Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αγια γραφη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αγια γραφη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

23 Ιανουαρίου, 2024

Γιατί ἔχουμε ἀνάγκη τούς Ἁγίους; Δέν ἀρκεῖ ἡ Ἁγία Γραφή;

Sysoev Tikhon


Ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί συχνά ἀκοῦμε αὐτή τήν ἐρώτηση: «Γιατί χρειαζόμαστε τούς Ἁγίους; Δέν εἶναι ἀρκετή ἡ Ἁγία Γραφή;» Ἡ ἀλήθεια εἶναι πώς αὐτή ἡ ἐρώτηση ἀγγίζει ἕνα πολύ βαθύτερο ζήτημα, ἤτοι τό ζήτημα τῆς Ἱερᾶς Παράδοσης, ἡ ὁποία ἔχει ἐνσωματωμένα ἔργα τῶν Ἁγίων Πατέρων. Ἀκολουθεῖ μία μικρή εἰσαγωγή πάνω στήν Ἱερά Παράδοση, καί γιατί – σύμφωνα μέ τήν Ἐκκλησία – δέν μπορεῖτε νά κατανοήσετε τήν Ἁγία Γραφή χωρίς αὐτήν.

Είναι ἀρκετή ἡ Ἁγία Γραφή;

Ἡ συσχέτιση τῆς Ἁγίας Γραφῆς μέ τήν Ἱερά Παράδοση ἔχει ἐμπέσει σέ «καυτή» διαμάχη ἐπί αἰῶνες ἀνάμεσα στήν Ὀρθοδοξία καί τόν Προτεσταντισμό. Ἀπό τόν 16ο κιόλας αἰώνα οἱ Προτεστάντες εἶχαν ἤδη διακηρύξει τήν πασίγνωστη διδασκαλία τους, τήν Sola Scriptura (Στά Λατινικά, «Μόνο οἱ Γραφές»), ἰσχυριζόμενοι πώς τό κείμενο τῆς Βίβλου εἶναι ἀρκετό γιά μία καθώς πρέπει Χριστιανική ζωή. Δήλωναν πώς ἡ Βίβλος περιέχει ἴσα-ἴσα ὅση πληροφορία χρειάζεται γιά τήν σωτηρία μας, καί πώς ἡ Παράδοση ἦταν μία μεταγενέστερη καί ἄχρηστη ἐφεύρεση, τήν ὁποία ὄφειλαν οἱ Χριστιανοί νά ξεφορτωθοῦν τό συντομώτερο δυνατόν.

Ὁ Ὀρθόδοξοι θεολόγοι ἀντιτίθενται ριζικά σέ αὐτή τήν προσέγγιση.

Ἡ Ἐκκλησία διδάσκει πώς ἡ Ἱερά Παράδοση εἶναι ὁ ἀρχαιότερος τρόπος τῆς μετάδοσης τῆς Θεϊκῆς Ἀποκάλυψης.

Ἡ Ἱερά Παράδοση ὑπῆρχε πολύ πρίν ἀπό τήν Ἁγία Γραφή, καί χρησίμευσε ὡς βάση της. Δέν εἶναι τόσο δύσκολο νά τό ἀντιληφθοῦμε αὐτό: ἀκόμα καί στήν καθημερινότητά μας, πρῶτα βιώνουμε κάτι, καί κατόπιν ἐκφράζουμε τίς ἐμπειρίες μας σέ γραπτή μορφή – ἄν χρειαστεῖ.

Πέραν αὐτοῦ, ἀκόμα καί ἡ ἴδια ἡ Ἁγία Γραφή παραδέχεται πώς προηγεῖται ἡ Ἱερά Παράδοση.

Ἔτσι, ἤδη ἀπό τό Βιβλίο τῆς Γένεσης μαθαίνουμε πώς:

– ὁ Θεός μιλοῦσε ἄμεσα μέ Ἀδάμ, Ἀβραάμ, Ἰσαάκ, Ἰακώβ καί Μωυσῆ.

– ο Ἄβελ ἤδη γνωρίζει πῶς νά τελέσει θυσία «ἀπό τῶν πρωτοτόκων αὐτοῦ καί τῶν στεάτων αὐτῶν» (Γέν.4:4).

– ο Νῶε γνωρίζει ποιά ζῶα εἶναι «καθαρά» καί ποιά εἶναι «ἀκάθαρτα» (Γέν.7:8)

– ο Ἀβραάμ γνωρίζει τήν παράδοση τῆς δεκάτης ὅταν «ἔδωκεν αὐτῶ Ἄβραμ δεκάτην ἀπό πάντων». (Γέν.14:20)

Ἀξίζει νά ὑποδείξουμε ἐδῶ πώς κανένας ἀπό αὐτούς δέν εἶχε διαβάσει τίς Γραφές, ἀφοῦ δέν ὑπῆρχε κανένα σχετικό γραπτό κείμενο στίς ἐποχές τους. Τά πρόσωπα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ζοῦσαν χωρίς τά ἱερά κείμενα τῶν Γραφῶν, ἐπί ὁλόκληρους αἰῶνες.

Παρομοίως, οἱ πρώιμοι Χριστιανοί ἔζησαν χωρίς τήν γραπτή Καινή Διαθήκη, μίας καί συντόνιζαν τίς ζωές τούς σύμφωνα μέ τήν προφορική Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας.

Ὡς ἐκ τούτου, οἱ Γραφές εἶναι στήν οὐσία τό καταγεγραμμένο τμήμα της προϋπάρχουσας προφορικής Παράδοσης.

Σύμφωνα μέ τόν Ἱερό Χρυσόστομο, τό γεγονός καί μόνο πώς ἔπρεπε ἡ Θεϊκή Ἀποκάλυψη νά ἀποτυπωθεῖ σέ γραπτή μορφή ἦταν ἔνδειξη τῆς σταθερής πτωσης των ἠθῶν καί τῆς πνευματικῆς κώφωσης τά ὁποία ἐξαπλώνονταν στούς ἀνθρώπους:

“Στην πραγματικότητα, δέν θά ἔπρεπε νά χρειαζόμασταν τίς Γραφές· ἀντ’ αὐτοῦ, θά ἔπρεπε νά βιώναμε μία ζωή τόσο καθαρή ὥστε θά μπορούσαμε νά χρησιμοποιοῦμε τήν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀντί γιά βιβλία· καί, στόν βαθμό πού τά βιβλία εἶναι γραμμένα μέ μελάνι, θά ἔπρεπε οἱ καρδιές μας νά εἶναι ὁ χῶρος πού θά κατέγραφε τό Πνεῦμα. Δεδομένου ὅτι ἔχουμε ἀπορρίψει ἐκείνη τήν χάρη, τουλάχιστον ἄς χρησιμοποιήσουμε τόν δεύτερο τρόπο (δηλαδή, τίς γραπτές Γραφές).»

“Κενά Σημεία” μέσα στήν Ἁγία Γραφή

Καί ὅμως, εἶναι ἀρκετά ἀξιοσημείωτο πώς ἄν «ἀφαιρέσουμε» τήν Ἱερά Παράδοση ἀπό τήν Θεϊκή Ἀποκάλυψη, ἀμέσως θά ἐμφανισθοῦν «κενά σημεῖα» μέσα στό βιβλικό κείμενο – καί εἶναι ἀδύνατον νά γεμίσουν ἐκεῖνα τά κενά, χωρίς πρόσθετες πηγές.

Γιά παράδειγμα, στήν Γένεση ὁ Ἰακώβ λέει στόν γιό του: «ἐγώ δέ δίδωμι σοί Σίκιμα ἐξαίρετον ὑπέρ τούς ἀδελφούς σου, ἤν ἔλαβον ἐκ χειρός Ἀμορραίων ἐν μαχαίρᾳ μου καί τόξῳ.» (Γέν. 48:22). Ὅμως πουθενά μέσα στήν Γραφή (στό Βιβλίο τῆς Γένεσης) δέν βρίσκουμε ὁποιαδήποτε ἀναφορά γιά στρατιωτικές δράσεις πού εἶχε ἀναλάβει ὁ Ἰακώβ ἐναντίον τῶν Ἀμορραίων μέ τήν «μάχαιρα» καί τό «τόξο» του.

Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἀναφέρει μέ βεβαιότητα στόν Τιμόθεο: «ὄν τρόπον δέ Ἰαννής καί Ἰαμβρής ἀντέστησαν Μωϋσεῖ, οὕτω καί οὗτοι ἀνθίστανται τῇ ἀληθείᾳ, ἄνθρωποι κατεφθαρμένοι τόν νοῦν, ἀδόκιμοι περί τήν πίστιν.» (Β’ Τίμ. 3:8) Πάλι τίθεται τό ἐρώτημα: Ποῦ τό διάβασε αὐτό ὁ Παῦλος, ἀφοῦ δέν ὑπάρχει ἀναφορά σέ Ἰαννή καί Ἰαμβρή καί τήν ἀντίστασή τους ἐναντίον τοῦ Μωυσῆ μέσα στήν Βίβλο;

Ὁ Ἀρχιδιάκονος Στέφανος ἐνημερώνει τούς Ἰουδαίους: «καί ἐπαιδεύθη Μωϋσῆς πάση σοφίᾳ Αἰγυπτίων, ἦν δέ δυνατός ἐν λόγοις καί ἐν ἔργοις. Ὡς δέ ἐπληροῦτο αὐτῷ τεσσαρακονταετής χρόνος, ἀνέβη εἰς τήν καρδίαν αὐτοῦ ἐπισκέψασθαι τούς ἀδελφούς αὐτοῦ τούς υἱούς Ἰσραήλ.» (Πράξ. 7: 22-23). Καί πάλι, δέν ὑπάρχει καμμία ἀναφορά γιά τήν ἡλικία τοῦ Μωυσῆ, ὄταν « ἀνέβη εἰς τήν καρδίαν αὐτοῦ ἐπισκέψασθαι τούς ἀδελφούς αὐτοῦ τους υἱούς Ἰσραήλ.»

Ὑπάρχουν ἄφθονα παρόμοια παραδείγματα μέσα στήν Ἁγία Γραφή.

Ὑπάρχει ὅμως καί ἕνα πιό βασικό πρόβλημα. Οἱ ἀναγνῶστες τῆς Καινῆς Διαθήκης θά ἔπρεπε νά τό εἶχαν ἀντιμετωπίσει ὅταν, ἔχοντας διαβάσει ὁλόκληρο τό Ἁγιογραφικό κορμό, δέν θά ἔβρισκαν κάποια λεπτομερῆ διδαχή σχετικά μέ τά βασικά δόγματα τοῦ Χριστιανισμοῦ, ὅπως π.χ. τά Ἱερά Μυστήρια.

Τό ἐρώτημα εἶναι: Γιατί σιωπᾶ ἡ Ἁγία Γραφή πάνω σέ ὅλα αὐτά τά θέματα; Τό ἐρώτημα δέν μπορεῖ νά ἀπαντηθεῖ μέσα ἀπό τήν νοοτροπία τῆς Sola Scriptura.

Ἐκτός αὐτοῦ, ἡ δομή τῆς Καινῆς Διαθήκης χωρίς τήν Ἱερά Παράδοση μοιάζει ἀσαφής ἐξ αἰτίας ἀσυμφωνιῶν καί ἀκατανόητων ἐδαφίων.

Γιά παράδειγμα, τί εἶχε κατά νοῦν ὁ Χριστός ὅταν ἀναφέρθηκε στόν Οὐράνιο Ἄρτο, στήν ἄμπελο, καί στό νερό πού ρέει στήν αἰώνια ζωή; Καί τί μᾶς προτρέπει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος νά κάνουμε, ὅταν λέει: «δοκιμαζέτω δέ ἄνθρωπος ἑαυτόν, καί οὕτως ἐκ τοῦ ἄρτου ἐσθιέτω καί ἐκ τοῦ ποτηρίου πινέτω· ὁ γάρ ἐσθίων καί πίνων ἀναξίως κρίμα ἐαυτῷ ἐσθίει καί πίνει, μή διακρίνων τό σῶμα τοῦ Κυρίου.» (Ἅ’ Κόρ.11: 28-29); Σέ τί ἀναφέρονται ἡ ἄμπελος, τό νερό, ὁ ἄρτος καί τό ποτήριον; Τό κείμενο τῆς Καινῆς Διαθήκης δέν μᾶς παρέχει μία σαφῆ ἐξήγηση.

Ὅμως ὅλες αὐτές οἱ ἀπορίες ἐξαφανίζονται, μόλις βάλουμε τήν Γραφή μέσα στά ἀρχικά της πλαίσια – δηλαδή τήν Παράδοση. Ὁ Ἀρχιερέας π. Ἰωάννης Μέγιεντορφ τονίζει πώς τά προαναφερόμενα λόγια του Ἰησοῦ «δέν γίνεται νά ἐκτιμηθοῦν πλήρως, χωρίς νά γίνει γνωστό πώς οἱ Χριστιανοί τοῦ πρώτου αἰώνα ἤδη τελοῦσαν Βαπτίσεις καί τήν Θεία Εὐχαριστία».

