Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 2205. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 2205. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

15 Σεπτεμβρίου, 2022

''ΟΧΙ ΜΟΝΟ ΤΟΥΣ ΔΙΚΟΥΣ ΣΑΣ...'' ΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

 Συνέπιπτε ἀκριβῶς στὶς 17 Σεπτεμβρίου: Τὴν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τῆς ἁγίας Σοφίας θὰ ἔφθανε ἀπὸ τὴ Μελβούρνη στὸ ἀεροδρόμιο «Ἐλευθέριος Βενιζέλος» τῆς Ἀθήνας ὁ Ματθαῖος, ποὺ ἦταν ἐκεῖ φημισμένος Ἕλληνας οἰκονομολόγος, ξενιτεμένος 10 χρόνια τώρα. Τὸ εἶχε προγραμματίσει – πρὶν κατέβει στὸ χωριό του, τὸν Χρυσὸ τῆς Παρνασσίδος, πού ᾿ναι ἐπίγειος παράδεισος – νὰ μείνει λίγες ὧρες στὴν Ἀθήνα. Εἶχε ὑποχρέωση νὰ περάσει ἀπὸ τὴ θεία του τὴ Σοφία ποὺ γιόρταζε, γερόντισσα τώρα, γιὰ νὰ τῆς εὐχηθεῖ. Ἀλλὰ καὶ νὰ τὴ συλλυπηθεῖ, γιατὶ πρὶν 2 μῆνες εἶχε χάσει τὸν ἄνδρα της, τὸν Κυριάκο. Στὴν ἄτεκνη αὐτὴ οἰκογένεια, παρ᾿ ὅλη τὴ φτώχεια ποὺ εἶχε, ὁ Ματθαῖος χρωστοῦσε μεγάλη εὐγνωμοσύνη, γιατὶ τοῦ εἶχε συμπαρασταθεῖ στὰ πρῶτα ἔξοδα τῆς ξενιτειᾶς του. Τὴ διεύθυνση τοῦ σπιτιοῦ τους τὴ θυμόταν καλά. Ἔκπληξη θὰ ἔκανε στὴ θεία. Καὶ νά, ἔφθασε. 12 τὸ μεσημέρι. Στὴν ὁδὸ Μ... 9Α, στὴν Ἄνω Κυψέλη. Στὴν παλαιὰ ἐκείνη πεν ταόροφη πολυκατοικία. Ἦταν ἀκριβῶς ἡ ἴδια, ὅπως τὴν ἤξερε. Καὶ τὸ διαμέρισμα τῆς θείας του στὸ ὑπόγειο. Χτύπησε τὸ κουδούνι στὸ ὄνομα «Εὐλαμπιάδης». Ἡ ἐξώπορτα τῆς πολυκατοικίας ἄνοιξε. Μπῆκε μέσα προσεκτικά. Κρατοῦσε στὰ χέρια του ἕνα ποτὸ καὶ ἕνα κουτὶ τυλιχτὰ διαβητικὰ γλυκὰ ἀπὸ τὴν Αὐστραλία· καὶ ἕνα ψητὸ κοτόπουλο καὶ λίγα ἀκτινίδια ποὺ εἶχε ἀγοράσει πρὶν λίγο. Κατέβηκε ἀργὰ τὰ ψηλὰ ἀπότομα σκαλοπάτια ποὺ ὁδηγοῦσαν στὸ ὑπόγειο. Ὀσμὴ φοβερῆς ὑγρασίας. Σκοτάδι. Ἄνοιξε τὸ φῶς τοῦ κλιμακοστασίου. Ἤξερε. Στὸ 2ο διαμέρισμα δεξιὰ ἔμενε ἡ θεία. Χτύπησε τὸ κουδούνι. Ἕνας παρατεταμένος βαρύτονος ἦχος ἀντήχησε δυνατά. Καὶ μετὰ ἀπὸ ὥρα, φωνὴ ἀπὸ μέσα: 

–Παρακαλῶ, ποιός; 

–Ὁ Ματθαῖος, θεία μου, ὁ ἀνηψιός σου. 

–Ὁ Ματθαῖος; Δηλαδὴ ὁ Μάνθος; 

–Ναί, ὁ Μάνθος σου, θεία. 

–Ὤ! Ἀλήθεια! 

Ξεκλείδωσε ἀργά-ἀργὰ τὴ γερὰ ἀσφαλισμένη καὶ θωρακισμένη πόρτα ἡ γερόντισσα καὶ ἄνοιξε. Ντυμένη στὰ μαῦρα, μὲ μαντήλι σφιχτὸ στὸ κεφάλι, μὲ τὸ ἕνα χέρι νὰ κρατάει τὰ κλειδιὰ καὶ μὲ τὴν ἄλλη παλάμη νὰ σφίγγει τὸ «Πὶ» ποὺ τὴν ὑποβάσταζε. Μόνη της ἦταν. Καὶ ὤ! τί χαρὰ καὶ συγκίνηση τότε μεγάλη! Ἔπεσε ὁ ἕνας στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ ἄλλου. 

–Μάνθο μου, παιδί μου, χαρά μου!... Πέρασε μέσα... 

Ἔβλεπε ὁ Μάνθος τὸ σπίτι. Τί σπίτι! Ἕνα δωμάτιο ὅλο καὶ ὅλο μὲ τὰ πράματα ὄχι ὅλα σὲ τάξη. Καὶ κατσαρίδες νὰ τρέχουν νευρικὰ πάνω στὸν τοῖχο, σὰν νὰ ἤθελαν ἀπὸ ντροπὴ κάπου νὰ κρυφτοῦν. «Ὤ! φτώχεια καὶ τί μοναξιὰ καὶ πόνος», εἶπε μέσα του ὁ Μάνθος. Ἀλλὰ ὄχι. Ὄχι πόνος ἐδῶ, γιατὶ τὸ πρόσωπο τῆς θείας ἔλαμπε ἀπὸ εὐτυχία! 

–Κάθισε ἐδῶ, Μάνθο μου, στὴν πολυθρόνα. Ἐδῶ καθόταν κάποτε ὁ ἀγαπημένος σου θεῖος, ὁ Κυριάκος, ποὺ μὴν τὸ ξεχνᾶς ποτέ! Ἦταν καὶ καρδιακὸς φίλος τοῦ πατέρα σου. Ἐδῶ καθόταν πρὶν καταπέσει. Γιατί, ξέρεις, τὰ τελευταῖα ἑφτὰ χρόνια τὰ πέρασε καθηλωμένος δίπλα, πάνω σ᾿ αὐτὸ τὸ κρεβάτι ποὺ βλέπεις, μὲ φριχτοὺς πόνους στὴ σπονδυλικὴ στήλη. Τὸν ἔφαγε τελικὰ ὁ καρκίνος. 

–Ὤ! θεία μου! Πονῶ μαζί σου... Ὁ Θεὸς νὰ ἀναπαύει τὴν ψυχὴ τοῦ καλοσυνάτου θείου. Καὶ σὲ σένα, θεία μου, νὰ χαρίζει χρόνια πολλὰ καὶ εἰρηνικά. 

–Κρατῶ τὸ «εἰρηνικά». Αὐτὸ θέλω. Αὐτὸ τὸ ζῶ τώρα. Καὶ μοῦ φθάνει, Μάνθο μου. Θὰ σ᾿ τὸ ἐξηγήσω ἐμπιστευτικά. Κοίταξε... Βλέπεις ἐκεῖ δεξιά, πάνω στὸ κομοδίνο τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Γλυκοφιλούσας, καὶ δίπλα τὴ φωτογραφία τοῦ θείου σου μὲ τὸ καντηλάκι ἀναμμένο; Πήγαινε ἀπὸ κοντά. 

Κοίταξε... Σηκώθηκε ὁ Μάνθος, πλησίασε... Καὶ εἶδε ᾿κεῖ πάνω στὸ κέντημα, ἀφημένα δίπλα στὸ ἀναμμένο καντήλι τὰ στέφανα τοῦ γάμου· ὁλόλευκα· πεντακάθαρα. 

–Εἶδες καλά; Κατάλαβες κάτι; Ἔκρυψε ἀμέσως τὸ πρόσωπό της ἡ γερόντισσα μὲ τὶς παλάμες της καὶ ἄρχισε νὰ κλαίει... 

–Κατάλαβες, Μάνθο; Ὁλόλευκα τὰ στέφανα, ἀλλὰ καὶ καινούργια, πεντακάθαρα. Γιατὶ πρὶν 3 μῆνες ἔγινε ὁ γάμος μας. Ναί, πρὶν 3 μῆνες ἀπὸ σήμερα. Ἤμασταν 60 χρόνια ἀστεφάνωτοι! Δὲν τὸ ἤξερε κανείς. Παιδιὰ δὲν εἴχαμε. Συγγενεῖς λίγους. Τώρα πέθαναν ὅλοι τους. Ποιὸς νὰ τὸ ἤξερε; Ποῦ νὰ τὸ ποῦμε; Τό ᾿ξερε ὅμως ὁ Θεὸς τὸ κρίμα μας. Καὶ φρόντισε κι ἔκανε τὸ θαῦμα Του σὲ τοῦτο ᾿δῶ τὸ φτωχικό μας καὶ ἔφερε εἰρήνη καὶ σωτηρία. Θὲς νὰ συνεχίσω; 

–Ὢ, θεία μου! Δὲν εἶμαι ἄξιος ν᾿ ἀκούσω τῆς ψυχῆς σου τὰ μυστικά, ὅμως θέλω ν᾿ ἀκούσω. 

–Πρὶν ἕνα χρόνο στὸν 5ο ὄροφο ἐδῶ ἦρθε μιὰ οἰκογένεια ἀπὸ τὴ Ρόδο μὲ τέσσερα παιδιά. Στρατιωτικὸς ὁ πατέρας, φιλόλογος ἡ μάνα. Ἀξιόλογοι ἄνθρωποι ὅλοι τους. Ἔμαθαν γιὰ μᾶς – πὼς ἤμασταν μόνοι – κι ἔδειχναν ἐνδιαφέρον, οἱ μοναδικοὶ ἐδῶ στὴν πολυκατοικία. Μᾶς ἔφερναν ἄλλοτε λίγο φαγητό, ἄλλοτε τὰ φάρμακα, κάποτε καὶ ἀντίδωρο ἀπὸ τὴν ἐκκλησία. Κάθε τόσο μᾶς ἄφηναν ἔξω, στὸ πόμολο τῆς πόρτας, μιὰ σακούλα μὲ κάποια εἰκονίτσα, μὲ τὴ «Φωνὴ Κυρίου», μικρὰ βιβλιαράκια μὲ ἱστορίες τοῦ Θεοῦ καὶ μὲ Ἁγίους, καὶ ἄλλα. Τί νὰ σοῦ πῶ, Μάνθο! Τέτοια καλοσύνη μόνο ἀπὸ τὸν Θεὸ μποροῦσες νὰ τὴν περιμένεις. Καὶ ποὺ λές, πῶς τό ᾿φερε ἡ κουβέντα μιὰ μέρα, μοῦ ξέφυγε καὶ μὲ ντροπὴ τό ᾿πα σὲ κείνη τὴ γραμματισμένη γυναίκα τὸ κρυφὸ μυστικό μας. 

