Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τεχνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τεχνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
13 Νοεμβρίου, 2018
24 Νοεμβρίου, 2017
30 Ιουνίου, 2017
ΛΑΜΠΡΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΑΣ ΕΝΑΣ ΑΡΧΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΙΣ ΔΙΚΕΣ ΤΟΥ ΑΡΧΕΣ,ΚΩΜΙΚΟΣ ΜΕ ΤΟ ΔΙΚΟ ΤΟΥ ΔΡΑΜΑ
Ο Λάμπρος Κωνσταντάρας. Ένας από τους κορυφαίους του ελληνικού κινηματογράφου. Ένας σπουδαίος καρατερίστας, με τον οποίο μεγάλωσαν και μεγαλώνουν ακόμη εκατομμύρια Έλληνες. Γέλιο, εύστοχες ατάκες, συγκινήσεις, λεβεντιά, ελευθερία πνεύματος και βέβαια χαρισματικό ταλέντο υποκριτικής ήταν τα δώρα του τον ελληνικό λαϊκό πολιτισμό.
Αθηναίος βέρος, Κολωνακιώτης, γεννήθηκε στις 13 Μαρτίου του 1913. Ήταν γόνος αριστοκρατικής οικογένειας χρυσοχόων της Κωνσταντινούπολης, η οποία τον προόριζε για αξιωματικό του Ναυτικού ή για εκτιμητή πολύτιμων λίθων, σύμφωνα με την οικογενειακή παράδοση. Τον έστειλαν λοιπόν αρχικά στη Σχολή Υπαξιωματικών της Κέρκυρας, αλλά ο Λάμπρος το’σκασε και χώθηκε σε ένα καράβι που πήγαινε για Πειραιά, γλιτώνοντας όμως το στρατοδικείο, χάρη στην επέμβαση ενός θείου του συνταγματάρχη. Κατόπιν, το 1931, τον έστειλαν στο Παρίσι για να ειδικευτεί στα μυστικά της κοσμηματοποϊίας.
Στην πόλη του φωτός ο Λάμπρος έκανε μποέμικη ζωή κόντρα στις προσδοκίες των γονιών του, οι οποίοι όταν το ανακάλυψαν του έκοψαν τα χρήματα και τότε αυτός άρχισε να εργάζεται ως κομπάρσος στο θέατρο ΑΤΕΝΕ του Λουί Ζουβέ. Έτσι, λίγο αργότερα, βρέθηκε να φοιτά στη Σχολή του Ζουβέ και στη συνέχεια έκανε το ντεμπούτο του στη σκηνή. Μαγεμένος από τα φώτα της ράμπας, αποφάσισε να κάνει στροφή στη ζωή του και ν’ ασχοληθεί με την υποκριτική.
Το 1937 έκανε την πρώτη του επαγγελματική εμφάνιση στο θέατρο με το «Σχολείο Γυναικών» του Μολιέρου. Τον επόμενο χρόνο αποφάσισε να επιστρέψει στην Ελλάδα και εμφανίστηκε στην Αθήνα, στο έργο του Τζέιμς Μπάρι «Τα παράσημα της γριούλας» πλάι στην κυρία Κατερίνα. Ακολούθησαν ρόλοι στα έργα «Το στραβόξυλο» του Δημήτρη Ψαθά, «Ο μισάνθρωπος» του Μολιέρου, «Ο παίχτης» του Ντοστογιέφσκι, με θιάσους όπως των Μιράντας - Παππά και Μουσούρη - Αρώνη.
Το 1945 παντρεύεται την ηθοποιό Ιουλία Γεωργοπούλου και τον επόμενο χρόνο αποκτά το μοναδικό του παιδί, τον δημοσιογράφο Δημήτρη Κωνσταντάρα. Το 1948 συγκροτεί για πρώτη φορά θίασο με την Μιράντα Μυράτ και το 1958 τον πρώτο προσωπικό του θίασο, με τον οποίο παρουσιάζει το έργο του Τζον Πρίσλεϋ «Ο ανακριτής έρχεται».
Στη μακρά θεατρική του διαδρομή θα συνεργασθεί με σπουδαίους ηθοποιούς, όπως τη Μαρίκα Κοτοπούλη, την Τζένη Καρέζη, τη Μάρω Κοντού, το Νίκο Ρίζο, τον Ντίνο Ηλιόπουλο, την Αλίκη Βουγιουκλάκη και την Έλλη Λαμπέτη. Τελευταία του εμφάνιση στο σανίδι στην κωμωδία του Κώστα Πρετεντέρη «Τρελλές επαφές ρωμέικου τύπου», που παρουσίασε μαζί με τη Μάρω Κοντού και τον Νίκο Ρίζο τη διετία 1977 - 1979.
Ο Λάμπρος Κωνσταντάρας έγινε ιδιαίτερα δημοφιλής, κυρίως, μέσα από τη μεγάλη οθόνη. Υπήρξε πρωταγωνιστής από την πρώτη κιόλας ταινία του, «Το τραγούδι του χωρισμού» (1940) σε σκηνοθεσία Φ. Φίνου, ενώ κράτησε τους πρώτους ρόλους και σε περίπου 90 ακόμα ταινίες. Αναφέρουμε ενδεικτικά: «Φωνή της καρδιάς», «Ραγισμένες καρδιές», «Καταδρομή», «Μαρίνα», «Διακοπές στην Αίγινα», «Η Αλίκη στο ναυτικό», «Η Λίζα και η άλλη», «Η χαρτοπαίχτρα», «Ο γεροντοκόρος», «Υιέ μου υιέ μου», «Υπάρχει και φιλότιμο», «Ο στρίγκλος που έγινε αρνάκι», «Ο φαφλατάς», «Κάτι κουρασμένα παλικάρια», «Τζένη Τζένη», «Ο μπλοφατζής» (κέρδισε το βραβείο Α΄ ανδρικού ρόλου στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης), κ.ά.
