18 Φεβρουαρίου, 2026
Κάνε τον πόνο σου μια αγκαλιά αγάπης – Πορφυρίας Μοναχής.
11 Φεβρουαρίου, 2026
Ορθόδοξος Χριστιανισμός και Ψυχική Υγεία 25o
4.3. Η δυσκολία της συνάντησης ψυχιάτρων-ψυχολόγων και κληρικών
Η δυσκολία της συνάντησης μεταξύ ειδικών ψυχικής υγείας και πνευματικών πατέρων αποτελεί ένα πολύπλοκο ζήτημα. Για τους ειδικούς ψυχικής υγείας επί της ουσίας το πρόβλημα δημιουργείται από την στιγμή που ο ειδικός χρησιμοποιεί την επιστήμη του για να καλύψει δικά του νοσηρά σημεία και να του προσδώσει κύρος. Αν και η ψυχολογία στηρίζεται στη επιστήμη, η αυθαίρετη απόρριψη και παραθεώρηση του πνευματικού στοιχείου ή χαρακτηριστικού της ανθρώπινης ψυχής είναι έκφραση συγκρουσιακής δυναμικής, που καταδυναστεύει αυτόν που παραθεωρεί ή απορρίπτει το στοιχείο αυτό134. Η επιθετικότητα που εκφράζεται μέσω της καχυποψίας, της υποτίμησης και της περιφρόνησης, σε μια επιφανειακή πρώτη υπόθεση, θα μπορούσε κανείς να πει ότι είναι αποτέλεσμα του άγχους που προκαλείται όταν με οποιοδήποτε τρόπο απειλείται ο νευρωτικός τρόπος με τον οποίο έχουμε επενδύσει πάνω στον κοινωνικό μας ρόλο, σε κάποια ιδεολογία, στη θρησκεία ή αλλού. Επίσης, μπορεί η ψυχιατρική να βιώνεται απειλητικά στις περιπτώσεις εκείνες που η πίστη χρησιμοποιείται για την επικάλυψη υποκείμενης ψυχοπαθολογίας και απωθημένων συγκρούσεων που η ψυχοθεραπεία πιθανά θα αποκάλυπτε. Από την άλλη, όταν ο ψυχίατρος απορρίπτει την πίστη στο όνομα μια απολυτοποιημένης επιστήμης, ουσιαστικά πρόκειται για αντιπαράθεση μεταξύ μιας εξωεκκλησιαστικής θρησκευτικότητας με την εκκλησιαστική135.
Η άποψη βέβαια της Εκκλησίας διαφέρει και παραθέτει και συγκεκριμένα επιχειρήματα επ΄ αυτού. Σημείο συνάντησης είναι πολύ δύσκολο να υπάρξει γιατί, όπως αναφέρθηκε και προγενέστερα, το ανθρωπολογικό υπόβαθρο στις δύο θεωρήσεις είναι εντελώς διαφορετικό. Η ορθόδοξη χριστιανική θεολογία έχει την θεολογική προσέγγιση της ανθρωπολογίας κατά την οποία ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο κατ΄εικόνα και καθ΄ομοίωσιν οπότε εξηγείται απλά η οντολογική διάσταση του ανθρώπου, και περιγράφει την ανάγκη για θεραπεία του πεπτωκότος ανθρώπου με σκοπό την σωτηρία του, με βάση τη δυνατότητα που δόθηκε στον άνθρωπο μετά την ενανθρώπηση του Ιησού Χριστού. Και από πλευράς ψυχολογικών θεωρήσεων υπάρχουν σοβαρές διαφοροποιήσεις. Ενδεικτικά αναφέρουμε πως για τους πατέρες, τα ζωώδη και παιδαριώδη πάθη είναι ασυμβίβαστα με την θεία εικόνα στον άνθρωπο και βλάπτουν τη σχέση του με τον Θεό. Για τους γνωστικούς θεραπευτές τα πρωτόγονα και παιδικά σχήματα είναι απλά γνωστικές εκδηλώσεις των βιολογικών και αναπτυξιακών παραγόντων και ως εκ τούτου είναι ηθικά και πνευματικά ουδέτερα136. Επιπλέον, υπάρχουν μείζονες κοσμοθεωρητικές διαφοροποιήσεις στις δύο προσεγγίσεις, παρόλο που εκ πρώτης όψεως φαίνεται να υπάρχει συμφωνία απόψεων. Τόσο οι πατέρες, όσο και οι γνωστικοί θεραπευτές, προτείνουν στους ανθρώπους να δυσπιστούν στις κρίσεις τους και να αποφεύγουν τις επικριτικές σκέψεις. Ο σκοπός των πατέρων αναφορικά με αυτή την συμβουλή, είναι να γίνει ο πιστός πιο ταπεινός και να απολαύσει τα ηθικά, πνευματικά και εσχατολογικά οφέλη που η ταπείνωση επιφέρει. Οι γνωστικοί θεραπευτές προσφέρουν αυτές τις συμβουλές εξαιτίας δύο πρακτικών εκτιμήσεων: αρχικά, ότι οι ερμηνείες των ανθρώπων είναι συχνά αναληθείς και δευτερευόντως ότι οι επικριτικές σκέψεις συνήθως βασίζονται σε γνωσιακές διαστρεβλώσιες όπως το διάβασμα της σκέψης. Σε αυτή την περίπτωση, η επιφανειακή ομοιότητα επικαλύπτει μια σημαντική διαφορά σε επίπεδο υπαρξιακού προσανατολισμού137. Ακόμα και στον τροπο οποίο με τον οποίο οι πατέρες και οι γνωστικοί θεραπευτές φαίνεται να προσεγγίζουν την επίλυση των προβλημάτων φαίνεται να υπάρχουν ομοιότητες. Και τα δύο μέρη προσπαθούν να συλλέξουν πληροφορίες και εστιάζουν στην συμπεριφορά, ωστόσο υπάρχει έντονη διαφοροποίηση στον τρόπο που κάθε μια προσέγγιση ερμηνεύει τα προβλήματα. Οι πατέρες, με την εμπιστοσύνη που δείχνουν στον Θεό, επιτρέπουν στον πιστό να δει τα προβλήματά του ως ευκαιρίες για ωρίμανση στην αρετή, ενώ στο ψυχοθεραπευτικό πλαίσιο, ο ορθολογισμός ενθαρρύνει τον ασθενή να θεωρήσει τα προβλήματα ως πρόκληση που μπορεί να υπερνικηθεί με προσπάθεια και προγραμματισμό. Πλήθος άλλων συμπεριφορικών τεχνικών χρησιμοποιούνται με παρόμοιο τρόπο από τους πατέρες και τους ψυχοθεραπευτές, αλλά στις περισσότερες περιπτώσεις, αν όχι σε όλες, ο σκοπός της προσέγγισης διαφοροποιείται πλήρως138.
-61-
01 Φεβρουαρίου, 2026
Ορθόδοξος Χριστιανισμός και Ψυχική Υγεία 24o
Η ελπίδα αποτελεί μια ακόμα θεμελιώδη προϋπόθεση για την πνευματική θεραπεία του ανθρώπου και την σωτηρία του. Ελπίδα σημαίνει το να αναμένει και να προσδοκεί κάποιος την πραγματοποίηση αυτού που επιθυμεί. Προϋποθέτει την εγκαρτέρηση, την υπομονή δηλαδή με την οποία η ελπίδα συνδέεται στενά. Γενικότερα, η ελπίδα αναφέρεται στην αναμονή όλων των αγαθών αποκλειστικά από τον Θεό και επομένως στην ανάθεση σε Αυτόν της κάθε ανάγκης και της κάθε μέριμνας. Αυτό σημαίνει ότι η ελπίδα προϋποθέτει την πίστη και πηγάζει από αυτή.
Η ελπίδα αποτελεί μια από τις γενικές προϋποθέσεις της πνευματικής θεραπείας του ανθρώπου καθώς μέσω αυτής στρέφεται προς τον ουράνιο ιατρό και αποδέχεται τον λόγο Του, του οποίου οι υποσχέσεις θεραπεύουν τα τραυματία των παραπτωμάτων μας128.
Μελετώντας την παθολογία του ξεπεσμένου ανθρώπου βλέπουμε ότι τα πάθη, τα νοσήματα της ψυχής, είναι στην ουσία τους διαστροφή της ανθρώπινης φύσης και πιο συγκεκριμένα αποτελούν εκτροπή όλων των δυνάμεων της που πριν την πτώση ήταν στραμμένες προς τον Θεό. Είναι σαφές λοιπόν, ότι η θεραπεία του ανθρώπου, έγκειται στην μεταστροφή του, δηλαδή στην επιστροφή και την αλλαγή προσανατολισμού στην προγενέστερη κατάσταση που μπορεί να γίνει αν ο άνθρωπος πληροί τις παραπάνω προϋποθέσεις129.
Η σύγχρονη ψυχολογία, από την άλλη πλευρά, αντιμετωπίζει την θεραπεία με επιστημονικές αποκλειστικά μεθόδους. Οι δραστηριότητες που στεγάζονται κάτω από τον όρο θεραπεία είναι πολλές και πολύπλευρες. Η θεραπευτική δραστηριότητα έχει σαν στόχο την ίαση. Η ίαση είναι μια επιστροφή σε μια προηγούμενη κατάσταση, κάτι περισσότερο ή κάτι λιγότερο από πριν130. Συνοπτικά θα λέγαμε, ότι για την θεραπεία των ασθενών συχνά απαιτείται η χορήγηση ψυχιατρικών φαρμάκων ή και η νοσηλεία τους. Άλλες φορές συνιστάται η ψυχοθεραπεία, δηλαδή μια μορφή θεραπείας των ψυχικών διαταραχών στην οποία ένα εκπαιδευμένο άτομο εγκαθιστά μια συμφωνία συνεργασίας με τον ασθενή και μέσα από μια καθορισμένη θεραπευτική επικοινωνία, λεκτική ή μη λεκτική, επιχειρεί να ανακουφίσει την ψυχική διαταραχή, να αντιστρέψει ή να μεταβάλλει τη δυσπροσαρμοστική συμπεριφορά και να ενθαρρύνει την πρόοδο και την ανάπτυξη της προσωπικότητας131. Συχνά, τα έντονα συμπτώματα του ασθενή αντιμετωπίζονται με φαρμακοθεραπεία για να δώσουν στην συνέχεια την δυνατότητα ψυχοθεραπείας στον ασθενή και να του επιτρέψουν στη συνέχεια να επιστρατεύσει τις ψυχικές του δυνάμεις ενάντια στην ψυχική διαταραχή132.
Ο διάλογος ορθοδοξίας και ψυχολογίας έχει απτά όρια και περιορισμούς. Όπως έχουμε αναλύσει προηγουμένως υπάρχουν θεμελιώδεις διαφορές μεταξύ ορθόδοξης ανθρωπολογίας και ανθρωπολογίας όπως την αντιλαμβάνονται οι επιστήμες του ψυχισμού. Η εκ του μη όντος δημιουργία του ανθρώπου κατ΄ εικόνα και καθ΄ ομοίωσιν, η πτώση του ανθρώπου, και η δυνατότητα που του δόθηκε δια της ενσάρκωσης του Ιησού Χριστού να επανασυνδεθεί με τη ζωοποιό θεία Χάρη, αποτελούν θεμελιώδη δεδομένα της ορθόδοξης χριστιανικής παράδοσης που η ψυχολογία δεν αποδέχεται. Η ψυχολογία αγνοεί εξ ορισμού την ύπαρξη μιας προπτωτικής κατάστασης του ανθρώπου, και η θεραπεία της στοχεύει στην επιστροφή του ανθρώπου στην προγενέστεση κατάσταση που όμως δεν έχει καμία σχέση με αυτή της ορθόδοξης παράδοσης. Η χριστιανική πίστη θέτει ένα καίριο διαχωρισμό, από την μια πλευρά ο παλαιός άνθρωπος που είναι αμέτοχος των ενεργειών του Θεού, και από την άλλη ο καινός, ο κοινωνός των χαρισμάτων Του133. Το ίδιο συμβαίνει κατ επέκταση και στις θεραπευτικές μεθόδους που κάθε ένα από τα δύο μέρη χρησιμοποιεί. Μπορεί ο στόχος της αποκατάστασης της εσωτερικής ενότητας του ανθρώπου να είναι ακούγεται κοινός, ωστόσο η εσωτερική ενότητα έχει διαφορετική ερμηνεία για την ορθόδοξη θεολογία σε σχέση με την σύγχρονη ψυχολογία. Στην κοινή προσπάθεια για διάλογο η ορθόδοξη θεολογία προσέρχεται με ένα συγκριτικό πλεονέκτημα, την οντολογική της θεμελίωση. Αντίθετα, οι ψυχολογικές επιστήμες , παρουσιάζουν μια σοβαρή αντίφαση που δεν μπορούν να υπερβούν, συζητούν για ενέργειες χωρίς να διαθέτουν άποψη για την ουσία από την οποία αυτές εκπορεύονται.
-59-
22 Ιανουαρίου, 2026
Ορθόδοξος Χριστιανισμός και Ψυχική Υγεία 23o
4.2. Η έννοια της θεραπείας στον ορθόδοξο χριστιανισμό σε σχέση με την σύγχρονη ψυχολογία
Η έννοια της θεραπείας στην ορθόδοξη χριστιανική παράδοση διαφέρει πολύ από αυτή της σύγχρονης ψυχολογίας.
Η Εκκλησία, που λειτουργεί ως θεραπευτήριο της ψυχής, σε συνδυασμό με τα μυστήρια, την καθοδήγηση, την άσκηση, την προσευχή και την ταπείνωση βοηθούν τον άνθρωπο να θεραπευθεί από τα πάθη του και να ενωθεί με τον Θεό. Υπάρχουν ωστόσο υποκειμενικές προϋποθέσεις προκειμένου να επιτύχει ο άνθρωπος να δοθεί καθολοκληρίαν στον Θεό. Αρχικά, βασική προϋπόθεση για την θεραπεία του ανθρώπου και την επίτευξη του σκοπού της θέωσής του είναι η ύπαρξη ελεύθερης βούλησης του, η εκούσια και προσωπική συνεργασία του. Ο πιστός λαμβάνει την χάρη με το Βάπτισμα, οφείλει όμως να την διατηρήσει και να την αναπτύξει. Ο Θεός, σεβόμενος την ελευθερία του ανθρώπου, δεν τον πιέζει να δεχθεί τις ενέργειές της χάρης Του. Μετά το Βάπτισμα, ο άνθρωπος εξακολουθεί να δέχεται πειρασμούς, και αυτό είναι κάτι που δεν μπορεί να εμποδίσει γιατί έχει διαβολική προέλευση, μπορεί όμως να αντισταθεί. Το ίδιο μπορούμε να πούμε και για το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, το οποίο δεν δρα αυτόματα, αλλά σε όποιον είναι δεκτικός να το λάβει123. Η αρχή της θεραπευτικής λειτουργίας έγκειται στην πίστη, στην γνώση δηλαδή την οποία συνιστά και προσφέρει συγχρόνως στον άνθρωπο. Όπως η άγνοια αποτελεί για τον άνθρωπο την κύρια αιτία της πτώσης και των νόσων του, έτσι και η γνώση που αποκτά μέσα από την πίστη είναι η απαρχή της θεραπείας του124. Το Βάπτισμα καθαρίζει τον άνθρωπο από όλες τις αμαρτίες του, ωστόσο δεν αίρει την δυνατότητα να αμαρτήσει ξανά. Για να μην χάνεται λοιπόν η καθαρότητα στην ψυχή του ανθρώπου, ο Θεός έδωσε στον αμαρτωλό άνθρωπο το φάρμακο της μετανοίας. Η μετάνοια αρχίζει για τον άνθρωπο με την αναγνώριση των αμαρτιών του, ζητάει συγχώρεση από τον Θεό και εκδηλώνει την βούλησή του να ενωθεί από την αρχή μαζί Του125.
