Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ψυχες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ψυχες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

17 Νοεμβρίου, 2019

Έχουν ή όχι συναισθήματα οι νεκροί



Αν και θα περίμενε κανείς οι νεκροί να είναι απαλλαγμένοι συναισθημάτων, η αλήθεια είναι ότι οι νεκροί και χαίρονται και λυπούνται.

Οι νεκροί και χαίρονται και λυπούνται αναλόγως με τη ζωή που έζησαν. Άλλωστε, οι ψυχές των ανθρώπων, ζουν και μετά το θάνατον.

Αν, οι νεκροί εδώ έζησαν μέσα στην Εκκλησία, κοντά στον Χριστό τηρούντες το θέλημά Του, θα είναι και εκεί κοντά στον Κύριο, στον Παράδεισο και θα χαίρονται.

Αν εδώ έζησαν μακρυά από τον Χριστόν και την Εκκλησία μας, δεν τηρούσαν το θέλημά Του και έζησαν στο ηθικό σκοτάδι, και εκεί θα είναι μακρυά από τον Χριστό, στο σκοτάδι της κολάσεως και ασφαλώς θα λυπούνται. Διάβάστε και την ευαγγελική περικοπή: Λουκά ΙΣΤ 19-31.

Άλλωστε, όπως έλεγε ο Μέγας Βασίλειος η ψυχή εξομοιώνεται με όσα κάνουμε εν ζωή, παίρνει τη μορφή και το σχήμα των πράξεών μας.

Η Ευαγγελική περικοπή που μας κάνει κοινωνούς αυτής της καταστάσεως των ψυχών, αλλά και των συναισθημάτων που αυτές βιώνουν μετά τον θάνατο, είναι του ευαγγελιστού Λουκά. Η παραβολή του πλουσίου και του Λαζάρου.

Παραθέτουμε προς χρήσιμα συμπεράσματα την ευαγγελική περικοπή σε ερμηνευτική απόδοση:

