Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα επιμονη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα επιμονη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

13 Ιουλίου, 2022

Μὲ τὰ μάτια στραμμένα στὸν οὐρανὸ Ψαλμὸς ΡΚΒ΄ (122), στίχ. 1-2

 
Ενω στὸν 120ὸ Ψαλμὸ οἱ Ἰσραηλίτες σηκώνουν τὸ βλέμμα τους «εἰς τὰ ὄρη» τῆς Σιών (Ψαλ. ρκ΄ [120] 1). Στὸν Ψαλμὸ αὐτὸ ,τον 122ό, τὰ μάτια τοῦ εὐσεβοῦς Ἰουδαίου ἀτενίζουν ὑψηλότερα. Στρέφονται κατευθείαν στοὺς οὐρανούς. Ἀναφωνεῖ: «Πρὸς σὲ ἦρα τοὺς ὀφθαλμούς μου τὸν κατοικοῦντα ἐν τῷ οὐρανῷ» (Ψαλ. ρκβ΄ [122] 1). 

Ὁ Κύριος εἶναι βεβαίως πανταχοῦ παρών. Ὅμως στὸν οὐράνιο κόσμο φανερώνει περισσότερο τὴ δόξα Του, ἐκδηλώνει τὴ δύναμή Του καὶ καθιστᾶ αἰσθητότερη τὴν παρουσία Του.

 Εἶπε ὅτι ὁ Θεὸς κατοικεῖ στὸν οὐρανὸ «οὐχ ὡς τόπῳ περιγραφόμενον, ἀλλ’ ὡς τὸν ἀοράτοις δυνάμεσι ταῖς τὸν οὐρανὸν οἰκούσαις ἐπευφραινόμενον»1 . 

Ὁ Θεὸς εἶναι πανταχοῦ παρών, κατ’ ἐξαίρετον ὅμως τρόπο λέγεται ὅτι βρίσκεται στὸν ὑψηλότερο καὶ φωτεινότερο τόπο τοῦ σύμπαντος, ποὺ εἶναι ὁ οὐρανός. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Δαβὶδ ἀπευθύνθηκε πρὸς τὸν Θεό, «τὸν κατοικοῦντα ἐν τῷ οὐρανῷ». Γι’ αὐτὸ εὐσεβεῖς, ἀλλὰ καὶ ἀσεβεῖς σηκώνουν κατὰ τρόπο φυσικὸ τὰ χέρια καὶ τὸ βλέμμα στὸν οὐρανό, ὅταν μέλλουν νὰ ἐπικαλεσθοῦν τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Ὁ οὐρανὸς θεωρεῖται ὡς τόπος προσδοκιῶν καὶ πηγὴ δυνάμεως. Οἱ ἄπιστοι ἀναρωτιοῦνται ἰδιαίτερα σὲ καιροὺς κρίσιμους γιὰ τοὺς πιστούς: «Ποῦ ἐστιν ὁ Θεὸς αὐτῶν» γιὰ νὰ τοὺς βοηθήσει; Ἀλλ’ ὁ πιστὸς λαὸς τοῦ Θεοῦ τοὺς ἀπαντᾶ: «Ὁ Θεὸς ἡμῶν ἐν τῷ οὐρανῷ καὶ ἐν τῇ γῇ πάντα, ὅσα ἠθέλησεν, ἐποίησε» (Ψαλ. ριγ΄ [113] 11). «Κύριος ἐν τῷ οὐρανῷ ἡτοίμασε τὸν θρόνον αὐτοῦ, καὶ ἡ βασιλεία αὐτοῦ πάντων δεσπόζει», ἀναφωνεῖ πάλι ὁ Δαβίδ (Ψαλ. ρβ΄ [102] 19). 

