Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πετρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πετρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

12 Αυγούστου, 2021

Ὁ « Πιστός Κτίστης »

Ποιὸς εἶναι ὁ «πιστὸς κτίστης»; Δὲν πρόκειται γιὰ κάποιον ἄνθρωπο, γιὰ κάποιον εὐσεβὴ οἰκοδόμο. Ὁ «πιστὸς κτίστης» ποὺ ἐννοεῖται ἐδῶ εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεός. Ἔτσι Τὸν ὀνομάζει ὁ ἀπόστολος Πέτρος. Ὁ ἅγιος Ἀπόστολος παρηγορεῖ χριστιανοὺς ποὺ δοκίμαζαν ποικίλες θλίψεις λόγῳ τῆς πίστεώς τους, καὶ τοὺς ἀπευθύνει τὴν ἑξῆς σύσταση: «Ὥστε καὶ οἱ πάσχοντες κατὰ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὡς πιστῷ κτίστῃ παρατιθέσθωσαν τὰς ψυχὰς αὐτῶν ἐν ἀγαθοποιΐᾳ» (Α´ Πέτρ. δ´ 19). Ἄρα λοιπὸν κι αὐτοὶ ποὺ τώρα ὑποφέρουν, ἐπειδὴ ἔτσι τὸ θέλει ὁ Θεός, ἂς ἐμπιστεύονται κι ἂς παραθέτουν τὶς ψυχές τους σ᾿ Αὐτόν· κι ἂς ἔχουν τὴ βεβαιότητα ὅτι ὁ Θεός, ὡς Δημιουργός τους ποὺ εἶναι, εἶναι ἄξιος τῆς ἐμπιστοσύνης τους καὶ ἔχει ἀπεριόριστη δύναμη νὰ τοὺς προστατεύσει. Αὐτοὶ μόνο νὰ φροντίζουν νὰ κάνουν τὸ καλὸ καὶ νὰ γίνονται εὐεργετικοί. Ἂς ἐμπιστευόμαστε τὴν ψυχή μας καὶ τὴ ζωή μας στὸ Θεό, γράφει ὁ ἀπόστολος Πέτρος, ὡς πρὸς «πιστὸν κτίστην», διότι εἶναι ἀξιόπιστος Δημιουργός. Τί σημαίνει αὐτό; Ἂς θυμηθοῦμε πρῶτα τί σημαίνει αὐτὸ στὴν  καθημερινή μας ζωή. Λέμε ὅτι κάποιος (πρόσωπο ἢ ἑταιρεία) εἶναι ἀξιόπιστος κατασκευαστής, ὅταν ὁτιδήποτε κατασκευάζει εἶναι πολὺ καλῆς ποιότητος καὶ ἐκπληρώνει τὸν σκοπὸ γιὰ τὸν ὁποῖο κατασκευάστηκε, ἔτσι ὥστε νὰ «διαφημίζει» τὸν κατασκευαστή του. Ὡστόσο κανένα παράδειγμα ἀπὸ τὴ δημιουργία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδώσει ἀκριβῶς καὶ τελείως ὅ,τι ἰσχύει μὲ τὸν Θεό. Ὁ Θεὸς εἶναι πάνω καὶ πέρα ἀπὸ τὰ ἀνθρώπινα, καὶ τίποτε δὲν μπορεῖ νὰ συγκριθεῖ μὲ Ἐκεῖνον. Ἔτσι, τὸ ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ἀξιόπιστος Δημιουργὸς σημαίνει πολὺ περισσότερα. Σημαίνει πὼς ὅ,τι ἔχει δημιουργήσει, εἶναι θεϊκό! Δηλαδὴ συνιστᾶ τὸν κατασκευαστή του, τὸν Δημιουργό του. Ἔχει τὴ σφραγίδα τῆς τελειότητος τοῦ Δημιουργοῦ του. Μπορεῖ νὰ διακρίνει κανεὶς στὸ δημιούργημα γνωρίσματα τοῦ Δημιουργοῦ του, τὴν παντοδυναμία Του, τὴν πανσοφία Του, τὴν ἀγαθότητά Του. Σημαίνει ὅτι ὁ Θεὸς δημιούργησε τὴν κτίση ἐλεύθερα καὶ ἀπὸ ἄπειρη ἀγάπη. «Καὶ εἶδεν ὁ Θεός, ὅτι καλόν», σημειώνει ἡ Ἁγία Γραφή (Γεν. α´ 8). Μετὰ τὴ δημιουργία τοῦ κάθε δημιουργήματός Του τὸ ἀγκάλιαζε μὲ τὸ βλέμμα Του – ἀνθρωποπαθὴς ἡ ἔκφραση – σὰν ἕνας καλλιτέχνης ποὺ χαίρεται τὸ καλλιτέχνημά του μετὰ ἀπὸ πολὺ ἐπιμελὴ ἐργασία. Δὲν ὑπάρχει καμιὰ ἀτέλεια στὴ δημιουργική Του ἐνέργεια, καμιὰ βιασύνη, προχειρότητα ἢ ἀδιαφορία· δὲν ὑπάρχει ἀκόμη τίποτε ἄστοχο ἢ ἐλαττωματικό. Τὰ δημιουργήματά Του ὡς κατασκευὲς εἶναι θαυμαστά, ὡραῖα, λειτουργικά, ἀλλὰ καὶ ἔχουν ἕναν πολὺ ὑψηλὸ προορισμό, ἀντάξιο Ἐκείνου ποὺ τὰ δημιούργησε. Καὶ ἔχουν ὅλα τὰ ἐφόδια ὥστε νὰ τὸν ἐπιτύχουν. Τὸ ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ἀξιόπιστος Δημιουργὸς σημαίνει ἀκόμη ὅτι δὲν ἔχει ἐγκαταλείψει τὰ δημιουργήματά Του μετὰ τὴ δημιουργία τους, ἀλλὰ προνοεῖ γι᾿ αὐτά. Τὰ συγκρατεῖ στὴν ὕπαρξη. Γνωρίζει ὅλες τὶς ἀνάγκες τους καὶ φροντίζει γιὰ τὴν ἱκανοποίησή τους. Καὶ οἰκονομεῖ ἔτσι τὰ πράγματα, ὥστε, ἂν θέλουν, νὰ μποροῦν νὰ ἐπιτύχουν τὴν εὐτυχία καὶ καταξίωσή τους. Ὁ Θεὸς ἀποδείχθηκε ἀξιόπιστος Δημιουργὸς κατεξοχὴν μὲ τὴν ἐν Χριστῷ οἰκονομία. Ὁ διάβολος παρέσυρε τὸν ἄνθρωπο στὴν ἁμαρτία καὶ τὸν θάνατο, τὸν ἀπογύμνωσε ἀπὸ τὶς δωρεὲς τοῦ Θεοῦ, τὸν τραυμάτισε βαριά, ὥστε δὲν μποροῦσε νὰ ἐπιτύχει τὸν ὑψηλὸ προορισμό του, νὰ γίνει θεός. Τότε φάνηκε ὅτι ἀκυρώθηκε τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ, ὅτι ἀπέτυχε τρόπον τινὰ ὁ Θεὸς ὡς Δημιουργός, διότι τὸ πλάσμα Του, ὁ ἄνθρωπος, ζοῦσε πλέον στὴ δυστυχία χωρὶς ἐλπίδα λυτρώσεως. Καὶ ὅμως ὁ Θεὸς φρόντισε γιὰ τὸ κατεστραμμένο δημιούργημά Του. Ἔγινε ὁ Ἴδιος ἄνθρωπος καὶ μὲ τὸ ἀπολυτρωτικό Του ἔργο θεράπευσε τὸν ἄνθρωπο. Προκειμένου γιὰ τὰ ἀνθρώπινα, ἕνα κατεστραμμένο προϊὸν πολλὲς φορὲς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπισκευασθεῖ, ἀλλὰ δὲν μπορεῖ νὰ συγκριθεῖ μὲ ἕνα καινούργιο, ποὺ δὲν ἔχει ταλαιπωρηθεῖ καὶ δὲν ἔχει ὑποστεῖ καμιὰ βλάβη. Ὁ Θεὸς ἀντίθετα μπόρεσε τὸ πλάσμα Του, τὸν ἄνθρωπο, νὰ τὸν ἀποκαταστήσει μετὰ τὴν ἔκπτωσή του ὄχι ἁπλῶς στὴν πρώτη του ὡραιότητα καὶ στὸ πρῶτο του ὕψος, ἀλλὰ σὲ ἀκόμη μεγαλύτερο, νὰ τοῦ χαρίσει ὑψηλότερο Παράδεισο! Τί θαυμαστὸς ποὺ εἶναι ὁ Θεός μας! Ἀποδείχθηκε ἐξαίσιος, πάνσοφος Δημιουργὸς ὄχι μόνο μὲ τὴ δημιουργία ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ἀναδημιουργία τοῦ ἀνθρώπου, πολὺ περισσότερο μὲ αὐτήν. Ὁ Κύριος λοιπὸν εἶναι ὁ Δημιουργός μας, ἀξιόπιστος Δημιουργός. Αὐτὸ δίνει πολὺ αἰσιόδοξη προοπτικὴ στὴ ζωή μας. Γιὰ μᾶς τοὺς πιστοὺς «ὑπάρχω» σημαίνει «ἔχω μιὰ θέση στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ»· καὶ «εἶμαι πλάσμα τοῦ Θεοῦ» σημαίνει «ἔχω δικαίωμα στὴν εὐτυχία, καὶ δυνατότητα στὴν εὐτυχία». Ὅλα ὑπηρετοῦν τὴν εὐτυχία μας, καὶ τὰ θλιβερά, κατεξοχὴν αὐτά· γιατὶ ὅλα βρίσκονται στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ, τοῦ «πιστοῦ κτίστου», στὸν Ὁποῖον ἀξίζει νὰ ἐμπιστευθοῦμε τὴ ζωή μας, καὶ δὲν θὰ διαψευσθοῦμε· ὑπὸ ἕναν ὅρο ὅμως: «ἐν ἀγαθοποιΐᾳ», προσθέτει ὁ ἀπόστολος Πέτρος. Δηλαδὴ νὰ ἀσκοῦμε τὴν ἀγάπη, νὰ εἴμαστε εὐεργετικοὶ στὸν πλησίον, νὰ κάνουμε ὅ,τι ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἐμᾶς, ὥστε νὰ βρισκόμαστε σὲ κοινωνία μαζί Του. Καὶ τότε Ἐκεῖνος ποὺ μᾶς ἔδωσε τὴν ὕπαρξη θὰ μᾶς χαρίσει καὶ τὴν εὐτυχία.ΟΣΩΤΗΡ2115

