Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κρητη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κρητη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

09 Ιουλίου, 2025

Εγκαίνια του Ιερού Ναού Αγίου Ιερομαρτυρος Ευαγγέλου στο Σελλί Ρεθύμνου εις μνήμη Ευάγγελου Γιακουμάκη

 Το απόγευμα της Δευτέρας, 7ης Ιουλίου 2025, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου κ. Πρόδρομος μετέβη στο Σελλί Ρεθύμνου και στον Ιερό Ναό Αγίου Ιερομάρτυρος Ευαγγέλου, Επισκόπου Τόμεως (σημερινή Κωνστάντζα της Ρουμανίας), ο οποίος κτίσθηκε εις μνήμην του μακαριστού Ευαγγέλου Γιακουμάκη, όπου χοροστάτησε κατά τον Όρθρο και στη συνέχεια τέλεσε τα Ιερά Εγκαίνια του εν λόγω Ιερού Ναού, συμπαραστατούμενος από κληρικούς της Ιεράς Μητροπόλεως Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου, με τη συμμετοχή πλήθους πιστών από ολόκληρη την Κρήτη.

Προ της απολύσεως της Ακολουθίας των Ιερών Εγκαινίων, ο Σεβασμιώτατος αναφέρθηκε στη σπουδαιότητα και σημασία κάθε ενός Ιερού Ναού, καθώς και στη μοναδικότητα της Ιεράς Ακολουθίας των Εγκαινίων, τονίζοντας την ιδιαίτερη αξία και σημασία τούτου του Ιερού Ναού, που εγκαινιάσθηκε ακριβώς 10 χρόνια μετά τη μαρτυρική τελείωση του αειμνήστου Βαγγέλη Γιακουμάκη. Ενός παιδιού, που, όπως σημείωσε ο Σεβασμιώτατος, έγινε παιδί όλης της Ελλάδας και που με τη θυσία και την εύλαλη σιωπή του έδωσε φωνή σε εκατοντάδες παιδιά, σε ανθρώπους που καθημερινά γίνονται θύματα βίας, μισαλλοδοξίας και εκφοβισμού.

Επίσης, ο Σεβασμιώτατος εξέφρασε θερμές ευχαριστίες στην οικογένεια του Βαγγέλη Γιακουμάκη και σε όλους τους ανθρώπους, που, όπως επεσήμανε, έγιναν μια οικογένεια μέσα από αυτόν το θυσιαστικό σταυρό του Βαγγέλη, τονίζοντας πως η αποψινή βραδιά, ιστορική για το Ναό και για τον τόπο μας, υπήρξε ανάσταση συνειδήσεων, καρδιών και επιλογών και πως ο Βαγγέλης από ψηλά φωτίζει τις ζωές και τις συνειδήσεις όλων μας.

Ακολούθησε πλούσια φιλοξενία προς τους εκατοντάδες προσκυνητές, στον προαύλειο χώρο του Πολιτιστικού Συλλόγου του χωριού.

Εγκαίνια του Ιερού Ναού Αγίου Ιερομαρτυρος Ευαγγέλου στο Σελλί Ρεθύμνου εις μνήμη Ευάγγελου Γιακουμάκη - Rethemnos Live

22 Ιουνίου, 2025

Όσιος Κυρ Ιωάννης ο Ξένος


Όσιος Ιωάννης, ο επονομαζόμενος Ξένος ή Αι-Κυρ Γιάννης, όπως μαθαίνουμε από την διαθήκη του, γεννήθηκε στο χωριό Μακρά Σίβα της Επαρχίας Πυριωτίσσης της Μεσαράς, το 970, δέκα χρόνια μετά την απελευθέρωση της Κρήτης από τους Σαρακινούς. Η Κρήτη κατά καιρούς περιήλθε στο ζυγό διαφόρων κατακτητών. Για 133 χρόνια, από το 828 μέχρι το 961, οι Σαρακινοί Άραβες είχαν μετατρέψει την Κρήτη κέντρο των πειρατικών επιδρομών τους, στο Αιγαίο. Πολλές πόλεις και χωριά της είχαν κυριολεκτικά καταστραφεί και οι Χριστιανοί είχαν πρόβλημα επιβίωσης, όσοι βέβαια είχαν γλιτώσει από τις σφαγές και τον εξισλαμισμό. Έτσι όταν απελευθερώθηκε η Κρήτη το 961 από τον Νικηφόρο Φωκά, υπήρξε άμεση η ανάγκη επανευαγγελισμού των κατοίκων της. Αν και οι γονείς του ήταν ευσεβείς και εύποροι ο Όσιος Ιωάννης από νεαρής ηλικίας αγάπησε τον Χριστό και αφιέρωσε την ζωή του στον μοναχισμό και στην άσκηση. Ο Όσιος Ιωάννης ο Ξένος θεωρείται συνεχιστής της Ιεραποστολικής δράσεως του Οσίου Αθανασίου του Αθωνίτη και του Οσίου Νίκωνος του Μετανοείτε, αφού για 50 χρόνια κήρυττε και έκτιζε ναούς και μονές πηγαίνοντας από τόπο σε τόπο σε όλη την Κρήτη. Οι δυο προηγούμενοι Ιεραπόστολοι από τον Όσιο Ιωάννη όπως προαναφέρθηκαν είχαν αναλάβει την αναβλάστηση της Ορθοδόξου πίστεως και ζωής στη μεγαλόνησο. Οι δυο όμως αυτοί άντρες δεν παρέμειναν στην Κρήτη. Ο μεν Άγιος Αθανάσιος παρέμεινε για λίγο διάστημα στην Κρήτη και έφυγε για το Άγιον Όρος όπου ίδρυσε την Μονή της Μεγίστης Λαύρας. Ο Όσιος Νίκων ο «Μετανοείτε» παρέμεινε επτά χρόνια στην Κρήτη έδρασε κυρίως στην ανατολικοκεντρική νήσο και κατόπιν έφυγε για τη Λακωνία όπου σήμερα τιμάται ως Πολιούχος Άγιος της Σπάρτης (λέγεται «Μετανοείτε», διότι συνέχεια στο κήρυγμά του καλούσε τους ανθρώπους να μετανοήσουν). Μόνο ο όσιος Ιωάννης ο Ξένος παρέμεινε στο νησί μέχρι το θάνατό του. Ο Όσιος πατήρ ημών, εκτός από μεγάλος Ιεραπόστολος υπήρξε και γνώστης της Χριστιανικής φιλοσοφίας. Δεν ήταν μόνο μεθοδικός και πρακτικός, αλλά και λόγιος, καθώς συνέγραψε ομιλίες στο κατά Ματθαίο Ευαγγέλιο, όπως επίσης πιθανώς να ήταν υμνογράφος και μεταφραστής έργων του Αριστοτέλους. Γι’ αυτό και εγκωμιάζεται από τους υμνογράφους ως «σοφός, πάνσοφος, μέγας φωστήρ, θεοφόρος, νουνεχής, εμπειρότατος, φιλέρημος, ασκητών κλέος, οσίων καύχημα, Κρήτης το καύχημα». Κέντρο και άξονας της Ιεραποστολικής δράσεως του Αγίου υπήρξε η Ιερά Μονή Παναγίας των Μυριοκεφάλων την οποία ο Άγιος ίδρυσε με θαυμαστό τρόπο (όπως και τα περισσότερα προσκυνήματά του) κατόπιν εντολής της Παναγίας. Εννέα κτίσματα του Αγίου διαβάζουμε στη διαθήκη και βιογραφία του: 1) ο Ναός του Αγίου Ευτυχίου και Ευτυχιανού 2) η Ιερά Μονή Παναγίας Μυριοκεφάλων 3) ο Ναός Αγίου Γεωργίου Δούβρικα στη θέση Μέλικας 4) ο Ναός του Αγίου Γεωργίου (Ψαροπιαστή) 5) η Ιερά Μονή Αγίου Παταπίου 6) ο Ναός της Ζωοδόχου Πηγής Κουφού (γνωστός ως Αη Κυρ-Γιάννης Κουφού) 7) ο Ναός Αγίου Παύλου Σφακίων 8) ο Ναός Αγίου Γεωργίου στις Αζωγυρές 9) ο Ναός Αγίου Ευσταθίου Ακτής Κισάμου Σ’ αυτήν τη χρονολογική σειρά τοποθετούνται τα κτίσματα και η κτιριολογική δράση του Αγίου. Σύμφωνα με την διαθήκη του «άπαντα τα εν Κρήτη καθιδρύματα αυτού» τα αφιέρωσε στην Ιερά Μονή της Παναγίας των Μυριοκεφάλων, δύναται λοιπόν να χαρακτηρισθούν ως εξαρτήματα –παρεκκλήσια της Μονής Μυριοκεφάλων. Αξίζει να αναφέρουμε ορισμένα στοιχεία για την ίδρυση της Ιεράς Μονής Μυριοκεφάλων: Η παράδοση και ο βίος του Οσίου μας αναφέρει για την ίδρυση της Μονής ότι ιδρύθηκε μετά από εντολή της Παναγίας. Ο ασκητής Ιωάννης πηγαίνοντας από τόπο σε τόπο έφτασε στην Τούρμα (τοπωνύμιο της περιοχής) Καλαμώνα, στο βουνό Μυριοκέφαλο. Ο χειμώνας ήταν βαρύς και ο Ιωάννης έμενε σ’ ένα σπήλαιο, στη θέση Κούμαρο προσευχόμενος και τρώγοντας αγριόχορτα. Μόλις μπήκε στο σπήλαιο έμεινε τυφλός για 7 ημέρες, χωρίς να πάψει να προσεύχεται. Την 7η μέρα άκουσε μια φωνή να του λέει: «Ιωάννη, βγες έξω και κοίταξε ανατολικά». Πειθαρχώντας λοιπόν σ’ αυτή τη φωνή, βγαίνοντας έξω και αφού στράφηκε στην ανατολή, επανήλθε το φως των ματιών του και τότε είδε ένα μεγάλο φως. Η φωνή συνέχισε: «Ιωάννη σε αυτόν τον τόπο να κτίσεις εκκλησία στο όνομα της υπεραγίας Θεοτόκου της Αντιφωνήτριας». Έφθασε λίγη απόσταση από το μέρος που έβλεπε το φως και εκεί κουρασμένο και διψασμένο τον πήρε βαθύς ύπνος. Στο όνειρό του είδε άγγελο ο οποίος του είπε: «Ιωάννη μη γυρίσεις πίσω, να κάνεις τον σταυρό σου προς την ανατολή και να θέσεις το χέρι σου στη γη και θα βγει νερό να πιείς, για να συνεχίσεις το έργο σου». Αμέσως έκανε τον σταυρό του έβαλε το χέρι του στη γη με τα 5 δάχτυλά του. Από τη θέση αυτή άρχισε να τρέχει νερό από 5 πηγές (σώζονται και σήμερα), πλύθηκε και ξεκουράστηκε. Άρχισε τότε να ψάχνει μέσα στους βάτους για την εικόνα, χωρίς ποτέλεσμα. Τότε οι εργάτες έβαλαν φωτιά και ενώ καιγόταν το δάσος, ακούστηκε μια φωνή: «Εδώ είμαι». Ο Ιωάννης έτρεξε αμέσως και βρήκε την εικόνα της Παναγίας μέσα στις φλόγες, καμένη λίγο στην άκρη (έτσι σώζεται και σήμερα). Αγόρασε τότε το μέρος και με τη βοήθεια των χριστιανών έχτισε τη Μονή στ’ όνομα της Παναγίας της Αντιφωνήτριας (επειδή η φωνή τον πρόσταξε). Ο Ιωάννης άφησε τότε το μοναχό Λουκά να συνεχίσει το χτίσιμο και αυτός πήγε σε διάφορα μέρη να κηρύξει το Λόγο Του Θεού. Όταν γύρισε ο ναός δεν είχε τελειώσει και άρχισε εράνους σε μονές για να την ολοκλήρωσή του. Το 1025 πήγε στην Κωνσταντινούπολη στον αυτοκράτορα Ρωμανό και στον Πατριάρχη Αλέξιο για να εξασφαλίσει σταυροπηγιακή αξία (δηλαδή να υπάγεται στη δικαιοδοσία του Πατριάρχη), φέρνοντας εικόνες με ιερά σκεύη κ.ά. Υπάρχουν άλλες δυο εκδοχές για την εικόνα της Παναγίας: Η μια αναφέρει ότι είναι έργο του Ευαγγελιστή Λουκά, και η άλλη αναφέρει ότι την εικόνα της Παναγίας την έφερε ο Όσιος Ιωάννης από την Κωνσταντινούπολη την οποία λέγεται του παρέδωσε ο τότε Πατριάρχης Αλέξιος μαζί με το χρυσόβουλο χαρτί «σιγίλλιo» που του εξασφάλισε την ανεξαρτησία της Μονής.
Η φήμη του προσκυνήματος της Παναγίας διατηρείται και σήμερα και ιδιαίτερα στις 8 Σεπτεμβρίου, ημέρα της γιορτής της. Η Μονή συνέχισε τη λειτουργία της μέχρι τη Β΄ βυζαντινή περίοδο, ενώ επί Βενετοκρατίας δεν υπάρχουν πληροφορίες. Το 1755 ανακαινίστηκε και λίγο αργότερα έπαθε καταστροφές από τους Τούρκους, για ν’ ανακαινιστεί ξανά το 1840 από τον ηγούμενο Ματθαίο. Το 1852 αναγνωρίστηκε σταυροπηγιακή και σταμάτησε η κηδεμονία της από τη Μονή Ρουστίκων. Το 1900 κρίθηκε διαλυτέα Μονή και από το 1961 είναι ενοριακός ναός – ιερό προσκύνημα της Ιεράς Μητροπόλεως Ρεθύμνης & Αυλοποτάμου. Υπάρχουν πολλοί θρύλοι, παραδόσεις και αναλυτικές περιγραφές για τους ναούς, τις μονές, τα ιδρύματα και κάθε προσκύνημα που ίδρυσε ο Όσιος Ιωάννης ο Ξένος. Από τον βίο του διακρίνουμε ότι πρόκειται για μια μεγάλη Εκκλησιαστική Μορφή. Η Ιεραποστολή υπήρξε ο βασικός και κύριος σκοπός του βίου του. Αφιέρωσε την ζωή του στην διάδοση του Ευαγγελίου στην εμπέδωση της εθνικοθρησκευτικής συνειδήσεως, στην οργάνωση της εκκλησιαστικής ζωής και του μοναχικού βίου και στην ανέγερση δεκάδων Ναών και Μονών. Η Αγία Κάρα Του μετακομίσθηκε και φυλάσεται στον Ιερό Ναό του Αγίου Κυρίου Ιωάννου του ομώνυμου χωριού της Επαρχίας Κισσάμου, με πολλή ευλάβεια από τους ευσεβείς κατοίκους του χωριού. Έκτοτε αναβλύζει ιάματα ως χαρίσματα σε όσους πιστούς επικαλούνται την βοήθεια του Οσίου και την Χάρη του. Η επίσημη αναγνώριση του Αγίου Ιωάννου έγινε από την Εκκλησία επί της Πατριαρχίας του Κυρίλλου Λουκάρεως στις 29 Απριλίου 1632. Η μνήμη του εορτάζεται στις 20 Σεπτεμβρίου. Η Διαθήκη του Οσίου «Εν ονόματι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, διορίζω και παραγγέλω εις όλους, ότι όλα τα Μονύδρια και τας Εκκλησίας, όπου χάριτι Χριστού έκτισα και ανήγειρα, θέλω να μένουν καθώς εις την παρούσαν μου Διαθήκην παραγγέλω. Όσα αφιέρωσα εις την Μονήν της Θεοτόκου των Μυριοκεφάλων, είναι έως όπου εις Κωνσταντινούπολιν επήγα καθώς το Συγγιλιώδες Γράμμα δηλώνει, και αυτά θέλω να μείνουν εις την Μονήν αυτήν και εις την εξουσίαν αυτής μέχρι τέλους. Εις δε τον φίλτατόν μου μαθητήν τον ιερομόναχον Κύριλλον αφήνω την εις Κουφόν Χανίων οικοδομηθείσαν Μονήν εις την οποίαν και ευρίσκεται ο ίδιος και όπως θέλει και βούλεται ας την κάμει ως κύριος, εξουσιαστής και οικοκύρης. Ει δε και ήθελε τις να ενόχληση τους μοναχούς των Μυριοκεφάλων από όσα παραγγέλλω, ή τον ιερομόναχον Κύριλλον, οποίου τάγματος και αν είναι, να είναι υποκείμενος εις τας αράς των Αγίων Πατέρων. Όποιος δε πάλιν φυλάξει την Διαθήκην ταύτην απαρασάλευτον και αμετάτρεπτον, η Κυρία Θεοτόκος και μεσίτρια παντός του κόσμου να συγχωρήση τα αμαρτήματά του εν τε τω νυν αιώνι και εν τω μέλλοντι, και να τον στήση ο Κύριος εκ δεξιών Αυτού εις την Βασιλείαν Αυτού την Ουράνιον. Αμήν. Μόσχος διάκονος και νομικός γραφεύς Χάνδακος, ιδία χειρί υπέγραψα. Φιλάρετος πρωτοσπαθάριος ο βραχέων και στρατηγός Κρήτης παρών εις την παρούσαν διαθήκην του μοναχού Ιωάννου, προτραπείς παρ’ αυτού υπέγραψα. Ευμάθιος πρωτοσπαθάριος και στρατηγός Κρήτης παρών εις την παρούσαν διαθήκην του μοναχού Ιωάννου προτραπείς παρ’ αυτού υπέγραψα. Παπάς Λέων δαφερέρος, νοτάριος της βασιλικής εξουσίας, μετέγραψα την παρούσαν διαθήκην του μοναχού και Οσίου Πατρός ημών Κυρ Ιωάννου του εν τη Κρήτη της επωνυμίας. “Ετος από κτίσεως κόσμου “ςφλς” (6536), από δε Χριστού έτος “αλα” (1031)».

