Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 1940. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 1940. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

28 Νοεμβρίου, 2024

Ο Κωνσταντίνος ∆αβάκης (1897-1943)


Ο Κωνσταντίνος ∆αβάκης (1897-1943) ήταν ο πρωτότοκος γιος του δημοδιδασκάλου ∆ικαίου ∆αβάκη και της Σοφίας, το γένος Οικονομίδου. Γεννήθηκε στο χωριό Κεχριάνικα της επαρχίας Οιτύλου, τον Σεπτέμβριο του 1897. Η οικογένειά του καταγόταν από το χωριό Λιοντάκι, ενώ το επίθετο «∆αβάκης» προέρχεται από τον προπάππου του, που ονομαζόταν Ντάβος στο όνομα και το 1837 έλαβε από τον ίδιο τον βασιλιά Όθωνα τον βαθμό του ανθυπολοχαγού.

Τελικά, το όνομά του καθιερώθηκε ως επίθετο «Νταβάκης» ή «∆αβάκης». Γεννημένος το 1897, το έτος του Ατυχούς Πολέμου, ο Κωνσταντίνος ∆αβάκης ανδρώθηκε μέσα από τις ιστορίες του Μακεδονικού Αγώνα και των Βαλκανικών Πολέμων, με αποτέλεσμα η είσοδός του στη Σχολή Ευελπίδων να αποτελέσει φυσικό επακόλουθο. Οι αρετές του σε προσωπικό επίπεδο, σε συνδυασμό με την άριστη αντίληψη που διέθετε σε θέματα πολέμου, του επέτρεψαν να διακριθεί μεταξύ των συνσπουδαστών του και να μεταβεί επανειλημμένως στη Γαλλία για μετεκπαίδευση.

Παρά τα χρόνια προβλήματα υγείας που αντιμετώπισε μετά τη μάχη της ∆οϊράνης, ο Κωνσταντίνος ∆αβάκης υπηρέτησε αδιάκοπα τον ελληνικό στρατό από διάφορες θέσεις, μέχρι την πρόωρη αποστράτευσή του το 1936. Ωστόσο, η ανάκλησή του στο στράτευμα και η ανάληψη μιας από τις κρισιμότερες περιοχές προς υπεράσπιση στον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο επισφράγισαν την υστεροφημία του ∆αβάκη ως ενός εκ των νικητών της Πίνδου. Για την προσφορά του τιμήθηκε πολλάκις, τόσο εν ζωή όσο και μετά τον πρόωρο θάνατό του. Στην ανά χείρας έκδοση επιχειρείται να σκιαγραφηθεί η προσωπικότητα του Κωνσταντίνου ∆αβάκη και να παρουσιαστεί η προσφορά του στη χώρα καθ’ όλη τη διάρκεια του βίου του.

Το βάπτισμα του πυρός. 
Περιφρόνηση στον θάνατο και απαράμιλλη γενναιότητα στη μάχη του Σκρα.


Μετά τη λήξη της επιστράτευσης του 1915, ο Κωνσταντίνος ∆αβάκης επέστρεψε στη Σχολή Ευελπίδων, από όπου εξήλθε με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού τον Ιούνιο του 1916. Ακολούθως, τοποθετήθηκε στο 36ο Σύνταγμα Πεζικού Καλαμών Πελοποννήσου. Η Πελοπόννησος, και ιδιαίτερα οι Καλάμες, θεωρούνταν προπύργιο των βασιλοφρόνων. Ο τότε υπολοχαγός ∆αβάκης υπέγραψε το πρωτόκολλο που κυκλοφορούσε μεταξύ των αξιωματικών και το οποίο δεν αναγνώριζε το Εθνικό Κίνημα της Θεσσαλονίκης, όπως πολλοί άλλοι αξιωματικοι
Η ενέργεια αυτή ανέδειξε αφενός την πολιτική ανεξαρτησία του ∆αβάκη, καθώς ο πατέρας του εκείνη την εποχή ήταν επιφανής παράγοντας των βενιζελικών στη Λακωνία, και αφετέρου την αρετή να αναλαμβάνει τις συνέπειες των πράξεών του. Όταν οι ανώτεροί τους πληροφορήθηκαν για το υπογραφέν πρωτόκολλο, αναζήτησαν τους συμμετέχοντες.
Εκ του συνόλου των αξιωματικών, πρώτος ο ∆αβάκης ομολόγησε ότι είχε υπογράψει το πρωτόκολλο μη αναγνώρισης του Κινήματος της Θεσσαλονίκης. Παρά το θάρρος του, την επομένη έλαβε μετάθεση για το 1ο Σύνταγμα της Μεραρχίας Σερρών, το οποίο συμμετείχε στο Μακεδονικό Μέτωπο.
Ο διοικητής του, συνταγματάρχης Μήνης, αποχαιρετώντας τον, τον συμβούλεψε να αποφύγει τις αντιδράσεις προς το καθεστώς της Θεσσαλονίκης και να πειθαρχήσει στις εντολές. Ο ∆αβάκης απάντησε ότι θα έκανε το καθήκον του, αλλά ο συνταγματάρχης, αμφιβάλλοντας για την απάντηση που έλαβε, αρκέστηκε να αποκριθεί «ίδωμεν». Ο νεαρός υπολοχαγός εξοργίστηκε που ο συνταγματάρχης του δεν πείστηκε και ορκίστηκε να εκδικηθεί.
Όταν ο πατέρας του, ∆ίκαιος ∆αβάκης, πληροφορήθηκε τηλεγραφικώς σχετικά με τη μετάθεση του υιού του, βρέθηκε σε δύσκολη θέση. Σε μια εποχή επικράτησης των βενιζελικών σε όλη την Ελλάδα και ενώ ο ίδιος ήταν ισχυρός παράγοντάς τους στη Μάνη, οι κομματικοί του φίλοι αποφάσισαν τη μετάθεσή του στο Μέτωπο.
Μη γνωρίζοντας τις πράξεις του Κωνσταντίνου ∆αβάκη, προσπάθησε να αναστείλει την απόφαση μετάθεσής του και τελικά μετέβη στην Αθήνα, από όπου θα αναχωρούσε ο υιός του. Σύμφωνα με τον Κωνσταντίνο ∆αβάκη, κατά τη συνάντησή τους ο πατέρας του προσπάθησε να τον μεταπείσει:

― Παιδί μου, Κώστα, μη βιάζεσαι να φύγεις! Aχ, τους άτιμους!
― Τι τρέχει, πατέρα μου… για ποιους μιλάς;
― Μα θα σε κρατήσω ’γω στην Καλαμάτα και θα…
― Ούτε να το σκέπτεσαι πια αυτό, πατέρα. Εγώ φεύγω για το Μέτωπο!
― Θέλεις να χαρούνε οι καλοθεληταί μας;…
― Λίγο καιρό θα χαρούνε, πατέρα μου… Εγώ το πήρα απόφασι να φύγω, να πάω στον πόλεμο, και δεν εννοώ να παρακαλέσης κανένανε για να μείνω! Έλα τώρα, γεια σου, και δωσε τα φιλιά μου στη μητέρα και στ’ αδέλφια μου…

Στο 1ο Σύνταγμα Σερρών υπηρετούσε ως διοικητής ο ταγματάρχης Γεώργιος Κονδύλης, ο μετέπειτα υπουργός, πρωθυπουργός, δικτάτορας και αντιβασιλέας, εκ των ισχυρών παραγόντων του καθεστώτος της Θεσσαλονίκης, αλλά και γενναίος, αμερόληπτος και ειλικρινής στρατιώτης.
Κατά την πρώτη τους συνάντηση, ο Κονδύλης τού είπε: «Γνωρίζω ποιος είσαι και διατί ήλθες εδώ. Η διαγωγή σου όμως κατά την μάχην θα μου δώσει στοιχεία να σε χαρακτηρίσω!». Επρόκειτο για τη μάχη του Σκρα, για την οποία προετοιμάζονταν οι Σύμμαχοι. Ο ∆αβάκης δεν απάντησε στον διοικητή του, αλλά επιφυλάχθηκε να απαντήσει με τις πράξεις του.
Έλαβε το βάπτισμα του πυρός στην περίφημη μάχη του Σκρα, μία εκ των κρισιμότερων μαχών του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Εκεί εκδήλωσε για πρώτη φορά την περιφρόνησή του για τον θάνατο με την απαράμιλλη γενναιότητά του. Μετά τη μάχη του Σκρα, ο Κονδύλης συνεχάρη τον υπολοχαγό ∆αβάκη για τη δράση του και τον πρότεινε για το μετάλλιο του Πολεμικού Σταυρού επί διακεκριμένη πράξει επί του πεδίου της μάχης και προαγωγή επ’ ανδραγαθία. 
Λίγες ημέρες μετά την ιστορική μάχη του Σκρα, τον Μάιο του 1918, ο υπολοχαγός ∆αβάκης έστειλε επιστολή στον διοικητή του 36ου Συντάγματος Καλαμών, Π. Μήνη, αναφέροντας:
Συνταγματάρχα μου,
Όταν είχα φύγει από το Σύνταγμά σας, σας είχα υποσχεθή ότι θα κάμω το καθήκον μου. Η απάντησίς σας ήτο “ίδωμεν”. Ηυτύχησα να λάβω μέρος εις την επιχείρησιν της 17ης τρ. μ. [σ.σ. τρέχοντος μηνός] και μπορώ τώρα να σας πω περήφανα ότι έκαμα το καθήκον μου και τούτου περισσότερον. Επειδή, αν σας γράψω περισσότερα, ίσως με νομίσητε κομπορρημονούντα, θα σας παρακαλέσω να ζητήσητε πληροφορίας από τον Συν/την μου για την δράσι μου. Αισθάνομαι τον εαυτό μου υποχρεωμένον απέναντί σας και γι’ αυτό σας παρακαλώ θερμώς να μην αμελήσετε ως προς αυτό το ζήτημα. Επίσης θα σας παρακαλέσω για το εξής: όσον ούπω και το Σύν/μά σας θα έλθη στο Μέτωπον. Νομίζω ότι ακόμη δεν διεγράφην της δυνάμεώς του. Αν ηθέλατε να ζητήσητε να επανέλθω, θα σας χρωστούσα ευγνωμοσύνη. Είμαι βέβαιος ότι δεν θα μετανοήσητε γι’ αυτό…
Εις τας διαταγάς σας
Κ. ∆. ∆αβάκης
1ον Σύνταγμα Αμύνης
∆ιοικητής 3ου Λόχου Πολυβόλων
Ταχ. Τομεύς 904 (Ι. Α. Βερνάρδος, ∆αβάκης – Πίνδος, 1945, σελ. 382-383)

Τέσσερις μήνες μετά τη μάχη του Σκρα, ο υπολοχαγός ∆αβάκης μετατέθηκε στο 2ο Σύνταγμα Σερρών και έλαβε μέρος στη μάχη της ∆οϊράνης, τον Σεπτέμβριο του 1918, όπου επέδειξε εξαιρετικά ψυχικά και διοικητικά προσόντα. Για τις πράξεις του προτάθηκε να προαχθεί επ’ ανδραγαθία στον βαθμό του λοχαγού από τον διοικητή του συντάγματος, αντισυνταγματάρχη Αθανάσιο Μάρκου.
Ο Μάρκου επισήμανε τον ηρωισμό του ∆αβάκη επί του πεδίου της μάχης και την ουσιαστική συνεισφορά του για την έκβασή της, επισημαίνοντας τις αντικειμενικές δυσκολίες λόγω του μεγάλου αριθμού εχθρικών οβίδων και των αποπνικτικών ασφυξιογόνων αερίων. Για τη μάχη της ∆οϊράνης τού απονεμήθηκε, κατόπιν πρότασης, ο Πολεμικός Σταυρός Γ΄ Τάξεως, καθώς και ο αγγλικός πολεμικός σταυρός, κατόπιν πρότασης του Άγγλου διοικητή των εκεί συμμαχικών στρατευμάτων. Ωστόσο, ο ∆αβάκης, προκειμένου να εκτελέσει το καθήκον του, ανέπνευσε για αρκετή ώρα τα αποπνικτικά αέρα δίχως να λαμβάνει τις απαραίτητες προφυλάξεις, με αποτέλεσμα να προσβληθεί από χρόνια ηθμοειδίτιδα, η οποία επιβάρυνε την υγεία του καθ’ όλη τη διάρκεια της μετέπειτα ζωής του.
Για τις πράξεις του προτάθηκε να προαχθεί επ’ ανδραγαθία στον βαθμό του λοχαγού από τον διοικητή του συντάγματος.

Ο ∆αβάκης κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία τοποθετήθηκε στο 46ο Σύνταγμα Πεζικού, του οποίου διοικητής ήταν ο συμπατριώτης του συνταγματάρχης Χαράλαμπος Παναγιωτάκος. Αν και ο συνταγματάρχης τον διατήρησε ως υπασπιστή του συντάγματος και δεν τον τοποθέτησε στη διοίκηση κάποιου λόχου, ο ∆αβάκης βρισκόταν σε όλες τις μάχες στην πρώτη γραμμή, μαχόμενος με τα τμήματα άμεσης επαφής.
Κατά τη μάχη των υψωμάτων του Αλμπανός, όταν ο 6ος Λόχος του 46ου Συντάγματος απειλήθηκε να διασπαστεί, ο λοχαγός ∆αβάκης ανέλαβε την πρωτοβουλία να τεθεί επικεφαλής του λόχου, απωθώντας άμεσα τον εχθρό. Η ταχεία μετατροπή της κατάστασης οφείλεται στην αναπτέρωση του φρονήματος των στρατιωτών του λόχου, οι οποίοι, γνωρίζοντας την ορμητικότητα του γενναίου υπασπιστή του συντάγματος, του είχαν απόλυτη εμπιστοσύνη.

Τον Αύγουστο του 1921, ο ∆αβάκης μετατέθηκε στο 45ο Σύνταγμα και στη 10η Μεραρχία, όπου του ανατέθηκε η διοίκηση του 1ου Λόχου. Εκεί αποστέλλονταν για σωφρονισμό όσοι δεν πειθαρχούσαν. Όταν δέχονταν την επίδραση της ατμόσφαιρας και τη γοητεία του ∆αβάκη, όχι μόνο γίνονταν άριστοι στρατιώτες, αλλά και προσπαθούσαν να παραμείνουν διαρκώς στην υπηρεσία του.
Χαρακτηριστικό είναι το περιστατικό όταν, κατά την επιχείρηση του 1ου Λόχου που ο ∆αβάκης βρισκόταν στην εμπροσθοφυλακή, ο στρατιώτης Εμμανουήλ Σταυρακάκης από τα Σφακιά, ο οποίος ήταν σκοπευτής οπλοπολυβόλου, τραυματίστηκε στο πρόσωπο και ο λοχαγός διέταξε τη μεταφορά του στα μετόπισθεν. Ο ∆αβάκης ανέλαβε ο ίδιος το οπλοπολυβόλο. Λίγη ώρα αργότερα, ο Σταυρακάκης πλησίασε, έχοντας έναν πρόχειρο επίδεσμο στο πρόσωπο, ώστε να αναλάβει και πάλι το οπλοπολυβόλο του και διημείφθη ο παρακάτω διάλογος:

― Να πας στο Χειρουργείο, Σταυρακάκη, το διατάσσω!
― Αφού συ, λοχαγέ μου, είσαι μαζί με τους ανιχνευτάς στη μάχη, εγώ δεν σ’ αφίνω!
― Θα γυρίσης άμα γίνης καλά, πήγαινε!
― Φέρε τ’ οπλοπολυβόλο, δεν έχω τίποτα!
― Πάρ’ το, λεβέντη μου, και πρόσεχε!…

Διεθνής διάκριση και καινοτόμες στρατιωτικές ιδέες
Η φοίτηση στη Σχολή Πολέμου της Γαλλίας, η αναγνώριση, οι μελέτες για στρατιωτικά ζητήματα.

Τον Νοέμβριο του 1924 ο ∆αβάκης μετέβη στη Γαλλία, όπου παρέμεινε συνολικά δέκα μήνες για μετεκπαίδευση. Εκεί εκπαιδεύτηκε για πέντε μήνες στο 7ο Σύνταγμα αρμάτων μάχης, τρεις μήνες στο Κέντρο Εκπαιδεύσεως Βερσαλλιών και δύο μήνες στο 519ο Σύνταγμα αρμάτων μάχης.
Λίγο καιρό μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, τοποθετήθηκε στο Κέντρο Εκπαιδεύσεως Κατώτερων Αξιωματικών Πεζικού του Α΄ Σώματος Στρατού στην Αθήνα, όπου για πρώτη φορά εκδηλώθηκαν τα διδακτικά του προσόντα ως καθηγητή στο μάθημα της Τακτικής Πεζικού. Ήταν πολύ αναλυτικός και είχε μεταδοτική ικανότητα, συναρπάζοντας τους αξιωματικούς μαθητές με τη σαφήνεια και την προσήνειά του.
Μετά από μια δεύτερη μετεκπαίδευσή του στη Γαλλία το φθινόπωρο του 1926, την άνοιξη του 1927 ο ∆αβάκης τοποθετήθηκε στο Γενικό Επιτελείο Στρατού. Ήταν η εποχή της συστηματικής αναδιοργάνωσης του ελληνικού στρατού επί τη βάσει των διδαγμάτων του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η Επιθεώρηση Πεζικού συγκρότησε μια επιτροπή υπό την προεδρία του ταγματάρχη ∆αβάκη για τη σύνταξη σχεδίου εκπαιδεύσεως στα άρματα μάχης.
Από την εποχή εκείνη έγινε γνωστός στον ευρύτερο κύκλο μεταξύ των στελεχών και άρχισε να δημοσιεύει μελέτες στη Στρατιωτική Επιθεώρηση.