–Κυρα-Λένα, τῆς λέω, εἴμαστε 60 χρόνια ἀστεφάνωτοι. Ἔλαμψε τὸ πρόσωπό της, καὶ μοῦ λέει. 

–Ἐμεῖς θὰ σᾶς παντρέψουμε. Ἐμεῖς, Σοφία μου! 

–Ποῦ; 

–Ἐδῶ! 

–Στὸ ὑπόγειο; 

–Ναί, στὸ ὑπόγειο ἐδῶ! 

–Καὶ ὁ ἀνήμπορος ἄνδρας μου; 

–Ἐδῶ! Ἐδῶ κάτω... Τὸ ᾿πα στὸν Κυριάκο. Δὲν εἶχε ἀντίρρηση. Καὶ ὅλα ἔγιναν πιὸ λαμπρὰ ἀπὸ λαμ πρά. Ἦρθε ἐδῶ ὁ πατὴρ Ἀλέξιος ἀπὸ τὴν ἐνορία κι ἔκανε τὸν Γάμο. Εἶχε πάρει εἰδικὴ ἄδεια ἀπὸ τὴν Ἀρχιεπισκοπή. Κουμπάροι ἦσαν οἱ γονεῖς καὶ παρανυφάκια τὰ τέσσερα μεγαλωμένα παιδιά τους. Καὶ ὁ χορὸς τοῦ Ἡσαΐα γύρω ἀπὸ τὸ κρεβάτι μὲ τὸν Κυριάκο μου βέβαια καθηλωμένο πάνω. Ὤ! Τί νὰ σοῦ πῶ, Μάνθο μου! Κλαίγαμε ὅλοι! Μοιράσαμε καὶ κουφέτα. Λόγια δὲν ὑπῆρχαν. Ὅσα καὶ νὰ σοῦ πῶ, δὲν μποροῦν νὰ περιγράψουν τὴ χαρὰ τῆς ψυχῆς μας. Ζήσαμε τότε ἀληθινὸ Παράδεισο! Καὶ Παράδεισός μας δὲν ἦταν μόνο τὸ Μυστήριο τοῦ Γάμου, ἀλλὰ καὶ τὸ ἄλλο τὸ πιὸ μεγάλο, τῆς μετανοίας μας τὸ Μυστήριο. Ἐξομολογηθήκαμε καὶ κλάψαμε γιὰ τὸ μεγάλο μας κρίμα στὸν π. Ἀλέξιο, πού ᾿ταν καὶ καλὸς Ἐξομολόγος. Τοῦ ᾿παμε βέβαια καὶ ὅσα ἄλλα βάραιναν τόσα χρόνια τὴν ψυχή μας. Τρεῖς μέρες πρὶν ξεψυχήσει, κοινώνησε ὁ θεῖος σου, ἐδῶ στὸ κρεβάτι αὐτὸ γιὰ πρώτη φορὰ ἀπὸ τότε ποὺ ἦταν παιδί. Καὶ εἶχε πρόσωπο σὰν ἀγγέλου, τόσο φωτεινὸ ἐκείνη τὴν ἡμέρα. Ὤ! Τί ἀγάπη θεϊκὴ πλούσια μᾶς ἀποκαλύφθηκε ἐδῶ!... Καὶ ὅταν κάποτε, Μάνθο μου, ρώτησα τὴν κυρα-Λένα: 

–Γιατί μᾶς ἀγαπᾶτε τόσο; Ἐκείνη μ᾿ ἀπάντησε χαμογελώντας: 

–Ὅταν φύγαμε ἀπὸ τὴ Ρόδο, ὁ γέροντάς μας, ὁ ἐκεῖ Πνευματικός μας, ἕνα λόγο τελευταῖο μᾶς εἶπε: «Ἐκεῖ ποὺ θὰ πᾶτε, προσέχετε ὄχι μόνο τοὺς δικούς σας, ἀλλὰ πιὸ πολὺ τοὺς διπλανούς σας.ΟΣΩΤΗΡ2205

02 Σεπτεμβρίου, 2022

ΤΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ

 Στὸ νοῦ τῶν Μαθητῶν τοῦ Κυρίου, καθὼς ἀκοῦν τὴ θεία Του διδασκαλία καὶ βλέπουν τὰ θαύματα ποὺ ἐπιτελεῖ, πολλὲς φορὲς δημιουργοῦνται ἐρωτήματα ποὺ ἐκφράζουν ἄγνοια, δυσπιστία, περιέργεια κ.λπ. Ὅταν π.χ. βλέπουν τὸν ἐκ γενετῆς τυφλό, προβληματίζονται. Θέλουν νὰ πληροφορηθοῦν: «Τίς ἥμαρτεν, οὗτος ἢ οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἵνα τυφλὸς γεννηθῇ;» (Ἰω. θ´ 2-3). Τοὺς δίνει τὴν ἀπάντηση: Οὔτε αὐτὸς ἁμάρτησε οὔτε οἱ γονεῖς του. Ἀλλὰ γεννήθηκε τυφλὸς γιὰ νὰ φανερωθοῦν μὲ τὴν ὑπερφυσικὴ θεραπεία τῶν ματιῶν του τὰ ἔργα ποὺ ἐπιτελεῖ ἡ δύναμη καὶ ἡ ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ. Ἄλλοτε ζητοῦν νὰ πληροφορηθοῦν ποιὸς θὰ εἶναι μεγαλύτερος καὶ περισσότερο διακεκριμένος ἀπ᾿ τοὺς ἄλλους στὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν· «τὶς ἄρα μείζων ἐστὶν ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν;» (Ματθ. ιη´ [18] 1). Ἄλλοτε θέλουν νὰ μάθουν ἐὰν κατὰ τὸ χρονικὸ διάστημα τῶν ἡμερῶν τους πρόκειται νὰ ἀποκαταστήσει ὁ Κύριος στὴν παλαιά της δύναμη καὶ δόξα τὴ βασιλεία τοῦ Ἰσραήλ· «Κύριε, εἰ ἐν τῷ χρόνῳ τούτῳ ἀποκαθιστάνεις τὴν βασιλείαν τῷ Ἰσραήλ;» (Πράξ. α´ 6). Παρόμοια ἐρωτήματα ἔθεταν στὸν Κύριο καὶ οἱ ἀκροατὲς τῆς διδασκαλίας Του. Τὸν ρώτησε π.χ. κάποτε ἕνας ἀπ᾿ αὐτούς: «Κύριε, εἰ ὀλίγοι οἱ σῳζόμενοι;»· Κύριε, θὰ εἶναι λίγοι αὐτοὶ ποὺ θὰ σωθοῦν; Ἐκεῖνος ὅμως, ἀποφεύγοντας νὰ δώσει ἀπάντηση σὲ ἐρώτημα ποὺ θὰ ἱκανοποιοῦσε ἁπλὴ περιέργεια, ἀπάντησε: «ἀγωνίζεσθε εἰσελθεῖν διὰ τῆς στενῆς πύλης» (Λουκ. ιγ΄ [13] 23, 24)· ἀντὶ νὰ ρωτᾶτε πόσοι θὰ σωθοῦν, νὰ ἀγωνίζεσθε νὰ περάσετε ἀπὸ τὴ στενὴ πύλη γιὰ νὰ μπεῖτε στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, νὰ ἀπαρνηθεῖτε δηλαδὴ τὶς κακὲς συνήθειές σας καὶ τὴν ἁμαρτωλὴ ζωή σας γιὰ νὰ σωθεῖτε. Ἀνάμεσα ὅμως στὰ τόσα ἐρωτήματα ποὺ δέχθηκε ὁ Κύριος, ὑπάρχει καὶ ἕνα ποὺ ἔχει ἰδιαίτερη σημασία. Αὐτὸ Τοῦ τὸ ἔθεσε ἕνας ἄρχοντας, ἕνας πλούσιος καὶ εὐσεβὴς νέος: «Διδάσκαλε ἀγαθέ, τί ποιήσω ἵνα ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω;» (Μάρκ. ι΄ [10] 17)· τί πρέπει νὰ κάνω γιὰ νὰ κληρονομήσω τὴν αἰώνια ζωή; Ἡ ἀπάντηση τοῦ Κυρίου στὸ καίριο αὐτὸ ἐρώτημα ἦταν ξεκάθαρη: «εἰ θέλεις εἰσελθεῖν εἰς τὴν ζωήν, τήρησον τὰς ἐντολάς». Θέλεις νὰ σωθεῖς; Ἐφάρμοσε στὴ ζωή σου τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ. Τὶς ξέρεις: «οὐ φονεύσεις, οὐ μοιχεύσεις, οὐ κλέψεις, οὐ ψευδομαρτυρήσεις, τίμα τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα, καὶ ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν» (Ματθ. ιθ΄ [19] 17-19). Αὐτὸ ἦταν τὸ πιὸ σημαντικὸ ἀπὸ τὰ ἐρωτήματα ποὺ δέχθηκε ὁ Κύριος. Καὶ εἶναι ἀναμφιβόλως τὸ σπουδαιότερο ποὺ πρέπει νὰ κυριαρχεῖ καὶ σὲ μᾶς. Πάντοτε καὶ μάλιστα ὅταν συζητοῦμε μὲ τοὺς ἄλλους: «Τί ποιήσω ἵνα ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω;» (Μάρκ. ι´ [10] 17). Εἶναι μεγάλο τὸ ἐρώτημα, γιατὶ εἶναι τὸ μέγιστο ἔργο ποὺ ἔχουμε νὰ ἐπιτελέσουμε ἐδῶ στὸν κόσμο ὅσο ζοῦμε. Θὰ λαμβάνουμε τότε τὴν ἀπάντηση ἀπὸ τὸν Κύριο: Ἐὰν θέλεις νὰ μπεῖς στὴν αἰώνια καὶ μακαρία ζωή, νὰ ἐφαρμόζεις σ᾿ ὅλη τὴ ζωή σου τὶς ἐντολές (Ματθ. ιθ´ [19] 17). Ἄλλοτε θὰ Τὸν ἀκοῦμε νὰ μᾶς λέει, ὅπως εἶπε στοὺς Μαθητές Του ὅταν ἔπλυνε τὰ πόδια τους: «ὑπόδειγμα δέδωκα ὑμῖν, ἵνα καθὼς ἐγὼ ἐποίησα ὑμῖν, καὶ ὑμεῖς ποιῆτε»· ὅπως ἐγὼ ἔκανα σὲ σᾶς, ἔτσι κι ἐσεῖς νὰ κάνετε ὁ ἕνας στὸν ἄλλον, καὶ ἀπὸ ἀγάπη νὰ ταπεινώνεσθε καὶ νὰ ὑπηρετεῖτε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον» (Ἰω. ιγ´ [13] 15). Εἶναι δὲ σημαντικὸ νὰ συνειδητοποιήσουμε ὅτι τὸ ἐρώτημα «τί ποιήσω ἵνα ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω;», τὸ θέτουμε στὸν μοναδικὸ καὶ ἀληθινὸ Διδάσκαλο, τὸν ἐνανθρωπήσαντα Υἱὸ καὶ Λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ Θεό· σ᾿ Αὐτὸν ὁ Ὁποῖος βεβαιώνει: «Ἐγώ εἰμι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή· οὐδεὶς ἔρχεται πρὸς τὸν πατέρα εἰ μὴ δι᾿ ἐμοῦ» (Ἰω. ιδ´ [14] 6)· Ἐγὼ εἶμαι ὁ μοναδικὸς δρόμος ἀπὸ τὸν ὁποῖο μπορεῖ νὰ φτάσει κανεὶς στὸν οὐρανό. Διότι συγχρόνως εἶμαι καὶ ἡ ἀπόλυτη ἀλήθεια καὶ ἡ πραγματικὴ καὶ πηγαία ζωή. Κανεὶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθει πρὸς τὸν Πατέρα καὶ νὰ μετάσχει στὴ μακαρία ζωή Του, παρὰ μόνο ἂν περάσει ἀπὸ Μένα. Διότι Ἐγὼ μὲ τὴ διδασκαλία μου σᾶς γνωρίζω τὸν Πατέρα μου καὶ τὴν ἀλήθειά Του. Καὶ μὲ τὴ θυσία μου ὡς αἰώνιος Ἀρχιερεὺς σᾶς συμφιλιώνω μὲ Αὐτόν. Νά, λοιπόν, τὸ μεγάλο καὶ καίριο ἐρώτημα τῆς ζωῆς μας. Αὐτὸ πρέπει πρῶτα καὶ πάνω ἀπὸ ὅλα νὰ μᾶς ἀπασχολεῖ: «Τί ποιήσω ἵνα ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω;». Γνωρίζουμε ὅμως καὶ τὴν  ἀπάντηση: Ἂν θέλουμε νὰ γίνουν κτῆμα μας οἱ ἐπουράνιοι θησαυροί, πρέπει νὰ εἴμαστε πάντοτε ἕτοιμοι καὶ ἄγρυπνοι προσέχοντας νὰ ἐκτελοῦμε σὲ κάθε περίσταση τὶς ἐντολὲς τοῦ Κυρίου καὶ πρόθυμα νὰ Τὸν ὑπηρετοῦμε.ΟΣΩΤΗΡ2205