Η παρουσία του Λάμπρου Κωνσταντάρα υπήρξε ιδιαίτερα έντονη στο θέατρο. Αφού αρχικά, όπως είπαμε, συμμετείχε σε διάφορους θιάσους, πολύ γρήγορα χρίστηκε πρωταγωνιστής, παίζοντας για αρκετές σεζόν με την κα Κατερίνα, ως συνθιασάρχης, στη συνέχεια με τον Μάνο Κατράκη, με τη Μιράντα, με την Έλσα Βεργή, τη Βίλμα Κύρου, την Τζένη Καρέζη, την Μάρω Κοντού, την Έλλη Λαμπέτη κ.ά., παρουσιάζοντας έργα όπως «Η θεατρίνα» του Σώμερσετ Μωμ, «Παράξενο Ιντερμέτζο» του Ευγένιου Ο’ Νηλ, «Ροζ αμαρτία» των Ν. Τσιφόρου- Πολ. Βασιλειάδη, «Κρατικές υποθέσεις» του Λουί Βερνέιγ, «Η βροχή» του Σώμερσετ Μωμ, «Κάτι κουρασμένα παλικάρια» των Ασ. Γιαλαμά –Κ. Πρετεντέρη, «Τσιν-Τσιν» του Φρανσουά Μπιλετντό, κ.ά.
Η τελευταία θεατρική δουλειά του Λάμπρου Κωνσταντάρα παρουσιάστηκε την περίοδο 1978-79 στο θέατρο ΔΙΑΝΑ με το έργο «Τρελές επαφές ρωμέικου τύπου» του Κώστα Πρετεντέρη.
Το 1969 κέρδισε το βραβείο ερμηνείας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης για την ερμηνεία του στην ταινία του Βασίλη Γεωργιάδη «Ο Μπλοφατζής». Η τελευταία του ταινία ήταν «Ο Λαμπρούκος μπαλαντέρ» (1981) του Κώστα Καραγιάννη. Στην τηλεόραση ξεχώρισε με το ρόλο του γυναικοκατακτητή Ζάχου Δόγκανου στο σίριαλ «Εκείνες και εγώ», που προβλήθηκε τη διετία 1976 - 1977.
Ο Λάμπρος Κωνσταντάρας υπήρξε σπουδαίος ηθοποιός. Το πηγαίο ταλέντο του διαφαίνεται μέσα από τη μεγάλη γκάμα των ρόλων που ερμήνευσε, τόσο στον κινηματογράφο, όσο και στο θέατρο. Στα πρώτα του βήματα εμφανίστηκε σε δραματικούς ρόλους, ακόμη και ως ζεν-πρεμιέ, ενώ στη συνέχεια ειδικεύτηκε σε πιο κωμικούς, ως φίλος ή πατέρας -καλοσυνάτος, ανοιχτόκαρδος, ακόμη και αυστηρός πότε - πότε γυναικάς και χιουμορίστας.
Προληπτικός
Ο Λάμπρος Κωνσταντάρας είχε πολλές ιδιοτροπίες και προλήψεις στην καθημερινή του ζωή. Δεν άλλαζε εύκολα τις συνήθειες του. Του άρεσε να περπατάει από την ίδια πλευρά του πεζοδρομίου. «Αν τον ανάγκαζες να αλλάξει πεζοδρόμιο, μπορούσε να σε χτυπήσει και είχε και βαρύ χέρι που δεν σε συνέφερε καθόλου», αναφέρει ο Δημήτρης Κωνσταντάρας, γιος του Λάμπρου. «Έτρωγε στο ίδιο μέρος συνέχεια που είχε ο ίδιος αποφασίσει, διέσχιζε τον δρόμο από το ίδιο σημείο, αγόραζε παπούτσια από το ίδιο μαγαζί και διάβαζε ατσαλάκωτη την εφημερίδα του», αναφέρει ο Βασίλης Μαρτσάκης, θεατρολόγος. Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Λάμπρος έμενε στην Βάρκιζα. Η διαδρομή που του άρεσε, ήταν από τα λιμανάκια της Βουλιαγμένης, ώστε να αγναντεύει την θάλασσα. Μία φορά του άλλαξε τη διαδρομή και τον πήγε μέσα από τη Βάρη. «Μου λέει παραλίγο να τον σκοτώσω, διότι άκουσον άκουσον με πήγε μέσα από τις ψησταριές της Βάρης. Μου ήρθε να κατέβω κάτω και να του σπάσω το κεφάλι, επειδή ήταν άνθρωπος που τσακωνόταν πολύ συχνά», εξιστορεί στη «Μηχανή του Χρόνου» ο Δημήτρης Κωνσταντάρας.
Παρά τις ιδιοτροπίες του, ο Κωνσταντάρας στην παρέα ήταν ένας άνθρωπος γλεντζές και έκανε συνεχώς πλάκες, όπως άλλωστε και στις ταινίες του, οι οποίες μέχρι και σήμερα μας χαρίζουν αβίαστα γέλιο....
ΑΕΚτζής
Ο Λάμπρος Κωνσταντάρας, εκτός από την υποκριτική, αγαπούσε πολύ και τον αθλητισμό. Του άρεσαν το ποδόσφαιρο και ο στίβος. Σε νεαρή ηλικία, μάλιστα, είχε φορέσει και τη φανέλα του τερματοφύλακα της ΑΕΚ, αν και συνήθως ήταν αναπληρωματικός. Αυτή η καριέρα, όμως, έληξε νωρίς, δίνοντας θέση στη λαμπρή καριέρα ηθοποιού....
