδο», «ἐξέλιξη», «κοσμοπολιτισμό», «μοντερνισμό» κτλ. Ἐγὼ στενοχωριέμαι γιὰ σᾶς, ὄχι γιὰ μένα, γιατί ἐγὼ ἔχω αὐτὸ ποὺ δὲν ἔχετε, μὰ αὐτὸ δὲν εἶναι δικό μου μοναχά ἀλλὰ δικό μας. Καὶ γιατί, τάχα, θὰ ὑπόφερνα, ἂν δὲν ἀγαποῦσα τ’ ἀδέλφια μου, καὶ δὲν φοβόμουνα μὴν χάσουνε τὸν θησαυρό; Οἱ γενεὲς ποὺ ἔρχουνται ἀπὸ πίσω μας, σὰν θάλασσες ἀπὸ τὸ πέλαγο, γιατί νὰ ζήσουνε μὲ τὴν ψευτιὰ καὶ νὰ μὴν ζήσουνε ἀληθινά, γιατί νὰ εἶναι πεθαμένοι-ζωντανοί, ἀφοῦ ἡ ζωὴ μὲ τὴν ψευτιὰ δὲν συνταιριάζουνται; Λένε, πὼς τὰ παραλέγω. Μακάρι νά τα παράλεγα κι ἂς ἔβγαινα γελασμένος. Μὰ βλέπω καθαρά, πὼς μέρα μὲ τὴ μέρα τὸ πνευματικὸ αἷμα φεύγει ἀπὸ τὴν ὄψη τῆς φυλῆς μας, τὸ βλέπω καὶ πικραίνουμαι, ὅπως βλὲπει ἡ μάνα τὸ παιδί της ποὺ μαραζώνει. Τί παρακάνω καὶ τί παραλέγω; Δὲν βλέπετε πὼς παραπατᾶμε, σὰν ζαλισμένοι, καὶ δὲν ξέρουμε ποῦ πᾶμε; Ἡ ξενομανία μᾶς ἔδερνε πάντα, ἀφοῦ κι ὁ Παυσανίας γράφει: «Ἕλληνες ἀεὶ ἐν θαύματι τιθέασι τ’ ἀλλότρια ἢ τὰ οἰκεῖα». Μὰ, τώρα, σὰν νὰ χάσαμε ὁλότελα τὰ φρένα μας, λὲς κ’ ἤπιαμε τὸ Τρελλὸ Νερό, ποὺ λέγει ἕνας μῦθος ἀνατολίτικος, καὶ λέμε τὸ ψεύτικο ἀληθινό, τὸ νόστιμο ἄνοστο, τὸ μαῦρο ἄσπρο. Καὶ μὲ ὅλο ποὺ πάθαμε αὐτὴ τὴν ξενομανιακὴ τρέλλα, ὡστόσο, ἐπειδὴ ἀγαπᾶμε τὸν τόπο μας, τὸ αἷμα μας καὶ τὰ δικά μας, θέλουμε νὰ συμβιβάσουμε αὐτὴ τὴν ἀγάπη μας μὲ τὴν τρέλλα μας (δηλαδὴ μὲ τὴ ματαιοδοξία μας), καὶ πᾶμε σὰν τὸ καράβι ποὺ δὲν ἔχει τιμόνι, μὰ ποὺ θέλει σώνει καὶ καλὰ νὰ ἰσάρει ὅλα τὰ πανιά του, γιὰ νὰ τσακισθεῖ πιὸ γλήγορα ἀπάνω στὶς ξέρες! Εἴμαστε σὰν τοὺς παλιοὺς Ἑβραίους, ποὺ ἀρνηθήκανε τὸν Θεό τους καὶ προσκυνοῦσαν τόν Βάαλ, μὰ ποὺ φοβόντανε κιόλας μὴν τοὺς παιδέψει ὁ Ἰεχωβᾶ, κι ὁ προφήτης Ἠλίας τούς μάλωνε καὶ τοὺς ἔλεγε: «Ἕως πότε ὑμεῖς χωλανεῖτε ἐπ’ ἀμφοτέραις ταῖς ἰγνύαις;», «ὡς πότε θὰ κουτσαίνετε, πότε ἀπὸ τὸ ‘να τὸ ποδάρι καὶ πότε ἀπὸ τ’ ἄλλο; Ἂν εἶναι θεὸς ὁ Βάαλ, πηγαίνετε ξοπίσω του, ἂν εἶναι ὁ θεὸς ὁ Ἰεχωβᾶ πηγαίνετε ξοπίσω ἀπ’ αὐτόν». Ἔτσι κ’ ἐμεῖς, θέλουμε νὰ τὰ συμβιβάσουμε τὰ ἀταίριαστα καὶ τὸ χάλι μας εἶναι ἐλεεινό. Ἀγαπᾶμε τὴν Ἑλλάδα, πονᾶμε τὸν τόπο μας, δίνουμε γι’ αὐτὸν τὴ ζωή μας, κι ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ σιχαινόμαστε τὰ δικά μας πράγματα, τὰ πράγματα τῆς Ἑλλάδας, εἴτε φυσικὰ εἶναι εἴτε τεχνητά, εἴτε συνήθειες, εἴτε τραγούδια, εἴτε ψαλμωδίες, εἴτε εἰκονίσματα, καὶ θέλουμε τὰ ξενοφερμένα. Εἴμαστε, λοιπόν, στὰ συγκαλά μας; Ρωτῶ νὰ μάθω.

Ἔχουμε τέτοιο φῶς, τέτοιον γαλανὸν οὐρανό, ποὺ τὸν καυχιόμαστε, καὶ μολαταῦτα βάζουμε μαῦρα γυαλιά, σὰν νὰ ‘χουμε πονόματο, καὶ καταδικάζουμε τὸν ἑαυτό μας νὰ βλέπουμε ὁλοένα συννεφιασμένον, σταχτὺν οὐρανό, τὰ δέντρα ἀντὶ πράσινα νὰ τὰ βλέπουμε καφετιά, τὴ γαλανὴ θάλασσα νὰ τὴ βλέπουμε θολὴ καὶ λερωμένη, μόνο καὶ μόνο γιατί τὰ μαῦρα τὰ γυαλιὰ εἶναι μοντέρνα. Οἱ γυναῖκες μας κάνουνε χίλια-δυὸ γιὰ νὰ γίνουνε πιὸ ἔμορφα τὰ μάτια τους, κ’ ὕστερα βὰζουνε μπροστά τους ὁλόκληρες τζαμαρίες, ποὺ φρὰζουνε ὄχι μονάχα τὰ μάτια τους μὰ καὶ τὰ μάγουλά τους, σὰν νὰ ‘ναι βουτηχτάδες, κι ἀντὶς ἔμορφα πρὸσωπα μὲ ἁγνὰ καὶ καθαρὰ μάτια, βλέπεις νεκροκεφαλές μὲ μαῦρες ματότρυπες, μόνο καὶ μόνο γιατί οἱ νεκροκεφαλὲς εἶναι πιὸ μοντέρνες ἀπὸ τὰ ζωντανὰ πρόσωπα μὲ τὰ ἔμορφα μάτια. Στὸ ζαχαροπλαστεῖο, τραβᾶ ἡ ὄρεξή τους ἕνα κανταΐφι ἢ ἕναν μπακλαβᾶ ἢ κανένα ριζόγαλο, καὶ μολαταῦτα παραγγέλνουνε κὰποιο γλυκὸ μὲ ξενικὸ ὄνομα, κι ὅσο πιὸ ἀσυνήθιστο εἶναι τ’ ὄνομα, τόσο πιὸ καλά, κι ἂς μὴν κατεβαίνει, φτάνει ποὺ κοιτάζουνε οἱ διπλανοί «ὀπισθοδρομημένοι» μὲ ἀπορία γιὰ τὸ παράξενο γλυκὸ ποὺ τρῶνε! Στὴ μουσική, ὄχι μοναχὰ εἶναι τῆς μόδας τὰ ξένα τραγούδια ἀλλὰ καὶ τὰ τελειοποιοῦμε. Ἐδῶ τά ἰταλιάνικα γίνονται πιὸ ἰταλιάνικα, τὰ γαλλικὰ πιὸ γαλλικά, τὰ μεξικάνικα, οἱ χαβάγιες, τὰ τυρολέζικα οὐά-οὐά, τὰ σπανιόλικα. Κι αὐτοὶ ποὺ τὰ τελειοποιοῦνε εἶναι κὰποιοι παπαγάλοι, ποὺ «μιμοῦνται θαυμάσια» τὸ κάθε τί, καὶ ὀνομάζονται «καλλιτέχναι καὶ καλλιτέχνιδες τοῦ ἄσματος». Μάλιστα, ἔχουμε καὶ κάποιους βαρυσήμαντους, ποὺ κάνουνε καὶ εἰσαγωγὴ σ’ αὐτὰ τὰ βαθιὰ καὶ μεγάλα ἔργα «ἐνδελεχῶς καὶ ἐμπεριστατωμένως». Κακόμοιρη Ἑλλάδα! Λέμε κάπου-κάπου καὶ κανένα ἑλληνικό, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ὅμως «ἐνορχηστρωμένον», δηλ. «λεβαντινισμένο» ἀπὸ κάποιον αἰσθηματίαν ἀνόητον, ποὺ δὲν ἔχει ἰδέα, οὔτε ἀπὸ Ἑλλάδα οὔτε ἀπὸ λαό οὔτε ἀπὸ χωριό οὔτε ἀπὸ τίποτα! Αὐτὸς ὁ ὑστερισμὸς ἔχει πιάσει τὸν κόσμο, κι ἂν δὲν εἶσαι τὲτοιος «μοντέρνος», σὲ βλέπουνε μὲ λύπη καὶ μὲ καταφρόνηση. Ἡ δεσποινίδα ποὺ λέγει «κάθομαι εἰς τὴν ὁδὸ τάδε» καὶ πὼς στὸ σπίτι της ἔχει «κομφὸρ» καὶ «τελέφωνο» κλπ., χορεύει «σάμπα», μαδᾶ τα φρύδια της γιὰ νὰ μοιάσει μὲ τὴ σπανὴ «στάρ», ποὺ βλὲπει στὸ «σινεμά», μιλᾶ σὰν νὰ μὴν ξέρει νὰ μιλήσει ἑλληνικά, κι ὁ νεαρὸς Ἕλλην τρελλαίνεται γι’ αὐτὰ τὰ μοντέρνα χαρίσματα καὶ περιφρονᾶ τὴν ἀδερφή του, πού ‘ναι τὸ πρόσωπό της σὰν τῆς Παναγιᾶς καὶ ποὺ εἶναι νοικοκυρούλα, σεμνή, φρόνιμη Ἑλληνοπούλα. Πάντα οἱ Ἕλληνες προτιμούσανε τὰ ξένα ἀπὸ τὰ δικά τους, τώρα ὅμως τὰ μισοῦνε κιόλας τὰ δικά τους, μισοῦνε κι ὅποιον τὰ ἀγαπᾶ καὶ τὰ κρατᾶ. Τυχαίνει νὰ βρεθεῖ στὸ τρὰμ μιὰ μοντέρνα καὶ κοντά της νὰ κάθεται καμμιὰ χωριατοπούλα μὲ τὸ τσεμπέρι, κ’ ἡ κακομοῖρα κάθεται φοβισμένη, σταυροχεριασμένη, αὐτὴ ποὺ γέννησε τὸν Θανάση Διάκο καὶ τὸν Νικηταρά, καὶ κοιτάζει τὴν ἄλλη ποὺ χλιμιντρᾶ καὶ ξετινάζει τα κὶτρινα μαλλιά της, κ’ εἶναι ἕνα κανάτι μπογιατισμένο, χωρὶς ψυχή, χωρὶς πόνο, χωρὶς ἁγνὴ χαρά, χωρὶς τίποτα. Ναί, μπροστὰ σ’ αὐτὰ τὰ ξόανα κάθεται ἡ Ἐλλάδα, ἡ ἀληθινὴ κ’ ἡ βασανισμένη, σταυροχεριασμένη, βουβή, σὰν νὰ ‘ναι φταίχτρα! Ἀλλὰ πᾶμε καὶ παραπέρα: Στὶς ἐκκλησιές, καὶ κεῖ μοντερνισμός, καὶ μάλιστα πιὸ σιχαμερός. Παπάδες, ψάλτες, νεωκόροι, καντηλανάφτες, ὅλοι κοιτάζουνε, ποιός θὰ ξεπεράσει τὸν ἄλλον στὸν μοντερνισμό. Θέλουνε ξανθιοὺς Χριστούς, μαντόνες κοκκινομάγουλες καὶ σπανές, ἁγίους χαμογελαστούς, μὲ κεῖνο τὸ φαρισαϊκὸ μειδίαμα ποὺ ἔχουνε οἱ μοντέρνοι θεατρίνοι, ἀδιάφοροι γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία, νεωτεριστὲς ποὺ δὲν θὲλουνε τὸ ράσο ποὺ φοροῦσε ὁ Παλαιῶν Πατρῶν Γερμανός, μήτε τὸ καλυμμαύχι, μήτε τὸ τυπικό τῆς ἐκκλησίας, μήτε τὴν κατανυκτικὴ ψαλμωδία της, γιατί τοὺς κάνει νὰ νοιώσουνε τὸ χάλι ποὺ βρίσκεται ἡ ψυχή τους. Ἄξεστοι κι ἀμόρφωτοι ἀπὸ ἀληθινὴ θρησκευτικὴ γνώση, μιλᾶνε ὁλοένα γιὰ νεωτερισμούς, γιὰ μεγάφωνα, γιὰ «αἰθούσας διαλέξεων», γιὰ «ὀρατόρια», γιὰ «ἀλτάρια» κλπ. Κοντά τους στέκονται καὶ κάποιοι μουσικοσυνθέτες, ποὺ «ἐνορχηστρώνουν» τοὺς ἐκκλησιαστικούς ὕμνους μας, χωρὶς νὰ ἔχουνε ἰδέα τί εἶναι ἐκκλησία, τί εἶναι ὁ πνευματικός της χαρακτῆρας, τί εἶναι ἡ ἑλληνικὴ ψυχή, καὶ μὲ ἐπιπολαιότητα λεβαντίνικη φτιάνουνε κάποιες μουσικὲς χωρὶς σύσταση, πολύφωνες χορωδίες μὲ ὑστερικὰ ξεφωνητὰ ἀπὸ κάποια γυναικάρια καὶ μὲ χοντροφωνάρες, ξένες γιὰ τ’ αὐτιά μας, ξένες γιὰ τὴν καρδιά μας, ξένες γιὰ τὴν ψυχή μας, καὶ οἱ ἴδιες ἀνούσιες καὶ βλακώδεις γιὰ κάθε ἄνθρωπο, ποὺ δὲν τὸν ἔχει παραλύσει ἡ ψευτιά.

Ὅλοι αὐτοὶ ἔχουνε τὴν ἰδέα, πὼς εἶναι οἱ κλειδοκράτορες «τῆς προόδου καὶ τῆς ζωῆς τοῦ ἔθνους», ἐνῶ ἐμεῖς εἴμαστε «καθυστερημένοι», στρείδια κολλημένα στὸν βράχο τῆς παράδοσης, «ἐχθροὶ τῆς προόδου», «στοιχεῖα ἄχρηστα καὶ πεθαμένα γιὰ τὴν μεγάλην ἀποστολὴν τοῦ ἔθνους μας». Αὐτὸ μὲ κάνει νὰ θυμηθῶ τὸν ἀνατολίτικο μῦθο ποὺ εἶπα στὴν ἀρχή: «Μιὰ φορά, λέγει ὁ μῦθος, ἤτανε ἕνας σουλτᾶνος, καλὸς καὶ δίκιος, κ’ εἶχε ἕναν βεζύρη, ποὺ ἤτανε κι αὐτὸς καλὸς καὶ δίκιος, κ’ ἤτανε κι ἀστρολόγος. Μιὰ μέρα ὁ βεζύρης λέγει τοῦ σουλτάνου, πὼς εἶδε κάποια σημάδια στὸν οὐρανὸ πὼς θὰ βρέξει στὸν κόσμο ἕνα νερὸ τρελλό καὶ πὼς, ὅποιος τὸ πιεῖ αὐτὸ τὸ νερό, θὰ τρελλαίνεται. Καὶ πὼς ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, ποὺ ζοῦνε στὴν ἐπικράτειά τους, θὰ τὸ πιοῦνε καὶ θὰ χάσουνε τὰ λογικά τους καὶ δὲν θὰ νοιώθουνε πιὰ τίποτα, μήτε τί εἶναι σωστὸ καὶ τί εἶναι ψεύτικο, μήτε τί εἶναι καλὸ καὶ τί εἶναι κακό, μήτε τί εἶναι νόστιμο καὶ τί εἶναι ἄνοστο, μήτε τί εἶναι δίκιο καὶ τί εἶναι ἄδικο. Σὰν τ’ ἄκουσε αὐτὰ τὰ λόγια ὁ Σουλτᾶνος, γυρίζει καὶ λέγει στὸν βεζύρη: “Ἀφοῦ θὰ τρελλαθεῖ ὅλος ὁ κόσμος, πρέπει νὰ κοιτάξουμε νὰ μὴν τρελλαθοῦμε κ’ ἐμεῖς, γιατί ἀλλοιῶς, πῶς θὰ τοὺς κρίνουμε μὲ δικαιοσύνη;”. Τοῦ λέγει ὁ βεζύρης, πὼς ὁ λόγος του εἶναι σωστὸς καὶ πὼς θὰ ‘πρεπε νὰ προστάξει νὰ μαζέψουνε ἀπὸ τὸ καλὸ νερὸ ποὺ πίνανε καὶ νὰ τὸ φυλάξουνε μέσα στὶς στέρνες, γιὰ νὰ μὴν πίνουνε ἀπὸ τὸ χαλασμένο καὶ κρίνουνε παλαβὰ κι ἄδικα, μὰ δίκια, ὅπως ἔχουνε χρέος. Ἔτσι κ’ ἔγινε. Σὲ λίγον καιρὸ, ἔβρεξε στ’ ἀλήθεια καὶ τὸ νερὸ ἤτανε νερὸ τρελλό καὶ τρελλαθήκανε ὅλοι οἱ ἄνθρωποι καὶ δὲν γνωρίζανε οἱ καϋμένοι, τί τούς γίνεται, κ’ εἴχανε τὸ ψεύτικο γιὰ ἀληθινό, τὸ κακὸ γιὰ καλό, τὸ ἄδικο γιὰ δίκιο. Μὰ ὁ σουλτᾶνος κι ὁ βεζύρης πίνανε ἀπὸ τὸ καλὸ νερὸ ποὺ εἴχανε φυλαγμένο καὶ δὲν τρελλαθήκανε, ἀλλὰ κρίνανε τὸν κόσμο μὲ δικαιοσύνη. Μὰ ὁ κόσμος τὰ ‘βλεπε ἀνάποδα καὶ δὲν ἤτανε εὐχαριστημένος ἀπὸ τὴν κρίση τοῦ σουλτάνου καὶ τοῦ βεζύρη καὶ φωνάζανε, πὼς τοὺς ἀδικοῦνε, καὶ κοντεύανε νὰ σηκώσουνε ἐπανάσταση. Μετὰ ἀπό καιρό, σὰν εἴδανε κι ἀποείδανε, ὁ σουλτᾶνος κι ὁ βεζύρης, χάσανε τὸ κουράγιο τους καὶ λέγει ὁ σουλτᾶνος στὸ βεζύρη: “Τοῦτοι οἱ φουκαρᾶδες ἀληθινὰ χάσανε τὰ φρένα τους καὶ τὰ βλέπουνε ὅλα ἀνάποδα κι, ὅπως πᾶμε, μπορεῖ καὶ νὰ μᾶς σκοτώσουνε, ἐπειδὴ θὲλουμε νὰ τοὺς κρίνουμε μὲ δικαιοσύνη γιὰ νὰ εὐτυχήσουνε. Τὸ λοιπόν, βεζὺρ ἐφέντη, ἄιντε νὰ χύσουμε τὸ καλὸ νερὸ ἀπὸ τὶς στέρνες καὶ νὰ πιάσουμε νὰ πίνουμε κ’ ἐμεῖς ἀπὸ τὸ τρελλὸ νερό, νὰ γίνουμε σὰν κι αὐτούς, καὶ τότε θὰ μᾶς καταλαβαίνουνε καὶ θὰ μᾶς ἀγαπᾶνε”. Ἔτσι κ’ ἔγινε. Ἤπιανε κι αὐτοὶ ἀπὸ τὸ παλαβὸ νερὸ καὶ τρελλαθήκανε καὶ κρίνανε τρελλὰ κι ἄδικα, κι ὁ κόσμος ἀπόμενε εὐχαριστημένος καὶ πολυχρονίζανε τὸν σουλτᾶνο».

