Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φιλιππος Μπεναζης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φιλιππος Μπεναζης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

14 Νοεμβρίου, 2020

«Καί τίς, ἐστί μου πλησίον;»


Φαντάζει παράξενο ἀγαπητοί μου, πού ὁ νομοδιδάσκαλος τῆς παραβολῆς δέν ἤξερε ποιός εἶναι ὁ πλησίον του. Εἶναι δυνατόν νά εἶναι διδάσκαλος τοῦ Μωσαϊκοῦ νόμου καί νά τό ὁμολογεῖ αὐτό, ἀνερυθρίαστα; Τί δίδασκε τότε; Τί πίστευε ὁ ἵδιος; Ὅταν ἀνέλυε τό νόμο στούς ἀκροατές του, στήν ἐντολή π.χ. τοῦ «μή ἐπιθυμήσεις τά τοῦ πλησίον σου», τί τούς ἔλεγε; Ἐάν τούς μιλούσε γιά τόν πλησίον, σημαίνει πώς ἤξερε γι αὐτό καί κακῶς ρώτησε τό Χριστό. Ἐάν ὅμως τελικά δέν ἤξερε τήν ἔννοια τοῦ πλησίον τότε τί τούς συμβούλευε; Νά ἐπιθυμοῦν τά τοῦ πλησίον; Γιατί ἐάν δέν ὑπάρχει ὁ πλησίον, τότε δέν ὑπάρχει κανείς νά σέ ἐλέγξει, ἄν κάποτε ἐπιθυμήσεις κάτι πού δέν ἔχεις! 

Εἶναι πραγματικά πολύπλοκο τό θέμα καί τά ἐρωτήματα πού ἀναφύονται, ἀπό τήν προσπάθεια νά ἐρμηνεύσεις τόν ἐσωτερικό κόσμο τοῦ νομικοῦ καί τά βαθύτερα κίνητρα, πού τό ὁδήγησαν σ’αὐτήν του τήν πράξη. Ἐδῶ μάς βοηθάει τό ἵδιο τό ἱερό κείμενο τοῦ εὐαγγελίου, τό ὁποίο μᾶς ἐπισημαίνει πώς ὁ ἄνθρωπος ἐκείνος, προσέγγισε τόν Ἰησοῦ καί τοῦ ἀπήυθηνε τήν ἐρώτηση αὐτή γιατί ἤθελε νά τόν πειράξει· «...νομικός τίς προσῆλθε τῷ Ἰησοῦ πειράζων αὐτόν καί λέγων·» 

Μποροῦμε νομίζω νά ποῦμε πώς ὁ νομικός θεωροῦσε τόν ἐαυτό του πολύ σπουδαίο στά θέματα τῆς πίστεως καί σίγουρα ἦταν. Οἱ γνώσεις καί ἡ κατάρτησή του σ’αὐτά τόν ἔκαναν διδάσκαλο αὐτῆς γιά τούς Ἰουδαίους. Τοῦ ἔδιναν ἕνα ἀέρα ὑπεροχῆς ἀπέναντι στούς ἄλλους. Τοῦ ἔδιναν μία ἀξία πού κάποτε τήν ὑπερεκτιμοῦσε, ὅπως κατά τή συνάντησή του μέ τό Χριστό καί θεωροῦσε πώς μπορεὶ νά βάλει δύσκολα στόν ὁποιονδήποτε. Στόν ὁποιονδήποτε; Ἀκόμα καί στό Χριστό; Ἔτσι νόμιζε. Ἀλλά...

Δέν εἶχε καταλάβει καλά ποιός καί τί εἶναι ὁ Χριστός. Σίγουρα θά Τόν εἶχε προσέξει. Τήν ὅψη Του, τόν τρόπο Του, τήν παρουσία Του γενικότερα. Ἐνδεχομένως ἡ ἀπλότητα καί ἡ πτωχεία πού ἐξέπεμπε ὁ Ἰησοῦς νά τόν ἔβαζε σέ πειρασμό καί νά μήν τοῦ «γέμιζε» τό μάτι ὡς ἕνας διδάσκαλος, παρ’ὅλο πού τόν ἀποκαλεῖ ἔτσι. Γιά νά τόν ἀποκαλεῖ, σίγουρα κάτι μέσα του τόν ἔκανε νά Τόν δεῖ ὡς διδάσκαλο. Ὡς συνάδελφο. Ὅμως καί κάτι ἄλλο τόν ἔκανε νά Τόν ἀμφισβητεῖ. Συγκρίνοντάς Τον ἐνδεχομένως μέ αὐτόν, τόν τρόπο πού ὑπάρχει καί τήν κοινωνική ὁμάδα πού ὑποστηρίζει στή ζωή τῶν Ἰουδαίων, δέν μποροῦσε νά τόν δεῖ ὡς ἕνα ἀπό αὐτούς. 