Το 1929, ο ταγματάρχης ∆αβάκης αρίστευσε στον διαγωνισμό εισαγωγής στη Σχολή Πολέμου και ήλθε πρώτος στη σειρά επιτυχίας. Αφού φοίτησε επί ένα έτος, στις τελικές εξετάσεις διακρίθηκε, ερχόμενος πρώτος μεταξύ των συμμαθητών του, και απεστάλη για εκπαίδευση στη Σχολή Πολέμου των Παρισίων. Σε ηλικία μόλις 33 ετών προήχθη στον βαθμό του αντισυνταγματάρχη.
Ο ∆αβάκης μετέβη τρεις φορές σε διάστημα τεσσάρων ετών για εκπαίδευση στη Γαλλία. Παράλληλα, αρίστευσε στα μαθήματα της Σχολής Πολέμου των Παρισίων, με αποτέλεσμα να απολαμβάνει την εκτίμηση των εκπαιδευτών του για την ευστροφία και τη διαυγή τακτική του αντίληψη. Στη Σχολή Πολέμου της Γαλλίας φοιτούσαν αξιωματικοί προερχόμενοι από όλα τα κράτη του κόσμου.
Στις τελικές εξετάσεις εξήλθε πρώτος της σχολής μεταξύ των ξένων αξιωματικών και στην πρώτη τετράδα μεταξύ των Γάλλων συναδέλφων του, σε σύνολο 105 αξιωματικών. Η επιτυχία του ∆αβάκη αποτέλεσε μεγάλη τιμή για την Ελλάδα, καθώς στο Παρίσι ήταν η σημαντικότερη πολεμική ακαδημία παγκοσμίως.
Η αναγνωρισμένη πλέον στρατιωτική αξία του ∆αβάκη τού επέτρεπε να συμμετέχει σε ανώτατες συσκέψεις και να εκφέρει άποψη για σημαντικά εσωτερικά και εξωτερικά ζητήματα. Αναπληρώνοντας τον διευθυντή του 2ου Γραφείου του ΓΕΣ την εποχή μετά τη δολοφονία του Γιουγκοσλάβου βασιλιά Αλεξάνδρου, το 1934 στη Μασσαλία, συμμετείχε στη σύσκεψη του Υπουργείου Εξωτερικών, όπου εξετάστηκε η διεθνής πολιτική κατάσταση.
Προβλέποντας με πολλή οξυδέρκεια τα γεγονότα, είπε: «Η σφαίρα, η οποία εφόνευσε τον Σέρβον βασιλέα, είναι η πρώτη βολίς του νέου Παγκοσμίου Πολέμου». Ο ∆αβάκης τασσόταν υπέρ των εξοπλισμών, ενώ στη συνέχεια συνέταξε υπόμνημα άμυνας των συνόρων, στο οποίο καταδίκασε την κατασκευή οχυρών και τάχθηκε υπέρ του ανεφοδιασμού του στρατού με αεροπλάνα και ταχυκίνητα μέσα, όπως άρματα μάχης. Μέσω του υπομνήματός του προέβλεψε πλήρως τον τρόπο διεξαγωγής του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και προδιέγραψε το τι θα συνέβαινε με τα ελληνικά οχυρά σε περίπτωση εχθρικής επίθεσης.
Από το 1930 μέχρι και την ιταλική επίθεση, ο ∆αβάκης δημοσίευσε περισσότερες από τριάντα ειδικές μελέτες για στρατιωτικά ζητήματα υπό μορφήν άρθρων και αυτοτελών βιβλίων, όπου παρουσίαζε τα μελλοντικά μέσα διεξαγωγής των πολέμων.
Χαρακτηριστική είναι η εισαγωγή του συγγράμματός του ''Ο στρατός του μέλλοντος ''του 1934, όπου ανέφερε: «Οι κανονισμοί, όθεν, δεν είναι Ευαγγέλια. Και η Στρατιωτική επιστήμη δεν είναι αμετάβλητος. Είμεθα υποχρεωμένοι να προσαρμόζωμεν εκάστοτε τας τακτικάς μας αντιλήψεις προς τας κοινωνικάς ιδέας της εποχής μας και προς τα μέσα, άτινα τίθενται εις την διάθεσίν μας. Άλλως πράττοντες, δεν είναι δυνατόν, παρά να είμεθα οπισθοδρομικοί και την τοιαύτην στενότητα… θα την πληρώσωμεν με αίμα».

Σημαντική ήταν, επίσης, η συνεισφορά του ∆αβάκη υπέρ των ελληνικών εθνικών συμφερόντων κατά το διάστημα που υπηρέτησε ως διοικητής του 9ου Συνοριακού Τομέα. Στην περιοχή της Καστοριάς διέμεναν σε μεγάλο βαθμό μειονότητες, οι οποίες χρηματοδοτούνταν από το εξωτερικό. Ήταν, επομένως, ανάγκη να τονιστεί το εθνικό φρόνημα στις περιοχές αυτές, καθώς υπήρχαν Κουτσόβλαχοι και βουλγαρίζοντες, ενώ πολλοί κάτοικοι μιλούσαν μια διάλεκτο η οποία ήταν μείξη ελληνικής, τουρκικής και σλαβικής γλώσσας.
Ο ∆αβάκης βοήθησε στη συστηματοποίηση του έργου αυτού, το οποίο αποτελούσε αρμοδιότητα των διοικητικών υπαλλήλων, των διδασκάλων και του κλήρου. Σε μεγάλο βαθμό, κατάφερε να πατάξει τη βουλγαρική προπαγάνδα στην περιοχή Καστοριάς-Φλώρινας. Ο παραμερισμός της γραφειοκρατικής ρουτίνας και η άμεση εκτέλεση των αποφάσεων συνέβαλαν στην επιτυχία του έργου του ∆αβάκη στην περιοχή, αποφεύγοντας την αυστηρή τήρηση των τύπων.

Ωστόσο, η εθνική δράση του ∆αβάκη στην Καστοριά διακόπηκε από την υποτροπή της παλιάς ασθένειας του αναπνευστικού συστήματος. Τον χειμώνα 1935-1936 εκτέλεσε με δυσκολία τα καθήκοντά του, ενώ τον Ιούνιο του 1936 εισήχθη στο νοσοκομείο της Λάρισας και τελικά έλαβε ετήσια άδεια. Αν και ο ίδιος επιθυμούσε να επιστρέψει στα καθήκοντά του πριν από τη λήξη της ετήσιας αναρρωτικής αδείας του, το Υπουργείο Στρατιωτικών απέρριψε το αίτημά του.

Τον ∆εκέμβριο του 1937 εξετάστηκε εκ νέου από την Ανώτατη Στρατιωτική Υγειονομική Επιτροπή και κρίθηκε σωματικά ανίκανος και αποστρατευτέος. Παρά την πικρία που αισθάνθηκε, ο ∆αβάκης αναγκάστηκε να δεχθεί την απόφαση, αλλά κατάφερε να λάβει διαταγή η οποία ανέφερε ότι εν επιστρατεύσει, εφ’ όσον η υγιεινή κατάστασίς του επιτρέπει τούτο, αναμφιβόλως θα χρησιμοποιηθή.

Η προπαρασκευή του Μετώπου .Πώς τέθηκαν οι βάσεις για την επιτυχία του ελληνικού στρατού λίγους μήνες αργότερα.

Στις 23 Αυγούστου 1940, ο ∆αβάκης έλαβε διαταγή από την 1η Μεραρχία να αναχωρήσει προς τη Λάρισα, ώστε να λάβει διαταγές. Εκεί πληροφορήθηκε ότι επρόκειτο να αναλάβει τη διοίκηση του Αποσπάσματος Πίνδου αντί του συνταγματάρχη Σπυρίδωνος Γεωργούλη και επρόκειτο να αναχωρήσει αμέσως για το Επταχώρι, βορειοανατολικά της Κόνιτσας, όπου βρισκόταν ο σταθμός διοίκησης. Το Επιτελείο του Αποσπάσματος Πίνδου την 28η Οκτωβρίου 1940 αποτελούνταν από τον διοικητή του, συνταγματάρχη Πεζικού Κωνσταντίνο ∆αβάκη, έναν μόνιμο λοχαγό, τον Πιέρρο Σφαλαγκάκο, και έναν έφεδρο ανθυπολοχαγό.

Από τις πρώτες ημέρες άφιξής του στην έδρα του αποσπάσματος, ο ∆αβάκης απέδιδε ιδιαίτερη σημασία στην εκτέλεση λεπτομερών αναγνωρίσεων του εδάφους. Ο παράγοντας «έδαφος», όπως είχε διδαχθεί στην Ανωτέρα Σχολή Πολέμου του Παρισιού, ήταν κεφαλαιώδους σημασίας. Επί 40 ημέρες αναχωρούσε κάθε πρωί από την έδρα του αποσπάσματος ανεξαρτήτως καιρικών συνθηκών, πραγματοποιώντας συστηματικές αναγνωρίσεις.
Οι αναγνωρίσεις αυτές συντέλεσαν σε δύο σημαντικά αποτελέσματα. Αφενός, οι οπλίτες του Αποσπάσματος Πίνδου να εμπιστευτούν τον διοικητή τους, να ακούσουν τις συμβουλές του και τους ενθαρρυντικούς λόγους του και να δημιουργηθεί το φρόνημα για την εκτέλεση της μεγάλης αποστολής. Επίσης, οι κάτοικοι της Πίνδου γνώρισαν τον στρατιώτη στον οποίο ανατέθηκε η υπεράσπιση της ζωής, της τιμής και της περιουσίας τους, αλλά κυρίως της ελευθερίας τους. Αφετέρου, ο ∆αβάκης κατάφερε να διαμορφώσει αντίληψη περί του εδάφους όπου επρόκειτο να πολεμήσει.

Ο τομέας της Πίνδου δεν διέθετε οχυρωματικά έργα, καθώς τα περισσότερα προπαρασκευαστικά έργα είχαν πραγματοποιηθεί στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα. Ταυτόχρονα, η οργάνωση του Αποσπάσματος Πίνδου δεν ήταν η αρμόζουσα. Σε έκθεσή του ο ∆αβάκης ανέφερε:
«Η συγκρότησις του Αποσπάσματος ήτο ατελεστάτη. Τίποτε δεν εστάλη επαρκές. Οπλισμός, κλινοσκεπάσματα, πέταλα, τηλέφωνα, σύρμα, καλώδιον, οπτικά, πυρομαχικά, όλα ήσαν ανεπαρκή και ατελή. Ολίγου δειν να μείνωσιν οι άνδρες νήστεις, λόγω βραδύτητος αφίξεως του Λόχου των ημιονηγών, του διοικητού του Αποσπάσματος αναγκασθέντος να μισθώσι ιδιωτικά μεταγωγικά. Απεστάλησαν παλαιά υλικά επιμελητείας με τον λοχαγόν Φαρμάκην, 10 ημέρας προ της εισβολής, και αι ελλείψεις δεν εθεραπεύθησαν. Στρατιώται ήσαν χωρίς άρβυλα και με εσχισμένας περισκελίδας… Το Επιτελείον του Αποσπάσματος απετελείτο εν αρχή από ένα ανθυπολοχαγόν της τάξεως του 1940 και ένα λοχίαν!!

Το Επιτελείον του 51ου Συντάγματος Πεζικού από 2 εφέδρους ανθυπολοχαγούς. Και μόνον κατόπιν επανειλημμένων αναφορών του διοικητού του Αποσπάσματος, εδέησεν, ολίγας ημέρας προ της εισβολής, να σταλή αριθμός μονίμων και εφέδρων Αξιωματικών προς συμπλήρωσιν του Αποσπάσματος… Την ημέραν της εισβολής, το Απόσπασμα ευρέθη άνευ πυρομαχικών εφεδρικών …καίτοι ήσαν γνωσταί αι αποστάσεις και η ανεπάρκεια των μεταγωγικών…

Η τοιαύτη ατελής συγκρότησις του Αποσπάσματος οφείλεται εις τους εξής λόγους, εκτός των γενικών, δηλαδή της ανεπαρκούς προπαρασκευής του πολέμου

1. Εις το ότι εθεωρήθη ο τομεύς της Πίνδου ως όλως δευτερεύων, καίτοι ο διοικητής του Αποσπάσματος επανειλημμένως είχεν υποδείξει τον διά της Πίνδου προς Μέτσοβον ελιγμόν των Ιταλών…

2. Εις την εσκεμμένην αβελτηρίαν του ταγματάρχου Β….., επόπτου επιστρατεύσεως 5ου Συντάγματος, ενδιαφερομένου διά το 5ον Σύνταγμα και αγνοούντος κατά σύστημα τας ελλείψεις του Αποσπάσματος Πίνδου, εις ο απέστειλαν ό,τι άχρηστον…

3. Εις την ιδέαν ότι ο διοικητής του Αποσπάσματος δεν είχεν ανάγκη βοηθών… Και ευτυχώς ευρέθη ο ταγματάρχης Καραβίας, όταν ο διοικητής του Αποσπάσματος ετραυματίσθη και ούτω υπήρξεν αντικαταστάτης του κατά μίαν κρίσιμον στιγμήν, την του τραυματισμού του…

4. Εις την νοοτροπίαν την εν τω Στρατώ επικρατούσαν περί τηρήσεως των τύπων προς αποφυγήν ευθυνών και της ουσίας ουδέ καν εξεταζομένης…». (Ι. Α. Βερνάρδος, ό.π., σελ. 103-105)

Ο Κωνσταντίνος ∆αβάκης, έχοντας ήδη από τον ∆εκέμβριο του 1936 επισημάνει σε υπόμνημά του προς το Γενικό Επιτελείο τον σημαντικό ρόλο της Πίνδου, γνώριζε εκ των προτέρων ότι ο τομέας της Πίνδου θα διαδραμάτιζε σημαντικό ρόλο στον πόλεμο
Έτσι, σφυρηλάτησε τις ψυχές όλων και έδωσε πρώτος το παράδειγμα της εργατικότητας, προκαλώντας την ευγενή άμιλλα μεταξύ αξιωματικών, οπλιτών και κατοίκων κατά τις εργασίες αμυντικής προπαρασκευής της Πίνδου. Κατείχε τη λεπτή ικανότητα να εμπνέει τους στρατιώτες του και τους ανθρώπους γύρω του. Ο ∆αβάκης έθεσε τις βάσεις για την επιτυχία του ελληνικού στρατού λίγους μήνες αργότερα. Αρκεί να ληφθεί υπόψη ότι δεν είχε πραγματοποιηθεί προηγουμένως καμία οργάνωση επί του εδάφους της Πίνδου.

Κατά τους δύο μήνες από την άφιξή του στο Επταχώρι έως το ξέσπασμα της ιταλικής επίθεσης την 28η Οκτωβρίου, έγιναν μικρά θαύματα σε θέματα οργάνωσης, με την πραγματοποίηση έργων 70 χιλιομέτρων μήκους και 15 χιλιομέτρων βάθους.
Στο διάστημα αυτό κατασκευάστηκαν υπό την εποπτεία του ∆αβάκη γέφυρες, δρόμοι, πραγματοποιήθηκαν ξυλουργικές εργασίες, ώστε η περιοχή να αποκτήσει τη στοιχειώδη αμυντική οργάνωση ενόψει της επικείμενης ιταλικής επίθεσης. Όλοι μαζί, στρατιώτες και πολίτες, εκ των οποίων άνδρες, γυναίκες, ηλικιωμένοι, ακόμη και μικρά παιδιά, εργάζονταν στα απαραίτητα έργα για τη μετατροπή της ανέτοιμης Πίνδου σε προμαχώνα της Ελλάδος.