Οἱ ἀναφορές γιά τό ποτήριο, τήν ἄμπελο καί τόν ἄρτο ἀποσαφηνίζονται, μόλις τίς βάλουμε μέσα στό πλαίσιο τῆς Παράδοσης. Ἀποδεικνύεται καί πάλι, πώς ἡ Γραφή καί ἡ Παράδοση εἶναι ἀμοιβαία συνδεδεμένες καί ἀχώριστες. Ἡ ἑνότητά τους εἶναι ἡ προϋπόθεση, γιά τήν θεμελιώδη πληρότητα τῆς Θεϊκῆς Ἀποκάλυψης.

Ἡ Ἱερά Παράδοση ἀποτελεῖ προϋπόθεση γιά τήν ἀληθινή κατανόηση τῆς Γραφῆς – ἕνα σημεῖο ἀναφορᾶς βασισμένο πάνω σέ πολυετεῖς ἀναγνώσεις καί ἀναλύσεις τῆς Βίβλου, ἐπιτρέποντας σέ κάθε Χριστιανό νά διαβάζει τήν ἐκ Θεοῦ Ἀποκάλυψη, χωρίς τόν κίνδυνο νά διαστρέψει τά νοήματά της.

Θυμάστε τήν ἱστορία μέσα στό Βιβλίο τῶν Πράξεων, ὅπου ὁ Ἀπόστολος Φίλιππος ρώτησε τόν Εὐνοῦχο πού διάβαζε τήν Παλαιά Διαθήκη: «προσδραμῶν δέ ὁ Φίλιππος ἤκουσεν αὐτοῦ ἀναγινώσκοντος τόν προφήτην Ἠσαΐαν, καί εἶπεν· ἄρα γέ γινώσκεις ἅ ἀναγινώσκεις;» στον ὁποῖον ἀπάντησε ὁ Εὐνοῦχος: «…Πῶς γάρ ἄν δυναίμην, ἐάν μή τίς ὁδηγήσῃ μέ; παρεκάλεσε τέ τόν Φίλιππον ἀναβάντα καθίσαι σύν αὐτῷ.» (Πράξ. 8: 30-31); Ἡ Ἱερά Παράδοση εἶναι αὐτή πού «ὁδηγεῖ» τόν πιστό. Μᾶς δίνει ὁδηγίες, ὄχι μόνο πῶς νά διαβάζουμε τίς Γραφές, ἀλλά καί πῶς μποροῦμε νά σωθοῦμε.

Ούτε Παράδοση, οὔτε Γραφή, χωρίς τήν Ἐκκλησία

Ἡ Ἱερά Παράδοση καί ἡ Ἱερές Γραφές ὑφίστανται, μόνο για την Ἐκκλησία, και μόνο μέσα στην Ἐκκλησία. Δέν ὑφίστανται ἐκτός Ἐκκλησίας, οὔτε ἡ Γραφές, οὔτε ἡ Παράδοση.

Ὁ Ἱερομάρτυρας Ἰλαρίων (Troitsky) τονίζει πώς ἡ Ἁγία Γραφή εἶναι μέρος τῆς ζωῆς τῆς Χάριτος τῆς Ἐκκλησίας. Δέν ὑπάρχει Γραφή – μέ τήν πραγματική ἔννοια τῆς λέξεως αὐτῆς – χωρίς τήν Ἐκκλησία. Ὁ Ἀλεξέϊ Χομιάκοφ ὑπογράμμισε πώς οἱ ἄνθρωποι πού ἀπέχουν ἀπό τήν Ἐκκλησία ἀδυνατοῦν νά κατανοήσουν τίς Γραφές, τήν Παράδοση, καί τίς πρακτικές της Ἐκκλησίας.

Ἐκ πρώτης ὄψεως, οἱ δηλώσεις αὐτές ἴσως φαντάζουν ὑπερβολικά ἁπλές καί ἀποξενωτικές. Καί ὅμως, ἄν τίς βάλουμε μέσα στό σωστό πλαίσιο, ὅλες οἱ παρεξηγήσεις λύονται.

Ἄς φαντασθοῦμε πώς ἐγώ ἐπιθυμῶ νά ἀνακαλύψετε τήν μουσική τοῦ ρώσου συνθέτη Ἰγκορ Στραβίνσκυ. Προσωπικά, γνωρίζω πολλά πράγματα γιά τά ἔργα του. Μπορῶ ἀκόμα νά σᾶς παραδώσω καί μάθημα σχετικά μέ τά ἔργα του, καί νά σᾶς ἐφοδιάσω μέ μερικά ἀξιόλογα γραπτά γιά πρόσθετη ἀνάγνωση. Θά ἀκούσετε τά λόγιά μου, θά διαβάσετε τά γραπτά καί θά μάθετε τά δεδομένα μέν – ἀλλά δέν θά ἔχετε ἀνακαλύψει γιά τόν ἑαυτό σας τήν μουσική τοῦ Στραβίνσκυ. Θά λείπει ὁ πιό σημαντικός παράγοντας: ἡ προσωπική σας συνάντηση μέ τήν μουσική του, ἡ πλήρης ἐμβύθιση καί ἡ ἄμεση διαδράση μέ μία ζωντανή παράσταση τῆς μουσικῆς τοῦ συνθέτη.

Τό ἴδιο ἰσχύει, μέ τήν Γραφή καί τήν Παράδοση. Μπορεῖς νά μιλᾶς γιά αὐτές ὅσο ἐπιθυμεῖς, καί νά διαβάσεις ἑκατοντάδες καί χιλιάδες ἐπιστημονικά γραπτά γιά τήν Γραφή καί γιά τήν Παράδοση. Ἀτυχῶς, ἄν δέν ὑπάρξει μία προσωπική συνάντηση καί ἡ χωρίς μεσολάβηση ἐμπειρία μας προκειμένου νά δομηθεῖ ἡ ζωή μας πάνω στήν Γραφή καί τήν Παράδοση, τά δύο αὐτά ἁπλῶς θά ὑφίστανται ὡς ἀξιοπερίεργα τεχνουργήματα τῆς ἀνθρώπινης Ἱστορίας.

Μπορεῖτε νά τίς συναντήσετε καί νά τίς ἀνακαλύψετε, μόνο μέσα στην Ἐκκλησία, ἡ Ὁποία βιώνει καί ἀναπνέει τήν Γραφή καί τήν Παράδοση ἤδη ἐπί πολλαπλές χιλιετίες. Ἡ Ἐκκλησία ἔχει μία ἀδιάκοπη διαδοχή ἀπό ἐκείνους πού ἔχουν ἀφιερωθεῖ στήν διατήρηση τῆς Γραφῆς καί τῆς Παράδοσης – δηλαδή, τούς Ἁγίους Της.

«Ἁγιότητα» σημαίνει πώς κάποιο πρόσωπο ζεῖ σύμφωνα μέ τήν Παράδοση καί τήν Γραφή, καί πώς ἡ πληρότητα τῆς Θεϊκῆς Ἀποκάλυψης εἶναι πλήρως ἐνσωματωμένη στίς ζωές ὁρισμένων ἀνθρώπων, ἀλλά πρωτίστως στήν ζωή τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Ἡ μουσική τοῦ Στραβίνσκυ μᾶς «ἀποκαλύπτεται», μόνο ἄν τήν παρακολουθήσουμε «ζωντανά». Παρομοίως ἡ Παράδοση καί ἡ Γραφή, μᾶς «ἀποκαλύπτονται» πλήρως, μόνο ἄν εἴμαστε μέσα στήν Ἐκκλησία – ἄν συμμετέχουμε στήν ἁγιότητά Της. Ἡ βαθύτερη δυνατόν ἐμπειρία τῆς Παράδοσης εἶναι ἐφικτή, μόνο μέσω τοῦ Μυστηρίου τῆς Εὐχαριστίας. Ἡ Θεία Εὐχαριστία εἶναι τό σταυροδρόμι ὅπου συναντῶνται ἡ Παράδοση καί ἡ Γραφή.

Ἡ πληρότητα τῆς Θεϊκῆς Ἀποκάλυψης δόθηκε μόνο μία φορά στήν Ἐκκλησία – τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς. Οἱ Χριστιανοί τῶν ἑπόμενων αἰώνων ἁπλῶς σήκωναν τό πέπλο καί σταδιακά ἐξηγοῦσαν αὐτή τήν ποικίλη Παράδοση. Τά θεσπίσματα τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, τά δόγματα τῆς Ἐκκλησίας, τά ἔργα τῶν Ἁγίων Πατέρων, ὁ κανόνας ἁγιογράφησης, ἡ ἀρχιτεκτονική τῶν ναῶν, καί ὁ Κανόνας τῆς Ἁγίας Γραφῆς – ὅλα αὐτά εἶναι κομμάτια τῆς Ἱερᾶς Παράδοσης.

Συνεπῶς, ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας οὔτε «ἐξελίσσεται» οὔτε «ἀναπτύσσεται» καθ’ οἱονδήποτε τρόπο. Εκφράζεται, μέσα στήν Ἱστορία τῆς ἀνθρώπινης φυλῆς καί μέσα στίς ζωές ἁγίων ἀνθρώπων. Ὁ Ἅγιος Αὐγουστίνος – ὁ ὁποῖος ἀνακάλυψε τήν Παράδοση καί τήν Γραφή μόνο μετά ἀπό τήν γνωριμία του μέ τόν Ἅγιο Ἀμβρόσιο Μεδιολάνων – ἔγραψε τά ἑξῆς παράδοξα λόγια: «Δέν θά πίστευα τό Εὐαγγέλιο, ἄν δέν ἦταν χάρη στό κύρος τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας».

Μποροῦμε νά ἀναδιατυπώσουμε τά λόγια αὐτά τοῦ Ἁγίου, καί νά δηλώσουμε: «Δέν θά πίστευα στήν Παράδοση, ἄν δέν ἦταν χάρη στό κύρος τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας». Τό κύρος μέσα στήν Ἐκκλησία εἶναι τό Ἅγιο Πνεῦμα πού ἐνοικεῖ μέσα Της.

https://agiazoni.gr/%ce%b3%ce%b9%ce%b1%cf%84%ce%af-%e1%bc%94%cf%87%ce%bf%cf%85%ce%bc%ce%b5-%e1%bc%80%ce%bd%ce%ac%ce%b3%ce%ba%ce%b7-%cf%84%ce%bf%cf%8d%cf%82-%e1%bc%81%ce%b3%ce%af%ce%bf%cf%85%cf%82-%ce%b4%ce%ad%ce%bd/

04 Μαρτίου, 2022

ΕΝΑΣ ΑΛΛΟΣ ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ

 Στὴν καθημερινότητά μας χρησιμοποιοῦμε τὸν καθρέφτη. Ἕνα ἀντικείμενο σὲ διαφορετικὰ μεγέθη καὶ σχήματα ποὺ δείχνει ὅ,τι στέκεται ἀπέναντί του. Ὅ,τι χρειαζόμαστε νὰ δοῦμε στὸ πρόσωπό μας, στὸν ἑαυτό μας, στεκόμαστε μπροστά του καὶ τὸ παρατηροῦμε. Μᾶς χρειάζεται τὸ ἀντικείμενο αὐτὸ μὲ μέτρο, χωρὶς ὑπερβολές. 

