Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τουρισμος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τουρισμος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

18 Φεβρουαρίου, 2024

Ιερός Ναός Παναγίας Κοσμοσώτειρας Φερών (ΙΒ΄ αι.)

Σε ένα λοφίσκο της πάλαι ποτέ βυζαντινής κωμοπόλεως Βήρας, σήμ. Φέρες, βρίσκεται ο βυζαντινός Ναός του 12ου αιώνος αφιερωμένος στην Παναγία την Κοσμοσώτειρα. Ο Ναός σήμερα αποτελεί Ενοριακό Ναό της κωμοπόλεως και κέντρο του ομωνύμου Ιδρύματος των απανταχού Θρακών. Ο Ναός αποτελεί το Καθολικό της πάλαι ποτέ Ιεράς Μονής Παναγίας Κοσμοσώτειρας Βήρας, που ιδρύθηκε από τον σεβαστοκράτορα Ισαάκιο Κομνηνό το 1151/52. Σήμερα από όλο το συγκρότημα των οικοδομημάτων της Μονής σώζεται μόνο ο Ναός της Κοσμοσώτειρας, τμήμα των τειχών και των πύργων. Η πανήγυρις του Ναού τελείται κάθε χρόνο πανδήμως στις 15 Αυγούστου και έχει καθιερωθεί ως το Παγκόσμιο Προσκύνημα των Θρακών.

Το ιστορικό της Μονής

Η ιστορία της Μονής της Παναγίας Κοσμοσώτειρας, της βυζαντινής κωμοπόλεως Βήρας, οπότε και της σημερινής πόλεως των Φερών, αρχίζει όταν το έκτο παιδί και τριτότοκος γιός του αυτοκράτορα Αλεξίου Α’ του Κομνηνού και της Ειρήνης Δούκαινας, ο πορφυρογέννητος Ισαάκιος Κομνηνός, σε ηλικία 59 ετών, ήρθε “περί τα χείλη του ποταμού” Έβρου και σε τόπο έρημο “ανθρώπων και οικημάτων” καθίδρυσε “το της Κοσμοσωτείρας και Θεομήτορος φροντιστήριον, ανδρών μοναζόντων“.

Ήταν το έτος 6.660 από κτίσεως κόσμου κατά την 15η Ινδικτιώνα, δηλαδή από 1ης Σεπτεμβρίου 1151 μέχρι 31ης Αυγούστου 1152 μετά Χριστόν.

Με εμπειρία κτήτορος, αφού σε νεαρότερη ηλικία είχε ανακαινίσει ριζικά την Μονή της Χώρας και τον Ναό του Αγίου Στεφάνου του Αυρηλιανού στην Κωνσταντινούπολη, έρχεται κοντά στις εκβολές του Έβρου τον οποίο ονομάζει Μαρίτζα, και στον τόπο αυτό που ήταν γεμάτος φίδια και σκορπιούς και που λεγόταν βηρός, δηλαδή βαλτόνερα, οικοδομεί με βαθιά ευλάβεια ένα ολόκληρο οχυρωμένο μοναστηριακό συγκρότημα, το οποίο παίρνει από την περιοχή το όνομά του: “Μονή της Βήρας, Παναγία η Κοσμοσώτειρα“.

Το μοναστηριακό συγκρότημα ήταν το φιλόδοξο εγχείρημα ενός ηγεμόνα, μέλους της αυτοκρατορικής οικογένειας και προδίδει άπλετα την πληθωρική προσωπικότητα του επιδέξιου στρατηγού, ποιητού, φιλόσοφου, θεολόγου και μαθηματικού κτήτορά του. Περιλαμβάνει το κεντρικό καθολικό αφιερωμένο στη Κοσμοσώτειρα Θεομήτορα με περιμετρικές πτέρυγες κελλιών, περίπου 40 για τους μοναχούς.


Βορειοδυτικά της Μονής και σε άμεση σχέση μ’ αυτήν ήταν το υδραγωγείο, έργο το οποίο έγινε “με πολύ ιδρώτα και δαπανώντας πολλά νομίσματα“. Η κατασκευή του υδραγωγείου εξασφάλιζε νερό για τη στέρνα η οποία τροφοδοτούσε την κρήνη της Μονής αλλά και εκείνη του οικισμού. Σήμερα, κάθετα επάνω στον χείμαρρο με το βυζαντινό όνομα Σαμία, διατηρούνται δυο ακέραιες καμάρες και μία μισή, απομεινάρια του μεγάλου εκείνου έργου. Το πλάτος του υδραγωγείου είναι 1,30 μ., τα δε τόξα του είναι χτισμένα με ζωηρούς κόκκινους πλίνθους, έχουν άνοιγμα 7 μ. και ύψος 5 μ. και παρουσιάζουν στην κορυφή τους ελαφριά θλάση όπως τα αραβικά. Η μεταξύ των τόξων τοιχοποιία είναι με επιμέλεια κατασκευασμένη από κανονικούς πωρόλιθους με πλίνθους να παρεμβάλλονται στους οριζόντιους αρμούς.


Ο σεβαστοκράτορας Ισαάκιος Κομνηνός

Ο πορφυρογέννητος Ισαάκιος Κομνηνός γεννήθηκε το 1093 μ.Χ. Από τον πατέρα του Αλέξιο έλαβε τον τίτλο του “καίσαρα”. Ο Ισαάκιος υπήρξε χωρίς αμφιβολία μια από τις πιό ενδιαφέρουσες και πολύπλευρες προσωπικότητες της οικογενείας των Κομνηνών. Επιδέξιος στρατηγός αλλά και άνθρωπος των γραμμάτων και της τέχνης ασχολήθηκε εντατικά με την ποίηση, τη θεολογία, και τη φιλοσοφία, αλλά και με μακρόπνοα εκκλησιαστικά και κοινωφελή έργα. Έτσι ο Θεόδωρος Πρόδρομος τον αποκαλεί, ανάμεσα σε άλλα, ικανό «…και στρατηγείν άμα και επιστατείν ποιήμασι και φιλοσοφείν».

Μετά τον θάνατο του πατέρα του, το 1118, στη διαμάχη που ξέσπασε ανάμεσα στην πρωτότοκη, γνωστή ιστοριογράφο, Άννα και τον τριτότοκο Ιωάννη, ο Ισαάκιος τάχθηκε με το μέρος του αδελφού του. Γι’ αυτό ο Ιωάννης μετά την αναγόρευση του, τον προήγαγε σε “σεβαστοκράτορα”. Η συνεργασία και η αγάπη των δύο αδελφών δεν κράτησε πολύ. Το 1123 και πριν ακόμα από το θάνατο της μητέρας του Ειρήνης, ο Ισαάκιος, σε ηλικία 30 ετών, άνδρας ψηλός, μεγαλόπρεπος και τολμηρός· καθώς ήταν “ερωτευμένος με τη βασιλεία και τον έτρωγε η επιθυμία να περιβληθεί το στέμμα“, οργάνωσε συνωμοσία ενάντια στον αδελφό του, ο οποίος έλειπε σε εκστρατεία κατά των Τούρκων και απέβλεπε στην κατάληψη του θρόνου. Η συνωμοσία αποκαλύφθηκε, ο Ιωάννης Β’ αναβάλλοντας τις επιχειρήσεις επέστρεψε, ενώ ο Ισαάκιος για να μην συλληφθεί, διέφυγε.

Τα επόμενα δεκαπέντε χρόνια τα πέρασε πλάνητας στην Ανατολή, ανάμεσα στον εμίρη της Καππαδοκίας, στον δούκα της Τραπεζούντας, στον σουλτάνο του Ικονίου, στον πρίγκιπα της αρμενικής Κιλικίας και στον λατίνο βασιλιά της Ιερουσαλήμ, προσπαθώντας με την βοήθεια όλων αυτών να ανατρέψει τον αδελφό του Ιωάννη και να περιβληθεί ο ίδιος την πορφύρα. Μόνο μετά τις σημαντικές νίκες του Ιωάννη Β’ στη Μικρά Ασία το 1138, απογοητευμένος από τις άκαρπες προσπάθειες του, ζήτησε τη συμφιλίωση με τον Ιωάννη και ο ανεξίκακος αδελφός του με μεγάλη ευχαρίστηση και ανοιχτόκαρδα τον δέχτηκε στην Κωνσταντινούπολη μαζί με το γιο του. Τον επόμενο κιόλας χρόνο μπλέχτηκε πάλι σε μηχανορραφίες για την κατάληψη του θρόνου, με αποτέλεσμα να εξοριστεί το 1140 στην Ηράκλεια του Πόντου.

Μετά τον αιφνίδιο θάνατο του αδελφού του αυτοκράτορα Ιωάννη Β’ το 1143, τον θρόνο κατέλαβε ο ανεψιός του Μανουήλ Γ’, αφήνοντας για μια ακόμα φορά τις φιλοδοξίες και τα όνειρα του Ισαακίου ανεκπλήρωτα. Ο Μανουήλ συγχώρεσε τον θείο του, τον απάλλαξε από την εξορία και τον κράτησε κοντά του με τον ίδιο τίτλο του σεβαστοκράτορα και μάλιστα τον πήρε μαζί του στη πρώτη του εκστρατεία εναντίον των Σελτζούκων. Κατά τη διάρκεια της εκστρατείας η στάση του Ισαακίου στο νέο αυτοκράτορα και ανεψιό του δεν ήταν ολότελα φωτισμένη. Όταν από λάθος διαδόθηκε ότι ο Μανουήλ σκοτώθηκε, ο Ισαάκιος έσπευσε να αυτοανακηρυχθεί αυτοκράτωρ. Μόνο μετά το 1150, ίσως με την εμφάνιση των πρώτων συμπτωμάτων κάποιας αρρώστιας του, σε ηλικία 50 ετών, κόπασε αυτή η φιλαρχία του.

Το 1151/2 κατά το παράδειγμα των γονέων του και του αδελφού του, ο Ισαάκιος αποφασίζει να ιδρύσει ένα πρότυπο μοναστήρι. Η υγεία του είναι πιά κλονισμένη, αναλογίζεται τον θάνατο που πλησιάζει, αναπολεί την ζωή του και την πολιτική του δράση συνυφασμένη με συνεχείς συνωμοσίες και παράνομες πράξεις κι αποφασίζει να αναπτύξει τις πνευματικές του δραστηριότητες και να μεριμνήσει για την σωτηρία της ψυχής του. “…αλλ’ ώσπερ διατελέσας τον παρελθόντα του βίου μου δίαυλον οία περ άγονον και αναίσθητον βλάστημα, οψέποτε μόγις της μακράς αμυδρώς και χειρίστης συνήθειας ανένευσα ως εκκάρου βαθέος της αγνωσίας… προς κουφισμον τινά και συγχώρησιν των απείρων απειράκις αμαρτημάτων μου… ιερόν της θεομήτορος εκαίνισα συν Θεώ φροντιστήριον…“.

Πέρα από την καθαρά εκκλησιαστική σημασία της πράξεως αυτής, η ίδρυση της Κοσμοσώτειρας στο συγκεκριμένο τόπο είχε συγχρόνως και πολιτικοοικονομικό και στρατιωτικό χαρακτήρα. Η θέση της Βήρας δίπλα στην Εγνατία οδό και κοντά στην κορυφή του δέλτα του Έβρου διαλέχτηκε ακριβώς για τους λόγους αυτούς. Στην απέναντι κωμόπολη Κύψελα (σημ. Ipsala της Τουρκίας) κατέληγε η Εγνατία που ξεκινούσε από το Δυρράχιο της Ηπείρου και ένωνε την Ανατολή με την Δύση. Στο δέλτα κατέληγε η οδός που έφερνε τα εμπορεύματα από την Κωνσταντινούπολη μέχρι την Αδριανούπολη και από εκεί μέσο της κοίτης του ποταμού κατέληγαν στο Αιγαίο. Έτσι στα βόρεια και δυτικά υψώματα που δεσπόζουν αυτής της περιοχής και της εύφορης νότιας πεδιάδας, έρχεται ο Ισαάκιος και χτίζει μια οχυρωμένη Μονή. Γύρω από την Μονή σχεδιάζει αμέσως και ένα οικισμό, όπου συγκεντρώνονται οι κάτοικοι των γύρω χωριών. Ο σεβαστοκράτορας δαπάνησε για τα κύρια κτίσματά της Μονής σχεδόν ολόκληρη την κινητή και ακίνητη περιουσία του. Ο ίδιος προσωπικά, αν και βαριά άρρωστος, ακουμπισμένος στο ραβδί του, πήγαινε και παρακολουθούσε τις εργασίες της οικοδόμησης με κάθε λεπτομέρεια.

Πέθανε λίγο μετά το 1152, αφού ολοκλήρωσε και συγγραφή του Τυπικού της Mονής της Βήρας. Στην Κωνσταντινούπολη είχε προετοιμάσει, στο νάρθηκα του ναού της Mονής Χώρας, ένα πολυτελή τύμβο για να δεχτεί το σκήνωμά του, αλλά τελικά άλλαξε γνώμη και προτίμησε να ταφεί στην Κοσμοσώτειρα, στη Βήρα, μακριά από τη Βασιλεύουσα, όπως η περιπετειώδης ζωή του τον κράτησε μακριά της όσο ζούσε. Γι’ αυτό μετέφερε τον τύμβο στη Mονή της Κοσμοσώτηρας στη Βήρα, όπου και πραγματικά τάφηκε στο αριστερό μέρος του νάρθηκά της. Πάνω από τον τάφο του τοποθετήθηκε η εξής επιγραφή, πιθανώς συνταχθείσα από τον ίδιο, που φυλάσσεται σήμερα στο Εκκλησιαστικό Μουσείο Αλεξανδρουπόλεως:

“Αίσθησιν εμπικραίνων ή και καρδιαν αλλ’ ω βραβευτά των καλών των ενθάδε και πάλιν αυτά λαμβάνων επάν θέλης ως στάχυν, ως μάργαρoν, ως γλυκύ μέλι ταις αποθήκαις τούτον θησαυρίσαις ως ευθαλές τι δένδρον εις τρύφης πεδον καφυτεύσαις σον λάτριν τον δεσπότην“.