20 Νοεμβρίου, 2020

Λόγος Πανηγυρικός κατά τήν Θρονικήν Ἑορτήν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος


Σεβ. Μητροπολίτου Μονεμβασίας καί Σπάρτης κ. Εὐσταθίου 

  Σεβασμία τῶν Ἱεραρχῶν χορεία, Συμπρεσβύτεροι καί Συνδιάκονοι ἀδελφοί μου, 
 Ἐντιμότατοι ἄρχοντες τῆς περιωνύμου πόλεως τῶν Ἀθηνῶν, Φιλέορτοι χριστιανοί μου ἀγαπητοί, 
 «Ἡ πάνσεπτος μνήμη τῶν σοφωτάτων καί κορυφαίων Ἀποστόλων Πέτρου καί Παύλου πάλιν ἐπέλαμψεν τοῖς πέρασι σήμερον» καί καλούμαστε ὅλοι οἱ μετέχοντες τοῦ Μυστηρίου τῆς θείας καταλλαγῆς καί τῆς ἐσχατολογικῆς ἑνότητος νά συντιμήσουμε, νά συμπανηγυρίσουμε καί νά συνεορτάσουμε «Παῦλον τόν Πρῶτον μετά τόν Ἕνα καί αὐτόν τόν κορυφαῖον θεσπέσιον Πέτρον». 
Αἰσθάνομαι πιεστικό τό χρέος ἐκ προοιμίου νά ἐκφράσω καί νά καταθέσω τήν εὐχαριστία μου πρός τήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας μας καί πρός τόν Πρόεδρο αὐτῆς Μακαριώτατο Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος κ. Ἱερώνυμο, γιά τήν τιμητική ἀνάθεση, ὅπως ἀρθρώσω λόγο ἑορταστικό στή σημερινή μεγάλη ἑορτή.
 Ὅμως τί νά εἴπω ὁ ἐλάχιστος ἐγώ, ὅταν δυσκολεύεται νά ἐπαινέσει τούς Ἁγίους Ἀποστόλους, ὁ βετεράνος τοῦ ἄμβωνος «χρυσοῦς τήν γλῶτταν χρυσούς καί τήν καρδίαν» πρωθιεράρχης τῆς βασιλίδος τῶν πόλεων Ἱερός Χρυσόστομος ἀναφωνῶντας: «Οὐχ εὑρίσκω λόγον ἐπάξιον ἐγκωμιᾶσαι τούς ἐγκωμιάσαντας τό γένος ἡμῶν, τούς τήν ἅπασαν γῆν καί θάλασσαν περιελθόντας καί τάς ρίζας τῶν ἁμαρτημάτων ἀνασπάσαντας καί τά σπέρματα τῆς εὐσεβείας καταβαλόντας, ἐν ταῖς καρδίαις τῶν ἀπειθούντων ἀνθρώπων, Πέτρον τόν Καθηγητήν τῶν Ἀποστόλων, Παῦλον τόν γνωριστήν τῆς οἰκουμένης καί τῶν ἄνω δυνάμεων συμμέτοχον˙ Πέτρον τῶν ἀγνωμόνων Ἰουδαίων χαλινόν καί Παῦλον τῶν Ἐθνῶν τήν παράκλησιν»; 
 Ἐπικαλούμενος τή Χάρη τοῦ Παναγίου Πνεύματος θά προσπαθήσω νά ἐπικεντρώσω τόν πτωχό λόγο μου, στή χαρισματική προσωπικότητα τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, στήν ἀπρόσμενη μεταστροφή του καί στή διδαχική σπορά του «εἰς πάντα τά ἔθνη». 
 Ἡ προγνωστική καί φιλάδελφη ἀγάπη τοῦ Κυρίου μας τρέχει πάντοτε πίσω ἀπό τό πολύτιμο θήραμά της. Ἀπό τήν προκλητική καί προσκλητική αὐτή ἀγάπη δέν ἦταν δυνατό νά ξεφύγει ὁ μέγας Διώκτης Του. Ὁ Σαούλ βαδίζοντας πρός τή Δαμασκό πέρασε αἰφνίδια μέσα ἀπό ἕνα μυστηριακό θάνατο καί βίωσε ὑπερκόσμια ἐκπληκτικές θεωρίες καί ἐμπειρίες. «Ἐχθροί ὄντες κατηλλάγημεν τῷ Θεῷ» θά κηρύξει καί θά γράψει ἀργότερα ἐξομολογητικά ὁ ἴδιος. Ὄντως σέ ὥρα μένους διωκτικοῦ καί δράσεως ἀντιχρίστου ἔλαβε χώρα μιά καρποφόρα πνευματική γέννηση. Μιά παράδοξη προσωπική ἀναγέννηση ἑνός μεγάλου ἀνδρός, ὁ ὁποῖος θά πρωταγωνιστοῦσε μέ ἡγεμονικό δυναμισμό στήν παγκόσμια ἱστορία. «Ὤφθη κἀμοί», μᾶς βεβαιώνει ἐνῶ ταυτόχρονα συμβαίνουν μέσα του τεράστιες ἀνακατατάξεις. Αἰσθάνεται ἔντονα νά μεταστρέφεται πνευματικά, νά γεννᾶται ἐκκλησιαστικά, νά εἰσοδεύει στά ἅγια τῶν ἁγίων καί νά χρίεται ἀπό τόν ἴδιο τόν Κύριο, ὡς «ἐκλεκτό σκεῦος». Βιώνει τό δικό του ἀναστάσιμο Πάσχα,τό δικό του πνευματικό πέρασμα: 
 - Ἀπό τή στείρα ζωή τῆς φαρισαϊκῆς τυπολατρίας πρός τή ζωή τῆς θείας Χάριτος καί ἐν Χριστῷ ἐλευθερίας. 
 - Ἀπό τή θρησκειοποιημένη νομολογία τῶν ταλμουδικῶν κανόνων πρός τή φιλοκαλική ἀνοικτοσύνη τῆς ἐν Χριστῷ οἰκονομίας. 
 - Ἀπό τή νύκτα τῆς δικαιωματικῆς καί δικαιωτικῆς ἁμαρτίας πρός τή θαλπωρή τῆς ἀγάπης χωρίς δικαιώματα. 