Στις αρχές της δεκαετίας του ’60, ο Λάμπρος Κωνσταντάρας με τον γιο του, βρέθηκαν σε αγώνα της Εθνικής Ελλάδας με τη Γιουγκοσλαβία, στο γήπεδο της λεωφόρου Αλεξάνδρας. Ο ηθοποιός είχε αγοράσει αριθμημένα εισιτήρια, αλλά στο σημείο που ήταν οι θέσεις, η κανονική κερκίδα είχε σπάσει και στη θέση της είχε τοποθετηθεί μια αυτοσχέδια. Η πρόχειρη κερκίδα ήταν φτιαγμένη από ξύλα, τοποθετημένα πάνω σε τσιμεντόλιθους! Αν και οι θέσεις δεν άρεσαν στον Κωνσταντάρα, δεν έδωσε συνέχεια και κάθισε να παρακολουθήσει τον αγώνα. Όταν οι ομάδες βγήκαν στον αγωνιστικό χώρο και ξεκίνησε ο εθνικός ύμνος της Ελλάδας, ο κόσμος σηκώθηκε όρθιος. Τότε, ένας πονηρός φίλαθλος που δεν είχε αριθμημένο εισιτήριο, προσπάθησε να «χωθεί» στην κερκίδα. Πηδώντας από κάθισμα σε κάθισμα, κατέβαινε τα επίπεδα της κερκίδας για να βρει κενή θέση. Τότε, με μια απρόσεχτη κίνησή του, κλώτσησε τον ένα τσιμεντόλιθο, γκρέμισε την αυτοσχέδια κερκίδα και έπεσε με δύναμη πάνω στον ηθοποιό, πριν εκείνος προλάβει να αντιδράσει. Οι δυο άντρες έπεσαν κάτω, ανάμεσα σε ξύλα και τσιμεντόλιθους. Ο Κωνσταντάρας χτύπησε το κεφάλι του. Έξαλλος, άρχισε να ωρύεται και να επιτίθεται στον απρόσεκτο φίλαθλο. Ακόμα και η ανάκρουση του εθνικού ύμνου (που τότε γινόταν, ζωντανά, από ορχήστρα) σταμάτησε για λίγο, εξαιτίας τής φωνής του ηθοποιού. Οι δύο τραυματίες μεταφέρθηκαν στο ιατρείο του γηπέδου. Λίγο αργότερα, ο Λάμπρος Κωνσταντάρας επέστρεψε με δεμένο το κεφάλι και συνέχισε απτόητος να παρακολουθεί τον αγώνα. Ο άντρας που είχε προκαλέσει το ατύχημα μεταφέρθηκε στον Ερυθρό Σταυρό, με μώλωπες και μελανιές. Σύμφωνα με αυτόπτες μάρτυρες, κάποιες από αυτές είχαν προκληθεί από τις καρπαζιές του Κωνσταντάρα και όχι από την πτώση. Παρά τον εκνευρισμό του για το περιστατικό και την απογοήτευσή του για την έκβαση του αγώνα (η εθνική Ελλάδας έχασε με 0-5), ο ηθοποιός μετά τη λήξη, επισκέφθηκε τον τραυματία στο νοσοκομείο. Ο άτυχος φίλαθλος αναγνώρισε τον ηθοποιό και δεν διαμαρτυρήθηκε για τις σφαλιάρες που δέχτηκε. Του είπε μόνο: «Μα έχεις και βαρύ χέρι, βρε αδερφέ»....
Ο γόης και οι έρωτές του
Ο Λάμπρος Κωνσταντάρας από μικρός ήταν ο γόης για τα κορίτσια του σχολείου του. Τον βοηθούσε το πανύψηλο και αθλητικό του παράστημα και τα καταγάλανα εκφραστικά του μάτια. Όπως και στις ταινίες, έτσι και στη ζωή του ήταν ο καρδιοκατακτητής της παρέας. Το μυαλό του ήταν μονίμως στα κορίτσια και στις νυχτερινές περιπέτειες. Με τους φίλους του, όταν έβγαιναν τα βράδια, φλέρταραν συνεχώς. Στο Παρίσι, το 1931, ο Λάμπρος, μαγεμένος και ενθουσιασμένος από τη νυχτερινή ζωή της πόλης του Φωτός ξενυχτούσε με τους φίλους του μέχρι το πρωί με συντροφιά ωραίες γυναίκες. Τον είχαν ονομάσει «Le beau Grec», δηλαδή «ο ωραίος Έλληνας». Ο πρώτος μεγάλος έρωτας Τον χειμώνα του 1940-41, ο Λάμπρος γνωρίζει και ερωτεύεται τη Γιούλη Γεωργοπούλου, παίζοντας σε μία κωμωδία του Αλέκου Λιδωρίκη με τίτλο, «Μία ζωή είναι αυτή». Έως τότε, οι σχέσεις του ήταν εφήμερες. Για αυτή την κοπέλα με τα υπέροχα μάτια διαισθάνεται όμως πως τα πράγματα είναι διαφορετικά....
Με την Άννα Καλουτά γνωρίζονταν από τον πόλεμο του 40’, τότε που εκείνη τον είχε πρωτοσυναντήσει τραυματισμένο σε ένα νοσοκομείο. Από εκεί έγιναν φίλοι, μετά συνεργάτες στο θέατρο και στη συνέχεια αναπτύχθηκε μεταξύ τους ένας φλογερός έρωτας. Για την Άννα, ο Κωνσταντάρας ήταν ένας σωστός άρχοντας, το όνειρο κάθε γυναίκας. Δεν μπορούσε να αντισταθεί στη γοητεία του. Μεταξύ τους αναπτύχθηκε μια πολύ δυνατή σχέση....
Το τέλος ήταν δράμα
Πέθανε στις 28 Ιουνίου του 1985 στο «Ασκληπείο» της Βούλας. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας, εξαιτίας αλλεπάλληλων εγκεφαλικών επεισοδίων.