Μετάφραση: “Εσύ που πικραίνεις κάθε αίσθηση αλλά και την καρδιά, που βραβεύεις τις καλές πράξεις αυτού του κόσμου, και τις υπολογίζεις όπως θέλεις, σαν στάχυ, σαν μαργαριτάρι, σαν γλυκό μέλι, αποθησαύρισε στη βασιλεία σου, σαν ανθισμένο δένδρο σε ευφρόσυνη κοιλάδα και φύτευσε εκεί αυτόν τον άρχοντα που σε λάτρευσε“.

Σήμερα ο νάρθηκας του καθολικού με τον τάφο δεν υπάρχουν παρά μόνο η ως άνω πλάκα.

Τριάντα χρόνια μετά το θάνατο του σεβαστοκράτορα Ισαάκιου Κομνηνού, ο γιος του Ανδρόνικος Κομνηνός έγινε αυτοκράτορας στην Κωνσταντινούπολη. Αμέσως το 1183 ήρθε στη Θράκη, “τα Κύψελα καταλαμβάνει και τοις εκείσε κυνηγεσίαις ενευφρανθείς, κατά την πατρώαν αφικνείται Mονήν την εν Βήρα διακειμένην και τω του φυσάντος εφίσταται μνήματι“.

Ο Μονοκέφαλος Αετός

Εί­ναι το πα­λαι­ό­τε­ρο έμ­βλη­μα που υ­πάρ­χει στην πε­ρι­ο­χή μας από την βυζαν­τι­νή ε­πο­χή. Βρί­σκε­ται εντοιχισμένο στο νο­τι­ο­α­να­το­λι­κό ε­ξω­τε­ρι­κή πλευρά της τοιχοποιΐας του Ναού. Ο μονοκέφαλος αετός ήταν σύμβολο της Δυναστείας των Κομνηνών της Τραπεζούντας.
Η Ε­λέ­νη Γλύ­κατ­ζη-Αρβελέρ, διακεκριμένη Βυζαντινολόγος και Πρύτανις του Πανεπιστημίου της Σορβόννης, γρά­φει:­«… η ύ­παρ­ξη στο νο­τι­ο­α­να­το­λι­κό ε­ξω­τε­ρι­κό τείχος του να­ού, ε­νός κε­ρα­μι­κού α­να­γλύ­φου που πα­ρι­στά τον μο­νο­κέ­φα­λο α­ε­τό, σύμ­βο­λο της αυ­το­κρα­το­ρί­ας και των αυ­το­κρα­τό­ρων μέ­χρι το 1261, μαρτυρεί ό­τι στη μο­νή της Κο­σμο­σώ­τει­ρας εν­τα­φι­ά­στη­κε πράγ­μα­τι μέ­λος της βα­σι­λι­κής οι­κο­γέ­νειας και α­πο­τε­λεί ι­σχυ­ρή έν­δει­ξη ό­τι έ­χου­με ε­δώ μαυσωλεί­ο της οι­κο­γε­νεί­ας των Κο­μνη­νών».


Πηγή πληροφοριών: Ιστοσελίς Ιεράς Μητροπόλεως Αλεξανδρουπόλεως, Τραϊανουπόλεως και Σαμοθράκης.
https://www.inagvarvaras.gr/2018/08/10/%CE%B9%CE%B5%CF%81%CF%8C%CF%82-%CE%BD%CE%B1%CF%8C%CF%82-%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%B3%CE%AF%CE%B1%CF%82-%CE%BA%CE%BF%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%83%CF%8E%CF%84%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%B1%CF%82-%CF%86%CE%B5/

21 Μαρτίου, 2023

Ο Αρχοντας Ιωάννης στο Μοναστήρι του Βουλκάνου (Ιθώμη)

 

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ο άρχοντας Ιωάννης. Ζούσε με την κόρη του σε ένα χωριό της Μάνης. Είχε χάσει τη γυναίκα του από χρόνια. Του συμπαραστεκόταν μια έμπιστή του, η Αρετή, που φρόντιζε το κορίτσι και ήταν καλή γυναίκα.

Κάποτε η κόρη του άρχοντα, η Αγνή, αρρώστησε βαριά. Πονούσε το κορμί της και δε σηκωνόταν από το στρώμα. Ο Ιωάννης έφερε γιατρούς να την δούνε. Δεν μπόρεσαν να την γιάνουν. Οι πόνοι ήταν δυνατοί. Εκείνος δεν άντεχε να την βλέπει να υποφέρει. Είχε ακούσει ότι στο μοναστήρι του Βουλκάνου υπήρχε μια παλαιά θαυματουργή εικόνα της Παναγιάς. Την ονόμαζαν Βουλκανιώτισσα. Ήθελε να πάει στη μονή και να προσκυνήσει τη Χάρη της. Πίστευε ότι η Παναγία θα βοηθούσε την κόρη του.

Μια μέρα ο Ιωάννης είπε στην Αρετή: «Θα φύγω για τρείς μέρες. Θα πάω στο βουνό Ιθώμη στο μοναστήρι του Βουλκάνου. Θέλω να παρακαλέσω την Παναγία για την Αγνή μας. Όσο θα λείπω, να μη φύγεις στιγμή από κοντά της». «Μη γνοιάζεσαι, άρχοντά μου. Σαν παιδί μου την έχω την κόρη σου. Μακάρι η Παναγία να κάνει το θαύμα της».

Το άλλο πρωί ο άρχοντας με τον αμαξά του ξεκίνησαν για την Ιθώμη. Στο δρόμο ο αμαξάς είπε: «Άρχοντα Ιωάννη, να με συμπαθάς, αλλά εκεί που έχει χτιστεί το μοναστήρι, δεν μπορεί να φτάσει η άμαξα. Από ένα σημείο κι έπειτα, θα συνεχίσουμε καβάλα στα άλογα. Η μονή βρίσκεται ψηλά στο βουνό και μέσα από  μονοπάτια θα βγούμε εκεί».

Ο άρχοντας είπε: «Ας φτάσουμε στο χωριό και βλέπουμε. Αλήθεια,  Θωμά, τι ξέρεις για το μοναστήρι; Εσύ είσαι από εκείνα τα μέρη». «Η μονή Βουλκάνου[1], αφέντη,  οφείλει το όνομά της[2] σε βυζαντινό άρχοντα. Του ανήκε η περιοχή γύρω από το βουνό Ιθώμη. Θησαυρός του μοναστηριού[3] είναι η θαυματουργή Εικόνα της Παναγίας[4].

Το παλαιό μοναστήρι είχε χτιστεί ψηλά, γύρω στα 800 μέτρα στην κορυφή του βουνού[5]. Το έλεγαν ‘‘Μονή Παναγίας Επανωκαστρίτισσας ή της Κορυφής’’[6]. Λένε[7] ότι την μονή[8] εκείνη την έχτισαν[9] εικονολάτρες μοναχοί[10], στον τόπο που βρήκαν την Εικόνα της Παναγίας. Βρέθηκε πάνω σε ένα δέντρο[11] και τη φώτιζε αναμμένο καντήλι.

Όταν το έμαθε αυτό η τότε Αυτοκράτειρα, διέταξε με έξοδά της να χτιστεί εκεί μοναστήρι. Στα κελιά του παλιού μοναστηρίου υπήρχε το ‘‘φωτάναμα’’[12], κάτι σαν παραγώνι. Εκεί κάθονταν οι μοναχοί και ζεσταίνονταν το χειμώνα. Ήταν τέτοιο το κρύο που, κάποτε, αναγκάστηκαν οι μοναχοί να αφήσουν το παλιό μοναστήρι[13]. Βρήκαν τον τόπο που πάμε τώρα και τον αγόρασαν[14].

Ο άρχοντας ρώτησε: «Ποιος κατείχε τον τόπο που βρίσκεται η νέα μονή;» Ο Θωμάς αποκρίθηκε: «Ήταν ιδιοκτησία του πατέρα του Τούρκου Μερ Εφέντη Μεμέναγα, που ήταν αγάς της Ανδρούσας. Υπήρχε εκεί πηγή νερού[15] και διώροφος πύργος. Σαν συνέχεια του πύργου έκτισαν το νέο μοναστήρι[16] με τα χαγιάτια και τις καμάρες του». «Είναι όμορφο το μοναστήρι, Θωμά;» «Άρχοντά μου, είναι μεγάλο κι αρχοντικό κτίσμα. Έχει φτιαχτεί από πέτρα».      

Ο άρχοντας θαύμασε, σαν άκουσε την ιστορία του μοναστηριού. Είπε: «Λένε ότι η Παναγία η Βουλκανιώτισσα κάνει πολλά θαύματα». «Άρχοντά μου, οι παλαιές εικόνες της Παναγίας έχουν ιδιαίτερη Χάρη. Η βάβω μου έλεγε ότι ‘‘πολλά μάτια έκλαψαν και προσευχήθηκαν μπροστά τους’’, για αυτό είναι θαυματουργές. Η γνώμη μου είναι πως το θαύμα το φέρνει η πίστη εκείνου που παρακαλεί για θεία βοήθεια. Στο Ευαγγέλιο, ο Χριστός έλεγε σε ανθρώπους που θεράπευσε: ‘‘Η πίστη σου σε έσωσε’’».       

Ο άρχοντας δε μίλησε. Μόνο συλλογιόταν όσα άκουσε και την αρρώστια της θυγατέρας του. Ο αμαξάς σκεφτόταν τη διαδρομή κι είπε: «Είμαστε τυχεροί που είναι καλοκαίρι, ειδάλλως θα ξεπαγιάζαμε στο ανέβασμα του βουνού». Ύστερα, βίτσισε τα άλογα να τρέξουν. Είχαν μπει πια στα μέρη τα δικά του, που ο Θωμάς τα ήξερε καλά. Έφτασαν στα ριζά του βουνού Ιθώμη, πριν το σούρουπο.

Ο Ιωάννης είπε στον αμαξά: «Βρες έναν χωρικό και παρακάλεσέ τον να φυλάξει την άμαξά μας, μέχρι να γυρίσουμε. Δανείσου δύο μουλάρια, για να πάμε μέχρι το μοναστήρι. Τα άλογά μας κουραστήκαν. Θέλω να είναι ξεκούραστα για το γυρισμό. Πάρε τούτο το πουγκί και πλήρωσε».

Έτσι κι έκανε ο αμαξάς. Φάνηκε σε λίγο και κρατούσε από τα γκέμια δύο γερά μουλάρια. Καβάλησαν ο καθένας το δικό του και ξεκίνησαν για τη μονή του Βουλκάνου. Ο δρόμος στένευε όσο ανέβαιναν το βουνό. Είχε σουρουπώσει για καλά. Οι δύο άντρες κρατούσαν τα φανάρια και προχωρούσαν με προσοχή. Σαν έφτασαν στη μονή, ξεπέζεψαν. Ο αμαξάς κρατούσε τα ζωντανά κι ο άρχοντας  χτύπησε την πόρτα.

Σε λίγο ένας μοναχός ξεαμπάρωσε την πόρτα. Είπε: «Καλωσορίσατε! Περάστε να γνωρίσετε τον ηγούμενο. Θα φροντίσω εγώ για τα ζωντανά σας». Ο άρχοντας κι ο Θωμάς προχώρησαν στον περίβολο του μοναστηριού. Τους υποδέχτηκε ο ηγούμενος. Τους πήγε στην τραπεζαρία να τους φιλέψει και να γνωριστούνε. Σαν έμαθε το λόγο της επίσκεψής τους, είπε στον άρχοντα: «Θα προσευχηθούμε στην Παναγία τη Βουλκανιώτισσα, να γιάνει την Αγνή. Είμαι βέβαιος πως θα απαντήσει στις προσευχές μας».

Ύστερα ο ηγούμενος πήγε τους δύο άντρες στα κελιά τους να ξαποστάσουν. Είχαν αποκάμει, γιατί όλη μέρα ταξίδευαν. Τους είπε: «Το πρωί ελάτε στη Λειτουργία. Θα έχετε μεγάλη ευλογία».

Το άλλο πρωί ο άρχοντας πήγε στην εκκλησιά του μοναστηριού. Η Λειτουργία είχε ξεκινήσει. Εκείνος στάθηκε μπροστά στην εικόνα της Παναγίας της Βουλκανιώτισσας. Προσευχήθηκε μέσα από την καρδιά του κι έκαμε ένα τάμα: «Δέσποινά μου,  γιάτρεψε την κόρη μου.  Σου υπόσχομαι ότι κάθε χρόνο, στη γιορτή σου, θα ερχόμαστε μαζί και θα προσκυνάμε τη Χάρη σου. Θα φροντίζω για ό,τι χρειαστεί το μοναστήρι σου. Ελπίζω σε σένα, γιατί πόνεσες για τον Υιό σου και νιώθεις τον πόνο μου».  Όταν τελείωσε η λειτουργία, ο ηγούμενος πλησίασε τον άρχοντα και είπε: «Με τη βοήθεια της Παναγίας, θα γίνει καλά η κόρη σου». Ο άρχοντας ρώτησε για την ιστορία του μοναστηριού. Ο Γέροντας είπε: «Θα σου πω, άρχοντα Ιωάννη, για τα χρόνια της επανάστασης[17] του Γένους. Τότε κάποιοι μοναχοί πήραν μέρος στον αγώνα[18] για την απελευθέρωση. Ένας ιερομόναχος, ο Ιωσήφ, πολέμησε σε πολλές μάχες. Έζησε και μετά την απελευθέρωση γύρισε στο μοναστήρι. Πέθανε ενενήντα χρόνων[19].

Η μονή Βουλκάνου, παρόλους τους κατατρεγμούς των Τούρκων ήταν τότε πλούσια. Είχε απέραντες εκτάσεις και κτήματα. Για αυτό οι αγωνιστές μας στρέφονταν εδώ. Στηρίξαμε την κλεφτουριά με κάθε τρόπο. Εδώ έγινε η σύσκεψη των Κολοκοτρωναίων, του Παπαφλέσσα και άλλων αρχηγών πριν τη μάχη στο Βαλτέτσι. Κάποιοι μοναχοί πήραν τότε μέρος στη μάχη.  Εκείνα τα χρόνια οι  μοναχοί δανείστηκαν πολλά χρήματα από εμπόρους και ενίσχυσαν τον αγώνα για την Ελευθερία.