 - Ἀπό τήν ἐμπαθῆ Συναγωγή, στήν Ἁγιωτάτη τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία, «ταύτης δέ νυμφαγωγός ἐστίν ὁ θεσπέσιος Ἀπόστολος Παῦλος, ὁ σοφός ἀρχιτέκτων, ὁ πρότερον μέν πορθῶν καί λεηλατῶν αὐτήν», κατά τόν ὅσιο Ἐφραίμ τόν Σῦρον. 
 Εἶναι πράγματι ἀνεξιχνίαστο καί ἀκατάληπτο τό σχέδιο τοῦ Θεοῦ, γιά κάθε ἄνθρωπο. Εἶναι μυστήριο τό πῶς σκέπτεται ὁ Τριαδικός Δημιουργός μας, μέ ποιό τρόπο ἐνεργεῖ καί μέ ποιό παιδευτικό μέσο οἰκονομεῖ καί συνδυάζει τή Λυτρωτική Χάρη Του μέ τήν ἀνθρώπινη ἐλευθερία. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἀπεδέχθη συνειδητά τή θεϊκή παρέμβαση καί φωτιστική πρόσκληση καί ὑποτασσόμενος σ’ αὐτή ἀπάντησε ταπεινά «γένοιτό μοι κατά τό ῥῆμα Σου» ὥς ἔκανε παλαιότερα ἡ Παρθένος Μαρία. Ἀπό τή στιγμή τῆς ἀποδοχῆς καί ὑποδειγματικῆς συγκαταθέσεώς του πρός τό θέλημα τοῦ Θεοῦ ἀρχίζει προδρομικά ἡ εὐλογημένη ἀπαρχή γιά τήν Εὐαγγελική εἰσόδευση καί στροφή τοῦ ἐθνικοῦ κόσμου πρός τήν ἀποκεκαλυμμένη Ἀλήθεια τοῦ Μόνου Θεοῦ. «Ὁ πυρός θερμότερος, ὁ σιδήρου εὐτονώτερος, ὁ ἀδάμαντος στερρότερος» θεῖος Παῦλος ἀνήκει πλέον στίς ἀπόλυτα μεγάλες μορφές. Ταυτίζεται μάλιστα μέ ἐκεῖνες τίς κορυφαῖες, χαρισματικές καί φωτισμένες προσωπικότητες, οἱ ὁποῖες ὄχι μόνον ἐπηρέασαν τόν τρόπο τοῦ προσωπικῶς σκέπτεσθαι καί τοῦ κοινωνικῶς ζῆν, ἀλλά διεμόρφωσαν θεμελιακά καί οἰκοδόμησαν πνευματικά τή συλλογική συνείδηση τῆς χριστιανικῆς Δύσεως. Μια βασική ἀρχή τοῦ θείου σχεδίου τῆς Σωτηρίας, ὥστε νά διδαχθοῦν, γιά νά κοινωνοῦν ἀλληλοπεριχωρητικά μεταξύ τους οἱ ἄνθρωποι, εἶναι ὅτι ὁ ἕνας γιά νά ὁδηγηθεῖ πρός τόν Θεό χρειάζεται τή βοήθεια τοῦ ἄλλου. Καί ἡ περίπτωση τοῦ σήμερον ἑορταζομένου Ἀποστόλου εἶναι χαρακτηριστική. Ὁ Σαῦλος διά τοῦ Ἀνανίου πληροφορεῖται τό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί λαμβάνει τό ἅγιο βάπτισμα, βαδίζοντας ἔτσι ταπεινά καί μέ πνεῦμα μαθητείας στόν ἱερό σύνδεσμο τῆς Ἐκκλησίας. Κατόπιν μέ τήν εὐλογία τῆς Ἀποστολικῆς Συνόδου ἀναλαμβάνειτή διακονία τοῦ λόγου πρός τά ἔθνη, γιά νά προσαγάγει αὐτός ὡς ἄλλος Ἀνανίας, ἄλλους προσερχομένους, κατηχουμένους καί νεοφωτίστους ἀδελφούς, καί ἀναδεικνύεται «Χριστοκῆρυξ καί  τῶν Ἐθνῶν σαγηνευτής». Οἱ ἐρευνητικές μελέτες τῶν λόγων του ὑπογραμμίζουν τό ὀρθόδοξο μέτρο καί κριτήριο τῆς ἱεραποστολικῆς διακονίας τῆς Ἐκκλησίας. Τό πρότυπο προσωπικῆς δράσεως στήν ἱεραποστολή διαμορφώνεται πρωτίστως ἀσκητικά. Ὁ Ἱεραπόστολος ἀγωνίζεται ἀρχικά γιά τόν καθ’ ὁλοκληρίαν ἐγκεντρισμό του στή ζωή τοῦ Χριστοῦ, ὥστε τελικά νά αὐτοπροσφέρει τόν ἔσω χριστοποιημένο καί φωταγωγημένο ἑαυτό του ὡς θεούμενο σφάγιο στή διακονία τῆς σπορᾶς τοῦ Λόγου πρός τούς ἀδελφούς. Αὐτή τήν εὐλογημένη προδιαγραφή ἀκολούθησε πρῶτος, «ὁ Πρῶτος μετά τόν Ἕνα». «Ὡς ἄριστος ἀροτήρ τό ἄροτρον ἔχων τῆς διδασκαλίας» φιλόπονα ἔσπειρε παντοῦ τή σώζουσα διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου καί ἐμφάνισε τήν παρηγορητική μορφή τοῦ Ζῶντος Θεανθρώπου καί Λυτρωτοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, ἀποτίοντας ἀστείρευτους διδαχικούς ἱδρῶτες, προκειμένου νά ποτίσει καί καλλιεργήσει ἀποτελεσματικά τόν Ἀμπελῶνα τοῦ Κυρίου του «ὡς ἐργάτης δόκιμος». 
 Μακαριώτατε  
Καθημερινά ζοῦμε ὅλοι σέ ἕναν διαρκῶς μεταβαλλόμενο, ἀνήσυχο, ἀβέβαιο καί ἀνασφαλῆ κόσμο. Ὅλοι εἴμαστε μάρτυρες μιᾶς καταιγίδας ἀξιακῶν ἀνακατατάξεων καί συγκλονιστικῶν ἀλλαγῶν τίς ὁποῖες ἡ διανοητική ἱκανότητά μας, ἀλλά καί ὁ καταπονημένος ψυχισμός μας ἀδυνατοῦν πλέον νά ἀφομοιώσουν καί γόνιμα νά ἐπεξεργασθοῦν. Εἶναι βλέπετε ἡ μεταπτωτική φθορά πανανθρώπινη διαχρονική κληρονομιά. Τά ἀποτελέσματα αὐτῆς τῆς τραγικῆς καταστάσεως τά βιώνουμε: 