Στις 5 Ιουνίου 1985, δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Εικόνες» η τελευταία συνέντευξη του Λάμπρου Κωνσταντάρα στον Δημήτρη Λυμπερόπουλο, στη Βάρκιζα. Ο δημοσιογράφος κατέγραψε την εμπειρία του από την συνάντηση με τον αγαπημένο πρωταγωνιστή, καθώς η υγεία του ήταν πολύ επιβαρυμένη. Δεν μιλούσε. Έγραφε και κρατούσε σημειώσεις σε ένα μπλοκάκι. Δεν θύμιζε σε τίποτα τον λαμπερό Λάμπρο Κωνσταντάρα της δεκαετίας του 60. Τα δημοσιεύματα της εποχής τον αποκαλούσαν ο «έγκλειστος της Βάρκιζας». Κλεισμένος τα τελευταία χρόνια στο σπίτι του στη Βάρκιζα, ύστερα από δυο εμφράγματα Ο Δημήτρης Λυμπερόπουλος θυμάται: Εντελώς άφωνος, από δυο εγκεφαλικά, είχε αποσυρθεί από το θέατρο και τον κόσμο δυο χρόνια. Μετά λίγες εβδομάδες ο δημοφιλής καλλιτέχνης έφυγε για πάντα… Εδώ και δυο χρόνια ένας άνθρωπος μένει έγκλειστος στον ίδιο τον εαυτό του…Πρόκειται για τον Λάμπρο Κωνσταντάρα, που απομονωμένος σ΄ ένα διαμέρισμα στη Βάρκιζα,με τη γυναίκα του Φιλιώ, δεν θέλει να μιλήσει με κανένα, αποφεύγει να διαβάσει εφημερίδα και να δει τηλεόραση – εκτός από τα αθλητικά – και με πείσμα έχει κόψει τον ομφάλιο λώρο με τον έξω κόσμο.
Ο Κωνσταντάρας εξακολουθεί να γοητεύει το κοινό που τον αγάπησε και τον παρακολούθησε καθ’όλη τη διάρκεια της πολύχρονης καριέρας του, απολαμβάνοντας το πληθωρικό ταλέντο του σε ρόλος που τον χαρακτήρισαν.
Για όλους ο Λάμπρος Κωνσταντάρας θα είναι πάντα ο αγαπημένος γλεντζές, ο αρχοντάνθρωπος της ελληνικής μεγάλης οθόνης, ο εκπληκτικός Μαυρογυαλούρος, ο αμετανόητος μπλοφατζής, το χαριτωμένο γεροντοπαλίκαρο που όταν ερωτευόταν άκουγε μέσα του το χλιμίντρισμα του αλόγου, ο γλυκός πατέρας της Αλίκης, ένας από τους πιο αγαπημένος Έλληνες ηθοποιούς.
http://tvxs.gr/news/theatro/lampros-konstantaras-o-arxontas-me-tis-dikes-toy-arxes-o-komikos-me-diko-toy-drama
04 Απριλίου, 2017
ΘΑΝΑΣΗΣ ΒΕΓΓΟΣ Ο ΚΟΥΡΕΛΗΣ ΦΑΝΤΑΡΟΣ ΤΗΣ ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΥ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ Ο ΠΟΛΥ ΚΑΛΟΣ ΜΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ
23 Φεβρουαρίου, 2017
Η ζωή ενός εργάτη της βυζαντινής μουσικής
Η ζωή ενός εργάτη της βυζαντινής μουσικής
Ο Γιώργος Ρεμούνδος, για χρόνια ψάλτης στην
Καπνικαρέα και συνεργάτης της Δόμνα Σαμίου μας διηγείται τη ζωή του και
τον έρωτα του για την ψαλτική τέχνη που χαϊδεύει τα όνειρα του από μικρό
παιδί.
Φωτογραφίες: Άγγελος Χριστοφιλόπουλος/ FOSPHOTOS
Γεννήθηκα στη Νίκαια. Δεν ήμουν ούτε 5 χρονών, όταν πήγαινα με τον παππού μου για να καθαρίσει τα κανάρια του – καμιά 20αριά θα ήταν. Η διαδικασία για να τα καθαρίσει και να τους βάλει κανναβούρι και μαρουλάκι για να φάνε, έπαιρνε μία-μιάμιση ώρα. Την ώρα που έκανε αυτή τη δουλειά, τις περισσότερες φορές έψελνε. Τέτοιο ψάλσιμο δεν έχω ακούσει από κανέναν άλλον μέχρι σήμερα. Και το περίεργο είναι ότι δεν ήξερε μουσική. Αυτό που έμεινε χαραγμένο στην παιδική μου μνήμη ήταν το σφύριγμά του. Και τι σφύριζε; Τα τροπάρια της Μεγάλης Παρασκευής. Μία σφύριζε, μία έψελνε. Κεντούσε. Θυμάμαι και τη γιαγιά μου – τσανακαλιώτισσα – να πλένει στη σκάφη και να ψέλνει. Με είχε μαγέψει η ειλικρίνεια που έβγαζε όταν έψελνε, το πηγαίο. Ήταν ο δεύτερος σπόρος που έπεσε μέσα στην καρδιά μου για την ψαλτική μετά από το τραγούδι του παππού μου. Και ποτέ δεν μου είπαν – και αυτό ήταν το σημαντικό – να πάω στην εκκλησία, παιδί καθώς ήμουν.
Για μεγάλα διαστήματα, δεν ντρέπομαι να το πω, έμενα στο σπίτι των παππούδων μου για να ξαλαφρώσει ο πατέρας μου και η μάνα μου οικονομικά. Για να με ταΐζουν, να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους. Όταν, λοιπόν, ερχόταν η Κυριακή και η γιαγιά μου με ρωτούσε «Γιώργο, θέλεις να πάμε στην εκκλησία;», εγώ έλεγα «ναι γιαγιά» και σηκωνόμουν μόνος μου από τα χαράματα. Το αργότερο 7 το πρωί ήμουν στην εκκλησία. Τότε η Νίκαια είχε έντονο το προσφυγικό στοιχείο και οι περισσότεροι ψάλτες ήταν μικρασιάτες. Όταν έψελναν μιλούσαν στην ψυχή του ανθρώπου και αυτό εμένα με συγκινούσε. Άρχισα, λοιπόν, 5 χρονών να παρατηρώ τους ψάλτες και να προσπαθώ να ψέλνω. Καθόμουν και μέτραγα πόσα «χαίρε» έχουν οι χαιρετισμοί. Γεννήθηκε ασυνείδητα μέσα μου κάτι πολύ μεγάλο και βαθύ.
Στο σπίτι του κ. Ρεμούνδου, λίγα στενά κάτω από τη λεωφόρο Αχαρνών.