Ἔτσι μπαίνει στόν πειρασμό νά τοῦ ἀπευθήνει τήν ἐρώτηση-ἀπορία «...τί ποιήσας ζωήν αἰώνιον κληρονομίσω;» Δέν ἤξερε; Ἠξερε! Γι αὐτό κι ὁ καρδιογνώστης Ἰησοῦς τοῦ βάζει δύσκολα ἀπαντῶντας μέ ἐρώτηση· «...Ἐν τῷ νόμῳ τί γέγραπται πῶς ἀναγινώσκεις;» Ὁ νομικός ἀπαντάει εὔκολα γιατί ξέρει... «Ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καί ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου καί ἐξ ὅλης τῆς ἰσχυος σου καί ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου, καί τόν πλησίον σου ὡς σεαυτόν·». «Τοῦτο ποίει καί ζήση», τοῦ ἀπαντᾶ ὁ Ἰησοῦς. Δηλαδή εἶναι σάν νά τοῦ λέει «περιττή ἡ ἐρώτηση». 

Ἐκεῖ ὁ νομικός κλωνίζεται. Δέν περίμενε νά λάβει τέτοια ἀπάντηση καί θέλοντας νά σώσει τόν ἐαυτό του καί τήν εἰκόνα του πού πρός στιγμήν τή χάλασε ὁ Ἰησοῦς μέ τήν ἀπάντησή Του, τοῦ κάνει καί τή δεύτερη ἐρώτηση νομίζοντας πώς ἔτσι θά πάρει τή ρεβάνς. «...ὁ δέ θέλων δικαιοῦν ἐαυτόν...Καί τίς ἐστί μου πλησίον;» Ἡ ἀπάντησή στήν ἐρώτησή του εἶναι ἡ παραβολή τοῦ «καλοῦ σαμαρείτη». Μέ τήν ὁποία διδάσκει ὁ Χριστός στό νομοδιδάσκαλο ἐκείνο ἀλλά καί σέ ὅλους «τίς ἐστί μου πλησίον». 

Στό τέλος οἱ ρόλοι ἔχουν ἀντιστραφεῖ. Ὁ Χριστός εἶναι στή θέση πού ἀρχικά ἦταν ὁ νομοδιδάσκαλος καί ὁ ταλαίπωρος ἐκείνος στή θέση πού ἦταν ὁ Χριστός. Γι αὐτό καί ταπεινωμένος ἀπαντᾶ χωρίς νά πεῖ τήν καταγωγή τοῦ πλησίον τῆς παραβολῆς. Παρά ἦταν πολύ νά παραδεχθεῖ τήν ἀστοχία του κατονομάζοντας καί τό σαμαρείτη. Γιατί πολύ ὄμορφα καί εὐγενικά ὁ Ἰησοῦς τόν ὁδήγησε στήν ἀναγνώριση τῆς ἀδυναμίας του καί τή συναίσθηση τῆς κακεντρέχειάς του. 

Γιά τούς Ἰουδαίους πλησίον ἦταν μόνο ἕνας ἄλλος Ἰουδαίος. Ἡ ἔννοια τοῦ πλησίον ἦταν συνώνυμο τῆς πίστεως. Κάθε ἄλλος μέ διαφορετική πίστη ἦταν ἀνύπαρκτος ὡς ἄνθρωπος γιά τόν ὁποιονδήποτε Ἰουδαίο. Αὐτό ἦταν διδασκαλία τῆς Ἰουδαϊκῆς πίστεως! Αὐτό τό δίδασκε ὁ ἵδιος στούς Ἰουδαίους. Βάζοντας λοιπόν ὁ Ἰησοῦς στήν παραβολή δύο Ἰουδαίους καί μάλιστα ἀνθρώπους τῆς λατρευτικῆς ζωῆς τους, ἱερέα καί λευΐτη (δηλαδή ὑπηρέτη τοῦ ναοῦ), κατεδαφίζει ἕνα μεγάλο πυλώνα τῆς πίστεως τοῦ νομικοῦ. Ἀλλά καί κάθε Ἰουδαίου ἀφήνοντάς τον στά συντρίμια τοῦ οἰκοδομήματος τῆς πίστης νά ψάχνει, τί δέν ξέρει τελικά, τί δέν κατάλαβε καλά, τί πίστευε τόσα χρόνια. 