Απολυτίκιον Οσίου

Ήχος α’

«Της Κρήτης τον Γόνον και Ασκητών εγκαλλώπισμα, Ναών παμπόλλων  ιδρυτήν, Ιωάννην τον Όσιον, τιμήσωμεν εν ύμνοις οι πιστοί, βοώντες προς  αυτόν χαρμονικώς σώζε τας λιταίς σου τους την μνήμην σου τελούντας και  βοώντας σοι. Δόξα τω σε δοξάσαντι Χριστώ, δόξα τω σε θαυμαστώσαντι,  δόξα τω ενεργούντι διά σου πάσιν ιάματα.»

https://imks.gr/mitropoli/topikoi-agioi/

15 Ιουνίου, 2025

ΟΙ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΕΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ

  1. ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ 

 Οι Νεομάρτυρες ήταν χριστιανοί, οι οποίοι μαρτύρησαν από τους Οθωμανούς επειδή ομολόγησαν την χριστιανική τους πίστη και αρνήθηκαν να προσχωρήσουν στο Μουσουλμανισμό276. 

Τα ποιοτικά χαρακτηριστικά των Νεομαρτύρων ήταν αντίστοιχα με τους άλλους μάρτυρες της Εκκλησίας, η μόνη διαφορά ήταν ότι έζησαν και μαρτύρησαν την περίοδο της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. 

Από τον 12ο και 13ο αιώνα παρατηρούνται μαρτύρια και εξισλαμισμοί σε περιοχές όπου κυριαρχεί το Ισλάμ. Συγκεκριμένα στον ελληνορθόδοξο κόσμο Νεομάρτυρας θεωρείτε εκείνος ο οποίος ομολόγησε την χριστιανική του πίστη και πέθανε με μαρτυρικό θάνατο από τους Οθωμανούς από τον 12ο αιώνα και μετά277. Ωστόσο ο αριθμός των Νεομαρτύρων δεν μπορεί να προσδιορισθεί με ακρίβεια, διότι λόγω των ιδιαίτερων συνθηκών που προκαλούσε η οθωμανική κυριαρχία ήταν ιδιαίτερα δύσκολο να διατηρηθούν πηγές και μαρτυρίες. 

Ο Καισάριος Δαπόντες (1714-1784) υπολογίζει ότι οι νεομάρτυρες ήταν πάνω από χίλιοι και τα επόμενα χρόνια ο αριθμός αυξήθηκε, χωρίς να υπάρχει η δυνατότητα καθορισμού τους αριθμού τους278.

Οι Νεομάρτυρες οδηγήθηκαν στο μαρτύριο από τις Οθωμανικές αρχές για τέσσερις λόγους279. Είτε ήταν Μουσουλμάνοι και ασπάστηκαν τον Χριστιανισμό. Είτε μαρτύρησαν μετά από μία πολιτική εξέγερση, η οποία αμφισβητούσε την κυριαρχία των Οθωμανών. Μία άλλη ομάδα ήταν οι χριστιανοί οι οποίοι είχαν έντονο πόθο να μαρτυρήσουν για τον Χριστό , προκαλούσαν τις τουρκικές αρχές με αποτέλεσμα να καταδικασθούν σε θάνατο. 

Τελευταία ομάδα ήταν οι χριστιανοί, οι οποίοι έγιναν   μουσουλμάνοι, μετανόησαν για την πράξη τους και ομολόγησαν την πίστη τους στο Χριστό.

 Σημαντικά πρόσωπα για όσους είχαν εξισλαμιστεί, μετανόησαν και ήθελαν να ομολογήσουν την πίστη τους στο Χριστό ήταν οι αλείπτες. Αυτοί ήταν πνευματικοί - γέροντες, οι οποίοι βρίσκονταν, κυρίως, στα μοναστήρια του Αγίου Όρου. Οι εξισλαμισμένοι που είχαν μετανοήσει κατέφευγαν στους αλείπτες για να εισαχθούν στην πνευματική ζωή και «μετά την ολοκλήρωση της πνευματικής προετοιμασίας, με την άδεια του πνευματικού τους, έδιναν την ομολογία της πίστης, που συνήθως κατέληγε στο μαρτύριο»280 

 Οι Νεομάρτυρες ήταν συνήθως νέοι και απλοί άνθρωποι, αλλά εκτός αυτών ήταν ιερείς και αρχιερείς οι οποίοι ονομάζονται ιερομάρτυρες281. Έφθασαν στον μαρτυρικό θάνατο διότι είχαν τον πόθο να μαρτυρήσουν για τον Χριστό. Παράλληλα, είχαν τον φόβο της κόλασης αν προσχωρούσαν στο Ισλάμ και ήθελαν να κηρύξουν τον Χριστό ως νικητή του θανάτου και του κακού, απορρίπτοντας το Ισλάμ282. Οι Νεομάρτυρες μαρτύρησαν όπως αναφέρει ο Π.Β. Πάσχος «για τον Χριστό και την ορθόδοξη πίστη τους»283.  

Μία άλλη ομάδα χριστιανών οι οποίοι βρήκαν μαρτυρικό θάνατο από τους Οθωμανούς ήταν οι Εθνομάρτυρες. Η αυτοθυσία τους είχε κίνητρο την φιλοπατρία και την διαφύλαξη της Ορθόδοξης πίστης. Ο κύριος σκοπός και έργο τους ήταν «ο αγών δια την απελευθέρωσιν της πατρίδος των»284. 

 Οι Νεομάρτυρες και οι Εθνομάρτυρες έζησαν την ίδια χρονική περίοδο και είχαν ως κοινό σκοπό την ελευθερία της συνείδησης, η οποία υπονόμευε την ενότητα του Οθωμανικού κράτους. Συγκεκριμένα η χριστιανική πίστη ήταν το στοιχείο που ένωνε το Γένος285. Ωστόσο, η αφετηρία και τα κίνητρα για να φθάσουν στο μαρτύριο ήταν διαφορετικά. Οι Νεομάρτυρες ήταν μάρτυρες της πίστης , ενώ οι Εθνομάρτυρες είχαν ως απώτερο σκοπό την απελευθέρωση της πατρίδας. 

Παράλληλα, η θυσία των Νεομαρτύρων  αποτελούσε παράδειγμα για τους αγωνιστές της επανάστασης «οι οποίοι προσπάθησαν σε κάθε περίπτωση να μην υστερήσουν σε θυσίες και αγώνες»286. 

 Στο κεφάλαιο των νεομαρτύρων συμμετέχει και η Κρήτη. Ο Θεοχάρης Δετοράκης αναφέρει ότι οι νεομάρτυρες είναι έντεκα287. Ο μητροπολίτης Αρκαλοχωρίου Καστελλίου και Βιάννου Ανδρέας Νανάκης αναφέρει ότι είναι δεκαεπτά288, ενώ ο Χρυσόστομος Παπαδάκης αναφέρει ότι είναι εικοσιέξι289. 

 Ο πρώτος Κρητικός νεομάρτυρας ήταν ο άγιος Μάρκος, ο οποίος μαρτύρησε στη Σμύρνη το 1643 και τελευταίος ο Γεώργιος ο Διβόλης από τον Αλικιανό Κυδωνίας, ο οποίος μαρτύρησε στα Χανιά το 1867. 

Οι περισσότεροι Νεομάρτυρες ήταν άντρες και μία από αυτούς ήταν γυναίκα, η Μαρία Μεθυμοπούλα εκ Φουρνής. Είχαν την δυνατότητα να σώσουν τη ζωή τους, αν είχαν αρνηθεί τον Χριστό και είχαν εξισλαμιστεί, όμως μαρτύρησαν την πίστη τους στο Χριστό και οδηγήθηκαν σε μαρτυρικό θάνατο291. Στο συγκεκριμένο κεφάλαιο θα παρουσιαστούν οι Νεομάρτυρες σύμφωνα με τον χρονολογική σειρά του μαρτυρίου τους κατά την περίοδο της Οθωμανικής κυριαρχίας στη Κρήτη.

-81-

13 Ιουνίου, 2025

Η Εκκλησιαστική Παιδεία

 2.5. Οι ιερείς της Κρήτης είχαν την δυνατότητα να φοιτούν σε ανώτατες σχολές θεολογικής εκπαίδευσης όπως ήταν το νεοιδρυθέν Πανεπιστήμιο Αθηνών. 

Ο Θ. Τζεδάκης αναφέρει ότι «μετά την επανάσταση του 1821 οι Κρήτες ιερείς σπουδάζοντες την θεολογία εν τω Αθήνεσι Εθνικώ Πανεπιστημίω και τη Ριζαρίω ως και εν τη εν Ιεροσολύμοις σχολή του Σταυρού και κυρίως εν τη κατά Χάλκην Σχολή του Οικουμενικού Παριαρχείου, εξ ης απεφοίτησαν οι πρώτοι θεολόγοι εν Κρήτη  επίσκοποι Τιμόθεος Καστρινογιαννάκης και Ευμένιος Ξηρουδάκης»274. 

Εκτός από την ανώτατη εκπαίδευση, ιδρύθηκαν και λειτούργησαν εκκλησιαστικά σχολεία στην Κρήτη για την μόρφωση των κατώτερων κληρικών. Το ελληνικό σχολείο του Αγίου Πνεύματος στην επαρχία Αγίου Βασιλείου λειτουργούσε ως ελληνικό σχολείο από το 1832 και ως κατώτερο Ιεροδιδασκαλείο την εποχή όπου επίσκοπος Λάμπης ήταν ο Ευμένιος (1886-1898). 

Το 1862 ιδρύθηκε Ελληνικό σχολείο στη Μονή Αγίας Τριάδας Τζαγκαρόλων στα Χανιά275. 

-78-

Τα Εκκλησιαστικά προβλήματα

 2.4.  Η Εκκλησία της Κρήτης δεν αντιμετώπισε δογματικά προβλήματα κατά την πρώτη περίοδο της Οθωμανικής κατοχής στην Κρήτη. 

Τα μέσα του 19ου αιώνα, αρχικά, αντιμετώπισε την δράση των Λουθηροκαλβινιστών και λίγο αργότερα την προπαγάνδα των Καθολικών. 