Θαρρῶ, πὼς κάτι παρόμοιο γίνεται καὶ σήμερα στὸν τόπο μας. Ἐμεῖς, ὅμως, δὲ θὰ χύσουμε τὸ λίγο νερὸ ποὺ εἶναι ἀκόμα φυλαγμένο μέσα στὴ στέρνα τῆς παράδοσης. Μὰ θὰ πίνουμε ἀπ’ αὐτὸ τὸ καλὸ νερό καὶ θὰ καλοῦμε νὰ πιοῦνε κ’ οἱ ἄλλοι Ἕλληνες, ποὺ τοὺς ξεραίνει ὁ λίβας τῆς ξενομανίας. Νὰ πιοῦνε καὶ νὰ δροσισθοῦνε ἀπὸ τὸ νερὸ ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὴν πέτρα, ἀπὸ τὸ καλὸ καὶ τ’ ἀθάνατο νερό μας, ἀπὸ «τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν».

https://agiazoni.gr/%cf%84%e1%bd%b8-%cf%84%cf%81%ce%b5%ce%bb%ce%bb%e1%bd%b8-%ce%bd%ce%b5%cf%81%cf%8c-%e1%bc%a1-%e1%bc%80%ce%bb%ce%ae%ce%b8%ce%b5%ce%b9%ce%b1-%e1%bc%a1-%cf%88%ce%b5%cf%85%cf%84%ce%b9%ce%ac-%e1%bc%a1/

08 Ιανουαρίου, 2024

«Καρδία συντετριμμένη» Φώτη Κόντογλου

 

    Χρυσὰ χέρια καὶ πολλὰ χαρίσματα μοῦ ἔδωσε ὁ Κύριος. Δὲν τὰ μεταχειρίσθηκα γιὰ νὰ ἀποχτήσω ὑλικὰ ἀγαθά, μήτε χρήματα, μήτε δόξα, μήτε κανενὸς εἴδους καλοπέραση. Τὰ μεταχειρίσθηκα πρὸς δόξαν τοῦ Κυρίου καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας του. Ὄχι μόνο τὸν ἑαυτό μου παράβλεψα, μὰ καὶ τοὺς δικούς μου, τὴ γυναῖκα μου, τὰ παιδιά μου καὶ τὰ ἐγγόνια μου τὰ ἀδίκησα, κατὰ τὸ πνεῦμα τοῦ κόσμου. Κανένας ἄνθρωπος δὲν στάθηκε τόσο ἀνίκανος νὰ βοηθήσει τοὺς συγγενεῖς του, ὅσο ἐγώ. Μ᾿ ὅλο ποὺ εἶχα ἕνα ὄνομα καὶ πολλοὺς θαυμαστές, ποτὲ δὲν τὰ μεταχειρίσθηκα γιὰ ὠφέλειά μου, τόσο, ὥστε ν᾿ ἀποροῦν οἱ γνωστοί μου κι οἱ ξένοι. Ἤμουνα προσηλωμένος στὸ ἔργο ποὺ ἔβαλα γιὰ σκοπό μου, καὶ στὸν σκληρὸν ἀγῶνα γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη πίστη μας. Γιὰ τοῦτο τυραννιστήκαμε καὶ τυραννιόμαστε στὴ ζωή μας. Φτωχὸς ἐγώ, φτωχὰ καὶ τὰ παιδιά μας. Βιοπάλη σκληρή. Μά, μὲ τὴν ἐλπίδα τοῦ Θεοῦ, ὅλα γαληνεύουν. Ὅλα τὰ θλιβερὰ τὰ περνοῦμε μὲ εὐχαριστία. Ξέρω πὼς ὅσα βάσανα μᾶς ἔρχονται, μᾶς ἔρχονται γιατὶ δὲν πέσαμε νὰ προσκυνήσουμε τὸν διάβολο, νὰ καλοπεράσουμε, παρὰ ἀκολουθοῦμε Ἐκεῖνον ποὺ μᾶς δείχνει «τὴν στενὴν καὶ τεθλιμμένην ὁδόν», καὶ σ᾿ αὐτὸν τὸν δρόμο τὸν ἀκολουθοῦμε πρόθυμα....

   Ἐχτές, παραμονὴ τῆς Πρωτοχρονιᾶς, ἤμουνα ξαπλωμένος στὸ κουβούκλι μας περασμένα τὰ μεσάνυχτα, καὶ συλλογιζόμουνα. Εἶχα δουλέψει νυχτέρι γιὰ νὰ τελειώσω μία Παναγία Γλυκοφιλοῦσα, καὶ δίπλα μου καθότανε ἡ γυναίκα μου κ᾿ ἔπλεκε. Ὅποτε δουλεύω, βρίσκουμαι σὲ μεγάλη κατάνυξη, καὶ ψέλνω διάφορα τροπάρια. Σιγόψελνα, λοιπὸν, ἐκεῖ ποὺ ζωγράφιζα τὴν Παναγία, κι ἡ Μαρία ἔψελνε καὶ κείνη μαζί μου μὲ τὴ γλυκειὰ φωνή της. Βλογημένη γυναίκα μοῦ ἔδωσε ὁ Θεός, ἂς εἶναι δοξασμένο τ᾿ ὄνομά του γιὰ ὅλα τὰ μυστήρια τῆς οἰκονομίας του. Τὸν εὐχαριστῶ γιὰ ὅσα μοῦ ἔδωσε, καὶ πρῶτ᾿ ἀπ᾿ ὅλα γιὰ τὴν ἁπλὴ τὴ Μαρία, ποὺ μοῦ τὴ δώρησε συντροφιὰ στὴ ζωή μου, ψυχὴ θρησκευτική, ἕνα δροσερὸ ποταμάκι ποὺ γλυκομουρμουρίζει μέρα-νύχτα δίπλα σ᾿ ἕνα παλιὸν καστρότοιχο. Τὸ κρουσταλένιο νερό του δὲν θολώνει μὲ τὰ χρόνια, ἀλλὰ γίνεται κι᾿ ὁλοένα πιὸ καθαρὸ καὶ πιὸ γλυκόλαλο: «Καλότυχος ὁ ἄνδρας πού ’χει καλὴ γυναίκα. Ἡ καλὴ γυναίκα εὐφραίνει τὸν ἄνδρα της, καὶ θὰ ζήσει εἰρηνεμένα τὰ χρόνια τῆς ζωῆς του. Καλὴ γυναίκα, κορῶνα στὸ κεφάλι τοῦ ἀνδρός της. Ἡ ἐμορφιὰ τῆς καλῆς γυναίκας φεγγοβολᾶ μέσα στὸ σπίτι σὰν τὸν ἥλιο ποὺ βγαίνει καὶ λάμπει ὁ κόσμος». Τέτοια γυναῖκα μοῦ χάρισε κ᾿ ἐμένα ὁ Κύριος.

   Ἡ ἐμορφιὰ δὲν τὴν περηφάνεψε, ἴσια-ἴσια ἡ ταπείνωση τὴν πλήθυνε, κι ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ τὴν εὐωδίασε. Ἀνάμεσα στὶς ἔμορφες ξεχώρισε, γιατὶ ἡ ἀκαταδεξιὰ δὲν θάμπωσε τὸ κρούσταλλό της, κι ἡ πονηρία δὲν λέρωσε τὸ σιντέφι τῆς ψυχῆς της. Κοντά μου κάθεται καὶ μὲ συντροφεύει, ἥμερος ἄνθρωπος. Μαρία ἡ ἁπλή! Ἐκείνη πλέκει εἴτε ράβει, κ᾿ ἐγὼ δουλεύω τὴν ἁγιασμένη τέχνη μου καὶ φιλοτεχνῶ εἰκονίσματα ποὺ τὰ προσκυνᾶ ὁ κόσμος. Τί χάρη μᾶς ἔδωσε ὁ Παντοδύναμος, ποὺ τὴν ἔχουνε λιγοστοὶ ἄνθρωποι, «ὅτι ἐπέβλεψεν ἐπὶ τὴν ταπείνωσιν τῶν δούλων αὐτοῦ». Τὸ καλύβι μας εἶναι φτωχὸ στὰ μάτια τοῦ κόσμου, καὶ μολοταῦτα στ᾿ ἀληθινὰ εἶναι χρυσοπλοκώτατος πύργος κ᾿ ἡλιοστάλαχτος θρόνος, γιατὶ μέσα του σκήνωσε ἡ πίστη κ᾿ ἡ εὐλάβεια. Κ᾿ ἐμεῖς, ποὺ καθόμαστε μέσα, εἴμαστε οἱ πιὸ φτωχοὶ ἀπὸ τοὺς φτωχούς, πλὴν μᾶς πλουτίζει μὲ τὰ πλούτη του Ἐκεῖνος, ποὺ εἶπε: «πλούσιοι ἐπτώχευσαν καὶ ἐπείνασαν, οἱ δὲ ἐκζητοῦντες τὸν Κύριον οὐκ ἐλαττωθήσονται παντὸς ἀγαθοῦ».

   Ἀφοῦ λοιπὸν τελείωσα τὴ δουλειά μου κατὰ τὰ μεσάνυχτα, ξάπλωσα στὸ μεντέρι μου, κ᾿ ἡ Μαρία ξάπλωσε καὶ κείνη κοντά μου καὶ σκεπάσθηκε καὶ τὴν πῆρε ὁ ὕπνος. Ἔπιασα νὰ συλλογίζουμαι τὸν κόσμο. Συλλογίσθηκα πρῶτα τὸν ἑαυτό μου καὶ τοὺς δικούς μου, τὴ γυναίκα μου καὶ τὸ παιδί μου. Γύρισα καὶ κοίταξα τὴ Μαρία ποὺ ἤτανε κουκουλωμένη καὶ δὲν φαινόταν ἂν εἶναι ἄνθρωπος ἀποκάτω ἀπὸ τὸ σκέπασμα. Κ᾿ εἶπα: Ποιὸς μᾶς συλλογίζεται; Οἱ ἄνθρωποι λένε λόγια πολλά, μὰ δὲν πιστεύουνε σὲ τίποτα, γι᾿ αὐτὸ εἶπε ὁ Δαυίδ: «πᾶς ἄνθρωπος ψεύστης». Γύρισα καὶ κοίταξα τὸ φτωχικό μας, πού ’ναι σὰν ξωκκλήσι, στολισμένο μὲ εἰκονίσματα καὶ μὲ ἁγιωτικὰ βιβλία, χωμένα ἀνάμεσα στ᾿ ἀρχοντόσπιτα τῆς Βαβυλωνίας, κρυμμένο, σὰν τὸν φτωχὸ ποὺ ντρέπεται μὴ τὸν δεῖ ὁ κόσμος. Ἡ καρδιά μου ζεστάθηκε, κρυμμένη καὶ κείνη μέσα μου. Ἔνοιωσα πὼς ἤμουνα χωρισμένος ἀπὸ τὸν κόσμο κι οἱ λογισμοί μου πὼς ἤτανε καὶ κεῖνοι κρυμμένοι πίσω ἀπὸ τὸ καταπέτασμα ποὺ χώριζε τὸν κόσμο ἀπὸ μένα, καὶ πῶς ἄλλος ἥλιος κι ἄλλο φεγγάρι φωτίζανε τὸν δικό μας τὸν κόσμο. Κι ἀντὶ νὰ πικραθῶ, εὐφράνθηκε ἡ ψυχή μου πὼς μ᾿ ἔχουνε ξεχασμένον, κ᾿ ἡ χαρὰ ἡ μυστική, ποὺ τὴν νοιώθουνε, ὅσοι εἶναι παραπεταμένοι, ἄναψε μέσα μου ἥσυχα κι εἰρηνικά, κι ἡ παρηγοριὰ μὲ γλύκανε σὰν μπάλσαμο, ἀνακατεμένη μὲ τὸ παράπονο. Καὶ φχαρίστησα Ἐκεῖνον, ποὺ κάνει τέτοια μυστήρια στὸν ἄνθρωπο καὶ ποὺ κάνει πλούσιους τοὺς φτωχούς, χαρούμενους τοὺς θλιμμένους, ποὺ δίνει μυστικὴ συντροφιὰ στοὺς ξεμοναχιασμένους, καὶ ποὺ μεθᾶ μὲ τὸ κρασὶ τῆς τράπεζάς του ὅσους βάλανε τὴν ἐλπίδα τους σὲ Κεῖνον. Ἂν δὲν ἤμουνα φτωχὸς καὶ ξευτελισμένος, δὲν θὰ μποροῦσα νὰ ἀξιωθῶ τούτη τὴν πονεμένη χαρά, γιατὶ δὲν ξαγοράζεται μὲ τίποτα ἄλλο, παρεχτὸς μὲ τὴν συντριβὴ τῆς καρδιᾶς, κατὰ τὸν Δαυῒδ ποὺ λέγει«Κύριε, ἐν θλίψει ἐπλάτυνάς με». Ἐπειδή, ὅποιος δὲν πόνεσε καὶ δὲν ταπεινώθηκε, δὲν παίρνει ἔλεος. Ἔτσι τὰ θέλησε ἡ ἀνεξιχνίαστη σοφία Του. Μὰ οἱ ἄνθρωποι δὲν τὰ νοιώθουνε αὐτά, γιατὶ δὲν θέλουνε νὰ πονέσουν καὶ νὰ ταπεινωθοῦνε, ὥστε νὰ νοιώσουνε κάτι παραπέρα ἀπὸ τὴν καλοπέραση τοῦ κορμιοῦ κι ἀπὸ τὰ μάταια πάθη τους.

  Ὁλοένα, χωρὶς νὰ τὸ καταλάβω, ἀνεβαίνανε τὰ δάκρυα στὰ μάτια μου, δάκρυα γιὰ τὸν κόσμο καὶ δάκρυα γιὰ μένα. Δάκρυα γιὰ τὸν κόσμο, γιατὶ γυρεύει νὰ βρεῖ τὴ χαρὰ ἐκεῖ ποὺ δὲν βρίσκεται· καὶ δάκρυα γιὰ μένα, γιατὶ πολλὲς φορὲς δείλιασα τὴ φτώχεια καὶ τοὺς ἄλλους πειρασμούς, καὶ δικαίωσα τοὺς ἀνθρώπους, ἐνῶ τώρα ἔνοιωσα πὼς δὲν παίρνει ὁ ἄνθρωπος μεγάλο χάρισμα, χωρὶς νὰ περάσει μεγάλον πειρασμό. Κι ἀντρειεύτηκα κατὰ τὸ πνεῦμα, κ᾿ ἔνοιωσα πὼς δὲν φοβᾶμαι τὴ φτώχεια, παρὰ πὼς τὴν ἀγαπῶ. Καὶ κατάλαβα καλά, πὼς δὲν πρέπει ὁ ἄνθρωπος νὰ ἀγαπήσει ἄλλο τίποτα ἀπὸ τὸν πόνο του, γιατὶ ἀπὸ τὸν πόνο ἀναβρύζει ἡ ἀληθινὴ χαρὰ κ᾿ ἡ παρηγοριά, κ᾿ ἐκεῖ βρίσκουνται οἱ πηγὲς τῆς ἀληθινῆς ζωῆς. Ἀληθινά, ἡ φτώχεια εἶναι φοβερὸ θηρίο. Ὅποιος τὸ νικήσει, ὅμως, καὶ φτάξει νὰ μὴν τὸ φοβᾶται, θὰ βρεῖ μεγάλα πλούτη μέσα του. Τούτη τὴν ἀφοβιὰ τὴ δίνει ὁ Κύριος ἅμα ταπεινωθεῖ ὁ ἄνθρωπος. Σ᾿ αὐτὸν τὸν πόλεμο ποὺ ἡ ἀντρεία λέγεται ταπείνωση, καὶ τὰ βραβεῖα εἶναι καταφρόνεση καὶ ξευτελισμός, δὲν βαστᾶνε οἱ ἀντρεῖοι τοῦ κόσμου. Ὅποιος δὲν περάσει ἀπὸ τὴ φωτιὰ τῆς δοκιμῆς, δὲν ἔνοιωσε ἀληθινὰ τί εἶναι ἡ ζωή, καὶ γιατὶ ὁ Χριστὸς εἶπε: «Ἐγὼ εἶμαι ἡ ζωή», καὶ γιατὶ εἶπε «Μακάριοι οἱ πικραμένοι, γιατὶ αὐτοὶ θὰ παρηγορηθοῦνε». Ὅποιος δὲν ἀπελπίστηκε ἀπὸ ὅλα, δὲν τρέχει κοντὰ στὸν Θεό, γιατὶ λογαριάζει πὼς ὑπάρχουνε κι ἄλλοι προστάτες γι᾿ αὐτόν, παρεχτὸς τοῦ Θεοῦ.