Ἀλλὰ καὶ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος βεβαιώνει τὴν ἁπανταχοῦ παρουσία καὶ τὴν παγγνωσία Του λέγοντας: «Μὴ οὐχὶ τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν ἐγὼ πληρῶ;» (Ἱερ. κγ΄ [23] 24)· μήπως Ἐγὼ δὲν εἶμαι Ἐκεῖνος, ὁ Ὁποῖος γεμίζει μὲ τὴν ἄπειρη καὶ ἁπανταχοῦ παρουσία Του τὸν οὐρανὸ καὶ τὴ γῆ; Καὶ σχολιάζει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος: «Παρὼν ἐγώ εἰμι· πανταχοῦ πάρειμι», λέγει ὁ Θεός, ποὺ εἶναι ἀναμφισβήτητη ἀπόδειξη ὅτι τὰ πάντα γνωρίζει. Διότι ὅπως ἀκριβῶς τὸ φῶς ὑπάρχει παντοῦ, ἔτσι καὶ ὁ Θεός2. Λέγεται, τονίζει πάλι τὸ χρυσὸ στόμα, ὅτι ὁ Θεὸς κατοικεῖ στὸν οὐρανό, ὄχι ἔπειδὴ περιορίζεται σὲ κάποιον τόπο, ἀφοῦ Αὐτὸς γεμίζει τὰ πάντα, ἀλλὰ μᾶλλον ἐπειδὴ ἐπαναπαύεται στὶς ἀγγελικὲς δυνάμεις ποὺ ὑπάρχουν ἐκεῖ. Ἐξάλλου λέγεται ὅτι κατοικεῖ καὶ μέσα στοὺς ἀνθρώπους· «ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς (θὰ κατοικήσω μέσα στοὺς ἀνθρώπους) καὶ ἐμπεριπατήσω» (Β΄ Κορ. ς΄ 16). «Ἰδού», συνεχίζει ὁ Ψαλμωδός, «ὅπως τὰ μάτια τῶν δούλων εἶναι προσηλωμένα στὰ χέρια τῶν κυρίων τους, καὶ τὰ μάτια τῆς δούλης στὰ χέρια τῆς κυρίας της, γιὰ νὰ πάρουν ἀπ’ αὐτοὺς κάθε ἐντολή, ἔτσι καὶ τὰ δικά μας μάτια εἶναι στραμμένα μὲ ἐμπιστοσύνη καὶ εὐλαβικὴ ἐγκαρτέρηση “πρὸς Κύριον τὸν Θεὸν ἡμῶν”, μέχρι νὰ μᾶς σπλαχνισθεῖ καὶ νὰ μᾶς ἐλεήσει» (Ψαλ. ρκβ΄ [122] 2). Συνεχίζεται στὸ στίχο αὐτὸ ἡ ἴδια εἰκόνα τοῦ προηγούμενου στίχου. Στὴν Ἀνατολὴ οἱ δοῦλοι στέκονταν ὄρθιοι σὲ κάποια ἀπόσταση ἀπὸ τοὺς κυρίους τους μὲ προσηλωμένα τὰ βλέμματά τους στὰ χέρια τῶν κυρίων τους γιὰ νὰ δεχθοῦν διαταγή, τροφή, μισθὸ κ.τ.ὅ. Ἔτσι τώρα καὶ ὁ Ἰσραήλ, ὡς ὑπηρέτης τοῦ Κυρίου τῶν κυρίων, ἐξαρτᾶ κάθε κίνησή του, γενικὰ τὸ μέλλον του, τὸ ἔλεος, τὴ βοήθεια, τὴν προστασία, τὴν εὐλογία ἀπὸ τὸν Θεὸ στὶς δυσκολίες καὶ τὶς θλίψεις του. Ὤ! ἡ θλίψη! Πόσο εὐεργετικὴ εἶναι στὸν ἄνθρωπο ποὺ ξέρει νὰ τὴν ἐκμεταλλευθεῖ! Βλέπεις, λέει ὁ χρυσολόγος Πατέρας, ὅτι παντοῦ εἶναι καταφανὴς ἡ ὠφέλεια τῆς αἰχμαλωσίας. Διότι ἐκεῖνοι ποὺ ἦταν πάντοντε ἀφοσιωμένοι στὰ κοσμικὰ καὶ εἶχαν ἐμπιστοσύνη στὴ συμμαχία τους μὲ τοὺς Ἀσσυρίους καὶ Αἰγυπτίους καὶ στὰ τείχη καὶ στὸν πλοῦτο, ἀφοῦ ἀπομάκρυναν τοὺς ἑαυτούς τους ἀπὸ ὅλα αὐτά, καταφεύγουν στὸ ἀκαταμάχητο χέρι, εἶναι ἀφοσιωμένοι σ’ ἐκείνη τὴν ἐλπίδα καὶ ἀποκτοῦν ὑψηλὸ φρόνημα· καὶ ἀφοῦ ἀπομακρύνθηκαν ἀπὸ τὴν πατρίδα καὶ ἔπαυσαν νὰ ἀσχολοῦνται μὲ τὸ Ναό, ἐπειδὴ τὸν κατέστρεψαν ἄλλοι, ἐπικαλοῦνται τώρα τὸν Θεὸ ἀπὸ τὸν οὐρανό (...). Κοίταξε πῶς ἐκεῖνοι τοὺς ὁποίους πρὸς τὸν Θεὸ καὶ ἄκουγαν τὴν πρόσκληση αὐτὴ μὲ κάποια ἀηδία καὶ ἀδιαφορία, αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ἔγιναν τώρα τόσο καλύτεροι λόγῳ τῆς συμφορᾶς, ὥστε νὰ μὴ θέλουν νὰ ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ Αὐτόν, ἀλλὰ νὰ παραμένουν, νὰ ὑπηρετοῦν καὶ νὰ ζητοῦν τὰ δικά Του. Λέγουν «ἕως οὗ οἰκτειρῆσαι ἡμᾶς». Δὲν εἶπαν· μέχρις ὅτου μᾶς πληρώσει τὸν μισθό, τὴν ἀμοιβή, ἀλλὰ μέχρι νὰ μᾶς σπλαχνισθεῖ καὶ νὰ μᾶς ἐλεήσει. Καὶ τὸ δίδαγμα τοῦ ἱεροῦ Πατρός: Καὶ σύ, λοιπόν, ἄνθρωπε, περίμενε συνεχῶς, ἔστω κι ἂν λάβεις, ἔστω κι ἂν δὲν λάβεις. Ἐὰν δὲν λάβεις, μὴν ἀπομακρυνθεῖς, καὶ ὁπωσδήποτε θὰ λάβεις. Διότι, ἂν ἐκεῖνο τὸν σκληρὸ ἄρχοντα τὸν λύγισε ἡ ἐπιμονὴ τῆς χήρας (βλ. Λουκ. ιη΄ [18] 1-8), ποιὰ συγγνώμη θὰ ἔχεις ἐσύ, ποὺ τόσο γρήγορα ἀπομακρύνεσαι, ἀδιαφορεῖς καὶ μουδιάζεις; Δὲν βλέπεις πῶς οἱ δοῦλες εἶναι ἀφοσιωμένες στὶς κυρίες τους χωρὶς νὰ ἀφήνουν νὰ πλανῶνται ἔξω ἡ σκέψη καὶ τὸ μάτι3 ; 

