Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δαβιδ βασιλευς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δαβιδ βασιλευς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

27 Νοεμβρίου, 2022

ΤΑ ''ΣΥΝΘΗΜΑΤΙΚΑ'' ΤΟΥ ΘΕΟΥ !

Τριάντα χρονῶν ἦταν ὁ Δαβίδ, ὅταν ἀνακηρύχθηκε βασιλιὰς ὅλου τοῦ ἰσραηλιτικοῦ ἔθνους. Ἤδη εἶχε βασιλεύσει στὴ Χεβρών, πρωτεύουσα τῆς φυλῆς τοῦ Ἰούδα, ἐπὶ ἑπτάμισι ἔτη, καὶ τώρα, μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Σαούλ, ἀναδείχθηκε βασιλιὰς ὅλου τοῦ ἔθνους τῶν Ἰουδαίων. Στὴ θέση αὐτὴ ἐπρόκειτο νὰ παραμείνει ἐπὶ τριάντα τρία ἀκόμη ἔτη! Νέος, δυνατός, μὲ ἔκδηλη τὴν εὐμένεια καὶ βοήθεια τοῦ Θεοῦ στὸ πρόσωπό του, ὁ νεαρὸς βασιλιὰς ἄρχιζε τὴ διακυβέρνηση τοῦ λαοῦ του μὲ ὄχι λίγα προβλήματα. Καὶ ἀπὸ τὰ πρώτιστα ποὺ ἔπρεπε νὰ ἀντιμετωπίσει, ἦταν αὐτὸ τῆς παρουσίας ξένων, εἰδωλολατρικῶν λαῶν στὰ σύνορα. Ἀπὸ τοὺς πιὸ ἀπειλητικοὺς μάλιστα ἦταν αὐτὸς τῶν Φιλισταίων, οἱ ὁποῖοι συχνὰ καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν παρενοχλοῦσαν τοὺς Ἰσραηλίτες. Καθὼς λοιπὸν τώρα ἔμαθαν τὴν προαγωγὴ τοῦ Δαβὶδ καὶ τὴν ἀνάρρησή του στὸν βασιλικὸ θρόνο ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ ἰουδαϊκοῦ ἔθνους, θορυβήθηκαν. Καὶ γι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγο ἀποφάσισαν νὰ χτυπήσουν τὸν νέο βασιλιά, προτοῦ προλάβει νὰ ἑδραιωθεῖ στὸν θρόνο του. Στόχος τους νὰ τὸν ἀποδυναμώσουν ἐξαρχῆς, ὥστε νὰ μὴν ἀποκτήσει ποτὲ δυνάμεις ποὺ θὰ ἦταν ἐνδεχομένως ἀπειλητικὲς γιὰ τὴν ὑπόσταση τοῦ δικοῦ τους ἔθνους. Συγκέντρωσαν λοιπὸν ὅλη τὴν πολεμική τους μηχανὴ καὶ «ἀνέβησαν πάντες οἱ ἀλλόφυλοι ζητεῖν τὸν Δαυίδ», μᾶς πληροφορεῖ τὸ ἱερὸ κείμενο (Β΄ Βασ. ε΄ 17). Ὅλοι μαζὶ ἔφτασαν στὰ νότια τῆς Ἱερουσαλήμ, τῆς νέας πρωτεύουσας τοῦ Ἰσραήλ, καὶ παρατάχθηκαν σὲ μιὰ μεγάλη πεδιάδα, «τὴν κοιλάδα τῶν Τιτάνων» (ἢ Γιγάντων). Ἀπέναντί τους παρατάχθηκε ὁ Δαβὶδ γιὰ τὴ μεγάλη ἀναμέτρηση. Ὅμως δὲν ἀποφάσιζε ὁ εὐσεβὴς βασιλιὰς νὰ κινηθεῖ ἐναντίον τους, ἂν δὲν ρωτοῦσε πρῶτα τὸν Θεό. Μέσω τοῦ ἀρχιερέως ὁ Δαβὶδ ἔσπευσε νὰ λάβει τὴ θεϊκὴ ὁδηγία. «Εἰ ἀναβῶ πρὸς τοὺς ἀλλοφύλους καὶ παραδώσεις αὐτοὺς εἰς τὰς χεῖράς μου;», ἡ ἐρώτησή του. Νὰ ἐπιτεθῶ, θὰ μοῦ τοὺς παραδώσεις στὰ χέρια μου; «Ἀνάβαινε», τοῦ ἀπάντησε ὁ Θεός, βεβαιότατα θὰ σοῦ τοὺς παραδώσω (στίχ. 19). Διέταξε λοιπὸν ἐπίθεση στὰ στρατεύματά του ὁ Δαβὶδ καὶ κατήγαγε περιφανὴ νίκη ἐναντίον τους. Τοὺς συνέτριψε, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Δὲν πέρασε ὅμως πολὺς καιρός, καὶ νά πάλι οἱ Φιλισταῖοι, ἀνασυγκροτημένοι γιὰ νέα μάχη, πάλι στὴν ἴδια θέση. «Καὶ προσέθεντο ἔτι ἀλλόφυλοι καὶ συνέπεσαν ἐν τῇ κοιλάδι τῶν Τιτάνων» (στίχ. 22)  Πάλι στὴν καταφυγή του ὁ Δαβίδ: «Νὰ ἐπιτεθῶ;». «Ὄχι», τοῦ ἀπάντησε τώρα ὁ Θεός. «Δὲν θὰ ἐπιτεθεῖς. Θὰ ὑποχωρήσεις, θὰ πᾶς ἀπὸ πίσω τους καὶ θὰ τοὺς πλησιάσεις κοντὰ στὸ δάσος τοῦ Κλαυθμῶνος. Ἐκεῖ θὰ τοὺς περιμένεις» (στίχ. 23). Καὶ συνέχισε ἡ φωνὴ τοῦ Θεοῦ μὲ μία παράξενη τώρα ὁδηγία: «Μόλις ἀκούσεις ἕνα θόρυβο μέσα ἀπὸ τὸ δάσος, ἕνα ἰσχυρὸ φύσημα ἀνέμου στὶς κορυφὲς τῶν δέντρων, μόλις δεῖς τὰ δέντρα νὰ κουνοῦν τὶς κορυφές τους, τότε θὰ τοὺς ἐπιτεθεῖς. Αὐτὸ θὰ εἶναι τὸ σημάδι ὅτι Ἐγὼ εἶμαι ἤδη ἐμπρός σου γιὰ νὰ τοὺς ἀφανίσω» (στίχ. 24). «Καὶ ἐποίησε Δαυὶδ καθὼς ἐνετείλατο αὐτῷ Κύριος, καὶ ἐπάταξε τοὺς ἀλλοφύλους ἀπὸ Γαβαὼν ἕως τῆς γῆς Γαζηρά» (στίχ. 25). Ἀκολούθησε ἐπακριβῶς τὴν ὁδηγία τοῦ Κυρίου, περίμενε νὰ δεῖ τὸ «συνθηματικό», καὶ τότε ἐπιτέθηκε καὶ τοὺς συνέτριψε.

Τὸ «συνθηματικό»! Ἕνας παράδοξος θόρυβος στὶς κορυφὲς τῶν δέντρων, μία ἀπότομη κίνησή τους. «Φωνὴ συγκλεισμοῦ» τὴν ὀνομάζει τὸ ἱερὸ κείμενο, δηλαδὴ θόρυβος ποὺ δήλωνε τὴν περικύκλωση τῶν ἐχθρῶν καὶ τὴν ἐπικείμενη ἐξολόθρευσή τους. Ἔπρεπε λοιπὸν ὁ Δαβὶδ νὰ περιμένει, νὰ μὴν κάνει καμία πολεμικὴ κίνηση, ἕως ὅτου λάβει τὸ σημεῖο αὐτὸ ἀπὸ τὸν Θεό. Ἔπρεπε τώρα νὰ ἔχει τεταμένη τὴν προσοχή του, γιὰ νὰ ἀντιληφθεῖ τὸ «συνθηματικό», τὸ ὁποῖο μάλιστα ἀπὸ μόνο του δὲν ἦταν τέτοιο ποὺ νὰ δείχνει ἐξαρχῆς τὴ σημασία του. Ἄσχετο, θὰ ἔλεγε ἴσως κάποιος. Ναί, ἀλλὰ αὐτὸ τὸ «ἄσχετο» ἔπαιρνε συγκεκριμένη σημασία καὶ ἔδειχνε πλέον τὴν ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ! 