   Κι ἐκεῖ ποὺ τὰ συλλογιζόμουνα αὐτά, ἔνοιωσα μέσα μου ἕνα θάρρος καὶ μία ἀφοβιὰ ἀκόμα πιὸ μεγάλη, κι εἰρήνη μὲ περισκέπασε, κι εἶπα τὰ λόγια ποὺ εἶπε ὁ Ἰωνᾶς μέσα ἀπὸ τὸ θεριόψαρο: «Ἐβόησα ἐν θλίψει μου πρὸς Κύριον τὸν Θεόν μου καὶ εἰσήκουσέ μου»! «Ἀπὸ τὴν κοιλιὰ τοῦ Ἅδη ἄκουσες τὴν κραυγή μου, ἄκουσές τη φωνή μου. Ἄβυσσο ἄπατη μὲ ἔζωσε. Τὸ κεφάλι μου χώνεψε μέσα στὶς σκισμάδες τῶν βουνῶν, κατέβηκα στὴ γῆς, ποὺ τὴν κρατᾶνε ἀμπάρες ἀκατέλυτες. Ἂς ἀνεβεῖ ἡ ζωή μου ἀπὸ τὴ φθορὰ πρὸς ἐσένα, Κύριε ὁ Θεός μου. Τὴν ὥρα ποὺ χάνεται ἡ ζωή μου, θυμήθηκα τὸν Κύριο. Ἂς ἐρθεῖ ἡ προσευχή μου στὴν ἁγιασμένη ἐκκλησιά σου. Ὅσοι φυλάγονται μάταια καὶ ψεύτικα θὰ παρατηθοῦνε χωρὶς ἔλεος. Μὰ ἐγὼ θὰ σὲ φχαριστήσω καὶ μὲ φωνὴ αἰνέσεως θὰ σὲ δοξολογήσω». Καὶ πάλι δόξασα τὸν Θεὸ καὶ τὸν φχαρίστησα, γιατὶ μ᾿ ἔκανε ἀναίσθητο γιὰ τὶς ἡδονὲς τοῦ κόσμου, τόσο ποὺ νὰ σιχαίνουμαι ὅσα εἶναι ποθητὰ γιὰ τοὺς ἄλλους, καὶ νὰ νοιώθω πὼς εἶμαι κερδισμένος, ὅποτε οἱ ἄλλοι λογαριάζουνε πῶς εἶμαι ζημιωμένος· καὶ γιατὶ πῆρα δύναμη ἀπὸ Κεῖνον νὰ καταφρονήσω τὸν σατανᾶ, ποὺ παραφυλάγει πότε θὰ λιγοψυχήσω, κ᾿ ἔρχεται καὶ μοῦ λέγει: «Πέσε προσκύνησέ με, γιατὶ θὰ γίνουνε ψωμιὰ αὐτὲς οἱ πέτρες ποὺ βλέπεις». Καὶ πάλι ξανάρχεται καὶ μοῦ λέγει: «Ἔ, πῶς χαίρεται ὁ κόσμος! Ἀκοῦς τὸν ἀλαλαγμό, τὶς φωνὲς ποὺ βγαίνουνε ἀπὸ τὰ παλάτια, ὅπου διασκεδάζουνε οἱ φτυχισμένοι ὑποταχτικοί μου, ἄντρες καὶ γυναῖκες; Πέσε προσκύνησέ με καὶ θὰν ἁπλώσεις μονάχα τὸ χέρι σου νὰ τὰ πάρεις ὅλα. Ἐσὺ εἶσαι ἄνθρωπος τιμημένος γιὰ τὴν τέχνη σου· γιατί νὰ ὑποφέρνεις, σὲ καιρὸ ποὺ αὐτοὶ χαίρουνται ὅλα τὰ καλὰ καὶ τ᾿ ἀγαθά, μ᾿ ὅλο ποὺ δὲν ἔχουνε τὴ δική σου τὴν ἀξιωσύνη; Κοίταξε τὴ φτώχειά σου, κι ἂν δὲν λυπᾶσαι τὸν ἑαυτό σου, λυπήσου τὴν καϋμένη τὴ γυναίκα σου, τὸ φτωχὸ τὸ παιδί σου, ποὺ ὑποφέρνουνε ἀπὸ σένα! Ἄλλη φορὰ τὸν ἄκουγα, μὲ ὅλο ποὺ δὲν ἔκανα ὅ,τι μοῦ ῾λεγε, μὰ τώρα τὸν ἄφησα νὰ λέγει χωρὶς νὰ τὸν ἀκούω ὁλότελα. Ἐμένα ὁ νοῦς μου ἤτανε σὲ κείνους τοὺς θλιμμένους καὶ τοὺς βασανισμένους, ποὺ δὲν ἔχουνε ἐλπίδα, καὶ σὲ κείνους ποὺ τρώγανε καὶ πίνανε κείνη τὴ νύχτα, καὶ χορεύανε μὲ τὶς γυναῖκες ποὺ δὲν ἔχουνε ντροπή, καὶ σὲ κείνους ποὺ μαζεύουνε πλούτη κι ἀδιαφόρετα πράγματα ποὺ δὲν μποροῦνε νὰ τ᾿ ἀποχωριστοῦνε σὰν σιμώσει ὁ θάνατος, καὶ ποὺ καταγίνουνται νὰ δέσουνε τὸν ἑαυτό τους μὲ πιὸ πολλὰ σκοινιά, ἀντὶς νὰ τὰ λιγοστέψουνε. Ἐπειδὴς οἱ δύστυχοι εἶναι φτωχοὶ ἀπὸ μέσα τους κι ἀδειανοὶ καὶ τρεμάμενοι καὶ θέλουνε νὰ ζεσταθοῦνε καὶ ρίχνουνε ἀπὸ πάνω τοὺς ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα, σὰν τὸν θερμασμένο ποὺ ρίχνει ἀπάνω του παπλώματα καὶ ροῦχα, δίχως νὰ ζεσταθεῖ. Λογαριάζω πὼς οἱ σημερινοὶ οἱ ἄνθρωποι εἶναι πιὸ φτωχοὶ στὸ ἀπομέσα πλοῦτος, γιὰ νά ῾χουν ἀνάγκη ἀπὸ τόσα πολλὰ μάταια πράγματα. Αὐτὰ ποὺ λένε χαρὲς καὶ ἡδονές, τὰ δοκίμασα κ᾿ ἐγὼ σὰν ἄνθρωπος, καὶ πίστευα κ᾿ ἐγὼ πὼς ἤτανε στ᾿ ἀλήθεια χαρὰ κ᾿ εὐτυχία. Μὰ γλήγορα κατάλαβα πὼς ἤτανε ψευστιὲς καὶ φαντασίες ἀσύστατες, καὶ πὼς χοντραίνουνε τὴν ψυχὴ καὶ στραβώνουνε τὰ πνευματικά της μάτια καὶ δὲν μπορεῖ νὰ δεῖ, καὶ γίνεται κακιὰ κι ἀλύπητη στὸν πόνο τ᾿ ἀδερφοῦ της, ἀδιάντροπη, ἀκατάδεχτη, ἄθεη, θυμώτρα, αἱμοβόρα.

   Ὅσοι εἶναι σκλάβοι στὴν καλοπέραση τοῦ κορμιοῦ τους δὲν ἔχουνε ἀληθινὴ χαρά, γιατὶ δὲν ἔχουνε εἰρήνη· γιὰ τοῦτο θέλουνε νὰ βρίσκουνται μέσα σε φουρτούνα καὶ νὰ ζαλίζουνται, ὥστε νὰ θαρροῦνε πὼς εἶναι φτυχισμένοι. Ἡ χαρὰ ἡ ἀληθινὴ εἶναι μία θέρμη τῆς διάνοιας καὶ μία ἐλπίδα τῆς καρδιᾶς ποὺ τὶς ἀξιώνουνται ὅσοι θέλουνε νὰ μὴν τοὺς ξέρουνε οἱ ἄνθρωποι, γιὰ νὰ τοὺς ξέρει ὁ Θεός. Γι᾿ αὐτό, Κύριε καὶ Θεὲ καὶ Πατέρα μου, καλότυχος ὅποιος ἔκανε σκαλούνια ἀπὸ τὴ φτώχεια και ἀπὸ τὰ βάσανα, κι ἀπὸ τὴν καταφρόνεση τοῦ κόσμου, γιὰ ν᾿ ἀνεβεῖ σὲ Σένα. Καλότυχος ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔνοιωσε τὴν ἀδυναμία του ἀληθινά· ὅσο γλήγορα τὸ κατάλαβε, τόσο πιὸ γλήγορα θὰν ἀπογευτεῖ ἀπὸ τὸ ψωμὶ ποὺ θρέφει κι ἀπὸ τὸ κρασὶ ποὺ δυναμώνει, ἂν ἔχει τὴν πίστη του σὲ Σένα· ἀλλιῶς θὰ γκρεμνιστεῖ στὸ βάραθρο τῆς ἀπελπισίας. Μὲ τί λόγια νὰ φχαριστήσω τὸν Κύριό μου, ποὺ ἤμουνα χαμένος καὶ μὲ χεροκράτησε, στραβὸς καὶ μ᾿ ἔκανε νὰ βλέπω; Ἐκεῖνος ἔστρεψε τὴν λύπη μου σὲ χαρά. «Διήλθομεν διὰ πυρὸς καὶ ὕδατος, καὶ ἐξήγαγεν ἡμᾶς εἰς ἀναψυχήν. Μακάριος ἄνθρωπος ὁ ἐλπίζων ἐπ᾿ Αὐτόν»!

Ἀδέρφια μου, δῶστε προσοχὴ στὰ λόγια μου! Ἔτσι ποὺ βλέπετε, ἔβλεπα κ᾿ ἐγώ, καὶ θαρροῦσα πὼς ἔβλεπα· μὰ τώρα κατάλαβα πὼς ἤμουνα στραβὸς καὶ κουφὸς καὶ ποδαγρός. Μετὰ χαρᾶς δέχουμε κάθε κακοπάθηση, γιατὶ ἀλλιῶς δὲν ἀνοίγουνε τὰ μάτια στὸ ἀληθινὸ τὸ φῶς, μήτε τ᾿ αὐτιὰ ἀκοῦνε τὰ καλὰ μηνύματα, μήτε τὰ πόδια περπατᾶνε στὸ δρόμο ποὺ πάγει ἐκεῖ ὁποῦ εἶναι ἡ αἰώνια πολιτεία τοῦ Χριστοῦ, ἐκεῖ ποὺ βρίσκουνε εἰρήνη κι ἀνάπαψη οἱ ἀγαπημένοι του. Ὅποιος δὲν καταλάβει πὼς εἶναι ἀπροστάτευτος κ᾿ ἔρημος στὸν κόσμο τοῦτον, δὲν θὰ ταπεινωθεῖ: κι ὅποιος δὲν ταπεινωθεῖ, δὲν θὰ ἐλεηθεῖ. Ἡ λύπη τῆς διάνοιάς μας σιμώνει στὸν Θεό. Γι᾿ αὐτὸ δὲν θέλω καμμιὰ καλοπέραση· καρδιὰ συντριμμένη.

   Αὐτὰ κι ἄλλα πολλὰ ἀναβρύζανε ἀπὸ μέσα μου κείνη τὴ νύχτα, καὶ τὰ μάτια μου τρέχανε. Δὲν ἤξερε τί συλλογίζουμαι κανένας ἄνθρωπος, ἐκεῖ ποὺ ἤμουνα τρυπωμένος, στὸ κουβούκλι μου, οὔτε κἂν ἡ Μαρία ποὺ κοιμότανε δίπλα μου κουκουλωμένη. Ὁ βοριὰς ἔκανε μεγάλη ταραχὴ ἀπ᾿ ὄξω, τὰ δέντρα ἀναστενάζανε, θαρροῦσες πὼς κλαίγανε καὶ πῶς παρακαλούσανε ν᾿ ἀνοίξω νὰ μποῦνε μέσα νὰ προστατευτοῦνε. Τὸ καντήλι ἔρριχνε τὸ χρυσοκέρινο φέγγος του ἀπάνου στὰ κονίσματα καὶ στ᾿ ἀσημωμένο Εὐαγγέλιο. Δόξα σοι ὁ Θεός, καλὰ ἤμαστε! Μακάριος εἶναι ὅποιος εἶναι ξεχασμένος. Ὁ κόσμος παραπέρα γλεντᾶ, χορεύει, κάνει ἁμαρτίες μὲ τὶς γυναῖκες, παίζει χαρτιά. Ὁ δυστυχής, γιορτάζει τὸν θάνατο τοῦ κορμιοῦ του, ποὺ κάνει τόσα γιὰ νὰ τὸ φχαριστήσει. Λὲς πὼς κερδίσανε τὴν ἀθανασία, τώρα ποὺ ἦρθε ὁ καινούργιος χρόνος, ἀντὶς νὰ κλάψουνε πὼς σιμώνουνε ὁλοένα στὸ τέλος αὐτῆς τῆς πονηρῆς ζωῆς. «Πάτερ ἅφες αὐτοίς, οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι». Τί κάνουνε; Ποῦ πᾶνε; Σὲ λίγο θὰ καταντήσουνε τὰ κόκκαλά τους σὰν λιθάρια ἄψυχα, θὰ γκρεμνιστοῦνε τὰ παλάτια τους, θὰ σβήσει καὶ ὅλη τούτη ἡ ὀχλοβοὴ κι᾿ ἡ φωτοχυσία, σὰν κάποιο πράγμα ποὺ δὲν γίνηκε ποτές. Ὦ κατάδικοι, τί ξεγελιόσαστε; «Ἵνα τί ἀγαπᾶτε ματαιότητα καὶ ζητεῖτε ψεῦδος;»

Ξημέρωμα 1ης Ἰανουαρίου 1950

https://konstantinoupolipothoumeno.blogspot.com/2024/01/blog-post_81.html

 

23 Δεκεμβρίου, 2023

Χριστούγεννα στὴ σπηλιά

Κόντογλου Φώτης

Χριστούγεννα παραμονές. Χριστούγεννα καὶ χιονιάς πάντα πᾶνε μαζί. Μὰ ἐκείνη τὴν χρονιὰ οἱ καιροὶ ἤτανε φουρτουνιασμένοι παρὰ φύση. Χιόνι δὲν ἔρριχνε. Μοναχὰ ποὺ ἡ ἀτμόσφαιρα ἤτανε θυμωμένη, καὶ φυσούσανε σκληροὶ βοριάδες μὲ χιονόνερο καὶ μ᾿ ἀστραπές. Καμμιὰ βδομάδα ὁ καιρὸς καλωσύνεψε καὶ φυσοῦσε μία τραμουντάνα ποὺ ἀρμενιζότανε. Μὰ τὴν παραμονὴ τὰ κατσούφιασε. Τὴν παραμονὴ, ἀπὸ τὸ πρωΐ ὁ οὐρανὸς ἤτανε μαῦρος σὰν μολύβι, κ᾿ ἔπιασε κ᾿ ἔρριχνε βελονιαστὸ χιονόνερο.

Σὲ μία τοποθεσία ποὺ τὴ λέγανε Σκρόφα, βρισκότανε ἕνα μαντρὶ μὲ γιδοπρόδατα, ἀπάνω σὲ μιὰ πλαγιὰ τοῦ βουνοῦ ποὺ κοίταζε κατὰ τὸ πέλαγο· τὸ μέρος αὐτὸ ἤτανε ἄγριο κ᾿ ἔρημο, γεμάτο ἀγριόπρινα, σκίνους καὶ κουμαριές, ποὺ ἤτανε κατακόκκινες ἀπὸ τὰ κούμαρα. Τὸ μαντρὶ ἤτανε τριγυρισμένο μὲ ξεροτρόχαλο [=ξερολιθιά].

Οἱ τσομπάνηδες καθόντανε μέσα σὲ μιὰ σπηλιὰ ποὺ βρισκότανε παραμέσα καὶ πιὸ ψηλὰ ἀπὸ τὴ μάντρα καὶ ποὺ κοίταζε κατὰ τὴ νοτιά. Μεγάλη σπηλιά, μὲ τρία – τέσσερα χωρίσματα, κι ἀψηλὴ ὡς τρία μπόγια. Τὰ ζωντανὰ σταλιάζανε κάτω ἀπὸ τὶς χαμηλὲς σάγιες, ποὺ ἔσκυβες γιὰ νὰ μπεῖς μέσα. Σωροὶ ἀπὸ κοπριὰ στεκόντανε ἐδῶ κ᾿ ἐκεῖ, καὶ βγάζανε μία σπιρτόζα μυρουδιά. Χάμω, τὸ χῶμα ἤτανε σκουπισμένο καὶ καθαρό, γιατὶ οἱ τσομπάνηδες ἤτανε μερακλῆδες, καὶ βάζανε τὰ παιδιὰ καὶ σκουπίζανε ταχτικὰ μὲ κάτι σκοῦπες κανωμένες ἀπὸ ἀστοιβιές.