Στα 1825 ο Ιμπραήμ[20] επιτέθηκε στη μονή Βουλκάνου, γιατί έμαθε ότι οι μοναχοί βοηθούσαν τους αγωνιστές. Οι μοναχοί, για να γλυτώσουν από τη μανία των Τουρκοαιγυπτίων, εγκατέλειψαν το μοναστήρι. Πήραν μαζί τους ό,τι μπορούσαν να σώσουν. Άλλοι κατέφυγαν στη Μάνη, ενώ άλλοι έφθασαν μέχρι τη Ζάκυνθο.

Πολύ βοήθησε η μονή και τους φτωχούς. Το 1870, στην επανάσταση της Κρήτης, κτήματα της μονής του Ανδρομονάστηρου μοιράστηκαν[21] σε κατατρεγμένους Κρητικούς. Αυτά κι άλλα πολλά συνέβησαν, άρχοντα Ιωάννη… Μα θέλουν χρόνο, για να ιστορηθούν».

Ο άρχοντας είπε: «Ό,τι χρεία έχει το μοναστήρι, ηγούμενε, μη διστάσεις να μου το πεις. Αν τώρα δεν έχετε ανάγκη, μπορεί αύριο κάποιος να προστρέξει εδώ για να τον συντρέξετε». Ο Γέροντας χάρηκε με την καλή διάθεση του άρχοντα, μα δε μίλησε.

Σε λίγο φάνηκε ο αμαξάς. Ο Ιωάννης του είπε: «Ανησυχώ για την Αγνή. Πρέπει να γυρίσουμε στη Μάνη. Ευχαριστούμε, Γέροντα, για τη φιλοξενία. Αν με αξιώσει ο Θεός, θα ξαναέρθω στη γιορτή της Παναγίας μαζί με την κόρη μου». Ο Ηγούμενος είπε: «Είστε καλοδεχούμενοι!».

Έτσι, οι δύο άντρες το ίδιο βράδυ, έφτασαν στη Μάνη. Η κυρά Αρετή τους υποδέχτηκε και είπε: «Η Αγνή νιώθει καλύτερα. Δεν πονάει και ζήτησε να φάει». Ο άρχοντας τα έχασε. Έτρεξε στην κάμαρα της κόρης του. Την είδε να χαμογελάει. Την αγκάλιασε και δάκρυσε. Ήταν βέβαιος ότι η Παναγία είχε κάνει το θαύμα της. Σε λίγο καιρό η κόρη του άρχοντα έγιανε και δεν πονούσε πια. Εκείνος της ιστόρησε όσα έγιναν στη μονή του Βουλκάνου και για το τάμα. Τότε η Αγνή είπε: «Η Παναγία με έγιανε. Δεν έλπιζα σε γιατρειά. Θα πάμε μαζί στο μοναστήρι του Βουλκάνου για να την ευχαριστήσω». Έτσι κι έκαναν.

Από τότε ο άρχοντας και η Αγνή πήγαιναν δύο φορές κάθε χρόνο - τον Δεκαπενταύγουστο[22] και στις είκοσι Σεπτεμβρίου[23] - σε λιτανείες της εικόνας της Παναγίας του Βουλκάνου και προσκυνούσαν τη Χάρη της. Ανέπτυξαν ισχυρούς δεσμούς με τους με το μοναστήρι και τον ευλογημένο αυτό τόπο. Και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Δήμητρα Μπουμποπούλου

[1] Πηγή: διαδίκτυο: www.saint.gr - Χτίστηκε γύρω στο 17ο αιώνα.
[2] Πηγή: διαδίκτυο: www.saint.gr - Παλαιότερα «Βουρκάνο», «Δορκάνο» και «Βουλκάνη».
[3] Πηγή: διαδίκτυο: www.saint.gr - Στο μοναστήρι φυλάσσονται Ιερά Λείψανα πολλών Αγίων. Του Αγίου Ιωάννου του Μονεμβασιώτου, του Αγίου Διονυσίου Αρεοπαγίτου και του Καλαματιανού Αγίου Ηλία του Αρδούνη. Στην βιβλιοθήκη του υπάρχουν παλαιά και νέα βιβλία, ιδιόχειρα συγγράμματα, και Τουρκικά έγγραφα.
[4] Πηγή: διαδίκτυο: www.saint.gr - Φέρει την επιγραφή «Η Οδηγήτρια η επονομαζομένη τω όρει Βουλκάνω». Τον Δεκαπενταύγουστο την εικόνα την πάνε στο θρόνο Της στο μοναστήρι της Κορυφής. Τη νύκτα της 19ης προς 20η Σεπτεμβρίου κατεβάζουν την εικόνα της Παναγίας στην πόλη της Μεσσήνης. Χιλιάδες άνθρωποι οδοιπορούν και συνοδεύουν τη Βουλκανιώτισσα Κυρά. Διανύουν απόσταση 20 χιλιόμετρα με τα πόδια. Έτσι θυμούνται την πρώτη λιτανεία της εικόνας. Έγινε στα 1755, όταν η πανούκλα απλώθηκε στη Μεσσηνία και σκόρπισε το θάνατο.
[5]Πηγή: διαδίκτυο: www.saint.gr -   Εκεί που άλλοτε υπήρχε η Ακρόπολις της Αρχαίας Μεσσήνης. Εκεί κατά τα αρχαία χρόνια λατρευόταν ο Δίας ο Ιθωμάτας.
[6]Πηγή: διαδίκτυο: www.saint.gr -  Η σήμερα ονομαζόμενη «Καθολικόν».
[7]Πηγή: διαδίκτυο: www.saint.gr- Άλλη παράδοση λέει ότι κτήτορας της μονής είναι ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος Β΄ ο Παλαιολόγος (1282-1328). Και οι δύο παραδόσεις δεν επιβεβαιώνονται ιστορικά.
[8] Πηγή: διαδίκτυο: www.saint.gr - Ο Ναός της παλαιάς μονής έχει κτισθεί επάνω στο χώρο ναού του «Ιθωμάτα» Δία, αφού χρησιμοποίησαν ογκόλιθους από αυτόν. Οι τοιχογραφίες του Ναού έχουν ζωγραφηθεί από τους Ναυπλιώτες αδελφούς Δημήτριο και Γεώργιο Μόσχου, το 1608.
[9] Πηγή: διαδίκτυο: www.saint.gr - Γύρω στο 725.  
[10] Πηγή: «Η ιερά μονή Βουλκάνου» του Αρχιμ. Νεόφυτου Χαντζή, εκδ. Χριστιανική Στέγη Καλαμάτας. Η εύρεση της εικόνας της Παναγίας έχει σχέση με την εικονομαχία και εικονολατρία των Βυζαντινών χρόνων. Στο απέναντι μικρό βουνό της Ιθώμης, Εύα, όπου τα αρχαία χρόνια λατρευόταν ο Διόνυσος και από τα Βακχικά επιφωνήματα «ευ οι» - «ευ αν» ονομάστηκε το βουνό αυτό Εύα, κατέφυγαν μερικοί εικονολάτρες μοναχοί, για να αποφύγουν τους εικονομάχους της Κωνσταντινούπολης.
[11]Πηγή: «Η ιερά μονή Βουλκάνου» Αρχιμ. Νεόφυτου Χαντζή, εκδ. Χρ. Στέγη Καλαμάτας. Στον κορμό του δέντρου, όπου βρήκαν οι ασκητές την εικόνα της Παναγιάς, που παρίστανε ημίσωμη τη Θεοτόκο, κτίσθηκε το ανώφλι της Πύλης της εκκλησίας της Παναγίας. Από το ξύλο του κορμού αυτού οι χριστιανοί έπαιρναν μικρά κομμάτια ή τρίμματα. Τα χρησιμοποιούσαν σαν αντιπυρετικό φάρμακο κατά της θέρμης. Η Αγία εικόνα είναι σε μικρό σχήμα, αργυροεπενδεδυμένη στη Σμύρνη, όπου η Μονή διατηρούσε το Μετόχι της Αγίας Φωτεινής.  /
Πηγή: διαδίκτυο: enosivourlioton.gr - Η Αγία Φωτεινή ήταν ο πιο εντυπωσιακός ναός της Σμύρνης. Ξεχώριζε για το καμπαναριό, τις καμπάνες, τις τοιχογραφίες και το χρυσό σταυρό της. Στο καμπαναριό υπήρχε ρολόι με την επιγραφή «Ηλίου άτερ σιγώ», δηλαδή «απουσία του ηλίου σιωπώ». Αποτελούσε τον Μητροπολιτικό Ναό της Σμύρνης και αφιερώθηκε στη Σαμαρείτιδα Αγία Φωτεινή. Κατά την παράδοση η Ισαπόστολος μετά τη συνάντηση με τον Κύριο, βαπτίσθηκε η ίδια και η οικογένειά της. Κήρυξε τον Χριστιανισμό σε πολλές περιοχές. Κατέληξε στη Σμύρνη, όπου μαρτύρησε. Οι Σμυρναίοι ευλαβούνταν την Αγία Φωτεινή. Το όνομα Φωτεινή ήταν συχνό στις Σμυρναίες και στις Μικρασιάτισσες.
[12]Πηγή: διαδίκτυο: www.saint.gr - Ήταν το λεγόμενο βυζαντινό Φωτάναμα, εστία φωτιάς με πεζούλια γύρω από αυτή. Φωτανάματα στην Εκκλησία της Ελλάδος υπάρχουν 11 συνολικά.
[13] Πηγή: διαδίκτυο: www.saint.gr -  Από το μοναστήρι της Κορυφής έφυγαν οι Πατέρες το 1625. Το κρύο ήταν αβάσταχτο εκεί το χειμώνα. Οι προσκυνητές δυσκολεύονταν να φτάσουν στη μονή. Οι μοναχοί αναζήτησαν τόπο πιο χαμηλά.
[14] Πηγή: διαδίκτυο: www.saint.gr - Για 10.500 γρόσια.
[15]Πηγή: διαδίκτυο: www.saint.gr -  Τη γνωστή έως και σήμερα «Μάνα του νερού».   
[16]Πηγή: διαδίκτυο: www.saint.gr - Ο Ναός της νέας κάτω μονής χτίστηκε το 1701. Τιμάται στο Γενέθλιο της Παναγίας. Ο Ναός της παλαιάς μονής τιμάται στην Κοίμηση.
[17] Πηγή: διαδίκτυο: ikivotos.gr - Όταν ξέσπασε η επανάσταση του 1821 η Μονή Βουλκάνου, συμμετείχε σε αυτήν, στηρίζοντας κυρίως οικονομικά τον αγώνα. // Το 1822 οι μοναχοί έδωσαν στην ερανική επιτροπή αγώνα, που αποτελούσαν ο Γεώργιος Δαρειώτης και ο μοναχός Άνθιμος Βουλκανιώτης, σκεύη αξίας 3.600 γροσίων. Το 1823 δόθηκαν στον έπαρχο Μεσσήνης Πάγκαλο διάφορα είδη αξίας 2.250 γροσίων. Στις 26 Μαΐου του ίδιου έτους η Μονή Βουλκάνου χορήγησε στην Πελοποννησιακή Γερουσία χρεωστική ομολογία 8.000 γροσίων για την κάλυψη αναγκών του πολέμου, που ποτέ δεν εξοφλήθηκε. // Στα 1825, λόγω της συμμετοχής της στην επανάσταση, η μονή δέχτηκε την οργή του Ιμπραήμ. // Στον κώδικα του μοναστηριού σώζεται ημερολόγιο, που δίνει εικόνα για τις καταστροφές που έπαθε η μονή από τις ορδές του Ιμπραήμ.
[18] Πηγή: διαδίκτυο: ikivotos.gr - Ο Αγάπιος Σπηλιωτόπουλος, που ήταν διάκος του Παλαιού Πατρών Γερμανού, πήρε ενεργό μέρος στον αγώνα.
[19] Πηγή: διαδίκτυο: ikivotos.gr
[20] Πηγή: διαδίκτυο: ikivotos.gr
[21] Πηγή: διαδίκτυο: www.saint.gr - Το ίδιο έγινε και το 1955 σε φτωχούς των χωριών της γύρω περιοχής. Πολλοί από αυτούς μετανάστευσαν και δεν αξιοποιήθηκαν οι εκτάσεις, που παραχωρήθηκαν, εκτός από λίγες.
[22] Πηγή: διαδίκτυο: monastiria.gr - Τον Δεκαπενταύγουστο γίνεται η μεταφορά της εικόνας της Παναγίας στο Παλαιό μοναστήρι της Κορυφής.
[23] Πηγή: διαδίκτυο: monastiria.gr - Τη νύχτα της 19ης προς 20η Σεπτεμβρίου γίνεται παρουσία πλήθους κόσμου η κάθοδος της Παναγίας της Βουλκανιώτισσας στην πόλη της Μεσσήνης, σε ανάμνηση της θαυματουργικής επεμβάσεως της Υπεραγίας Θεοτόκου, όταν φοβερή επιδημία πανούκλας είχε απλωθεί σε όλη σχεδόν τη Μεσσηνία και είχε σκορπίσει το θάνατο και τη δυστυχία γύρω στα 1755.

https://lakonikos.gr/plus/item/164513-o-arxontas-ioannis-sto-monastiri-tou-voulkanou-ithomi

18 Νοεμβρίου, 2022

"Άγιος Παντελεήμονας: Ο άνθρωπος που βρήκε την εικόνα στο Μικρό Δάσος και οι θρύλοι για το ξωκκλήσι στις όχθες του Αξιού"

 

Γράφει η Αλεξία Ιωαννίδου. 

 Το εκκλησάκι του Αγίου Παντελεήμονα στο Δήμο Παιονίας του νομού Κιλκίς, κείτεται στην ανατολική όχθη του ποταμού Αξιού. Το πρώτο μικρό κτίσμα ανεγέρθηκε τη δεκαετία του 1930 από Πόντιους κατοίκους του χωριού Μικρού-Δάσους (παλιότερη ονομασία Σμολ).Στο σύνολό τους είχαν έρθει μια δεκαετία νωρίτερα από το Καρς, την Σάντα, την Τραπεζούντα, την Τσάλκα και το Σοχούμ.