Καὶ ὁ μὲν Δαβὶδ ἦταν ἤδη προειδοποιημένος ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ περίμενε. Ἐμεῖς βέβαια τέτοιου εἴδους φωνὴ ἀπὸ τὸν Θεὸ δὲν θὰ ἀκούσουμε. Στὴν Καινὴ Διαθήκη ὅμως, στὴν ἐποχὴ τῆς Χά ριτος ποὺ ζοῦμε, ἰσχύει αὐτὸ ποὺ ὁ ἱερὸς εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης γράφει στὴν Καθολικὴ ἐπιστολή του: «Καὶ ὑμεῖς χρῖσμα ἔχετε ἀπὸ τοῦ ἁγίου, καὶ οἴδατε πάντα» (Α΄ Ἰω. β΄ 20). Μὲ τὸ Βάπτισμά σας ἔχετε λάβει τὴν Χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ αὐτὴ εἶναι ποὺ σᾶς διδάσκει, σᾶς ὁδηγεῖ καὶ σᾶς κατευθύνει ὥστε νὰ γνωρίζετε, νὰ μπορεῖτε νὰ διακρίνετε ὅλα ὅσα ἀφοροῦν στὴ σωτηρία σας. Σ᾿ ἐμᾶς τώρα ἐναπόκειται νὰ ἔχουμε τεταμένες τὶς ἐσωτερικὲς κεραῖες τῆς ψυχῆς μας, ἀσκημένα τὰ πνευματικὰ αἰσθητήριά μας καὶ ἀδιάπτωτο τὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὴν ἀναζήτηση τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ στὴ ζωή μας, γιὰ νὰ «πιάνουμε» καὶ νὰ ἀποκρυπτογραφοῦμε στὴ ζωή μας κάποια «συνθηματικὰ» ποὺ στέλνονται ἀπὸ τὸν Θεό. «Σημεῖα τῶν καιρῶν» τὰ ὀνόμασε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος (Ματθ. ις΄ [16] 3). Καὶ ἡ ἀκριβὴς ἔννοια τῆς ἐκφράσεως αὐτῆς εἶναι ὅτι πρόκειται γιὰ κάποια σημάδια ποὺ δηλώνουν τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ μέσα στὸν κόσμο, τὴ δική Του ἐπέμβαση. Καὶ δὲν εἶναι μόνο σημάδια ποὺ ἀφοροῦν στὴν ἐν γένει παρουσία Του στὸν κόσμο, ἀλλὰ καὶ στὸν κάθε ἄνθρωπο ξεχωριστά. Σημεῖα, μέσα ἀπὸ τὰ ὁποῖα ὁ πνευματικὸς ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ δεῖ καὶ νὰ διαγνώσει τὶς κινήσεις καὶ μεθόδους τῆς θείας Προνοίας γιὰ τὴ ζωή του καὶ τὴ σωτηρία του. Ἀκόμη καὶ ἀρνητικά: κάποια ἐνδεχομένως ἀσθένεια ἢ ἀποτυχία. Καὶ μέσα ἀπὸ αὐτὰ ἀκόμη μπορεῖ νὰ καταλάβει τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τὴν ἄοκνη θεία φροντίδα καὶ ἐπιμέλεια γιὰ τὴ σωτηρία του. Τὰ «συνθηματικὰ» τοῦ Θεοῦ! Γιὰ ὅποιον ἔχει μάτια καὶ αὐτιὰ νὰ τὰ καταλαβαίνει... ΟΣΩΤΗΡ2209 

16 Δεκεμβρίου, 2021

Με τα Μάτια Στραμμένα στον Ουρανο Ψαλ. ΡΚ΄ (120) 1-2

 
Ὁ 120ὸς Ψαλμὸς ἀνταποκρίνεται στὸν χαρακτηρισμὸ «ἀναβαθμοὶ» τῆς ὠ­δῆς αὐτῆς, περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλον Ψαλμό. 

Διότι σχεδὸν σὲ κάθε στίχο του εἶναι κατ’ ἐξοχὴν ἐμφανὲς τὸ κλιμακωτὸ σχῆμα καὶ ὁ προοδευτικὸς ρυθμός. Λέει π.χ.: «ὅθεν ἥξει ἡ βοήθειά μου· ἡ βοήθειά μου παρὰ Κυρίου» (στίχ. 1-2). «Μηδὲ νυστάξει ὁ φυλάσσων σε. ἰδοὺ οὐ νυστάξει οὐδὲ ὑπνώσει ὁ φυλάσσων…» (στίχ. 3-4). «Κύριος φυλάξει σε ἀπὸ παν­τὸς κακοῦ… Κύριος φυλάξει τὴν εἴσοδόν σου καὶ τὴν ἔξοδόν σου» (στίχ. 7-8).

Κατὰ τὸν Μέγα Ἀθανάσιο, ὁ Ψαλμω­δὸς ψάλλει τὴν ὠδὴ αὐτὴ καθ’ ὃν χρόνον ἔχει ἀπολυθεῖ ἀπὸ τὴν αἰχμαλωσία καὶ ἐνῶ διανύει τὴ μακρινὴ ἀπόσταση ἀπὸ τὴ Βαβυλώνα στὴν Ἱερουσαλήμ. 

Ὁ δρόμος περνοῦσε μέσα ἀπὸ βουνὰ καί, καθὼς προχωροῦσε τὸ κουρασμένο καραβάνι, ὁ εὐσεβὴς Ἰσραηλίτης ἀτενίζει τὰ ὄρη – ἴσως ἐκεῖνα τῆς Ἱερουσαλήμ – καὶ παρακαλεῖ νὰ τοῦ δοθεῖ βοήθεια.

«Ἦρα τοὺς ὀφθαλμούς μου εἰς τὰ ὄρη, ὅθεν ἥξει ἡ βοήθειά μου» (στίχ. 1), ἀναφωνεῖ. Ἀπὸ τὴν ξένη γῆ στρέφομαι πρὸς τὴν Ἱερουσαλήμ, προσεύχομαι καὶ σηκώνω τὰ μάτια μου πρὸς τὰ ἱερὰ ὄρη τῆς Σιών, ἀπ’ ὅπου καὶ θὰ μοῦ ἔλθει ἡ βοήθεια ποὺ ζητῶ καὶ περιμένω. 

Ἀτενίζει τὰ ὄρη τῆς Παλαιστίνης, καὶ εἰδικῶς ἴσως τὰ ὄρη τῆς ἁγίας πόλεως Ἱερουσαλήμ, στὰ ὁποῖα ἦταν κτισμένος ὁ Ναὸς τοῦ Θεοῦ, ἡ ἕδρα τοῦ παντοκράτορος Κυρίου, ὅ­που γινόταν αἰσθητὴ ἡ παρουσία Του. 

Ἀ­­ναμένει ἀπὸ ἐκεῖ τὴ σωτηρία του. Ἀλλὰ εὐθὺς ἀμέσως διορθώνει τρόπον τινὰ τὴ σκέψη του καὶ ἀναφωνεῖ: «Ἡ βοήθειά μου παρὰ Κυρίου τοῦ ποιήσαντος τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν» (στίχ. 2). Ἴσως ἔφερε στὴ μνήμη του τὸν λόγο τοῦ προφήτου Ἱερεμία, ὁ ὁποῖος εἶπε· «πλὴν διὰ Κυρίου Θεοῦ ἡμῶν ἡ σωτηρία τοῦ Ἰσραήλ» (Ἱερ. γ΄ 23)· μόνο διὰ τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ ἡμῶν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθει ἡ σωτηρία τοῦ ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ.

Ὁ ἀσθενὴς καὶ ἀδύνατος ἄν­θρωπος μπορεῖ νὰ ἀναμένει βοήθεια μόνο ἀπὸ τὸν ἄπειρο καὶ παντοδύναμο Θεό. Αὐτὸς εἶναι οὐσιαστικῶς ὁ προστάτης καὶ βοηθός μας. Αὐτός, ὁ Ὁποῖος δημιούργησε ἀπὸ τὸ μηδὲν τὸν οὐρανὸ καὶ τὴ γῆ μὲ μόνο τὸν λόγο Του. Αὐτός, ὁ Ὁποῖος ἐποίησε τὸν ὑπέροχο καὶ θαυμαστὸ αὐτὸ κόσμο, τὸν «καλὸν λίαν». Αὐτὸς εἶναι ὁ προστάτης καὶ βοηθός μας.

Σχολιάζει ὁ ἱερὸς Ζιγαβηνός: Καὶ σὲ μᾶς, ἂν σηκώσουμε τοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς ψυχῆς μας στὸν Οὐρανό, ἀφοῦ τοὺς ἀ­ποσπάσουμε ἀπὸ τὰ πράγματα τῆς γῆς, θὰ ἔλθει ἡ βοήθεια παρὰ Κυρίου1.

Ὁ δὲ ὅσιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης ση­­μειώνει: «Ἐὰν καὶ σύ, ἀδελφέ, θέλεις καὶ ἀγαπᾶς εἰς τὸν Θεὸν νὰ λάβῃς τὴν παρ’ ἐκείνου βοήθειαν, πρέπει νὰ ἀ­φή­σῃς ὅλα τὰ κάτω καὶ φθαρτὰ πρά­γματα καὶ νὰ ἀναβῇς ἐπάνω εἰς τὰ ὄρη, ἤτοι εἰς τὰ ὑψηλὰ καὶ οὐράνια. Πρέπει νὰ ἀφήσῃς τὴν γῆν, ἤγουν τὸ σῶμα τὸ ἐκ τῆς γῆς πλασθὲν καὶ εἰς γῆν μέλλον διαλυθῆναι, καὶ νὰ ὑψωθῇς εἰς τὸ ὄρος, ἤγουν εἰς τὸν νοῦν τὸν χωροῦντα τὰς ὑψηλὰς τοῦ Θεοῦ θεωρίας»2.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἐμ­βαθύνει ἀκόμη περισσότερο στὸ λόγο αὐ­­τὸ τοῦ ἱεροῦ Ψαλμωδοῦ. Γράφει: Ἐὰν οἱ Ἰουδαῖοι, οἱ ἀναίσθητοι καὶ προσηλωμένοι στὴ γῆ, ἔγιναν τόσο σπουδαῖοι ἀπὸ τὴν ταλαιπωρία τῆς αἰχμαλωσίας καὶ προσέβλεπαν πρὸς τὸν Οὐρανό, πολὺ πε­ρισσότερο ἐμεῖς οἱ Χριστιανοί, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ζητεῖται μεγαλύτερη τελειότητα, θὰ μπορούσαμε νὰ προσβλέπουμε στὸν Οὐρανὸ στὶς κρίσιμες περιστάσεις τῆς ζωῆς μας καὶ νὰ καταφεύγουμε στὸ Θεό. Οἱ Ἰουδαῖοι ἦσαν αἰχμάλωτοι καὶ δοῦ­λοι καὶ ζοῦσαν μεταξὺ ἐχθρῶν. Καταπιεζόμενοι ὅμως ἀπὸ τὶς πολλὲς συμφορὲς κατέφυγαν πρὸς τὸ ἀκαταμάχητο Χέρι καί, ὅταν ἐγκαταλείφθηκαν ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ἦρθαν στὴν ὀρθὴ σκέψη, γι’ αὐτὸ καὶ ἔλεγαν· ἐσήκωσα τὰ μάτια μου πρὸς τὰ ὄρη, ἀπὸ ὅπου θὰ ἔλθει ἡ βοήθειά μου. Ὅλα εἶναι μάταια, μία σωτηρία ἀπέμεινε, λέγει, ἡ σωτηρία ἀπὸ τὸν Θεό (…). Δὲν εἶπε ἁπλῶς ἀπὸ τὸν Θεό, ὁ Ὁποῖος δημιούργησε τὸν οὐρανὸ καὶ τὴ γῆ, ἀλλὰ σκέπτεται ἀλληγορικῶς καὶ λέγει· ἐὰν δημιούργησε τὸν οὐρανὸ καὶ τὴ γῆ, μπορεῖ νὰ βοηθήσει καὶ στὴν ξένη χώρα καὶ παντοῦ καὶ στὴ βάρβαρη χώρα, ν’ ἁπλώσει τὸ χέρι καὶ νὰ σώσει ἐκείνους ποὺ ἐκδιώχθηκαν ἀπὸ τὴν πατρίδα τους. Διότι ἂν ὅλα αὐτὰ τὰ στοιχεῖα τὰ δημιούργησε μόνο μὲ τὸν λόγο Του, πολὺ περισσότερο θὰ μπορέσει νὰ ἀπαλλάξει καὶ ἐμᾶς ἀπὸ τοὺς βαρβάρους (…). Οἱ Ἰουδαῖοι δὲν θυμοῦνται πλέον τὸ Ναό, ἀλλὰ τὸν Θεό. Ἡ βοήθειά μας ἀπὸ τὸν Κύριο, λέγουν, ποὺ δημιούργησε τὸν οὐρανὸ καὶ τὴ γῆ.