Ειδικώτερα δε δια τον πλούτον ακούσατε και αυτήν την παραβολήν· Ενας άνθρωπος ήτο πλούσιος και εφορούσε κόκκινον πανάκριβον ένδυμα και λευκόν, λινόν πολυτελή χιτώνα. Και κάθε ημέρα ηυφραίνετο με πολυδάπανα λαμπρά συμπόσια. Εζούσε δε τότε και κάποιος πτωχός ονάματι Λαζαρος, ο όποιος ήτο παραπεταμένος κοντά εις την μεγάλην εξώπορτα του πλουσίου, γεμάτος από πληγάς. Και αυτός επιθυμούσε να χορτάση την πείνα του από τα ψίχουλα, που έπιπταν από το τραπέζι του πλουσίου. Και σαν να μην έφθαναν αυτά, οι σκύλοι έγλειφαν τας πληγάς του γυμνού σχεδόν σώματός του. Συνέβη δε να πεθάνη ο πτωχός και να μεταφερθή από τους αγγέλους εις τας αγκάλας του Αβραάμ, στον παράδεισον δηλαδή όπου ο Αβραάμ μαζή με τους δικαίους αναπαύονται και ευφραίνονται. Επέθανε δε και ο πλούσιος και ετάφη με πολλήν μεγαλοπρέπειαν. Η ψυχή του όμως κατέβηκε στον Αδην. Και στον Αδην όπου εβασανίζετο, εσήκωσε τα μάτια του και βλέπει τον Αβραάμ από μακρυά και τον Λαζαρον εις τας αγκάλας του. Και αυτός, που τόσην αδιαφορίαν και σκληρότητα είχε δείξει, όταν ζούσε εις την γην, εφώναξε τώρα και είπε· Πάτερ Αβραάμ, σπλαγχνίσου με και στείλε τον Λαζαρον να βρέξη την άκρη από το δάκτυλο του στο νερό και να δροσίση την γλώσσαν μου, διότι πονώ φοβερά μέσα εις την βασανιστικήν αυτήν φλόγα του Αδου. Είπε δε ο Αβραάμ· Τεκνον, θυμήσου, ότι συ απήλαυσες με το παραπάνω τα αγαθά σου εις την ζωήν σου και ο Λαζαρος ομοίως εδοκίμασε τα κακά της φτώχειας και της ασθενείας. Τώρα δε αυτός εδώ παρηγορείται και ευφραίνετε δια την υπομονήν, που έδειξε στον καιρόν της θλίψεώς του, συ δε κατά λόγον δικαιοσύνης βασανίζεσαι δια την φιλαυτίαν σου και την σκληρότητα της καρδίας σου. Και επί πλέον μεταξύ του τόπου, που είμεθα ημείς, και του τόπου που είσθε σεις, έχει στηριχθή μέγα και ανυπέρβλητον χάσμα, ώστε εκείνοι που θέλουν να περάσουν από εδώ εις σας να μη ημπορούν ούτε και αυτοί, που είναι στο μέρος σας να μην ημπορούν να περάσουν προς ημάς. Είπε δε ο πλούσιος· Τοτε σε παρακαλώ, πάτερ, να στείλης τον Λαζαρον στο πατρικό μου σπίτι, διότι έχω εκεί πέντε αδελφούς, στείλε τον να τους διαβεβαιώση δι’ αυτά που συμβαίνουν εδώ, ώστε να μη καταντήσουν και αυτοί στον τόπον τούτον των βασάνων. Λέγει εις αυτόν ο Αβραάμ· Εχουν τον Μωϋσέα και τους προφήτας· ας ακούσουν αυτών τας μαρτυρίας. Εκείνος δε είπε· όχι, πάτερ Αβραάμ, δεν θα προσέξουν την μαρτυρίαν του Μωϋσέως και των προφητών. Αλλά εάν κανείς από τους πεθαμένους υπάγη προς αυτούς, θα μετανοήσουν. Είπε δε εις αυτόν ο Αβραάμ· εάν δεν ακούσουν τον Μωϋσέα και τους προφήτας, δεν θα πεισθούν και αν ακόμη αναστηθή κάποιος εκ νεκρών (Ερμηνευτική απόδοση Ι. Θ. Κολιτσάρα).

Ύστερα από την μελέτη της περικοπής θα μπορούσαμε επιγραμματικά να βγάλουμε δυο συμπεράσματα:

Χαίρονται οι ψυχές όταν είναι στους κόλπους του Αβραάμ όπως ο Λάζαρος. Χαίρονται γιατί έχουν ζήσει σύμφωνα με τις εντολές του Χριστού, άρα έγιναν μαθητές Του. Τι είπε στους μαθητές Του ο Χριστός όταν έφυγε από τη γη, πηγαίνοντας προς τον ουρανό; «Πηγαίνω να σας ετοιμάσω τόπο». Όποιος λοιπόν έχει τηρήσει τις εντολές Του θα είναι μαζί Του σε τόπο που έχει ετοιμάσει και δεν είναι άλλος από τους κόλπους του Αβραάμ.
Στεναχωριούνται οι ψυχές όταν είναι στο τόπο που ετοίμασε ο Θεός για τους ανθρώπους που δεν πίστεψαν σε Αυτόν. Ο πλούσιος βρίσκεται στον Άδη και όχι στη κόλαση γιατί η κόλαση θα ξεκινήσει όπως μας λέει ο Ιερός Χρυσόστομος μετά την Δευτέρα παρουσία και την τελική κρίση μας. Τι λέει ο πλούσιος στον Αβραάμ;«οδυνώμαι εν τη φλογί ταύτη». Καίγομαι μέσα σ΄αυτή τη φλόγα. Δηλαδή η ψυχή του καίγεται και νιώθει πολύ άσχημα συναισθήματα. Το πιο συγκλονιστικό είναι η παράκληση του πλουσίου προς τον Αβραάμ να πάει κάποιος στους δικούς του ανθρώπους στη γη και να τους ενημερώσει για την κατάσταση που ο ίδιος βιώνει εκεί στον Άδη. Πράγμα βέβαια που δεν μπορεί να συμβεί.
Οι ψυχές λοιπόν νιώθουν, αισθάνονται, λυπούνται, χαίρονται, νοιάζονται και έχουν όλα εκείνα τα χαρακτηρικά, θετικά ή αρνητικά, αναλόγως το πως έζησαν.