Ταυτόχρονα, οι στρατιώτες και οι κάτοικοι των χωριών της Πίνδου απέκτησαν σημαντική εξοικείωση και συναδέλφωση, καθώς ο ∆αβάκης φρόντιζε να περνούν από κοινού τις Κυριακές και τις εορτές. Ανεστράφη η ψυχολογία των κατοίκων. Οι ηττοπαθείς έως τότε κάτοικοι, λόγω της δράσης των Ιταλών πρακτόρων, είχαν μετατραπεί σε ατρόμητους συμπολεμιστές του ελληνικού στρατού.
Αν και ο ∆αβάκης είχε ζητήσει επανειλημμένως να τοποθετηθεί αξιωματικός επί των πληροφοριών, ο οποίος θα καταγόταν από την ευρύτερη περιοχή και θα γνώριζε τα πράγματα και τα πρόσωπα της περιοχής, κάτι τέτοιο δεν κατέστη δυνατό. Συνεπώς, ο συνταγματάρχης ∆αβάκης ανέλαβε αυτοπροσώπως αυτόν τον ρόλο, καθώς ήταν κεφαλαιώδους σημασίας.

Ήταν ανάγκη να παρακολουθείται συστηματικά ο αντίπαλος και να συλλέγονται πληροφορίες σχετικά με τις κινήσεις και τις ενέργειές του, ώστε να μη δεχτεί κάποιον αιφνιδιασμό το Απόσπασμα Πίνδου και να παρεμποδίζεται η δράση των πρακτόρων του εχθρού.
Ο ∆αβάκης, γνωρίζοντας τη σημασία της συλλογής των πληροφοριών, κατόρθωσε να μεταβαίνει συχνά σε συναντήσεις με τα άλλα τμήματα επαφής, παρά τις βροχές και το ψύχος, και περιδιάβαινε τα χωριά και τους οικισμούς, όπου συνομιλούσε με τους κατοίκους, ώστε να του μεταφέρουν τις πληροφορίες που είχαν συλλέξει.
Σύμφωνα με τον ∆αβάκη, το ήμισυ της επιτυχίας των επιχειρήσεων εξαρτάτο από την έγκαιρη διαβίβαση των πληροφοριών μέσω των τμημάτων επαφής προς τη διοίκηση, την ορθή ερμηνεία των πληροφοριών και την άμεση εκμετάλλευσή τους από τη διοίκηση.
Για τον ∆αβάκη, η πρώτη ένδειξη της επικείμενης ιταλικής εισβολής αποτέλεσε η εξαφάνιση ενός εχθρικού λόχου προκαλύψεως από το χωριό Ραμπάτ. Την πληροφορία αυτή είχε λάβει από τον διοικητή του τάγματος της Κόνιτσας στις 21 Οκτωβρίου, όπου είχε μεταβεί για αναγνώριση του εδάφους και συλλογή πληροφοριών
Ωστόσο, άλλοι ανώτεροι αξιωματικοί υποστήριζαν ότι τα ιταλικά στρατεύματα προκαλύψεως μετακινούνταν για να ξεχειμωνιάσουν. Ο ∆αβάκης, όμως, συνέχιζε να υποστηρίζει ότι τα τμήματα εκείνα είχαν προωθηθεί σε σημεία αναμονής ενόψει της εισβολής.
Η εξέλιξη των γεγονότων τον δικαίωσε απόλυτα. Μάλιστα, η διαταγή της ιταλικής μεραρχίας «Τζούλια», περί αιφνιδιαστικής επίθεσης εναντίον των Ελλήνων, έφερε την ημερομηνία της 22ας Οκτωβρίου 1940.

Η εποποιία της Πίνδου.Οι πρώτες μέρες του πολέμου, η ανασυγκρότηση των ελληνικών δυνάμεων, ο τραυματισμός.

«Προς το ύψωμα έρχονται Ιταλοί και πολλοί μάλιστα… Πρόσεξε να μην πάρουν το ύψωμα, γιατί ανοίγει τελείως η πόρτα προς Μέτσοβον και η Ελλάς σβύνει!… Με μένα μην ασχολείσαι, διότι πρόκειται περί πεθαμένου!» ∆αβάκης στον ταγματάρχη Καραβία
Στις 5 η ώρα της 28ης Οκτωβρίου, ο αντιστράτηγος Ιωάννης Πιτσίκας από την Κοζάνη ενημέρωσε τον ∆αβάκη για την επίδοση του ιταλικού τελεσιγράφου και την έναρξη της ιταλικής επίθεσης. Μαζί με τον ∆αβάκη βρισκόταν εκείνη την ιστορική στιγμή ο λοχαγός Πεζικού Σφαλαγκάκος Πιέρρος, υπασπιστής του συνταγματάρχη, και ο ανθυπασπιστής Πεζικού Χανδρινός Πολυδεύκης. Ο Σφαλαγκάκος τον ρώτησε τι συμβαίνει και ο συνταγματάρχης απάντησε με ηρεμία: «Πρώτα ο Θεός θα νικήσωμεν. Μας επετέθησαν οι Ιταλοί. Θάρρος, ψυχραιμία και αφοσίωσις εις το καθήκον!».
Ο ∆αβάκης κοινοποίησε αμέσως την υπ’ αριθμόν 3 διαταγή:
«Προς τους Αξιωματικούς και Οπλίτας

Ο ύπουλος γείτων μας αιφνιδιαστικώς μας επετέθη. Η Ελλάς αναμένει από έναν έκαστον ημών να προστατεύσωμεν τα σύνορα και την τιμήν της, και να δώσωμεν ένα καλό μάθημα εις τον εισβολέα. Φανήτε Έλληνες και κρατήστε γερά τα όπλα, με πίστιν εις τον Θεόν και τον εαυτόν σας και τους ∆ιοικητάς σας. Πειθαρχία, καρτερία και θάρρος. Ζήτω η Ελλάς…

∆ιοικητής ∆αβάκης» (Ι. Α. Βερνάρδος, ό.π., σ. 125)

Η ανωτέρω διαταγή είχε ενθουσιώδη απήχηση στο στράτευμα. Στο Απόσπασμα Πίνδου, πλην του συνταγματάρχη ∆αβάκη, μόνο οι ανώτεροι επιτελείς και τρεις ακόμη από τους λοχαγούς είχαν πολεμήσει παλιότερα. Επομένως, ο ∆αβάκης ανέμενε με αγωνία να δει κατά πόσο οι αξιωματικοί, μόνιμοι και έφεδροι, θα φαίνονταν αντάξιοι των προσδοκιών. Με τη γνωστή βροντώδη και σταθερή φωνή του συμβούλευε, καθοδηγούσε και ενθάρρυνε μέσω τηλεφώνου οποιονδήποτε είχε την ανάγκη. Ο ∆αβάκης είχε κληθεί να υπερασπιστεί την περιοχή μεταξύ Κόνιτσας και Επταχωρίου, έχοντας σημαντική αριθμητική μειονεξία. Επίσης, ανέλαβε εξαιρετικά δύσκολο έργο, καθώς έπρεπε να ανακόψει την 3η Μεραρχία Αλπινιστών «Τζούλια», στόχος της οποίας ήταν να προωθηθεί έως το Μέτσοβο, ώστε να διακόψει τη μοναδική οδό επικοινωνίας της ∆υτικής με την Ανατολική Ελλάδα.
Κατά την πρώτη ημέρα του πολέμου, ο συνταγματάρχης ∆αβάκης παρέμενε εντός του διοικητηρίου άγρυπνος, κατάκοπος πνευματικώς και σωματικώς. Η Ελλάδα τού είχε εμπιστευτεί να φρουρήσει μέτωπο χιλιομέτρων με ελάχιστες δυνάμεις. Η απειρία των ανδρών σε συνθήκες πολέμου είχε προκαλέσει λιποταξίες. Ο ∆αβάκης αναγκάστηκε να μεταχειριστεί ακόμη και ψέματα ότι επρόκειτο να φθάσουν άμεσα ενισχύσεις, ώστε να αναπτερώσει το ηθικό των ανδρών του. Τις τρεις επόμενες ημέρες, από τις 29 έως τις 31 Οκτωβρίου, η ιταλική απειλή στην Πίνδο έλαβε δραματικές διαστάσεις. Οι Ιταλοί ήταν πενταπλάσιοι και ανώτερα εξοπλισμένοι συγκριτικά με το Απόσπασμα Πίνδου. Ωστόσο, ο ∆αβάκης είχε την πεποίθηση ότι τελικά θα επικρατούσαν τα ελληνικά όπλα (Αλέξανδρος Λ. Ζαούσης, Οι δύο όχθες 1939-1945, Παπαζήσης, Αθήνα 1987, σελ. 111-112)
Η άμυνα των ελληνικών στρατευμάτων συνεχίστηκε έως και την 31η Οκτωβρίου. Την 31η Οκτωβρίου, ημέρα Πέμπτη, ο ∆αβάκης προετοίμαζε τις λεπτομέρειες της αντεπίθεσης σε βάρος των Ιταλών. Χαρακτηριστικός ήταν ο διάλογος μεταξύ του συνταγματάρχη ∆αβάκη και του ταγματάρχη Καραβία:
—Έχετε πάντοτε την ελπίδα, συνταγματάρχα μου, ότι θα επιτύχη η αντεπίθεσις;
—Έχω, Γιάννη, απόλυτον πεποίθησιν ότι θα τους μαντρώσω τους Ιταλούς!
—Εγώ αμφιβάλλω, επειδή αι δυνάμεις μας είναι πολύ μικρότεραι, οι δε λόχοι του Αποσπάσματός σας είναι κατάκοποι.
—Με αυτούς τους λόχους θα κάμω την αντεπίθεσιν! Θα τους δης! Ο όγκος, άλλως τε, των Ιταλών δεν με τρομάζει, επειδή έχω την γνώμην πως οι φαντάροι μας, άμα διοικούνται καλά, είναι απαράμιλλοι! θα μπω αύριο μπροστά!
—Να μου επιτρέψετε, συνταγματάρχα μου, να μη συμφωνήσω μαζί σας. Εάν πάθετε κακό;
—Καραβία, επήρες είδησι πώς τα παίζουμε όλα για όλα; 
Στη συνέχεια τον ενθάρρυνε λέγοντας: «Στα γλέντια που έχουμε κάμει με τους φαντάρους του Αποσπάσματός μου, πρώτος έπαιρνα πάντα το χορό… Έτσι θα γίνει και αύριο…»
Μετά τον τετραήμερο αμυντικό αγώνα, ο ∆αβάκης ανέλαβε προσωπικά την ανασυγκρότηση των τμημάτων του Αποσπάσματος Πίνδου από τους φυγάδες και τον πανικό και ανέλαβε ο ίδιος τις επιθετικές κινήσεις εναντίον των αντιπάλων, ο εξοπλισμός των οποίων ήταν κατά πολύ αρτιότερος του ελληνικού. Την 1η Νοεμβρίου εκδόθηκε η διαταγή αντεπίθεσης, την οποία σχεδίασε ο συνταγματάρχης ∆αβάκης. Το σχέδιο της αντεπίθεσης αποτέλεσε πραγματικό αιφνιδιασμό προς τον Ιταλό αρχιστράτηγο Βισκόντι Πράσκα, που βρισκόταν στην Αλβανία, καθώς δεν φανταζόταν ότι υπήρχε τόσο τολμηρός Έλληνας επιτελικός, ώστε να επιτεθεί με ελάχιστες δυνάμεις από τα πλευρά και τα νώτα του (Σ. Βισκόντι Πράσκα, Εγώ εισέβαλα στην Ελλάδα, Γκοβόστης, Αθήνα 1999, σελ. 229). Η επιτυχία του στην Πίνδο συνίσταται στην άμεση διάγνωση ενός σοβαρού τακτικού λάθους, που πραγματοποίησε ο Ιταλός μέραρχος προχωρώντας γοργά προς τη Σαμαρίνα, να μην καλύψει το πλευρό της φάλαγγάς του.
Τη 2α Νοεμβρίου, ο ∆αβάκης, ανυπομονώντας να αντιμετωπίσει το ταχύτερο τον εχθρό, τέθηκε επικεφαλής του 11ου λόχου και κατευθύνθηκαν προς τη Φούρκα. Η κατάσταση στο ύψωμα του Προφήτη Ηλία ήταν κρίσιμη. Ο ∆αβάκης προωθήθηκε έφιππος εν μέσω πυρών του πεζικού προς αναγνώριση, όπου αντιλήφθηκε ότι ο εχθρός προετοίμαζε αντεπίθεση. Μόλις επέστρεψε και ενώ έδινε οδηγίες, δέχτηκε βολίδα τυφεκίου στο δεξί μέρος του στήθους. Το τραύμα ήταν πολύ βαρύ, καθώς διαπέρασε τον πνεύμονα προκαλώντας ακατάσχετη αιμορραγία. Παρά τη μεγάλη απώλεια αίματος, ο ∆αβάκης συνέχιζε να δίνει οδηγίες προς τον ταγματάρχη Καραβία: «Προς το ύψωμα έρχονται Ιταλοί και πολλοί μάλιστα… Πρόσεξε να μην πάρουν το ύψωμα, γιατί ανοίγει τελείως η πόρτα προς Μέτσοβον και η Ελλάς σβύνει!… Με μένα μην ασχολείσαι, διότι πρόκειται περί πεθαμένου!».
Η μεταφορά του ∆αβάκη από τον Προφήτη Ηλία Φούρκας στο Επταχώρι πραγματοποιήθηκε με φορείο κατά τη διάρκεια της νύχτας 2ας προς 3η Νοεμβρίου. Ο συνταγματάρχης ∆αβάκης συνήλθε από τον λήθαργο στον οποίο είχε πέσει τα ξημερώματα της 3ης Νοεμβρίου. Οι στρατιώτες που μετέβαιναν στο Επταχώρι, διερχόμενοι εκ της οικίας όπου διέμενε νοσηλευόμενος ο διοικητής τους, έκλαιγαν και έλεγαν μεταξύ τους: «Τώρα πάμε χαμένοι!». Η αξία του συνταγματάρχη είχε γίνει τόσο γνωστή, ώστε το όνομα του ∆αβάκη συνδέθηκε άμεσα με τη νίκη στην Πίνδο.
Αν και θανάσιμα πληγωμένος, ο ∆αβάκης κάλεσε στις 4 Νοεμβρίου τον υπασπιστή του, λοχαγό Σφαλαγκάκο, και του υπαγόρευσε την Ημερήσια ∆ιαταγή του αναφέροντας:
…Ο ∆ιοικητής σας Συνταγματάρχης ∆αβάκης Κωνσταντίνος, τραυματίας, αναγκάζεται να αποχωρισθή προσωρινώς ημών.
Σας απευθύνει τα συγχαρητήριά του και τας ευχαριστίας του, διότι… εκρατήσατε αμυντικόν αγώνα επιτυχή εναντίον εξαπλάσιον εκλεκτών Ιταλικών δυνάμεων… και μετά σύντομον αναδιοργάνωσιν… εκινήθητε προς τα εμπρός επί τριήμερον, την 1ην, 2αν και 3ην Νοεμβρίου, αντεπίθεσιν… προξενήσαντες εις αυτόν (σ.σ. τον εχθρό) απώλειας συλλαβόντες αιχμαλώτους 7 αξιωματικούς, 5 υπαξιωματικούς και 300 οπλίτας… Με την στάσιν σας εσώσατε την Ελλάδα. Να είσθε υπερήφανοι και να εξακολουθήσετε με το αυτό θάρρος και την αυτήν ανδρείαν και υπομονήν πολεμούντες τον εχθρόν μέχρι της ολοκληρωτικής νίκης.

Ο ∆αβάκης μεταφέρθηκε στην Κοζάνη, ώστε να λάβει καλύτερη περίθαλψη και να αποφύγουν την επιδείνωση του καιρού, η οποία θα τους απέκλειε στο Επταχώρι. Το πρωί της 8ης Νοεμβρίου, ο ∆αβάκης εγκατέλειψε την έδρα του Αποσπάσματος. Καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδρομής μέχρι την Κοζάνη, ο απλός κόσμος αλλά και οι αξιωματικοί και οι οπλίτες απέδιδαν τιμές στον τραυματισμένο συνταγματάρχη. Μετά από οκταήμερη νοσηλεία, ο ∆αβάκης μεταφέρθηκε στην Αθήνα. Κατά τους ενδιάμεσους σταθμούς πραγματοποιήθηκαν θερμές υποδοχές. Στην Αθήνα νοσηλεύτηκε στον «Ευαγγελισμό», όπου τον επισκέφθηκαν ο βασιλιάς και ο πρωθυπουργός.
Την 21η Νοεμβρίου, ο ∆αβάκης έφθασε στην Αθήνα και στο νοσοκομείο «Ευαγγελισμός». Στον θάλαμο του συνταγματάρχη στον «Ευαγγελισμό», σύσσωμος ο λαός της πρωτεύουσας έσπευδε να του ευχηθεί ταχεία ανάρρωση και να του εκφράσει τον θαυμασμό του. Το πρωί της 22ας Νοεμβρίου τον επισκέφθηκε ο πρωθυπουργός Ιωάννης Μεταξάς, ο οποίος του είπε: «Ήρωά μου, μας έσωσες. Η Πατρίς σου σ’ ευγνωμονεί». Στη συνέχεια τον επισκέφθηκε ο βασιλιάς Γεώργιος Β΄ και ο διάδοχος Παύλος, ο αρχιστράτηγος Παπάγος και οι υφυπουργοί των Πολεμικών Υπουργείων.

