Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δεκαλογος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δεκαλογος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

09 Ιουνίου, 2023

Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΩΝ ΔΕΚΑ ΕΝΤΟΛΩΝ Η ΕΝΑΤΗ ΕΝΤΟΛΗ

 «Οὐ ψευδομαρτυρήσεις κατὰ τοῦ πλησίον σου μαρτυρίαν ψευδῆ» (Ἐξ. κ΄ 16). Δὲν θὰ ψευδομαρτυρήσεις σὲ βάρος τοῦ συνανθρώπου σου. Ψευδομαρτυρία εἶναι ἡ συκοφαντία, ἡ διαβολή, ἡ ψευδὴς κατηγορία, ἡ ψευδὴς κατάθεση στὰ Δικαστήρια. Ἡ ψευδομαρτυρία εἶναι βλάστημα τοῦ διαβόλου. Ὁ διάβολος εἶναι ὁ ἐφευρέτης τῆς διαβολῆς. Πρῶτος αὐτὸς μὲ μορφὴ φιδιοῦ πλησίασε τὴν Εὔα, ποὺ στεκόταν μόνη της καὶ περιεργαζόταν τὸ δένδρο μὲ τὸν ἀπαγορευμένο καρπό, καὶ τῆς εἶπε: Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ὁ Θεὸς σᾶς εἶπε νὰ μὴ φᾶτε ἀπὸ τοὺς καρποὺς ὅλων τῶν δένδρων ποὺ ὑπάρχουν στὸν Παράδεισο; Ἡ Εὔα τοῦ ἀπάντησε: Ὁ Θεὸς μᾶς εἶπε ἀπὸ κάθε καρπὸ τῶν δένδρων ποὺ βρίσκονται στὸν Παράδεισο νὰ τρῶμε. Ἀπὸ τὸν καρπὸ ὅμως τοῦ δένδρου ποὺ βρίσκεται στὸ μέσον τοῦ Παραδείσου, μᾶς εἶπε νὰ μὴ φᾶμε ἀπὸ αὐτόν, οὔτε κὰν νὰ τὸν ἀγγίξουμε, γιὰ νὰ μὴν πεθάνουμε. Τότε ὁ διάβολος συκοφάντησε τὸν Θεὸ στὴν Εὔα λέγοντας: Καθόλου δὲν θὰ πεθάνετε, ἐὰν φᾶτε. Διότι γνώριζε ὁ Θεὸς ὅτι τὴν ἡμέρα ἀκριβῶς ποὺ θὰ φᾶτε ἀπὸ τὸν καρπὸ αὐτόν, θὰ ἀνοίξουν τὰ μάτια σας καὶ θὰ γίνετε ὅμοιοι πρὸς Αὐτόν, γνωρίζοντας καὶ διακρίνοντας τὸ καλὸ ἀπὸ τὸ κακό (βλ. Γεν. γ΄ 1-5). Αὐτὴ τὴν πρώτη συκοφαντία τοῦ διαβόλου χρησιμοποιεῖ ὡς παράδειγμα ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς στὴν ἑρμηνεία τῆς ἔνατης ἐντολῆς, λέγοντας: Δὲν θὰ συκοφαντήσεις, γιὰ νὰ μὴ μοιάσεις στὸν διάβολο ποὺ συκοφάντησε τὸν Θεὸ στὴν Εὔα καὶ γίνεις καταραμένος, ὅπως ἐκεῖνος (Δεκάλογος τῆς κατὰ Χριστὸν Νομοθεσίας, ΕΠΕ 8, 503). Ἡ ψευδομαρτυρία εἶναι ἀδίκημα κατὰ τοῦ πλησίον, ποὺ πλήττει τὸ καλὸ ὄνομα, τὴν καλὴ φήμη, τὴν ὑπόληψη καὶ τὴν ἀξιοπρέπειά του. Τὰ ἐλατήρια τῆς ψευδομαρτυρίας εἶναι ποταπά. Γεννιέται σὲ κακεντρεχεῖς καὶ φθονερὲς ψυχές, οἱ ὁποῖες χαίρονται στὴν κακοδαιμονία καὶ κακοπραγία τοῦ πλησίον. Ἡ ψευδομαρτυρία μπορεῖ νὰ γίνει πρόξενος πολλῶν κακῶν. Μπορεῖ, λόγου χάριν, νὰ ὁδηγήσει σὲ φυλάκιση ἀθώους ἀνθρώπους. Νὰ θυμηθοῦμε τὴ γυναίκα τοῦ Πετεφρῆ, ποὺ συκοφάντη σε τὸν πάγκαλο Ἰωσὴφ καὶ πέτυχε νὰ τὸν φυλακίσουν ὅλως ἀναιτίως (βλ. Γεν. λθ΄ 13­20). Μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει ἀκόμη καὶ στὸν θάνατο ἀθώους ἀνθρώπους. Πρωτίστως νὰ θυμηθοῦμε τὴν καταδίκη τοῦ Κυρίου μας σὲ σταυρικὸ θάνατο. Οἱ ἀρχιερεῖς, οἱ Γραμματεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι στήριξαν τὴν καταδικαστική τους ἀπόφαση σὲ καταθέσεις ψευδομαρτύρων (βλ. Ματθ. κς΄ 59­66). Ἐπίσης νὰ θυμηθοῦμε τοὺς τρεῖς Ρωμαίους ἀξιωματικοὺς ποὺ συκοφαντήθηκαν ψευδῶς ἀπὸ τὸν ἔπαρχο Ἀβλάβιο στὸν αὐτοκράτορα Μέγα Κωνσταντῖνο γιὰ συνωμοσία καὶ ὁδηγήθηκαν στὸν τόπο τῆς ἐκτελέσεως, ἀλλὰ παρενέβη ὁ ἅγιος Νικόλαος καὶ τοὺς ἔσωσε. Ἡ ψευδομαρτυρία μπορεῖ νὰ καταρρακώσει τὴν τιμὴ καὶ τὴν ὑπόληψη ἔντιμων καὶ εὐυπόληπτων ἀνθρώπων καὶ νὰ τοὺς ὁδηγήσει σὲ κοινωνικὸ διασυρμό. Λόγου χάριν, ὁ Μέγας Ἀθανάσιος καὶ ὁ ἅγιος Νεκτάριος κατηγορήθηκαν γιὰ ἀνηθικότητες, ἐνῶ καὶ οἱ δύο δὲν εἶχαν καμιὰ σχέση μὲ τέτοια ἁμαρτήματα. Τέτοιες βαριὲς ψευδομαρτυρίες ἰσοδυναμοῦν μὲ φόνο. Ὁ φόνος σκοτώνει τὸ σῶμα. Ἐνῶ ἡ ψευδομαρτυρία πλήττει τὴν ψυχή. Ἰδιαίτερα φριχτὴ εἶναι ἡ ψευδομαρτυρία στὰ Δικαστήρια, ὅπου πηγαίνουν οἱ ψευδομάρτυρες καὶ ὁρκίζονται ὅτι θὰ ποῦν τὴν ἀλήθεια. Ἀλλὰ θεληματικὰ καὶ προμελετημένα καταθέτουν ψευδὴ μαρτυρία. Αὐτοὶ ἁμαρτάνουν διπλά. Πρῶτον, διότι ψεύδονται, καὶ δεύτερον, διότι ἐπικαλοῦνται ὡς μάρτυρα τὸν Θεό. Στοὺς ψευδομάρτυρες ἔρχεται ὡς «δρέπανον πετόμενον» (Ζαχ. ε΄ 2) ἡ «ἀρὰ» τοῦ Θεοῦ καὶ τοὺς θερίζει. Ὁ ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς στὸ βιβλίο του «Δρόμος δίχως Θεὸ δὲν ἀντέχεται...», στὴν ἑνότητα «Πρὸς ἕνα κατάδικο ποὺ ρωτᾶ γιὰ τὴν ψευδομαρτυρία», σελ. 296­ 298, ἀναφέρει συγκλονιστικὰ παραδείγματα. Κάποιος, σημειώνει, ψευδομαρτύρησε ἐξαιτίας ἑνὸς βοδιοῦ. Δύο χρόνια μετὰ τὴν ψευδομαρτυρία, τὰ βόδια του μὲ τὸ κάρο γκρεμίστηκαν στὴ χαράδρα καὶ καταστράφηκαν. Κεραυνὸς χτύπησε τὴ στάνη του καὶ σκοτώθηκαν ὅλα τὰ πρόβατά του. Κλέφτες μπῆκαν στὸ σπίτι του καὶ τὸν λήστεψαν δύο φορές. Ἡ γυναίκα του ἀρρώστησε καὶ πέθανε βασανισμένη. Ἕνα ὑγιέστατο ὣς τότε παιδί του ἄρχισε νὰ πέφτει στὸ χῶμα, νὰ βγάζει ἀφροὺς ἀπὸ τὸ στόμα καὶ νὰ τρίζει τὰ δόντια του. Κάποιος ἄλλος ψευδομαρτύρησε γιὰ ἕνα κομμάτι γῆς καὶ ἔχασε τὸ φῶς του. Πόσο ὡραιότερο εἶναι, εἴτε στὰ Δικαστήρια καλούμαστε ὡς μάρτυρες εἴτε ὁπουδήποτε ἀλλοῦ, νὰ λέμε πάντοτε τὴν ἀλήθεια! Ἡ ψευδομαρτυρία, ἡ ψευδορκία, ἡ διαβολή, ἡ συκοφαντία, τὰ ἀσύστολα ψεύδη εἶναι θανάσιμα ἁμαρτήματα, ποὺ τιμωροῦνται αὐστηρὰ καὶ ἀπὸ τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπὸ τὸν νόμο τῶν ἀνθρώπων. Νὰ θυμηθοῦμε πόσο αὐστηρὰ τιμωρήθηκαν ὁ Ἀνανίας καὶ ἡ Σαπφείρα, πού, ὅταν πούλησαν τὸ χωράφι τους, εἶπαν προμελετημένα ψέματα στὸν ἀπόστολο Πέτρο. Καὶ οἱ δυὸ μετὰ τὴν ψευδὴ μαρτυρία τους ἔπεσαν κάτω στὴ γῆ καὶ ξεψύχησαν (βλ. Πράξ. ε΄ 1­11). Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς μᾶς συμβουλεύει ὅτι, ἀντὶ νὰ καταρρακώνουμε μὲ ψεύτικες κατηγορίες τὴν ὑπόληψη τῶν ἄλλων, καλύτερο εἶναι νὰ σκεπάζουμε τὸ ἁμάρτημα τοῦ πλησίον, ἐκτὸς κι ἂν αὐτὸ βλάπτει πολλοὺς ἄλλους... κι ἔτσι νὰ πετύχουμε τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ (Δεκάλογος τῆς κατὰ Χριστὸν Νομοθεσίας, ΕΠΕ 8, 503).ΟΣΩΤΗΡ2222

12 Μαΐου, 2023

Η ΟΓΔΟΗ ΕΝΤΟΛΗ

 