«Είπα τότε στον εαυτό μου: «Γιωργάκη, ή θα ξεκινήσεις και θα μπεις στο σωστό δρόμο, ή θα τα παρατήσεις». Ένιωθα πως σκοποβολούσα και μου είχε μείνει το τελευταίο βόλι, με το οποίο έπρεπε να πετύχω το στόχο μου»Τα επόμενα χρόνια έγινα βασικό μέλος της χορωδίας ως ισοκράτης και άρχισα να συμμετέχω στις ηχογραφήσεις της ΕΡΤ, όταν το ραδιομέγαρο της ήταν ακόμη στο Ζάππειο. Αυτό που με προβλημάτιζε ήταν ότι υπήρχε ένας εφησυχασμός και δεν γινόταν ιδιαίτερη προσπάθεια να διαμορφωθούν νέοι ψάλτες. Ο χοράρχης επαναπαυόταν στο υλικό που είχε. Αυτό μου προκάλεσε μία νέα απογοήτευση, καθώς ένιωσα ότι δεν μπορούσα να ασχοληθώ σε βάθος με αυτό που ένιωθα ότι ήταν σκοπός της ζωής μου». «Τότε όμως έγινε κάτι θαυμαστό. Εγώ είχα τη συνήθεια να φεύγω από τη Νίκαια και να πηγαίνω στο Φάληρο, κοντά στο Καραΐσκάκη, για να παίρνω από έναν ψάλτη της ενορίας μου τις ηχογραφήσεις που κάναμε την ΕΡΤ. Ο πατέρας μου μού είχε πάρει με χίλιες δυο στερήσεις ένα μαγνητοφωνάκι Φίλιπς. Το έπαιρνα και πήγαινα στο σπίτι του ψάλτη για να μου μεταφέρει σε αυτό τις ηχογραφήσεις. Έκανα 10 χιλιόμετρα για να πάω εκεί και 10 πίσω. Ένα Σάββατο, λοιπόν, ο ψάλτης μου είπε: «θα σου βάλω να ακούσεις ένα δίσκο». Ήταν οι ύμνοι του επιταφίου και του Πάσχα. Άλλο άκουσμα, κάτι έξω από αυτό τον κόσμο, ήχος μοναστικός. Αυτό που είχα μόλις ακούσει με σημάδεψε αμέσως. «Ποιος είναι αυτός που τραγουδάει;», ρώτησα τον ψάλτη. «Είναι ο Σίμων Καράς, που κάνει και σε εμάς σεμινάρια μουσικής», μου είπε εκείνος. «Και πού κάνει τα μαθήματα;», ρώτησα εγώ,πάλι με λαχτάρα. «Στο λόφο του Στρέφη, προς τα Εξάρχεια», μου αποκρίθηκε ο ψάλτης, ο οποίος μου έδειξε τους τέσσερις δίσκους του Καρά που κυκλοφορούσαν τότε. Έμελλε μάλιστα στα χρόνια που θα δούλευα η διασκέδασή μου να είναι κανένα δισκάκι κάθε φορά που πληρωνόμουν. Τα υπόλοιπα τα έδινα στην οικογένεια, άντε να κρατούσα τίποτα για να πάρω κανένα παντελόνι ή κάλτσες.
Τέτοια ήταν η ζέση μου για την ψαλτική τέχνη που στα δέκα χρόνια παραμονής μου στη σχολή έλειψα μόνο 5 φορές. Το ψάλσιμο είχε γίνει για μένα αυτοσκοπός, καθώς μπροστά μου έβλεπα έναν πλούτο που δε θα μπορούσα να τον πάρω από πουθενά αλλού.Στον Καρά έκατσα 10 χρόνια, στη διάρκεια των οποίων πήρα μία βασική παιδεία. Καθώς η σχολή αυτή μας έδινε γνώση αφιλοκερδώς, έπρεπε να βοηθήσουμε και εμείς με τη σειρά μας. Πώς το κάναμε αυτό; Ο σύλλογος είχε ένα παρεκκλήσι που λειτουργούσε την περίοδο των χαιρετισμών και όλη τη Μεγάλη Εβδομάδα. Τέτοια ήταν η ζέση μου για την ψαλτική τέχνη που στα δέκα χρόνια παραμονής μου στη σχολή έλειψα μόνο 5 φορές. Το ψάλσιμο είχε γίνει για μένα αυτοσκοπός, καθώς μπροστά μου έβλεπα έναν πλούτο που δε θα μπορούσα να τον πάρω από πουθενά αλλού. Επρόκειτο για τις δύο όψεις ενός νομίσματος: τη βυζαντινή μουσική και το δημοτικό τραγούδι. Σύντομα ο Καράς είδε τις δυνατότητές μου και με έβαλε να διδάξω. Ήμουν ταυτόχρονα δάσκαλος και μαθητής. Αυτό έγινε το 1988. Πρέπει να ομολογήσω πως αυτός ο άνθρωπος μου άνοιξε την καρδιά. Αποτελεί έναν από τους σταθμούς της ζωής μου, καθώς μου ενστάλαξε το δέος που αισθανόταν ο ίδιος για την ψαλτική και το τραγούδι. Δεν ήταν ιδιαίτερα καλλίφωνος, αλλά μιλούσε η ψυχή του όταν έψελνε. Μου θύμιζε τον παππού μου.