Σὰν τὸν καθρέφτη ποὺ ἔχουμε λειτουργοῦν καὶ ἄλλα πράγματα στὴ ζωή μας. Καὶ μποροῦμε σ᾿ αὐτὰ νὰ καθρεφτίζουμε τὸν ἑαυτό μας, νὰ βλέπουμε τὶς ἀτέλειές μας καὶ νὰ τὶς διορθώνουμε. Ἕνας τέτοιος καθρέφτης εἶναι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ. Ὅταν τὸν μελετοῦμε μὲ προσευχή, μὲ προσοχή, μὲ διάθεση ὠφελείας ἢ ὅταν τὸν ἀκοῦμε στὸ κήρυγμα, παρατηροῦμε τὶς ἀδυναμίες μας, τὰ λάθη, τὰ ἐλαττώματά μας. Τὰ ἐντοπίζουμε καὶ ἀγωνιζόμαστε νὰ τὰ διορθώσουμε. Εἶναι καθρέφτης ποὺ μᾶς δείχνει ποιοὶ εἴμαστε μπροστὰ στὸ Θεὸ καὶ τί μποροῦμε νὰ γίνουμε ἂν ἀγωνισθοῦμε. Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ μᾶς φανερώνει ὅλα τὰ ψεγάδια τῆς ψυχῆς. Ὅλα τὰ ἐλαττώματα, τὰ πάθη καὶ τὶς κακίες. Ὅσοι καθρεφτίζονται στὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, τὸν ἀκοῦν ἢ τὸν μελετοῦν, αὐτοὶ ἀλλάζουν. Ἔτσι, βλάσφημοι, κλέφτες, ἀνήθικοι, φονιάδες, φιλάργυροι, μέθυσοι, ὅταν καθρεφτίστηκαν στὸ Εὐαγγέλιο, μετανόησαν κι ἔγιναν ἅγιοι. Ὅμως ὑπάρχει καὶ ἄλλος καθρέφτης ποὺ μπορεῖ νὰ μᾶς βοηθήσει στὴν πνευματική μας ζωή, στὴν ἀπόκτηση τῶν ἀρετῶν, στὴν καταπολέμηση τῶν παθῶν, στὸν πνευματικὸ καθημερινό μας ἀγώνα. Εἶναι ἡ ἐνάρετη, ἀγωνιστικὴ ζωὴ τῶν ἄλλων, τὸ φωτεινὸ παράδειγμά τους. Ναί, ἡ ζωὴ τῶν συνανθρώπων μας ποὺ ἀγαποῦν τὸν Θεὸ καὶ ἀγωνίζονται νὰ ἐφαρμόσουν τὸ θέλημά Του στὴ ζωή τους μπορεῖ νὰ γίνει γιὰ μᾶς ἕνας πνευματικὸς καθρέφτης. Συμβούλευε σχετικὰ ὁ ὅσιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης: «Ὅταν καθρεφτίζουμε τὸν ἑαυτό μας στὶς ἀρετὲς τῶν ἄλλων καὶ προσπαθοῦμε νὰ τὶς μιμηθοῦμε, οἰκοδομούμαστε. Ἀλλὰ καὶ στὰ ἐλαττώματά τους ὅταν καθρεφτίζουμε τὸν ἑαυτό μας, πάλι βοηθιόμαστε, γιατὶ τὰ δικά τους ἐλαττώματα μᾶς βοηθᾶνε νὰ δοῦμε τὰ δικά μας. Καὶ τὸ μὲν χάρισμα τοῦ ἄλλου μὲ παρακινεῖ νὰ ἀγωνισθῶ, γιὰ νὰ τὸ μιμηθῶ, ἐνῶ τὸ ἐλάττωμά του μὲ κάνει νὰ σκεφθῶ μήπως τὸ ἔχω κι ἐγὼ καὶ σὲ τί βαθμὸ τὸ ἔχω, γιὰ νὰ ἀγωνισθῶ νὰ τὸ κόψω. Βλέπω λ.χ. κάποιον ποὺ ἔχει ἐργατικότητα. Τὸ χαίρομαι καὶ προσπαθῶ νὰ τὸν μιμηθῶ. Βλέπω σὲ ἄλλον ὅτι ἔχει περιέργεια. Δὲν κατακρίνω τὸν ἀδελφό, ἀλλὰ ψάχνω νὰ δῶ μήπως ἔχω κι ἐγὼ περιέργεια. Κι ἂν δῶ ὅτι ἔχω, προσπαθῶ νὰ τὴν κόψω. Ἂν ὅμως βλέπω μόνο τὶς δικές μου ἀρετὲς καὶ τὰ ἐλαττώματα τῶν ἄλλων, ἐνῶ τὰ δικά μου ἐλαττώματα τὰ παραβλέπω ἢ τὰ δικαιολογῶ καὶ λέω: “εἶμαι καλύτερος καὶ ἀπὸ αὐτὸν καὶ ἀπὸ ἐκεῖνον καὶ ἀπὸ τὸν ἄλλον!”, πάει, βούλιαξα» (Γέροντος Παϊσίου Ἁγιορείτου, ΛΟΓΟΙ Ε΄: Πάθη καὶ Ἀρετές, σελ. 83). 

Ὁ καθρέφτης μας εἶναι οἱ ἄλλοι. Στοὺς ἄλλους καθρεφτιζόμαστε καὶ βλέπουμε τὸν ἑαυτό μας, καὶ οἱ ἄλλοι βλέπουν τὶς ἀτέλειές μας καὶ μᾶς διορθώνουν. Ὅλα τὰ παραπάνω μποροῦμε νὰ τὰ καταλάβουμε, ὅταν μελετοῦμε τὴ ζωὴ τῶν Ἁγίων ποὺ καθημερινὰ προβάλλει καὶ τιμᾶ ἡ Ἐκκλησία μας. Οἱ Ἅγιοι εἶναι μεγάλος πνευματικὸς καθρέφτης. Ἀγωνίσθηκαν στὴ ζωή τους καὶ ἐφάρμοσαν τὸ νόμο τοῦ Θεοῦ. Ὁ λόγος τους καὶ τὸ φωτεινὸ παράδειγμά τους ἂς μᾶς διδάσκουν καὶ ἂς ἐμπνέουν τὸν ἀγώνα μας καὶ τὴ ζωή μας.

Ο ΣΩΤΗΡ 2159

21 Φεβρουαρίου, 2022

ΚΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΛΙ ΓΛΥΚΥΤΕΡΑ....

Ο ἱερὸς Ψαλμωδὸς αἰσθανόταν τέ­­τοια
γλυκύτητα ἀπὸ τὴ μελέτη τοῦ θείου λόγου, ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ τοῦ χαρίσει παρόμοια αἴσθηση­
οὔτε τὸ γλυκύτερο μέλι. Ὁ λόγος τοῦ
Θεοῦ γλύκαινε τὸ νοητὸ λάρυγγα τῆς
ψυχῆς του. Τοῦ προξενοῦσε ἀγαλλίαση
καὶ εὐφροσύνη! Στὸν 118ο Ψαλμὸ ­
καταθέτει τὴν προσωπικὴ ἐμπειρία του: «Ὡς
γλυκέα τῷ λάρυγγί μου τὰ λόγιά σου,
ὑπὲρ μέλι τῷ στόματί μου» (Ψαλ. ριη΄
[118] 103). Πόσο γλυκὰ εἶναι τὰ θεῖα Σου
λόγια στὴν ψυχή μου ὅταν τὰ μελετῶ,
καὶ στὸ λάρυγγά μου ὅταν τὰ ἐκφωνῶ!
Εἶναι ἀσυγκρίτως ἀνώτερα καὶ ­
γλυκυτερα ἀπ᾿ ὅ,τι τὸ μέλι στὸ στόμα μου.
Παρατηροῦν οἱ ἱεροὶ Ἑρμηνευτὲς ὅτι
χρησιμοποιεῖ τὸ παράδειγμα τοῦ μέλιτος­,
διότι ὅταν θέλουμε νὰ ποῦμε ὅτι κάτι­
εἶναι πολὺ γλυκό, λέμε πὼς εἶναι μέλι­.
Ἀλλὰ τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀσυγκριτως­
γλυκύτερα κι ἀπὸ τὸ γλυκύτερο
μέλι. Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος τονίζει ὅτι ἡ
γλυκύτητα τοῦ μέλιτος ἀμαυρώνεται καὶ
ἐπισκιάζεται ἀπὸ τὴ γλυκύτητα τῶν ­
θειων λόγων.
Ἀλλὰ καὶ ὅλοι οἱ πιστοὶ ποὺ ἀγαποῦν
τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ τὴν ἴδια πνευματικὴ
ἐμπειρία καταθέτουν: «Οὐχ οὕτως ἡδύνει­
μου τὴν τοῦ στόματος αἴσθησιν ἡ
γλυκύτης τοῦ μέλιτος, ὡς εὐφραίνει μου
τὴν ψυχὴν ἡ τῶν θείων λογίων μελέτη».
Δὲν καθιστᾶ τόσο πολὺ εὐχάριστη τὴν
αἴσθηση τοῦ στόματός μου ἡ γλυκύτητα­
τοῦ μέλιτος, ὅσο εὐφραίνει τὴν ψυχή
μου ἡ μελέτη τοῦ θείου λόγου, σημειώνει­
ὁ ἑρμηνευτὴς Θεοδώρητος.
Πράγματι· παίρνουμε στὰ χέρια μας
νὰ μελετήσουμε τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο καὶ
αἰσθανόμαστε τὴ γλυκύτητα τῆς σοφίας
τοῦ Θεοῦ. Τί γλυκά, τί ὡραῖα, τί ὑψηλὰ
νοήματα! Συνεπαρμένοι ἀναφωνοῦμε:
«Ὢ βάθος πλούτου καὶ σοφίας καὶ γνώ­σεως
Θεοῦ! ὡς ἀνεξερεύνητα τὰ κρίμα­τα
αὐτοῦ καὶ ἀνεξιχνίαστοι αἱ ὁδοὶ αὐτου!­»
(Ρωμ. ια΄ [11] 33). Τί σοφία ἀπο­σταζουν
τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ! Σὲ κάνουν
πιὸ σοφὸ κι ἀπ᾿ τοὺς σοφούς, τοὺς
ἔμπειρους, τοὺς ἡλικιωμένους: «Ὑπὲρ
πρεσβυτέρους συνῆκα, ὅτι τὰς ἐντολάς
σου ἐξεζήτησα» (Ψαλ. ριη΄ [118] 100).
Μελετώντας τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ ­
ξεπέρασα σὲ σύνεση καὶ σὲ γνώση ἀκόμη
καὶ τοὺς γεροντοτέρους μου, οἱ ὁποῖοι
προβάλλουν τὴν πείρα τους ὡς πηγὴ
τῆς σοφίας τους.
Τὴν γλυκύτητα τοῦ θείου λόγου τὴν
αἰσθανόμαστε καὶ διότι χύνει βάλσαμο­

παρηγοριᾶς στὶς πονεμένες καρδιές
μας. Εἴμαστε θλιμμένοι καὶ μᾶς παρηγορει,­
ἀπογοητευμένοι καὶ μᾶς ἐνθαρρυνει,­
ταραγμένοι καὶ μᾶς εἰρηνεύει,
κουρασμένοι καὶ μᾶς ξεκουράζει, ­
«κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι» καὶ μᾶς ­
αναπαύει, βαρυπενθοῦντες καὶ μᾶς ­
γεμίζει μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς Ἀναστάσεως.
Μᾶς βεβαιώνει ὅτι δὲν τελειώνουν ὅλα
στὸν τάφο: «Νυνὶ δὲ Χριστὸς ἐγήγερται
ἐκ νεκρῶν, ἀπαρχὴ τῶν κεκοιμημένων
ἐγένετο» (Α΄ Κορ. ιε΄ [15] 20).
Ἐπίσης τὴν γλυκύτητα τοῦ θείου λόγου­
τὴν αἰσθανόμαστε καὶ ὡς πνευματικη­
τροφὴ ποὺ μᾶς χορταίνει, ὡς πνευματικο­
ποτὸ ποὺ μᾶς εὐφραίνει. Ὁ ἄνθρωπος­
δὲν τρέφεται μόνο μὲ ψωμί.
Τρέφεται καὶ μὲ τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ ποὺ
εἶναι ἐξαίρετη πνευματικὴ τροφή, ­
ἀσυγ­κρίτως ἀνώτερη ἀπὸ κάθε ὑλικὴ τροφή.
Βεβαίως τὴν γλυκύτητα τοῦ θείου ­
λογου δὲν τὴν αἰσθάνονται ὅλοι οἱ ἄνθρω­ποι,
ὅπως διευκρινίζουν οἱ ἱεροὶ Ἑρμηνευτες,­
παρὰ μόνο ὅσοι ἔχουν «ὑγιῆ
καὶ ἐρρωμένα (=ἰσχυρὰ καὶ ρωμαλέα)
τὰ αἰσθητήρια τῆς ψυχῆς». Στοὺς ­
πνευματικὰ ἀσθενεῖς ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ­
φαίνεται πικρός, ὅπως καὶ τὸ ὑλικὸ μέλι­
στοὺς σωματικὰ ἀσθενεῖς φαίνεται
πικρὸ καὶ ἀηδέστατο.
Ὁ σοφὸς Παροιμιαστὴς σὲ μιὰ ὡραιότατη­
Παροιμία μᾶς προτρέπει νὰ τρῶμε
μέλι: «Φάγε μέλι, υἱέ, ἀγαθὸν γὰρ κηρίον­,
ἵνα γλυκανθῇ σου ὁ φάρυγξ» (Παρ.
κδ΄ [24] 13). Φάγε μέλι, παιδί μου, διοτι­
ἡ κηρήθρα εἶναι ὡραία καὶ ὠφέλι­μη,
φάγε γιὰ νὰ γλυκαθεῖ ὁ φάρυγγάς
σου. Διότι «οὕτως αἰσθήσῃ σοφίαν τῇ
σῇ ψυχῇ» (στίχ. 14), ἔτσι θὰ αἰσθανθεῖς
στὴν ψυχή σου τὴν γλυκύτητα τῆς θείας
σοφίας. Στὸ στίχο αὐτὸ δὲν ὑπονοεῖται
τὸ ὑλικὸ μέλι, ἀλλὰ τὸ πνευματικὸ μέλι,
ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ.
Ὑλικὸ μέλι δὲν μποροῦμε νὰ φᾶμε πολυ,­
διότι ἀπὸ τὴν ὑπερβολικὴ κατανά­λωση
του μπορεῖ καὶ νὰ ἀρρωστήσουμε.­
Ἀλλὰ πνευματικὸ μέλι μποροῦμε νὰ
τρῶμε ὅσο θέλουμε. Ὄχι μόνο δὲν θὰ
ἀρρωστήσουμε, ἀλλὰ καὶ ἂν ὑπάρχει
κάποια ἀσθένεια, εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν
ἀποδιώξουμε, σημειώνει ὁ ἱερὸς ­
Χρυσόστομος. Κι ἀκόμη προσθέτει ὅτι ἀπὸ
τὴν ὑπερβολικὴ κατανάλωση τοῦ μέλι­τος
αἰσθανόμαστε τὸ αἴσθημα τοῦ κορεσμου.­
Ἐνῶ ἀπὸ τὴ μελέτη τοῦ θείου λόγου­
δὲν αἰσθανόμαστε ποτὲ τὸ αἴσθημα
κορεσμοῦ. Ἀπεναντίας, ἐπιθυμοῦμε νὰ
ἐντρυφήσουμε σ᾿ αὐτὸν περισσότερο.
Νὰ ἀγαπήσουμε λοιπὸν τὸν λόγο τοῦ
Θεοῦ καὶ νὰ τὸν μελετοῦμε ἡμέρα καὶ
νύκτα, γιὰ νὰ γλυκαίνεται ἡ ψυχή μας,
νὰ ὠφελούμαστε πνευματικὰ καὶ νὰ
εὐφραινόμαστε. Ἂν ὑπάρχουν ἄνθρω­ποι
ποὺ δὲν γεύθηκαν ἀκόμη τὴ γλυκύτητα­
τοῦ θείου λόγου, ἂς δοκιμάσουν
κι αὐτοί. Δὲν πρόκειται νὰ ζημιωθοῦν,
ἀλλὰ θὰ βγοῦν ὠφελημένοι καὶ θὰ ­
ὁμολογοῦν ἀπὸ προσωπικὴ ἐμπειρία τους
ὅτι τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ εἶναι πιὸ γλυκὰ
κι ἀπ᾿ τὸ κηρόμελο, «ἐπιθυμητὰ ὑπὲρ
χρυσίον καὶ λίθον τίμιον πολὺν καὶ γλυ­
κύτερα ὑπὲρ μέλι καὶ κηρίον» (Ψαλ. ιη΄
[18] 11). ΟΣΩΤΗΡ2159