Το άδοξο τέλος.Οι περιπέτειες μετά την ανάρρωση και η βύθιση του πλοίου που τον μετέφερε στην Ιταλία.


Στις 26 Φεβρουαρίου 1941, ο συνταγματάρχης ∆αβάκης εξήλθε του νοσοκομείου «Ευαγγελισμός», λαμβάνοντας δίμηνη αναρρωτική άδεια. Το τραύμα του είχε επουλωθεί, αλλά η γενική κατάσταση της υγείας του δεν ήταν καλή, καθώς λόγω της εξάντλησης και της απώλειας αίματος, η παλιά πάθηση στο αναπνευστικό του προκαλούσε επιπλέον δύσπνοια. Κατά τη διάρκεια της ανάρρωσής του στην Αθήνα αισθανόταν δεσμώτης καθώς, ανακτώντας τις δυνάμεις του, επιθυμούσε να επιστρέψει στο Μέτωπο. Από την Αθήνα μελετούσε τον χάρτη της βαλκανικής χερσονήσου και προέβλεπε τη γερμανική κάθοδο. Θεωρούσε απαραίτητη την άμεση νίκη επί των Ιταλών, ώστε τα ελληνικά στρατεύματα να επικεντρωθούν στην αντιμετώπιση της γερμανικής απειλής. Αν και η υγεία του ∆αβάκη δεν είχε αποκατασταθεί σε ικανοποιητικό βαθμό, ο ίδιος ζητούσε να επανέλθει στο μέτωπο, παρά τις αντιρρήσεις των ιατρών. Όταν δε και ο αρχιστράτηγος Παπάγος τον ρώτησε για την υγεία του, ο ∆αβάκης απάντησε: «Η Ελλάς είναι γεμάτη Νοσοκομεία. Εάν δεν μπορέσω ή πάθω τίποτα, θα μπω σ’ ένα Νοσοκομείον». Ωστόσο, η κατάστασις της υγείας του τον ανάγκασε να επανεισαχθεί στο νοσοκομείο, όπου και έτυχε να πληροφορηθεί την κατάρρευση του Μετώπου.

Κατά την πρώτη ημέρα της εισόδου των Ιταλών στην Αθήνα, οι Ιταλοί ζήτησαν πληροφορίες από τον δήμαρχο Καλλιθέας σχετικά με τον συνταγματάρχη ∆αβάκη και γενικά περί της οικογενειακής του κατάστασης. Ο συνταγματάρχης διέμενε στην Αγία Παρασκευή τότε με σκοπό να αναρρώσει. Αυτή ήταν η πρώτη κρούση των Ιταλών προς τον υπαίτιο της κατάρρευσης των αυτοκρατορικών ονείρων της Ιταλίας. Ωστόσο, ο ∆αβάκης δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία στην ιταλική ενέργεια. Κατά τον Φεβρουάριο του 1942, όταν νοσηλευόταν και πάλι στον «Ευαγγελισμό», αναζητήθηκε εκ νέου από τους Ιταλούς, καθώς είχαν ανησυχήσει λόγω της απουσίας του από την οικία του. Φαίνεται ότι οι Ιταλοί υποπτεύθηκαν τον ∆αβάκη ότι συμμετείχε στις απεργιακές κινητοποιήσεις του Μαρτίου του 1942. Τελικώς, στις 7 ∆εκεμβρίου του 1942, οι Ιταλοί, φοβούμενοι ότι θα διέφευγε στην Αίγυπτο, όπως συνέβαινε τότε με πολλούς άλλους Έλληνες αξιωματικούς, τον συνέλαβαν.
Ο ∆αβάκης αρχικά μεταφέρθηκε στις φυλακές Καλλιθέας. Οι Ιταλοί είχαν λάβει οριστική απόφαση να εκδικηθούν τον νικητή της Πίνδου. Ο αδελφός του, ιατρός Ιωάννης ∆αβάκης, άρχισε τις προσπάθειες για την αποφυλάκισή του, στηριζόμενος στο γεγονός ότι ο συνταγματάρχης ήταν ανάπηρος πολέμου, συνέπεια βαρύτατου τραυματισμού, ενώ η κατάσταση της υγείας του, λόγω του χειμώνα και της κόπωσης, επιδεινωνόταν. Μάλιστα επισκέφθηκε τον τότε πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Λογοθετόπουλο, καθώς και τον υπουργό Εσωτερικών, Αναστάσιο Ταβουλάρη, ζητώντας τους να παρέμβουν στους Ιταλούς για την αποφυλάκιση του συλληφθέντος. Ωστόσο, εκείνοι δεν επέδειξαν το απαιτούμενο ενδιαφέρον περί του θέματος.
Τελικά, χάρη στην επιμονή του αδελφού του, οι Ιταλοί πείστηκαν να εισαγάγουν τον ∆αβάκη στις 20 ∆εκεμβρίου 1942 στο ιταλικό νοσοκομείο Αθηνών, καθώς ο πρόσφατος τραυματισμός του, αλλά και τα προβλήματα υγείας από τα ασφυξιογόνα αέρια, είχαν επιβαρύνει την υγεία του. Οι Ιταλοί έκριναν τον ∆αβάκη ως «διακομιστέον» και αποφασίστηκε η μεταφορά του στην Ιταλία. Στις 20 Ιανουαρίου 1943, η οικογένεια του ∆αβάκη πληροφορήθηκε ότι ο ∆αβάκης βρισκόταν στον σιδηροδρομικό σταθμό, από όπου θα αναχωρούσε για την Πάτρα και από εκεί για την Ιταλία. Ο Ιωάννης ∆αβάκης με τη σύζυγό του και τη σύζυγο του συνταγματάρχη μετέβησαν εκεί για να αποχαιρετήσουν τον νικητή της Πίνδου. Ο συνταγματάρχης καθ’ όλη τη διάρκεια της συνάντησης διατήρησε την ψυχραιμία του εκτός της τελευταίας στιγμής.
Ο Δαβάκης υπήρξε πρωτοπόρος στην εξέλιξη της διεξαγωγής του πολέμου, γνώριζε πώς να αναπτερώνει το ηθικό των στρατιωτών του και προσπαθούσε να εμφυσήσει τη συνέπεια και την προσήλωση των ανδρών του μέσω του ενδιαφέροντος προς αυτούς.

—Κουράγιο, Κώστα! του είπε ο αδελφός του.
—∆εν ανησυχώ για μένα, Γιάννη μου, ανησυχώ για εσάς, απάντησε ο συνταγματάρχης.

Αυτές ήταν οι τελευταίες του λέξεις. Ο ∆αβάκης μεταφέρθηκε από την Πάτρα προς την Ιταλία με το ατμόπλοιο “Citta di Genova”. Μετά την πάροδο λίγων ημερών κυκλοφόρησε στην Αθήνα η φήμη ότι το ατμόπλοιο τορπιλίστηκε έξω από τον Τάραντα από βρετανικό υποβρύχιο. Στις 21 Φεβρουαρίου 1943, ημέρα Κυριακή, κοινοποιήθηκε επίσημα από τις ιταλικές αρχές της Αθήνας ότι την 21η Ιανουαρίου 1943 τορπιλίστηκε το ατμόπλοιο και βυθίστηκε, με αποτέλεσμα τον θάνατο 24 Ελλήνων αξιωματικών που μεταφέρονταν στην Ιταλία. Μεταξύ αυτών αναγραφόταν και το όνομα του συνταγματάρχη Κωνσταντίνου ∆αβάκη. Αρχικά, ο ∆αβάκης ετάφη στην Αυλώνα της Αλβανίας, ενώ τον Σεπτέμβριο του 1963 τα οστά του μεταφέρθηκαν από την Ιταλία στην Αθήνα με το βασιλικό πολεμικό πλοίο «Πυρπολιτής». Ως ένδειξη αναγνώρισης της προσφοράς του έστω και μετά θάνατον, η Ακαδημία Αθηνών τού απένειμε το αργυρό παράσημο το 1948.

Ο Κωνσταντίνος ∆αβάκης αποτέλεσε στρατιωτική ιδιοφυΐα της εποχής του και ένας από τους καλύτερους στην αναγνώριση του εδάφους. Στην Ελλάδα υπήρξε πρωτοπόρος στην εξέλιξη της διεξαγωγής του πολέμου, υποστηρίζοντας τη στρατηγική ενός ευέλικτου πολέμου με ευέλικτα και ταχέα μέσα συγκριτικά με τη στατικότητα των οχυρών. Η νίκη του Αποσπάσματος του ∆αβάκη είχε αποφασιστική σημασία στην έκβαση του πολέμου και θεωρείται η πρώτη ήττα του Άξονα. Ο ∆αβάκης διέγνωσε έγκαιρα και γρήγορα το τακτικό λάθος και γι’ αυτό ήταν σίγουρος ότι θα «μάντρωνε τους Ιταλούς». Ωστόσο, δεν αποτελούσε μόνο στρατιωτική ιδιοφυΐα, αλλά γνώριζε πώς να αναπτερώνει το ηθικό των στρατιωτών του και να διοικεί με δικαιοσύνη. Απέφευγε τις περιττές τιμωρίες και προσπαθούσε να εμφυσήσει τη συνέπεια και την προσήλωση των ανδρών του μέσω του ενδιαφέροντος προς αυτούς. Ταυτόχρονα, γνώριζε πότε έπρεπε να παρακάμπτει τις τυπικές και χρονοβόρες διαδικασίες, ώστε να επιτύχει τους στόχους του με γνώμονα το εθνικό συμφέρον.

28 Οκτωβρίου, 2023

ΓΙΑΤΙ ΗΤΤΗΘΗΚΑΝ ΟΙ ΙΤΑΛΟΙ ΤΟ 1940.

 

Από Διαμαντῆς Κούτουλας / ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ-ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ 

Μετὰ τὴν συντριβὴ τῆς ΓΑΛΛΙΑΣ τὸν ΙΟΥΝΙΟ τοῦ 1940 (οἱ Γερμανοὶ εἶχαν παρακάμψει   τὴν γαλλικὴ ἄμυνα στὴν γραμμὴ ΜΑΖΙΝΟ καὶ περνῶντας τὰ ἁρματα μἐσῳ τοῦ δάσους τῶν ΑΡΔΕΝΝΩΝ εἶχαν μπεῖ στὸ ΠΑΡΙΣΙ στὶς 14 ΙΟΥΝΙΟΥ 1940), μετὰ τὴν κατάρρευση τῆς Γαλλίας λοιπόν, ὁ ΜΟΥΣΣΟΛΙΝΙ ΠΡΟΣΔΟΚΟΥΣΕ ΝΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΩΣΕΙ Ο ΧΙΤΛΕΡ ΤΟΝ ΠΕΡΙΦΗΜΟ ΓΑΛΛΙΚΟ ΣΤΟΛΟ. 

Ὅμως ὁ Χίτλερ εἶχε ἄλλα σχέδια .Ἤθελε, μέ δέλεαρ τὸν γαλλικὸ στόλο καὶ τὶς γαλλικὲς κτήσεις, ΝΑ ΠΕΙΣΕΙ ΤΟΝ ΦΡΑΝΚΟ ΝΑ ΒΓΕΙ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΜΕ ΤΟ ΜΕΡΟΣ ΤΟΥ ΑΞΟΝΑ.
 Πρὸς τοῦτο ἔστειλε τὸν ΦΟΝ ΚΑΝΑΡΗ*  ἀρχηγὸ τῆς Ἀντικατασκοπίας ,στὶς 22 ΙΟΥΛΙΟΥ 1940 στὴν ΜΑΔΡΙΤΗ γιὰ συνομιλίες μέ τὸν Φράνκο ΖΗΤΩΝΤΑΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟ ΔΙΟΔΟ ΤΩΝ ΓΕΡΜΑΝΙΚΩΝ ΣΤΡΑΤΕΥΜΑΤΩΝ ΓΙΑ ΚΑΤΑΛΗΨΗ ΤΟΥ ΓΙΒΡΑΛΤΑΡ ΑΠΟ ΤΗΝ ΞΗΡΑ ({ἐπιχείρηση "ΦΕΛΙΞ"}.

Ὁ Μουσσολίνι ἀγανάκτησε μὲ αύτὴν τὴν συμπεριφορὰ τοῦ Χίτλερ καὶ σὺμφωνα μέ τὸ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ τοῦ ΤΣΙΑΝΟ (11—8—1940) ἀποφάσισε νὰ ἐπιτεθεῖ στὴν Ἑλλάδα ΑΝΟΙΓΟΝΤΑΣ ΒΑΛΚΑΝΙΚΟ ΜΕΤΩΠΟ γύρω στὰ τέλη ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ .
Μετὰ μάλιστα τὴν εἰσβολὴ τῶν γερμανικῶν  στρατευμάτων στὴν Ρουμανία (10—10—1940) τὴν ὁποία οἱ Ἰταλοὶ θεωροῦσαν  δική τους σφαῖρα ἐπιρροῆς, ὁ Μουσσολίνι φώναζε ἀγανακτισμένος σὺμφωνα μέ τὸν ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ τοῦ Τσιάνο στις 12.10.10:   < Ὁ Χίτλερ μὲ φέρει πάντα πρὸ τετελεσμένων γεγονότων. Αὐτὴ τὴν  φορὰ θὰ τὸν πληρώσω μὲ τὸ ἰδιο νόμισμα. Θὰ πληροφορηθεῖ ὄτι κατέλαβα τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τὶς ἐφημερίδες. >

Ὁ  στρατάρχης Μπαντόλιο ἐξἐφρασε  ἀντιρρήσεις γιὰ τὴν ἐπίθεση στὴν Ἑλλάδα. Στὸ ΠΟΛΕΜΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ τῆς 15ης ΟΚΤ 1940 στὸ ΠΑΛΑΤΣΟ ΒΕΝΕΤΣΙΑ ποὺ ὁριστικοποίησε τὴν ἐπίθεση κατὰ τῆς Ἑλλάδος ὁ Μπαντόλιο εἶπε τὰ ἑξῆς·
<Πρέπει νὰ καταλάβουμε ὁλόκληρη τὴν Ἑλλάδα ἐάν ἐπιθυμοῦμε να ἔχουμε ὁριστικὰ καὶ θετικὰ ἀποτελέσματα. Γι' αὐτὸ χρειάζονται 20 μεραρχίες, ἐνῶ στὴν Ἀλβανία ἔχουμε ἐννέα καὶ μία ἱππικοῡ́. Εἶναι φανερὸ ὅτι κάτω ἀπὸ τὶς συνθῆκες αὐτές χρειάζονται τρεῖς μῆνες .Ἐξετάζοντας τὸ ἑλληνικό ζήτημα, ἐπισημαίνω ὅτι ἐάν περιοριστοῦμε στὴν Ἠπειρο δὲν θὰ ἀνταποκριθοῦμε στὴν περίσταση. Δὲν ὑπερβάλλω, τονίζοντας ὄτι ἐάν θέλουμε νὰ καταλάβουμε τὴν Ἐλλάδα, πρέπει νὰ καταλάβουμε καὶ τὴν Κρήτη καὶ τὴν Πελοπόννησο.>

Ὅμως ὁ ΠΡΑΣΚΑ συμφώνησε μὲ τὸν Μουσσολίνι ἐκπονῶντας ἕνα  σχέδιο ἐπίθεσης σὰν ἐκεῖνο ποὺ χρησιμοποίησαν οἱ Γερμανοὶ κατὰ τὴν ἐπίθεση ἐναντίον τῆς Γαλλίας.
Πράγματι τὸ σχέδιο ἐπιθέσεως κατὰ τῆς Ἑλλάδος  τοῦ ΒΙΣΚΟΝΤΙ ΠΡΑΣΚΑ ἦταν εὐφυέστατο καὶ εἶχε τὰ χαρακτηριστικὰ ΚΕΡΑΥΝΟΒΟΛΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ  διότι προέβλεπε διείσδυση μἐσῳ τῆς ὀροσειρᾶς τῆς Πίνδου τῆς ΜΕΡΑΡΧΙΑΣ ΤΖΟΥΛΙΑ (δυνάμεως 10000 ἀνδρῶν) ταυτόχρονα μὲ τὴν ἐπίθεση στὴν Ἤπειρο μὲ τρεῖς μεραρχίες, τὴν ΦΕΡΡΑΡΑ καὶ τὴν μηχανοκίνητη τῶν  ΚΕΝΤΑΥΡΩΝ στὸ Καλπάκι καὶ τὴν ΣΙΕΝΝΑ στὸν Καλαμᾶ. 
Ο ΣΚΟΠΟΣ ΗΤΑΝ ΝΑ ΚΑΤΑΛΑΒΕΙ Η ΤΖΟΥΛΙΑ ΤΟ ΜΕΤΣΟΒΟ ΚΑΙ ΕΤΣΙ ΝΑ ΠΕΡΙΚΥΚΛΩΣΕΙ ΑΠΟ ΤΑ ΝΩΤΑ ΤΙΣ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΠΟΥ ΘΑ ΑΜΥΝΟΝΤΑΝ ΣΤΗΝ ΗΠΕΙΡΟ .