«Όπως λέει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, η ψαλμωδία πρέπει να ακούγεται σαν να ψάλλεται από ένα πρόσωπο. Είναι ομαδική, γιατί συμβολίζει τον ομαδικό χαρακτήρα της λατρείας. Δεν πάμε στην εκκλησία για να υπηρετήσουμε το εγώ μας, αλλά τη συλλογικότητα, το σώμα της εκκλησίας»Ανάμεσα στους πρώτους μαθητές μου ήταν και η κόρη του Παπαγιώργη του Μεταλλινού που μου είπε μία μέρα: «Δάσκαλε, θέλεις να έρθεις ψάλτης στο ναό μας;». Μου μίλησε για την εκκλησία και για το ότι δεν είχαν ψάλτη. Εγώ φοβήθηκα να πάω, γιατί ο Καράς μας παραινούσε να μην πηγαίνουμε, καθώς, όπως έλεγε, «δεν είστε έτοιμοι». Δίστασα, αλλά πήγα και ανέλαβα καθήκοντα ιεροψάλτου. Τυχαία μάλιστα εκείνη την εποχή έγινε μία ηχογράφηση από το ναό όταν έψελνα. Αυτή την εκπομπή την άκουσε ο Καράς, όμως δεν κατάλαβε ότι ήμουν εγώ. Σε ένα συμβούλιο λοιπόν – εμένα αυτά μου τα διηγήθηκαν μετά, δεν ήμουν μπροστά – συμβούλεψε τους παρευρισκόμενους να ακούν ΥΕΝΕΔ, γιατί, όπως είπε τότε, «χθες άκουσα κάτι ψάλτες εκπληκτικούς. Αποφάσισα να του πω ότι είχα πιάσει αναλόγιο, για να μην το μάθει από κάπου αλλού. Και ενώ περίμενα να με καρατομήσει όταν του το είπα, αυτός μου είπε «την ευχή μου». Ήταν άνθρωπος διαισθητικός και είχε δει τις ικανότητές μου. Δέκα μήνες πέρασαν από τότε που άρχισα να ψέλνω στον Άγιο Αντίπα και εκλέχθηκα παμψηφεί για να μεταπηδήσω στην Καπνικαρέα, που ήταν ο πρώτος πανεπιστημιακός ναός. Εκεί έμεινα αρκετά χρόνια και έζησα συγκλονιστικές εμπειρίες. Ο χώρος της Καπνικαρέας είναι το κάτι άλλο. Οι πέτρες μιλάνε από μόνες τους. Μνημείο του 11ου αιώνα και αγιογραφημένο από τον Κόντογλου, προσφέρει στους πιστούς μία άλλου είδους σχέση με την λειτουργία, με την ευρύτερη του όρου έννοια.
«Το
Σεπτέμβρη του περασμένου χρόνου, μου απονεμήθηκε το ανώτατο αξίωμα του
άρχοντος πρωτοψάλτου του Οικουμενικού Θρόνου. Πρόκειται για μεγάλη τιμή,
την οποία βλέπω ως ευθύνη και όχι ως ευκαιρία για κομπορρημοσύνη. Το
θεωρώ ως έναν επίλογο στη μέχρι τώρα πορεία μου στην ψαλτική τέχνη».
«Ήρθε λοιπόν στην εκκλησία και με άκουσε. Μόλις τελείωσε η ακολουθία, η Δόμνα ήρθε και με βρήκε: «Έλα δω βρε μπαγάσα», μου είπε, «ποιος είσαι εσύ; Προσπαθούσα σε όλη την ακολουθία να σε δω, αλλά είμαι κοντή και δεν τα κατάφερα». Παρευρέθηκε στο ναό και τις δύο επόμενες χρονιές, οπότε και μου πρότεινε να κάνουμε ένα δίσκο»Πρέπει να ομολογήσω πως ως προσωπικότητα με καθόρισε βαθιά η υφή και τα χαρακτηριστικά της ψαλτικής τέχνης. Η βυζαντινή μουσική είναι καταρχάς καθαρά φωνητική. Δεν επιδέχεται όργανα. Αυτό στηρίζεται στην πυθαγόρεια αντίληψη, που ήθελε το θείο να υμνείται μόνο με φυσικά και όχι με τεχνικά μέσα. Δεύτερον, στηρίζεται στο λόγο. Η μουσική είναι, πάλι κατά τον Πυθαγόρα, υπηρέτρια του λόγου. Το αποτέλεσμα αυτών των δύο παραμέτρων είναι η βυζαντινή παράδοση να βασίζεται εξολοκλήρου στη φωνή. Ακόμη, η βυζαντινή μουσική είναι μονόφωνη, σε αντίθεση με τη δυτική θρησκευτική παράδοση. Όπως λέει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, η ψαλμωδία πρέπει να ακούγεται σαν να ψάλλεται από ένα πρόσωπο. Είναι ομαδική, γιατί συμβολίζει τον ομαδικό χαρακτήρα της λατρείας. Δεν πάμε στην εκκλησία για να υπηρετήσουμε το εγώ μας, αλλά τη συλλογικότητα, το σώμα της εκκλησίας. Η εκκλησιαστική μουσική ψυχαγωγεί τον άνθρωπο με την αρχαία του όρου έννοια, οδηγεί την ψυχή του προς το θείο. Βέβαια αυτή η πορεία είναι και γλέντι, διασκέδαση.
Πολύ σημαντική για τη ζωή μου ήταν η γνωριμία μου με τη Δόμνα Σαμίου. Ένας από τους δίσκους που έχουμε κάνει είναι Ο όρθρος της Μεγάλης Τετάρτης: Το τροπάριο της Κασσιανής. Αυτό το cd είναι μία ολόκληρη ιστορία που οφείλεται και στη Δόμνα Σαμίου. Η Δόμνα ήταν μεγάλο μουσικό δαιμόνιο με πολλές ευαισθησίες. Ήταν και εκείνη μαθήτρια του Καρά. Έλεγε λοιπόν – όλα αυτά μου τα είπε μετά – «πού να πάω να ακούσω το τροπάριο της Κασσιανής;». Της είπαν για μένα που έψελνα στην Καπνικαρέα. Εκείνη το άφησε για δύο-τρία χρόνια. Όμως μετά είπε: «δεν πάω στην Καπνικαρέα; Τι έχω να χάσω;». Ήρθε λοιπόν στην εκκλησία και με άκουσε. Μόλις τελείωσε η ακολουθία, η Δόμνα ήρθε και με βρήκε: «Έλα δω βρε μπαγάσα», μου είπε, «ποιος είσαι εσύ; Προσπαθούσα σε όλη την ακολουθία να σε δω, αλλά είμαι κοντή και δεν τα κατάφερα». Παρευρέθηκε στο ναό και τις δύο επόμενες χρονιές, οπότε και μου πρότεινε να κάνουμε ένα δίσκο. Έτσι αποφασίσαμε να ηχογραφήσουμε τον όρθρο της Μεγάλης Τετάρτης, που ήταν ο πρώτος ψαλμός που άκουσε η Δόμνα από εμένα. Είναι και στο youtube να το ακούσετε.