17 Δεκεμβρίου, 2020

Η ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗ ΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ

Οσο τὰ παιδιὰ εἶναι μικρά, ἡ διαφορὰ τοῦ φύλου δὲν προκαλεῖ αἴσθηση. Ἀναπτύσσονται παράλληλα, συναναστρέφονται ἐλεύθερα, παίζουν μαζί, χωρὶς νὰ δημιουργεῖ κάτι ἰδιαίτερο ἡ διαφορά τους. 

 Καθὼς ὅμως μεγαλώνουν, ὅταν προχωρήσουν στὴν προεφηβικὴ καὶ μάλιστα στὴν ἐφηβικὴ ἡλικία, τότε τὰ πράγματα ἀλλάζουν ριζικά. 
Ἀναπτύσσεται ἀπότομα τὸ σῶμα, ἐμπλουτίζεται ὁ ψυχικὸς κόσμος, φανερώνονται ἔντονα τὰ χαρακτηριστικὰ τοῦ φύλου, τὸ ἀγόρι γίνεται ἄνδρας, τὸ κορίτσι γίνεται γυναίκα, ἀνακαλύπτουν κάτι διαφορετικὸ στὸν ἑαυτό τους καὶ στὸν ἄλλο. 
Ἡ διαφορὰ αὐτὴ ἐπηρεάζει ὅλο τὸν ψυχοσωματικὸ ὀργανισμό, φανερώνει νέες, ἄγνωστες μέχρι τότε δυνάμεις στὸ σῶμα καὶ στὴν ψυχή, συγκινεῖ καὶ ἀναστατώνει τὸν ὅλο ἄνθρωπο, ποὺ ἀνοίγει τὰ μάτια του μὲ ἔκπληξη, μὲ ἀγωνία καὶ χαρὰ σὲ μιὰ νέα πραγματικότητα, ποὺ τὴν αἰσθάνεται ἰδιαίτερα ἑλκυστική: τὸ πρόσωπο τοῦ ἄλλου φύλου. 
Καὶ ἐπειδὴ ἡ κατάσταση αὐτὴ τοῦ εἶναι καινούργια καὶ ἄγνωστη, δὲν γνωρίζει πῶς νὰ τὴ διαχειρισθεῖ. Ἐδῶ προκύπτει ἡ ἀνάγκη τῆς σχετικῆς ἀγωγῆς, ποὺ ἀφενὸς θὰ προφυλάξει τὰ παιδιά μας ἀπὸ λάθη, τὰ ὁποῖα μπορεῖ νὰ τὰ πληρώνουν σ’ ὅλη τους τὴ ζωή, ἀφετέρου θὰ τὰ βοηθήσει νὰ κτίσουν σωστὰ τὸ οἰκοδόμημα τῆς μελλοντικῆς τους εὐτυχίας.
 Δυστυχῶς οἱ δημόσιοι φορεῖς τῆς ἀγωγῆς δὲν ἔχουν κερδίσει τὴν ἐμπιστοσύνη μας στὸ θέμα αὐτό. 
Ἡ ἐπιπολαιότητα, ἡ προχειρότητα καὶ τὸ κοσμικὸ φρόνημα μὲ τὸ ὁποῖο τὸ ἀντιμετωπίζουν, δὲν βοηθοῦν τὰ παιδιά. Μᾶλλον τὰ ἐξωθοῦν στὸ ἁμαρτωλὸ καὶ ἀνήθικο, ποὺ χωρὶς ἀμφιβολία τὰ ὁδηγεῖ στὴ δυστυχία, στὸν ψυχικὸ ὄλεθρο καὶ τὴν καταστροφή. 
Στὸ σύγχρονο σχολεῖο διδάσκονται ἀπὸ πολὺ νωρίς, ἀκόμη ἀπὸ τὶς τάξεις τοῦ Δημοτικοῦ, σχετικὰ μαθήματα. 
Ποιὸ εἶναι ὅμως τὸ περιεχόμενό τους; 
Ποιὸς τὸ ἔχει καταρτίσει καὶ μὲ ποιὰ κριτήρια; 
Ποιὸς διδάσκει τὸ μάθημα; 
Ποιὰ τὰ προσόντα καὶ τὸ ἦθος του καὶ σὲ ποιὰ ἀτμόσφαιρα παρουσιάζει τὸ θέμα του; 
 Δὲν θὰ ἐπιμείνουμε στὸ τί γίνεται σήμερα στὰ σχολεῖα μας ἢ ποιὰ ἀγωγὴ σχετικὰ μὲ τὸ θέμα δίνει ὁ ἄλλος μεγάλος δάσκαλος, ἡ Τηλεόραση, καὶ ὁ ἀκόμη μεγαλύτερος καὶ πολὺ πιὸ ἐπικίνδυνος, τὸ Διαδίκτυο. 
Ὅλοι, λίγο ἢ πολύ, τὰ γνωρίζουμε αὐτά. 
 Αὐτὸ ποὺ κυρίως θὰ προσπαθήσουμε εἶναι νὰ ποῦμε ἐπιγραμματικὰ τὸ τί πρέπει νὰ κάνουμε ἐμεῖς, τὸ ὁποῖο μάλιστα εἶναι ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη νὰ τὸ κάνουμε πρὶν οἱ ἄλλοι παράγοντες ἀναλάβουν ἐνεργὸ ρόλο καὶ καταστρέψουν τὰ παιδιά μας. 
 Τὸ πρῶτο ἀσφαλῶς ποὺ πρέπει νὰ τονίσουμε εἶναι νὰ μὴν ἐφησυχάζουμε καὶ ἑπομένως ἀμελοῦμε. 
Τὰ παιδιὰ μποροῦν μὲ πολλοὺς τρόπους νὰ ἀσχοληθοῦν μὲ τὸ θέμα καὶ νὰ ἔχουν κάποια ἐνημέρωση ἀπὸ φίλους, συμμαθητὲς καὶ μεγαλύτερους ἀκόμη, ποὺ ὅμως δὲν ἀξίζουν τὴν ἐμπιστοσύνη τους. 
Μὴν ἀφήσουμε ἑπομένως τὴ σχετικὴ ἀγωγὴ σὲ ἄλλα χέρια. Μὴν καθυστερήσουμε. Γιατί μπορεῖ νὰ μᾶς ποῦν κάποτε τὰ παιδιά μας μὲ δίκαιο παράπονο: «Ἀργήσατε. Σᾶς πρόλαβαν ἄλλοι, ποὺ οὔτε τὴν ἀγάπη τὴ δική σας εἶχαν οὔτε τὴν ἀπαραίτητη γνώση. Καὶ ἐγὼ τώρα σᾶς κατηγορῶ, γιατί κλαίω γιὰ λάθη πού, ἂν μοῦ εἴχατε μιλήσει νωρίτερα, δὲν θὰ εἶχαν γίνει». 
 Ἂς μὴ μᾶς νικήσουν κάποιοι δισταγμοί, ποὺ μπορεῖ νὰ εἶναι δικαιολογημένοι σ’ ἕνα βαθμό: Πῶς θὰ μιλήσουμε στὰ παιδιά; Τί ἄραγε γνωρίζουν; Πόσο θὰ καταλάβουν; Ὁπωσδήποτε χρειάζεται γνώση καὶ ἀπαιτεῖται ὁ κατάλληλος τρόπος. Δὲν εἶναι εὔκολο. Δὲν ὡριμάζουν ὅλα τὰ παιδιὰ μαζί. Δὲν εὐαισθητοποιοῦνται μὲ τὸν ἴδιο τρόπο. Δὲν ἀπασχολοῦνται μὲ τοὺς ἴδιους προβληματισμούς. 
Τὸ καθένα ἔχει ἕναν ἰδιαίτερο κόσμο καὶ γι’ αὐτὸ μὲ ἰδιαίτερο τρόπο θὰ ἀνακαλύψει σωστὰ τὸ ἄλλο φύλο καὶ τὸν ρόλο του στὴ ζωή του. 
 Θὰ βοηθήσουμε πολὺ τὰ παιδιὰ νὰ δεχθοῦν τὴν ὀρθὴ ἀγωγὴ ἐπὶ τοῦ θέματος, ἂν θεμελιώνουμε τὴν προσπάθειά μας στὸν αἰώνιο λόγο τοῦ Θεοῦ. 
Νὰ μιλήσουμε γιὰ τὴ δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως περιγράφεται στοὺς πρώτους στίχους τῆς Γενέσεως. 
Νὰ ποῦμε ὅτι ὁ Θεός, ὅταν ἔπλασε τὸν ἄνθρωπο, «ἄρσεν καὶ θῆλυ ἐποίησεν αὐτούς» (α΄ 27). 
Νὰ ἐξηγήσουμε τοὺς λόγους γιὰ τοὺς ὁποίους ἔγινε αὐτό. Ποιὸς ὁ σκοπὸς τῆς δημιουργίας τῶν δύο φύλων; Ποιὸς ὁ ρόλος καθενός; Πῶς τὰ ὅρισε ὁ ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος Θεός; 
 Μέσα στὶς σελίδες τῆς Ἁγίας Γραφῆς ἀντιμετωπίζονται ὅλα τὰ μεγάλα θέματα ποὺ ἀπασχολοῦν τὸν ἄνθρωπο καὶ δίνονται λύσεις θεόπνευστες, ποὺ ἱκανοποιοῦν βαθιὰ τὴν ψυχή του καὶ τὴν ἀσφαλίζουν ἀπὸ κάθε κίνδυνο μικρῶν ἢ μεγάλων ἐκτροπῶν. 
 Ἡ Ἁγία Γραφὴ μᾶς παρουσιάζει τὴ ζωὴ τῶν πρωτοπλάστων ἀνθρώπων, τοῦ πρώτου ἄνδρα καὶ τῆς πρώτης γυναίκας ποὺ ἔζησαν πάνω στὴ γῆ. Μᾶς μιλάει καὶ γιὰ τὸ πῶς οἱ σχέσεις τους διαταράχθηκαν, ὅταν ἔπεσαν στὴν ἁμαρτία. 
Μᾶς ἐξηγεῖ ἐπίσης καὶ πῶς ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ, μὲ τὴν βοήθεια τῆς Χάριτος τοῦ Χριστοῦ, νὰ ἀναμορφωθεῖ στὸ ἀρχαῖο του κάλλος, νὰ ἀνέβει σὲ ὕψος πνευματικό, ὥστε νὰ μπορεῖ νὰ βλέπει μὲ μάτια καθαρὰ τὸν ὁποιονδήποτε συνάνθρωπό του, νὰ τὸν σέβεται καὶ ἀγαπᾶ ἀληθινά, νὰ συνεργάζεται μαζί του καὶ νὰ συμβιώνει ἁρμονικά. 
 Διότι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἀποκαλύπτει τὸ μεγαλεῖο τοῦ κάθε ἀνθρώπου καὶ μᾶς βοηθεῖ νὰ τὸν ἀντιμετωπίζουμε μὲ ἀπόλυτο σεβασμὸ ὡς εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ὡς ὕπαρξη ποὺ φέρει μέσα της ἀθάνατη ψυχὴ καὶ ἔχει ὕψιστο καὶ αἰώνιο προορισμό, ἑπομένως ὡς σύντροφο πολύτιμο, συναθλητὴ καὶ συνοδοιπόρο στὸ δρόμο τῆς ζωῆς καὶ ὄχι ὡς ἀντίπαλο, ὡς ἀντικείμενο ἐκμεταλλεύσεως ἢ μέσο ἡδονῆς. 
 Ἂν σὲ τέτοια βάση τοποθετήσουμε τὸ θέμα τῆς σχέσεως τῶν δύο φύλων, ἡ ἐπικοινωνία μας μὲ τὰ παιδιὰ γιὰ τὸ θέμα αὐτὸ θὰ γίνει μὲ κάθε σοβαρότητα καὶ ἱεροπρέπεια. 
Δὲν θὰ παρασυρθοῦμε ἀπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ κόσμου, ποὺ κατεβάζει τὶς σχετικὲς συζητήσεις σὲ κατώτατο ἐπίπεδο καὶ ἀντιμετωπίζει τὰ προβλήματα ποὺ ἀνακύπτουν μὲ ἐπιπόλαιο τρόπο, συχνὰ μὲ ἐλαφρὰ διάθεση ἢ καὶ ἀνεπίτρεπτη χυδαιότητα. 
 Θὰ ἐπανέλθουμε ὅμως στὸ ἑπόμενο ἄρθρο, γιὰ νὰ συμπληρώσουμε μερικὰ ἀκόμη ἀναγκαῖα στοιχεῖα, πολὺ βοηθητικὰ στὸ θέμα τῆς σεξουαλικῆς ἀγωγῆς τῶν παιδιῶν μας. ΟΣΩΤΗΡ2101