Ἀρχιτσέλιγκας ἤτανε ὁ Γιάννης ὁ Μπαρμπάκος, ἕνας ἄνθρωπος μισάγριος, γεννημένος ἀνάμεσα στὰ γίδια καὶ στὰ πρόβατα. Ἤτανε μαῦρος, μαλλιαρός, μὲ γένεια μαῦρα κόρακας, σγουρὰ καὶ σφιχτὰ σὰν τοῦ κριαριοῦ. Φοροῦσε σαλβάρια κοντὰ ὡς τὸ γόνατο, σελάχι στὴ μέση του, ζουνάρι πλατύ, βαριὰ τζεσμέδια στὰ ποδάρια του· τὸ κεφάλι του τὸ εἶχε τυλιγμένο μ᾿ ἕνα μεγάλο μαντίλι σὰν σαρίκι, κ᾿ οἱ μαρχαμάδες [= τὰ κρόσια] κρεμόντανε στὸ πρόσωπό του. Ἀρχαῖος ἄνθρωπος!

Εἶχε δυὸ παραγυιούς, τὸν Ἀλέξη καὶ τὸν Δυσσέα, δυὸ παλληκαρόπουλα ὡς εἴκοσι χρονῶν. Εἶχε καὶ τρία παιδιά, ποὺ τοὺς βοηθούσανε στ᾿ ἄρμεγμα καὶ κοιτάζανε τὸ μαντρὶ νά ῾ναι καθαρό. Αὐτὲς οἱ ἕξι ψυχὲς ἐζούσανε σὲ κεῖνο τὸ μέρος, κρυφὰ ἀπὸ τὸν Θεό. Ἀνάρια βλέπανε ἄνθρωπο.

Ἡ σπηλιὰ ἤτανε καπνισμένη κι ὁ βράχος εἶχε μαυρίσει ὡς ἀπάνω ἀπὸ τὴν καπνιὰ ποὺ ἔβγαινε ἀπὸ τὸ στόμα τῆς σπηλιᾶς. Ἐκεῖ μέσα εἴχανε τὰ γιατάκια τους, σὰν μεντέρια, στρωμένα μὲ προβιές. Στοὺς τοίχους τῆς σπηλιᾶς εἴχανε μπήξει παλούκια μέσα στὶς σκισμάδες τοῦ βράχου, καὶ κρεμόντανε καρδάρες, τυροβόλια, μαγιές, τουφέκια καὶ μαχαίρια, λὲς κ᾿ ἤτανε λημέρι τῶν ληστῶν. Ἀπ᾿ ἔξω φυλάγανε οἱ σκύλοι, ὅλοι ἄγριοι σὰν λύκοι.

Ἡ ἀκροθαλασσιὰ βρισκότανε ὡς ἕνα τσιγάρο ἀπόσταση ἀπὸ τὴ μάντρα. Ἤτανε ἔρημη, κι ἄλλο δὲν ἀκουγότανε ἐκεῖ πέρα παρὰ μοναχὰ ὁ ἀγκομαχητὸς τοῦ πελάγου, μέρα – νύχτα. Μὲ τὸν βοριὰ ἀπάγκιαζε, καὶ καμμιὰ φορᾶ πόδιζε κανένα καΐκι. Ἀλλιῶς δὲν ἔβλεπες βάρκα πουθενά. Ἀπὸ τὸ μαντρὶ ἀγνάντευε κανένας τὸ πέλαγο ἀνάμεσα στὰ δέντρα, καὶ τὸ μάτι ξεχώριζε καθαρὰ τὰ βουνὰ τῆς Μυτιλήνης.

Τὴν παραμονὴ τὰ Χριστούγεννα, εἴπαμε πὼς ὁ καιρὸς χάλασε, κι ἄρχισε νὰ πέφτει χιονόνερο. Οἱ τσομπάνηδες εἴχανε μαζευτεῖ στὴ σπηλιὰ κι ἀνάψανε μία μεγάλη φωτιὰ καὶ κουβεντιάζανε. Τὰ παιδιὰ εἴχανε σφάξει δυὸ ἀρνιὰ καὶ τὰ γδέρνανε. Ὁ Ἀλέξης ἔβαλε ἀπάνω σ᾿ ἕνα ράφι μυτζῆθρες καὶ τυρὶ ἀνάλατο μέσα στὰ τυροβόλια, ἁγίζι καὶ γιαούρτι. Ὁ Δυσσέας εἶχε μία παλιὰ Σύνοψη, κ᾿ ἐπειδὴ γνώριζε λίγο ἀπὸ ψαλτικὰ κ᾿ ἤξερε καὶ πέντε γράμματα, διάβαζε τὶς Κυριακάδες κι ὅποτε ἤτανε γιορτὴ κανένα τροπάρι καὶ λιγοστὰ ἀπὸ τὸν Ἑξάψαλμο. Ἐκείνη τὴν ὥρα φυλλομετροῦσε τὴ Σύνοψη, γιὰ νὰ δεῖ τί γράμματα ἤτανε νὰ πεῖ.

Θά ῾τανε ὥρα σπερινοῦ. Κείνη τὴν ὥρα ἀκούσανε κάτι τουφεκιές. Καταλάβανε πὼς θά ῾τανε τίποτα κυνηγοί· τὸ ἕνα παιδί, ποὺ εἶχε πάγει νὰ φέρει ξύλα μὲ τὸν γάϊδαρο, εἶπε πὼς τὸ πρωὶ εἶχε ἀκούσει τουφεκιὲς κατὰ τὴν ἀπὸ μέσα θάλασσα, κατὰ τὴν Ἁγιὰ-Παρασκευή. Οἱ σκύλοι πιάσανε καὶ γαβγίζανε ὅλοι μαζὶ καὶ πεταχτήκανε ὄξω ἀπὸ τὴ μάντρα.

Σὲ λίγο φανερωθήκανε ἀπὸ πάνω ἀπὸ τὴ σπηλιὰ δυὸ ἄνθρωποι μὲ τουφέκια, καὶ φωνάζανε τοὺς τσομπάνηδες νὰ μαζέψουνε τὰ σκυλιά, ποὺ χυμήξανε ἀπάνω τους. Ὁ Σκούρης ἄφησε τοὺς ἀνθρώπους κι ἅρπαξε ἕνα ἀπὸ τὰ ζαγάρια πού ῾χανε οἱ κυνηγοὶ καὶ τὸ ξετίναζε νὰ τὸ πνίξει. Ὁ κυνηγὸς ἔρριξε ἀπάνου του, καὶ τὰ σκάγια τὸν πόνεσανε καὶ γύρισε πίσω, μαζὶ μὲ τ᾿ ἄλλα μαντρόσκυλα, ποὺ πηγαίνανε πισώδρομα ὅσο κατεβαίνανε οἱ κυνηγοί. Τέλος πάντων, ἐβγῆκε ὁ Μπαρμπάκος μὲ τοὺς ἄλλους καὶ πιάσανε τὸν Σκούρη καὶ τὸν δέσανε, διώξανε καὶ τ᾿ ἄλλα σκυλιά.

«Ὥρα καλή, βρὲ παιδιά!» φώναξε ὁ Παναγὴς ὁ Καρδαμίτσας, ζωσμένος μὲ τὰ φυσεγκλίκια, μὲ τὸ ταγάρι γεμάτο πουλιά.

Ὁ ἄλλος, ποὺ ἤτανε μαζί του, ἤτανε ὁ γυιός του ὁ Δημητρός.

«Πολλὰ τὰ ἔτη!» ἀποκριθήκανε ὁ Μπαρμπάκος κ᾿ ἡ συντροφιά του. «Καλῶς ὁρίσατε!»

Τοὺς πήγανε στὴ σπηλιά.

«Μωρέ, τ᾿ εἶν᾿ ἐδῶ; Παλάτι! Παλάτι μὲ βασιλοποῦλες!» εἶπε ὁ μπάρμπα-Παναγής, δείχνοντας τὶς μυτζῆθρες ποὺ ἀχνίζανε.

Τοὺς βάλανε νὰ καθήσουνε, τοὺς κάνανε καφέ. Οἱ κυνηγοὶ εἴχανε κονιάκι. Κεραστήκανε.

«Βρὲ ἀδερφέ», ἔλεγε ὁ μπάρμπα-Παναγής, «ποιὸς νὰ τό ῾λεγε, χρονιάρα μέρα, πὼς θὰ κάνουμε Χριστούγεννα στὸ σπήλαιο ποὺ ἐγεννήθη ὁ Χριστός! Ἐχτὲς περάσαμε στὴν Ἁγιὰ-Παρασκευή, νὰ κυνηγήσουμε λίγο. Ἔ, δικός μας εἶναι ὁ ἡγούμενος, κοιμηθήκαμε στὸ μοναστήρι, καὶ σήμερα τὴν αὐγὴ βγήκαμε στὸ κυνήγι. Βλέποντας πὼς φουρτούνιασε ὁ καιρός, εἴπαμε πὼς δὲν θὰ μπορέσουμε νὰ περάσουμε τὸ μπουγάζι μὲ τὴ σαπιόβαρκα τοῦ μπάρμπα-Μανώλη τοῦ Βασιλέ. Κ᾿ ἐπειδὴ ξέραμε ἀπ᾿ ἄλλη φορὰ τὸ μαντρί, καὶ μὲ τὸ κυνήγι πέσαμε σὲ τοῦτα τὰ σύνορα, εἴπαμε νὰ ῾ρθουμε στ᾿ ἀρχοντικό σας… Μωρέ, τί σκύλο ἔχετε; Αὐτὸ εἶναι θηρίο, ἀσλάνι καὶ καπλάνι!

Μπρέ, μπρέ, μπρέ! τὸ ζαγάρι τὸ πετσόκοψε! Γιὰ κοίταξε τί χάλια τό ῾κανε!»

Καὶ γύρισε σὲ μία γωνιὰ τῆς σπηλιᾶς, ποὺ κλαμούριζε τὸ σκυλὶ κ᾿ ἔτρεμε σὰν θερμιασμένο.

«Ἔλα δῶ, Φλόξ! Φλόξ!»

Μὰ ἡ Φλὸξ ἀπὸ τὴν τρομάρα της τρύπωνε πιὸ βαθιά.

Ἅμα ἤπιανε δυὸ-τρία κονιάκια, ὁ μπάρμπα-Παναγὴς ἄρχισε νὰ μασᾶ τὰ μουστάκια του, καὶ στὸ τέλος ἔπιασε νὰ τραγουδᾶ:

Καλὴν ἑσπέραν, ἄρχοντες, ἂν εἶναι ὁρισμός σας,
Χριστοῦ τὴν θείαν γέννησιν νὰ πῶ στ᾿ ἀρχοντικό σας.

Ὕστερα ὁ Δυσσέας ἔψαλε τὸ «Χριστὸς γεννᾶται, δοξάσατε».

Ἐκείνη τὴν ὥρα ἀκούσανε πάλι τὰ σκυλιὰ νὰ γαβγίζουνε. Στείλανε τὰ παιδιὰ νὰ δοῦνε τί εἶναι. Ὁ ἀγέρας εἶχε μπουρινιάσει κ᾿ ἔρριχνε παγωμένο νερό. Κρύο τάντανο!

Σὲ λίγο πάψανε τὰ σκυλιά, καὶ γυρίσανε πίσω τὰ παιδιά. Ἀπὸ πίσω τους μπήκανε στὴ σπηλιὰ τρεῖς ἄντρες, ποὺ φαινόντανε πὼς ἤτανε θαλασσινοί, καὶ δυὸ καλόγεροι, βρεμένοι ὅλοι καὶ ξυλιασμένοι ἀπ᾿ τὸ κρύο. Τοὺς καλωσορίσανε, τοὺς βάλανε καὶ καθήσανε.

Μόλις πῆγε κοντὰ στὴ φωτιὰ ὁ πρῶτος, ὁ καπετάνιος, τὸν γνώρισε ὁ Μπαρμπάκος κ᾿ ἔβγαλε μία χαρούμενη φωνή. Ἤτανε ὁ καπετάν-Κωσταντὴς ὁ Μπιλικτσῆς, ποὺ ταξίδευε στὴν Πόλη. Εἶχε περάσει κι ἄλλη φορᾶ ἀπὸ τὴ Σκρόφα, κ᾿ εἴχανε δέσει φιλία μὲ τὸν Μπαρμπάκο, ποὺ δὲν ἤξερε τί περιποίηση νὰ τοὺς κάνει· οἱ ἄλλοι δυὸ ἤτανε γεμιτζῆδες κι αὐτοί, ἄνθρωποι τοῦ καϊκιοῦ του.

Ὁ ἕνας ἀπὸ τοὺς καλόγερους, ἕνας σωματώδης μὲ μαῦρα γένεια, ὀμορφάνθρωπος, ἤτανε ὁ πάτερ-Σίλβεστρος Κουκουτός, καλογερόπαπας. Ὁ ἄλλος ἤτανε λιγνός, μὲ λίγες ἀνάριες τρίχες στὸ πηγούνι, σὰν τὸν Ἅγιο Γιάννη τὸν Καλυβίτη. Τὸν λέγανε Ἀρσένιο Σγουρή.

Ὁ καπετάν-Κωσταντὴς ἐρχότανε ἀπὸ τὴν Πόλη καὶ πῆρε στὸ καΐκι τὸν πάτερ-Σίλβεστρο, ποὺ εἶχε πάγει στὴν Πόλη ἀπὸ τ᾿ Ἅγιον Ὄρος γιὰ ἐλέη, κ᾿ ἤθελε νὰ κάνει Χριστούγεννα στὴν πατρίδα του. Ὁ πάτερ-Ἀρσένιος εἶχε ταξιδέψει μαζί του ἀπὸ τὴ Μονὴ τοῦ Παντοκράτορος στὸ Ὄρος, κ᾿ ἤτανε ἀπὸ τὴ Θεσσαλία.

Ταξιδέψανε καλά. Μὰ σὰν καβατζάρανε τὸν Καβο-Μπαμπᾶ, ὁ ἀγέρας μπουρίνιασε, κι ὅλη τὴ μέρα ἀρμενίζανε μὲ μουδαρισμένα πανιὰ καὶ μὲ τὸν στάντζο, ὡς ποὺ φτάξανε κατὰ τὸ βράδυ ἀπ᾿ ἔξω ἀπὸ τὸ Ταλιάνι. Ὁ καιρὸς σκύλιαξε κι ὁ καπετάνιος δὲν μπόρεσε να ῾μπεῖ στὸ μπουγάζι, νὰ κάνουνε Χριστούγεννα στὴν πατρίδα.

Ἀποφάσισε λοιπὸν νὰ ποδίσει, καὶ πῆγε καὶ φουντάρισε στ᾿ ἀπάγκειο, πίσω ἀπὸ ἕναν μικρὸν κάβο, ἀπὸ κάτω ἀπὸ τὸ μαντρί. Κ᾿ ἐπειδὴ θυμήθηκε τὸν φίλο του τὸν Μπαρμπάκο, πῆρε τοὺς γέροντες καὶ τοὺς δυὸ ἄλλους νοματέους καὶ τραβήξανε γιὰ τὸ ἁγίλι [=μαντρί]. Στὸ τσερνίκι εἴχανε ἀφήσει τὸν μπαρμπ᾿ – Ἀπόστολο μὲ τὸν μοῦτσο.

Σὰν εἴδανε πὼς στὴ σπηλιὰ βρισκότανε κι ὁ κυρ-Παναγὴς μὲ τὸν κυρ-Δημητρό, γίνηκε μεγάλη χαρὰ καὶ φασαρία.

«Μωρὲ νὰ δεῖς», ἔλεγε ὁ κυρ-Παναγής, «τώρα ψέλναμε τὸ τροπάρι, κι ἀπάνω ποὺ λέγαμε «ἐν αὐτῇ γὰρ οἱ τοῖς ἄστροις λατρεύοντες ὑπὸ ἀστέρος ἐδιδάσκοντο…», φτάξατε κ᾿ ἐσεῖς οἱ μάγοι μὲ τὰ δῶρα! Γιατὶ βλέπω μία νταμιζάνα κρασί, βλέπω λακέρδα, βλέπω χαβιάρια, βλέπω παξιμάδια, μπακλαβάδες, «σμύρναν, χρυσὸν καὶ λίβανον»!

«Χά! Χά! Χά!» – γελοῦσε δυνατὰ ὁ κυρ-Παναγής, μισομεθυσμένος καὶ ψευδίζοντας, καὶ χάιδευε τὴν κοιλιά του, γιατὶ ἤτανε καλοφαγάς.

Στὸ μεταξὺ ὁ πάτερ – Ἀρσένιος ὁ Σγουρής ζωντάνεψε ὁ καϊμένος, κ᾿ εἶπε σιγανὰ χαμογελώντας καὶ τρίβοντας τὰ χέρια του:

«Δόξα σοι ὁ Θεός, Κυριε ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστέ, ποὺ μᾶς ἐλύτρωσες ἐκ τοῦ κλύδωνος!» κ᾿ ἔκανε τὸν σταυρό του.

Ὁ πάτερ-Σίλβεστρος εἶπε νὰ σηκωθοῦνε ὄρθιοι, κ᾿ εἶπε λίγες εὐχές, τὸ «Χριστὸς γεννᾶται», κ᾿ ὕστερα μὲ τὴ βροντερὴ φωνή του ἔψαλε:

«Μεγάλυνον, ψυχή μου, τὴν τιμιωτέραν καὶ ἐνδοξοτέραν τῶν ἄνω στρατευμάτων.
Μυστήριον ξένον ὁρῶ καὶ παράδοξον. Οὐρανὸν τὸ σπήλαιον, θρόνον χερουβικὸν τὴν Παρθένον, τὴν φάτνην χωρίον, ἐν ᾧ ἀνεκλήθη ὁ ἀχώρητος Χριστὸς ὁ Θεός, ὃν ἀνυμνοῦντες μεγαλύνομεν».

Ὕστερα καθήσανε στὸ τραπέζι. Τέτοιο τραπέζι βλογημένο καὶ χαρούμενο δὲν ἔγινε σὲ κανένα παλάτι. Τρώγανε καὶ ψέλνανε. Καὶ τοῦ πουλιοῦ τὸ γάλα εἶχε ἀπάνω, ἀπὸ τὰ μοσκοβολημένα τ᾿ ἀρνιά, τὰ τυριά, τὰ μανούρια, τὶς μυτζῆθρες, τὶς μπεκάτσες καὶ τ᾿ ἄλλα πουλιὰ τοῦ κυνηγιοῦ, ὡς τὴ λακέρδα καὶ τ᾿ ἄλλα τὰ πολίτικα ποὺ φέρανε οἱ θαλασσινοί, καθὼς καὶ κρασὶ μπρούσικο.