Το 1837 λειτούργησε το Αμερικανικό σχολείο στα Χανιά, το οποίο θεωρήθηκε ότι ήταν «κέντρο της Λουθηροκαλβινικής προπαγάνδας»262. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Γρηγόριος ο Στ΄ έστειλε τον Μάιο του 1837, τον Μητροπολίτη Κρήτης στα Χανιά για να λάβει κάθε μέτρο και να αντιμετωπισθεί η κατάσταση. Ο διευθυντής του σχολείου Γεώργιος Ψαρουδάκης εγγυήθηκε «για τον Ορθόδοξο προσανατολισμό της διδασκαλίας»263. Ωστόσο, το ζήτημα έκλεισε οριστικά το 1843, όταν η Οθωμανική διοίκηση αποφάσισε να κλείσει τα αμερικάνικα σχολεία στις επαρχίες της αυτοκρατορίας. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1859 εμφανίστηκε το πρόβλημα του προσηλυτισμού στον καθολικισμό. Ο Χουσνή πασάς ασκούσε σκληρή διοίκηση με βαρύτατη φορολογία για τους χριστιανούς της Κρήτης. Οι χριστιανοί της Κρήτης είχαν βρεθεί σε δεινή οικονομική θέση. Την συγκεκριμένη κατάσταση εκμεταλλεύτηκε η λατινική  προπαγάνδα, η οποία άρχισε να διαδίδει ότι η Γαλλία θα προστάτευε τους Κρητικούς «αν προσχωρούσαν στον καθολικισμό αναγνωρίζοντας τον πάπα ως αρχηγό της Εκκλησίας»264. Το ζήτημα αυτό ξεκίνησε από τα χωριά του Αποκόρωνα και πήρε μεγάλες διαστάσεις. Πολλοί Ορθόδοξοι, ακόμα και ιερείς, πήγαιναν να γραφτούν στους καταλόγους των Νεοκαθολικών με την ελπίδα ότι θα βελτιώσουν την δύσκολη οικονομική κατάστασή τους. Ένα άλλο σημαντικό ζήτημα ήταν η έλλειψη διδασκαλίας από τους επισκόπους και τους ιερείς με αποτέλεσμα να εξαπατηθούν οι χωρικοί από την διδασκαλία των καθολικών ιεραποστόλων265. Το 1859 περισσότεροι από 30.000 Κρητικοί είχαν προσέλθει στον καθολικισμό στα Χανιά  και το Ρέθυμνο. Παράλληλα, οι οργανωτές του προσηλυτισμού ζήτησαν βοήθεια από το Βατικανό για να οργανωθεί τοπική Εκκλησία266. Η Εκκλησία της Κρήτης αντέδρασε άμεσα. Ο Μητροπολίτης Διονύσιος πήγε στα Χανιά και κάλεσε τον λαό να παραμείνει πιστός στο Ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα267. Παράλληλα, το πατριαρχείο έστειλε ιεροκήρυκες και Έξαρχο στη Κρήτη. Υπήρξε άμεση κινητοποίηση της Ελληνικής κυβέρνησης και της Εκκλησίας της Ελλάδος. Τελικά το ζήτημα έγινε πολιτικό. Οι Μεγάλες Δυνάμεις ζήτησαν να σταματήσει άμεσα ο προσηλυτισμός, διότι ήθελαν να αποτρέψουν την δράση της Γαλλίας στη Κρήτη. Με τον ίδιο τρόπο αντέδρασε και η Τουρκία υπό τον φόβο να επεκταθεί ο προσηλυτισμός και σε άλλες περιοχές. Η προσπάθεια προσηλυτισμού στον Καθολικισμό ήταν σοβαρή αλλά δεν είχε αποτέλεσμα. Το Βατικανό έκανε μία ακόμα προσπάθεια να δηλώσει την παρουσία του στην Κρήτη, όταν έστειλε το 1874 Λατίνο επίσκοπο Κανδίας στη Κρήτη268. Η συγκεκριμένη προσπάθεια δεν έφερε κανένα αποτέλεσμα. Ένα πολύ σημαντικό ζήτημα ήταν το μοναστηριακό, το οποίο οδήγησε στην επανάσταση του 1866-1869. Οι λόγιοι του Ηρακλείου όπως ο Λεωνίδας Γεωργιάδης και ο Χρ. Αργυράκης προσπάθησαν να στηρίξουν την στοιχειώδη εκπαίδευση και παιδεία με την οικονομική ενίσχυση των μοναστηριών. Το συγκεκριμένο ζήτημα,  παρά τις αντιδράσεις, λύθηκε το Νοέμβριο του 1865269. Ωστόσο ο Ισμαήλ πασάς αναμείχθηκε στο μοναστηριακό ζήτημα και δημιούργησε εντάσεις με αποτέλεσμα να ξεσπάσει η επανάσταση του 1866. Μετά την επανάσταση του 1866 και την αποκατάσταση της ειρήνης, η Εκκλησία της Κρήτης έκδωσε το 1870 το «Διοργανισμό των εν Κρήτη, ιερών μονών, σταυροπηγιακών τε και ενοριακών, επί τη βάσει οδηγιών της του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας»270. Το συγκεκριμένο κείμενο είναι ο καταστατικός χάρτης των μοναστηριών της Κρήτης, ο οποίος ίσχυσε μέχρι το 1900. Στο Διοργανισμό του 1870  αναφέρεται ότι η Εκκλησία της Κρήτης είναι υπεύθυνη για την ίδρυση σχολείων από τα μοναστηριακά εισοδήματα271. Το 1895 το Πατριαρχείο αναμειγνύεται στα πολιτικά πράγματα της Κρήτης και δημιουργείται νέα κρίση. Ο Πατριάρχης Άνθιμος Ζ΄ ζητά με συνοδική επιστολή από τον Μητροπολίτη Κρήτης και τους κρητικούς να εναντιωθούν στη Μεταπολιτευτική Επιτροπή του Μανούσου Κούνδουρου272. Οι εκπρόσωποι της Μεταπολιτευτικής Επιτροπής αντέδρασαν άμεσα και απαγόρευσαν την ανάγνωση της επιστολής του πατριάρχη στις Εκκλησίες. Οι αρχιερείς του νησιού συντάχθηκαν με τους πολιτικούς και δεν υπήρξε συνέχεια στην κρίση. Το 1898 δημιουργήθηκε ένα άλλο εκκλησιαστικό ζήτημα το επονομαζόμενο μητροπολιτικό. Μετά τον θάνατο του μητροπολίτη Κρήτης Τιμόθεου Καστρινογιαννάκη (1870-1897) το Πατριαρχείο εξέλεξε Μητροπολίτη Κρήτης τον επίσκοπο Λάμπης και Σφακίων Ευμένιο Ξηραδάκη. Ωστόσο, η επαναστατική κυβέρνηση αρνήθηκε να τον αναγνωρίσει διότι εκλέχθηκε από το Πατριαρχείο, το οποίο ήταν σε τουρκοκρατούμενη περιοχή. Την συγκεκριμένη θέση υποστήριξαν τοπικοί παράγοντες του νησιού, ενώ άλλοι υποστήριζαν τους ιστορικούς δεσμούς του Πατριαρχείου με την Κρήτη. Τελικά το ζήτημα λύθηκε με το νόμο 276/1900 της Κρητικής Πολιτείας. Ο συγκεκριμένος νόμος αναφέρει ότι ο μητροπολίτης Κρήτης  εκλέγεται από το Πατριαρχείο, αλλά ο διορισμός του γίνεται με διάταγμα της Κρητικής Πολιτείας273.

-77-

12 Ιουνίου, 2025

Οι Γάλλοι Προσηλυτίζουν στον Καθολικισμο Κρητικούς.

 Η Εκκλησία της Κρήτης αντέδρασε άμεσα. Ο Μητροπολίτης Διονύσιος πήγε στα Χανιά και κάλεσε τον λαό να παραμείνει πιστός στο Ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα267. Παράλληλα, το πατριαρχείο έστειλε ιεροκήρυκες και Έξαρχο στη Κρήτη. Υπήρξε άμεση κινητοποίηση της Ελληνικής κυβέρνησης και της Εκκλησίας της Ελλάδος. Τελικά το ζήτημα έγινε πολιτικό. Οι Μεγάλες Δυνάμεις ζήτησαν να σταματήσει άμεσα ο προσηλυτισμός, διότι ήθελαν να αποτρέψουν την δράση της Γαλλίας στη Κρήτη. Με τον ίδιο τρόπο αντέδρασε και η Τουρκία υπό τον φόβο να επεκταθεί ο προσηλυτισμός και σε άλλες περιοχές. Η προσπάθεια προσηλυτισμού στον Καθολικισμό ήταν σοβαρή αλλά δεν είχε αποτέλεσμα. Το Βατικανό έκανε μία ακόμα προσπάθεια να δηλώσει την παρουσία του στην Κρήτη, όταν έστειλε το 1874 Λατίνο επίσκοπο Κανδίας στη Κρήτη268. Η συγκεκριμένη προσπάθεια δεν έφερε κανένα αποτέλεσμα.  Ένα πολύ σημαντικό ζήτημα ήταν το μοναστηριακό, το οποίο οδήγησε στην επανάσταση του 1866-1869. Οι λόγιοι του Ηρακλείου όπως ο Λεωνίδας Γεωργιάδης και ο Χρ. Αργυράκης προσπάθησαν να στηρίξουν την στοιχειώδη εκπαίδευση και παιδεία με την οικονομική ενίσχυση των μοναστηριών. Το συγκεκριμένο ζήτημα, παρά τις αντιδράσεις, λύθηκε το Νοέμβριο του 1865. Ωστόσο ο Ισμαήλ πασάς αναμείχθηκε στο μοναστηριακό ζήτημα και δημιούργησε εντάσεις με αποτέλεσμα να ξεσπάσει η επανάσταση του 1866. Μετά την επανάσταση του 1866 και την αποκατάσταση της ειρήνης, η Εκκλησία της Κρήτης έκδωσε το 1870 το «Διοργανισμό των εν Κρήτη, ιερών μονών, σταυροπηγιακών τε και ενοριακών, επί τη βάσει οδηγιών της του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας»270. Το συγκεκριμένο κείμενο είναι ο καταστατικός χάρτης των μοναστηριών της Κρήτης, ο οποίος ίσχυσε μέχρι το 1900. Στο Διοργανισμό του 1870  αναφέρεται ότι η Εκκλησία της Κρήτης είναι υπεύθυνη για την ίδρυση σχολείων από τα μοναστηριακά εισοδήματα271. Το 1895 το Πατριαρχείο αναμειγνύεται στα πολιτικά πράγματα της Κρήτης και δημιουργείται νέα κρίση. Ο Πατριάρχης Άνθιμος Ζ΄ ζητά με συνοδική επιστολή από τον Μητροπολίτη Κρήτης και τους κρητικούς να εναντιωθούν στη Μεταπολιτευτική Επιτροπή του Μανούσου Κούνδουρου272. Οι εκπρόσωποι της Μεταπολιτευτικής Επιτροπής αντέδρασαν άμεσα και απαγόρευσαν την ανάγνωση της επιστολής του πατριάρχη στις Εκκλησίες. Οι αρχιερείς του νησιού συντάχθηκαν με τους πολιτικούς και δεν υπήρξε συνέχεια στην κρίση. Το 1898 δημιουργήθηκε ένα άλλο εκκλησιαστικό ζήτημα το επονομαζόμενο μητροπολιτικό

Μετά τον θάνατο του μητροπολίτη Κρήτης Τιμόθεου Καστρινογιαννάκη (1870-1897) το Πατριαρχείο εξέλεξε Μητροπολίτη Κρήτης τον επίσκοπο Λάμπης και Σφακίων Ευμένιο Ξηραδάκη. Ωστόσο, η επαναστατική  κυβέρνηση αρνήθηκε να τον αναγνωρίσει διότι εκλέχθηκε από το Πατριαρχείο, το οποίο ήταν σε τουρκοκρατούμενη περιοχή. Την συγκεκριμένη θέση υποστήριξαν τοπικοί παράγοντες του νησιού, ενώ άλλοι υποστήριζαν τους ιστορικούς δεσμούς του Πατριαρχείου με την Κρήτη. Τελικά το ζήτημα λύθηκε με το νόμο 276/1900 της Κρητικής Πολιτείας. Ο συγκεκριμένος νόμος αναφέρει ότι ο μητροπολίτης Κρήτης εκλέγεται από το Πατριαρχείο, αλλά ο διορισμός του γίνεται με διάταγμα της Κρητικής Πολιτείας273.

-77-

Η θρησκευτική ελευθερία

 2.3.  Τα πολλά επαναστατικά κινήματα των Κρητικών είχαν ως αποτέλεσμα την κατάργηση πολλών απαγορεύσεων σχετικά με ζητήματα θρησκευτικής ελευθερίας. Το 1827 παραχωρήθηκε άδεια για να επισκευασθεί η Αγία Τριάδα Τζαγκαρόλων. Την δεκαετία της αιγυπτιακής κατοχής ο Μουσταφά πασάς έδωσε γενική άδεια για να ανακαινισθούν οι χριστιανικοί ναοί. Παράλληλα ζήτησε την βοήθεια των αρχιερέων της κρητικής εκκλησίας «για την ηθική οικοδομή και την κάθαρση της κοινωνίας»257. Το Χάττι Χουμαγιούν (1856) κατοχύρωσε την θρησκευτική ελευθερία, η οποία διευρύνθηκε με τον Οργανικό Νόμο (1868) και με τη Σύμβαση της Χαλέπας (1878). Οι συμβάσεις αυτές είχαν σαν αποτέλεσμα την κατάργηση του μουσουλμανικού νόμου σεριάτ, ο οποίος απαγόρευε την οικοδόμηση χριστιανικών ναών. Το 1858 ο Βελής πασάς παραχώρησε στην χριστιανική κοινότητα Χανίων ένα παλαιό ναό, ο οποίος είχε μετατραπεί σε σαπωνοποιείο258. Στο συγκεκριμένο ναό ανοικοδομήθηκε η Παναγία η Τριμάρτυρη, ο μητροπολιτικός ναός των Εισοδίων και εγκαινιάστηκε το 1861. Ένα χρόνο αργότερα στις 25 Μαρτίου 1862 θεμελιώθηκε ο μητροπολιτικός ναός του Αγίου Μηνά στο Ηράκλειο. Ο ναός εγκαινιάστηκε από τον μητροπολίτη  Κρήτης Τιμόθεο Καστρινογιαννάκη και την συμμετοχή όλων των ιεραρχών της Κρητικής Εκκλησίας στις 16 Απριλίου 1895. Μετά από τις εξελίξεις σε πολιτικό και θρησκευτικό επίπεδο, πολλοί κρυπτοχριατιανοί επέστρεψαν στην ορθόδοξη χριστιανική πίστη. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την έντονη αντίδραση των Τούρκων, οι οποίοι τους αποκαλούσαν «χλευαστικά Τουρκομανώληδες και Τουρκομαρίες»260. Δήμευαν τις περιουσίες τους και τους εξόριζαν με ειδικούς νόμους. Η συγκεκριμένη περίοδος ήταν ιδιαίτερα δύσκολη για τους χριστιανούς. Από το 1870 και μετά οι Τούρκοι προσπάθησαν να  προσηλυτίσουν στο μουσουλμανισμό νέους από κατώτερα κοινωνικά στρώματα με την υπόσχεση παροχής περιουσιών και προνομίων»261. 