Αὐτό ὁπωσδήποτε εἶναι ἔνα πολύ δυσάρεστο συναίσθημα καί μία πολύ ἄσχημη ἐμπειρία. Ὄχι μόνο στό θέμα τῆς πίστεως ἀλλά καί σέ ὁποιοδήποτε ἄλλο θέμα τῆς ζωῆς πού ἀφορᾶ ἄμμεσα τόν ἄνθρωπο. Πού τό ἔχει ὡς σανίδι τό ὁποίο πιστεύει ὅτι εἶναι γερό καί ἐκεῖ πάνω πατάει γιά νά ζήσει καί αἰσθάνεται ἀσφαλής. Πού εἶναι γι αὐτόν μιά ἀλήθεια. Ἄν κάποτε συμβεῖ κάτι πού θά τόν κάνει νά ἀναγνωρίσει τό λάθος του, εἶναι τραγικό καί ὀλέθριο, ἀλλά ταυτόχρονα καί εὐλογία! 

Γιατί ἐφ’ὅσον ζεῖ, ἔχει τήν εὐκαιρία καί τό δικαίωμα νά διορθώσει τό λάθος, δηλαδή νά μετανοήσει. Ἀπλά χρειάζεται ταπείνωση καί αὐτοκριτική. Νά μή φοβηθεῖ, ἀλλά νά ἔχει τό θᾶρρος νά δεῖ τίς ἀστοχίες του καί μέ ἐλπίδα στή δύναμη καί ἔλεος τοῦ Θεοῦ, νά προσπαθήσει νά ξαναχτίσει σωστά πλέον ὅ,τι πρίν εἶχε λάθος. Δηλαδή τήν πίστη του.

Ἀνθρώποι μέ τήν ψυχολογία καί τό πιστεύω τοῦ νομικοῦ ὑπῆρξαν καί θά ὑπάρχουν πάντοτε. Ἄνθρωποι πού ὅπως ὁ νομικός τῆς παραβολῆς δέν ἔχουν καταφέρει νά χτίσουν μία σωστή πίστη, σωτήρια τελικά. Ἄνθρωποι οἱ ὁποίοι στήν πραγματικότητα ἔχουν παντελή ἄγνοια γιά τό τί εἶναι Θεός, πίστη, ἐκκλησία, λατρευτική ζωή. Ἄνθρωποι οἱ ὁποίοι δέν ἔχουν καταλάβει ποιός, τί εἶναι ὁ Χριστός καί πῶς μπορεῖ νά εἶναι καθημερινή κατάσταση στή ζωή τοῦ καθενός, ὡστόσο μέ τή βάπτισή τους ἀποτελοῦν μέλη τοῦ μυστηριακοῦ σώματός του. 

Ἄνθρωποι ὅπως ὁ νομικός τῆς παραβολῆς πού γνωρίζουν πολύ καλά τό Θεό ἀλλά δέν γνωρίζουν τόν πλησίον. Τραγικό! Νά ὁμολογεῖς συνειδητά ἤ καί ἀσυνείδητα πώς ξέρεις καλά Αὐτόν πού εἶναι ἀόρατος καί μυστήριο καί ἀκατανόητος καί ἀνεξιχνίαστος καί δέν ξέρεις αὐτόν πού εἶναι καθημερινά δίπλα σου καί εἶναι ὅπως κι ἐσύ ἄνθρωπος. Ἄνθρωποι πού τά ἔχουν καλά μέ τό Θεό, πού εἶναι «τακτοποιημένοι» ἀπέναντί Του, ἀλλά ὄχι μέ τό συνάνθρωπο. 