 - στήν κοινωνία μας, πού συνεχῶς καταρρέει 
 - στόν πολιτισμό μας, πού καταστρέφεται στό ὄνομα ἑνός ἄρρωστου φονταμενταλισμοῦ 
 - στήν πίστη μας, πού ὅλο καί τρεμοσβήνει 
 - στήν προσωπική ζωή μας, πού σιγά σιγά ἀποδομεῖται καί πτωχεύει ἀπό διαχρονικές ἀξίες, παραδοσιακές μνῆμες καί ἔντιμες ἀξιώσεις. 
 Ἀδελφοί μου, ἄς προσέξουμε περισσότερο, γιατί ἡ κατευθυνόμενη καί ἀνορεξική μας διάθεση γιά κάθε τι πνευματικό καί ὑγιές, ὀρθό καί ἀληθές, δημιουργικό καί σωτηριῶδες, μᾶς ἔχει συμπαρασύρει ἀκούσια πρός μία ἀδιάφορη καί εὐθυνόφοβη στάση, πρός μιά ἡττοπαθῆ καί πνευματικά ἄνευρη νοοτροπία, πρός μία αὐτοκαταστροφική καί ἀντιπαύλεια συμπεριφορά. Ὅμως «μή ταρασσέσθω ὑμῶν ἡ καρδία μηδέ δειλιάτω», γιατί ἡ δυναμογόνα δράση τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Σώματος, κεφαλή τοῦ ὁποίου εἶναι ὁ Ἰησοῦς, ἔχει ἄπειρες φορές ὑπερβεῖ καί θά ὑπερβαίνει κάθε φόβο, κάθε κίνδυνο καί κάθε ἀπειλή καταστροφῆς. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας ἔχει φυλάξει τήν πίστη καί τό πλαίσιο τῆς πνευματικῆς ζωῆς ὅπως ἀπορρέει ἀπό τά ἔργα τῶν πατέρων καί ἀπό τή διδασκαλία τῶν Θεοκηρύκων Ἀποστόλων καί πρώτιστα καί ἰδιαίτερα τοῦ πνευματοφόρου Ἀποστόλου Παύλου. Αὐτή εἶναι ἡ μεγάλη εἰδοποιός διαφορά μας ἀπό κάθε ἄλλη πρόταση γιά ποιότητα ζωῆς. Ἡ Ἐκκλησία μας τροφοδοτούμενη συνεχῶς ἀπό τή διδασκαλία τοῦ μέχρι τρίτου οὐρανοῦ ἀναβάντος Ἀποστόλου ἀγωνίζεται ἐσχατολογικά καί συμπορεύεται κυρηναϊκά μέ τή ζωή κάθε πιστοῦ, ὥστε νά ἐπανεύρει τήν ποιότητα τοῦ χαρισματικοῦ βίου. 
 Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας μέ τόν μαρτυρικό τρόπο ζωῆς της 
 - πάντοτε προτείνει φωτιστικές κατευθύνσεις, γιά νά ὑπερβαίνει ὁ ἀδύναμος ἄνθρωπος τίς θλιβερές συνέπειες τῶν ἀστοχιῶν του 
 - πάντοτε πασχίζει, ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, διδάσκοντας προγράμματα μετανοίας καί ἐσωτερικῆς ἀνασυγκροτήσεως, γιά νά ἀποκατασταθεῖ μέ τήν ὑψοποιό ταπείνωση ἡ ἀμεσότητα τῆς σχέσεως μέ τόν Θεό καί ἡ ἑνότητα μεταξύ τῶν ἀνθρώπων 
 - πάντοτε διακηρύσσει παρρηγορητικῶς ὅτι «δέν ὑπάρχει ἅγιος χωρίς παρελθόν καί ἁμαρτωλός χωρίς μέλλον»  
- πάντοτε πορεύεται Ἀναστάσιμα μέ ἐσχατολογική εὐθύνη καί ἀκαταίσχυντη προοπτική. 
 Αὐτά διακηρύσσει ἡ Παύλειος θεία μεταστροφή ἡ ὁποία ὡς Προδρομική σπορά εἰσοδεύει τήν ἐπιστροφή τοῦ κόσμου πρός τήν ἀποκεκαλυμμένη Ἀλήθεια τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ.  
Ἐπιτρέψατέ μου νά περαιώσω τόν λόγο, παραθέτοντας ἕνα ἀπόσπασμα τοῦ ἀπολογητοῦ τῶν τελευταίων χρόνων Ἀλεξάνδρου Σολζενίτσιν, ἀπό τό ἔργο του «Ὑπεράνω ὅλων»: «Κάθε ἄλλη ἀπόπειρα νά βρεθεῖ διέξοδος ἀπό τήν κατάσταση πού δημιουργήθηκε στόν σημερινό κόσμο, θά εἶναι στεῖρα, ἄν δέν ὑπάρξει ἐπιστροφή μετανοίας τῆς συνείδησης πρός τόν Δημιουργό τῶν πάντων. Τό νόημα τῆς ζωῆς μας δέν ἔγκειται στήν ἀναζήτηση τῆς ὑλικῆς ἐπιτυχίας, ἀλλά στήν τάση τῆς ψυχῆς γιά μιά ἄξια πνευματική ἀνάπτυξη. Ἀντί γιά βιοτικές καί ἐπιπόλαιες ἐλπίδες τῶν δύο τελευταίων αἰώνων πού μᾶς ὁδήγησαν στό μηδέν καί στά πρόθυρα τοῦ θανάτου, ἐμεῖς μέ ἀποφασιστικότητα ἄς ζητήσουμε τό θερμό χέρι τοῦ Θεοῦ, πού τό ἀπωθήσαμε μέ τόση ἐπιπολαιότητα καί οἴηση. Τίποτε ἄλλο δέν μπορεῖ νά μᾶς συγκρατήσει στόν κατήφορο πού γλιστρᾶμε». 
 (Ἐκφωνήθηκε κατά τήν Πανηγυρική καί Συνοδική Θεία Λειτουργία τῆς ἑορτῆς τῶν Ἀποστόλων Πέτρου καί Παύλου, εἰς τόν Ἱερόν Ναόν Ἀπ. Παύλου Ψαρρῶν Ἀθηνῶν) Ιουνιος 2015 ΟΣΙΟΣΝΙΚΩΝ191


