Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 2209. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 2209. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

06 Δεκεμβρίου, 2022

Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ

Τὸ ὄνομά Της – αὐτὸ ποὺ ἔλαβε μετὰ τὴ γέννησή Της – ἦταν Μαριὰμ ἢ Μαρία. Ἑβραϊκὸ ὄνομα ποὺ σημαίνει «αὐτὴ ποὺ εἶναι δυνατή, ἔνδοξη».

Σ᾿ αὐτὸ συναρμόσθηκαν στὴ διάρκεια τῶν αἰώνων πλῆθος ἐπιθέτων καὶ ὀνομάτων· ἀπὸ τὸ «Κεχαριτωμένη», μὲ τὸ ὁποῖο Τὴν προσφώνησε ὁ ἀρχάγγελος Γαβριήλ, μέχρι τὰ πιὸ πρόσφατα, ὅπως τὸ «Ἐλευθερώτρια» καὶ τόσα ἄλλα. Ἀνάμεσα ὅμως στὶς ἑκατοντάδες τῶν ὀνομάτων καὶ εἰκόνων καὶ συμβολισμῶν καὶ ἐπιθέτων ποὺ συναγωνίζονται νὰ ἐκφράσουν τὸ ὑπέρτατο θαῦμα τῆς διακονίας Της στὸ γεγονὸς τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου, ὑπάρχει καὶ ἕνα ποὺ ὑπερβαίνει κάθε ἄλλο καὶ συμπυκνώνει – μόνο αὐτό – τὰ πάντα. Τῆς τὸ πρόσφερε ἤδη ἀπὸ τὰ πρῶτα χρόνια ἡ πνευματοκίνητη εὐσέβεια τῶν πιστῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας, τὸ θεμελίωσε δὲ μὲ τὸ ὑπέρτατο κύρος της ἡ Γ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ποὺ συνῆλθε στὴν Ἔφεσο τὸ ἔτος 431 μ.Χ. ὑπὸ τὴν προεδρία τοῦ κορυφαίου Θεολόγου ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας. Εἶναι τὸ ὄνομα «Θεοτόκος»! Ὁ ἀρχηγὸς τῆς πλάνης καὶ ἐχθρὸς τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων κατάλαβε πολὺ καλὰ τί σήμαινε αὐτὸ τὸ ὄνομα, γι᾿ αὐτὸ καὶ τὸ πολέμησε λυσσωδῶς. Ἐκείνη εἰδικὰ τὴν ἐποχή, στὴν ἀρχὴ τοῦ 5ου αἰώνα, ἀνακίνησε τὸν φοβερότερο πόλεμο. Διάλεξε ὡς ὄργανό του τὸν τότε Ἀρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως Νεστόριο, καὶ μὲ τὸ βλάσφημο στόμα του ἄρχισε νὰ διαβάλλει τὸ θεσπέσιο ὄνομα. Ὀνόμαζε τὴν Παναγία «ἀνθρωποτόκον» ἢ «Χριστοτόκον», ἀποκήρυσσε δὲ μετὰ βδελυγμίας τὸ ὄνομα «Θεοτόκος» τῆς ἐκκλησιαστικῆς Παραδόσεως. Τὸ φθονερὸ πνεῦμα ἤξερε τί πολεμοῦσε. Ἔπρεπε νὰ ἐπιβάλει τὴν πλάνη ὅτι Αὐτὸς τὸν Ὁποῖον γέννησε ἡ κόρη τῆς Ναζαρὲτ ἦταν ἁπλὸς ἄνθρωπος. Κι αὐτὸ κήρυτταν τὰ ὄργανά του. Στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ δὲν ἔβλεπαν ἐνανθρώπηση τοῦ Θεοῦ ἀλλὰ «ἀποθέωσιν» τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Χριστός, κατ᾿ αὐτούς, ἦταν ἕνας ἄνθρωπος ποὺ κατόρθωσε νὰ γίνει θεὸς μὲ τὸν σκληρὸ ἀγώνα του. Ἡ ἰδέα ὅτι ἡ Παναγία κυοφοροῦσε τὸν Θεὸ τοὺς ἦταν ἀποκρουστική. Ὁ Νεστόριος ντρεπόταν νὰ λέει ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι δύο ἢ τριῶν μηνῶν κυοφορούμενο Βρέφος: «ἐγὼ διμηνιαῖον καὶ τριμηνιαῖον θεὸν οὐ λέγω» (Eduard Schwartz, Acta Conciliorum Oecumenicorum I, 1, 2, σελ. 66). Αὐτὴ ἡ βλάσφημη διδασκαλία του καταδικάστηκε στὴν Γ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο καὶ ἀναγνωρίστηκε ὅτι ἡ Παναγία μας ἦταν πραγματικὰ Θεοτόκος. Τὸ ὄνομά Της αὐτὸ βεβαιώνει τὴν καίρια ἀλήθεια ὅτι γέννησε τὸν Θεό. Ὁ Νεστοριανισμὸς καταδικάστηκε καὶ δεύτερη φορὰ στὴ Σύνοδο τῆς Χαλκηδόνος (τὴν Δ΄ Οἰκουμενική), καὶ οὐσιαστικὰ διαλύθηκε. Μιὰ μικρὴ μόνο κοινότητα Νεστοριανῶν παραμένει μέχρι σήμερα, κυρίως στὰ ὅρια τοῦ Ἰράκ. Ὅμως τὸ πνεῦμα τοῦ Νεστοριανισμοῦ ξαναζεῖ στὶς μέρες μας καὶ διαποτίζει ἐπικίνδυνα ὅλο τὸν Χριστιανικὸ κόσμο. Ἐμφανίζεται ὡς ἐκλογίκευση τῆς πίστεως, καὶ ἐπιδιώκει νὰ ἐπιβάλει τὴν ἀντίληψη ὅτι ὁ Χριστὸς ἦταν κι Αὐτὸς ἕνας ἄνθρωπος μὲ ἀδυναμίες, ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ἀγωνιζόταν ὅπως ὅλοι μας, ποὺ πάλευε μὲ τὰ πάθη Του καὶ νίκησε. Ἡ ἰδέα αὐτὴ ἔχει διαποτίσει καὶ τὴ λογοτεχνία, γι᾿ αὐτὸ καὶ βλέπουμε συχνὰ νὰ ἐμφανίζονται τέτοια ἔργα, μυθιστορήματα καὶ κινηματογραφικὲς ταινίες. Σ᾿ ὅλη αὐτὴ τὴ σατανικὴ ἐπέλαση ὡς τεῖχος χαλύβδινο καὶ ἀκλόνητο ὑψώνεται καὶ πάλι τὸ ὄνομα «Θεοτόκος». Ἡ Παναγία μας δὲν γέννησε ἄνθρωπο, γέννησε τὸν Θεὸ ὡς ἄνθρωπο. Δὲν κυοφοροῦσε ἕναν ἄνθρωπο Ἰησοῦ, ὅπως ἀνοηταίνουν οἱ πλανώμενοι μοντέρνοι Νεστοριανοί, ἀλλὰ τὸ δεύτερο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, τὸν Υἱὸ καὶ Λόγο τοῦ Θεοῦ ὡς ἄνθρωπο. Τὸ ὄνομα «Ἰησοῦς» δόθηκε σ᾿ Αὐτόν, τὸν ἐνανθρωπήσαντα Υἱὸ καὶ Λόγο τοῦ Θεοῦ. Γι᾿ αὐτὸ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς τονίζει ἐμφατικὰ ὅτι στὸ ὄνομα «Θεοτόκος» συμπυκνώνεται ὅλη ἡ ἀλήθεια τῆς πίστεώς μας γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου: «Ὅθεν δικαίως καὶ ἀληθῶς Θεοτόκον τὴν ἁγίαν Μαρίαν ὀνομάζομεν· τοῦτο γὰρ τὸ ὄνομα ἅπαν τὸ μυστήριον τῆς οἰκονομίας συνίστησι» (Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, ΕΠΕ 1, 334, κεφ. 56). Ἡ Παναγία γέννησε τὸν Θεὸ ὡς ἄνθρωπο· γι᾿ αὐτὸ καὶ εἶναι πράγματι Θεοτόκος. Πρόκειται γιὰ ἀλήθεια ἀσυλλήπτων διαστάσεων. Ἡ ἀνθρώπινη φύση μπορεῖ νὰ γεννήσει τὸν Θεὸ ὡς ἄνθρωπο, νὰ γίνει «Θεοτόκος». Καὶ ἔγινε! Ἔγινε στὸ πρόσωπο τῆς Παναγίας, ἡ ὁποία εἶναι ἀληθῶς Θεοτόκος, διότι ὁ Θεὸς ἀληθῶς ἔγινε ἄνθρωπος. Ἀληθῶς γεννήθηκε ὡς ἄνθρωπος. Ἀληθῶς ἔζησε καὶ θαυματούργησε ὡς ἄνθρωπος. Ἀληθῶς ἔπαθε ὡς ἄνθρωπος. Ναί, ἔπαθε... Ἔπαθε ὁ Θεός! Σταυρώθηκε καὶ πέθανε ὁ Θεός. Τὸ Πάθος τοῦ Κυρίου δὲν εἶναι πάθος ἑνὸς ἀνθρώπου. Εἶναι Πάθος Θεοῦ, τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Θεοῦ. Στὴ Γεθσημανῆ καὶ τὸν Γολγοθᾶ δὲν πάσχει ἁπλῶς ἕνας ἄνθρωπος, πάσχει ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ ὡς ἄνθρωπος, πάσχει κατὰ τὴν ἀνθρώπινη φύση Του, τὴν ὁποία προσέλαβε ἀπὸ τὴν Παναγία Μητέρα Του Μαριάμ. Γι᾿ αὐτὸ οἱ Ὀρθόδοξοι πιστοί, κάθε φορὰ ποὺ πανηγυρίζουμε κάποια ἑορτή Της ἢ λαμβάνουμε στὸ στόμα μας τὸ ἅγιο ὄνομά Της, νὰ γνωρίζουμε ὅτι ὑμνοῦμε τὴν πραγματικὴ Μητέρα τοῦ Θεοῦ, τὴν πηγὴ τῆς ζωῆς καὶ τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου. Αὐτὴν ποὺ εἶναι ὄντως Θεοτόκος. Μητέρα τοῦ Θεοῦ καὶ ὅλων μας. Τὴν Εὐλογημένη στοὺς αἰῶνες!ΟΣΩΤΗΡ2209

05 Δεκεμβρίου, 2022

Ὁ ἅγιος ἱερομάρτυς Φιλούμενος ὁ Κύπριος (1913-1979) (Α΄)

 Ὁ ἅγιος ἱερομάρτυς Φιλούμενος ὁ Κύπριος ἀνήκει στὴ χορεία τῶν ἁγίων ἐνδόξων Ἱερομαρτύρων τοῦ 20οῦ αἰῶνος ποὺ θυσιάστηκαν γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, καὶ μαρτύρησε πρὶν  ἀπὸ σαραντατρια  χρόνια μὲ φρικτὸ θάνατο.