Πρὸς τὸν Κύριο λοιπόν, ποὺ εἶναι πανταχοῦ παρών, ἀλλὰ στοὺς οὐρανοὺς φανερώνει περισσότερο τὴ δόξα Του καὶ ἐκδηλώνει τὴ δύναμή Του καὶ καθιστᾶ αἰσθητότερη τὴν παρουσία Του, ἂς ὑψώνουμε τὸ βλέμμα τῆς ψυχῆς μας μὲ ἐξάρτηση καὶ εὐπείθεια, μὲ ἐμπιστοσύνη καὶ ἐλπίδα, ὅπως παλαιὰ οἱ δοῦλοι στὰ χέρια τῶν κυρίων τους. Ἄλλωστε ὁ Κύριός μας δὲν εἶναι αὐθαίρετος, ἰδιοτελὴς καὶ τυραννικός. Εἶναι γεμάτος ἀγάπη καὶ ἀγαθοσύνη καὶ ἀποβλέπει στὴν αἰώνια σωτηρία μας. Γι’ αὐτὸ ἂς ἐξαρτοῦμε τὰ πάντα ἀπὸ Αὐτόν, ταπεινά, ἀρνούμενοι τὸ δικό μας θέλημα, μὲ ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στὴν ἀγαθότητα καὶ σοφία Του «ἕως οὗ οἰκτειρῆσαι ἡμᾶς». 

 1. ΘΕΟΔΩΡΗΤΟΥ ΚΥΡΟΥ, Ἑρμηνεία εἰς Ψαλ. ρκβ΄ [122], PG 80, 1881D. 

2. ΙΩ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Εἰς τὸν προφήτην Ἰερεμίαν, PG 64, 948. 3. ΙΩ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Εἰς ΡΚΒ΄ [122], PG 55, 351-352.

† Νικ. Π. Βασιλειάδη

27 Οκτωβρίου, 2019

ΝΑ ΕΠΙΜΕΝΟΥΜΕ ΚΑΙ ΝΑ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΜΕ!