28 Ιουνίου, 2018

Πέτρος και Παύλος: Απόστολοι και μάρτυρες της Ευρώπης (29 Ιουνίου)


Άγιοι Πέτρος και Παύλος Πρωτοκορυφαίοι Απόστολοι – 29 Ιουνίου
Οι Άγιοι Πέτρος και Παύλος -δύο διαφορετικοί άνθρωποι, τους οποίους τους κάλεσε ο Ιησούς Χριστός για να κηρύσσουν το ίδιο χαρμόσυνο μήνυμα της αγάπης και της σωτηρίας.

Πριν συναντήσει τον Χριστόν, ο οποίος τον ονόμασε Κηφά (πέτρα), ο Αγιος Πέτρος λεγόταν Σίμων. Γεννήθηκε στη Βηθσαϊδά της Γαλιλαίας. Ο πατέρας του λεγόταν Ιωνάς. Είχε αδελφό τον Ανδρέα, τον πρωτόκλητο. Ο Ανδρέας παρουσίασε τον Πέτρο στον Ιησού αφού πρώτα του είχε πει «Ευρήκαμεν τον Μεσσίαν» (Ιω. 1,42). Ο Σίμων Πέτρος ήταν έγγαμος και ασχολούνταν με την αλιεία. Αυτή η απασχόληση τον βοήθησε να αντιμετωπίζει τα κύματα της θαλάσσης, να κοπιάζει, να χαίρεται τις επιτυχίες της δουλειάς και να αναλαμβάνει τις αποτυχίες. Είχε δυναμικό χαρακτήρα, ήταν αυθόρμητος και με πολύ ζήλο. Μια μέρα συνάντησε τον Ιησού από τη Ναζαρέτ, ο οποίος του άλλαξε τη ζωή και από κανονικό αλιέα τον έκανε «αλιέα ανθρώπων», δηλαδή απόστολο με σκοπό να μαζεύει ανθρώπους για τη Βασιλεία των Ουρανών, την οποίαν την κήρυττε ο Άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής και μετά ο Ιησούς, λέγοντας «Μετανοείτε, ήγγικε γαρ η βασιλεία των ουρανών» (Ματθ. 4,7). Την ιουδαϊκή πίστη -κληρονομιά από την οικογένειά του- την καλλιέργησε στη συναγωγή, μέσα σ’ ένα ιουδαϊκό και ελαφρά ελληνιστικό περιβάλλον της Γαλιλαίας, όπου συνυπήρχαν διαφορετικές φυλές. Και όμως, ο Σίμων Πέτρος υπήρχε απλός άνθρωπος, δεν μιλούσε ελληνικά, γι’ αυτό μετά στην αποστολή του είχε βοηθό τον μαθητή του, τον Ιωάννη Μάρκο, ο οποίος μετέφραζε γι’ αυτόν από τα εβραϊκά στα ελληνικά.