Η ιστορία του ιερού προσκυνήματος

Το έτος 1927 ένας χωρικός, Σανταίος στην καταγωγή, ονόματι Χαράλαμπος Γωνιάδης, ενώ έσκαβε για να βάλει κήπο δίπλα στις όχθες του ποταμού Αξιού, η τσάπα του χτύπησε τα θεμέλια του παλιού καθολικού της μονής που προϋπήρχε και φανερώθηκε η εικόνα του Αγίου Παντελεήμονα.Αμέσως έβγαλε με δέος την εικόνα από το χώμα και την μετέφερε στην εκκλησία των Ταξιαρχών του χωριού του. Οι χωρικοί την καθάρισαν και με ευλάβεια την τοποθέτησαν στο κέντρο του ναού. Την επόμενη ημέρα ο ιερέας μαζί με γυναίκες του χωριού άνοιξαν την εκκλησία με σκοπό να προετοιμάσουν τον ναό για τη Θεία Λειτουργία της Κυριακής, κατά την οποία θα τιμούσαν την εικόνα καλώντας το λαό από τα γύρω χωριά για να την προσκυνήσει.Με μεγάλη τους έκπληξη όμως είδαν πως η εικόνα έλειπε, ενώ δεν υπήρχε κανένα ίχνος παραβίασης του χώρου. Τότε ειδοποίησαν τον Χαράλαμπο Γωνιάδη και του είπαν να τους πάει στο μέρος που τη βρήκε.Όταν έφτασαν εκεί την είδαν ανάμεσα στα χόρτα και τα καλάμια.Η εικόνα του Αγίου Παντελεήμονα θαυματουργικά είχε επιστρέψει στον τόπο της.Στα ερείπια του παλιού ναού που βρισκόταν εκεί πολλά χρόνια πριν, δίπλα στις αρχαιολογικές μαρτυρίες από τους ελληνιστικούς χρόνους (οικισμός, νεκρόπολη, ναός του Απόλλωνα). Έτσι πάρθηκε η απόφαση να μην μετακινηθεί ξανά και να χτιστεί εκκλησάκι στη χάρη του αγίου στο σημείο εύρεσης.Η καινούρια σιδηροδρομική γέφυρα που περνάει πάνω από το ποτάμι ανάμεσα στα χωριά Μικρό Δάσος και Εύζωνοι, κοντά στην τοποθεσία του Αγίου Παντελεήμονα. Κατά τις εργασίες για την κατασκευή της ήρθαν στο φως καινούριες αρχαιολογικές μαρτυρίες Από τότε και κάθε χρόνο παραμονή της γιορτής του οι κάτοικοι του χωριού Μικρό-Δάσος αλλά και οι κοντοχωριανοί τους Ευζωνίτες, Πλατανιώτες κτλ., τελούν αγρυπνία στο ξωκκλήσι, κατασκηνώνουν γύρω από αυτό και ευχαριστούν τον Άγιο για τη ζωντανή παρουσία του στις ζωές τους.

Σχεδόν κάθε έτος ανήμερα της γιορτής, στις 27 Ιουλίου στην καρδιά του καλοκαιρού, όταν η αγροτική παραγωγή (καπνά κυρίως) το χρειαζόταν περισσότερο από ποτέ, ο άγιος μετά την απόλυση της Λειτουργίας «έστελνε» βροχή και εξασφάλιζε το πότισμα των μη προνομιούχων χωραφιών ανακουφίζοντας τους πιο φτωχούς αγρότες, εκείνους που δεν είχαν ποτιστικά χωράφια.Η αγάπη των Ποντίων για τον Άγιο Παντελεήμονα –αλλά και για όλους τους αγίους– είναι γνωστή και αποτυπώνεται στα τραγούδια τους.

«Τάζνε λαμπάδας σον Αη Γιωρ’, 

ελάδ’ σην Παναΐαν, 

τριπόπαδον λουτρούεμαν σον Αε Παντελεήμων», 

λέει το ποντιακό άσμα που στα νέα ελληνικά αποδίδεται 

«Τάζουν λαμπάδες στον Άη Γιώργη, 

στην Παναγιά λάδι, 

στον Άγιο Παντελεήμονα Λειτουργία με τρεις παπάδες (Συλλείτουργο)». 

Οι θρύλοι για το ξωκκλήσι

Πολλοί θρύλοι έχουν συνδεθεί με το ξωκκλήσι του αγίου στις όχθες του Αξιού. Ο πιο γνωστός είναι αυτός που θέλει κάποιον από το χωριό να παίρνει τις έτοιμες πελεκημένες πέτρες που είχαν περισσέψει από το χτίσιμο της μικρής εκκλησίας που δημιουργήθηκε στα μετέπειτα χρόνια ως ανακαίνιση του παλιού ναϋδρίου, για να χτίσει μια αποθήκη στο σπίτι του.Το βράδυ στο όνειρό του εμφανίστηκε ο άγιος με αυστηρή μορφή που τον επιτίμησε και του μήνυσε να επιστρέψει τις πέτρες στο ξωκκλήσι του. Έτσι κι έγινε, όταν ξημέρωσε ο χωριανός μετανοιωμένος επέστρεψε μια προς μια τις πέτρες που είχε αφαιρέσει και για να εξιλεωθεί εξομολογήθηκε δημόσια την πράξη του.Η τοποθεσία του Αγίου Παντελεήμονα στις όχθες του Αξιού είναι μαγευτική. Ο ρους του ποταμού, η ιδιαίτερη χλωρίδα και πανίδα, η σιδηροδρομική γραμμή που περνάει από την απέναντι όχθη, οι λόφοι με τις αρχαιολογικές μαρτυρίες, συνθέτουν ένα τοπίο απαράμιλλης ομορφιάς!

Καθε μερα και διαιτερως οταν  γιορτάζει ο Άγιος Παντελεήμονας –ο Παντολέων όπως ήταν το όνομά του πριν μαρτυρήσει– γιος του ειδωλολάτρη συγκλητικού Ευστόργιου και της χριστιανής Ευβούλης από τη Νικομήδεια της Μικράς Ασίας, ο ιατρός και ιαματικός άγιος της Εκκλησίας μας που «ετελειώθη», έφτασε δηλαδή στην τελειότητα με τον αποκεφαλισμό του μη θέλοντας να αρνηθεί το όνομα του Χριστού –του ιατρού των ψυχών και των σωμάτων–, ας ευχομαστε ψυχική και σωματική υγεία σε όλον τον κόσμο κι ας ελπίζουμε στη βοήθειά του! 

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: 


- Ο Χαράλαμπος Γωνιάδης (φωτ.: Αρχείο της δισέγγονής του Βάσως Γωνιάδου). 

.

- Η επιγραφή δίπλα στην πόρτα της μικρής εκκλησίας (φωτ.: Αλεξία Ιωαννίδου). 

.


- Oικογένεια προσκυνητών από τους Ευζώνους Κιλκiς (φωτ.: Αρχείo Αλεξίας Ιωαννίδου). 

.


- Ο ποταμός Αξιός στην τοποθεσία Άγιος Παντελεήμονας στο Μικρό Δάσος (φωτ.: Αλεξία Ιωαννίδου)."

 https://www.eidisis.gr/arthrografia/agios-panteleimonas-o-anthropos-poy-brike-tin-eikona-sto-mikro-dasos-kai-oi-thryloi-gia-to-ksokklisi-stis-oxthes-toy-aksioy.html

02 Οκτωβρίου, 2022

Ένα διαμάντι για τον θρησκευτικό τουρισμό, με ανεκτίμητα κειμήλια στο Κιλκίς

Ένα διαμάντι για τον θρησκευτικό τουρισμό, με ανεκτίμητα κειμήλια στο Κιλκίς
ΕΛΛΑΔΑ /Κυριακή 2 Οκτωβρίου 2022, 11:13:28 / / Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ



Μια κολυμβήθρα ασήκωτη, κατασκευασμένη από πέτρα, μια χρυσοκέντητη εικόνα του επιταφίου, ηλικίας τουλάχιστον 700 ετών, μία μεγάλων διαστάσεων εικόνα με θέμα τη Δευτέρα Παρουσία, ένα ευαγγέλιο του 1840 με ασημένια εξώφυλλα, και πολλές παλιές εικόνες των οποίων οι αναγραφές είναι σε κυριλλική γραφή (κάτι που παραπέμπει σε Βούλγαρους αγιογράφους), περιλαμβάνονται στα πολύτιμα κειμήλια που φιλοξενεί στο εσωτερικό του ο Ιερός Ναός της Αγίας Τριάδος, στο Κάτω Θεοδωράκι του Κιλκίς. Ένας ιδιαίτερα όμορφος ναός που κατασκευάστηκε το 1804 και από το 1983 έχει ανακηρυχθεί διατηρητέο μνημείο. Αυτό που επιθυμούν οι άνθρωποι του χωριού που τον προσέχουν είναι να αναδειχτεί η σπουδαιότητά του και να ενταχθεί στον χάρτη του θρησκευτικού τουρισμού.

Το Κάτω Θεοδωράκι είναι ο τόπος καταγωγής του αείμνηστου ζωγράφου και λογοτέχνη Κώστα Λαχά (Λαχανίδη), του ανθρώπου με το ψηλό καπέλο και τη γκρίζα γενειάδα, όπως και του αείμνηστου επιχειρηματία, ιδιοκτήτη τηλεοπτικού σταθμού και γνωστής αλυσίδας Super Market, Βασίλη Χειμωνίδη.

Ο πρώτος εκ των δύο, ο οποίος έζησε τα περισσότερα χρόνια της ζωής του στη Θεσσαλονίκη, δεν παρέλειπε να αναφέρεται με κάθε ευκαιρία στον τόπο καταγωγής του, ενώ σε συνεντεύξεις του είχε παραδεχτεί πως κάποιες επιρροές στη ζωγραφική και το μετέπειτα ενδιαφέρον του για την βυζαντινή τέχνη, τις δέχτηκε από τις εικόνες που έβλεπε στην εκκλησία του χωριού του, την Αγία Τριάδα.

Η παλαιότερη εκκλησία του Κιλκίς

“ Η εκκλησία της Αγίας Τριάδος είναι τρίκλιτη βασιλική. Είναι η παλαιότερη σε λειτουργία εκκλησία του νομού Κιλκίς και μία από τις παλαιότερες της χώρας”, επισημαίνει ο “ ξεναγός” μας και ιδιοκτήτης καφεψητοπωλείου στην πλατεία του χωριού, Κώστας Πατράλης. Όπως λέει, μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, τα περισσότερα από τα κειμήλια που βρίσκονται στον ναό μεταφέρθηκαν το 1922 από πρόσφυγες που έφτασαν στην περιοχή από τον Πόντο. “ Ακόμη δεν μπορούμε να αντιληφθούμε τη δύναμη και την πίστη εκείνων των ανθρώπων. Είναι αξιοθαύμαστο αυτό που κατάφεραν και μέσα σε τόσο αντίξοες συνθήκες κουβάλησαν από τις πατρίδες τόσο μεγάλα και βαριά κειμήλια” λέει με θαυμασμό και συγκίνηση.

Δείχνοντάς μας την κολυμβήθρα, αναφέρει πως σ΄αυτήν γινόντουσαν βαφτίσεις μέχρι και τη δεκαετία του '60 και μάλιστα στο ίδιο σημείο που βρίσκεται μέχρι σήμερα, καθώς ήταν πολύ βαριά για να την μετακινούν. Η κολυμβήθρα βρίσκεται περίπου στη μέση της δεξιάς πλευράς του ναού, μπροστά από μια σχετικά μικρή ξύλινη πόρτα βάρους 350 κιλών, βαμμένη εσωτερικά με γαλάζια λαδομπογιά. “ Την λέμε “ αγιορείτικη πόρτα” γιατί μοιάζει με αυτές του Αγίου Όρους”, εξηγεί και με την αφορμή αυτή, ξεδιπλώνει μια πονεμένη πλευρά σχετικά με τη συντήρηση του ναού και των αντικειμένων που βρίσκονται εντός του. «Στην ανακαίνιση του ναού που έγινε το 1978, δηλαδή λίγα χρόνια πριν την ανακήρυξή του σε διατηρητέο μνημείο, οι άνθρωποι που ενεπλάκησαν, προφανώς από άγνοια, άρχισαν να βάφουν ό,τι βάφεται», λέει. «Έτσι έβαψαν την “ αγιορείτικη πόρτα”, έβαψαν τοίχους και κολώνες, όπως έβαψαν και τα στασίδια του ναού, για να τα σώσουν από τον... σκόρο. Μόνο που τα στασίδια έχουν την ίδια ηλικία με τον ναό και, όπως καταλαβαίνετε, θα έπρεπε να τύχουν άλλης περιποίησης», σχολιάζει ο κ.Πατράλης. Θυμάται πως τα μέλη της επιτροπής της 3ης εφορίας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων που ήρθαν το 1982 με πρωτοβουλία του Κώστα Λαχά για αυτοψία στον ναό, μίλησαν για... «έγκλημα»!

Θύματα των βαφέων όμως έπεσαν και πολλές αγιογραφίες που κοσμούσαν τους τοίχους και τις κολώνες του ναού. Σοβάς και ασβέστης “ έθαψαν” από κάτω τους ανεκτίμητα έργα. «Οι άνθρωποι δεν ξέρανε και, με τα χρόνια, θέλοντας να την περιποιηθούν πήγαν και την ασβέστωσαν όλη», σχολιάζει ο “ ξεναγός” μας και συμπληρώνει «Τα τελευταία χρόνια έγιναν προσπάθειες να απομακρυνθεί ο ασβέστης και να αποκαλυφθούν οι αγιογραφίες, αλλά αυτό κοστίζει πολλά. Τώρα γίνονται κάποιες ενέργειες για να ενταχθεί το έργο σε κάποιο πρόγραμμα ΕΣΠΑ. Υπολογίζεται ότι απαιτείται ένα κονδύλι της τάξης των 30.000 ευρώ».