Υπηρχε σὲ μιὰ πόλη ἕνας δικαστὴς ἀσυνείδητος, ὁ ὁποῖος οὔτε τὴν τιμωρία τοῦ Θεοῦ φοβόταν, οὔτε τὶς κρίσεις τῶν ἀνθρώπων ὑπολόγιζε. 
 Στὰ χέρια αὐτοῦ τοῦ ἀσεβῆ καὶ ἀσυνείδητου δικαστῆ βρισκόταν τὸ δίκαιο μιᾶς πτωχῆς καὶ ἀπροστάτευτης χήρας. 
Ἡ δυστυχὴς χήρα, γνωρίζοντας ὅτι ἡ ἀδικία εἶναι φανερή, ἐπισκεπτόταν καθημερινὰ τὸν δικαστή. Τὸν παρακαλοῦσε καὶ τὸν ἱκέτευε: «Ἐκδίκησόν με ἀπὸ τοῦ ἀντιδίκου μου», ἀποκατάστησε τὸ δίκαιό μου. 
Πιθανὸν κάποιο πράγμα ἢ κτῆμα τῆς εἶχαν ἁρπάξει ἢ ζητοῦσε νὰ περιορισθεῖ κάποιος ἀντίδικος γιὰ νὰ μὴν ἐξακολουθεῖ νὰ τὴν ἀδικεῖ. 
 Ὁ ἀσυνείδητος δικαστὴς δὲν θέλησε γιὰ χρόνο πολὺ νὰ δώσει προσοχὴ στὶς παρακλήσεις καὶ στὶς ἐπισκέψεις τῆς χήρας καὶ συνεχῶς ἔφερνε τὶς ἀντιρρήσεις του. 
Φυσικὸ ἑπομένως θὰ ἦταν, μετὰ ἀπὸ τέτοια ἀχαρακτήριστη συμπεριφορὰ ἀδιαφορίας καὶ περιφρονήσεως, νὰ εἶχε ἀπελπιστεῖ ἡ γυναίκα καὶ νὰ σταματήσει τὶς παρακλήσεις της. 
Ἀλλὰ ἡ χήρα ἐξακολουθοῦσε νὰ ἐπιμένει, νὰ ἐνοχλεῖ καὶ νὰ παρακαλεῖ. 
Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ κριτὴς σκέφθηκε πὼς πρέπει νὰ ἀποδώσει τὸ δίκαιο στὴ χήρα, ὄχι γιατὶ φοβήθηκε τὸν Θεὸ οὔτε διότι ντράπηκε τὴν κρίση τοῦ κόσμου, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὴν ἐνόχλησή της. 
    Αὐτὴ ἡ ἱστορία εἶναι μιὰ παραβολὴ ἀπὸ τὶς πολλὲς τὶς ὁποῖες χρησιμοποιοῦσε ὁ Κύριός μας γιὰ νὰ διδάξει σπουδαῖες ἀλήθειες. 
Εἶναι ἡ παραβολὴ τοῦ ἀδίκου κριτοῦ ἢ τῆς ἐπίμονης χήρας, ὅπως τὴν περιγράφει ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς (Λουκ. ιη΄ 1-8). 
 Στὸ τέλος τῆς παραβολῆς ὁ Κύριος μᾶς προτρέπει νὰ προσέξουμε καλὰ γιὰ ποιὸν λόγο ὁ κριτὴς τῆς ἀδικίας μετέβαλε τὴ συμπεριφορά του ἀπέναντι σ’ ἐκείνη τὴ χήρα. 
Καὶ ἐὰν ὁ ἄδικος ἐκεῖνος κριτὴς ἀναγκάσθηκε νὰ ἀποδώσει δικαιοσύνη, εἶναι δυνατὸν ὁ Θεὸς ὁ δίκαιος νὰ μὴ δώσει καθετὶ ποὺ εἶναι ἀρεστὸ ἐνώπιόν του καὶ ἐξυπηρετεῖ τὸ συμφέρον τῶν ἐκλεκτῶν του, οἱ ὁποῖοι μὲ τὶς προσευχές τους φωνάζουν σ’ Αὐτὸν ἡμέρα καὶ νύχτα καὶ νὰ ἀναβάλλει γιὰ τὸ καλό τους νὰ κάνει κρίση; 
Καὶ βέβαια ὄχι, ἐννοεῖ ὁ Κύριος, καὶ ἀμέσως διαβεβαιώνει πὼς «ἐν τάχει» θὰ ἀποδώσει τὴ δικαιοσύνη σ’ αὐτούς. 