25 Αυγούστου, 2022

ΤΑ ΣΚΑΛΟΠΑΤΙΑ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

 1. «Ὁ χρυσος κανονας » 
Ἡ  ἐντολὴ τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν πλησίον,  γνωρίζουμε ὅτι εἶναι ἡ μεγαλύτερη μετὰ τὴν ἐντολὴ τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν Θεό.  «Καθὼς θέλετε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως». Ὁ Κύριός μας γνωρίζει ὅτι ὁ ἄνθρωπος ποὺ δὲν ἔχει ἀναγεννηθεῖ ἀπὸ τὴ θεία Χάρι, εἶναι ἐγωιστής, φίλαυτος, ἀγαπάει πολὺ τὸν ἑαυτό του. Καὶ ὡς ὁ τέλειος Διδάσκαλος, παίρνει ἀφορμὴ ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἀγάπη γιὰ νὰ μᾶς διδάξει τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον. Μὲ τὸν λόγο Του αὐτὸν εἶναι σὰν νὰ λέει: Βάλε τὸν ἑαυτό σου στὴ θέση τοῦ ἄλλου. Ἐσὺ θέλεις νὰ μὴ σὲ κλέβουν οἱ ἄλλοι, νὰ μὴ σὲ ἀδικοῦν, νὰ μὴ σὲ βλάπτουν μὲ κανέναν τρόπο, ἀλλὰ νὰ σὲ ἀγαποῦν, νὰ λυποῦνται στὴ λύπη σου καὶ νὰ χαίρονται στὴ χαρά σου· νὰ σὲ συγχωροῦν γιὰ ὅσα τοὺς ἔφταιξες, νὰ εἶναι ἐπιεικεῖς ἀπέναντί σου γιὰ τὰ λάθη σου, νὰ σὲ βοηθοῦν στὴν ἀνάγκη σου… Τὸ ἴδιο λοιπὸν νὰ κάνεις κι ἐσύ. Μποροῦμε ἑπομένως νὰ ἐφαρμόσουμε τὴν ἐντολὴ τῆς ἀγάπης, ἐὰν θέλουμε, διότι ἔχουμε ἀσφαλὴ ὁδηγὸ τὴν ἀγάπη στὸν ἑαυτό μας. Μάλιστα ὁ λόγος αὐτὸς ὀνομάσθηκε «χρυσὸς κανόνας», διότι, ἐὰν τὸν ἐφαρμόζαμε μὲ συνέπεια, θὰ λύνονταν ὅλα ἀνεξαιρέτως τὰ προβλήματα τῆς ζωῆς, καὶ ἡ κοινωνία μας θὰ ἦταν παράδεισος! 
2. Χωρις  ιδιοτελεια 
Ὑπάρχει βέβαια τὸ ἐνδεχόμενο, ἐφαρμόζοντας κανεὶς τὸν χρυσὸ κανόνα, νὰ ἔχει τὴν ἀπαίτηση καὶ ἀπὸ τοὺς ἄλλους νὰ κάνουν τὸ ἴδιο. Μπορεῖ νὰ πεῖ: «Ἐγὼ δὲν βλέπω μόνο τὸν ἑαυτό μου, ἀλλὰ ὑπολογίζω καὶ τοὺς ἄλλους· τοὺς φέρομαι ὅπως θὰ ἤθελα καὶ ἐκεῖνοι νὰ μοῦ φέρονται. Γιατί ὅμως δὲν κάνουν καὶ ἐκεῖνοι τὸ ἴδιο ἀπέναντί μου; Λοιπόν, θὰ ἐφαρμόζω αὐτὴ τὴν ἐντολὴ μόνο σὲ ὅσους συμπεριφέρονται παρόμοια ἀπέναντί μου». Ὁ Κύριος προλαβαίνει αὐτὴ τὴν ἀντιμετώπιση μὲ τοὺς παρακάτω λόγους: «Καὶ εἰ ἀγαπᾶτε τοὺς ἀγαπῶντας ὑμᾶς, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί; καὶ γὰρ οἱ ἁμαρτωλοὶ τοὺς ἀγαπῶντας αὐτοὺς ἀγαπῶσι». Ἂν ὅμως ἀγαπᾶτε μόνο αὐτοὺς ποὺ σᾶς ἀγαποῦν, ποιὰ εὔνοια καὶ χάρη καὶ ἀνταμοιβὴ σᾶς ἀνήκει ἀπὸ τὸν Θεό; Καμία. Διότι καὶ οἱ ἁμαρτωλοὶ ἀγαποῦν ἐκείνους ποὺ τοὺς ἀγαποῦν. Ὁμοίως ὁ Θεάνθρωπος ἐρωτᾶ: Καὶ ἂν εὐεργετεῖτε μόνο αὐτοὺς ποὺ σᾶς εὐεργετοῦν, καὶ δανείζετε μόνο σ᾿ αὐτοὺς ποὺ ἐλπίζετε ὅτι θὰ μπορέσουν νὰ σᾶς ἐπιστρέψουν τὸ ποσὸ ποὺ τοὺς δανείσατε, τί χάρη περιμένετε ἀπὸ τὸν Θεό; Δηλαδὴ ὁ Κύριος μᾶς διδάσκει ὅτι ἡ εὐεργεσία τῶν συνανθρώπων μας μὲ τέτοια ἐλατήρια δὲν εἶναι ἀγάπη ἀλλὰ ἀνθρώπινη συμφωνία ἀλληλοβοήθειας: «Σοῦ δίνω γιὰ νὰ μοῦ δώσεις, ἢ ἐπειδὴ μοῦ ἔδωσες». Ἀπόδειξη αὐτοῦ εἶναι ὅτι ἔτσι συμπεριφέρονται καὶ οἱ ἁμαρτωλοί, αὐτοὶ ποὺ δὲν πιστεύουν στὸν Θεὸ καὶ δὲν σέβονται τὸν νόμο Του. Ἡ ἀληθινὴ ἀγάπη ἀντίθετα εἶναι ἀνιδιοτελής, ἔχει αὐταπάρνηση. Συστατικὸ στοιχεῖο τῆς χριστιανικῆς ἀγάπης εἶναι ἡ θυσία γιὰ χάρη τοῦ ἄλλου. 
3. Τὸ πιο  ψηλο μονοπατι 
Ὁ μοναδικὸς Διδάσκαλος προχωρεῖ παραπέρα: «Πλὴν ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν». Ἐσεῖς ὅμως, ἀντίθετα ἀπὸ ὅ,τι κάνουν οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι, νὰ ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθρούς σας καὶ νὰ τοὺς εὐεργετεῖτε καὶ νὰ τοὺς δανείζετε χωρὶς νὰ ἐλπίζετε σὲ κάποια ἀνταπόδοση ἀπὸ αὐτούς. Τότε, συνεχίζει ὁ Κύριος, θὰ ἔχετε πολὺ μισθό, μεγάλη ἀνταπόδοση ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ θὰ εἶστε ἀληθινὰ παιδιά Του. Θὰ Τοῦ μοιάζετε στὴν ἀρετή· διότι Ἐκεῖνος εὐεργετεῖ καὶ τοὺς ἀχάριστους καὶ τοὺς πονηρούς, τοὺς κακοπροαίρετους ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι μὲ τὴν ἁμαρτωλὴ ζωή τους δείχνουν ἐμπράκτως ὅτι Τὸν ἐχθρεύονται. Καὶ ὅμως ὁ Θεὸς ἐξακολουθεῖ νὰ τοὺς εὐεργετεῖ ἀναμένοντας τὴ μετάνοιά τους. «Ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν»! Ἡ ὑψηλότερη κορυφὴ τοῦ κόσμου: ἡ κορυφὴ τῆς χριστιανικῆς ἀγάπης! Ἕνας λόγος ποὺ κανεὶς σοφὸς τῆς ἀρχαιότητος οὔτε κὰν συνέλαβε στὸν νοῦ του, καὶ κανεὶς μετὰ τὸν Κύριο δὲν τόλμησε νὰ ἐπαναλάβει, πολλοὶ ὅμως μπόρεσαν νὰ τὸν ἐφαρμόσουν: οἱ ἀληθινοὶ μαθητὲς τοῦ Κυρίου. Ἡ ἐντολὴ αὐτὴ τῆς ἀγάπης ἀποτελεῖ ἀπόδειξη ὅτι Ἐκεῖνος ποὺ τόλμησε νὰ τὴ διδάξει καὶ τὴν ἐφάρμοσε στὴ ζωή Του εἶναι Θεός, ὁ ἐνανθρωπήσας Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος δὲν τὴν κηρύττει μόνο, ἀλλὰ δίνει καὶ τὴ δύναμη στοὺς ἀκολούθους Του νὰ τὴν ἐφαρμόζουν. Σ᾿ αὐτὴ τὴν κορυφὴ καλούμαστε ὅλοι ν᾿ ἀνεβοῦμε. Ἂς μὴν ποῦμε «εἶναι ἀδύνατο». Βῆμα-βῆμα, σκαλοπάτι-σκαλοπάτι, μέρα μὲ τὴν ἡμέρα ἂς προοδεύουμε στὴν ἀγάπη, στὴ βασίλισσα τῶν ἀρετῶν, μέχρι νὰ γίνουμε μὲ τὴν Χάρι τοῦ Θεοῦ ὄντως παιδιά Του, ποὺ θὰ μοιάζουμε στὸν πολυεύσπλαχνο Πατέρα μας καὶ θὰ ἀγαποῦμε ὅπως Ἐκεῖνος, θὰ συγχωροῦμε καὶ θὰ εὐεργετοῦμε τοὺς πάντες.ΟΣΩΤΗΡ2205