Ο Άγιος Παύλος ονομαζόταν στην αρχή Σαύλος. Γεννήθηκε στη Ταρσό της Κιλικίας (σημερινή Τουρκία), στη διασπορά, σαν τέκνο Εβραίων εξορισμένων από τους Ρωμαίους. Υπήρξε άνθρωπος με βαθιά θεολογική μόρφωση την οποία την απέκτησε στην Ταρσό και στην Ιερουσαλήμ. Ήταν Ρωμαίος πολίτης, δηλαδή ήταν ένας διεθνής. Μιλούσε ελληνικά, σαν μαθητής του διδασκάλου Γαμαλιήλ, ενός θεολόγου του Νόμου του Μωϋσή και είχε πολύ ζήλο. Ήταν σύγχρονος του Ιησού, αλλά δεν τον είχε συναντήσει όσο ο Ιησούς ζούσε στη γη. Από ζήλο για την ιουδαϊκή παράδοση καταδίωκε την καινούργια κοινότητα των μαθητών του Ιησού. Όμως, ενώ κατεδίωκε τους χριστιανούς στη Συρία, κοντά στη Δαμασκό, συναντήθηκε με τον Ιησού που είναι ζωντανός στους ουρανούς, μέσα σ’ ένα απρόσιτο φως, ο οποίος τον ρώτησε «Σαούλ, Σαούλ, τί με διώκεις;» (Πρ. 9,4). Τότε κατάλαβε ότι ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ είναι ζωντανός και είναι ο αληθινός Μεσσίας. Τότε έμαθε ότι ο Ιησούς Χριστός, ο επικεφαλής της Εκκλησίας, είναι αχωρίστως συνδεδεμένος με την Εκκλησία -το Σώμα Του. Ο Σαύλος χτυπούσε τους χριστιανούς, αλλά ο Χριστός αισθανόταν τον πόνο τους, επειδή η ζωή τους ήταν η δικιά Του ζωή και η ζωή Του ήταν η ζωή τους. Μετά ο Σαύλος, ο διώκτης, αφού προσηλυτίστηκε και βαπτίστηκε, γίνεται ο Απόστολος Παύλος, ο πιο ζηλωτής ιεραπόστολος του Χριστού και της Εκκλησίας Του.
Διαφορετικοί όσον άφορα τον τόπο γεννήσεως και τον πολιτισμό, τη μόρφωση, οι Άγιοι Πέτρος και Παύλος κλήθηκαν να γίνουν απόστολοι πάλι με διαφορετικό τρόπο και δέχτηκαν από τον Χριστό και από τις Εκκλησίες διαφορετικές αποστολές: ο Άγιος Πέτρος να κηρύσσει το Ευαγγέλιο στους Ιουδαίους και ο Άγιος Παύλος στα έθνη. Ο Άγιος Πέτρος είναι ένας από τους 12 Αποστόλους, ο Άγιος Παύλος είναι ο 13ος. Στο σχέδιο Του για την σωτηρία του κόσμου ο Χριστός προτιμάει κάθε άνθρωπο. Ο Άγιος Ανδρέας είναι ο πρωτόκλητος, ο Άγιος Πέτρος είναι ο πρώτος στις λίστες, ο Άγιος Ιωάννης είναι ο πιο αγαπημένος μαθητής, ο Άγιος Παύλος αν και ο τελευταίος που κλήθηκε, γίνεται πρώτος εκ πλευράς του ιεραποστολικού ζήλου. Με κάθε πρόσωπο και με κάθε λαό, ο Χριστός έχει στην αγάπη Του μια προτιμητέα και μοναδική σχέση, επειδή Αυτός προσφέρεται εντελώς σ’ όλους αυτούς που πιστεύουν σ’ Αυτόν και τον αγαπάνε.
Τί έχουν κοινό οι Άγιοι Απόστολοι Πέτρος και Παύλος; Το ουσιαστικό και την πληρότητα, δηλαδή τη ζεστή πίστη στο Χριστό και τη ζωντανή κοινωνία με Αυτόν. Ο Άγιος Πέτρος ομολόγησε τη θεότητα του Ιησού Χριστού: «Συ ει ο Χριστός ο υιός του Θεού του ζώντος» (Ματθ. 16,16), και ο Άγιος Παύλος ομολόγησε ότι στον Χριστό «κατοικεί παν το πλήρωμα της θεότητος» (Κολ. 2,9) και μυστικώς, η χριστιανική πίστη είναι το μυστήριο του Θεού, ο οποίος «εφανερώθη εν σαρκί, εδικαιώθη εν Πνεύματι, ώφθη αγγέλοις, εκηρύχθη εν έθνεσιν, επιστεύθη εν κόσμω, ανελήφθη εν δόξη» (Α’ Τιμ. 3,16). Και οι δύο Απόστολοι είχαν μια δυνατή εμπειρία της μετάνοιας και της αλλαγής: ο Πέτρος αρνήθηκε τον Χριστό τρεις φορές, ύστερα έκλαυσε πικρώς (Λκ. 22, 62) και αγάπησε τον Χριστό μέχρι το μαρτυρικό θάνατό του, ενώ ο Παύλος εδίωκε την Εκκλησία του Χριστού, ύστερα μετανόησε γι’ αυτό σε όλη του τη ζωή και εργάστηκε για να πλένει το σφάλμα του στην Εκκλησία και για την Εκκλησία, περισσότερο από κάθε άλλο άνθρωπο.
Οι Άγιοι Πέτρος και Παύλος, έχουν κοινή και την δυνατή τους αγάπη για τον Χριστό και την Εκκλησία Του. Η Εκκλησία είναι θεμελιωμένη επάνω στην πέτρα της ομολογουμένης από τον Πέτρο πίστης, δηλαδή επάνω στην ομολογία της θεότητας του Ιησού Χριστού (Μθ. 16, 13-20). Γι’ αυτό ο Άγιος Πέτρος ο ίδιος ομολογεί ότι όχι αυτός, αλλά ο Χριστός είναι ο ακρογωνιαίος λίθος που ενώνει, μέσα στην Εκκλησία, τους Ιουδαίους με τους άλλους λαούς του κόσμου: «προς ον προσερχόμενοι, λίθον ζώντα, υπό ανθρώπων μεν αποδεδοκιμασμένον. παρά δε Θεώ εκλεκτόν, έντιμον και αυτοί ως λίθοι ζώντες οικοδομείσθε, οίκος πνευματικός, ιεράτευμα άγιον, ανενέγκαι πνευματικάς θυσίας ευπρόσδεκτους τω Θεώ διά Ιησού Χριστού… υμείς δε γένος εκλεκτόν, βασίλειον ιεράτευμα άγιον, λαός εις περιποίησιν, όπως τας αρετάς εξαγγείλητε του εκ σκότους υμάς καλέσαντος εις το θαυμαστόν αυτού φως οι ποτέ ου λαός, νυν δε λαός Θεού, οι ουκ ηλεημένοι, νυν δε ελεηθέντες (Α’ Πέ. 22, 4-5, 9-10). Γι’ αυτό, ο Άγιος Πέτρος απαιτεί να διατηρηθεί η σωστή πίστη και η ενότητα της Εκκλησίας, μη δίνοντας σημασία στις ψευδοπροφητείες: «Εγένετο δε και ψευδοπροφήται, εν τω λαώ ως και εν υμίν έσονται ψευδοδιδάσκαλοι, οίτινες παρεισάξουσιν αιρέσεις απωλείας, και τον αγοράσαντα αυτούς δεσπότην αρνούμενοι επάγοντες εαυτοίς ταχινήν απώλειαν…» (Β’ Πέ. 2,1-22).