Προσθέτει καὶ κάτι ἄλλο ἡ χρυσόφωνος σάλπιγγα, ποὺ συνήθως μᾶς διαφεύγει. Μᾶς καλεῖ νὰ ἀπομακρύνουμε τὸν ἑαυτό μας ἀπὸ τὰ γήινα καὶ νὰ ἀνατείνουμε τὸ βλέμμα τῆς ψυχῆς μας πρὸς τὰ ἄνω, ὁποιαδήποτε ὥρα καὶ ὁπουδήποτε βρισκόμαστε, καὶ λέγει: Γι’ αὐτὸ μόνο στὸν ἄν­­θρωπο δημιούργησε ὁ Θεὸς ὄρθια τὴ διαμόρφωση τοῦ σώματος καὶ τοποθέτησε τὰ μάτια στὴν κορυφὴ τοῦ σώματος, γιὰ νὰ μᾶς διδάξει καὶ ἀπὸ τὰ αἰσθητὰ ὅτι πρέπει νὰ κοιτάζουμε πρὸς τὰ ἄνω. Διότι μόνο αὐτὸς ἀπὸ ὅσα ἔχουν ζωή, ὁ ἄν­θρωπος, εἶναι διαμορφωμένος κατ’ αὐτὸ τὸν τρόπο. Ὅλα τὰ ἄλλα κοιτάζουν κάτω καὶ κλίνουν πρὸς τὴ γῆ. Αὐτὸς ὅμως ἐκ­τείνεται πρὸς τὸν οὐρανὸ γιὰ νὰ παρατηρεῖ ὅσα ὑπάρχουν ἐκεῖ, νὰ φιλοσοφεῖ μὲ αὐτά, νὰ φαντάζεται ἐκεῖνα καὶ νὰ ἔχει καθαρὸ καὶ γρήγορο τὸ μάτι τῆς ψυχῆς. Γι’ αὐτὸ ὁ «Ἐκκλησιαστὴς» γράφει: «Τοῦ σοφοῦ οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ ἐν κεφαλῇ αὐτοῦ» (Ἐκκλ. β΄ 14)· δηλαδή, ὁ κατὰ Θεὸν σοφὸς ἄνθρωπος ἔχει ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ ὅλα τὰ κάτω, κατοικεῖ στὸν Οὐρανὸ καὶ φαντάζεται τὰ ὑψηλά3.

Λοιπόν, ἂς σηκωθοῦμε καὶ ἐμεῖς ἀπὸ τὰ χαμηλὰ καὶ γήινα, ἂς ἀπαγγιστρώσουμε τὴν ψυχή μας ἀπὸ τὰ πρόσκαιρα καὶ χοϊκὰ πράγματα τοῦ παρόντος αἰῶνος καὶ ἂς ἀνεβοῦμε μὲ τὸ νοῦ καὶ τὴν καρδιά μας στὰ ἄνω, τὰ ὑψηλὰ καὶ τὰ οὐράνια. Ἡ ὅποια βοήθεια, ποὺ ἔχουμε ἀνάγκη, θὰ ἔλθει μόνο ἀπὸ τὸν παντοδύναμο Κύριο, ὁ Ὁποῖος δημιούργησε τὸν οὐρανὸ καὶ τὴ γῆ.

1. ΕΥΘ. ΖΙΓΑΒΗΝΟΥ, Εἰς Ψαλ. ρκ΄ [120], PG 128, 1188Β.

2. ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, Νέα Κλῖμαξ, τύπ. Σωτ. Ν. Σχοινᾶ, ἐν Βόλῳ 1956, σελ. 204.

3. ΙΩ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Εἰς τὸν ρκ΄ [120] Ψαλ., PG 55, 344-345.

https://www.osotir.org/2016/12/02/di-ton-anavathmon-5-m-t-matia-strammena-st-n-o-ran-psal-rk-120-1-2/

10 Σεπτεμβρίου, 2020

Πώς προέκυψε η φράση: Σώθηκε από το στόμα του λύκου

Όταν κάποιος άνθρωπος σώζεται από κάποιο κίνδυνο, συνηθίζεται να λέμε πως «σώθηκε από το στόμα του λύκου». Παλαιότερα η φράση αυτή ήταν γνωστή και ως «εκ στόματος  λέοντος». 
Καθημερινά λέμε φράσεις, παροιμίες και γνωμικά που γνωρίζουμε την περίστασή που πρέπει να τις χρησιμοποιήσουμε, αλλά δεν γνωρίζουμε από που που προέρχονται και πώς προέκυψαν. Η ιστορία της Εκκλησίας, όπως την κατέγραψαν οι Πατέρες, μας δίνει τις πληροφορίες.
Η ιστορία και η παράδοση δείχνουν ότι αυτή η φράση προέρχεται από πολύ παλιά, την εποχή του Δαυίδ. Την συναντάμε στους Ψαλμούς, όταν ο Δαυίδ απευθύνεται στο Θεό και του λέει «Σώσον με εκ στόματος λύκου» και πιο κάτω «εκ στόματος λέοντος».
Τις ίδιες φράσεις αργότερα χρησιμοποίησαν ο Απόστολος Παύλος και ο Απολλώνιος ο Τυανεύς, σύγχρονος του Νέρωνα. Και οι δύο παρομοιάζουν το Νέρωνα με αιμοβόρο θηρίο, για την αφάνταστη σκληρότητα που έδειχνε στους ανθρώπους.
Ο Απόστολςο Παύλος, στη δεύτερη επιστολή του προς τον Τιμόθεο, αναφέρει, ότι σώθηκε «εκ στόματος λέοντος», ενώ ο Απολλώνιος συμπληρώνει: «Είτε λέοντα είτε λύκον τον επονομάσης, όλων των αγρίων θηρίων τα ονόματα γίνονται επωνυμία πρέποντα είς τους τυράννους. Εγώ, είναι αληθές, ότι εσώθην εκ στόματος λύκου».

14 Ιουνίου, 2020

Και ὅμως θεώρησε τον ἑαυτο του σαν ἕνα ψύλλο!