 Τὴν παραβολὴ αὐτὴ τὴν εἶπε ὁ θεῖος Διδάσκαλος πρὸς τοὺς μαθητές του «πρὸς τὸ δεῖν πάντοτε προσεύχεσθαι αὐτοὺς καὶ μὴ ἐκκακεῖν». 
Ἐπέστησε δηλαδὴ τὴν προσοχὴ τῶν μαθητῶν γιὰ νὰ τοὺς διδάξει ὅτι εἶναι ἀνάγκη πάντοτε, διαρκῶς καὶ μὲ ἐπιμονὴ νὰ προσεύχονται καὶ νὰ μὴν ἀποκάμνουν, νὰ μὴ χάνουν τὸ θάρρος καὶ τὴν ἐλπίδα τους, καθὼς βλέπουν ὅτι ἀκόμη δὲν ἔλαβαν ἐκεῖνο ποὺ ποθοῦν καὶ ζητοῦν ἀπὸ τὸν Θεό, διότι ἔχει μεγάλη δύναμη ἡ ἐπιμονή, ἡ παράκληση καὶ ἡ ἐγκαρτέρηση στὴν προσευχή. Τὸ παράδειγμα τῆς χήρας γυναίκας ποὺ ἐπέμεινε καὶ ἔλαβε, μιλάει δυνατὰ καὶ μᾶς παρακινεῖ νὰ μὴν ἀπογοητευόμαστε, ἀλλὰ νὰ ἐπιμένουμε στὴν προσευχή! 
Ὁ Κύριος καὶ ἄλλες φορὲς τόνιζε τὴν ἐπιμονὴ στὴν προσευχὴ καὶ προέτρεπε: «Αἰτεῖτε, καὶ δοθήσεται ὑμῖν, ζητεῖτε, καὶ εὐρήσετε, κρούετε, καὶ ἀνοιγήσεται ὑμῖν» (Ματθ. ζ΄ 7). 
Γιὰ ὅλα τὰ θέματα τῆς ζωῆς μας, μικρὰ ἢ μεγάλα, ὑλικὰ ἢ πνευματικά, ἔκτακτα ἢ μόνιμα. 
 Ἰδιαιτέρως σήμερα ποὺ κάθε ἀνθρώπινη βοήθεια φαίνεται πὼς δὲν εἶναι ἀποτελεσματική, ἡ λύση βρίσκεται στὰ ὑψωμένα χέρια τῶν πιστῶν Χριστιανῶν, στὰ χέρια ποὺ συνεχίζουν νὰ δέονται χωρὶς νὰ ἀπελπίζονται, ποὺ ἔμαθαν νὰ ἐπιμένουν καὶ νὰ περιμένουν. 
 Νὰ ἐπιμένουμε λοιπὸν στὴν προσευχὴ μὲ πίστη, ὑπομονή, ἐλπίδα, καὶ νὰ περιμένουμε νὰ ἐπέμβει ὁ Θεὸς καὶ νὰ δώσει Ἐκεῖνος τὴν λύση κατὰ τὸ συμφέρον τῶν ψυχῶν μας. 
Ὁ Κύριος θὰ μιλήσει, θὰ ἐπέμβει, ἀρκεῖ νὰ τὸ ζητοῦμε ἐπίμονα. 
 Τώρα μιλοῦν δυνατὰ οἱ ἄνθρωποι, οἱ ἐφήμεροι ἡγέτες κάνουν σχέδια καὶ ἀποφασίζουν γιὰ μᾶς, ἐνῶ ὁ Θεὸς φαίνεται νὰ σιωπᾶ. 
Σιωπᾶ καὶ περιμένει νὰ ζητήσουμε τὴ βοήθειά του, τὴν παρέμβασή του. Προσευχὴ λοιπόν. Προσευχὴ μὲ πίστη σταθερὴ καὶ ἀκλόνητη. Προσευχὴ θερμή, ἐπίμονη, ταπεινή. 
Αὐτὸ εἶναι τὸ μεγάλο ὅπλο, μὲ τὸ ὁποῖο ἐμεῖς οἱ ἀσθενεῖς καὶ ἀδύναμοι ἄνθρωποι γινόμαστε ἱκανοὶ νὰ νικήσουμε ὅλο τὸν κόσμο, τοὺς ὁρατοὺς καὶ ἀόρατους ἐχθρούς μας. 
 Ἂν ἕνας ἄδικος κριτὴς λύγισε καὶ ἀπέδωσε δικαιοσύνη, πόσο μᾶλλον ὁ δίκαιος Κριτής, ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, θὰ ἔλθει καὶ θὰ μᾶς δικαιώσει; Ναί, ἀρκεῖ ἐμεῖς νὰ ἐπιμένουμε καὶ νὰ περιμένουμε! ΟΣΩΤΗΡ2054.