Πηγές: Μητρόπολη Ηλείας και Μέγας Βασίλειος Από το βιβλίο «Μικρή φιλοκαλία της καρδιάς»

06 Δεκεμβρίου, 2015

ΟΙ ΚΕΚΟΙΜΗΜΕΝΟΙ ΒΛΕΠΟΥΝ ΟΤΙ ΚΑΝΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΙΣ ΨΥΧΕΣ ΤΟΥΣ!


ΟΙ ΚΕΚΟΙΜΗΜΕΝΟΙ ΒΛΕΠΟΥΝ ΟΤΙ ΚΑΝΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΙΣ ΨΥΧΕΣ ΤΟΥΣ!



-Ο ευλαβέστατος ιερέας και η θυγατέρα του-

Σ’ ένα αιγαιοπελαγίτικο νησί ζούσε προ ετών ένας ιερέας ευλαβέστατος. Η ψυχούλα του ήταν γεμάτη στοργή για το ποίμνιό του και ειδικά για τους πονεμένους. Έφτασε όμως η μέρα που δοκιμάστηκε κι εκείνος και πόνεσε πολύ.

Η κόρη του, μια εξαιρετική κοπέλα, είχε παντρευτεί πρόσφατα μ’ ένα νοικοκυρεμένο παληκάρι. Έφτασε, λοιπόν, ο καιρός να φέρει στον κόσμο το πρώτο παιδάκι της. Κατά τον τοκετό όμως, πέθανε! Πήγε Μάρτυρας να συναντήσει τον Πλάστη της, αφήνοντας πολύ πόνο πίσω της.

Ο ιερέας πατέρας της πόνεσε κι αυτός πολύ στο χωρισμό, αλλά με ακλόνητη Πίστη στο Θεό πρόσφερε δοξολογία στο άγιο όνομά Του. Την αγάπη του δε, για την θυγατέρα του εξέφραζε με θερμές προσευχές για την ψυχή της και με κρυφές ελεημοσύνες.

Ο ιερέας είχε έναν αδελφό καπετάνιο, που, απόμαχος πια της θάλασσας, είχε γίνει στεριανός για τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του. Είχε δημιουργήσει περιουσία κι απολάμβανε πλέον τους κόπους του. Δυστυχώς όμως ήταν σχεδόν άπιστος, παρ’ όλο που είχε καλή καρδιά. Τα βραδάκια, όταν μαζεύονταν στο φιλόξενο σπίτι του παπά μαζί με μερικούς φίλους, κάποιους αγαθούς νησιώτες που πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους στην εκκλησία, έπιναν το ζεστό τους φασκόμηλο και κουβέντιαζαν.
Ο καπετάνιος ένα βράδυ ειρωνεύτηκε τον ιερέα αδελφό του και του είπε:

– Σιγά καημένε παπά, μην υπάρχει άλλη ζωή και σε βλέπει η κόρη σου τι λέμε και τι κάνουμε!

Ο ιερέας με πραότητα προσπάθησε να τον βοηθήσει ν’ αποβάλει την απιστία, γιατί ήξερε πως κατά βάθος υπέφερε η ψυχή του μέσα στη θανατερή παγωνιά της. Εκείνος όμως δε φάνηκε να επηρεάζεται.