 Ἡ ἑλληνικὴ  στρατιωτικὴ ἠγεσία ΔΕΝ εἶχε προβλἐψει τὴν εὐφυῆ κίνηση τῆς ΤΖΟΥΛΙΑ καὶ εἲχε ἀφήσει στὴν Πίνδο τὸ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΔΑΒΑΚΗ μὸνο μὲ 2000 ἄνδρες ,ενῶ ἠ κύρια ἄμυνα θὰ δινόταν στὴν γραμμή Ἐλαίας—Καλαμᾶ τῆς Ἠπείρου μέ τὴν 8η ΜΕΡΑΡΧΙΑ τοῦ ΚΑΤΣΙΜΗΤΡΟΥ ἐνισχυόμενη ἀπὸ τὴν 3η  ΤΑΞΙΑΡΧΙΑ ΠΕΖΙΚΟΥ τοῦ ΓΙΑΤΖΗ καὶ τὸ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΛΙΟΥΜΠΑ.

Πράγματι ἐνῶ ἡ ἄμυνα στὴν Ἤπειρο κράτησε τὶς ἰταλικὲς ἐπιθέσεις, ὅμως  στὴν Πίνδο ὁ ΔΑΒΑΚΗΣ δὲν μποροῦσε νὰ ἀντἐξει τὴν ταχεῖα διείσδυση τῶν 10.000 ἀλπινιστῶν τῆς ΤΖΟΥΛΙΑ καὶ ὑποχώρησε.

ΤΟ ΚΙΝΔΥΝΟ  ΝΑ ΦΤΑΣΕΙ Η ΤΖΟΥΛΙΑ ΣΤΟ ΜΕΤΣΟΒΟ  ΔΙΕΒΛΕΨΕ Ο ΠΑΠΑΓΟΣ στὶς 30 ΟΚΤ.  καὶ ἔστειλε στὴν Πινδο τάχιστα ἐνισχύσεις:  
τὴν 1η ΜΕΡΑΡΧΙΑ τοῦ ΒΡΑΧΝΟΥ, τὴν ΜΕΡΑΡΧΙΑ ΙΠΠΙΚΟΥ τοῦ ΣΤΑΝΩΤΑ  καὶ τὴν ΤΑΞΙΑΡΧΙΑ ΙΠΠΙΚΟΥ τοῦ ΔΗΜΑΡΑΤΟΥ, οἱ ὁποῖες σὲ μιὰ βδομάδα ΣΥΝΕΤΡΙΨΑΝ ΤΗΝ ΤΖΟΥΛΙΑ ἀχρηστεύοντας τὸ σχέδιο Πράσκα, ἐνῶ ἡ ἄμυνα ΚΑΤΣΙΜΗΤΡΟΥ πάντα κρατοῦσε τὴν γραμμὴ Ἐλαίας—Καλαμᾶ στὴν Ἤπειρο.

Γι αὐτὸν τὸ λόγο λοιπόν, ἠττήθησαν οἱ Ἰταλοὶ τὸ 1940·
ἐπειδὴ  ἀφενὸς ὁ ΚΑΤΣΙΜΗΤΡΟΣ κρἀτησε στὴν Ἤπειρο καὶ ἀφετέρου ἐπειδὴ ὁ ΠΑΠΑΓΟΣ ἐγκαίρως ἀντελὴφθη τί ἐπεδίωκε νὰ κάνει ἡ Τζούλια καὶ ἀντέδρασε ΤΑΧΙΣΤΑ. 
ΣΤΗΝ ΠΙΝΔΟ ΚΡΙΘΗΚΕ Ο ΑΓΩΝΑΣ καὶ στὴν ΔΙΟΡΑΤΙΚΟΤΗΤΑ τοῦ ΠΑΠΑΓΟΥ,  διότι 
ἄν εἶχε φτάσει στὸ Μὲτσοβο ἠ ΤΖΟΥΛΙΑ θὰ εἶχε περικυκλωθεῖ ὁ νικηφόρος στρατὸς τῆς Ἠπείρου καὶ ἀλβανικὸ ἔπος δὲν θὰ εἶχε ὑπάρξει ποτέ...

Μετὰ τὴν ἀπόκρουση τῶν Ἰταλῶν , στὶς 14 ΝΟΕ 1940 ὁ Παπᾶγος διέταξε ἀντεπίθεση στὴν ΚΟΡΥΤΣΑ μέ 5 Μεραρχίες γιὰ νὰ άποκόψει τοὺς Ἰταλοὺς ποὺ ἐμάχοντο στὴν Ἤπειρο ἀπὸ τὶς βάσεις ἀνεφοδιασμοῦ τους. 
Εἲχε λήξει πιὰ ὁ ἀμυντικὸς ἀγῶνας καὶ εἶχε ἀρχίσει ὁ  ἀγῶνας γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση τῆς Βορείου Ἠπείρου.

Ὁλοκληρώνοντας αὐτὸ τὸ μικρὸ σημείωμα νὰ πῶ ὅτι ἡ ΝΙΚΗ ΤΟΥ 1940 θὰ ἦταν ἀνέφικτη ἄν δέν ὑπῆρχε ὁ ΜΕΤΑΞΑΣ νὰ προετοιμάσει τὴν ΑΜΥΝΑ τῆς χώρας.  Θυμίζω ὅτι ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς πρὶν τὸν Μεταξᾶ  ΣΤΕΡΕΙΤΟ ΒΑΡΕΩΝ ΟΠΛΩΝ διότι ΕΙΧΕ ΑΦΗΣΕΙ ΟΛΟΝ ΤΟΝ ΒΑΡΥ ΟΠΛΙΣΜΟ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ τὸ 1922...

Παρακάτω παραθέτω ἕνα μικρὸ ἀπόσπασμα ἀπὸ τὰ ΠΡΑΚΤΙΚΑ τοῦ ΠΟΛΕΜΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ τοῦ ΜΟΥΣΣΟΛΙΝΙ στὸ Παλὰτσο Βενέτσια στὶς 15 ΟΚΤ 1940:
<ΠΡΑΣΚΑ (στρατιωτικὸς Διοικητής Ἰταλικῶν δυνάμεων στὴν Ἀλβανία): 
 Ἔχουμε προπαρασκευάσει μιὰν  ἐπιχείρηση κατὰ τῆς Ἠπείρου, ἡ ὁποία θὰ εἶναι ἕτοιμη νὰ διεξαχθεῖ στὶς 26 τρέχοντος (Ὀκτώβριος 1940) καὶ ἡ ὁποία παρουσιάζει πολύ εὐνοϊκές προοπτικές. Μᾶς δίδει τὴν  δυνατότητα καταλήψεως τῆς Ἠπείρου σὲ βραχύ χρονικό διάστημα (10-15 ἡμερῶν).
ΜΟΥΣΣΟΛΙΝΙ :
Γνωρίζετε ποιὸ εἶναι τὸ ἠθικό τῶν Ἑλλήνων στρατιωτῶν;
ΠΡΑΣΚΑ : 
Δὲν εἶναι ἄνθρωποι ποὺ θὰ τοὺς ἄρεσε νὰ πολεμήσουν…>

ΠΟΣΟ ΕΞΩ ΕΠΕΣΕ...

______
* σήμερα γνωρίζουμε ὅτι ὁ ΦΟΝ ΚΑΝΑΡΗΣ ὑπῆρξε ὄργανο τῆς ἀντιχιτλερικῆς συνωμοσίας τῶν στρατηγῶν ΚΑΙ  ΔΟΥΛΕΥΕ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΓΓΛΟΥΣ, γι αύτὸ καὶ  ἔπεισε τὸν Φράνκο νὰ ΜΗΝ βγεῖ στὸν πόλεμο ὑπὲρ τοῦ Ἄξονος.
 Ὁ Φὸν Κανἀρης ἀπαγχονίστηκε  ἀπὸ τοὺς Ναζὶ στὶς 9 ΑΠΡ  1945  (μαζὶ μέ τὸν θεολόγο ΜΠΟΝΧΕΦΕΡ  καὶ ἄλλους) ὅταν πιὰ εἶχε ἀποκαλυφθεῖ ὁ ρόλος του..
Τὸν ρόλο τοῦ Φὸν Κανάρη φαίνεται ὅτι εἶχε ἀντιληφθεῖ νωρὶς ὀ ΧΑΪΝΤΡΙΧ ὑπαρχηγὸς τῶν SS στὴν ΠΡΑΓΑ γι αύτὸ καὶ δολοφονήθηκε
μὲ εἰδικὴ ἐπιχείρηση στὶς 4 ΙΟΥΝ 1942 ἀπὸ Ἄγγλους κομμάντος..





https://diamantiskoutoulas.blogspot.com/2023/10/1940.html

27 Οκτωβρίου, 2023

Τρεις συγκλονιστικές εμφανίσεις της Παναγίας στο Μέτωπο το 1940

 


«Στο μέτωπο, σ’ όλη τη γραμμή από τη γαλανή θάλασσα του Ιονίου μέχρι ψηλά τις παγωμένες Πρέσπες, ο Ελληνικός στρατός άρχιζε να βλέπει παντού το ίδιο όραμα». Το κοινό στα όραμα όλων ήταν η Παναγία. Τρεις ξεχωριστές συγκλονιστικές αφηγήσεις.

Στο μέτωπο ο ελληνικός στρατός έβλεπε το εξής όραμα με την Παναγία: «Έβλεπε τις νύχτες μια γυναικεία μορφή να προβαδίζει ψηλόλιγνη, αλαφροπερπάτητη, με την καλύπτρα της αναριγμένη από το κεφάλι στους ώμους. Την αναγνώριζε, την ήξερε από παλιά, του την είχαν τραγουδήσει όταν ήταν μωρό κι ονειρευόταν στην κούνια. Ήταν η μάνα η μεγαλόψυχη στον πόνο και στη δόξα, η λαβωμένη της Τήνου, η υπερμάχος Στρατηγός».

Γράμμα από τη Μόροβα

Ὁ Τάσος Ῥηγόπουλος, στρατευμένος στήν Ἀλβανία το 1940, ἔστειλε ἀπό το μέτωπο παρακάτω γράμμα στόν αδελφό του.

«Ἀδελφέ μου Νίκο.

Σοῦ γράφω ἀπὸ μιά ἀετοφωλιά, τετρακόσια μέτρα ψηλότερη από την κορυφή της Πάρνηθας. Ἡ φύσῃ τριγύρω εἶναι πάλλευκη. Σκοπός μου ὅμως δέν εἶναι νά σοῦ περιγράψω τα θέλγητρα μιᾶς χιονισμένης Μόροβας με όλο το άγιο μεγαλεῖο της. Σκοπός μου εἶναι νά σοῦ μεταδώσω αὐτό πού ἔζησα, που το ειδα με τα μάτια μου καί πού φοβᾶμαι μήπως, ἀκούγοντας το από άλλους δεν το πιστέψεις.

Λίγες στιγμές πριν ορμήσουμε για το οχυρά της Μόροβας σε απόσταση καμιά δεκαριά μέτρων, μια ψηλή μαυροφόρα έστεκε ἀκινήτη.

– Τις εἶ; Μίλα…

Ὁ σκοπὸς θυμωμένος ξαναφώναξε:

– Τις εἶ;

Τότε, σὰν νά μᾶς πέρασε ὅλους ἠλεκτρικὸ ῥεῦμα, ψιθυρίσαμε: Η ΠΑΝΑΓΙΑ!

Ἐκείνη ὄρμησε ἐμπρὸς σὰν νά εἶχε φτερὰ ἀετοῦ. Ἐ­μεῖς ἀπὸ πίσω της. Συνεχῶς τὴν αἰσθανόμασταν νά μᾶς μεταγγίζει ἀντρειοσύνη. Ὁλοκλήρη ἑβδομάδα παλαίψαμε σκληρά, γιά νά καταλάβουμε τὰ ὀχυρὰ Ἰβάν-Μόροβας.

Ὑπογραμμίζω πώς ἡ ἐπίθεση μας πέτυχε τοὺς Ἰτα­λοὺς στήν ἀλλαγή τῶν μονάδων τους. Τὰ παλιὰ τμημα­τα εἶχαν τραβηχθεῖ πίσῳ καὶ τὰ καινουργία… κοιμόνταν! Τό τί ἔπαθαν δέν περιγράφεται. Ἐκείνη ὀρμοῦσε πάντα μπροστά. Κι ὅταν πιὰ νικητὲς ῥοβολούσαμε πρὸς τὴν ἀνυπεράσπιστη Κορυτσά, τότε ἠ Υπέρμαχος ἔγινε ἀτμός, νέφος ἁπαλὸ καὶ χάθηκε».

Θαῦμα στό Μπούμπεση

Ἕνα ζωντανό θαῦμα τῆς Παναγίας ἔζησαν στόν Ἑλληνοϊταλικό πόλεμο οἱ στρατιῶτες τοῦ 51ου ανεξαρτήτου τάγματος, με διοικητή τον ταγματάρχῃ Πετράκη, στήν κορυφογραμή τοῦ Ῥοντένη, δεξιὰ τῆς θρυλικῆς Κλει­σούρας.

Κάθε βραδύ, ἀπό τίς 22-1-41 και ἔπειτα, στίς 9.20 ἀκριβῶς, το Βαρύ Ἰταλιό πυροβολικό ἄρχιζε βολή ἐ­ναντίον τοῦ τάγματος Πετράκη καὶ τοῦ δρόμου, ἂπ’ ὄ­που περνοῦσαν τὰ μεταγωγικά. Πέρασαν ἡμέρες καὶ τὸ κακὸ συνεχιζόταν, δημιουργώντας ἐκνευρισμὸ καὶ ἀ­πώλειες. Τολμηροὶ ἀνιχνευτὲς τῶν ἐμπροσθοφυλακῶν καὶ ἀεροπόροι ἐξαπολύθηκαν μέχρι βαθιὰ στίς Ἰταλικὲς γραμμές, ἀλλὰ ἐπέστρεψαν ἄπρακτοι. Δέν μποροῦσαν νά ἐντοπίσουν τὰ Ἰταλικὰ πυροβόλα, ἴσως γιατὶ οἱ Ἰτα­λοὶ κάθε βραδὺ τὰ μετακινοῦσαν.

Ἦταν ὅμως ἀπολύτη ἀνάγκη νά ἐντοπισθοῦν οἱ ἐχ­θρικὲς θέσεις. Ἕνα βράδυ τοῦ Φεβρουαρίου ἀκούστη­καν πάλι οἱ ὁμοβροντίες τῶν Ἰταλικῶν κανονιῶν.

— Παναγία μου, φώναξε τότε ὁ ταγματάρχης ἐντε­λῶς αὐθόρμητα, βοήθησέ μας! Σῶσε μας ἂπ’ αὐτοὺς τοὺς δαίμονες.

Ἀμέσως στό βάθος πρόβαλε ἕνα φωτεινὸ σύννεφο.

Σιγά-σιγά σχηματισε κάτι σὰν φωτοστέφανο. Καὶ κάτω ἂπ’ αὐτὸ μερικὰ ἀσημένια συννεφάκια σχημάτισαν τή μορφὴ τῆς Παναγίας, ἡ ὁποία ἄρχισε νά γέρνει πρὸς τή γή καὶ στάθηκε σ’ ἕνα φάραγγι, ἀνάμεσα σὲ δύο ὑ­ψώματα τοῦ Μπούμπεση. Τὸ ὅραμα τὸ εἶδαν ὅλοι στό τάγμα καὶ ῥίγησαν.

— Θαῦμα! βροντοφώναξε ὁ ταγματάρχης.

— Θαῦμα! Θαῦμα! ἐπανέλαβαν οἱ στρατιῶτες καὶ σταυροκοπήθηκαν.

Ἀμέσως ἔφυγε ἕνας σύνδεσμος μὲ σημείωμα τοῦ Πετράκη γιά τὴν πυροβολαρχία τοῦ Τζήμα. Σὲ δέκα λε­πτὰ βρόντησαν τὰ ἑλληνικὰ κανόνια καὶ σὲ εἴκοσι ἐσίγησαν τὰ ἰταλικά. Οἱ ὀβίδες μας εἶχαν πετύχει ἀπόλυτα τὸν στόχο.