Χρυσοκέντητος Επιτάφιος

Και η ξενάγηση στο χώρο συνεχίζεται. Δεν ξέρουμε τι να πρωτοσημειώσουμε. Είναι τόσοι πολλοί οι «θησαυροί» του ναού και τόσα πολλά αυτά που έχει να πει ο κ.Πατράλης, δείγμα της αγάπης που τρέφει για την εκκλησία και το χωριό του, για τον τόπο του. Στις πολύτιμες εικόνες που φιλοξενεί ο ναός της Αγίας Τριάδος περιλαμβάνεται και ο χρυσοκέντητος στο χέρι επιτάφιος που έφεραν το ΄22 οι πρόσφυγες από το Σταυρίν του Πόντου. «Κι αυτοί», όπως θυμάται να του λένε οι παλαιότεροι, «το είχαν κληρονομήσει από τους δικούς τους παππούδες». Είναι κρεμασμένος στον αριστερό τοίχο του ναού, από τη μεριά των γυναικών. Υπολογίζεται πως είναι τουλάχιστον 700 ετών.

Η Δευτέρα Παρουσία

Δεξιά μπαίνοντας στον ναό ο επισκέπτης βλέπει μια μεγάλη και εντυπωσιακή ζωγραφιά με θέμα τη Δευτέρα Παρουσία. «Καθηγητής πανεπιστημίου που επισκέφθηκε πριν χρόνια τον ναό, μας είπε πως όμοιά της δεν υπάρχει πουθενά», λέει ο κ.Πατράλης. Ο ίδιος καθηγητής τους είχε πει πως «υπάρχει μία, όμως πολύ μικρότερου μεγέθους, σε μοναστήρι της Ρωσίας».

Η μόνη παρέμβαση που έγινε στην εικόνα, σύμφωνα με τον κ.Πατράλη είναι ότι η κόκκινη φλόγα που υπάρχει περίπου στο μέσο αυτής έχει φρεσκαριστεί από τους αγιογράφους. Αυτός είναι ο λόγος που το χρώμα της φαίνεται πιο έντονο απ΄ ό,τι τα άλλα.

«Ήταν κατάμαυρη η εικόνα όταν αποφάσισαν να την καθαρίσουν. Όταν την πήραν ήμουν πιτσιρικάς, 5-6 χρονών. Την πακετάρισαν, την σφράγισαν με βουλοκέρι και την πήρανε με τη συνοδεία της αστυνομίας», θυμάται ο κ.Πατράλης.

Όπου κι αν στρέψει το βλέμμα του, ό,τι και να δει, κάτι έχει να μας πει. Έτσι μαθαίνουμε πως:

1. Ο ναός χτίστηκε το 1804 αλλά το τέμπλο το 1807 και το καμπαναριό το 1817.

2. Οι σκάλες που κατεβαίνεις για να εισέρθεις στον ναό κατασκευάστηκαν αργότερα κι αυτό γιατί οι Βούλγαροι έμπαιναν στην εκκλησία με τα άλογά τους και δημιουργούσαν προβλήματα. Έτσι οι ντόπιοι αντικατέστησαν την κεκλιμένη ράμπα που υπήρχε μέχρι τότε με σκάλες, ώστε να μην μπορούν να κατεβαίνουν τ΄ άλογα.

3. Συνολικά 15 εικόνες της εκκλησίας είναι κυριλλικής γραφής.

4. Οι βουλγάρικες εικόνες είναι τελείως διαφορετικής τεχνοτροπίας. Ανάμεσά τους είναι δύο εικόνες, τοποθετημένες ψηλά στο τέμπλο. Είναι “ Η ανάσταση” και “ Η προδοσία του Ιούδα». Οι συγκεκριμένες εικόνες έχουν γίνει από Βούλγαρο καλλιτέχνη. Είναι εμφανείς οι διαφορές στη μορφή που έχουν οι άγιοι στις εικόνες αυτές.

5. Ο ναός είχε γυναικωνίτη αλλά τον γκρέμισαν το 1960 γιατί είχαν αρχίσει να σαπίσουν τα σανίδια και υπήρχε κίνδυνος κατάρρευσης και τραυματισμών.

6. Λίγα χρόνια μετά την κατασκευή του και για περίπου 50 χρόνια ο ναός λειτούργησε ως μοναστήρι (1820-1870)

7. Ο ναός έχει τρομερή ακουστικότητα γιατί μέσα στους τοίχους του έχουν τοποθετηθεί σπασμένα πλιθιά κι αυτά, όπως λέει ο κ.Πατράλης, βοηθούν στην καλύτερη μεταφορά του ήχου. Σύμφωνα με τον ίδιο: «Όταν ψάλλουν οι ιερείς χωρίς μικρόφωνο ο ήχος είναι υπέροχος. Λες και βρίσκεσαι σε θέατρο!»

8. Υπάρχει φωτογραφία του 1915 που βρέθηκε σε μουσείο του Παρισιού και δείχνει, στο βάθος την εκκλησία του χωριού και μπροστά Γάλλους στρατιώτες που ήρθαν στην περιοχή ως ειρηνευτική δύναμη για να φύγουν οι Βούλγαροι. Αντίγραφο της φωτογραφίας κρέμεται στο καφενείο της πλατείας.

Φύλαξη

Με τόσους πολύτιμους θησαυρούς εύλογα αναρωτιέται κανείς: Πως φυλάσσονται τόσα πολλά και σπάνια κειμήλια; Όπως φαίνεται, όμως, έχουσιν γνώσιν οι φύλακες! Η ασφάλειά τους στηρίζεται σε σύγχρονα συστήματα συναγερμού αλλά και στο προσωπικό ενδιαφέρον του κάθε συγχωριανού. «Καθένας ξεχωριστά και όλοι μαζί είμαστε οι φύλακες της εκκλησίας μας!» λέει ο κ.Πατράλης, καθώς σβήνει τα φώτα του ναού.

Η ξενάγηση ολοκληρώθηκε!

Παραλειπόμενα: Σε συζήτηση που ακολούθησε στην πλατεία του χωριού, έγινε γνωστό ότι η αμέσως νεότερη της Αγίας Τριάδας εκκλησία του Νομού Κιλκίς είναι του Άϊ-Γιώργη. Λειτουργεί από το 1817!

Λίγα στοιχεία για το Κάτω Θεοδωράκι
.
Το χωριό βρίσκεται κοντά στα σύνορα του Νομού Κιλκίς με τον Νομό Σερρών. Μαζί με το Άνω Θεοδωράκι αποτελούν την τοπική κοινότητα Κάτω Θεοδωρακίου. Υπάγεται στη δημοτική ενότητα Κρουσσών του Δήμου Κιλκίς. Απέχει 75 χιλιόμετρα από τη Θεσσαλονίκη και 25 από την πόλη του Κιλκίς. Μετά τους Βαλκανικούς πολέμους και την ανταλλαγή πληθυσμών εγκαταστάθηκαν εκεί 104 προσφυγικές οικογένειες από περιοχές του Πόντου. Σήμερα οι μόνιμοι κάτοικοι υπολογίζονται σε περίπου 60 τον χειμώνα, αριθμός που το καλοκαίρι αυξάνεται σε 150. Οι περισσότεροι είναι συνταξιούχοι του ΟΓΑ. Ελάχιστοι ασχολούνται ακόμη με τη γεωργία. Από το 2009 ο κεντρικός δρόμος του χωριού ονομάζεται: «Οδός Κώστα Λαχά» και η κεντρική πλατεία: «Πλατεία Βασίλη Χειμωνίδη».

Μπάμπης Γιαννακίδης

26 Ιουνίου, 2022

Ο Φίλιππος στη Μονή της Παναγίας της Μπαλουκλιώτισσας

 Το παραμυθοδιήγημα της εβδομάδας στον «Λακωνικό Τύπο».

Ο Φίλιππος στη μονή της Παναγίας της Μπαλουκλιώτισσας

(Παναγία του Μπαλουκλί ή Ζωοδόχος Πηγή - Κωνσταντινούπολη)

Μια φορά κι έναν καιρό[1], ήταν ένα παλικάρι, ο Φίλιππος. Ζούσε στην Αλεξανδρούπολη κι ήταν έμπορας κρασιού. Οι γονείς του ήταν πρόσφυγες από το Αϊβαλί. Ήθελε να πάει στην Κωνσταντινούπολη στην Παναγία τη Μπαλουκλιώτισσα. Από παιδί άκουγε τη ''βάβω'' του να διηγείται θρύλους για μονές, εκκλησίες και αγιάσματα της Πόλης.

Μια μέρα ο Φίλιππος είπε στους γονιούς του: «Θα πάω στην Πόλη για να πουλήσω τη σοδειά του κρασιού. Θέλω να πάω και στο Μπαλουκλί». Ο πατέρας του είπε: «Να πας, μα να προσέχεις. Είναι μεγάλη πολιτεία με λογής-λογής ανθρώπους». Η ''βάβω'' του χάρηκε, σαν το άκουσε. Την έπιασε νοσταλγία για τις ομορφιές και τα παζάρια της Πόλης.       

Το άλλο πρωί ο Φίλιππος ετοίμασε το κάρο. Έπειτα δρόμο πήρε, δρόμο άφησε για να φτάσει στην Πόλη. Σαν προχώρησε, συναντάει έναν γέρο οδοιπόρο. Ήταν κατάκοπος. Ο Φίλιππος του είπε: «Που πηγαίνεις;» Ο οδοιπόρος αποκρίθηκε: «Πάω στη Ραιδεστό, στη φαμελιά μου. Εσύ, παλικάρι;» «Πάω στην Πόλη. Ανέβα στο κάρο! Θα σε αφήσω στη Ραιδεστό…». Ο γέρος ανέβηκε στο κάρο και προχώρησαν μαζί.

Στο δρόμο ο γέρος τον ρώτησε: «Είσαι έμπορας;» Ο Φίλιππος είπε: «Ναι. Πάω να πουλήσω κρασί στην Πόλη. Θέλω να πάω και στην Παναγία του Μπαλουκλί».

Ο άνδρας είπε: «Έχω πάει στη μονή του Μπαλουκλί. Βρίσκεται έξω από τα τείχη της Κωνσταντινούπολης προς την δυτική πύλη της Σηλυβρίας[2]. Εκεί υπήρχαν τα ‘‘Παλάτια των Πηγών’’, όπου αφθονούσαν τα ψάρια. Πήγαιναν οι αυτοκράτορες την άνοιξη, γιατί είχε ωραία φύση και για να ξεχάσουν τις έγνοιες τους».

Ο Φίλιππος τον ρώτησε: «Τι ξέρεις για το αγίασμα της Παναγίας της Ζωοδόχου Πηγής;» Ο άνδρας είπε: «Η παράδοσή λέει ότι γύρω στο 450 ένας στρατιώτης, ο Λέων, περνούσε τα μέρη που βρίσκεται η μονή. Άκουσε έναν τυφλό που ζητούσε νερό. Ο Λέων συλλογιόταν πού να βρει νερό[3]. Έψαξε για πηγή, αλλά δεν βρήκε. Λυπήθηκε που δεν μπόρεσε να βοηθήσει τον τυφλό.

Τότε άκουσε μια γυναικεία φωνή, μα δεν είδε καμία γυναίκα. Η φωνή είπε: «Βασιλιά Λέοντα, προχώρα μέσα στο δάσος. Πάρε με τις χούφτες σου νερό, για να ξεδιψάσεις τον τυφλό και πλύνε τα μάτια του. Τότε θα γνωρίσεις ποιά είμαι εγώ που μένω στο μέρος αυτό».

Ο Λέων στην αρχή σάστισε. Ύστερα έκανε ό,τι του είπε η φωνή. Προχώρησε και βρήκε την πηγή. Έβρεξε τα μάτια του τυφλού και βρήκε το φως του. Ο Λέων κατάλαβε πως η φωνή και το θαύμα ήταν της Παναγίας. Μα παραξενεύτηκε που η φωνή τον αποκάλεσε ‘‘Βασιλιά’’, γιατί τότε ήταν απλός στρατιώτης.

Μετά από χρόνια, ο στρατιώτης έγινε ο αυτοκράτορας Λέων ο Μέγας. Από ευγνωμοσύνη στην Παναγία έκτισε, εκεί που βρήκε το νερό, εκκλησιά. Την ονόμασε «Πηγή» κι έγινε αγίασμα. Η Χάρις της Παναγίας και η θαυματουργία του αγιάσματός έκαναν την εκκλησιά ξακουστό προσκύνημα. Άλλοι λένε ότι τη μονή της ‘‘Ζωοδόχου Πηγής’’ και την εκκλησιά[4] την έκτισε ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός. Εκεί που κυνηγούσε, είδε σε όραμα ένα παρεκκλήσι και έναν παπά μπροστά σε μια πηγή. Ο παπάς του είπε: ‘‘Αυτή είναι η πηγή των θαυμάτων’’.

Το 559 ο Ιουστινιανός θεραπεύτηκε από λιθίαση με το αγίασμα της πηγής. Τότε έκτισε γύρω από την εκκλησιά ανδρικό μοναστήρι με υλικά που είχαν περισσέψει από την Αγιά Σοφιά. Η μονή ονομάστηκε ‘‘Ζωοδόχος Πηγή του Μπαλουκλί’’. Εκεί γίνονταν πολλά θαύματα[5]. Το θαυματουργό αγίασμα βρίσκεται στο υπόγειο της εκκλησιάς της μονής[6].

Ο Φίλιππος ρώτησε: «Γιατί ονομάστηκε ‘‘Παναγία του Μπαλουκλί’’;  Ο άνδρας είπε: «Μπαλουκλί σημαίνει ‘‘τόπος με ψάρια’’. Στην δεξαμενή της πηγής του αγιάσματος υπήρχαν ψάρια. ‘‘Μπαλούκ’’ στα τουρκικά είναι το ψάρι. Η παράδοση λέει ότι στις 29 Μαΐου του 1453 ο ηγούμενος της μονής του Μπαλουκλί τηγάνιζε ψάρια. Κάποιος του έφερε την είδηση: ‘‘Πήραν την Πόλη οι Τούρκοι’’. Ο ηγούμενος είπε: ‘‘Μόνο αν η Παναγία το επιτρέψει, θα πέσει η Πόλη Της σε ξένα χέρια. Θα το πιστέψω αν τα ψάρια, που τηγανίζω, φύγουν από το τηγάνι και πέσουν στο αγίασμα’’.