 2.4. Τα Εκκλησιαστικά προβλήματα 

 Η Εκκλησία της Κρήτης δεν αντιμετώπισε δογματικά προβλήματα κατά την πρώτη περίοδο της Οθωμανικής κατοχής στην Κρήτη. Τα μέσα του 19ου αιώνα, αρχικά, αντιμετώπισε την δράση των Λουθηροκαλβινιστών και λίγο αργότερα την προπαγάνδα των Καθολικών. Το 1837 λειτούργησε το Αμερικανικό σχολείο στα Χανιά, το οποίο θεωρήθηκε ότι ήταν «κέντρο της Λουθηροκαλβινικής προπαγάνδας»262. 

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Γρηγόριος ο Στ΄ έστειλε τον Μάιο του 1837, τον Μητροπολίτη Κρήτης στα Χανιά για να λάβει κάθε μέτρο και να αντιμετωπισθεί η κατάσταση. Ο διευθυντής του σχολείου Γεώργιος Ψαρουδάκης εγγυήθηκε «για τον Ορθόδοξο προσανατολισμό της διδασκαλίας»263. Ωστόσο, το ζήτημα έκλεισε οριστικά το 1843, όταν η Οθωμανική διοίκηση αποφάσισε να κλείσει τα αμερικάνικα σχολεία στις επαρχίες της αυτοκρατορίας.  

Λίγα χρόνια αργότερα, το 1859 εμφανίστηκε το πρόβλημα του προσηλυτισμού στον καθολικισμό. Ο Χουσνή πασάς ασκούσε σκληρή διοίκηση με βαρύτατη φορολογία για τους χριστιανούς της Κρήτης. Οι χριστιανοί της Κρήτης είχαν βρεθεί σε δεινή οικονομική θέση. Την συγκεκριμένη κατάσταση εκμεταλλεύτηκε η λατινική προπαγάνδα, η οποία άρχισε να διαδίδει ότι η Γαλλία θα προστάτευε τους Κρητικούς «αν προσχωρούσαν στον καθολικισμό αναγνωρίζοντας τον πάπα ως αρχηγό της Εκκλησίας»264. Το ζήτημα αυτό ξεκίνησε από τα χωριά του Αποκόρωνα και πήρε μεγάλες διαστάσεις. Πολλοί Ορθόδοξοι, ακόμα και ιερείς, πήγαιναν να γραφτούν στους καταλόγους των Νεοκαθολικών με την ελπίδα ότι θα βελτιώσουν την δύσκολη οικονομική κατάστασή τους. Ένα άλλο σημαντικό ζήτημα ήταν η έλλειψη διδασκαλίας από τους επισκόπους και τους ιερείς με αποτέλεσμα να εξαπατηθούν οι χωρικοί από την διδασκαλία των καθολικών ιεραποστόλων265. 

Το 1859 περισσότεροι από 30.000 Κρητικοί είχαν προσέλθει στον καθολικισμό στα Χανιά  και το Ρέθυμνο. Παράλληλα, οι οργανωτές του προσηλυτισμού ζήτησαν βοήθεια από το Βατικανό για να οργανωθεί τοπική Εκκλησία266.

-76-

10 Ιουνίου, 2025

Η οργάνωση της Κρητικής Εκκλησίας

 2.2.  Η Εκκλησία της Κρήτης έμεινε χωρίς μητροπολίτη για δύο χρόνια, μετά τη σφαγή των επισκόπων το 1821. Το 1823 ο σουλτάνος Μαχμούτ Δ΄ έδωσε άδεια να χειροτονηθεί μητροπολίτης Κρήτης ο Καλλίνικος εξ Αγχιάλου (1823-1830)249. Ο νέος Μητροπολίτης Κρήτης προσάρτησε την επισκοπή Κνωσού στη Μητρόπολη. Η περίοδος της επανάστασης καθιστούσε ιδιαίτερα δύσκολη την ποιμαντική εποπτεία των επισκόπων λόγω των αντιξοοτήτων. Το 1826 οι επαναστάτες της Γραμπούσας κάλεσαν τον επίσκοπο Αρδαμερίων Ιγνάτιο να εγκαινιάσει το ναό της Παναγίας της Κλεφτρίνας, προστάτιδας των κλεφτών ως «αρχιερατικός τοποτηρητής των ελεύθερων επαρχιών»250. 

 Στις 24 Νοεμβρίου 1831 με πατριαρχική απόφαση οι επισκοπές της Κρήτης έγιναν πέντε εξαιτίας της μείωσης του πληθυσμού. Συγκεκριμένα «Με τη μητρόπολη συγχωνεύτηκαν οι επισκοπές Λάμπης, Χερρονήσου και Κνωσού. Η επισκοπή Πέτρας συγχωνεύθηκε με την επισκοπή Αρκαδίας, η επισκοπή Ιεράς με την Σητείας, η Ρεθύμνης με την Αυλοποτάμου και η Κυδωνίας με την Κισάμου»251. Λίγα χρόνια  αργότερα ο μητροπολίτης Καλλίνικος Χούγιας (1842-1843) προσπάθησε να προβεί στην ανασύσταση των επισκοπών Κνωσού και Χερρονήσου. Το Πατριαρχείο θεώρησε την πράξη αυτή αυθαίρετη και έπαυσε τον Καλλίνικο από τα καθήκοντά του. Το 1845 αναγνωρίστηκε η επισκοπή Κνωσού, ενώ το 1859 η επισκοπή Κισάμου χωρίσθηκε από την μητρόπολη Κυδωνίας. Το 1862 ανασυστάθηκαν οι επισκοπές του νησιού εκτός από την Κνωσού, η οποία προσαρτήθηκε από την Μητρόπολη. Το συγκεκριμένο καθεστώς διατηρήθηκε μέχρι το 1900 όπου ο Καταστατικός Νόμος της Κρητικής Πολιτείας, κατάργησε την επισκοπή Χερρονήσου, η οποία προσαρτήθηκε στη μητρόπολη και η επισκοπή Πέτρας διευρύνθηκε προσαρτώντας την επαρχία Βιάννου252. 

 Το Οικουμενικό Πατριαρχείο εξέλεγε τον Μητροπολίτη Κρήτης. Οι επίσκοποι εκλέγονταν από την Επαρχιακή Σύνοδο Κρήτης στην έδρα του Μητροπολίτη που ήταν το Ηράκλειο. Ωστόσο σε πολλές περιπτώσεις «η εκλογή γινόταν από τον Μητροπολίτη και 2 ή 3 πλησιόχωρους επισκόπους»253. 

 Ένα ζήτημα πολύ σημαντικό για την Εκκλησία της Κρήτης την περίοδο της Τουρκοκρατίας ήταν η μισθοδοσία των αρχιερέων της. Στις μητροπόλεις και τις επισκοπές του Οικουμενικού Πατριαρχείου είχε επιβληθεί ειδική φορολογία στους χριστιανούς για τη μισθοδοσία των αρχιερέων. Συγκεκριμένα στην Κρήτη, οι χριστιανοί κάθε επισκοπικής περιφέρειας κατέβαλαν τις «ετήσιες χρηματικές επιχορηγήσεις[…]ανάλογα με την οικονομική τους κατάσταση»254. Παράλληλα τα μοναστήρια της κάθε περιφέρειας προσέφεραν δώρα και πεσκέσια στον αρχιερέα της περιοχής τους. Ωστόσο, η βαρύτατη μητροπολιτική και επισκοπική φορολογία «δημιούργησε πολλά και σοβαρά προβλήματα και καταργήθηκε, γιατί θεωρήθηκε απαράδεκτη για το λαό, αλλά και ασυμβίβαστη προς το αρχιερατικό αξίωμα και προς την ανεξαρτησία των εκκλησιαστικών ηγετών»255. 

Η φιλαργυρία μητροπολιτών και επισκόπων του 19ου αιώνα στηλιτεύτηκε από λιβελογραφήματα και σκωπτικά στιχουργήματα. Το 1877 η Γενική Συνέλευση για να αντιμετωπίσει αυτή την κατάσταση αποφάσισε να κατάργηση το παλαιό σύστημα μισθοδοσίας των   αρχιερέων και όρισε, με την έγκριση του σουλτάνου, να μισθοδοτούνται από το δημόσιο ταμείο του νησιού 256. 

-74-  

08 Ιουνίου, 2025

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΩΝ ΚΡΗΤΙΚΩΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΝ (1821-1898)

  1.6. Η κατάσταση του κλήρου σε πνευματικό και ηθικό επίπεδο

Την τελευταία περίοδο της Βενετικής κατοχής υπήρχαν κρητικοί ιερωμένοι, οι οποίοι ήταν πολύ μορφωμένοι. Ωστόσο μετά την κατάληψη της Κρήτης από τους Τούρκους πολλοί από τους λόγιους μοναχούς όσοι δεν πέθαναν είτε από τις κακουχίες είτε από τις πολεμικές συγκρούσεις κατέφυγαν στα Επτάνησα και την Ιταλία. Παράλληλα τα σπουδαία σχολεία των μοναστηριών είτε σταμάτησαν την λειτουργία τους, είτε παρείχαν στοιχειώδη εκπαίδευση241. 

Στην τουρκοκρατούμενη Κρήτη κάνουν την εμφάνισή τους λόγιοι ιερωμένοι όπως ο Νεόφυτος Οικονόμος , ο Ζαχαρίας Πρακτικίδης, Καλλίνικος Κριτοβουλίδης και άλλοι στα τέλη του 18ου με αρχές του 19ου αιώνα. Ωστόσο πάρα την έλλειψη παιδείας, οι ιερωμένοι εκείνης της περιόδου είχαν πολύ υψηλό ηθικό επίπεδο. Κατάφεραν να διατήρησαν την εθνική τους συνείδηση και διαφύλαξαν την Ορθόδοξη χριστιανική πίστη έχοντας ζήλο και καθαρότητα βίου. Ο παπάς με τα λίγα γράμματα που γνώριζε ήταν συμπαραστάτης του κάθε χωρικού , φορούσε την ίδια ενδυμασία, την κρητική βράκα, εκτελούσε αγροτικές εργασίες, ήταν οικογενειάρχης, και συμπαραστεκόταν στις δυσκολίες των συγχωριανών του. Παράλληλα, ως επικεφαλής της ενορίας του συμμετείχε τις περισσότερες φορές στα  Παράλληλα, ως επικεφαλής της ενορίας του συμμετείχε τις περισσότερες φορές στα επαναστατικά κινήματα «συνέπασχε με το ποίμνιο του πέφτοντας συχνά θύμα της εκδικητικότητας και της απληστίας του κατακτητή»242. 

 2. Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΩΝ ΚΡΗΤΙΚΩΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΝ (1821-1898) 

 2.1. Η ιεραρχία 

 Η πλειοψηφία των ιεραρχών της Κρήτης είχαν μυηθεί στη Φιλική εταιρεία και ήταν έτοιμοι ψυχολογικά για τον αγώνα που θα ακολουθούσε. Ο Ν. Νησιώτης αναφέρει  ότι «μεμυημένοι προς την Φιλικήν Εταιρείαν ήσαν οι συγγενείς αρχιερείς Ιεράς Αρτέμιος (κατόπιν Αλεξανδρείας) και ο αρχιεπίσκοπος Κρήτης Γεράσιμος Παρδάλης ως και ο (sic) Κισσάμου Μελχισεδέκ ανήρ γενναίου και ατρομήτου χαρακτήρος και άλλοι»243. 

 Μετά την έναρξη της επανάστασης του 1821 τα πρώτα θύματα των τουρκικών αντεκδικήσεων ήταν οι ιερωμένοι. Σημαντικό γεγονός ήταν η σφαγή των πέντε αρχιερέων στο Ηράκλειο της Κρήτης, οι οποίοι είχαν προσκληθεί από τον Μητροπολίτη Κρήτης μετά από απαίτηση του Πασά. Οι πέντε αρχιερείς ήταν «ο μητροπολίτης Γεράσιμος Παρδάλης, ο Κνωσού Νεόφυτος Φυντικάκης, ο Χερονήσου Ιωακείμ, ο Λάμπης Ιερόθεος και ίσως και ο τιτουλάριος επίσκοπος Διουπόλεως Καλλίνικος»244. Ο Χερίφ πασάς του Ηρακλείου έδωσε εντολή να αναλάβει ως μητροπολιτικός επίτροπος ο Αρκαδίας Νεόφυτος . Ο συγκεκριμένος αρχιερέας ήταν ο μόνος που σώθηκε από την σφαγή των αρχιερέων της Κρήτης. Ωστόσο ένα μήνα αργότερα πέθανε από πανώλη και η μητρόπολη Κρήτης έμεινε χωρίς μητροπολίτη. Ανάλογες καταστάσεις έζησαν οι ιερείς των χωριών και οι μοναχοί στα μοναστήρια της Κρήτης, όπως αναφέρει ο «Κώδιξ των Θυσιών» στον οποίο καταγράφονται τα θύματα της επανάστασης από το 1821-1830. Στην δεκαετή επανάσταση του 1821 αλλά και στα επαναστατικά κινήματα που  ακολούθησαν οι ιερείς συμμετείχαν και πολέμησαν ως απλοί στρατιώτες, ως στρατιωτικοί ηγέτες , ως διπλωμάτες και ως πολιτικοί . 