Ο Άγιος Παύλος, δείχνοντας την αγάπη προς τον Χριστό λέει: «τις ημάς χωρίσει από της αγάπης του Χριστού; θλίψις ή στενοχωρία ή διωγμός ή λιμός ή γυμνότης ή κίνδυνος ή μάχαιρα; …πέπεισμαι γαρ ότι ούτε θάνατος ούτε ζωή ούτε άγγελοι ούτε αρχαί ούτε δυνάμεις ούτε ενεστώτα ούτε μέλλοντα ούτε ύψωμα ούτε βάθος ούτε τις κτίσις ετέρα δυνήσεται ημάς χωρίσαι από της αγάπης του Θεού της εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών». Και σε άλλο σημείο ενδιαφέρεται για την Εκκλησία στο ιεραποστολικό του έργο: «χωρίς των παρεκτός η επισύστασίς μου η καθ’ ημέραν, η μέριμνα πασών των εκκλησιών» (Β’ Κορ. 11, 28).
Οι Άγιοι Απόστολοι Πέτρος και Παύλος έχουν κοινό και το μαρτύριό τους στη Ρώμη, την εποχή των διωγμών του αυτοκράτορα Νέρωνα εναντίον των χριστιανών, το έτος 67, το οποίο μαρτύριο γιορτάζεται στην παράδοση της Εκκλησίας κάθε 29 Ιουνίου. Έτσι, αυτοί μπορούν να ονομαστούν Απόστολοι της Ευρώπης και Μάρτυρες της Ευρώπης.
Τί αντιμετώπισαν αυτοί στην Ευρώπη την εποχή τους;
Πρώτον, μια πολυθεϊστική θρησκευτικότητα, ειδωλολατρική και ασαφή, η όποια συγχύζει τον Κτίστη και τήν κτίση (Ρωμ. 2,25) εξουδετερώνει την ελευθερία και μειώνει την αξιοπρέπεια του ανθρώπου, πολλαπλασιάζοντας τις μορφές της πνευματικής και κοινωνικής δουλείας.
Δεύτερον, αντιμετώπισαν την αυτάρκεια και την υπερηφάνεια της ελληνορωμαϊκής φιλοσοφίας η οποία δεν μπορούσε να δεχθεί τον Σταυρό και την Ανάσταση του Χριστού, δηλαδή την ταπεινή αγάπη του Παντοδύναμου και την Ανάσταση του σώματος, επειδή ο θάνατος κρατούσε όλο τον αρχαίο κόσμο σε μια δουλεία του πνεύματος: «και απαλλάξη τούτους, όσοι θανάτου διά παντός του ζην ένοχοι ήσαν δουλείας» (Εβρ. 2,15). Επομένως, η πίστη στον Θεό, η οποία δεν ταυτίζεται με τον φθαρτό κόσμο και νίκησε τον θάνατο, δεν αποτελούσε τίποτα άλλο παρά την ελευθερία των ανθρώπων.
Τρίτον, αυτοί αντιμετώπισαν την αυτάρκεια και την εχθρότητα της αυτοκρατορικής πολιτικής εξουσίας. Οι Άγιοι Πέτρος και Παύλος απαιτούν στις επιστολές τους σεβασμό στην αυτοκρατορική πολιτική εξουσία καθώς και τη διοικητική και στρατιωτική εξουσία. Επιπλέον, τις ονομάζουν υπηρέτες του κοινωνικού καλού και όργανο που τιμωρεί τους κακοποιούς (Α’ Πέτρου 2,13-14, Ρωμ. 13,1-13). Παρ’ όλα αυτά, οι ίδιοι δεν ταύτιζαν τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία με τη Βασιλεία των ουρανών και τον αυτοκράτορα με τον Κύριο Ιησού Χριστό, ο οποίος είναι αιωνίως ζωντανός. Γι’ αυτό έχουν υποφέρει για τον Χριστό μέχρι τον θάνατο. Οι Άγιοι Απόστολοι Πέτρος και Παύλος είναι για μας διδάσκαλοι της πίστεως, παραδείγματα ιεραποστόλων και πρεσβευτές για την ζωή και την ενότητα της Εκκλησίας. Διά της ζωής, των πράξεων τους και των συγγραμμάτων τους, μας διδάσκουν να αγαπάμε τον Χριστό, το Ευαγγέλιο και την Εκκλησία Του, να δουλεύουμε για τη θεραπεία και τη σωτηρία όλων των ανθρώπων χωρίς διάκριση όσον αφορά τη φυλή και το φύλο, το έθνος και την κοινωνική τάξη. Αυτοί είναι για μας διδάσκαλοι της συμφιλίωσης, της συγχώρησης, της ενότητας και της αγιότητας. Μας διδάσκουν να προσευχόμαστε αδιαλείπτως, να πράττουμε συνεχώς καλά έργα και να μην βασιστούμε ποτέ στον εαυτό μας, αλλά στη χάρη του Θεού του ζώντος, ο οποίος φανερώθηκε στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Στην ορθόδοξη εικονογραφία, οι Άγιοι Πέτρος και Παύλος, ο πρώτος και ο τελευταίος των Αποστόλων, συμβολίζουν την κοινωνία του Ισραήλ (Πέτρος) με όλους τους λαούς του κόσμου (Παύλος). Τα κλειδιά του Αγίου Πέτρου συμβολίζουν τη μετάνοια και τη συγχώρηση, την ταπεινοφροσύνη και την αγάπη που διευκολύνουν την είσοδο στη Βασιλεία του Θεού. Το σπαθί του Αγίου Παύλου συμβολίζει τη δύναμη του πνευματικού λόγου που διακρίνει μεταξύ αιρέσεως και αληθείας, εγωισμού και αγάπης, θανάτου και ζωής.
Ας ικετεύουμε τους Αγίους Πέτρο και Παύλο, κορυφαίους των Αποστόλων, να μας βοηθούν να είμαστε και εμείς ζηλωτές ιεραπόστολοι της σημερινής Ευρώπης, όπως υπήρξαν αυτοί, ιεραπόστολοι της Ευρώπης της εποχής τους, για να μπορούμε να λέμε σ’ όλες τις Εκκλησίες της Ευρώπης: «Χαίρετε εν Κυρίω πάντοτε, πάλιν ερώ χαίρετε» (Φιλιπ. 4,4).