Ένα βράδυ, λοιπόν, ο ιερέας βλέπει τη θυγατέρα του στον ύπνο του. Ήταν ολόφωτη. Λευκοντυμένη, χαρούμενη, και του λέει:

“Πατέρα, σ’ ευχαριστώ για όλα. Για την αγάπη σου, τις προσευχές σου, και τις ελεημοσύνες που κάνεις για την ψυχή μου. Πες, σε παρακαλώ, και στον θείο μου (τον καπετάνιο) ότι τον ευχαριστώ για το ψάρι που μούστειλε!”

Αυτά είπε κι ενώ χαμογελούσε αγγελικά, το όνειρο έσβησε…

Ο ιερέας , όταν σηκώθηκε το πρωί, αισθανόταν μεγάλη χαρά και συγκίνηση.

Το βράδυ διηγήθηκε τ' όνειρο στη συντροφιά. Όλοι συγκινήθηκαν, μόνο ο καπετάνιος κοιτούσε δύσπιστα τον αδελφό του. Όταν όμως του είπε ότι η ανιψιά του τον ευχαριστεί για το ψάρι που της έστειλε, κι ότι δεν μπορεί να εξηγήσει αυτά τα λόγια της, ο καπετάνιος τινάχθηκε όρθιος. Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα και τα χέρια του άρχισαν να τρέμουν. Απ’ το στόμα του βγήκε η κρυφή Πίστη της καρδιάς του:

“Θεέ μου!”, ψιθύρισε και μια κοίταζε τον ένα και μια τον άλλον σαστισμένος.

Όλοι τον ρώτησαν τι συνέβαινε. Γιατί τόση ταραχή, γιατί τόση συγκίνηση; Εκείνος, όταν συνήλθε κάπως, ξανακάθισε στην καρέκλα του και χωρίς να εμποδίζει τα δάκρυά του να τρέχουν στο ηλιοψημένο πρόσωπό του, τους είπε με ταπεινή φωνή:

“Ναι, είναι αλήθεια, ζουν οι ψυχές και μας βλέπουν! Ανήμερα στην κηδεία της ετοιμαζόμουν να κατέβω στην εκκλησία, όπου θα την διαβάζατε. Είχα πολύ πόνο μέσα μου. Το ξέρεις, παπά, πόσο αγαπούσα αυτή τη θυγατέρα σου. Ήταν πάντα άγγελος…

Εκείνη τη στιγμή έφθασε ένας φίλος μου ψαράς κάτω απ’ τον πέρα γιαλό. Τούχα πει πως, όταν έπιανε καλό ψάρι να μου τόφερνε κι εγώ θα το πλήρωνα όσο-όσο.

Εκείνη όμως τη στιγμή με νευρίασε η παρουσία του, καθώς κρατούσε το ροφό κρεμασμένο στο πλάι του. Του είπα λοιπόν απότομα:

– Δε θέλω ψάρια σήμερα, δεν θέλω τίποτε. Σήμερα κηδεύω την ανηψιά μου!

Ο άνθρωπος όταν τ' άκουσε πάγωσε και με κοίταζε αμίλητος. Τον λυπήθηκα και του είπα:
– Όμως, να, στο πληρώνω και συ δώστο σε κανένα φτωχό για την ψυχή της!

Εκείνος πήρε τα χρήματα, με συλλυπήθηκε κι έφυγε γρήγορα. Το περιστατικό αυτό δεν τόπα σε κανέναν και το είχα ξεχάσει. Αλλά η ψυχούλα της δεν το ξέχασε και μου στειλε τις ευχαριστίες της”.

Αυτά είπε και σκούπισε με την ανάστροφη του χεριού του τα δάκρυά του. Μετά χαμογέλασε γλυκά, μα τόσο γλυκά! Μέσα σ’ αυτό το χαριτωμένο χαμόγελο ο ιερέας διέκρινε το γλυκοχάραμα της αναγεννημένης Πίστεώς του. Η νύχτα της απιστίας έφυγε…

“Δοξασμένο τόνομά Σου Πολυέλεε Κύριε”, ψιθύρισε ο ιερέας κα τον αγκάλιασε με το βλέμμα του…
http://anthologioxr.blogspot