22 Αυγούστου, 2022

Ὁ ὅσιος Μελέτιος ὁ νέος (1035-1105)

 
Ὁ ὅσιος Μελέτιος ὁ νέος (1035-1105) (1 Σεπτεμβρίου) 

 Ὁ ὅσιος Μελέτιος ὁ νέος ἀνήκει στὶς μεγάλες ἁγιασμένες ἀσκητικὲς μορφὲς τοῦ 11ου αἰῶνος, ποὺ μαζὶ μὲ τὸν ὅσιο Νίκωνα τὸν «Μετανοεῖτε» καὶ τὸν ὅσιο Λουκᾶ τῆς Βοιωτίας συνέβαλαν στὴν ἀναμόρφωση καὶ ἐξύψωση τοῦ μοναστικοῦ βίου στὴν κεντρικὴ Ἑλλάδα. Ὁ ὅσιος Μελέτιος γεννήθηκε τὸ ἔτος 1035 ἀπὸ εὐλαβεῖς καὶ ἐνάρετους γονεῖς, τὸν Ἰωάννη καὶ τὴ Σοφία, στὴν κωμόπολη Μουταλάσκη τῆς Καππαδοκίας. Εἶχε ἀγαθὴ καρδιά, ἀλλὰ δυσκολευόταν πολὺ στὰ γράμματα. Εἶχε μειωμένη ἀντίληψη καὶ μνήμη καὶ ἦταν ὁ τελευταῖος μαθητὴς στὸ Σχολεῖο. Γι’ αὐτὸ παρακάλεσε τὸν Θεὸ μὲ πολλὴ πίστη νὰ τοῦ χαρίσει σοφία. Μάλιστα κάποια Κυριακή, ἦρθε σὲ ὥρα θείας Λειτουργίας στὴν ἐκκλησία καὶ ἔμεινε κρυμμένος καὶ προσευχόμενος κάτω ἀπὸ τὴν Ἁγία Τράπεζα. Καὶ ὁ Κύριος ἄκουσε τὴν παιδική του ἀθώα προσευχή. Ὁ νοῦς του φωτίστηκε. Τὴν ἡμέρα ἐκείνη μπόρεσε μὲ μιὰ μόνο ἀνάγνωση νὰ ἀπομνημονεύσει τὴ δεύτερη Ὠδὴ τοῦ Μωυσέως. Ἀπὸ τότε μὲ ἐλάχιστο κόπο μάθαινε τὰ μαθήματά του καὶ μελετοῦσε μὲ πολλὴ εὐκολία καὶ δίψα τὰ Ἐκκλησιαστικὰ βιβλία καὶ προπαντὸς τὴν Ἁγία Γραφή. Σὲ ἡλικία 15 ἐτῶν οἱ γονεῖς τοῦ ὁσίου Μελετίου ἀποφάσισαν νὰ τὸν παντρέψουν. Ὁ ἴδιος ὅμως ἀρνήθηκε, γιατὶ ἔβλεπε μέσα του ἱερὸ πόθο νὰ ἀφιερωθεῖ ὁλοκληρωτικὰ στὸν Θεό. Ἄφησε λοιπὸν γονεῖς καὶ πατρίδα καὶ φίλους καὶ κτήματα καὶ ὅλα ὅσα εἶχε, καὶ ἔφυγε κρυφὰ γιὰ τὴν Κωνσταντινούπολη. Μετὰ ἀπὸ τρία χρόνια ἔγινε Μοναχὸς στὸ Μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου καὶ ἔβαλε ἐκεῖ τὰ πρῶτα γερὰ θεμέλια τῆς μοναχικῆς του ζωῆς. Ἀργότερα ἀναχώρησε καὶ ἦρθε στὴ Θεσσαλονίκη γιὰ νὰ προσκυνήσει τὸν τάφο τοῦ ἁγίου μεγαλομάρτυρος Δημητρίου τοῦ Μυροβλύτου καὶ  νὰ ἐνισχυθεῖ στὸν σκληρό του πνευματικὸ ἀγώνα. Στὴ συνέχεια κατέβηκε στὴ Βοιωτία καὶ ἐγκαταστάθηκε στὸ μικρὸ μοναστηράκι τοῦ Ἁγίου Γεωργίου ποὺ ἦταν κοντὰ στὴ Θήβα, ὅπου ἄρχισε νέους ἀσκητικοὺς ἀγῶνες. Σύντομα ἔγινε γνωστὸς στὴ γύρω περιοχή. Ὅλοι μιλοῦσαν γιὰ τὸν ἐνάρετο ὅσιο Μοναχὸ ποὺ εἶχε φωτισμένη κρίση, εὐγένεια καὶ καλοσύνη, καὶ προπαντὸς ἁγνὴ καὶ ταπεινὴ χωρὶς ἔπαρση ἀναστροφή. Πολλοὶ τὸν θαύμαζαν καὶ ἀρκετοὶ παρέδωσαν μὲ ἐμπιστοσύνη τὴ ζωή τους στὴν καθοδήγησή του καὶ ἔγιναν – μετὰ ἀπὸ δοκιμασία – Μοναχοὶ κοντά του. Ὅμως ὅσο οἱ ἄνθρωποι τὸν ἐμπιστεύονταν, τόσο περισσότερο ὁ Ὅσιος ταπεινωνόταν καὶ ζητοῦσε ἔλεος ἀπὸ τὸν Θεό. Τὴν περίοδο αὐτὴ ὁ Ὅσιος ἐπισκέφθηκε τὴ Ρώμη γιὰ νὰ προσκυνήσει τοὺς τάφους τῶν ἁγίων πρωτοκορυφαίων Ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου, καὶ στὴ συνέχεια πορεύθηκε στὴν Παλαιστίνη, στοὺς Ἁγίους Τόπους, στὰ Θεοβάδιστα ἐκεῖνα ἅγια μέρη. Ὅταν ἐπέστρεψε στὴ Μονή του μετὰ ἀπὸ τὴν πολύμηνη περιοδεία, οἱ Μοναχοὶ τὸν ἀνέδειξαν Ἡγούμενό τους. Ὁ ὅσιος Μελέτιος στὴν ὑψηλὴ αὐτὴ ἀποστολὴ ἀνεδείχθη πανάξιος. Ὑπῆρξε ὑπόδειγμα φιλόστοργου καὶ ἐπιεικοῦς πατρὸς ποὺ νουθετοῦσε «ἕνα ἕκαστον» μὲ πολλὴ ἀγάπη ἐπιθυμώντας τὴν κατὰ Θεὸν τελείωση καὶ προκοπή του. Κοπίαζε πολὺ γιὰ ὅλους καὶ ὑπηρετοῦσε τοὺς ἀδελφούς του Μοναχοὺς «ὡς ἔσχατος δοῦλος τους». Ὑπῆρξε πρότυπο «βιαστοῦ τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν». Ἔτρωγε ἐλάχιστα. Λιγοστὸ ξερὸ ψωμὶ καὶ νερό. Ὑπῆρξαν μέρες ποὺ δὲν ἔβαζε τίποτε στὸ στόμα του. Στοὺς ἀδύναμους καὶ ἀσθενεῖς Μοναχοὺς ἐπέβαλλε ἐλαφρότερη νηστεία. Φρόντιζε νὰ μὴ στερηθοῦν οἱ Μοναχοί του ἐνδύματα καὶ ὑποδήματα, ἐνῶ ὁ ἴδιος ζοῦσε ἀσκητικότατα φορώντας ἐπὶ χρόνια τὰ ἴδια ροῦχα, τὰ ὁποῖα μάλιστα ἐπιδιόρθωνε χωρὶς νὰ τὸν βλέπουν οἱ ἄλλοι. Στὴν ἐργασία, στὸ κτίσιμο τῶν κελλιῶν αὐτὸς πρῶτος κουβαλοῦσε τὶς βαρύτερες πέτρες καὶ ἔσκαβε καὶ φύτευε τὰ χωράφια γιὰ τὶς ἀνάγκες τῆς Μονῆς. Δὲν παρέλειπε βέβαια ποτὲ καὶ τὸ πρῶτο, ποὺ ἦταν ἡ καλλιέργεια τῆς ψυχῆς του μὲ τὴν ἀδιάλειπτη προσευχὴ καὶ τὴ μελέτη τῶν Ἁγίων Γραφῶν. Ἀπὸ τὶς ὀρθοστασίες τὰ πόδια του εἶχαν οἰδήματα (πρηξίματα) καὶ πολλὲς φορὲς πυορροοῦσαν. Μὲ ὑπομονὴ σήκωνε τὸν σταυρό του καὶ ἀπέφευγε κάθε ἰατρικὴ βοήθεια, ἀφήνοντας στὸν Θεὸ μὲ εἰρήνη καὶ πίστη ὅλες τὶς λεπτομέρειες τῆς ζωῆς του. Καὶ συνέχιζε τὸν ἀγώνα του ὁ Ὅσιος, χωρὶς νὰ μειώνει τὸν ἐνθουσιασμὸ καὶ τὸν ζῆλο του. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ φήμη του ὡς ἐνάρετου, ἁγίου καὶ θαυματουργοῦ ἄρχισε νὰ ἁπλώνεται παντοῦ, καὶ ὁ κόσμος ἄρχισε νὰ τὸν τιμᾶ ὑπερβολικά, γιὰ νὰ μὴν ἐπηρεασθεῖ ἀπὸ τοὺς ἐπαίνους, ἀποφάσισε νὰ ἀναχωρήσει ἀπὸ ἐκεῖ μετὰ ἀπὸ 8 χρόνια, ἀφήνοντας στὴ θέση του ὡς νέο Ἡγούμενο ἕναν ἀπὸ τοὺς εὐσεβέστερους καὶ ἱκανότερους μαθητές του, τὸν ἐνάρετο Νικόλαο. Ὁ Ὅσιος ἔφυγε πρὸς ἄγνωστη κατεύθυνση ἀναζητώντας πιὸ ἐρημικὸ μέρος. Περπατοῦσε σὲ κακοτράχαλα βουνά, ὥσπου ἦρθε στὴ «Μυούπολη» στὸ ὄρος τοῦ Κιθαιρώνα, κοντὰ στὸ σημερινὸ χωριὸ Βίλλια Ἀττικῆς. Ἐκεῖ βρῆκε κάποιο Μοναστήρι ἀφιερωμένο στοὺς Ἀσωμάτους Ταξιάρχες ποὺ τὸ ὀνόμαζαν Μονὴ «τοῦ Συμβούλου» καὶ παρακάλεσε τὸν Ἡγούμενό του Θεοδόσιο  νὰ τὸν δεχθεῖ. Ὁ Ἡγούμενος τοῦ παραχώρησε τὸ παρεκκλήσιο τοῦ Σωτῆρος γιὰ νὰ ἡσυχάζει ἀπερίσπαστα. Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Ἡγουμένου οἱ πατέρες τῆς Μονῆς ἐξέλεξαν νέο Ἡγούμενο τὸν ὅσιο Μελέτιο. Ἡ φωτεινὴ φυσιογνωμία του κατέπληξε ὅλους. Γύρω του κατέφθαναν νέοι ποὺ τοῦ ζητοῦσαν ἐπίμονα νὰ ἀφιερωθοῦν. Ἔτσι πάνω ἀπὸ 100 Μοναχοὶ πλαισίωσαν τὸν νέο Ἡγούμενο καὶ συγκρότησαν Ἀδελφότητα μὲ κύρος καὶ πνευματικότητα. Γιὰ τὶς πολλὲς λατρευτικὲς ἀνάγκες τῆς Μονῆς ὁ Μητροπολίτης Ἀθηνῶν Νικήτας ὁ Γ΄ χειροτόνησε ἱερέα τὸν ἴδιο τὸν ὅσιο Μελέτιο, ὁ ὁποῖος καὶ συνέχισε μὲ ἀμείωτο ζῆλο καὶ θαυμαστὴ ταπείνωση τὰ ποιμαντικά του ἔργα καὶ τὰ ἱερατικά του καθήκοντα, ποὺ ὅλο καὶ αὐξάνονταν, διότι ἡ Ἀδελφότητά του εἶχε φθάσει νὰ ἔχει 300 Μοναχούς. Ὁ Κύριος οἰκονομοῦσε ὅλες τὶς ἀνάγκες τῆς πολυάριθμης συνοδείας του. Ὁ Ὅσιος δὲν ἦταν πρόθυμος νὰ δέχεται δωρεὲς σὲ κτήματα γιὰ νὰ μὴ δένονται οἱ Μοναχοί του μὲ τὰ γήινα. Μόνο ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Ἀλέξιο Κομνηνό, τὸν ὁποῖο καὶ καθοδηγοῦσε, δέχθηκε δωρεὰ καὶ μάλιστα ὄχι ὁλόκληρη, ἀλλὰ μόνο ὅση εἶχε ἀνάγκη γιὰ νὰ συντηρεῖται ἡ Μονή, ἡ ὁποία λόγῳ τοῦ πλήθους τῶν Μοναχῶν εἶχε μετατραπεῖ σὲ Λαύρα μὲ παρακείμενα πολλὰ κελλιά, ποὺ λειτουργοῦσαν μὲ τὴν ἄγρυπνη ἐποπτεία τοῦ Ὁσίου ὡς μικρὰ Κοινόβια ἀπὸ τοὺς τελειοτέρους τῶν Μοναχῶν. Ὁ ὅσιος Μελέτιος ἀνέδειξε τὴ Λαύρα του σὲ μέγα θρησκευτικὸ κέντρο τῆς Ἑλλάδος μὲ πλουσιότατο φιλανθρωπικὸ καὶ ἱεραποστολικὸ ἔργο. Ἵδρυσε μετόχια στὸν Ἑλικώνα, στὰ Μέγαρα καὶ στὸ Ἄργος. Πάμπολλα εἶναι τὰ θαύματα ποὺ ἐπιτελοῦσε σὲ ἀρρώστους μὲ τὶς θερμὲς δεήσεις τῶν προσευχῶν του. Πολλὲς τραυματισμένες καρδιὲς γαλήνευε καὶ ἀκόμη περισσότερους ψυχικὰ νεκροὺς ἀνέστησε μὲ τὴ δύναμη τῶν συμβουλῶν τῆς ἀγάπης του. Ἐκοιμήθη εἰρηνικὰ τὸ 1105 σὲ ἡλικία 70 ἐτῶν, γεμάτος μὲ πνευματικοὺς καρποὺς καὶ ἀφήνοντας πίσω του ἔργο ζηλευτὸ. Ἡ τιμία του κάρα βρίσκεται σήμερα θησαυρισμένη στὴν Ἱερὰ Μονή του, τοῦ Ὁσίου Μελετίου στὸν Κιθαιρώνα. Ἐκεῖ καταφεύγουν πλήθη πιστῶν νὰ ζητήσουν στηριγμὸ ἀπό τὸν Ὅσιο καὶ κυρίως μαθητὲς καὶ σπουδαστές, ποὺ τὸν θεωροῦν δικό τους προστάτη στὸν ἀγώνα τῆς μελέτης καὶ τοὺς βοηθεῖ στὰ διαγωνίσματα καὶ τὶς ἐξετάσεις τους. Εἴθε μὲ τὶς πρεσβεῖες τοῦ ὁσίου Μελετίου νὰ ἀναδειχθοῦμε ἄξιοι μαθητὲς τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ ἀπολαύσουμε κάποτε μὲ ὅλους τοὺς Ἁγίους τὸ φῶς τῆς ἀτέρμονης αἰωνιότητος στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. ΟΣΩΤΗΡ2205