Πρόκειται γιὰ τὸν κατὰ κόσμον Σοφοκλῆ Χασάπη ποὺ γεννήθηκε στὴ Λευκωσία στὶς 12 Ὀκτωβρίου τοῦ ἔτους 1913 καὶ ἦταν ἕνα ἀπὸ τὰ 13 παιδιὰ τῆς θεοσεβοῦς ὑπερπολύτεκνης οἰκογένειας τοῦ Γεωργίου Χασάπη καὶ τῆς Μαγδαληνῆς Χατζηγιώργη ἀπὸ τὴν Ὀρούντα, χωριὸ τῆς Λευκωσίας. Ὁ Σοφοκλῆς ἦταν δίδυμος μὲ τὸν Ἀλέξανδρο καὶ ξεχώριζαν ἀπὸ τὰ ὑπόλοιπα ἀδέλφια στὴν ταπείνωση, τὴν πραότητα καὶ τὴ φρονιμάδα. Ὁ Σοφοκλῆς μάλιστα ἦταν «ὑπηρέτης ὅλων». Ἡ παρουσία στὸ σπίτι τῆς εὐσεβέστατης γιαγιᾶς τους Λωξάνδρας μὲ τὶς θερμὲς προσευχές της, τὶς αὐστηρὲς νηστεῖες καὶ τὶς σοφὲς συμβουλές της ἐπέδρασε στὶς καρδιὲς τῶν δύο παιδιῶν. Μαζί της προσεύχονταν τὰ βράδια καὶ μελετοῦσαν βίους Ἁγίων. Σὲ αὐτὴν ὀφείλουν τὴν πρώτη αὐθεντικὴ ἐκκλησιαστική τους ἀγωγή. Ἀπὸ νωρὶς στὶς ψυχὲς τῶν δύο ἄκακων παιδιῶν ἄναψε ἰσχυρὸς πόθος γιὰ ὁλοκληρωτικὴ ἀφιέρωση στὸν Θεό. Ὁ βίος τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Καλυβίτου τοὺς συνήρπασε. Γι᾿ αὐτὸ μόλις τελείωσαν τὸ Δημοτικό, ἀρνήθηκαν νὰ προχωρήσουν στὴν ἐκμάθηση τῶν τεχνῶν τοῦ ράφτη καὶ τοῦ σιδηρουργοῦ ποὺ τοὺς προωθοῦσε ὁ πατέρας τους. Καὶ ἔφυγαν κρυφὰ τὸ καλοκαίρι τοῦ 1927 μὲ τὰ πόδια γιὰ τὸ ἱστορικὸ Μοναστήρι τοῦ Σταυροβουνίου. Ὁ ἡγούμενος, παρὰ τὶς ἀρχικές του ἐπιφυλάξεις νὰ τὰ δεχθεῖ, στὸ τέλος κάμφθηκε καθὼς ἔβλεπε τὸν ἁγνὸ καὶ ἐπίμονο μὲ δάκρυα στὰ μάτια πόθο τους. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸ γνήσιο ἐκκλησιαστικὸ ἦθος μὲ τὸ ὁποῖο ἦσαν κοσμημένα. Χωρὶς καμία ἐπίσημη ἀμοιβαία δέσμευση τὰ παιδιὰ παρέμειναν ἐκεῖ σταθερὰ μὲ ὑπακοή, ταπείνωση καὶ προθυμία θαυμαστὴ καὶ ἦταν ἡ χαρὰ ὅλης τῆς μοναστικῆς Ἀδελφότητος. Σύντομα ὅμως τὰ ἀνακάλυψαν ἐκεῖ οἱ γονεῖς τους. Μετὰ ἀπὸ μακρὰ συζήτηση ποὺ εἶχαν μαζί τους τὰ ἄφησαν ἐλεύθερα στὸν δρόμο τῆς ἐπιλογῆς τους, γιατὶ εἶδαν πὼς ἦταν ἀναπαυμένα καὶ τὰ καθοδηγοῦσε ἡ θεία Χάρις. Καὶ καυχῶνταν γι᾿ αὐτὰ λέγοντας ἀργότερα: «Τὰ καλύτερά μας παιδιὰ εἶναι τὰ καλογέρια μας». Πέντε χρόνια παρέμειναν στὸ Μοναστήρι τὰ δύο ἀδέλφια. Ἀπὸ κάποια ὅμως σοβαρὴ ἀσθένεια ἀναγκάσθηκαν νὰ φύγουν καὶ νὰ νοσηλευθοῦν στὸ Σανατόριο τῆς Κυπερούντας. Στὴ συνέχεια γύρισαν στὸ πατρικό τους σπίτι γιὰ ἀποθεραπεία, σκορπίζοντας ἐκεῖ μὲ τὴν παρουσία τους σ᾿ ὅλη τὴν οἰκογένεια μιὰ σπάνια γλυκιὰ ἀνάπαυση καὶ εἰρήνη. Σύντομα ἐπέστρεψαν στὸ Σταυροβούνι. Ὄχι ὅμως γιὰ πολύ. Γιατὶ ἡ θεία Πρόνοια ὁδήγησε καὶ τὰ δυὸ ἀδέλφια στοὺς Ἁγίους Τόπους. Ἐκεῖ κάτω ἀπὸ τὴ στοργικὴ προστασία τοῦ π. Τιμοθέου Θέμελη, ἀρχικὰ ὡς Ἀρχιμανδρίτη καὶ μετέπειτα ὡς Πατριάρχη, διέμεναν ὡς δόκιμοι μοναχοὶ στὴν Ἁγιοταφικὴ Ἀδελφότητα καὶ γράφτηκαν στὸ Γυμνάσιο τῆς Πατριαρχικῆς Σχολῆς. Ἐκεῖ συνέχισαν μὲ τὸν ἴδιο ζῆλο τὸ πνευματικό τους πρόγραμμα. Μὲ ἦθος ἄριστο πάντα καὶ μὲ οἰκοδομητικὲς συζητήσεις μὲ τοὺς συμμαθητές τους. Ὅταν εἶχαν δύσκολες ἐξετάσεις στὰ μαθήματα, πήγαιναν τὰ δυὸ ἀδέλφια στὶς 6 τὸ πρωὶ στὸ κοντινὸ Μετόχι τῆς Παναγίας στὴ Γεθσημανῆ γιὰ νὰ ψάλουν τὴν Παράκληση καὶ νὰ ἐνισχυθοῦν. Ἀπέφευγαν τὶς πολυλογίες καὶ διαχύσεις. Ἰδιαίτερα ὁ Σοφοκλῆς ἀπέφευγε τὶς τιμητικὲς ἐμφανίσεις. Σὲ ἀναμνηστικὲς μάλιστα φωτογραφίες ποὺ ὐποχρεωνόταν νὰ βγεῖ μὲ ἄλλους συμμαθητές του κρυβόταν πίσω ἀπὸ τοὺς ψηλούς. Πάντα ἦταν ὁ ἀθόρυβος, ὁ ταπεινός, ὁ ἁπλοῦς καὶ ὁ ἄκακος. Τὸ 1937 τὰ δύο ἀδέλφια ἔγιναν Μοναχοί. Ὁ Σοφοκλῆς ἐπῆρε τὸ ὄνομα Φιλούμενος καὶ ὁ Ἀλέξανδρος, τὸ ὄνομα Ἐλπίδιος. Τὸν ἴδιο χρόνο χειροτονήθηκαν Διάκονοι. Καὶ λίγο ἀργότερα στὴ νόμιμη ἡλικία χειροτονήθηκαν Ἱερεῖς. Τὸ 1945 οἱ δρόμοι τῶν δύο ἀδελφῶν διαφοροποιήθηκαν. Ὁ Ἐλπίδιος ἦρθε στὴν Ἀθήνα νὰ σπουδάσει Θεολογία. Πάντα ὅμως τὰ ἀδέλφια αὐτὰ ἦταν ψυχικὰ ἑνωμένα. Ὁ π. Φιλούμενος ἔταξε τὸν ἑαυτό του νὰ παραμείνει πιστὸς φύλακας τῶν ἱερῶν Προσκυνημάτων τῶν Ἁγίων Τόπων. Προχωροῦσε μὲ ἀπόλυτη καὶ χαρούμενη ὑπακοὴ σὲ ὅποια θέση ἔκρινε γι᾿ αὐτὸν τὸ Πατριαρχεῖο. Ὑπῆρξε διευθυντὴς τοῦ Οἰκοτροφείου τῆς Πατριαρχικῆς Σχολῆς. Στὴ συνέχεια ἡγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τῶν Ἀρχαγγέλων καὶ φύλακας τοῦ Προσκυνήματος τῆς Βηθλεέμ. Ἀργότερα Τυπικάριος τοῦ Μοναστηριακοῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου καὶ τῆς Ἁγίας Ἑλένης. Διετέλεσε ἡγούμενος τῶν Προσκυνημάτων τῆς Τιβεριάδος μὲ ἕδρα τὸν Ἱερὸ Ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων. Διακόνησε ἐπίσης στὴν Ἰόππη καὶ στὴν Ἱερὰ Μονὴ Προφήτου Ἠλιοῦ ἔξω ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα. Θαυμαστὴ ποιμαντικὴ δράση ἀνέπτυξε στὴ Ραμάλλα, προάστιο τῶν Ἱεροσολύμων. Καὶ ἐπειδὴ γνώριζε καλὰ τὰ ἀραβικά, στήριξε πολὺ τοὺς ἐκεῖ ἀραβόφωνους Ὀρθόδοξους. Ἐπιπλέον ἀπέκτησε φήμη ἐξαίρετου Ἐξομολόγου καὶ στοργικοῦ Πατέρα. Θὰ συνεχίσουμε ὅμως καὶ στὸ ἑπόμενο ἄρθρο μας γιὰ νὰ θαυμάσουμε τὸν χαρακτήρα τῆς διακονίας καὶ τὸ σεπτὸ μαρτύριο τοῦ ἁγίου Ἱερομάρτυρος Φιλουμένου.ΟΣΩΤΗΡ2209
ΕΔΩ ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ https://antonisparas.blogspot.com/2022/12/1913-1979-29.html

01 Δεκεμβρίου, 2022

Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΩΝ ΔΕΚΑ ΕΝΤΟΛΩΝ

 Οἱ δέκα ἐντολὲς δόθηκαν ἀπὸ τὸν Θεὸ στὸν Μωυσῆ στὸ ὄρος Σινᾶ, ὅταν πορεύονταν οἱ Ἑβραῖοι ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο στὴ Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας.