Όταν μελετάει κανεὶς τὴν ἱερὴ ἱστορία τοῦ Δαβίδ, μένει ἔκ­θαμβος ἐμπρὸς στὴν ψυχικὴ δύναμή του. Εἶναι ἀξιοθαύμαστος γιὰ τὸ πῶς μποροῦσε νὰ ἀντιμετωπίζει μὲ ψυχραιμία καὶ ἀτρόμητο θάρρος τὸ θανάσιμο μίσος ἐναντίον του τοῦ βασιλιᾶ Σαούλ. Εἶχε βέβαια ἐκ φύσεως γενναῖο χαρακτήρα καὶ μεγάλη μυϊκὴ δύναμη, ἀφοῦ σὲ πολὺ νεαρὴ ἡ-  λι­κία, ἐνῶ φύλαγε τὰ πρόβατα τῆς οἰκογενείας τους, ἔπνιγε μὲ τὰ χέρια του σὰν μὲ ἄλλη τανάλια ἀρ­κούδα καὶ λιοντάρι ποὺ ρίχνον­ταν στὸ κοπάδι νὰ σπαράξουν τὰ πρόβατα (βλ.Α΄Βασ. ιζ΄ 34­-35). Ἦταν ἀτρόμητος. Ἦταν ὅμως καὶ συνετός. Ὅταν ἀντελήφθη ὅτι ὁ βασιλιὰς Σαοὺλ τὸν ζήλευε, διότι ὅλοι τὸν ἀγαποῦσαν καὶ τὸν λάτρευαν κυριολεκτικὰ γιὰ τὶς ἱκανότητές του καὶ γιὰ τὶς νίκες ποὺ εἶχε ἐπιτύχει ἐπικεφαλῆς τοῦ στρατοῦ τους ἐναντίον τῶν ἐχθρῶν τους, ἄρχισε νὰ φυλάγεται ἀπὸ τὸν βασιλιά. Κατάλαβε καὶ τὸ διαπίστωσε ὅτι ὁ Σαοὺλ ἤθελε νὰ τὸν ἐξον­τώσει, κι ἂς τοῦ εἶχε δώσει ὡς σύζυγό του τὴν κόρη του. Κάποιες φορὲς μάλιστα ἐπιχείρησε νὰ τὸν φονεύσει, διότι φοβόταν μήπως τοῦ πάρει τὸν θρόνο. Γι’ αὐτὸ καὶ ὅταν τὰ πράγματα ἔφτασαν στὸ ἀπροχώρητο, ὁ Δαβὶδ ἔφυγε ἀπὸ τὴν ἕδρα τῆς βασιλείας τοῦ Σαοὺλ καὶ κατέφυγε στὰ βουνὰ γιὰ νὰ κρυφτεῖ ἀπὸ τὴ μανία του. Γιὰ νὰ ἀναπαυθεῖ μαζὶ μὲ μερικοὺς ἔμπιστους φίλους του ποὺ τὸν ἀκολούθησαν, μπῆκαν κάποτε σὲ μιὰ σπηλιὰ καὶ ξεκουράζονταν στὸ βάθος της. Σὲ λίγο ὅμως πλησίασε στὴ σπηλιά αὐτή, χωρὶς νὰ τὸ γνωρίζει, καὶ ὁ Σαούλ, ὁ ὁποῖος μὲ 3.000 στρατιῶτες εἶχε βγεῖ στὰ βουνὰ γιὰ νὰ κυνηγήσει τὸν Δαβίδ. Αὐτοὶ ποὺ ἦταν μέσα στὴ σπηλιὰ ἀναγνώρισαν στὸ ἄνοιγμα τῆς σπηλιᾶς τὸν Σαούλ, ποὺ μπῆκε νὰ ἀναπαυθεῖ κι αὐτός. Καὶ εἶπαν οἱ ἄνδρες τοῦ Δαβὶδ πρὸς τὸν ἀρχηγό τους: «Νά! Ἦλθε ἐπιτέλους ἡ μέρα ποὺ σοῦ εἶπε ὁ Κύριος ὅτι θὰ παραδώσει τὸν ἐχθρό σου στὰ χέρια σου, γιὰ νὰ τοῦ φερθεῖς ὅπως νομίζεις καλύτερα!». Σὰν νὰ τοῦ ἔλεγαν: «Σκότωσέ τον, εἶναι εὐκαιρία τώρα, γιὰ νὰ ἡσυχάσουμε ἀπὸ αὐτόν!». Ὁ Δαβὶδ ὅμως, χωρὶς νὰ πεῖ λέξη, σηκώθηκε καὶ πλησίασε σιγά­σιγὰ τὸν Σαούλ, ποὺ κοιμόταν, κι ἔκοψε κρυφὰ τὴν ἄκρη τοῦ μανδύα του καὶ ἐπέστρεψε στοὺς συντρόφους του. Αἰσθάνθηκε μάλιστα μέσα του καὶ κάποια λύπη, γιὰ τὸ ὅτι ἔβλαψε ἔστω μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο τὸν ἐχθρό του. Καὶ εἶπε στοὺς συντρόφους του «νὰ μὴν ἐπιτρέψει ὁ Κύριος ποτὲ νὰ σηκώσω χέρι καὶ νὰ θανατώσω τὸν κύριό μου τὸν βασιλιά, διότι ὁ Κύριος τὸν ἔχρισε στὸ βασιλικό του ἀξίωμα». Οἱ σύντροφοί του ὅμως ἐπέμεναν νὰ τὸν σκοτώσουν, ἀλλ’ ὁ Δαβὶδ τοὺς ἔπει­σε τελικὰ μὲ τὰ λόγια του καὶ δὲν τοὺς ἐπέτρεψε νὰ φονεύσουν τὸν Σαούλ. Ἔπειτα ἀπὸ λίγο σηκώθηκε ὁ Σαοὺλ καὶ βγῆκε ἀπὸ τὴ σπηλιά, χωρὶς νὰ ἀντιληφθεῖ τί εἶχε συμβεῖ. Πῆρε τὸν κατήφορο καὶ ἀπομακρύνθηκε. Τότε βγῆκε πίσω του ἔξω ἀπὸ τὴ σπηλιὰ καὶ ὁ Δαβὶδ καὶ στάθηκε καὶ φώναξε δυνατά: «Κύριε, βασιλεῦ!». Στὸ ἄκου­σμα αὐτὸ ἔστρεψε τὸ πρόσωπό του ὁ Σαούλ, καὶ ὁ Δαβὶδ ἀπὸ μακριὰ ἔσκυψε καταγῆς τὸ πρόσωπό του καὶ τὸν προσκύνησε. Καὶ εἶπε ὁ Δαβίδ: «Γιατί πιστεύεις ὅσα σοῦ λένε, ὅτι ὁ Δαβὶδ θέλει νὰ σὲ σκοτώσει; Νά, πρὸ ὀλίγου σήμερα ὁ Κύριος σὲ παρέδωσε στὰ χέρια μου καὶ μποροῦσα νὰ σὲ σκοτώσω ἐκεῖ στὴ σπηλιά, ἀλλὰ σὲ λυπήθηκα καὶ εἶπα, δὲν θὰ σηκώσω χέρι ἐναντίον τοῦ ἀνθρώπου ποὺ τὸν ἔχρισε στὸ ἀξίωμά του ὁ Κύριος. Ἂν ἀμφιβάλλεις γι’ αὐτὰ ποὺ σοῦ λέω, κοίταξε τὴν ἄκρη τοῦ μανδύα σου καὶ θὰ δεῖς ὅτι λείπει ἕνα κομμάτι. Τὸ ἔκοψα ἐγώ, ὅταν ἤσουν στὴ σπηλιά, χωρὶς νὰ τὸ καταλάβεις. Μποροῦσα νὰ σὲ σκοτώσω, καὶ δὲν τὸ ἔκανα. Ἂς κρίνει ὁ Κύριος ἀνάμεσά μας καὶ ἂς ἐκδικηθεῖ Ἐκεῖνος τὴν ἀδικία σου εἰς βάρος μου. Ἐγὼ πάντως δὲν πρόκειται νὰ σηκώσω ποτὲ χέρι ἐναντίον σου. Νὰ πῶ καὶ κάτι τελευταῖο: Πίσω ἀπὸ ποιὸν τρέχεις, βασιλιὰ τοῦ Ἰσραήλ; Ποιὸν καταδιώκεις; Κυνηγᾶς ἕνα ψόφιο σκυλὶ ἢ ἕναν ψύλλο; Ἐσὺ εἶσαι ὁ βασιλιάς, ἐνῶ ἐγὼ εἶμαι ἕνα τίποτε!» (βλ. Α΄ Βασ. κδ΄ 1­15). Τί νὰ πρωτοθαυμάσουμε ἀλήθεια καὶ ἀπὸ τί νὰ διδαχθοῦμε ἀπὸ τὴν ἱστορία αὐτὴ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης; Νὰ πέσει στὰ χέρια του ὁ θανάσιμος ἐχθρός του, νὰ μπορεῖ νὰ τὸν ἐκδικηθεῖ χωρὶς νὰ δώσει λόγο σὲ κανένα, νὰ τὸν παρα κινοῦν οἱ φίλοι του νὰ προχωρήσει σὲ ἐκδίκηση, καὶ αὐτὸς νὰ ἐκδικεῖται μὲ ἀνεξικακία! Καὶ νὰ λυπᾶται διότι τοῦ χάλασε ἔστω γιὰ λίγο τὴν ἄκρη τοῦ μανδύα του! Τί μεγάλη καρδιὰ ἔκρυβε πραγματικὰ ὁ Δαβίδ! Καὶ τί ἐλεγκτικὸ παράδειγμα γίνεται γιὰ μᾶς ποὺ δὲν μποροῦμε νὰ συγχωρήσουμε κάποιον ποὺ μᾶς ἔβλαψε κάπως, καὶ θέλουμε νὰ τὸν βάλουμε – ὅπως λέμε – στὴ θέ­ση του! Πόσο μικρόψυχοι εἴμαστε ἀλήθεια! Ἀλλὰ καὶ τί ταπεινὸ φρόνημα εἶχε γιὰ τὸν ἑαυτό του! Γι’ αὐτὸ ἄλλωστε ἦταν καὶ ἀνεξίκακος. Θεωροῦσε τὸν ἑαυτό του αὐτὸς ὁ μέγας στρατηγὸς καὶ γενναῖος πολεμιστὴς μικρὸ καὶ ἀσήμαντο μπροστὰ στὸν βασιλιά, σὰν ψύλλο. Κι ἂς ἦταν βασιλιὰς ὁ ἀνάξιος Σαούλ! Ὁ ταπεινὸς θεωρεῖ τοὺς ἄλλους πραγματικὰ ἀνώτερούς του. Τέτοια ἀρετὴ εἶχε ὁ Δαβίδ, καὶ μακάρι νὰ τοῦ μοιάσουμε! Τότε θὰ γίνουμε καὶ ἀνεξίκακοι.ΟΣΩΤΗΡ2069

16 Φεβρουαρίου, 2020

Κριμαία: Το άγνωστο έσχατο “ελληνικό” πριγκιπάτο που έπεσε στους Τούρκους


Οι Τούρκοι κατέλυσαν τα τελευταία ελληνικά κρατίδια του Μοριά και της Τραπεζούντας το 1460-61. Ωστόσο υπήρξε κι ένα “ελληνιστικό”, θα λέγαμε βασίλειο που κράτησε ως το 1475. Το κράτος αυτό βρισκόταν στην χερσόνησο της Κριμαίας.

Μετά την πτώση της Πόλης στους «σταυροφόρους» της Δ’ Σταυροφορίας το 1204 δημιουργήθηκαν διάφορα διάδοχα βυζαντινά κράτη. Ένα από αυτά ήταν και η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας. Τα βυζαντινά εδάφη στην χερσόνησο της Κριμαίας πέρασαν υπό την εξουσία της Τραπεζούντας.

Η περιοχή, γνωστή ως Γοτθία κατέστη, στις αρχές του 14ου αιώνα, ανεξάρτητο πριγκιπάτο με πρωτεύουσα το Δόρος ή Θεοδωρού (σημερινό Μανγκούπ της Κριμαίας). Βυζαντινές πηγές αναφέρουν το πριγκιπάτο την εποχή του αυτοκράτορα Ανδρόνικου Γ’ Παλαιολόγου.