Επόμενο «φάρμακο» για την θεραπεία των παθών του ανθρώπου είναι η προσευχή, η οποία συνιστά την αρχή της απόκτησης όλης της χάρης, και αποτελεί εξ αυτού του γεγονότος την αρχή της θεραπείας του νοσούντος ανθρώπου και της επιστροφής του στη υγεία. Μέσω της προσευχής ο άνθρωπος απευθύνεται στον Χριστό-Ιατρό, για να λάβει από Αυτόν την θεραπεία των κακών του. Ιδιαίτερα η ησυχαστική προσευχή αποτελεί την τελειότερη μορφή προσευχής και έχει την αρχή της σε μια πρακτική που ανάγεται στις απαρχές του μοναχισμού: την αδιάκοπη νοερή επανάληψη μια συνοπτικής προσευχής που ευνοεί την συνέχειά της και ταυτόχρονα δημιουργεί κατάνυξη ώστε να είναι καθαρή.
Επιπλέον πρέπει να αναφερθούν η κατάνυξη, η ταπείνωση και η απέραντη αγάπη προς τον Θεό, των οποίων οι Πατέρες αναγνωρίζουν την σπουδαιότητα και την πολύ απαραίτητη παρουσία126.Η πίστη, η μετάνοια, η προσευχή και η συμμετοχή στα μυστήρια δεν αρκούν για την σωτηρία του ανθρώπου και την θέωσή του, αν δεν συνοδεύονται από την εκτέλεση των θείων εντολών. Οι τήρηση των εντολών δίνουν την δυνατότητα στον άνθρωπο όχι μόνο να διατηρήσει τις δωρεές που έλαβε με την βάπτισή του, αλλά και να τις αυξήσει και να πολλαπλασιάσει τα τάλαντα που του δόθηκαν από το Άγιο Πνεύμα. Επιπλέον, σε περίπτωση που για κάποιο λόγο απομακρυνθεί από αυτές, επειδή μετά το Βάπτισμα απομακρύνθηκε εκούσια στην αμαρτία και τα πάθη, η εκ νέου αναθεώρηση και τήρηση των εντολών μπορεί να τον επαναφέρει και να αποκτήσει πάλι τις δωρεές που έλαβε με το θείο Βάπτισμα127
-57-
16 Ιανουαρίου, 2026
Ορθόδοξος Χριστιανισμός και Ψυχική Υγεία 22o
Δεύτερη εξίσου σημαντική διαφορά αφορά την οντολογική διάσταση του ανθρώπου. Κατά την ορθόδοξη θεολογία ο άνθρωπος είναι πλασμένος κατ΄ εικόνα και καθ΄ ομοίωσιν Θεού ενώ κατά την ψυχολογική θεώρηση του ανθρώπου, πρόκειται για εξελισσόμενο υποκείμενο που η εξέλιξή του ή η φύση του εν γένει διαφέρει ανάλογα το θεωρητικό μοντέλο στο οποίο ανήκει ο εκφραστής – ψυχολόγος- ψυχαναλυτής.
Τρίτο πεδίο στο οποίο υπάρχει πολύ σημαντική διαφορά μεταξύ θεολογικής και ψυχολογικής ανθρωπολογίας είναι ο τρόπος που γίνεται αντιληπτή η ίδια η νόσος του ανθρώπου. Κατά την θεολογία η νόσος είναι αποτέλεσμα της πτώσης. Πρωταρχικό ρόλο στην ασθένεια της ψυχής διαδραματίζουν η λογική και οι λογισμοί. Εκεί γίνεται η προσβολή του διαβόλου , οι λογισμοί από απλοί γίνονται σύνθετοι και οδηγούν τον άνθρωπο στην αμαρτία122. Αντίθετα, κατά την ψυχολογική θεώρηση της νόσου, οι επιστήμονες ψυχικής υγείας αρκούνται να θεωρήσουν ότι η νόσος προκαλείται από αντίδραση που παρουσιάζει το άτομο σε ερεθίσματα του περιβάλλοντός του. Πολύ επιγραμματικά αν μπορούσαμε να θέσουμε μια ακόμα μεγαλειώδη διαφορά ανάμεσα στις δύο αυτές θεωρήσεις θα μιλούσαμε για τον τρόπο με τον οποίο η θεολογία αντιλαμβάνεται την θεραπεία του ανθρώπου από τα πάθη του και την αντίστοιχη που θεωρεί η ψυχολογία ότι είναι η ενδεδειγμένη. Κατά την θεολογική προσέγγιση η θεραπεία της ασθενούς ψυχής, η ζωοποίηση του νεκρού νου και η καθαρότητα της ακάθαρτης καρδιάς δεν μπορούν να επιτευχθούν με συμβουλές ή φαρμακευτική αγωγή αλλά με τα μυστήρια της Εκκλησίας μας και την πνευματική καθοδήγηση από ταπεινωθέντες πνευματικούς πατέρες, με την εγκράτεια και την προσευχή με την αγάπη και την προστασία του νου από τους ακάθαρτους λογισμούς. Από την άλλη πλευρά, η ψυχολογική προσέγγιση της θεραπείας του ψυχικά νοσούντος ανθρώπου ακολουθεί μεθόδους όπως η φαρμακευτική αγωγή, η ψυχοθεραπεία και οι συμβουλευτικές συνεδρίες.
Τέλος, θεμελιώδης διαφορά προκύπτει από την θεώρηση του τελικού σκοπού του ανθρώπου για τις δύο προσεγγίσεις. Για την ορθόδοξη θεολογία τελικό σκοπό του ανθρώπου αποτελεί η θέωσή του, η ένωσή του δηλαδή με τον Δημιουργό του και η συμμετοχή του στην άκτιστη θεία χάρη. Η θέωση του ανθρώπου επιτυγχάνεται με τη πνευματική ανύψωση του ανθρώπου, που προκύπτει από την συμμετοχή του στα μυστήρια της Εκκλησίας, την δυνατή του πίστη, την μετάνοια και την ταπείνωσή του όπως μας δίδαξε με την ενσάρκωσή του ο Υιός του Θεού. Αντίθετα, ψυχολογική προσέγγιση του σκοπού του ανθρώπου αποτελεί η ψυχική ευεξία και η αυτοπραγμάτωσή του ανάλογα με τους στόχους που έχει θέσει στην ζωή του. Από τις παραπάνω θεμελιώδεις διαφορές στην προσέγγιση του ανθρώπου από θεολογικής και ψυχολογικής πλευράς, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχουν κοινά στον τρόπο που προσεγγίζεται ο άνθρωπος. Οι προσεγγίσεις είναι τελείως διαφορετικές, και συνήθως υπάρχει κλίμα καχυποψίας στην τυχόν συνεργασία τους. Ιδανικά θα έπρεπε να υπάρχει συνεργασία και ελευθερία στην άποψη της καθεμιάς, ωστόσο καμία από τις δύο θεωρήσεις δεν δείχνει ιδιαίτερη προθυμία να γίνει κάτι τέτοιο καθώς φαίνεται να λειτουργούν τελείως διαφορετικά και με αντικρουόμενες αντιλήψεις.
-55-
13 Ιανουαρίου, 2026
Ορθόδοξος Χριστιανισμός και Ψυχική Υγεία 21o
Ορθόδοξος Χριστιανισμός και Σύγχρονη Ψυχολογία
4.1. Θεολογική και Ψυχολογική ανθρωπολογία
Η σχέση του ορθόδοξου χριστιανισμού με την σύγχρονη ψυχολογία αποτελεί ένα κρίσιμο πεδίο διαλόγου στις δύσκολες εποχές που διανύουμε. Παρόλο που η θεολογία και η ψυχολογία βλέπουν τον άνθρωπο σε τελείως διαφορετικά οντολογικά πλαίσια, υπάρχει έντονη η ανάγκη συνάντησης με το δεδομένο του αμοιβαίου σεβασμού εκατέρωθεν. Κατά την βιβλική ανθρωπολογία ο άνθρωπος αποτελείται από ψυχή, καρδιά, σάρκα, σώμα, πνεύμα. Σύμφωνα με αυτή την θεώρηση που διαφέρει τόσο πολύ από την κοινή νοοτροπία της εποχής μας, η οποία βλέπει το σώμα και την ψυχή ως τα δύο συστατικά του ανθρώπου, ο άνθρωπος ολόκληρος εκφράζεται στις διάφορες απόψεις του. Έτσι, ο άνθρωπος είναι ψυχή ως ζωοποιημένος από το πνεύμα της ζωής, η σάρκα δηλώνει ότι είναι φθαρτό πλάσμα, το πνεύμα δηλώνει το άνοιγμά του στο Θεό και το σώμα τον εκφράζει προς τα έξω. Ο άνθρωπος, σε θεολογική ανάλυση εξετάζεται σε σχέση με τον Θεό, του οποίου είναι εικόνα. Ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο και για να τον σώσει έγινε ο Ίδιος άνθρωπος. Η ανθρωπολογία που είναι αλληλένδετη με την θεολογία, δεν μπορεί να θεωρηθεί ξεχωριστά από την χριστολογία. Με τον τρόπο αυτό, οι ποικίλες στάσεις των ανθρώπων συντάσσονται στις δύο κατηγορίες, του αμαρτωλού και του καινού. Πλασμένος «κατ΄εικόνα και καθ΄ομοίωσιν» (Γεν. 1,26), ο άνθρωπος μπορεί να συνομιλεί με τον Θεό και να ζει σε εξάρτηση μαζί Του, εξάρτηση όπως αυτή που έχει ένα παιδί με τον πατέρα του117. Οι ενέργειες και το αυτεξούσιο που φέρει ο άνθρωπος αποτελούν τις βασικές ιδιότητες της ψυχοσωματικής σύστασής του. Ως ψυχοσωματική ενότητα ο άνθρωπος διαδραματίζει κεντρικό και αποφασιστικό ρόλο στον κόσμο και υπάρχει ως κάτοπτρο αλλά και ως συγκεφαλαίωση του κόσμου118. Από την στιγμή της σύλληψης του ο άνθρωπος ‘είναι και θα παραμείνει μοναδικός εις τον χρόνον και την αιωνιότητα»119. Ο άνθρωπος δεν αποτελεί ένα βιολογικό ή ψυχολογικό όν, αλλά, όπως είπαμε και παραπάνω πρόσωπο πλασμένο κατ΄ εικόνα και καθ΄ ομοίωσιν που έχει ως προορισμό την ένωσή του με τον Θεό, άρα την θέωσή του. Η πτώση είχε ως αποτέλεσμα την διατάραξη αυτής της εσωτερικής ενότητας και της σχέσης με τον Θεό και αυτό είχε ως αποτέλεσμα αυτό που σύγχρονα ονομάζουμε ψυχικές διαταραχές. Η ορθόδοξη θεολογία ονομάζει οντολογική πραγματικότητα αυτή που αναφέρεται στην αλήθεια των όντων, άρα και του ανθρώπου. Έννοιες με οντολογική σημασία είναι αυτές που περιγράφουν εγγενή συστατικά του ανθρώπινου όντος, αναντικατάστατους δομικούς άξονες, ιδιότητες και λειτουργίες που προκύπτουν από την ίδια την δημιουργία του από τον Θεό. Μια τοπολογική διάκρισή τους θα μνημόνευε το σώμα, την διάνοια, τα συναισθήματα, τις επιθυμίες, τη μνήμη. Μια λειτουργική ταξινόμηση θα περιελάμβανε ιδιότητες του κατ εικόνα όπως την αγαπητική δύναμη, την κοινωνικότητα, την ελευθερία, τη δημιουργικότητα, τη δίψα για γνώση. Η δεύτερη ομάδα διαπερνά τα πρώτα και υπηρετείται από αυτά. Μέσα όμως από την προσωπική λειτουργία του καθενός, τα γνωρίσματα αυτά διαβάζονται ως ψυχικές λειτουργίες, με τις επιτυχίες τους και τις αποτυχίες τους, με την ευστοχία τους και την διαστρέβλωσή τους120. Από την άλλη πλευρά, οι επαγγελματίες της ψυχικής υγείας, αναλύουν τον άνθρωπο μέσα από την γνωστική του λειτουργία, την συμπεριφορά του και την συναισθηματική και κοινωνική του ζωή. Στους κλάδους ψυχικής υγείας υπάρχουν διάφορες θεωρίες γύρω από την ανθρώπινη προσωπικότητα. Ο Freud, για παράδειγμα, θεωρεί ότι η ανθρώπινη προσωπικότητα αποτελείται από τρία μέρη που αλληλοσυνδέονται μεταξύ τους: το Εκείνο, το Εγώ και το Υπερεγώ. Το Εκείνο περιλαμβάνει το ασυνείδητο και τις βιολογικές ανάγκες του ατόμου και λειτουργεί με γνώμονα την ευχαρίστηση. Το Εγώ είναι το λογικό μέρος της προσωπικότητας που μπορεί να αναπτυχθεί ανάλογα με τις εμπειρίες που έχει το άτομο και προσπαθεί να κρατήσει ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του Εκείνου με το Υπερεγώ. Το Υπερεγώ λειτουργεί κατ΄ αντιστοιχία με την συνείδηση του ατόμου και περιλαμβάνει τις ηθικές του αξίες. Ας μην ξεχνάμε πως ο Freud θεωρούσε την θρησκεία συλλογική νεύρωση121. Αντίστοιχα μοντέλα έχουν και διάφοροι άλλοι ψυχαναλυτές όπως ο Jung, o Rogers ή ο Fromm αλλά δεν είναι της παρούσης η ανάλυσή τους. Συνοπτικά θα λέγαμε ότι η επιστήμη της ψυχιατρικής και της ψυχολογίας αντιμετωπίζει τον άνθρωπο ως ψυχοβιολογικό ον και δίνει βαρύτητα στα συναισθήματα, στις κοινωνικές σχέσεις και στη συνείδησή του προκειμένου να βγάλει συμπεράσματα για την ορθή ανάπτυξη της προσωπικότητας και την θεραπεία των ψυχικών διαταραχών με τη χρήση επιστημονικών μεθόδων. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η θεολογική με την ψυχολογική αντίληψη περί ανθρωπολογίας έχουν πολύ ουσιαστικές διαφορές που αξίζει να τονίσουμε για την μελέτη μας. Συνοπτικά θα λέγαμε ότι κατά την θεολογική ανθρωπολογία η δημιουργία του ανθρώπου έγινε απευθείας από τον Θεό όπως περιγράφεται στην Γένεση ενώ η προσέγγιση που έχουν οι επιστήμονες ψυχικής υγείας είναι ότι ο άνθρωπος προέκυψε γενικά εξελικτικά χωρίς την παρουσία του Θεού. Άρα πρώτη πολύ ουσιαστική διαφορά αφορά την προέλευση του ανθρώπου.