28 Νοεμβρίου, 2020

ΠΙΟ ΑΞΙΟΠΙΣΤΗ ΚΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΥΜΑ - Η ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ

                         

Πολλὲς φορὲς μερικοὶ χριστιανοὶ ὑπόσχονται ὅτι θὰ γίνουν θερμότεροι καὶ πιό συνειδητοί, ἂν δοῦν κάποιο θαῦμα στὴ ζωή τους. Εἶναι ὅμως αὐτὸ σωστό; Ὄχι βέβαια. Αὐτὸ ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν Ἁγία Γραφή. Διότι τέτοιο θαῦμα ζήτησε γιὰ τὰ ἀδέρφια του ἀπὸ τὸν Ἀβραὰμ ὁ πλούσιος τῆς γνωστῆς παραβολῆς «τοῦ πλουσίου καί τοῦ πτωχοῦ Λαζάρου» (βλ. Λουκ. ις΄ 19-31). Τὸν παρακάλεσε δηλαδὴ νὰ στείλει τὸν Λάζαρο πάλι στὴ γῆ, ἀναστημένο, νὰ προειδοποιήσει τὰ πέντε ἀδέλφια του νὰ ἀλλάξουν τρόπο ζωῆς, γιὰ νὰ μὴν πᾶνε κι αὐτὰ στὴν κόλαση. Κατάπληξη ὅμως προξενεῖ ἡ ἀπάντηση τοῦ Ἀβραάμ πρὸς τὸν πλούσιο: Δὲν χρειάζεται, τοῦ εἶπε, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναστηθεῖ ὁ Λάζαρος γιὰ νὰ ἀλλάξουν τρόπο ζωῆς τὰ ἀδέλφια σου. Στὴ διάθεσή τους ὑπάρχει μαρτυρία πιὸ ἀξιόπιστη ἀπὸ τὴν τυχὸν ἐπαναφορὰ τοῦ Λαζάρου στὴ ζωή. Ποιὰ εἶναι αὐτή; Εἶναι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, τὰ θεόπνευστα κείμενα τοῦ Μωυσέως καὶ τῶν Προφητῶν: «Ἔχουσι Μωϋσέα καὶ τοὺς προφήτας· ἀκουσάτωσαν αὐτῶν» (Λουκ. ις΄ 29). Ὁ πλούσιος ἐπιμένει ὅτι τὰ ἀδέλφια του θὰ πιστέψουν πιὸ εὔκολα, ἂν κάποιος «ἀπὸ νεκρῶν πορευθῇ πρὸς αὐτούς» (Λουκ. ις΄ 30). Ἀλλὰ ὁ Ἀβραὰμ τοῦ τονίζει ξεκάθαρα ὅτι ὅποιος δὲν πιστεύει στὰ λόγια τῆς Γραφῆς, δὲν θὰ πεισθεῖ οὔτε ἀπὸ τὰ λόγια ἑνὸς ἀναστημένου νεκροῦ: «Εἰ Μωϋσέως καὶ τῶν προφητῶν οὐκ ἀκούουσιν, οὐδὲ ἐάν τις ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ πεισθήσονται» (Λουκ. ις΄ 31). 

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυ σόστομος στὸ σημεῖο αὐτὸ σημειώνει: «Ὁ Χριστὸς δεικνύει, ὅτι καὶ νεκρῶν ἐγειρομένων ἀξιοπιστοτέρας βούλεται εἶναι τὰς Γραφάς»· ὁ Χριστὸς μὲ τὴν ἀπάντηση αὐτὴ φανερώνει ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ θεωροῦμε ἀξιοπιστότερη τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ ἀπὸ τὰ λόγια τυχὸν ἀναστημένων νεκρῶν (ΕΠΕ 20, 202). Αὐτὴ πράγματι εἶναι ἡ ἀλήθεια. Γιὰ νὰ πιστέψουμε στὸν Κύριο καὶ νὰ συμμορφώσουμε τὴ ζωή μας πρὸς τὸ θέλημά Του, πιὸ ἀξιόπιστη εἶναι ἡ Ἁγία Γραφή, Παλαιὰ καὶ Καινὴ Διαθήκη, ἀπὸ ὁποιοδήποτε θαῦμα, ὅσο μεγάλο κι ἂν εἶναι αὐτό. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι, ἀκόμη κι ἂν δοῦμε νὰ ἀνασταίνεται ἕνας νεκρὸς καὶ νὰ μᾶς βεβαιώνει ὅτι ὑπάρχει μετὰ θάνατον ζωὴ καὶ πρέπει νὰ προετοιμαζόμαστε γι᾿ αὐτή, ὀφείλουμε νὰ θεωρήσουμε λιγότερο ἀξιόπιστη τὴν πληροφορία αὐτὴ σὲ σύγκριση μὲ ὅσα μᾶς πληροφορεῖ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ γι᾿ αὐτὸ τὸ θέμα. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος μάλιστα θεωρεῖ τὴν Ἁγία Γραφὴ πιὸ ἀξιόπιστη καὶ ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους (βλ. Γαλ. α΄ 8). Σήμερα ζοῦμε στὴν ἐποχὴ τῆς θείας Χάριτος, τῆς Καινῆς Διαθήκης. Ἔχουμε ἑπομένως ὄχι μόνο «Μωϋσέα καὶ τοὺς προφήτας», ἀλλὰ ὁλοκληρωμένη τὴν ἀλήθεια, ὅπως μᾶς τὴν ἀπεκάλυψε ὁ ἐνανθρωπήσας Κύριος Ἰησοῦς Χριστός. Ἔχουμε τὰ πάντα, ὅλα ὅσα εἶναι ἀναγκαῖα γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ ζήσουμε θεοφιλῶς καὶ θεαρέστως. Ἀντὶ λοιπὸν νὰ ζητοῦμε θαύματα, ποὺ καὶ σήμερα ἀσφαλῶς δὲν λείπουν, ἂς ἀγαπήσουμε πιὸ πολὺ τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ. Νὰ τὸν μελετοῦμε καθημερινὰ καὶ νὰ προσπαθοῦμε νὰ τὸν ἐφαρμόζουμε στὴν καθημερινή μας ζωή. «Ὅ,τι εἶναι γιὰ τὴ σωματική μας δύναμη ἡ ὑλικὴ τροφή, αὐτὸ ἂς εἶναι γιὰ τὴν ψυχή μας ἡ μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Πρόκειται γιὰ πνευματικὴ τροφή. Ἑδραιώνει τὴ σκέψη. Κάνει τὴν ψυχὴ ἰσχυρή, πιὸ ἀνθεκτική, πιὸ εὐσεβή. Δὲν τὴν ἀφήνει νὰ κατατρώγεται ἀπὸ τὰ ἄλογα πάθη. Καὶ ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλὰ δίνει φτερὰ στὴν ψυχὴ καὶ τὴν κάνει νὰ φτάνει μέχρι καὶ τὸν οὐρανό», λέει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος (ΕΠΕ 3, 22). Καὶ σὲ ἄλλο σημεῖο τονίζει: «Ἀδύνατον σωθῆναι ἄνευ τῆς τῶν Γραφῶν ἀναγνώσεως». Αὐτό, ὅσο πιὸ σύντομα τὸ συνειδητοποιήσουμε, τόσο πιὸ ἀσφαλὴς καὶ ἀπλανὴς θὰ εἶναι ἡ πορεία μας σ᾿ αὐτὴ τὴ ζωή. ΟΣΩΤΗΡ2099

13 Οκτωβρίου, 2020

Ἡ μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς

 
Ἁγία Γραφὴ καὶ Ἐκκλησία εἶναι ἔν­­νοιες ἀναπόσπαστα ἑνωμένες. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας χρησιμοποιεῖ εὐρύτατα περικοπὲς ἀ­­­πὸ τὴν Παλαιὰ καὶ τὴν Καινὴ Διαθήκη στὶς διάφορες ἱερὲς Ἀκολουθίες της.

«Τὴ μεγάλη ἡμέρα τῆς Κυριακῆς ὅλοι οἱ πιστοὶ ποὺ διαμένουν στὶς πόλεις ἢ στοὺς ἀγροὺς συγκεντρώνονται μαζὶ καὶ γίνεται ἀνάγνωση ἀπὸ τὰ συγγράμματα τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Προφητῶν», σημειώνει στὴν πρώτη του Ἀπολογία ὁ ἅγιος Ἰουστῖνος, ὁ φιλόσοφος καὶ μάρτυρας, στὶς ἀρχὲς τοῦ β΄ αἰῶνος.

Καὶ ἀπὸ τὸ βιβλίο «Διαταγαὶ τῶν Ἀποστόλων» τὴν ἴδια πληροφορία ἔχουμε: «Ὁ ἀναγνώστης ἀφοῦ ἀνεβεῖ καὶ σταθεῖ σὲ μέρος ὑψηλό, ἂς διαβάζει ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη τὰ βιβλία τοῦ Μωυσῆ, τὸν Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ, τὰ βιβλία τῶν Κριτῶν… Μετὰ ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἀνάγνωση νὰ ἀναγινώσκονται οἱ Πράξεις τῶν Ἀποστόλων καὶ οἱ Ἐπιστολὲς τοῦ ἀποστόλου Παύλου, ποὺ ἦταν συνεργὸς τῶν δώδεκα Ἀποστόλων, τὶς ὁποῖες ἔγραψε καὶ ἀπέστειλε στὶς διάφορες Ἐκκλησίες μὲ τὸν φωτισμὸ καὶ τὴν ἔμπνευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Κατόπιν ὁ διάκονος ἢ ὁ πρεσβύτερος νὰ ἀναγινώσκει τὰ Εὐαγγέλια».

Παρ᾿ ὅλο ὅμως ποὺ πλούσια προσφερόταν τότε στὴν Ἐκκλησία ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ στὶς διάφορες λατρευτικὲς εὐκαιρίες, οἱ χριστιανοὶ συνήθιζαν νὰ μελετοῦν καὶ στὸ σπίτι τους τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ ἀπὸ χειρόγραφα ποὺ κυκλοφοροῦσαν ἐκείνη τὴν ἐποχή. Τὸ σημειώνει αὐτὸ ὁ ἀπόστολος Παῦλος, γράφοντας πρὸς τὸν ἀπόστολο Τιμόθεο: «Ἀπὸ βρέφους τὰ ἱερὰ γράμματα οἶδας» (Β΄ Τιμ. γ΄ 15)· γνωρίζεις ἀπὸ βρέφος ἀκόμη τὰ λόγια τῆς Ἁγίας Γραφῆς.

Οἱ ἅγιοι Πατέρες ἐπιμόνως συνιστοῦν στοὺς χριστιανοὺς νὰ μὴν περιορίζον­ται μόνο στὰ ὅσα ἀκοῦν στὴν ἐκκλησία, ἀλλὰ νὰ μελετοῦν καὶ στὸ σπίτι τους τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ. Λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυ­σόστομος: «Πάντοτε σᾶς παρακαλῶ καὶ δὲν θὰ παύσω συνεχῶς νὰ σᾶς παρακαλῶ. Νὰ μὴν ἀρκεῖσθε μόνο στὰ ὅσα λέγονται ἐδῶ (ἐννοεῖ στὸ Ναό) ἀλλὰ καὶ ὅταν ἐπιστρέφετε στὰ σπίτια σας, νὰ ἀ­­σχολεῖσθε μὲ τὴ μελέτη τῶν Γραφῶν». Συνιστοῦσε δὲ νὰ προμηθευθοῦν «τουλάχιστον τὴν Καινὴ Διαθήκη», ἐπειδὴ πι­­θανὸν νὰ δυσκολεύονταν νὰ προμη­­θευ­θοῦν ὁλόκληρη τὴν Ἁγία Γραφή, ποὺ τότε κόστιζε πάρα πολύ, ἀφοῦ ἦταν χει­­ρό­γραφη.