Ιερείς οι οποίοι διακρίθηκαν για τον ηρωισμό τους στο πεδίο της μάχης ήταν ο ηγούμενος της Χρυσοπηγής Άνθιμος, ο διάκονος Γαλακτίων Ψαρομήλιγγος, οι Σκορδίληδες246 κ.α.. 

Στο πολιτικό πεδίο διακρίθηκε ο Νεόφυτος Οικονόμος, ο οποίος ήταν υπεύθυνος για την Γενική Γραμματεία της Κρήτης από το 1821-1824. Η Εκκλησία της Κρήτης για να ενισχύσει τον κρητικό αγώνα έδωσε εκτός από τους ιερείς και τους αρχιερείς και υλικά αγαθά . Τα πολύτιμα αντικείμενα των εκκλησιών και των μοναστηριών διατέθηκαν για να ενισχυθεί η επανάσταση. Πολλά από αυτά  τα αντικείμενα στάλθηκαν στις Κυκλάδες και το 1826 πωλήθηκαν από την Ελληνική Κυβέρνηση για να οργανώσουν νέα εκστρατεία στην Κρήτη247. Στα επαναστατικά κινήματα που ακολούθησαν μέχρι την αυτονομία της Κρήτης, η Εκκλησία προσέφερε με ανάλογο τρόπο τα μέγιστα για την απελευθέρωση του νησιού από την Οθωμανική κατοχή. Σημαντική στιγμή η οποία αναδεικνύει την διάθεση προσφοράς είναι τα γεγονότα στη Μονή Αρκαδίου. Εκκλησιαστικές προσωπικότητες, οι οποίες διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στο κρητικό ζήτημα ήταν ο Παρθένιος Περίδης πρόεδρος της Γενικής Συνέλευσης των Κρητικών το 1866, ο Παρθένιος Κελαϊδής έπαιξε σημαντικό ρόλο σε διπλωματικό επίπεδο κατά την επανάσταση του 1866-1869. Κατά την επανάσταση του 1897 ο επίσκοπος Κισάμου Δωρόθεος Κλωνάρης ήταν πρόεδρος της Επαναστατικής Συνελεύσεως των Κρητικών248.

-72-

07 Ιουνίου, 2025

1.5. Τα μοναστήρια της Κρητης

  Κατά την περίοδο του Κρητικού Πολέμου, όσα μοναστήρια της Κρήτης αντιστάθηκαν στα Οθωμανικά στρατεύματα, όπως το μοναστήρι της Αγκαράθου στη Πεδιάδα και το μοναστήρι της Κυρίας Γωνιάς στην Κίσσαμο, δέχθηκαν διώξεις και καταστροφές. Μετά την κατάκτηση της Κρήτης από τους Οθωμανούς (1669) τα μοναστήρια των πόλεων είτε καταστράφηκαν είτε έγιναν τζαμιά και στρατώνες233. Από τις εκατοντάδες των μοναστηριών κατά την περίοδο της Βενετοκρατίας παρέμειναν λίγα ενεργά και μόνο «ορισμένα τοπωνύμια όπως Κελλιά , Καλογέροι, Καλογρές, Πάνω Κυρές, Κάτω Κυρές, Μοναστήρι, Μοναστηράκι κ.λ.π. διασώζουν ακόμη τον απόηχο της λησμονημένης μοναστηριακής ιστορίας»234. 

 Η ίδρυση νέων μοναστηριών και εκκλησιών ήταν πολύ δύσκολο να γίνει διότι απαγορευόταν από τον ιερό νόμο των Μουσουλμάνων (Σεριάτ). Ωστόσο ήταν δύσκολη και η συντήρηση των παλαιών μοναστηριών, διότι ήταν απαραίτητη ειδική  άδεια από τις τουρκικές αρχές, η οποία στοίχιζε περισσότερα χρήματα από την δαπάνη για να συντηρηθούν235. Τα ελάχιστα μοναστήρια που επιβίωσαν ήταν μεγάλα και πλούσια. Εκεί είχαν την δυνατότητα να πληρώνουν την βαρύτατη φορολογία και τα πλούσια δώρα για τους Τούρκους αξιωματούχους. Από τα πρώτα χρόνια της Οθωμανικής κατοχής το κάθε μοναστήρι είχε ένα Τούρκο αγά, τον λεγόμενο «μουταβελή» ή «μοναστήραγασί», ο οποίος το προστάτευε από τις επιδρομές των γενιτσάρων236. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο για να αντιμετωπίσει αυτή την κατάσταση, έθεσε υπό την προστασία του πολλά μοναστήρια, τα οποία ανακήρυξε ως σταυροπηγιακά. Ήδη από το 1654 ο Νεόφυτος Πατελάρος παραχώρησε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο Κρητικά μοναστήρια όπως την Αγία Τριάδα των Τζαγκαρόλων, της Χρυσοπηγής των Χανίων, το Αρκάδι για να τα προστατεύσει από τους Τούρκους237. Την πρώτη περίοδο της Οθωμανικής κατοχής τα μοναστήρια διακρίνονταν σε σταυροπηγιακά, τα οποία ήταν υπό την προστασία του Πατριαρχείου και τα ενοριακά τα οποία ήταν υπό την ευθύνη του επισκόπου της περιοχής. Η κατάσταση ήταν ασταθής και ανάλογα με τις συνθήκες και την πολιτική που ακολουθούσε το Πατριαρχείο μπορούσε ένα Σταυροπηγιακό μοναστήρι να γίνει ενοριακό και ένα ενοριακό να γίνει σταυροπηγιακό238.  Κατά την πρώτη τουρκική περίοδο από το 1669-1821 επικράτησε ειρήνη, με μόνη εξαίρεση την επανάσταση του Δασκαλογιάννη το 1770. Η μακροχρόνια περίοδο ειρήνης ευνόησε την ανάπτυξη των μοναστηριών σε οικονομικό επίπεδο και την αύξηση του πληθυσμού των μοναχών. Μετά το 1750 ιδρύθηκαν και λειτούργησαν πολλά σχολεία σε μοναστήρια για να καλυφθεί η ανάγκη της εκπαίδευσης των εκκλησιαστικών στελεχών. Τα μοναστήρια όπως του Αρκαδίου, της Αγίας Τριάδας των Τζαγκαρόλων, του Απανωσήφη και άλλα είχαν σχολεία και βιβλιοθήκες με χειρόγραφα και έντυπα βιβλία239. Ωστόσο την περίοδο των επαναστάσεων 1821-1898 πολλά χειρόγραφα καταστράφηκαν, διότι χρησιμοποιήθηκαν ως γεμίσματα για τα όπλα των επαναστατών240.

-70-

05 Ιουνίου, 2025

Η ΣΧΕΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ ΜΕ ΤΟ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ - Η ΛΑΤΡΕΙΑ

 1.3. Οι σχέσεις με το Οικουμενικό Πατριαρχείο 

 Το Οικουμενικό Πατριαρχείο ασκούσε ισχυρές πιέσεις στην Εκκλησία της Κρήτης. Το γεγονός αυτό δημιουργούσε αντιδράσεις στον χριστιανικό πληθυσμό του νησιού. Την περίοδο όπου Μητροπολίτης Κρήτης ήταν ο Κωνσταντίνος ο Σίφνιος (1711-1716 και 1719-1722) ξέσπασε μεγάλη κρίση. Ο κλήρος και ο λαός χωρίστηκαν σε δύο αντιμαχόμενες παρατάξεις στους μητροπολιτικούς, οι οποίοι ήταν πατριαρχικοί και στους αντιμητροπολιτικούς, οι οποίοι ήταν αντιπατριαρχικοί224. Τους αντιπατριαρχικούς υποστήριζαν ισχυροί παράγοντες της εποχής τόσο στην Κρήτη όσο και στην Κωνσταντινούπολη με αποτέλεσμα να επηρεαστεί ο αρχιδεφτερδάρης της Κρήτης και να εισηγηθεί στην Υψηλή Πύλη την ανακήρυξη της Εκκλησία της Κρήτης σε αυτοκέφαλη και να αποσχιστή από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Ο σουλτάνος δέχτηκε την εισήγηση των αντιπατριαρχικών παραγόντων. Στις 23 Απριλίου 1715 έστειλε φιρμάνι με το οποίο έπαυε από τα καθήκοντά του τον  Μητροπολίτη Κρήτης Κωστάντιο και απαγόρευε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο να έχει ανάμειξη στα εκκλησιαστικά ζητήματα της Κρήτης225. Ωστόσο η κρίση ξεπεράστηκε γρήγορα. Το Πατριαρχείο κατάφερε να αλλάξει την απόφαση του σουλτάνου και η Εκκλησία της Κρήτης δεν έγινε Αυτοκέφαλη. 

Ο Μητροπολίτης Δανιήλ (1723-1725), πρώην επίσκοπος Ρεθύμνης, παύθηκε από τα καθήκοντα του και εξορίστηκε, διότι μυστικά εργαζόταν για την αποστασία. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο χειροτόνησε Μητροπολίτη Κρήτης τον Γεράσιμο Λετίτζη (1725-1756), οποίος ήταν κρητικής καταγωγής και δυναμική προσωπικότητα. Το όνομά του συνδέθηκε με σημαντικά έργα για την Εκκλησία της Κρήτης. όπως η ανοικοδόμηση του μητροπολιτικού ναού του αγίου Μηνά. Παράλληλα οι σχέσεις με το Πατριαρχείο αποκαταστάθηκαν. Η Εκκλησία της Κρήτης πλήρωνε κανονικά τους πατριαρχικούς φόρους. Το Πατριαρχείο με το κύρος του διασφάλιζε την θρησκευτική ελευθερία, η οποία συντηρούσε την εθνική συνείδηση των κρητικών226. Κατά την πρώτη περίοδο της τουρκοκρατίας, η Εκκλησία της Κρήτης δεν είχε ούτε δογματικά, όμως ούτε και άλλα ζητήματα να την απασχολούν. Ο πληθυσμός ήταν ομοιογενής τόσο σε εθνικό όσο και θρησκευτικό επίπεδο. Ωστόσο, το πιο σημαντικό πρόβλημα ήταν οι εξισλαμισμοί. Στο Ισλάμ προσχωρούσαν άνθρωποι με μειωμένη θρησκευτική και εθνική συνείδηση, οι οποίοι είχαν ιδιοτελή κίνητρα και ήθελαν να επωφεληθούν οικονομικά. Το Πατριαρχείο έστειλε κατάλληλους επισκόπους στην   Κρήτη με τους οποίους κατάφερε να στηρίξει και να εμψυχώσει τους αδύνατους στην πίστη227. Με αυτό τον τρόπο να περιορίστηκαν οι εξισλαμισμοί.  

1.4. Η λατρεία 

 Η λατρεία των Ορθόδοξων Χριστιανών στην Κρήτη ήταν ελεύθερη σε θεωρητικό επίπεδο. Τα προστατευτικά διατάγματα που είχαν εκδοθεί επέτρεπαν την ελεύθερη διεξαγωγή «των καθιερωμένων θρησκευτικών τελετουργιών και εορτών»228. Ωστόσο τα πράγματα ήταν πολύ σκληρά. Οι μεγάλες εκκλησίες της Κρήτης μετατράπηκαν σε τζαμιά και οι μικρότερες Εκκλησίες σε αποθήκες, σε λουτρά, σταύλους κ.α.229. Εξαίρεση αποτελεί ο μικρός ναός του αγίου Ματθαίου, τον οποίο  εξασφάλισαν οι Σιναΐτες του Χάνδακα. Συγκεκριμένα ο Παναγιωτάκης Νικόσιος παραχώρησε τον ναό και ο Αχμέτ Κιοπρουλής κατοχύρωσε την δωρεά με διαταγή230. Ο Μητροπολίτης Κρήτης δεν είχε μητροπολιτικό ναό στον Χάνδακα να ιερουργήσει για πάνω από εξήντα χρόνια και αναγκαζόταν να περιφέρεται σε χωριά και μοναστήρια. Οι Σιναΐτες εμπόδιζαν την οικοδόμηση μητροπολιτικού ναού στον Χάνδακα κυρίως για οικονομικούς λόγους231. Ωστόσο, το 1735 ο μητροπολίτης Κρήτης Γεράσιμος Λετίτζης κατόρθωσε να εξασφαλίσει άδεια από τις τουρκικές αρχές για να ανακαινίσει την παλιά και ερειπωμένη εκκλησία του Αγίου Μηνά ώστε να γίνει ο μητροπολιτικός ναός. Τα εγκαίνια του ναού έγιναν 10 Νοεμβρίου 1735, ενώ αποδόθηκε οριστικά στην Μητρόπολη Κρήτης στις 19 Ιουνίου 1742 «με ειδική ιερονομική πράξη»232.

-68-

04 Ιουνίου, 2025

1.2. Τα προνόμια και οι υποχρεώσεις των Ορθοδοξων επι Τουρκοκρατιας στην Κρητη

  Οι τουρκικές αρχές μετά την ανασύσταση της ορθόδοξης ιεραρχίας στην Κρήτη παραχώρησαν προνόμια στους ορθόδοξους ιεράρχες. Τα προνόμια των αρχιερέων ήταν πνευματικά, διοικητικά, δικαστικά και οικονομικά, τα οποία κατοχυρώνονταν με μπεράτι από την Υψηλή Πύλη219. Τα συγκεκριμένα προνόμια έπρεπε να είναι σεβαστά τόσο από τους Ορθόδοξους όσο και από τους Μουσουλμάνους. Οι Τουρκικές αρχές δεν είχαν δικαίωμα να επεμβαίνουν στο έργο των ιερέων και των αρχιερέων. Οι κανόνες της Ορθόδοξης Εκκλησίας κανόνιζαν τα ζητήματα οικογενειακού δικαίου για τους Χριστιανούς της Κρήτης και όχι οι νόμοι της Οθωμανικής αυτοκρατορίας220. Το οικογενειακό δίκαιο ρύθμιζε ζητήματα γάμων , διαζυγίων, δωρεών, κληρονομιών κ.α.. Ωστόσο οι γενίτσαροι βιαιοπραγούσαν και σκότωναν ιερείς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της συγκεκριμένης κατάστασης ήταν η δολοφονία του μητροπολίτη Λάμπης Μεθοδίου Σιλιγάρδου το 1793221. Οι αρχιερείς και οι ιερείς έδιναν χρηματικά ποσά και δώρα στους Τούρκους για να είναι ασφαλείς όπως αναφέρει ο Νικόλαος Νησιώτης «προς τήρησιν των διατάξεων των βερατίων, έπρεπε να καταβάλλονται χρήματα εις τους άπληστους επιτόπιους άρχοντας, οι οποίοι τότε μόνον εσέβοντο τας διαταγάς του κέντρου»222.  