Οὐ φονεύσεις» (Ἐξ. κ΄ 15). Δὲν θὰ σκοτώσεις. Δὲν θὰ ἀφαιρέσεις μὲ κανέναν τρόπο τὴ ζωὴ τοῦ συνανθρώπου σου. Ἡ ὄγδοη ἐντολὴ ἀπαγορεύει τὸν φόνο, μὲ ὁποιονδήποτε τρόπο κι ἂν γίνεται. Σημασία δὲν ἔχει πῶς γίνεται, ἀλλὰ τὸ ἀποτέλεσμα ποὺ φέρνει, ποὺ εἶναι ἡ ἀπώλεια τῆς ζωῆς τοῦ πλησίον μας. Ἡ ζωὴ εἶναι ὑπέρτατο δῶρο τοῦ Θεοῦ. Δὲν ἔχουμε δικαίωμα νὰ τὴ στερήσουμε ἀπὸ κανέναν. Ὁποιοσδήποτε κι ἂν εἶναι ὁ συνάνθρωπός μας, πατέρας ἢ μητέρα, παιδὶ ἢ σύζυγος, γνωστὸς ἢ ἄγνωστος, φίλος ἢ ἐχθρός, συμπατριώτης καὶ ξένος, ἀλλόγλωσσος καὶ ἀλλόθρησκος, δὲν ἔχουμε δικαίωμα νὰ τὸν φονεύσουμε. Οὔτε αὐτόχειρες ἔχουμε τὸ δικαίωμα νὰ γίνουμε, θέτοντας τέρμα στὴ ζωή μας. Οὔτε διακοπὴ τῆς κυήσεως ἐπιτρέπεται νὰ κάνουν οἱ μητέρες, φονεύοντας μὲ τὴν ἔκτρωση τὸ κυοφορούμενο ἔμβρυο. Οὔτε οἱ ἔμποροι τοῦ λευκοῦ θανάτου ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ διακινοῦν τὰ ναρκωτικὰ καὶ νὰ ὁδηγοῦν στὸν ἀργὸ θάνατο πλήθη ἀνθρώπων. Οὔτε οἱ βιομήχανοι τῶν ὅπλων ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ὑποκινοῦν τὶς ἐκρήξεις τῶν πολέμων καὶ νὰ γίνονται φονιάδες τῶν λαῶν. Οὔτε ἠθικοὶ αὐτουργοὶ ἢ συνεργοὶ τῶν ποικίλων φόνων ἐπιτρέπεται νὰ γινόμαστε. Οὔτε μὲ τὰ φυτοφάρμακα, τὶς ὁρμόνες, τὰ μικρόβια καὶ τὴ ραδιενέργεια ἐπιτρέπεται νὰ δηλητηριάζουμε τοὺς ἀνθρώπους, τὰ ζῶα καὶ τὰ φυτά. Ἐπίσης γίνονται καὶ πολλοὶ ἀθέλητοι φόνοι, ἢ φόνοι ἀπροσεξίας, ἢ φόνοι ἀπὸ ἀμυντικοὺς πολέμους. Οἱ φόνοι αὐτοὶ μπορεῖ νὰ ἔχουν ἐλαφρότερη ἐνοχή, ἀλλὰ δὲν παύουν νὰ εἶναι φόνοι. Ἡ ἐντολὴ τῆς ἀπαγορεύσεως τοῦ φόνου εἶναι ρητὴ καὶ ἰσχύει ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου. Πρὶν δοθεῖ ὁ γραπτὸς νόμος, ὑπῆρχε ὁ ἄγραφος φυσικὸς νόμος ἢ ὁ νόμος τῆς συνειδήσεως, ποὺ ἀπαγόρευε τὸν φόνο. Ὅταν ὁ Κάϊν διέπραξε τὸ πρῶτο ἔγκλημα ἐπάνω στὴ γῆ, φονεύοντας τὸν ἀδελφό του Ἄβελ, ἐλέγχθηκε ὡς ἀδελφοκτόνος, φονιὰς τοῦ ἀδελφοῦ του. «Φωνὴ αἵματος τοῦ ἀδελφοῦ σου βοᾷ πρός με ἐκ τῆς γῆς», τοῦ εἶπε ὁ Θεός (Γεν. δ΄ 10).Ἀλλὰ παρόλο ποὺ ὁ φόνος ἀπαγορεύεται καὶ τιμωρεῖται αὐστηρὰ καὶ ἀπὸ τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπὸ τὸν νόμο τῶν ἀνθρώπων, δυστυχῶς ἡ ἐντολὴ «οὐ φονεύσεις» παραβιάζεται κατάφωρα ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Ἀπειράριθμοι φόνοι συντελοῦνται καθημερινὰ ἐπάνω στὸν πλανήτη μας. Ὁ Κύριος στὸν τελειότερο νόμο τῆς Καινῆς Διαθήκης συμπληρώνει τὴν περὶ φόνου ἐντολή, χτυπώντας τὸ κακὸ στὴ ρίζα του. Μᾶς καλεῖ νὰ ἐξαγνίζουμε τὶς προθέσεις καὶ τὰ ἐλατήριά μας καὶ νὰ πολεμοῦμε τὰ πάθη μας, ὅπως εἶναι τὸ πάθος τοῦ φθόνου, τοῦ μίσους, τοῦ δόλου, τοῦ θυμοῦ, τῆς ὀργῆς, τῆς ὕβρεως, τῆς ἐκδικήσεως, τῆς φιλαργυρίας, τῆς πλεονεξίας. Διότι, ἐὰν ἀφεθοῦν αὐτὰ ἀπολέμητα, μποροῦν νὰ ὁδηγήσουν στὸν φόνο. Ὁ θεῖος Διδάσκαλος στὴν «ἐπὶ τοῦ Ὄρους ὁμιλία» Του διδάσκει ὅτι ἔνοχος εἶναι ὄχι μόνο αὐτὸς ποὺ φονεύει, ἀλλὰ κι αὐτὸς ποὺ ὀργίζεται κατὰ τοῦ ἀδελφοῦ του, διότι ἡ ὀργὴ μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει στὸν φόνο: «Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν ὅτι πᾶς ὁ ὀργιζόμενος τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ εἰκῆ ἔνοχος ἔσται τῇ κρίσει» (Ματθ. ε΄ 22). Ἐπίσης ἔνοχος εἶναι κι αὐτὸς ποὺ βρίζει τὸν ἀδελφό του, διότι καὶ ἡ βλασφημία μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει στὸν φόνο (βλ. Ματθ. ε΄ 22). Ἔνοχος εἶναι καὶ ὁ μνησίκακος ποὺ θέλει νὰ ἐκδικηθεῖ τὸν ἀδελφό του, διότι καὶ ἡ ἐκδίκηση μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει στὸν φόνο. Γι᾿ αὐτὸ λέει στὴ συνέχεια ὁ Κύριος: Ἐὰν προσφέρεις τὸ δῶρο σου στὸ Θυσιαστήριο κι ἐκεῖ θυμηθεῖς ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἔχει κάτι ἐναντίον σου γιὰ κάποια ἀδικία ποὺ τοῦ ἔκανες, ἄφησε ἐκεῖ τὸ δῶρο σου μπροστὰ στὸ Θυσιαστήριο καὶ πήγαινε πρῶτα καὶ συμφιλιώσου μὲ τὸν ἀδελφό σου, καὶ τότε, ἀφοῦ συνδιαλλαγεῖς, ἔλα καὶ πρόσφερε τὸ δῶρο σου (Ματθ. ε΄ 23­24). Ἐπίσης μᾶς καλεῖ νὰ εἴμαστε συμβιβαστικοὶ καὶ νὰ ἔχουμε συμφιλιωτικὲς διαθέσεις ἀπέναντι στὸν δανειστὴ μὲ τὸν ὁποῖο βρισκόμαστε σὲ δίκη, γιὰ νὰ μὴν ὀξυνθοῦν τὰ πράγματα καὶ γίνουν τὰ χειρότερα (βλ. Ματθ. ε΄ 25­26). Κι ἀκόμη μᾶς καλεῖ, ἂν μᾶς χτυπήσει κάποιος, νὰ μὴν ἀνταποδώσουμε τὸ χτύπημα, διότι μπορεῖ τὸ χτύπημα ποὺ θὰ τοῦ ἐπιφέρουμε νὰ εἶναι θανατηφόρο: «Τῷ τύπτοντί σε ἐπὶ τὴν σιαγόνα πάρεχε καὶ τὴν ἄλλην, καὶ ἀπὸ τοῦ αἴροντός σου τὸ ἱμάτιον καὶ τὸν χιτῶνα μὴ κωλύσῃς» (Λουκ. ς΄ 29). Σ᾿ ἐκεῖνον ποὺ σὲ χτυπᾶ στὸ ἕνα σου μάγουλο πρόσφερέ του καὶ τὸ ἄλλο. Καὶ ἐκεῖνον ποὺ θέλει νὰ σοῦ πάρει τὸ πανωφόρι σου μὴν τὸν ἐμποδίσεις νὰ σοῦ πάρει καὶ τὸ πουκάμισό σου. Ἀκοῦμε γιὰ τοὺς φόνους ποὺ γίνονται καθημερινὰ καὶ φρίττουμε. Ἀλλὰ ἂς ἀναρωτηθοῦμε: Μήπως εἴμαστε ἐμεῖς ἀπαλλαγμένοι ἀπὸ τὸν μολυσμὸ τοῦ τρομεροῦ καὶ ἀπεχθοῦς αὐτοῦ ἁμαρτήματος; Ἂς ἀνακρίνουμε τὸν ἑαυτό μας: Μήπως φθονοῦμε, μισοῦμε, κατακρίνουμε; Μήπως θέλουμε νὰ ἐκδικηθοῦμε ἢ νὰ κερδίσουμε σὲ βάρος τῆς ὑγείας τῶν ἄλλων; Μήπως καὶ τίποτε ἄλλο ἐνδεχομένως διαπράξαμε, ποὺ μπορεῖ νὰ ὁδήγησε σὲ φόνο; Καὶ ἂς προσπέσουμε συντετριμμένοι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ὅπως ὁ βασιλιὰς Δαβὶδ ποὺ ἔστειλε τὸν στρατηγὸ Οὐρία στὴν πρώτη γραμμὴ νὰ σκοτωθεῖ γιὰ νὰ πάρει τὴ σύζυγό του, καὶ ἔγραψε κατόπιν μετανοημένος τὸν Ψαλμὸ τῆς μετανοίας του: «Ἐλέησόν με, ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός σου καὶ κατὰ τὸ πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου ἐξάλειψον τὸ ἀνόμημά μου» (Ψαλ. ν΄ [50] 3). ΟΣΩΤΗΡ2020

25 Απριλίου, 2023

Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΩΝ ΔΕΚΑ ΕΝΤΟΛΩΝ . Η ΕΒΔΟΜΗ ΕΝΤΟΛΗ.