http://popaganda.gr/zoi-enos-ergati-tis-vizantinis-mousikis/
31 Ιανουαρίου, 2017
11 Ιανουαρίου, 2017
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΙΑΣ ΑΓΑΠΗΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΛΟΓΙΑ ''Η ΚΟΚΚΙΝΗ ΧΕΛΩΝΑ''
Το Studio Ghibli του θρυλικού Χαγιάο Μιγιαζάκι, περνά για πρώτη φορά τα σύνορα της χώρας του και σε συνεργασία με τη Γαλλία και τον Ολλανδό animator Μίκαελ Ντουντόκ ντε Βιτ, παρουσιάζουν ένα πανέμορφο παραμύθι. Πρόκειται για την ιστορία ενός ναυαγού, σ' ένα νησί με μόνους κατοίκους χελώνες, καβούρια και πουλιά. Η ιστορία μιας αγάπης που δε χρειάζεται λόγια για να εκφραστεί, μεταφέρεται ιδανικά στην μεγάλη οθόνη, σε μία από τις ομορφότερες κινηματογραφικές στιγμές του 2016.
«Είναι η επιθυμία για κάτι που μοιάζει άπιαστο, μια βαθιά και ήσυχη επιθυμία. Για έναν καλλιτέχνη, μπορεί να είναι η αναζήτηση της τελειότητας, μια επίπονη, ωστόσο όμορφη απουσία. Δε μπορείτε να φανταστείτε τα μηνύματα που έλαβα τόσο από φίλους, όσο και αγνώστους, που μου εξέφραζαν πόσο τους άγγιξε η ταινία. Είμαι πάρα πολύ τυχερός που έγινε ήδη κλασσική.» - Μίκαελ Ντουντόκ ντε Βιτ

Η Κόκκινη Χελώνα / La tortue rouge
Σκηνοθεσία: Μίκαελ Ντουντόκ ντε Βιτ / Michael Dudok de Wi
Σενάριο: Michael Dudok de Wit / Pascale Ferran
Χώρα: Γαλλία, Βέλγιο
Έτος: 2016
Διάρκεια: 80 λεπτά

Η ιστορία ενός ναυαγού, σ' ένα νησί με μόνους κατοίκους χελώνες, καβούρια και πουλιά. Η ιστορία μιας αγάπης. Τα κύματα παρασύρουν έναν ναυαγό αγνώστου παρελθόντος σ' ένα ερημικό τροπικό νησί. Καθώς οι απεγνωσμένες απόπειρές του να αποδράσει αποτυγχάνουν, θα προσπαθήσει να επιβιώσει σ' ένα μέρος που μοιάζει με πραγματικό παράδεισο αλλά κατοικείται μονάχα από καβούρια, χελώνες και πτηνά.

Μέχρι που μια αναπάντεχη συνάντηση με μια κόκκινη χελώνα θα αλλάξει για πάντα τη ζωή του. Η αποφασιστικότητα της τελευταίας, καταστρέφει συνεχώς τη σχεδία από μπαμπού που έχει φτιάξει για να αποδράσει από το νησί. Η στιγμή της εκδίκησης έρχεται όταν η χελώνα φτάνει στην παραλία. Όμως μια περίεργη αλλαγή θα συμβεί και ο ναυαγός δεν θα είναι πια μόνος. Θα φτιάξει μάλιστα μια οικογένεια.

«Η ταινία αφηγείται την ιστορία με γραμμικό και κυκλικό τρόπο ταυτόχρονα. Χρησιμοποιεί το χρόνο για να τονίσει την έλλειψη του, όπως η μουσική μπορεί να ενδυναμώσει τη σιωπή. Η ταινία μιλά επίσης για την πραγματικότητα του θανάτου. Ο άνθρωπος έχει μια τάση να εναντιώνεται στο θάνατο, να τον φοβάται και να τον πολεμά, το οποίο είναι απόλυτα υγιές και φυσικό. Ωστόσο, μπορούμε να έχουμε ταυτόχρονα μια ενστικτώδη κατανόηση ότι είμαστε όλοι ζωή και δε χρειάζεται να εναντιωνόμαστε στο θάνατο. Ελπίζω ότι η ταινία το μεταφέρει αυτό.» - Μίκαελ Ντουντόκ ντε Βιτ

Από τις ομορφότερες ταινίες που είχαμε την ευκαιρία να δούμε τον Σεπτέμβριο στο Διαγωνιστικό Τμήμα του 22ου Διεθνούς Κινηματογραφικού Φεστιβάλ της Αθήνας - Νύχτες Πρεμιέρας, το φιλμ «Η Κόκκινη Χελώνα» (La tortue rouge - 2016) του Μίκαελ Ντουντόκ ντε Βιτ, πραγματοποίησε την παγκόσμια πρεμιέρα του τον Μάιο του 2016 στο Διεθνές Κινηματογραφικό Φεστιβάλ των Καννών, στο τμήμα Ένα Κάποιο Βλέμμα, όπου και απέσπασε το Ειδικό Βραβείο της Επιτροπής. Παράλληλα τιμήθηκε και με το Βραβείου Κοινού στις 22ες Νύχτες Πρεμιέρας.