Σύμφωνα μὲ τὴν Ἰουδαϊκὴ παράδοση, δόθηκαν πενήντα ἡμέρες ἀπὸ τότε ποὺ ἔφυγαν ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο. Οἱ ἑρμηνευτὲς ἐδῶ βρίσκουν σχέση τῆς Σιναϊτικῆς Πεντηκοστῆς τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης μὲ τὴν Ἱεροσολυμιτικὴ Πεντηκοστὴ τῆς Καινῆς Διαθήκης. Καὶ στὶς δύο ἔχουμε φανερώσεις τοῦ Θεοῦ. Στὴν πρώτη παραδόθηκε ὁ Νόμος τοῦ Θεοῦ, στὴ δεύτερη ἱδρύθηκε ἡ Ἐκκλησία, κατῆλθε τὸ Ἅγιον Πνεῦμα στὸ ὑπερῶο τῆς Ἱερουσαλήμ, ὅπου βρίσκονταν οἱ Μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ καὶ τοὺς ἀνέδειξε πνευματέμφορους κήρυκες τῆς ἀλήθειας καὶ ἀνακαινιστὲς τῆς Οἰκουμένης, ἐγκαινιάζοντας νέα ἐποχή, τὴν ἐποχὴ τῆς Χάριτος. Στὴ Σιναϊτικὴ Πεντηκοστὴ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης κατέβηκε ὁ ἅγιος Θεὸς στὸ ὄρος Σινᾶ καὶ παρέδωσε στὸν περιούσιο λαό Του τὸν Νόμο Του, γιὰ νὰ μείνει αἰώνια κληρονομιὰ ὅλου τοῦ κόσμου. Ἡ παράδοση τοῦ Νόμου τοῦ Θεοῦ εἶναι μοναδικὸ γεγονὸς στὴν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητος καὶ ἀφορᾶ ὄχι μόνο στὸν ἰσραηλιτικὸ λαό, ἀλλὰ σὲ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα. Κι ὄχι μόνο γιὰ τὶς ἀρχαῖες γενεές, ἀλλὰ γιὰ ὅλες τὶς γενεὲς τῶν ἀνθρώπων μέχρι τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου. Καὶ πρὶν ἀπὸ τὴν παράδοση τοῦ Νόμου, ὁ ἅγιος Θεὸς ἐπιδαψίλευε στὸν περιούσιο λαό Του θαυμαστὲς εὐλογίες. Νὰ θυμηθοῦμε τὴν ἐλευθερία τους ἀπὸ τὴ δουλεία τοῦ Φαραώ· τὴ φωτεινὴ νεφέλη, ἡ ὁποία τοὺς ἔκανε σκιὰ τὴν ἡμέρα γιὰ νὰ μὴν τοὺς καίει ὁ ἥλιος, καὶ τὴ νύχτα τοὺς φώτιζε καὶ τοὺς θέρμαινε γιὰ νὰ μὴν κρυώνουν ἀπὸ τὴν ἀπότομη μεταβολὴ τῆς θερμοκρασίας· τὴ θαυμαστὴ διάβαση τῆς Ἐρυθρᾶς θάλασσας καὶ τόσες ἄλλες! Στὸ ὄρος Σινᾶ, ὡς ἀποκορύφωμα τῶν εὐλογιῶν Του, ὁ Κύριος προσφέρει στὸν περιούσιο λαό Του γραπτὸ τὸν θεῖο Νόμο Του καὶ τοὺς ζητεῖ νὰ ὑπακούουν στὴ φωνή Του καὶ νὰ φυλάσσουν τὴ Διαθήκη Του: «Καὶ νῦν ἐὰν ἀκοῇ ἀκούσητε τῆς ἐμῆς φωνῆς καὶ φυλάξητε τὴν διαθήκην μου, ἔσεσθέ μοι λαὸς περιούσιος» (Ἐξ. ιθ΄ [19] 5). Καὶ τώρα ἂν ἀκούσετε μὲ προσοχὴ τὴ φωνή μου καὶ τηρήσετε τὴ Διαθήκη μου, θὰ εἶστε λαός μου ἐκλεκτός. Γιὰ νὰ μὴν περιφρονήσουν μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου οἱ Ἰσραηλίτες καὶ ὅλες οἱ γενεὲς τῶν ἀνθρώπων τὴ μεγάλη σπουδαιότητα τῆς Διαθήκης Του, ὁ ἅγιος Θεὸς παραδίδει τὸν θεῖο Νόμο Του μὲ πολύ μεγάλη ἐπισημότητα, ἀφοῦ προηγεῖται ἀνάλογη προετοιμασία ἀπ᾿ ὅλο τὸν Ἰσραηλιτικὸ λαὸ μὲ τριήμερους ἁγνισμοὺς καὶ ἐγκράτεια. Ὅταν ξημερώνει ἡ τρίτη ἡμέρα, ἀρχίζουν νὰ ἀντηχοῦν βροντὲς δυνατὲς καὶ νὰ λάμπουν ἀστραπές. Συγχρόνως νεφέλη γνοφώδης καὶ σκοτεινὴ καλύπτει τὴν κορυφὴ τοῦ ὄρους Σινᾶ καὶ ἦχος ἀπὸ σάλπιγγα ἀντηχεῖ μὲ δύναμη πολλή. «Τὸ ὄρος τὸ Σινὰ ἐκαπνίζετο ὅλον» (Ἐξ. ιθ΄ [19] 18). Καπνίζει ὁλόκληρο τὸ ὄρος Σινᾶ καὶ ὁ καπνὸς ἀνεβαίνει ψηλὰ σὰν νὰ βγαίνει ἀπὸ καμίνι τὴν ὥρα ποὺ καίγεται. Θέαμα καὶ ἄκουσμα ἐπιβλητικό, μεγαλοπρεπές, μοναδικό, ποὺ φανερώνει τὴν κυριαρχία τοῦ Θεοῦ στὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως καὶ συμβολίζει τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ! Ἕνας λαὸς δύο περίπου ἑκατομμυρίων μὲ τὰ βλέμματα στραμμένα στὴν κορυφὴ τοῦ Σινᾶ παρακολουθεῖ μὲ τεταμένη προσοχὴ τὰ τελούμενα. Μέσα στὸ μεγαλεῖο ἐκείνης τῆς ὥρας ἐμφανίζεται ὁ Θεὸς «ὡς πῦρ καταναλίσκον», συνοδευόμενος ἀπὸ μυριάδες Ἀγγέλων ποὺ Τὸν ἀκολουθοῦν σαλπίζοντας δυνατά. Ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ κυριεύεται ἀπὸ φόβο καὶ κατάπληξη: «Καὶ ἐξέστη πᾶς ὁ λαὸς σφόδρα» (Ἐξ. ιθ΄ [19] 18). Κατόπιν ὁ Κύριος τῶν Δυνάμεων καλεῖ τὸν Μωυσῆ νὰ ἀνεβεῖ στὴν κορυφὴ τοῦ βουνοῦ. Ἐκεῖ μὲ τρόπο θαυμαστὸ καὶ ἐπιβλητικὸ παραδίδει στὸν πιστὸ δοῦλο Του τὸν γραπτὸ Νόμο Του. Οἱ δέκα ἐντολὲς γράφονται σὲ δύο λίθινες πλάκες «δακτύλῳ Θεοῦ» ὑπερφυσικά (Ἐξ. λα΄ [31] 18). Οἱ πλάκες τῶν ἐντολῶν ὀνομάζονται «πλάκες τῆς Διαθήκης», ἢ «πλάκες τοῦ ­  Μαρτυρίου», ἢ ἁπλῶς «Μαρτύριον».  Ἡ πρώτη περιλαμβάνει τὶς τέσσερις πρῶτες ἐντολὲς ποὺ ἀναφέρονται στὰ καθήκοντα ποὺ ἔχουμε πρὸς τὸν Θεὸ καὶ ἡ δεύτερη τὶς ὑπόλοιπες ἕξι ἐντολὲς ποὺ ἀναφέρονται στὰ καθήκοντα ποὺ ἔχουμε πρὸς τὸν πλησίον. Ἡ ὀνομασία τους «δέκα ἐντολὲς» ἢ «δεκάλογος» εἶναι ἁγιογραφική, διότι στὴν Ἔξοδο καὶ στὸ Δευτερονόμιο γίνεται σαφὴς ἀναφορὰ σὲ «δέκα λόγους» (Ἐξ. λδ΄ [34] 28· Δευτ. ι΄ [10] 4) καὶ «δέκα ρήματα» (Δευτ. δ΄ 13). Ἡ ὀνομασία «δεκάλογος» χρησιμοποιήθηκε γιὰ πρώτη φορὰ ἀπὸ τὸν Κλήμεντα τὸν Ἀλεξανδρέα στὸ ἔργο του «Παιδαγωγός» (ΙΙΙ, 89). Σὲ ἑπόμενα ἄρθρα  θὰ πάρουμε τὶς δέκα ἐντολὲς μὲ τὴ σειρὰ καὶ θὰ ἐκθέσουμε μὲ κάθε δυνατὴ συντομία τὴ βαθύτερη σημασία τους.ΟΣΩΤΗΡ2209

30 Νοεμβρίου, 2022

ΚΕΡΔΙΣΕ ΜΕ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ !

 Ὁ ἅγιος ἀπόστολος Ἀνδρέας ὁ Πρωτόκλητος βρίσκεται στὰ Ἱεροσόλυμα μαζὶ μὲ τοὺς ὑπόλοιπους Ἀποστόλους, ἕτοιμοι νὰ ἐκτελέσουν τὴν  ἐντολὴ τοῦ Διδασκάλου τους. Ἕτοιμοι νὰ φύγουν γιὰ νὰ κηρύξουν στὰ πέρατα τοῦ  κόσμου τὸ μήνυμα τοῦ Εὐαγγελίου.

«Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη» (Ματθ. κη΄ [28] 19). Ἔτσι ἀρχίζει καὶ γιὰ τὸν ἀπόστολο Ἀνδρέα ἡ ἀποστολική του περιοδεία στὰ μέρη τῆς Θράκης  καὶ τῆς Σκυθίας, τῆς σημερινῆς νότιας  Ρωσίας, πρὶν καταλήξει στὴν Ἀχαΐα καὶ  τὴν πόλη τῶν Πατρῶν γιὰ τὸ μαρτυρικό του τέλος.

Ἡ μετάβαση ὅμως τοῦ ἁγίου Ἀποστόλου στὰ παράλια τοῦ Εὐξείνου Πόντου  καὶ στὴν πόλη τῆς Σινώπης ἦταν, ὅπως  θὰ δοῦμε, μιὰ ἐπιβεβαίωση τῶν λόγων  τοῦ Κυρίου, ὁ Ὁποῖος εἶχε προαναγγείλει στοὺς Ἀποστόλους: «ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω ὑμᾶς ὡς πρόβατα ἐν μέσῳ λύκων» (Ματθ. ι΄ [10] 16). Ναί! Οἱ Ἀπόστολοι ἦταν τὰ πρόβατα ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ  κηρύξουν τὴν ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου ἀνάμεσα σὲ λύκους, σὲ αἱρετικούς, σὲ  εἰδωλολάτρες. 

Ἔφθασε λοιπὸν ὁ Πρωτόκλητος στὴ Σινώπη μαζὶ μὲ τὸν ἀδελφό του τὸν Πέτρο καὶ τὸν ἀπόστολο Ματθία. Μιὰ πόλη μὲ μεγάλη ἐμπορικὴ κίνηση καὶ πλήθη λαοῦ. Ἐκεῖ βρῆκε πολλοὺς Ἕλληνες  ἀλλὰ καὶ πολλοὺς Ἰουδαίους, οἱ ὁποῖοι  λόγῳ τῶν θρησκευτικῶν τους διαφορῶν  ἦταν μεταξύ τους χωρισμένοι σὲ ἀντίπαλα στρατόπεδα. Ἡ ἔχθρα τοὺς εἶχε καταντήσει βαρβάρους. Ἀνθρωποφάγους  τοὺς ἀποκαλοῦσαν, ὅπως διαβάζουμε  στὸν   Συναξαριστή.

Ὁ Ἀπόστολος χωρὶς νὰ ἐπηρεασθεῖ ἀπὸ ὅλες αὐτὲς τὶς καταστάσεις, ἀρχίζει  μὲ ἐντατικοὺς ρυθμοὺς τὸ ἀποστολικό του ἔργο. Καὶ ἑνῶ ὁ σπόρος τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ ἔπεφτε στὶς ψυχές, ἄρχισαν  πολὺ γρήγορα νὰ φαίνονται οἱ πρῶτοι  καρποὶ τῆς ἐργασίας του. Συγχρόνως  ὅμως φάνηκε μὲ ὀξὺ καὶ σκληρὸ τρόπο ἡ  ἀντίδραση τοῦ διαβόλου, ποὺ ἔβλεπε ὅτι  χάνει ἕνα κάστρο ἀπὸ τὸ κήρυγμα τοῦ Ναζωραίου. Ὁ «τομώτερος ὑπὲρ πᾶσαν μάχαιραν»(Ἐβρ. δ΄ 12) λόγος τοῦ Θεοῦ ξεσήκωσε τὴ μανιώδη ἀντίδραση τῶν ἀνθρωποφάγων τῆς Σινώπης. Συλλαμβάνουν τὸν  Ματθία μὲ σκοπό; Ἀπίστευτο! Νὰ τὸν κατασπαράξουν! Ἐπεμβαίνει τότε μὲ θαυ­ μαστὸ τρόπο ὁ Ἀνδρέας, ἀπελευθερώνει τὸν Ματθία καὶ φεύγουν χωρὶς χρονοτριβὴ ἀπὸ τὴ Σινώπη, ἀφήνοντας ὅμως  ἐκεῖ ἡμιτελὲς τὸ ἀποστολικό τους ἔργο. Συνέχισαν ὅμως οἱ Ἀπόστολοι τὸ κήρυγμά τους σε ἄλλες πόλεις τοῦ Πόντου, τῆς Θράκης, τῆς Προποντίδος.  Ἀλλὰ μέσα στὴν ἀποστολικὴ καρδιὰ  τοῦ Πρωτοκλήτου ὑπάρχει ἕνα ἀγκάθι,ἕνας πόνος. Ὁ πόνος γιὰ τὸ ἔργο ποὺ ἄφησε ἡμιτελὲς στὴ Σινώπη. «Ἀνάγκη  μοι ἐπίκειται» (Α΄ Κορ. θ΄ 16), ὅπως θὰ πεῖ καὶ ὁ Παῦλος. Αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκη νὰ ἔρθω καὶ νὰ συνεχίσω τὸ ἔργο  τοῦ εὐαγγελισμοῦ τῶν ψυχῶν σας. Καὶ  σὲ αὐτὴ τὴν ἀνάγκη δὲν μπορῶ νὰ ἀντισταθῶ.  Πηγαίνει λοιπὸν ὁ Ἀνδρέας γιὰ δεύτερη φορά. Καὶ πληροφοροῦνται οἱ κάτοικοι ὅτι ἔχει ἔρθει αὐτὸς ποὺ ἐλευθέρωσε  τὸν Ματθία. «Παμπληθεὶ συναθροισθέντες καὶ ἐμμανεῖς γενόμενοι», συλλαμβάνουν τὸν Ἀπόστολο καὶ ἀρχίζουν νὰ  συζητοῦν τοὺς τρόπους ποὺ θὰ ἔκαναν φρικτότερο τὸν μαρτυρικό του θάνατο. «Ἂν τὸν ἀποκεφαλίσουμε, ὁ θάνατός του  δὲν θὰ εἶναι βασανιστικός». «Νὰ τὸν κάψουμε ζωντανό! Ἀλλὰ τότε δὲν θὰ μπορέσουμε νὰ φᾶμε τὶς σάρκες του». Φρίκη! Ἀποκτηνωμένοι ἄνθρωποι. Ἀνθρωπόμορφα τέρατα, ποὺ μὲ θυσιαστικὴ ἀγάπη παλεύει ὁ ἀπόστολος Ἀνδρέας νὰ  μεταβάλει.