-54-
11 Ιανουαρίου, 2026
Ορθόδοξος Χριστιανισμός και Ψυχική Υγεία 20o
Η απουσία οργανωμένων δομών για την φροντίδα και αποκατάσταση των ψυχικά νοσούντων αποτελεί μια ακόμα πρόκληση στην οποία η Εκκλησία μπορεί να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο. Στις περισσότερες ενορίες δεν υπάρχουν δομές που θα μπορούσαν να στηρίξουν άτομα από την τοπική κοινωνία που αντιμετωπίζουν ψυχικά προβλήματα. Η ποιμαντική αντιμετώπιση δεν είναι πάντα επαρκής για να λυθούν πολύπλοκα ψυχιατρικής φύσεως προβλήματα και έτσι διαιωνίζονται και διογκώνονται προβλήματα στους ανθρώπους που θα μπορούσαν να έχουν αντιμετωπιστεί εν τη γενέσει. Η έλλειψη θεσμικής στήριξης τέτοιων πρωτοβουλιών θα μπορούσε να αποτελέσει πρόκληση για την Εκκλησία και με συντονισμένες κινήσεις να παραχθεί σοβαρό έργο ψυχιατρικής νοσηλείας αλλά και ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης των ψυχικά νοσούντων. Η δύσκολη εποχή που διανύουμε καλεί την Εκκλησία να λάβει πρωταγωνιστικό ρόλο στα πεδία διακονίας του ανθρώπου. Με βάση τις προκλήσεις τις οποίες αντιμετωπίζει η Εκκλησία και παραθέσαμε παραπάνω, είναι απαραίτητο να μελετήσει κανείς τις προτάσεις που μπορεί να γίνουν έτσι ώστε να ενισχυθεί ο ρόλος της Εκκλησίας στην στήριξη της ψυχικής υγείας. Κύριο μέλημα της εκκλησίας πρέπει να είναι η ανάληψη πρωτοβουλιών για εκπαιδευτικό έργο και πλήρη κατάρτιση στα εκκλησιαστικά στελέχη που θα ασχοληθούν με τον τομέα διακονίας του πάσχοντος ανθρώπου. Κάθε ιερά μητρόπολη θα πρέπει να εξασφαλίζει την ολοκλήρωση εκπαιδευτικού προγράμματος στους κληρικούς σχετικό με βασικές έννοιες ψυχιατρικής και ψυχολογίας προκειμένου να είναι σε θέση να αναγνωρίσουν ενδείξεις παραπομπής του ασθενούς σε ειδικούς ψυχικής υγείας114.
Η ποιότητα του πνευματικού και το γνήσιο ενδιαφέρον του για το πνευματικό του παιδί είναι βασικά στοιχεία για την επιτυχία της προσπάθειας του πρώτου να συμβάλλει στην πνευματική ανάπτυξη του τελευταίου115. Οι θεολογικές σχολές μπορούν να συμπεριλάβουν μαθήματα ψυχολογίας στο πρόγραμμα σπουδών τους στα οποία θα πρέπει να εξετάζονται θέματα συνεργασίας με τους ειδικούς ψυχικής υγείας. Η ποιμαντική ψυχολογία θα πρέπει να ενισχύει την ποιμαντική ακρόαση και αποδοχή και οι κληρικοί θα πρέπει να αντιλαμβάνονται πλήρως τα οφέλη που μπορεί να φέρει αυτή η συνάντηση. Σε συνδυασμό με το παραπάνω και προκειμένου να μην αποκόπτεται η επαφή και η θεραπευτική διαδικασία όσων κρίνεται σκόπιμο να τεθούν υπό ψυχιατρική ή ψυχολογική παρακολούθηση, είναι πολύ σημαντικό οι συμβουλευτικές αυτές δομές στις οποίες θα παραπέμπεται ο πιστός να είναι κοντά, και η όποια θεραπεία να γίνεται σε συνεννόηση με τον πνευματικό πατέρα του ασθενούς ώστε να επιτυγχάνονται τα βέλτιστα δυνατά θεραπευτικά αποτελέσματα. Η πρόσβαση σε τέτοιου είδους μικρές δομές θα πρέπει να είναι πολύ προσβάσιμη στον κόσμο και πλήρως απαλλαγμένη από στιγματισμούς και άλλου είδους δεισιδαιμονίες και προκαταλήψεις. Η ένταξη των συμβουλευτικών αυτών δομών θα πρέπει να έχει πλήρη ενσωμάτωση στις τοπικές κοινωνίες και να στηρίζεται από την Εκκλησία και την κοινωνία με ενσωμάτωση των πασχόντων στην εκκλησιαστική ζωή με σεβασμό, αποδοχή και ενσυναίσθηση.
Τέλος είναι πολύ σημαντικό να υπάρξει δικτύωση της Εκκλησίας με φορείς ψυχικής υγείας και ακολουθώντας το παράδειγμα της επιτυχούς συνεργασίας του Κέντρου Ψυχικής Υγιεινής με την ιερά Μητρόπολη Θηβών και Λειβαδείας για την δημιουργία της «Μονάδας Οικοτροφείου Λιβαδειάς» να ολοκληρωθούν και άλλες τέτοιες πρωτοβουλίες δίνοντας δεύτερες ευκαιρίες στους πάσχοντες συνανθρώπους μας. Για όλα αυτά απαιτείται στενή και καλοπροαίρετη συνεργασία γιατί θα είναι πάντα πολύ λυπηρό να χάνονται ευκαιρίες ποιοτικής αναβάθμισης της ψυχιατρικής αλλά και της εκκλησιαστικής προσφοράς, στο χάσμα που ανοίγεται ανάμεσα στις θεολογικές και ψυχιατρικές προκαταλήψεις116.
-51-
10 Ιανουαρίου, 2026
Ορθόδοξος Χριστιανισμός και Ψυχική Υγεία 19o
3.5. Προκλήσεις και προτάσεις για ενίσχυση του ρόλου της Εκκλησίας
Η Εκκλησία διαδραματίζει αναμφισβήτητα σπουδαίο ρόλο στην στήριξη της ψυχικής υγείας των ανθρώπων. Ως πνευματικό θεραπευτήριο καλείται να στηρίξει το ποίμνιο και να ανταποκριθεί στις σύγχρονες προκλήσεις της εποχής που σχετίζονται με την ψυχική υγεία. Τέτοιες προκλήσεις αποτελούν η ανάπτυξη συνεργασίας της εκκλησίας με επαγγελματίες ψυχικής υγείας, η αύξηση της επιμόρφωσης των ποιμένων, η ανάπτυξη οργανωμένων δομών στήριξης αλλά και η εξάλειψη του στιγματισμού των ψυχικά νοσούντων με το άνοιγμα της αγκαλιάς της Εκκλησίας σε όσους το έχουν ανάγκη. Η συνεργασία μεταξύ πνευματικών ποιμένων και επαγγελματιών ψυχικής υγείας αποτελεί δύσκολο εγχείρημα που όμως είναι ιδιαίτερα επιτακτικό στις μέρες μας. Υπέρ της ανάγκης για εγρήγορση συνηγορεί η επίγνωση της ελλιπούς, προς το παρόν, ανάπτυξης από την ορθόδοξη θεολογία, υπεύθυνου διαλόγου με την ψυχιατρική και την ψυχολογία ώστε να καταστεί εφικτό να αναπτυχθεί πλαίσιο επικοινωνίας και συνεργασίας111. Η στήριξη από την πλευρά της εκκλησίας τέτοιων πρωτοβουλιών είναι απαραίτητες και προκειμένου να είναι αποτελεσματικές απαιτούν τόσο θεολογική εμβάθυνση όσο και επιστημονική ενημέρωση. Η ύπαρξη καχυποψίας και η έλλειψη διαλόγου έχουν σχεδόν εκμηδενίσει την σχέση μεταξύ εκκλησίας και επαγγελματιών ψυχικής υγείας και έχουν διχάσει την ισορροπία που θα έπρεπε να υπάρχει μεταξύ πνευματικής και ψυχικής θεραπείας. Ο άνθρωπος ως ψυχοσωματικό και πνευματικό όν έχει ανάγκη ισορροπίας στο σώμα και τον νου. Οι πνευματικοί ποιμένες αναλαμβάνουν την πνευματική ισορροπία ωστόσο κάποιες φορές απαιτείται η συμβολή και ειδικών επιστημόνων-ιατρών που θα φροντίσουν το άτομο να απαλλαχθεί ευκολότερα από τις ψυχικές ασθένειες και να θεραπευθεί πλήρως. Πολλοί άνθρωποι χρήζουν ολοκληρωμένης φροντίδας η οποία δεν τους παρέχεται εξαιτίας αμοιβαίων προκαταλήψεων από πλευράς μη σωστά καταρτισμένων κληρικών και ψυχολόγων. Αποτελεί πρόκληση η θεολογία να καθορίσει τις ορθόδοξες, πατερικές προδιαγραφές της συνάντησης της εκκλησιαστικής διακονίας των ψυχικών πασχόντων με την ψυχολογία και την ψυχιατρική επιστήμη112. Η έλλειψη κατάρτισης των ποιμένων σε εξειδικευμένα θέματα ψυχικής υγείας αποτελεί επίσης τροχοπέδη στην ολιστική θεραπευτική προσέγγιση. Οι κληρικοί και πνευματικοι πατέρες συχνά καλούνται να αντιμετωπίζουν θέματα που δεν άπτονται αποκλειστικά στην ανάπτυξη της πνευματικότητας των πιστών αλλά συνδέονται με την ψυχολογικής τους κατάσταση. Η εκκλησιαστική παρουσία σε αυτές τις περιπτώσεις δεν επιτρέπει ερασιτεχνισμούς και φονταμενταλιστικές μονομέρειες113. Χωρίς πλήρη κατάρτιση σε θέματα ψυχικής υγείας ελλοχεύει ο κίνδυνος παρερμηνείας της κατάστασης ενός ανθρώπου με αποτέλεσμα την παροχή λάθος συμβουλής και επιδείνωσης του προβλήματος. Η αντιμετώπιση του στιγματισμού των ψυχικά νοσούντων αποτελεί μια ακόμα πρόκληση στους κόλπους της Εκκλησίας. Άνθρωποι που ζουν έγκλειστοι υπό τον φόβο του στίγματος του ψυχικά ασθενούς επί πολλές δεκαετίες μέσα σε ψυχιατρικά ιδρύματα, έχοντας χάσει κάθε ελπίδα για το μέλλον, πολλές φορές σε άθλιες συνθήκες πρέπει να αντιμετωπιστούν με ευαισθησία και αγάπη από την εκκλησία. Η εκκλησία οφείλει να προβάλλει ότι η ψυχική ασθένεια δεν είναι αμαρτία και να αγκαλιάσει τους ανθρώπους αυτούς χωρίς να τους αποκλείει από την κοινωνική και εκκλησιαστική ζωή. Η ενεργός συμμετοχή της εκκλησίας σε δράσεις επανένταξης ψυχικά νοσούντων ανθρώπων είναι καθήκον της εκκλησίας γιατί οι άνθρωποι αυτοί έχουν ανάγκη την έμπρακτη αγάπη που δίδαξε ο Χριστός.