Την εποχή αυτή αναφέρεται ως ηγεμόνας του ο πρίγκιπας Δημήτριος που σύμφωνα με ορισμένες πηγές ήταν ο εξελληνισμένος Τάταρος πρίγκιπας Κουιτάνι. Το 1361 το πριγκιπάτο αναφέρεται ως «Θεοδωρού» (από τους Αγ. Θεοδώρους). Το όνομα αυτό επιβεβαιώνεται από γενουατικές πηγές του 1374. Το 1420 ο επίσημος τίτλος του ηγεμόνα του πριγκιπάτου ήταν «αυθέντης πόλεως Θεοδωρούς και παραθαλσσίας». Κάποιοι ονόμαζαν το κράτος «Θεοδωρίτσι».

Το 1395 ο Ταμερλάνος εισέβαλε στην Κριμαία και κατέστρεψε την πρωτεύουσα Θεοδωρού. Όμως το πριγκιπάτο αναβίωσε και κατέστη μια από τις ισχυρότερες δυνάμεις της περιοχής, μαχόμενο κυρίως κατά των Γενουατών. Στον πόλεμο Βενετίας – Γένουας το 1432 το πριγκιπάτο υποστήριξε φυσικά τη Βενετία. Το πριγκιπάτο κατάβαλε φόρο στους Μογγόλους της Χρυσής Ορδής και έτσι διατηρούσε φιλικές σχέσεις με το ισχυρότερο κράτος της περιοχής. Οι πρίγκιπες δημιούργησαν το λιμάνι του σημερινού Ίνκερμαν.

Οι πρίγκιπες της Θοδωρούς, ο πληθυσμός, ο χαρακτήρας

Ο πληθυσμός του κράτους ήταν μικτός. Αποτελείτο από Έλληνες, Γότθους της Κριμαίας, Αλανούς, Βούλγαρους, Κουμάνους, Κιπτσάκ. 
Ο πληθυσμός ήταν εξελληνισμένος, επίσημη γλώσσα ήταν τα ελληνικά και επικρατούσε θρησκεία η Ορθοδοξία. 
Επικρατούσε η βυζαντινή τέχνη και αρχιτεκτονική. Έμβλημα του ηγεμόνα ήταν ο δικέφαλος αετός.

Ο Ρώσος βυζαντινολόγος Βασίλιεφ αναφέρει επίσης τον πρίγκιπα Δημήτριο υιοθετώντας την άποψη ότι επρόκειτο για εκχριστιανισμένο, εξελληνισμένο Τάταρο. Οι διάδοχοί του δεν είναι γνωστό αν είχαν την ίδια καταγωγή είναι δε γνωστοί μόνο από ρωσικές πηγές. Μετά τον Δημήτριο ηγεμόνας ήταν ο Βασίλειος τον οποίο διαδέχθηκε ο γιος του Στέφανος.

Διάδοχος αυτού ήταν ο Αλέξιος Α’ και κατόπιν ο Ιωάννης ο οποίος νυμφεύθηκε την Βυζαντινή αρχόντισσα Μαρία Ασάνινα. Τον διαδέχτηκε ο γιος του Ουλουμπέι. Η κόρη του Αλεξίου Α’ Μαρία της Γοτθίας παντρεύτηκε τον τελευταίο αυτοκράτορα της Τραπεζούντας Δαβίδ Μεγαλοκομνηνό.

Μετά τον Ουλουμπέι αναφέρεται ως πρίγκιπας ο Ισαάκ ο οποίος επιχείρησε να αντιμετωπίσει τον τουρκικό κίνδυνο συμμαχώντας με τον ηγεμόνα της Μολδαβίας. Όταν άλλαξε στάση και στράφηκε προς τους Τούρκους εκθρονίστηκε από τον αδελφό του Αλέξανδρο. 
Ωστόσο τα πριγκιπάτο δεν σώθηκε. Καταλύθηκε από τους Τούρκους το 1475. Η πρωτεύουσα έπεσε μετά από πολιορκία τριών μηνών.

Ο ηγεμόνας Αλέξανδρος αιχμαλωτίσθηκε, μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη και αποκεφαλίστηκε, ενώ ο γιος του έγινε με τη βία μουσουλμάνος και η κόρη του εισήλθε στο χαρέμι του Μωάμεθ Β’.


Το έμβλημα του πριγκιπάτου.

27 Ιουλίου, 2019

ΚΑΙ ΣΥ ΚΥΡΙΕ ΕΩΣ ΠΟΤΕ ?


  Σὲ περιμένω, Κύριε, νὰ μὲ ὁδηγήσεις κοντά σου, γιατὶ εἶμαι δικό σου παιδί.

Ο λόγος εἶναι ἀπὸ τὸν 6ο Ψαλμὸ τοῦ βασιλέως καὶ προφήτου Δαβίδ. 
Τί σημαίνει αὐτὸς ὁ λόγος; 
Καὶ Σύ, Κύριε, μέχρι πότε θὰ εἶσαι ὀργισμένος ἐναντίον μου, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ στεροῦμαι τὸ ἔλεός σου; Ἀλήθεια τί εἶναι αὐτὴ ἡ κραυγὴ τοῦ Δαβίδ; 
Ἕως πότε, Κύριε! 
Εἶναι κραυγὴ ἀπελπισίας; Ἔλλειψη ἐλπίδας; Ἐγκατάλειψη τοῦ Θεοῦ; Θάνατος; Ὄχι! Εἶναι κάτι ἀνάλογο μὲ αὐτὸ ποὺ συμβαίνει συχνὰ μέσα στὴν οἰκογένεια. Ἡ μάννα τιμωρεῖ τὸ παιδί της καὶ αὐτὸ κλαίει. Ποιὸν ὅμως ἐπικαλεῖται μέσα στὸ κλάμα του, ἀπὸ ποιὸν ζητάει βοήθεια; Τί λέει; «Μαννούλα μου!» Αὐτὸ κάνει καὶ ὁ Δαβίδ. Ζητάει ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ ἐπισπεύσει τὴ βοήθειά του, νὰ τὸν περιβάλει μὲ τὸ ἔλεός του. Ὅλη ἡ ζωὴ τοῦ Δαβὶδ ἦταν διαρκὴς ἐκζήτηση τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ. Ὁ λόγος «καὶ σύ, Κύριε, ἕως πότε;» βγῆκε ἀναρίθμητες φορὲς ἀπὸ τὰ χείλη του. Διότι ὁ Θεὸς αὐτὸν τὸν ἐκλεκτὸ δοῦλο του τὸν πέρασε ἀπὸ φοβερὸ καμίνι θλίψεων, ἀδικιῶν, διωγμῶν, συκοφαντιῶν, κινδύνων. Ἂς ρίξουμε μιὰ σύντομη ματιὰ σ᾿ ὅλα αὐτά: Βρισκόμαστε περίπου στὸ 1020 π.Χ. Βασιλιὰς τῶν Ἰουδαίων εἶναι ὁ Σαούλ. Ὁ Θεὸς ὅμως τὸν Σαοὺλ τὸν ἀποδοκιμάζει καὶ ἀναθέτει στὸν προφήτη Σαμουὴλ νὰ χρίσει νέο βασιλιὰ ποὺ θὰ διαδεχθεῖ τὸν Σαούλ. Ὁ Σαμουὴλ ἐπισκέπτεται τὴ Βηθλεὲμ κρυφὰ ἀπὸ τὸν Σαούλ, πηγαίνει μὲ ἔμπνευση Θεοῦ στὸ σπίτι τοῦ Ἰεσσαὶ καὶ ζητάει νὰ δεῖ τὰ παιδιά του, ἀφοῦ ἕνα ἀπὸ αὐτὰ θὰ τοῦ ὑποδείξει ὁ Θεὸς νὰ χρίσει βασιλιά. Ὁ Ἰεσσαὶ τοῦ παρουσιάζει τὰ ἑπτὰ μεγαλύτερα, διότι τὸ μικρότερο βόσκει τὰ πρόβατα. Ὁ προφήτης ρωτάει τὸν Ἰεσσαί: «Δὲν ἔχεις ἄλλο παιδί;». «Ναί», ἀπαντάει ὁ Ἰεσσαί. Ὁ Σαμουὴλ ζητάει νὰ τὸ δεῖ. Τὸ παιδὶ αὐτὸ εἶναι ὁ Δαβίδ. Ἔχει σεμνὸ καὶ ἐπιβλητικὸ ἦθος. Ἡ ὀμορφιά του εἶναι ἀπαύγασμα τοῦ ἐσωτερικοῦ του κάλλους. Λένε ὅτι ἔμοιαζε μὲ τὸν Ἰωσὴφ τὸν πάγκαλο καὶ τὸν Μωυσῆ. Ὁ Σαμουὴλ τὸν χρίει βασιλιά. Ἀλλὰ ἕως ὅτου πάρει τὴν ἐξουσία, θὰ περάσουν χρόνια πολλὰ καὶ κίνδυνοι ἀναρίθμητοι θὰ τὸν ἀπειλήσουν. Σ᾿ ὅλο αὐτὸ τὸ διάστημα πόσες φορὲς δὲν θὰ φωνάξει: «Καὶ σύ, Κύριε, ἕως πότε;»! Ὁ πρῶτος μεγάλος πειρασμὸς δημιουργεῖται, ὅταν ξεσπάει πόλεμος τῶν Ἑβραίων μὲ τοὺς Φιλισταίους. Ὁ γίγαντας Γολιὰθ προκαλεῖ καὶ ζητάει νὰ ἀντιμετωπίσει σὲ μονομαχία ἕναν Ἑβραῖο. Προσφέρεται ὁ Δαβίδ. Ὁ Σαοὺλ τοῦ λέει: «Εἶσαι παιδί». Ὁ Δαβὶδ τοῦ ἀπαντάει: «Θὰ τὸν ἀντιμετωπίσω ὅπως τὰ λιοντάρια καὶ τὶς ἀρκοῦδες ποὺ ὁρμοῦσαν στὸ κοπάδι μου καὶ τὰ ἔπνιγα μὲ τὰ χέρια μου» (Α΄ Βασ. ιζ΄ 32-37). Θὰ ἀγωνισθῶ ἐν ὀνόματι Κυρίου τοῦ Θεοῦ μου. Ὁ Δαβὶδ μὲ τὴ σφεντόνα του φονεύει τὸν Γολιάθ. Φόβος καταλαμβάνει τοὺς Φιλισταίους καὶ φεύγουν. Ὁ λαὸς ἐπευφημεῖ τὸν Δαβίδ, καὶ αὐτὸ γίνεται αἰτία νὰ τὸν φθονήσει ὁ Σαοὺλ καὶ νὰ ἐπιδιώξει πολλὲς φορὲς νὰ τὸν φονεύσει. Κυνηγημένος ὁ Δαβὶδ τριγυρίζει στὰ βουνὰ καὶ πολλὲς φορὲς ἀφήνει νὰ βγεῖ ἀπὸ τὰ χείλη του ἡ κραυγή: «Καὶ σύ, Κύριε, ἕως πότε;»! Σὲ κάποια μάχη μὲ τοὺς Φιλισταίους ὁ Σαοὺλ φονεύεται. Τώρα ἀνοίγεται ὁ δρόμος καὶ ὁ Δαβὶδ γίνεται βασιλιάς. Ἔμεινε βασιλιὰς 40 χρόνια. Στὸ διάστημα τῆς βασιλείας του ἀντιμετωπίζει ἀναρίθμητες δοκιμασίες: πολέμους, προδοσίες, ἀδικίες, συκοφαντίες, ἐπαναστάσεις... Πάλι σ᾿ ὅλες αὐτὲς τὶς περιστάσεις φωνάζει μὲ πόνο ψυχῆς: «Καὶ σύ, Κύριε, ἕως πότε;»! Ἕως πότε, Κύριε, οἱ πόλεμοι θὰ ταράζουν τὴ ζωή μου; Ἀκόμη πολεμάει μὲ τοὺς Φιλισταίους, τοὺς Ἀμαληκίτες, τοὺς Ἀμμωνίτες, τοὺς Σύριους. Ἕως πότε, Κύριε; Πότε θὰ σταματήσουν οἱ ἐπαναστάσεις; Κάποτε πέφτει σὲ βαρὺ διπλὸ ἁμάρτημα. Τὸν ἐπισκέπτεται ὁ προφήτης Νάθαν, τοῦ ξυπνάει τὴν κοιμισμένη συνείδηση καὶ τὸν παρακινεῖ σὲ μετάνοια. Μὲ τὴν ἀφορμὴ αὐτὴ συνέταξε τὸν 50ὸ Ψαλμό, ποὺ ὅλοι ἔχουμε στὰ χείλη καὶ στὴν ψυχή μας. Καὶ πάλι ὀδυνηρὰ θὰ φωνάξει: «Καὶ σύ, Κύριε, ἕως πότε;»! Ναί, σὲ ὅλη του τὴ ζωὴ ἀναζητάει τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ του. Ὁ Δαβὶδ τὶς ὧρες τοῦ πόνου, τῆς ἀπελπισίας, τῆς ἀναζητήσεως ἔγραφε Ψαλμοὺς καὶ τοὺς ἔψαλλε μὲ τὴ φωνὴ καὶ τὰ μουσικὰ ὄργανά του. Τώρα βρίσκεται στὰ γηρατειά του. Ἀναπολεῖ τὰ περασμένα. Τώρα ἔχει κατανοήσει τὸν τρόπο ποὺ ὁ Θεὸς κυβέρνησε τὴ ζωή του. Γι᾿ αὐτὸ στὸν τελευταῖο, στὸν 150ὸ Ψαλμό, ψάλλει δοξολογικὰ πλέον: «Αἰνεῖτε αὐτόν (τὸν Θεόν) ἐν κυμβάλοις εὐήχοις, αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν κυμβάλοις ἀλαλαγμοῦ» (Ψαλ. ρν΄ 5)! 

