Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μαρτυρες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μαρτυρες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

09 Μαρτίου, 2023

ΑΓΙΟΙ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΝΤΑ ΜΑΡΤΥΡΕΣ – 9 ΜΑΡΤΙΟΥ

Οἱ Ἅγιοι Τεσσαράκοντα Μάρτυρες, οἱ ὁποῖοι κατάγονταν ἀπὸ διάφορους τόπους καὶ μαρτύρησαν στὴν λίμνη τῆς Σεβαστείας, τὸ ἔτος 320 μ.Χ., εἶναι οἱ : Ἀγγίας, Ἀγλάιος, Ἀειθαλᾶς, Ἀέτιος, Ἀθανάσιος, Ἀκάκιος, Ἀλέξανδρος, Βιβιανός, Γάιος, Γοργόνιος, Γοργόνιος, Δομετιανὸς ἢ Δομέτιος, Δόμνος, Ἐκδίκιος, Εὐνοϊκός, Εὐτύχιος, Ἠλιάδης ἢ Ἠλίας, Ἡράκλειος, Ἠσύχιος, Θεόδουλος, Θεόφιλος, Ἰωάννης ἢ Κάνδιδος, Κλαύδιος, Κύριλλος, Κυρίων, Λεόντιος, Λυσίμαχος, Μελίτων, Νικόλαος, Ξανθίας, Οὐαλέριος, Οὐάλης, Πρίσκος, Σακερδῶν ἢ Σακεδῶν, Σεβηριανός, Σισίνιος, Σμάραγδος, Φιλοκτήμων, Φλάβιος καὶ Χουδίων.

Οἱ Ἅγιοι ἦταν στρατιῶτες ἐπὶ αὐτοκράτορα Λικινίου (308-323 μ.Χ.) καὶ ἡγεμόνος Ἀγρικολάου. Ἐπειδὴ ἀρνήθηκαν νὰ θυσιάσουν στὰ εἴδωλα, συνελήφθησαν καὶ ὁμολόγησαν ὅτι ἦταν Χριστιανοί. Καὶ ἐπειδὴ δὲν πείσθηκαν νὰ ἀρνηθοῦν τὴν πίστη τους, τοὺς συνέτριψαν μὲ πέτρες τὰ σώματά τους καὶ σὲ καιρὸ χειμῶνα τοὺς καταδίκασαν νὰ στέκονται ὅλη τὴν νύχτα μέσα στὴν λίμνη ποὺ εἶχε παγώσει ἀπὸ τὸ κρύο καὶ εἶχε κρυσταλλώσει.

Ἐκεῖ, ὅταν ἕνας λιποψύχησε καὶ ἔτρεξε πρὸς τὸ κοντινότερο λουτρὸ γιὰ νὰ ζεσταθεῖ, ὁ καπικλάριος ποὺ τοὺς φύλαγε, ὅταν εἶδε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ νὰ κατεβαίνουν οἱ στέφανοι γιὰ τοὺς τριάντα ἐννέα Μάρτυρες καὶ ἕνα στεφάνι νὰ περισσεύει, τὸ ὁποῖο ἀνῆκε σὲ ἐκεῖνον ποὺ λιποψύχησε, ἀφοῦ ἀπέβαλε τὴν στολή του, ἔτρεξε πρὸς τοὺς Ἁγίους καὶ πίστεψε στὸν Χριστό. Τὸ πρωί, ὅσους δὲν εἶχαν πεθάνει ἀκόμη, ἀφοῦ οἱ φύλακες τοὺς ὁδήγησαν στὴν ἀκτὴ καὶ τοὺς ἔσπασαν τὰ πόδια, τοὺς ἔκαψαν καὶ ἔριξαν τὰ ἱερὰ σκηνώματά τους στὴν λίμνη. Τὰ μαρτυρικὰ λείψανα εὑρέθησαν ἀπὸ τοὺς Χριστιανοὺς σὲ κάποιο γκρεμό, ὅπου εἶχαν συναχθεῖ κατὰ θεία οἰκονομία καὶ ἐνταφιάσθηκαν μὲ εὐλάβεια.

Στὸν Εὐεργετινὸ ἀναφέρεται ὅτι ἐνῷ οἱ Ἅγιοι Τεσσαράκοντα Μάρτυρες βρίσκονταν στὸ στάδιο τῆς ἀθλήσεως ἔχοντας παραμείνει ὅλη τὴ νύχτα μέσα στὴν παγωμένη λίμνη καὶ καθὼς τοὺς ἔσερναν στὸν αἰγιαλὸ γιὰ νὰ τοὺς συντρίψουν τὰ σκέλη, ἡ μητέρα ἐνὸς Μάρτυρος παρέμενε ἐκεῖ πάσχουσα μὲ αὐτούς, βλέποντας τὸ παιδί της ποὺ ἦταν νεότερο στὴν ἡλικία ἀπὸ ὅλους, μήπως καὶ λόγω τοῦ νεαροῦ τῆς ἡλικίας καὶ τῆς ἀγάπης πρὸς τὴν ζωή, δειλιάσει καὶ βρεθεῖ ἀνάξιο τῆς τιμῆς καὶ τῆς τάξεως τῶν στρατιωτῶν τοῦ Χριστοῦ. Στεκόταν λοιπόν, ἐκεῖ καὶ ἅπλωνε τὰ χέρια της πρὸς τὸ παιδί της λέγοντας: «Παιδί μου γλυκύτατο, ὑπόμεινε γιὰ λίγο καὶ θὰ καταστεῖς τέκνο τοῦ Οὐράνιου Πατέρα. Μὴν φοβηθεῖς τὶς βασάνους. Ἰδού, παρίσταται ὡς βοηθός σου ὁ Χριστός. Τίποτε δὲν θὰ εἶναι ἀπὸ ἐδῶ καὶ πέρα πικρό, τίποτα τὸ ἐπίπονο δὲν θὰ ἀπαντήσεις. Ὅλα ἐκεῖνα παρῆλθαν, διότι ὅλα αὐτὰ τὰ νίκησες μὲ τὴ γενναιότητά σου. Χαρὰ μετὰ ἀπὸ αὐτά, ἄνεση, εὐφροσύνη. Ὅλα αὐτὰ θὰ τὰ γεύεσαι, διότι θὰ εἶσαι κοντὰ στὸν Χριστὸ καὶ θὰ πρεσβεύεις εἰς Αὐτὸν καὶ γιὰ μένα ποὺ σὲ γέννησα».

Τὰ λείψανα τῶν Ἁγίων βρῆκε μὲ θεία ὀπτασία, τὸ ἔτος 438 μ.Χ., ἡ αὐτοκράτειρα Πουλχερία κρυμμένα στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Θύρσου, πίσω ἀπὸ τὸν ἄμβωνα, στὸν τάφο τῆς διακόνισσας Εὐσέβειας σὲ δυὸ ἀργυρὲς θῆκες, οἱ ὁποῖες κατὰ τὴν διαθήκη τῆς Εὐσέβειας, εἶχαν ἐναποτεθεῖ στὸν τάφο της στὸ μέρος τῆς κεφαλῆς της. Στὴν συνέχεια ἡ Πουλχερία οἰκοδόμησε ναὸ ἔξω ἀπὸ τὰ τείχη τῶν Τρωαδησίων.

Σπουδαία ἀπὸ ἱστορικῆς ἀπόψεως θεωρεῖται ἀπὸ νεότερους ἐρευνητὲς ἡ Διαθήκη τῶν Ἁγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων, ἡ ὁποία ἀποσκοπεῖ στὸ νὰ παρεμποδίσει τὸν διασκορπισμὸ τῶν ἱερῶν λειψάνων τους μεταξὺ τῶν Χριστιανῶν, πρᾶγμα συνηθισμένο στὴν Ἀνατολὴ κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους.

Ἀπολυτίκιο – Ἦχος γ’ – Θείας πίστεως

Θείω Πνεύματι, συγκροτηθέντες, δῆμος ὤφθητε, τροπαιοφόρος, Ἀθλοφόροι Χριστοῦ Τεσσαράκοντα, διὰ πυρὸς γὰρ καὶ ὕδατος ἔνδοξοι, δοκιμασθέντες λαμπρῶς ἐδοξάσθητε. Ἀλλ’ αἰτήσασθε, Τριάδα τὴν ὑπερούσιον, δωρήσασθαι ἠμὶν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον – Ἦχος πλ. β’ – Τὴν ὑπὲρ ἠμῶν

Πᾶσαν στρατιὰν τοῦ κόσμου καταλιπόντες, τῷ ἐν οὐρανοὶς Δεσπότη προσεκολλήθητε, Ἀθλοφόροι Κυρίου Τεσσαράκοντα, διὰ πυρὸς γὰρ καὶ ὕδατος, διελθόντες μακάριοι, ἐπαξίως ἐκομίσασθε, δόξαν ἐκ τῶν οὐρανῶν, καὶ στεφάνων πλήθυν.

http://www.immspartis.gr/?p=1917

07 Νοεμβρίου, 2022

Οἱ Ἅγιοι Αὖκτος, Ταυρίων καὶ Θεσσαλονίκη οἱ Μάρτυρες

Οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ μαρτύρησαν στὴν Ἀμφίπολη τῆς Μακεδονίας, ποὺ βρισκεται κοντὰ στὴν Καβάλα.Υπαρχει ακομη η κοινοτητα Αμφιπολης που εκκλησιαστικως υπαγεται στην Ιερα Μητροπολη Ζιχνων και Νευροκοπιου,διοικητικα ανηκει στον νομο Σερρων.

Ἡ Θεσσαλονίκη ἦταν κόρη ἐνὸς ἱερέα τῶν εἰδώλων, ποὺ ὀνομαζόταν Κλέων καὶ ἦταν ἀρκετὰ πλούσιος. Ὅταν ἔμαθε ὅτι ἡ κόρη του ἔγινε χριστιανή, θερμὰ τὴν παρακάλεσε νὰ ἀρνηθεῖ τὸν Χριστό, πράγμα ποὺ δὲν κατόρθωσε.

Τότε τὴν γύμνωσαν καὶ τὴν μαστίγωσαν μὲ μαστίγια ἀπὸ ὠμὰ δέρματα, τέσσερις ἄνδρες. Ἔπειτα ἔσπασαν τὰ πλευρά της καὶ ἀφοῦ πῆραν τὴν περιουσία της τὴν ἐξόρισαν, ὅπου ὀμολογώντας τὸν Χριστὸ ἀπεβίωσε.

Οἱ δὲ Αὖκτος καὶ Ταυρίων, ἀφοῦ κατηγόρησαν τὸν ὠμὸ βασανιστὴ καὶ φονιὰ τῆς Θεσσαλονίκης, καταγγέλθηκαν στὸν ὑπατικὸ Θορύβιο. Αὐτὸς διέταξε τὸν λιθοβολισμό τους καὶ κατόπιν μιὰ σειρὰ φρικτῶν βασανιστηρίων.
Ἐπειδὴ ὅμως οἱ Ἅγιοι μὲ θαυματουργικὸ τρόπο βγῆκαν ἀπ’ ὅλα αὐτὰ σῶοι καὶ ἀβλαβεῖς, διατάχθηκε ὁ ἀποκεφαλισμός τους καὶ ἔτσι ἔλαβαν τὰ ἔνδοξα στεφάνια τοῦ μαρτυρίου. Η μνημη τους εορταζεται καθε 07 Νοεμβριου.


05 Ιουλίου, 2022

Ὁ ἅγιος μάρτυς Ἀμπντοὺ Ἀλμασίχ (Χριστόδουλος) (27 Ἰουνίου )

 Ἡ ἀραβικὴ λέξη «Ἀμπντοὺ Ἀλμασὶχ» σημαίνει στὰ ἑλληνικὰ Χριστόδουλος. Μὲ τὸ βαπτιστικὸ αὐτὸ ἀραβικὸ ὄνομα πέρασε στὴν αἰωνιότητα τοῦ Παραδείσου, στὸ χορὸ τῶν ἁγίων Παιδομαρτύρων ἕνα ἑντεκάχρονο Ἑβραιόπουλο ποὺ τὸ ἔλεγαν Ἀσέρ. Καταγόταν ἀπὸ ἀρχοντικὴ καὶ πολὺ εὐκατάστατη οἰκογένεια καὶ ἔζησε στὰ τέλη τοῦ 4ου αἰώνα. Τόπος γεννήσεώς του ἦταν ἡ μικρὴ πόλη Σίγγαρα (σημ. Σεντζάρ) ποὺ βρίσκεται πολὺ κοντὰ στὴ Μοσούλη τοῦ Ἰράκ. Ἡ καθημερινὴ ἐργασία τοῦ μικροῦ Ἀσὲρ ἦταν νὰ βόσκει τὶς ἀγελάδες τῆς πάμπλουτης οἰκογένειάς του. Ὁ ἴδιος ἦταν πάντοτε πρόσχαρος καὶ καλοσυνάτος, ὅλος ζωντάνια καὶ δημιουργικότητα. Ἡ ὡραιότερη ὥρα τῆς ἡμέρας ἦταν ὅταν πήγαινε μετὰ τὴ βοσκὴ νὰ ποτίσει τὰ κουρασμένα ζῶα. Τά ᾿βλεπε ποὺ ξεδιψοῦσαν, καὶ χαιρόταν μαζί τους. Ἀλλὰ πιὸ πολὺ εὐφραινόταν μὲ ἀπερίγραπτη χαρὰ γιὰ κάτι ἄλλο. Γιατὶ στὸ μέρος τῶν δροσερῶν πηγῶν ἀντάμωνε συχνὰ μὲ ἄλλα συνομήλικά του παιδιὰ Χριστιανόπουλα ποὺ ἦταν καὶ αὐτὰ βοσκοί. Κι εἶχαν τὰ παιδιὰ αὐτὰ πάνω τους μιὰ ξεχωριστὴ χάρη. Τά ’βλεπε πού ’παιρναν ὅλα μαζὶ μὲ εὐπρέπεια καὶ τάξη ζηλευτὴ τὸ πρόγευμά τους καὶ λέγανε ἀναμεταξύ τους ἱστορίες γιὰ τοὺς Μάρτυρες. Καὶ ἔτρεχε κοντά τους ὁ Ἀσὲρ καὶ ἄκουγε μὲ τὸ στόμα ἀνοικτὸ τὶς θαυμαστὲς διηγήσεις περὶ τῶν ἁγίων Μαρτύρων, ποὺ θυσιάστηκαν γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Ἤθελε ὅμως ὄχι μόνο νὰ ἀκούει, ἀλλὰ καὶ νὰ συντρώγει μὲ τὴν παρέα τους. Ἀλλὰ τὰ παιδιὰ αὐτὰ τὸν ἐμπόδιζαν. 

–Δὲν μπορεῖς νὰ τρῶς μὲ μᾶς, γιατὶ δὲν εἶσαι βαπτισμένος, τοῦ ἔλεγαν. 

Ὁ Ἀσὲρ βούρκωνε. Μιὰ θλίψη ἁπλωνόταν στὴν παιδική του ψυχή. Κάποτε τοὺς τὸ δήλωσε ξεκάθαρα: 

–Ἀφῆστε με νὰ βαπτιστῶ. Θέλω κι ἐγὼ νὰ γίνω Χριστιανός. Γιατί δὲν μὲ βαπτίζετε καὶ μένα; Νά! τὸ νερὸ τῆς πηγῆς δίπλα μας εἶναι... 

Τὰ Χριστιανόπουλα τὸν ἄκουγαν. Ὁ καιρὸς περνοῦσε καὶ ὁ Ἀσὲρ ἐπέμενε ὅλο καὶ περισσότερο: 

–Βαπτίστε με καὶ μένα. Τὸ θέλω! Τὸ λαχταρῶ τόσο πολύ! 

Καὶ μιὰ μέρα τὸ μεγάλο θαῦμα ἔγινε. Τὰ παιδιά, τὰ Χριστιανόπουλα, ὑποχώρησαν μπροστὰ στὴν ἁγνὴ ἐπιμονὴ τοῦ φίλου τους. Καὶ τὸν ὁδήγησαν στὴν πηγή. Ἐκεῖ ποὺ τὰ πεντακάθαρα νερὰ ἔτρεχαν ἀκατάπαυστα. Ἐκεῖ μέσα στὴ γαλήνη τῆς φύσεως ἀνάμεσα ἀπὸ τὰ θαλερὰ φυλλώματα τῶν δένδρων καὶ κάτω ἀπὸ τὸ ἀόρατο βλέμμα τοῦ Κυρίου Παντοκράτορος καὶ τῶν φωτεινῶν Ἀγγέλων ἔγινε μυστικὰ ἡ βάπτιση τοῦ Ἀσέρ. Τὰ παιδιὰ τὸν πῆραν καὶ τὸν βούτηξαν στὰ κρυστάλλινα νερὰ τῆς πηγῆς καὶ ἔκαναν τὸ «ἐξ ἀνάγκης βάπτισμα» λέγοντας μὲ τὴν ἁπλή τους πίστη: –«Βαπτίζεται ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ Ἀμπντοὺ Ἀλμασίχ (Χριστόδουλος) εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Καὶ συνέχισαν τὸν λόγο τους καὶ εἶπαν: 

–«Καὶ Ἐσύ, Θεέ μας, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, νὰ συμπληρώσεις ἀπὸ τὸν οὐρανὸ τὶς ὑπόλοιπες Εὐχὲς ποὺ λένε οἱ ἱερεῖς Σου ὅταν βαπτίζουν τοὺς ἀνθρώπους, ὥστε νὰ βαπτισθεῖ ὁ δοῦλος Σου κανονικά, ὅπως Σὺ θέλεις νὰ βαπτίζονται στὴν Ἐκκλησία Σου οἱ πιστοί». 

Μετὰ τὴ βάπτιση, χαρούμενοι ὅλοι ἅπλωσαν τὰ φαγητά τους κάτω στὸ γρασίδι καὶ ἔφαγαν μαζὶ πανηγυρίζοντας μὲ τὸν νεοφώτιστο φίλο τους. Ἕνα παιδὶ ἀπὸ τὴν παρέα τῶν Χριστιανῶν ἐνθουσιάστηκε τόσο πολὺ ὥστε ἔδωσε στὸ νεοβαπτισθέντα ἕνα δῶρο ποὺ συνήθιζαν στὴν Ἀνατολή, ἕνα χρυσὸ κόσμημα, ἕνα σκουλαρίκι, καὶ τοῦ εὐχήθηκε: 

–Νὰ ζήσεις, καλέ μας φίλε, νὰ γίνεις καλὸς Χριστιανός. Καὶ νὰ παραμείνεις πιστὸς μέχρι τὸν θάνατο. Μὴν ἀρνηθεῖς ποτὲ τὸν Ἰησοῦ Χριστό. 

Ὁ Ἀσὲρ μόλις εἶχε βαπτισθεῖ. Πλημμυρισμένος ἀπὸ ἀπερίγραπτη χαρὰ καὶ λουσμένος ἀπὸ τὴ θεία Χάρι τοῦ ἱεροῦ Μυστηρίου ἐπέστρεψε τὸ βραδάκι στὸ πατρικό του σπίτι καὶ τὰ εἶπε ὅλα στὴ μητέρα του. Ἐκείνη σεβάστηκε τὴν ἐπιλογὴ τοῦ παιδιοῦ της. Φοβήθηκε ὅμως τὸν ἄνδρα της μήπως μάθει κάτι καὶ ἀγριέψει καὶ ἀπειλήσει τὸν Ἀσέρ, ποὺ ἦταν τὸ πιὸ ἀγαπητὸ ἀπὸ ὅλα της τὰ παιδιά. Γι’ αὐτὸ φρόντισε νὰ τὸν καλύψει. 

–Παιδί μου, τοῦ λέει. Ἐγὼ θὰ σὲ προστατέψω. Σὲ συμβουλεύω νὰ φεύγεις γιὰ τὰ ζῶα πρωί-πρωὶ ἀπὸ τ’ ἄγρια χαράματα καὶ βράδυ πολὺ νύχτα νὰ γυρίζεις πίσω. Θὰ σὲ βάλω νὰ κοιμᾶσαι ξεχωριστά, μόνος σου. Ὁ πατέρας σου καθὼς εἶναι πολυάσχολος, δὲν πρόκειται νὰ καταλάβει τὴν ἀπουσία σου. 

Ἔτσι καὶ ἔγινε. Ὁ Ἀμπντοὺ Ἀλμασὶχ ἔμενε ἀπαρατήρητος ἀπὸ τὰ μάτια τοῦ πατέρα του. Κάθε μέρα ἔφευγε χαρούμενος καὶ πήγαινε στὰ ζῶα. Καὶ ᾿κεῖ κοντά τους μέσα στὴν ἁγνὴ φύση χαιρόταν τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ καὶ προσευχόταν. Καὶ ἀπολάμβανε ὧρες πνευματικῆς εὐφροσύνης. Εἶχε περάσει ἕνας μήνας ἀπὸ τότε ποὺ εἶχε βαπτιστεῖ. Καὶ κάποια μέρα ᾿κεῖ πάνω στὰ βουνὰ ἔτυχε νὰ περνᾶ ἕνας Ἐπίσκοπος, ἱεραπόστολος. Τὸν εἶδε ὁ μικρὸς βοσκὸς καὶ ἔτρεξε νὰ πάρει τὴν εὐχή του. Καὶ τοῦ διηγήθηκε μὲ λεπτομέρειες τὴν ἱστορία τῆς ζωῆς του, τὴ σφοδρὴ ἐπιθυμία ποὺ εἶχε νὰ γίνει Χριστιανὸς καὶ τὸ ἅγιο Βάπτισμα, ποὺ εἶχε δεχθεῖ πρόσφατα ἀπὸ τοὺς Χριστιανοὺς φίλους του. Καὶ τὸν παρακάλεσε νὰ συμπληρώσει τὶς βαπτισματικὲς Εὐχὲς ποὺ δὲν ἤξεραν τὰ παιδιὰ νὰ ποῦν τὴν ὥρα ποὺ τὸν βάπτιζαν. Ὁ Ἐπίσκοπος συγκινήθηκε καθὼς ἄκουσε τὴ θαυμαστὴ ἱστορία τοῦ ἁγνοῦ αὐτοῦ βοσκοῦ. Καὶ ἐπετέλεσε τὸ ἅγιο ἔργο του διαβάζοντας τὶς Εὐχὲς ποὺ ἐπιβαλλόταν εἰδικὰ γιὰ τὴν περίπτωση αὐτή, προκειμένου νὰ τελειωθεῖ καὶ νὰ ὁλοκληρωθεῖ τὸ ἱερὸ Μυστήριο. Τὴν ἑπόμενη ἀκριβῶς ἡμέρα ὁ πατέρας τοῦ Ἀμπντοὺ κάλεσε σὲ συμπόσιο ὅλη τὴν πολυμελὴ οἰκογένειά του. Καὶ διέταξε τοὺς ὑπηρέτες του νὰ εἰδοποιήσουν καὶ νὰ ἔρθουν ὅλα τὰ παιδιά του σ’ αὐτὴ τὴν εὐκαιρία τῆς οἰκογενειακῆς χαρᾶς καὶ ἑνότητος. Ὅταν ὅμως ἀντίκρισε τὸ παιδί του τὸν Ἀσὲρ καὶ εἶδε πὼς φοροῦσε σκουλαρίκι, ἀντέδρασε μὲ θυμὸ καὶ τὸν ἀποκάλεσε περιφρονητικὰ δοῦλο. 

–Πῶς τόλμησες, δοῦλε, ἐσὺ ποὺ εἶσαι παιδί μου καὶ πιστὸς Ἑβραῖος, νὰ φορέσεις σκουλαρίκι, πράγμα ποὺ ἀπαγορεύεται νὰ φοροῦν οἱ Ἑβραῖοι; 

Καὶ τὸ παιδὶ τοῦ ἀποκρίθηκε μὲ θάρρος:  

 –Νὰ ξέρεις, πατέρα,  ὅτι ἔγινα Χριστιανὸς καὶ εἶμαι πλέον δοῦλος Ἰησοῦ Χριστοῦ. Βαπτίσθηκα. Καὶ τὸ νέο μου ὄνομα εἶναι Ἀμπντοὺ Ἀλμασίχ (Χριστόδουλος). Καὶ δὲν πρόκειται ποτὲ νὰ Τὸν ἀρνηθῶ! 

Τότε γεμάτος ὀργὴ σηκώθηκε ἀπὸ τὴ θέση του ὁ πατέρας. Ὅρμησε πρὸς τὸ παιδί του καὶ τὸ κτυποῦσε βάναυσα. Ὅμως τὸν συγκράτησαν κάποιοι γεροδεμένοι φίλοι του καλεσμένοι καὶ τὸν ἠρέμησαν. Σὲ λίγο μόλις ἦρθε ἡ ὥρα τοῦ φαγητοῦ, ὁ μικρὸς δημιούργησε νέα ἀναταραχή. Ἀρνήθηκε νὰ καθίσει στὸ τραπέζι λέγοντας μὲ ἁπλότητα: 

–Οἱ Χριστιανοὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ συντρώγουν μὲ τοὺς Ἑβραίους. Ὁ πατέρας ἀκούγοντας τὴν ἀπαξιωτικὴ αὐτὴ ἀπάντηση τοῦ γιοῦ του, ντροπιάσθηκε καὶ δὲν ἄντεξε. Σηκώθηκε καὶ πάλι ὄρθιος. Αὐτὴ τὴ φορὰ ἅρπαξε ἐξαγριωμένος ἕνα μαχαίρι ἀπὸ τὸ τραπέζι καὶ ἄρχισε νὰ κυνηγάει τὸ παιδί του. Ἐκεῖνο ἔφυγε τρέχοντας ἔξω στοὺς ἀγροὺς γιὰ νὰ σωθεῖ. Ὅμως ὀ ἄσπλαχνος πατέρας τὸ πρόφθασε στὴν πηγή, στὸν τόπο ὅπου πρὶν λίγες ἑβδομάδες εἶχε βαπτισθεῖ. Καὶ καθὼς ἦταν ἔτσι πεσμένο κάτω τὸ παιδί του, λαχανιασμένο καὶ ἐξαντλημένο, τὸ ἅρπαξε μὲ θυμό, τὸ ἀνασήκωσε βίαια καὶ ἐκεῖ μισογερμένο, κρατώντας το σκληρά, τοῦ βύθισε χαιρέκακα τὸ μαχαίρι στὸ λαιμό. Τὸ ἁγνὸ αἷμα τοῦ ἀθώου παιδικοῦ κορμιοῦ ἔβαψε τὴ γῆ καὶ τὴν ἐπότισε βαθιὰ μὲ τὸ πορφυρένιο αἷμα τῆς θυσίας του. Ἄγγελοι τότε ἔτρεξαν ἀπὸ τὸν οὐρανὸ νὰ παραλάβουν τὴν ὁλοφώτεινη ψυχὴ τοῦ ἄκακου αὐτοῦ Παιδομάρτυρα γιὰ νὰ τὴν ὁδηγήσουν στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ πιὸ στοργικοῦ πατέρα, τοῦ Θεοῦ Πατέρα. Μιὰ παιδικὴ ψυχὴ εἶχε πετάξει στὸν οὐρανὸ ἀφήνοντας πίσω τὸ πιὸ εὐωδιαστὸ ἄρωμα. Τὸ θεῖο ἄρωμα τῆς ὁλοκληρωτικῆς ἀγάπης στὸ Θεό. Μιᾶς ἀγάπης τόσο δυνατῆς, ποὺ ἔφθασε μέχρι τὸ μαρτύριο. Ἅγιε ἔνδοξε Ἀμπντοὺ Ἀλμασίχ, μὴ παύεις, σὲ παρακαλοῦμε, στὸ θρόνο τοῦ οὐρανοῦ ποὺ βρίσκεσαι, νὰ πρεσβεύεις μὲ θερμὲς ἱκεσίες στὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ νὰ ἐνισχύει καὶ νὰ στερεώνει στὸ δρόμο τῆς πίστεως τὰ Ὀρθόδοξα Χριστιανόπουλα ὅλου τοῦ κόσμου καὶ ἰδιαίτερα τῆς δικῆς μας πολυβασανισμένης ἀποστατημένης ἀπὸ τὸν Θεὸ πατρίδας, τῆς Ἑλλάδας μας. Καὶ νὰ μὴ σπιλώσει κανεὶς ἀπὸ μᾶς, οὔτε μεγάλος οὔτε μικρός, τὸν ὁλόλευκο χιτώνα τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος. Καὶ κάποτε νὰ συναντηθοῦμε μαζί σου γιὰ νὰ συμψάλλουμε αἰώνια τὰ «ὡσαννὰ» καὶ τὰ «ἀλληλούια» στὸν Κύριο καὶ Παντοκράτορα τῆς δόξης, τὸν πανάγιο Τριαδικὸ Θεό μας.ΟΣΩΤΗΡ2157-2158

25 Φεβρουαρίου, 2022

Πατερικό των Φυλακών-Ο Γιατρός,ο Τυφλός Εργάτης και ο Πιστός Χωρικός

Τα βασανιστήρια των μαρτύρων των κομμουνιστικών φυλακών στην Ρουμανία

Σ'ένα γειτονικό κελί βρισκόνταν τρεις κρατούμενοι. Κανένας τους δεν γνώριζε το αλφάβητο μορς(σ.σ.Με αυτόν τον τρόπο επικοινωνούσαν μεταξύ τους οι κρατουμενοι στις φριχτές κομμουνιστικές φυλακές των ετών 1948-1954).Τους ακούγαμε μόνο που έδιναν αναφορά κάθε πρωί και κάθε βράδυ:«Να ζήσετε κυριε αστυφύλακα. Είμαστε τρεις κρατούμενοι και είμαστε έτοιμοι για αναφορά».
Είχε περάσει ένας χρόνος όταν με δυνατά χτυπήματα ειδοποίησαν τον δεσμοφύλακα πως ο ένας πέθανε. Ήρθαν,τον πήραν με το φορείο και έπειτα πάλι έγινε ησυχία.Οταν μετακίνησαν τους δύο κρατουμένους σε άλλα κελία,λύθηκε το μυστήριο. Ήταν ένας γιατρός,ένας εργάτης και ένας χωρικός.
Ο γιατρός,μικροκαμωμένος ,άντεχε στο βασανιστήριο της πείνας,αλλά ήταν ευερέθιστος και λιγομίλητος. Ο εργάτης ήταν άρρωστος,πολύ αδυνατισμένος και είχε χάσει την όραση του εξαιτίας του ότι δεν έπαιρνε φάρμακα για τον διαβήτη. Ο χωρικός,ήταν και αυτός αδυνατισμένος,ήρεμος και συνεχώς προσεύχονταν.'Ηξερε απέξω τον Ακάθιστο Ύμνο της Παναγίας και πολλούς ψαλμούς.Είχε τραυματιστεί στον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο. Τον έπιασαν οι κομμουνιστές επειδή είχε εναντιωθεί στην κολεκτιβοποίηση και τον είχαν φυλακίσει στην χειρότερη φυλακή. Στο Αιούντ. Φρόντιζε τον εργάτη και συζητούσε μαζί του διάφορα θέματα. Ο γιατρός δεν συμμετείχε και τους κοίταζε μ'έναν αέρα ανωτερότητας.
Η κατάσταση του εργάτη όλο και χειροτέρευε. Ο χωρικός τον βοηθούσε να φάει. Μια μέρα ο χωρικός έκανε αναφορά,παρακαλώντας τον δεσμοφύλακα να τον πάει στο ιατρείο.Ο δεσμοφύλακας του έκλεισε την πόρτα κατάμουτρα.Μετά από μερικές μέρες όμως το φαγητό έγινε πιο νόστιμο.Μες το νεροζούμι που τους έδιναν είχαν προσθέσει λίγα κομματάκια κρέας.Ήταν κάτι το ασυνήθιστο και η σκέψη ότι μπορεί να αναβληθεί ο θάνατός τους,τούς έδινε ελπίδα και δύναμη.
Ο γιατρός παρατηρούσε ότι ο χωρικός πριν δώσει στον τυφλό και άρρωστο εργάτη την μερίδα του, έβγαζε αυτό το ελάχιστο κρέας από το πιάτο του και το έδινε στον εργάτη και έπειτα τον προέτρεπε να φάει:
-«Έλα αδελφέ φάε,τώρα που μας θυμήθηκε ο Θεός και η Παναγια και απαλύνθηκε λίγο ο πόνος μας».
Ο εργάτης όμως μέρα με την μέρα εξαντλούνταν μέχρι που άρχισε να χάνει τις αισθήσεις του.Τότε ο γιατρός επέπληξε τον χωρικό:
-«Μα τι κάνεις εκεί;.Αφου τον βλέπεις και πεθαίνει,αντί να φας εσύ την μερίδα του,δίνεις το καλύτερο από την μερίδα σου σ'εκείνον»;
-«Το βλέπω γιατρέ πως πεθαίνει αλλά δεν θέλω να διαπιστώσει στον άλλον κόσμο πως κανείς δεν τον αγαπούσε»
Μετά γονάτισε κοντά στο κεφάλι του ετοιμοθάνατου και άρχισε να προσεύχεται.Την στιγμή εκείνη κάτι έγινε στην ψυχή του γιατρού. Γύρισε προς τον τοίχο και άρχισε να κλαίει με λυγμούς.Ο χωρικός προσπαθούσε να τον καθυσυχάσει:
-«Γιατρέ,ησυχάστε. Ίσως γι'αυτό ήθελε ο Θεός να βρεθούμε εδώ,για να ξαναβρούμε την ψυχή μας. Εσείς ως γιατρός είδατε πολλούς ανθρώπους πεθαίνοντας. Εγώ στο μέτωπο επίσης. Αλλά κανείς από του δύο μας δεν είχε τον χρόνο να σκεφτεί πως ο άνθρωπος δεν πεθαίνει αλλά μετακινείται κάπου αλλού».
Μόλις έβγαλαν τον νεκρό έξω, ο γιατρός για μερικές μέρες δεν μίλησε. Ύστερα παρακάλεσε τον χωρικό να του μάθει τον Ακάθιστο και τους Ψαλμούς και έτσι περνούσαν τον καιρό τους προσευχόμενοι. Όταν τους άλλαξαν κελιά ο γιατρός άρχισε να διηγείται το παραπάνω στους άλλους κρατουμένους,κάνοντας έτσι και μία πράξη προσωπικής εξιλέωσης.

Από το βιβλίο του Virgil Maxim''Imn pentru crucea purtata''
ΠΗΓΗ-Απόδοση στα ελληνικά π.Γεώργιος Κονισπολιάτης/proskynitis.blogspot.

https://proskynitis.blogspot.com/2013/02/blog-post_9832.html?fbclid=IwAR3DxHeCC2tW8rP41895GmMnzkfByFV4i_O5LJfBeo4LPnCEyFpqE9eLz7U

28 Μαρτίου, 2021

Η ΑΓΙΑ ΔΡΟΣΙΣ Η ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΑ 22 ΜΑΡΤΙΟΥ

«Ἡ ἁγία Δροσίς, ἡ θυγάτηρ τοῦ Τραϊανοῦ, καὶ αἱ σὺν αὐτῇ πέντε κανονικαὶ» 

 Στὰ χρόνια τῶν σκληρῶν διωγμῶν τοῦ Ρωμαίου αὐτοκράτορα Τραϊανοῦ (98-117), στὴν Ἀντιόχεια, ὑπῆρχαν πέντε ἐνάρετες παρθένες χριστιανές. Αὐτές, χωρὶς νὰ ὑ­­­πολογίζουν τὴ ζωή τους – σὰν ἄλλες μυροφόρες γυναῖκες – πήγαιναν κρυφὰ τὶς νύχτες στοὺς τόπους τῶν μαρτυρίων καὶ συνέλεγαν τὰ νεκρὰ σώματα τῶν ἁγίων μαρτύρων καὶ τὰ ἐνταφίαζαν μὲ κάθε τιμὴ καὶ εὐλάβεια. 
 Στὸ ἱερὸ αὐτὸ ἔργο συμμετεῖχε ὁλόθερμα καὶ ἡ Δροσίδα, ποὺ ἦταν κόρη τοῦ διώκτη βασιλιᾶ Τραϊανοῦ. Σύντομα ὁ αὐτοκράτορας ἐνημερώθηκε γιὰ τὴν παράδοξη αὐτὴ κλοπὴ τῶν σωμάτων καὶ διέταξε νὰ συλληφθοῦν οἱ ἔνοχοι. Ἔτσι μιὰ νύχτα ἔνοπλοι στρατιῶτες συνέλαβαν τὶς 6 κόρες καὶ τὶς ὁδήγησαν σὲ ἀνάκριση. Ὅταν ὁ αὐτοκράτορας ἀντίκρισε ἀνάμεσα σ’ αὐτὲς καὶ τὴν κόρη του Δροσίδα, ξαφνιάστηκε. Οὐδέποτε περίμενε ἀπὸ τὴ θυγατέρα του τέτοια «ντροπή»! Προσπάθησε νὰ τὴ μεταπείσει. Ἀλλὰ μάταια. Ἡ Δροσίδα εἶ­­­χε δροσισθεῖ ἀπὸ τὴν οὐράνια δροσιὰ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος σὰν ἄλλος ἰσχυρὸς μα­­γνήτης τὴν εἶχε αἰχμαλωτίσει στὴν πανευφρόσυνη ἀγάπη Του. 
 Ὁ σκληρὸς τύραννος ἔκλεισε τὴν κόρη του προσωρινὰ σὲ ἕ­­­να δωμάτιο τῶν ἀνακτόρων του. Καὶ τὶς ὑπόλοιπες 5 κόρες τὶς ἔριξε σὲ καζάνι μὲ λιωμένο χαλκό. Καὶ μὲ τὸ φρικτὸ αὐτὸ μαρτύριο τελείωσαν τὴ ζωή τους. 
 Ἡ Παράδοση ἀναφέρει ὅτι μὲ τὸ μεῖγμα αὐτὸ ὁ βασιλιᾶς διέταξε νὰ κατασκευασθοῦν χάλκινοι λουτῆρες γιὰ τὰ δημόσια λουτρὰ ποὺ ἐπρόκειτο πολὺ σύντομα νὰ ἐγκαινιάσει. Μετὰ τὴ λαμπρὴ γιορτὴ τῶν ἐγκαινίων, ὅσοι εἰδωλολάτρες τολμοῦσαν νὰ εἰσέλθουν στὸ κτίσμα αὐτὸ ἔπεφταν νεκροί. Ὁ αὐτοκράτορας ἀγανακτισμένος ἀπευθύνθηκε στοὺς ἱερεῖς τῶν εἰδώλων γιὰ νὰ τοῦ λύσουν τὸ πρόβλημα. Καὶ ἐκεῖνοι τοῦ ἀπάντησαν: «Τὸ θανατικὸ συμβαίνει, γιατὶ τὸ κτήριο αὐτὸ εἶναι βεβηλωμένο. Γιατὶ τὸ μεῖγμα τοῦ χαλκοῦ μὲ τὸ ὁποῖο κατασκευάστηκαν οἱ λουτῆρες ἔχει ἀναμιχθεῖ μὲ σώματα χριστιανῶν». Τότε ὁ Τραϊανὸς διέταξε νὰ καταστραφοῦν οἱ χάλκινες αὐτὲς κατασκευὲς καὶ νὰ ξαναλιώσουν τὸ ὑλικό τους. Καὶ μὲ αὐτὸ νὰ φτειαχθοῦν 5 ὁμοιώματα γυναικείων ἀγαλμάτων γιὰ νὰ ὀνειδίσει τὴν τιμὴ τῶν ἁγνῶν αὐτῶν παρθένων. Ὅταν ὑψώθηκαν τὰ ἀγάλματα αὐτὰ στὴν ἀγορά, ὁ Τραϊανὸς εἶδε σὲ ὅραμα τὶς 5 αὐτὲς ἀφιερωμένες παρθένες, ποὺ μὲ σφοδρότητα τὸν ἐπέπλητταν καὶ τοῦ προανήγγελλαν τὸν θάνατο τῆς κόρης του. Ἔντρομος ὁ Τραϊανὸς ἐξέδωσε νέα διαταγή, ποὺ φανέρωνε πιὸ ἔντονη τὴν ὀργή του. Ἀπευθυνόταν πρὸς ὅλους τοὺς χριστιανοὺς λέγοντας: «Στὰ δύο ἄκρα τῆς πόλεως ἔχω ἀνάψει δύο καμίνια. Ὅσοι εἶσθε χριστιανοὶ καὶ λατρεύετε τὸν Ἐσταυρωμένο λυπηθεῖτε μας. Ἐλευθερῶστε μας ἀπὸ τοὺς κόπους. Πηγαίνετε ἀπὸ μόνοι σας καὶ ρίξτε τοὺς ἑαυτούς σας στοὺς κλιβάνους γιὰ νὰ λυτρωθεῖτε ἀπὸ πιὸ πολλὰ βασανιστήρια». Ἡ βασιλοπούλα Δροσίδα σκίρτησε ἀπὸ χαρά, ὅταν ἄκουσε τὴ διαταγὴ τοῦ πατέρα της. Ἔφυγε κρυφὰ ἀπὸ τὰ ἀνάκτορα γιὰ τὸν τόπο τοῦ μαρτυρίου. Ποθοῦσε τὸ συντομότερο νὰ φθάσει στὸν Παράδεισο, νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὸν Νυμφίο της Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ νὰ ἀντικρίσει τὶς πέντε προσφιλεῖς της φίλες καὶ μάρτυρες. Ἡ θεία πρόνοια ὅμως τοῦ παναγάθου Κυρίου δὲν θέλησε γιὰ τὴ δούλη Του Δροσίδα τὸν μαρτυρικὸ θάνατο. 
 Ἀφοῦ βαπτίστηκε, κοιμήθηκε σὲ λίγες ἡμέρες τὸν εἰρηνικὸ ὕπνο τοῦ θανάτου. Καὶ ἡ ψυχή της ἐλεύθερη πέταξε στὸν κόσμο τοῦ οὐρανοῦ, γιὰ νὰ ψάλλει αἰωνίως μὲ τοὺς ἀγγέλους παναρμόνια δοξολογία στὸν πανάγιο Τριαδικὸ Θεό!ΟΣΩΤΗΡ2107

09 Μαρτίου, 2021

Οἱ Ἅγιοι σαράντα Μάρτυρες ποὺ μαρτύρησαν στὴ Σεβάστεια

Α. Ἡ δι­πλή ἰ­δι­ό­τητά τους.
Τό Μη­νο­λό­γιο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας ση­μει­ώ­νει:

«Μνή­μη τῶν ἁ­γί­ων Τεσ­σα­ρά­κον­τα Μαρ­τύ­ρων τῶν ἐν Σε­βα­στείᾳ τῇ πό­λει μαρ­τυ­ρη­σάν­των».

Ποιοί ὅ­μως ἦταν οἱ λαμ­προί αὐ­τοί ἀ­θλη­τές τῆς πί­στε­ως καί ποι­ό ἦ­ταν τό ἔν­δο­ξο τέ­λος τους; Τό­σο χρή­σι­μο εἶ­ναι νά τούς γνω­ρί­σου­με, ἀ­φοῦ κα­τά τήν βε­βαί­ω­ση τοῦ με­γά­λου φωστῆ­ρος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καί ἀρ­χι­ε­πι­σκό­που τῆς Και­σα­ρεί­ας Βα­σι­λεί­ου αὐ­τός εἶ­ναι ὁ ἔ­παι­νος τῶν μαρ­τύ­ρων, τό νά πα­ρα­κι­νοῦν­ται καί ἐ­νι­σχύ­ον­ται πρός τήν ἀ­ρε­τή οἱ Χριστιανοί.

Στρα­τι­ῶ­τες ἦταν οἱ Τεσ­σα­ρά­κον­τα Μάρ­τυ­ρες. Ὑπηρε­τοῦ­σαν σ’ ἕ­να στρα­τι­ω­τι­κό τάγ­μα τοῦ Ρω­μαϊκοῦ στρα­τοῦ, ἀ­πό ἐ­κεῖ­να πού ἦταν στήν Ἀ­να­το­λή. Στόν Ρω­μαῖ­ο αὐ­το­κρά­το­ρα εἶ­χαν δη­λώ­σει ὑ­πο­τα­γή. Ἀλ­λά συγ­χρό­νως καί τοῦ οὐ­ρα­νί­ου βα­σι­λέ­ως, τοῦ Κυ­ρί­ου Ἰ­η­σοῦ, ἦταν στρα­τι­ῶ­τες. Ἡ ἀ­λή­θεια τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου Του εἶ­χε λάμ­ψει στίς καρ­διές τους. Τό φῶς τοῦ Χριστοῦ ­φώ­τι­ζε τῆς ζω­ῆς τους τό δρό­μο. Καί ἡ λα­τρεί­α Του ­γέ­μι­ζε τίς νε­α­νι­κές τους καρ­διές. Ἀ­πό δι­άφορες πα­τρί­δες κα­τάγονταν καί ἑνώθηκαν μέσα ἀπό τήν ἴδια πίστη καί ἀ­πο­τέ­λε­σαν μί­α ψυ­χή καί μί­α καρ­διά. Ἦταν οἱ πιό ἀνδρεῖοι καί πιό θαρραλέοι καί πιό πρόθυμοι με­τα­ξύ τῶν στρα­τι­ω­τῶν. Μέ αὐ­το­θυ­σί­α ­προ­χω­ροῦ­σαν στίς μά­χες, ἀψη­φῶντας κιν­δύ­νους καί τόν θά­να­το ἀ­κό­μη.

Ἄλ­λα καί στίς πε­ρι­ό­δους τῆς εἰ­ρή­νης σ’ ἄλ­λους πο­λέ­μους καί σ’ἄλ­λες μά­χες ἔ­στρε­φαν τήν προ­σο­χήν τους. Ἕ­νας πό­θος θερ­μός, ἕ­νας παλ­μός ἱ­ε­ρός ­δο­νοῦ­σε τίς καρ­διές τους: πῶς θά εὐ­α­ρεσ­τή­σουν στόν Κύ­ριο, τόν αἰ­ώ­νιο βα­σι­λέ­α τῆς δό­ξης.

Ἕ­να γε­γο­νός ὅ­μως ἦλ­θε νά με­τα­βά­λει τίς συν­θῆ­κες τῆς ζω­ῆς τους. Αὐ­το­κρά­τωρ τῆς Ρώ­μης ἦ­ταν ὁ Λι­κί­νιος. Συ­νάρ­χοντας ἀρχικά τοῦ Γα­λε­ρί­ου, ἀ­νέ­λα­βε τήν δι­α­κυ­βέρ­νη­ση τῆς Ἀ­να­το­λῆς με­τά τό θά­να­το ἐ­κεί­νου. Εἶ­ναι οἱ ἀρ­χές τοῦ 4ου μ.Χ. αἰ­ῶ­νος. Δη­λα­δή ἡ πιό κρί­σι­μη ἐ­πο­χή γιά τόν Χρι­στι­α­νι­σμό. Ἡ ἐ­πο­χή, στήν ὁ­ποί­α οἱ δυ­ό κό­σμοι, ὁ πα­λαι­ός εἰδωλο­λα­τρι­κός στό πρόσωπο τῶν Ρω­μαί­ων αὐ­το­κρα­τό­ρων καί ὁ Χρι­στι­α­νι­κός μέ τόν ἀ­πό τόν Θε­ό ἀ­να­δει­χθέν­τα ὑ­πο­στη­ρι­κτή καί ὑ­πέρ­μα­χο Μέ­γα Κων­σταν­τῖ­νο, θά ἔλ­θουν στήν σφο­δρό­τε­ρη σύγ­κρουση, ἀ­πό τήν ὁ­ποί­α ἡ θρη­σκεί­α τοῦ Ἐ­σταυ­ρω­μέ­νου θά ἐ­ξέλ­θει νι­κή­τρια καί θά ἐ­πι­κρά­τη­σει γιά πάντα. Τό μέ­νος τῆς εἰ­δω­λο­λα­τρί­ας ἐκ­δη­λώ­νε­ται μέ τρό­πο φο­βε­ρό. Πρέ­πει ὁ Χρι­στι­α­νι­σμός καί οἱ Χρι­στια­νοί νά δι­ω­χθοῦν χω­ρίς οἶ­κτο, νά πάψουν, εἰ δυ­να­τόν, νά ὑ­πάρ­χουν. Ὁ Λι­κί­νιος ὑ­πο­γρά­φει δι­ά­ταγ­μα σκλη­ροῦ καί ἀ­πη­νοῦς δι­ωγ­μοῦ κα­τά τοῦ Χρι­στι­α­νι­σμοῦ. Τό κοι­νο­ποι­εῖ σέ ὅλες τίς ἐ­παρ­χίες τῆς Ἀ­να­το­λῆς. Οἱ κα­τά τό­πους ἔ­παρ­χοι ἀρ­χί­ζουν τό ἔρ­γο τους, ἔρ­γο ἀ­να­κρι­τι­κό καί δι­κα­στι­κό. Μέ τά ὄργανά τους πα­ρα­κο­λου­θοῦν, ἐ­ρευ­νοῦν, ἐ­ξε­τά­ζουν νά ἀ­να­κα­λύ­ψουν τούς Χρι­στια­νούς· νά τούς ὁ­δη­γή­σουν μ­προστά τους νά ἐ­φαρ­μό­σουν σ’ αὐ­τούς τίς ποινές τοῦ αὐτοκρατορι­κοῦ δι­α­τάγ­μα­τος.

Πόσο μεγάλη ὅ­μως ἦ­ταν ἡ ἐκ­πλη­ξή του, ὅ­ταν ὁ ἔ­παρ­χος ἄ­κου­σε, ὅ­τι τό καύ­χη­μα τοῦ αὐ­το­κρα­το­ρι­κοῦ στρα­τοῦ, οἱ ­σα­ρά­ν­τα νέ­οι πού δια­κρί­νον­ταν ἀ­πό ὅ­λους τούς ἄλ­λους γιά τήν πει­θαρ­χί­α καί τήν ἀν­δρεί­α τους, ἦταν Χρι­στια­νοί. Τήν ἔκ­πλη­ξη δι­α­δέ­χθηκε ἡ ὀρ­γή καί τήν ὀρ­γή ἡ φο­βε­ρή δι­ά­θε­ση ἐκ­δι­κή­σε­ως. Συ­γ­κρά­τη­σε ὅ­μως τόν ἐ­αυ­τό του καί ζή­τη­σε νά πα­ρου­σια­σθοῦν ἐ­νώ­πιόν του οἱ πι­στοί Χρι­στια­νοί στρα­τι­ῶ­ται. Ἡ δι­α­τα­γή ἐ­κτε­λεῖ­ται. Οἱ στρα­τι­ῶ­τες β­ρί­σκον­ται ἐ­νώ­πιον τοῦ ἐ­πάρ­χου. Ἐ­κεῖ­νος τούς δείχν­ει τό δι­ά­ταγ­μα. Καί τούς ζη­τᾶ νά ὑ­πα­κού­σουν. Καί ἐ­κεῖ­νοι μέ μιά φω­νή, φω­νή στα­θε­ρή καί με­γά­λη, μέ θάρ­ρος καί ἀν­δρεί­α, χω­ρίς νά φο­βη­θοῦν τί­πο­τε ἀ­πό ὅ­σα ἔ­βλε­παν, ὁ­μο­λό­γη­σαν ὅ­τι εἶ­ναι Χριστια­νοί. Ὦ μα­κά­ριες γλῶσ­σες, ἀ­να­φω­νεῖ ὁ Μέ­γας Βα­σί­λει­ος, ὅσες πρό­φε­ραν τήν ἱ­ε­ρή ἐ­κεί­νη φω­νή, τήν ὁ­ποί­α ὑ­πο­δέχθηκε ὁ ἀέρας καί ἁγιάσθηκε, τήν ἄκου­σαν οἱ ἄγ­γε­λοι καί τήν ἐ­παί­νε­σαν, ἐνῶ ὁ δι­ά­βο­λος μαζί μέ τούς δαίμονες ­τραυ­μα­τί­σθηκε, καί ὁ Κύ­ριος τήν κα­τέ­γρα­ψε στούς οὐ­ρα­νούς! Τό σπου­δαῖ­ο μάλιστα εἶ­ναι ὅ­τι, ὅ­ταν ὁ κα­θέ­νας ἐρχόταν στή μέση νά δώ­σει τήν ἀ­πάν­τη­ση καί τόν ρωτοῦσαν ποι­ό εἶ­ναι τό ὄ­νο­μά του, ὅ­λοι καί ὁ καθένας ξεχωριστά ἀ­παν­τοῦ­σαν: εἶ­μαι Χρι­στια­νός. Καί ἔ­τσι ὅ­λων τό ὄ­νο­μα ἔ­γι­νε ἕ­να, διό­τι δέν ὀ­νο­μά­ζον­ταν πλέ­ον ὁ κα­θένας μέ τά ὀνόματά τους, ἀλλά ὅ­λοι ἀ­να­κη­ρύσ­σον­ταν Χρι­­στια­νοί.

Τί ἀ­κο­λού­θη­σε τή στα­θε­ρή, τήν ἀ­με­τά­κλη­τη ὁ­μο­λο­γί­α; Λό­για ἤ­πια, λό­για κα­λω­σύ­νης καί ἐν­δι­α­φέ­ρον­τος ἐκ μέ­ρους τοῦ ἐ­πάρ­χου. Εἶ­στε νέ­οι, τούς εἶ­πε· λυ­πη­θεῖ­τε, λοι­πόν, τήν νε­ό­τη­τά σας. Γλυ­κειά ἁ­πλώ­νε­ται μπρο­στά σας ἡ ζω­ή· μή θε­λή­σε­τε νά τήν κά­νε­τε πι­κρή, οὔ­τε νά ἀν­ταλ­λά­ξε­τε τήν γλυ­κύ­τη­τα καί τήν ὀ­μορ­φιά της μέ ἕ­να πρό­ω­ρο καί ὀ­δυ­νη­ρό θά­να­το. Πό­σο σκλη­ρό θά εἶ­ναι γιά σᾶς, πού πάν­το­τε ἀ­ρι­στεύ­σα­τε στά πε­δί­α τῶν μα­χῶν, νά ­πε­θά­νε­τε μέ ἕ­να θά­να­το, πού ἁρ­μό­ζει μό­νο στούς κα­κούρ­γους! Χρή­μα­τα ἔ­χω πολλά στή δι­ά­θε­σή σας. Ἀλ­λά καί τι­μές πολ­λές καί ἀ­ξι­ώ­μα­τα με­γά­λα καί πα­ρά­ση­μα αὐ­το­κρα­το­ρι­κά θά σᾶς προ­σφέ­ρω, ἐ­άν θε­λή­σε­τε νά ἀρ­νη­θεῖ­τε τήν πί­στη σας· νά λατρεύσετε τούς θε­ούς τοῦ βα­σι­λιά· νά ἀ­πο­δεί­ξε­τε, ὅ­τι εἶστε ἀ­νώ­τε­ροι τῶν μύ­θων, πού πι­στεύ­ουν ἄν­θρω­ποι μι­κροί καί χω­ρίς ἀ­ξί­α.