Θά μποροῦσε κάποιος πού στοιχειωδῶς ἀντιλαμβάνεται ὀρθόδοξα κάποια θέματα νά πεῖ στόν νομικό ἀλλά καί κάθε ὁμοιό του ἀνά τούς αἰῶνες. «Ἀκοῦς τί λές; Μιλᾶς γιά τό Θεό καί τή σχέση μαζί του καί εἶσαι τόσο ἄνετος καί σίγουρος γι αὐτό; Ἐχεις κάνει πλησίον τό Θεό πού εἶναι ἀόρατος καί δέν ἔχεις γίνει πλησίον μέ τόν ὁρατό συνάνθρωπό σου; Πλάνη!» 

Ἀγαπητοί μου· Ὁ ἀββᾶς Δωρόθεος, παρομοιάζει τή σχέση μας μέ Θεό καί ἀνθρώπους μέ τήν ρόδα ἐνός ἄρματος. Κάθε ἀκτίνα εἶναι καί ἕνας ἄνθρωπος, ἕνας πιστός. Ὁ ὁποίος ἐάν πραγματικά καί σωστά κατευθύνεται, πορεύεται πρός συνάντηση μέ τό Θεό, τότε στό δρόμο θά συναντήσει καί τό συνάνθρωπο, τόν πλησίον. Καί φτάνοντας στό κέντρο, στό ποθούμενο, δηλαδή στό Θεό καί τή γνώση του, θά ἐνωθεῖ καί μέ τόν συνάνθρωπο, τόν πλησίον. 

Ὅπως στόν ἄξονα τῆς ρόδας ἐνώνονται ὅλες οἱ ἀκτίνες. Ἔτσι θά δημιουργηθεῖ μιά ἐνότητα, μιά ἀγκαλιά. Μέσα ἀπό τήν ὁποία θά ὑπάρχουν ἐν ὀμονοίᾳ καί ἀγάπη Θεός καί ἄνθρωπος. Ἄρα θά ὑπάρχει μιά βαθιά γνωριμία καί γνώση τῶν προσώπων. Γιατί ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ νομοτελειακά περικλύει καί τή γνώση τοῦ πλησίον. Αὐτό ἱσχύει γιά ἐμᾶς...
π.Φιλιππος Μπεναζης Ι.Ν.ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΔΡΑΜΑΣ

08 Ιουλίου, 2017

ΤΟ ΚΑΚΟ ΕΙΝΑΙ Η ΑΠΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΥ



Τό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα τῆς πέμπτης Κυριακῆς ἀπό τό κατά Ματθαίον ἱερό εύαγγέλιο, ἀγαπητοί ἀδελφοί, μᾶς ἀφηγήθηκε τό θαυμαστό γεγονός τῆς θεραπείας δύο δυστυχισμένων ἀνθρώπων, οἱ ὁποίοι εἶχαν κυριευθεῖ ἀπό πονηρά πνεύματα, ἦταν δαιμονισμένοι. Ἡ ζωή τους ἦταν σέ πολύ ἄσχημη κατάσταση καί ζοῦσαν ἀπομονωμένοι στά μνήματα τοῦ τόπου τους καί κανείς δέν τούς πλησίαζε. Ἦταν ὁ φόβος καί ὁ τρόμος τῶν συντοπιτῶν τους. Ὅμως ἐκείνη τήν ἡμέρα εἶχαν τή σωτήρια γι αὐτούς συνάντηση μέ τόν Ἰησοῦ καί δι αὐτοῦ ἔλαβαν τή θεραπεία καί τή λύτρωση τελικά ἀπό τό μεγάλο κακό πού τούς τυρρανοῦσε. Ἔπαψαν νά εἶναι πρόβλημα γιά τούς συντοπίτες τους καί μποροῦμε νά ποῦμε πώς ἔζησαν ἀπό τότε μιά ζωή πού δικαιοῦται κάθε ἄνθρωπος στόν κόσμο μας. Μιά ζωή σέ κοινωνία καί ἀρμονική συνύπαρξη μέ Θεό καί ἀνθρώπους.