 Οὐ κλέψεις» (Ἐξ. κ΄ 14). Δὲν θὰ κλέψεις. Δὲν θὰ πάρεις μὲ κανέναν τρόπο τὰ ἀγαθά, ποὺ ἀνήκουν σὲ ἄλλον. Ρητὴ καὶ κατηγορηματικὴ εἶναι ἡ ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ. Δὲν μᾶς ἐπιτρέπει νὰ ἁπλώνουμε τὸ χέρι καὶ νὰ ἁρπάζουμε τὴν περιουσία τοῦ πλησίον μας. Ὅπως ὀφείλουμε νά σεβόμαστε τὸν θησαυρὸ τῆς ἁγνότητας τῶν συνανθρώπων μας, ἔτσι ὀφείλουμε νά σεβόμαστε καὶ τὸν θησαυρὸ τῆς ἰδιοκτησίας τους. Ἡ κλοπὴ εἶναι βαρὺ κοινωνικὸ ἀδίκημα ποὺ ἀναστατώνει τὴν ὁμαλὴ συμβίωση τῶν ἀνθρώπων. Ἀλλὰ ἡ κλοπή, παρόλο ποὺ καταδικάζεται καὶ ἀπὸ τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπὸ τοὺς νόμους τῶν ἀνθρώπων καὶ ἀπὸ τὴν πανανθρώπινη συνείδηση, ἐξακολουθεῖ νὰ μαστίζει τὴν ἀποστατημένη κοινωνία μας. Ἡ τηλεόραση, τὸ ραδιόφωνο καὶ οἱ στῆλες τῶν ἐφημερίδων σχεδὸν κάθε μέρα μιλοῦν καὶ γράφουν γιὰ ληστεῖες, διαρρήξεις, πλαστογραφίες, νοθεῖες καὶ αἰσχροκέρδειες. Καὶ τί δὲν μηχανεύονται οἱ ἄνθρωποι γιὰ νὰ ἁρπάξουν τὰ ἀγαθὰ ποὺ ἀνήκουν σὲ ἄλλους! Δὲν εἶναι μόνο αὐτοὶ ποὺ κλέβουν τὶς τσάντες καὶ τὰ πορτοφόλια, οὔτε μόνο αὐτοὶ ποὺ βγαίνουν στὴν ὕπαιθρο καὶ κλέβουν φροῦτα ἀπὸ τὰ κτήματα ἢ ζῶα ἀπὸ τὶς στάνες. Εἶναι καὶ οἱ κλέφτες τῶν πόλεων ποὺ κλέβουν μὲ τρόπο ἐπιστημονικὸ καὶ πολιτισμένο. Ἄλλοι κλέβουν στὸ ζύγι, ἄλλοι νοθεύουν τὰ προϊόντα, ἄλλοι τὰ ἀγοράζουν ἀπὸ παραγωγοὺς σὲ χαμηλὲς τιμὲς καὶ τὰ πουλοῦν σὲ τιμὲς ὑπέρογκες. Ὑπάρχουν ἄλλοι ποὺ κλέβουν μὲ τὴν τοκογλυφία, μὲ τὴν πλαστογραφία, μὲ τὴν ἀπάτη καὶ τὴ ληστεία. Ἄλλοι ἀποκρύπτουν στοιχεῖα ἀπὸ τὴν Ἐφορία γιὰ νὰ πληρώσουν λιγότερα κι ἄλλοι ἀπασχολοῦν μὲ ὑπερωρίες τοὺς ὑπαλλήλους τους χωρὶς νὰ τοὺς ἀμείβουν γι᾿ αὐτές. Ὑπάρχουν κι ἄλλοι ποὺ κλέβουν ἀπὸ τὸ δημόσιο. Ὑπογράφουν συμβάσεις, ἀφοῦ προηγουμένως γεμίσουν τὶς τσέπες τους σὲ βάρος τοῦ Κρατικοῦ προϋπολογισμοῦ μὲ χρηματικὰ ποσὰ ἀσυγκρίτως μεγαλύτερα ἀπὸ τὰ μικροποσὰ ποὺ κλέβουν οἱ πλανόδιοι λωποδύτες. Ἀκόμη μεγαλύτερα χρηματικὰ ποσὰ κλέβουν οἱ ἰσχυροὶ τῆς γῆς, οἱ ὁποῖοι ἁρπάζουν τοὺς θησαυροὺς ποὺ ὑπάρχουν στὸ ἔδαφος καὶ στὸ ὑπέδαφος τῶν πτωχότερων λαῶν «ἀντὶ πινακίου φακῆς». Ὅλοι αὐτοὶ δὲν ὑπολογίζουν τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἀπὸ τὰ βάθη τῶν αἰώνων βροντοφωνάζει: «Οὐ κλέψεις» (Ἐξ. κ΄ 14)! «Οὐ κλέψετε» (Λευϊτ. ιθ΄ 11)! Δὲν θὰ κλέψεις, δὲν θὰ κλέβετε, διότι ἡ κλοπὴ εἶναι βαρὺ ἁμάρτημα ποὺ τιμωρεῖται αὐστηρὰ καὶ ἀπὸ τὸν νόμο τῆς πολιτείας καὶ ἀπὸ τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ. Ὅταν συλληφθεῖ ὁ κλέφτης, δικάζεται καὶ φυλακίζεται. Ἀλλὰ κι ἂν κατορθώσει νὰ ξεφύγει ἀπὸ τὴν τσιμπίδα τοῦ νόμου, ἀπὸ τὴν τιμωρία τοῦ θείου νόμου δὲν θὰ μπορέσει νὰ ξεφύγει ποτέ. Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ κηρύττει ὅτι θὰ τὸν θερίσει τὸ δρεπάνι τῆς «ἀρᾶς» (= τῆς τιμωρίας) τοῦ Θεοῦ καὶ ὅτι θὰ ἀποκλεισθεῖ ἀπὸ τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Διότι «κλέπται... βασιλείαν Θεοῦ οὐ κληρονομήσουσι» (Α΄ Κορ. ς΄ 10). Ὁ προφήτης Ζαχαρίας σὲ μιὰ ὅρασή του εἶδε ἕνα μεγάλο δρεπάνι ποὺ μετεωριζόταν στὸν ἀέρα καὶ φαινόταν σὰν νὰ πετᾶ. Ὁ Ἄγγελος ποὺ συνομιλοῦσε μαζί του, τοῦ εἶπε: «Τί βλέπεις;». Ὁ Προφήτης ἀπάντησε: «Ὁρῶ δρέπανον πετόμενον μήκους πήχεων εἴκοσι καὶ πλάτους πήχεων δέκα» (Ζαχ. ε΄ 2). Ἄραγε ποιὸν σκοπὸ ἐξυπηρετεῖ αὐτὸ τὸ μεγάλο δρεπάνι; συλλογίσθηκε ὁ Προφήτης. Κι ὁ Ἄγγελος τοῦ ἔλυσε τὴν ἀπορία, λέγοντας: Αὐτὴ εἶναι ἡ θεία τιμωρία. «Διότι πᾶς ὁ κλέπτης ἐκ τούτου ἕως θανάτου ἐκδικηθήσεται» (Ζαχ. ε΄ 3). Ὅποιος κλέβει, μ᾿ αὐτὸ τὸ δρεπάνι θὰ καταδικασθεῖ σὲ θάνατο. Εἶναι πολὺ διδακτικὸ τὸ ἁγιογραφικὸ παράδειγμα τιμωρίας τῆς κλοπῆς μὲ θάνατο, ποὺ περιγράφεται στὸ ἕβδομο κεφάλαιο τοῦ βιβλίου «Ἰησοῦς Ναυῆ». Ὅταν ἔπεσαν μὲ θαυμαστὸ τρόπο τὰ τείχη τῆς Ἱεριχοῦς καὶ κυριεύθηκε ἡ ἁμαρτωλὴ πόλη, ὁ Ἰησοῦς τοῦ Ναυῆ μὲ ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ εἶπε στοὺς Ἰσραηλίτες νὰ μὴν κλαποῦν οἱ πολύτιμοι θησαυροὶ τῆς πόλεως, ἀλλὰ νὰ ἀφιερωθοῦν στὸ ἱερὸ θησαυροφυλάκιο. Ὁ Ἄχαρ πρόλαβε καὶ ἔκλεψε μερικοὺς θησαυροὺς καὶ τοὺς ἔκρυψε στὴ σκηνή του. Ἀλλὰ τιμωρήθηκε μὲ λιθοβολισμό (βλ. ζ΄ 1­25). Ὅσους ἔχουν τὸ πάθος νὰ κλέβουν, ὁ ἀπόστολος Παῦλος τοὺς παρακινεῖ νὰ κάνουν τὸ ἀκριβῶς ἀντίθετο: ὄχι νὰ κλέβουν ἀπὸ τοὺς ἄλλους, ἀλλὰ νὰ βοηθοῦν ἐκείνους ποὺ ἔχουν ἀνάγκη. «Ὁ κλέπτων μηκέτι κλεπτέτω, μᾶλλον δὲ κοπιάτω ἐργαζόμενος τὸ ἀγαθὸν ταῖς χερσίν, ἵνα ἔχῃ μεταδιδόναι τῷ χρείαν ἔχοντι» (Ἐφ. δ΄ 28). Ἐκεῖνος ποὺ κλέβει, ἂς μὴν κλέβει πλέον. Ἂς κοπιάζει μάλιστα περισσότερο κι ἂς ἐργάζεται μὲ τὰ χέρια του τὸ ἔντιμο βιοποριστικό του ἔργο, γιὰ νὰ ἔχει νὰ δίνει καὶ σ᾿ ἐκεῖνον ποὺ ἔχει ἀνάγκη. Παραπλήσια προτροπὴ ἀπευθύνει καὶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς: Δὲν θὰ κλέψεις, γιὰ νὰ μὴ σοῦ ἀνταποδώσει πολλαπλάσια τὴν τιμωρία ὁ Θεός. Καλύτερα νὰ δίνεις κρυφὰ ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντά σου σ᾿ ἐκείνους ποὺ ἔχουν ἀνάγκη, γιὰ νὰ λάβεις ἀπὸ τὸν Θεὸ ποὺ βλέπει στὰ κρυφά, ἑκατονταπλάσια καὶ αἰώνια ζωὴ στὸν μέλλοντα αἰώνα (Δεκάλογος τῆς κατὰ Χριστὸν νομοθεσίας, ΕΠΕ 8, 503). Δὲν θὰ κλέβουμε λοιπὸν τὴν περιουσία τοῦ πλησίον μας, ἀλλὰ θὰ δίνουμε κρυφὰ ἐλεημοσύνες στοὺς συνανθρώπους μας. Καὶ ὁ οὐράνιος Πατέρας μας ποὺ βλέπει τὶς καλοσύνες ποὺ γίνονται «ἐν τῷ κρυπτῷ», θὰ μᾶς τὶς ἀποδώσει «ἐν τῷ φανερῷ» (βλ. Ματθ. ς΄ 4).ΟΣΩΤΗΡ2219

03 Απριλίου, 2023

Η ΕΚΤΗ ΕΝΤΟΛΗ


 ,,Οὐ μοιχεύσεις» (Ἐξ. κ΄ 13). Δὲν θὰ μοιχεύσεις. Δὲν θὰ ἔχεις σχέσεις ἁμαρτωλὲς καὶ ἔνοχες. Ἡ ἕκτη ἐντολὴ τοῦ Δεκαλόγου καθορίζει νὰ τιμοῦμε τὴν οἰκογένειά μας καὶ τὴν οἰκογένεια τοῦ πλησίον μας καὶ νὰ μὴν παραβαίνουν τὰ ἀνδρόγυνα τὴ συζυγικὴ πίστη τους. Τὸ ρῆμα «μοιχεύω», ἂν ἐξηγηθεῖ κατὰ γράμμα, σημαίνει ἐπιβουλεύομαι τὴν τιμὴ τῆς παντρεμένης γυναίκας. Ἀλλὰ δὲν τὸ ἑρμήνευαν σωστὰ οἱ γραμματεῖς, ποὺ περιόριζαν τὴν ἐντολὴ αὐτὴ μόνο στὸ ἁμάρτημα μὲ παντρεμένη γυναίκα. Καὶ ἐλεύθερη ἂν εἶναι ἡ γυναίκα, πάλι αὐτὸς ποὺ ἁμαρτάνει μαζί της γίνεται μοιχός. Τὰ ἴδια ἰσχύουν καὶ γιὰ τὶς γυναῖκες ποὺ γίνονται μοιχαλίδες. Σύμφωνα μὲ τὸ πνεῦμα τῆς ἕκτης ἐντολῆς καὶ ὅλης τῆς Ἁγίας Γραφῆς, μοιχὸς δὲν γίνεται μόνο ὁ ἔγγαμος ἄνδρας ἢ ἡ ἔγγαμη γυναίκα, ἀλλὰ ὁποιοσδήποτε φθάνει στὴ διάπραξη τῆς μοιχείας. Κι ὄχι μόνο αὐτὸς ποὺ μοιχεύει, ἀλλὰ κι αὐτὸς ποὺ κυριεύεται ἀπὸ τὴν κακὴ ἐπιθυμία καὶ ἁμαρτάνει μὲ τὴν πρόθεση καὶ τὴ διάθεσή του. Ὁ Κύριος στὴν «ἐπὶ τοῦ ὄρους ὁμιλία» Του συμπληρώνει τὴν ἕκτη ἐντολὴ λέγοντας: «Ἠκούσατε ὅτι ἐρρέθη τοῖς ἀρχαίοις, οὐ μοιχεύσεις. Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν ὅτι πᾶς ὁ βλέπων γυναίκα πρὸς τὸ ἐπιθυμῆσαι αὐτὴν ἤδη ἐμοίχευσεν αὐτὴν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ» (Ματθ. ε΄ 2728). Ἀκούσατε ὅτι εἶπε ὁ Θεὸς στοὺς προγόνους μας: Δὲν θὰ μοιχεύσεις. Ἀλλὰ ἐγὼ σᾶς λέω ὅτι καθένας ποὺ βλέπει ὁποιαδήποτε γυναίκα καὶ ἐπιθυμήσει νὰ ἁμαρτήσει μαζί της, ἤδη μὲ τὴν ἐμπαθὴ αὐτὴ ματιὰ μοίχευσε καὶ ἁμάρτησε μὲ τὴν πρόθεση καὶ τὴν προαίρεσή του. Διακρίνουμε στοὺς λόγους Του ὅτι χτυπάει τὸ κακὸ στὴ ρίζα του, ποὺ εἶναι ἡ αἰσχρὴ ἐπιθυμία. Ἐπίσης, προσθέτει, ὅτι ἐκεῖνος ποὺ θὰ χωρίσει τὴ νόμιμη σύζυγό του χωρὶς νὰ ὑπάρχει αἰτία μοιχείας καὶ παντρευθεῖ ἄλλην, γίνεται μοιχός (Ματθ. ε΄ 32). Στὴν Ἁγία Γραφὴ προβάλλονται ἡ ἁγνότητα, ἡ καθαρότητα, ἡ παρθενία, ἀλλὰ καὶ ὁ τίμιος γάμος, ποὺ εἶναι εὐλογημένος ἀπὸ τὸν Θεό: «Τίμιος ὁ γάμος ἐν πᾶσι καὶ ἡ κοίτη ἀμίαντος» (Ἑβρ. ιγ΄ 4). «Ἡ οἰκογένεια εἶναι θεσμὸς ἱερός, ἅγιος, θεοσύστατος καὶ ὑπηρετεῖ μεγάλους σκοπούς. Ὁ ἅγιος Θεὸς ἵδρυσε τὴν πρώτη οἰκογένεια. Ἔπλασε τὸν ἄνθρωπο μὲ εἰδικὴ δημιουργικὴ ἐνέργεια καὶ εἶπε: Δὲν εἶναι καλὸ νὰ εἶναι ὁ ἄνθρωπος μόνος του. «Ποιήσωμεν αὐτῷ βοηθὸν κατ᾿ αὐτόν» (Γεν. β΄ 18). Σὰν πρῶτος νυμφαγωγὸς τοποθέτησε στὸ πλευρὸ τοῦ πρώτου ἄνδρα, τοῦ Ἀδάμ, τὴν πρώτη γυναίκα, τὴν Εὔα: «Ἤγαγεν αὐτὴν πρὸς τὸν Ἀδάμ» (Γεν. β΄ 22). Τόποθέτησε μία γυναίκα στὸ πλευρὸ ἑνὸς ἄνδρα, εὐλόγησε τὸν γάμο τους στὸν κῆπο τῆς Ἐδὲμ καὶ τοὺς εὐχήθηκε νὰ αὐξάνονται καὶ νὰ πληθύνονται: «Αὐξάνεσθε καὶ πληθύνεσθε καὶ πληρώσατε τὴν γῆν» (Γεν. α΄ 28). Στὴν Καινὴ Διαθήκη ὁ ἱερὸς θεσμὸς τοῦ γάμου ἀναβιβάζεται σὲ Μυστήριο μεγάλης σημασίας: «Τὸ μυστήριον τοῦτο μέγα ἐστίν, ἐγὼ δὲ λέγω εἰς Χριστὸν καὶ εἰς τὴν ἐκκλησίαν» (Ἐφ. ε΄ 32). Αὐτὴ ἡ εὐλογημένη ἀπὸ τὸν Θεὸ χριστιανικὴ οἰκογένεια μὲ τὴ μοιχεία οὐσιαστικὰ διαλύεται. Κι ὄχι μόνο ἡ οἰκογένεια διαλύεται, ἀλλὰ καὶ ἡ κοινωνία, διότι ἡ οἰκογένεια εἶναι τὸ ζωτικὸ κύτταρο τῆς κοινωνίας. Ἂν διαλυθοῦν οἱ οἰκογένειες, διαλύεται καὶ ἡ κοινωνία. Μὲ τὸ βδελυκτὸ ἁμάρτημα τῆς μοιχείας πρωτίστως προσβάλλεται ἡ τιμὴ τῶν συνανθρώπων μας. Ἐπίσης προσβάλλεται ἡ τιμὴ καὶ τὸ κύρος τῆς οἰκογένειας. Ἀλλὰ κυρίως προσβάλλεται ὁ ἅγιος Θεός, ποὺ εἶναι ὁ φυσικὸς Νομοθέτης τοῦ Γάμου καὶ τὸν θέσπισε γιὰ νὰ ὑπηρετεῖ τριπλὸ σκοπό: α) Τὴν ἕνωση δύο προσώπων μὲ τὸ ἱερὸ Μυστήριο τοῦ Γάμου στὴν ἱερὴ ἀτμόσφαιρα τῆς συζυγίας, γιὰ νὰ γίνουν μία ψυχή, μία καρδιά, ἕνα σῶμα, ἕνα φρόνημα καὶ νὰ ἐπιτύχουν τὴν ἀμοιβαία ἀγάπη, τὴν ἀλληλοβοήθεια καὶ τὴν ἠθικὴ τελείωσή τους. β) Τὴ διαιώνιση τοῦ εἴδους. γ) Τὴ λειτουργία τῆς χριστιανικῆς οἰκογένειας ὡς «κατ᾿ οἶκον ἐκκλησίας», ποὺ θὰ ἑτοιμάζει Ἁγίους γιὰ τὸν Παράδεισο. Ἡ μοιχεία ὡς διαλυτικὸ τῆς οἰκογένειας θανάσιμο ἁμάρτημα ἔρχεται νὰ χωρίσει τὰ ἀνδρόγυνα καὶ νὰ ὁδηγήσει τὸν ἄνθρωπο στὴν αἰώνια ἀποκοπή του ἀπὸ τὸν Θεό: «μὴ πλανᾶσθε· οὔτε πόρνοι... οὔτε μοιχοί, οὔτε μαλακοί, οὔτε ἀρσενοκοῖται... βασιλείαν Θεοῦ οὐ κληρονομήσουσι» (Α΄ Κορ. ς΄ 9­10). Τὸ ἁμάρτημα τῆς μοιχείας τιμωρεῖται αὐστηρὰ ἀπὸ τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ. Ὁ παλαιὸς νόμος τιμωροῦσε τὴ μοιχεία μὲ λιθοβολισμό (βλ. Δευτ. κβ΄ 22­24, Λευϊτ. κ΄ 10 καὶ Ἰεζ. ις΄ 37­40). Ἐπίσης καταδικάζεται καὶ ἀπὸ τὴ συνείδηση τῶν ἀνθρώπων. Γι᾿ αὐτὸ εἶναι πολὺ λυπηρὸ τὸ ὅτι τὰ τελευταῖα χρόνια ψηφίσθηκαν ὁ ἕνας κατόπιν τοῦ ἄλλου πλεῖστοι ὅσοι ἀντιευαγγελικοὶ νόμοι, ὅπως ἡ ἀποποινικοποίηση τῆς μοιχείας, ὁ πολιτικὸς γάμος, τὸ «σύμφωνο ἐλεύθερης συμβίωσης», ἡ ἐπέκτασή του καὶ στοὺς ὁμοφυλόφιλους, καὶ ἄλλοι παραπλήσιοι νόμοι. Ὅλοι αὐτοὶ οἱ νόμοι ψηφίσθηκαν, γιὰ νὰ ἁμαρτάνουν ἀσύστολα οἱ ἄνθρωποι καὶ νὰ μὴ διώκονται ποινικά. Ἀλλὰ ὅσους ἀντιευαγγελικοὺς νόμους καὶ ἂν ψηφίζουν στὴν ἀποστατημένη κοινωνία μας οἱ Κυβερνήσεις τῶν Κρατῶν, ἡ ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ δὲν θὰ παύσει νὰ ἔχει ἀκατάλυτο κύρος καὶ ἰσχύ. Δὲν θὰ παύσει νὰ μᾶς καλεῖ σὲ μετάνοια, γιὰ νὰ ἐπιστρέψουμε «ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν» καὶ νὰ ὑπακοῦμε στὴν αἰώνια ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ ἔχουμε τὴ Χάρι καὶ τὴν εὐλογία Του.ΟΣΩΤΗΡ2217