Η φορολογία ήταν ένα σημαντικό ζήτημα για την Εκκλησία της Κρήτης. Κάθε χρόνο πλήρωνε 66.000 τουρκικά άσπρα για το κρατικό ταμείο του νησιού και 10.000 άσπρα για το αυτοκρατορικό ταμείο στην Κωνσταντινούπολη. Ο υπεύθυνος για την είσπραξη των φόρων ήταν ο Μητροπολίτης, τα οποία κατέβαλε στον δεφτερδάρη ή  αρχιλογιστή του νησιού. Για να συγκεντρωθεί το συγκεκριμένο ποσό από τα πρώτα χρόνια της τουρκικής κατοχής επιβλήθηκε φόρος 12 άσπρα τον χρόνο σε κάθε χριστιανική οικογένεια. Παράλληλα, ο πατριαρχικός φόρος ήταν 76.000 άσπρα, ο οποίος κατοχυρώθηκε με φιρμάνι από τον σουλτάνο, μόλις ανασυστάθηκε η Εκκλησία της Κρήτης. Μία χριστιανική οικογένεια πλήρωνε 12 άσπρα (= τα χρήματα σύμφωνα με το γλωσσικό ιδίωμα της εποχής. Το «άσπρο» ήταν μικρό τουρκικό νόμισμα και λεγόταν έτσι από το χρώμα του κέρματος) φόρο για το πατριαρχείο συν άλλες εισφορές και έκτακτους φόρους. Ο Θ. Δετοράκης αναφέρει ότι «η πολιτική του Οικουμενικού Πατριαρχείου έναντι της αρτισύστατης κρητικής Εκκλησίας ήταν αυταρχική και ιδιαίτερα πιεστική. Ήδη στα πρώτα χρόνια της Τουρκοκρατίας, ο πατριάρχης Διονύσιος ο Δ΄(1676-1679) προκάλεσε επανειλημμένως σουλτανικά φιρμάνια για τις καθυστερούμενες εισφορές της κρητικής Εκκλησίας. [..] Ο Νεόφυτος Πατελλάρος αναγκάστηκες, ως φαίνεται , να παραιτηθεί το 1679, εξαιτίας των καταπιέσεων αυτών.»223.

-66-

02 Ιουνίου, 2025

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ (1645 – 1898)

  1. Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ 1645-1821 

 1.1. Η ιεραρχία 

 Οι Οθωμανικές δυνάμεις αποκατέστησαν την ιεραρχία της κρητικής Εκκλησίας σε συνδυασμό με την ανασύσταση της Μητρόπολης Κρήτης και των επισκοπών της, μόλις έθεσαν υπό την κατοχή τους το νησί. Ο στόχος του σουλτάνου ήταν να επηρεάσει την ψυχολογία των Κρητικών, οι οποίοι θα μπορούν να έχουν Ορθόδοξους ιεράρχες για πρώτη φορά μετά από σχεδόν πέντε αιώνες βενετικής κατοχής212. Ο πρώτος Μητροπολίτης Κρήτης χειροτονήθηκε το 1647 και ήταν ο Νεόφυτος Πατελλάρος, μοναχός της μονής Αρκαδίου και συγγενής του Οικουμενικού Πατριάρχη Αθανασίου Γ΄ του Πατελλάρου213. Ο νέος Μητροπολίτης εισηγήθηκε στον στρατηγό των τουρκικών δυνάμεων Χουσεΐν την επανίδρυση των επισκοπών 1653/54. Αρχικά η διοίκηση των επισκοπών θα ήταν επιτροπική μέχρι να βρεθούν οι κατάλληλοι κληρικοί για να τις επανδρώσουν. Η αρχαιότερη αναφορά για την  ύπαρξη ορθόδοξων επισκοπών στην Τουρκοκρατούμενη Κρήτη βρίσκεται σύμφωνα με τον Θ. Δετοράκη «σε χειρόγραφο του 1659»214. Συγκεκριμένα υπήρχαν 12 επισκοπές στην Κρήτη, οι οποίες διατηρούσαν τα αρχαία ονόματά τους και ήταν: η Γορτύνης , η Κνωσού , η Αρκαδίας, η Χερρονήσου, η Αυλοποτάμου, η Αγρίου, η Λάμπης, η Κυδωνίας, η Ιεράς, η Πέτρας , Σητείας και η Κισάμου215. Ο αριθμός τον επισκοπών δεν ήταν σταθερός κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, ήταν μεταξύ 10-12. Το 1820 υπήρχε τιτουλάριος επίσκοπος, δηλαδή βοηθός του μητροπολίτη , όπου ανέβαζε τον αριθμό των επισκόπων μαζί με τον μητροπολίτη στους δεκατρείς216. Ο τίτλος του Μητροπολίτη Κρήτης από το 1700 ήταν «Κρήτης και πάσης Ευρώπης»217. 

Η επισκοπική περιφέρεια του Μητροπολίτη ήταν η αρχαία  επισκοπή Γορτύνης και η επαρχία Σφακίων. Μέχρι το 1779 η επαρχία Σφακίων ήταν αποίμαντη διότι ο τόπος ήταν τραχύς και μεγάλη η απόσταση από την έδρα του Μητροπολίτη. Ωστόσο τον Οκτώβριο του ίδιου έτους ο μητροπολίτης Κρήτης Ζαχαρίας ορίζει ως υπεύθυνο για την διαποίμανση της επαρχίας τον επίσκοπο Αυλοποτάμου Παρθένιο, ο οποίος είχε τον τίτλο «Αυλοποτάμου και Εξάρχου Σφακίων»218.

-65-

01 Ιουνίου, 2025

4.4. Παιδεία στην Κρητη επι Τουρκοκρατιας

  Λίγα σχολεία λειτουργούσαν στην Κρήτη μέχρι το 1821, τα οποία σταμάτησαν να λειτουργούν μετά την κήρυξη της επανάστασης. Οι τουρκικές αρχές θεωρούσαν ότι τα σχολεία βοηθούσαν την επανάσταση και οι δάσκαλοι ήταν υπό διωγμό. Δάσκαλοι θανατώθηκαν και φυλακίστηκαν. Χαρακτηριστικές περιπτώσεις είναι ο Καλλίνικος Βερροιαίος, ο οποίος απαγχονίστηκε στις 15 Ιουνίου και 1825 και ο Νικόλαος Φουράκης ο οποίος φυλακίστηκε , δραπέτευσε και λίγο αργότερα πέθανε από τις κακουχίες201. Η σκληρότητα των καταστάσεων και της εποχής δεν επέτρεπε την λειτουργία σχολείων. Κατά την περίοδο της Αιγυπτιακής κατοχής από το 1830-1840, η διοίκηση της Κρήτης επέτρεψε την ίδρυση και λειτουργία σχολείων. Στο Ρέθυμνο λειτουργούσε αλληλοδιδακτικό σχολείο το 1834 και το 1836 ο επίσκοπος Λάμπης Νικόδημος ίδρυσε μία σχολή που αργότερα έγινε κατώτερο διδασκαλείο202. Το 1837 η Αμερικανική Φιλεκπαιδευτική εταιρεία ίδρυσε ένα Αμερικάνικο Σχολείο στα Χανιά και διευθυντής ανέλαβε ο καταξιωμένος και σπουδαίος δάσκαλος Γεώργιος Ψαρουδάκης203. Το σχολείο απέκτησε καλή φήμη και είχε πολλούς μαθητές. Παρέμεινε ανοιχτό μέχρι το 1843 όταν η Οθωμανική διοίκηση αποφάσισε να κλείσει τα Αμερικάνικά σχολεία στην επικράτεια της. Στην Αθήνα είχε συσταθεί Επιτροπή για την παιδεία στην Κρήτη από το 1836. Την επιτροπή αποτελούσαν πανεπιστημιακοί καθηγητές. Συγκεκριμένα η επιτροπή ίδρυσε 15 σχολεία στην Κρήτη, τα οποία αργότερα έγιναν 27 με χρηματοδότηση από κρητικούς του εξωτερικού. Εκτός από την ίδρυση σχολείων, η επιτροπή συγκέντρωνε βιβλία και βοηθήματα για τα σχολεία της Κρήτης. Η Εκκλησία είχε την ευθύνη για την παιδεία του κρητικού λαού. Τα μοναστήρια είχαν σχολεία, όπου πήγαιναν μαθητές από τα χωριά της περιοχής. Παράλληλα οι Μητροπολίτες και οι επίσκοποι αναζητούν δασκάλους και κατάλληλα μέσα ώστε να ιδρύσουν σχολεία βασικής εκπαίδευσης205 .  Το 1856 δημιουργήθηκαν οι κατάλληλες συνθήκες με τις παραχωρήσεις του Χάττι Χουμαγιούν. Σε συνδυασμό με την σύσταση των Δημογεροντιών του 1858 αυξήθηκε κατά πολύ ο αριθμός των σχολείων206. Από το 1859 εως το 1865 , ο Γενικός Διοικητής της Κρήτης Χουσνή πασάς και ο διάδοχός του Ισμαήλ πασάς κατεδίωκαν τους δασκάλους από το νησί. Ωστόσο πολλοί κρητικοί είχαν αρχίσει να σπουδάζουν στο πανεπιστήμιο Αθηνών και μετά το τέλος των σπουδών τους επέστρεφαν και διδαξουν σε σχολεία της Κρήτης. Κάποιοι δάσκαλοι από αυτούς ήταν ο ιστορικός Βασίλειος Ψιλάκης, ο οποίος δίδαξε στο γυμνάσιο Χανίων από το 1855 και ο πολιτικός Αντώνιος Μιχελιδάκης, ο οποίος δίδαξε στο γυμνάσιο Ηρακλείου από το 1865. Λίγα χρόνια πριν την επανάσταση του 1866 υπήρχαν στις μεγάλες πόλεις της Κρήτης αλληλοδιδακτικά σχολεία και παρθεναγωγεία. Τα σχολεία συντηρούνται από δωρεές πλουσίων ιδιωτών, την Εκκλησία και μία μικρή επιχορήγηση από τα κρατικά ταμεία. Ένα από τα ζητήματα που προκάλεσε την επανάσταση του 1866 ήταν η διαχείριση της μοναστικής περιουσίας από επιτροπές με σκοπό τα έσοδα να δίνονται για την εκπαίδευση του λαού. Η αρμόδια επιτροπή κατέληξε σε απόφαση το 1865 , όμως ο Ισμαήλ πασάς εμπόδισε την υλοποίηση των αποφάσεων208. Κατά την περίοδο της επανάστασης 1866-1869 τα σχολεία δεν λειτουργούσαν.  Ο Οργανικός Νόμος του 1868 καθιέρωσε την ελληνική γλώσσα ως επίσημη και διδασκόταν τόσο στα ελληνικά σχολεία όσο και στα τούρκικα. Τα παλιά σχολεία επαναλειτουργούν και ιδρύονται νέα. Το 1870 συντάχθηκε «Ο Διοργανισμός των εν Κρήτη ιερών μονών» όπου το Θ΄ κεφάλαιο αναφέρεται στα σχολεία, τα οποία λειτουργούν από τα έσοδα των μοναστηριών και την φροντίδα των αρχιερέων και των Δημογεροντιών209. Μετά τη Σύμβαση της Χαλέπας το 1878, άρχισαν να εκδίδονται εφημερίδες, να δημιουργούνται βιβλιοθήκες και ιδρύθηκαν πολλά σχολεία. Η Γενική Συνέλευση των Κρητικών ψήφισε νόμο για την παιδεία το 1881. Σύμφωνα με τον νόμο αυτό, η βασική εκπαίδευση ήταν υποχρεωτική για τα αγόρια και τα κορίτσια και προέβλεπε   την ίδρυση δημοτικών σχολείων. Ωστόσο το ποσοστό του αναλφαβητισμού στην Κρήτη ήταν μεγάλο και μειώθηκε την δεκαετία 1880-1890 όταν ιδρύθηκαν πολλά σχολεία211. Τα σχολεία αυτά ιδρύθηκαν κυρίως από δωρεές ιδιωτών.

-64-

29 Μαΐου, 2025

4. Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ 1821- 1898

  4.1. Δημογραφικά στοιχεία 

 Ο πληθυσμός της Κρήτης παρουσίαζε μεγάλες αυξομειώσεις. Την περίοδο των επαναστάσεων μειωνόταν ο πληθυσμός και την περίοδο της ειρήνης αυξανόταν. Κατά την περίοδο της επανάστασης του 1821-1830 ο πληθυσμός μειώθηκε από 213.000 πριν το 1821 σε 129.000 κατά την απογραφή του Μουσταφά πασά το 1832 1833. Κάτι αντίστοιχο έγινε και στην επανάσταση του 1866-1869, όπου ο πληθυσμός μειώθηκε με τους εκπατρισμούς και τους θανάτους. Η μακρόχρονη περίοδο ειρήνης σε συνδυασμό με την βελτίωση των συνθηκών ζωής αύξησαν τον πληθυσμό της Κρήτης. Το 1858 ο Βελή πασάς έκανε απογραφή και ο πληθυσμός της Κρήτης είχε σχεδόν διπλασιαστεί φθάνοντας τους 278.908. Το θετικό στοιχείο ήταν ότι με την πάροδο τους χρόνου οι χριστιανοί ήταν περισσότεροι από τους  Μουσουλμάνους και μπορούσαν να επηρεάσουν τις εξελίξεις στο νησί. Στην απογραφή του 1881 οι χριστιανοί είναι τριπλάσιοι από τους μουσουλμάνους197

 4.2. Επαγγελματικός βίος 

 Οι Τούρκοι έχουν υπό την κατοχή τους τις μεγάλες γεωργικές εκτάσεις, τα πιο προσοδοφόρα επαγγέλματα και τις δημόσιες θέσεις, οι οποίες ήταν προνόμιο των μουσουλμάνων μέχρι το 1868. Οι περισσότεροι χριστιανοί ασχολούνται με την γεωργία και την κτηνοτροφία. Στην ανώτερη κοινωνική τάξη ανήκουν οι σαπωνοποιοί και οι βυρσοδέψες. Ενώ με το εμπόριο και άλλα επαγγέλματα απασχολούνται τα μεσαία και κατώτερα στρώματα τόσο των χριστιανών όσο και των μουσουλμάνων. 