Ἕνα ἀπό τά πολλά θέματα πού θά μπορούσαμε νά προσέξουμε καί νά προβληματιστοῦμε μέσα ἀπό τή συγκεκριμένη εὐαγγελική περικοπή, εἶναι καί τό κακό καί τό πῶς ὑπάρχει στόν κόσμο. Τό κακό τό ὁποίο προέρχεται ἀπό τόν πατέρα τῆς κακίας, τόν μισόκαλο διάβολο καί τό ὁποίο ψάχνει τρόπο νά περάσει στή ζωή τῶν ἀνθρώπων. Ψάχνει τρόπο νά περάσει, γιατί τό κακό δέν μπορεῖ ἀπό μόνο του νά σταθεῖ καί νά ἐνεργήσει, ἐπειδή ὁ κόσμος αὐτός εἶναι φτιαγμένος ἀπό τό Θεό καί εἶναι καλός καί εὐλογημένος καί ξένος ἀπό κάθε κακό. Δέν ἔχει μέρος πού νά μπορεῖ νά σταθεῖ τό κακό ἀπό μόνο του, γιατί τό κακό εἶναι ἀνυπόστατο. Εἶναι μή ὄν. Εἶναι ἀπουσία τοῦ καλοῦ ὅπως λέγει καί διδάσκει ἡ πίστη τῆς Ἐκκλησίας μας.

Ὡστόσο ὅμως, ὅπως ὅλοι γνωρίζουμε βρίσκεται στόν κόσμο μας, ὑπάρχει καί μᾶς τυρρανᾶ, γιατί βρίσκει μονοπάτια καί δρόμους γιά νά περάσει. Τά μονοπάτια αὐτά δέν εἶναι ἄλλα παρά ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι καί οἱ ἀδυναμίες μας, τά πάθη μας, ἡ ἁμαρτωλότητά μας. Ὥς ἄνθρωποι συνειδητά ἀλλά καί ἀσυνείδητα, ἀνοιγόμαστε στό κακό, τοῦ δίνουμε δικαιώματα καί αὐτό ἔρχεται καί μᾶς καταλαμβάνει καί μᾶς χρησιμοποιεῖ ὡς ὄργανά του. Χωρίς νά θέλω νά δικαιολογήσω αὐτή τήν ἀδυναμία μας, θά ἔλεγα πώς τίς περισσότερες φορές, δέν καταλαβαίνουμε πότε ἀνοιγόμαστε στό κακό καί κάνουμε διάλογο μαζί του. Γι αὐτό καί ὁ Θεός δείχνει κατανόηση καί μᾶς συγχωρεῖ, «οὔ γάρ οἴδασι τί ποιοῦσι».

Λίγοι ἄνθρωποι εἶναι αὐτοί πού ἡθελημένα καί προμελετημένα ἀνοίγονται καί ἐπιθυμοῦν τό κακό, πού θέλουν νά βλάψουν τό συνάνθρωπό τους. Σ’ αὐτές τίς περιπτώσεις, ἐντάσεται καί ἕνα μεγάλο πρόβλημα-ἀσθένεια τῆς ζωῆς, τό ὁποίο κάποτε μπορεῖ νά μᾶς προσβάλει καί νά μᾶς τυρρανήσει. Τό ὁποίο συχνά μᾶς ἀπασχολεῖ καί γίνεται θέμα προβληματισμοῦ καί συζητήσεων, γιά τό πῶς εἶναι, πῶς ὑπάρχει, ἀλλά κυρίως πῶς θεραπεύεται. Τό πρόβλημα-ἀσθένεια αὐτό, δέν εἶναι ἄλλο ἀπό τή βασκανία. Τό μάτιασμα. Ἄν καί δέν εἶναι τόσο ἀπλό, θά προπαθήσουμε ἐν συντομία, νά ρίξουμε λίγο φῶς στό θέμα αὐτό.

1ο ) Τί εἶναι βασκανία; Ἡ λέξη βασκανία εἶναι ἀρχαία ἑλληνική καί προέρχεται ἀπό τό ρῆμα βασκαίνω. Ἀρχικά σήμαινε τό φθόνο καί τήν κακολογία ἤ συκοφαντία. Ἔπειτα ἀπέκτησε καί τή σημασία τῆς ἐπήρειας τοῦ βλέμματος ἀπ’ τήν ὁποία προκαλείται κακό σέ κάποιον ἤ σέ κάτι. Μέ αὐτήν τή σημασία τή χρησιμοποιοῦμε καί σήμερα. Ἡ βασκανία ἤ κοινῶς τό μάτιασμα, γιά τήν πίστη μας ἀποτελεῖ δαιμονική ἐνέργεια. Προκαλεῖται ἀπό τή ζηλοφθονία ἀνθρώπων καί μπορεῖ νά κάνει ζημιά. Ὁ Μέγας Βασίλειος ἀναφέρει χαρακτηριστικά ὅτι ἡ βασκανία εἶναι μιά δαιμονική ἐνέργεια, πού γίνεται μέσω τῶν φθονερῶν ἀνθρώπων. Ἡ βασκανία δέν ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα ἕνα συνηθισμένο πονοκέφαλο ἤ μιά συνηθισμένη ζάλη, ἀλλά κάτι τό ἀσυνήθιστα φοβερό καί ἀνυπόφορο. Δέν προσβάλλει μόνο τούς ἀνθρώπους ἀλλά καί τά ζῶα καί τά φυτά, μερικές φορές ἀνεπανόρθωτα. Ἡ Ἐκκλησία μας τήν παραδέχεται καί γι’αὐτό ἔχει καί εἰδική εὐχή στό Εὐχολόγιό της.