15 Μαρτίου, 2023

Η ΠΕΜΠΤΗ ΕΝΤΟΛΗ

Ἀφοῦ στὶς πρῶτες τέσσερις ἐντολὲς ὁ Κύριος καθόρισε τὰ καθήκοντα ποὺ ἔχουμε πρὸς τὸν Θεό, ἔρχεται μὲ τὶς ἑπόμενες ἕξι ἐντολὲς νὰ καθορίσει καὶ τὰ καθήκοντα ποὺ ἔχουμε πρὸς τὸν πλησίον μας. Ἡ πέμπτη ἐντολὴ τοῦ Δεκαλόγου ὁρίζει νὰ ἀποδίδουμε τὴν ὀφειλόμενη τιμὴ στοὺς κατὰ σάρκα γονεῖς μας, στὸν πατέρα μας καὶ στὴ μητέρα μας. «Τίμα τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα σου, ἵνα εὖ σοι γένηται, καὶ ἵνα μακροχρόνιος γένῃ ἐπὶ τῆς γῆς τῆς ἀγαθῆς, ἧς Κύριος ὁ Θεός σου δίδωσί σοι» (Ἐξ. κ΄ 12). Νὰ τιμᾶς καὶ νὰ σέβεσαι τὸν πατέρα σου καὶ τὴ μητέρα σου, γιὰ νὰ εὐτυχεῖς καὶ νὰ ζεῖς πολλὰ χρόνια μέσα στὰ ἄφθονα ἀγαθὰ τῆς γῆς τῆς ἐπαγγελίας, ποὺ σοῦ χαρίζει ὁ Κύριος, ὁ Θεός σου. Ὀφείλουμε νὰ τιμοῦμε τοὺς κατὰ σάρκα γονεῖς μας, διότι «τοῦ ζῆν μετὰ τὸν Θεὸν αὐτοὶ γεγόνασιν αἴτιοι», ἑρμηνεύει ὁ αὐθεντικὸς ἑρμηνευτὴς τῶν Γραφῶν ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος (PG 62, 150). Μέσῳ αὐτῶν μᾶς ἔφερε στὴ ζωὴ ὁ Θεός, καὶ αὐτοὶ μετὰ τὸν Θεὸ εἶναι οἱ αἴτιοι γιὰ τὸ ὅτι ὑπάρχουμε. Ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα μέχρι σήμερα αὐτὴ τὴν ἐντολὴ παραλάβαμε ἀπὸ τὸν Θεό: νὰ σεβόμαστε, νὰ τιμοῦμε, νὰ ἀγαπᾶμε τοὺς γονεῖς μας καὶ νὰ ὑπακοῦμε στὶς συμβουλὲς ποὺ μᾶς δίνουν. «Τὰ τέκνα ὑπακούετε τοῖς γονεῦσιν ὑμῶν ἐν Κυρίῳ· τοῦτο γάρ ἐστι δίκαιον» (Ἐφ. ς΄ 1). Τὸ παράδειγμα μᾶς τὸ δίνει ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, ὁ Ὁποῖος «ἦν ὑποτασσόμενοις αὐτοῖς» (Λουκ. β΄ 51). Ἐξακολουθοῦσε ὡς ὑπάκουο παιδὶ νὰ ὑποτάσσεται στὸν Ἰωσὴφ καὶ στὴν Παναγία Μητέρα Του. Οἱ γονεῖς ποὺ μᾶς ἔφεραν στὸν κόσμο καὶ μᾶς ἀνατρέφουν «ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίου», δικαιοῦνται τόν σεβασμὸ καὶ τὴν τιμή μας. Ἡ ἐντολὴ τῆς τιμῆς πρὸς τοὺς γονεῖς εἶναι «ἐντολὴ πρώτη ἐν ἐπαγγελίᾳ», ὅπως γράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὴν πρὸς Ἐφεσίους ἐπιστολή του (ς΄ 2). Δηλαδή, εἶναι ἡ πρώτη ἐντολὴ ποὺ συνοδεύεται μὲ ὑπόσχεση ἀνταμοιβῆς ἀπὸ τὸν Θεό: «ἵνα εὖ σοι γένηται, καὶ ἵνα μακροχρόνιος γένῃ ἐπὶ τῆς γῆς»! Πράγματι· πολλὲς καὶ μεγάλες εὐλογίες ἀπολαμβάνουν τὰ παιδιὰ ποὺ σέβονται καὶ τιμοῦν τοὺς γονεῖς τους. Τὰ σεβαστικὰ παιδιὰ εἶναι τὸ καμάρι τῶν γονέων τους, οἱ ὁποῖοι δίνουν τὶς καλύτερες εὐχὲς γιὰ τὰ παιδιά τους, νὰ εἶναι στὸν δρόμο τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ἔχουν τὴν εὐλογία Του. Οἱ εὐχὲς ποὺ τοὺς δίνουν, στηρίζουν κι αὐτοὺς καὶ τὶς οἰκογένειές τους: «Εὐλογία γὰρ πατρὸς στηρίζει οἴκους τέκνων» (Σ. Σειρ. γ΄ 9). Στὸ βιβλίο τῶν Παροιμιῶν οἱ εὐχὲς τῶν γονέων παρομοιάζονται μὲ στεφάνι ἀπὸ χάριτες ἀρετῶν, μὲ τὸ ὁποῖο στεφανώνεται ἡ τιμία κεφαλή τους. Ἐπίσης παρομοιάζονται μὲ χρυσὸ περιδέραιο, ἀσυγκρίτως πολυτιμότερο ἀπὸ κάθε ἄλλο μέταλλο, μὲ τὸ ὁποῖο στολίζεται ὁ λαιμός τους (βλ. Παρ. α΄ 9). Τὸ ἀκριβῶς ἀντίθετο, ἡ ἀπρεπὴς συμπεριφορὰ πρὸς τοὺς γονεῖς, ἐθεωρεῖτο ἀνέκαθεν βαριὰ ἐκτροπή, παρόμοια μὲ τὴ βλασφημία τοῦ ἁγίου Ὀνόματος τοῦ Θεοῦ. Ὅσοι ἀποκαλοῦν «γέρο» τὸν πατέρα τους καὶ «γριὰ» τὴ μητέρα τους, ἀσεβοῦν στὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ ποὺ μᾶς παραγγέλλει νὰ τοὺς σεβόμαστε: «μὴ καταφρόνει ὅτι γεγήρακέ σου ἡ μήτηρ» (Παρ. κγ΄ 22). Μὴν περιφρονήσεις τὴ μητέρα σου, ἐπειδὴ τὴ βρῆκαν πλέον τὰ γεράματα. Καὶ ὅταν γεράσουν καὶ ὅταν ἀρρωστήσουν οἱ γονεῖς μας, ἔχουμε καθῆκον νὰ τοὺς βοηθοῦμε, νὰ τοὺς περιθάλπουμε καὶ νὰ ἀνεχόμαστε κάποιες ἰδιοτροπίες ποὺ λόγῳ τῆς ἡλικίας ἢ τῆς ἀσθένειας παρουσιάζουν. Ἡ ἀχάριστη διαγωγὴ τῶν παιδιῶν πρὸς τοὺς γονεῖς στιγματίζεται στὴν Ἁγία Γραφή, ἡ ὁποία βεβαιώνει ὅτι αὐτοὶ ποὺ μυκτηρίζουν τὴ μητέρα τους καὶ τὴν ποτίζουν μὲ πικρὰ φαρμάκια, ἐνεργοῦν ὡς ἄφρονες (βλ. Παρ. ι΄ 1). Αὐτοὶ ποὺ διώχνουν ἀπὸ τὸ σπίτι τὸν πατέρα τους ἢ τὴ μητέρα τους, δὲν διαφέρουν ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ ἀσεβεῖ στὸν Θεό (βλ. Παρ. κη΄ 24). Αὐτοὶ ποὺ κακολογοῦν τοὺς γονεῖς τους, θὰ πέσουν σὲ ἀδοξία μεγάλη. Θὰ σβήσει κάθε λάμψη καὶ δόξα τους καὶ οἱ κόρες τῶν ὀφθαλμῶν τους θὰ ἀντικρίσουν τὸ αἰώνιο σκοτάδι τοῦ Ἅδη (βλ. Παρ. κ΄ 20). Ἰδιαίτερα αὐστηρὸς εἶναι ὁ Νόμος στὶς περιπτώσεις ποὺ τὰ παιδιὰ σηκώνουν χέρι καὶ χτυποῦν τοὺς γονεῖς τους: «ὃς τύπτει πατέρα αὐτοῦ ἢ μητέρα αὐτοῦ, θανάτω θανατούσθω» (Ἐξ. κα΄ 15). Ἐννοεῖται ὅτι τὰ περὶ τιμῆς τῶν γονέων μας ἰσχύουν, ἐὰν αὐτοὶ μᾶς κατευθύνουν στὸ ἀγαθό. Ἐὰν μᾶς ζητοῦν νὰ πράξουμε κάτι ἀντίθετο μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, δὲν θὰ παύσουμε βεβαίως νὰ τοὺς τιμοῦμε, ἐφόσον εἶναι γονεῖς μας, ἀλλὰ θὰ ὑπακούσουμε στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ κι ὄχι στὸ θέλημα τῶν κατὰ σάρκα γονέων μας. Ἐπίσης δὲν θὰ βάλουμε ποτὲ τὴν ἀγάπη τῶν γονέων μας πιὸ πάνω ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Διότι, ὅπως συμπληρώνει στὴν Καινὴ Διαθήκη ὁ Κύριος: «Ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος» (Ματθ. ι΄ 37)ΟΣΩΤΗΡ2215

17 Φεβρουαρίου, 2023

Ἡ Τέταρτη Εντολὴ

 