Ὄξω φυσομανοῦσε ὁ χιονιάς, καὶ βογγούσανε τὰ δέντρα κ᾿ ἡ θάλασσα ἀπὸ μακριά. Ἀνάμεσα στὰ βουΐσματα ἀκουγόντανε καὶ τὰ κουδούνια ἀπὸ τὰ ζωντανὰ ποὺ ἀναχαράζανε. Μέσα ἀπὸ τὴ σπηλιὰ ἔβγαινε ἡ κόκκινη ἀντιφεγγιὰ τῆς φωτιᾶς μαζὶ μὲ τὶς ψαλμωδίες καὶ μὲ τὶς χαρούμενες φωνές. Κι ὁ κυρ-Παναγὴς ἔκλεβε κάπου-κάπου λίγον ὕπνο, ρουχάλιζε λιγάκι κ᾿ ὕστερα ξυπνοῦσε κ᾿ ἔψελνε μαζὶ μὲ τὴ συνοδεία.

Ἀληθινά, ἀπὸ τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ δὲν ἔλειπε τίποτα. Ὅλα ὑπήρχανε: τὸ σπήλαιο, οἱ ποιμένες, οἱ μάγοι μὲ τὰ δῶρα, κι ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ἤτανε παρὼν μὲ τοὺς δυὸ μαθητές του, ποὺ εὐλογούσανε «τὴν βρῶσιν καὶ τὴν πόσιν».

https://agiazoni.gr/%cf%87%cf%81%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%bf%cf%8d%ce%b3%ce%b5%ce%bd%ce%bd%ce%b1-%cf%83%cf%84%e1%bd%b4-%cf%83%cf%80%ce%b7%ce%bb%ce%b9%ce%ac/

30 Νοεμβρίου, 2023

Ἀνδρέας ὁ Πρωτόκλητος. Ἡ Ζωὴ ἑνὸς Ὁσιομάρτυρα

Κόντογλου Φώτης

Στὶς 30 τοῦ Νοέμβρη εἶναι ἡ μνήμη τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Ἀνδρέα τοῦ Πρωτοκλήτου. Ὅλοι οἱ ἀπόστολοι πεθάνανε μὲ μαρτυρικὸ θάνατο, κηρύχνοντας τὸ Εὐαγγέλιο σὲ διάφορες χῶρες. Στὴν Ἑλλάδα μαρτύρησε μοναχὰ ἕνας ἀπ’ αὐτούς, ὁ Ἀνδρέας ὁ Πρωτόκλητος, δηλαδὴ ποὺ πῆγε πρῶτος κοντὰ στὸν Χριστό. Μαρτύρησε στὴν Πάτρα. Πολὺ τιμημένη εἶναι ἡ Πάτρα μέσα στὸν κόσμο, γιατί ἀξιώθηκε νὰ ποτισθεῖ τὸ χῶμα της μὲ τὸ αἷμα ἐκείνου ποὺ τὸν κάλεσε ὁ Χριστὸς πρὶν ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἕντεκα, πρὶν ἀπὸ τὸν ἀδερφὸ του τὸν Πέτρο.

Ὁ Ἀνδρέας ἤτανε στὴν ἀρχὴ μαθητὴς τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου. Μιὰ μέρα καθότανε ὁ Πρόδρομος μαζὶ μὲ τοὺς δύο μαθητές του, κ’ εἶδε ἀπὸ μακριὰ τὸν Χριστὸ νὰ περπατᾶ, καὶ γυρίζει καὶ τοὺς λέει: “Νά, αὐτὸς εἶναι τὸ ἀρνὶ τοῦ Θεοῦ”. Καὶ σὰν ἀκούσανε οἱ μαθητὲς τὸ δάσκαλό τους νὰ μιλᾶ ἔτσι, πήγανε ξοπίσω ἀπὸ τὸν Χριστό. Καὶ Κεῖνος γύρισε καὶ τοὺς εἶδε νὰ τὸν ἀκολουθᾶνε, καὶ τοὺς λέγει: “Τί ζητᾶτε;” Κι’ αὐτοὶ τοῦ εἴπανε:”Δάσκαλε, ποῦ κάθεσαι;” Κι’ ὁ Χριστὸς τοὺς ἀποκρίθηκε: “Ἐλᾶτε νὰ δῆτε”. Πήγανε λοιπὸν κ’ εἴδανε ποῦ καθότανε, κι’ ἀπομείνανε μαζί του ἐκείνη τὴν ἡμέρα.

Ὁ ἕνας ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς δύο ἤτανε ὁ Ἀνδρέας. Ὁ ἄλλος εἶναι φανερὸ πὼς ἤτανε ὁ Ἰωάννης, γιατί αὐτὰ ποὺ εἴπαμε παραπάνω τὰ γράφει ὁ ἴδιος ὁ Ἰωάννης στὸ Εὐαγγέλιό του (Ἰω. α΄, 35), καὶ λέγει “ἧν Ἀνδρέας ὁ ἀδελφὸς Σίμωνος Πέτρου εἷς ἐκ τῶν δύο τῶν ἀκουσάντων παρὰ τοῦ Ἰωάννου καὶ ἀκολουθησάντων αὐτῷ” (Ἰω. α΄, 41).

Βλέπεις πῶς κρύβει τὸν ἑαυτό του, ποὺ ἤτανε μαζὶ μὲ τὸν Ἀνδρέα; Καὶ τὸ κάνει ἀπὸ σεμνότητα, ὄχι μοναχὰ σ’ αὐτὸ τὸ μέρος τοῦ Εὐαγγελίου του, ἀλλὰ καὶ σὲ ἄλλα. K’ ἐνῷ εἶναι πάντα λιγόλογος στὰ καθέκαστα τῆς ἱστορίας του, σ’ αὐτὸ τὸ μέρος γράφει καὶ τὴν ὥρα ποὺ πήγανε κοντὰ στὸν Χριστό, κι’ ἀπ’ αὐτὸ φαίνεται πόσο τυπώθηκε μέσα στὴν ψυχὴ του ἐκείνη ἡ στιγμὴ ποὺ πρωτογνώρισε τὸν ἀγαπημένο του δάσκαλο. Γράφει λοιπόν: “Ὥρα ἦν ὡς δεκάτη” (Ἰω. α΄, 40).

Ὕστερα, πηγαίνει ὁ Ἀνδρέας καὶ βρίσκει τὸν ἀδελφό του τὸν Πέτρο ποὺ τὸν λέγανε τότε ἀκόμη Σίμωνα καὶ τοῦ λέγει: “Βρήκαμε τὸν Μεσσία ποὺ θὰ πεῖ Χριστός”. “Εὑρήκαμεν τὸν Μεσσίαν, ὃ ἐστι μεθερμηνευόμενον Χριστός”. Καὶ τὸν πῆρε καὶ τὸν πῆγε στὸν Χριστό. Κι’ ὁ Χριστός, σὰν γύρισε καὶ εἶδε τὸν Σίμωνα, εἶπε: “Ἐσὺ εἶσαι ὁ Σίμωνας ὁ γυιὸς τοῦ Ἰωνᾶ• ἐσένα τόνομά σου θὰ γίνει Κηφᾶς, ποὺ θὰ πεῖ Πέτρος”.

Ὁ Ἀνδρέας γεννήθηκε στὴ Βηθσαϊδὰ τῆς Γαλιλαίας, ἕνα ψαραδοχώρι χτισμένο στὴν ἀκρογιαλιὰ τῆς λίμνης Γεννησαρέτ. Κατὰ τὰ παραπάνω ποὺ εἴπαμε, ὁ Πέτρος ἤτανε ἀδελφός τοῦ Ἀνδρέα, κ’ οἱ δύο ἤτανε γυιοὶ τοῦ γέρο Ἰωνᾶ, ψαραδόσογο. Ὁ Πέτρος ἤτανε φουριόζος καὶ ἐνθουσιαζότανε εὔκολα, ἐνῷ ὁ Ἀνδρέας ἤτανε ἥσυχος καὶ λιγόλογος, ὅπως γράφει ὁ ἅγιος Ἐπιφάνιος: “Πέτρος θερμὸς τῷ πνεύματι ἦν πάνυ καὶ εἰς κοσμικῶν χρεῶν μέριμναν ἐπιτήδειος, ὁ δὲ Ἀνδρέας πραΰς καὶ ὀλιγόλαλος”.

Ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο φαίνεται πὼς ὁ Ἀνδρέας ἤτανε ἀνάμεσα στοὺς μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ ποὺ εἴχανε πιὸ πολὺ θάρρος μαζί του, σὰν τὸν Πέτρο, τὸν Ἰωάννη καὶ τὸν Φίλιππο. Ὡστόσο τὰ λόγια ποὺ ἔλεγε ἦταν πάντα λιγοστά. Τὴ μέρα ποὺ μαζεύθηκε πολὺς κόσμος κι\’ ἄκουγε τὴ διδαχὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ πεινάσανε, γύρισε ὁ Χριστὸς κ’ εἶπε στὸν Φίλιππο: “Ἀπὸ ποῦ θὲ ν’ ἀγοράσουμε ψωμιὰ γιὰ νὰ φάει ὁ κόσμος;” Κι’ ὁ Φίλιππος τοῦ εἶπε: “Διακόσια τάλληρα ψωμιὰ δὲν φτάνουνε γιὰ νὰ φάγει ὁ καθένας τους ἀπὸ μία μπουκιά”. Τότε ὁ Ἀνδρέας λέγει στὸν Χριστό: “Εἶναι ἐδῶ πέρα ἕνα παιδάριο ποὺ ἔχει πέντε ψωμιὰ κριθαρένια καὶ δύο ψάρια” (Ἰω. στ΄, 5-10).

Κι’ ἄλλη φορὰ πάλι, τὴ μέρα ποὺ μπῆκε ὁ Χριστὸς στὴν Ἱερουσαλὴμ μὲ τὰ βάγια, κάποιοι Ἕλληνες θέλανε νὰ τὸν δοῦνε, καὶ πήγανε στὸν Φίλιππο καὶ τοῦ εἴπανε: “Κύριε, θέλουμε νὰ δοῦμε τὸν Ἰησοῦ”. Καὶ ὁ Φίλιππος πῆγε καὶ τὸ εἶπε στὸν Ἀνδρέα, κ’ ὕστερα κ’ οἱ δύο μαζὶ τὸ εἴπανε στὸν Χριστό. Καὶ τότες ὁ Χριστὸς εἶπε: “Ἐλήλυθεν ἡ ὥρα ἵνα δοξασθῆ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου” (Ἰω. ιβ΄, 23). “Ἔφταξε ἡ ὥρα γιὰ νὰ δοξασθεῖ ὁ γυιὸς τοῦ ἀνθρώπου”, δηλαδὴ μὲ τοὺς Ἕλληνες θὰ κηρυχθεῖ τὸ Εὐαγγέλιο. Λοιπόν, βλέπεις; Πάλι ὁ Ἀνδρέας τοῦ μίλησε. Συμπεραίνω πὼς οἱ Ἕλληνες πήγανε καὶ τόπανε στὸν Φίλιππο γιατί θάξερε ἑλληνικά, ἀφοῦ καὶ τόνομά του ἤτανε ἑλληνικό, μακεδονικό. Κι’ αὐτὸς πάλι τὸ εἶπε στὸν Ἀνδρέα, ποὺ εἶχε κι’ αὐτὸς ἑλληνικὸ ὄνομα, κ’ ἴσως γνώριζε καὶ τὴ γλῶσσα. Ἀπὸ τοὺς δώδεκα μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ, μοναχὰ αὐτοὶ οἱ δύο εἴχανε ἑλληνικὰ ὀνόματα.

Μετὰ τὴν Ἀνάσταση, τὴν τελευταία φορὰ ποὺ φανερώθηκε ὁ Χριστὸς στοὺς μαθητές του, τοὺς εἶπε: “Πηγαίνετε καὶ μαθητέψετε ὅλα τὰ ἔθνη, βαφτίζοντάς τα στὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, καὶ διδάσκοντάς τα νὰ κρατᾶνε ὅλα ὅσα σᾶς παράγγειλα. K’ ἐγὼ θᾶμαι πάντα μαζί σας ὅλες τὶς ἡμέρες, μέχρι τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου”.

Ἀφοῦ λοιπὸν πήρανε τὴ χάρη τοῦ ἁγίου Πνεύματος τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, τραβήξανε ὁ καθένας κατὰ τὴ φώτιση ποὺ πῆρε, στόνα καὶ στ\’ ἄλλο μέρος. Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας τράβηξε, κατὰ τὴν παράδοση, καὶ πῆγε κατὰ πρῶτο στὰ μέρη τῆς Μαύρης Θάλασσας. Κήρυξε τὸ Εὐαγγέλιο στὴν Τραπεζούντα καὶ στὴν Ἀμισό, ἔχοντας μαζί του κάποιους ἀπὸ τοὺς Ἑβδομήντα ἀποστόλους, καὶ γύρισε στὴ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ χιλιάδες Ἕλληνες καὶ Ἰουδαίους. Ἀπὸ κεῖ τράβηξε στὴν Κολχίδα, δηλαδὴ στὸ σημερινὸ Λαζιστάν, ποὺ κατοικούσανε οἱ ἄγριοι κουρσάροι οἱ λεγόμενοι Κερκέτες.

Κατόπι γύρισε πίσω στὴν Ἱερουσαλὴμ γιὰ νὰ δεῖ τὸν ἀδελφό του τὸν Πέτρο καὶ τοὺς ἄλλους ἀποστόλους, καὶ πάλι ξανάφυγε μαζὶ μὲ τὸν Ἰωάννη τὸν Θεολόγο καὶ πήγανε στὴν Ἔφεσο. Στὴν Ἔφεσο εἶδε στόνειρό του τὸν Χριστό, ποὺ τὸν πρόσταξε νὰ πάγει στοὺς Σκύθες νὰ κηρύξει τὸ Εὐαγγέλιο. Πηγαίνοντας στὴ Σκυθία, πέρασε ἀπὸ τὴ Βιθυνία καὶ κήρυξε στὴ Νικομήδεια, στὴ Χαλκηδόνα καὶ στὴν Ποντοηράκλεια. Ἀπὸ κεῖ πῆγε στὴν Παφλαγονία καὶ κήρυξε στὴν Ἄμαστρη καὶ στὴ Σινώπη, κ’ ἐκεῖ βάφτισε τοὺς πιὸ πολλοὺς χριστιανοὺς καὶ κατόπι πῆγε πάλι στὴν Ἀμισὸ καὶ στὴν Τραπεζούντα. Ἀπὸ κεῖ πῆγε στὰ Σαμόσατα ποὺ βρισκότανε ἀπάνω στὸν ποταμὸ Εὐφράτη καὶ δίδαξε τοὺς Ἕλληνες, ποὺ κατοικούσανε πολλοὶ σ’ αὐτὸ τὸ μέρος.

Ἀπὸ τὰ Σαμόσατα ξαναγύρισε στὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ τότες εἶδε τὸν Παῦλο. Μετὰ τὸ Πάσχα, ἔφυγε πάλι καὶ πέρασε τὴν Καππαδοκία καὶ τὴ Λαζικὴ κ’ ἔφταξε στὸ Κίεβο τῆς Σκυθίας, ποὺ ἤτανε τὸ Πάνθεο τῆς σλαυωνικῆς πολυθεΐας, κι’ ἀπάνω σ’ ἕνα χαμοβούνι ἔστησε ἕναν πέτρινο σταυρό. Κατόπι πέρασε τὸν Καύκασο καὶ τὴν Κασπία Θάλασσα, καὶ κήρυξε στὴ Χορασμία, στὸ σημερινὸ Χορωσάν. Ὕστερα ἔστρεψε πίσω κατὰ τὸ βασίλεμα καὶ πῆγε στὴν Κριμαία, κι\’ ἀφοῦ δίδαξε καὶ βάφτισε πολλούς, πέρασε στὴ Σινώπη, κι’ ἀπὸ κεῖ πῆγε στὸ Βυζάντιο, ποὺ ἤτανε τότες ἕνα χωριό, πρὶν χτιστεῖ ἡ Κωνσταντινούπολη, κι’ ἀφοῦ χειροτόνησε ἐπίσκοπο τὸν Στάχυν, ἕναν ἀπὸ τοὺς Ἑβδομήντα ἀποστόλους, πῆγε στὴ Θρᾴκη καὶ στὴ σημερινὴ Βουλγαρία καὶ Σερβία.

Ἔπειτα κατέβηκε στὴ Μακεδονία, στὴ Θεσσαλία καὶ στὴ Ρούμελη, κι’ ἀπὸ κεῖ πέρασε στὸν Μοριὰ καὶ πῆγε στὴν Ἀχαΐα ποὺ εἶχε πρωτεύουσα τὴν Πάτρα, μεγάλη πολιτεία τιμημένη ἀπὸ τοὺς Ρωμαίους ποὺ ἀφεντεύανε τὸν καιρὸ ἐκεῖνον ἀπάνω σ’ ὅλον τὸν κόσμο, κ’ ἤτανε στολισμένη μὲ ἐπίσημα χτίρια καὶ μὲ ἀγάλματα. Ἀνθύπατος τῆς Ἀχαΐας ἤτανε τότες ἕνας ποὺ τὸν λέγανε Αἰγεάτη. Σὲ λίγο ἀκούσθηκε πὼς ὁ Ἀνδρέας γιάτρεψε πολλοὺς ἀρρώστους μονάχα μὲ τὸ ἄγγιγμα τῶν χεριῶν του κι’ ὁ κόσμος ἔτρεχε σ’ αὐτόν. Ἔτυχε τότε ν’ ἀρρωστήσει κι’ ἡ γυναῖκα τοῦ Αἰγεάτη, λεγόμενη Μαξιμίλλα, κι’ ὁ ἅγιος Ἀνδρέας τὴν ἔγιανε. Σὲ λίγον καιρὸ ἔφυγε στὴ Ρώμη ὁ Αἰγεάτης γιὰ νὰ παρουσιασθεῖ στὸν αὐτοκράτορα Νέρωνα γιὰ κάποιες ὑποθέσεις, κι’ ἄφησε στὸ πόδι του τὸν ἀδελφό του Στρατοκλῆ. Αὐτὸς ὁ Στρατοκλὴς ἤτανε σοφὸς καὶ φημισμένος μαθηματικὸς στὴν Ἀθῆνα, κ’ εἶχε ἕνα δοῦλο ποὺ τὸν λέγανε Ἀλκαμανά, καὶ τὸν γιάτρεψε ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ἀπὸ σεληνιασμὸ ποὺ ὑποφέρνε. Ὁ Στρατοκλῆς κ’ ἡ Μαξιμίλλα πιστέψανε στὸν Χριστὸ καὶ βαφτισθήκανε, κι’ ἄλλος πολὺς κόσμος μαζί τους.