-50-
08 Ιανουαρίου, 2026
Ορθόδοξος Χριστιανισμός και Ψυχική Υγεία 18o
Πολλά είναι βέβαια και τα εμπόδια στην συνεργασία. Προφανώς ο πνευματικός δεν είναι θεραπευτής και ο θεραπευτής δεν είναι πνευματικός. Οι επιστήμονες ψυχικής υγείας είναι πλήρως εξοικειωμένοι ώστε να ρωτήσουν και να μάθουν για τον θεραπευόμενο θέματα που αφορούν την συναισθηματική, σωματική, ψυχική, σεξουαλική, οικονομική, οικογενειακή, επαγγελματική, νομική και κοινωνική του ζωή, συχνά όμως μένουν σιωπηλοί απέναντι σε θέματα που άπτονται στην πνευματικότητα και την θρησκευτικότητα του ατόμου. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι ενώ έρευνες έχουν αποδείξει την προστατευτική δράση της θρησκευτικότητας απέναντι στην αυτοκτονία, οι ερευνητικές εκτιμήσεις του αυτοκτονικού κινδύνου συνήθως δεν περιλαμβάνουν την θρησκευτικότητα106. Αυτό συμβαίνει γιατί συνήθως υπάρχουν άλυτες συγκρούσεις του ίδιου του ειδικού γύρω από την θρησκευτικότητά του. Άνθρωποι με μικρότερη θρησκευτικότητα ελκύονται από επαγγέλματα ψυχικής υγείας επειδή τα βλέπουν ως εναλλακτική λύση στην πάλη τους για νόημα και σκοπό της ζωής. Αξίζει να σημειώσουμε ότι αρχικά, στο προεπιστημονικό στάδιο τα πράγματα δεν ήταν έτσι. Η ενασχόληση με την ψυχολογία προέκυψε ακριβώς ως αντίδραση και αντίσταση στα καταπιεστικά σχήματα σκέψεως που είχε επιβάλλει η ρωμαιοκαθολική εκκλησία. Δεν ήταν σύμπτωση ότι πριν πολλά χρόνια η πλειονότητα των ψυχολόγων ήταν άθεοι. Αυτό έχει αλλάξει και γίνονται σταδιακά βήματα βελτίωσης αν σκεφτεί κανείς ότι το 1972 θρήσκευε μόλις το 1,1% των Αμερικανών ψυχολόγων. Έρευνα στις ΗΠΑ βρήκε ότι το 33% των ψυχιάτρων και κλινικών ψυχολόγων θεωρούν την θρησκευτική πίστη ως την σημαντικότερη επίδραση στη ζωή τους σε αντίθεση με το 72% του γενικού πληθυσμού, ενώ το 73% φαίνεται να πιστεύει στην ύπαρξη του Θεού έναντι του 96% στον γενικό πληθυσμό107. Πάντως, ακόμα και σήμερα πολύ δύσκολα θα μπορέσει ένας πνευματικός να συνεργαστεί με ψυχιάτρους δεδομένου ότι οι τελευταίοι σε γενικές γραμμές αγνοούν ή περιφρονούν το ενδεχόμενο της ικανότητας ενός πνευματικού να συνεργαστεί επί ψυχιατρικού επιπέδου. Σπανιότερα δε βρίσκονται ψυχίατροι που εναρμονίζουν την επιστήμη τους με την ορθόδοξη πίστη και πνευματικότητα. Και φυσικά, λίγοι είναι και οι πνευματικοί που ποιμένουν μετ επιστήμης, δηλαδή που διαθέτουν συγκροτημένη άποψη για την πνευματική και ψυχολογική κατάσταση του πιστού ώστε να μπορούν να έρθουν σε διάλογο με τον ειδικό. Συνοπτικά θα λέγαμε ότι οι κληρικοί δέχονται τον λόγο του πιστού όπως είναι χωρίς να αντιλαμβάνονται ότι μπορεί να αποκρύπτει ψυχολογικη 38 δυσκολία, ενώ οι ειδικοί τείνουν να θεωρούν κάθε αναφορά σε θρησκευτικά θέματα παθολογική108. Με όσα είπαμε παραπάνω καταδεικνύεται περισσότερο από επιτακτική η ανάγκη για συνάντηση των κληρικών με τους ειδικούς ψυχικής υγείας. Αυτό που έχει περισσότερο ανάγκη ο άνθρωπος είναι η εμπαθητική κατανόηση, δηλαδή η ικανότητα να νιώσει κανείς όπως ο άλλος, αλλά χωρίς αυτό να τον καταβάλλει. Με τον τρόπο αυτό συγκεντρώνει κανείς ψυχολογικά δεδομένα για τον άλλο, και αντιλαμβάνεται την εσωτερική του εμπειρία ακόμα κι αν δεν είναι ανοικτή σε ευθεία παρατήρηση. Ως διαδικασία δίνει έμφαση στην μοναδικότητα του προσώπου και της εμπειρίας του. Το αρχέτυπό της βρίσκεται στο παράδειγμα του Χριστού. Η εμπαθητική κατανόηση έχει τις ρίζες της στην ικανότητα να ανεχθούμε την αβεβαιότητα, την αμφιβολία και το διφορούμενο. Η ενσάρκωση υποδεικνύει τις δυνατότητες αλλά και τα όριά της: έγινε όμοιος με εμάς σε όλα πλην της αμαρτίας. Στην πραγματικότητα, ζητάμε από τους κληρικούς και τους ειδικούς ψυχικής υγείας να μάθουν να ακούν και αυτά που δεν λέγονται. Πρέπει να υπάρχει πραγματικό και ειλικρινές ενδιαφέρον για τον άνθρωπο και να εγκαθιστά θεραπευτική συμμαχία μαζί του. Οφείλει ακόμα να έχει σαφή αντίληψη για την πολυπλοκότητα και την ιδιαιτερότητα του ασθενούς και να αντιλαμβάνεται σαφώς τα όρια της θεραπευτικής σχέσης ώστε να μην αποκλίνει από αυτά. Ακόμα, πρέπει να μπορεί να παρατηρεί και τις δικές του αντιδράσεις και να προσπαθεί να τις εξηγεί με εποικοδομητική αυτοκριτική και να βελτιώνεται με αυτογνωσία και ειλικρίνεια. Για τους κληρικούς αλλά και τους επιστήμονες ψυχικής υγείας, έχει σημασία η ποιότητα και η εκπαίδευση τους προκειμένου να μπορούν να παρέχουν βοήθεια στον άνθρωπο109. Προς επίρρωση όσων θέσαμε παραπάνω, θα παραθέσουμε σύντομα το άκρως επιτυχημένο παράδειγμα συνεργασίας των επιστημόνων ψυχικής υγείας με την Εκκλησία που συνέβη στην περίπτωση του Οικοτροφείου Λιβαδειάς. Πρόκειται για μια μονάδα ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης και κοινωνικής επανένταξης χρόνιων ψυχωτικών ασθενών που λειτουργεί ως ενδιάμεσο σπίτι μεταξύ της ψυχιατρικής νοσηλείας και της αυτόνομης διαβίωσης στην κοινωνία. Το Οικοτροφείο Λιβαδειάς αποτέλεσε την πρώτη επίσημη συνεργασία της ελληνικής πολιτείας και της ελλαδικής ορθόδοξης εκκλησίας στον χώρο της ψυχικής υγείας. Η ιερά μητρόπολη παραχώρησε το οίκημα στο οποίο στεγάστηκε το οικοτροφείο, το οποίο στελεχώθηκε μεταξύ άλλων από ψυχίατρο ο οποίος εκτός της ιατρικής του ιδιότητας ήταν επίσης θεολόγος και κληρικός, και δέχθηκε και τους ενοίκους του οι οποίοι προέρχονταν από βαρύ ιδρυματισμό στο ψυχιατρείο της Λέρου. Με πολύ προσπάθεια οργανώθηκαν οι κεντρικοί θεραπευτικοί άξονες του προγράμματος που περιελάμβαναν δραστηριότητες, συγκεντρώσεις, εξόδους για ψυχαγωγία και συμμετοχή σε τοπικές εκδηλώσεις, άξονες που λειτούργησαν με επιστημονικές προδιαγραφές αλλά και πολλή ανθρωπιά και υπομονή. Η συμμετοχή και η υποστήριξη της Εκκλησίας στη δράση αυτή κρίθηκε άκρως καθοριστική για την επιτυχία του προγράμματος καθώς στηρίχθηκε από την τοπική κοινότητα και τους τοπικούς εφημέριους κληρικούς. Η εξελικτική πορεία των τροφίμων κρίθηκε επιτυχημένη με τους περισσότερους να έχουν πλήρως ενταχθεί στην ζωή της πόλης. Η επιτυχία του Οικοτροφείου Λιβαδειάς επιβεβαιώνει για ακόμα μια φορά πως τα αποτελέσματα της αρμονικής συνεργασίας πίστης και επιστήμης μπορούν να ξεπεράσουν κάθε φορά και τις αναμενόμενες προσδοκίες110.
-48-
07 Ιανουαρίου, 2026
Ορθόδοξος Χριστιανισμός και Ψυχική Υγεία 17o
Οι διαφορές στην προσέγγιση του ανθρώπου μεταξύ Εκκλησίας και επιστημών ψυχικής υγείας είναι το κύριο αίτιο διαφοροποίησης της συνολικής προσέγγισης και των ανθρώπων που υπηρετούν τις δύο πλευρές. Η Εκκλησία παρέχει πνευματική καθοδήγηση, θεραπεία και υποστήριξη μέσα από τα μυστήρια που περιλαμβάνει ενώ οι επιστήμονες ψυχικής υγείας παρέχουν τις υπηρεσίες τους κάνοντας χρήση επιστημονικών εργαλείων και τεχνικών για την θεραπεία των ψυχικών διαταραχών. Και τα δύο μέρη ενδιαφέρονται για την θεραπεία του ανθρώπινου ψυχικού πόνου και σίγουρα θα μπορούσαν σε κάποιες περιπτώσεις να συνεργαστούν και να λειτουργήσουν συμπληρωματικά. Οι πνευματικοί ποιμένες μπορούν να παραπέμψουν τους ασθενείς ψυχιατρικά ανθρώπους που ζητούν πνευματικές συμβουλές σε ψυχιάτρους προκειμένου να λάβουν βοηθητικά φαρμακευτική αγωγή αλλά και οι επιστήμονες ψυχικής υγείας θα μπορούσαν να ενισχύσουν τις μεθόδους θεραπείας που ακολουθούν με παραπομπή σε πνευματικούς όταν οι ασθενείς είναι δεκτικοί, ώστε να ανακουφίσουν τους ασθενείς με την πνευματική τους ανάταση. Αυτή η αμοιβαία παραπομπή και συνεργασία μεταξύ εκκλησίας και επιστημόνων ψυχικής υγείας φαίνεται πως κερδίζει συνεχώς έδαφος καθώς αποτυπώνεται και σε βιβλία κλασσικής ψυχιατρικής, όπως σε αυτό του Greenblatt. Στο βιβλίο αυτό, ο συγγραφέας υπογραμμίζει ότι ο ρόλος του κληρικού προσφέρει μια αξιόλογη ευκαιρία για πρώιμη παρέμβαση στους ενορίτες που αντιμετωπίζουν κάποια κρίσιμη κατάσταση, και εκφράζει την βεβαιότητα ότι η τακτική συνδιαλλαγή των ψυχιάτρων με τους εφημέριους θα αυξήσει την ποιότητα των αμοιβαίων παραπομπών100. Αρκετοί είναι βέβαια οι ψυχίατροι που δεν συμμερίζονται την παραπάνω άποψη και εκφράζουν επιφυλάξεις για την συνεργασία με την εκκλησία λόγω της πεποίθησής τους ότι ένα μεγάλο ποσοστό των ανθρώπων που πάσχουν ψυχικά ερμηνεύουν την πάθησή τους μέσω θρησκευτικών δοξασιών ή προλήψεων και επομένως θεωρούν ότι η συνεργασία μπορεί να έχει αρνητική έκβαση για τον ασθενή101. Παρόλα αυτά οι έρευνες δεν αποδεικνύουν κάτι τέτοιο. Σύμφωνα με εργασία των Sheehan & Kroll (1990) η μελέτη ενός δείγματος πληθυσμού ασθενών νοσηλευόμενων για ψυχικές παθήσεις έδειξε ότι δήλωσαν πίστη στον Θεό σε ποσοστό 95% και η συντριπτική πλειοψηφία του 81% απέδωσαν τη νόσο τους σε γενικούς παράγοντες υγείας, ενώ μόνο το 23% θεώρησε ότι η νόσος τους αποδίδεται σε ηθικές αξίας και όχι απαραίτητα θρησκευτικού χαρακτήρα102. Ομοίως φαίνεται να μην επαληθεύονται παλαιότερες αντιλήψεις που ήθελαν την θρησκευτικότητα να συμπεριλαμβάνεται στους παράγοντες κινδύνου για την ανάπτυξη ψυχοπαθολογίας. Νεότερες βιβλιογραφικές αναφορές επιβεβαιώνουν ακριβώς το αντίθετο, συμπεριλαμβάνοντας τη θρησκευτική πίστη στις πεποιθήσεις οι οποίες στηρίζουν και ανακουφίζουν τα άτομα που βρίσκονται σε δύσκολες περιόδους της ζωής τους103. Αξίζει να σημειωθεί ότι η προσέγγιση που έχουν οι επιστήμονες ψυχικής υγείας με τους πνευματικούς ποιμένες μπορεί να λειτουργήσει συμπληρωματικά. Σε περιπτώσεις ψυχιατρικών παθήσεων η θεραπεία του νου μέσω της χάριτος όπως την προσεγγίζει η εκκλησία μπορεί να υποβοηθηθεί και να αποκατασταθεί ταχύτερα με την συνδρομή ψυχιατρικής αποκατάστασης μέσω της θεραπείας. Η μετάνοια, η εξομολόγηση και η προσευχή δεν αντικαθίστανται αλλά μπορούν να συμπληρωθούν μέσω της συζήτησης και της συμβουλευτικής από έναν ψυχολόγο θεραπευτή. Παράλληλα το εκκλησιαστικό σώμα μπορεί να υποστηρίξει τον ασθενή σε αντιστοιχία με την υποστήριξη που μπορεί να λάβει μέσω μια ομάδας. Πολλά είναι τα κοινά σημεία μεταξύ της ορθόδοξης παράδοσης και της ψυχαναλυτικής θεωρίας. Τα πιο βασικά από αυτά είναι η κατάφαση της επιθυμίας, του συναισθήματος και του σώματος, η έμφαση στις σχέσεις αγάπης στη λύση του ναρκισσισμού, η υπέρβαση του μίσους και της εχθρότητας, η μετουσίωση του πάθους και η έμφαση στον έρωτα και την ελευθερία. Η ψυχανάλυση εισαγάγει από την πλευρά της επιστήμης τον θεσμό του γέροντα της χριστιανικής παράδοσης στο πρόσωπο του ψυχαναλυτή104. Στόχος της θεραπείας είναι η διάνοιξη του υποκειμένου στον ανοικτό ψυχικό χώρο της ελευθερίας των προσώπων. Για να επιτευχθεί αυτό, χρειάζεται μεταξύ άλλων μια πατρική λειτουργία, είτε αυτή εκφράζεται από τον Γέροντα, είτε από τον θεραπευτή, μια πατρική λειτουργία ανάλογη εκείνης του πατέρα της παραβολής του Ασώτου. Απαιτείται σεβασμός στην ελευθερία του θεραπευόμενου και επίσης αντοχή στην κριτική και τις επιθέσεις του θεραπευόμενου. Από την πλευρά του υποκειμένου αυτό σημαίνει να αναβιώσει, να αναστήσει το νεκρό αντικείμενο. Σ΄ αυτό το σημείο η ψυχανάλυση συναντά κατά έναν τρόπο την πιο βαθιά, ουσιαστική χριστιανική, οντολογική, θρησκευτική προβληματική που θέτει το θέμα της ανάστασης του ανθρώπου105.
-45-
04 Ιανουαρίου, 2026
Ορθόδοξος Χριστιανισμός και Ψυχική Υγεία 16o
Περαιτέρω πρωτοβουλίες λαμβάνονται επίσης από την Εκκλησία για δράσεις που αφορούν σε ευάλωτες ομάδες όπως άτομα με ειδικές ανάγκες (ΑΜΕΑ). Παράδειγμα τέτοιας δράσης αποτελούν οι Στέγες Υποστηριζόμενης Διαβίωσης «Μαρία Κόκκορη»95 που αποτελούν ένα σύγχρονο πλαίσιο ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης με παροχή ολοκληρωμένων ποιοτικών υπηρεσιών εξειδικευμένης επιστημονικής υποστήριξης σε άτομα με νοητική υστέρηση και σύνδρομο Down. Αντίστοιχα λειτουργούν δομές που στεγάζουν και περιθάλπουν ηλικιωμένους με χρόνια προβλήματα (όπως το Οικοτροφείο Νόσου Alzheimer και Συναφών Παθήσεων «Αγία Ερμιόνη») ή ξενώνες που φιλοξενούν πρόσφυγες ή μετανάστες (όπως ο Ξενώνας Ασυνόδευτων Προσφύγων «Εστία»). Λειτουργούν ακόμα Κέντρα Δημιουργικής Απασχόλησης (ΚΔΑΠ) και διάφορα εκπαιδευτικά προγράμματα (πρόγραμμα Δεύτερη Πατρίδα για την εκπαίδευση των μεταναστών) και γενικότερα πολλές διαφορετικές πρωτοβουλίες για ευάλωτες ομάδες και στήριξη ανθρώπων που το έχουν ανάγκη. Η Εκκλησία, ακριβώς λόγω του ποιμαντικού χαρακτήρα της και αφουγκραζόμενη την ανάγκη για ολιστική προσέγγιση καίριων κοινωνικών προβλημάτων μου μαστίζουν στην εποχή μας, συνεργάζεται με κρατικούς επιστημονικούς φορείς ή φορείς της πολιτείας προκειμένου να ανοίξει δίαυλο διακονίας του ανθρώπου όχι μόνο από πνευματικής πλευράς αλλά και σε συνδυασμό με την απαιτούμενη ψυχολογική ή ψυχιατρική στήριξη του ανθρώπου. Σκοπός της είναι ο πνευματικός να λειτουργεί συμπληρωματικά και σε καμία περίπτωση ανταγωνιστικά με τη απαιτούμενη ιατρική βοήθεια που χρήζει ο ασθενής. Είναι λοιπόν αφενός πολύ σημαντική η συνεργασία με ψυχολόγους, κοινωνικούς λειτουργούς ή ιατρούς αλλά εξίσου σημαντικό είναι οι ιερείς και κυρίως εκείνοι που επιτελούν το ιερό έργο του πνευματικού, να λαμβάνουν συχνά σχετική επιμόρφωση προκειμένου να μπορούν αφενός να αξιολογήσουν καλύτερα την κατάσταση και να προτείνουν συνδυαστικά την παρακολούθηση από ιατρό, αφετέρου να χειριστούν την κατάσταση με την δέουσα σημασία. Η συνεργασία της Εκκλησίας με επιστημονικούς και άλλους φορείς δεν σταματάει ποτέ. Γίνονται συχνά διοργανώσεις επιστημονικών συνεδρίων με ποικίλη θεματολογία σε θέματα ψυχολογίας και ποιμαντικής ή χειρισμού και διαχείρισης προβλημάτων και κρίσεων ενώ η Εκκλησία επιδιώκει συναντήσεις με επιστημονικές ομάδες/πανεπιστήμια για την ενίσχυση της ποιότητας των παρεμβάσεών της.
3.4. Η σχέση Εκκλησίας και επαγγελματιών ψυχικής υγείας
Η σχέση της ορθόδοξης εκκλησίας με τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας, ψυχολόγους, ψυχιάτρους, έχει πολλά περιθώρια εξέλιξης προς όφελος του ανθρώπου. Πρακτικά η συνεργασία μεταξύ τους μπορεί να δώσει τα βέλτιστα αποτελέσματα εφόσον τα όρια μεταξύ τους είναι διακριτά και υπάρχει και αλληλοσεβασμός μεταξύ των δύο πεδίων. Αυτό που διαφοροποιείται είναι ο τρόπος προσέγγισης τόσο της μεθοδολογίας η οποία χρησιμοποιείται, όσο και της τελικής αποστολή που έχει η κάθε πλευρά. Ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιείται η ρίζα «ψυχ-» από τις σύγχρονες επιστήμες του ανθρώπου, όπως η ψυχολογία, η ψυχανάλυση, η ψυχοθεραπεία κ.ο.κ. διαφοροποιείται εντελώς από την έννοια της ψυχής όπως αυτή προσεγγίζεται από την ορθόδοξη θεολογία. Οι επιστήμες αυτές δεν έχουν πρακτικά ως αντικείμενο μελέτης την ψυχή του ανθρώπου και μάλιστα γίνεται προσπάθεια να αναπτυχθεί νέα ορολογία χωρίς το συνθετικό «ψυχ-» αλλά αντιμετωπίζεται μεγάλη δυσκολία στην καθιέρωση νέων περιεκτικών όρων κοινής αποδοχής. Επίσης, η επιστήμη της Ψυχιατρικής, που αποτελεί κλάδο της Ιατρικής πρέπει να έχει σαφή διαχωρισμό από τις διάφορες θεωρίες ψυχολογικών και θεραπευτικών σχολών και μεθόδων καθώς δεν πρέπει να συγχέεται για κανένα λόγο το έργο των ψυχιάτρων με αυτόν των ψυχολόγων, ψυχαναλυτών, ψυχοθεραπευτών κ.ο.κ.. 96 Για την ορθόδοξη θεολογία οι επιστήμες του ανθρώπου (sciences humaines) στηρίζονται κατά βάση στην μελέτη του πεπτωκότος ανθρώπου και αγνοούν τις ανθρωπολογικές και ψυχολογικές προσεγγίσεις που βασίζονται στην αγιοπνευματική εμπειρία του θεουμένου ανθρώπου όπως αυτές διασώζονται στην πατερική και ασκητική γραμματεία της ορθόδοξης ανατολικής παράδοσης97. Η ψυχολογία από την άλλη πλευρά, αγνοεί το νόημα της προπτωτικής κατάστασης του ανθρώπου. Θεωρεί ότι ο πεπτωκός άνθρωπος υπάρχει ως το μοναδικό ανθρωπολογικό δεδομένο και οι ανθρωπολογικές συνέπειες της ενσάρκωσης του Θεού- Λόγου βρίσκονται εκτός του πεδίου των ενδιαφερόντων της.
Από τα παραπάνω, εύκολα κατανοεί κανείς ότι η ανθρωπολογία της ορθόδοξης θεολογίας διαφέρει από αυτή των σύγχρονων επιστημών του ανθρώπου και ως εκ τούτου απαιτείται μεγάλη προσοχή κατά τον διάλογο με αυτές τις επιστήμες ώστε να μην υιοθετούνται ανθρωπολογικές αντιλήψεις ασύμβατες με την ορθόδοξη παράδοση.98 Οι επιστήμες του ψυχισμού σπεύδουν να σπουδάσουν τα προβλήματα που έφερε η πτώση στην ανθρώπινη φύση και να προσφέρουν τις λύσεις τους. Ωστόσο, περιορίζονται υποχρεωτικά στην φθορά της φύσης όπως αυτή εκδηλώνεται στις ψυχιατρικές παθήσεις, στις διαταραχές του χαρακτήρα ή στις επίκτητες προβληματικές συμπεριφορές, και αφήνουν την φθορά της προαιρέσεως για την πνευματική ζωή που λαμβάνει χώρα στους κόλπους της εκκλησίας. Με άλλα λόγια, οι ψυχολογικές επιστήμες ασχολούνται κυρίως με τα προβλήματα που ταλαιπωρούν τον άνθρωπο παρά την θέλησή του, ενώ η Θεολογία και η Ποιμαντική στηρίζονται κυρίως στην ελευθερία που έχει ο άνθρωπος προκειμένου να διορθώσουν της συνέπειες της αμέλειας ή της κακής χρήσης της99.
-43-
03 Ιανουαρίου, 2026
Ορθόδοξος Χριστιανισμός και Ψυχική Υγεία 15o
3.3. Εκκλησιαστικές πρωτοβουλίες και δράσεις ψυχοκοινωνικής υποστήριξης
Η ορθόδοξη εκκλησία εκτός από τον ποιμαντικό της ρόλο διαδραματίζει διαχρονικά και κοινωνικό και θεραπευτικό ρόλο καθώς ως ενοριακή κοινότητα αποτελεί το εγγύτερο τοπικό δίκτυο στήριξης των μελών της. Τόσο από ποιμαντικής πλευράς, όσο και από επιστημονικής άποψης το γεγονός ότι πρέπει να δοθεί απόλυτη προτεραιότητα στην ανάπτυξη της προληπτικής ιατρικής είναι αναμφισβήτητο. Προς αυτή την κατεύθυνση υπάρχει έντονη η ανάγκη συνεργασίας της Ψυχιατρικής με την Εκκλησία καθώς η θρησκευτική πίστη φαίνεται πως σχετίζεται θετικά με την υγεία και την ευεξία στις μεγαλύτερες ηλικίες, με την ικανότητα ασθενών να συνέρχονται από κακώσεις, με την καλύτερη αυτοεκτίμηση των ανθρώπων μεγαλύτερης ηλικίας και γενικότερα με την αύξηση πεποιθήσεων που ανακουφίζουν και ενισχύουν τα άτομα σε δύσκολες περιόδους της ζωής τους90. Οι άνθρωποι που περνούν τέτοιες δύσκολες δοκιμασίες συνήθως αναζητούν πρώτα βοήθεια από πρόσωπα του περιβάλλοντός τους, τον γενικό ιατρό ή τον ιερέα. Η ενοριακή κοινότητα παρέχει σχέσεις εμπιστοσύνης και κοινωνικής αποδοχής οπότε το άτομο με ευκολία θα απευθυνθεί εκεί ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης όπως για παράδειγμα βίωση πένθους ή διαζυγίου ώστε να εισπράξει ψυχολογική στήριξη και βοήθεια. Σε αυτές τις περιπτώσεις η συμβολή ενός κληρικού με σωστή ποιμαντική ευαισθησία και κατάρτιση μπορεί να αποδειχθεί καίρια και ουσιαστική για την μετέπειτα πορεία. Η Εκκλησία διαθέτει σήμερα, εκτός από τις «πνευματικού χαρακτήρα» δραστηριότητες όπως η εξομολόγηση, ένα ευρύ δίκτυο υπηρεσιών που έχουν παράλληλα με τον πνευματικό και επιμορφωτικό, κοινωνικό, προνοιακό και φιλανθρωπικό χαρακτήρα. Εκτός δηλαδή από την θεραπευτική αγκαλιά που νιώθουν οι άνθρωποι από την ενοριακή κοινότητα, η Εκκλησία λαμβάνει πρωτοβουλίες που αφορούν φιλανθρωπικές δράσεις με την ίδρυση σχετικών ιδρυμάτων και Μ.Κ.Ο91. Η Εκκλησία της Ελλάδας έχει πλήθος τέτοιων φιλανθρωπικών ιδρυμάτων όπως για παράδειγμα η «ΑΠΟΣΤΟΛΗ». Κύρια αποστολή της συγκεκριμένης οργάνωσης είναι η ενίσχυση των λιγότερο ευνοούμενων κοινωνικών ομάδων και η βελτίωση των συνθηκών διαβίωσής τους. Μέσα από την λειτουργία της υποστηρίζονται πλήθος κοινωνικών δομών όπως ξενώνες και κέντρα ημέρας ψυχικής υγείας, ενώ καθημερινά στηρίζονται οικονομικά και ψυχολογικά οικογένειες που ζουν υπό αντίξοες συνθήκες. Λειτουργούν επίσης κοινωνικά παντοπωλεία αλλά και ιατρείο κοινωνικής αποστολής σε μια προσπάθεια να στηριχθούν οι ανασφάλιστοι και οικονομικά αδύναμοι πολίτες ενώ συμμετέχουν σε πλήθος δράσεων ενίσχυσης των λιγότερο ευνοούμενων κοινωνικών ομάδων με βασική αρχή την θεοδίδακτη αγάπη και φιλανθρωπία και διδαχές βγαλμένες από την διδασκαλία του ευαγγελίου και την παράδοση της Εκκλησίας92.
Εκτός από το πολύ σημαντικό έργο της ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ υπάρχουν και άλλοι πολύ σημαντικοί οργανισμοί όπως το Κέντρο Στηρίξεως Οικογένειας (ΚΕΣΟ) το οποίο προασπίζεται την ενίσχυση του θεσμού της οικογένειας επενδύοντας σε κέντρα εκπαίδευσης δεξιοτήτων για την στήριξη κυρίως των ανέργων μελών της οικογένειας και στοχεύοντας στην καταπολέμηση της ενδοοικογενειακής βίας και της φτώχειας με στόχο την υγιή ανάπτυξη της οικογένειας στο ευρύτερο κοινωνικό σύνολο93. Εκτός από τις παραπάνω πρωτοβουλίες η Εκκλησία φροντίζει να στηρίζει κέντρα πρόληψης και εκπαίδευσης συμμετέχοντας σε προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης ευάλωτων κοινωνικά ομάδων με στόχο την ανάπτυξη προοπτικών επαγγελματικής αποκατάστασης και ένταξης στην αγορά εργασίας προσφέροντας οικονομική και επαγγελματική διέξοδο. Επίσης, η Εκκλησία αναπτύσσει δράσεις σε θέματα χρήσης και εξάρτησης όπως το Ίδρυμα Ψυχοκοινωνικής Αγωγής και Στήριξης «Διακονία»94 που εφαρμόζει μεθόδους στους τομείς της πρόληψης, της θεραπείας και της αποκατάστασης. Μέσα από το ίδρυμα αυτό προωθείται κατά κύριο λόγο η πρωτογενής πρόληψη, θέτοντας ως στόχο την προώθηση υγιών τρόπων ζωής μακριά από την χρήση ψυχοδραστικών ουσιών ενώ παράλληλα οργανώνονται σεμινάρια κατάρτισης κληρικών με στόχο την ενημέρωσή τους γύρω από το πρόβλημα της εξάρτησης και την καθοδήγηση με σωστό τρόπο χειρισμού των εξαρτημένων ατόμων. Παράλληλα ενημερώνει τόσο τα κληρικά στελέχη όσο και τους νέους που αντιμετωπίζουν το πρόβλημα με τους γονείς τους που απευθύνονται στην Εκκλησία για βοήθεια, για τις υπάρχουσες θεραπευτικές δομές και τα προγράμματα που λειτουργούν με κύριο γνώμονα πάντα τις ορθόδοξες αρχές.
=41=
01 Ιανουαρίου, 2026
Ορθόδοξος Χριστιανισμός και Ψυχική Υγεία 14o
Η πνευματική καθοδήγηση αποτελεί πράξη απαραίτητη για την διαδικασία ανάπτυξης των χριστιανών ώστε να γνωρίσουν τον Χριστό. Στόχος της πνευματικής καθοδήγησης είναι η βοήθεια μέσω συμβουλών από κάποιον πιο έμπειρο πνευματικά που με τρόπο σοφό και χαρισματικό μπορεί να καθοδηγήσει και να θεραπεύσει τις ψυχές των ανθρώπων από τις δυσκολίες και τα πάθη που αντιμετωπίζουν. Στην αρχή της πνευματικής πορείας ο άνθρωπος μπορεί να νιώθει συστολή και να του είναι δύσκολο να εμπιστευθεί τον εαυτό του στον πνευματικό πατέρα και να παραδοθεί στην καθοδήγησή του. Η ανάγκη των ανθρώπων για πνευματική καθοδήγηση εξαρτάται κυρίως από την δυσκολία τους να φτάσουν στην αυτογνωσία και ως εκ τούτου η πνευματική τους πρόοδος είναι συνάρτηση της συγκεκριμένης επισκόπησης του εαυτού τους87. Η Εκκλησία διαδραματίζει σπουδαίο ρόλο με την συνδρομή των πνευματικών πατέρων και την καθοδήγηση που αυτοί προσφέρουν στους ανθρώπους. Η πνευματική καθοδήγηση αποτελεί μέρος της θεραπευτικής λειτουργίας της Εκκλησίας καθώς ο πνευματικός είναι ο πραγματικός ιατρός της ψυχής του ανθρώπου σεβόμενος την ελευθερία του και ταυτόχρονα υπηρέτης της σωτηρία του δείχνοντας πάντα τον σωστό δρόμο με πορεία προς την θέωση του ανθρώπου. Η αληθινή ακρόαση από τον πνευματικό είναι επίσης καθοριστικής σημασίας αναφορικά με την στήριξη της ψυχικής υγείας του ανθρώπου. Ο πνευματικός πατέρας πρέπει να έχει ανοιχτή την καρδιά του και να ακούει με κατανόηση τον πόνο του ανθρώπου. Από τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο μαθαίνουμε ότι «Ἰσχυρὸν φάρμακον ἡ κατανόησις καὶ ἡ ἀκρόασις οὐχ ἧττον τοῦ λόγου»88. Όταν υπάρχει πραγματική ακρόαση και κατανόηση ο άνθρωπος μπορεί να ανοίξει την καρδιά του, να εμπιστευθεί τον πνευματικό του και να είναι δεκτικός στην συμβουλή που εκείνος θα του δώσει. Η καλλιέργεια της ποιμαντικής σχέσης μέσω της ακρόασης είναι πολύ αποτελεσματική γιατί έτσι καλλιεργείται ο αλληλοσεβασμός, η αγάπη και η πνευματική ελευθερία που μπορούν να ανοίξουν θεραπευτικά την καρδιά του ανθρώπου και με την ενσυναίσθηση που δημιουργείται ο άνθρωπος να ανακουφιστεί από τον πόνο και τα πάθη του. Απώτερος σκοπός της Εκκλησίας παραμένει σε κάθε περίπτωση η σωτηρία του ανθρώπου που σημαίνει λύτρωση από τα πάθη του, ο φωτισμός του, ο αγιασμός και η θέωσή του. Αυτό που καλλιεργείται εντός της Εκκλησίας ως Σώμα Χριστού είναι ακριβώς ο αγιασμός του ανθρώπου μέσω του πνευματικού του αγώνα και μέσω δωρεών της χάριτος του Αγίου Πνεύματος. Είναι προφανές ότι ο αγιασμός του ανθρώπου δεν αποτελεί αυτόνομο γεγονός ατομικής αρετής αλλά κύριο εκκλησιαστικό γεγονός που προϋποθέτει συμμετοχή στη ζωή και το Σώμα της Εκκλησίας. Ο πνευματικός πατέρας καλείται να οδηγήσει τον άνθρωπο σε μια τέτοια πορεία ώστε να οδηγηθεί μέσω της μετάνοιας στην υπαρξιακή μεταμόρφωση που απαιτείται. Όπλα του στη χάραξη της πορεία αυτής είναι η ταπείνωση και η διάκριση του ίδιου του ποιμένα, η βαθιά γνώση της πατερικής παράδοσης αλλά και η αδιάλειπτη προσευχή και πνευματική εμπειρία του προκειμένου με την βοήθεια της Χάρης του Θεού να μπορεί να συμβουλεύει και να καθοδηγεί ορθά τον πιστό. Η θεραπευτική πρακτική της Εκκλησίας έχει σε κάθε περίπτωση οντολογική θεμελίωση. Ο Θεραπευτικός στόχος είναι μέσα από τις άκτιστες ενέργειες του Αγίου Πνεύματος να αποκατασταθεί πνευματικά ο αγωνιζόμενος άνθρωπος στην υπαρξιακή του γνησιότητα. Αυτό ωστόσο δεν σημαίνει ότι η Εκκλησία μπορεί να υποτιμά την οδύνη που περιλαμβάνεται στην καθημερινότητα του ανθρώπινου βίου. Αντίθετα, λόγω της ύπαρξης αυτής της οδύνης αναγνωρίζεται ως επιτακτική η ανάγκη της προσφοράς παρηγοριάς, υποστήριξης και ανάπαυσης στον σωματικά ή ψυχικά πάσχοντα άνθρωπο. Πρέπει βέβαια να παραδεχθούμε ότι παρά την σοβαρότητα του προβλήματος, υπάρχουν φορές που η στάση προς τους ψυχικά πάσχοντες είναι ελλιπής ή και κάποιες φορές προβληματική. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου υπάρχει σύγχυση σχετικά με το τι είναι ψυχιατρική διαταραχή και αδυναμία αναγνώρισης των συμπτωμάτων από τους ποιμένες. Η θεωρητική και πρακτική ενασχόληση της θεολογίας με την ψυχιατρική ή την ψυχολογία δεν έχει σκοπό να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο επιτελείται το διακονικό έργο της Εκκλησίας. Η εκκλησιαστική παρέμβαση δεν καλείται σε καμία περίπτωση να υποκαταστήσει την ψυχιατρική πρακτική, όμως, πέρα από τον γόνιμο διάλογο υπάρχει η ευθύνη για ευρύτερο καταρτισμό και έγκυρη ενημέρωση των εκκλησιαστικών στελεχών με οτιδήποτε μπορεί να ενισχύσει το έργο τους. Ο ποιμένας οφείλει να γνωρίζει τα όριά του και αν δεν έχει εμπειρία κάποιας κατάστασης να παραπέμπει και όχι να διώχνει τον άνθρωπο. Κάποιες φορές με συνεργασία και προσευχή τα προβλήματα ψυχιατρικά και πνευματικά επιλύονται πιο εύκολα. Απαράβατος βέβαια όρος παραμένει ο ποιμένας να υπηρετεί πρωτίστως την σώζουσα Αλήθεια της Εκκλησίας και την διδασκαλία των αγίων Πατέρων89.
-39-
31 Δεκεμβρίου, 2025
Ορθόδοξος Χριστιανισμός και Ψυχική Υγεία 13o
Ο άνθρωπος με την συμμετοχή του στην εκκλησιαστική κοινότητα και την πίστη του αναγνωρίζει τον Χριστό ως Θεό του και ως τον μόνο ιατρό που είναι ικανός να θεραπεύει. Μέσω της προσευχής και της ησυχίας ο άνθρωπος βιώνει την εσωτερική κάθαρση και καλλιεργεί εσωτερικά χαρίσματα που αποκαθιστούν την ψυχική ισορροπία του. Επειδή η αμαρτία και τα πάθη συνιστούν την ρίζα και τις μορφές όλων των νοσημάτων, ο άνθρωπος οφείλει να προσεύχεται στον Θεό για την συγχώρεση και την κάθαρση από αυτά78 . «Η προσευχή φάρμακον εστί σωτήριον και κωλυτικόν των αμαρτημάτων και ιατρείον των πλημμελημάτων» λέει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος 79 θέλοντας να δείξει την σωτηριολογική και θεραπευτική ικανότητα της προσευχής. Και ο άγιος Ιωάννης ο Σιναϊτης λέει επίσης «Όποιος κρατά στα χέρια του το ραβδί της προσευχής, δεν πρόκειται να σκοντάψει. Αλλά και αν ακόμα σκοντάψει, δεν θα πέσει εντελώς»80. Η προσευχή σε συνδυασμό με την ησυχία αναμφισβήτητα προάγουν την γαλήνη και την ηρεμία και αυξάνουν το αίσθημα της ελπίδας και της αισιοδοξίας. Μέσω της ηρεμίας ο άνθρωπος μπορεί να παρατηρεί καλύτερα τον εαυτό του και να αυτοβελτιώνεται. Θεραπεύεται με αυτό τον τρόπο από προβλήματα και ψυχικές ασθένειες ή πάθη που τον βασανίζουν, μειώνει το άγχος του και ενισχύει την πνευματική του διάσταση.
3.2. Ποιμαντική φροντίδα
Η ποιμαντική φροντίδα αναφέρεται στην πνευματική και συμβουλευτική καθοδήγηση του ανθρώπου που ανήκει στην εκκλησία με απώτερο στόχο την σωτηρία του. Ο ρόλος του πνευματικού πατέρα είναι εξαιρετικά σημαντικός καθώς ο άνθρωπος έχει ανάγκη από κάποιον έμπειρο οδηγό που να είναι σε θέση να τον καλύπτει . Η σημασία της παρουσίας του δεν αφορά μόνο στην καθοδήγηση και την διδασκαλία αλλά ο ρόλος του είναι άκρως θεραπευτικός 81 . Από τα πλέον πιο σημαντικά μέσα της ποιμαντικής φροντίδας διακρίνουμε την εξομολόγηση. Λέει ο άγιος Παΐσιος: «Σήμερα το πιο απαραίτητο είναι να βρουν οι άνθρωποι έναν πνευματικό, να εξομολογούνται, να του έχουν εμπιστοσύνη και να τον συμβουλεύονται… Η ψυχή πρέπει να παρακολουθείται από τον πνευματικό για να μη λαθέψει τον δρόμο της» 82 . Είναι σαφές ότι η εξομολογητική παράδοση της Εκκλησίας εστιάζει στην κάθαρση από τα πάθη, στον αγιασμό και την θέωση του ανθρώπου. Η εξομολόγηση δεν στηρίζεται σε ορθολογικές τεχνικές γενικής φύσεως και εφαρμογής, αλλά στο φωτισμό από το Άγιο Πνεύμα τόσο του εξομολογούμενου, όσο και του πνευματικού πατρός 83 . Είναι σαφές ότι δεν υποκαθιστά την ψυχοθεραπεία, αλλά λειτουργεί σε βαθύτερο επίπεδο με την απόκτηση προσωπικής σχέσης με τον πνευματικό και την εκ βαθέων ειλικρινή εξομολόγηση από καρδιάς προκειμένου να επιτευχθεί η ίαση της ψυχής. Η εξομολόγηση λειτουργεί άκρως θεραπευτικά καθώς ο εξομολογούμενος απελευθερώνει τα συναισθήματά του, ανακουφίζεται μέσω της συγχωρήσεως, ενισχύει την αυτοεκτίμησή του με την αποδοχή του από τον πνευματικό και ανακτά την ελπίδα για την ζωή84. Ο θεραπευτικός χαρακτήρας του μυστηρίου της εξομολόγησης μετά της πραγματικής μετανοίας φαίνεται επιπλέον από το Τυπικό και τα λειτουργικά κείμενα που την περιβάλλουν. Έρχεσαι προς τον ιατρό, πρόσεξε, ώστε να μην φύγεις χωρίς να έχεις θεραπευθεί, λέει ο εξομολόγος στον μετανοούντα στην ευχή πριν την εξομολόγηση 85 . Όπως ο ιατρός, έτσι και ο πνευματικός οφείλει να επαγρυπνεί και να προσέχει ώστε σε κάθε περίπτωση να φροντίζει να εφαρμόζει το κατάλληλο θεραπευτικό σχήμα86 και να υπάρχει σωστή καθοδήγηση.
-37-
28 Δεκεμβρίου, 2025
Ορθόδοξος Χριστιανισμός και Ψυχική Υγεία 12o
Κεφάλαιο 3ο Ο Ρόλος της Εκκλησίας στην στήριξη της ψυχικής υγείας
3.1. Η Εκκλησία ως θεραπευτήριο της ψυχής
Η σύγχρονη Ορθόδοξη Θεολογία έχει καθήκον να εγκαθιδρύσει και διατηρήσει έναν σοβαρό και γόνιμο επιστημονικό διάλογο με την επιστήμη της ψυχιατρικής αλλά και την ψυχολογία προκειμένου να προσφέρει σε όλα τα μέλη της Εκκλησίας, τόσο στους κληρικούς αλλά και στους λαϊκούς, έγκυρες θεωρητικές αλλά και πρακτικές γνώσεις που θα διακονήσουν τον ανθρώπινο πόνο στις δύσκολες εποχές που διανύουμε 67 . Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο ρόλος της Εκκλησίας είναι καθοριστικός, καθώς δεν αποτελεί μονοδιάστατα έναν θρησκευτικό οργανισμό αλλά είναι η κοινότητα των ανθρώπων που έχουν το προνόμιο της εν Χριστώ Ιησού σωτηρίας 68 και παράλληλα λειτουργεί ως βιωματική κοινότητα θεραπείας που στηρίζει την ψυχή του ανθρώπου θεραπευτικά. Πολλοί πατέρες καταδεικνύουν τον θεραπευτικό ρόλος της Εκκλησίας. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος χαρακτηρίζει την Εκκλησία ως θεραπευτήριο και όχι δικαστήριο των ψυχών. «Ἡ Ἐκκλησία νοσοκομεῖόν ἐστιν, οὐκ δικαστήριον· οὐκ ἦλθες ἐνταῦθα ἵνα δίκην δῷς, ἀλλ’ ἵνα ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν λάβῃς» 69 Μας διδάσκει ότι στην Εκκλησία συντηρούν τη χαρά τους οι χαρούμενοι, αποκτούν την ευθυμία οι στεναχωρημένοι και την ευφροσύνη οι λυπημένοι. Εξηγώντας τα λόγια του Κυρίου «Ελάτε κοντά μου όλοι όσοι είστε κουρασμένοι και φορτωμένοι κι εγώ θα σας ξεκουράσω» (Ματθ.11,28), μας περιγράφει πως στην Εκκλησία βρίσκουν ανακούφιση οι ταλαιπωρημένοι και ανάπαυση οι κουρασμένοι70 . Ο άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης στον λόγο του περί υπακοής γράφει «Ἡ μονὴ ἐστὶν θεραπευτήριον ψυχῶν·τὸ φάρμακον ἡ ὑπακοή, ἡ νηστεία, ἡ σιωπή, καὶ ἡ ταπείνωσις» 71 θέλοντας να τονίσει τα ασκητικά μέσα που εφαρμόζονται στον μοναχισμό και κατ΄ επέκταση στην Εκκλησία προς ίαση των πνευματικών νοσημάτων. Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής λέγει προς επίρρωση των παραπάνω «Τὰ πάθη ἐστιν κινήσεις παρα φύσιν· ἡ ἐκκλησιαστικὴ ζωή εἰς ἀποκατάστασιν τῆς φύσεως ἄγει» 72. Με τα λόγια αυτά μας επιβεβαιώνεται το γεγονός ότι τα πάθη είναι ασθένειες της ψυχής και η εκκλησιαστική ζωή αποτελεί θεραπευτήριο της ψυχής. Και σύγχρονοι θεολόγοι όπως ο π. Ιερόθεος Βλάχος αναφέρει «Η Εκκλησία είναι θεραπευτήριο, ο Χριστός είναι ο ιατρός των ψυχών και των σωμάτων, και τα Μυστήρια είναι τα θεραπευτικά φάρμακα» και «Η Εκκλησία είναι πνευματικό θεραπευτήριο και όχι απλώς μία κοινωνική ή ηθική οργάνωση»73. Κατά την ορθόδοξη θεώρηση, οι ψυχικοί νόσοι των ανθρώπων δεν αποτελούν ψυχολογική διαταραχή αλλά απομάκρυνση από την κοινωνία με τον Θεό. Η Εκκλησία προσφέρει την σύνδεση αυτή και παρέχει θεραπεία πνευματική στην ψυχή του ανθρώπου. Ο θεραπευτικός ρόλος της Εκκλησίας διαφαίνεται και μέσα από τη θεραπευτική έννοια των μυστηρίων που περιλαμβάνει. Η Εκκλησία με το βάπτισμα καθαρίζει τον άνθρωπο από το προπατορικό αμάρτημα και τον αναγεννά. Όλη η ακολουθία του Βαπτίσματος74 σε συνδυασμό με το Χρίσμα εισάγουν τον άνθρωπο στην εν Χριστώ ζωή και του μεταδίδουν το Άγιο Πνεύμα με το οποίο θεραπεύονται όλες οι ασθένειες της ψυχής. Η εξομολόγηση με την βοήθεια του πνευματικού διαγιγνώσκει τις ασθένειες και μέσω των κανόνων και της καθοδήγησης γίνει την απαραίτητη «συνταγογράφηση». Ο γάμος καλεί το ζευγάρι σε ενότητα και θεραπεύει την εγωκεντρικότητα και άλλα πάθη. Μέσω της ιεροσύνης ο ιερέας γίνεται θεραπευτής για τους λαϊκούς. Η Θεία Ευχαριστία έρχεται ως φάρμακο που λυτρώνει τον άνθρωπο από την αμαρτία σε συνδυασμό με την εξομολόγηση που ιαίνει από τα τραύματα της ψυχής. Με το ευχέλαιο και την βοήθεια του Αγίου Πνεύματος το σώμα και η ψυχή θεραπεύονται και οι αμαρτίες συγχωρούνται. Μυστηριακή είναι εξ αρχής η σχέση του άκτιστου Θεού και του κτιστού κόσμου που ανακεφαλαιώνεται στο Μυστήριο της Εκκλησίας ως Σώματος του Χριστού και τα μυστήρια της Εκκλησίας αποτελούν φανερώσεις αυτού του Σώματος με τρόπο τέτοιο ώστε να προλαμβάνουν την αλήθεια και ζωή της Βασιλείας και να θεραπεύουν το πλάσμα του Θεού ώστε να ενωθεί με Αυτόν 75. Η Εκκλησία είναι Σώμα Χριστού και αποτελεί κοινότητα και όχι ατομικότητα. Ο άνθρωπος ως μέλος της κοινότητας της Εκκλησίας θεραπεύεται όταν ενώνεται με το υπόλοιπο σώμα. Η Εκκλησία διώχνει την μοναξιά του και μέσα σε αυτήν γίνεται αποδεκτός άνευ όρων. Αισθάνεται την αγάπη του Θεού και της ίδιας της κοινότητας και νιώθει μέσω της συγχώρεσης που λαμβάνει την θεραπεία της ψυχή του. Η Εκκλησία αποτελεί για τον άνθρωπο πηγή θεραπείας και ανακούφισης. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος μας διδάσκει: «Οὐδὲν οὕτως συνάπτει καὶ θεραπεύει ὡς ἡ ἀγάπη τῆς κοινότητος» 76 θέλοντας να τονίσει την θεραπευτική δύναμη που έχει η κοινότητα. Η Εκκλησία δεν θεραπεύει τόσο με αυτά που έχει, όσο με αυτό που είναι. Η σωτηρία βρίσκεται στο ίδιο το γεγονός της Εκκλησίας και όχι στα μέσα που χρησιμοποιεί 77 . Μέσα στην κοινότητα της Εκκλησίας ο άνθρωπος θεραπεύεται όχι μόνος του αλλά σε σχέση με τους άλλους, μαθαίνει να αγαπά να συγχωρεί, δοκιμάζεται και κάνει κοινό αγώνα με σκοπό την θεραπεία και την ολοκλήρωσή του.
-35-
26 Δεκεμβρίου, 2025
Ορθόδοξος Χριστιανισμός και Ψυχική Υγεία 11o
2.3. Σύγχρονες ψυχολογικές θεωρίες για την θρησκεία και την πνευματικότητα
Τόσο η θρησκεία, όσο και η πνευματικότητα αποτελούν έννοιες που έχουν σχέση με την αναζήτηση ισχυρού περιεχομένου και νοήματος συνολικά της ζωής. Ως θρησκεία εξ ορισμού αναφέρεται η συγκεκριμένη σε μορφή και περιεχόμενο πίστη στον Θεό και η αντίστοιχη απόδοση λατρείας σε Αυτόν. Η πνευματικότητα αναφέρεται στην ύπαρξη στοιχείων που σχετίζονται με το πνεύμα και που δηλώνουν βαθύ πνευματικό περιεχόμενο57. Από την συνεργασία της σύγχρονης ψυχοθεραπείας και της χριστιανικής πνευματικότητας έχει προκύψει η σύγχρονη ψυχολογική θεωρία της πνευματικής ψυχοθεραπείας που συνιστά τα τελευταία χρόνια έναν νέο κλάδο της ψυχοθεραπείας58. Ο διακεκριμένος Αμερικανός ψυχίατρος Morgan Peck είχε δηλώσει σε ομιλία του στον σύλλογο Αμερικανών ψυχιάτρων (Washington 4/5/1992) ότι η Ψυχιατρική επιστήμη δεν έχει απλά παραμελήσει αλλά έχει αγνοήσει ενεργά το θέμα της πνευματικότητας και της θρησκευτικότητας. Επίσης υποστήριξε ότι οι πιο σημαντικές συμβολές στην θεωρία της προσωπικότητας και στην ψυχοδυναμική θεωρία τα τελευταία έτη έγιναν μεταξύ άλλων από ποιμαντικούς συμβούλους και θεολόγους59.
Η κ. Πανωραία Κουφογιάννη, Επίκουρη Καθηγήτρια Θεολογικής Σχολής ΕΚΠΑ αναφέρει σχετικά με το θέμα ότι παρόλο που η ψυχολογία και η ψυχιατρική δεν ασχολούνται με την πνευματική διάσταση της ανθρώπινης ψυχής, τα τελευταία έτη αναγνώρισαν ως παράγοντα αυτόν της πνευματικότητας και της θρησκευτικότητας του ατόμου και απόδειξη αυτού αποτελεί η καθιέρωση σχετικών με την πνευματικότητα και την θρησκεία μαθημάτων στην ψυχιατρική ειδικότητα60. Η σύγχρονη ψυχοθεραπεία έχει αρχίσει να εντάσσει στους τρόπους θεραπείας την θρησκευτικότητα και την πνευματικότητα ήδη από το 1992 στο DSM-IV, που αποτελεί το διαγνωστικό και στατιστικό εγχειρίδιο ψυχικών διαταραχών, και πλέον η θρησκευτικότητα του ατόμου δεν αντιμετωπίζεται αρνητικά αλλά συνεπικουρεί στην ταχύτερη θεραπεία του ασθενή. Στην πραγματικότητα, ψυχολόγοι και ψυχαναλυτές βλέπουν θετικά αυτή την διεπιστημονική προσέγγιση και μάλιστα κάποιοι από αυτούς αναφέρουν ότι η κύρια και βαθύτερη αιτία των νευρώσεων και ψυχικών παθήσεων είναι η έλλειψη θρησκευτικότητας61. Σημαντική είναι και η άποψη καταξιωμένων στο χώρο ψυχολόγων και ψυχιάτρων όπως ο C. Jung ο οποίος υποστηρίζει ότι έχει μεγάλη σημασία για την ζωή ενός ανθρώπου η επιδίωξη ενός σκοπού και μάλιστα «σκοπό της ζωής μόνον η θρησκεία μπορεί να δώσει». Ο K. Jaspers επίσης υποστηρίζει ότι το θρησκευτικό συναίσθημα, όταν συνοδεύεται από γαλήνη και ελπίδα, αποτελεί το πιο βασικό μέσο ψυχοθεραπείας62. Η σύγχρονη ψυχοθεραπεία έχει πλέον όλα τα εργαλεία προκειμένου να μπορεί να κάνει τον άνθρωπο να αισθανθεί καλύτερα ιδιαίτερα όταν βάλει στους κόλπους της την πνευματικότητα με σκοπό την προαγωγή της ψυχικής υγείας. Πολλές σύγχρονες θεραπείες προτείνουν την Συμπληρωματική ή και Εναλλακτική Ιατρική (CAM) που θα διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην πρακτική ψυχολογία δίνοντας έμφαση στις ανάγκες της σύγχρονης και διαφοροποιημένης κοινωνίας, ενώ η χρήση της πνευματικά ολοκληρωμένης ψυχοθεραπείας (SRBP) λαμβάνει συνεχώς έδαφος63. Επιπρόσθετα, σύγχρονες έρευνες που αφορούν στην μελέτη της ψυχικής υγείας έχουν δείξει ότι η προσευχή μπορεί αν αποτελέσει μια μορφή ψυχοθεραπευτικής στρατηγικής σε συνδυασμό με την ψυχοθεραπεία χωρίς να υπάρχει σύγκρουση μεταξύ τους, αλλά αντίθετα η προσευχή μπορεί να ενισχύσει την ψυχοθεραπεία. Ερευνητές (McCullough και Larson, 1999) δηλώνουν ότι «ακόμα και στην απουσία αποδείξεων θεραπευτικής αποτελεσματικότητας, η προσευχή έχει αυτό που θα ονομάζαμε ενδυναμωτικό αποτέλεσμα και μπορεί να δώσει ώθηση και να ενδυναμώσει το ηθικό, την ελπίδα για θεραπεία και ότι θα υπάρξει λύση των προβλημάτων, την ανακούφιση και την άνεση με την διαδικασία της ψυχοθεραπείας και συμβουλευτικής, αλλά και το ίδιο το άνοιγμα στην θεραπευτική εργασία και την συμβουλευτική»64. Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειώσουμε ότι για τους επιστήμονες ψυχικής υγείας το ψυχολογικό στοιχείο στον άνθρωπο αναφέρεται στην εμπειρία, δηλαδή σε αυτό που ο κάθε άνθρωπος βιώνει ακόμα κι αν αυτό είναι στο ασυνείδητο. Αυτό έρχεται σε αντιδιαστολή από το οντολογικό στοιχείο το οποίο υπάρχει αφ΄ εαυτού και συνιστά τον άνθρωπο στην ουσία του. Θεωρούν ότι αυτό είναι το όντως υπάρχων και όχι το άλλης τάξεως στοιχείο που την παράγει. Η διαφορά αυτή φαίνεται και στο επίπεδο της θρησκευτικότητας. Με θεολογική προσέγγιση, υγιής θρησκευτικότητα είναι εκείνη που τοποθετεί τον άνθρωπο ορθά απέναντι στον Θεό και στον διπλανό του, ως προς τις οντολογικές παραμέτρους της υπάρξεώς του: αρτιότητα, δημιουργικότητα κοινωνικότητα και κυρίως την αγάπη. Αντίθετα, κάθε πνευματικότητα που εξαντλείται στο επίπεδο των βιωμάτων αποτελεί καθαρά ανθρώπινο μέγεθος καθώς είναι ψυχολογική. Στον δυτικό κόσμο, η χρήση του όρου πνευματικότητα λογίζεται ως εξατομικευμένη ψυχολογική εμπειρία. Το ατομικό βίωμα ενότητας με τον «Θεό», τον κόσμο , τον άνθρωπο αντιδιαστέλλεται από την θρησκευτικότητα ως συμμόρφωση με την λατρεία και την πρακτική των γνωστών θρησκειών. Μπορεί, δηλαδή, κάποιος να βιώνει «πνευματικότητα» χωρίς να θρησκεύει και το αντίστροφο65. Φαίνεται πως η πνευματικότητα της νέας εποχής είναι ο μετασχηματισμός του ψυχολογικού ναρκισσισμού σε πνευματικό ναρκισσισμό66.
-32-
24 Δεκεμβρίου, 2025
Ορθόδοξος Χριστιανισμός και Ψυχική Υγεία 10o
Το ανθρωπιστικό – υπαρξιακό μοντέλο αναπτύχθηκε από τους Carl Rogers και Abraham Maslow κυρίως ως αντίδραση στην ψυχανάλυση και τον συμπεριφορισμό με επίκεντρο υγιή, λογικά και ανώτερα κίνητρα. Οι βασικές αρχές του συγκεκριμένου μοντέλου είναι αφενός η ελεύθερη βούληση του ατόμου ανεξάρτητη από προηγούμενες εμπειρίες του και αφετέρου η φαινομενολογική προσέγγιση, με την συμπεριφορά του ατόμου να γίνεται κατανοητή στο πλαίσιο της υποκειμενικής του εμπειρίας. Ο Rogers εισήγαγε την προσωποκεντρική προσέγγιση ως θεωρία για τον εαυτό με την πορεία προς την αυτοπραγμάτωση να γίνεται μέσω της αποδοχής άνευ όρων , της αυθεντικότητας και της ενσυναίσθησης, ενώ ο Maslow έθεσε την πραγμάτωση των αναγκών που είναι ιεραρχικά δομημένες με κύριο στόχο την αυτοπραγμάτωση. Το πλεονέκτημα της μεθόδου είναι ότι ενδυναμώνει την αυτογνωσία μέσω της ενεργητικής ακρόασης και της αντανάκλασης του συναισθήματος, ωστόσο δεν ενδείκνυται για σοβαρές ψυχωτικές καταστάσεις53.
Το κοινωνικό – πολιτισμικό μοντέλο ψυχοθεραπείας προσεγγίζει την θεραπεία υπό την επιρροή που ασκείται από τις κοινωνικές συνθήκες που επικρατούν στο ευρύτερο περιβάλλον και αντιλαμβάνεται τον άνθρωπο ολιστικά σε σχέση με τις συνθήκες που επικρατούν στο περιβάλλον του. Βασική αρχή της μεθόδου αυτής είναι να λαμβάνονται υπόψη κοινωνικοί παράγοντες όπως η φτώχεια και η διαφορετικότητα ενώ η περιθωριοποίηση που μπορεί να προκύπτει εξαιτίας τέτοιων παραγόντων είναι το ζητούμενο προς καταπολέμηση. Εστιάζει σε ανάλυση κοινωνικών ανισοτήτων που μπορεί να επηρεάζουν τον ασθενή, ενώ καμιά φορά μπορεί να παραμελήσει την προσωπική εμπειρία του ασθενούς.54
Τέλος, θα εξετάσουμε το συστημικό μοντέλο ψυχοθεραπείας που περιλαμβάνει την αλληλεπίδραση που μπορεί να έχει ο ασθενής σε συστήματα όπως η οικογένεια, η κοινωνία ή το σχολείο. Η θεραπεία δίνει έμφαση στην σχέση μεταξύ του θεραπευόμενου και του συστήματος στοχεύοντας στην μεταβολή του συνόλου του συστήματος και όχι αποκλειστικά του ασθενούς. Κύριοι εκπρόσωποι του μοντέλου είναι ο Salvador Minuchin ο οποίος εδραίωσε την δομική θεραπεία της οικογένειας δημιουργώντας γέφυρα με αυτή και αναδομώντας την λειτουργία της και ο Paul Watzlawick ο οποίος επικεντρώθηκε στην στρατηγική θεραπεία της οικογένειας με την άμεση αλληλεπίδραση των μελών της διερευνώντας τις υπάρχουσες δυσκολίες και αναπτύσσοντας σχετικό σχέδιο δράσης με εφαρμογή στρατηγικών παρεμβάσεων προς αποκατάστασης του προβλήματος. Η μέθοδος αυτή ενδείκνυται για οικογενειακά προβλήματα αλλά εφαρμόζεται δύσκολα όταν η θεραπεία είναι ατομική καθώς έχει καλύτερα αποτελέσματα όταν δεν εφαρμόζεται ατομικά αλλά σε όλα τα μέλη της οικογένειας55. Μετά την συνοπτική παρουσίαση των επικρατέστερων μοντέλων ψυχοθεραπείας αξίζει να σημειώσουμε ότι στον σύγχρονο κόσμο υπάρχει η ανάγκη για μελέτη του ανθρώπου ολιστικά μέσω ενός σύγχρονου βιοψυχοκοινωνικού μοντέλου που μπορεί να συνδυάσει βιολογικούς παράγοντες με ψυχολογικούς και κοινωνικούς ώστε να μπορεί να έχει πληρέστερη εικόνα τόσο του εσωτερικού αλλά και του εξωτερικού περιβάλλοντος του ατόμου. Το μοντέλο αυτό συνδυάζει την κατανόηση της ψυχικής υγείας με σύγχρονα δεδομένα επιστημονικής έρευνας παρέχοντας μια πληρέστερη γνωμάτευση και θεραπεία του ασθενούς. Η αλληλεπίδραση των κοινωνικο-ψυχο-βιολογικών παραγόντων έχουν ως αποτέλεσμα την ψυχική αρμονία ή αντίστοιχη δυσαρμονία του ανθρώπου, για τον λόγο αυτό η σύγχρονη θεραπευτική των ασθενειών της ψυχής, εκτός των ψυχιατρικών μεθόδων και θεραπειών, θεωρεί απόλυτα σημαντική την συνεργασία με άλλες θεραπείες όπως για παράδειγμα την ορθόδοξη πνευματική ψυχοθεραπεία που μπορεί να έχει εξαιρετικά αποτελέσματα για την ψυχιατρική επιστήμη56.