«Μνήσθητι τὴν ἡμέραν τῶν Σαββάτων ἁγιάζειν αὐτήν. ἓξ ἡμέρας ἐργᾷ καὶ ποιήσεις πάντα τὰ ἔργα σου· τῇ δὲ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ Σάββατα Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου· οὐ γὰρ ποιήσεις ἐν αὐτῇ πᾶν ἔργον, σὺ καὶ ὁ υἱός σου καὶ ἡ θυγάτηρ σου, ὁ παῖς σου καὶ ἡ παιδίσκη σου, ὁ βοῦς σου καὶ τὸ ὑποζύγιόν σου καὶ πᾶν κτῆνός σου καὶ ὁ προσήλυτος ὁ παροικῶν ἐν σοί. ἐν γὰρ ἓξ ἡμέραις ἐποίησε Κύριος τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν καὶ τὴν θάλασσαν καὶ πάντα τὰ ἐν αὐτοῖς καὶ κατέπαυσε τῇ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ· διὰ τοῦτο εὐλόγησε Κύριος τὴν ἡμέραν τὴν ἑβδόμην καὶ ἡγίασεν αὐτήν» (Ἐξ. κ΄ 8­11). Νὰ θυμᾶσαι τὴν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου καὶ νὰ φυλάττεις τὴν ἀργία τῆς ἡμέρας αὐτῆς, διότι εἶναι ἡμέρα ἀφιερωμένη στὸν Θεό. Ἕξι ἡμέρες νὰ δουλεύεις καὶ νὰ κάνεις ὅλες τὶς ἐργασίες σου, ἐνῶ τὸ Σάββατο νὰ ἀναπαύεσαι καὶ νὰ λατρεύεις τὸν Θεό. Δὲν θὰ κάνεις τὴν ἡμέρα αὐτὴ καμιὰ ἐργασία βιοποριστική, οὔτε ἐσύ, οὔτε ὁ γιὸς καὶ ἡ κόρη σου, οὔτε ὁ δοῦλος καὶ ἡ δούλη σου, οὔτε τὸ βόδι σου, ὁ ὄνος σου καὶ κάθε ἄλλο ζῶο σου, οὔτε ὁ φιλοξενούμενός σου. Διότι ὁ Κύριος σὲ ἕξι ἡμέρες δημιούργησε τὸν οὐρανὸ καὶ τὴ γῆ καὶ τὴ θάλασσα καὶ ὅλα τὰ δημιουργήματα ποὺ ὑπάρχουν σ᾿ αὐτὰ καὶ τὴν ἕβδομη ἡμέρα διέκοψε τὰ ἔργα Του καὶ ἀναπαύθηκε. Γι᾿ αὐτὸ εὐλόγησε ὁ Θεὸς τὴν ἕβδομη ἡμέρα καὶ τὴν ξεχώρισε, ὥστε νὰ εἶναι ἱερὴ καὶ ἁγία. Ἡ τέταρτη ἐντολὴ ἀναφέρεται στὸν ἁγιασμὸ τῆς ἡμέρας τοῦ Σαββάτου ποὺ εἶναι ἡ ἡμέρα τοῦ Θεοῦ, ἡμέρα ἀναπαύσεως ἀπὸ κάθε ἐργασία. Ἡ ἐντολὴ αὐτὴ εἶναι παλαιὰ ἐντολή. Ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς μετὰ τὴ δημιουργία τοῦ κόσμου καθόρισε τὴν ἕβδομη ἡμέρα ὡς ἡμέρα ἀναπαύσεως. «Εὐλόγησε Κύριος τὴν ἡμέραν τὴν ἑβδόμην καὶ ἡγίασεν αὐτήν»! Τὸ νόημα τῆς ἐντολῆς εἶναι νὰ ἐργαζόμαστε τὶς ἄλλες ἡμέρες τῆς ἑβδομάδας τὴ βιοποριστικὴ ἐργασία μας καὶ τὴν ἕβδομη ἡμέρα νὰ τὴν ἁγιάζουμε ὡς ἡμέρα τοῦ Κυρίου. Στοὺς χρόνους τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἡμέρα τοῦ Κυρίου ἦταν τὸ Σάββατο. Μετὰ τὴν λαμπροφόρο Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ὅμως ἡμέρα τοῦ Κυρίου εἶναι ἡ Κυριακή, διότι αὐτὴ τὴν ἡμέρα ἀναστήθηκε ἐκ νεκρῶν καὶ μᾶς ἔκανε γνωστὴ καὶ βέβαιη τὴν κοινὴ ἀνάσταση ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Βεβαίως δὲν ταυτίζονται ἀπόλυτα τὸ Σάββατο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης μὲ τὴν Κυριακὴ τῆς Καινῆς Διαθήκης, διότι ὁ Κύριος μερικὲς τυπικὲς διατάξεις τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου καὶ τὶς σχολαστικὲς ἑρμηνεῖες τῶν Ραββίνων γιὰ τὴν τήρηση τῆς ἀργίας τοῦ Σαββάτου τὶς κατήργησε, διατηρώντας μόνο τὸν ἠθικὸ νόμο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Ἀλλὰ ἐξακολουθοῦν νὰ ἔχουν ἀκατάλυτο κύρος καὶ ἰσχὺ ἡ ἀργία τῆς ἡμέρας τοῦ Κυρίου καὶ ὁ ἁγιασμός της. Πρωτίστως ἡ ἡμέρα τοῦ Κυρίου εἶναι ἡμέρα ἀργίας. Κι ὄχι μόνο γιὰ μᾶς, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὰ παιδιά μας καὶ γιὰ ὅλα τὰ μέλη τῆς οἰκογένειάς μας. Ὅλοι δικαιοῦνται μία ἡμέρα τὴν ἑβδομάδα νὰ ἀναπαύονται. Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς γράφει στὶς Διδαχές του: «Τὲς Κυριακές νὰ μὴ δουλεύετε ὁλότελα, μήτε νὰ πωλῆτε, μήτε νὰ ἀγοράζετε, οὔτε χωράφι, οὔτε ἀμπέλι νὰ κοιτάζετε, μήτε νὰ φροκαλίζετε (=σκουπίζετε), μήτε νὰ κάνετε πραγματείας καὶ ἀλισβερίσια (=δοσοληψίες), διότι ἐκεῖνον τὸ κέρδος ὁποὺ γίνεται τὴν Κυριακήν... εἶναι ἀφωρισμένον καὶ κατηραμένον, καὶ βάνετε φωτιὰν εἰς τὰ σπίτια σας. Ὅθεν, ἀδελφοί μου, διὰ νὰ μὴν πάθετε κανένα κακόν, μήτε ψυχικόν, μήτε σωματικόν, ἐγὼ σᾶς συμβουλεύω νὰ φυλάττητε τὴν Κυριακήν, ὡσὰν ὁποὺ εἶναι ἀφιερωμένη εἰς τὸν Θεόν». Βεβαίως δὲν καταργεῖται ἡ τέταρτη ἐντολή, ἂν κάποιοι γιατροί, νοσηλευτές, φαρμακοποιοί, ὁδηγοὶ συγκοινωνιῶν ἐργάζονται τὴν Κυριακή, γιὰ νὰ προσφέρουν ἀπαραίτητες ὑπηρεσίες στὸ σύν ολο. Ἀλλὰ ἡ ἐπιχειρούμενη στὶς ἡμέρες μας κατάργηση τῆς ἀργίας τῆς Κυριακῆς γιὰ τὴν ἐλπίδα τοῦ κέρδους εἶναι σαφὴς βεβήλωση τῆς ἡμέρας τοῦ Κυρίου. Ἐπιβεβλημένος εἶναι καὶ ὁ ἁγιασμὸς τῆς ἡμέρας τοῦ Κυρίου μὲ τὴ θεία Λατρεία καὶ τὴν προσέλευσή μας στὸ Ποτήριο τῆς ζωῆς. Ὁ ἐκκλησιασμὸς τῆς Κυριακῆς εἶναι ἡ κορυφαία ἐκδήλωση τιμῆς τῆς ἡμέρας τοῦ Κυρίου. Τὴ γιορτάζουμε ὡς Πάσχα, ὡς Λαμπρή, ὡς Ἀνάσταση! Ἐπίσης ἡ ἡμέρα τοῦ Κυρίου ἁγιάζεται μὲ τὴ μελέτη καὶ ἀκρόαση τοῦ θείου λόγου. Ἀφοσιωνόμαστε τὴν Κυριακὴ στὴ μελέτη τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου, τῶν Βίων τῶν Ἁγίων καὶ ἄλλων χριστιανικῶν βιβλίων καὶ περιοδικῶν. Ἤ, φροντίζουμε νὰ παρακολουθοῦμε κάποια ὁμιλία πνευματικῆς οἰκοδομῆς. Ἀκόμη ἡ ἡμέρα τοῦ Κυρίου ἁγιάζεται μὲ τὴν ἀγαθοεργία, τὴ φιλανθρωπία καὶ τὴν ἱεραποστολή. Ἐπισκεπτόμαστε ἀσθενεῖς, γέροντες, οἰκογένειες πενθούντων. Ξεχωρίζουμε κι ἕνα χρηματικὸ ποσό, ὅσο εὐκολυνόμαστε, γιὰ νὰ τὸ διαθέσουμε γιὰ πράξεις ἐλεημοσύνης, φιλανθρωπίας καὶ ἀγάπης (βλ. Α΄ Κορ. ις΄ 2). Ἤ, βοηθοῦμε στὰ ἔργα τῆς ἱεραποστολῆς, γιὰ νὰ «τρέχει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ δοξάζεται» (Β΄ Θεσ. γ΄ 1). Τέλος, ἡ ἡμέρα τοῦ Κυρίου ἁγιάζεται μὲ τὴν ἁγία ζωή μας. Δὲν κοιμόμαστε τὸ πρωὶ τῆς Κυριακῆς, οὔτε γεμίζουμε τὰ καφενεῖα, οὔτε ξεχυνόμαστε στὶς παραλίες καὶ στὰ ἐξοχικὰ κέντρα, γιὰ νὰ γλεντήσουμε καὶ νὰ διασκεδάσουμε, ἀλλὰ ἁγιάζουμε τὴν ἡμέρα τοῦ Κυρίου μέσα σὲ ἀτμόσφαιρα δοξολογίας καὶ λατρείας τοῦ Θεοῦ, προσευχῆς καὶ κατανύξεως, Χάριτος καὶ εὐσεβείας, γαλήνης καὶ εἰρήνης.ΟΣΩΤΗΡ2214

31 Ιανουαρίου, 2023

Η ΤΡΙΤΗ ΕΝΤΟΛΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΩΝ ΔΕΚΑ ΕΝΤΟΛΩΝ

 «Οὐ λήψει τὸ ὄνομα Κυρίου ἐπὶ ματαίῳ· οὐ γὰρ μὴ καθαρίσει Κύριος ὁ Θεός σου τὸν λαμβάνοντα τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐπὶ ματαίῳ» (Ἐξ. κ΄ [20] 7). Νὰ μὴν παίρνεις στὸ στόμα σου τὸ Ὄνομα τοῦ Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου γιὰ μάταιες καὶ μηδαμινὲς ὑποθέσεις σου ἢ γιὰ νὰ καλύπτεις τὶς ἁμαρτωλὲς ἐνέργειές σου. Διότι ὁ Κύριος, ὁ Θεός σου, θὰ θεωρεῖ ἀκάθαρτο, μολυσμένο καὶ ἔνοχο καθέναν ποὺ χρησιμοποιεῖ χωρὶς σεβασμὸ τὸ Ὄνομά Του. 