Αὐτὸ τὸ «ἕως πότε, Κύριε;» δὲν ἀφορᾶ μόνο τὸν Δαβὶδ ἀλλὰ καὶ καθένα ἀπὸ μᾶς. Ἕως πότε, Κύριε, θὰ μᾶς ἀφήσεις νὰ ζοῦμε μέσα σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο τῆς ἀποστασίας καὶ τῆς ὕβρεως κι ἐμεῖς ἀπρόσεκτα θὰ ἀναμειγνυόμαστε μαζί του; Ἕως πότε, Κύριε, θὰ μᾶς ἀφήνεις νὰ μένουμε στὶς ἴδιες ἀδυναμίες, νὰ ἐξομολογούμαστε τὶς ἁμαρτίες μας καὶ νὰ ἐπαναλαμβάνουμε τὶς ἴδιες; Ἕως πότε θὰ μᾶς ἀνέχεσαι νὰ μεταλαμβάνουμε τὸ Σῶμα σου καὶ τὸ Αἷμα σου, καὶ τὸ μυαλό μας καὶ ἡ ψυχή μας νὰ εἶναι μακριά σου; Ἕως πότε, Κύριε, θὰ μᾶς βλέπεις νὰ ἀφήνουμε ἀπροστάτευτες τὶς πέντε αἰσθήσεις μας νὰ ὑπηρετοῦν τὴν ἁμαρτία; Ἕως πότε θὰ παρακολουθεῖς τὰ βήματα τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματός μας νὰ μᾶς ὁδηγοῦν σὲ τόπους μακριὰ ἀπὸ Σένα τὸν Θεό μας; Ἕως πότε, Κύριε, θὰ ἐπιτρέπεις νὰ συνεχίζονται τὰ βάσανά μας καὶ οἱ δοκιμασίες μας; Ἕως πότε;... Ἕνας δρόμος ὑπάρχει γιὰ τὸν καθένα μας: Αὐτὸς τοῦ Δαβίδ. Αὐτὸς πρέπει νὰ εἶναι ὁ δρόμος μας: Σὲ περιμένω, Κύριε, νὰ μὲ ὁδηγήσεις κοντά σου, γιατὶ εἶμαι δικό σου παιδί. Νὰ μὲ ὁδηγήσεις μὲ εἰρήνη, μὲ ἀλαλαγμοὺς χαρᾶς καὶ ἐλπίδας. Ἂς καταλήξουμε καὶ ἐμεῖς μαζὶ μὲ τὸν Δαβίδ: Στὶς θλίψεις μου θὰ ἐπικαλοῦμαι τὸν Θεὸ μὲ πόνο, θὰ φωνάζω μὲ πίστη, καὶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ θὰ μὲ σώσει. Καὶ ἂς ὁμολογήσουμε στὸ τέλος ὁλόψυχα: «Αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν κυμβάλοις εὐήχοις, αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν κυμβάλοις ἀλαλαγμοῦ»!O ΣΩΤΗΡ2049

24 Μαΐου, 2019

Εἴθε νὰ ἐξαφανιστοῦν ἀπὸ τὴ γῆ οἱ ἁ­μαρτωλοὶ καὶ οἱ ἄνομοι ἄνθρω­ποι.