πηγή: Μητροπ. Μολδαβίας Δανιήλ (Daniel Ciobotea), Καθηγητού στο Παν/μιο του Ιασίου, «Πέτρος και Παύλος:απόστολοι και μάρτυρες της Ευρώπης», ΙΑ΄Παύλεια-Πρακτικά Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου Ι. Μ. Βεροίας και Ναούσης, «Εκκλησία και κοινωνία κατά τον Απ. Παύλο», σ.101-105

07 Μαΐου, 2015

Ο Άγιος Πέτρος Αρχιεπίσκοπος Άργους και Ναυπλίου





Ο Άγιος Πέτρος κατάγονταν από την Κωνσταντινούπολη και γεννήθηκε περί τα μέσα του 9ου αιώνα μ.Χ. Οι γονείς του διακρίνονταν όχι μόνο κατά τον επίγειο πλούτο τους, αλλά και στην ευσέβεια και στη φιλανθρωπία. Τα ονόματά τους δεν είναι γνωστά. Γνωρίζουμε μόνο ότι σε ατμόσφαιρα αρετής και σωφροσύνης, αγάπης και ελεημοσύνης, ευλάβειας και ευσέβειας, εξέθρεψαν με παιδεία και νουθεσία Κυρίου τα πέντε τέκνα τους: Παύλο, Διονύσιο, Πέτρο, Πλάτωνα και την θυγατέρα τους.
Γονείς και τέκνα με ένθεο ζήλο επιλέγουν την άσκηση της μοναχικής ζωής και αποσύρονται σε μονή. Εκεί ο Πέτρος, από νεαρή ηλικία, απερίσπαστος από κοσμικές ή άλλες φροντίδες, αφοσιώνεται με όλες του τις δυνάμεις στην άσκηση και τον αγώνα της αρετής. Αναδεικνύεται ο αυστηρός ασκητής της ερήμου, κοσμούμενος με τις αρετές της ταπεινοφροσύνης, της σωφροσύνης, της φιλαλήθειας, της συμπάθειας, της φιλανθρωπίας, της υπομονής, της εγκράτειας, της προσευχής. Μελετά την Αγία Γραφή και τους Πατέρες, αλλά και τη θυραθεν σοφία, την αρχαία ελληνική γραμματολογία, έχοντας ως πρότυπο τον Μέγα Φώτιο, Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως.
Αφού έμαθε τις αρετές του Αγίου Πέτρου, ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Νικόλαος ο Μυστικός, άνδρας προικισμένος με σοφία, ικανότητα, διορατικότητα και αποφασιστικότητα, επιθυμούσε διακαώς να αναβιβάσει τον Άγιο στο αξίωμα της αρχιεροσύνης και τον κάλεσε προκειμένου να πληρώσει τη χηρεύουσα Μητρόπολη Κορίνθου. Ο Άγιος Πέτρος διστάζει να ανταλλάξει την αγαπητή του ειρηνική ζωή με την τύρβη του κόσμου. Με μετριοφροσύνη αποποιείται την τιμή, ευχαριστεί και αρνείται. Ο Πατριάρχης τότε στρέφεται προς τον αδελφό του Αγίου, Παύλο (τιμάται 27 Μαρτίου), τον οποίο καθιστά Μητροπολίτη Κορίνθου. Αλλά και δεν παύει να προσπαθεί να πείσει τον Πέτρο να αποδεχθεί την αρχιεροσύνη. Ένεκα τούτο και για να μην πικραίνει τον Πατριάρχη, ο Άγιος αποφασίζει να κατέλθει στην Κόρινθο, τον θρόνο της οποίας κοσμούσε ο αδελφός του Παύλος, για να εφησυχάσει κοντά του.
Όταν χήρεψε η Επισκοπή Άργους, η οποία εξαρτιόταν από την Μητρόπολη Κορίνθου, Αργείοι και Ναυπλιείς απευθύνονται προς τον Επίσκοπο Παύλο ζητώντας επίμονα ως Επίσκοπο της περιοχής τους τον Άγιο Πέτρο. Ο Άγιος κάμπτεται και αποδέχεται τη θέση του Επισκόπου Άργους.
Ως Επίσκοπος αναδεικνύεται τύπος των πιστών σε όλα. Δίδασκε αδιάλειπτα με τα λόγια και τα έργα, στήριζε τους κλονιζόμενους, έτρεφε τους πεινώντες, θεράπευε τους πάσχοντες, εξαγόραζε αιχμαλώτους των Σαρακηνών. Όλοι φωτίζονται από το φως της αλήθειας και το άγιο παράδειγμά του. Ο Δωρεοδότης Θεός επιβραβεύει τις αρετές του Αγίου και απαντά στις δεήσεις υπέρ του ποιμνίου του, χαρίζοντας πλούσιες τις ευλογίες Του. Χάρη στην επέμβαση και τις προσευχές του Αγίου, επιτελούνται θαύματα. Ως άλλος προφήτης Ηλίας τρέφει σε καιρό λιμού τους κατοίκους της περιοχής με λίγο αλεύρι. Λυτρώνει με την επίμονη προσευχή του νεαρή αιχμάλωτη των Σαρακηνών. Θεραπεύει γυναίκα δαιμονισμένη.
Ακόμη ο Άγιος, πολυμαθής και σοφός, είναι ο παιδευτικός και ευφράδης διδάσκαλος. Τούτο μαρτυρούν οι διασωθέντες επτά λόγοι του.
Επί τρεις ημέρες η γλυκιά φωνή του Αγίου Πέτρου νουθετεί από το κρεβάτι τα τέκνα του και τα ευλογεί. Με την προσευχή και το σημείο του Σταυρού κοιμήθηκε με ειρήνη περί το 925 μ.Χ. Το πρόσωπό του φαινόταν ως να ζούσε και να κοιμόταν, φωτισμένο με φως. Ιερείς και πλήθος λαού, με συγκίνηση και ευλάβεια, ενταφιάζουν το ιερό λείψανο στην αριστερή πλευρά του ναού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Τα τίμια λείψανά του γίνονται πρόξενα πολλών θαυμάτων. Όμως, στις 21 Ιανουαρίου του 1421 μ.Χ., ο Λατίνος Επίσκοπος Σιγουντονάνης άρπαξε το ιερό σκήνωμα, για να το μεταφέρει στη Ρώμη.