Γυρίζοντας στὴν Πάτρα ὁ Αἰγεάτης καὶ μαθαίνοντας αὐτὰ ποὺ γινήκανε, πρόσταξε νὰ πιάσουνε τὸν Ἀνδρέα καὶ νὰ τὸν βάλουνε στὴ φυλακή, καὶ σὲ λίγες μέρες, ἀφοῦ τὸν δίκασε, ἔβγαλε ἀπόφαση νὰ σταυρωθεῖ. Πρὶν νὰ τὸν πιάσουνε, χειροτόνησε ἐπίσκοπο τὸν Στρατοκλῆ.

Σὰν ξημέρωσε ἡ μέρα ποὺ θὰ τὸν σταυρώνανε, οἱ Ρωμαῖοι στρατιῶτες, ἀφοῦ τὸν βασανίσανε, τὸν πήγανε στὴν ἀκροθαλασσιά, στὸν τόπο ποὺ εἶναι σήμερα χτισμένη ἡ ἐκκλησία του καὶ ποὺ τότες ἤτανε χτισμένος ὁ ναὸς τῆς Δήμητρας. Γύρισε καὶ κοίταξε ἀτάραχος τὸ σταυρὸ καὶ τὸν βλόγησε, βλόγησε καὶ τὸν κόσμο, κ’ ὕστερα τὸν σταυρώσανε, γέρον, παραπάνω ἀπὸ ἑβδομήντα χρονῶν. Ὁ σταυρὸς ποὺ μαρτύρησε ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ἤτανε κανωμένος ἀπὸ δύο ἴσια σταυρωτὰ ξύλα σὲ σχέδιο X, καὶ κατὰ τὴν παράδοση ἤτανε ἀπὸ ξύλο τῆς ἐληᾶς.

Μαρτύρησε βασιλεύοντας στὴ Ρώμη ὁ Νέρωνας. Κατὰ τὸν ἅγιο Ἐπιφάνιο, “ἤτανε μεγαλόσωμος, λίγο σκυφτός, μὲ γυριστὴ μύτη καὶ μὲ πυκνὰ φρύδια”. Τὸ σκήνωμά του τὸ ἔθαψε ὁ ἐπίσκοπος Στρατοκλῆς μὲ τὴ Μαξιμίλλα καὶ κόσμος πολύς, ἀφοῦ τὸ ἀλείψανε μ’ ἀκριβὰ ἀρώματα καὶ τὸ ἐνταφιάσανε σ’ ἕνα μνῆμα μαρμάρινο κοντὰ στὴ θάλασσα. Ὁ τάφος του βρίσκεται ὡς τὰ σήμερα μέσα στὴν ἐκκλησία του, ἀλλὰ τὸ ἅγιο λείψανο λείπει, γιατί 350 χρόνια ὕστερα ἀπὸ τὸ μαρτύριό του τὸ ἀνακομίσανε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ τὸ καταθέσανε στὴν ἐκκλησιὰ τῶν ἁγίων ἀποστόλων μαζὶ μὲ τῶν ἄλλων μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ.

Στὰ 1204 πήγανε στὴν Πόλη οἱ Φράγκοι, κι\’ ἁρπάξανε ὅ,τι ἤβρανε. Ἕνας καρδινάλης Πέτρος, ἀπὸ τὴν Καπούα, πῆρε τὸ λείψανο τοῦ ἁγίου Ἀνδρέα καὶ τὸ πῆγε στὸ Ἀμάλφι τῆς Ἰταλίας, καὶ κεῖ χτίσανε ἐκκλησία σὲ μνήμη τοῦ ἁγίου καὶ βάλανε μέσα μὲ μεγάλη πομπὴ τὸ λείψανό του κλεισμένο σὲ ἀσημένια θήκη, στὶς 8 Μαΐου 1208.

Στὴν Πάτρα ἀπόμεινε μοναχὰ ἡ ἁγία κάρα ποὺ τὴ δώρισε στοὺς Πατρινοὺς ὁ αὐτοκράτορας Βασίλειος ὁ Μακεδών. Μὰ στὰ 1460 ποὺ κατεβήκανε οἱ Τοῦρκοι στὸν Μοριᾶ, ὁ Θωμᾶς ὁ Παλαιολόγος, ἀδελφός τοῦ Κωνσταντίνου καὶ τελευταῖος ἄρχοντας τῆς Πάτρας, πῆρε τὴν ἁγία κάρα καὶ μπαρκάρησε ἀπὸ τὴν Πύλο καὶ πῆγε στὴ Ρώμη καὶ τὴν πρόσφερε στὸν πάπα Πίο τὸ B΄. Ὁ σταυρὸς του βρίσκεται στὴ Μαρσίλια, στὸ μοναστῆρι τοῦ ἁγίου Βίκτωρος.

Στὴν Πάτρα καὶ στὰ περίχωρα ὑπήρχανε πολλὲς ἐκκλησίες τοῦ ἁγίου Ἀνδρέου, πλὴν τώρα δὲν σῴζεται καμμιά. Ἡ σημερινὴ ἐκκλησία του εἶναι βασιλικὴ κατὰ τὸ σχέδιο ποὺ συνηθιζότανε στὰ Ἑφτάνησα, καὶ χτίσθηκε στὰ 1845. Τὸ ταβάνι εἶναι ζωγραφισμένο ἀπὸ τὸν Δημήτριο Βυζάντιο ποὺ ἔγραψε τὴ Βαβυλωνία καὶ ποὺ ἤτανε ἁγιογράφος. M’ ὅλο ποὺ ἡ ἐκκλησία αὐτὴ δὲν εἶναι κανωμένη καὶ ζωγραφισμένη κατὰ τὸ βυζαντινὸ τρόπο, εἶναι ὡστόσο κατανυχτική. Ἐνῷ ἡ μισοτελειωμένη ἐκκλησία ποὺ φαίνεται κοντὰ της εἶναι ἕνα ἔκτρωμα ποὺ πρέπει νὰ τὸ γκρεμίσουνε οἱ Πατρινοί.

Ξέρω πὼς παιδεύουνται χρόνια τώρα χωρὶς νὰ μποροῦνε νὰ κατασταλάξουνε σὲ μιὰ ἀπόφαση γιὰ τὸ σχέδιο μιᾶς μεγάλης ἐκκλησιᾶς ποὺ θέλουνε νὰ χτίσουνε. Εἶδα τὸ σχέδιο ποὺ σκάρωσε ἕνας Φραντσέζος, ποὺ εἶναι ἴδια τοῦρτα. Μὰ ὑπάρχει πιὸ ἁπλὸ πρᾶγμα ἀπὸ τοῦτο; : νὰ ἀναθέσουνε σ’ ἕναν καλὸν ἀρχιτέκτονα, ποὺ νὰ νογᾷ ἀπὸ βυζαντινά, νὰ κάνει μίαν ἐκκλησιά, ἀντιγράφοντας πιστὰ κάποια ἀπὸ τὶς πιὸ ἔμορφες βυζαντινὲς ἐκκλησιές, π.χ. τὸν ὅσιο Λουκᾶ τῆς Λειβαδιᾶς, τὸ Βροντόχι τοῦ Μυστρᾶ ἢ μία ἐκκλησιὰ ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη ἢ ἀπὸ τ’ Ἅγιον Ὄρος. Ἡ Πάτρα εἶναι τὸ λιμάνι τῆς Ἑλλάδας ποὺ κοιτάζει κατὰ τὸ πέλαγο τῆς Εὐρώπης, κι ὅποιος ἔρχεται ἀπὸ κεῖ, εἶναι ντροπὴ νὰ πρωτοδεῖ μίαν ἐκκλησιὰ φράγκικη στὸ μέρος ποὺ μαρτύρησε ὁ ἅγιος Ἀνδρέας. Πρέπει νὰ δεῖ μιὰ ἐκκλησιὰ ἑλληνική, βυζαντινή. Τί καθόσαστε καὶ συζητᾶτε χρόνια τώρα, σὰν νὰ μὴν ἔχετε τὴν πιὸ σπουδαία τέχνη στὸν τόπο σας;

Ἐδῶ στὴν Ἀθῆνα ζωγράφισα μιὰ μικρὴ καὶ παλαιὰ ἐκκλησιὰ τοῦ ἁγίου Ἀνδρέα, ποὺ βρίσκεται στὴν ὁδὸ Λευκωσίας, κοντὰ στὴν πλατεῖα Ἀγάμων. Ἡ πιὸ πολλὴ δουλειὰ ἔγινε. Σὰν τελειώσει ἡ ἁγιογραφία, πιστεύω νὰ γίνει ἕνα μικρὸ μουσεῖο τῆς βυζαντινῆς ἁγιογραφίας.

 https://agiazoni.gr/slug-2196/

10 Αυγούστου, 2023

Ἡ Παναγία καί ὁ Λαός

Κόντογλου Φώτης

Γιὰ νὰ μὴν πάρω τοὺς πολὺ παληούς, παίρνω δύο τρεῖς ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἀγωνισθήκανε γιὰ τὴν ἐλευθερία τῆς Ἑλλάδας, ποὺ ὅποτε μιλᾶνε γιὰ τὴ λευτεριά, μιλᾶνε καὶ γιὰ τὴ θρησκεία.

Ὁ Ρήγας Φεραῖος λέγει: «Νὰ κάνουμε τὸν ὅρκο ἀπάνω στὸ Σταυρό». Ἕνας ἄλλος ποιητὴς γράφει: «Γιὰ τῆς πατρίδας τὴν ἐλευθερία, γιὰ τοῦ Χριστοῦ τὴν πίστη τὴν ἁγία, γι’ αὐτὰ τὰ δύο πολεμῶ, μ’ αὐτὰ νὰ ζήσω ἐπιθυμῶ κι ἂν δὲν τὰ ἀποχτήσω, τί μ’ ὠφελεῖ νὰ ζήσω;»

Τοῦ Σολωμοῦ ἡ ψυχὴ εἶναι θρεμμένη μὲ τὴ θρησκεία, γι’ αὐτὸ μοσκοβολοῦνε τὰ ποιήματά του ἀπὸ δαύτη. Κι αὐτὴ τὴ μοσκοβολιὰ τὴ νιώθει κανένας στὴν Ἡμέρα τῆς Λαμπρῆς, στὴ Δέηση τῆς Μαρίας, στὴ Φαρμακωμένη, Εἰς Μοναχήν, στὸν Ὕμνο τῆς Ἐλευθερίας, στὸ Διάλογο καὶ σὲ πολλὰ ἄλλα. Οἱ ἀγράμματοι ποιητὲς τῶν βουνῶν, μέσα στὰ τραγούδια ποὺ κάνανε, καὶ ποὺ δὲ θὰ τὰ φτάξει ποτὲ κανένας γραμματιζούμενος, μιλᾶνε κάθε τόσο γιὰ τὴ θρησκεία μας, γιὰ τὸ Χριστό, γιὰ τὴν Παναγιά, γιὰ τοὺς δώδεκα Ἀποστόλους, γιὰ τοὺς ἁγίους. Πολλὲς παροιμίες καὶ ρητὰ καὶ λόγια ποὺ λέγει ὁ λαός μας, εἶναι παρμένα ἀπὸ τὰ γράμματα τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ρωμηοσύνη εἶναι ζυμωμένη μὲ τὴν Ὀρθοδοξία, γι’ αὐτὸ Χριστιανὸς κ΄ Ἕλληνας ἤτανε τὸ ἴδιο. Ἀπὸ τότε ποὺ γινήκανε χριστιανοὶ οἱ Ἕλληνες, πήρανε στὰ χέρια τους τὴ σημαία τοῦ Χρίστου καὶ τὴν κάνανε σημαία δική τους: Πίστις καὶ Πατρίς! Ποτάμια ἑλληνικὸ αἷμα χυθήκανε γιὰ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ, ἀπὸ τὰ χρόνια τοῦ Νέρωνα καὶ τοῦ Διοκλητιανοῦ, ἕως τὰ 1838, ποὺ μαρτύρησε ὁ ἅγιος Γεώργιος ὁ ἐξ Ἰωαννίνων. Ποιὰ ἄλλη φυλὴ ὑπέφερε τόσα μαρτύρια γιὰ τὸ Χρι­στό; Αὐ­τὸ τὸ ἀ­κα­τά­λυ­το ἔ­θνος, ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ πλη­θύ­νει καὶ νὰ κα­πλαν­τί­σει τὸν κό­σμο, ἀ­πό­μει­νε ὀ­λι­γάν­θρω­πο, για­τί ἀ­πο­δε­κα­τί­σθη­κε ἐ­πὶ χί­λι­α ὀ­χτα­κό­σι­α χρό­νι­α ἀ­πὸ φυ­λὲς χρι­στι­α­νο­μά­χες.

Ἁ­γι­α­σμέ­νη Ἑλ­λά­δα! Εἶ­σαι ἁ­γι­α­σμέ­νη, για­τί εἶ­σαι βα­σα­νι­σμέ­νη. Κι ἡ κά­θε γιο­ρτή σου μνη­μο­νεύ­ει κ’ ἕ­να μαρ­τύ­ρι­ό σου. Τὰ πά­θη τοῦ Χρι­στοῦ τά ’κα­νες δι­κά σου πά­θη, τὰ μαρ­τύ­ρι­α τῶν Ἁ­γί­ων εἶ­ναι δι­κά σου μαρ­τύ­ρι­α. Ὁ δι­κός σου ὁ κλῆ­ρος στά­θη­κε ἡ πί­κρα. Θλί­βε­σαι μὲ τὸν Χρι­στό, θλί­βε­σαι μὲ τὴν Πα­να­γι­ά, μαρ­τυ­ρᾶς μα­ζὶ μὲ τοὺς μάρ­τυ­ρες τῆς πί­στης κι ὁ­λο­έ­να κλαῖς σὰν θρη­νη­τι­κὸ τρυ­γό­νι στὰ ἁ­γι­α­σμέ­να μνη­μού­ρια, πού ’ναι φυ­τρω­μέ­να ἀ­πά­νω τους ἀ­γρι­ο­χόρ­τα­ρα καὶ φλυ­σκού­νι­α. Πλὴν ἡ θλί­ψη σου ἐ­σέ­να εἶ­ναι κά­ποια θλί­ψη χα­ρο­ποι­ά, γε­μά­τη ἐλ­πί­δα κι ἀ­θα­να­σί­α. «Καὶ γὰρ ἐν ὄ­ψει ἀν­θρώ­πων ἐ­ὰν κο­λα­σθῶ­σιν, ἡ ἐλ­πὶς αὐ­τῶν ἀ­θα­να­σί­ας πλή­ρης» κα­τὰ τὸν Σο­λο­μών­τα. Αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ «χα­ρο­ποι­ὸν πέν­θος», ἡ «χαρ­μο­λύ­πη» ποὺ λέ­γει ὁ ἅ­γι­ος Ἰ­ω­άν­νης τῆς Κλί­μα­κος. Εἶ­ναι ἡ ἀ­λη­θι­νὴ χα­ρὰ, ποὺ ξα­γο­ρά­ζε­ται μο­νά­χα μὲ τὸν πό­νο.

Σή­με­ρα γι­ορ­τά­ζου­με τὴν ἔν­δο­ξη Κοί­μη­ση τῆς Πα­να­γί­ας. Σ’ ἀ­μέ­τρη­τες ἐκ­κλη­σί­ες καὶ μο­να­στή­ρια χτυ­ποῦ­νε οἱ καμ­πά­νες καὶ ψέλ­νου­νε οἱ ψαλ­τά­δες. Τὰ πι­ὸ πολ­λὰ εἶ­ναι στῆς Πα­να­γί­ας τ’ ὄ­νο­μα καὶ πα­νη­γυ­ρί­ζου­νε σή­με­ρα τὴν Κοί­μη­ση τῆς Θε­ο­τό­κου. Μὰ αὐ­τὴ δὲν εἶ­ναι γιο­ρτὴ θα­νά­του, εἶ­ναι γιο­ρτὴ χα­ρᾶς καὶ θρί­αμ­βος, για­τί αὐ­τὴ ποὺ κοι­μή­θη­κε εἶ­ναι ἡ Μη­τέ­ρα τῆς Ζω­ῆς, ὅ­πως λέ­γει ἐ­κεῖ­νο τὸ θε­σπέ­σι­ο δο­ξα­στι­κὸ, ποὺ λέ­νε σή­με­ρα στὴ Λει­τουρ­γί­α: «Τῇ ἀθανάτῳ σου Κοιμήσει, Θεοτόκε Μήτηρ τῆς ζωῆς, νεφέλαι τοὺς Ἀποστόλους, αἰθερίους διήρπαζον, καὶ κοσμικῶς διεσπαρμένους, ὁμοχώρους παρέστησαν τῷ ἀχράντῳ σου σώματι, οἳ καὶ κηδεύσαντες σεπτῶς, τὴν φωνὴν τοῦ Γαβριήλ, μελωδοῦντες ἀνεβόων· Χαῖρε κεχαριτωμένη, Παρθένε Μήτηρ ἀνύμφευτε, ὁ Κύριος μετὰ σοῦ· Μεθ᾽ ὧν ὡς Υἱόν σου καὶ Θεὸν ἡμῶν, ἱκέτευε σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν».