Ἀποφασίζουν τελικὰ καὶ ἀφοῦ περιτυλίγουν τὸν λαιμὸ τοῦ Ἁγίου μὲ ἕνα σχοινί,  ἀρχίζουν μὲ κάθε βαναυσότητα νὰ σέρνουν στὰ λιθόστρωτα καὶ στὶς πλατεῖες  τῆς πόλεως τὸ τίμιο σῶμα του. Τρεῖς μέρες κράτησε τὸ φρικτὸ μαρτύριο. Τρεῖς μαρτυρικὲς ἡμέρες. Στὸ τέλος, τὸ σῶμα τοῦ Ἀποστόλου εἶχε ἐξαντληθεῖ καὶ «αἱ σάρκες αὐτοῦ ἐδαπανήθησαν». Παρὰ ταῦτα ἐκεῖνος ξεπερνώντας κάθε ἀνθρώπινη λογικὴ προσευχόταν μετὰ δακρύων  πρὸς τὸν Κύριο καὶ ἤλπιζε στὴ μετάνοια  αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων καὶ στὴ σωτηρία τους.

Ποιὸ ἦταν τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ φρικτοῦ  μαρτυρίου ποὺ ὑπέστη; Μᾶς τὸ περιγράφει μὲ μοναδικὸ τρόπο ὁ ἱερὸς ὑμνογράφος σὲ ἕνα τροπάριο τοῦ Ἑσπερινοῦ: 

«Ὡς δέλεαρ ἰχθῦσι, τὰς σάρκας τοῖς ἀνόμοις παρέδωκε, καὶ τούτους, ἐσαγήνευσεν»! Ὅπως βάζει ὁ ψαρὰς στὸ ἀγκίστρι  τὸ δόλωμα γιὰ νὰ πιάσει τὰ ψάρια, ἔβαλε καὶ ὁ ἁλιέας τῶν ψυχῶν ἀπόστολος Ἀνδρέας τὶς σάρκες του στοὺς ἀνόμους,καὶ ἔτσι τοὺς σαγήνευσε καὶ ἀπὸ τὸν σκοτεινὸ βυθὸ τῆς ἀγνωσίας τοὺς ὁδήγησε στὸ φῶς τῆς θεογνωσίας.

Τὸ θαῦμα ἔγινε! Ὁ Κύριος ἐμφανίσθηκε τὴ νύχτα στὴ φυλακὴ ποὺ βρισκόταν ὁ Ἀπόστολος καὶ μὲ θαυμαστὸ τρόπο τὸν  θεράπευσε.

Ἡ ὑπομονὴ τοῦ Ἀποστόλου στὸ βασανιστικὸ μαρτύριο, τὸ σιωπηρό του παράδειγμα, ἡ μακροθυμία του, ἡ ἀνεξικακία του πρὸς τοὺς δημίους του, ἔφεραν καὶ τὸ μεγαλύτερο θαῦμα. Τὸ θαῦμα ποὺ περίμενε καὶ ὁ Ἀπόστολος τοῦ Θεοῦ: τὴ  μετάνοια τῶν κατοίκων, τὴ μεταστροφή τους εἰς Χριστόν, τὴν ἀποδοχὴ τοῦ εὐαγγελικοῦ κηρύγματος.

Αὐτὴ ἦταν ἡ ζωὴ τῶν ἁγίων Ἀποστόλων! Ζωὴ θυσίας, ζωὴ ἀγάπης ἕως θανάτου γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ψυχῶν. Αὐτὸ διδάσκει καὶ μᾶς σήμερα ὁ ἅγιος ἀπόστολος Ἀνδρέας: Στὸ περιβάλλον μας, στὸν χῶρο ποὺ ζοῦμε καὶ ἐργαζόμαστε, στὴν οἰκογένειά μας, στὸ συγγενικό μας περιβάλλον ἂς κηρύττουμε Χριστὸν μὲ τὸ παράδειγμα τῆς ἀγάπης μας, ἀλλὰ καὶ μὲ τὰ λόγια μας τὰ γεμάτα ἀγάπη. Ἂς εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ ὑπομείνουμε γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν ἀδελφῶν μας, εἰρωνεῖες, περιφρονήσεις καὶ ἀδικίες. Τότε, ναί! Ἡ ἀγάπη θὰ κερδίσει. Θὰ  δοῦμε τὴν Χάρι τοῦ Θεοῦ νὰ ἐνεργεῖ θαύματα στὶς ψυχές τους, νὰ ἐνεργεῖ τὸ μέγα θαῦμα τῆς σωτηρίας τους. ΟΣΩΤΗΡ2209

29 Νοεμβρίου, 2022

ΤΟ ΠΙΟ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ ΕΡΩΤΗΜΑ

 1. Ο Πλουσιος Νεανίσκος

Ένας ἄρχοντας  πλησίασε τὸν Κύριο καὶ Τὸν ρώτησε:
–«Διδάσκαλε ἀγαθέ, τί ποιήσας ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω;». Διδάσκαλε ἀγαθέ, τί νὰ κάνω γιὰ νὰ κληρονομήσω τὴν αἰώνια ζωή;
Πολλοὶ πλησίαζαν τὸν Κύριο ζητώντας κυρίως τὴ θεραπεία τους ἢ δικῶν τους  ἀνθρώπων ἀπὸ ἀσθένειες τοῦ σώματος, ἢ τὴν ἀπελευθέρωση ἀπὸ δαιμόνια. Ὁ νεαρὸς αὐτὸς ζήτησε ἀπὸ τὸν Κύριο κάτι ἀνώτερο· Τὸν ρώτησε πῶς νὰ κερδίσει
τὴν αἰώνια ζωή. Εἶχε εὐσεβεῖς πόθους αὐτὸς ὁ νέος, εἶχε πνευματικὰ ἐνδιαφέρον­τα· τὸν ἀπασχολοῦσε πῶς θὰ σώσει τὴν ψυχή του, καὶ ὡς πρὸς αὐτὸ εἶναι ἀξιέ­παινος.
Τὸ ἐρώτημα τοῦ πλουσίου νεανίσκου σ᾿ ἐμᾶς τοὺς πιστοὺς τοῦ σήμερα δὲν   ἀκούγεται πρωτότυπο. Ὅμως ἔχουμε ἀνάγκη νὰ τὸ ἀκοῦμε συχνά, διότι εἶναι  τὸ πιὸ σπουδαῖο ἐρώτημα τῆς ζωῆς
μας καὶ διότι καθημερινὰ παρουσιάζονται πολλὲς ἀφορμὲς γιὰ νὰ τὸ παραβλέπουμε καὶ νὰ τὸ λησμονοῦμε.
Πῶς θὰ κληρονομήσω τὴν αἰώνια  ζωή; Ἂς ἐπαναλαμβάνουμε αὐτὸ τὸ ἐρώτημα στὸν ἑαυτό μας κάθε πρωί.
Καὶ τὸ βράδυ μὲ ἄλλη μορφή: Σήμερα τί ἔκανα γιὰ νὰ κληρονομήσω τὴν αἰώ­νια Βασιλεία; Γιατὶ ὅλα τὰ ἄλλα θὰ περάσουν καὶ θὰ τελειώσουν, καὶ θὰ μᾶς  μείνει μόνο τὸ τί κάναμε γιὰ τὴν ψυχή
μας. Πραγματικὰ μακάριος καὶ εὐτυχὴς  ὅποιος ἔβαλε αὐτὸν ὡς πρῶτο σκοπὸ  τῆς ζωῆς του.
2. Ὑπακοή στον   Θεό!
Ὁ Κύριος δὲν ἀπαντᾶ ἀμέσως στὸ  ἐρώτημα τοῦ νεαροῦ ἄρχοντα, ἀλλὰ  πρῶτα τὸν διορθώνει:
–«Τί με λέγεις ἀγαθόν; οὐδεὶς ἀγαθὸς εἰ μὴ εἷς ὁ Θεός». Γιατί μὲ ὀνομάζεις ἀγαθό; Κανεὶς δὲν εἶναι ἀγαθὸς παρὰ  μόνο ἕνας, ὁ Θεός.
Ὁ Κύριος ἔκανε αὐτὴ τὴν ὑπόδειξη, διότι ὁ νεαρὸς ἄρχοντας θεωροῦσε τὸν Κύριο ἁπλὸ ἄνθρωπο, ἐνῶ στὴν πρα­γματικότητα δὲν ἦταν μόνο ἄνθρωπος,
ἀλλὰ καὶ Θεός· καὶ αὐτὸ οὐσιαστικὰ
ἐννοεῖ ἐδῶ. Εἶναι σὰν νὰ λέει στὸν νε­ανίσκο: «Γιατί μὲ λὲς ἀγαθό; Ἂν μὲ ὀνο­μάζεις ἀγαθό, σημαίνει ὅτι μὲ θεωρεῖς Θεό, ἐφόσον μόνο ὁ Θεὸς εἶναι τέλεια
ἀγαθὸς καὶ ἡ πηγὴ τῆς ἀγαθότητος. Καὶ ἐφόσον μὲ θεωρεῖς Θεό, ὀφείλεις νὰ δεί­ξεις τέλεια ὑπακοὴ σ᾿ αὐτὸ ποὺ εὐθὺς  θὰ σοῦ πῶ».
Ὅμως ὁ λόγος αὐτὸς τοῦ Κυρίου ἀ­φορᾶ σὲ ὅλους μας. Ἐφόσον Τὸν ὁμο­λογοῦμε ὡς τὸν Κύριό μας, ὡς τὸν ἐν­ανθρωπήσαντα Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, ὁμοούσιο μὲ τὸν Θεὸ Πατέρα, Τοῦ ὀφείλου­με τέλεια ὑπακοὴ σὲ ὅλα τὰ παραγγέλματά Του. Γιὰ νὰ ἔλθει ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς στὴ ζωή μας καὶ νὰ τὴν  μεταβάλει, δὲν ἀρκεῖ ἕνας ἁπλὸς θαυμασμὸς πρὸς τὸ πρόσωπό Του, κάποια  εὐλάβεια ἢ ἀκόμη ἐπιλεκτικὴ τήρηση  τῶν ἐντολῶν Του, ἀλλὰ χρειάζεται καὶ ἡ εἰλικρινὴς ἀπόφαση νὰ Τοῦ δώσουμε τὴν καρδιά μας, νὰ Τοῦ παραδώσουμε  ἐλεύθερα ὁλόκληρη τὴ ζωή μας. Εἴμα­στε ἀληθινοὶ Χριστιανοὶ ὄχι ὅταν μόνο  κάποιες φορὲς συμβουλευόμαστε τὸν  Νόμο Του, ἀλλὰ ὅταν πάντοτε ἐφαρμό­ζουμε ὅλες τὶς ἐντολές Του καὶ ὅταν τὶς ἐπιλογές μας τὶς καθορίζει σταθερὰ τὸ  θέλημά Του.
Αὐτὸ τόνισε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος καὶ στὴν  ἐπὶ τοῦ Ὄρους ὁμιλία Του: Δὲν θὰ εἰσέλθει στὴ Βασιλεία μου ὅποιος ἁπλῶς μὲ  ἀποκαλεῖ «Κύριε, Κύριε», ἀλλὰ αὐτὸς  ποὺ τηρεῖ τὸ θέλημα τοῦ ἐπουρανίου
Πατρός μου (Ματθ. ζ´ 21).