Καὶ ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ὅταν ἀναχωροῦσε ἀπὸ τὰ διάφορα μέρη, συν­ιστοῦσε στοὺς χριστιανοὺς νὰ συγκεν­τρώνονται σὲ ὁμάδες πέντε-πέντε, δέκα-δέκα καὶ ὅλοι μαζὶ νὰ μελετοῦν καὶ νὰ συζητοῦν αὐτὰ ποὺ τοὺς δίδαξε.

Αὐτὸς εἶναι καὶ ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο πάνω στὴν Ἁ­­­γία Τράπεζα στοὺς Ὀρθοδόξους Ναούς μας βρίσκεται πάν­τοτε καὶ δεσπόζει τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο. Σημαίνει ὅτι γιὰ τὴ σωτηρία καὶ τὸν ἁγιασμό μας μαζὶ μὲ τὰ ἅγια Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι ἀπαραίτητη καὶ ἡ μελέτη τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ.

Εἶναι καιρὸς πλέον ὅλοι ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ νὰ καταλάβουμε πόσο ἀναγκαῖο εἶναι ὄχι μόνο νὰ γνωρίζουμε γενικὰ καὶ ἀόριστα τὸ περιεχόμενο τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου ἀλλὰ καὶ νὰ τὸ μελετοῦμε καθημερινὰ μὲ προσοχή, γιὰ νὰ ρυθμίζει καὶ κατευθύνει σωστὰ τὴ ζωή μας. Εἶναι ἐπείγουσα καὶ ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη αὐτό. «Οὐ γὰρ ἔστιν, οὐκ ἔστι τινὰ σωθῆναι μὴ συνεχῶς ἀναγνώσεως ἀπολαύοντα πνευματικῆς» (Χρυσόστομος, Εἰς τὸν Λάζαρον λόγος τρίτος, P.G. 48, 993).

Λοιπόν, «μακάριος ἀνήρ, ὃς οὐκ ἐπορεύθη ἐν βουλῇ ἀσεβῶν καὶ ἐν ὁδῷ ἁμαρτωλῶν οὐκ ἔστη καὶ ἐπὶ καθέδρᾳ λοιμῶν οὐκ ἐκάθισεν. ἀλλ᾿ ἢ ἐν τῷ νόμῳ Κυρίου τὸ θέλημα αὐτοῦ, καὶ ἐν τῷ νόμῳ αὐτοῦ μελετήσει ἡμέρας καὶ νυκτός»· μακάριος καὶ πανευτυχὴς εἶναι ὁ ἄνθρωπος ποὺ δὲν συχνάζει σὲ συντροφιὲς ἀσεβῶν καὶ δὲν στέκεται σὲ δρόμο ὅπου ἁμαρτωλοὶ ἄνθρωποι ἐπιδίδονται στὸ κακὸ οὔτε κάθεται σὲ τόπους ὅπου ἔχουν στέκι διεφθαρμένοι ἄνθρωποι, ἀλλὰ ἔχει ἐντρύφημα καὶ ἀπόλαυσή του τὸ νόμο τοῦ Κυρίου καὶ μὲ τόσο πόθο εἶναι προσκολλημένος σ’ αὐτόν, ὥστε ὁ νοῦς του ­στρέφεται πάντοτε ἐκεῖ, καὶ αὐτὸν μέρα-νύχτα ­μελετάει (Ψαλ. α΄ 2).

https://www.osotir.org/2014/07/23/meleti-t-s-gias-graf-s/

11 Ιουλίου, 2020

ΕΝΑΡΕΤΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΘΕΟΦΩΤΙΣΤΟΣ ΛΟΓΟΣ


1. Τὸ ὑψηλότερο κίνητρο 

 Στὴν επι του ορους  ὁμιλία του  ὁ Κύριος κάλεσε τοὺς μαθητές Του νὰ φωτίζουν τὸν κόσμο μὲ τὴν ἐνάρετη ζωή τους καὶ τὸν θεοφώτιστο λόγο τους. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ πολλοὶ ἄνθρωποι θὰ ὠφελοῦνται καὶ θὰ δοξάζεται ὁ πανάγαθος Θεός: «Οὕτω λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα καὶ δοξάσωσι τὸν πατέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς», εἶπε· ἂς λάμψει τὸ φῶς τῆς ἀρετῆς σας μπροστὰ στοὺς ἀνθρώπους, γιὰ νὰ δοῦν τὰ καλά σας ἔργα καὶ νὰ δοξάσουν τὸν Οὐράνιο Πατέρα σας. Ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ ἀποτελεῖ τὸ ὑψηλότερο, εὐγενέστερο καὶ τελειότερο κίνητρο ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ἔχει ὁ ἄνθρωπος γιὰ κάθε λόγο ἢ πράξη του. 
Ὅπως λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «Εἴτε οὖν ἐσθίετε εἴτε πίνετε εἴτε τι ποιεῖτε, πάντα εἰς δόξαν Θεοῦ ποιεῖτε» (Α΄ Κορ. ι΄ 31). Τὸ νὰ κάνει κάποιος ὅ,τι θέλει καὶ ὅπως τὸ θέλει, ἀποτελεῖ ἀποθέωση τοῦ ἀτομισμοῦ καὶ τοῦ συμφέροντος. Τὸ νὰ προσέχει τὴ γνώμη τοῦ κόσμου καὶ τὸ τί θὰ ποῦν οἱ ἄλλοι, φανερώνει μικροψυχία καὶ τραγικὴ ἀνελευθερία. Τὸ νὰ ἐνεργεῖ ὅμως ἀνάλογα μὲ τὸ τί θὰ συντελέσει περισσότερο στὴ δόξα τοῦ Θεοῦ καὶ στὴ σωτηρία τῶν ἀδελφῶν του, αὐτὸ καταξιώνει τὸν ἄνθρωπο ὡς γνήσιο παιδὶ τοῦ Οὐράνιου Πατέρα. Καὶ πῶς συντελεῖ ὁ ἄνθρωπος στὴ δόξα τοῦ Θεοῦ; Μὲ τὴν καθαρή, φωτεινή, ἁγία ζωή του! Διότι εἶναι φανέρωση τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ τὸ ὅτι μέσα στὸν ἁμαρτωλό μας κόσμο ὑπάρχουν πιστὰ καὶ ἀφοσιωμένα παιδιά Του! 

2. Παλαιὰ καὶ Καινὴ Διαθήκη

Ἡ θαυμαστὴ διδασκαλία τοῦ Κυρίου προχωροῦσε πολὺ περισσότερο ἀπὸ τὸ Νόμο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καὶ φώτιζε νέες πτυχὲς τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου. Ὅμως δὲν καταργοῦσε τὴν Παλαιὰ Διαθήκη. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος εἶπε: «Μὴ νομίσητε ὅτι ἦλθον καταλῦσαι τὸν νόμον ἢ τοὺς προφήτας· οὐκ ἦλθον καταλῦσαι, ἀλλὰ πληρῶσαι»· μὴ νομίσετε ὅτι ἦλθα γιὰ νὰ καταργήσω καὶ ν’ ἀκυρώσω τὸν ἠθικὸ νόμο τοῦ Μωυσῆ ἢ τὴ διδασκαλία τῶν προφητῶν. Δὲν ἦλθα νὰ  τὰ καταργήσω αὐτά, ἀλλὰ νὰ τὰ συμπληρώσω καὶ νὰ σᾶς τὰ παραδώσω τέλεια. Καὶ πράγματι συμπλήρωσε τὸ Νόμο ὁ θεῖος Διδάσκαλος. Ὁ Νόμος ἀπαγόρευε τὴν πράξη τῆς παραβάσεως, ὁ Χριστὸς καταπολέμησε τὴν αἰτία ποὺ ὁδηγεῖ στὴν κάθε παρεκτροπή. Π.χ. ὁ Κύριος ὄχι μόνο καταδικάζει τὸν φόνο ἀλλὰ καὶ τὴν ὀργή, ποὺ ὁδηγεῖ σ’ αὐτὸ τὸ ἔγκλημα. Ἡ Παλαιὰ Διαθήκη ἦταν ἀπαραίτητη, διότι «παιδαγωγὸς ἡμῶν γέγονεν εἰς Χριστόν» (Γαλ. γ΄ 24), μᾶς βοήθησε νὰ ὁδηγηθοῦμε στὸν Χριστό. Θὰ παρέμενε ὅμως ἀτελὴς ἂν ὁ Κύριος δὲν τὴν συμπλήρωνε μὲ τὴν τέλεια ἀποκάλυψη: τὴν Καινὴ Διαθήκη. Ἔτσι ἡ Παλαιὰ καὶ Καινὴ Διαθήκη συνυπάρχουν σὲ ἀδιάσπαστη ἑνότητα. 

3. Τὸ αἰώνιο κύρος τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ 

Ὁ Νόμος τοῦ Θεοῦ ἔχει κύρος διαχρονικὸ καὶ αἰώνιο. Αὐτὸ ἀκριβῶς εἶπε στὴ συνέχεια ὁ Κύριος: «ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν, ἕως ἂν παρέλθῃ ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ, ἰῶτα ἓν ἢ μία κεραία οὐ μὴ παρέλθῃ ἀπὸ τοῦ νόμου». Ἀληθινὰ σᾶς λέω καὶ μὲ κάθε ἐπισημότητα σᾶς διαβεβαιώνω ὅτι ὅσο παραμένει καὶ δὲν καταστρέφεται ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ, οὔτε ἕνα γιώτα ἢ ἕνα κόμμα, οὔτε δηλαδὴ ἡ πιὸ μικρὴ ἀπὸ τὶς ἐντολὲς δὲν θὰ παραπέσει ἀπὸ τὸ Νόμο καὶ δὲν θὰ χάσει τὸ κύρος της. Λένε μερικοὶ ὅτι τὸ Εὐαγγέλιο γράφτηκε σὲ ἄλλη ἐποχὴ καὶ ὅτι τάχα δὲν ἐφαρμόζεται σήμερα. Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ὅμως ποτὲ δὲν μπορεῖ νὰ σταματήσει νὰ ὑπάρχει καὶ νὰ ἰσχύει. Ἐπειδὴ ὁ Θεὸς εἶναι τέλειος, τέλειος εἶναι καὶ ὁ λόγος Του. Καὶ τὸ τέλειο δὲν δέχεται βελτιώσεις καὶ ἀλλαγές. Ἐμεῖς ὀφείλουμε νὰ μετανοήσουμε καὶ νὰ ἀλλάξουμε νοοτροπία γιὰ νὰ προσαρμοστοῦμε στὸ νόμο τοῦ Θεοῦ, κι ὄχι νὰ προσπαθοῦμε νὰ φέρουμε τὸ νόμο τοῦ Θεοῦ στὰ μέτρα μας.  Φωτισμένοι πατερες ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα διατύπωσαν στὴν Δ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο τὸ θεμελιῶδες δόγμα γιὰ τὴν ἕνωση τῶν δύο φύσεων στὸ πρόσωπο τοῦ Θεανθρώπου κι ἔτσι ἀπέδειξαν ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι «χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας» (Ἑβρ. ιγ΄ 8). ΟΣΩΤΗΡ2070

02 Μαΐου, 2020

Πώς Είμαστε Βέβαιοι ότι τα Κείμενα της Αγίας Γραφής είναι Ανόθευτα;


 https://agonistes.gr/2017/04/02/

Ερώτηση που λάβαμε:

Πώς είμαστε βἐβαιοι ότι τα κείμενα τόσο της Παλαιάς Διαθήκης όσο και της Καινής Διαθήκης μέσα στο πέρασμα τόσων αιώνων διατηρήθηκαν ανόθευτα και δεν υπέστησαν σκόπιμες αλλοιώσεις, προσθήκες ή περικοπές.

Η απάντηση της ιστοσελίδας μας:

Μάς το βεβαιώνει το πλήθος των χειρογράφων πού έχουμε στα χέρια μας. Γενικά, για τα χειρόγραφα ισχύει το εξής: Όσο πιο παλιό είναι το χειρόγραφο που έχουμε, τόσο πιο αξιόπιστο θεωρείται, αφού είναι πιο κοντά στο πρωτότυπο κείμενο.Αλλά και όσο πιο πολλά χειρόγραφα έχουμε από κάποιο αρχαίο κείμενο, τόσο πιο βέβαιοι είμαστε για την αξιοπιστία της παράδοσής του.

Με την Αγία Γραφή, συμβαίνει το εξής αξιοθαύμαστο: Είναι το μοναδικό αρχαίο κείμενο, για το οποίο υπάρχει τόση αφθονία χειρογράφων.Κατέχουμε πάνω από 5.664 χειρόγραφα τής Καινής Διαθήκης και πολλά τής Παλαιάς, ενώ από την Ιλιάδα τού Ομήρου, για παράδειγμα, σώζονται μόνο 643 κώδικες, από την ιστορία τού Θουκυδίδη οκτώ και από τα έργα του Ορατίου 500. Επίσης, ενώ την ιστορία του Θουκυδίδη (5ος αιώνας π.Χ.) και τα Ομηρικά Έπη (8ος αιώνας π.Χ.) τα διαβάζουμε από χειρόγραφα που χρονολογούνται τον 13ο αιώνα μ.Χ., δηλαδή από χειρόγραφα που απέχουν δεκαπέντε αιώνες από τη συγγραφή των κειμένων αυτών, την Καινή Διαθήκη τη διαβάζουμε από χειρόγραφα που απέχουν λίγα χρόνια μόλις από τη συγγραφή της!!!