 4.3. Οικονομική ζωή 

 Η οικονομία της Κρήτης παραμένει αγροτική και κατά την δεύτερη περίοδο της Τουρκοκρατίας. Το στήριγμα της οικονομίας ήταν οι αγρότες, ωστόσο δεν μπορούν να καλλιεργήσουν εκτός από το 1/3 των εδαφών. Η Τουρκική διοίκηση αποβλέπει μόνο στα έσοδα από τη φορολόγηση των αγροτών και δεν λαμβάνει μέτρα για να  βελτιώσει και να προστατεύσει την παραγωγή199. Το κυριότερο γεωργικό προϊόν ήταν το λάδι. Στη Κίσαμο και το Μαλεβίζι καλλιεργούσαν αμπέλια. Άλλα αξιόλογα προϊόντα ήταν ο λιναρόσπορος, τα σιτηρά, τα χαρούπια και άλλα. Σημαντική θέση για την κρητική οικονομία είχε η κτηνοτροφία. Παράλληλα, η σαπωνοποιία είχε αναπτυχθεί στην Κρήτη από τον 18ο αιώνα. Το σαπούνι μαζί με το λάδι ήταν τα κύρια εξαγώγιμα προϊόντα. Ωστόσο, η κρητική οικονομία δεν ήταν αυτάρκεις, τα εισαγόμενα προϊόντα ήταν περισσότερα από τα εξαγόμενα200.

-60-

28 Μαΐου, 2025

3.9. Η Επανάσταση του 1897-1898 και η Αυτονομία

 Ο Γεώργιος Βέροβιτς πασάς διορίζεται Γενικός διοικητής της Κρήτης το Σεπτέμβριο του 1896. Λίγους μήνες αργότερα οι Τούρκοι αντιδρούν και προσπαθούν υπονομεύσουν το νέο Οργανισμό με βιαιότητες και φόνους. Τον Ιανουάριο του 1897 πυρπολήθηκαν η επισκοπή και οι χριστιανικές συνοικίες στα Χανιά187. Οι Μεγάλες Δυνάμεις προσπαθούν να περιορίσουν και να αποτρέψουν την γενίκευση των επεισοδίων. Παράλληλα, η ελληνική κυβέρνηση του Δεληγιάννη αποφασίζει να επέμβει στην Κρήτη. Αρχικά, στέλνει τον πρίγκιπα Γεώργιο με πολεμικά πλοία να εμποδίσει την μεταφορά τουρκικού στρατού στην Κρήτη και στη συνέχεια έστειλε δεκαεπτά κρητικούς αξιωματικούς να οργανώσουν επαναστατικές ομάδες στην Κρήτη188. Στις 3 Φεβρουαρίου 1897 οι Μεγάλες Δυνάμεις προσπάθησαν να θέσουν υπό διεθνή κατοχή το νησί. Ωστόσο η ελληνική κυβέρνηση προσπάθησε να προλάβει τις εξελίξεις έστειλε τον Συνταγματάρχη Τιμ. Βάσο (υπασπιστη του Βασιλεως Γεωργίου Α' ) με 1.500 στρατιώτες για να καταλάβει την Κρήτη και να κηρύξει την ένωσή της με την Ελλάδα. Στης 1 Φεβρουαρίου του 1897 αποβιβάστηκαν οι στρατιωτικές δυνάμεις του Βάσσου στο Κολυμπάρι και χωρίς να χάσει χρόνο εξέδωσε προκήρυξη σύμφωνα με την οποία «καταλάμβανε την Κρήτη στο όνομα του βασιλιά των Ελλήνων, και κήρυσσε την ένωση μέσα σε ατμόσφαιρα γενικού ενθουσιασμού»189. Ο Βάσσος κατέλαβε τον τουρκικό πύργο στις Βουκολιές και προσπάθησε να φτάσει στα Χανιά. Όμως, οι Μεγάλες Δυνάμεις απαγόρευσαν στον ελληνικό στρατό να πλησιάσει σε απόσταση 6 χιλιομέτρων από την πόλη των Χανίων. Ο πασάς των Χανίων Ιμπραήμ παραβίασε την ουδέτερη ζώνη με ένα τέχνασμα και αυτό είχε ως αποτέλεσμα τα πλοία των Μεγάλων Δυνάμεων να βομβαρδίσουν το «Επαναστατικό Στρατόπεδο του Ακρωτηρίου»190. Οι αντιδράσεις ήταν έντονες στις ευρωπαϊκές χώρες υπέρ των Κρητικών και εναντίον των Ευρωπαίων ναυάρχων, οι οποίοι βομβάρδισαν τους χριστιανούς και υποστήριξαν τους Τούρκους191.Μετά από αυτές τις εξελίξεις οι Μεγάλες Δυνάμεις πρότειναν την λύση τη αυτονομίας ή της ηγεμονίας. Τόσο οι Κρητικοί όσο και η ελληνική κυβέρνηση απέρριψαν τις λύσεις που πρότειναν οι Μεγάλες Δυνάμεις. Οι μάχες των επαναστατών με τις τουρκικές δυνάμεις συνεχίζονται μέχρι την λήξη του ελληνοτουρκικού πολέμου στις 21 Απριλίου 1897 που αναγκάζει την Ελλάδα να αποσύρει τις δυνάμεις της από το νησί192. Τότε οι ηγέτες της κρητικής επανάστασης αναγκάζονται να δεχθούν την λύση της αυτονομίας. Έγιναν τρεις Γενικές Συνελεύσεις και αποφασίστηκε ομόφωνα να γίνει η Κρήτη αυτόνομη πολιτεία. Οι Μεγάλες Δυνάμεις επέβαλαν για διοικητή του νησιού τον πρίγκιπα Γεώργιο της Ελλάδας παρακάμπτοντας τις τουρκικές αντιδράσεις193. Μέχρι τις 2 Νοεμβρίου 1898 έφυγαν οι Τούρκοι από το νησί και στις 9 Δεκεμβρίου αποβιβάστηκε στη Σούδα Χανίων ο ύπατος αρμοστής πρίγκιπας Γεώργιος194. Με την παρουσία του πρίγκιπα Γεωργίου στην Κρήτη τελείωσε μία μεγάλη χρονική περίοδο δουλείας και καταπίεσης.

-59-

26 Μαΐου, 2025

Οι Επαναστάσεις του 1889 και του 1895 ο Ρολος του Μανουσου Κουνδουρου

 3.7. Η επανάσταση του 1889 

 Την δεκαετία από την υπογραφή της Συνθήκης της Χαλέπας μέχρι την επανάσταση του 1889 εμφανίστηκαν έντονες κομματικές διαιρέσεις στη Κρήτη. Τα μεγάλα κόμματα που δημιουργήθηκαν ήταν δύο, των ξυπόλυτων και των καραβανάδων175. Οι ξυπόλητοι ήταν εκπρόσωποι των προοδευτικών και φιλελεύθερων τάσεων της εποχής. Στελέχη της συγκεκριμένης παράταξης ήταν ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, ο κ. Μοάτσος, οι αδερφοί Φούμοι κ.α. Η άλλη παράταξη ήταν οι Καραβανάδες, οι οποίοι ήταν συντηρητικοί, εξαιρετικά μορφωμένοι και κατείχαν σημαντικές θέσεις στην διοίκηση της Κρήτης. Σημαντικά στελέχη ήταν ο Χατζημιχάλης Γιάνναρης, ο Ι. Σφακιανάκης και ο Ν. Σταυράκης. Οι Μουσουλμάνοι της Κρήτης είχαν ανάλογη κομματική διαίρεση. Ωστόσο ο κομματικός φανατισμός δίχαζε πολύ έντονα τον λαό και πολλές φορές τον οδηγούσε σε πράξεις βίας. Το 1888 έγιναν εκλογές και κέρδισε το κόμμα των ξυπόλητων μετά από νοθεία176. Οι Καραβανάδες αντέδρασαν με ένα περίεργο τρόπο, οποίος επηρέασε την πολιτική ζωή της Κρήτης. Στη Γενική συνέλευση της 6 Μαΐου 1889 κατέθεσαν ψήφισμα όπου κήρυτταν την ένωση της Κρήτης με την υπόλοιπη Ελλάδα177. Ο Γενικός διοικητής Ν. Σαρτίνσκης, ο οποίος ήταν και πρόεδρος διέλυσε την Γενική Συνέλευση και ζήτησε να συλληφθούν τα  στελέχη των Καραβανάδων. Οι καραβανάδες διέφυγαν στα βουνά και κήρυξαν επανάσταση. Η κυβέρνηση της Ελλάδας αποκήρυξε την επανάσταση και η Τουρκία στέλνει στην Κρήτη τον στρατιωτικό Σακήρ πασά. Άμεσα επέβαλε στρατιωτικό  νόμο και έκανε συλλήψεις και βιαιοπραγίες στο χριστιανικού πληθυσμού. Επίσης, η Τουρκία θεωρώντας ότι οι κοινοβουλευτικοί θεσμοί δεν απέδωσαν στην Κρήτη ανακάλεσαν την σύμβαση της Χαλέπας με φιρμάνι στης 17 Δεκεμβρίου 1889. Έκαναν ανάκληση των θρησκευτικών και πολιτικών προνομίων και επέβαλαν βαριά φορολογία. Η αντίδραση των Χριστιανών ήταν να παραιτηθούν από τις θέσεις τους στο δημόσιο.

3.8. Η Μεταπολιτευτική Επιτροπή και η Επανάσταση του 1895 

 Το χρονική διάστημα από το 1890-1895 ήταν από τις πιο δύσκολες περιόδους της κρητικής ιστορίας. Οι βιαιοπραγίες των Τούρκων στους Χριστιανούς ήταν καθημερινές. Οι ηγέτες των Κρητικών κατάλαβαν ότι για να ενωθούν με την Ελλάδα ήταν απαραίτητο να περάσουν από το στάδιο της αυτόνομης ή ημιαυτόνομης ηγεμονίας με την προστασία των Μεγάλων Δυνάμεων179. Το σκεπτικό ήταν ότι με την πάροδο του χρόνου θα γίνουν οι συνθήκες ευνοϊκότερες και θα φτάσουν στην ένωση με την Ελλάδα. Ο αρχιμανδρίτης Παρθένιος Κελαϊδής ήταν ο εμπνευστής και βασικό υποστηρικτής της μεταπολιτευτικής ιδέα μέχρι το 1892 που απελάθηκε από την Κρήτη180. Το 1895 έγινε η σφαγή των Αρμενίων και η κοινή γνώμη συγκλονίστηκε181. Το αποτέλεσμα ήταν να δημιουργηθεί δυσμενές κλίμα για την Τουρκία και ευνοϊκές συνθήκες για το κρητικό ζήτημα. Η Οθωμανική διοίκηση αποφάσισε να αλλάξει τον Γενικό διοικητή της Κρήτης Μαχμούτ και να τον αντικαταστήσει με τον χριστιανό Αλέξανδρο Καραθεοδωρή. Οι αντιδράσεις των Τουρκοκρητικών ήταν έντονες και πολύ βίαιες, διότι ήθελαν να ανακληθεί ο Καραθεοδωρής. Ωστόσο, οι Κρητικοί πληρεξούσιοι ζήτησαν από τον Διοικητή να επαναφέρει τον Χάρτη της Χαλέπας και ο Καραδεοδωρής διέλυσε τη Συνέλευση τρομοκρατημένος182. Την περίοδο εκείνη επικρατούσε μεγάλη αναρχία και εμφανίστηκε ο Σφακιανός πολιτευτής Μανούσος Κούνδουρος, ο οποίος έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο, ώστε να  γίνει αυτόνομη πολιτεία η Κρήτη. Θεωρούσε ότι η αυτονομία θα μπορούσε να οδηγήσει στην ένωση με την Ελλάδα και οργάνωσε την Μεταπολιτευτική επιτροπή με σκοπό να προετοιμάσει τη νέα επανάσταση. Αρχικά συνέταξε υπόμνημα το οποίο έθεσε στη Γενική Συνέλευση του λαού και μετά το υπέβαλε στους προξένους των Μεγάλων Δυνάμεων. Στις 10 Σεπτεμβρίου του 1895 το υπόμνημα του Κούνδουρου εγκρίθηκε από τη Γενική Συνέλευση στην Κράπη και μετά υποβλήθηκε στους Προξένους των Μεγάλων Δυνάμεων183. Τα κεντρικά σημεία αυτής της πολιτικής ήταν: 

α) να γίνει η Κρήτη αυτόνομη πολιτεία φόρου υποτελής στο Σουλτάνο, 

β) ο Διοικητής του νησιού να είναι χριστιανός με πενταετή θητεία και ο σουλτάνος να μην έχει δικαίωμα να τον αντικαταστήσει, 

γ) να ισχύσει ο χάρτης της Χαλέπας και κάποια από τα προνόμια που προβλέπει να βελτιωθούν184. 

 Ο Γενικός Διοικητής της Κρήτης Αλέξανδρος Καραθεοδωρής διέταξε τη σύλληψη των μελών της Μεταπολιτευτικής επιτροπής, αλλά οι τουρκικές δυνάμεις δεν κατάφεραν να τους συλλάβουν. Ο Καραθεοδωρής αντικαταστάθηκε από τον Τουρχάν πασά τον Μάρτιο του 1896. Ο νέος Γενικός Διοικητής έφτασε στην Κρήτη και είχε  φιρμάνι για να δώσει γενική αμνηστία στους Μεταπολιτευτικούς. Ωστόσο, οι Μεταπολιτευτικοί το απέρριψαν, άφησαν πίσω τις διαφορές και προσπάθησαν ενωμένοι να συνεχίσουν τον Κρητικό αγώνα. Σημαντικό γεγονός για την μεταπολιτευτική επιτροπή και την εξέλιξη του αγώνα ήταν η πολιορκία της τουρκικής φρουράς στον Βάμο και η νίκη των κρητικών των Μάιο του 1896. Αυτή η κατάσταση τελείωσε με την παρέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων ζητώντας από την Οθωμανική διοίκηση νέες παραχωρήσεις

Οι Πρόξενοι των Μεγάλων Δυνάμεων μετά από έντονες διαπραγματεύσεις και διαβουλεύσεις έδωσαν στους χριστιανούς πληρεξούσιους το νέο οργανισμό της Κρήτης, ο οποίος εγκρίθηκε από την Επαναστατική Επιτροπή και τον Πρόεδρό της Μ. Κούνδουρο τον Αύγουστο του 1896. Τα προνόμια που δίνει στον χριστιανικό πληθυσμό ο νέος Οργανισμός της Κρήτης φέρει την Κρήτη ένα βήμα πριν την αυτονομία. 