Ὁ βλάσφημος ἀνθυπασπιστής

Ὁ Χρῆστος Βέργος, ἐπιστρατευμένος στόν πόλεμο τῆς Κορέας, διηγεῖται:

«Ἤμουν ἀνθυπασπιστὴς στό τάγμα τῆς Κορέας. Δέν πίστευα πουθενά, παρὰ μόνο στή δύναμη τῶν βαρέων ὅπλων πού κατεύθυνα. Ἐπὶ πλέον ἤμουν ἀδιόρθωτα βλάσφημος. Ὅλες οἱ βλασφημίες μου συγκεντρωνον­ταν στήν Παναγία. Ὅσοι μὲ ἄκουγαν ἀνατρίχιαζαν. Οἱ φαντάροι μου ἔκαναν τὸν σταυρὸ τους, γιά νά μὴν τοὺς βρεῖ κακό. Οἱ ἀνώτεροί μου διαρκῶς μὲ παρατηροῦ­σαν καὶ μὲ τιμωροῦσαν. Ὥσπου μιά νύχτα ἔζησα ἕνα ὁλοφάνερο θαῦμα.

Ξημέρωνε ἡ 7η Ἀπριλίου 1951. Μὲ τήν διμοιρίᾳ μου εἶχα καταλάβει μιά πλαγιά σὲ ὕψωμα κοντὰ στόν 38ο παράλληλο. Μέχρι τὰ ξημερώματα ἔμεινα ἄγρυπνος στό ὄρυγμά μου μαζὶ μὲ τὸν στρατιώτῃ Σταῦρο Ἀδαμάκο. Ὅταν ῥόδιζε ἡ αὐγή, ὁπότε δέν ὑπῆρχε φόβος αἰφνιδιασμοῦ, ἀποκοιμήθηκα. Εἶδα τότε ἕνα ὄνειρο πού μὲ συνετάραξε:

Μία γυναῖκα στά μαῦρα ντυμένη, μὲ ἁγνὴ ὀμορφιὰ καὶ γλυκύτατη φωνή, μὲ πλησιάζει καὶ μὲ ῥωτᾶ ἀκουμ­πώντας τὸ χέρι στον ὦμο μου:

– Θέλεις νά βρίσκομαι κοντὰ σου Χρῆστο; Ἔνοιωσα τότε μιΆ βαθειά ἀγαλλίαση.

– Καὶ ποία εἶσαι σύ; τήν ῥώτησα.

Τότε ἐκείνη ἄλλαξε ἔκφραση καὶ μὲ παρατήρησε αὐστηρά:

– Γιατί, Χρῆστο, διαρκῶς μὲ βρίζεις;

– Πρώτη φορὰ σὲ βλέπω! διαμαρτυρήθηκα. Πῶς εἶναι δυνατὸ νά βρίζω μιά ἄγνωστή μου;

– Ναί, Χρῆστο, ἐπέμεινε ἐκείνη πιὸ αὐστηρά. Μὲ βρίζεις. Ἐγὼ ὅμως εἶμαι πάντα κοντὰ σὲ σένα καὶ σ’ ὄ­λους τοὺς στρατιῶτες τοῦ τάγματος. Γιατὶ δέν πηγαίνετε στό Πουσάν, ν’ ἀνάψετε κεριὰ στ’ ἀδέλφια σας ποῦ ἔ­χουν ταφεῖ ἐκεῖ;

Μ’ αὐτὴ τή φράσῃ ξύπνησα τρομαγμένος. Ὁ Σταῦ­ρος δίπλα μου μὲ κοίταζε σαστισμένος.

– Κύριε ἀνθυπασπιστά, κάτι ἔχεις, μοῦ εἶπε. Βογγοῦσες καὶ παραμιλοῦσες στόν ὕπνο σου.

Τοῦ διηγήθηκα τὸ ὄνειρό μου καὶ καταλήξαμε πώς ἦταν ἀποτέλεσμα κοπώσεως καὶ συζητήσεων γύρω ἀπὸ τοὺς νεκροὺς τοῦ Πουσάν.

Ἐνῶ ὅμως λέγαμε αὐτά. ξαναβλέπω τή γυναῖκα τοῦ ὀνείρου μου μπροστά μου.

— Ἀδαμάκο! βάζω μιά φωνή. Ἡ γυναῖκα… Αὐτή… Νά… τή βλέπεις;

Ἐκεῖνος προσπαθοῦσε νά μὲ καθησυχάσει, ἀλλά πού ἐγώ! Ἡ μαυροφορεμένη γυναῖκα μὲ τὴν ἁγνὴ ὀ­μορφιὰ καὶ τή γλυκύτατη φωνή στάθηκε κοντά μου καί μοῦ εἶπε:

– Μὴ φοβᾶσαι… Μὴ φοβᾶσαι, παιδί μου. Εἶμαι ἡ Παναγία. Σᾶς προστατεύω ὅλους παντοῦ καὶ πάντοτε. Ἀλλά θέλω ἀπὸ σένα νά μὴ μὲ βρίσεις οὔτε στίς δυ­σκολότερες στιγμὲς τῆς ζωῆς σου.

Πέφτω ἀμέσως ταραγμένος νά φιλήσω τὰ πόδια της. Ἐκείνη ὅμως εἶχε γίνει ἀφάντη. Ἔκλαψα τότε ἂπ’ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς μου ἕνα κλάμα ἀνακουφίσεως καὶ χαρᾶς, ἐγώ πού δέν εἶχα κλάψει ποτὲ στή ζωή μου».

Ὁ Ν. Ντραμουντανὸς διηγεῖται μιά θαυμαστὴ ἐμπει­ρία του ἀπὸ τὸν πόλεμο τοῦ ’40:

«Ὁ λόχος μας πῆρε διαταγὴ νά καταλάβει ἕνα προ­χωρημένο ὕψωμα γιά προγεφύρωμα. Στήσαμε ταμ­πούρι μέσα στά βράχια. Μόλις τακτοποιηθήκαμε, ἄρχι­σε νά πέφτει πυκνὸ χιόνι. Ἔπεφτε ἀδιάκοπα δύο μεροόνυχτα κι ἔφτασε σὲ πολλὰ μέρη τὰ δύο μέτρα. Ἀπο­κλειστήκαμε ἀπὸ τὴν ἐπιμελητεία. Καθένας εἶχε τροφὲς στό σακκίδιό του γιά μία ἡμέρα. Ἀπὸ τὴν πεῖνα καὶ τὸ κρύο δέν λάβαμε πρόνοια «διὰ τὴν αὔριον» καί τίς κα­ταβροχθίσαμε.

Ἀπὸ κεῖ καὶ πέρα ἄρχισε τὸ μαρτύριο. Τή δίψα μας τή σβήναμε μὲ τὸ χιόνι, ἀλλὰ ἡ πεῖνα μᾶς θέριζε. Πε­ράσαμε ἔτσι πέντε μερόνυχτα. Σκελετωθήκαμε. Τὸ ἠθι­κὸ μας τὸ διατηρούσαμε ἀκμαῖο, ἀλλὰ ἡ φύσῃ ἔχει καὶ τὰ ὅριά της. Μερικοὶ ὑπέκυψαν. Τὸ ἴδιο τέλος περιμέ­ναμε ὅλοι«ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος».

Τότε μία ἔμπνευση τοῦ λοχαγοῦ μας ἔκανε τὸ θαῦμα! Ἔβγαλε ἂπ’ τὸν κόρφο του μία χάρτινη εἰκόνα τῆς Παναγίας, τὴν ἔστησε στό ψήλωμα καὶ μᾶς κάλεσε γύ­ρω του:

— Παλληκάρια μου! εἶπε. Στήν κρίσιμη αὐτὴ περίσταση ἕνα θαῦμα μόνο μπορεῖ νά μᾶς σώσει. Γονατίστε, παρακαλέστε τὴν Παναγία, τή μητέρα τοῦ Θεαν­θρώπου, νά μᾶς βοηθήσει!

Πέσαμε στά γόνατα, ὑψώσαμε τὰ χέρια, παρακαλε­σαμε θερμά. Δέν προλάβαμε νά σηκωθοῦμε κι ἀκουύσαμε κουδούνια. Παραξενευτήκαμε καὶ πιάσαμε τὰ ὄ­πλα. Πήραμε θέση «ἐπὶ σκοπόν».

Δέν πέρασε ἕνα λεπτὸ καὶ βλέπουμε ἕνα πελώριο μουλάρι νά πλησιάζει κατάφορτο. Ἀνασκιρτήσαμε! Ζῶο χωρὶς ὁδηγὸ νά περνᾶ τὸ βουνό, μ’ ἕνα μέτρο χιόνι — τὸ λιγώτερο — ἦταν ἐντελῶς ἀφύσικο. Καταλα­βαμε: Τὸ ὁδηγοῦσε ἡ Κυρία Θεοτόκος. Τὴν εὐχαρι­στήσαμε ὅλοι μαζὶ ψάλλοντας σιγανά, μὰ ὁλόκαρδα, τὸ «Τῇ ὑπερμάχῳ» καὶ ἄλλους ὕμνους της. Τὸ ζῶο εἶχε πάνω του μία ὁλοκλήρη ἐπιμελητεία ἀπὸ τρόφιμα: κου­ραμάνες, τυριά, κονσέρβες, κονιὰκ καὶ ἄλλα.

Πολλὲς κι ἀπίστευτες κακουχίες πέρασα στόν πολε­μο. Ἀλλ’ αὐτή μοῦ μένει ἀξέχαστη, γιατὶ δέν εἶχε διε­ξοδο. Τὴν ἔδωσε ὅμως ἡ Παναγία».

Πηγή: «ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ»-ΕΚΔΟΣΗ 33η ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ- ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ 2011,

https://www.olympia.gr/1567384/istoria/treis-sygklonistikes-emfaniseis-tis-panagias-sto-metopo-to-1940/

27 Οκτωβρίου, 2022

Η ΝΙΚΗ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ

 Ἂν θὰ θέλαμε μέσα σὲ λίγες λέξεις νὰ συνοψίσουμε τὸ θαῦμα τοῦ ᾿40, τὸ Ἔπος ποὺ ἔγραψαν οἱ πρόγονοί μας στὴν ὀροσειρὰ τῆς Πίνδου μετὰ τὴ βροντὴ τοῦ «ΟΧΙ» στὴν ἰταμὴ ἰταλικὴ πρόκληση, τότε τὸ μόνο ποὺ θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε εἶναι τοῦτο: Νίκη τοῦ Πνεύματος ἔναντι τῆς ὕλης.

Ἀλλιῶς δὲν μπορεῖ νὰ ἑρμηνευθεῖ αὐτὸ ποὺ ἔλαβε χώρα τὶς ἡμέρες ἐκεῖνες μεταξὺ τῆς σιδερόφρακτης αὐτοκρατορίας τῶν 8 ἑκατομμυρίων λογχῶν τοῦ Φασισμοῦ καὶ τῆς μικρῆς, ἀδύναμης, φιλειρηνικῆς πατρίδας μας. Καμιὰ λογικὴ πρόβλεψη, κανένας μαθηματικὸς ὑπολογισμὸς δὲν μποροῦσε νὰ δικαιολογήσει τὴν ὁμόφωνη λαϊκὴ ἀπόφαση γιὰ τὴν ἀνάληψη τοῦ ἐγχειρήματος ἐκείνου. Ἦταν παράλογο αὐτὸ ποὺ ἐπιχειροῦσαν τότε οἱ Ἕλληνες. Κι ὅμως τὸ ἐπιχείρησαν. Μήπως καὶ πότε αὐτὸς ὁ λαός, ὁ παράξενος καὶ ὡραῖος, ὑπολόγισε τὶς ἐξορμήσεις του μὲ τὰ δεσμὰ τῆς λογικῆς, τῆς στατιστικῆς ἐπιστήμης; Ὁ ἴδιος πάντοτε στὸ διάβα τῆς ἱστορίας του. Ὅταν ἔβγαινε στὸν Μαραθώνα, στὴ Σαλαμίνα, στὶς Πλαταιὲς νὰ ἀντιμετωπίσει τὶς μυρμηγκιὲς τῶν Ἀσιατῶν, ἦταν λογικὸ αὐτὸ ποὺ ἐπιχειροῦσε; Ὅταν πήγαιναν οἱ 300 Σπαρτιάτες μὲ τὸν Λεωνίδα νὰ φυλάξουν τὶς Θερμοπύλες γιὰ νὰ μὴ διαβοῦν οἱ ἑκατοντάδες χιλιάδες τῶν Περσῶν, πήγαιναν μὲ πιθανότητες νὰ νικήσουν;Ὁ ξεσηκωμὸς τοῦ ᾿21 τί ἦταν; Ὁ Μακεδονικὸς Ἀγώνας, οἱ Βαλκανικοὶ τοῦ ᾿12-᾿13; Προϊόντα λογικῆς πρόβλεψης; Τὸ ἴδιο καὶ τό ᾿40. Ὅλα τὰ ἔθνη, ὁ κόσμος σύμπας μὲ ρίγος καὶ ἔκπληξη, θάμβος καὶ τρόμο παρακολουθοῦσε τὸ ξεσήκωμα ἑνὸς λαοῦ ποὺ ἔχει τὴν ἐλευθερία σύστοιχη μὲ τὴν ψυχή του· τὸν ἔβλεπε νὰ τολμᾶ νὰ τὰ βάζει μὲ τὸν Γολιὰθ τοῦ ὁλοκληρωτισμοῦ, τὴ μεγαλύτερη πολεμικὴ μηχανὴ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ποὺ σάρωνε στὸ διάβα της τὰ πάντα. Κανεὶς δὲν τολμοῦσε νὰ τοῦ ἀντιταχθεῖ, κι αὐτὸ τὸ ἀνέλαβε νὰ τὸ κάνει ὁ ἀδύναμος Δαβίδ, ὁ ἑλληνικὸς λαός. Πῶς; Τὸ ἴδιο ὅπως καὶ ἐκεῖνος τότε: «Ἐν ὀνόματι Κυρίου Θεοῦ Σαβαώθ» (Α΄ Βασ. ιζ΄ [17] 45). Ἡ σφραγίδα αὐτή, σφραγίδα τοῦ Ὀρθόδοξου ἑλληνικοῦ ἔθνους, ἦταν αὐτὴ ποὺ τὸ ἀκολουθοῦσε στὰ χρόνια τῆς νεότερης ἱστορίας του. Κι αὐτὴ ἡ σφραγίδα ἐνεργοποιοῦσε καὶ τὴν ἄλλη, τὴ μοναδικὴ τοῦ Ἕλληνα, ποὺ τοῦ ἐρχόταν ἀπὸ τὰ ἀρχαῖα χρόνια, ἐκείνη τῆς τιμῆς καὶ τῆς δόξας, τοῦ μεγαλείου καὶ τῆς σεμνότητας. Καὶ οἱ δυὸ μαζὶ ἦταν ποὺ σχημάτισαν τελικὰ τὸν Ἕλληνα τῶν νεότερων χρόνων, τὸν Ἕλληνα τοῦ ᾿21 καὶ τοῦ ᾿40. Οἱ πολεμιστὲς τῆς ἑλληνοαλβανικῆς μεθορίου ἔναντι τοῦ Ἰταλοῦ εἰσβολέα ἔδειξαν στὸν κόσμο ὅλο ὅτι ὁ ἄνθρωπος φτάνει στὴν ὕψιστη καταξίωσή του, μόνο ὅταν ὑπηρετεῖ αὐτὸ ποὺ τοῦ ἔχει δοθεῖ ὡς ἰδιαίτερο χάρισμα καὶ δῶρο ἀπὸ τὸν Θεό: τὸ Πνεῦμα. Ἡ νίκη τῶν Ἑλλήνων τό ᾿40 ἦταν νίκη τοῦ Πνεύματος.  

Ὡς ἀπόγονοι ἐκείνης τῆς γενιᾶς τῶν Μεγάλων Ἑλλήνων, παιδιά τους καὶ ἐγγόνια τους ἐμεῖς, καλούμαστε νὰ ἀπαντήσουμε σ᾿ ἕνα ἐπιτακτικὸ ἐρώτημα ποὺ ἔρχεται ὡς ἠχὼ τῆς φωνῆς τῆς συνειδήσεώς μας: Ἐμεῖς, τὰ παιδιά τους καὶ ἐγγόνια τους, τραβοῦμε τὸν ἴδιο δρόμο μ᾿ αὐτὸν ποὺ χάραξαν οἱ Πατεράδες μας; Μποροῦμε νὰ καταθέσουμε ἀπὸ τὸ βάθος τῆς ψυχῆς μας ὅτι καὶ στὴ δική μας πορεία στὴ σημερινὴ πραγματικότητα, ἀνάμεσα στὰ ἔθνη ποὺ μᾶς περιστοιχίζουν καὶ μὲ τὰ ὁποῖα ἐρχόμαστε σὲ ἐπιμειξία, τὸ Πνεῦμα εἶναι αὐτὸ ποὺ ἔχει τὴν πρώτη θέση στὴ ζωή μας καὶ κατευθύνει τὴν ὅλη πολιτεία μας, τὶς δοσοληπτικές μας σχέσεις; Τὸ γεγονὸς εἶναι ὅτι στὴ σημερινὴ παγκοσμιοποιημένη κοινωνία τὸ ἐπικρατοῦν στοιχεῖο ἔπαψε πιὰ νὰ εἶναι τὸ Πνεῦμα, καὶ δυστυχῶς ἔγινε ἐκεῖνο ποὺ πολεμάει τὸ Πνεῦμα: ἡ ὕλη. Ὑλόφρονες οἱ σημερινοὶ πολίτες τοῦ δυτικοῦ λεγόμενου κόσμου. Παραδομένοι στὸν ἄκρατο εὐδαιμονισμό, στὴν ἀχαλίνωτη ἡδονοθηρία, στὸ κυνήγι τοῦ πλούτου, τῶν ἀνέσεων, τῶν ὑλικῶν ἀπολαύσεων καὶ σαρκικῶν ἡδονῶν. Τὸ κύριο ἐνδιαφέρον τοῦ κόσμου τὰ τελευταῖα χρόνια ἔχει στραφεῖ στοὺς οἰκονομικοὺς δεῖκτες· αὐτοὶ μονοπωλοῦν στὴ ζωή μας. Πράγμα ποὺ δείχνει ἀκριβῶς τὴν ἀλήθεια ἐτούτη: ὅτι ρυθμιστικὸς παράγοντας τοῦ ὅλου βίου μας ἔγινε τὸ χρῆμα, οἱ ὑλικὲς ἀπολαύσεις. Ἔτσι ὅμως, μὲ τέτοια πορεία, δὲν μπορεῖ νὰ συνεχίσει νὰ ζεῖ ἕνα ἔθνος· οὔτε, πολὺ περισσότερο, νὰ μεγαλουργεῖ. Ὅταν ἡ ὕλη ἐπικρατήσει τοῦ Πνεύματος, ἡ φθορὰ καὶ τελικὰ ὁ ἀφανισμὸς εἶναι ἡ ἀναπόδραστη κατάληξη τῆς πορείας αὐτῆς. Ὥρα λοιπὸν νὰ μαθητεύσουμε οἱ Νεοέλληνες στὸ ἦθος τῶν προγόνων μας. Αὐτῶν ποὺ ἔγραψαν τὸ θαῦμα τοῦ ᾿40. Ἄμεση ἐπιστροφὴ καὶ στερεὸ στήριγμα στὴν Ἑλληνορθόδοξη Παράδοσή μας. Αὐτὴ εἶναι ποὺ συνιστᾶ τὴν πεμπτουσία τοῦ εἶναι μας. Αὐτή, ποὺ ὅλη συνίσταται σὲ λίγες μόνο λέξεις: Νίκη τοῦ Πνεύματος ἐπὶ τῆς ὕλης.OΣΩTHΡ2207

27 Οκτωβρίου, 2021

ΤΟ ΕΠΟΣ ΤΟΥ 1940-41 ΣΥΣΤΑΤΙΚΟ ΤΗΣ ΑΘΑΝΑΣΙΑΣ ΤΗΣ ΦΥΛΗΣ ΜΑΣ.

Ἡ λιτὴ ἀπάντηση τοῦ τότε πρωθυπουργοῦ τῆς Ἑλλάδος Ἰωάννη Μεταξᾶ στὸν πρεσβευτὴ τῆς Ἰταλίας τὴν αὐγὴ τῆς 28ης Ὀκτωβρίου τοῦ 1940 σημείωσε ἀνεξίτηλα στὴν ἱστορία τῆς ὑδρογείου μιὰ ἱστορικὴ καμπή. Ἄλλαξε τὸ ἦθος τοῦ πολέμου τῶν πέντε ἠπείρων. Ἡ ἀπήχηση τοῦ ΟΧΙ δὲν συγκλόνισε μόνο τὸν εὐρωπαϊκὸ χῶρο. Συγκλόνισε τὴν Ἄπω Δύση καὶ τὴν Ἄπω Ἀνατολή. Στὶς Ἰνδίες ἔκριναν ὅτι «τὸ μέλλον τῶν Βαλκανίων ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν τύχη τῆς Ἑλλάδος». Στὴν Ἰαπωνία φάνηκε τόσο ἀπίστευτο τὸ γεγονός, ὥστε καταγγέλθηκε ὅτι «ἡ Ἑλ­λὰς ἐπετέθη κατὰ τῆς Ἰταλίας»! Ὡστόσο τὴν ἀκριβέστερη ἐκτίμηση τῆς ἱστορικῆς ἐκείνης στιγμῆς τὴν ἔκανε ἡ ἀμερικανικὴ ἐφημερίδα «Κρίστιαν Σάϊενς Μόνιτορ», ἡ ὁποία ἔγραψε: «Δύναται νὰ εἴπῃ κανεὶς χωρὶς δισταγμόν, ὅτι ἴσως ἐκεῖ ἐπάνω, εἰς τὰ βουνὰ τῆς Ἠπείρου, κρίνεται ἡ τύχη ὁλοκλήρου τοῦ πολέμου». Καὶ πράγματι αὐτὸ συνέβη! Τὸ ἔπος τοῦ 1940-41 τό ’γραψε ὁ Ἕλληνας στρατιώτης ποὺ σκαρφάλωσε σὲ ἀπάτητες κορφές. Ἐκεῖ ἐπάνω ἀνάμεσα οὐρανοῦ καὶ γῆς οἱ φαντάροι μας πρόταξαν τὰ στήθη τους, ἔγιναν δημιουργοὶ νέων Μαραθώνων δίνοντας στὸ δράμα τῆς ἀνθρωπότητος τὴν ἀποφασιστική του στροφὴ πρὸς μιὰ ὑπέροχη κάθαρση. Ἡ δόξα διάλεξε γι’ αὐτὸ τὸ ὑπέροχο ἱστορικὸ γεγονὸς τὰ πιὸ ἄγρια, τὰ πιὸ σκυθρωπὰ βουνὰ Σμόλικα καὶ Γράμμο, ποὺ τινάζουν τὶς φοβερὲς κορφές τους στὰ σύννεφα – 2.520 ἕως 2.636 μέτρων ὕψους – δυὸ βουνὰ μὲ βαθιὰ φαράγγια, σὰν τεράστιες σπαθιὲς Τιτάνων, μὲ κορυφογραμμὲς θαμμένες σὲ προαιώνια χιόνια, τυλιγμένες στὴν ὀμίχλη. Ἐκεῖ ἐπάνω ἔδειξε ἡ Νίκη σ’ ἕνα πρῶτο χαμόγελο τὴν ἐκτυφλωτικὴ ἀστραπὴ τῶν δοντιῶν της στὸν ἐπιδρομέα. Ἐκεῖ ἀντιλάλησε μετὰ ἀπὸ 25 αἰῶνες ὁ ἀρχαῖος παιάνας: «Ὦ παῖδες Ἑλλήνων, ἐλευθεροῦτε πατρίδα». Ἐλευθεροῦτε λαούς!... «Νῦν ὑπὲρ πάντων ἀγών». Σ’ ἐκεῖνα τὰ σχεδὸν ἀπάτητα βουνὰ ἔλαμψε ἡ ἀγάπη τοῦ Ἕλληνα πρὸς τὴν πατρίδα, τὸ κατεξοχὴν γνώρισμα τῆς Φυλῆς μας. Ἐκεῖ ὅλοι μαζὶ παραμερίσαμε τὶς διαφωνίες μας καὶ ὡς σκαπανεῖς καὶ θεμελιωτὲς τοῦ κλασικοῦ πολιτισμοῦ, ὡς ὑπερασπιστὲς τῆς ἁγίας Πίστεως τοῦ Χριστοῦ, ὅπως κατὰ τὴ Βυζαντινὴ περίοδο, ὡς ὑπερασπιστὲς τῆς ἐλευθερίας, πολεμήσαμε ὡς ἕνας ἄνθρωπος. Μὲ ἀπαράμιλλη γενναιότητα καὶ ὁμοψυχία, «μὲ τὸ χαμόγελο στὰ χείλη» ταπεινώσαμε μιὰ ὁλόκληρη κατάφρακτη αὐτοκρατορία. Καὶ κυρίως μὲ πίστη μοναδικὴ στὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ καὶ τὸ δίκαιο τοῦ ἀγώνα μας. Δὲν ἦταν τυχαῖο ὅτι, ὅπως ἔγραψε ὁ Ἄγγελος Τερζάκης, σ’ ὅλη τὴ γραμμὴ τοῦ μετώπου, «ἀπὸ τὴ γαλανὴ θάλασσα τοῦ Ἰονίου ἴσαμε ψηλὰ στὶς παγωμένες Πρέσπες, ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς ἔβλεπε τὶς νύχτες μιὰ γυναικεία μορφὴ νὰ προβαδίζει, ψηλόλιγνη, ἀλαφροπερπάτητη, μὲ τὴν καλύπτρα της ἀναριγμένη ἀπὸ κεφάλι στοὺς ὤμους. Τὴν ἀναγνώριζε, τὴν ἤξερε ἀπὸ πάντα, τοῦ τὴν εἴχανε τραγουδήσει σὰν ἤτανε μωρὸ κι ὀνειρευότανε στὴν κούνια». Ἦταν ἡ Παναγία, «ἡ μάνα ἡ μεγαλόψυχη στὸν πόνο καὶ στὴ δόξα, ἡ λαβωμένη τῆς Τήνου, ἡ ὑπέρμαχος Στρατηγός». Ἐκεῖ πάνω στ’ ἀπότομα βουνὰ ὁ στρατός μας ὁρμοῦσε στὴ μάχη μὲ κάτι τὸ δραματικὰ ἱερό, τὴ γαλανόλευκη μὲ τὸν Σταυρό. Ἐκεῖ ἡ σημαία μας φτεροκοποῦσε ἀνήσυχα στὸ βουνήσιο ἀγέρα καὶ οἱ φαντάροι μας μὲ τὸ σάλπισμα τῶν σαλπιγκτῶν ποὺ σήμαιναν τὸ ἐμβατήριο τῆς ὁρμῆς καὶ τῆς θυσίας χυμοῦσαν, κατρακυλοῦσαν στὶς βουνοπλαγιές, ἕνα κύμα ἀπὸ χακί, ἐνῶ οἱ Ἰταλοὶ ὑποχωροῦσαν κατατρομαγμένοι, ἀφήνοντας πίσω τους αἰχμαλώτους καὶ ἄφθονο πολεμικὸ ὑλικό... Ἦταν τόση ἡ ὁρμὴ τοῦ στρατοῦ μας, ποὺ φλογίζονταν ἀπὸ τὴν πίστη στὸ Θεὸ καὶ τὴν ἀγάπη στὴν Πατρίδα, ὥστε ἀψηφοῦσαν τὰ κρυοπαγήματα ποὺ τοὺς νέκρωναν τὰ ἄκρα. Αὐτὸν τὸν ὕπουλο θάνατο ποὺ δάγκωνε κι ἔκοβε κομμάτια ἀπὸ τὰ κορμιά. Ὡστόσο αὐτοὶ ὁρμοῦσαν κατὰ τοῦ ἐχθροῦ ξυπόλυτοι πάνω στὰ χιόνια, νομίζοντας ὅτι τοὺς φυλάει ἡ ἀρβύλα, ἡ ὁποία ὅμως ἦταν, χωρὶς νὰ τὸ ξέρουν, ξεπατωμένη ἀπὸ καιρό!... Ἔτσι ὑπερασπίσθηκαν οἱ φαντάροι μας τοῦ 1940-1941 τὴν Ἑλλάδα, τὴν τι­μή της, τὴν ἐλευθερία της. Ἀναχαίτισαν μόνοι αὐτοὶ μέσα στὸ μεγάλο κόσμο τὸν ἐχθρό, τὸν κυνήγησαν, τὸν ντρόπιασαν... Τὸ 1940-1941 θριάμβευσε ἡ πίστη τοῦ λαοῦ μας, ἡ ἑνότητα, ἡ τολμηρὴ αὐταπάρνηση, ἡ ἐκτυφλωτικὴ ἀνιδιοτέλεια. Ἡ Ἱστορία παρακολούθησε τὸ τόλμημα τοῦ μικροῦ μας λαοῦ, ποὺ κτύπησε καὶ ἀπέκρουσε ὀκτὼ ἑκατομμύρια διαβόητες λόγχες, μὲ κρατημένη τὴν ἀ­­­­­νάσα. Οἱ λαοὶ θαύμασαν τὴν πίστη μας, τὸ πάθος τῆς αὐτοθυσίας, τὴν περιφρόνηση τοῦ θανάτου, τὴν ὁρμὴ καὶ τὸν ἐνθουσιασμό μας κατὰ τῆς προσβολῆς τοῦ σωστοῦ καὶ τοῦ δικαίου. Καὶ πῆραν ν’ ἀνασαίνουν καὶ νὰ ἐλπίζουν. Τὴν 28η Ὀκτωβρίου τοῦ 1940, ἐκείνη τὴν ἔξαρση, τὴν αἴγλη, τὸ θαῦμα, ὅταν 12 κράτη εἶχαν παραδοθεῖ στὸν Ἄξονα χωρὶς ἢ μὲ μηδενικὴ ἀντίσταση, δὲν πρέπει νὰ τὴ λησμονήσουμε ποτέ, διότι ἀνήκει στοὺς κορυφαίους ἱστορικοὺς σταθμοὺς τοῦ Ἔθνους μας. Παράλληλα πρέπει νὰ διηγούμαστε τὸ ἔπος τοῦ 1940-1941 στὰ παιδιά μας καὶ ἐκεῖνα στὰ παιδιὰ τῶν παιδιῶν τους· ὅπως ἔκαναν οἱ Ἰσραηλίτες ποὺ ἱστοροῦσαν στὶς ἑπόμενες γενιὲς τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ στὸ ἔθνος τους. Ὅμως ἡ διήγησή μας δὲν πρέπει νὰ εἶναι ψυχρή, χωρὶς ψυχή, ἀλλὰ νὰ ἐκφράζει τὸν καημὸ τῆς Φυλῆς μας, τὸ πάθος μας γιὰ τὴν ἐλευθερία, τὴν ἄσβηστη ἀγάπη μας στὴν Ἑλλάδα, τὴν εὐγνωμοσύνη στὸ Θεὸ γιὰ τὰ θαύματά του στὸ Ἔθνος μας. Ἔτσι ὅπως ἱστοροῦμε τὸ μεγάλο 1821. Αὐτὸ πρέπει νὰ κάνουμε ἰδιαίτερα σήμερα, ποὺ κάποιοι προσπαθοῦν νὰ μᾶς κάνουν νὰ χάσουμε τὴν Πίστη μας, τὴν ἀγάπη μας στὴν Πατρίδα, τὰ ὑψηλὰ ἰδανικά μας, τὴν ταυτότητά μας. Σήμερα ποὺ κάποιοι ξαναγράφουν τὴν ἱστορία μας καὶ τὴν διαστρεβλώνουν. Πρέπει νὰ κρατήσουμε τὸ ἔπος τοῦ 1940 ὡς ἱερὴ παρακαταθήκη. Εἶναι ἀπὸ τὰ πιὸ πολύτιμα ποὺ πρέπει ν’ ἀφήσουμε ὡς κληρονομιὰ στὶς ἐπερχόμενες γενιές. Ἡ πίστη τοῦ 1940-1941 καὶ ἡ ἑνότητα τοῦ λαοῦ μας εἶναι συστατικὸ τῆς ἀθανασίας τῆς Φυλῆς μας, τῆς αἰωνιότητάς μας. ΟΣΩΤΗΡ2119

23 Μαΐου, 2020

Ξεφυλλίζοντας τό Ημερολόγιο Ενός Νεκροῦ Λοχαγοῦ

ΟΙ  ΤΟΥΡΚΟΙ  ΕΙΝΑΙ  ΧΕΙΡΟΤΕΡΟΙ ΤΩΝ ΙΤΑΛΩΝ ....
Διαβάζεις τίς τελευταῖες λέξεις πού πρόλαβε νά γράψει βιαστικά πάνω στό χαρτί:

«Αὐτή τή στιγμή μοῦ φωνάζουν ν’ ἀνεβῶ τά λίγα μέτρα πού μέ χωρίζουν ἀπ’ τήν κορυφή…».

Μά ἐκεῖ, σέ κεῖνα τά λίγα μέτρα, ἦρθε καί τόν βρῆκε ἡ σφαίρα κάπου κοντά στήν καρδιά. Τόν ἔθαψαν τό βράδυ κάτω στή χαράδρα. Ἔξω ἀπό τό φάκελο μέ τά φύλλα τοῦ ἡμερολογίου του εἶχε γράψει : «Ἄν σκοτωθῶ, ὁ φάκελος αὐτός νά σταλεῖ συστημένος στή διεύθυνση πού γράφω».

Μέσα στό φάκελο ὑπῆρχε καί σημείωμα γιά τόν παραλήπτη του : «Τά χειρόγραφά μου θά σοῦ σταλοῦν. Διάβασέ τα, κι ἄν τά βρεῖς ἄξια, δημοσίευσέ τα».