Ο τίτλος τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ εἶναι ἀπὸ τὸν 103ο Ψαλμό. Ὁ Ψαλμὸς εἶναι τοῦ Δαβὶδ  τοῦ βασιλέως καὶ προφήτου. Στὸν τελευταῖο στίχο τοῦ Ψαλ­μοῦ γράφει ὁ Δαβίδ (Ψαλμ. ργ΄ [103] 35): «Ἐκλείποιεν ἁμαρτω­λοὶ ἀπὸ τῆς γῆς καὶ ἄνομοι, ὥσ­τε μὴ ὑπάρχειν αὐτούς»· εἴθε νὰ ἐξαφανιστοῦν ἀπὸ τὴ γῆ οἱ ἁ­μαρτωλοὶ καὶ οἱ ἄνομοι ἄνθρω­ποι. 
Νὰ ἐξαφανιστοῦν, νὰ μὴν ὑπάρχουν, καὶ ὅλοι νὰ ζοῦν ὑ­ποταγμένοι στὸ θέλημα τοῦ Θε­οῦ. Ὤ! Ναί, Κύριε, εὐδόκησε οἱ πάντες νὰ ἐπιστρέψουν σὲ Σέ­να. Εὐδόκησε νὰ μὴ μείνει κανεὶς τυφλὸς μπροστὰ στὸ μεγαλεῖο σου. Εὐδόκησε ὅλοι νὰ φωτι­σθοῦν, νὰ γνωρίσουν τὸ ἄπειρο μεγαλεῖο σου, τὴ δύναμη, τὴ σο­φία σου καὶ τὴν ἀγαθότητά σου. Ὁ 103ος Ψαλμὸς εἶναι μιὰ πε­ρίληψη σὲ ποιητικὴ μορφὴ τῆς ὅλης δημιουργίας τοῦ Θεοῦ. Ἐ­δῶ φαίνεται ἡ στοργὴ τοῦ Θεοῦ. Φαίνεται τὸ με­ γαλεῖο τοῦ Θεοῦ, ἡ σοφία καὶ ἀγαθότητά του γιὰ τὸν ἄνθρωπο, γιὰ τὸν καθένα μας. Ὁ ἅγιος Θεός, ὅταν τελείωσε τὸ δημιουργικὸ ἔργο του, παρουσιάζεται στὴν Ἁγία Γραφὴ νὰ τὸ ἐπιθεωρεῖ (Γεν. α΄ 31). Καὶ ὅταν τελείωσε τὴν ἐπι­θεώρηση, εἶδε ὅτι τὰ πάντα ἦταν ἐξαιρετικὰ καλά, τὸ καθένα μὲ τὸν σκοπὸ καὶ τὴ χρησιμότητά του. «Καὶ εἶδεν ὁ Θεὸς τὰ πάντα, ὅσα ἐποίησε, καὶ ἰδοὺ καλὰ λίαν». Ἡ δημιουργία τελείωσε, ἀπουσιάζει ὅμως ὁ βα­σιλιάς της. Ὁ βασιλιὰς τῆς δημιουργίας εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Αὐτὸ τὸ γράφει σὲ ὁμιλία του ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος. Κατὰ κάποιον τρόπο ὁ Θεὸς λέει στὸν ἄνθρωπο: Ἡ δημιουργία μου εἶναι στὰ χέ­ρια σου, σοῦ τὴν παραδίδω. 
 103ος Ψαλμός. 
Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία στὶς ἱερὲς Ἀκολουθίες της χρησιμοποιεῖ τὸ Ψαλτήρι. Ὁ Ἑσπερινὸς εἶναι ἡ ἀρχὴ τῶν Ἀκολουθιῶν τῆς ἑπομένης ἡμέρας. Ἡ Ἐκκλησία διάλεξε ὁ Ἑσπε­ρινὸς νὰ ἀρχίζει μὲ τὸν 103ο Ψαλμό. Τὸν ὀνό­μασε «Προοιμιακόν», διότι εἶναι τὸ προοίμιο, ἡ ἀρχή. Μᾶς πληροφορεῖ γιὰ τὸ θαῦμα τῆς ἄλλης ἡμέρας, τί θὰ δοῦμε, τί θὰ ἀπολαύσουμε, πό­σο θὰ χαροῦμε τὴν ὅλη δημιουργία. Σὲ μᾶς τοὺς ἀνθρώπους προσφέρει ἕνα ἀνεκτίμητο δῶρο. Ποιὸ εἶναι αὐτὸ τὸ δῶρο; Ἡ ἡμέρα μας νὰ ἀρχί­ζει μὲ τὴν ὅλη δημιουργία τοῦ Θεοῦ, ὁ ἥλιος τήν ἀρχίζει. Ὁ ἥλιος δίνει στὴν ἡμέρα τὸ φῶς, κάνει ὁρατὸ τὸν κόσμο· καὶ ὄχι μόνο χαρίζει τὸ χάρι­σμα νὰ βλέπει ὁ ἄνθρωπος, ἀλλὰ χαρίζει καὶ τὴν αὔξηση καὶ τὴν τροφή. Αὐτὸ εἶναι ἀλήθεια. Πόσες φορὲς δὲν θελήσαμε νὰ ἀνεβοῦμε ψηλὰ νὰ δοῦμε τὸν ἥλιο «νὰ βασιλεύει», νὰ δεσπόζει, νὰ κυριαρχεῖ, ἢ νὰ ἀνατέλλει, νὰ βγαίνει ἀπὸ μιὰ κορφὴ ἑνὸς βουνοῦ ἢ ἀπὸ τὴ θάλασσα καὶ νὰ φωτίζει τὴ γῆ. Θαῦμα! Τὸ φῶς του, ἡ θερμότης του, οἱ θερα­ πευτικὲς ἰδιότητές του, ἡ εὐλογία του στὰ δένδρα, στοὺς καρποὺς τῆς γῆς. Νὰ ’ρθοῦμε τώρα στὰ δάση μὲ τὴν ὀ­μορφιά τους, μὲ τὰ πουλιὰ καὶ τὰ ζῶα ποὺ κυκλοφοροῦν. Νὰ πιοῦμε νερὸ ἀπὸ μιὰ πηγή... τὸ νερὸ εἶναι κρύσταλλο, πα­γωμένο, καὶ ὁ ὁδοιπόρος πίνει. Νὰ δοῦ­με τὶς κοιλάδες μὲ τὰ καρποφόρα δέν­δρα, ἢ τὰ στάχυα ἕτοιμα γιὰ θερισμό. Νὰ ἔρθουμε κατόπιν στὴ θάλασσα! Τί μποροῦμε νὰ ποῦμε, τί μποροῦμε νὰ πε­ ριγράψουμε; Τὰ πλήθη τῶν ψαριῶν; Τὴ γεύση τους; Τί νὰ ποῦμε γιὰ τὰ τεράστια πλοῖα ποὺ τὴ διασχίζουν; Ποῦ νὰ κοιτά­ξεις καὶ νὰ μὴ θαυμάσεις; Τὴ γαλήνη της; Τὴ φουρτούνα της; Τὴ δροσιά της μὲ τὸ κολύμπι; Θεέ μου, τί εἶναι ἡ θάλασσα! Ὁ οὐρανός! Ἡ γῆ! Τὸ βράδυ ὁ ἥλιος θὰ δύ­σει, καὶ λέμε σήμερα «ὁ ἥλιος ἐβασίλευ­ σε», ἔκανε τὸ ἔργο του. Ἂς δοῦμε τώρα ἕνα ἀγριολούλουδο. Ἡ ὀμορφιὰ τοῦ Θεοῦ, τὸ κάλλος τοῦ Θεοῦ εἶναι στὰ χρώματα τῶν φύλλων του, στὴν ὅλη παρουσία του. Κοιτάξτε τὴν ὀμορ­φιά του. Ἕνα ἀγριολούλουδο! Ποιὸς τὸ πότισε; Ἡ βροχή, ὁ Θεός. Ποιὸς τὸ φύτε­ψε; Ὁ Θεός. Ποιὸς τὸ θαυμάζει; Ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι. Ἡ ὀμορφιά τῆς δημιουργίας, τὸ κάλλος τοῦ Θεοῦ σ’ ἕνα ἀγριολού­λουδο. Τώρα ὁ Δαβὶδ ἀποφασίζει νὰ τραγου­δήσει τὸν Ψαλμό, νὰ τὸν ψάλει. Πιάνει τὴ λύρα του καὶ μὲ τὰ δάχτυλά του κτυ­πάει τὶς χορδές. Ὁ χαρούμενος ὕμνος ἀ­κούγεται, οἱ μουσικοὶ φθόγγοι, ἡ φωνὴ τοῦ Δαβίδ. Ὁ ὕμνος προχωρεῖ... σὲ μιὰ στιγμὴ ὅμως οἱ μουσικοὶ φθόγγοι καὶ ἡ φωνὴ τοῦ Δαβὶδ ἀκούγονται θλιμμένα. Ἔφθασε στὸ στίχο: «Ἐκλείποιεν ἁμαρτω­λοί...». Κάτι παθαίνει ὁ Δαβίδ. Ἡ ἁμαρτία σκιάζει τὴ δημιουργία! Οἱ ἁμαρτωλοί! Ὁ ἁμαρτωλός! Εἶναι ἡ παραφωνία στὸν ὕμνο ποὺ ψάλλει ὅλη ἡ πλάση στὸν Δη­μιουργό της. Κάποιος ποιητὴς γράφει σχετικά: «Τ’ ἀηδόνια αὐτὰ ποὺ κελαϊδοῦν μοῦ φαίνονται πὼς κλαῖνε». Κλαῖνε! Γιατί κλαῖνε; Ἐμεῖς δὲν λέμε ὅτι ἡ φύση μετὰ τὴν πτώση στενάζει καὶ ὑποφέρει ἀπὸ τὴν ἁμαρτία (πρβλ. Ρωμ. η΄ 19); Καὶ τὰ ἀηδόνια ἔχασαν κι αὐτὰ τὴν ἁρμονία, τραγουδοῦν σὰν νὰ κλαῖνε, λέει ὁ ποιητής. Ἄλλος ποιητής, ὅταν τὸν παρακινεῖ κάποιος «κοίταξε τὴ φύση, κοίταξε τὴν ἁρμονία, κοίταξε τὸν Θεὸ καὶ αὐτὸ θὰ σοῦ δώσει τὴ σωτηρία σου», ἀπαντᾶ: 
 «Τέτοια συμβουλὴ σὲ μένα φυσικὰ δὲν ὠφελεῖ, κι’ ὅσα χείλη μοῦ τὸ λένε... 
ὅλη ἡ πλάση σὲ προσμένει γιὰ νὰ σύρεις τὸν χορό!... 
Μὴ ζητᾶς νὰ μ’ ἀναστήσεις· 
 ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ». 
 Ἡ ἁμαρτία τὸν κυριεύει, δὲν τὸν ἀφή­νει νὰ χαρεῖ τὴ φύση, τὴν ἁρμονία της, τὸν Θεό. Τώρα ὁ Δαβὶδ ξεπερνᾶ τὸν στίχο «ἐκ­λείποιεν» καὶ συνεχίζει νὰ ψάλει, νὰ τρα­γουδᾶ τὸν 103ο μὲ χαρούμενο καὶ θρι­αμβευτικὸ τόνο. Βρῆκε τὸν ρυθμὸ τῆς πί­στεώς του στὸ Θεό. Δὲν ἀδιαφορεῖ γιὰ τοὺς ἁμαρτωλούς, ὄχι. Δὲν ἀδιαφορεῖ. Στρέφεται πρὸς τὸν Θεό. Θὰ κλείσει τὸ τραγούδι του μὲ τὸν στί­χο τοῦ Ψαλμοῦ ποὺ ἄρχισε: «Εὐλόγει, ἡ ψυχή μου, τὸν Κύριον...». Καὶ τὸ τέ­ λος τοῦ 103ου Ψαλμοῦ: «Εὐλόγει, ἡ ψυ­ χή μου, τὸν Κύριον». Τί λένε αὐτοὶ οἱ δύο στίχοι; Θεέ μου, Ἐσὺ μᾶς εὐλογεῖς μὲ τὴ δημιουργία σου κι ἐμεῖς μὲ τὴν ψυχή μας ἀνοιχτὴ εὐλογοῦμε Ἐσένα. Αὐτὸς εἶναι ὁ μόνος δρόμος. Ἐμεῖς νὰ εὐλογοῦμε Ἐσέ­να, τὸν Δημιουργό μας! Τὸν Κύριο καὶ Θεό μας!Ο ΣΩΤΗΡ2044

22 Απριλίου, 2019

«Ὕψωσα ἐκλεκτὸν ἐκ τοῦ λαοῦ μου»!