-30-
22 Δεκεμβρίου, 2025
Ορθόδοξος Χριστιανισμός και Ψυχική Υγεία 9o
Το ιατρικό – βιολογικό ή βιοϊατρικό μοντέλο ψυχοθεραπείας αποτελεί το επικρατέστερο μοντέλο καθώς στηρίζεται στο γεγονός ότι οι ψυχικές ασθένειες έχουν οργανική ή βιολογική αιτία. Η ψυχική ασθένεια, σύμφωνα με το μοντέλο αυτό φαίνεται να οφείλεται σε δυσλειτουργία του εγκεφάλου, σε γενετική προδιάθεση ή διάφορες νευρολογικές δυσμορφίες. Κύριος θεμελιωτής του βιολογικού μοντέλου είναι ο Γερμανός ψυχίατρος Kraepelin ο οποίος εισήγαγε την φαρμακευτική αγωγή ως τρόπο αντιμετώπισης ενώ στη συνέχεια ο Carlsson δημιούργησε την θεωρία της ντοπαμίνης για την σχιζοφρένεια και βραβεύτηκε για τον λόγο αυτό με Νόμπελ. Πλεονέκτημα της θεωρίας αυτής είναι ότι η ψυχική ασθένεια αντιμετωπίζεται ως νόσος του εγκεφάλου και παρέχει σημαντικά αποτελέσματα σε σοβαρές ασθένειες όπως η σχιζοφρένεια όπου η φαρμακευτική αγωγή είναι απολύτως απαραίτητη. Μειονεκτεί, ωστόσο, έναντι άλλων θεωριών καθώς δεν λαμβάνει υπόψη άλλους ψυχολογικούς ή κοινωνικούς παράγοντες που μπορεί να συμβάλλουν σημαντικά στην αύξηση της νόσου.
Το ψυχοδυναμικό μοντέλο ψυχοθεραπείας, με κύριο εκπρόσωπο το έργο του Sigmud Freud, διατηρεί στο επίκεντρο τον ρόλο των ασυνείδητων διεργασιών προσπαθώντας να κατανοήσει τον τρόπο που αυτό επηρεάζουν αυτές την σκέψη και την συμπεριφορά του ατόμου. Οι διεργασίες αυτές περιλαμβάνουν εκτός από την μελέτη του ασυνείδητου, τις άμυνες του Εγώ, την δυναμική των σχέσεων και τις πρώιμες εμπειρίες του ατόμου.
Η σύγχρονη ψυχοδυναμική θεραπεία περιλαμβάνει μεταξύ άλλων την βραχεία ψυχοδυναμική θεραπεία (STPP) και την ψυχοδυναμική ψυχοθεραπεία εστιασμένη στην μεταβίβαση (TFP). Στα θετικά του μοντέλου συμπεριλαμβάνονται ότι μέσω της μελέτης του ασυνειδήτου το άτομο προσπαθεί να κατανοήσει βαθιά τον εαυτό του και τα αποτελέσματα που εξάγονται αφορούν την συνολική του προσωπικότητα, ενώ στα αρνητικά της μεθόδου αποδίδεται η μακροχρόνια θεραπεία και η έλλειψη τεκμηριωμένης διάγνωσης κυρίως σε σοβαρές ψυχικές ασθένειες 50 .
Το μοντέλο γνωσιακής – συμπεριφορικής ψυχοθεραπείας (CBT) αποτελεί μια ευρέως αποδεκτή μέθοδο θεραπείας στην σύγχρονη ψυχολογία. Αποτελεί συνδυασμό της γνωσιακής θεωρίας σε συνδυασμό με την αντίστοιχη συμπεριφορική και στηρίζεται στο γεγονός ότι η συμπεριφορά του ατόμου είναι αποτέλεσμα του τρόπου με τον οποίο έχει τα δεδομένα στο μυαλό του και κατανοεί τα γεγονότα. Περιλαμβάνει κυρίως σκέψεις και συμπεριφορές που μαθαίνονται και μπορούν να τροποποιηθούν. Οι βασικές αρχές της μεθόδου αυτής είναι ότι εστιάζει στο σύμπτωμα, έχει εκπαιδευτικό χαρακτήρα, επικεντρώνεται στο παρόν, είναι ενεργητική και κατευθυντική, καλλιεργεί την συνεργασία, είναι βραχυπρόθεσμη, είναι δομημένη και στοχοθετεί, κάνει πρόγραμμα ημέρας, είναι διερευνητική, προϋποθέτει καλή θεραπευτική σχέση, δίνει δουλειά για το σπίτι και χρησιμοποιεί την σωκρατική και την επαγωγική μέθοδο. Επιπλέον είναι σημαντικό το γεγονός ότι βασίζεται στο μοντέλο της μάθησης χρησιμοποιώντας πολλές τεχνικές και χρησιμοποιεί επίσης την γνωσιακή διατύπωση του προβλήματος 51. Κύριος εκπρόσωπος της μεθόδου ο Aaron Temkin Beck ο οποίος συμπλήρωσε την αρχική προσέγγιση του Albert Ellis που βασιζόταν στο πρότυπο «δράση-αντίληψη-συνέπεια» προσθέτοντας μια ακόμα κάθετη διάσταση με βαθύτερα στρώματα πεποιθήσεων που αποτελούσαν την προβληματική σκέψη. Εξ αιτίας της εμπειρικής απόδειξης που δείχνει την αποτελεσματικότητά της, η συγκεκριμένη μέθοδος αποτελεί προεξέχουσα μορφή της βραχυπρόθεσμης ψυχοθεραπείας που εφαρμόζεται σε ΗΠΑ και Ηνωμένο Βασίλειο52 .
-27-
21 Δεκεμβρίου, 2025
Ορθόδοξος Χριστιανισμός και Ψυχική Υγεία 8o
2.2. Βασικά θεωρητικά μοντέλα ψυχολογίας-ψυχοθεραπείας
Προτού ξεκινήσουμε με την ανάλυση των διαφορετικών μοντέλων ψυχοθεραπείας, ας δούμε αρχικά τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα που έχει ένα άτομο το οποίο θα επιδιώξει την ψυχοθεραπεία. Τα βασικά χαρακτηριστικά που αναγνωρίζονται σε ένα άτομο που θα αναζητήσει έναν ψυχοθεραπευτή είναι
α) η ύπαρξη ανάγκης σύμφωνα με την αξιολόγηση ψυχικής υγείας
β) η προδιάθεση ανάλογα με το φύλο, την ηλικία ή την εκπαίδευση και
γ)οι οικονομικοί πόροι που θα καλύψουν την δαπάνη της θεραπείας.
Αυτές οι τρεις μεταβλητές συναξιολογούνται προκειμένου να απευθυνθεί ένα άτομο σε έναν ψυχοθεραπευτή, καθώς καμία από μόνη της δεν είναι αρκετή για να τον οδηγήσει στην απόφαση λήψης βοήθειας από έναν επιστήμονα ψυχικής υγείας. Αρχικά το άτομο συνήθως αρχίζει να αναζητά ψυχοθεραπευτή γιατί αντιλαμβάνεται ο ίδιος μια αλλαγή στην διανοητική του κατάσταση ή μια διαταραχή στην ψυχική του υγεία. Επιπλέον, εκτός από το να αντιληφθεί την ίδια την ανάγκη και να πληρούνται και οι λοιπές προϋποθέσεις, θα πρέπει το άτομο να είναι θετικά προσκείμενο στην ψυχοθεραπεία. Το γεγονός αυτό ευνοείται όταν στο περιβάλλον του υπάρχουν φίλοι που είναι θετικά προσκείμενοι και δεκτικοί στην ψυχοθεραπεία, ή όταν το ίδιο το άτομο είναι κοντά σε κοινωνιολογικές και ψυχολογικές επιστήμες ή όταν διαβάζει σχετικά βιβλία. Επίσης, σύμφωνα με μελέτες, οι γυναίκες έχουν περισσότερες πιθανότητες να προσφύγουν σε ένα ειδικό ψυχικής υγείας ενώ οι ασθενείς τείνουν να είναι άθρησκοι, να ζουν σε αστικές περιοχές, να είναι διαζευγμένοι ή χωρισμένοι και να έχουν ανώτερη εκπαίδευση από τον γενικό πληθυσμό47 . Μελετώντας πιο συγκεκριμένα την έννοια της ψυχοθεραπείας βλέπουμε ότι με βάση τον ορισμό της ψυχοθεραπεία είναι η λεκτική επικοινωνία μεταξύ θεραπευόμενου και ψυχοθεραπευτή που έχει ως σκοπό αρχικά την διάγνωση και στη συνέχεια την θεραπεία προβλημάτων συμπεριφοράς, ψυχολογικών κρίσεων και ψυχικών διαταραχών. Υπάρχουν διάφορες ψυχοθεραπευτικές κατευθύνσεις και κάθε μία από αυτές χαρακτηρίζεται από τους συγκεκριμένους τομείς στους οποίους δίνει έμφαση αλλά και από διαφοροποιήσεις που υπάρχουν αναφορικά με την δομή, το περιεχόμενο αλλά και το αποτέλεσμα της θεραπείας 48 . Η κλινική ψυχολογία αποτελεί εφαρμοσμένο κλάδο της ψυχολογίας σε αντίθεση με την ψυχοθεραπεία για την οποία δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Για την ψυχοθεραπεία υπάρχουν διαφορετικές κατευθύνσεις που έχουν διαφορετικό θεωρητικό υπόβαθρο, διαφορετικές μεθόδους παρέμβασης και διαφορετική σκοποθεσία 49 . Αφού ορίσαμε την έννοια της ψυχοθεραπείας μπορούμε να δούμε τις κύριες θεωρητικές κατευθύνσεις - θεωρίες που διαμορφώνονται με γνώμονα τις βασικές επιστημονικές προσεγγίσεις των ψυχολογικών θεραπειών όπως την θεωρία του ιατρικούβιολογικού μοντέλου, το ψυχοδυναμικό μοντέλο, το γνωσιακό – συμπεριφορικό μοντέλο, το ανθρωπιστικό μοντέλο, το κοινωνικό – πολιτισμικό μοντέλο και το συστημικό μοντέλο.
-26-
-26-
20 Δεκεμβρίου, 2025
Ορθόδοξος Χριστιανισμός και Ψυχική Υγεία 7o
Ψυχική υγεία-επιστημονικές προσεγγίσεις
2.1. Ορισμοί, θεωρητικό πλαίσιο
Επιστήμες του ψυχισμού είναι όλες εκείνες οι επιστημονικές περιοχές που έχουν ως αντικείμενό τους τον ίδιο τον άνθρωπο και πιο συγκεκριμένα την συμπεριφορά του, τις σχέσεις του, τα συναισθήματά του, τις επιθυμίες και τις σκέψεις του. Η Ψυχική υγεία, σύμφωνα με τον παγκόσμιο οργανισμό υγείας ορίζεται ως «μια κατάσταση ευεξίας κατά την οποία το άτομο αντιλαμβάνεται τις ικανότητές του, μπορεί να ανταποκριθεί στα φυσιολογικά άγχη της ζωής, να εργαστεί παραγωγικά και να συμβάλλει στην κοινότητά του»42 . Ο όρος ψυχική υγεία δεν αφορά μόνο το γεγονός μη ύπαρξης ψυχικής ασθένειας αλλά το ψυχικά υγιές άτομο έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και συμπεριφορές. Για τον προσδιορισμό της ψυχικής υγείας υπάρχουν πολλές διαφορετικές πλευρές οπτικής με διαφορετικά κριτήρια και έχουν προταθεί τέσσερις διαφορετικές «λειτουργικές προοπτικής» 43 προκειμένου να μπορούμε να την κατανοήσουμε καλύτερα.
Η πρώτη προοπτική προκύπτει από τον ορισμό της φυσιολογικότητας ως υγεία, η οποία περιλαμβάνει το παραδοσιακό ιατρικό και ψυχιατρικό μοντέλο που βλέπει την υγεία ως παγκόσμιο φαινόμενο. Αυτό προϋποθέτει την μη ύπαρξη φανερής παθολογίας η οποία στηρίζεται στην απουσία συμπτωμάτων και αντιστοιχεί στην οπτική της ψυχικής υγείας από πλευράς ψυχιατρικής επιστήμης.
Η δεύτερη προοπτική προκύπτει από τον ορισμό της φυσιολογικότητας ως ουτοπία, η οποία εκπροσωπείται από την ψυχανάλυση και στηρίζεται στην αρμονική συνύπαρξη των διαφόρων στοιχείων του ψυχισμού. Κατά την προοπτική αυτή δεν υπάρχει κανείς που να είναι απόλυτα φυσιολογικός.
Σε μια τρίτη προοπτική εντάσσεται η φυσιολογικότητα ως μέσος όρος που απαντάται στις συνήθεις έρευνες της συμπεριφοράς. Στην προοπτική αυτή παθολογικό είναι ότι βρίσκεται στα άκρα της στατιστικής καμπύλης και αντιστοιχεί στην οπτική της ψυχικής υγείας από πλευράς ψυχολογίας.
Η τέταρτη προοπτική προκύπτει από τον ορισμό της φυσιολογικότητας ως συνδιαλεκτικά συστήματα και θεωρεί την φυσιολογική συμπεριφορά ως το τελικό αποτέλεσμα αλληλεπιδρώντων και μεταβαλλόμενων συστημάτων. Η προοπτική αυτή βλέπει την φυσιολογικότητα ως πρόοδο εν χρόνω44 .
Οι παραπάνω προοπτικές θεώρησης της ψυχικής υγείας διαφοροποιούνται μεταξύ τους αναφορικά με την αντίληψη που υπάρχει περί φυσιολογικότητας, γεγονός που κάνει πιο δύσκολη την αλληλοκατανόηση και την συνεργασία μεταξύ τους. Για την ψυχιατρική επιστήμη οι διαταραχές υπάρχουν ή δεν υπάρχουν. Από την άλλη πλευρά, για τους ψυχαναλυτές, η ψυχική υγεία και η ψυχική ασθένεια συνδέονται με ένα συνεχές . Για τον λόγο αυτό δεν αρκεί η κλινική- ψυχιατρική διάγνωση αν δεν συμπληρωθεί από την ψυχοδυναμική ώστε να γίνει συνεκτίμηση τυχόν παθολογίας της προσωπικότητας, ισχυρών και αδύναμων στοιχείων του χαρακτήρα και άλλων χαρακτηριστικών που συμπληρώνουν την διάγνωση ψυχικής ασθένειας . Η ψυχιατρική δεν χωρά καλά μέσα στην διχοτομία μεταξύ παθολογικών αντιμετωπίσιμων προβλημάτων και της ροής της ζωής. Δεν υπάρχει κάτι συγκεκριμένο που μπορείς να κάνεις και να πεις ότι αν θεραπεύσουμε αυτό ο πόνος θα φύγει. Τα ψυχιατρικά προβλήματα συνδέονται με την μοναδικότητα της ζωής του κάθε ανθρώπου και με τον τρόπο που επιλέγει ο ίδιος να ζει καθώς στην ψυχιατρική αρρώστια το τραύμα είναι οι σύνθετες εμπρόθετες περιστάσεις που περιβάλλουν τον πόνο46
-25-