Ἡ τρίτη ἐντολὴ τοῦ Δεκαλόγου τονίζει τὴν ἁγιότητα τοῦ Θεοῦ. Ἀπαγορεύει τὴν «ἐπὶ ματαίῳ», δηλαδὴ τὴν πρόχειρη, τὴν μηδαμινή, τὴν ἀνευλαβή, τὴ χωρὶς σοβαρὸ λόγο ἀναφορὰ καὶ χρήση τοῦ ἁγίου Ὀνόματος τοῦ Θεοῦ. Τὸ ὄνομα εἶναι ἀχώριστο ἀπὸ τὸ πρόσωπο. Δὲν μποροῦμε νὰ προφέρουμε τὸ ἅγιον Ὄνομα τοῦ Θεοῦ γιὰ πρόχειρα καὶ μηδαμινὰ πράγματα, διότι αὐτὸ σημαίνει ἔλλειψη φόβου Θεοῦ, ἔλλειψη ἐκτιμήσεως καὶ σεβασμοῦ πρὸς τὸν Θεό. Εἶναι αὐθάδεια, προσβολὴ τοῦ ἁγίου Ὀνόματός Του. Βαρύτερη ἐκτροπὴ τῆς «ἐπὶ ματαίῳ» ἀναφορᾶς τοῦ ἁγίου Ὀνόματος τοῦ Θεοῦ εἶναι τὸ νὰ ὁρκιζόμαστε, γιὰ νὰ βεβαιώσουμε ὅτι αὐτὰ ποὺ λέμε εἶναι ἀληθινά. Πολλοὶ μάλιστα ἄνθρωποι, ἐνῶ ἔχουν ἁγνὲς ἀρχικὰ προθέσεις, στὴ συνέχεια παραβαίνουν τὸν ὅρκο τους καὶ γίνονται καὶ ἐπίορκοι. Ὁ Κύριος στὴν «ἐπὶ τοῦ ὄρους ὁμιλία» Του, συμπληρώνοντας τὴν τρίτη ἐντολὴ τοῦ Δεκαλόγου, λέει ὅτι δὲν πρέπει καθόλου νὰ ὁρκιζόμαστε: «Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν μὴ ὀμόσαι ὅλως» (Ματθ. ε΄ 34). Ἐγὼ σᾶς λέω νὰ μὴν ὁρκισθεῖτε καθόλου. Οὔτε στὸν οὐρανό, οὔτε στὴ γῆ, οὔτε στὰ Ἱεροσόλυμα, οὔτε στὴν κεφαλή σας, ἀλλὰ νὰ εἶναι ὁ λόγος σας ναί, ὅταν πράγματι εἶναι ναί· καὶ ὄχι, ὅταν πράγματι εἶναι ὄχι: «Ἔστω δὲ ὁ λόγος ὑμῶν ναὶ ναί, οὒ οὔ· τὸ δὲ περισσὸν τούτων ἐκ τοῦ πονηροῦ ἐστιν» (Ματθ. ε΄ 37). Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἑρμηνεύοντας τὴν τρίτη ἐντολὴ τοῦ Δεκαλόγου, γράφει ὅτι, ὅποιος ὁρκίζεται ψευδῶς, παραβαίνει τὸν Νόμο τοῦ Θεοῦ καὶ ὅτι ἡ παράβαση τοῦ ὅρκου ἰσοδυναμεῖ μὲ ἄρνηση τοῦ Θεοῦ. «Γι᾿ αὐτό», συνεχίζει, «νὰ μὴν ὁρκίζεσαι ποτέ, ἀλλὰ νὰ ἀποφεύγεις ὁλωσδιόλου τὸν ὅρκο, διότι ἀπὸ τὸν ὅρκο προέρχεται καὶ ἡ παράβαση τοῦ ὅρκου, ποὺ ἀπομακρύνει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ συγκαταλέγει τὸν ἐπίορκο μὲ τοὺς ἁμαρτωλούς» (ΕΠΕ 8, 491). Ὁ ψεύδορκος ἁμαρτάνει δύο φορὲς ἀπέναντι στὸν Θεό, ἀφοῦ Τὸν ἐπικαλεῖται ὡς μάρτυρα ὅτι θὰ πεῖ τὴν ἀλήθεια, τὴν ὥρα ποὺ λέει ἀσύστολα ψέματα. Δὲν φθάνει ποὺ ψεύδεται ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, προσθέτει στὴ μιὰ παράβαση ποὺ κάνει, καὶ ἄλλη ἀκόμη πιὸ βαριά. Ἐπίσης, βαρύτατη ἐκτροπὴ ἀσεβείας καὶ προσβολῆς τοῦ ἁγίου Ὀνόματος τοῦ Θεοῦ εἶναι καὶ ἡ βλασφημία. Δυστυχῶς πολλοὶ ἄνθρωποι ἀντὶ νὰ δοξάζουν καὶ νὰ εὐχαριστοῦν τὸν Πλάστη καὶ Δημιουργό τους, τὸν Κύριο καὶ Θεό τους, τὸν Σωτήρα καὶ Λυτρωτή τους, ἀνοίγουν τὸ ἀπύλωτο στόμα τους καὶ Τὸν ὑβρίζουν. Βλασφημοῦν τὰ θεῖα, τὸν Χριστό, τὴν Παναγία καὶ τοὺς Ἁγίους, χωρὶς νὰ ντρέπονται γι᾿ αὐτὸ ποὺ κάνουν. Καὶ οἱ κυβερνήσεις ψηφίζουν νόμους γιὰ νὰ μὴ διώκεται ποινικὰ ἡ βλασφημία, καταπατώντας τὸν Νόμο τοῦ Θεοῦ. Ὑπάρχει μεγαλύτερη ἀσέβεια ἀπ᾿ αὐτήν; Ὁ Μέγας Βασίλειος λέει ὅτι, ὅποιος βλασφημεῖ τὰ θεῖα, «εἰς αὐτὴν ἀσεβεῖ τὴν θεότητα». Ἀσεβεῖ στὴ Θεότητα ὁ βλάσφημος. Τέλος, μεγάλη ἀσέβεια στὸ Ὄνομα τοῦ Θεοῦ εἶναι καὶ ἡ ἐπίκληση τοῦ ἁγίου Ὀνόματός Του ἀπὸ μάγους, ποὺ ὑπηρετοῦν πονηρὰ πνεύματα. Νὰ θυμηθοῦμε τὴ δαιμονισμένη νεαρὴ δούλη τῶν Φιλίππων ποὺ κατείχετο ἀπὸ πνεῦμα πύθωνος. Ὅταν εἶδε τοὺς ἁγίους ἀποστόλους Παῦλο καὶ Σίλα, ἔλεγε: «οὗτοι οἱ ἄνθρωποι δοῦλοι τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου εἰσίν, οἵτινες καταγγέλλουσιν ἡμῖν ὁδὸν σωτηρίας» (Πράξ. ις΄ [16] 17). Ἡ ἐνέργειά της, ὅπως καὶ ὅλων τῶν μάγων ποὺ χρησιμοποιοῦν εἰκόνες καὶ κομποσχοίνια καὶ ἐπικαλοῦνται τὸ ἅγιο Ὄνομα τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ κατέχονται ἀπὸ μαντικὸ πνεῦμα, δὲν εἶναι εὐάρεστη στὸν Θεό. Δυστυχῶς ὀλισθαίνουμε οἱ ἄνθρωποι σὲ πολλὲς ἀπὸ τὶς ἐκτροπὲς τῆς ἀνευλαβοῦς χρήσεως τοῦ ἁγίου Ὀνόματος τοῦ Θεοῦ. Οἱ εὐλαβεῖς Ἰουδαῖοι ἀπέφευγαν νὰ προφέρουν τὸ ἅγιο Ὄνομα τοῦ Θεοῦ καὶ χρησιμοποιοῦσαν τὶς λέξεις Αἰώνιος, Ὕψιστος, Εὐλογητός, Ἅγιος. Ἀλίμονο, ἐὰν ἐμεῖς ἀναμειγνύουμε τὸ ἅγιο Ὄνομα τοῦ Θεοῦ στὰ ἀστεῖα μας· ἐὰν τὸ μπερδεύουμε μὲ τοὺς θυμούς μας· ἐὰν τὸ ποδοπατοῦμε μὲ τὶς ψευδορκίες μας· ἐὰν τὸ ὑβρίζουμε καὶ βλασφημοῦμε τὰ θεῖα. Ἂς μὴ θεωροῦμε ἀσήμαντες αὐτὲς τὶς ἐκτροπές. Ὁ Κύριος μᾶς προειδοποιεῖ ὅτι δὲν θὰ μείνουν ἀτιμώρητες. «Οὐ μὴ καθαρίσῃ Κύριος ὁ Θεός σου τὸν λαμβάνοντα τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐπὶ ματαίῳ». Ἂν δὲν ὑπάρξει μετάνοια καὶ διόρθωση, δὲν θὰ μᾶς καθαρίσει ὁ Κύριος. Θὰ θεωρεῖ ἀκάθαρτο, μολυσμένο καὶ ἔνοχο καθέναν ποὺ χρησιμοποιεῖ χωρὶς σεβασμὸ τὸ Ὄνομά Του.OΣΩTHΡ2213

03 Ιανουαρίου, 2023

Ἡ Δεύτερη Εντολὴ

 «Οὐ ποιήσεις σεαυτῷ εἴδωλον, οὐδὲ παντὸς ὁμοίωμα, ὅσα ἐν τῷ οὐρανῷ ἄνω καὶ ὅσα ἐν τῇ γῆ κάτω καὶ ὅσα ἐν τοῖς ὕδασι ὑποκάτω τῆς γῆς. Οὐ προσκυνήσεις αὐτοῖς, οὐδὲ μὴ λατρεύσεις αὐτοῖς· ἐγὼ γάρ εἰμι Κύριος ὁ Θεός σου, Θεὸς ζηλωτής, ἀποδιδοὺς ἁμαρτίας πατέρων ἐπὶ τέκνα, ἕως τρίτης καὶ τετάρτης γενεᾶς τοῖς μισοῦσι με καὶ ποιῶν ἔλεος εἰς χιλιάδας τοῖς ἀγαπῶσι με καὶ τοῖς φυλάσσουσι τὰ προστάγματά μου» (Ἐξ. κ΄ [20] 4­6). 

Δὲν πρέπει νὰ κατασκευάσεις κάποιο εἴδωλο ποὺ νὰ τὸ λατρεύεις ὡς θεό, οὔτε κάτι ποὺ νὰ εἰκονίζει αὐτὰ ποὺ ὑπάρχουν πάνω στὸν οὐρανό, ἢ αὐτὰ ποὺ ὑπάρχουν κάτω στὴ γῆ, ἢ ὅσα ὑπάρχουν καὶ κινοῦνται κάτω ἀπὸ τὴ γῆ μέσα στὴ θάλασσα, ὅπως κάνουν διάφοροι λαοί. Σὺ ὁ λαός μου δὲν πρέπει νὰ προσκυνήσεις αὐτὰ τὰ εἴδωλα, οὔτε νὰ λατρεύσεις αὐτοὺς τοὺς ψευδεῖς θεούς. Διότι Ἐγὼ καὶ μόνο εἶμαι ὁ Κύριος, ὁ Θεός σου, Θεὸς ζηλότυπος. Ἀποστρέφομαι καὶ δὲν ἀνέχομαι τὴν εἰδωλολατρία. Ἀποδίδω καὶ τιμωρῶ τὶς ἁμαρτίες τῶν γονέων ποὺ μὲ μισοῦν στὰ παιδιά τους ἕως τρίτης καὶ τετάρτης γενεᾶς, ἐὰν βεβαίως μιμοῦνται τοὺς γονεῖς τους. Ἀντίθετα, ἐκδηλώνω ἀνεξάντλητο ἔλεος καὶ εὐσπλαχνία σὲ χιλιάδες ἀνθρώπους ποὺ εἶναι ἀπόγονοι ἐκείνων ποὺ μὲ ἀγαποῦν καὶ ἐφαρμόζουν τὶς ἐντολές μου. Τὸ νόημα τῆς δεύτερης ἐντολῆς εἶναι νὰ μὴν ἀφήσουμε τὴ λατρεία τοῦ μόνου ἀληθινοῦ Θεοῦ καὶ πέσουμε στὴν εἰδωλολατρία. Νὰ μὴν ἀφήσουμε τὸν Κτίστη καὶ λατρεύουμε τὰ κτίσματα ὡς θεό. Νὰ μὴν κατασκευάζουμε εἴδωλα, χρυσὲς ἀγελάδες καὶ ὀρειχάλκινα ἀγάλματα, γιὰ νὰ τὰ λατρεύουμε αὐτὰ ὡς θεό. Ἡ ἀπαγόρευση τῆς κατασκευῆς εἰδώλων καὶ ὁμοιωμάτων «νενομοθέτητο» (=εἶχε νομοθετηθεῖ), σημειώνει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, γιὰ νὰ προφυλάξει τοὺς Ἰσραηλίτες ἀπὸ τὴν εἰδωλολατρία. Αὐτὸ ἔπαθαν ὅλοι οἱ γειτονικοὶ λαοί, οἱ ὁποῖοι ἐγκατέλειψαν ἀλόγιστα τὸν Πλάστη τους καὶ προσκολλήθηκαν σὲ ἄλλους ψεύτικους καὶ ἀνύπαρκτους θεούς. Τὸ μυαλό τους σκοτίσθηκε τόσο πολύ, ποὺ λάτρευαν ὡς θεοὺς τὰ οὐράνια σώματα, τοὺς ἀνθρώπους καὶ τὰ ζῶα, τὰ ψάρια καὶ τοὺς κροκόδειλους. Ἡ εἰδωλολατρία εἶναι ἡ κατ᾿ ἐξοχὴν ἁμαρτία, διότι γκρεμίζει τὸν Πλάστη καὶ στὴ θέση Του βάζει τὰ πλάσματα. Αὐτὸ εἶναι ὕβρις μεγάλη καὶ αὐθάδεια κατὰ τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ἕνα εἶδος μοιχείας πνευματικῆς. Κάθε καρδιὰ ποὺ παραδίδεται στὴ λατρεία τῶν εἰδώλων γίνεται ἀκάθαρτη καὶ μοιχαλίδα, γιατὶ ἀφήνει τὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ ἀγαπᾶ ψεύτικους θεούς. Δυστυχῶς ἡ εἰδωλολατρία ἀναβιώνει καὶ στὴν ἐποχή μας, εἴτε ὡς νεοειδωλολατρία, εἴτε ὡς θεοποίηση τοῦ ἐγώ μας, εἴτε ὡς προσκόλληση στὸν μαμωνᾶ, δηλαδὴ στὰ χρήματα, εἴτε ὡς λατρεία τῆς σάρκας, τῆς ἐξωτερικῆς ὡραιότητας, τῶν ἡδονῶν καὶ τῶν ἀπολαύσεων τοῦ κόσμου τούτου. Διατρέχουμε καὶ σήμερα τὸν κίνδυνο, ἂν ὄχι νὰ λατρεύουμε λίθινα, ξύλινα ἢ ὀρειχάλκινα ἀγάλματα, νὰ προσκολληθοῦμε στὰ πλούτη, στὴν ἐπιστήμη, στὴν τέχνη, στὴν πολιτικὴ καὶ νὰ λατρεύουμε ὡς θεὸ τὸ ἐγώ μας, τὰ ἔργα τῶν χειρῶν μας, ἢ ἀνθρώπινα πρόσωπα. Κι εἶναι πραγματικὰ τραγικὸ νὰ βλέπει κανεὶς στὴν ἐποχή μας νὰ λατρεύονται σὰν θεοὶ διάφορα πρόσωπα: τραγουδιστές, ἠθοποιοί, ἀθλητές, καὶ μάλιστα οἱ ψευδοθεοὶ τοῦ Ἰνδουϊσμοῦ, οἱ γκουροὺ καὶ ἄλλοι θρησκευτικοὶ ἀπατεῶνες. Ὁ ἱερὸς εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης σαλπίζει στὴν Α΄ Καθολικὴ ἐπιστολή του νὰ φυλαγόμαστε ἀπὸ τοὺς ψευδοθεοὺς καὶ τὰ εἴδωλά τους: «Τεκνία, φυλάξατε ἑαυτοὺς ἀπὸ τῶν εἰδώλων» (ε΄ 21). Μὴν προσκυνᾶτε ψεύτικους θεούς, ἀλλὰ μόνο Ἐμένα, τὸν μόνο ἀληθινὸ Θεό, προειδοποιεῖ αὐστηρὰ ὁ Θεὸς στὴ δεύτερη ἐντολὴ τοῦ Δεκαλόγου. Παρερμηνεύοντας τὴν ἀπαγόρευση τῆς κατασκευῆς εἰδώλων, ρωτοῦν μερικοί: Ἀφοῦ ὁ Θεὸς ἀπαγορεύει αὐστηρὰ τὴν κατασκευὴ εἰδώλων, τότε γιατί οἱ Χριστιανοὶ φτιάχνουμε εἰκόνες; Οἱ εἰκόνες δὲν ἔχουν καμιὰ σχέση μὲ τὰ εἴδωλα. Ἡ εἰκόνα εἶναι «ὁμοίωσις», ἔκφραση αὐτοῦ ποὺ ὑπάρχει, ἐνῶ τὸ εἴδωλο εἶναι πλάσμα τῆς φαντασίας αὐτοῦ ποὺ δὲν ὑπάρχει. Τῶν «τιμίων εἰκόνων» τὰ ἀρχέτυπα (ὁ Χριστός, ἡ Θεοτόκος, ὁ Πρόδρομος, οἱ Ἅγιοι) εἶναι ἀληθινά. Ὅλες οἱ σκηνὲς ἀπὸ τὸν βίο καὶ τὴ δράση τοῦ Χριστοῦ, τῆς Παναγίας καὶ τῶν Ἁγίων εἶναι γεγονότα ἱστορικά. Ἡ εἰκονογράφησή τους δὲν ἔχει καμιὰ σχέση μὲ τὸ ψέμα καὶ τὴν ἀπάτη τῶν εἰδώλων. Τὸ πρωτότυπο τοῦ εἰδώλου, λέει ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, εἶναι «βδελυκτόν», ἐνῶ τὸ ἀρχέτυπο τῆς εἰκόνας εἶναι «τίμιον», διότι «διαζωγραφεῖ τὸν χαρακτῆρα» ἑνὸς «ἁγίου ἢ καὶ τοῦ τῶν ἁγίων Δεσπότου», γι᾿ αὐτὸ «καὶ τὸ ἐν πίνακι γραφόμενον (εἶναι) ἀξιοθέατον» (Μιχαήλου Μοναχοῦ, Θεοδώρου Στουδίτου Βίος, PG 99, 180). Οἱ Χριστιανοὶ δὲν θεοποιοῦμε τὶς εἰκόνες, οὔτε τὶς λατρεύουμε ὡς θεό, ἀλλὰ ἀποδίδουμε τιμὴ στὸ εἰκονιζόμενο πρόσ ωπο. «Ἡ τῆς εἰκόνος τιμὴ ἐπὶ τὸ πρωτότυπον διαβαίνει», διδάσκει μὲ τὸν φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὁ Μέγας Βασίλειος (Περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, PG 32, 149). Καὶ οἱ 367 Πατέρες τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου διασαφηνίζουν ὅτι «ὁ προσκυνῶν τὴν εἰκόνα προσκυνεῖ ἐν αὐτῇ τοῦ ἐγγραφομένου τὴν ὑπόστασιν» (MANSI XII 380). Μόνο ἔτσι δέχθηκε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἡ Ἐκκλησία τὴν προσκύνηση τῶν ἁγίων εἰκόνων καὶ ὄχι γιὰ νὰ καταλύσει τὴν δεύτερη ἐντολή. Ὥστε λοιπὸν ἡ λατρευτικὴ προσκύνησή μας ἀνήκει στὸν ἕναν καὶ μόνο ἀληθινὸ ἐν Τριάδι Θεό. Ὄχι στοὺς ψευδοθεούς, οὔτε στὰ εἴδωλά τους. Αὐτὸν τὸν ἕναν καὶ μόνο ἀληθινὸ ἐν Τριάδι Θεὸ προσκυνοῦμε καὶ λατρεύουμε, ὅταν ἀσπαζόμαστε τὶς ἅγιες εἰκόνες. Δὲν προσκυνοῦμε τὸ ξύλο καὶ τὰ χρώματα.ΟΣΩΤΗΡ2212.