21 Αυγούστου, 2022

ΕΚΟΙΜΗΘΗΝ ΚΑΙ ΥΠΝΩΣΑ

 

Στὸν τρίτο Ψαλμὸ τοῦ Ψαλτηρίου ὁ προφήτης καὶ βασιλιὰς Δαβὶδ γράφει μὲ λίγα λόγια, καὶ ἐξ ἀφορμῆς τοῦ διωγμοῦ τὸν ὁποῖο ὑφίστατο ἀπὸ τὸν υἱό του Ἀβεσσαλώμ, τὶς ταλαιπωρεῖες του, τὴ δυσχερὴ κατάσταση στὴν ὁποία βρέθηκε καὶ τοὺς μεγάλους κινδύνους ποὺ διέτρεχε, καθὼς ἀναγκάσθηκε νὰ ἐγκαταλείψει τὰ Ἱεροσόλυμα γιὰ νὰ σωθεῖ ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν ἐχθρῶν του. «Κύριε, τί ἐπληθύνθησαν οἱ θλίβοντές με;», γράφει μὲ ἀπορία στὴν ἀρχὴ τοῦ Ψαλμοῦ. Κύριε, πόσο μέγα πλῆθος ἔγιναν οἱ ἐχθροὶ ποὺ μὲ θλίβουν! Πολλοὶ ἐπαναστάτησαν ἐναντίον μου καὶ μὲ πολεμοῦν. Πολλοὶ μὲ προκαλοῦν καὶ λένε πὼς δὲν ὑπάρχει γιὰ μένα σωτηρία, διότι μὲ ἐγκατέλειψε ὁ Θεός. «Σὺ δέ, Κύριε, ἀντιλήπτωρ μου εἶ, δόξα μου καὶ ὑψῶν τὴν κεφαλήν μου». Ἐδῶ ἔχουμε ἕνα γεμάτο ἐλπίδα ξέσπασμα τῆς ψυχῆς τοῦ μεγάλου βασιλιᾶ, μιὰ ἐντυπωσιακὴ φανέρωση τῆς βαθιᾶς πίστεώς του καὶ τῆς ἐμπιστοσύνης του στὴ βοήθεια καὶ προστασία τοῦ Θεοῦ: Σὲ ἀντίθεση μὲ ὅσα λένε οἱ ἐχθροί μου, Σύ, Κύριε, εἶσαι βοηθός μου καὶ προστάτης μου. Σὺ θὰ μὲ δοξάσεις καὶ πάλι καὶ θὰ σηκώσεις ψηλὰ τὸ κεφάλι μου, ποὺ τώρα, καθὼς εἶμαι ντροπιασμένος, στρέφει διαρκῶς πρὸς τὰ κάτω. Μὲ φωνὲς ἰσχυρὲς καὶ κραυγὲς ἱκετευτικές, συνεχίζει ὁ Δαβίδ, παρακάλεσα τὸν Κύριο πολλὲς φορὲς στὸ παρελθὸν καὶ μὲ ἄκουσε. Γι’ αὐτὸ καὶ τώρα δὲν χάνω τὸ θάρρος καὶ τὴν εἰρήνη μου. Μέσα στοὺς κινδύνους ποὺ ἀντιμετωπίζω, μπροστὰ στὸ πλῆθος τῶν ἐχθρῶν ποὺ μὲ ἀπειλοῦν, «ἐγὼ ἐκοιμήθην καὶ ὕπνωσα». «Ἐκοιμήθην καὶ ὕπνωσα». Σὲ τί διαφέρουν τὰ δύο αὐτὰ ρήματα; Δὲν σημαίνουν τὸ ἴδιο πράγμα; Ὑπάρχουν διάφορα εἴδη ὕπνου. Ὑπάρχει ὕπνος ταραγμένος, ποὺ τὸν ταράζουν ἐφιάλτες, ὄνειρα φοβερά, τὰ ὁποῖα κρατοῦν τὴν ψυχὴ σὲ ἀγωνία, ἀκόμη καὶ τότε ποὺ ὁ ἄνθρωπος κοιμᾶται. Ὑπάρχει ὕπνος ποὺ στὸν παραμικρὸ θόρυβο διακόπτεται. Δὲν χορταίνει ὁ ἄνθρωπος, δὲν ξεκουράζεται ἔτσι. Ξυπνάει καὶ νιώθει πιὸ κουρασμένος ἀπ’ ὅσο ἦταν πρὶν κοιμηθεῖ. Ἕνα κουρασμένο νευρικὸ σύστημα δὲν ἐπιτρέπει νὰ ἔχει κανεὶς ἕναν ἀδιατάρακτο καὶ ἥσυχο ὕπνο. Μιὰ ψυχὴ ποὺ ζεῖ μὲ ἀγωνίες καὶ φόβους δὲν μπορεῖ οὔτε στὴ  διάρκεια τοῦ ὕπνου νὰ ξεκουρασθεῖ. «Ἐκοιμήθην καὶ ὕπνωσα» σημαίνει: κοιμήθηκα ἥσυχος καὶ ἔπεσα σὲ ὕπνο ἤρεμο καὶ βαθύ. Κοιμήθηκα σὰν νὰ μὴ μὲ ἀπασχολοῦσε τίποτε, σὰν νὰ μὴν εἶχα κανένα πρόβλημα, καμιὰ ἀγωνία. Ὅπως κοιμᾶται ἥσυχο τὸ παιδὶ στὴν ἀγκαλιὰ τῆς μητέρας του. Πῶς κοιμᾶται ἔτσι ὁ Δαβίδ, ἐνῶ τόσοι ἐχθροὶ τὸν κυκλώνουν, ἐνῶ τόσοι κίνδυνοι τὸν ἀπειλοῦν; Τὸ ἐξηγεῖ ὁ ἴδιος: «Ἐγὼ ἐκοιμήθην καὶ ὕπνωσα· ἐξηγέρθην, ὅτι Κύριος ἀντιλήψεταί μου». Κοιμήθηκα βαθιά, χορταστικὰ καὶ σηκώθηκα τὸ πρωὶ γεμάτος θάρρος καὶ ἐλπίδα, διότι ἔχω τὴν πεποίθηση ὅτι ὁ Κύριος θὰ μὲ βοηθήσει καὶ θὰ μὲ προστατεύσει. Εἶναι τόση ἡ βεβαιότητα τῆς ψυχῆς μου γιὰ τὴν παντοδύναμη προστασία τοῦ Θεοῦ, ὥστε δὲν θὰ φοβηθῶ οὔτε τὰ ἀναρίθμητα πλήθη τοῦ λαοῦ «τῶν κύκλῳ συνεπιτιθεμένων μοι», αὐτὰ ποὺ μὲ ἔχουν κυκλώσει καὶ ἀπὸ κάθε κατεύθυνση ἐπιτίθενται ὅλα μαζὶ ἐναντίον μου (βλ. Ψαλ. γ΄ 2-7). Τί δυνατὴ πίστη! Τί γενναία ψυχή! Τί θάρρος καὶ ἀφοβία μπροστὰ στὸν τρομερὸ κίνδυνο ποὺ ἀπειλεῖ τὴ ζωή του! Δὲν εἶναι ὁ μόνος ποὺ ἀντιμετώπισε μὲ τόση θαυμαστὴ ψυχραιμία τὸν κίνδυνο ποὺ ἀπειλοῦσε τὴ ζωή του. Νά καὶ ὁ Πέτρος, ὁ φλογερὸς Ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ. Ὁ βασιλιὰς Ἡρώδης Ἀγρίππας ὁ Α΄ θανάτωσε τὸν Ἰάκωβο, τὸν ἀδελφὸ τοῦ εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου «διὰ μαχαίρας», καὶ ἐπειδὴ οἱ Ἰουδαῖοι εὐχαριστήθηκαν ἀπὸ αὐτό, ἀποφάσισε νὰ συλλάβει καὶ τὸν Πέτρο. Καὶ τὸν ἔκλεισε στὴ φυλακή, ἀφοῦ τὸν παρέδωσε σὲ τέσσερις τετράδες στρατιωτῶν γιὰ νὰ τὸν φρουροῦν. Ὅταν δὲ ἐπρόκειτο νὰ τὸν ὁδηγήσει στὸ Δικαστήριο, τὴν προηγούμενη νύχτα «ἦν ὁ Πέτρος κοιμώμενος μεταξὺ δύο στρατιωτῶν δεδεμένος ἁλύσεσι δυσί, φύλακές τε πρὸ τῆς θύρας ἐτήρουν τὴν φυλακήν». Σὰν νὰ μὴ συνέβαινε τίποτε, ὁ Πέτρος κοιμόταν ἥσυχος ἀνάμεσα σὲ δύο στρατιῶτες, δεμένος μὲ δύο ἁλυσίδες, καὶ φρουροὶ μπροστὰ στὴν πόρτα φύλαγαν τὸ δεσμωτήριο. Πῶς κοιμόταν ἔτσι ὁ Πέτρος; Ἁλυσίδες, φρουροί, φυλακή. Τὴν ἄλλη μέρα δίκη. Πιθανῶς ἀπόφαση θανατική. Καὶ ἐκεῖνος κοιμόταν βαθιά. Γιατὶ ἦταν βέβαιος ὅτι ὁ Θεὸς μποροῦσε νὰ τὸν σώσει. Καὶ πράγματι, ἔστειλε ὁ Κύριος ἄγγελο, ποὺ μὲ θαυμαστὸ τρόπο τὸν ἔβγαλε ἀπὸ τὴ φυλακή. Τὸ ἐντυπωσιακὸ μάλιστα εἶναι ὅτι ὁ Πέτρος κοιμόταν τόσο βαθιά, ποὺ ὅταν ἦλθε ὁ ἄγγελος στὴ φυλακὴ καὶ ἔλαμψε ξαφνικὰ φῶς μέσα στὸ σκοτεινὸ κελλί, ὁ Πέτρος δὲν ξύπνησε, συνέχισε νὰ κοιμᾶται, ὥστε ὁ ἄγγελος χρειάστηκε νὰ τὸν ξυπνήσει «πατάξας τὴν πλευρὰν τοῦ Πέτρου». Τὸν κτύπησε στὰ πλευρὰ γιὰ νὰ σηκωθεῖ! Τόσο βαθὺς καὶ ἥσυχος ἦταν ὁ ὕπνος του (βλ. Πράξ. ιβ΄ [12] 1-10)! Αὐτὴ τὴν ἠρεμία καὶ τὴν ἀπόλυτη βεβαιότητα χαρίζει ἡ πίστη. Στὸν βασιλιὰ Δαβίδ, στὸν ἀπόστολο Πέτρο, στὸν κάθε πιστό. Ὅταν παλεύει ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ μὲ τοὺς ἀνθρώπους τοῦ ἁμαρτωλοῦ κόσμου, ὅταν ἀντιμάχεται τὶς δυνάμεις τοῦ σκότους, τοὺς φοβεροὺς δαίμονες, ὅταν ἔχει νὰ ἀντιμετωπίσει τὶς ἀντιξοότητες τῆς ζωῆς, τὴν ἀσθένεια, τὴν ἀνέχεια, τὴν ἀδικία, τὴν ἀποτυχία, δὲν παλεύει μόνος του. Παλεύει μὲ τὴν ἀκαταμάχητη συμμαχία τοῦ Θεοῦ καὶ γι’ αὐτὸ δὲν φοβᾶται κανέναν καὶ τίποτε. Ἔχει ἀκατάβλητη πίστη καὶ ἀκλόνητη τὴν ἐλπίδα του στὸν Θεὸ καὶ ἔτσι μένει εἰρηνικὸς καὶ ἀτάραχος καὶ στὶς πιὸ δύσκολες συνθῆκες τῆς ζωῆς, καὶ τὶς ἀντιμετωπίζει νικηφόρα. Μὲ τὴ βοήθεια καὶ παντοδύναμη προστασία τοῦ παναγάθου καὶ φιλανθρώπου Κυρίου.ΟΣΩΤΗΡ2205

19 Αυγούστου, 2022

ΠΟΙΟΣ ΚΥΒΕΡΝΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ; ΕΜΕΙΣ ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ ΛΟΓΟ;

Στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ βρίσκεται κάθε ἐξουσία καὶ  Αὐτός, ὁ παντοδύναμος Θεὸς κυβερνᾶ τὰ πάντα.  Ποῦ εἶναι τότε ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου; Μήπως ἔτσι ὁ ἄνθρωπος καταντᾶ ἕνα αὐτόματο στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ, ἕνα ὂν ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ ἐκφρασθεῖ ἐλεύθερα, διότι εἶναι ἀναγκασμένο νὰ κάνει ὅ,τι τοῦ ὁρίσει ὁ Θεός; Ποῦ εἶναι ἡ ἐλευθερία του καὶ τί εὐθύνη ἔχει ἑπομένως γιὰ τὰ ἔργα του; Ἀλλὰ ὅτι ὁ Θεὸς ἐνεργεῖ μέσα στὴ ζωὴ τοῦ κόσμου καὶ κατευθύνει τὰ πάντα στὴν ἐκπλήρωση τοῦ σχεδίου Του, δὲν σημαίνει ὅτι καὶ ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ ἐνεργήσει ἐλεύθερα καὶ νὰ ἐπιχειρήσει αὐτὸ ποὺ θέλει. Εἶναι χαρακτηριστικὸ τὸ παράδειγμα τοῦ Ἰωσήφ, τὸν ὁποῖο ἀπὸ κακία καὶ προκειμένου νὰ τὸν ταπεινώσουν καὶ ἐξοντώσουν, πούλησαν οἱ ἀδελφοί του σὲ Ἰσμαηλίτες ἐμπόρους, ποὺ τὸν μετέφεραν στὴν Αἴγυπτο. Ὁ Θεὸς ὅμως ποὺ ἐπέτρεψε αὐτὴ τὴν ταλαιπωρία τοῦ Ἰωσήφ, τὴν ἔστρεψε τελικὰ ὑπὲρ αὐτοῦ. Ὁ Ἰωσὴφ ἀνεδείχθη ἄρχων «πάσης γῆς Αἰγύπτου», καὶ τελικὰ μὲ τὴ δύναμη καὶ ἐξουσία ποὺ ἀπέκτησε, ἔσωσε τοὺς ἀδελφούς του ποὺ εἶχαν ἐπιχειρήσει νὰ τὸν ἐξοντώσουν. Ὅταν οἱ ἀδελφοί του κατὰ τὴν περίοδο τοῦ λιμοῦ,της πεινας, πῆγαν στὴν Αἴγυπτο γιὰ νὰ ζητήσουν βοήθεια, ὁ Ἰωσὴφ τὴν ὥρα ποὺ τοὺς φανέρωνε τὸν ἑαυτό του, τοὺς εἶπε: «ἐγώ εἰμι Ἰωσὴφ ὁ ἀδελφὸς ὑμῶν, ὃν ἀπέδοσθε εἰς Αἴγυπτον». Ἐγὼ εἶμαι ὁ Ἰωσήφ, ὁ ἀδελφός σας· αὐτὸς ποὺ τὸν πουλήσατε ὡς δοῦλο στὴν Αἴγυπτο. Ἀλλὰ ὁ Θεὸς οἰκονόμησε ἔτσι τὰ πράγματα γιὰ τὴ σωτηρία τῆς ζωῆς σας καὶ τῆς ζωῆς τοῦ λαοῦ. «Νῦν οὐχ ὑμεῖς με ἀπεστάλκατε ὧδε, ἀλλ᾿ ἢ ὁ Θεός». Δὲν μὲ ἐξαποστείλατε ἐσεῖς ἐδῶ, ἀλλὰ οὐσιαστικὰ μὲ ἐξαπέστειλε ὁ Θεός (βλ. Γεν. με΄ [15] 4, 5, 8). Ὁ Θεὸς χρησιμοποίησε τὴ μεγάλη κακία τους γιὰ τὴ δική τους σωτηρία. Οἱ ἄνθρωποι ἐνεργοῦν ἐλεύθερα. Ἀλλὰ αὐτὸ δὲν δυσκολεύει τὸν Θεὸ νὰ πραγματοποιήσει τὸ θέλημά Του. Οἱ ἄνθρωποι εἶναι τόσο ἐλεύθεροι, ὥστε νὰ μποροῦν νὰ πολεμοῦν τὸν ἴδιο τὸν Θεό. Ἔφθασαν στὸ σημεῖο νὰ ὁδηγήσουν στὸν Σταυρὸ καὶ στὸν θάνατο τὸν ἀναμάρτητο Υἱὸ τοῦ Θεοῦ. Ἐδῶ ὅμως εἶναι τὸ θαυμαστὸ καὶ παράδοξο: ἀπὸ μιὰ πράξη ποὺ ἀποτελεῖ τὸ πιὸ ἄδικο, ἀποτρόπαιο καὶ βέβηλο κακούργημα τῆς ἱστορίας, «μέγα τι καὶ θαυμαστὸν κατωρθώθη», ἐπιτεύχθηκε κάτι μεγάλο καὶ θαυμαστό, τέτοιο ποὺ θαυμαστότερο καὶ ἰσάξιο δὲν ἔχει νὰ ἐπιδείξει ἡ ἱστορία τοῦ κόσμου, δηλαδὴ  πραγματοποιήθηκε «διὰ τοῦ σταυροῦ ἡ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων» (Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, PG 94, 965). Τὸ σχέδιο ποὺ προκαθόρισε πρὸ πάντων τῶν αἰώνων ὁ Θεὸς γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων καὶ τὴν ἐκπλήρωση τοῦ σκοποῦ τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου, ἐξυπηρετεῖται ὄχι μόνο ἀπ’ ὅσα ἐργάζεται γι’ αὐτὸ ὁ Θεός, ἀλλὰ καὶ ἀπ’ ὅσα ὁ ἀρχηγὸς τοῦ κακοῦ καὶ τὰ ὄργανά του ἐπιχειροῦν, προκειμένου νὰ τὸ ματαιώσουν. Ὁπωσδήποτε τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ ἐξυπηρετεῖται καὶ ἀπ’ ὅσα θετικὰ ἐργάζονται οἱ δικοί Του ἄνθρωποι μὲ τὴν ἀγαθή τους θέληση. Ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος ὑπηρέτησε, μὲ τὴν πλήρη ὑποταγή της στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, τὴν ὕψιστη βουλή Του περὶ τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου διὰ τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ Του. Οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι δέχθηκαν τὴν κλήση τοῦ Χριστοῦ καὶ συνέχισαν τὸ ἔργο Του μὲ τὸ κήρυγμά τους μέχρι τὰ πέρατα τῆς Οἰκουμένης. Ὁ ἄνθρωπος ἐλεύθερα μπορεῖ νὰ ὑποτάσσεται στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἐλεύθερα μπορεῖ καὶ νὰ ἀνθίσταται. Ὁ Θεὸς ὅμως καὶ τὴ συμμαχία τοῦ ἀνθρώπου χρησιμοποιεῖ καὶ τὴν πολεμική του ἀξιοποιεῖ. Μὲ τὴν παγγνωσία Του προγνωρίζει τί ὁ ἄνθρωπος ἐλεύθερα θὰ ἐπιλέξει νὰ πράξει. Μὲ τὴν πανσοφία Του ἐκπονεῖ τὸ σχέδιό Του ἐντάσσοντας σ’ αὐτὸ καὶ τὶς ὁποιεσδήποτε ἐνέργειες τῶν ἀνθρώπων. Μὲ τὴν παντοδυναμία Του προχωρεῖ στὴν ἐκπλήρωση τοῦ σχεδίου Του ἐνεργώντας μὲ τὴν πανσοφία Του μέσα ἀπὸ τὶς ἀνθρώπινες παρεμβάσεις. Ὁ ἄνθρωπος ἑπομένως ἐνεργεῖ ἐλεύθερα καὶ ἔχει τὴν εὐθύνη τῶν πράξεών του, καὶ μάλιστα ὅταν ἐπιχειρεῖ νὰ παρεμβάλει ἐμπόδια στὴν πραγματοποίηση τῆς βουλῆς τοῦ Θεοῦ, ἀνεξαρτήτως τοῦ ὅτι χωρὶς νὰ τὸ θέλει καὶ νὰ τὸ κατανοεῖ, συμβάλλει στὴν πραγμάτωσή της. Μέσα στὸν πνευματικὸ καὶ ἐλεύθερο κόσμο τῶν ἀνθρώπων «ἡ βουλὴ Κυρίου στήσεται καὶ πάντα ὅσα βεβούλευται ποιήσει» (Ἡσ. μς΄ [46] 10). Ἐμεῖς θὰ δράσουμε ἐλεύθερα, ἀλλὰ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ στὸ τέλος θὰ γίνει. Ἡ βουλή Του θὰ ἐπικρατήσει. Τὸ σχέδιό Του θὰ ἐκπληρωθεῖ. Καὶ εὐτυχῶς! Διότι τὰ δικά μας ἔργα καὶ θελήματα πάντοτε εἶναι μικρὰ καὶ ἀτελὴ καὶ πολὺ συχνὰ δὲν ὁδηγοῦν στὸ πραγματικὸ συμφέρον μας. Ἐνῶ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ εἶναι πάντοτε ἀγαθὸ καὶ συμφέρον καὶ σωτήριο γιὰ ὅλους μας. «Προνοίᾳ Θεοῦ τὰ πάντα διοικεῖται», λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, (PG 60, 183). Ἡ πανάγαθη πρόνοια τοῦ Θεοῦ, ἡ ἄπειρη ἀγάπη Του κυβερνᾶ τὴ ζωὴ ὅλου τοῦ κόσμου καὶ τοῦ κάθε ἀνθρώπου χωριστά, χωρὶς νὰ δεσμεύει τὴν ἐλευθερία του. Τὸ μέγα καὶ ἀνερμήνευτο μυστήριο τῆς δυνάμεως, τῆς σοφίας καὶ τῆς ἀγάπης Του!ΟΣΩΤΗΡ2205

18 Αυγούστου, 2022

ΠΡΟΘΥΜΟΙ ΓΙΑ ΙΕΡΗ ΔΙΑΚΟΝΙΑ


 1. Η ΘΑΥΜΑΣΤΗ ΑΛΙΕΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ  ΜΑΘΗΤΕΣ

 Εἶχε μαζευθεῖ πλῆθος πολὺ λαοῦ, ἔτσι ποὺ ὁ Κύριος στριμωχνόταν στὴν ἀκρογιαλιὰ καὶ δὲν Τὸν ἔβλεπαν οὔτε Τὸν ἄκουγαν ὅλοι. Τότε ζήτησε ἀπὸ τὸν Σίμωνα – τὸν ἀπόστολο Πέτρο – νὰ μπεῖ ὁ Ἴδιος στὸ καΐκι του καὶ καθισμένος ἐκεῖ νὰ κηρύξει στὸν λαὸ ποὺ διψοῦσε γιὰ λόγο Θεοῦ. Ὁ Πέτρος μετὰ χαρᾶς δέχθηκε νὰ παραχωρήσει τὸ πλοιάριο στὸν Διδάσκαλο. Καὶ ἔγινε τὸ πλοῖο του ἄμβωνας τοῦ κηρύγματος τοῦ Χριστοῦ. Ὅμως καὶ κάθε Χριστιανός, κατὰ τὸ παράδειγμα τοῦ Πέτρου, μπορεῖ, θὰ λέγαμε, νὰ προσφέρει τὴ βάρκα του στὸν Χριστό, δηλαδὴ νὰ συνεισφέρει τὸ κατὰ δύναμιν, στὸ πιὸ σημαντικὸ ἔργο τοῦ κόσμου, στὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας, στὸν εὐαγγελισμὸ καὶ τὴ σωτηρία τῶν ψυχῶν! Ἡ ἱεραποστολὴ δὲν ἀποτελεῖ ὑπόθεση μόνο τῶν ἱερέων ἀλλὰ καὶ τοῦ κάθε πιστοῦ. Ὁ Κύριος τὸ ζητάει ἀπὸ τὸν καθένα μας, κάποτε μὲ ἰδιαίτερο τρόπο. Μπορεῖ νὰ διαθέτει κανεὶς τὸ σπίτι του γιὰ ἱεραποστολικὲς συγκεντρώσεις, Κύκλους μελέτης Ἁγίας Γραφῆς· νὰ χρησιμοποιεῖ τὸ αὐτοκίνητό του σὲ ἱεραποστολικὲς ἐξορμήσεις ἢ νὰ ἐξυπηρετεῖ μὲ αὐτὸ τὸν ἐφημέριο τῆς ἐνορίας στὰ ἱερατικὰ ἔργα του. Ἄλλοι Χριστιανοὶ κάνουν Κατηχητικὸ στὰ παιδιὰ ὄχι τυπικά, ἀλλὰ μὲ κάθε ἐπιμέλεια, διαθέτοντας χρόνο καὶ συντηρώντας το μὲ προσωπικά τους ἔξοδα. Ὑπάρχουν πιστοὶ οἱ ὁποῖοι μέσα στὸ σπίτι τους ἔχουν σὲ δεσπόζουσα θέση τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ σχετικὰ βιβλία ποὺ τὴν ἑρμηνεύουν· εὐσεβεῖς γιατροὶ ποὺ φροντίζουν νὰ ἔχουν στὴν αἴθουσα ἀναμονῆς τοῦ ἰατρείου τους χριστιανικὰ καὶ ὄχι κοσμικὰ περιοδικὰ καὶ βιβλία. Τί εὐλογία φέρνει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ στὴ χριστιανικὴ οἰκογένεια ποὺ τὸν τιμᾶ καὶ μὲ κάθε τρόπο τὸν ὑπηρετεῖ!

 2. ΑΔΙΑΚΡΙΤΗ ΥΠΑΚΟΗ 

Μετὰ τὸ τέλος τῆς διδασκαλίας ὁ Κύριος ἔδωσε μιὰ παράδοξη ἐντολὴ στὸν Πέτρο: –Ὁδήγησε πάλι τὸ πλοῖο σου στὰ βαθιὰ καὶ ρίξτε τὰ δίχτυα σας γιὰ νὰ πιάσετε ψάρια. Ὁ Πέτρος εἶχε πολλοὺς λόγους νὰ εἶναι διστακτικὸς στὴν ἐκτέλεση τῆς παραγγελίας τοῦ Κυρίου. Ὁ ἴδιος ἦταν πολὺ ἔμπειρος ψαράς, ἐνῶ ὁ Κύριος ὡς Διδάσκαλος φαινόταν νὰ μὴν ἔχει πείρα ἀπὸ αὐτά. Ἔπειτα τὰ δίχτυα οἱ ψαράδες τὰ ρίχνουν τὸ βράδυ, ποτὲ τὸ μεσημέρι. Καὶ τὴν προηγούμενη νύχτα ψάρεψαν χωρὶς ἀποτέλεσμα. Ἐπιπλέον, μόλις εἶχαν τελειώσει τὸν καθαρισμὸ στὰ δίχτυα. Ὁ Πέτρος ὅμως τελικὰ κάνει ὑπακοή: 

–«Ἐπιστάτα, δι᾿ ὅλης τῆς νυκτὸς κοπιάσαντες οὐδὲν ἐλάβομεν· ἐπὶ δὲ τῷ ρήματί σου χαλάσω τὸ δίκτυον». Κύριε, ὅλη τὴ νύχτα κουραστήκαμε καὶ δὲν πιάσαμε τίποτε. Ἀλλὰ ἀφοῦ μοῦ τὸ λὲς ἐσύ, θὰ τὸ κάνω. 