3. Ὅλα Δυνατά με την Χάρι του  Θεοῦ!

Ὁ Κύριος ἀπάντησε τελικὰ στὸν νε­αρὸ ὅτι μὲ τὴν ἐφαρμογὴ τῶν ἐντολῶν θὰ σωθεῖ, καὶ ἀπαρίθμησε τὶς βασικότερες. Ἐκεῖνος ἀπόρησε· αὐτὰ τὰ ἐφάρμοζε ἀπὸ τὴν πρώτη νεότητά του. Τότε ὁ Κύριος τοῦ ὑπέδειξε μιὰ μοναδικὴ  πρόταση καὶ κλήση: νὰ δωρίσει ὅλα τὰ  ὑπάρχοντά του στοὺς φτωχοὺς καὶ νὰ  Τὸν ἀκολουθήσει, ὥστε νὰ γίνει Μαθητής Του ὅπως οἱ Δώδεκα. Ὁ νέος ὅμως
δὲν ἀνταποκρίθηκε· ἔφυγε λυπημένος,διότι ἡ καρδιά του ἦταν προσκολλημέ­νη στὰ πλούτη του.
Ὁ Κύριος ἀναφώνησε: «Πόσο δύσκολα θὰ εἰσέλθουν στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ  ὅσοι ἔχουν τὰ χρήματα, καὶ εἶναι ἡ καρδιά τους ὑποδουλωμένη σ᾿ αὐτά»! «Καὶ  τότε ποιὸς μπορεῖ νὰ σωθεῖ;», ρώτησαν  οἱ Μαθητές. Ὁ Κύριος τοὺς ἀπάντησε:
–«Τὰ ἀδύνατα παρὰ ἀνθρώποις δυ­νατὰ παρὰ τῷ Θεῷ ἐστι». Ἐκεῖνα ποὺ  εἶναι ἀδύνατα μὲ τὴν ἀσθενικὴ δύναμη τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι δυνατὰ καὶ κατορθωτὰ μὲ τὴν Χάρι καὶ δύναμη τοῦ Θεοῦ.
Ἡ συνάντηση του Ιησού με τον νεαρό αρχοντα περιέχει ἀρχικὰ  κάτι τὸ λυπηρό: τὸν ὡραῖο πόθο ἑνὸς νέου ποὺ δὲν ἔφθασε ποτὲ στὴν ἡρωικὴ ἀπόφαση τῆς ἀφιερώσεως. Κλεί­νει ὅμως μὲ ἕνα μήνυμα γεμάτο ἐλπίδα: Μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ ὅλα εἶναι δυ­νατά. Ἂς μὴν ποῦμε λοιπὸν ποτὲ «δὲν
μπορῶ»· «δὲν μπορῶ νὰ νικήσω αὐτὸ τὸ πάθος, δὲν μπορῶ νὰ σηκώσω αὐτὴ τὴ δοκιμασία». Ναί, ἐμεῖς εἴμαστε ἀδύ­ναμοι, ἀλλὰ ὁ Θεὸς εἶναι δυνατός, παν­τοδύναμος· καὶ εἶναι Πατέρας μας. Μᾶς δίνει τὸ θάρρος νὰ καταφεύγουμε σ᾿ Ἐ­κεῖνον, ὥστε νὰ ἐπιτύχουμε μὲ τὴ δική Του Χάρι καὶ δύναμη αὐτὸ ποὺ δὲν μποροῦμε νὰ ἐπιτύχουμε μόνοι μας. ΟΣΩΤΗΡ2209

27 Νοεμβρίου, 2022

ΤΑ ''ΣΥΝΘΗΜΑΤΙΚΑ'' ΤΟΥ ΘΕΟΥ !

Τριάντα χρονῶν ἦταν ὁ Δαβίδ, ὅταν ἀνακηρύχθηκε βασιλιὰς ὅλου τοῦ ἰσραηλιτικοῦ ἔθνους. Ἤδη εἶχε βασιλεύσει στὴ Χεβρών, πρωτεύουσα τῆς φυλῆς τοῦ Ἰούδα, ἐπὶ ἑπτάμισι ἔτη, καὶ τώρα, μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Σαούλ, ἀναδείχθηκε βασιλιὰς ὅλου τοῦ ἔθνους τῶν Ἰουδαίων. Στὴ θέση αὐτὴ ἐπρόκειτο νὰ παραμείνει ἐπὶ τριάντα τρία ἀκόμη ἔτη! Νέος, δυνατός, μὲ ἔκδηλη τὴν εὐμένεια καὶ βοήθεια τοῦ Θεοῦ στὸ πρόσωπό του, ὁ νεαρὸς βασιλιὰς ἄρχιζε τὴ διακυβέρνηση τοῦ λαοῦ του μὲ ὄχι λίγα προβλήματα. Καὶ ἀπὸ τὰ πρώτιστα ποὺ ἔπρεπε νὰ ἀντιμετωπίσει, ἦταν αὐτὸ τῆς παρουσίας ξένων, εἰδωλολατρικῶν λαῶν στὰ σύνορα. Ἀπὸ τοὺς πιὸ ἀπειλητικοὺς μάλιστα ἦταν αὐτὸς τῶν Φιλισταίων, οἱ ὁποῖοι συχνὰ καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν παρενοχλοῦσαν τοὺς Ἰσραηλίτες. Καθὼς λοιπὸν τώρα ἔμαθαν τὴν προαγωγὴ τοῦ Δαβὶδ καὶ τὴν ἀνάρρησή του στὸν βασιλικὸ θρόνο ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ ἰουδαϊκοῦ ἔθνους, θορυβήθηκαν. Καὶ γι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγο ἀποφάσισαν νὰ χτυπήσουν τὸν νέο βασιλιά, προτοῦ προλάβει νὰ ἑδραιωθεῖ στὸν θρόνο του. Στόχος τους νὰ τὸν ἀποδυναμώσουν ἐξαρχῆς, ὥστε νὰ μὴν ἀποκτήσει ποτὲ δυνάμεις ποὺ θὰ ἦταν ἐνδεχομένως ἀπειλητικὲς γιὰ τὴν ὑπόσταση τοῦ δικοῦ τους ἔθνους. Συγκέντρωσαν λοιπὸν ὅλη τὴν πολεμική τους μηχανὴ καὶ «ἀνέβησαν πάντες οἱ ἀλλόφυλοι ζητεῖν τὸν Δαυίδ», μᾶς πληροφορεῖ τὸ ἱερὸ κείμενο (Β΄ Βασ. ε΄ 17). Ὅλοι μαζὶ ἔφτασαν στὰ νότια τῆς Ἱερουσαλήμ, τῆς νέας πρωτεύουσας τοῦ Ἰσραήλ, καὶ παρατάχθηκαν σὲ μιὰ μεγάλη πεδιάδα, «τὴν κοιλάδα τῶν Τιτάνων» (ἢ Γιγάντων). Ἀπέναντί τους παρατάχθηκε ὁ Δαβὶδ γιὰ τὴ μεγάλη ἀναμέτρηση. Ὅμως δὲν ἀποφάσιζε ὁ εὐσεβὴς βασιλιὰς νὰ κινηθεῖ ἐναντίον τους, ἂν δὲν ρωτοῦσε πρῶτα τὸν Θεό. Μέσω τοῦ ἀρχιερέως ὁ Δαβὶδ ἔσπευσε νὰ λάβει τὴ θεϊκὴ ὁδηγία. «Εἰ ἀναβῶ πρὸς τοὺς ἀλλοφύλους καὶ παραδώσεις αὐτοὺς εἰς τὰς χεῖράς μου;», ἡ ἐρώτησή του. Νὰ ἐπιτεθῶ, θὰ μοῦ τοὺς παραδώσεις στὰ χέρια μου; «Ἀνάβαινε», τοῦ ἀπάντησε ὁ Θεός, βεβαιότατα θὰ σοῦ τοὺς παραδώσω (στίχ. 19). Διέταξε λοιπὸν ἐπίθεση στὰ στρατεύματά του ὁ Δαβὶδ καὶ κατήγαγε περιφανὴ νίκη ἐναντίον τους. Τοὺς συνέτριψε, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Δὲν πέρασε ὅμως πολὺς καιρός, καὶ νά πάλι οἱ Φιλισταῖοι, ἀνασυγκροτημένοι γιὰ νέα μάχη, πάλι στὴν ἴδια θέση. «Καὶ προσέθεντο ἔτι ἀλλόφυλοι καὶ συνέπεσαν ἐν τῇ κοιλάδι τῶν Τιτάνων» (στίχ. 22)  Πάλι στὴν καταφυγή του ὁ Δαβίδ: «Νὰ ἐπιτεθῶ;». «Ὄχι», τοῦ ἀπάντησε τώρα ὁ Θεός. «Δὲν θὰ ἐπιτεθεῖς. Θὰ ὑποχωρήσεις, θὰ πᾶς ἀπὸ πίσω τους καὶ θὰ τοὺς πλησιάσεις κοντὰ στὸ δάσος τοῦ Κλαυθμῶνος. Ἐκεῖ θὰ τοὺς περιμένεις» (στίχ. 23). Καὶ συνέχισε ἡ φωνὴ τοῦ Θεοῦ μὲ μία παράξενη τώρα ὁδηγία: «Μόλις ἀκούσεις ἕνα θόρυβο μέσα ἀπὸ τὸ δάσος, ἕνα ἰσχυρὸ φύσημα ἀνέμου στὶς κορυφὲς τῶν δέντρων, μόλις δεῖς τὰ δέντρα νὰ κουνοῦν τὶς κορυφές τους, τότε θὰ τοὺς ἐπιτεθεῖς. Αὐτὸ θὰ εἶναι τὸ σημάδι ὅτι Ἐγὼ εἶμαι ἤδη ἐμπρός σου γιὰ νὰ τοὺς ἀφανίσω» (στίχ. 24). «Καὶ ἐποίησε Δαυὶδ καθὼς ἐνετείλατο αὐτῷ Κύριος, καὶ ἐπάταξε τοὺς ἀλλοφύλους ἀπὸ Γαβαὼν ἕως τῆς γῆς Γαζηρά» (στίχ. 25). Ἀκολούθησε ἐπακριβῶς τὴν ὁδηγία τοῦ Κυρίου, περίμενε νὰ δεῖ τὸ «συνθηματικό», καὶ τότε ἐπιτέθηκε καὶ τοὺς συνέτριψε.