Σή­με­ρα, ὅ­λη ἡ Ἑλ­λά­δα μο­σχο­βο­λᾶ ἀ­πὸ τὸ εὐ­ω­δέ­στα­το σκή­νω­μα τῆς Πα­να­γί­ας, ποὺ εἶ­ναι ἡ μη­τέ­ρα τῶν ὀρ­φα­νε­μέ­νων, ἡ ἐλ­πί­δα τῶν ἀ­πελ­πι­σμέ­νων, ἡ χα­ρὰ τῶν θλιμ­μέ­νων, τὸ ρα­βδὶ τῶν τυ­φλῶν, ἡ ἄγ­κυ­ρα τῶν θα­λασ­σο­δαρ­μέ­νων. Κι ἀπ’ ἄ­κρη σὲ ἄ­κρη τῆς Ἑλ­λά­δας, στὶς πο­λι­τεῖ­ες, στὰ χω­ριά, στὰ μο­να­στή­ρια καὶ στὶς σκῆ­τες, ἀ­πά­νω στὰ δα­σω­μέ­να βου­νά, στὰ λαγ­κά­δια, στὶς σπη­λιές, στὰ γα­λα­νὰ τὰ κύ­μα­τα ποὺ δρο­σο­α­φρί­ζου­νε ἀ­πὸ τὸν πε­λα­γί­σιον ἀ­γέ­ρα, στὰ νη­σιὰ καὶ στὰ ρη­μό­νη­σα, στοὺς κά­βους, παν­τοῦ ἀν­τι­λα­λεῖ ἡ ὑ­μνο­λο­γί­α ποὺ ψέλ­νου­νε οἱ ψαλ­τά­δες γιὰ τὴν τα­πει­νὴ βα­σί­λισ­σα ποὺ κοι­μή­θη­κε. Τὸ μελ­τέ­μι ποὺ φυ­σᾶ τώ­ρα τὸν Δε­κα­πεν­ταύ­γου­στο καὶ δρο­σί­ζει τὸν κό­σμο, τὰ δεν­τρι­κὰ ποὺ ‘ναι φορ­τω­μέ­να μὲ λο­γὴς λο­γὴς πω­ρι­κά, τὰ ἄ­γρι­α τὰ ρου­μά­νια, μὲ τὶς ἀν­τρει­ω­μέ­νες βα­λα­νι­διὲς καὶ μὲ τὰ ἔ­λα­τα καὶ μὲ τὰ κέ­δρα, τὰ ἄ­σπρα σύν­νε­φα ποὺ ἀρ­με­νί­ζου­νε στὸν γα­λα­νὸ οὐ­ρα­νό, ὅ­λα εἶ­ναι χα­ρο­ποι­ὰ καὶ μα­κά­ρι­α, ὅ­λα εἶ­ναι ἱ­λα­ρὰ ἀ­πὸ τὴν γλυ­κύ­τη­τα τῆς Πα­να­γί­ας. Στὰ πέ­λα­γα τα­ξι­δεύ­ου­νε λο­γῆς-λο­γῆς κα­ρά­βια καὶ κα­ΐ­κια, πώ’ ­χου­νε γραμ­μέ­νο ἀ­πά­νω στὸ μά­γου­λό τους τὸ γλυ­κύ­τα­το τ’ ὄ­νο­μά της. Ὤ! Ἀ­λη­θι­νὰ δι­κή μας εἶ­ναι ἡ Πα­να­γί­α, δι­κό μας εἶ­ναι τὸ Ρό­δον τὸ Ἀ­μά­ραν­τον!

Ποιὸς θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὴν ὑ­μνή­σει, ὅ­πως τὴν ὑ­μνο­λο­γή­σα­νε οἱ ὑ­μνω­δοὶ τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας; Ἀρ­χαγ­γε­λι­κὲς σάλ­πιγ­γες, θαρ­ρεῖς, πὼς ἀ­κού­γον­ται παν­τοῦ, μὲ ὕ­ψος καὶ μὲ σε­μνό­τη­τα, μ’ ἕ­να κάλ­λος πνευ­μα­τι­κὸ ποὺ βρί­σκε­ται μο­νά­χα στὴν Ὀρ­θο­δο­ξί­α. Στὸν Ἑ­σπε­ρι­νό τῆς πα­ρα­μο­νῆς ψέλ­νου­νε τοῦ­τα τὰ τρο­πά­ρι­α, ποὺ γε­μί­ζου­νε τὴν ψυ­χή μας μὲ κά­ποιον ἁ­γι­α­σμέ­νον ἐν­θου­σι­α­σμό: «Ὢ τοῦ παραδόξου θαύματος! ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς, ἐν μνημείῳ τίθεται, καὶ κλῖμαξ πρὸς οὐρανόν, ὁ τάφος γίνεται. Εὐφραίνου Γεθσημανή, τῆς Θεοτόκου τὸ ἅγιον τέμενος. Βοήσωμεν οἱ πιστοί, τὸν Γαβριὴλ κεκτημένοι ταξίαρχον, Κεχαριτωμένη χαῖρε, μετὰ σοῦ ὁ Κύριος, ὁ παρέχων τῷ κόσμῳ διὰ σοῦ τὸ μέγα ἔλεος».

Ἀ­πὸ τί καρ­διές, ἀ­πὸ τί χρυ­σὰ σπλά­χνα ἐ­βγῆ­κε τοῦ­τος ὁ πλοῦ­τος! Ἐ­δῶ δὲν εἶ­ναι συν­ταί­ρια­σμα τε­χνι­κὸ ἀ­πὸ λό­γι­α κι ἀ­πὸ ἤ­χους. Ἐ­δῶ εἶ­ναι ἀ­λη­θι­νὰ «ἡ φω­νὴ τοῦ Γα­βρι­ὴλ με­λω­δοῦν­τος» ἀ­πὸ τὰς οὐ­ρά­νι­ους ἁ­ψί­δας, ὕ­μνος ἀ­θα­να­σί­ας. Ἀ­μὴ ἐ­κεί­νη ἡ θ΄ ᾠδὴ ποὺ λέ­γει: «Νενίκηνται τῆς φύσεως οἱ ὅροι, ἐν σοὶ Παρθένε ἄχραντε, παρθενεύει γὰρ τόκος, καὶ ζωὴν προμνηστεύεται θάνατος. Ἡ μετὰ τόκον Παρθένος, καὶ μετὰ θάνατον ζῶσα, σῴζοις ἀεί, Θεοτόκε, τὴν κληρονομίαν σου». Ἤ ἐ­κεῖ­νο τὸ ἀ­πο­λυ­τί­κι­ο, ποὺ εἶ­ναι σο­βα­ρὸ καὶ γλυ­κὸ σὰν τὸ εἰ­κό­νι­σμά της: «Ἐν τῇ γεννήσει τήν παρθενίαν ἐφύλαξας, ἐν τῇ κοιµήσει τόν κόσµον οὐ κατέλιπες, Θεοτόκε. Μετέστης πρός τήν ζωήν, Μήτηρ ὑπάρχουσα τῆς ζωῆς, καί ταῖς πρεσβείαις ταῖς σαῖς λυτρουµένη ἐκ θανάτου τάς ψυχάς ἡµῶν». Ἢ ὁ α΄ εἱρ­μὸς στὶς Κα­τα­βα­σί­ες, ποὺ λέ­γει: «Πεποικιλμένῃ τῇ θείᾳ δόξῃ, ἡ ἱερά καὶ εὐκλεής, Παρθὲνε, μνὴμη Σου, πάντας συνηγάγετο, πρὸς εὐφροσύνην τοὺς πιστοὺς, ἐξαρχούσης Μαριάμ, μετὰ χορῶν καὶ τυμπάνων, τῷ Σῷ ἄδοντας, Μονογενεῖ, ἐνδόξως ὅτι δεδόξασται». Ἀ­πὸ τού­τη τὴν ἅ­γι­α μέ­θη, ποὺ με­τα­δί­νει ἡ «Πε­ποι­κιλ­μέ­νη», μέ­θυ­σε κι ὁ ἁ­γι­α­σμέ­νος γλά­ρος τῆς Σκι­ά­θου, κ’ ἔ­γρα­ψε τοὺς κα­η­μοὺς τοῦ Δε­κα­πεν­ταύ­γου­στου σκιρ­τών­τας ἀ­πὸ τὴν ἀγ­γε­λι­κὴ ὑ­μνω­δί­α ποὺ ἄ­κου­γε μυ­στι­κά, κα­θι­σμέ­νος μπρο­στὰ στ’ ἀ­φρι­σμέ­νο πέ­λα­γο, «ὁ φι­λέ­ρη­μος γέ­ρων». Ἀ­πὸ τὸ ἴ­διο νέ­κταρ τῆς Πα­να­γί­ας μέ­θυ­σε κι ὁ Σο­λω­μὸς καὶ ψέλ­νον­τας καὶ κεῖ­νος μὲ ἐν­θου­σι­α­σμὸ τὴν Πε­ποι­κιλ­μέ­νη, ἔ­γρα­ψε στὸν Ὕ­μνο τῆς Ἐ­λευ­θε­ρί­ας τοῦ­τα τὰ λό­γι­α:

«Ἀ­κο­λου­θεῖ τὴν ἁρ­μο­νί­α ἡ ἀ­δελ­φή τοῦ Ἀ­α­ρῶν, 
ἡ προ­φή­τισ­σα Μα­ρί­α μ’ ἕ­να τύμ­πα­νον τερ­πνόν. 
Καὶ πη­δοῦν ὅ­λες οἱ κό­ρες μὲ τσ’ ἀγ­κά­λες ἀ­νοι­κτὲς, τρα­γου­δών­τας ἀν­θο­φό­ρες μὲ τὰ τύμ­πα­να κ’ ἐ­κεῖ­νες».

Ἡ Μα­ρι­άμ, ἡ συ­νο­νό­μα­τη τῆς Πα­να­γί­ας, ἤ­τα­νε ἡ ἀ­δελ­φή τοῦ Ἀ­α­ρῶν, ποὺ ἄρ­χι­σε νὰ ψέλ­νει γιὰ νὰ φχα­ρι­στή­σει τὸ Θε­ό, ποὺ κα­τα­πόν­τι­σε τὸν Φα­ρα­ὼ στὴν Ἐ­ρυ­θρὴ θά­λασ­σα. Καὶ τὴ συν­τρο­φεύ­α­νε οἱ ἄλ­λες οἱ κό­ρες, χο­ρεύ­ον­τας καὶ παί­ζον­τας τὰ τύμ­πα­να. «Λα­βοῦ­σα δὲ Μα­ρι­ὰμ ἡ προ­φή­τις, ἡ ἀ­δελ­φή τοῦ Ἀ­α­ρῶν, τὸ τύμ­πα­νον ἐν τῇ χει­ρὶ αὐ­τῆς, καὶ ἐ­ξήλ­θο­σαν πᾶ­σαι αἱ γυ­ναῖ­κες ὀ­πί­σω αὐ­τῆς με­τὰ τύμ­πα­νων καὶ χο­ρῶν» (Ἐ­ξόδ. ιε΄, 20).

Αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ ἁ­γι­α­σμέ­νη Ἑλ­λά­δα, κι ἀ­πὸ τὸ γά­λα της βυ­ζά­ξα­νε καὶ θρα­φή­κα­νε οἱ ποι­η­τές της, τὸ γά­λα τῆς Πα­να­γί­ας.

Ἐ­μεῖς αὐ­τὸ τὸ γά­λα τὸ συ­χα­θή­κα­με, ἀ­λί­μο­νο!
https://agiazoni.gr/%e1%bc%a1-%cf%80%ce%b1%ce%bd%ce%b1%ce%b3%ce%af%ce%b1-%ce%ba%ce%b1%ce%af-%e1%bd%81-%ce%bb%ce%b1%cf%8c%cf%82/

01 Αυγούστου, 2023

Ἐπί Σοὶ Χαίρει, Κεχαριτωμένη, Πᾶσα ἡ Κτίσις. Κόντογλου Φώτης.

  
«Ἐσένα πού εἶσαι ζωντανή κιβωτός τοῦ Θεοῦ, ἄς μή σέ ἀγγίζει ὁλότελα χέρι ἄπιστο, ἀλλά χείλια πιστά ἄς ψάλλουνε δίχως νά σωπάσουνε τή φωνή τοῦ ἀγγέλου (ὁ ὑμνωδός θέλει νά πεῖ τή φωνή τοῦ ἀρχαγγέλου Γαβριήλ, πού εἶπε «εὐλογημένη σύ ἐν γυναιξί») κι ἄς κράζουνε: «Ἀληθινά, εἶσαι ἀνώτερη ἀπ’ ὅλα Παρθένε ἁγνή».

 («Ὡς ἐμψύχῳ Θεοῦ κιβωτῷ ψαυέτω μηδαμῶς χείρ ἀμυήτων· χείλη δέ πιστῶν τῇ Θεοτόκῳ ἀσιγήτως φωνήν τοῦ ἀγγέλου ἀναμέλποντα, ἐν ἀγαλλιάσει βοάτω: Ὄντως ἀνωτέρα πάντων ὑπάρχεις, Παρθένε ἁγνή»)

Ἀλλοίμονο! Ἀμύητοι, ἄπιστοι, ἀκατάνυχτοι, εἴμαστε οἱ πιό πολλοί σήμερα, τώρα πού ἔπρεπε νά προσπέσουμε μέ δάκρυα καυτερά στήν Παναγία καί νά ποῦμε μαζί μέ τό Θεόδωρο Δούκα τό Λάσκαρη, πού σύνθεσε μέ συντριμμένη καρδιά τόν παρακλητικό κανόνα: «Ἐκύκλωσαν αἱ τοῦ βίου με ζάλαι ὥσπερ μέλισσαι κηρῖον, Παρθένε». «Σάν τά μελίσσια πού τριγυρίζουνε γύρω στήν κερήθρα, ἔτσι κ’ ἐμένα μέ ζώσανε οἱ ζαλάδες τῆς ζωῆς καί πέσανε ἀπάνω στήν καρδιά μου καί τήν κατατρυπᾶνε μέ τίς φαρμακερές σαΐτες τους. Ἄμποτε, Παναγία μου, νά σέ βρῶ βοηθό, νά μέ γλυτώσεις ἀπό τά βάσανα».

Μά ποιός ἀπό μᾶς γυρεύει βοήθεια ἀπό τήν Παναγία, ἀπό τό Χριστό κι’ ἀπό τούς ἁγίους; Γυρεύουμε βοήθεια ἀπό τό κάθε τί, παρεκτός ἀπό τό Θεό. Ἀλλά τί βοήθεια μποροῦνε νά δώσουνε στόν ἄνθρωπο τά εἴδωλα τά λεγόμενα «ἐπιστήμη» καί «τέχνη»; Ὁ ἅγιος Ἰσαάκ ὁ ἀναχωρητής λέγει: «Σ’ ὅλους τοὺς δρόμους πού πορεύονται οἱ ἄνθρωποι σέ τοῦτον τόν κόσμο δέ βρίσκουν σέ κανένα τήν εἰρήνη, ὥς πού νά σιμώσουμε στήν ἐλπίδα τοῦ Θεοῦ. Ἀλλοίμονο, οἱ πιό πολλοί ἄνθρωποι εἶναι «οἱ μή ἔχοντες ἐλπίδα», ὅπως λέγει ὁ Παῦλος. Ὅποιος δέν ἔχει τήν πίστη μέσα στήν καρδιά του, τί ἐλπίδα μπορεῖ νάχει; Ὅπου ν’ ἀκουμπήσει ὅλα εἶναι σάπια. Γι’ αὐτό κι’ ὁ ὑμνογράφος πού εἴπαμε, λέγει στήν Παναγία: «Ἀπορήσας ἐκ πάντων, ὀδυνηρῶς κράζω σοι. Πρόφθασον, θερμή προστασία, καί τήν βοήθειαν, δός μοι τῷ δούλῳ σου τῷ ταπεινῷ καί ἀθλίῳ». «Ὅλα, λέγει τά δοκίμασα, μά κανένα πράγμα δέ μπόρεσε νὰ μέ ξαλαφρώσει. Γιά τοῦτο φωνάζω ἐσένα μέ θρῆνο πικρό, καί λέγω: Πρόφτασε καί δῶσε τή βοήθειά σου σέ μένα τόν ταπεινό κι’ ἄθλιο δοῦλο σου».

Ἡ Παναγία εἶναι ἡ ἐλπίδα τῶν ἀπελπισμένων, ἡ χαρά τῶν πικραμένων, τό ραβδί τῶν τυφλῶν, ἡ ἄγκυρα τῶν θαλασσοδαρμένων, ἡ μάνα τῶν ὀρφανεμένων. Ἡ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ εἶναι πονεμένη θρησκεία, ὁ ἴδιος ὁ Χριστός καρφώθηκε ἀπάνω στό ξύλο· κ’ ἡ μητέρα του ἡ Παναγία πέρασε κάθε λύπη σέ τοῦτον τόν κόσμο. Γι’ αὐτό καταφεύγουμε σέ κείνη πού τήν εἴπανε οἱ πατεράδες μας: «Καταφυγή»,«Σκέπη τοῦ κόσμου», «Γοργοεπήκοο», «Γρηγοροῦσα»,«Ὀξεία ἀντίληψη»,«Ἐλεοῦσα», «Ὁδηγήτρια», «Παρηγορίτισσα» καί χίλια ἄλλα ὀνόματα, πού δέν βγήκανε ἔτσι ἁπλά ἀπό τά στόματα, ἀλλά ἀπό τίς καρδιές πού πιστεύανε καί πού πονούσανε.

Μονάχα στήν Ἑλλάδα προσκυνεῖται ἡ Παναγία μέ τόν πρεπούμενο τρόπο δηλ. μέ δάκρυα μέ πόνο καί μέ ταπεινή ἀγάπη. Γιατί ἡ Ἑλλάδα εἶναι τόπος πονεμένος, χαροκαμένος, βασανισμένος ἀπό κάθε λογῆς βάσανο. Κι’ ἀπό τούτη τήν αἰτία τό ἔθνος μας στά σκληρά τά χρόνια βρίσκει παρηγοριά καί στήριγμα στά ἁγιασμένα μυστήρια τῆς ὀρθόδοξης θρησκείας μας, καί παραπάνω ἀπό ὅλα στό Σταυρωμένο τό Χριστό καί στή χαροκαμένη μητέρα του, πού πέρασε τήν καρδιά της σπαθί δίκοπο.