Γιὰ τὴν ὑπακοή του τὴν χωρὶς λογισμοὺς ἀμφιβολίας πολὺ τὸν εὐλόγησε ὁ Κύριος. Ἔπιασε τόσο πολλὰ ψάρια, ὥστε τὸ δίχτυ νὰ κινδυνεύει νὰ σχιστεῖ καὶ τὸ πλοιάριο νὰ κινδυνεύει νὰ βυθιστεῖ. Ὁ Κύριος δὲν μᾶς ζητᾶ νὰ κάνουμε θαύματα γιὰ νὰ σωθοῦμε, οὔτε ἄλλα ἐντυπωσιακὰ κατορθώματα. Μᾶς ζητᾶ νὰ κάνουμε ὑπακοὴ στὸ θέλημά Του. Ἡ προσωπική μας ὑπακοὴ στὶς ἅγιες ἐντολὲς θὰ μᾶς σώσει, κατὰ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, καὶ θὰ μᾶς ἱκανώσει νὰ δοῦμε θαύματα. Ὑπακοὴ ὅπως τοῦ Πέτρου, ἀδιάκριτη καὶ ἀγόγγυστη. Ἀπὸ αὐτὴ τὴν ὑπακοή, ποὺ συνιστᾶ ὀδυνηρὴ θυσία τοῦ ἐγώ, τῆς πρόσκαιρης ἀπόλαυσης καὶ τοῦ παράνομου συμφέροντος, θυσία τὴν ὁποία οἱ ἄνθρωποι τοῦ κόσμου θεωροῦν ἀνοησία, ἔρχεται ἡ θεία Χάρις στὴ ζωὴ τοῦ πιστοῦ. Ὁ Θεὸς ἀναλαμβάνει νὰ λύσει τὰ προβλήματα ἐκείνων ποὺ ἀγωνίζονται νὰ ἐφαρμόζουν τὶς ἐντολές Του καί – τὸ σημαντικότερο – τοὺς χαρίζει ἀπὸ αὐτὴ τὴ ζωὴ ἀνεκτίμητο δῶρο: Πλημμυρίζει τὶς καρδιές τους μὲ τὴν οὐράνια, ὑπερφυσικὴ εἰρήνη Του… Ὑπάρχει μεγαλύτερο ἀγαθὸ ἀπὸ αὐτό;ΟΣΩΤΗΡ2205

17 Αυγούστου, 2022

Διώχνουμε τὸν Σταυρὸ ἀπὸ τὴ Ζωή μας καὶ Αγριεύουμε

 


Ὅταν ἀνέβαινε στὸν Γολγοθᾶ, λύγισε κάτω ἀπὸ τὸ βάρος τοῦ Σταυροῦ Του. Ὄχι τόσο ἀπὸ τὸ βάρος τοῦ ξύλου, ὅσο ἀπὸ αὐτὸ μὲ τὸ ὁποῖο τὸ ξύλο ἦταν ποτισμένο· τὴν ἁμαρτία τοῦ κόσμου, τὴν ἁμαρτία μας... Ὅταν Τὸν κάρφωναν πάνω στὸ «καταραμένο» αὐτὸ ξύλο, ἱκέτευε: «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς· οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι» (Λουκ. κγ΄ [23] 34). Ὁ παράφρων ὄχλος, παρασυρμένος ἀπὸ τὴ φθονερὴ ἡγεσία του, κραύγαζε «οὐά»! Ἐκεῖνος ὅμως συγχωροῦσε μὲ ἀγάπη δίχως ὅρους καὶ ὅρια. «Οὐά»! Στὴ διάρκεια τῶν εἴκοσι αἰώνων ποὺ ἀκολούθησαν, τὸ «οὐὰ» ἀκούστηκε ἀναρίθμητες φορὲς ὑβριστικό, θρασύ, χαιρέκακο. Ὅμως ὁ Γολγοθᾶς ἐπαναλάμβανε σταθερὰ τὴν ἠχὼ τοῦ ματωμένου Σταυροῦ Του: «ἄφες αὐτοῖς»! Δύο χιλιετίες μετά, στὰ δίσεκτα τοῦτα χρόνια ποὺ ἄνεμοι ἄγριοι φυσοῦν μανιασμένοι, τὰ «οὐὰ» πνίγουν τὴν ἀτμόσφαιρα. Ἐκστομίζονται μὲ πάθος, μὲ ψυχοπαθολογικὴ μανία. «Οὐά»! Νὰ ἀφαιρεθεῖ ὁ Σταυρὸς ἀπὸ τὴ Σημαία. «Οὐά»! Νὰ φύγει ὁ Ἐσταυρωμένος, τὸ Εὐαγγέλιο καὶ οἱ εἰκόνες ἀπὸ τὰ Δικαστήρια, ἀπὸ τὶς αἴθουσες τῶν Σχολείων, ἀπὸ τὰ Νοσοκομεῖα... «Οὐά»! Νὰ ἐξαλειφθεῖ ἀπὸ τὸ Σύνταγμα τοῦ κράτους ἡ ἐπίκληση τῆς Ἁγίας Τριάδος. Νὰ γίνει τὸ κράτος οὐδετερόθρησκο. Νὰ ὁρκίζονται οἱ ὑπουργοὶ στὴ συνείδησή τους. (Ποιὰ συνείδηση!). «Οὐά»! Νὰ παύσει νὰ θεωρεῖται παράνομη ἡ βλασφημία, ἡ μεγάλη αὐτὴ πληγὴ τοῦ τόπου, ἡ κατάρα τῆς καθημερινῆς ζωῆς πολλῶν. Οἱ ἄνθρωποι διώχνουμε τὸν Σταυρὸ ἀπὸ τὴ ζωή μας καὶ ἀγριεύουμε. Ἀγριεύουμε πρωτίστως στὶς μεταξύ μας σχέσεις. Μίση, φόνοι, ἀπάτες, ἐγκλήματα φριχτά. Οἱ φυλακὲς γεμίζουν ἀσφυκτικά. Κτίζονται καινούργιες καὶ πάλι ἀσφυκτιοῦν. Οἱ κρατούμενοι ἀποφυλακίζονται πρόωρα, ἀλλὰ τὸ πρόβλημα παραμένει ὀξύ. Τὰ Δικαστήρια ἔχουν παραλύσει. Γιατί τόση ἀγριότητα; Ἂς πάψουμε νὰ ψάχνουμε ἔξω καὶ μακριὰ τὴν αἰτία. Οἱ ἄνθρωποι ἀγριεύουμε μεταξύ μας, ἀκριβῶς διότι δὲν ἔχουμε ὑψωμένο τὸν Σταυ ρὸ στὴ ζωή μας. Ἴσως τὸ ἐκφραστικότερο σύμπτωμα αὐτῆς τῆς τάσεως ὑπῆρξε ἡ ἱστορία μὲ τὸν Σταυρὸ στὴ Μυτιλήνη, τὸν ὁποῖο κάποιοι ἐπανειλημμένως γκρέμιζαν, ἕως ὅτου μιὰ μαζικὴ ἀντίδραση τοῦ πιστοῦ λαοῦ τὸν ἔστησε ἀκλόνητο καί μεγαλοπρεπὴ στὸν βράχο. Ἀρκεῖ ἄραγε αὐτό; Ναί, νὰ ὑψωθεῖ ὁ Σταυρὸς στὸν βράχο... νὰ ὑψωθεῖ ὅμως καὶ στὴ ζωὴ ὅλων μας. Διότι ὁ Σταυρὸς καὶ πολεμεῖται ἀπροκάλυπτα, ὅπως ἀποδεικνύεται ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἀναφέραμε προηγουμένως, ἀλλὰ καὶ περιφρονεῖται καὶ ἀγνοεῖται καὶ ὑποτιμᾶται. Καὶ αὐτὸ εἶναι ἐξίσου θλιβερό. Μήπως καὶ θλιβερότερο; Ἐδῶ εἶναι ποὺ καλούμαστε σὲ βαθύτερη αὐτογνωσία. Διότι, ἂν θελήσουμε νὰ δοῦμε κατάματα τὴν ἀλήθεια, θὰ διαπιστώσουμε ὅτι καὶ κάποιοι ἀπὸ μᾶς τοὺς πιστοὺς τὸν Σταυρὸ τὸν ἔχουμε ὑποτιμημένο. Τί νὰ τὸν κάνουμε νὰ μένει ὑψωμένος πάνω στὸν βράχο τῆς Μυτιλήνης, ἂν κάποιοι οὔτε κὰν κάνουμε σωστὰ τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ; Πόσοι τὸν φέρουμε ἐπάνω μας; Λίγοι εἶναι αὐτοὶ ποὺ προτιμοῦν νὰ κρεμοῦν στὸν λαιμό τους ὅ,τι παράξενο μπορεῖ νὰ φανταστεῖ κανεὶς ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Σταυρὸ ποὺ εἶναι καὶ τὸ μόνο ἀναγκαῖο; Πόσοι ἔχουμε στὸ σπίτι μας ἕνα σωστὸ εἰκονοστάσι μὲ τὸν Ἐσταυρωμένο, κι ὄχι ἁπλῶς ἕνα καντήλι πάνω στὸ ψυγεῖο; Κι ἂν αὐτὰ τὰ ἔχουμε σωστά, ὡς τρόπος ζωῆς ὁ Σταυρὸς ὑπάρχει, ἢ τείνει νὰ ἐξαφανιστεῖ; Ἂς ὁμολογήσουμε τὴν ἀλήθεια: Οἱ ἄνθρωποι, παρασυρόμενοι ἀπὸ τὴν ἄνεση καὶ τὸ ἔντονο κοσμικὸ πνεῦμα, συχνὰ ἀρνούμαστε τὸν Σταυρὸ στὴ ζωή μας. Κάποιοι δὲν θέλουμε νὰ σταυρώσουμε τὰ πάθη μας, νὰ ἀντισταθοῦμε στὶς ἁμαρτωλὲς ἐπιθυμίες μας. Πολλοὶ ἐπιχειροῦμε νὰ συνδυάσουμε τὴ Χριστιανικὴ πίστη μας μὲ τὸ ἁμαρτωλὸ κοσμικὸ πνεῦμα. Κι αὐτὸ εἶναι ἴσως ὁ χειρότερος διωγμὸς τοῦ Σταυροῦ, καὶ ἡ μεγάλη ἀρρώστια τῶν καιρῶν μας. Ἀλλὰ Χριστιανισμὸς χωρὶς Σταυρὸ εἶναι ἁλάτι ἀνάλατο, ἕνα ἄχρηστο πράγμα. Γι᾿ αὐτὸ καὶ μέσα στὸ διάχυτο ἀντισταυρικὸ πνεῦμα καὶ τὴν ἀντισταυρικὴ μανία τῆς ἐποχῆς μας οἱ πιστοὶ ὀ φείλουμε νὰ προσκολληθοῦμε στὸν Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ μας. Νὰ τὸν στήσουμε στὴ ζωή μας ἀκλόνητο. Νὰ τὸν κρατοῦμε ὑψωμένο! Στὴ ζωή μας καὶ στὴν Πατρίδα μας!ΟΣΩΤΗΡ2205