Υψωσα ἐκλεκτὸν ἐκ τοῦ λαοῦ μου»! Μιὰ φράση παρμένη ἀπὸ τὸν 88οΨαλμό (στίχ. 20). Μιλάει ἐδῶ ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς καὶ λέει: Ὕψωσα αὐτὸν ποὺ ἐξέλεξα ἀπὸ τὸν λαό μου καὶ τὸν κατέστησα βασιλέα. Συγγραφέας τοῦ Ψαλμοῦ εἶναι ὁ Αἰθὰμ ὁ Ἰσραηλίτης. Δὲν εἶναι ὁ σύγχρονος τοῦ Δαβὶδ Αἰθάμ, ἀλλὰ ἄλλος μεταγενέστερος τοῦ Δαβίδ. Κοιτάζει ὁ ψαλμωδὸς Αἰθὰμ πρὸς τὰ πίσω καὶ βλέπει ὡς χρυσὴ ἐποχὴ γιὰ τὸν Ἰσραὴλ τὴν ἐποχὴ τοῦ Δαβίδ. Τὴν ἐποχὴ αὐτὴ τὴν ὁραματίζεται καὶ γιὰ τὸ μέλλον, καὶ οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας βλέπουν ὅτι αὐτὸς ὁ ὁ- ραματισμὸς φεύγει πλέον ἀπὸ τὸν Ἰσραὴλ καὶ ἔρχεται σ’ ἕναν καινούργιο λαό, τὸν νέο Ἰσραήλ, τοὺς χριστιανούς. Καταλήγουν δηλαδὴ οἱ Πατέρες ὅτι ὁ Ψαλμὸς εἶναι χριστολογικὸς καὶ ἑπομένως εἶναι προφητεία ὁ λόγος τοῦ Ψαλμωδοῦ. Καὶ δὲν εἶναι ὑπερβολικὴ ἢ ἐξεζητημένη ἡ ἑρμηνεία τῶν Πατέρων. Ὄχι! Αὐτὴ εἶναι ἡ μυστικὴ καὶ οὐσιαστικὴ ἔννοια τοῦ ψαλμικοῦ στίχου. Τὰ λεγόμενα γιὰ τὸν Δαβὶδ πάρα πολλὲς φορὲς ἀναφέρονται, ὅπως ἐδῶ, στὸν Μεσσία Χριστό. Γιατί; Διότι ὁ Δαβὶδ ἀποτελεῖ προτύπωση τοῦ Χριστοῦ. Ὅταν λοιπὸν λέει: «Ὕψωσα ἐκλεκτὸν ἐκ τοῦ λαοῦ μου», ἀνα- φέρεται μὲν σὲ πρῶτο ἐπίπεδο στὸν Δαβίδ, στὴν οὐσία καὶ στὸ βάθος ὅμως ὁ Θεὸς Πατὴρ μιλάει γιὰ τὸν ἐνανθρωπήσαντα Υἱό του, τὸν Ἰησοῦ Χριστό, ὁ Ὁποῖος μάλιστα, ἀφοῦ ἡ Θεοτόκος ἦταν ἀπόγονος τοῦ Δαβίδ, ὡς ἄνθρωπος ἦταν καὶ Αὐτὸς ὄχι μόνο ἀπόγονος ἀλλὰ καὶ κληρονό- μος τοῦ θρόνου τοῦ Δαβίδ. Καὶ γι᾿ αὐτὸν ἀ- κριβῶς τὸ λόγο ὁ Ἀρχάγγελος, ὅταν τῆς ἀνήγ- γειλε τὴν ἐκλογή της ἀπὸ τὸν Θεό, τὴ βεβαίωσε ὅτι ὁ Υἱός της, ὁ Μεσσίας, θὰ πάρει τὸν θρόνο τοῦ Δαβίδ: «Οὗτος ἔσται μέγας καὶ υἱὸς ὑψίστου κληθήσεται, καὶ δώσει αὐτῷ Κύριος ὁ Θεὸς τὸν θρόνον Δαυῒδ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ» (Λουκ. α΄ 32). Ἡ ὕψωση αὐτὴ πῶς πραγματοποιήθηκε στὸν Κύριο; Τότε ποὺ ἦρθε στὴ γῆ ὡς Βασιλιὰς καὶ Ἱερέας τοῦ λαοῦ του, θεράπευε τοὺς ἀσθενεῖς, ἔφερνε κοντά του τοὺς ἁμαρτωλούς, γυναῖκες καὶ ἄνδρες, εὐλογοῦσε τὰ παιδιά, ἀνάσταινε νεκρούς. Καὶ τελικὰ ἔφθασε ἡ ὥρα νὰ ὑψωθεῖ. Εἶναι ἡ στιγμὴ ποὺ ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς συλλαμβάνεται. Ὁ Πιλᾶτος Τὸν παρουσιάζει στὰ μαινόμενα πλήθη: «Ἴδε ὁ ἄνθρωπος» (Ἰω. ιθ΄ 6). Τὸν παρουσιάζει μετὰ ἀπὸ τοὺς ἐμπαιγμοὺς τῶν Ρωμαίων μὲ τὸν ἀκάνθινο στέφανο σὰν βασιλικὸ στέμμα, μὲ τὴν ἐμπαικτικὴ πορφύρα σὰν βασιλικὸ ἔνδυμα καὶ μὲ τὸ καλάμι σὰν βασιλικὸ σκῆπτρο. Καὶ μετὰ ἀπὸ λίγο ὁ Χριστὸς ὑψώνεται στὸ Σταυρὸ. Καὶ εἶναι πλέον ὁ αἰώνιος Βασιλεὺς τῶν χριστιανῶν! Γι᾿ αὐτοὺς ποὺ ἦρθαν, γι’ αὐτοὺς ποὺ εἶναι τώρα, γι’ αὐτοὺς ποὺ θὰ ἔρθουν. Θὰ βασιλεύσει δὲ αἰωνίως μετὰ τὴ Δευ- τέρα του Παρουσία, ὅταν ὅλοι θὰ κριθοῦμε ἀπὸ Αὐτόν. Ὑψώθηκε λοιπὸν στὸ Γολγοθᾶ. Καὶ ἀπὸ τότε ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι μονίμως ὑψωμένος. Εἶναι ὁ Ἐσταυρωμένος. Τὰ χέρια τοῦ Ἐσταυρωμένου εἶναι ἁπλωμένα, ἀγκαλιάζουν μὲ ἀγάπη τὸν κόσμο. Ὄχι μόνο τώρα ποὺ εἶναι σταυρωμένος. Ὄχι. Ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς Δη- μιουργίας καὶ σ᾿ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς ἱστορίας ὁ Χριστός, ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὡς τὸ δεύτερο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἀγκάλιαζε τὸν κόσμο. Καὶ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη φρόντιζε τὸν λαό του στὴν Αἴγυπτο, τὸν συνόδευε στὴν ἔξοδο καὶ στοὺς πολέμους, τὸν σκέπαζε προστατευτικὰ στὴν πορεία του πρὸς τὴ γῆ τῆς ἐπαγγελίας. Ὁ Κύριος ἦταν πάντοτε μαζὶ μὲ τὸ λαό του. Σήμερα δὲ λαός του εἶναι ἡ Ἐκκλησία του, τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας του. Γι᾿ αὐτὸ καὶ μετὰ τὴν Ἀνάστασή του, τότε ποὺ ἀνελήφθη στοὺς οὐρανούς, εἶπε: «Ἰδοὺ ἐγὼ μεθ’ ὑμῶν εἰμι πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος» (Ματθ. κη΄ 20). Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς μόνο σωματικῶς ἔφυγε ἀπὸ τὴ γῆ. Στὴν πραγματικότητα ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι μαζί μας. Βασιλεύει πάνω στὴν Ἐκκλησία του, ὁδηγεῖ τὸ λαό του, προστατεύει τοὺς πιστούς του, αὐτοὺς ποὺ Τοῦ ἐμπιστεύονται τὴ ζωή τους. Ὅμως τί ἄραγε θέλει ἀπὸ μᾶς σήμερα ὁ ὑψωμένος ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ Χριστός μας; Θέλει νὰ ὑψωθοῦμε καὶ μεῖς. Ὑψωθεῖτε, μᾶς παραγγέλλει. Νὰ ὑψωθοῦμε. Ποῦ; Ἀνεβαίνετε, μᾶς λέει, στὶς κορφὲς τῆς ἀρετῆς, ποὺ εἶναι οἱ καρποὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (βλ. Γαλ. ε΄ 22). Εἶναι ἡ ταπείνωση, ἡ ἁγνότητα, ἡ φιλανθρωπία. Αὐτὲς τὶς κορφὲς προτείνει ὁ Χριστός. Αὐτὸ τὸ ὕψος ἀναζητεῖ. Μποροῦμε νὰ τὰ δοῦμε αὐτὰ σὲ παραδείγματα. Ὁ Σαμαρείτης θυσιάζεται γιὰ τὸν πλησίον. Ἂς δοῦμε καὶ τὸ ἁγιολόγιο: ὁ ἕνας ἅγιος εἶναι ὀρφανοτρόφος, ὁ ἄλλος ἅγιος εἶναι ἀπὸ τοὺς πρώην δημίους, ἄλλοι ἅγιοι εἶναι οἱ πρώην βασανιστὲς τοῦ ἁγίου Χαραλάμπους. Εἶναι οἱ Μάρτυρες τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Περπέτουα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀφρικῆς. Ἡ ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία, ποὺ ἦταν ἁμαρτωλὴ καὶ ἡ μετάνοιά της τὴν ὕψωσε μεταξὺ τῶν ἁγίων καὶ τῶν ὁσίων. Ὁ Χριστὸς μᾶς λέει «ὑψωθεῖτε». Καὶ σήμερα ποὺ ὅλα τὰ γκρεμίζουν οἱ ἐθελοτυφλοῦντες, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὄργανα τῆς καθόδου τῆς ἀνθρωπότητας στὸν Ἅδη, ὁ Χριστὸς φωνάζει: «ὑψωθεῖτε»! 
Ο ΣΩΤΗΡ2042