Κι ὁ παραλήπτης διάβασε μέ συγκίνηση τά λόγια τοῦ νεκροῦ του φίλου. Καί τό 1947 στό Ἡράκλειο τῆς Κρήτης δημοσίευσε τό ἡμερολόγιό του ἀνώνυμα, ὅπως ἐκεῖνος τοῦ τό εἶχε ζητήσει.

Διαβάζοντας ὁ σημερινός ἀναγνώστης τό ἡμερολόγιο τοῦ ἄγνωστου ἐκείνου λοχαγοῦ, κατανοεῖ λίγο καλύτερα τό θαῦμα τοῦ 1940 καί ἀνακαλύπτει τήν ποιότητα καί τόν πλοῦτο τῆς ψυχῆς ἐκείνων πού τό ἐργάστηκαν.

Βλέπει τόν ἐνθουσιασμό τοῦ λαοῦ μας στίς ὧρες τῆς ἐπιστράτευσης, καθώς ὁ λοχαγός γράφει:

«Ἔξω στήν πόλη τραγούδια, χαρές, φωνές,γλέντια. Ὅλοι πού ἔτρεχαν νά καταταγοῦν,ἤξεραν καλά πώς θ’ ἀντίκρυζαν ἕνα στρατό μεγάλο, ἰσχυρό καί μέ βάσεις πλούσιου ἀνεφοδιασμοῦ κοντινές. Κι ὅμως γελοῦσαν. Τραγουδοῦσαν…».

Ἡ ἐπιστράτευση ἔχει ἀρχίσει κι ἐκεῖνος μέ βῆμα γοργό περνᾶ τό κατώφλι τοῦ Ναοῦ τῆς Χρυσοσπηλιώτισσας κι ἀνάβει κερί μπρός στήν εἰκόνα τῆς Παναγιᾶς. Κι ἐκεῖ μέ μοναδική εὐαισθησία θυμᾶται τήν ἀγαπημένη του εἰκόνα τῆς Παναγιᾶς στό Μοναστήρι τῆς Κερᾶς στίς πλαγιές τῶν βουνῶν τῆς Δίκτης :«Τήν εἰκόνα αὐτή δέν θά τή λησμονήσω ποτέ μου, ὄχι μόνο γιατί μέσα μου εἶναι σάν εἰκόνα “μάννας”, ἀλλά καί γιά κάποια ἄλλη λεπτομέρεια. Τό παπουτσάκι τοῦ Χριστοῦ εἶναι βγαλμένο ἀπό τό πόδι του καί κρέμεται μ’ ἕνα κορδόνι. Ἡ ἀσήμαντη αὐτή λεπτομέρεια εἶναι πολύ ἀνθρώπινη, πού φέρνει πολύ κοντά μας τόν Χριστό. Ὁ Χριστούλης μέ τό πεσμένο παπουτσάκι μᾶς πλησιάζει τόσο, πού σέ καμία ἄλλη εἰκόνα δέν μποροῦμε νά Τόν βροῦμε τόσο ἀνθρωποποιημένο. Εἶναι δικός μας, καταδικός μας. Σ’ ὅλες τίς εἰκόνες, γενικά σ’ ὅλες, ὅσο κι ἄν μᾶς τόν παρουσιάζουν ἄνθρωπο, ἐμεῖς Τόν βλέπουμε τόν Θεό μας. Μά ἐδῶ εἶναι παιδί γλυκό σάν τά παιδιά μας».

Ὁ πόλεμος πλέον συνεχίζεται κι ὁ λοχαγός γίνεται θαυμαστής τῆς μοναδικῆς ὁμοψυχίας τῶν Ἑλλήνων. Βλέπει πώς ὁ καθένας ὑπηρετεῖ ἀπό τή θέση του τό θαῦμα. Μιλᾶ μέ ἐνθουσιασμό γιά τό χωρικό πού μέ ἕνα δοχεῖο βενζίνη ἔκαψε τή γέφυρα ἀπ’ ὅπου ὁ ἐχθρός ἤ θά ὑποχωροῦσε ἤ θά λάμβανε ἐνισχύσεις: «Ἔζησα νά τόν γνωρίσω. Τοῦ ̓σφιξα τό χέρι μέ ἐνθουσιασμό. Ἀθάνατη Ἑλλάδα ! Ὅλοι μιά ψυχή ! Ὅλοι ἕνας παλμός ! Ὅλοι μιά λαχτάρα ! Νά πού ἀληθεύει ἡ στροφή τοῦ Σολωμοῦ πού μές στόν Ὕμνο μας ἔβαλε τή σοφή συμβουλή !

“Πάντα ἡ νίκη ἄν ἑνωθῆτε
πάντα ἐσᾶς θ’ ἀκολουθεῖ”.

Ναί, μᾶς ἀκολουθεῖ ἡ νίκη, γιατί ὁ ἕνας μέ τό τουφέκι, ὁ ἄλλος στό φτερό τοῦ ἀεροπλάνου, ὁ ἄλλος στό κανόνι, ὁ ἄλλος μέ τό μουλάρι του, ὁ ἄλλος μέ τήν εἰσφορά του, ὁ ἄλλος μέ τή δωρεά τῶν ζεστῶν καλτσῶν, ὁ ἄλλος μέ τό θερμαντικό ποτό του, ὁ ἄλλος μέ τή νοσοκομειακή περίθαλψή του, ὁ ἄλλος μέ τήν ἀγρύπνια του στό βολάν τοῦ αὐτοκινήτου κι ὁ ἄλλος μέ τή βενζίνα καί τή φωτιά, κι ὅλοι μιά ψυχή, μιά λαχτάρα, τείνουμε σ’ ἕνα σκοπό ! Νά ἡ νίκη !».



Καί ἡ νίκη ἔρχεται γοργά. Οἱ Ἰταλοί ὑποχωροῦν μπρός στό ἑλληνικό θαῦμα. Μά προσπαθοῦν νά κρύψουν τήν ἀδυναμία τους διαδίδοντας ψευδεῖς εἰδήσεις, οἱ ὁποῖες ἀντιμετωπίζονται μέ θυμηδία ἀπό τό ἀντίπαλο στρατόπεδο καί κάνουν τό λοχαγό νά σημειώσει στό ἡμερολόγιό του : «Χθές διάβαζα πώς οἱ ἰταλικοί σταθμοί στίς ἐκπομπές τους ἀνακοινώνουν ὅτι : “τό στρατηγεῖο τῆς Ἀλβανίας συνεχίζει τήν τακτική τῆς ἐξαντλήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ”. Πῶς ἐννοεῖ τήν ἐξάντληση ἐγώ τουλάχιστον δέν μπορῶ νά τό καταλάβω. Μόνο κάποτε ἄκουσα τόν Καραγκιόζη νά λέει πώς ἄφηνε τό Βελῆ Γκέκα νά τόν δέρνει, ὥσπου νά ἱδρώσει, νά πουντιάσει καί νά πεθάνει».

Ἡ ἀγάπη γιά τήν πατρίδα κάνει κάποτε τό λοχαγό ποιητή καί σημειώνει στό χαρτί στίχους :

«Καλότυχοι οἱ θνητοί ὅπου μποροῦνε
τό ὅπλο νά κρατοῦν. Κι ὄντας ριχτοῦνε
στή μάχη καί τό θάνατο ζητοῦνε
νά τούς ζηλεύουν πρέπει
κι ὄχι νά θρηνοῦνε.

Σιμώνουν στό Θεό, λαμποκοπᾶνε,
καθώς γεμίζει ὁ πόθος τους τά στήθια ὀρθή
νά στήσουν τήν πεσμένη ἀλήθεια,
τῆς λευτεριᾶς, πού οἱ ἐχθροί πατᾶνε…»

Ξεφυλλίζοντας μέ συγκίνηση τό ἡμερολόγιο ἑνός ἄγνωστου ἥρωα, ἑνός ἀπό τούς πολλούς, καταλαβαίνεις λίγο καλύτερα πῶς ἔγινε κεῖνο τό μεγάλο θαῦμα. Πῶς γράφηκε τό ἀθάνατο ἔπος τοῦ 1940.

Πηγή : Τό ἡμερολόγιο ἑνός νεκροῦ λοχαγοῦ. Ἀπ ̓ τήν ἐποποιΐα τῆς Ἀλβανίας , ἐκδ. «Ἰω. Μουρέλλος», Ἡράκλειο Κρήτης 1947.

ἀπό τό περιοδικό «Ἡ Δράση μας»
τεῦχος Ὀκτωβρίου 2019

29 Ιανουαρίου, 2020

Και οι φασίστες του Μουσολίνι, κατάλαβαν τι εστί Βόζιγκραντ!!!

*Γράμμα από το μέτωπο. Παρέα, ο σκύλος του τάγματος...

Γράφει ο Παντελής Στεφ. Αθανασιάδης

                Το Βόζιγκραντ είναι μια τοποθεσία πολύ κοντά  στην Κορυτσά. Σήμερα είναι άγνωστο μέρος σε όλους μας σχεδόν, αφού βρίσκεται  εκτός Ελλάδος. Όμως εκεί, ξεδιπλώθηκε μια άγνωστη πτυχή του ελληνοϊταλικού  πολέμου του 1940, που δείχνει την αποφασιστικότητα των Ελλήνων να αντιμετωπίσουν  και να κατατροπώσουν το φασισμό του Μουσολίνι.
                Το  τέλος του 1940 βρήκε τους Ιταλούς να συναντούν σφοδρή αντίδραση των αμυνόμενων
Ελλήνων σε όλα τα μέτωπα. Εκεί στο Βόζιγκραντ, όταν λήγοντος του Δεκεμβρίου  1940 αντιλήφθηκαν ότι όχι μόνο η αμυντική στάση των Ελλήνων, αλλά και η προέλαση των ελληνικών δυνάμεων ήταν ακάθεκτη και τίποτα δεν θα μπορέσει να την  σταματήσει, δούλεψαν επί ένα δεκαήμερο, για να προετοιμάσουν ένα ρήγμα επί του  στενού ορεινού εδάφους, για να αποκόψουν το δρόμο από τους Καμινάδες και δια της
οροσειράς του Μοράβα προς την Κορυτσά.
                Επί  δέκα ημέρες, χρησιμοποίησαν ειδικά βαριά μηχανήματα, που λειτουργούσαν με
αεροσυμπιεστές και κατασκεύασαν μια θαλάμη κάτω από το δρόμο, μέσα στην οποία  τοποθέτησαν επτά τόνους δυναμίτιδας!!!
                Έτσι, μόλις τα στρατεύματά μας άρχισαν να προελαύνουν με ορμή, έβαλαν πυρ…. Έγινε  κόλαση.
                Η  έκρηξη επτά τόνων δυναμίτιδας θύμιζε έκρηξη ηφαιστείου. Εκτινάχθηκαν στον αέρα  βράχοι μεγέθους έως και τεσσάρων και πλέον κυβικών μέτρων. Έτσι οι Ιταλοί απέκοψαν
τη δύσβατο ορεινή οδό. Πίστευαν μάλιστα ότι πράγματι απέκοψαν το δρόμο, αλλά…

                               *Η Κορυτσά 
                Λογάριαζαν  χωρίς το… Μηχανικό του ελληνικού στρατού!!!
                Για τις  ελληνικές δυνάμεις υπήρχε απόλυτη ανάγκη να περάσει το πεδινό Πυροβολικό, για  να υποστηρίξει με τα πυρά του τον προελαύνοντα στρατό.
                Με τα  εργαλεία που εγκατέλειψαν φεύγοντας οι πανικόβλητοι Ιταλοί, οι άνδρες του
Μηχανικού, άρχισαν να δουλεύουν εντατικά για να γεμίσουν το μεγάλο ρήγμα, που  άνοιξε η φοβερή έκρηξη. Και τα κατάφεραν, παρά το γεγονός ότι η περιοχή  βομβαρδίζονταν από τις επίγειες εχθρικές δυνάμεις, αλλά και από την ιταλική  αεροπορία.
                Το  ελληνικό Πυροβολικό μπόρεσε και πέρασε από το ρήγμα, που κάλυψε με επιτυχία το
Μηχανικό,  και συνέχισε με τις επιτυχείς  βολές του την καταστροφή των Ιταλών εισβολέων.
                Εκτός  όμως από την αποκατάσταση του ανατιναγμένου δρόμου τα φανταράκια μας βρήκαν εκεί  μεγάλες ποσότητες εγκαταλελειμμένου πολεμικού υλικού. Ήταν βέβαιο, πώς οι  Ιταλοί ήθελαν να χρησιμοποιήσουν την ευρύτερη περιοχή της Κορυτσάς ως κέντρο  εφοδιασμού και ως βάση εξόρμησης σε επιχειρήσεις που σχεδίαζαν. Αλλά δεν τους  βγήκε…
Εκτός του πολεμικού υλικού εντύπωση  είχαν προκαλέσει οι μεγάλες ποσότητες αλεύρων, ζάχαρης, κρασιού και καφέ, που  παραδόθηκαν στην ελληνική Επιμελητεία.
Οι στρατιώτες γλέντησαν εκείνη  την επιτυχία τους, πίνοντας ιταλικό κρασί «Κιάντι» υψώνοντας το κύπελλο τους  και λέγοντας «Στην κηδεία του Ντούτσε» αντί «Στην υγεία του Ντούτσε»!!!
Την επιτυχία του Μηχανικού στο  Βόζιγκραντ ήρθε να συμπληρώσει άλλη μια επιτυχία. Η ζεύξη της γέφυρας της  Βίγλιστας, που την άρχισαν οι Ιταλοί αλλά κυνηγημένοι από τον Ελληνικό στρατό,την άφησαν ημιτελή. Ολοκλήρωσε τη ζεύξη το δικό μας Μηχανικό. Η γέφυρα αυτή
επέτρεπε τη διέλευση των τανκς και άλλα βαρέων οχημάτων. Έτσι άνοιγε ο δρόμος για τη απηνή καταδίωξη των φασιστικών στρατευμάτων του Μουσολίνι. Η Βίγλιστα (απέναντι από την Κρυσταλλοπηγή της Καστοριάς) βρίσκεται ανατολικά από την οροσειρά του Μοράβα
σε οροπέδιο, το οποίο διασχίζεται από τα άνω τμήματα του ποταμού Δεβόλη. Από την Βίγλιστα περνάει η σημαντική οδός, η οποία συνδέει την Κορυτσά με τη  Φλώρινα στην Ελλάδα. 

 Κάλαντα με σύλληψη αιχμαλώτων

Στις 31 Δεκεμβρίου 1940, παντού στις πόλεις και τα χωριά, τα παιδιά έλεγαν τα πρωτοχρονιάτικα κάλαντα. Στο μέτωπο όμως  οι στρατιώτες και οι αξιωματικοί έκαναν το καθήκον τους χωρίς σταματημό.

Η τελευταία ημέρα του 1940  έκλεισε- σύμφωνα με εκπομπή του ραδιοφωνικού σταθμού Αθηνών- με νίκες του  στρατού μας, ο οποίος απώθησε από τα βορειοανατολικά υψώματα της Κλεισούρας
τους Ιταλούς. Εκεί συνελήφθηκαν πλέον των 500 αιχμαλώτων Ιταλών, στρατιωτών και  αξιωματικών. Όλοι αυτοί ανήκαν σε νεοαφιχθείσες ιταλικές ενισχύσεις. Από  λάφυρα, πήραμε σημαντικό αριθμό όλμων, 12 πυροβόλα, 15 πολυβόλα και παντοειδές  υλικό, που εγκατέλειψαν οι Ιταλοί.

Ειδικά ο εκτοπισμός των Ιταλών  από την στενωπό της Κλεισούρας, υπήρξε δύσκολο και επίπονο εγχείρημα, λόγω των  σημαντικών οχυρώσεων που είχαν κάνει οι Ιταλοί, αλλά και των δυσμενών καιρικών  συνθηκών, που επικρατούσαν. Συγκεκριμένα υπήρχαν χαρακώματα βάθους 2 μέτρων, καθώς και «αμπριά». Σε αρκετό μήκος των χαρακωμάτων υπήρχαν πυροβολεία,καλυμμένα με μπετόν αρμέ και φωλιές πολυβόλων. Τα τεχνικά αυτά έργα
προστατεύονταν και με διπλή σειρά συρματοπλεγμάτων.

Επίσης στην περιοχή του Δρίνου αιχμαλωτίσθηκε
ένα νεοαφιχθέν από την Ιταλία τάγμα, με 700 άνδρες, το διοικητή και το  επιτελείο του.

Οι Έλληνες το 1940 ήταν  αποφασισμένοι και το έδειξαν.

Παντελής Στεφ. Αθανασιάδης

ΠΗΓΕΣ

*Αρχείο εφημερίδων ΦΩΣ  Θεσσαλονίκης, ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ και ΠΡΩΪΑ Αθηνών, Ιανουαρίου 1941