Τότε τα ψάρια ζωντάνεψαν. Πετάχτηκαν από το τηγάνι, έπεσαν στο νερό και κολυμπούσαν». Κι είναι ως τα σήμερα, λένε, ζωντανά εκείνα τα ψάρια στο Μπαλουκλί. Θα φαίνονται έτσι μισοτηγανισμένα, μέχρι να έρθει η ώρα να πάρουμε πίσω την Πόλη. Τότε θα πάει ένας άλλος καλόγερος να τα αποτηγανίσει».

Ο Φίλιππος είπε: «Γνωρίζω το θρύλο με τα ψάρια. Η βάβω μου έλεγε ένα ποίημα[7] για το ‘‘Μπαλουκλί’’ που λέει:  

Σαράντα μέρες πολεμά ο Μωχαμέτ να πάρη την Πόλη την μεγάλη.
Σαράντα μέρες έκαμεν ο ηγούμενος το ψάρι στα χείλη του να βάλη.
Απ’ τες σαράντα κι ύστερα, πεθύμησε να φάγη τηγανισμένο ψάρι.
–Αν μας φυλάγει η Παναγιά καθώς μας εφυλάγει, την Πόλη ποιος θα πάρη;
Ρίχτει τα δίχτυα στον γιαλό, τρία ψαράκια πιάνει, –Θεός να τα βλογήση!
Το λάδι βάλλει στην φωτιά μες στ’ αργυρό τηγάνι, για να τα τηγανίση.
Τα τηγανίζ’ από την μια, και πά’ να τα γυρίση κι από το άλλο μέρος.
Ο παραγιός του βιαστικά πετά να του μιλήση, και τάχασεν ο γέρος!
–Μην τηγανίζης, γέροντα, και μόσχισε το ψάρι στην Πόλη την μεγάλη!
Την Πόλη την εξακουστή οι Τούρκοι έχουν πάρει, μας κόβουν το κεφάλι!
–Στην Πόλη Τούρκου δεν πατούν κι Αγαρηνού ποδάρια! Με φαίνεται σαν ψεύμα!
Μ’ αν είν’ αλήθεια το κακό, να σηκωθούν τα ψάρια να πέσουν μες στο ρεύμα!
Ακόμ’ ο λόγος βάσταγε, τα ψάρι’ απ’ το τηγάνι, την μια μεριά ψημένα,
πηδήξανε κι επέσανε στης λίμνης την λεκάνη, γερά, ζωντανεμένα.
Ακόμ’ ώς τώρα πλέουνε, κόκκιν’ από το μέρος, όπου τα είχε ψήσει.
Φυλάγουν το Βυζάντιο ν’ αναστηθή κι ο γέρος να τ’ αποτηγανίση.
          
Ο άνδρας συγκινήθηκε με το ποίημα. Είπε: «Να είσαι καλά, παλικάρι. Δεν κατέχω γράμματα, αλλά αυτό που άκουσα μίλησε στην καρδιά μου. Τούτο θα πει πως είναι καλό».

Αυτά συζητούσανε οι δυο τους, μέχρι που φτάσανε στη Ραιδεστό. Ο άνδρας είπε στο Φίλιππο: «Σε ευχαριστώ, που με έφερες ως εδώ. Πάμε μέχρι το φτωχικό μου. Αν ποτέ χρειαστείς κάτι, να έρθεις να με βρεις». Έτσι, φτάσανε στο σπίτι του άνδρα. Αποχαιρετίστηκαν και ο Φίλιππος πήρε πάλι το δρόμο για την Πόλη.

Σαν έφτασε εκεί το παλικάρι, κόντευε να βραδιάσει. Σάστισε με όσα είδε γύρω του. Υπήρχαν μαγαζιά κάθε λογής, ζαχαροπλαστεία, μαγειρεία, εμπορικά, καθώς και μικροπωλητές στους δρόμους που διαλαλούσαν την πραμάτεια τους: κουλουράδες, νερουλάδες, σαλεπιτζήδες, καστανάδες, Κόσμος πολύς… Κάποιοι περπατούσαν, άλλοι πήγαιναν με άμαξες κι άλλοι με κάρα ή με τα ζωντανά τους φορτωμένα. Πολλά από τα σπίτια ήταν όμορφα αρχοντικά και οι φορεσιές των ανθρώπων ολότελα διαφορετικές.

Ο Φίλιππος μαγεύτηκε, σαν είδε τα πλεούμενα, μικρά και μεγάλα, στη θάλασσα του Μαρμαρά. Είπε: «Δεν πίστευα ότι θα αντίκριζα τόση ομορφιά». Όπου κι αν έριχνε το βλέμμα του, όλα ήταν πανέμορφα. Μα βράδιαζε πια κι είχε αποκάμει από το δρόμο. Έψαξε και βρήκε ένα πανδοχείο. Είπε στον πανδοχέα: «Φρόντισε το άλογό μου, ετοίμασέ μου δωμάτιο και κάτι για να φάω». Εκείνος το έκανε. Αφού έφαγε το παλικάρι, πήγε να κοιμηθεί.

Την άλλη μέρα, ο Φίλιππος ξύπνησε χαράματα. Ήθελε να δει την Πόλη και πως εμπορεύονταν εκεί. Έπρεπε να βρει αγοραστές για τα κρασιά του. Πήρε τους δρόμους. Είδε τι και πως… Ύστερα γύρισε στο πανδοχείο και ρώτησε τον πανδοχέα: «Που είναι η μονή του Μπαλουκλί;» Εκείνος αποκρίθηκε: «Είναι κοντά, μα αν δεν ξέρεις το δρόμο, θα χαθείς. Θα σε πάει ο αμαξάς μου». Έτσι, ο πανδοχέας έδωσε εντολή στον αμαξά να ετοιμαστεί.

Ο Φίλιππος μπήκε στην άμαξα και πήγαν στο μοναστήρι[8] της Παναγίας της Μπαλουκλιώτισσας. Σαν έφτασαν, μπήκε στον περίβολο της μονής. Τον υποδέχτηκε μια καλόγρια. Τον οδήγησε μέσα στην εκκλησιά μπροστά στην εικόνα της Ζωοδόχου Πηγής. Ο Φίλιππος στάθηκε εκεί κάμποση Κοιτούσε την εικόνα της Παναγίας[9].

Του ήρθανε μνήμες από τις διηγήσεις της ''βάβως'' του για την Πόλη, το Αϊβαλί, τη Σμύρνη, τον ξεριζωμό, την προσφυγιά. Προσκύνησε κι είπε: «Σώπασε κυρά Δέσποινα και μην πολυδακρύζεις, πάλι με χρόνους με καιρούς, πάλι δικά μας θα είναι». Ύστερα, το παλικάρι κατέβηκε στο υπόγειο της εκκλησιάς και πήρε αγίασμα για να το πάει στη φαμελιά του.

Τρεις μέρες και τρεις νύχτες έμεινε στην Πόλη ο Φίλιππος. Πούλησε το εμπόρευμά του, επισκέφτηκε την Αγία Σοφιά κι ύστερα πήρε το δρόμο του γυρισμού για την Αλεξανδρούπολη. Ποτέ δεν ξέχασε το ταξίδι του εκεί. Κι έζησε αυτός καλά κι εμείς καλύτερα.

Δήμητρα Μπουμποπούλου

[1] Το παραμύθι εκτυλίσσεται γύρω στα ενενήντα χρόνια πριν την εποχή που τώρα ζούμε.
[2] Η πύλη της Πηγής (ή Πύλη Σηλυβρίας) πήρε το όνομά της από το μοναστήρι της Ζωοδόχου Πηγής, γνωστό στα Τουρκικά ως Μπαλουκλί. Βρίσκεται σε δασώδη έκταση έξω από τα τείχη απέναντί της.  Από την Πύλη της Πηγής πραγματοποίησε το 1261 την αιφνιδιαστική του επίθεση ο Αλέκος Στρατηγόπουλος, ο στρατηγός του Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου κι ελευθέρωσε την Πόλη από τη Λατινική κατοχή. Αυτή ήταν η πιο λαμπρή και τελευταία στρατιωτική επιχείρησή του. Ο στρατηγός ηττάται σε όλες τις επόμενες μάχες, αιχμαλωτίζεται και να παραμείνει ταπεινωμένος μέχρι το θάνατό του.
[3] Πηγή: διαδίκτυο:  www.pemptousia.gr
[4] Πηγή: διαδίκτυο: dogma.gr - Ο Ναός αυτός στην Βασιλεύουσα κατέρρευσε τον 15ο αιώνα. Σύμφωνα με μαρτυρίες το 1547 ο Ναός δεν υπήρχε πια. Υπήρχε μόνον το αγίασμα. Το 1833 ο Πατριάρχης Κωνστάντιος ο Α΄ με άδεια του Σουλτάνου ξαναέκτισε τον Ναό πάνω στα ερείπια του παλαιού. Έτσι, στις 2 Φεβρουαρίου του 1835, ο Πατριάρχης Κωνστάντιος, με 12 ακόμη Αρχιερείς εγκαινίασαν τον νέο Ναό της Ζωοδόχου Πηγής, στο Μπαλουκλί.
[5] Πηγή: διαδίκτυο: dogma.gr - Θαύματα μαρτυρούνται σε οικογένειες ευγενών της αυτοκρατορίας, με χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτό της λύσεως της στειρώσεως της αυτοκράτειρας Ζωής, που μετά από θαύμα της Ζωοδόχου Πηγής γέννησε τον Κωνσταντίνο τον Πορφυρογέννητο, μετέπειτα αυτοκράτορα του Βυζαντίου. Στον ναό αυτό θεραπεύθηκαν οι αυτοκράτορες Ιουστινιανός, Λέοντας ο Σοφός, Ρωμανός Λεκαπηνός, ο Ανδρόνικος Γ, ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Στέφανος, ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Ιωάννης, βασίλισσες και ανώτατοι αξιωματούχοι της αυτοκρατορίας, κληρικοί, μοναχοί και πολλοί απλοί Χριστιανοί. Τον 14ο αιώνα ο Νικηφόρος Κάλλιστος γράφοντας για το αγίασμα της Πηγής, παραθέτει έναν κατάλογο 63 θαυμάτων./Θεραπεύθηκαν θαυματουργικά στη Ζωοδόχο Πηγή: κάποια Γλυκερία ονόματι, συγγενής της αυτοκράτειρας Θεοδώρας, συζύγου του Ιουστινιανού, κάποια Ευδοκία, αδελφή του Αυτοκράτορος Μαυρικίου, επίσης η αυτοκράτειρα Ειρήνη. Αυτή από ευγνωμοσύνη έβαλε και ζωγράφισαν ξανά τις Εικόνες της Θεοτόκου και του Σωτήρος, που είχαν καταστρέψει οι Εικονομάχοι Βασιλείς.  Η αυτοκράτειρα Θεοδώρα προσέφερε χρυσά ιερά σκεύη, γιατί η Παναγία θεράπευσε την κόρη της από «ατάκτους» πυρετούς.
[6] Αποτελείται από μαρμαρόκτιστη πηγή, το νερό της οποίας θεωρείται αγιασμένο. Η Εκκλησία καθιέρωσε την εορτή της Ζωοδόχου Πηγής, την Παρασκευή της Διακαινησίμου Εβδομάδας.
[7] Το ποίημα: «Το Μπαλουκλί» (ή Τα ψάρια της Ζωοδόχου Πηγής) είναι το Γεώργιου Βιζυηνού που καταγόταν από τη Βιζύη της Ανατολικής Θράκης. (Γεώργιος Βιζυηνός, Tο τέλος του παραμυθιού ή η αρχή του ονείρου, εκδόσεις Eρμής, 2001)
[8] Πηγή: Διαδίκτυο: monastiria.gr - Το Καθολικό της Ιεράς Μονής Μπαλουκλί και το μοναστηριακό  συγκρότημα κατά τα χρόνια της Αλώσεως έπαθαν σοβαρές ζημιές από τους Οθωμανούς. Μετά την άλωση το Μοναστήρι εγκαταλείπεται, για να ξαναρχίσει η ζωή κι η λειτουργία του το 1727 επί Μητροπολίτου Δέρκων Νικοδήμου και Πατριάρχου Παϊσίου του Β΄, όπου χτίζεται ένας μικρός ναός κι έτσι ξαναρχίζουν οι Λειτουργίες και οι ακολουθίες. / Το 1821, ο Ναός παθαίνει και πάλι σημαντικές καταστροφές από τους Γενίτσαρους. Μετά από 12 χρόνια ο Πατριάρχης Κωνστάντιος ο Α΄ ζητάει την άδεια για την ανέγερση του Ναού. Ο Σουλτάνος Μαχμούτ ο Β΄ το 1833 εκδίδει το Φιρμάνι κι έτσι αρχίζει η ανοικοδόμηση του Ναού και των Κελιών. / Το μοναστήρι της Ζωοδόχου Πηγής δέχτηκε τις επιθέσεις του φανατισμένου τουρκικού όχλου τη νύχτα της 6ης προς 7ην  Σεπτεμβρίου του 1955, όπου καταστράφηκε ο Ναός, ενώ λεηλατήθηκαν και οι τάφοι των Πατριαρχών, που από το 1860 περίπου και μετά θάπτονται εκεί.
[9] Η εικόνα της Ζωοδόχου Πηγής παρουσιάζει την Παναγία μέσα σε ένα σιντριβάνι από όπου χύνεται άφθονο νερό. Βαστάει στην αγκαλιά της τον Χριστό που ευλογεί. Δύο άγγελοι στεφανώνουν την Παναγία. Κρατούν ειλητάριο που γράφει: «Χαίρε ότι υπάρχεις βασιλέως καθέδρα, χαίρε ότι βαστάζεις τον Βαστάζοντα πάντα».      

https://lakonikos.gr/plus/item/160593-o-filippos-sti-moni-tis-panagias-tis-baloukliotissas

25 Ιουνίου, 2022

Κουφονήσια: Αν Υπάρχει Παράδεισος στη Γη Τότε Σίγουρα Βρίσκεται στις Μικρές Κυκλάδες

 Σήμερα, φτάνοντας στο Πάνω Κουφονήσι βλέπεις ν’ απλώνεται μπροστά στα μάτια σου η απαράμιλλου κάλλους Χώρα.