Τὸ «συνθηματικό»! Ἕνας παράδοξος θόρυβος στὶς κορυφὲς τῶν δέντρων, μία ἀπότομη κίνησή τους. «Φωνὴ συγκλεισμοῦ» τὴν ὀνομάζει τὸ ἱερὸ κείμενο, δηλαδὴ θόρυβος ποὺ δήλωνε τὴν περικύκλωση τῶν ἐχθρῶν καὶ τὴν ἐπικείμενη ἐξολόθρευσή τους. Ἔπρεπε λοιπὸν ὁ Δαβὶδ νὰ περιμένει, νὰ μὴν κάνει καμία πολεμικὴ κίνηση, ἕως ὅτου λάβει τὸ σημεῖο αὐτὸ ἀπὸ τὸν Θεό. Ἔπρεπε τώρα νὰ ἔχει τεταμένη τὴν προσοχή του, γιὰ νὰ ἀντιληφθεῖ τὸ «συνθηματικό», τὸ ὁποῖο μάλιστα ἀπὸ μόνο του δὲν ἦταν τέτοιο ποὺ νὰ δείχνει ἐξαρχῆς τὴ σημασία του. Ἄσχετο, θὰ ἔλεγε ἴσως κάποιος. Ναί, ἀλλὰ αὐτὸ τὸ «ἄσχετο» ἔπαιρνε συγκεκριμένη σημασία καὶ ἔδειχνε πλέον τὴν ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ! 

Καὶ ὁ μὲν Δαβὶδ ἦταν ἤδη προειδοποιημένος ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ περίμενε. Ἐμεῖς βέβαια τέτοιου εἴδους φωνὴ ἀπὸ τὸν Θεὸ δὲν θὰ ἀκούσουμε. Στὴν Καινὴ Διαθήκη ὅμως, στὴν ἐποχὴ τῆς Χά ριτος ποὺ ζοῦμε, ἰσχύει αὐτὸ ποὺ ὁ ἱερὸς εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης γράφει στὴν Καθολικὴ ἐπιστολή του: «Καὶ ὑμεῖς χρῖσμα ἔχετε ἀπὸ τοῦ ἁγίου, καὶ οἴδατε πάντα» (Α΄ Ἰω. β΄ 20). Μὲ τὸ Βάπτισμά σας ἔχετε λάβει τὴν Χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ αὐτὴ εἶναι ποὺ σᾶς διδάσκει, σᾶς ὁδηγεῖ καὶ σᾶς κατευθύνει ὥστε νὰ γνωρίζετε, νὰ μπορεῖτε νὰ διακρίνετε ὅλα ὅσα ἀφοροῦν στὴ σωτηρία σας. Σ᾿ ἐμᾶς τώρα ἐναπόκειται νὰ ἔχουμε τεταμένες τὶς ἐσωτερικὲς κεραῖες τῆς ψυχῆς μας, ἀσκημένα τὰ πνευματικὰ αἰσθητήριά μας καὶ ἀδιάπτωτο τὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὴν ἀναζήτηση τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ στὴ ζωή μας, γιὰ νὰ «πιάνουμε» καὶ νὰ ἀποκρυπτογραφοῦμε στὴ ζωή μας κάποια «συνθηματικὰ» ποὺ στέλνονται ἀπὸ τὸν Θεό. «Σημεῖα τῶν καιρῶν» τὰ ὀνόμασε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος (Ματθ. ις΄ [16] 3). Καὶ ἡ ἀκριβὴς ἔννοια τῆς ἐκφράσεως αὐτῆς εἶναι ὅτι πρόκειται γιὰ κάποια σημάδια ποὺ δηλώνουν τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ μέσα στὸν κόσμο, τὴ δική Του ἐπέμβαση. Καὶ δὲν εἶναι μόνο σημάδια ποὺ ἀφοροῦν στὴν ἐν γένει παρουσία Του στὸν κόσμο, ἀλλὰ καὶ στὸν κάθε ἄνθρωπο ξεχωριστά. Σημεῖα, μέσα ἀπὸ τὰ ὁποῖα ὁ πνευματικὸς ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ δεῖ καὶ νὰ διαγνώσει τὶς κινήσεις καὶ μεθόδους τῆς θείας Προνοίας γιὰ τὴ ζωή του καὶ τὴ σωτηρία του. Ἀκόμη καὶ ἀρνητικά: κάποια ἐνδεχομένως ἀσθένεια ἢ ἀποτυχία. Καὶ μέσα ἀπὸ αὐτὰ ἀκόμη μπορεῖ νὰ καταλάβει τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τὴν ἄοκνη θεία φροντίδα καὶ ἐπιμέλεια γιὰ τὴ σωτηρία του. Τὰ «συνθηματικὰ» τοῦ Θεοῦ! Γιὰ ὅποιον ἔχει μάτια καὶ αὐτιὰ νὰ τὰ καταλαβαίνει... ΟΣΩΤΗΡ2209 

25 Νοεμβρίου, 2022

Η ΑΝΥΔΡΗ ΓΗ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΜΟΥ

 


Πῶς εἶναι ἡ κατάξερη γῆ! Πῶς ἔχει στεγνώσει τελείως καὶ πῶς διψᾶ τὸ νερό! Καὶ ὅταν ἡ βροχὴ πλούσια πέσει ἐπάνω της καὶ τὴν ποτίζει, πόσο λαίμαργα ρουφᾶ τὸ δῶρο τοῦ οὐρανοῦ, νὰ δροσιστεῖ, νὰ ξεδιψάσει! Ἡ κατάξερη γῆ, ποὺ ποθεῖ τὸ νερό. Καὶ ἡ ἄνυδρη γῆς τῆς ψυχῆς μου, ποὺ ποθεῖ τὸν Θεό! Αὐτὸν τὸν πόθο γιὰ τὸν Θεὸ ἐκφράζει ὁ ἱερὸς Ψαλμωδὸς μὲ τὴν εἰκόνα τῆς κατάξερης γῆς. «Ἡ ψυχή μου ὡς γῆ ἄνυδρός σοι», λέει ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸν Θεό (Ψαλ. ρμβ΄ [142] 6). Ἡ ψυχή μου γεμάτη πόθο Σὲ δίψασε, Κύριε, καὶ ζήτησε τὴ βοήθειά Σου σὰν τὴν κατάξερη καὶ ἄνυδρη γῆ, ποὺ ἔχει ἄμεση ἀνάγκη νὰ ποτισθεῖ. Ἔτσι εἶναι ἡ ψυχή μας. Ὁ πανάγαθος Θεὸς μᾶς ἔπλασε ὄχι ὅπως ὅλα τὰ ἄλλα κτίσματα μὲ μόνο τὸν λόγο Του, ἀλλὰ μὲ ἄμεση ἐπέμβαση καὶ εἰδικὴ δημιουργικὴ ἐνέργεια. Μᾶς ἔπλασε «κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν» δική Του. Ὥστε ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀπὸ τὸν Θεὸ πλασμένος, κατὰ Θεὸν πλασμένος καὶ γιὰ τὸν Θεὸ πλασμένος. Ἀπὸ τὴν κατασκευή του εἶναι προορισμένος νὰ βρίσκει στὸν Θεὸ τὴν ἀνάπαυσή του, τὴ χαρά του, τὸ νόημα τῆς ζωῆς του καὶ τὴν πλήρωση ὅλων τῶν πόθων του. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ψυχή του αὐθόρμητα στρέφεται σ’ Αὐτὸν καὶ διαρκῶς Τὸν ἀναζητεῖ καὶ Τὸν περιμένει νὰ τὴν ἐπισκεφθεῖ καὶ νὰ τὴν ποτίσει μὲ τὴν Χάρι Του. Σὰν τὴν ἄνυδρη γῆ ρουφᾶ αὐτὴ τὴν Χάρι γιὰ νὰ δροσιστεῖ, νὰ ζωογονηθεῖ, νὰ ζήσει. Αὐτὸν τὸν πόθο γιὰ τὸν Θεὸ ἐκφράζει μὲ λόγους συγκινητικοὺς ὁ προφήτης Δαβίδ: «Σοὶ εἶπεν ἡ καρδία μου· Κύριον ζητήσω· ἐξεζήτησέ σε τὸ πρόσωπόν μου, τὸ πρόσωπόν σου, Κύριε, ζητήσω» (Ψαλ. κς΄ [26] 8). Μὲ πόθο πολὺ στρέφεται σὲ Σένα ἡ καρδιά μου καὶ φωνάζει: Τὸν Κύριο μὲ πόθο πολὺ θὰ ζητήσω. Σὲ ζήτησε ὅλη ἡ ὕπαρξή μου. Μὲ τὸ πρόσωπό μου στραμμένο σὲ Σένα, Σὲ ἱκέτευσα ἐπίμονα· τὸ πρόσωπό Σου, Κύριε, ζητῶ μὲ πόθο βαθύ. Συμβαίνει ὅμως πολλὲς φορὲς αὐτὸς ὁ πόθος γιὰ τὸν Θεὸ νὰ ἀτονεῖ μέσα μας, νὰ ὑποχωρεῖ, νὰ σβήνει. Ἴσως φταίει γι’ αὐτὸ ἡ νοοτροπία τῆς ἐποχῆς μας ποὺ ὑποδαυλίζει τοὺς κατώτερους πόθους, καλλιεργεῖ τὰ γήινα ἐνδιαφέροντα, προβάλλει τὰ ὑλικὰ ἀγαθά, στρέφει τὴν ψυχὴ στὰ κατώτερα καὶ μάταια. Οἱ ἄνθρωποι ζοῦν μὲ ἀγωνία καὶ ἄγχος νὰ ἱκανοποιήσουν τὶς ὑλικές τους ἀνάγκες, νὰ πετύχουν τοὺς ἐφήμερους στόχους τους. Καὶ ὅταν αὐτὰ κυριαρχήσουν στὴν ψυχή, στεγνώνει ἡ ψυχή, δὲν σηκώνει ψηλὰ τὸ βλέμμα της, δὲν ποθεῖ τὰ τοῦ Θεοῦ. Εἶναι κατάξερη, ἀλλὰ δὲν διψᾶ. Πῶς μπορεῖ νὰ ξαναβρεῖ τὸν δρόμο της πρὸς τὰ ψηλά; Πῶς μπορεῖ νὰ νικήσει τὴν ἕλξη τῆς γῆς καὶ νὰ στραφεῖ πρὸς τὸν οὐρανό, νὰ ποθήσει καὶ πάλι τὸν Θεὸ καὶ νὰ βρεῖ σ’ Ἐκεῖνον τὴν εἰρήνη της, τὴ χαρὰ καὶ τὴν ἀνάπαυσή της; Οἱ ἄνθρωποι ποὺ ποθοῦν τὸν Θεό, ἐκφράζουν τὸν πόθο αὐτὸν καὶ μὲ τὴν προσευχή. Συμβαίνει ὅμως καὶ τὸ ἀντίθετο· ἡ προσευχὴ γεννᾶ καὶ αὐξάνει τὸν πόθο τοῦ Θεοῦ. «Ἡ γὰρ ἀγάπη ἐκ τῆς εὐχῆς», λένε οἱ ἅγιοι Πατέρες. «Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἐκ τῆς μετ’ αὐτοῦ ὁμιλίας» (Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου, Εὑρεθέντα Ἀσκητικά, ἔκδ. Βασ. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1977, Λόγος ΛΕ΄, σελ. 156). Ἡ προσευχὴ εἶναι συνομιλία μὲ τὸν Θεό. Ὅσο κανεὶς ἐπικοινωνεῖ μὲ τὸν Θεό, τόσο Τὸν γνωρίζει, καὶ ὅσο Τὸν γνωρίζει, τόσο Τὸν ἀγαπᾶ. Αὐτὸ στὴ συνέχεια αὐξάνει τὸν πόθο τῆς ἐπικοινωνίας μαζί Του. Ἡ προσευχὴ ἐκφράζει τοὺς Ἁγίους. Συγχρόνως ἡ προσευχὴ φτιάχνει τοὺς Ἁγίους. Στρέφει τὸν ἄνθρωπο στὸν Θεό, αὐξάνει στὴν ψυχή του τὸν πόθο γιὰ τὸν Θεό, κάνει τὴν ψυχὴ νὰ νιώθει σὰν τὴν κατάξερη γῆ ποὺ διψᾶ ἀχόρταγα τὸ νερό, νὰ τὴν ποτίσει γιὰ νὰ καρποφορήσει. Ὁ πόθος τοῦ Θεοῦ αὐξάνει ὄχι μόνο ὅταν μιλοῦμε στὸν Θεό, ἀλλὰ καὶ ὅταν ἀκοῦμε τὸν Θεὸ νὰ μᾶς μιλᾶ· ὅταν μελετοῦμε τὰ λόγια Του. Διότι ἡ μελέτη τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ ἀποκαλύπτει στὴν ψυχὴ τοῦ πιστοῦ τὴν ἀλήθεια Του, τὴν ὁποία μὲ πόθο βαθὺ ἀναζητεῖ κάθε ἀνθρώπινη ψυχή, ἀποκαλύπτει τὸν ἴδιο τὸν Θεό, τὸν τρόπο τῆς ζωῆς Του. Ἐπίσης τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ μεταδίδουν δύναμη καὶ ζωή, στολίζουν μὲ τὴν ἀνακαινιστικὴ Χάρι Του τὴν ψυχή. «Ποθητοὶ οἱ λόγοι καὶ ἐράσμιοι, καὶ εἰς οὐρανοὺς ἀνάγοντες, καὶ πτεροποιοῦντες τοὺς πιστούς. Πτεροποιοῦσι γὰρ ἀληθῶς αἱ θεῖαι Γραφαὶ τοὺς πιστοὺς τῷ πόθῳ τῶν οὐρανίων», διδάσκει ὁ Μέγας Ἀθανάσιος. Οἱ λόγοι τοῦ Θεοῦ εἶναι ποθητοὶ καὶ ἀγαπητοὶ καὶ ἀνεβάζουν στοὺς οὐρανοὺς καὶ δίνουν φτερὰ στοὺς πιστούς. Διότι πραγματικὰ φτερώνουν τοὺς πιστοὺς οἱ θεῖες Γραφὲς μὲ τὸν πόθο τῶν οὐρανίων. Οἱ Ἅγιοι ἔστρεφαν τὸν νοῦ τους στὸν οὐρανό, «καὶ ποθοῦντες τὰ οὐράνια, ἐπελανθάνοντο τῶν γηίνων». Κυριαρχοῦσε μέσα τους ὁ πόθος τῶν οὐρανίων, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ λησμονοῦν καὶ νὰ περιφρονοῦν τὰ γήινα (Μ. Ἀθανασίου, PG 27, 1349). Ἀφιερώνουμε ἄραγε καθημερινὰ χρόνο στὴν προσευχὴ καὶ στὴ μελέτη τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ; Ἢ μήπως παραμελοῦμε αὐτὰ τὰ βασικά μας καθήκοντα καὶ ἀδικοῦμε τὶς ψυχές μας, καθὼς τὶς ἀφήνουμε νὰ ἀσχολοῦνται πολλὲς ὧρες κάθε μέρα μὲ τὰ ἐφήμερα νέα τοῦ κόσμου, μὲ ἀλλεπάλληλα δελτία εἰδήσεων, μὲ κάθε εἴδους ἀσήμαντες πληροφορίες καὶ μὲ ἀτέλειωτες ἐπικοινωνίες μέσω διαδικτύου; Ὅλα αὐτὰ ἀποπροσανατολίζουν τὴν ψυχή, ἀπομυζοῦν τὴν ἰκμάδα της καὶ δὲν τὴν ἀφήνουν νὰ ἀναπνεύσει, νὰ σηκώσει τὰ μάτια της ψηλὰ καὶ νὰ ποθήσει τὸν Θεό, ὅπως ἡ ἄνυδρη γῆ διψᾶ τὸ νερό. Νὰ μιλοῦμε στὸν Θεὸ καὶ νὰ Τὸν ἀφήνουμε νὰ μᾶς μιλᾶ. Νὰ προσευχόμαστε καὶ νὰ μελετᾶμε τὸν λόγο Του. Γιὰ νὰ γεννιέται μέσα μας ὁ θεῖος πόθος, ἡ εἰλικρινὴς ἀγάπη πρὸς τὸν Θεό. Καὶ τότε Ἐκεῖνος θὰ ἐπισκέπτεται τὴν ψυχὴ ποὺ σὰν ἄνυδρη γῆ Τὸν διψᾶ καὶ θὰ τὴ χορταίνει καὶ πλουτίζει μὲ ὅλα τὰ δῶρα τῆς ἀγάπης Του.ΟΣΩΤΗΡ2209