Λοιπόν; Αφού δεχόμαστε ως γνήσια τα κείμενα των αρχαίων συγγραφέων και δεν προβληματιζόμαστε μήπως αλλοιώθηκαν στο πέρασμα τόσων αιώνων, γιατί να προβληματιζόμαστε για την αυθεντικότητα των κειμένων της Αγίας Γραφής;

Για την Καινή Διαθήκη υπάρχουν ολόκληροι κώδικες, που απέχουν 3-4 αιώνες από τη συγγραφή της (4ος μ.Χ. Σιναϊτικός και Βατικανός κώδικας, 5ος μ.Χ. ο Αλεξανδρινός και ο κώδικας του Εφραίμ του Σύρου κ.ά.). Έχουμε όμως και μεμονωμένα χειρόγραφα πάρα πολλά, και μάλιστα από τον 1ο αιώνα μ.Χ. έχει βρεθεί ο Πάπυρος P52, που περιέχει τμήμα του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου και χρονολογείται το 125 μ.Χ.
Από το 2ο μ.Χ. αιώνα έχουμε περισσότερα χειρόγραφα, και όσο προχωρούν οι αιώνες, τα χειρόγραφα πληθαίνουν.

Εξάλλου, στα διάφορα αντίτυπα των διαφόρων εποχών της Καινής Διαθήκης οι διαφορές που βρέθηκαν στα κείμενα είναι ελάχιστες και καθόλου ουσιαστικές. Είναι επιφανειακές και δεν αλλοιώνουν το βαθύτερο νόημα τού κειμένου.

Το θαυμαστό αυτό φαινόμενο, ότι δηλαδή δεν έχουμε αλλοιώσεις μέσα στο πέρασμα των αιώνων στο κείμενο της Καινής Διαθήκης, οφείλεται στην ευλάβεια, την προσοχή και την ευσυνειδησία των αντιγραφέων των ιερών κειμένων και αποδεικνύει την αξιοπιστία της παράδοσης του κειμένου της Καινής Διαθήκης.

Γιά τήν Παλαιά Διαθήκη. Δυστυχώς, δεν έχουμε στα χέρια μας τα πρωτότυπα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης που γράφτηκαν στα εβραϊκά. Έχουμε όμως το κείμενο που μεταφράστηκε στα ελληνικά από τους ίδιους τους Εβραίους. Από την προχριστιανική εποχή (285-247 π.Χ.) σώζεται ολόκληρη η Παλαιά Διαθήκη μεταφρασμένη στην ελληνική γλώσσα. Πρόκειται για τη μετάφραση των Εβδομήκοντα (μτφ Ο΄), που έγινε από Εβραίους σοφούς κατά παραγγελία του βασιλιά Πτολεμαίου του Φιλάδελφου Β΄ στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, και αυτή χρησιμοποιούμε μέχρι σήμερα εμείς οι Ορθόδοξοι. Το εβραϊκό κείμενο, Μασοριτικό, που χρησιμοποιούν σήμερα οι Εβραίοι για την Παλαιά Διαθήκη, είναι διαφορετικό από της Μετάφρασης των Ο΄ και είναι κατά πολύ μεταγενέστερο της μετάφρασης αυτής. Φτιάχθηκε από τον 6ο ως τον 9ο μ.Χ. αιώνα. Η μετάφραση των Εβδομήκοντα επομένως είναι η παλαιότερη από όλες όσες έγιναν.

Πώς εμείς όμως μπορούμε να αποδείξουμε ότι το κείμενο που χρησιμοποιούμε εμείς για την Π.Δ., δηλαδή το ελληνικό, είναι το γνήσιο και μη αλλοιωμένο; Και πάλι με τα χειρόγραφα: Το 1947, στην έρημο της Ιουδαίας, σε διάφορα σπήλαια της περιοχής Κουμράν, στα βορειοδυτικά της Νεκράς θάλασσας, έγινε μια σπουδαία ανακάλυψη. Βρέθηκαν χειρόγραφα που περιέχουν ολόκληρα τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης, εκτός από το βιβλίο της Εσθήρ. Πρόκειται για τα λεγόμενα χειρόγραφα του Κουμράν, που είναι τα αρχαιότερα σωζόμενα χειρόγραφα για την Παλαιά Διαθήκη. Χρονολογούνται τον 2ο και 1ο π.Χ. αιώνα. Πριν να γίνει η ανακάλυψη των χειρογράφων αυτών, το αρχαιότερο κείμενο Παλαιάς Διαθήκης που είχαμε στα χέρια μας ήταν του 9ου μ.Χ. αιώνα. Καταλαβαίνουμε λοιπόν γιατί η ανακάλυψη των χειρογράφων του Κουμράν θεωρείται τόσο σημαντική.

Το αξιοσημείωτο είναι ότι τα χειρόγραφα τού Κουμράν συμφωνούν πλήρως με το δικό μας κείμενο της Μετάφρασης των Ο΄ και όχι με το μασοριτικό των Εβραίων! Αποδείχτηκε λοιπόν, με τα χειρόγραφα του Κουμράν, ότι το κείμενο που είχαμε και έχουμε εμείς οι Ορθόδοξοι ήταν πλήρως αξιόπιστο.

Επίσης, απόδειξη για τη γνησιότητα των βιβλίων της Παλαιάς Διαθήκης μπορούμε να θεωρήσουμε και το γεγονός πως συνεχώς οι αρχαιολογικές ανασκαφές φέρνουν στο φως της δημοσιότητας στοιχεία, επιγραφές, αντικείμενα, νομίσματα, πού αποδεικνύουν το αληθές πού γράφουν τα βιβλία τής Παλαιάς Διαθήκης, για γεγονότα, καταστροφές, πρόσωπα, ονόματα πόλεων κ.λπ.

Βιβλιογραφία:

1) Ν. Π. Βασιλειάδη, Ἀρχαιολογία καί Ἁγία Γραφή, Ἀθήνα 1999.

2) Γ. Γαλίτη, Ἡ χειρόγραφη παράδοση τοῦ κειμένου τῆς Καινῆς Διαθήκης στό Περιοδικό Θεολογία τόμος 85, τεῦχος 4 Ὀκτώβριος – Δεκέμβριος 2014.

23 Ιουλίου, 2019

Ἡ Ἁγία Γραφὴ μᾶς ἀποκαλύπτει μιὰ ἄλλη πραγματικότητα. Ἀνοίγει παράθυρο στὴν αἰωνιότητα.


 «Ινα διὰ τῆς ὑπομονῆς καὶ τῆς παρακλησεως τῶν γραφῶν τὴν ἐλπιδα ἔχωμεν» 

 Πολλὲς φορὲς στὶς Ἐπιστολές του ὁ ἀπόστολος Παῦλος χρησιμοποιεῖ ἁγιογραφικὰ χωρία προκειμένου νὰ διδάξει καὶ νὰ στηρίξει τὶς ψυχὲς τῶν Χριστιανῶν. Ὁ ἴδιος εἶχε σπουδάσει σὲ βάθος τὶς θεόπνευστες Γραφὲς καὶ γνώριζε καλὰ τὴν πολλαπλὴ ὠφέλειά τους. 
Η  μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς μᾶς μεταδίδει δύναμη κι ἐλπίδα. Λέγει ο Αποστολος Παυλος καπου μεσα στις επιστολες του : Ὅσα γράφηκαν στὸ παρελθὸν ἀπὸ τοὺς θεόπνευστους ἄνδρες, γράφηκαν γιὰ τὴ δική μας διδασκαλία, «ἵνα διὰ τῆς ὑπομονῆς καὶ τῆς παρακλήσεως τῶν γραφῶν τὴν ἐλπίδα ἔχωμεν», δηλαδὴ γιὰ νὰ κρατοῦμε στερεὰ τὴν ἐλπίδα μὲ τὴν παρηγοριὰ καὶ τὴν ἐνίσχυση ποὺ δίνουν οἱ Ἅγιες Γραφές. Ἂς δοῦμε λοιπὸν γιατί ἡ Ἁγία Γραφὴ ἀποτελεῖ πηγὴ δυνάμεως καὶ ἐλπίδος καὶ πόσο σημαντικὸ εἶναι αὐτὸ γιὰ τὴ ζωή μας. 

 1. H Αγία Γραφὴ πηγὴ ἐλπίδος

 Εἶναι ἀλήθεια ὅτι πουθενὰ δὲν μπορεῖ ν’ ἀκούσει ἢ νὰ διαβάσει κανεὶς πιὸ γλυκὰ καὶ πιὸ ἐνισχυτικὰ καὶ παρηγορητικὰ λόγια ἀπὸ τὰ λόγια τῆς Ἁγίας Γραφῆς. «Ὡς γλυκέα τῷ λάρυγγί μου τὰ λόγιά σου, ὑπὲρ μέλι τῷ στόματί μου», ἀναφωνεῖ ὁ ἱερὸς Ψαλμωδός. Δηλαδή: Πόσο γλυκὰ εἶναι τὰ θεῖα σου λόγια στὴν ψυχή μου ποὺ τὰ μελετᾶ! Ἀσυγκρίτως ἀνώτερα ἀπ’ ὅ,τι τὸ μέλι στὸ στόμα μου (Ψαλ. ριη΄ 103). Κι ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος γράφει ὅτι εἶναι εὐχάριστο στ’ ἀλήθεια νὰ βλέπει κανεὶς ἀνθηρὰ λιβάδια καὶ κήπους παραδεισένιους, «πολὺ δὲ ἡδύτερον τῶν θείων Γραφῶν ἡ ἀνάγνωσις», πολὺ πιὸ εὐχάριστο ὅμως εἶναι τὸ νὰ μελετᾶ τὶς θεῖες Γραφές (ΕΠΕ 33,106). Τὸ γνωρίζουμε αὐτὸ καὶ ἀπὸ τὴν προσωπική μας πείρα. Ὅταν μὲ ἁγνὴ καὶ εἰλικρινὴ διάθεση σκύβουμε στὰ ἱερὰ γράμματα, ἡ ψυχή μας γλυκαίνεται‧ αἰσθανό- μαστε ὅτι μᾶς μιλᾶ ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Κι εἶναι ἀλήθεια αὐτό, δὲν εἶναι κάποιος συναισθηματικὸς παρορμητισμός. Τὰ βιβλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς γράφηκαν βέβαια ἀπὸ ἀνθρώπινο χέρι καὶ σὲ ἀνθρώπινη διάλεκτο, ὡστόσο τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἦταν αὐτὸ ποὺ καθοδηγοῦσε τοὺς ἱεροὺς συγγραφεῖς γιὰ νὰ μεταφέρουν τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ στοὺς ἀνθρώπους. Ὅπως γράφει κι ὁ ἀπόστολος Πέτρος «ὑπὸ Πνεύματος Ἁγίου φερόμενοι ἐλάλησαν ἅγιοι Θεοῦ ἄνθρωποι» (Β΄ Πέτρ. α΄ 21). Ἔτσι ἐξηγεῖται γιατί οἱ λόγοι τῆς Ἁγίας Γραφῆς μᾶς στηρίζουν, μᾶς ἐμπνέουν καὶ ἀναπτερώνουν τὶς ἐλπίδες μας. Διότι εἶναι λόγοι τοῦ ἀγαθοῦ Παρακλήτου, λόγοι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος! 

 2. Εμπνέει τὴ ζωή μας 

 Κάποτε ἔρχονται στὴ ζωὴ καὶ ὧρες δύσκολες. Ἀλλεπάλληλα τὰ κύματα τῶν διαφόρων δοκιμασιῶν κτυποῦν τὸν ἄνθρωπο ποὺ ταξιδεύει μέσα στὸ ἀνοιχτὸ πέλαγος. Σύννεφα μαῦρα σκοτεινιάζουν τὸν ὁρίζοντα: προβλήματα μέσα στὴν οἰκογένεια· στὴν ἐργασία καὶ στὴ συνεργασία· ἕνας πικρὸς λόγος· ἕνας χωρισμός· μιὰ ἀρρώστια· ἕνας θάνατος. Αὐτὰ καὶ ἄλλα πολλὰ ἐνδέχεται νὰ φέρουν ταραχὴ στὴν ψυχή μας καὶ νὰ μᾶς παρασύρουν στὴ δίνη τῆς ἀπελπισίας. Στὶς δύσκολες αὐτὲς ὧρες ἂς ἀνοίγουμε τὸ Εὐαγγέλιο. Ὁ λόγος τοῦ Κυρίου σταλάζει βάλσαμο παρηγοριᾶς στὴν ταλαίπωρη ψυχή μας: Ἐλᾶτε κοντά μου οἱ κουρασμένοι καὶ φορτωμένοι ὁδοιπόροι τῆς ζωῆς, λέει ὁ Κύριος, «κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς» (Ματθ. ια΄ 28). Ἂς μελετήσουμε καὶ τὸ Ψαλτήριο. Πόσο παρηγορητικὰ καὶ ἐλπιδοφόρα εἶναι τὰ θεόπνευστα λόγια τοῦ Ψαλμωδοῦ! «Κύριος φωτισμός μου καὶ σωτήρ μου‧ τίνα φοβηθήσομαι; Κύριος ὑπερασπιστὴς τῆς ζωῆς μου‧ ἀπὸ τίνος δειλιάσω;» (Ψαλ. κς΄ [26] 1). Κάθε στίχος τῆς Ἁγίας Γραφῆς κι ἕνα μήνυμα δυνατό, οὐράνιο, θεϊκό! Ὁ μεγάλος Ρῶσος συγγραφέας, ὁ Ντοστογιέφσκι, ὅταν τὸν ὁδηγοῦσαν κατάδικο στὰ φοβερὰ κάτεργα, ἔγραφε στὸν ἀδελφό του: «Κράτησα τὴ Βίβλο». Πράγματι! Αὐτὸ τὸ ἅγιο Βιβλίο, τὸ Βιβλίο τοῦ Θεοῦ, κράτησε ὁ ἐξόριστος πιστὸς συγγραφέας ὡς τὸν μόνο σύντροφο στὴν πικρὴ ζωὴ τῶν καταναγκαστικῶν ἔργων. Γιατὶ αὐτὸ τὸ Βιβλίο εἶναι τὸ μόνο ποὺ χαρίζει γαλήνη καὶ γλυκιὰ ἐλπίδα στὶς δύσκολες ὧρες τοῦ πόνου. 