Σέ ἄλλες χῶρες τραγουδᾶνε τήν Παναγία μέ τραγούδια κοσμικά, σάν νἆναι καμιά φιληνάδα τους, μά ἐμεῖς τήν ὑμνολογοῦμε μέ κατάνυξη βαθειά, θαρρετά μά μέ συστολή, μέ ἀγάπη μά καί μέ σέβας, σάν μητέρα μας μά καί σάν μητέρα τοῦ Θεοῦ μας. Ἀνοίγουμε τήν καρδιά μας νά τή δεῖ τί ἔχει μέσα καί νά μᾶς συμπονέσει.

Ἡ Παναγία εἶναι ἡ πικραμένη χαρά τῆς Ὀρθοδοξίας, «τό χαροποιόν πένθος», «ἡ χαρμολύπη» μας, «ὁ ποταμός ὁ γλυκερός τοῦ ἐλέους», «ὁ χρυσοπλοκώτατος πύργος καί ἡ δωδεκάτειχος πόλις». Ἡ ὑμνωδία τῆς ἐκκλησίας μας εἶναι ἕνας παράδεισος, ἕνα μυστικό περιβόλι πού μοσκοβολᾶ ἀπό λογῆς-λογῆς μυρίπνοα ἄνθη, καί τά πιό μυρουδικά, τά πιό ἐξαίσια, εἶναι ἀφιερωμένα στήν Παναγία. Ὅλος ὁ κόσμος θλίβεται μαζί της καί μαζί της χαίρεται μέ μία χαρά πνευματική:«Ἐπί σοὶ χαίρει, Κεχαριτωμένη, πᾶσα ἡ κτίσις, ἀγγέλων τό σύστημα καί ἀνθρώπων τό γένος, ἡγιασμένε ναέ καί παράδεισε λογικέ, παρθενικόν καύχημα, ἐξ ᾖς Θεός ἐσαρκώθη καί παιδίον γέγονεν ὁ πρό αἰώνων ὑπάρχων Θεός ἡμῶν».

Ἀπορεῖς τί νά πρωτοδιαλέξεις ἀπ’ αὐτή τήν ὑμνολογία τῆς Θεοτόκου! Θαρρεῖς πώς ὁ ἀγέρας, τά βουνά, οἱ θάλασσες τῆς Ἑλλάδας, τά χωριά οἱ πολιτεῖες, γεμίσαvε εὐωδία πνευματική ἀπ’ αὐτό «τό χρυσοῦν θυμιατήριον», ἀπ’ αὐτή «τήν μανναδόχον στάμνον» πού ἔχει μέσα «μύρον τό ἀκένωτον». Οἱ γυναῖκες μας εἶναι στολισμένες μέ τ’ ὄνομά της, τά βουνά μας, οἱ κάμποι, τά νησιά, τ’ ἀκροθαλάσσια εἶναι ἁγιασμένα ἀπό τά ξωκλήσια της, τά καράβια μας ἔχουν γραμμένο ἀπάνω στή μάσκα καί στήν πρύμνη τό γλυκύτατο τ’ ὄνομά της. Ἀληθινά στήν Ἑλλάδα μας «ἐπί Σοὶ χαίρει, Κεχαριτωμένη, πᾶσα ἡ κτίσις», «γιά Σένα, χαίρεται ὅλη ἡ πλάση». Στή κοίμησή σου, θαρρεῖς πώς ἡ χαρά γίνηκε πιό μεγάλη, ἡ θλίψη ἄλλαξε σέ ἀγαλλίαση, ἡ ἐλπίδα ζωήρεψε ἀντί νά ἀποσκιάσει καί πλημμύρησε τίς καρδιές μας.

Τ’ ἀγέρι φυσᾶ γλυκύτερα στά κουρασμένα πρόσωπά μας, τά δέντρα σάν νά γενήκανε πιό χλωρά, τ’ αὐγουστιάτικο κύμα σάν νά ἀρμενίζει πιό δροσερό μέσα στό πέλαγο καί ἀφρίζει φουσκωμένο ἀπό χαρά μεγάλη, τό κάθε τί πανηγυρίζει κι’ ἀγάλλεται.. Ὤ! Τί θάνατος λοιπόν εἶναι αὐτός, πού γέμισε τήν οἰκουμένη καί τίς καρδιές μας μέ τή χαρά τῆς ἀθανασίας! Καί καλώτατα ψέλνει ὁ ὑμνωδός: «Ἐν τῇ γεννήσει τήν παρθενίαν ἐφύλαξας, ἐν τῇ κοιμήσει τόν κόσμον οὐ κατέλιπες, Θεοτόκε. Μετέστης πρός τήν ζωήν, μήτηρ ὑπάρχουσα τῆς ζωῆς, καί ταῖς πρεσβείαις ταῖς σαῖς λυτρουμένη ἐκ θανάτου τάς ψυχᾶς ἡμῶν». Ἀληθινά λέγει καί σ’ ἕνα ἄλλο τροπάρι: «Τῇ ἀθανάτῳ σου κοιμήσει, Θεοτόκε, μῆτερ τῆς ζωῆς…»

Ἀλλά τό ξαναλέγω. Τί νά πεῖ κανένας πρῶτα καί τί ὕστερα, ἀπό τά τόσα πνευματικά ὑμνολογήματα πού προσφέρανε οἱ ὀρθόδοξες καρδιές στήν Παναγία, στό «Ρόδον τό ἀμάραντον», πού μοσκοβόλησε καί ἁγίασε τήν καταβασανισμένη τήν Ἑλλάδα! Τήν ὑμνολογήσανε μέ τά λόγια, μέ τήν ψαλμωδία, μέ τή ζωγραφική, μέ τό σκαλισμένο ξύλο, μέ τ’ ἀσήμι, μέ τό μάλαμα, μέ τό κηρομάστιχο, μέ κάθε τίμιο κι’ ἁγιασμένο πράγμα πού μπορεῖ νά χρησιμέψει στόν ἄνθρωπο γιά νὰ μπορέσει νά δείξει τήν ἀγάπη του, τό σέβας του, τή χαρά του, τήν πίκρα του, κι’ ὅ,τι ἄλλο ἁγνό αἴσθημα ἔχει μέσα στά φύλλα τῆς καρδιᾶς του. Τό νά πιάσει κανένας νά τά ἱστορήσει καταλεπτῶς, θά ἤτανε σάν νὰ ’θελε νά μετρήσει τήν ἄμμο τῆς θάλασσας; Γιά τοῦτο ἀνθολογᾶμε λιγοστά λουλούδια ἀπό τῆς ὑμνωδίας τό ἁγιόκλημα «εἰς ὀσμήν εὐωδίας πνευματικῆς»

Πρῶτα ἀπ’ ὅλα ἄς μεταγράψουμε λίγα λόγια ἀπό τίς Καταβασίες τοῦ Ἀκάθιστου ὕμνου «Ἀνοίξω τό στόμα μου», πού εἶναι τό βυζαντινότατο, ὅλη ἡ Κωνσταντινούπολη πνευματικά πανηγυρίζουσα. Στοχασθεῖτε καλά ἐκείνη τήν ἐξαίσια γ’ ὠδή πού λέγει: «Τούς σούς ὑμνολόγους Θεοτόκε, ὡς ζῶσα καί ἄφθονος πηγή, θίασον συγκροτήσαντας πνευματικόν, στερέωσον καί ἐν τῇ θείᾳ δόξῃ σου στεφάνων δόξης ἀξίωσον».

Οὐράνια ἀπηχήματα!: «Τούς ὑμνολόγους σου, Θεοτόκε, πού συγκροτήσανε ἕναν πνευματικό θίασο, στερέωσέ τους, Ἐσύ πού εἶσαι ζωντανή ὡς ἄφθονη πηγή. Καί μέ τή θεία δόξα σου, ἀξίωσέ τους νά φορέσουν τῆς δόξας τά στέφανα»· ἡ θ’. ὠδή πού λέγει: «Ἅπας γηγενής σκιρτάτω τῷ πνεύματι λαμπαδουχούμενος πανηγυριζέτω δέ ἀΰλων νόων φύσις, γεραίρουσα τά ἱερά θαυμάσια τῆς θεομήτορος, καί βοάτω, Χαίροις, παμμακάριστε Θεοτόκε, ἁγνή, ἀειπάρθενε.»

Ἐκεῖνα τά πανηγυρικά αὐτόμελα πού ψέλνουνε στόν ἑσπερινό τῆς Κοιμήσεως, μέ μέλος θριαμβευτικό καί μέ πνευματική μεγαλοπρέπεια! Ποιός χριστιανός Πίνδαρος τά σύνθεσε, Πίνδαρος ἁγιασμένος! «Ὤ τοῦ παραδόξου θαύματος! ἡ πηγή τῆς ζωῆς ἐν μνημείῳ τίθεται, καί κλῖμαξ πρός oυραvόv ὁ τάφος γίνεται! Εὐφραίνου Γεθσημανή, τῆς Θεοτόκου τό ἅγιον τέμενος. Βοήσωμεν οἱ πιστοί, τόν Γαβριήλ κεκτημένοι ταξίαρχον: Κεχαριτωμένη, χαῖρε, μετά σοῦ ὁ Κύριος, ὁ παρέχων τῷ κόσμῳ διά Σοῦ τό μέγα ἔλεος.»

Ποταμός μέγας καί βουερός ἀναβρύζει καί μᾶς δροσίζει, καί πίνουνε νερό δροσερό ψυχές ξερές καί διψασμένες! Κοίταξε πάθος καί μεράκι πού ξεχειλίζει ἀπό καιγόμενη καρδιά! Ὁ ὑμνωδός, ἀντί νά κλάψει γιά τήν Παναγία πού εἶναι μπροστά του ξαπλωμένη ἀπάνω στήν κλίνη της, τυλιγμένη μέ τό μαφόρι της μέ κλεισμένα τά μάτια της πού δίνανε παρηγοριά στήν ἀνθρωπότητα, μέ σταυρωμένα τά ἄχραντα χέρια της, πού βαστάξανε τό Χριστό καί τόν ἀναθρέψανε, πεθαμένη σάν τόν κάθε ἄνθρωπο, ἀντίς λέγω νά κλάψει, ἀφοῦ πρῶτα ἀπορεῖ πῶς ἡ πηγή τῆς ζωῆς κείτεται στό μνῆμα, μονομιᾶς κράζει μέ δάκρυα στά μάτια, πλήν δάκρυα χαρᾶς: «Εὐφραίνου Γεθσημανή, πού ἔχεις θησαυρισμένο τό ἅγιο σκήνωμα τῆς Θεοτόκου.» Κ’ ὕστερα στρέφει στούς χριστιανούς πού εἶναι μέσα στήν ἐκκλησία καί τούς λέγει μέ τόν ἴδιο πνευματικό οἶστρο. «Ἄς κράξουμε ὅλοι μαζί στήν Παναγία, ἔχοντας γιά πρωτοψάλτη τόν ἀρχάγγελο Γαβριήλ, πού τή χαιρέτισε μέ τά ἴδια λόγια κατά τή χαρούμενη, μέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ κι’ ἄς ποῦμε: «Κεχαριτωμένη, χαῖρε, μαζί σου εἶναι ὁ Κύριος, πού δωρίζει στόν κόσμο μέ ἐσένα, τό μέγα ἔλεος».

Θάνατος δέν ὑπάρχει ἐδῶ πέρα πού εἶναι ἡ μητέρα τῆς Ζωῆς. Κι’ οὔτε μοιρολόγια καί ξόδια θρηνητερά, παρά χαρά ἀνεκλάλητη, γάμος πνευματικός, τράπεζα ἁγιασμένη πού ἔχει ἀπιθωμένο πάνω της τόν ἄρτο τῆς ζωῆς καί τό κρασί τῆς ἀθανασίας, καί πίνουνε οἱ χριστιανοί καί μεθᾶνε ἕνα μεθύσι ἅγιο, ἁγνό, ἄμωμο καί δέν βρίσκονται πιά μπροστά σ’ ἕνα λείψανο πού τό κηδεύουνε, ἀλλά βρίσκονται στή Ναζαρέτ, στό σπίτι τό χαρούμενο καί τό μοσκοβολημένο ἀπό τήν παρθενική εὐωδία τῆς Παναγίας, τότε πού ἤτανε δεκάξη χρονῶν, κατά κείνη τήν ἡμέρα πού ἔγινε ὁ Εὐαγγελισμός, καί κράζουνε γηθόσυνα οἱ λιγόζωοι οἱ ἄνθρωποι σά νὰ ’ναι ἀθάνατοι, μαζί μέ τόν ἀρχάγγελο Γαβριήλ : «Κεχαριτωμένη, χαῖρε, μετά σοῦ ὁ Κύριος!» Ἡ Κοίμηση γίνεται Εὐαγγελισμός, ἡ θλίψη μεταλλάζεται σέ χαρά!

Ναί, Δέν ὑπάρχει ἀληθινή χαρά, παρά μονάχα στό Χριστό κι’ αὐτή ἡ χαρά εἶναι ἕνα ἀμάραντο λουλούδι, πού ἔχει τή ρίζα του στόν πόνο. Οἱ ἄλλες οἱ χαρές εἶναι χαρές ψεύτικες, χωρίς ρίζα.

Τά μάτια μου εἶναι θολωμένα ἀπό τά δάκρυα τώρα πού γράφω αὐτά τά λόγια του Χριστοῦ μας. Αὐτά τά λίγα λόγια τά φύλαξε ἡ ἀνθρωπότητα στήν καρδιά της καί μ’ αὐτά κλαίει καί μ’ αὐτά χαίρεται. Αὐτά τά λόγια γενήκανε θεμέλιο τῆς Ὀρθοδοξίας, καί μεταλλαχτήκανε σέ λογῆς-λογῆς ἁγιασμένα αἰσθήματα καί βγήκανε ἀπό τίς καιόμενες καρδιές τῶν ἁγίων ἀνθρώπων καί εὐωδιάσανε τόν κόσμο. Ἀπό τόν ἕναν γινήκανε ὕμνοι, ἀπό τόν ἄλλον εἰκονίσματα, σέ ἄλλον γινήκανε προσευχή, σέ ἄλλον ψαλμός, σέ ἄλλον ἐκκλησιά μέ κουμπέδες καί μέ ἁγιατράπεζα, σέ ἄλλον θυσία τοῦ μάταιου κόσμου καί βουβή κατάνυξη. Αὐτά τά λόγια του Χριστοῦ σταθήκανε πηγή καί ἔμπνευση καί γιά τό θρηνητικό ἀηδόνι τῆς ἔρημος, θέλω νά πῶ γιά τόν ἅγιο Ἰωάννη τῆς Κλίμακος, σέ ὅσα ἔγραψε γιά τό «Χαροποιόν πένθος»: «Ὅποιος κλαίει, λέγει αὐτός ὁ ἅγιος, καί πικραίνεται γιά τό Θεό, ἐκεῖνος ἀξιώνεται νά δεῖ στή ψυχή του τήν οὐράνια καί θεία παρηγοριά. Κι’ αὐτή ἡ οὐράνια παρηγοριά εἶναι κάποια ἀνακούφιση καί θεϊκή ἀλάφρωση, πού παρηγορά τήν πονεμένη καί πικραμένη ψυχή, ὁπού θλίβεται γιατί χωρίσθηκε ἀπό τό Θεό μέ τίς ἁμαρτίες της. Καί τούτη ἡ χαριτωμένη βοήθεια ἀλλάζει τά πονεμένα δάκρυα τῆς ψυχῆς, πού εἶναι καταφαρμακωμένη, σέ κάποια παρηγοριά θαυμαστή.

Ὅποιος πορεύεται μ’ αὐτή τή λύπη τοῦ Θεοῦ, αὐτός ἀκατάπαυστα γιορτάζει κάθε μέρα κι’ ἀγάλλεται ἡ ψυχή του. Τοῦτο τό ἅγιο καί θεάρεστο κλάψιμο εἶναι μία λύπη ἀλησμόνητη τῆς ψυχῆς, μία ὄρεξη πονεμένης καρδιᾶς, πού γυρεύει μέ μεγάλη θέρμη τό Θεό ὅπου τόν ἐπιθυμᾶ πάντα της.

Κράτα λοιπόν καλά τή χαριτωμένη καί τήν ἥμερη καί τήν ἅγια λύπη, πού κάνει τή ψυχή σου νά θλίβεται ἀντάμα καί νά χαίρεται. Ἐγώ, λογιάζοντας καλά τήν ἐνέργεια τούτη τῆς ἅγιας κατάνυξης, ζεσταίνουμαι καί θαυμάζω, πῶς ἐτοῦτο πού λέγεται κλάψιμο καί λύπη, καί πού φαίνεται πολύ πικρό κι’ ἀβάσταχτο, ἔχει μέσα του πλεγμένη καί σμιγμένη τή χαρά, καί τήν εὐφροσύνη, ὅπως εἶναι σμιγμένο τό κερί μέ τό μέλι στήν μελόπιτα. Καί σέρνει ἐκείνους πού τήν ἀξιωθήκανε μέ πόθο μεγάλο καί μέ πολλήν ἀγάπη, καί φοβοῦνται νά μήν τήν χάσουνε, καί τήν φυλάγουνε περισσότερο ἀπ’ ὅσο φυλάγουνε οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι τ’ ἀκριβά πετράδια καί τ’ ἀσημοχρύσαφα. Εἶναι μία ἤμερη χαρά κ’ ἕνα θεϊκό χάρισμα. μέ τό ὁποῖο στολίζει ὁ Θεός τούς φίλους του, καί κάνει νά ἔχουνε μίαν ἀληθινή χαρά καί ὄρεξη γιά τό Θεό, ποὺ ’ναι συντροφιασμένη μέ κάποια θεραπευτική λύπη ὅπου δέν ἔχει μέσα της καμιά σαρκική ἀγάπη, παρά μονάχα μιὰ παρηγοριά ἀγγελική καί οὐράνια. Μέ τήν ὁποία παρηγορά ὁ Θεός κρυφά ἐκείνους πού συντρίβουνε μέ πόνο καί μέ ταπείνωση τήν καρδιά τους.»

Ἄμποτε νά τήν ἀξιωθοῦμε κ’ ἐμεῖς, μέ τή χάρη τῆς Παναγίας πού γιορτάζουμε. Ἀμήν.

https://agiazoni.gr/slug-1494/