23 Νοεμβρίου, 2022

ΤΟ ΑΓΩΝΙΩΔΕΣ ΕΡΩΤΗΜΑ

 
1. Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΦΡΟΝΟΣ ΠΛΟΥΣΙΟΥ Στὴν Εὐαγγελικὴ Περικοπὴ με  τὴν Παραβολὴ τοῦ ἄφρονος πλουσίου ἐκτιθεται τὸ δράμα ἑνὸς πλουσίου ὁ ὁποῖος εἶχε τὸ φοβερὸ πάθος τῆς πλεονεξίας. Συγκεκριμένα ἤθελε τὴ νέα σοδειὰ ποὺ ἀπέδωσαν τὰ χωράφια του, νὰ τὴν ἀποθηκεύσει μαζὶ μὲ τὰ παλαιότερα ἀγαθά, γιὰ νὰ τὰ ἀπολαύσει ὅλα μόνος του εὐτυχισμένος καὶ ἀμέριμνος στὸ ὑπόλοιπο τῆς ζωῆς του. Ἀλλὰ αὐτὴ ἡ ἡμέρα δὲν ἦλθε ποτέ, διότι τὸν πρόλαβε ὁ θάνατος. Τραγικὴ κατάληξη δυστυχισμένης ζωῆς· μιᾶς ζωῆς στὴν ὁποία ἕνα ἐρώτημα ἀπασχολοῦσε τὸν ταλαίπωρο πλούσιο: –«Τί ποιήσω…;». Μάλιστα ὁ Κύριος λέει: «διελογίζετο»: σκεπτόταν συνεχῶς, νύχτα καὶ μέρα. Ἔστειβε τὸ μυαλό του. Τὴν ἡμέρα βυθιζόταν σὲ σκέψεις σκυθρωπός, σφιγμένος, συνοφρυωμένος. Τὴ νύχτα ἔχανε τὸν ὕπνο του, στριφογύριζε στὸ κρεβάτι του. «Τί ποιήσω…;». Ἂς ἐξετάσουμε τὸν ἑαυτό μας μήπως κι ἐμεῖς διατυπώνουμε τὸ ἴδιο ἐρώτημα, μὲ τὸ ἴδιο πνεῦμα λιγότερο ἢ περισσότερο, μὲ ἀγωνία, μὲ ἄγχος: Τί νὰ κάνω γιὰ ν᾿ αὐξήσω τὰ ἔσοδά μου, γιὰ νὰ τὰ ἀποθηκεύσω ὅλα καὶ νὰ τὰ ἀπολαύσω ἐγώ; Ἂς προβληματισθοῦμε μήπως ἀγωνιζόμαστε ὄχι πλέον γιὰ τὴν ἐπιβίωσή μας ἀλλὰ γιὰ τὸν πλουτισμό μας, μήπως ἔχουμε ἐπηρεα­σθεῖ ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς ἐποχῆς καὶ θεωροῦμε ὅτι στὸν ὑλικὸ πλοῦτο ἔγκειται ἡ εὐτυχία τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως τὸ πίστευε ὁ «ἄφρων», ὁ ἀνόητος ἐκεῖνος πλούσιος· μήπως τὸ πάθος τῆς πλεονεξίας ταλαιπωρεῖ καὶ ἐμᾶς καὶ μᾶς ἀφαιρεῖ τὸ πιὸ μεγάλο ἀγαθό, τὴν εἰρήνη τῆς ψυχῆς. 

2. ΜΝΗΜΗ  ΘΑΝΑΤΟΥ

 Ὁ πλούσιος βρῆκε λύση στὸ πρόβλημά του: Θὰ γκρέμιζε τὶς ἀποθῆκες του καὶ θὰ ἔχτιζε μεγαλύτερες, ὥστε νὰ χωρέσουν καὶ τὴ νέα σοδειὰ μαζὶ μὲ τὰ παλαιότερα ἀγαθά του. Καὶ ἔτσι θὰ μποροῦσε νὰ τὰ ἀπολαμβάνει εὐτυχισμένος γιὰ πολλὰ χρόνια. Ἀλλὰ τὴ νύχτα ἀκριβῶς ποὺ θεώρησε ὡς ἀρχὴ τῆς εὐτυχισμένης ζωῆς του, τοῦ εἶπε ὁ Θεός, εἴτε μέσα ἀπὸ τὴ συνείδησή του εἴτε στὸν ὕπνο του: –«Ἄφρον, ταύτῃ τῇ νυκτὶ τὴν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπὸ σοῦ· ἃ δὲ ἡτοίμασας τίνι ἔσται;». Ἀνόητε, αὐτὴ τὴ νύχτα οἱ δαίμονες ἀπαιτοῦν νὰ πάρουν τὴν ψυχή σου μαζί τους στὸν Ἅδη. Κι αὐτὰ ποὺ ἑτοίμασες καὶ ἀποθήκευσες, σὲ ποιοὺς θὰ ἀνήκουν καὶ σὲ ποιοὺς θὰ περιέλθουν; Ἦλθε ἡ ὥρα τοῦ θανάτου τοῦ πλουσίου. Καὶ τὴν ψυχή του ἀπαιτοῦσαν οἱ δαίμονες, διότι μὲ τὴν ἁμαρτωλὴ ζωή του τοὺς εἶχε δώσει δικαιώματα. Ἔζησε γιὰ τὸ ἐγώ του, δούλεψε στὴν πλεονεξία. Γι᾿ αὐτὸ καὶ τώρα δίκαια τὸν διεκδικοῦν τὰ πονηρὰ πνεύματα. Λοιπὸν ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου κατὰ τὴν ἔξοδό της ἀπὸ τὸ σῶμα θὰ βρεθεῖ στὸ οἰκεῖο περιβάλλον της, στὸ περιβάλλον ποὺ ἡ ἴδια σταθερὰ ἐπέλεξε στὸ σύντομο πέρασμά της ἀπὸ τὴ γῆ. Ἂν ἐδῶ ἔζησε μέσα στὸ φῶς τῶν ἁγίων ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, μὲ μετάνοια καὶ ἁγιασμό, θὰ τὴν παραλάβουν χαρούμενοι φωτεινοὶ ἄγγελοι καὶ θὰ τὴν ὁδηγήσουν στὴ χώρα τῆς ἀληθινῆς ζωῆς. Ἂν ἔζησε μέσα στὸ σκότος τῆς ποικίλης ἁμαρτίας, θὰ τὴν παραλάβουν, ἢ μᾶλλον θὰ τὴν ἀπαιτήσουν δικαιωματικά, σκοτεινοὶ δαίμονες καὶ θὰ τὴν ὁδηγήσουν στὸν τόπο τῆς ἀπαραμύθητης καὶ αἰώνιας ὀδύνης… Πολὺ μᾶς ὠφελεῖ νὰ θυμόμαστε τὴν ὥρα τοῦ θανάτου μας. Εἶναι ἡ πιὸ κρίσιμη ὥρα γιὰ τὴν ψυχή. Τότε κρίνεται τὸ αἰώνιο μέλλον της, ὑφίσταται τὶς συνέπειες τῶν ἐπιλογῶν της, χαροποιὲς ἢ φοβερές. Τότε φανερώνεται τὸ ποιόν της, ἡ ἀρετὴ ἢ ἡ κακία της. Τότε ἡ ψυχὴ παγιώνεται στὴν αἰώνια ζωὴ ἢ στὸν αἰώνιο θάνατο. Νὰ θυμόμαστε αὐτὴ τὴν ὥρα, ὅσο μποροῦμε, καὶ νὰ ἀγωνιζόμαστε φιλότιμα μὲ ἀκράδαντη ἐλπίδα στὸ ἄπειρο ἔλεος τοῦ Θεοῦ. 