-58-

25 Μαΐου, 2025

3.6. Η επανάσταση του 1878

  Η Τουρκία το 1877 ήταν σε πόλεμο με την Ρωσία. Η κατάσταση αυτή ήταν αφορμή για να ετοιμάζονται οι Κρητικοί για επανάσταση. Συγκέντρωναν εφόδια και όπλα και τον Ιανουάριο τους 1878 συγκροτήθηκε η «Παγκρήτιος Επαναστατική συνέλευσις» στο Φρέ171. Η Τουρκία δεν είχε δυνατότητα να στείλει στρατό στην Κρήτη, λόγω του πολέμου με τη Ρωσία και έστειλε δύο εκπροσώπους της για να διαπραγματευτούν με τους Κρητικούς, τον Κωστή Αδοσίδη και τον Τουρκοκρητικό Σελήμ172. Η Επαναστατική Συνέλευση ανέθεσε στον Ιωάννη Τσουδερό να συντάξει την απάντηση η οποία περιλάμβανε δύο όρους. Ο ένας όρος ήταν να κηρυχθεί η Κρήτη αυτόνομη ηγεμονία αλλά να είναι φόρου υποτελείας στο σουλτάνο και ο δεύτερος όρος ήταν ο διοικητής να είναι χριστιανός και να εκλέγεται με την εγγύηση των Μεγάλων Δυνάμεων. Ο Αδοσίδης ζήτησε προθεσμία δέκα ημερών για να διαβιβάσει τις προτάσεις των Κρητικών στην Κωνσταντινούπολη, όμως, η προθεσμία πέρασε χωρίς να υπάρξει κάποια απάντηση. Οπότε άρχισε η επανάσταση από την δυτική Κρήτη και επεκτάθηκε γρήγορα σε όλη την Κρήτη. Μέχρι τον Μάρτιο το μεγαλύτερη μέρος της  Κρήτης ήταν στα χέρια των επαναστατών εκτός από τα μεγάλα φρούρια όπως το Ιτζεδίν, της Ιεράπετρας, του Ρεθύμνου, του Ηρακλείου και άλλα. Η Τουρκία έχασε τον πόλεμο με την Ρωσία. Η Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου υποχρέωνε την Τουρκία να εφαρμόσει τον Οργανικό Νόμο του 1868. Οι πρόξενοι των Μεγάλων Δυνάμεων στην Κρήτη επέβαλαν ανακωχή και υποσχέθηκαν ότι το Κρητικό Ζήτημα θα απασχολούσε το Συνέδριο του Βερολίνου με απώτερο σκοπό να αναθεωρηθεί η Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου. Ωστόσο δεν άλλαξε κάτι με το Συνέδριο του Βερολίνου και οι επαναστάτες συνέχισαν την επανάσταση. Η Τουρκία ικανοποιήθηκε από τον αποκλεισμό της περίπτωσης να ενωθεί η Κρήτη με την  Ελλάδα και έστειλε δύο διαπραγματευτές τον Γαζή Αχμέτ Μουχτάρ πασά και τον Σελήμ Εφέντη, ενώ ο Γενικός διοικητής Αδοσίδης μαζί με τον Άγγλο πρόξενο στα Χανιά Sandwith συνομιλούσαν με την Γενική Συνέλευση των επαναστατών για να υποδείξουν αντιπροσώπους και να συνομιλήσουν. Μετά από συνομιλίες υπογράφτηκε η σύμβαση της Χαλέπας τον Οκτώβριο του 1878 και επικυρώθηκε αμέσως με σουλτανικό φιρμάνι. Η συγκεκριμένη σύμβαση ήταν ένα βήμα προς τη λύση του Κρητικού ζητήματος, διότι η Κρήτη έγινε, πλέον, ημιαυτόνομη επαρχία με ιδιαίτερα προνόμια174.

-55-

24 Μαΐου, 2025

3.5. Η δεκαετία του Οργανικού Νόμου (1868-1878)

   Η Οθωμανική αυτοκρατορία προσπάθησε με τα προνόμια που παραχώρησε στον χριστιανικό πληθυσμό της Κρήτης να μεταθέσει το πρόβλημα από τις εθνικές διεκδικήσεις στα ίσα προνόμια μεταξύ Χριστιανών και Μουσουλμάνων. Ωστόσο ο Οργανικός Νόμος δεν εφαρμόστηκε ποτέ με ακρίβεια. Οι Αντιπρόσωποι των Χριστιανών στις γενικές συνελεύσεις ήταν πάντα μειοψηφία και δεν μπορούσε να εγκριθεί καμία πρόταση των χριστιανών. Ακόμα και οι Μουσουλμάνοι δεν ήθελαν την εφαρμογή του Οργανικού νόμου. Όταν, οι Κρητικοί αντιπρόσωποι υπέβαλαν διαμαρτυρίες στην Υψηλή πύλη για τις παραβιάσεις του Οργανικού Νόμου, οι τουρκικές αρχές τους οδηγούσαν στη φυλακή168. Η εσωτερική κατάσταση στην Κρήτη από το 1869 μέχρι το 1874 δεν έδινε κάποια δυνατότητα αντίδρασης. Ο πληθυσμός είχε μειωθεί, τα χωριά είχαν ερημώσει και τα κτήματα είχαν μείνει ακαλλιέργητα μετά την επανάσταση του 1866. Παράλληλα η Οθωμανική διοίκηση έστελνε Γενικούς διοικητές μουσουλμάνους, οι οποίοι ήταν στρατιωτικοί και εχθροί κάθε προόδου σε συνδυασμό με την άρνηση εξίσωσης των Χριστιανών με τους Μουσουλμάνους κυρίως από τους Μπέηδες στην Κρήτη εμπόδιζαν την υλοποίηση του Οργανικού Νόμου169. Η κατάσταση αυτή εμπόδιζε την υλοποίηση σημαντικών έργων όπως ο δρόμος που θα ένωνε τις τρεις μεγάλες πόλεις  της Κρήτης. Ενώ και η κοινωνική μέριμνα ήταν ανύπαρκτη. Το 1876 η Γενική Συνέλευση των Κρητών είχε ζητήσει με υπόμνημα στην Υψηλή Πύλη να κατοχυρωθεί ο Οργανικός Νόμος με φιρμάνι και να γίνουν κάποιες αλλαγές ως προς την επιλογή των εκπροσώπων ανάλογα με τον πληθυσμό της κάθε επαρχίας. Οι υψηλή πύλη δεν ασχολήθηκε καθόλου με αυτό το ζήτημα. Στις αρχές του 1877 ψηφίζεται το πρώτο τουρκικό σύνταγμα, το Μιδάτ. Οι Χριστιανοί Κρητικοί ζητούν από τον Γενικό διοικητή Σαμίχ πασά να εξαιρεθεί η Κρήτη από το Τουρκικό  σύνταγμα, διότι είναι αυτοδιοικούμενη περιοχή σύμφωνα με τον Οργανικό Νόμο170. Ο Σαμίχ πασάς διέλυσε την Γενική Συνέλευση και οι Χριστιανοί αντιπρόσωποι διέφυγαν στον Αποκόρωνα.

-54-

23 Μαΐου, 2025

ΟΙ ΔΥΟ ΑΠΟΤΥΧΙΕΣ ΤΩΝ ΤΟΥΡΚΩΝ ΣΤΑ ΣΦΑΚΙΑ

 Μετά την καταστροφή του Αρκαδίου ο Μουσταφάς κατευθύνθηκε προς την ορεινή Κυδωνία και το Σέλινο. Την συγκεκριμένη χρονική περίοδο, οι Γενικοί αρχηγοί της επανάστασης Ζυμβρακάκης, Κορωναίος και Κόρακας είχαν διαφωνίες ως προς την οργάνωση μιας υπέρτατης στρατιωτικής αρχής στη Κρήτη. Η συγκεκριμένη κατάσταση ευνόησε τις κινήσεις του Μουσταφά, ο οποίος έφτασε στα Σφακιά, αλλά αποχώρησε διότι ο τόπος ήταν τραχύς και ο χειμώνας σκληρός. Αρκέστηκε στις δηλώσεις υποταγής οπλαρχηγών και ορισμένων χωριών. Τον Ιανουάριο του 1867 ο σουλτάνος έστειλες τον Σερβέρ εφέντη με προτάσεις για να καταστείλει την επανάσταση160. Ωστόσο δεν υπήρξε κάποιο αποτέλεσμα και ανακλήθηκε ο Μουσταφά  και στη θέση του ήρθε ο Κροάτης Ομέρ πασάς. Ο Ομέρ έφτασε στη Κρήτη τον Μάρτιο του 1867 και ανέλαβε την αρχιστρατηγία των τουρκοαιγυπτιακών δυνάμεων. Το στρατιωτικο του σχέδιο ήταν να καταλάβει τα Σφακία και το Λασίθι. Τον Απρίλιο του 1867 προσπάθησε να εισβάλει στα Σφακιά από πολλά σημεία, αλλά δεν το κατάφερε161. Στη συνέχεια κατευθύνθηκε στην Ανατολική Κρήτη και συγκεκριμένα το Λασίθι όπου μετά από πολλές μάχες  κατόρθωσε να το καταλάβει. Στις συνέχεια επέστρεψε στα Χανιά και προσπάθησε να φτάσει στα Σφακιά. Τελικά κατόρθωσε να υποτάξει και να καταστρέψει την περιοχή ωστόσο ο καύσωνας και η έλλειψη νερού οδήγησε τις τουρκικές δυνάμεις να εγκαταλείψουν τα Σφακιά162. Ο σουλτάνος αναγκάστηκε να μεταβάλει την πολιτική του διότι το κλίμα στην διεθνή κοινή γνώμη είχε αλλάξει μετά από τις ωμότητες τον Τούρκων στην Κρήτη. Αρχικά ανακάλεσε τον Ομέρ από την Κρήτη και έστειλε στη θέση του τον Μεγάλο Βεζίρη Ααλή πασά με την υπόσχεση προνομίων στους χριστιανούς του νησιού και  ημιαυτονομία. Από τη Γενική Συνέλευση των επαναστατών ζήτησε να αποκηρυχθεί το βασικό τους αίτημα για ένωση με την Ελλάδα και θα παραχωρούσε όποιο είδους πολίτευμα ήθελαν. Η απάντηση ήταν αρνητική και οι εχθροπραξίες συνεχίστηκαν. Ο Ααλή πασάς προκήρυξε εκλογές στις κατεχόμενες περιοχές από τους Τούρκους και δημιούργησε μία συνέλευση, η οποία είχε τριάντα Μουσουλμάνους και είκοσι Χριστιανούς. Οι άνθρωποι αυτοί, είχαν εκλεχθεί με δωροδοκίες και με βία ενώ δεν είχαν κανένα κύρος. Στις 11 Νοεμβρίου, η συνέλευση ανακοίνωσε 14 βασικές διατάξεις του Οργανικού Νόμου, ο οποίος ήταν ο νέος διοικητικός κανονισμός της Κρήτης σύμφωνα με τον οποίο διοικήθηκε η Κρήτη για από το 1868-1877. Οι ρυθμίσεις αυτές ανέφεραν ότι η Κρήτη είναι μέρος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και ο Γενικός Διοικητής της διορίζεται από τον Σουλτάνο. Το νησί διαιρέθηκε σε πέντε διοικήσεις και είκοσι επαρχίες. Στο νέο κανονισμό αναφέρεται ο διορισμός αναλογίας Χριστιανών σε θέσεις υπαλλήλων στα δικαστήρια, στη διοίκηση και στα συμβούλια. Ενώ αναφέρονται ελαφρύνσεις στη φορολογία και η ίδρυση της Εμπορικής τράπεζας165. Ο Ααλή πασάς επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη, είχε επιτελέσει την υπηρεσία του, όμως η επανάσταση δεν είχε τελειώσει. Την Γενική διοίκηση είχε αναλάβει ο  Χουσεΐν Αυνή πασάς το Νοέμβριο του 1867. Ο νέος διοικητής αποφάσισε να ελέγχει τις επαρχίες κατασκευάζοντας πύργους και εγκαθιστώντας στρατιωτικές μονάδες μέσα σε αυτούς. Το σύστημα υπήρξε αποτελεσματικό. Παράλληλα, οι επαναστάτες αντιμετώπιζαν πολλά προβλήματα τόσο εσωτερικά όσο και εξωτερικά. Αφενός δεν είχαν πολεμοφόδια και αφετέρου η Ελλάδα δεν είχε την δυνατότητα να στείλει εφόδια και εθελοντές. Ενώ η Τουρκία είχε απειλήσει με πόλεμο την Ελλάδα για την αποστολή βοήθειας στην Κρήτη. Τον Ιανουάριο του 1869 οι Μεγάλες δυνάμεις είχαν στραφεί υπέρ της Τουρκίας. Η στήριξη αυτή οδήγησε την Οθωμανική αυτοκρατορία να λάβει μέτρα άμεσα για να καταπνίξει την επανάσταση. Στις 18 Ιανουαρίου ο πασάς του Ηρακλείου τοιχοκόλλησε διάταγμα, όπου επικήρυξε τους αρχηγούς της επανάστασης με 500  λίρες τον κάθε ένα, αν δεν παραδοθούν σε 10 ημέρες . Το γεγονός αυτό θορύβησε τους οπλαρχηγούς των Ανατολικών επαρχιών, οι οποίοι παραδόθηκαν πλην ελαχίστων εξαιρέσεων.

-53-