Κουφονήσια: Αν υπάρχει Παράδεισος στη Γη, τότε σίγουρα βρίσκεται στις Μικρές Κυκλάδες!

Εισέρχεσαι στον κεντρικό, σε σχήμα τόξου και «πνιγμένο» στα μικρομάγαζα, δρόμο και χάνεσαι στα σοκάκια.

Κουφονήσια: Αν υπάρχει Παράδεισος στη Γη, τότε σίγουρα βρίσκεται στις Μικρές Κυκλάδες!

Κουκλίστικα ταβερνάκια, τουριστικά καταστήματα και παραδοσιακά σπίτια συνθέτουν έναν πανέμορφο πίνακα ζωγραφικής!
Κουφονήσια: Αν υπάρχει Παράδεισος στη Γη, τότε σίγουρα βρίσκεται στις Μικρές Κυκλάδες!

H εμπορική κίνηση είναι πιο ήρεμη στο τέλος του «τόξου», στην πίσω πλευρά, όπου την παράσταση κλέβει το ουζερί πάνω στο κύμα.

Κουφονήσια: Αν υπάρχει Παράδεισος στη Γη, τότε σίγουρα βρίσκεται στις Μικρές Κυκλάδες!

Ένα απόγευμα στον Μύλο -cafe στην αυλή ενός παλιού ανεμόμυλου- επιβάλλεται, όπως κι ένα ποτό στο Σορόκο, στο βράχο δεξιά του λιμανιού, αγναντεύοντας τα πλοία που έρχονται και φεύγουν. Σε καμία περίπτωση μην «αποφύγεις» τους λουκουμάδες, οι οποίοι σερβίρονται παντού.

Κουφονήσια: Αν υπάρχει Παράδεισος στη Γη, τότε σίγουρα βρίσκεται στις Μικρές Κυκλάδες!

Ίσως ο πιο «ασφαλής» τρόπος για να περιγράψει κανείς τον «πρωταγωνιστή» των Μικρών Κυκλάδων είναι να πει ότι πρόκειται για μία απέραντη ακρογιαλιά, η οποία απλώς αλλάζει ονομασία ανά 500 με 1.000 μ.

Κουφονήσια: Αν υπάρχει Παράδεισος στη Γη, τότε σίγουρα βρίσκεται στις Μικρές Κυκλάδες!

Εδώ συναντάς κάθε είδους κόσμο∙ νεολαία που συνωστίζεται σε beach bars, ανθρώπους που «ταξιδεύουν» με ένα βιβλίο και άλλους που επιδίδονται σε θαλάσσια σπορ…

Κουφονήσια: Αν υπάρχει Παράδεισος στη Γη, τότε σίγουρα βρίσκεται στις Μικρές Κυκλάδες!

Απ’ το Φοίνικα μέχρι την Πλατιά Πούντα και το Πορί, η θάλασσα είναι απλά μαγευτική.

https://newsthessaloniki.gr/koyfonisia-an-yparchei-paradeisos-sti-gi-tote-sigoyra-vrisketai-stis-mikres-kyklades/

23 Ιουνίου, 2022

Ιερά Μονή Αγίων Αναργύρων Αταλάντης

Στις πλαγιές του όρους «Χλωμός» σε απόσταση 7 χλμ. από την Αταλάντη ευρίσκεται η Ιερά Μονή των Αγίων Αναργύρων, ένα από τα μεγαλύτερα προσκυνηματικά κέντρα της της Λοκρίδος.

Ο χρόνος της ιδρύσεως της Μονής δεν είναι προσδιορισμένος. Από το συναξάρι των δύο τοπικών αγίων, Οσίου Δαβίδ του Γέροντος και Οσίου Σεραφείμ έχει γίνει γνωστό οτι οι δύο μόνασαν έδώ και εξ αυτού του λόγου συμπεραίνεται ότι τον 16ο αιώνα πού έζησαν οι Όσιοι, η Μονή ήταν σε ακμή.

Όπως αποδεικνύεται από τις ανασκαφές η Μονή είχε οχυρωματική μορφή μέ τεράστιο τείχος και στη Βόρεια πλευρά του Καθολικού τα κελιά των Μοναχών με πολλές στοές και υπόγειες αίθουσες.

Στην ανοικοδόμησή της εχρησιμοποιήθησαν υλικά από αρχαία Ιερά. Το Καθολικό ήταν Βυζαντινού ρυθμού με τεράστιους κίονες από πωρόλιθο λείψανα των οποίων υπάρχουν σήμερα στην αυλή.

Η προσφορά της στον απελευθερωτικό αγώνα του 1821 ήταν πολύ μεγάλη. Σε πολλά έγγραφα των Γενικών Αρχείων του Κράτους (το αρχαιότερο είναι το 1710) γίνεται λόγος για τα κτήματα της Μονής και την επιμονή των κατοίκων της Αταλάντης μετά τη διάλυσή της (1833) να επαναλειτουργήσει.

Ύστερα από 170 χρόνια εγκαταλείψεως επανιδρύθηκε το έτος 2000 με οκταμελή αδελφότητα καλογριών.

Στη μονή και στους Αγίους Αναργύρους αποδίδεται το 1918 η σωτηρία της Αταλάντης.

Στην Ιερά μονή φυλάσσονται η θαυματουργή Ιερά Εικόνα καθώς και τα Ιερά Λείψανα των Αγίων Αναργύρων.

Εορτάζει και τιμά τους Αγίους την 1η Ιουλίου, την 1η Νοεμβρίου και την 12η Νοεμβρίου.

https://www.dogma.gr/diafora/iera-moni-agion-anargyron-atalantis/146149/

16 Φεβρουαρίου, 2022

Η Ιερά Μονή Αγίου Αντωνίου Απεζανών


Διαβάστε τι λέει η παράδοση για την ίδρυση της μονής.

Η Μονή του Αγίου Αντωνίου Απεζανών είναι κτισμένη σε ένα βραχώδες υψίπεδο των Αστερουσίων Όρεων, σε υψόμετρο 440m, περίπου 63km νότια του Ηρακλείου. Από το σημείο αυτό ξεκινάει η μεγάλη κοιλάδα του Αντισκαρίου που καταλήγει στα Πλατειά Περάματα.
Η πρόσβαση στην μονή γίνεται με χωματόδρομο, είτε από την Πλώρα είτε στρίβοντας από τον δρόμο που οδηγεί στους Καλούς Λιμένες (ξεκινήστε από την Πόμπια). Και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει σχετική πινακίδα.
Η μονή λειτουργεί ως ανδρικό μοναστήρι και είναι από τις παλαιότερες στην Κρήτη. Ήταν κτισμένη με φρουριακή αρχιτεκτονική, αν και ο φρουριακός της χαρακτήρας έχει υποστεί μεγάλες αλλοιώσεις από τις άστοχες παρεμβάσεις των αρχών του 20ου αιώνα. Το φρούριο ήταν ορθογώνιο και σχηματιζόταν από τους εξωτερικούς τοίχους των κτιρίων. Επίσης, προστατευόταν από πύργους με κανόνια και γι’ αυτό μάλιστα ονομαζόταν Τοπλού Μοναστήρ από τους Τούρκους (τοπ=κανόνι), όπως ακριβώς και η Μονή Παναγίας Ακρωτηριανής στη Σητεία.
Το καθολικό της μονής, που βρίσκεται κι αυτό στην άκρη του περιβόλου (κι όχι στο κέντρο του όπως συνηθίζεται) είναι τρίκλιτο, κτισμένο στη θέση παλαιότερου ναού του Αγίου Αντωνίου. Τα τρία κλίτη είναι αφιερωμένα στον Άγιο Αντώνιο (17 Ιανουαρίου), στην Μεταμόρφωση του Σωτήρος (6 Αυγούστου) και στους Τρείς Ιεράρχες (30 Ιανουαρίου). Το υπέροχο ξυλόγλυπτο τέμπλο της εκκλησίας αντανακλάει τον πλούτο που είχε κάποτε η Μονή, ενώ πιστεύεται ότι μια εικόνα του ανήκει στον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο (El Greco). Επίσης, στο μοναστήρι ανήκει η εικόνα του Αγίου Αντωνίου, έργο του Μιχαήλ Δαμασκηνού (1535-1593).
Δίπλα στον ναό βρίσκεται το εντυπωσιακό διώροφο ηγουμενείο, το οποίο κτίστηκε αρχικά για να στεγάσει την Επισκοπή Αρκαδίας, πράγμα που δεν κατέστη δυνατόν. Επίσης, τριγύρω θα δείτε τα κελιά των μοναχών, τον ξενώνα, την τράπεζα και το πηγάδι 25m από όπου υδρεύεται το μοναστήρι (διαβάστε την ιστορία του παρακάτω). Στη μονή σώζονται πολύτιμα εκκλησιαστικά κειμήλια, όπως παλαιά άμφια, χρυσοί και ασημένιοι σταυροί, ευαγγέλια, εικόνες, λείψανα Αγίων, κλπ.
Η Μονή υπήρξε το μεγαλύτερο ανθενωτικό-αντιπαπικό κέντρο της Κρήτης κατά την Ενετοκρατία. Υπήρξε κέντρο γραμμάτων και Θεολογίας, αλλά από την εποχή της Τουρκοκρατίας έγινε αγροτικού χαρακτήρα. Γύρω από το μοναστήρι θα δείτε τον μικρό αγροτικό οικισμό που αναπτύχθηκε παράλληλα με τον μοναστήρι.

Η παράδοση για την ίδρυση της μονής

Σύμφωνα με τη παράδοση, το μοναστήρι ιδρύθηκε από τέσσερις ασκητές του Αγίου Αντωνίου στο Αγιοφάραγγο,η εκκλησία του οποίου σώζεται ακόμη μέσα στο φαράγγι και ανήκει στη Μονή Οδηγητρίας. Οι ασκητές αυτοί ήταν οι αδερφοί Μάρκος, Λέων, Αντώνιος και Μαρία Παπαδόπουλοι, που προέρχονταν από πλούσια οικογένεια του Χάνδακα.
Εξαιτίας των συχνών πειρατικών επιδρομών στις παραθαλάσσιες περιοχές της Κρήτης, οι μοναχοί το 1443 αποφάσισαν να εγκαταλείψουν το Αγιοφάραγγο και να αναζητήσουν ένα ασφαλέστερο σημείο για να εγκατασταθούν. Έτσι, φόρτωσαν την εικόνα του Αγίου Αντωνίου, που πιστεύεται ότι είναι η εικόνα του Μιχαήλ Δαμασκηνού που φυλάσσεται στη μονή ακόμη, σε ένα μουλάρι και ξεκίνησαν την περιπλάνηση τους στη Μεσαρά.
Όταν έφτασαν στα Καπαριανά (δίπλα στις Μοίρες), ένας πλούσιος Τούρκος που ήταν τυφλός και παράλυτος εκ γενετής, διέκρινε ένα φως που ερχόταν από την μεριά τους. Τότε ζήτησε από τους μοναχούς να παραμείνουν στο αρχοντικό τους, κι αν ως το πρωί θεραπευόταν από τον Άγιο Αντώνιο, θα τους παραχωρούσε κτήματα του για την ανέγερση της μονής.
Πράγματι το επόμενο πρωί, ο Τούρκος έβλεπε και ξεκίνησαν το ταξίδι τους για τα κτήματα του. Ο Τούρκος ήταν παράλυτος ακόμη και τους οδήγησε έφιππος στη σημερινή περιοχή της μονής. Όταν έφτασαν στο σημείο που βρίσκεται σήμερα η πύλη του μοναστηριού, ο Τούρκος έπεσε από το ζώο και στάθηκε όρθιος, ως εκ θαύματος. Επειδή μάλιστα επέζεψε (κατέβηκε από το άλογο) σε αυτό το σημείο, πιστεύεται ότι η μονή αργότερα ονομάστηκε Απεζανών.
Οι μοναχοί θέλησαν να συνεχίσουν την περιήγηση τους στη περιοχή, αλλά το άλογο που έφερε την εικόνα του Αγίου Αντωνίου ακινητοποιήθηκε στο σημείο που είναι κτισμένη η εκκλησία σήμερα. Οι μοναχοί δεν κατάφεραν να το μετακινήσουν, κι έτσι διανυκτέρευσαν εκεί. Το βράδυ είδαν όνειρο τον Άγιο Αντώνιο, ο οποίος τους ζητούσε να κτίσουν την εκκλησία του σε αυτό το σημείο.
Πράγματι, οι μοναχοί θέλησαν να ξεκινήσουν τις εργασίες, αλλά έπρεπε να βρουν πρώτα νερό. Άρχισαν να σκάβουν πηγάδι, αλλά το έδαφος ήταν πετρώδες και άνυδρο και η εκσκαφή πηγαδιού πολύ δύσκολη. Όταν ξεκουραζόταν ο αδερφός Αντώνιος, ο Άγιος Αντώνιος εμφανίστηκε ξανά και του είπε ότι θα έβρισκαν 3 βόλια δίπλα στο πηγάδι. Αν έριχναν το μεγαλύτερο μέσα σε αυτό, τότε θα ανέβλυζε νερό αμέσως. Έτσι κι έγινε, έριξαν τη πέτρα και το νερό έτρεχε για 40 μέρες. Έπειτα η στάθμη του έπεσε στο σημερινό της επίπεδο.

https://www.apopsilive.gr/notia-kriti/giortazei-simera-iera-moni-agiou-antoniou-apezanon-2