12 Δεκεμβρίου, 2022

Η ΠΡΩΤΗ ΕΝΤΟΛΗ

 «Ἐγώ εἰμι Κύριος ὁ Θεός σου, ὅστις ἐξήγαγόν σε ἐκ γῆς Αἰγύπτου, ἐξ οἴκου δουλείας. οὐκ ἔσονταί σοι θεοὶ ἕτεροι πλὴν ἐμοῦ» (Ἐξ. κ΄ [20] 2-3). Ἐγὼ εἶμαι, λαέ μου, ὁ Κύριος ὁ Θεός σου, ὁ Ὁποῖος σὲ ἔβγαλα ἐλεύθερο ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο καὶ σὲ λύτρωσα ἀπὸ τὸν τόπο τῆς σκληρῆς δουλείας. Ἐκτὸς ἀπὸ Μένα, δὲν πρέπει νὰ ἔχεις ἄλλους θεοὺς γιὰ νὰ τοὺς λατρεύεις, ὅπως κάνουν οἱ ἄλλοι λαοί. 

Ἡ πρώτη ἐντολὴ τοῦ Δεκαλόγου ὑπογραμμίζει τὴ μοναδικότητα τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ μέσα στὴν πολυθεΐα τῶν ἀνθρώπων. Διακηρύσσει ὅτι ἕνας εἶναι ὁ Κύριος καὶ ὁ Θεός μας καὶ ὁ Κύριος ὅλων καὶ Βασιλεύς· Αὐτὸς ποὺ ὁρίζει τὰ πάντα καὶ ἔχει ἐξουσία ἀπεριόριστη σὲ ὅλα· ὁ Δημιουργός, ὁ Προνοητής, ὁ Κυβερνήτης τοῦ Σύμπαντος. Ἕνας εἶναι ὁ ἄπειρος, ὁ ὑπερτέλειος, ὁ ἀναλλοίωτος Θεός. Αὐτὸς ὅμως ὁ ἕνας καὶ μόνος ἀληθινὸς Θεός, ὅπως ἀποκαλύπτεται σκιωδέστερα στὴν Παλαιὰ Διαθήκη καὶ σαφέστερα στὴν Καινὴ Διαθήκη, εἶναι Τριαδικὸς Θεός: Πατήρ, Υἱὸς καὶ Ἅγιον Πνεῦμα. Κι ὅταν λέμε ὅτι εἶναι Τριαδικὸς Θεός, δὲν ἐννοοῦμε ὅτι εἶναι τρεῖς Θεοί, ἀλλὰ ἕνας Θεὸς μὲ τρεῖς Ὑποστάσεις. Εἶναι «Μονὰς» κατὰ τὴν ἑνιαία καὶ ἀδιαίρετη οὐσία Του καὶ «Τριὰς» κατὰ τὶς Ὑποστάσεις, ποὺ διακρίνονται ἡ μία ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἐνῶ ταυτόχρονα εἶναι ἑνωμένες ἀχώριστα καὶ ἀδιαίρετα καὶ ἔχουν καὶ οἱ τρεῖς μία οὐσία καὶ ἐνέργεια. Τὰ τρία πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος ἔχουν τὴν ἴδια Φύση, ἀλλὰ κάθε πρόσωπο ἔχει τὸ ὑποστατικό Του ἰδίωμα, τὸ διακριτικό Του γνώρισμα. Ὁ Πατὴρ εἶναι ἀγέννητος, ὁ Υἱὸς γεννητὸς καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἐκπορευτό. Ὁ Πατὴρ γεννᾶ τὸν Υἱὸ ἐκ τῆς οὐσίας αὐτοῦ ἀϊδίως, ἀχρόνως καὶ ἀνερμηνεύτως. Ὁ Υἱὸς γεννᾶται ἀπὸ τὸν Πατέρα, καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἐκπορεύεται «ἐκ τοῦ Πατρὸς» καὶ πέμπεται διὰ τοῦ Υἱοῦ στὸν κόσμο. Γιὰ μᾶς τοὺς ἀνθρώπους ὁ ἕνας καὶ μόνος Τριαδικὸς Θεὸς εἶναι ὁ Κύριος, ὁ Θεός μας, ὅπως Τὸν ὁμολόγησε ὁ ἀπόστολος Θωμᾶς λέγοντας: «Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου» (Ἰω. κ΄ [20] 28). Ὅταν βαπτιζόμαστε, μὲ τὶς ἐπίσημες ὑποσχέσεις ποὺ δίνουμε, βάζουμε ὑπεύθυνα τὴν ὑπογραφή μας στὸ ὅτι Τὸν ἀναγνωρίζουμε Κύριο καὶ Θεό μας. Ἐπίσης γιὰ μᾶς τοὺς ἀνθρώπους ὁ ἕνας καὶ μόνος Τριαδικὸς Θεὸς εἶναι ὁ Ἐλευθερωτής μας· Αὐτὸς ποὺ μᾶς ἔβγαλε ἐλεύθερους ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο καὶ μᾶς λύτρωσε ἀπὸ τὸν τόπο τῆς σκληρῆς δουλείας. Δὲν δούλευαν μόνο οἱ ἀπόγονοι τοῦ πατριάρχη Ἰακὼβ στὸν Φαραώ. Δουλεύαμε κι ἐμεῖς σὲ ἕνα Φαραώ, πολὺ πιὸ σκληρὸ καὶ ὀλέθριο ἀπὸ τοὺς παλαιοὺς ἐκείνους Φαραὼ τῆς Αἰγύπτου. Δουλεύαμε στὸν νοητὸ Φαραώ, τὸν διάβολο, ποὺ μᾶς χώρισε ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ κρατοῦσε τὶς ψυχές μας στὴν ἐξουσία του. Ἀλλὰ ὁ Κύριος μᾶς ἐλευθέρωσε ἀπὸ τὴ δουλεία τῆς ἁμαρτίας καὶ μᾶς ὁδήγησε στὴν ἐλευθερία τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ. Μᾶς ἔκανε «κατὰ χάριν» υἱοὺς τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ ἀπολαμβάνουμε τὰ ἐπουράνια ἀγαθὰ τῆς αἰώνιας Βασιλείας Του. Καὶ μάλιστα μᾶς ἐλευθέρωσε ὄχι στέλνοντας ἀντιπρόσωπό Του, ὅπως τότε τὸν Μωυσῆ καὶ τὸν Ἀαρών, ἀλλὰ ἔστειλε τὸν Μονογενὴ Υἱό Του, «τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν» (ἐννοεῖται «εἰς θάνατον»· Ἰω. γ΄ 16), ὁ Ὁποῖος «ἔπαθεν ὑπὲρ ἡμῶν» καὶ ἔχυσε τὸ τίμιο Αἷμα Του ἐπάνω στὸν Σταυρὸ γιὰ τὴ σωτηρία μας. Μὲ τὸν ἑκούσιο θάνατό Του καὶ τὸ τίμιο Αἷμα τῆς σταυρικῆς θυσίας Του μᾶς ἐλευθέρωσε ἀπὸ τὴν ὀλέθρια δουλεία τοῦ νοητοῦ Φαραώ. Τώρα εἴμαστε «ἀπελεύθεροι Κυρίου» (Α΄ Κορ. ζ΄ 22). Ἀνήκουμε στὸν Κύριο καὶ Θεό μας καὶ ὀφείλουμε Αὐτὸν μόνο νὰ προσκυνοῦμε καὶ νὰ λατρεύουμε καὶ κανέναν ἄλλον. 