2ο ) Ἀπό ποιούς διαβάζεται ἡ εὐχή τῆς βασκανίας; Διαβάζεται μόνο ἀπό τόν ἱερέα. Ὄχι ἀπό τούς λαϊκούς. Ὡστόσο, ὅταν κάποιος αἰσθάνεται ὅτι εἶναι ματιασμένος καί δέν μπορεῖ νά βρεῖ κάποιον ἱερέα γιά νά τοῦ διαβάσει τήν εὐχή, τότε μπορεῖ νά σταυρώσει τόν ματιασμένο στό πρόσωπο, μέ λάδι ἀπό τό καντήλι, λέγοντας τό τροπάριο τοῦ ἁγίου τοῦ ὁποίου ἔχει τό ὄνομα καί λέγοντας τρείς φορές τήν εὐχή «Συντριβήτωσαν ὑπό τήν σημείωσιν τοῦ τύπου τοῦ Τιμίου Σταυροῦ Σου πᾶσαι αἴ ἐναντίαι δυνάμεις», στή συνέχεια νά τοῦ δώσει νά πιεῖ ἁγιασμό.
3ο ) Ὑπάρχει ἄλλος τρόπος ξεματιάσματος; Πολλές φορές, ἀκόμη καί ἄνθρωποι μέ πνευματικούς, μέ ἐξομολόγηση καί συχνή Θεία Μετάληψη, ἀντικαθιστοῦν τούς ἱερείς καί διαβάζουν οἱ ἴδιοι τήν εὐχή τῆς βασκανίας, ἐνώ ἄλλοι χρησιμοποιοῦν διάφορα ὑλικά γιά νά διαπιστώσουν τό μάτιασμα καί νά λύσουν τήν ἐπήρειά του· ρίχνουν λάδι σέ νερό, γαρίφαλο σέ ἀναμμένο κάρβουνο ἤ λουλούδι ἀπό τόν ἐπιτάφιο, χρησιμοποιοῦν ἀλάτι καί ἄλλα ὑλικά ἀπαγγέλοντας γητέματα καί ξόρκια μυστικά, πού περνοῦν ἀπό γενιά σέ γενιά, μόνο σέ συγκεκριμένα ἄτομα. Ὅλες αὐτές οἱ συνήθειες κρύβουν μέσα τους στοιχεία δαιμονικά. Μάλιστα ἐπειδή αὐτοί πού τά χρησιμοποιοῦν συμβαίνει νά εἶναι καί μέλη τῆς Ἐκκλησίας τούς πειράζει ὁ διάβολος κάνοντάς τους νά πιστέυουν ὅτι ἐξ’αἰτίας τῶν δικῶν τούς ἐνεργειῶν καί δυνάμεων ξεματιάζεται ὁ κόσμος.