15 Σεπτεμβρίου, 2020

Ἱερός Ναός Ἁγίου Δημητρίου Ἡ Μητρόπολη τοῦ Μυστρᾶ



Νικολάου Ι. Κουφοῦ, Ἐκπαιδευτικοῦ - συγγραφέα

 Κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία τῆς ἑορτῆς τῶν Θεοφανείων, τοῦ ἔτους 1449, ἔλαμψε μέσα στὸν Μητροπολιτικὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Δημητρίου στὸν Μυστρᾶ,τὸ στέμμα τοῦ τελευταίου Βυζαντινοῦ Αὐτοκράτορα, Κωνσταντίνου ΙΑ΄ Παλαιολόγου ἢ Δραγάτζη. 
Ὁ Δεσπότης τοῦ Μορέως, Κωνσταντῖνος, στέφθηκε ἐκείνη τὴν ἡμέρα, στὴν ἐπισημότερη τελετὴ τῆς ἱστορίας τοῦ Μυστρᾶ, «Αὐτοκράτωρ τῶν Ρωμαίων», ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Ματθαῖο. Πίσω ἀπὸ τὸν Κωνσταντῖνο, ἔστεκαν οἱ ἀνώτατοι ἀξιωματοῦχοι τοῦ Παλατιοῦ, ποὺ εἶχαν μεταφέρει τὸ στέμμα ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη, ἀκολουθοῦσαν οἱ ἄρχοντες τῆς Πελοποννήσου, ψηλότερα ἀπὸ τὰ ὑπερῶα, οἱ εὐγενεῖς ἔβλεπαν τὸν Δεσπότη τους νὰ γίνεται Αὐτοκράτορας, ἐνῶ ἔξω ἀπὸ τὸν Ναό, ἡ φρουρά του καὶ οἱ κάτοικοι τῆς πόλεως, κατὰ τὸ ἔθος τῆς Βασιλεύουσας, ἀνακήρυτταν αὐτόν, διὰ βοῆς, Αὐτοκράτορα! 
 Ὁ Ναὸς αὐτός, ποὺ ἦταν Μητροπολιτικὸς καὶ ἡ ἀρχιτεκτονική του ἀντανακλοῦσε τὴν κωνσταντινοπολίτικη παράδοση, ὑπέστη σημαντικὲς μετατροπές, προκειμένου νὰ ἀνταποκριθεῖ στὶς ἀνάγκες τῆς τόσο σημαντικῆς τελετῆς, ὅπως ἦταν ἡ στέψη τοῦ Αὐτοκράτορα. 
Οἱ οἰκοδομικὲς ἐργασίες γιὰ τὴν ἑτοιμασία του, πραγματοποιήθηκαν κατὰ τὸ χρονικὸ διάστημα ποὺ ὁ Δεσπότης τοῦ Μυστρᾶ, Κωνσταντῖνος, ἦταν ὑποψήφιος γιὰ τὸν Θρόνο, ἀφοῦ ὁ ἀδελφός του Ἰωάννης Η΄ Παλαιολόγος, ποὺ ἦταν Αὐτοκράτορας, ἀπεβίωσε στὸ τέλος Ὀκτωβρίου τοῦ 1448. 
Ἡ ἀρχικὴ μορφὴ τοῦ Ναοῦ, ποὺ κτίσθηκε στὰ πρῶτα χρόνια μετὰ τὸ 1263, ἦταν στὸν τύπο τῆς τρίκλιτης βασιλικῆς, μὲ ὑπερυψωμένο τὸ μεσαῖο κλίτος. Κατὰ τὴ μετατροπή του, ποὺ πραγματοποιήθηκε ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Ματθαῖο κατὰ τὸν χρόνο ποὺ ἀναφέραμε, ἀφαιρέθηκε ἡ παλαιὰ στέγη, προστέθηκαν ὑπερῶα, πάνω στοὺς τοίχους τῆς ἀρχικῆς βασιλικῆς καὶ ἡ στέγη πῆρε τὴ μορφὴ τοῦ σταυροειδοῦς ἐγγεγραμμένου πεντάτρουλου τύπου. 
Ἔτσι ὁ Ναὸς εἶχε στὸ ἰσόγειο τὴ μορφὴ τῆς τρίκλιτης βασιλικῆς καὶ στὸν ὄροφο, τοῦ σταυροειδοῦς ἐγγεγραμμένου ναοῦ μὲ τροῦλο. «Σὲ κάτοψη ὁ Ναὸς ἔχει σχῆμα παραλληλόγραμμο, ἐλαφρῶς ἀκανόνιστο μὲ συνολικὸ μῆκος 19,53 μ. (χωρὶς τὶς ἁψίδες 18,38 μ.) καὶ πλάτος 10,36 μ. δυτικὰ καὶ 10,28 μ. ἀνατολικά. Τὸ ἀκανόνιστο σχῆμα τοῦ ναοῦ ὀφείλεται, κατὰ πάσα πιθανότητα, στὴν ἀδυναμία χάραξης τῆς ὀρθῆς προβολῆς ἑνὸς ὀρθογωνίου παραλληλογράμμου πάνω σε ἐπικλινὲς ἔδαφος, στὸ ὁποῖο δὲ θὰ πρέπει νὰ ἔγιναν ριζικὲς ἐπεμβάσεις ἐξομάλυνσης, ὅπως φαίνεται, ὄχι μόνον ἀπὸ τὶς κλίσεις στὸ δάπεδο τοῦ ναοῦ, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν ὕπαρξη τοῦ βράχου στὸ ἐσωτερικό του», (Μαρίνου Γεωργία, Ἅγ. Δημήτριος Ἡ Μητρόπολη τοῦ Μυστρᾶ, ΕΜΠ, Διδακτορικὴ Διατριβή, Ἀθήνα 1990, σ. 73). 
 Ὁ Ναὸς τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, ὕστερα ἀπὸ τὴ ριζικὴ ἀλλαγὴ τοῦ ἀρχιτεκτονικοῦ , ἀποτελεῖται πλέον ἀπὸ τὸν Νάρθηκα στὰ δυτικά του, τὸν κυρίως Ναό, τὰ ὑπερῶα στὰ πλάγια κλίτη του καὶ τὸ Ἱερὸ Βῆμα, ἐνῶ ἡ στέγη του φέρει ἕναν μεγάλο τροῦλο, διαμέτρου (3,46 μ.), «στὸ κεντρικὸ τετράγωνο τοῦ σταυροῦ καὶ τέσσερις μικρότερους στὰ γωνιακά του διαμερίσματα», (Μαρίνου Γ., ὄπ. π., σ. 343). Τὸ Ἱερὸ Βῆμα, ποὺ ἀποτελεῖ προέκταση τοῦ κυρίως Ναοῦ, χωρίζεται ἀπ’ αὐτὸν μὲ κτιστὸ τέμπλο καὶ στὸ ἐσωτερικό του, τρεῖς φαρδιοὶ τοῖχοι τοῦ προσδίδουν τὴν τριμερῆ διαίρεση ποὺ ἔχει καὶ ὁ κυρίως Ναός. Στοὺς τοίχους αὐτούς, ἀνοίγονται τοξοτὲς δίοδοι ποὺ ἐπιτρέπουν τὴν ἐπικοινωνία μεταξύ των διαμερισμάτων του, ἐνῶ ὁ φωτισμὸς του ἐξυπηρετεῖται ἀπὸ τρία μεγάλα δίλοβα παράθυρα, ποὺ ἀνοίγονται ἀπὸ ἕνα σὲ κάθε πλευρὰ τῆς τρίπλευρης ἁψίδας του. Στὴ μεσαία κόγχη τοῦ Ἱεροῦ, ὑπάρχει κτιστὸ σύνθρονο μὲ τρία κτιστὰ καθίσματα καὶ ψηλότερα ἀπὸ αὐτά, ἕνα τέταρτο μὲ μία μαρμάρινη πλάκα στὴ θέση τῆς ράχης, κάτω ἀπὸ τὸ μεσαῖο παράθυρο, ἀποτελεῖ τὸν θρόνο τοῦ ἐπισκόπου. Τὸ τέμπλο τοῦ Ναοῦ σήμερα ἔχει μία σύνθετη μορφή, ἡ ὁποία ἀποτελεῖται καὶ στὰ τρία διαμερίσματα τοῦ Ἱεροῦ ἀπὸ μαρμάρινα μέλη μὲ ἀνάγλυφο διάκοσμο καὶ ἕνα κτιστὸ διάφραγμα, τῶν νεότερων χρόνων. Στὰ μαρμάρινα μέλη, ἀνήκουν τὰ ἐπιστύλια στὴ στέψη του, ἕνας κίονας στὴν Πρόθεση καὶ δύο προσκυνητάρια, τὰ ὁποῖα εἶναι τοποθετημένα στὸ δυτικὸ μέτωπο τῶν διαχωριστικῶν τοίχων τοῦ Ἱεροῦ. Ὁ κυρίως Ναός, φέρει ἀπὸ μία ἐξωτερικὴ θύρα σὲ κάθε πλάγια πλευρά του, μὲ αὐτὴ τῆς νότιας πλευρᾶς νὰ εἶναι ἐξωτερικὰ χτισμένη καὶ ἐσωτερικά, νὰ ἔχει ἔμπροσθέν της τὸν ξυλόγλυπτο ἐπισκοπικὸ θρόνο, ἔργο τοῦ 17ου αἰώνα. Ἐπίσης, μὲ τρεῖς θύρες, ἐκ τῶν ὁποίων ἡ μεσαία εἶναι μεγαλύτερη τῶν ἄλλων, ὁ κυρίως Ναὸς ἐπικοινωνεῖ μὲ τὸν Νάρθηκα καὶ αὐτὸς μὲ τὴ σειρά του, ἔχει μία ἐξωτερικὴ θύρα στὸν δυτικό του τοῖχο. Ὁ κυρίως Ναὸς χωρίζεται σὲ τρία κλίτη, ἀπὸ δύο τοξοστοιχίες, μὲ τρεῖς κίονες ἡ κάθε μία. Οἱ κίονες, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν μεσαῖο καὶ τὸν ἀνατολικό, τῆς βόρειας κιονοστοιχίας, ἀποτελοῦνται ἀπὸ βάση, κορμό, κιονόκρανο καὶ ἐπίθημα. «Οἱ διαστάσεις τῶν κορμῶν δὲν εἶναι ἴσες, διότι ὅλοι ἀποτελοῦν ἀρχιτεκτονικὰ μέλη σὲ δεύτερη χρήση, ποὺ προῆλθαν κατὰ πᾶσα πιθανότητα ἀπὸ παλαιοχριστιανικὰ κτίρια», (Μαρίνου Γ., ὄπ. π., σ. 85). 

 Στὸ κέντρο τοῦ Ναοῦ, ἀκριβῶς κάτω ἀπὸ τὸν κεντρικὸ τροῦλο του, ἔχει τοποθετηθεῖ ἡ πλάκα μὲ τὸν δικέφαλο ἀετό, διαστάσεων 0,76 χ 0,76 μ., ὅπου σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση, στάθηκε ὁ Κωνσταντῖνος, κατὰ τὴν ὥρα τῆς στέψης του σὲ Αὐτοκράτορα. 
Ἡ ζωγραφικὴ διακόσμηση τοῦ Ναοῦ, ἀποτελεῖται ἀπὸ τοιχογραφίες ποὺ ἔχουν γίνει σὲ διαφορετικὲς ἐποχὲς καὶ ἀσφαλῶς ἀπὸ διαφορετικοὺς ζωγράφους. Οἱ σωζόμενες τοιχογραφίες, διακρίνονται σὲ τρεῖς κύριες φάσεις : Στὴν πρώτη φάση ἀνήκουν αὐτὲς ποὺ ἔγιναν, ἀνάμεσα στὰ ἔτη 1270 - 1285, τῆς «σχολῆς Α», κατὰ τὸν κορυφαῖο βυζαντινολόγο, Μανόλη Χατζηδάκη καὶ βρίσκονται: α) στὸ τεταρτοσφαίριο τοῦ Ἱεροῦ μὲ τὴ Θεοτόκο καὶ τὴ σκοπίμως σβησμένη μορφὴ ἱεράρχη σὲ προσκύνηση (προφανῶς μεταθανάτια τιμωρία), 
β) στὸ Διακονικὸ καὶ ἀνατολικὸ μέρος τοῦ νότιου κλίτους καὶ 
γ) στὴν Πρόθεση μὲ τὸ βόρειο κλίτος. 
Οἱ ἐν λόγω τοιχογραφίες, σύμφωνα μὲ τὸν Χατζηδάκη, «ἀντιπροσωπεύουν τὴν καλλιτεχνικὴ ἔκφραση τῆς ἐποχῆς, σὲ ὑψηλὸ ἐπίπεδο, καθὼς συνδέονται μὲ ἡγετικοὺς κύκλους Ἑλληνικοὺς καὶ ἄλλους », (Χατζηδάκης Μ., Νεώτερα ἀπὸ τὴ Μητρόπολη τοῦ Μυστρᾶ, ΔΧΑΕ 1977 - 1979, σσ. 143 - 179). 
Στὴ δεύτερη φάση (1291 - 1315), ἀνήκουν οἱ ὑπόλοιπες τοιχογραφίες στὸ Ἱερὸ Βῆμα, καθὼς καὶ αὐτὲς στὸ μεσαῖο κλίτος, στὴ δυτικὴ πλευρὰ τοῦ νότιου κλίτους καὶ στὸν Νάρθηκα, ἐνῶ στὴν τρίτη φάση (πρῶτο μισὸ 15ου αἰώνα), ἐντάσσονται οἱ τοιχογραφίες τοῦ τρούλου καὶ τῶν σφαιρικῶν τριγώνων ποὺ τὸν στηρίζουν. 
Στὴ νότια πλευρὰ τοῦ κεντρικοῦ κλίτους τοῦ κυρίως Ναοῦ, βλέπει κανεὶς τὶς ἀποκεφαλισμένες μορφὲς ἀπὸ τὶς σκηνὲς τοῦ Χριστολογικοῦ κύκλου, λόγω τῆς πρόσθεσης τοῦ ὀρόφου στὴν ἀρχικὴ βασιλική, ἐνῶ στὸν Νάρθηκα, ἐντυπωσιάζει ἡ σύνθεση τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Χριστοῦ. 
 ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΩΝ207