–Μια παραστατική παραβολή του Αγίου Σιλουανού για τις ατελείωτες αξιώσεις της υπερηφανείας
στον ανθρώπινο νου και την εν γένει ζωή…
Ένας κυνηγός, αγαπούσε πολύ να περιφέρεται στα δάση και τους κάμπους για κυνήγι. Κάποια ημέρα, κυνηγώντας για πολλή ώρα, ανέβαινε σ’ ένα ψηλό βουνό κι επειδή κουράστηκε, κάθισε σε μια μεγάλη πέτρα. Βλέποντας ένα σμήνος από πουλιά να πετά από την μία κορυφή στην άλλη, σκέφτηκε: «Γιατί ο Θεός δεν έβαλε φτερά στον άνθρωπο, για να μπορεί να πετάει;».
Εκείνη την ώρα, από τον ίδιο τόπο περνούσε ένας ταπεινός ερημίτης και γνωρίζοντας τις σκέψεις του κυνηγού, του είπε: «Συλλογίζεσαι, γιατί ο Θεός δεν σου έδωσε φτερά. Αλλά, αν σου δώσει φτερά, πάλι δεν θα είσαι ευχαριστημένος και θα πεις: ‘‘Τα φτερά μου, είναι αδύνατα. Και μ’ αυτά δεν μπορώ να πετάξω ως τον ουρανό για να δω τί υπάρχει εκεί!’’. Και αν σου δοθούν τέτοια δυνατά φτερά, που να μπορέσεις να ανεβείς ως τον ουρανό, και τότε θα είσαι ανικανοποίητος και θα πεις: ‘‘Δεν καταλαβαίνω τί γίνεται εδώ!’’. Και αν σου δοθεί να καταλάβεις, τότε και πάλι δεν θα είσαι ευχαριστημένος, και θα πεις: ‘‘Γιατί εγώ δεν είμαι άγγελος;’’. Και αν γίνεις άγγελος, τότε και πάλι θα είσαι δυσαρεστημένος, και θα πεις: ‘‘Γιατί δεν είμαι Χερουβείμ;’’. Και αν γίνεις Χερουβείμ, τότε θα πεις: ‘‘Γιατί ο Θεός δεν μ’ αφήνει να κυβερνώ τον ουρανό;’’. Και αν σου δοθεί να κυβερνάς τον ουρανό, τότε δεν θα ευχαριστηθείς και, σαν κάποιον άλλον, θα ζητήσεις ‘‘περισσότερα’’. Γι’ αυτό, πάντα να ταπεινώνεσαι και, έτσι, θα είσαι ικανοποιημένος με ό,τι σου δίνεται και τότε θα ζεις με τον Θεό».
Ο κυνηγός είδε ότι ο ερημίτης είπε την αλήθεια και ευχαρίστησε τον Θεό, επειδή του έστειλε τον μοναχό, για να τον συνετίσει και να τον διδάξει την οδό της ταπεινώσεως…
ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ (1866–1938)
[(1) Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου (Σαχάρωφ): «Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης», α΄ μέρος, κεφ. στ΄ («Τα είδη της φαντασίας και ο αγώνας εναντίον της»), σελ. 210–211, 10η έκδοση, Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας, 2003. (2) Φωτογραφία: Platon (Antomiou).]
https://toeilhtarion.blogspot.com/2014/01/blog-post_3308.html
Όπως το άλας μπαίνει σε όλα τα φαγητά και τα νοστιμίζει, έτσι και στην ζωή του Γέροντα Παϊσίου, σε όλες τις εκδηλώσεις, στα λόγια, στα γραπτά, στις σχέσεις του με τους άλλους, συναντούμε την ταπεινοφροσύνη. Ενδύθηκε η ψυχή του σαν ένδυμα την ταπείνωση, την «στολή της θεότητος» (Αβ. Ισαάκ).
Τα θαύματα και οι ευεργεσίες του Θεού αντί να του φέρνουν λογισμούς υπερηφανείας, γίνονταν αφορμές ταπεινώσεως και μεγαλυτέρου αγώνος. Αυτή είναι η ιδιαιτερότητα της ταπεινώσεώς του. Ταπείνωση αρχοντική, «πλουτοταπείνωσις» (Κλίμαξ Ε’, θ’).
Έβλεπε τον εαυτό του κάτω απ’ όλη την κτίση, χειρότερο και από τα ζώα. Αναφέρει σε επιστολή του (25-12-65): «Παρομοιάζουμε τον εαυτό μας με τα ζώα και κατηγορούμε και τα καημένα τα ζώα. Εμείς γινόμαστε χειρότεροι από αυτά. Μιαν ημέρα σκεφτόμουνα να βρω κάτι δια να παρομοιάσω τον εαυτό μου, και κατέληξα τελικά στο σκαθάρι. Μετά από μια καλή εξέταση είδα να το αδικώ και αυτό το καημένο, διότι και αυτό εκτελεί τον προορισμό του εις το να κόβη κομματάκια-κομματάκια την κοπριά και να την κάμη μικρά μπαλάκια και να την αφανίζη. Ενώ εγώ, λογικός άνθρωπος, πλάσμα του Θεού κατ’ εικόνα και ομοίωσιν, συγκεντρώνω κοπριά στον ναό του Θεού δια της αμαρτίας. Και το κακό είναι, που όχι σκαθάρι δεν δέχομαι να με ειπή κανείς, αλλ’ ούτε και γαϊδουράκι, που είναι τουλάχιστον σ’ όλους γνωστές οι πολλές και κοπιαστικές υπηρεσίες που προσφέρει στον άνθρωπο με μεγάλη υπομονή και στο τέλος αφανίζεται».



.jpg)