«Η ιδέα της ιστορίας με τη χελώνα υπήρχε από νωρίς στο μυαλό μου. Έπρεπε να είναι ένα μεγαλοπρεπές κι αξιοσέβαστο θαλάσσιο ον. Η θαλάσσια χελώνα είναι ειρηνική και μοναχική, εξαφανίζεται στα βάθη της θάλασσας για πολύ καιρό κι αφήνει μια αίσθηση αθανασίας. Το βαθύ κόκκινο χρώμα ταιριάζει και το κάνει να ξεχωρίζει οπτικά. Σκεφτήκαμε πάρα πολύ πόσο μυστήριο θα θέλαμε να αφήσουμε στην ιστορία. Στις ταινίες του Studio Ghibli για παράδειγμα, η παρουσία του μυστηρίου έχει δουλευτεί με ιδιαίτερη δεξιοτεχνία. Φυσικά, είναι υπέροχο να υπάρχει το μυστήριο, αλλά όχι στο σημείο που αποσυνδέει το κοινό από την ιστορία. Πρέπει να γίνουν λεπτοί χειρισμοί.» - Μίκαελ Ντουντόκ ντε Βιτ
http://tvxs.gr/news/sinema/i-istoria-mias-agapis-poy-de-xreiazetai-logia-i-kokkini-xelona
«Είναι η επιθυμία για κάτι που μοιάζει άπιαστο, μια βαθιά και ήσυχη επιθυμία. Για έναν καλλιτέχνη, μπορεί να είναι η αναζήτηση της τελειότητας, μια επίπονη, ωστόσο όμορφη απουσία. Δε μπορείτε να φανταστείτε τα μηνύματα που έλαβα τόσο από φίλους, όσο και αγνώστους, που μου εξέφραζαν πόσο τους άγγιξε η ταινία. Είμαι πάρα πολύ τυχερός που έγινε ήδη κλασσική.» - Μίκαελ Ντουντόκ ντε Βιτ
Η Κόκκινη Χελώνα / La tortue rouge
Σκηνοθεσία: Μίκαελ Ντουντόκ ντε Βιτ / Michael Dudok de Wi
Σενάριο: Michael Dudok de Wit / Pascale Ferran
Χώρα: Γαλλία, Βέλγιο
Έτος: 2016
Διάρκεια: 80 λεπτά
Η ιστορία ενός ναυαγού, σ' ένα νησί με μόνους κατοίκους χελώνες, καβούρια και πουλιά. Η ιστορία μιας αγάπης. Τα κύματα παρασύρουν έναν ναυαγό αγνώστου παρελθόντος σ' ένα ερημικό τροπικό νησί. Καθώς οι απεγνωσμένες απόπειρές του να αποδράσει αποτυγχάνουν, θα προσπαθήσει να επιβιώσει σ' ένα μέρος που μοιάζει με πραγματικό παράδεισο αλλά κατοικείται μονάχα από καβούρια, χελώνες και πτηνά.
Μέχρι που μια αναπάντεχη συνάντηση με μια κόκκινη χελώνα θα αλλάξει για πάντα τη ζωή του. Η αποφασιστικότητα της τελευταίας, καταστρέφει συνεχώς τη σχεδία από μπαμπού που έχει φτιάξει για να αποδράσει από το νησί. Η στιγμή της εκδίκησης έρχεται όταν η χελώνα φτάνει στην παραλία. Όμως μια περίεργη αλλαγή θα συμβεί και ο ναυαγός δεν θα είναι πια μόνος. Θα φτιάξει μάλιστα μια οικογένεια.
«Η ταινία αφηγείται την ιστορία με γραμμικό και κυκλικό τρόπο ταυτόχρονα. Χρησιμοποιεί το χρόνο για να τονίσει την έλλειψη του, όπως η μουσική μπορεί να ενδυναμώσει τη σιωπή. Η ταινία μιλά επίσης για την πραγματικότητα του θανάτου. Ο άνθρωπος έχει μια τάση να εναντιώνεται στο θάνατο, να τον φοβάται και να τον πολεμά, το οποίο είναι απόλυτα υγιές και φυσικό. Ωστόσο, μπορούμε να έχουμε ταυτόχρονα μια ενστικτώδη κατανόηση ότι είμαστε όλοι ζωή και δε χρειάζεται να εναντιωνόμαστε στο θάνατο. Ελπίζω ότι η ταινία το μεταφέρει αυτό.» - Μίκαελ Ντουντόκ ντε Βιτ
Από τις ομορφότερες ταινίες που είχαμε την ευκαιρία να δούμε τον Σεπτέμβριο στο Διαγωνιστικό Τμήμα του 22ου Διεθνούς Κινηματογραφικού Φεστιβάλ της Αθήνας - Νύχτες Πρεμιέρας, το φιλμ «Η Κόκκινη Χελώνα» (La tortue rouge - 2016) του Μίκαελ Ντουντόκ ντε Βιτ, πραγματοποίησε την παγκόσμια πρεμιέρα του τον Μάιο του 2016 στο Διεθνές Κινηματογραφικό Φεστιβάλ των Καννών, στο τμήμα Ένα Κάποιο Βλέμμα, όπου και απέσπασε το Ειδικό Βραβείο της Επιτροπής. Παράλληλα τιμήθηκε και με το Βραβείου Κοινού στις 22ες Νύχτες Πρεμιέρας.
«Η ιδέα της ιστορίας με τη χελώνα υπήρχε από νωρίς στο μυαλό μου. Έπρεπε να είναι ένα μεγαλοπρεπές κι αξιοσέβαστο θαλάσσιο ον. Η θαλάσσια χελώνα είναι ειρηνική και μοναχική, εξαφανίζεται στα βάθη της θάλασσας για πολύ καιρό κι αφήνει μια αίσθηση αθανασίας. Το βαθύ κόκκινο χρώμα ταιριάζει και το κάνει να ξεχωρίζει οπτικά. Σκεφτήκαμε πάρα πολύ πόσο μυστήριο θα θέλαμε να αφήσουμε στην ιστορία. Στις ταινίες του Studio Ghibli για παράδειγμα, η παρουσία του μυστηρίου έχει δουλευτεί με ιδιαίτερη δεξιοτεχνία. Φυσικά, είναι υπέροχο να υπάρχει το μυστήριο, αλλά όχι στο σημείο που αποσυνδέει το κοινό από την ιστορία. Πρέπει να γίνουν λεπτοί χειρισμοί.» - Μίκαελ Ντουντόκ ντε Βιτ
http://tvxs.gr/news/sinema/i-istoria-mias-agapis-poy-de-xreiazetai-logia-i-kokkini-xelona
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)






