Καί ὅ­ταν εἶ­δε, ὅ­τι μέ τά ἤ­πια καί μα­λα­κά μέ­σα δέν ἔ­φε­ρνε κα­νένα ἀ­πο­τέ­λε­σμα, τό­τε ἄρ­χι­σε τίς φο­βε­ρές ἀ­πει­λές, τά βα­σα­νι­στή­ρια καί τίς τι­μω­ρίες. Στά μέ­σα ὅ­μως αὐ­τά, πού χρη­σι­μο­ποί­η­σε ὁ τύ­ραν­νος, τί ἀ­πάν­τη­σαν οἱ Μάρ­τυ­ρες; Προ­τοῦ δοῦμε ὅ­μως τήν ἀ­πάν­τη­ση, ἅς ση­μει­ώ­σουμε ἕ­να σπου­δαῖ­ο δί­δαγ­μα· ὅ­τι δη­λα­δή καί στή ­δι­κή μας ζω­ή θά παρου­σια­σθοῦν ἀ­σφα­λῶς πε­ρι­στά­σεις, στίς ὁ­ποῖες θά κλη­θοῦ­με νά ἀ­πο­δεί­ξου­με ἐ­άν πράγ­μα­τι εἴ­μα­στε πι­στοί στρα­τι­ῶ­τες τοῦ οὐ­ρα­νί­ου βα­σι­λέ­ως, ἄ­ξιοι νά φέ­ρου­με τό ὄ­νο­μά Του, πι­στοί τη­ρη­τές τοῦ νό­μου Του καί τῶν ἐν­το­λῶν Του. Ἄς ἐ­τοι­μα­ζό­μα­στε γιά τίς ὧρες αὐ­τές, ὥ­στε ἡ στά­ση μας καί ἡ δι­α­γω­γή μας νά δι­καί­ω­σει τό τι­μη­τι­κό μας ὄ­νο­μα, τό ὄνο­μα τοῦ Χρι­στια­νοῦ.

Β. Τό σκλη­ρό τους μαρ­τύ­ριο.

Ποί­α λοι­πόν ἀ­πάν­τη­ση ἔ­δω­σαν οἱ γεν­ναῖ­οι ἀ­γω­νι­στές στήν πρό­κλη­ση τοῦ τυ­ράν­νου; Ἅς ἀ­φή­σου­με τόν Μέ­γα Βα­σί­λει­ο νά μᾶς τήν πεῖ. Μᾶς δε­λε­ά­ζεις, θε­ο­μά­χε, νά ἀποστατήσου­με ἀ­πό τόν Θε­ό τόν ζῶν­τα καί νά ὑ­πα­κού­σου­με στούς δαί­μο­νες τῆς κα­τα­στρο­φῆς, προ­τεί­νοντάς μας τά ἀ­γα­θά σου; Ἔ­χεις νά μᾶς δώ­σεις ἀ­γα­θά ἴ­σης ἀ­ξί­ας μ’ ἐκεῖνο ποῦ προ­σπα­θεῖς νά μᾶς ἀ­φαί­ρε­σεις; Μι­σοῦ­με τή δω­ρε­ά αὐ­τή, πού θά μᾶς προ­ξε­νή­σει ζη­μιά. Δέν δε­χό­μα­στε τι­μή, ἡ ὁ­ποί­α εἶ­ναι μή­τηρ τῆς ἀ­τι­μί­ας. Μᾶς δί­δεις χρή­μα­τα, πού μέ­νουν ἐ­δῶ, δό­ξα πού μα­ραί­νε­ται… ὅ­λο τόν κό­σμο ἐ­μεῖς τόν ἔ­χου­με πε­ρι­φρο­νή­σει. Αὐ­τά πού βλέ­που­με στόν κό­σμο, δέν ἔ­χουν γιά μᾶς τήν ἀ­ξί­α πού ἔ­χουν ὅ­σα οὐ­ρά­νια ἐλ­πί­ζου­με καί ἐ­πι­θυ­μοῦ­με… Μί­α δω­ρε­ά ἐ­πι­θυ­μῶ, τό στεφάνι τῆς δι­και­ο­σύ­νης. Μί­α δό­ξα πο­θῶ, τή δό­ξα τῆς βα­σι­λεί­ας τῶν οὐ­ρα­νῶν. Φι­λο­δο­ξῶ νά ἀ­πο­λαύ­σω τήν ἐ­που­ρά­νια τιμή καί δό­ξα. Φο­βᾶ­μαι τήν τι­μω­ρί­α, ἀλ­λά μό­νο τῆς κο­λά­σε­ως τήν τι­μω­ρί­α… τίς τι­μω­ρίες σας τίς θε­ω­ρῶ βέ­λη νη­πί­ων…· Ἐ­μεῖς εἴ­μα­στε ἐ­δῶ ἕ­τοι­μοι νά μᾶς βα­σα­νί­σε­τε μέ τόν τρο­χό καί νά μᾶς στρε­βλώ­σε­τε τά μέ­λη τοῦ σώ­μα­τος καί νά μᾶς κα­τα­κάψε­τε, καί σέ κάθε εἶ­δος βα­σα­νι­στη­ρί­ων νά μᾶς ὑ­πο­βά­­λε­τε.

Κα­τά­πλη­ξη, θαυ­μα­σμός, ἀλ­λά καί τα­ρα­χή καί βρα­σμός ψυ­χῆς καί θυ­μός ἀ­συγ­κρά­τη­τος κυ­ρί­ευ­σε τήν καρ­διά τοῦ ἐ­πάρ­χου ἔ­πει­τα ἀ­πό τήν θαρ­ρα­λέ­α καί ἡ­ρω­ϊ­κή ἀ­πάν­τη­ση τῶν ἀν­δρεί­ων της πί­στε­ως ὁ­μο­λο­γη­τῶν. Ἡ ἀ­πό­φα­σή του ἔ­πει­τα ἀ­π’ αὐ­τήν ἦ­ταν ἀ­με­τά­κλη­τη. Ὅ­λοι, ἀ­πό τόν πρῶτο μέ­χρι τόν τε­λευ­ταῖο, πρέ­πει νά ­πε­θά­νουν, καί μά­λι­στα μέ σκλη­ρό θά­να­το, αὐ­τό εἶ­ναι ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νο. Ποιό ὅ­μως θά ἦ­ταν τό σκλη­ρό­τε­ρο μαρ­τύ­ριο, τό πιό ὀ­δυ­νη­ρό καί πα­ρα­τε­τα­μέ­νο; Ὁ ἄρχοντας τοῦ σκό­τους τοῦ ἐ­νέ­πνευ­σε ποι­ό ἦ­ταν. Στήν ἄκρη τῆς πό­λε­ως ὑ­πῆρ­χε λί­μνη. Τά νε­ρά της, λό­γῳ τοῦ ἐ­ξαι­ρε­τι­κοῦ ψύ­χους τοῦ χει­μῶ­να ἐ­κεί­νου, ἦταν ἐν­τε­λῶς πα­γω­μέ­να. Ἐκεῖ ­πά­νω στήν πα­γω­μέ­νη λί­μνην οἱ ἥ­ρω­ες τῆς πίστε­ως κα­τα­δι­κά­σθη­καν νά πε­ρά­σουν τή φο­βε­ρή ἐ­κεί­νη νύ­κτα γυ­μνοί. Τό πρω­ί ἴ­σως κα­νέ­νας δέν θά ζοῦ­σε πιά. Τά σώ­μα­τα με­λα­νι­α­σμέ­να θά ἦταν πλέ­ον νε­κρά. Ἴ­σως καί τά μέ­λη θά εἶ­χαν ἀ­πο­κο­πεῖ ἀ­πό τό σῶ­μα…

Οἱ στρα­τι­ῶ­ται ἀ­κοῦν τή φο­βε­ρή κα­τα­δί­κη. Ὅ­μως δέν δει­λιάζουν. Εἶ­ναι ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νοι νά ὑ­πο­μεί­νουν τό μαρ­τύ­ριον, ὅ­σο καί ἄν τούς στοι­χί­σει. Ἀφοῦ μέ τόν τρό­πο αὐ­τό θά δοξα­σθεῖ ὁ Πα­τήρ ὁ ἐ­που­ρά­νιος, πῶς νά μή τό δε­χθοῦν; Ἡ ὥ­ρα τῆς ἐ­κτε­λέ­σε­ως τῆς κα­τα­δί­κης, τῆς τό­σον ἀργῆς καί ὀ­δυ­νη­ρῆς, φθά­νει. Οἱ Μάρ­τυ­ρες ὁ­δη­γοῦν­ται στήν παγωμένη λί­μνη. Ἀ­έ­ρας πα­γω­μέ­νος κά­νει τό ψύ­χος ἀ­νυ­πό­φο­ρο. Ἐ­νῶ ὅ­μως ἐ­κεῖ­νοι ἀ­πο­βάλ­λουν τά ἐν­δύ­μα­τα τους, λό­γους εὐ­χα­ρι­στί­ας στέλνουν στόν Κύ­ριο, πού τούς ἀ­ξι­ώ­νει τέτοιας τι­μῆς. Ἄλ­λα καί με­τα­ξύ τους ἐ­νι­σχύ­ον­ται γιά νά ὑ­πο­μεί­νουν μέ­χρι τέ­λους τό φο­βε­ρό μαρ­τύ­ριο. Εἶ­ναι δρι­μύς ὁ χει­μών, λέ­νε, ἀλ­λά γλυ­κύς ὁ πα­ρά­δει­σος· εἶ­ναι ὀ­δυ­νη­ρόν τό πά­γω­μα, ἀλ­λά γλυ­κειά ἡ ἀ­νά­παυ­ση. Ἄς ὑ­πο­μεί­νου­με ἀ­κό­μη ­λί­γο, καί θά ζε­στα­θοῦ­με στόν κόλ­πο τοῦ Πα­τριά­ρχου… Ἄς μήν ὀ­πι­σθο­χω­ρή­σου­με, συ­στρα­τι­ῶ­τες, ἄς μή δώσουμε τά νῶ­τα στό δι­ά­βο­λο. Σάρ­κες εἶ­ναι· ἄς μή τίς λυ­πη­θοῦ­με. Ἄ­φου οὕ­τως ἤ ἄλ­λως ὁπωσδήποτε θά πε­θά­νου­με, ἅς πε­θά­νου­με γιά νά ζή­σου­με. Ἄς γίνει ἡ θυ­σί­α μας ἐνώ­πιόν Σου, Κύ­ρι­ε, καί δέξου την ὡς θυ­σί­α ζῶ­σα, εὐ­ά­ρε­σ­τη σέ Σένα, θυ­σί­α πού προ­σφέ­ρε­ται σέ Σένα ὡς ὁ­λο­καύ­τω­μα μέσα ἀπό τό ψύχος αὐτό, ὡς κα­λή προ­σφο­ρά, ὡς νέ­ο ὁ­λο­καύ­τω­μα πού προσφέρεται ὄ­χι μέσα ἀπό τή φωτιά, ἀλλά μέσα ἀπό τό ψύχος.

Ὁ τύ­ραν­νος, γιά νά κάνει πε­ρισ­σό­τε­ρο ὀ­δυ­νη­ρό τό μαρ­τύ­ριό τους, εἶ­χε δι­α­τά­ξει τόν σκο­πό νά ἔ­χει ὅ­λη τή νύ­κτα φω­τιά με­γά­λη ἀ­ναμ­μέ­νη, πού νά φαί­νε­ται ἀ­πό τούς Μάρ­τυ­ρες, ἀλ­λά καί λου­τρό μέ νε­ρό ζε­στό νά εἶ­ναι ἕ­τοι­μο, ὥ­στε ὁ­ποι­οσ­δή­πο­τε ἤ­θε­λε λι­πο­τα­κτή­σει, νά συ­νέλ­θει γρή­γο­ρα ἀ­πό τή φο­βε­ρή ψύξη. Πα­ρόλα αὐτά οἱ Μάρ­τυ­ρες μέ μί­α ὑποδειγμα­τι­κή καρ­τε­ρί­α ὑ­πο­μέ­νουν τό φο­βε­ρό μαρ­τύ­ριο. Τό μαρ­τύ­ριο, πού τούς ἐ­ξα­σφα­λί­ζει τά οὐ­ρά­νια στε­φά­νια καί τά ἀ­θά­να­τα βρα­βεῖ­α. Τά βλέ­πει τά βρα­βεῖ­α αὐ­τά σέ μί­α ὡραῖα ὀ­πτα­σί­α ὁ καλοδιάθετος Φρου­ρός νά κα­τέρ­χον­ται ἀ­πό τόν οὐ­ρα­νό καί νά στε­φα­νώ­νουν τούς ἡ­ρω­ι­κούς ἀ­θλη­τές. Σέ ἕ­ναν μό­νο δέν κα­τέρ­χε­ται στεφάνι. Εἶ­ναι ἕ­νας πού δει­λί­α­σε καί ἔτρεξε νά ζε­στα­θεῖ, γιά νά ξε­ψυ­χή­σει ὅ­μως ἀμέσως μόλις ­πλη­σί­α­σε τή φω­τιά. Τό πράγ­μα αὐτό δημιουργεῖ ζωηρή ἐν­τύ­πω­ση στόν σκο­πό, ὁ ὁ­ποῖ­ος πε­τᾶ τόν ὁπλισμό του καί τρέχει πρός τούς Μάρ­τυ­ρες, γιά νά λά­βει ἐ­κεῖ­νος τόν στεφάνι τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου.

Τό πρωΐ τά σώ­μα­τα ἦταν ὅ­λα πα­γω­μέ­να καί ἀ­ναί­σθη­τα. Οἱ ἐ­χθροί, γιά νά κάνουν ὀ­δυ­νη­ρό­τε­ρο τό μαρ­τύ­ριο, τούς με­τα­φέ­ρουν σέ τό­πο, ὅ­που ἔκαιγε με­γά­λη φω­τιά. Σ’ αὐ­τήν τώρα τούς ρί­χνουν, γιά νά κα­τα­κα­οῦν τά ἅ­για σώ­μα­τα καί νά τε­λεί­ω­σει ἡ ζω­ή καί ὅ­σων ἀ­κό­μη β­ρί­σκον­ταν στή ζωή. Ἔ­τσι μέσα σέ ἀφόρητους ὀδυνηρούς πό­νους με­τα­τέ­θηκαν στόν οὐ­ρα­νό οἱ ἡ­ρω­ϊ­κοί μα­χη­τές. Ὅ,τι ἀ­πέ­μει­νε ἀ­πό τά μαρ­τυ­ρι­κά σώ­μα­τα, ­ρίχθηκε στό πο­τάμι. «Ὤ χο­ρός ἅ­γιος! ὤ σύν­ταγ­μα ἱ­ε­ρό! ὤ σύν­δε­σμος ἀ­δι­ά­σπα­στος! ὤ κοι­νοί φύλακες τοῦ γέ­νους τῶν ἀν­θρώ­πων!», ἀ­να­φω­νεῖ ὁ Μέ­γας Βα­σί­λει­ος. Δέν σᾶς ἔ­κρυ­ψε ἡ γῆ, ἀλ­λά ὁ οὐ­ρα­νός σᾶς ἀ­πο­δέ­χθηκε, ἀ­νοί­χθηκαν γιά σᾶς τοῦ πα­ρα­δεί­σου οἱ πύλες. Στόν οὐ­ρα­νό πού βρίσκεστε, ἅ­γιοι Μάρ­τυ­ρες, πα­ρα­κα­λεῖ­τε πάν­το­τε τόν Κύ­ριο καί γιά μᾶς. Νά εἴ­μα­στε πάν­το­τε Στρα­τι­ῶ­τες τοῦ οὐ­ρα­νί­ου βα­σι­λέ­ως καί τί­πο­τε νά μή μας χω­ρί­ζει ἀ­πό τόν Βα­σι­λέ­α μας. Ναί, ἅ­γιοι Μάρ­τυ­ρες, πα­ρα­κα­λεῖ­τε τόν Κύ­ριο καί γιά μᾶς.

Ἀπό τό βιβλίο «Ἀπό τή Ζωή τῶν Ἁγίων»
Ἀρχιμ. Γεωργίου Δημοπούλου

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΩΝ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΝΤΑ-ΣΠΑΡΤΗ

22 Φεβρουαρίου, 2021

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΕΝΝΕΑ ΠΑΙΔΟΜΑΡΤΥΡΕΣ ΟΙ ΕΝ ΓΕΩΡΓΙΑ

 Οἱ ἅ­γιοι ἐν­νέ­α παι­δο­μάρ­τυ­ρες οἱ ἐν Γε­ωρ­γί­ᾳ

22 Φεβρουαριου

Στὰ ἀ­να­το­λι­κὰ πα­ρά­λια τοῦ Εὐ­ξεί­νου Πόν­του καὶ νο­τι­ο­α­να­το­λι­κὰ τῆς Ρω­σί­ας ἐ­κτεί­νε­ται ἡ μαρ­τυ­ρι­κὴ Γε­ωρ­γί­α. Ὁ λα­ός της εἶ­χε τὴν ἰ­δι­αί­τε­ρη εὐ­λο­γί­α νὰ δε­χθεῖ τὸν σπό­ρο τῆς χριστι­α­νι­κῆς πί­στε­ως ἀ­πὸ τὸν φλο­γε­ρὸ μα­θη­τὴ τοῦ Κυ­ρί­ου πρω­τό­κλη­το ἅ­γιο Ἀν­δρέ­α. Ἡ ὁ­ρι­στι­κὴ ὅ­μως με­τα­στρο­φὴ στὴν ὀρ­θό­δο­ξη πί­στη τῆς εὐ­ρύ­τε­ρης πε­ρι­ο­χῆς τῆς Ἰ­βη­ρί­ας ἔ­γι­νε στὶς ἀρ­χὲς τοῦ 4ου αἰ­ῶ­νος ἀ­πὸ τὴν ἁ­γί­α Νί­να, τὴν ὁ­ποί­α ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α τῆς Γε­ωρ­γί­ας ἑ­ορ­τά­ζει στὶς 14 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου καὶ τὴν τι­μᾶ ὡς με­γά­λη Ἰ­σα­πό­στο­λο.

Ὅ­μως τὸ φῶς τῆς χρι­στι­α­νι­κῆς δι­δα­σκα­λί­ας δὲν εἶ­χε εἰ­σχω­ρή­σει παν­τοῦ. Ὑ­πῆρ­χαν πε­ρι­ο­χὲς ποὺ ἦ­ταν λι­γό­τε­ρο ἢ πε­ρισ­σό­τε­ρο βυ­θι­σμέ­νες στὸ σκο­τά­δι τῆς εἰ­δω­λο­λα­τρί­ας.

Βρι­σκό­μα­στε στὸν 6ο μ.Χ. αἰ­ώ­να. Στὴν ἥ­συ­χη πε­διά­δα τῆς Κο­λά, σὲ κά­ποι­ο χω­ριό, ἐ­κεῖ ὅ­που ἀ­να­βλύ­ζουν τὰ γάρ­γα­ρα νε­ρὰ τοῦ πο­τα­μοῦ Μτκβά­ρι (Κύ­ρου), στὰ νο­τι­ο­δυ­τι­κὰ τῆς Γε­ωρ­γί­ας, λί­γοι ἦ­ταν οἱ Χρι­στια­νοί, ἐ­νῶ οἱ πιὸ πολ­λοὶ ἄ­θε­οι, εἰ­δω­λο­λά­τρες. Ἀ­νά­με­σα σ’ αὐ­τοὺς καὶ ἐν­νέ­α μι­κρὰ παι­διὰ ἡ­λι­κί­ας ἀ­πὸ 7 ἕ­ως 9 ἐ­τῶν, ὁ Γκουα­ράμ, ὁ Ἀν­ταρ­να­σέ, ὁ Μπα­κάρ, ὁ Βά­τσε, ὁ Μπαρ­τζί­μι, ὁ Τά­τσι, ὁ Τζου­αν­σέ­ρι, ὁ Ρα­μά­ζι καὶ ὁ Παρ­σμάν. Μέ­σα στὴν πα­ρέ­α τους τὰ παι­διὰ αὐ­τὰ δέ­χον­ται νὰ ὑ­πάρ­χουν καὶ Χρι­στι­α­νό­που­λα. Ἡ παι­δι­κὴ ἡ­λι­κί­α δὲν ξέ­ρει νὰ κρα­τᾶ ἀ­πο­στά­σεις ἀ­πὸ τοὺς ἄλ­λους. Ὅ­λοι λοι­πὸν μα­ζὶ ἀ­να­στρέ­φον­ται μὲ ἁ­πλό­τη­τα, με­λε­τοῦν, τρέ­χουν, παί­ζουν. Καὶ ὅ­ταν ἡ γλυ­κό­η­χη καμ­πά­να κτυ­ποῦ­σε γιὰ τὴν Ἑ­σπε­ρι­νὴ Ἀ­κο­λου­θί­α, ἔ­τρε­χαν ὅ­λα τὰ παι­διά – μα­ζὶ ἀ­γα­πη­μέ­να – στὴν Ἐκ­κλη­σί­α. Ἐ­κεῖ ἔ­φθα­ναν μὲ λα­χτά­ρα καὶ τὰ ἐν­νέ­α αὐ­τὰ παι­διά. Ἔ­με­ναν ὅ­μως ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ να­ό. Πῶς νὰ συμ­με­τά­σχουν σὲ Ἀ­κο­λου­θί­α; Πῶς νὰ ἀ­πο­λαύ­σουν τὴ θαλ­πω­ρὴ τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας; Τὸ ἤ­ξε­ραν κα­λά. Δὲν τοὺς τὸ ἐ­πέ­τρε­παν αὐ­τό, για­τὶ ἦ­ταν ἀ­βά­πτι­στα.

Ἔ­με­νε ὅ­μως μέ­σα τους ἕ­νας πι­κρὸς πό­νος. Καὶ τὸν ἔ­λε­γαν: «Για­τί μᾶς ξε­χω­ρί­ζε­τε, ἀ­φοῦ ἡ πί­στη στὸν Χρι­στὸ μᾶς συγ­κι­νεῖ καὶ μᾶς ἀ­ρέ­σει;» Καὶ αὐ­τὴ ἡ σκη­νὴ μα­ζὶ μὲ τὸ παράπο­νο πολ­λὲς φο­ρὲς ἐ­πα­να­λαμ­βα­νό­ταν.

Κα­θὼς ὅ­μως περ­νοῦ­σε ὁ και­ρός, φούν­τω­νε μέ­σα τους βα­θιὰ ἐ­πι­θυ­μί­α νὰ βα­πτι­σθοῦν, νὰ γί­νουν Χρι­στια­νοί. Οἱ μι­κροί τους βα­πτι­σμέ­νοι φί­λοι ἦ­ταν γι’ αὐτοὺς τὰ φω­τει­νὰ παραδείγ­μα­τα γιὰ τὴ νέ­α ζω­ὴ ποὺ πο­θοῦ­σαν, τὴ χρι­στι­α­νι­κὴ ζω­ή!

Ζή­τη­σαν λοι­πὸν καὶ τὰ ἐν­νέ­α παι­διὰ νὰ κα­τη­χη­θοῦν.

Ὁ ἱ­ε­ρέ­ας τῆς μι­κρῆς κοι­νό­τη­τας ἀ­νέ­λα­βε τὸ ἱ­ε­ρὸ αὐ­τὸ ἔρ­γο. Τοὺς μί­λη­σε γιὰ τὴν πί­στη μας στὸν ἀ­λη­θι­νὸ Τρι­α­δι­κὸ Θε­ό, τὰ ἱ­ε­ρὰ δόγ­μα­τα, τὶς ἐν­το­λές, τὸν ἠ­θι­κὸ νό­μο τοῦ Εὐαγγελί­ου. Ἡ ἁ­γνὴ ψυ­χὴ τῶν ἄ­κα­κων παι­δι­ῶν ἀ­πορ­ρο­φοῦ­σε μὲ εὐ­γνω­μο­σύ­νη τὴ θεί­α δι­δα­σκα­λί­α. Σὲ ὅ­λα ὅ­λοι συμ­φω­νοῦ­σαν. Ἡ καρ­διά τους γα­λή­νευ­ε. Πε­ρί­με­ναν πλέ­ον ὅ­λα μὲ λα­χτά­ρα τὴ βά­πτι­σή τους. Ἤ­ξε­ραν πὼς μιὰ τέ­τοι­α ἐ­νέρ­γεια θὰ τοὺς ἔ­φερ­νε σὲ σύγ­κρου­ση μὲ τοὺς γο­νεῖς τους. Ὅ­μως πά­νω ἀ­πὸ τὴν ἀ­γά­πη τῶν γο­νέ­ων ἔ­βα­ζαν τὴν ἀ­γά­πη στὸν Θε­ὸ Πα­τέ­ρα ἐ­φαρ­μό­ζον­τας τὸν λό­γο τοῦ Κυ­ρί­ου: «Ὁ φι­λῶν πα­τέ­ρα ἢ μη­τέ­ρα ὑ­πὲρ ἐ­μὲ οὐκ ἔ­στι μου ἄ­ξιος» (Ματθ. ι΄ 37). Ὁ­πλι­σμέ­νοι λοι­πὸν μὲ πί­στη καὶ μὲ μιὰ ἀσυνήθιστη γιὰ τὴν ἡ­λι­κί­α τους στα­θε­ρό­τη­τα ἀ­κο­λού­θη­σαν ἐ­λεύ­θε­ρα καὶ συ­νει­δη­τὰ τὸν ἱ­ε­ρέ­α στὶς πη­γὲς τοῦ πο­τα­μοῦ Κύ­ρου γιὰ νὰ βα­πτι­σθοῦν. Μα­ζί τους ἔ­φθα­σαν καὶ οἱ Χριστια­νοὶ τῆς πε­ρι­ο­χῆς ἀλ­λὰ καὶ οἱ φί­λοι τῶν παι­δι­ῶν, ποὺ θὰ ἦ­ταν οἱ ἀ­νά­δο­χοί τους.

Ἡ βά­πτι­ση ἔ­γι­νε τὸ βρα­δά­κι, γιὰ νὰ προ­λη­φθοῦν ἀν­τι­δρά­σεις. Ἀ­φοῦ εὐ­λο­γή­θη­καν τὰ νε­ρὰ τῶν πη­γῶν, τὰ παι­διὰ βα­πτί­σθη­καν «εἰς τὸ ὄ­νο­μα τοῦ Πα­τρὸς καὶ τοῦ Υἱ­οῦ καὶ τοῦ Ἁγί­ου Πνεύ­μα­τος». Ἡ Πα­ρά­δο­ση ἀ­να­φέ­ρει καὶ δύ­ο θαυ­μα­στὰ ση­μεῖ­α ποὺ ἔ­γι­ναν κα­τὰ τὴν ἱ­ε­ρὴ ἐ­κεί­νη ὥ­ρα. Τὰ πα­γω­μέ­να νε­ρὰ τοῦ πο­τα­μοῦ ἔ­γι­ναν ζε­στά. Καὶ ἄγ­γε­λοι ἀ­πὸ τὸν οὐ­ρα­νὸ ἦρ­θαν καὶ ἔν­τυ­σαν τὰ παι­διὰ μὲ ὁ­λό­λευ­κους χι­τῶ­νες. Πλημ­μυ­ρι­σμέ­να στὸ φῶς καὶ τὴ χα­ρὰ τοῦ οὐ­ρα­νοῦ ζοῦν τώ­ρα τὸ θαῦ­μα ποὺ πο­θοῦ­σαν! Ἀ­πὸ τώ­ρα εἶ­ναι παι­διὰ τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.

Ὅ­μως ἡ χα­ρὰ τῶν μι­κρῶν δὲν ἐ­πρό­κει­το νὰ κρα­τή­σει γιὰ πο­λύ. Ἕ­να τέ­τοι­ο θαυ­μα­στὸ γε­γο­νὸς ἐ­ξα­γρί­ω­σε τοὺς πο­νη­ροὺς δαί­μο­νες. Αὐ­τοὶ ὑ­πο­κί­νη­σαν τοὺς γο­νεῖς τῶν νεοβαπτι­σθέν­των νὰ στρα­φοῦν ἐ­ναν­τί­ον τῶν παι­δι­ῶν τους. Ὅ­ταν λοι­πὸν τὴν ἑ­πό­με­νη μέ­ρα πλη­ρο­φο­ρή­θη­καν τὸ γε­γο­νός, ἔ­τρε­ξαν ὀρ­γι­σμέ­νοι καὶ ἅρ­πα­ξαν τὰ παι­διά τους ἀ­πὸ τὰ σπί­τια τῶν χρι­στια­νῶν φί­λων τους. Τὰ κτύ­πη­σαν βί­αι­α. Τὰ πί­ε­ζαν νὰ δο­κι­μά­σουν ἀ­πὸ τὰ εἰ­δω­λό­θυ­τα, δη­λα­δὴ ἀ­πὸ τρο­φὲς ποὺ εἶ­χαν προ­σφερ­θεῖ ὡς θυ­σί­α στοὺς θε­ούς τους. Ἐ­κεῖ­να ὅ­μως στα­θε­ρὰ ἀρ­νή­θη­καν νὰ φᾶ­νε. Πα­ρέ­με­ναν μά­λι­στα γιὰ τὴν ἀ­γά­πη τοῦ Χρι­στοῦ νη­στι­κὰ ἑ­πτὰ μέ­ρες.

Μά­ται­α οἱ γο­νεῖς τους τοὺς ἔ­τα­ζαν μὲ γλυ­κό­λο­γα δῶ­ρα, ροῦ­χα, παι­χνί­δια… Ἐ­κεῖ­να ἔ­λε­γαν: «Εἴ­μα­στε τώ­ρα παι­διὰ τοῦ Χρι­στοῦ, Χρι­στι­α­νό­που­λα, ἀ­φῆ­στε μας ἐ­λεύ­θε­ρα νὰ πᾶ­με στοὺς φί­λους μας».                                        

Μπρο­στὰ σ’ αὐ­τὸ τὸ ἀ­δι­έ­ξο­δο οἱ γο­νεῖς κα­τέ­φυ­γαν γιὰ βο­ή­θεια στὸν εἰ­δω­λο­λά­τρη ἡ­γε­μό­να. Αὐ­τὸς ὅ­μως ἄ­φη­σε στοὺς γο­νεῖς τὴν τε­λι­κὴ γνώ­μη καὶ κρί­ση. Τό­τε ἐ­κεῖ­νοι ἀποφάσισαν μα­ζὶ καὶ μὲ θυ­μω­μέ­νη φω­νὴ εἶ­παν πὼς «δὲν συμ­φέ­ρει νὰ ἀ­φή­νου­με ἄλ­λο τὰ παι­διά μας νὰ ζή­σουν. Τὸ πα­ρά­δειγ­μά τους μπο­ρεῖ νὰ ὁ­δη­γή­σει καὶ ἄλ­λους στὸν Χριστι­α­νι­σμό».

Πρῶ­τος ἔ­πρε­πε νὰ τι­μω­ρη­θεῖ ὁ ἱ­ε­ρέ­ας, για­τὶ δι­ευ­κό­λυ­νε τὰ παι­διὰ στὴν ἐ­λεύ­θε­ρη ἐ­πι­λο­γή τους. Αὐ­τὸν τὸν εὐ­λα­βὴ ἱ­ε­ρέ­α τὸν κτύ­πη­σαν ἄ­γρια. Καὶ ἀ­φοῦ τοῦ ἀ­φή­ρε­σαν ὅ­λα τὰ ὑπάρ­χον­τά του, τὸν ἔ­δι­ω­ξαν βί­αι­α. Ἔ­τσι ἐ­πα­λη­θεύ­θη­κε ὁ λό­γος τοῦ Κυ­ρί­ου ποὺ ἰ­σχύ­ει γιὰ τοὺς ἀ­λη­θι­νοὺς ἐκ­προ­σώ­πους του: «Εἰ ἐ­μὲ ἐ­δί­ω­ξαν, καὶ ὑ­μᾶς δι­ώ­ξου­σι» (Ἰ­ω. ι­ε΄ 20).

Στὴ συ­νέ­χεια ἀ­κο­λού­θη­σε τῶν παι­δι­ῶν τὸ μαρ­τύ­ριο.

Μὲ τὴ συ­νο­δεί­α τοῦ ἡ­γε­μό­να καὶ πολ­λῶν ἄλ­λων οἱ γο­νεῖς ἔ­φε­ραν τὰ ἐν­νέ­α παι­διά τους στὶς πη­γὲς τοῦ πο­τα­μοῦ. Ἐ­κεῖ ὅ­που πρὶν ἀ­πὸ λί­γο εἶ­χαν βα­πτι­σθεῖ, θὰ πά­ρουν τώ­ρα καὶ δεύ­τε­ρο, πιὸ λαμ­πρὸ βά­πτι­σμα, τὸ Βά­πτι­σμα τοῦ αἵ­μα­τος. Ἐ­κεῖ πλά­ι στὶς πη­γὲς ἔ­σκα­ψαν βα­θὺ λάκ­κο καὶ μέ­σα σ’ αὐ­τὸν οἱ ἄ­σπλα­χνοι γο­νεῖς ἔ­ρι­ξαν ὀρ­γι­σμέ­νοι τὰ παι­διά τους! Καὶ ὅ­λα μα­ζὶ ἐ­κεῖ­να ὁ­μο­λο­γοῦ­σαν καὶ ἔ­λε­γαν: «Πε­θαί­νου­με γιὰ τὴν πί­στη μας στὸν Χρι­στό! Στὸ ὄ­νο­μά του βα­πτι­σθή­κα­με καὶ μὲ τὸν Κύ­ριο αἰ­ώ­νια λα­χτα­ροῦ­με νὰ ζοῦ­με». Τό­σο με­γά­λη ὅ­μως ἦ­ταν ἡ μα­νί­α τῶν σκλη­ρῶν γο­νέ­ων τους, ὥ­στε προ­κει­μέ­νου νὰ συν­τρί­ψουν τε­λεί­ως τὰ ἀ­θῶ­α σώ­μα­τα τῶν παι­δι­ῶν τους, ἔ­ρι­ξαν – μα­ζὶ μὲ τοὺς πα­ρευ­ρι­σκο­μέ­νους – πέ­τρες ἀ­πὸ πά­νω τους. Με­τὰ πρό­σθε­σαν καὶ χῶ­μα. Καὶ ἀ­φοῦ τὸ πά­τη­σαν κα­λά, ἀ­νε­χώ­ρη­σαν. Ὅ­λα γι’ αὐ­τοὺς εἶ­χαν τε­λει­ώ­σει.

Ὅ­μως γιὰ τὰ ἐν­νέ­α αὐ­τὰ ἀ­θῶ­α πλά­σμα­τα τοῦ Θε­οῦ εἶ­χε ἀρ­χί­σει τὸ οὐ­ρά­νιο πα­νη­γύ­ρι στὸ χο­ρὸ τῶν ἀγ­γέ­λων. Ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α τῶν παι­δι­ῶν αὐ­τῶν εἶ­χε ἐκ­πλη­ρω­θεῖ καὶ μά­λι­στα σὲ ἀπό­λυ­το βαθ­μό. Βρέ­θη­καν ὄ­χι σὲ ἐ­πί­γει­ο να­ό, ποὺ τό­σο λα­χτα­ροῦ­σαν, ἀλ­λὰ σὲ «ἀ­χει­ρο­ποί­η­το να­ό», στὴν Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Οὐ­ρα­νοῦ, ἀ­πο­λαμ­βά­νον­τας ἐ­κεῖ μέ­σα μὲ γα­λή­νη καὶ ἀ­σφά­λεια τὸ πρό­σω­πο τοῦ Θε­οῦ ποὺ τό­σο ἀ­γά­πη­σαν. Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α τῆς Γε­ωρ­γί­ας εἶ­χε αὐ­ξή­σει πλέ­ον τὸν ἀ­νε­κτί­μη­το πλοῦ­το της στὸν οὐ­ρα­νό, τὸν πλοῦ­το τῶν ἁ­γί­ων της, μὲ ἄλ­λους ἐν­νέ­α Ἁ­γί­ους. Ἐν­νέ­α Παι­δο­μάρ­τυ­ρες, ποὺ τοὺς ἑ­ορ­τά­ζει κά­θε χρό­νο στὶς 22 Φε­βρου­α­ρί­ου.

Τὸ στε­φά­νι τῆς δό­ξης τῶν Ἁ­γί­ων χα­ρί­σθη­κε στοὺς ἁ­γί­ους Ἀ­πο­στό­λους, στοὺς με­γά­λους Πα­τέ­ρες, στοὺς Ὁ­σί­ους καὶ Ὁ­μο­λο­γη­τὲς καὶ τοὺς Μάρ­τυ­ρες, ἀν­θρώ­πους πι­στοὺς τῆς ὥ­ρι­μης ἡ­λι­κί­ας. Ξε­χω­ρι­στὴ ὅ­μως θέ­ση στὸ Ἁ­γι­ο­λό­γιο τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας κα­τέ­χουν καὶ οἱ Παι­δο­μάρ­τυ­ρες. Μι­κρὰ παι­διὰ ἀ­πὸ ὅ­λο τὸν ὀρ­θό­δο­ξο κό­σμο μὲ ἀ­δο­λό­τη­τα καὶ στα­θε­ρό­τη­τα ὁ­μο­λο­γί­ας στὸν ἀ­λη­θι­νὸ Θε­ὸ μᾶς συ­νε­κί­νη­σαν καὶ ἔ­γι­ναν δι­δά­σκα­λοί μας.

Πρὸς τὰ πρό­τυ­πα αὐ­τά, τὰ τό­σο ἄ­γνω­στα, ὀ­φεί­λου­με νὰ στρέ­φου­με πιὸ πο­λὺ σή­με­ρα τὰ μά­τια τῶν παι­δι­ῶν μας. Γιὰ νὰ μα­θαί­νουν καὶ νὰ ἐν­θου­σι­ά­ζον­ται, δι­ό­τι ἔ­χουν τέ­τοι­ους θαρ­ρα­λέ­ους πι­στοὺς στὸν Χρι­στὸ ἐκ­προ­σώ­πους τους. Ἀ­πὸ αὐ­τοὺς νὰ ἐμ­πνέ­ον­ται στοὺς ἀ­γῶ­νες τους καὶ νὰ τοὺς μι­μοῦν­ται. Ὥ­στε κά­πο­τε νὰ δο­ξα­σθοῦν καὶ αὐ­τὰ ἀ­πὸ τὸν Θε­ό. Τὸν Θε­ὸ ποὺ τι­μᾶ καὶ ξέ­ρει νὰ δο­ξά­ζει τοὺς Ἁ­γί­ους του καὶ στὴ γῆ καὶ στὸν οὐ­ρα­νό.

«Ἀ­πό τό πε­ρι­ο­δι­κό «Ο ΣΩΤΗΡ»

23 Οκτωβρίου, 2020

Ὁ ἅγιος Θεόδωρος Γαβρᾶς ὁ Μεγαλομάρτυς

Ἀπὸ   τὴν ἔνδοξη περιοχὴ τοῦ Πόντου   καταγόταν ὁ ἅγιος    μεγαλομάρτυς Θεόδωρος ὁ Γαβρᾶς. Ἔζησε τὸν   11ο   αἰώνα   στὴν   κωμόπολη   τῆς  ἐπαρχίας Χαλκείας, ποὺ λεγόταν Ἄτρα. 

Οἱ γονεῖς του ἀνῆκαν σὲ ἐπιφανὴ κοινωνικὴ τάξη καὶ κατεῖχαν ὑψηλὰ ἀξιώματα. Ἦταν μάλιστα καὶ βαθύτατα θεοσεβεῖς. Καὶ τὴν ἀληθινή τους εὐσέβεια τὴ μετέδωσαν στὸ μικρό τους παιδί. 
 Ὁ Θεόδωρος δεχόταν τὸν σπόρο τῆς χριστιανικῆς πίστεως μὲ πολλὴ προθυμία. Καὶ πολὺ σύντομα μόρφωσε ἕνα χαρακτήρα ἔντιμο καὶ εἰλικρινὴ ἐφαρμόζοντας μὲ ἀκρίβεια τὶς ἐντολὲς τοῦ Κυρίου. Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη οἱ κάτοικοι τῆς περιοχῆς τοῦ Πόντου ζοῦσαν κάτω ἀπὸ τὶς σκληρὲς ἀπειλὲς τῶν Σελτζούκων Τούρκων. Τότε ἀναδείχθηκε ἡ ἡγετικὴ φυσιογνωμία τοῦ Θεοδώρου. Προικισμένος μὲ σπάνια διοικητικὰ προσόντα καὶ ἀπαράμιλλη ἀνδρεία κατόρθωσε μὲ ἀποκλειστικὰ δική του πρωτοβουλία – χωρὶς τὴν ἐπίσημη συμπαράσταση τοῦ Αὐτοκράτορα τῆς Κωνσταντινουπόλεως – νὰ δημιουργήσει στράτευμα ἀπὸ ἐθελοντὲς ψυχωμένους τῆς ἐπαρχίας του καὶ νὰ ἀπωθήσει τοὺς Τούρκους ἀπὸ τὴν περιοχὴ τοῦ θέματος τῆς Χαλκείας. Ὅμως ὄχι μόνο τοὺς Τούρκους ἀλλὰ καὶ τοὺς Γεωργιανοὺς περιόρισε, ποὺ ἀπειλοῦσαν τότε τὴν Τραπεζούντα. Κατὰ τὴ διάρκεια τῶν ἐπιχειρήσεων, ὁ Θεόδωρος ἐμψύχωνε τοὺς στρατιῶτες του μὲ πνεῦμα αὐτοθυσίας καὶ ἀληθινῆς ἀγάπης πρὸς τὴν Πατρίδα καὶ πρὸς τὸν Θεό. Γι᾿ αὐτὸ δὲν ἐπέτρεπε στὸ στράτευμα νὰ γίνονται ἀδικίες ἢ νὰ ἀκούγονται βλασφημίες. 
Κάποτε τοῦ κατήγγειλαν πὼς ἕνας στρατιώτης ἅρπαξε ἕνα τσαμπὶ σταφύλι ἀπὸ φτωχὴ γυναίκα καὶ τὸ ἔφαγε. Ἀμέσως τότε διέταξε νὰ τιμωρηθεῖ παραδειγματικὰ μπροστὰ σὲ ὅλους. 
 Ἡ φήμη τῆς ἰσχυρῆς στρατιωτικῆς προσωπικότητος καὶ τῆς χαρισματικῆς ἰδιοφυΐας τοῦ Θεοδώρου ἔφθασε στὸν Αὐτοκράτορα Ἀλέξιο Α΄ τὸν Κομνηνό (1081-1118), ὁ ὁποῖος καὶ τὸν ἐμπιστεύθηκε νὰ κυβερνᾶ ὡς ἡμιαυτόνομος ἡγεμόνας τὴν εὐρύτερη περιοχὴ τοῦ Πόντου. 
 Μὲ νέα τώρα ὁρμὴ ὁ Θεόδωρος ξεκινᾶ γιὰ καινούργιες κατακτήσεις. Ὅραμα ἔχει νὰ κερδίσει ἐδάφη ποὺ ἄδικα κατεῖχαν ἕως τότε οἱ Σελτζοῦκοι Τοῦρκοι. Σὲ μιὰ τέτοια μάχη στὴ Θεοδοσιούπολη ὁ γενναῖος Θεόδωρος αἰχμαλωτίσθηκε ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς. Ἦταν ὥρα θλιβερὴ γιὰ τὸ βυζαντινὸ στράτευμα. Ὁ ἀρχηγὸς τῶν Τούρκων εἶχε μπροστά του ἕνα θαρραλέο ἄνδρα καὶ χαρισματοῦχο ἡγέτη. Δὲν ἤθελε γι᾿ αὐτὸ νὰ τὸν σκοτώσει. 
 –Γενναῖε ἡγεμόνα τῶν Ποντίων, τοῦ εἶπε, θαυμάζω τὴν ἀνδρεία καὶ τὸ θάρρος σου. Μὴ φοβᾶσαι. Ἐπειδὴ σὲ ἐκτιμῶ, θὰ σοῦ χαρίσω τὴ ζωή. Θὰ σοῦ δώσω μάλιστα δόξα μεγαλύτερη μὲ ἀξιώματα λαμπρὰ καὶ πλοῦτο πολύ, ἀρκεῖ νὰ ἀρνηθεῖς τὴν πίστη σου καὶ νὰ γίνεις Μουσουλμάνος. 
 Οἱ παρευρισκόμενοι περίμεναν μὲ ἀγωνία τὴν ἀπάντηση τοῦ Χριστιανοῦ ἡγεμόνα. Τὴν ὥρα ἐκείνη ἡ φωτιὰ τῆς πίστεως τοῦ Θεοδώρου, ποὺ ἦταν κρυμμένη στὰ βάθη τῆς ψυχῆς του, ἔγινε φωνὴ ἰσχυρὴ ποὺ κατέπληξε ὅλους: 
 –Ἄρχοντα, τοῦ λέει. Τὴν περίμενα αὐτὴ τὴ στιγμὴ ἀπὸ πολὺ καιρό. Τὴ στιγμὴ τῆς ὁμολογίας μου. Λοιπόν, σοῦ τὸ λέω ἐπίσημα καὶ ὀμολογῶ δημόσια πρὸς ὅλους τὴν ὥρα αὐτὴ ὅτι οὐδέποτε θὰ ἀρνηθῶ τὴν ἀγάπη μου καὶ τὴν πίστη μου στὸν Ἰησοῦ Χριστὸ ὡς Θεό μου καὶ Σωτήρα καὶ Λυτρωτή μου. Ἡ πιὸ μεγάλη μου χαρὰ θὰ εἶναι νὰ ὑποστῶ γι᾿ Αὐτὸν ὅσα βασανιστήρια θελήσετε νὰ μοῦ κάνετε, καὶ στὸ τέλος νὰ θυσιασθῶ γιὰ χάρη Του. Τὸν θάνατο δὲν τὸν φοβᾶμαι, γιατὶ αὐτὸς γίνεται γιὰ μένα ἡ χρυσὴ πόρτα ποὺ θὰ μὲ φέρει στὸ εὐφρόσυνο παλάτι τῆς Βασιλείας τοῦ ἐπουρανίου Παραδείσου. 
 Τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ μεγάλου στρατιωτικοῦ καὶ Ἀρχηγοῦ τῶν Ἑλλήνων τοῦ Πόντου ἦταν ἀρκετὰ γιὰ νὰ ἐξοργίσουν τὸν αἱμοβόρο ἀντίπαλο τύραννο. Γι᾿ αὐτὸ διέταξε σκληρὰ βασανιστήρια. Ὁ Θεόδωρος τὰ ὑπέμεινε ὅλα μὲ ψυχικὴ ἀνδρεία καὶ καρτερία. Ἡ καρδιά του ἔμοιαζε μὲ ἀκλόνητο γρανιτένιο ὄρος, σὰν τὸ ὄρος Σινᾶ. Ἀπὸ τὰ χείλη του ἔβγαιναν μόνο λόγια δοξολογίας καὶ εὐγνωμοσύνης πρὸς τὸν Θεό, γιατὶ τοῦ χάριζε τέτοια μοναδικὴ εὐκαιρία. Καὶ ἔλεγε δυνατά: «Κύριε, πόσο χαίρομαι τώρα ποὺ βρίσκομαι στὸ στάδιο αὐτὸ τῆς ἀθλήσεως τῶν σκληρῶν βασανιστηρίων, ποὺ θὰ μὲ ὁδηγήσουν κοντά Σου στὴ δόξα τοῦ Οὐρανοῦ Σου. Κάνε εὐπρόσδεκτη τὴ θυσία μου αὐτήν. Ἐνίσχυσέ με μέχρι τὸ τέλος». 
 Καὶ ἐνῶ ἔλεγε αὐτὰ ὁ Μάρτυρας, οὐράνια εἰρήνη διαχεόταν στὸ πρόσωπό του καὶ χαρὰ ἀπερίγραπτη τὸν πλημμύριζε. Τὸ θέαμα ὅμως αὐτὸ δὲν μποροῦσε νὰ τὸ ἀντέξει ὁ Τοῦρκος Ἐμίρης. Γιατὶ εἶχε ὑποστεῖ τέτοια μεγάλη ντροπὴ ἀπὸ τὸν ἀντίπαλό του. Γι᾿ αὐτὸ γεμάτος ἀπὸ θανάσιμη ὀργὴ διέταξε τὴν ὥρα ἐκείνη ἀρχικὰ νὰ ξεριζώσουν τὴ γλώσσα τοῦ Μάρτυρα γιὰ νὰ σταματήσει νὰ ὑμνεῖ τὸν Θεὸ καὶ νὰ μιλᾶ γι᾿ Αύτόν. Μετὰ νὰ τοῦ βγάλουν τὰ μάτια, καὶ στὴ συνέχεια νὰ τὸν γδάρουν ζωντανό. Μὲ πόση μανία ἔτρεξαν οἱ δήμιοι νὰ ἐφαρμόσουν τὶς σκληρὲς ἐντολὲς τοῦ ἀφέντη τους! Ἀλλὰ καὶ μὲ πόση ἀταραξία ψυχῆς ὁ Θεόδωρος δεχόταν τὰ φρικτὰ βασανιστήρια! Ἡ Χάρις τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ τὸν δυνάμωνε. Στὸ τέλος τὸ κατακρεουργημένο σῶμα τοῦ Μάρτυρος ποὺ μόλις ἀνέπνεε, τὸ ἔριξαν σὲ πυρωμένο καμίνι. Τότε ἦταν ποὺ ὁ Θεόδωρος, μὲ ὅση δύναμη τοῦ εἶχε ἀπομείνει, κινοῦσε μόνο τὰ χείλη καὶ μιμούμενος τοὺς Τρεῖς Παῖδες τῆς Βαβυλῶνος καλοῦσε ὅλη τὴν κτιστὴ φύση νὰ δοξολογήσει μαζί του τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ. Λίγη ὥρα μετὰ ὁ γενναιότατος ἀθλητὴς τοῦ Χριστοῦ παρέδιδε στὰ χέρια τοῦ Πλάστη καὶ Δημιουργοῦ του Θεοῦ τὴν μακαρία του ψυχὴ ἐξαγνισμένη καὶ ὁλόλαμπρη. Τὸ τέλος τοῦ Μάρτυρα κατέπληξε τοὺς ἐχθροὺς τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Ἐμίρης μάλιστα τῶν Τούρκων συγκλονίστηκε, καὶ γιὰ νὰ τιμήσει τὸν Μάρτυρα, τοποθέτησε τὴν κεφαλή του σὲ ὁλόχρυσο ἀγγεῖο ποὺ τὸ ἔφεραν στὴ Θεοδοσιούπολη. Τὸ ἱερὸ αὐτὸ τίμιο λείψανο ἀργότερα θησαυρίστηκε στὸν ὁμώνυμο ἱερὸ Ναό του ποὺ ἔκτισε στὴν Τραπεζούντα ὁ κατὰ σάρκα συγγενής του καὶ κυβερνήτης τῆς πόλεως Κωνσταντῖνος Γαβρᾶς. Ἐκεῖ πολλὰ θαύματα γίνονταν μὲ τὶς πρεσβεῖες τοῦ μεγαλομάρτυρος ἁγίου Θεοδώρου. Καὶ οἱ Χριστιανοὶ τὸν τιμοῦσαν μὲ λαμπρὲς τελετὲς καὶ λιτανεῖες. Μεγαλομάρτυς ἅγιος Θεόδωρος Γαβρᾶς. Μιὰ πολυχαρισματικὴ ἡρωικὴ μορφὴ τῆς Πατρίδος μας. Ἄγνωστη στοὺς πολλούς. Πασίγνωστη ὅμως στὸν κόσμο τῶν Ἁγίων τοῦ Οὐρανοῦ. Μεγάλο εὐχαριστῶ τοῦ ὀφείλουμε. Γιατὶ πέρα ἀπὸ τὴν προσφορὰ στὸ ἔθνος, μᾶς δίδαξε μάθημα μοναδικό: Μεγαλουργεῖ μόνο ὅποιος ὑποτάσσει τὰ χαρίσματά του στὸν Θεό. Καὶ σώζεται μόνο ὅποιος χαρίζει τὴν πρώτη θέση τῆς ἀγάπης του στὸν Θεό. Εἴθε διὰ πρεσβειῶν του νὰ χαρίζει ὁ Θεὸς στὴν Πατρίδα μας τέτοιες μορφές, γιὰ νὰ ἀπελευθερώνουν τὸν τόπο ἀπὸ ὁρατοὺς καὶ ἀόρατους ἐχθρούς. Η ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ  ΕΟΡΤΑΖΕΤΑΙ ΤΗΝ 02 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ
ΟΣΩΤΗΡ2184

05 Σεπτεμβρίου, 2020

Οἱ Αγιοι Μάρτυρες Εὐσέβιος , Νέσταβος , Ζήνων καὶ ὁ Ομολογητης Νέστωρ


Μὲ τὸ διάταγμα τῶν Μεδιολάνων (313 μ.Χ.) ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἀνέπνευσε ἀπὸ τὸ ἀνελέητο κυνηγητό, τὶς ἀνακρίσεις καὶ τὰ σκληρὰ μαρτύρια τῶν πιστῶν μελῶν της. 
 Δὲν εἶχαν ὅμως περάσει ἀπὸ τότε οὔτε 50 χρόνια εἰρήνης, ὅταν ξέσπασε καὶ πάλι νέα καταιγίδα διωγμοῦ. Αὐτὴ τὴ φορὰ ἀπὸ αὐτοκράτορα βυζαντινό, πρώην χριστιανὸ καί τώρα διώκτη, τὸν Ἰουλιανό (361), ποὺ ἡ ἱστορία ὀνόμασε Παραβάτη. Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ λούστηκε καὶ πάλι στὰ αἵματα τῶν Μαρτύρων της καὶ φόρεσε τὴν πορφυρένια ἐπίσημη στολή της. 
Τὰ νέα διατάγματα ἦταν ἀπειλητικὰ γιὰ ὅσους ἐπέμεναν νὰ εἶναι χριστιανοί. Οἱ πιστοὶ δέχονταν μὲ εἰρήνη τὶς ἐξοντώσεις, τὶς δημεύσεις τῶν περιουσιῶν τους καὶ τὶς ἀναγκαστικὲς παραιτήσεις ἀπὸ τὶς δημόσιες θέσεις τους. 
 Μιὰ ἀπὸ τὶς πόλεις ποὺ δέχθηκε διωγμὸ ἦταν καὶ ἡ Γάζα. Σ’ αὐτὴ τὴν πόλη τῆς Παλαιστίνης διακρίνονταν γιὰ τὴ χριστιανική τους εὐσέβεια τρία ἀδέλφια: ὁ Εὐσέβιος, ὁ Νέσταβος καὶ ὁ Ζήνων. Ἄνθρωποι μὲ βαθιὰ πίστη καὶ ἀνεξίκακο ἦθος. Ἄνθρωποι ἀνιδιοτελεῖς, ἐξυπηρετικοὶ πρὸς τοὺς συμπολίτες τους, φιλήσυχοι καὶ δραστήριοι. Κάποια μέρα, ἐντελῶς ἀπροσδόκητα καὶ χωρὶς νὰ δώσουν ἀφορμὴ οἱ φιλόθεοι αὐτοὶ ἀδελφοί, βρέθηκαν μπροστὰ σὲ ἀνεξήγητο πειρασμό. Τὸ σπίτι τους περικυκλώθηκε ἀπὸ πλῆθος φανατισμένων εἰδωλολατρῶν τῆς πόλεώς τους, ποὺ φώναζαν ἐναντίον τους καὶ τοὺς ἀπειλοῦσαν. Βίαια τοὺς ἀνάγκασαν νὰ βγοῦν ἔξω καὶ ἀφοῦ τοὺς συνέλαβαν καὶ τοὺς μαστίγωσαν σκληρά, τοὺς ἔριξαν στὴ φυλακή. Στὴ συνέχεια τὸ ἔξαλλο πλῆθος κατευθύνθηκε στὴν ἀγορά. Συγκέντρωσαν καὶ τὸν παρευρισκόμενο κόσμο καὶ ἄρχισαν νὰ κατηγοροῦν τοὺς ἄκακους αὐτοὺς τρεῖς συμπολίτες τους. Τοὺς συκοφαντοῦσαν καὶ ἔλεγαν ὅτι «ἐξύβρισαν τοὺς θεούς μας καὶ μηχανεύονται τρόπους γιὰ τὴν πτώση καὶ τὸν ἀφανισμὸ τῆς ἑλληνικῆς πατρώας (εἰδωλολατρικῆς) θρησκείας μας». Τὰ λόγια αὐτὰ δημιούργησαν σὲ κάποιους ἔκπληξη! «Πῶς εἶναι δυνατόν», ἔλεγαν, «νὰ εἶναι ἀληθινὲς αὐτὲς οἱ κατηγορίες γιὰ ἀνθρώπους τόσο φιλήσυχους;». Τελικὰ ἡ ἔκπληξη ἔσβησε καὶ ἐπικράτησε θανάσιμο μίσος γι’ αὐτοὺς τοὺς χριστιανούς. Μὲ ἀπειλητικὲς κραυγὲς φώναζαν ὅλοι μαζὶ ἐναντίον τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ τῶν πιστῶν του. Ἡ ψυχολογία τῆς μάζας εἶχε λειτουργήσει ἐδῶ ἀπόλυτα. Μὲ τέτοιες ἄγριες διαθέσεις καὶ ἀλλόφρονα αἰσθήματα ποὺ μόνο ὁ ἀρχηγὸς τοῦ μίσους διάβολος μπορεῖ νὰ ἐμπνεύσει, ἔφυγε ὅλο τὸ πλῆθος καὶ κατευθύνθηκε στὴ φυλακή. 
–Νὰ βγοῦν ἔξω οἱ μιαροί, φώναζαν. 
 Οἱ φύλακες ἄνοιξαν τὶς πόρτες. Τὰ τρία ἀδέλφια ἀτάραχα καὶ ἤρεμα βγῆκαν ἔξω στὸ φῶς τοῦ ἥλιου καὶ εἶδαν ἕνα σκοτάδι κολάσεως στὶς ὄψεις τῶν ἐχθρῶν τους. Ὅταν ἀντίκρισαν τὶς ἤρεμες μορφὲς τῶν τριῶν ἀδελφῶν οἱ εἰδωλολάτρες, ἐξαγριώθηκαν ἀκόμη περισσότερο. Ὅρμησαν σὰν πεινασμένα λιοντάρια καὶ συνέλαβαν τὰ ἄκακα πρόβατα τοῦ Χριστοῦ καὶ τὰ ἔριξαν κάτω. Ἄρχισαν νὰ σέρνουν στοὺς δρόμους τοὺς ὑποψήφιους μάρτυρες καὶ τοὺς χτυποῦσαν μὲ ξύλα καὶ πέτρες. Οἱ τίμιες σάρκες τους σκίστηκαν καὶ ἄνοιξαν πληγές. Τὸ αἷμα ἔβαφε τὶς πέτρες τῶν δρόμων. Κάποιοι φιλοπερίεργοι ἄνοιξαν τὰ παράθυρα νὰ δοῦν τί συμβαίνει. Καὶ κάποιες οἰκοδέσποινες σκληρὲς καὶ ἄσπλαχνες ποὺ ἐκείνη τὴν ὥρα ὕφαιναν, ἄφησαν τὸν ἀργαλειό τους, πῆραν στὰ χέρια τους τὰ αἰχμηρὰ ἐργαλεῖα μὲ τὰ ὁποῖα ἔγνεθαν, καὶ βγῆκαν στὸ δρόμο γιὰ νὰ συμβάλουν στὸ θάνατο τῶν ἁγίων. Τοὺς κεντοῦσαν μ’ αὐτὰ βάναυσα καὶ τοὺς ἄνοιγαν πιὸ βαθιὰ τὶς πληγές. Βγῆκαν καὶ οἱ μάγειροι ἀπὸ τὰ μαγειρεῖα τους καὶ τοὺς τιμωροῦσαν καὶ αὐτοὶ μὲ τὸ δικό τους τρόπο. Ἄλλοι ἔριχναν βραστὸ νερὸ στὰ ἁγνισμένα σώματα καὶ ἄλλοι μὲ αἰχμηρὲς σοῦβλες διατρυποῦσαν τὶς καταπονημένες σάρκες τῶν Ἁγίων. Θέαμα φρικτό! Ποιὰ ἀνθρώπινη καρδιὰ δὲν θὰ ράγιζε μπροστὰ σ’ αὐτό; Ὅλοι κακοποιοῦσαν τοὺς μάρτυρες, ποὺ ὅσο ἀνέπνεαν ψέλλιζαν εὐχὲς καὶ εὐλογίες γιὰ τοὺς ἐχθρούς τους, μέχρι τὴν ὥρα ποὺ τοὺς συνέτριψαν τὶς κεφαλές. Ἀλλὰ καὶ νεκροὺς δὲν τοὺς σεβάστηκαν καθόλου οἱ φανατικοὶ ὀπαδοὶ τῶν εἰδώλων. Ἅρπαξαν τὰ ἄψυχα σώματά τους καὶ τὰ ἔριξαν ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη, στὸ σωρὸ στὸν ὁποῖο πετοῦσαν τὰ ψόφια ζῶα. Ἄναψαν μετὰ μεγάλη φωτιὰ γιὰ νὰ ἐξαφανίσουν τὰ ἴχνη τῆς θηριωδίας τους. Κάποια ὅμως εὐσεβὴς γυναίκα ἀπὸ τὴ Γάζα μὲ θεία ἀποκάλυψη ἀνακάλυψε καὶ ξεχώρισε τὰ ὑπολείμματα τῶν λειψάνων τῶν ἁγίων Μαρτύρων. Καὶ ἀφοῦ τὰ περισυνέλεξε σὲ στάμνα, τὰ παρέδωσε μὲ εὐλάβεια στὸν ἀνεψιὸ τῶν Ἁγίων, ποὺ τὸν ἔλεγαν καὶ αὐτὸν Ζήνωνα. Καὶ τὰ κρατοῦσε αὐτὸς θησαυρισμένα μυστικὰ στὸ σπίτι του. Τὴν ἐποχὴ ποὺ αὐτοκράτορας ἦταν ὁ Θεοδόσιος ὁ Μέγας, ὁ Ζήνων ἔγινε ἐπίσκοπος Γάζης καὶ ἔκτισε ἐκκλησία, ὅπου καὶ κατέθεσε τὰ ἱερὰ λείψανα ποὺ κατεῖχε. Δίπλα σ’ αὐτὰ στὸν ἴδιο ναὸ βρίσκονταν καὶ τὰ ἱερὰ λείψανα τοῦ ἁγίου Νέστορος τοῦ ὁμολογητοῦ, στενοῦ φίλου τῶν τριῶν Ἁγίων, ποὺ εἶχε παραδώσει καὶ αὐτὸς λίγο πιὸ πρὶν ἀπὸ αὐτοὺς τὸ πνεῦμα του στὸ Θεὸ μὲ μαρτυρικὸ τέλος ἀπὸ τοὺς ἴδιους διῶκτες. Εἶχε δὲ ξεψυχήσει στὰ χέρια τοῦ Ζήνωνος τὴν ὥρα ποὺ τοῦ περιποιεῖτο τὶς πληγές. Εὐσέβιος! Νέσταβος! Ζήνων! καὶ Νέστωρ! Συνεορτάζουν κάθε χρόνο στὶς 21 Σεπτεμβρίου. Ἂς μᾶς ἐμπνεύσει ἡ ἱερὴ αὐτὴ τετράδα τῶν Μαρτύρων σὲ ἀγῶνες ὁμολογίας, παρρησίας καὶ δυνατῆς ἀγάπης πρὸς τὸν Σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ κατὰ τοῦτο τὸ νέο ἐκκλησιαστικὸ ἔτος.ΟΣΩΤΗΡ2073

10 Ιουλίου, 2020

Οἱ Ἅγιοι 45 Μάρτυρες


Μαρτύρησαν στὴ Νικόπολη τῆς Ἀρμενίας καὶ μεταξὺ αὐτῶν οἱ Ἅγιοι Δανιὴλ, Μαυρίκιος, Ἀντώνιος καὶ Λεόντιος. Οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ μαρτύρησαν στὶς ἀρχὲς τοῦ 4ου αἰῶνα, ὅταν αὐτοκράτορας ἦταν ὁ Λικίνιος. Κορυφαῖοι ἀπ΄ αὐτοὺς ἦταν ὁ Λεόντιος, ὁ Μαυρίκιος, ὁ Δανιὴλ καὶ ὁ Ἀντώνιος. Ὅταν ὁ Λικίνιος ἐξέδωσε διάταγμα κατὰ τῶν χριστιανῶν, μόνοι τους ἦλθαν στὸν δούκα καὶ φανέρωσαν ὅτι εἶναι χριστιανοί. Σὲ ἐρώτηση τοῦ Λυσία, ποιὸς τοὺς ἔπεισε νὰ μὴ θυσιάζουν στοὺς θεούς, αὐτοὶ ἀπάντησαν: «Ὁ Χριστὸς εἶναι ἐκεῖνος ποὺ μᾶς δίδαξε καὶ μᾶς ἔπεισε νὰ μὴ λατρεύουμε θεοὺς ἀνύπαρκτους, καὶ νὰ μὴ προσκυνοῦμε τὰ εἴδωλά τους». Ὀργισμένος ὁ δούκας, διέταξε καὶ τοὺς φυλάκισαν δεμένους χειροπόδαρα, χωρὶς νὰ τοὺς δίδεται καθόλου ψωμὶ καὶ νερό. Οἱ Ἅγιοι πέρασαν τὴν νύκτα προσευχόμενοι. Μεταξὺ ἄλλων, ἔλεγαν: «Εὐλογοῦμε, Κύριε, ἐσένα, τὸ βασιλιὰ τῆς δόξας. Διότι σὺ εἶσαι ἡ ἀληθινὴ ζωή, ποὺ θυσιάστηκες γιὰ μᾶς τοὺς ἁμαρτωλούς, ὁ Υἱὸς τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ. Ἕνωσέ μας, Κύριε, ὥστε ὅλοι μαζὶ μὲ μία ψυχὴ νὰ σὲ ὁμολογήσουμε καὶ ὅλοι μαζὶ νὰ πεθάνουμε». Τὸ πρωὶ ὁ Λυσίας, ἀφοῦ τοὺς ἔβγαλε ἀπὸ τὴν φυλακή, τοὺς ρώτησε ἂν μετάνιωσαν καὶ ἐπανῆλθαν στοὺς θεοὺς τοῦ κράτους. Οἱ Ἅγιοι μὲ ἕνα στόμα ἀπάντησαν: «χριστιανοὶ ἐσμέν». Εἴμαστε χριστιανοί. Μὲ μανία τότε ὁ Λυσίας διέταξε καὶ τοὺς ἔκοψαν χέρια καὶ πόδια, καὶ ἔπειτα τοὺς ἔριξαν στὴ φωτιά. Ἔτσι, ὅλοι μαζὶ ἀξιώθηκαν νὰ πάρουν τὸ ἀμάραντο στεφάνι τοῦ μαρτυρίου. Μεταξὺ δὲ αὐτῶν ἦταν καὶ οἱ πρόκριτοι τῆς πόλεως Δανιήλ, Μαυρίκιος, Ἀντώνιος καὶ Λεόντιος.

29 Απριλίου, 2020

Μνήμη τῶν Οσίων 172 Πατέρων τῶν ἐν τῇ Ἱερᾷ Μονῇ Εἰκοσιφοινίσσης Αναιρεθέντων


    Τήν Κυριακή τοῦ Θωμᾶ, ἡ Πατριαρχική καί Σταυροπηγιακή Ἱερά Μονή Εἰκοσιφοινίσσης γιορτάζει τή μνήμη τῶν 172 ὁσιομαρτύρων πατέρων τῆς Μονῆς, τῶν ὑπό τῶν Ὀθωμανῶν σφαγιασθέντων στίς 24 Ἀπριλίου 1507.

    Τό πρωί τῆς Κυριακῆς τοῦ Θωμᾶ τελέστηκε πανηγυρική Θεία Λειτουργία ἀπό τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη μας κ. Παῡλο.

    Μετά τήν  Θεία Λειτουργία ἔγινε λιτάνευση γύρω ἀπό τό καθολικό τῆς Ἱερᾶς Μονῆς, τῆς ἐφεστίου ἀχειροποιήτου Ἱερᾶς Εἰκόνος τῆς Εἰκοσιφοινίσσης καί τῶν ἱερῶν λειψάνων τῶν κτητόρων τῆς Ἱερᾶς Μονῆς, καί ἐψάλη ὁ ἁγιασμός.

     Στή Θεία Λειτουργία καί στή λιτανεία ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Δράμας, κ. Παύλος ἀνέγνωσε ἀπό τό Μέγα Εὐχολόγιο εὐχές κατά τῶν λοιμωδῶν νόσων.

     Δυστυχῶς ἡ λιτανεία δέν ἔγινε στό χῶρο στόν ὁποῑο κατά τήν παράδοση ἡ Παναγία ἀποτύπωσε τήν ἁγία της μορφή στό ξύλο πού εἶχε γιά τήν εἰκόνα της ὁ ὅσιος Γερμανός, κτήτορας τῆς Μονῆς, ἐξ αἰτίας τῶν σκληρῶν μέτρων πού ὑπάρχουν λόγῳ τῆς πανδημίας.

      Στό τέλος ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Δράμας, κ. Παῦλος εὐχήθηκε ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος καί οἱ ἅγιοι μας νά σώσουν τήν ἀγαπημένη μας Πατρίδα ἀπό τά δεινά ποὐ τή μαστίζουν.

     Οι καταστροφές και το μαρτύριο των 172 μοναχών
Κατά την Τουρκοκρατία, η συμβολή της  Ιερας Μονής Εικοσιφοινισσης  στη διατήρηση της Ορθοδοξίας και του Ελληνισμού υπήρξε ανεκτίμητη, ενώ κατά την ιστορική της διαδρομή καταστράφηκε πολλές φορές από Τούρκους και Βούλγαρους επιδρομείς. Στις 25 Αυγούστου 1507, οι Τούρκοι έσφαξαν 172 μοναχούς της Μονής, διότι είχαν ενοχληθεί από τη δράση τους υπέρ της διατήρησης της ελληνικότητας του πληθυσμού της περιοχής. Τρία χρόνια μετά, 10 μοναχοί από την Ιερά Μονή Βατοπαιδίου Αγίου Όρους, ήλθαν στη Μονή για να την ανασυστήσουν.

     Σύμφωνα με πληροφορία ενός κατάστιχου του 16ου αι., το έτος 1507 ζούσαν στη Μονή 24 Ιερομόναχοι, 3 Ιεροδιάκονοι και 145 Μοναχοί δηλαδή συνολικά 172.

http://www.proinos-typos.gr/mnimi-172-pateron-

17 Απριλίου, 2020

ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΛΟΓΓΙΝΟΥ ΤΟΥ ΕΚΑΤΟΝΤΑΡΧΟΥ


Τή μέρα πού σταυρώσανε τόν Κύριο, ἀνάμεσα στούς στρατιῶτες πού κυκλώνανε τόν σταυρό, ἔτυχε νἄναι κι ὁ ἑκατόνταρχος Λογγῖνος.

Ὥς τήν ὥρα ἐκείνη, ὁ ἄνθρωπος αὐτός οὔτε εἶχε γνωρίσει, οὔτε εἶχε καταλάβει τόν Κύριο. Ὅμως ξαφνικά ἡ ψυχή του ἐσκίρτησε καί τά μάτια του εἶδαν. Γιατί τόν ἀγαθό καί πρᾶο Διδάσκαλο οἱ κακοί τόν εδικάσανε καί τόν στεφανώσανε μέ ἀγκάθια, καί τόν βάλανε μέ καταφρόνια νά κουβαλήσει τό ξύλο τοῦ σταυροῦ, καί τοῦ καρφώσανε τίς παλάμες καί τά πόδια μέ σιδερένια καρφιά καί τόνε σήκωσαν ἀνάμεσα στούς κακούργους.

Τήν ὥρα πού ἡ δίψα τόν ἔκαιγε, τοῦ δώσανε ξίδι πικρό, καί ὁ Λογγῖνος ὁ ἴδιος, σύμφωνα μέ τό πρόσταγμα πού εἶχε, τοῦ χτύπησε τό πλευρό μέ τό κοντάρι. Καί σάν ἦρθε ἡ ὥρα, ὁ Κύριος ἔγειρε τό μέτωπο καί ξεψύχησε. Κι ἔγινε στήν ἀρχή σά μιά φοβερή σιωπή στήν πλάση.

Ἔπειτα ξαφνικά τρικύμισε ἡ γῆ κι ὁ ἥλιος σκοτείνιασε, καί μέ τό σεισμό, ραγίσανε οἱ πέτρες καί ἀνοιχτήκανε οἱ τάφοι τῶν πεθαμένων. Κι ἡ ψυχή τῶν πολεμιστῶν ἐτρόμαξε, κι ὁ ἑκατόνταρχος Λογγῖνος ψιθύρισε μέ φόβο: «Ἀληθινά ὁ γυιός τοῦ Θεοῦ ἦταν αὐτός!». Κι ἀφοῦ θάψανε τό σῶμα τοῦ ζωοδότη Χριστοῦ, ὁ Λογγῖνος ἔλαβε καί πάλι διαταγή ἀπό τόν Πιλάτο, νά φρουρήσει μέ τούς στρατιῶτες του τόν ἐνταφιασμένο.

Κι ὅταν φάνηκε τό φῶς τῆς δόξας καί ὁ Ἄγγελος τοῦ Κυρίου ἐσήκωσε τήν πέτρα ἀπό τόν τάφο, οἱ στρατιῶτες τυφλωθήκανε καί πέσανε μέ τό μέτωπο στή γῆ καί, νιώθοντας τήν καρδιά του νά ἀναρριγάει ἀπό νέο σεισμό, ὁ ἑκατόνταρχος πίστεψε στόν Κύριο. Μαζί πιστέψανε καί δύο στρατιῶτες του καί ἀμέσως ὁμολογήσανε τήν ἀλήθεια καί γίνανε κήρυκες τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ.

Τό μάθανε οἱ ἀρχιερεῖς, τούς φωνάξανε καί τούς ξετάσανε, κι ὁ Λογγῖνος εἶπε:

− Τά μάτια μου εἴδανε τό θαῦμα καί ἡ ψυχή μου τήν ἀλήθεια...

Ἀφοῦ κάνανε συμβούλιο οἱ ἀρχιερεῖς μέ τούς πρεσβυτέρους, γυρίσανε στόν ἑκατόνταρχο καί τοῦ μίλησαν ἔτσι:

− Αὐτό πού λές, πολεμιστή, ἤτανε τοῦ νοῦ σου παιχνίδι. Οἱ μαθητάδες τοῦ Ναζωραίου ἤρθανε τή νύχτα καί τόν κλέψανε ἀπό τόν τάφο.

− Καί ᾽γώ κι οἱ σύντροφοί μου αὐτοί, ἀποκρίθηκε ὁ Λογγῖνος, δέν εἴμαστε τυφλοί κι οὔτε μᾶς πῆρε ὁ ὕπνος, γιατί οἱ φρουροί τοῦ Καίσαρα δέν κοιμοῦνται ποτέ. Δέν μποροῦμε νά κρύψουμε αὐτό πού εἴδαμε στ᾽̓ ἀλήθεια.

Οἱ ἀρχιερεῖς δοκιμάσανε τότε νά δολώσουνε τούς στρατιῶτες μέ χρήματα.

− Ἡ ἀλήθεια εἶναι πιό δυνατή ἀπό τ̓᾽ ἀσήμι σας, ἀπάντησε ὁ Λογγῖνος. Μάταιο κόπο κάνετε νά σκοτεινιάσετε αὐτό πού λάμπει πιότερο κι ἀπό τόν ἥλιο. Ἐγώ θά ἐξακολουθῶ νά μολογάω τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ.

Ἀκούγοντας τά λόγια αὐτά, τό συνέδριο τῶν Φαρισαίων φρύαξε, καί μίσησε τόν Λογγῖνο καί τούς συντρόφους του, κι ὅλη τήν ὀργή πού εἶχαν πρίν καταπάνω στόν Χριστό, οἱ Ἑβραῖοι τή στρέψανε τώρα καταπάνω στόν ἑκατόνταρχο. Σηκωθήκανε, πήγανε στόν Πιλάτο, τόν συκοφαντήσανε μέ λογῆς λογῆς ραδιουργίες καί παραμονεύανε τόν κατάλληλο καιρό νά τόν ἀφανίσουνε.

Ὅμως ὁ Λογγῖνος, ξέροντας πώς εἶναι παλιός καί γνώριμος στρατιώτης τοῦ Καίσαρα, δέν τρόμαζε ἀπό τά λόγια μηδέ ἀπό τίς φοβέρες τους. Μά ἐκήρυχνε, πώς ὁ Χριστός εἶναι ὁ ἀληθινός Θεός καί πώς τήν Ἀνάστασή του τή ζωοποιό τήν εἶδε μέ τά μάτια του.

Ὕστερα ἀπό καιρό, νιώθοντας νά πληθαίνει γύρω του τό μῖσος καί τό φαρμάκι, ἀποφάσισε ν᾽̓ ἀφήσει τήν ὑπηρεσία του καί νά φύγει μακριά ἀπό τόν τόπο τῶν ἐχθρῶν του. Παρατώντας τήν αὐτοκρατορική στολή καί τόν ζωστήρα τοῦ στρατιώτη, πῆρε μαζί τούς δυό φίλους του, πού εἴχανε ὅπως κι αὐτός τήν ἴδια ἀφοσίωση στόν Χριστό, καί ξεκόψανε ἀπό τό πλῆθος τῆς πολιτείας.

Ἀρχίζοντας καινούργια ζωή, καταγίνονταν μέ τήν πίστη στόν Χριστό. Γνωρίσανε τούς ἀποστόλους καί πῆραν ἀπ᾽̓ αὐτούς τό βάπτισμα καί ὕστερα ἀπό λίγο καιρό παρατήσανε τά Ἱεροσόλυμα καί τραβήξανε στήν Καππαδοκία. Ἐκεῖ, ὁ ἑκατόνταρχος Λογγῖνος, μέ τή βοήθεια τῶν συντρόφων του, στάθηκε κήρυκας καί ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ, καί πολλούς ἔβγαλε ἀπό τή νύχτα τῆς πλάνης καί τούς γύρισε στόν Θεό.

Ἀφήνοντας ἔπειτα καί τήν Καππαδοκία, τράβηξε κατά τή γῆ τῶν γονιῶν του, στό χωριό ὅπου εἶχε γεννηθεῖ. Καί κεῖ ζοῦσε ἥσυχα, μέ νηστεία καί προσευχή, παρηγορώντας ὅσους ὑποφέρανε καί ἔχοντας στήν καρδιά του τόν σταυρό.

Κι ἔγινε μεγάλη ταραχή στό συνέδριο τῶν Φαρισαίων στά Ἱεροσόλυμα, πώς ὁ ἑκατόνταρχος γέμισε ὅλη τήν Καππαδοκία μέ τή διδασκαλία καί τή μαρτυρία του γιά τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Γιά τοῦτο, οἱ πρεσβύτεροι καί οἱ ἀρχιερεῖς, γεμάτοι νέα χολή, πήγανε στόν Πιλάτο μέ δῶρα πολλά καί τόν παρακαλέσανε νά στείλει μήνυμα τοῦ Καίσαρα στή Ρώμη καί νά καταδόσει τόν Λογγῖνο, πώς παράτησε τό στρατιωτικό του ἀξίωμα κι ἔφυγε, καί πώς ξέκοψε ἀπό τή ρωμαϊκή ἐξουσία, καί ταράζει τόν λαό στήν Καππαδοκία, κηρύχνοντας ἄλλο βασιλιά.

Κι ὁ Πιλάτος δέχτηκε τά δῶρα κι ἄκουσε τήν παράκληση. Καί ἔστειλε στόν Καίσαρα Τιβέριο γράμμα γεμάτο συκοφαντία γιά τόν Λογγῖνο. Καί μαζί μέ τό γράμμα τοῦ Πιλάτου, στείλανε οἱ Ἰουδαῖοι πολύ χρυσάφι στόν Καίσαρα, ἐξαγοράζοντας ἔτσι τόν θάνατο τοῦ ἑκατόνταρχου.

Μόλις ὁ Πιλάτος πῆρε ἀπό τόν Καίσαρα γράμμα, πού ὅριζε τήν καταδίκη σέ θάνατο τοῦ Λογγίνου γιά τήν πίστη του στόν Χριστό, ἀμέσως τό δίνει, ὅπως ἦταν στούς Ἰουδαίους, καί στέλνει, γιά τή θανάτωση τοῦ ἁγίου, ἀνθρώπους, πού ἦταν πρόθυμοι (νά κάνουν μιά τέτοια πράξη).

Ἐκεῖνοι λοιπόν, ἀφοῦ ἔφτασαν στήν Καππαδοκία καί ἔμαθαν ὅτι ὁ Λογγῖνος ζεῖ ἀσκητικά σέ κάποιο πατρικό του κτῆμα, πηγαίνουν ἀμέσως ἐκεῖ καί πιάνουν κουβέντα μαζί του, χωρίς νά ξέρουν πώς εἶναι ἐκεῖνος, γιά τόν ὁποῖο σέ τόσους κόπους μπῆκαν καί τόσο δρόμο ἔκαναν. Γι᾽αὐτό ρωτοῦσαν καί τόν ἴδιο, ποιός ἦταν ὁ Λογγῖνος καί ποιός ὁ ἀγρός ὅπου ἔμενε. Ἐπειδή λοιπόν, τήν ὥρα ἐκείνη, τό Ἅγιο Πνεῦμα ἀποκάλυψε τά πάντα στόν Λογγῖνο, (ὁ ἅγιος) στράφηκε ἤρεμα πρός τό μέρος τους, καί τούς λέει μέ φωνή ὅλο πραότητα καί καλωσύνη:

− Ἀκολουθῆστε με, καί θά σᾶς δείξω ἐγώ αὐτόν πού ζητᾶτε. Τότε λοιπόν ὁ μακάριος, νιώθοντας λές εὐφροσύνη καί ἀπολαμβάνοντας ἀπό τώρα τή μελλοντική ἡδονή καί κάνοντας δεκτό μέ χαρά τόν μαρτυρικό θάνατο πρίν ἀκόμα μαρτυρήσει, ἄρχισε νά μονολογεῖ:

− «Ὡς ὡραῖοι οἱ πόδες τῶν εὐαγγελιζομένων τά ἀγαθά!». Τώρα θά δῶ ἀνοιγμένους τούς οὐρανούς! Τώρα θά γνωρίσω τή δόξα τοῦ Πατρός! Τώρα θ᾽ἀνέβω πανευφρόσυνα, μέ νικητήριες ἐπευφημίες καί ἔνδοξα τρόπαια, στήν ἄνω Ἱερουσαλήμ, τήν πατρίδα τῶν ἀγγέλων καί τή μητρόπολη τῆς χορείας τῶν Ἁγίων Πάντων.

Τώρα βγάζω ἀπό πάνω μου τόν χωμάτινο χιτώνα καί ἀφήνω τά πολυστέναχτα δεσμά τῆς σάρκας. Τώρα ξεντύνομαι τή φθορά καί ντύνομαι μέ χαρά τήν ἀφθαρσία. Φεύγω ἀπό τήν πρόσκαιρη ζωή καί τίς φουρτοῦνες της, μέ τά μεγάλα κύματα καί τά φοβερά ναυάγια, καί φτάνω στό ἀληθινό καί μοναδικό λιμάνι, ὅπου θά βρῶ τήν ἄλυπη καί αἰώνια ζωή.

Νά χαίρεσαι, ψυχή μου, τώρα πού φεύγεις γιά τόν Πλάστη σου! Ἄς λάμψει ἀπό χαρά τό πρόσωπό σου _ αὐτό ζητάει τώρα ἡ περίσταση! Κι ἐκείνους πού θά σοῦ χαρίσουν τόσα ἀγαθά, νά τούς ὑποδεχθεῖς φιλόφρονα, Λογγῖνε! Νά προσφέρεις πλούσιο γεῦμα σ᾽̓ αὐτούς, πού σέ καλοῦν στό Βασιλικό Δεῖπνο!

Μετά ἀπ̓᾽ αὐτόν τόν μονόλογο, ὁ Λογγῖνος ὁδηγεῖ τούς ἐπισκέπτες του στό σπίτι του. Καί ἀφοῦ τούς φιλοξένησε πλουσιοπάροχα, ἀρχίζει μετά τό δεῖπνο νά τούς ρωτάει πάλι γιά ποιό λόγο εἶχαν ἔρθει καί γιατί ἀναζητοῦσαν τόσο ἐπίμονα τόν Λογγῖνο. Κι ἐκεῖνοι, ἀφοῦ πρῶτα τόν ὅρκισαν νά μή φανερώσει σέ κανένα τό μυστικό, τοῦ λένε τί ἔγραψε ὁ Καίσαρας στόν Πιλάτο, καί ὅτι ἦρθαν γιά ν᾽̓ ἀποκεφαλίσουν τόν Λογγῖνο μαζί μέ δύο στρατιῶτες.

Ὅταν ὁ ἅγιος ἔμαθε καί τό ποιοί ἦταν οἱ ἄλλοι δύο πού θά θανατώνονταν μαζί του _ ἐκεῖνοι δηλαδή πού προτίμησαν (ν᾽ἀκολουθήσουν) τόν Χριστό παρά νά γίνουν πληρωμένα ὄργανα τῶν Ἰουδαίων _ καί ἐπειδή πρίν ἀπό λίγο εἶχαν φύγει, εἰδοποίησε νά ἔρθουν πάλι γρήγορα πίσω, γιά ν᾽̓ ἀπολαύσουν μαζί του τά μοναδικά ἀγαθά.

Ἔτσι λοιπόν, ἀφοῦ φιλοξένησε τούς ἀπεσταλμένους τοῦ Πιλάτου μία καί δεύτερη μέρα, τήν τρίτη τούς πῆρε μαζί του σ᾽̓ ἕναν ἀγρό, περιμένοντας ἐκείνους πού κάλεσε. Καί σάν ἔμαθε πώς ἔφταναν, λέει παρευθύς στούς ἀνθρώπους τοῦ Πιλάτου:

− Ἐγώ εἶμαι ὁ Λογγῖνος πού ζητᾶτε!

Στήν ἀρχή δυσπιστοῦσαν. Γιατί πῶς νά πιστέψουν ὅτι αὐτός εἶναι ὁ μελλοθάνατος, ὅταν τόν ἔβλεπαν ν̓᾽ ἀντιμετωπίζει μέ τόση χαρά τόν κίνδυνο;

Μόλις ὅμως βεβαιώθηκαν πιά πώς εἶναι ἐκεῖνος καί δέν τούς ἔμενε καμιά ἀμφιβολία, τό πῆραν βαριά. Τούς ἔπνιξαν οἱ τύψεις τῆς συνειδήσεως.

− Ὦ κακότυχο δεῖπνο! ἔλεγαν. Ὦ πικρή φιλοξενία! Πῶς ἔκανες, φίλε Λογγῖνε, τέτοιο πράγμα; Γιατί τό σπίτι σου δέχθηκε ἐκείνους πού ἦρθαν νά σέ θανατώσουν; Θάνατος σοῦ γίνεται αὐτή ἡ φιλοξενία! Τόν ἑαυτό σου θά προσφέρεις σάν ἐπιδόρπιο στό τραπέζι! Ληστές σοῦ βγῆκαν οἱ φιλοξενούμενοί σου _ τί παράδοξο!

Τί ἄλλο θά μποροῦσες νά κάνεις, γιά νά δώσεις τόση λύπη σ᾽̓ ἐκείνους πού ἦρθαν νά πραγματοποιήσουν τή σφαγή σου; Φύγε λοιπόν, παίρνοντας σάν ἀνταμοιβή τῆς φιλοξενίας σου τή λύτρωση ἀπ᾽̓ τόν θάνατο. Δέν ἀντέχουμε νά βάλουμε πάνω σου τό ξίφος.

Κοκκινίζουμε, (καθώς ἀναλογιζόμαστε) τό πλούσιο τραπέζι (πού μᾶς παρέθεσες). Ντρεπόμαστε αὐτόν πού μέ τόση φροντίδα μᾶς φιλοξένησε. Τό χέρι παραλύει μπροστά στόν φόνο. Ὁ νοῦς δέν μπορεῖ νά σκεφτεῖ τοῦ εὐεργέτη τόν θάνατο. Προτιμότερος εἶναι ὁ κίνδυνος (τῆς τιμωρίας μας) ἀπό τόν Πιλάτο παρά ὁ ἔλεγχος τῆς συνειδήσεως. Εἴμαστε ἕτοιμοι ὅλα νά τά ὑποφέρουμε, παρά νά πληρώσουμε μέ τέτοιο νόμισμα τόν Λογγῖνο.

Αὐτά ἔλεγαν μέ πολλή θλίψη οἱ στρατιῶτες στόν μάρτυρα τοῦ Χριστοῦ. Δέν μποροῦσαν ὅμως νά πείσουν τόν Λογγῖνο. Ὁ ἀληθινά γενναῖος τούς ἀπάντησε μέ γενναιότητα:

− Γιατί, ἀγαπητοί μου, δείχνετε φθόνο γιά τά μεγάλα ἀγαθά (πού μέ περιμένουν); Γιατί μοιρολογᾶτε μέ τόσο πόνο γιά τόν θάνατό μου; Δέν εἶναι γιά μένα θάνατος αὐτός ἐδῶ, ἀλλά ζωῆς ἀπαρχή. Θάνατος στ᾽̓ ἀλήθεια εἶναι γιά μένα μᾶλλον ἡ παραμονή ἐδῶ στή γῆ, γιατί δέν βρίσκομαι κοντά στόν Κύριό μου καί δέν ἀπολαμβάνω τήν οὐράνια μακαριότητα. Τό τέλος θά μοῦ φέρει τέλος τῶν κακῶν καί ὄχι τέλος τῆς ζωῆς. Ἀπεναντίας, θά μέ μεταφέρει στήν πραγματικά αἰώνια ζωή.

Τήν ὥρα πού μιλοῦσε ὁ Λογ­γῖνος, λέγοντας αὐτά καί ἄλλα περισσότερα καί προσπαθώντας νά πείσει τούς ἀνθρώπους τοῦ Πιλάτου νά κάνουν ὅ,τι εἶχαν διαταχθεῖ, καταφθάνουν καί οἱ στρατιῶτες, πού εἶχαν καταδικαστεῖ μαζί του σέ θάνατο. Καθώς τούς εἶδε, τό πρόσωπό του φωτίστηκε. Ἁπλώνει τό δεξί του χέρι καί τό τυλίγει γύρω ἀπ᾽τόν τράχηλό τους. Ἔπειτα φιλάει μέ στοργή τά μάτια τους καί τούς λέει:

− Χαίρετε, στρατιῶτες τοῦ Χριστοῦ καί κληρονόμοι τῆς βασιλείας Του! Εἶναι κιόλας ἀνοιγμένη γιά μᾶς ἡ πύλη τοῦ οὐρανοῦ. Οἱ ἄγγελοι περιμένουν νά παραλάβουν τίς ψυχές μας καί νά τίς ὁδηγήσουν κοντά στόν μονογενῆ Υἱό (τοῦ Θεοῦ). Γι᾽ αὐτό λοιπόν _ στράφηκε τώρα στούς ἀπεσταλμένους _ κάντε αὐτό πού προσταχθήκατε!

Ὕστερα φόρεσε καθαρά ροῦχα, πού τοῦ ἔφεραν ἀπό τό σπίτι _ λές καί τόν εἶχαν καλέσει σέ γάμο, καί βιαζόταν νά πάει! _ , γονάτισε μαζί μέ τούς συντρόφους του καί τελείωσε μ᾽αὐτούς τόν ἀγώνα... Ὤ τί μακάριο τέλος! Ἀποκεφαλίστηκαν καί κατατάχθηκαν στή χορεία τῶν ἁγίων μαρτύρων.

(Ἀπό τά βιβλία α) ΚΙΒΩΤΟΣ, ἐκδ. ΑΣΤΗΡ, Ἀθῆναι 1991, σ.106-107 καί β) ΜΙΚΡΟΣ ΕΥΕΡΓΕΤΙΝΟΣ, ἐκδ. Ἱερά Μονή Παρακλήτου, Ἀθήνα 1998, σ. 235-238)