«Οὐκ ἔσονταί σοι θεοὶ ἕτεροι πλὴν ἐμοῦ»! Βεβαίως στὴν ἐποχή μας ἡ εἰδωλολατρία ὡς ἐπίσημη θρησκεία δὲν ὑφίσταται πλέον. Ἔχουμε ὅμως τὴν ἀπειλὴ τῆς πανθρησκείας ποὺ ἐξισώνει τὸν Κύριό μας μὲ τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν διαφόρων θρησκειῶν: τὸν Μωάμεθ, τὸν Βούδα, τὸν Λάο Τσέ, τὸν Κομφούκιο. Ἔχουμε καὶ τὶς ἀπόψεις τῆς Νέας Ἐποχῆς ὅτι «δὲν ὑπάρχει σωστὸ καὶ λάθος», ὅτι «ὅλες οἱ θρησκεῖες εἶναι τὸ ἴδιο καὶ δὲν πρέπει νὰ εἴμαστε φανατικοὶ μὲ μία θρησκεία», ὅτι «μπορεῖ ὁ καθένας ἀπὸ τὴ δική του θρησκεία νὰ βρεῖ τὸν Θεό» κ.λπ. Ὅλα αὐτὰ τὰ συνθήματα ποὺ προωθοῦνται μὲ τὴν ψηφιακὴ τεχνολογία καὶ τὰ νέα προγράμματα τῶν Θρησκευτικῶν στὰ πλαίσια τῆς παγκοσμιοποίησης εἶναι διαστρέβλωση τῆς ἀλήθειας, ψεύτικα ἐπινοήματα τῆς φαντασίας τῶν ἀνθρώπων καὶ τοῦ διαβόλου. Μὴν πιστεύετε στοὺς ψεύτικους θεούς, λέει ὁ Κύριος στὴν πρώτη ἐντολὴ τοῦ Δεκαλόγου, παρὰ μόνο σὲ Μένα, τὸν Κύριο καὶ Θεό σας, τὸν Ἐλευθερωτὴ καὶ Σωτήρα σας! Ἡ μοναδικότητα τοῦ Χριστιανισμοῦ δὲν πρόκειται νὰ καταργηθεῖ, ὅσοι δαιμονικοὶ ἄνεμοι τῆς πανθρησκείας καὶ ἂν πνεύσουν. Ἕνας εἶναι ὁ μόνος ἀληθινὸς Θεός, ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Ὁποῖος σώζει τοὺς ἀνθρώπους, ὅταν βαπτίζονται «εἰς τὸ Ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» καὶ γίνονται συνειδητὰ Μέλη τῆς Ἐκκλησίας Του. Δὲν ὑπάρχει πουθενὰ ἀλλοῦ σωτηρία παρὰ μόνο κοντὰ στὸν Χριστό: «Οὐκ ἔστιν ἐν ἄλλῳ οὐδενὶ ἡ σωτηρία· οὐδὲ γὰρ ὄνομά ἐστιν ἕτερον ὑπὸ τὸν οὐρανὸν τὸ δεδομένον ἐν ἀνθρώποις ἐν ᾧ δεῖ σωθῆναι ἡμᾶς» (Πράξ. δ΄ 12).ΟΣΩΤΗΡ2210

01 Δεκεμβρίου, 2022

Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΩΝ ΔΕΚΑ ΕΝΤΟΛΩΝ

 Οἱ δέκα ἐντολὲς δόθηκαν ἀπὸ τὸν Θεὸ στὸν Μωυσῆ στὸ ὄρος Σινᾶ, ὅταν πορεύονταν οἱ Ἑβραῖοι ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο στὴ Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας.

Σύμφωνα μὲ τὴν Ἰουδαϊκὴ παράδοση, δόθηκαν πενήντα ἡμέρες ἀπὸ τότε ποὺ ἔφυγαν ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο. Οἱ ἑρμηνευτὲς ἐδῶ βρίσκουν σχέση τῆς Σιναϊτικῆς Πεντηκοστῆς τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης μὲ τὴν Ἱεροσολυμιτικὴ Πεντηκοστὴ τῆς Καινῆς Διαθήκης. Καὶ στὶς δύο ἔχουμε φανερώσεις τοῦ Θεοῦ. Στὴν πρώτη παραδόθηκε ὁ Νόμος τοῦ Θεοῦ, στὴ δεύτερη ἱδρύθηκε ἡ Ἐκκλησία, κατῆλθε τὸ Ἅγιον Πνεῦμα στὸ ὑπερῶο τῆς Ἱερουσαλήμ, ὅπου βρίσκονταν οἱ Μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ καὶ τοὺς ἀνέδειξε πνευματέμφορους κήρυκες τῆς ἀλήθειας καὶ ἀνακαινιστὲς τῆς Οἰκουμένης, ἐγκαινιάζοντας νέα ἐποχή, τὴν ἐποχὴ τῆς Χάριτος. Στὴ Σιναϊτικὴ Πεντηκοστὴ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης κατέβηκε ὁ ἅγιος Θεὸς στὸ ὄρος Σινᾶ καὶ παρέδωσε στὸν περιούσιο λαό Του τὸν Νόμο Του, γιὰ νὰ μείνει αἰώνια κληρονομιὰ ὅλου τοῦ κόσμου. Ἡ παράδοση τοῦ Νόμου τοῦ Θεοῦ εἶναι μοναδικὸ γεγονὸς στὴν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητος καὶ ἀφορᾶ ὄχι μόνο στὸν ἰσραηλιτικὸ λαό, ἀλλὰ σὲ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα. Κι ὄχι μόνο γιὰ τὶς ἀρχαῖες γενεές, ἀλλὰ γιὰ ὅλες τὶς γενεὲς τῶν ἀνθρώπων μέχρι τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου. Καὶ πρὶν ἀπὸ τὴν παράδοση τοῦ Νόμου, ὁ ἅγιος Θεὸς ἐπιδαψίλευε στὸν περιούσιο λαό Του θαυμαστὲς εὐλογίες. Νὰ θυμηθοῦμε τὴν ἐλευθερία τους ἀπὸ τὴ δουλεία τοῦ Φαραώ· τὴ φωτεινὴ νεφέλη, ἡ ὁποία τοὺς ἔκανε σκιὰ τὴν ἡμέρα γιὰ νὰ μὴν τοὺς καίει ὁ ἥλιος, καὶ τὴ νύχτα τοὺς φώτιζε καὶ τοὺς θέρμαινε γιὰ νὰ μὴν κρυώνουν ἀπὸ τὴν ἀπότομη μεταβολὴ τῆς θερμοκρασίας· τὴ θαυμαστὴ διάβαση τῆς Ἐρυθρᾶς θάλασσας καὶ τόσες ἄλλες! Στὸ ὄρος Σινᾶ, ὡς ἀποκορύφωμα τῶν εὐλογιῶν Του, ὁ Κύριος προσφέρει στὸν περιούσιο λαό Του γραπτὸ τὸν θεῖο Νόμο Του καὶ τοὺς ζητεῖ νὰ ὑπακούουν στὴ φωνή Του καὶ νὰ φυλάσσουν τὴ Διαθήκη Του: «Καὶ νῦν ἐὰν ἀκοῇ ἀκούσητε τῆς ἐμῆς φωνῆς καὶ φυλάξητε τὴν διαθήκην μου, ἔσεσθέ μοι λαὸς περιούσιος» (Ἐξ. ιθ΄ [19] 5). Καὶ τώρα ἂν ἀκούσετε μὲ προσοχὴ τὴ φωνή μου καὶ τηρήσετε τὴ Διαθήκη μου, θὰ εἶστε λαός μου ἐκλεκτός. Γιὰ νὰ μὴν περιφρονήσουν μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου οἱ Ἰσραηλίτες καὶ ὅλες οἱ γενεὲς τῶν ἀνθρώπων τὴ μεγάλη σπουδαιότητα τῆς Διαθήκης Του, ὁ ἅγιος Θεὸς παραδίδει τὸν θεῖο Νόμο Του μὲ πολύ μεγάλη ἐπισημότητα, ἀφοῦ προηγεῖται ἀνάλογη προετοιμασία ἀπ᾿ ὅλο τὸν Ἰσραηλιτικὸ λαὸ μὲ τριήμερους ἁγνισμοὺς καὶ ἐγκράτεια. Ὅταν ξημερώνει ἡ τρίτη ἡμέρα, ἀρχίζουν νὰ ἀντηχοῦν βροντὲς δυνατὲς καὶ νὰ λάμπουν ἀστραπές. Συγχρόνως νεφέλη γνοφώδης καὶ σκοτεινὴ καλύπτει τὴν κορυφὴ τοῦ ὄρους Σινᾶ καὶ ἦχος ἀπὸ σάλπιγγα ἀντηχεῖ μὲ δύναμη πολλή. «Τὸ ὄρος τὸ Σινὰ ἐκαπνίζετο ὅλον» (Ἐξ. ιθ΄ [19] 18). Καπνίζει ὁλόκληρο τὸ ὄρος Σινᾶ καὶ ὁ καπνὸς ἀνεβαίνει ψηλὰ σὰν νὰ βγαίνει ἀπὸ καμίνι τὴν ὥρα ποὺ καίγεται. Θέαμα καὶ ἄκουσμα ἐπιβλητικό, μεγαλοπρεπές, μοναδικό, ποὺ φανερώνει τὴν κυριαρχία τοῦ Θεοῦ στὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως καὶ συμβολίζει τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ! Ἕνας λαὸς δύο περίπου ἑκατομμυρίων μὲ τὰ βλέμματα στραμμένα στὴν κορυφὴ τοῦ Σινᾶ παρακολουθεῖ μὲ τεταμένη προσοχὴ τὰ τελούμενα. Μέσα στὸ μεγαλεῖο ἐκείνης τῆς ὥρας ἐμφανίζεται ὁ Θεὸς «ὡς πῦρ καταναλίσκον», συνοδευόμενος ἀπὸ μυριάδες Ἀγγέλων ποὺ Τὸν ἀκολουθοῦν σαλπίζοντας δυνατά. Ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ κυριεύεται ἀπὸ φόβο καὶ κατάπληξη: «Καὶ ἐξέστη πᾶς ὁ λαὸς σφόδρα» (Ἐξ. ιθ΄ [19] 18). Κατόπιν ὁ Κύριος τῶν Δυνάμεων καλεῖ τὸν Μωυσῆ νὰ ἀνεβεῖ στὴν κορυφὴ τοῦ βουνοῦ. Ἐκεῖ μὲ τρόπο θαυμαστὸ καὶ ἐπιβλητικὸ παραδίδει στὸν πιστὸ δοῦλο Του τὸν γραπτὸ Νόμο Του. Οἱ δέκα ἐντολὲς γράφονται σὲ δύο λίθινες πλάκες «δακτύλῳ Θεοῦ» ὑπερφυσικά (Ἐξ. λα΄ [31] 18). Οἱ πλάκες τῶν ἐντολῶν ὀνομάζονται «πλάκες τῆς Διαθήκης», ἢ «πλάκες τοῦ ­  Μαρτυρίου», ἢ ἁπλῶς «Μαρτύριον».  Ἡ πρώτη περιλαμβάνει τὶς τέσσερις πρῶτες ἐντολὲς ποὺ ἀναφέρονται στὰ καθήκοντα ποὺ ἔχουμε πρὸς τὸν Θεὸ καὶ ἡ δεύτερη τὶς ὑπόλοιπες ἕξι ἐντολὲς ποὺ ἀναφέρονται στὰ καθήκοντα ποὺ ἔχουμε πρὸς τὸν πλησίον. Ἡ ὀνομασία τους «δέκα ἐντολὲς» ἢ «δεκάλογος» εἶναι ἁγιογραφική, διότι στὴν Ἔξοδο καὶ στὸ Δευτερονόμιο γίνεται σαφὴς ἀναφορὰ σὲ «δέκα λόγους» (Ἐξ. λδ΄ [34] 28· Δευτ. ι΄ [10] 4) καὶ «δέκα ρήματα» (Δευτ. δ΄ 13). Ἡ ὀνομασία «δεκάλογος» χρησιμοποιήθηκε γιὰ πρώτη φορὰ ἀπὸ τὸν Κλήμεντα τὸν Ἀλεξανδρέα στὸ ἔργο του «Παιδαγωγός» (ΙΙΙ, 89). Σὲ ἑπόμενα ἄρθρα  θὰ πάρουμε τὶς δέκα ἐντολὲς μὲ τὴ σειρὰ καὶ θὰ ἐκθέσουμε μὲ κάθε δυνατὴ συντομία τὴ βαθύτερη σημασία τους.ΟΣΩΤΗΡ2209

17 Δεκεμβρίου, 2014

Ο Δεκάλογος των συζύγων

 
Ο Δεκάλογος των συζύγων

      1. Μην κάνετε το δάσκαλο στο/στη σύντροφό σας. Ο καλύτερος τρόπος να τον διδάξετε είναι να τον αγαπάτε.
      2. Ο γάμος είναι μια διαρκής, αλλά ωραία περιπέτεια, που βοηθάει να ανακαλύπτουμε τον αληθινό εαυτό μας, τον ψυχικό κόσμο του συντρόφου μας
και να γνωρίσουμε τον Θεό.

      3. Το σύντροφο μας τον αποδεχόμαστε όπως είναι, με τις αδυναμίες και τις ιδιοτροπίες του, και όχι όπως εμείς θα θέλαμε να είναι. Η οικογένεια είναι παλαίστρα και γυμναστήριο.
      4. Προσπαθείτε να καταλάβετε το/τη σύζυγό σας. Μην λησμονείτε ότι ο άντρας σκέφτεται περισσότερο με τη στεγνή λογική, ενώ η γυναίκα με την καρδιά.
      5. Μην προσπαθείτε να επιβάλετε τη γνώμη σας και να διορθώσετε το/τη σύντροφό σας. Φροντίστε καλύτερα να διορθώσετε τον εαυτό σας.
      6. Με την πίστη, την υπομονή και την αγάπη αντιμετωπίζονται νικηφόρα όλες οι δυσκολίες της ζωής.
      7. Ο μεγαλύτερος εχθρός της συζυγικής ζωής είναι ο εγωισμός. Δε μας σώζει η επίθεση κατά του συντρόφου μας, αλλά η επίθεση κατά του εγώ μας.
      8. Το καλύτερο παράδειγμα για τα παιδιά μας είναι να αγαπάει ο πατέρας τη μητέρα τους και η μητέρα τον πατέρα τους.
      9. Το μυστικό της οικογενειακής γαλήνης είναι να μπορεί κανείς να συγχωρεί.
      10. Ο γάμος είναι «Μυστήριο μέγα», που αρχίζει μέσα στην Εκκλησία και ανανεώνεται με η Θεία Λειτουργία και τα Μυστήρια Της.
https://www.facebook.com/151606611664237/photos/a.151609874997244.34780.151606611664237/394219580736271/?type=1&theater