3. Ο  ΘΕΑΡΕΣΤΟΣ  ΠΛΟΥΤΙΣΜΟΣ 

Ὁ Κύριος κατακλείει τὴν Παραβολὴ μὲ τὸ ἑξῆς συμπέρασμα: «Οὕτως ὁ θησαυρίζων ἑαυτῷ καὶ μὴ εἰς Θεὸν πλουτῶν». Αὐτὸ θὰ πάθει καὶ τέτοιο τέλος θὰ ἔχει ἐκεῖνος ποὺ θησαυρίζει γιὰ τὸν ἑαυτό του, γιὰ ν᾿ ἀπολαμβάνει ἐγωιστικὰ αὐτὸς καὶ μόνο τὰ ἀγαθὰ τῆς γῆς, καὶ δὲν πλουτίζει ὅπως θέλει καὶ εὐαρεστεῖται ὁ Θεός· δηλαδὴ δὲν πλουτίζει σὲ ἔργα ἀγάπης, μὲ τὰ ὁποῖα ἀποταμιεύει πνευματικοὺς θησαυροὺς στὸν οὐρανό. Ὑπάρχει λοιπὸν καὶ θεάρεστος πλουτισμός, ὁ ὁποῖος πραγματικὰ ἀναπαύει τὴν ψυχὴ καὶ τὴν καθιστᾶ εὐτυχισμένη: ὁ πλουτισμὸς στὰ ἔργα τῆς ἀγάπης κατὰ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὅταν εὐεργετεῖ τὸν πλησίον. Τότε ἐδῶ μὲν ὁ πιστὸς ἀναπνέει τὸ ὀξυγόνο τῆς προσφορᾶς, στὴν ἄλλη δὲ ζωὴ ἀπολαμβάνει τὴν ὑπεράφθονη καὶ γενναιόδωρη ἀνταμοιβὴ τῶν εὐλογημένων κόπων του ἀπὸ τὸν πανάγαθο Θεό, ὁ Ὁποῖος ἐλεεῖ τοὺς ἐλεήμονες καὶ σώζει ὅσους Τοῦ ἔμοιασαν, κατὰ τὸ δυνατόν, στὴν εὐσπλαχνία.ΟΣΩΤΗΡ2209

22 Νοεμβρίου, 2022

ΟΤΑΝ ΞΥΠΝΗΣΕΙ Ο ΘΕΟΣ.....!

Tὸν πέρασαν γιὰ μεθυσμένο. Λογάριασαν πὼς γλέντησε τάχα σὲ γερὴ κραιπάλη, πὼς τὸ δυνατὸ κρασὶ Τὸν ἔχει παραλύσει, πὼς κοιμᾶται βαθιά, πὼς σχεδὸν δὲν ὑπάρχει. Καὶ θεώρησαν πὼς εἶναι εὐκαιρία νὰ ρημάξουν τὸ σπιτικό Του. Κι ἂν δὲν ρήμαξαν... Κι ἂν δὲν συνεχίζουν νὰ ρημάζουν! Εἰδικὰ τὶς τελευταῖες δεκαετίες. Ξήλωσαν νόμους αἰώνιους, ἰσοπέδωσαν τὰ τείχη τῆς ἀρετῆς, λοιδόρησαν τὴ σεμνότητα, ἐπέβαλαν τὴ διαστροφὴ ὡς κανονικότητα, πρόβαλαν τὴν ἀνωμαλία ὡς κάτι φυσιολογικό, τὴ χυδαιότητα ὡς ἐκμοντερνισμό, τὴν ἀσέβεια ὡς ἐπιστημονικὴ κατάκτηση. Χτύπησαν κατάστηθα τὴν ἱερότητα τοῦ Γάμου, τὸν μετέτρεψαν σὲ κρύα δημαρχιακὴ διαδικασία ἢ σὲ ἁπλὴ συμβολαιογραφικὴ πράξη. Διέλυσαν τὴν οἰκογένεια. Αὐτὰ ἔκαναν, αὐτὰ κάνουν... Χρόνια τώρα χύνουν τὸ αἷμα χιλιάδων ἀθώων βρεφῶν στὰ σφαγεῖα τῶν ἐκτρωτικῶν κλινικῶν, στὸν σύγχρονο αὐτὸν καιάδα τῆς πιὸ φρικτῆς ἀπανθρωπίας. Καὶ θεωροῦν ὅτι μποροῦν νὰ καθησυχάζουν τὴ βίαιη ἐξέγερση τῶν συνειδήσεων μὲ τοὺς ἄνομους νόμους τους. Κι ἂν κάποιος τολμήσει νὰ ἀρθρώσει λόγο διαφορετικό, ἐξανίστανται, θυμώνουν, ἀρχίζουν νὰ φωνάζουν μὲ νεῦρα καὶ πάθος: «Σκοταδισμός», «μεσαίωνας», «φασισμός»! Ἄ, ναί! Τελευταῖα προτιμοῦν καὶ ἄλλη κυρίως λέξη: «Ρατσισμός»! Δὲν ἡσυχάζουν. Θεωροῦν «ἱερὴ» ὑποχρέωσή τους νὰ ἐπιβάλουν τὶς διεστραμμένες ἀντιλήψεις τους σὲ ὅλους. Τὸ κάνουν μὲ «ἱεραποστολικὸ» ζῆλο. Ἐδῶ παύει πιὰ νὰ ἰσχύει ἡ δῆθεν «δημοκρατία» τους καὶ ἡ ἐλεύθερη διακίνηση τῶν ἰδεῶν. Καὶ ἡ παράνοια δὲν ἔχει ὅρια. Ἐνῶ ζοῦν οὐσιαστικὰ ἐκτὸς Ἐκκλησίας, ἔχουν τὴν ἀπαίτηση νὰ καθορίζουν αὐτοὶ τὸ περιεχόμενο καὶ τὴ διδασκαλία της. Νομοθετοῦν ἀντιχριστιανικὰ μὲ θρασύτητα, καὶ ἀπαιτοῦν ἔπειτα ἀπὸ τοὺς κληρικοὺς καὶ τοὺς πιστοὺς νὰ ὑποταχθοῦν σ᾿ αὐτοὺς τοὺς παράνομους νόμους τους, νὰ ἀλλάξουν ἀντιλήψεις, νὰ «ἐκσυγχρονίσουν», ὅπως λένε, τὸ Εὐαγγέλιο, συμμορφώνοντας τὴ διδασκαλία του πρὸς τὶς δικές τους «δογματικὲς» ἰδέες. Τελευταῖα τὸ ἐπιχείρησαν αὐτὸ στὰ Σχολεῖα μὲ τὸ «μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν» που  ἐξομοιώνει τὴν ἀλήθεια μὲ τὸ ψεῦδος, τὸν Χριστὸ μὲ τοὺς ψευδοθεοὺς τῶν διαφόρων θρησκειῶν καὶ τοὺς ἱδρυτές τους. Βάζει στὴν ἴδια θέση τὸ Εὐαγγέλιο μὲ τοὺς εἰδωλολατρικοὺς μύθους, τοὺς Ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας μας μὲ τοὺς πλανεμένους γκουρού. Ἕνα πράγμα δὲν ὑπολόγισαν: ὅτι Αὐτὸς τὸν ὁποῖο λογαριάζουν μεθυσμένο καὶ ἀνύπαρκτο, κάποια στιγμὴ θὰ κάνει τὴν ἐμφάνισή Του δυναμικά. Τὸ εἴδαμε αὐτὸ μὲ τρόπο ἐντυπωσιακὸ στοὺς καιρούς μας. Ἐπὶ ἑβδομήν τα χρόνια ἡ σιδερόφραχτη σοβιετικὴ αὐτοκρατορία κατέστρεφε τὶς παραδόσεις τῶν λαῶν, δίωκε τὴν πίστη, ἰσοπέδωνε τοὺς Ναούς, ἔκανε τὸν πλανήτη νὰ τρέμει... Κι ἔπειτα... σὲ μιὰ μόνο νύχτα, κατέρρευσε σὰν χάρτινος πύργος... Διότι ὁ Θεὸς κατευθύνει τὴν ἱστορία. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια. Κι αὐτὸ οἱ πιστοὶ δὲν πρέπει νὰ τὸ λησμονοῦμε ποτέ. Καὶ οἱ πολέμιοι ἐπίσης. Τέτοια εἶναι ἡ φαινομενικὴ «μέθη», τοῦ Θεοῦ. Γιὰ κάποιο διάστημα σιωπᾶ. Οἱ ἐχθροὶ νομίζουν ὅτι κοιμᾶται ἢ ὅτι δὲν ὑπάρχει. Καὶ ἀφηνιάζουν. Ὑψώνουν τὸ σπιθαμιαῖο ἀνάστημά τους μὲ περίσσιο θράσος ἐνώπιον τῶν νόμων Του. Φωνασκοῦν, καγχάζουν, ἀπειλοῦν. Μικροί! Ἐξαπατοῦν καὶ ἀποκοιμίζουν τὸν ἑαυτό τους καὶ τοὺς ὀπαδούς τους μὲ τὴν πλανεμένη ἰδέα ὅτι ἔχουν τὴ δύναμη μὲ τοὺς νόμους τους νὰ μετατρέψουν τὸ κακὸ σὲ καλό, τὸ σκοτάδι σὲ φῶς, τὴν ἀρρώστια σὲ ὑγεία, τὴ διαστροφὴ σὲ κάτι φυσιολογικό. Μὰ ὅταν νομίσουν πὼς πέτυχαν τοὺς σκοπούς τους, βλέπουν ξαφνικὰ ξύπνιο τὸν Θεὸ μπροστά τους. Ὁ Ψαλμωδὸς περιέγραψε παραστατικότατα τὴ στιγμὴ ἐκείνη μὲ αὐτὴ τὴν εἰκόνα. Οἱ ἐχθροὶ ὀργίασαν, ἔσφαξαν, κατέστρεψαν... καὶ ἐκεῖ ποὺ δὲν περίμεναν, «ἐξηγέρθη ὡς ὁ ὑπνῶν Κύριος, ὡς δυνατὸς κεκραιπαληκὼς ἐξ οἴνου»· ἐξεγέρθηκε σὰν ἀπὸ ὕπνο ὁ Κύριος, σὰν γίγαντας ποὺ εἶχε μεθύσει, ἀλλὰ μὲ τὸν ὕπνο πέρασε ἡ ζάλη Του (Ψαλ. οζ΄ [77] 65). Τότε βλέπουν κεραυνόπληκτοι νὰ διαλύονται σὰν ἱστὸς ἀράχνης ὅλα τὰ σχέδια καὶ τὰ τεχνάσματά τους. Διαπιστώνουν πόσο μικροί, ἀσήμαντοι, ἀδύναμοι καὶ τυφλοὶ εἶναι. Κατανοοῦν ὅτι, ὅσα αὐτοὶ μεθόδευσαν γιὰ νὰ καταστρέψουν, ὁ Κύριος τῆς Ἱστορίας τὰ χρησιμοποιεῖ γιὰ νὰ ἀλλάξει τὸν κόσμο. Καὶ οἱ ἴδιοι περιέρχονται στὴν κρίση Του. Καὶ τί τρομερὴ εἶναι ἐκείνη ἡ ὥρα! Ὅταν ἔντρομοι νιώθουν νὰ τοὺς σφίγγουν ἀπὸ κάθε κατεύθυνση τὰ χέρια τοῦ Θεοῦ. «Φοβερὸν τὸ ἐμπεσεῖν εἰς χεῖρας Θεοῦ ζῶντος» (Ἑβρ. ι΄ [10] 31). «Φοβερόν»! Καὶ γιὰ κείνους καὶ γιὰ ὅλους... Ἀσφαλῶς καὶ γιὰ τὸν καθένα μας. Γι᾿ αὐτὸ ἂς ἀλλάξουμε πορεία, ὅσο εἶναι καιρός. Πρὶν «ξεμεθύσει» ὁ Θεός!ΟΣΩΤΗΡ2209