4ο ) Ὑπάρχουν φυλαχτά ἀπέναντι στή βασκανία; Πολλοί ἀδελφοί μας, γιά τήν ἀποφυγή τῆς βασκανίας, ἐπηρεασμένοι ἀπό διάφορες προλήψεις καί δεισιδαιμινίες, κουβαλοῦν διάφορα φυλαχτά, γαλάζια μάτια, γαλάζιες χάντρες κ.ἄ. Ἄλλοι τοποθετοῦν μπλέ μάτια στά μαξιλάρια τῶν παιδιῶν, γιά νά μήν τά πιάνει τό μάτι. Ἄλλοι φοροῦν ροῦχα ἤ ἐσώρουχα ἀνάποδα γιά νά μήν τούς ματιάζουν. Ὅλα αὐτά ὅμως πού προαναφέραμε καί ἄλλα πολλά, ὄχι μόνο δέν προφυλάσσουν ἀπό τή βασκανία ἀλλά δημιουργοῦν μιά βαθύτερη ἐξάρτηση, ἀφοῦ, ὅπως μπορεῖ εὔκολα νά διαπιστώσει κανείς, αὐτοί πού τά χρησιμοποιοῦν ματιάζονται πολύ πιό συχνά ἀπό τούς ἄλλους. Ἔτσι, ὁ διάβολος ἐκμεταλλεύεται αὐτήν τήν ἐξάρτηση ἀπό ὅλα αὐτά τά μαγικά ἀντικείμενα καί παραπλανᾶ τούς ἀνθρώπους, ὁδηγώντας τους μακριά ἀπό τήν Ἐκκλησία καί τό Χριστό. Τό μόνο κατάλληλο φυλαχτό γιά τήν ἀντιμετώπιση τῆς βασκανίας, ἀλλά καί ὅλων τῶν δαιμονικῶν ἐπηρειῶν εἶναι τό σημείο τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, διά τοῦ ὁποίου συντρίβονται ὅλες οἱ δυνάμεις τοῦ διαβόλου.

5ο ) Ἡ εὐχή τῆς βασκανίας, διαβάζεται σέ ἀβάπτιστα παιδιά; Τά παιδιά χριστιανῶν γονέων πού εἶναι καί αὐτά ὑποψήφια πρός βάπτιση, θεωροῦνται ὡς κατηχούμενοι. Ἐξ ἄλλου στίς εὐχές τῆς πρώτης ἡμέρας, τῆς ὀγδόης καί τῆς σαρακοστῆς τό παιδί σφραγίζεται μέ τό σημείο τοῦ Σταυροῦ. Ἐπίσης στήν εὐχή τῆς πρώτης ἡμέρας εὐχόμαστε νά διαφυλαχθεῖ τό παιδί «ἀπό πάσης ἐπηρείας τοῦ ἀντικειμένου... ἀπό ζήλου καί φθόνου καί ὀφθαλμῶν βασκανίας». Ἄρα, ἐάν χρειαστεῖ μπορεῖ νά διαβαστεῖ καί ἡ εὐχή τῆς βασκανίας.

Ὁ ἅγιος Παΐσιος ἔχει πεῖ γιά τή βασκανία: «Βασκανία ὑπάρχει σέ σπάνιες περιπτώσεις. Ἰδίως οἱ ἄνθρωποι πού ἔχουν ζήλια καί κακότητα –λίγοι εἶναι τέτοιοι–αὐτοί εἶναι πού ματιάζουν. Μιά γυναίκα λ.χ. βλέπει ἕνα παιδάκι χαριτωμένο μέ τήν μάνα του καί λέει μέ κακότητα, γιατί νά μήν τό εἶχα ἐγώ αὐτό τό παιδί; Γιατί νά τό δώσει ὁ Θεός σ’αὐτή; Τότε τό παιδάκι ἐκείνο μπορεῖ νά πάθει ζημιά, νά μήν κοιμᾶται, νά κλαίει, νά ταλαιπωρεῖται, γιατί ἐκείνη τό εἶπε μέ κακότητα. Καί ἄν ἀρρώσταινε καί πέθαινε, θά ἔνοιωθε χαρά μέσα της. Ἄλλος βλέπει ἕνα μοσχαράκι, τό λαχταρᾶ καί ἀμμέσως ψοφάει».

Ἀγαπητοί ἀδελφοί·

Κανένα ἁγιαστικό μέσο τῆς πίστεώς μας δέν μᾶς βοηθᾶ χωρίς μία ἀπαραίτητη προϋπόθεση: τή σταθερή, ἀκλόνητη καί χωρίς ἀμφιβολίες πίστη στόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό καί στή διδασκαλία του. Αὐτή ἡ πίστη, ὅταν στήν καθημερινότητά μας ἐκφράζεται μέ τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, τόν ἐκκλησιασμό, τή θερμή προσευχή, τή συχνή ἐξομολόγηση καί μετοχή στή Θεία Μετάληψη, ἀποτελεῖ τήν πιό σίγουρη καί ἀποτελεσματική ἄμυνα σέ κάθε κακό καί ἐπιβουλ.

π.Φιλιππος Μπεναζης.Ι.Ν.Αγιας Τριαδος Δραμα.