 ❁ ❁ ❁ 

 Ζοῦμε σὲ ἐποχὴ ὅπου κυριαρχεῖ σύγχυση καὶ ἀναστάτωση. Τὰ γεγονότα, ὅπως μάλιστα παρουσιάζονται ἢ καὶ διογκώνονται ἀπὸ τὶς εἰδήσεις στὰ μέσα ἐνημερώσεως, δημιουργοῦν μιὰ ἀτμόσφαιρα καταθλιπτική. Ἂς μὴ χάνουμε ὅμως τὸ θάρρος καὶ τὴν ἐλπίδα μας. Ἂς μὴν περιορίζουμε τὸν ὁρίζοντα τῶν προσδοκιῶν μας στὰ ἐφήμερα καὶ παροδικὰ γεγονότα. Ἡ Ἁγία Γραφὴ μᾶς ἀποκαλύπτει μιὰ ἄλλη πραγματικότητα. Ἀνοίγει παράθυρο στὴν αἰωνιότητα καὶ μᾶς μεταδίδει τὴ φωνὴ τοῦ Θεοῦ. Ἂς τὴν μελετοῦμε λοιπὸν καθημερινὰ μὲ προσοχὴ καὶ προσευχὴ καὶ ὁ Θεὸς τῆς ὑπομονῆς καὶ τῆς παρακλήσεως θὰ χαρίζει στὴν ψυχή μας πλούσια χάρη, δύναμη, ὑπομονὴ κι ἐλπίδα!Ο ΣΩΤΗΡ2049

19 Ιουλίου, 2019

ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟΝ ΚΑΘΡΕΠΤΗ ....!

Νὰ σταθοῦμε μπροστὰ στὸν πνευματικὸ καθρέπτη τοῦ θείου λόγου μὲ προσοχὴ καὶ διάθεση αὐτογνωσίας καὶ διορθώσεως.
Πόσες φορὲς οἱ ἄνθρωποι στέκονται μπροστὰ σ’ ἕναν καθρέπτη! Ἄλλοι βιαστικά, φευγαλέα· κι ἄλλοι παρατηρητικά, ἐρευνητικά. Θέλουν νὰ δοῦν τὸ πρόσωπό τους, τὴν ἐμφάνισή τους, νὰ διορθώσουν τὶς ἀτέλειες στὰ μαλλιά τους, νὰ σιάξουν τὰ ροῦχα τους. Κι ὅταν μάλιστα πρόκειται νὰ παρευρεθοῦν σὲ κάποια ἐκδήλωση, τότε προσέχουν περισσότερο τὸν ἑαυτό τους μπροστὰ στὸν καθρέπτη. Θέλουν νὰ παρατηρήσουν ὅ,τι δὲν μποροῦν νὰ δοῦν ἀπευθείας μὲ τὰ μάτια τους· νὰ διορθώσουν κάθε ἀτέλεια· νὰ γίνουν ὅσο τὸ δυνατὸν πιὸ εὐπαρουσίαστοι. Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ τὸν φυσικὸ καθρέπτη, ποὺ ἀποκαλύπτει τὶς φυσικές μας ἀτέλειες, μᾶς λέει ὁ ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος, ὑπάρχει καὶ ἕνας ἄλλος καθρέπτης, ποὺ μᾶς ἀποκαλύπτει τὶς ἀτέλειες τῆς ψυχῆς μας. Φωτίζει τὸ ἐσωτερικὸ τῆς ψυχῆς μας καὶ μᾶς βοηθᾶ νὰ δοῦμε ὅ,τι ἔχουμε κρυμμένο μέσα μας. Ποιὸς εἶναι ὁ καθρέπτης αὐτός; Εἶναι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ἡ Ἁγία Γραφή. Καὶ γιατί ἡ Ἁγία Γραφὴ ἀποτελεῖ πνευματικὸ καθρέπτη; Διότι καθὼς οἱ ἄνθρωποι μελετοῦμε τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, γνωρίζουμε τὸν Θεὸ καὶ τὸ νόμο του, γνωρίζουμε ταυτόχρονα καὶ τὸν ἑαυτό μας, τὴν εἰκόνα τῆς ψυχῆς μας. Μπροστὰ στὸν καθρέπτη τοῦ θείου λόγου μαθαίνουμε πόσο ὄ- μορφους μᾶς ἔκανε ὁ Θεός, καὶ πόσο ἄσχημοι γινόμαστε μὲ τὶς ἁμαρτίες μας. Μαθαίνουμε ὅτι ἔχουμε γεννηθεῖ ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ ὅτι ἔχουμε προορισμὸ νὰ Τοῦ μοιάσουμε· κι ἔτσι κατανοοῦμε τὶς ἐλλείψεις μας καὶ τὴ μεγάλη ἀπόσταση ποὺ χρειάζεται νὰ διανύσουμε προκειμένου νὰ φθάσουμε στὸ «καθ’ ὁμοίωσιν». Ὁ ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος ἐννοεῖ ὅτι οἱ ἄνθρωποι ἐνεργοῦν μὲ δύο διαφορετικοὺς τρόπους ὡς πρὸς αὐτὸν τὸν πνευματικὸ καθρέπτη. Ἄλλοι στέκονται μπροστά του μὲ προσοχή, παρατηροῦν ἐρευνητικὰ τὸν ἑαυτό τους καὶ διορθώνουν τὶς ἀτέλειές τους, κι ἄλλοι προσπερνοῦν μ’ ἕνα φευγαλέο καὶ ἐπιπόλαιο βλέμμα, χωρὶς νὰ διορθώνουν τίποτε. Λέει συγκεκριμένα: ὅπως κάποιος στέκεται μπροστὰ στὸ φυσικὸ καθρέπτη καὶ παρατηρεῖ τὸ πρόσωπό του, ἀλλὰ κατόπιν ἀπομακρύνεται γρήγορα καὶ ἀμέσως ξεχνᾶ τὴν ἐμφάνιση ποὺ εἶχε, ἔτσι κάποιοι ἄνθρωποι στέκονται βιαστικὰ μπροστὰ στὸν πνευματικὸ κα- θρέπτη τοῦ θείου λόγου, βλέπουν ἐπιπόλαια τὶς ἐλλείψεις τῆς ψυχῆς τους καὶ ἀπομακρύνονται γρήγορα ἀπὸ τὸν καθρέπτη αὐτό. Δὲν ἀξιοποιοῦν δηλαδὴ τὴ γνώση ποὺ ἀπέκτησαν γιὰ τὴν κα- τάσταση τοῦ ἑαυτοῦ τους ἀπὸ τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, ξεχνοῦν τὰ πάντα γιὰ τὸν ἑαυτό τους, κι ἔτσι δὲν διορθώνουν τὶς ἀτέλειες τῆς ψυχῆς τους. Κάθε ἄνθρωπος ὅμως ποὺ ἐνεργεῖ ἔτσι, «ἀκροατὴς λόγου ἐστὶ καὶ οὐ ποιητής» (Ἰακ. α΄ 23- 24). Στὴ συνέχεια ὁ ἅγιος Ἰάκωβος μᾶς παρουσιάζει τὴ δεύτερη κατηγορία ἀνθρώπων. Αὐτοὶ εἶναι ὄχι μόνο ἀκροατὲς ἀλλὰ καὶ ποιητὲς τοῦ θείου λόγου. Δὲν ρίχνουν μόνο φευγαλέο βλέμμα στὸν πνευματικὸ καθρέπτη τοῦ θείου λόγου, δὲν σχηματίζουν κάποια βιαστικὴ ἐντύ- πωση, ἀλλὰ στέκονται μπροστά του μὲ προσοχή. Μελετοῦν καὶ ἐμβαθύνουν στὸ νόμο τοῦ Εὐαγγελίου, ποὺ ἐλευθερώνει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν ἁμαρτία· καὶ τὸν καθιστοῦν μόνιμο ὁδηγὸ τῆς ζωῆς τους. Αὐτοὶ δὲν ξεχνοῦν γρήγορα ὅσα ἄκουσαν ἢ ἔμαθαν ἀπὸ τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ ἀγωνίζονται καθημερινὰ νὰ διορθώσουν τὸν ἑαυτό τους μὲ βάση τὸ θεῖο λόγο. Εἶναι ἄνθρωποι τῶν ἔργων. Κάθε τέτοιος ἄνθρωπος ὀνομάζεται «ποιητὴς ἔργου» καὶ «μακάριος ἐν τῇ ποιήσει αὐτοῦ» (α΄ 25). Εἶναι εὐτυχισμένος. Γι’ αὐτὸ ὁ Ἅγιος μᾶς καλεῖ νὰ σταθοῦμε μπροστὰ στὸν πνευματικὸ καθρέπτη τοῦ θείου λόγου μὲ προσοχὴ καὶ διάθεση αὐτογνωσίας καὶ διορθώσεως. Γράφει ἐπιγραμματικά: «Γίνεσθε ποιηταὶ λόγου καὶ μὴ μόνον ἀκροαταί, παραλογιζόμενοι ἑαυτούς» (α΄ 22). Νὰ γίνετε δηλαδὴ τηρητὲς τοῦ θείου λόγου καὶ ὄχι μόνο ἀκροατές· καὶ νὰ μὴν ἐξαπατᾶτε τὸν ἑαυτό σας νομίζοντας ὅτι ἀρκεῖ μόνο νὰ ἀκούει κανεὶς τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ. Ὄχι, δὲν ἀρκεῖ! Εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸν ἐφαρμόζει, διορθώνοντας ὅσες ἀσχήμιες βλέπει στὴν ψυχή του μὲ τὸ φῶς τοῦ θείου νόμου. Δυστυχῶς πολλοὶ ἄνθρωποι μένουν μόνο στὴν ἀκρόαση. Ἀκοῦν τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, κατανύσσονται, συναισθάνονται τὴν ἁμαρτωλότητά τους, ἀναγνωρίζουν ὅτι ἔχουν ἀνάγκη διορθώσεως, ἀλλὰ μετὰ ἀπὸ λίγο ξεχνοῦν τὰ πάντα. Ὁ ἐνθουσιασμός τους ἐξατμίζεται, οἱ διαθέσεις τους χάνονται καὶ οἱ ἀποφάσεις τους ματαιώνονται. Ἐὰν λοιπὸν καὶ μεῖς περιοριζόμαστε μόνο στὴν ἀκρόαση καὶ στὴ γνώση τῶν θείων ἀληθειῶν, εἶναι πολὺ εὔκολο νὰ τὶς ξεχάσουμε, νὰ τὶς περιφρονήσουμε. Γι’ αὐτὸ πρέπει ὄχι μόνο νὰ μελετοῦμε προσεκτικὰ τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ νὰ τὸν ἔχουμε πάντοτε στὴ σκέψη μας καὶ στὴν καρδιά μας ὡς πρότυπο καὶ κανόνα ζωῆς. Νὰ μὴν τὸν ξεχνοῦμε. Ἀλλὰ νὰ ἀγωνιζόμαστε καθημερινὰ νὰ ζοῦμε ὅπως ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ μᾶς ὑ- ποδεικνύει. Μὲ τὴ συστηματικὴ μελέτη καὶ ἐφαρ- μογὴ τοῦ θείου λόγου θὰ πλημμυρίζει ἡ ζωή μας ἀπὸ τὶς εὐλογίες τοῦ Θεοῦ. Θὰ εἰρηνεύει ἡ ψυχή μας, θὰ φωτίζεται ὁ νοῦς μας. Καὶ μεῖς θὰ γινόμαστε ὅλο καὶ πιὸ χαριτωμένοι. Μέχρι νὰ φθάσουμε στὸ «καθ’ ὁμοίωσιν», ν’ ἀποκτήσουμε κατὰ χάριν τὴν ὡραιότητα τοῦ Θεοῦ.Ο ΣΩΤΗΡ2048