Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα προσευχη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα προσευχη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

05 Αυγούστου, 2026

ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΚΑΙ ΠΡΟΣΟΧΗ

 

     Τα τελευταία χρόνια, θέλοντας και μη, έχω γνωρίσει έναν πραγματικά ζοφερό και τοξικότατο άνθρωπο, ο οποίος, μοιάζει καταπληκτικά, «ψυχοδιδυμικά» θα έλεγα, με την προσωπικότητα αυτής που πήγε κι έριξε το βιτριόλι(1). Έτσι. Για τη χαρά της καταστροφής, για την ικανοποίηση του φθόνου. Όλος ο άδης μέσα μας κι εμείς δεν το καταλαβαίνουμε. Δεν θέλουμε να το καταλάβουμε, γιατί αν το καταλάβουμε ποτέ –πράγμα σχεδόν αδύνατον–, τότε θα πρέπει να σηκώσουμε μανίκια και να κάνουμε δουλειά στον αγρό της ψυχής μας. Οι «ελευθέρας βοσκής» εμμονικοί τύποι, είναι οι πιο επικίνδυνοι. Βρίσκονται παντού τριγύρω μας και πολλές φορές φορούν τη μάσκα του θρησκευτικού ανθρώπου, αυτού που πιστεύει, αυτού που είναι «ηθικός», αυτού που πάει στο κατηχητικό, αυτού που έχει πνευματικό, αυτού που κάνει και «δωρεές» πού και πού, για να του είναι υποχρεωμένος και δεσμευμένος και στο τέλος για να του χαριστεί ο ιερεύς. Μη σου τύχει. Όζει ψυχική αρρώστια από παντού και πνευματικό χάος. Η δυσαρμονία που έχουν αυτοί οι άνθρωποι θα έλεγα πως καθρεφτίζει για τα καλά την άσχημη παιδαγωγία που λάβανε από τα γεννοφάσκια τους· η θλιβερή τοξικότητά τους φανερώνει εκρηκτικά τα κενά, τα τραύματα και τις συγχύσεις που κουβαλούνε παιδιόθεν σιωπηλά, ίσως και το στρεβλό ιστορικό του αχαρίτωτου dna τους. Μη πάμε σε ατέρμονες θεωρίες, πάμε στο δια ταύτα: Προσευχή και Προσοχή χρειάζεται. Από όλους μας. Κληρικούς και λαϊκούς. Άνδρες και γυναίκες. Νέους, γέρους και παιδιά ακόμη. Γιατί; Γιατί οι λογισμοί, οι εμμονές και οι ανυπόστατες ιδέες μάς πολιορκούν ανά πάσα ώρα και στιγμή, φυτεύοντας στανικά μέσα στην καρδιά μας τις αντίστοιχες με τα παραπάνω ψευδεπίγραφες διαθέσεις. Όταν ζούμε και προσκυνούμε το ψέμα των παθών γευόμαστε εσωτερικά την κόλαση που αυτά συνιστούν. Οι αφιλτράριστες διαθέσεις καλλιεργούν φρούδα και ατακτοποίητα συναισθήματα. Η αρχή του παραλόγου μέσα μας. Και τα ειδωλικά τούτα συναισθήματα στο ζενίθ της ασυγκράτητης οργής τους σε χρόνο ντε-ντε μετατρέπονται σε πράξεις αναίτιου αφανισμού. Καλά λέει ο Ψαλμωδός: «Κτηνώδης» γίνεται στην κυριολεξία ο άνθρωπος αν λίγο απομακρυνθεί από την πράξη και το πνεύμα των θείων Εντολών. Αν λείψει η Ευχή από την καρδιά, αν παραγκωνιστεί για λίγο το ψυχοσωτήριο Όνομα του Χριστού, που ισορροπεί και ειρηνεύει τη λογισμο-κυβέρνητη φύση μας και φέρνει σταδιακά την καταλλαγή και τον αγιασμό της Χάριτος στα ταραχώδη μας έγκατα, αν εμείς φύγουμε από τη συνειδητή και όχι επιφανειακή μυστηριακή ζωή, αν αδιαφορήσουμε για τη «φυλακή του νοός» («φυλάω [και δεν πιστεύω] τον νου μου!»: να η ουσία της νηπτικότητας, δηλαδή της εργασίας της εν Χριστώ θεραπείας μου) με τη βοήθεια της χάριτος και του πνευματικού, κανείς μας δεν γνωρίζει πόσο εύκολο και πόσο στιγμιαίο είναι να περάσουμε τη λεπτή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στη λογική και στην παράνοια, ανάμεσα στη γαλήνη της καρδιάς και στον όλεθρο των παθών. Όσο βοάτε το Όνομα του Χριστού, τόσο θα μαστιγώνετε με τη θεία δύναμη τους δαίμονες που φέρνουν –με την άδειά μας πάντα– τον σκοτασμό των οικείων παθών μέσα μας. Όσο βοάτε με λαχτάρα και όχι με ξηρότητα ή τυπικότητα τον Χριστό, τόσο η ψυχική και πνευματική υγεία θα ελκύεται αισθαντικά προς το ταμείο της καρδιάς. Μας λείπει ο καρδιοστάλακτος τρόπος της Προσευχής. Κι αυτό είναι ένα θέμα για όλους. Μια πονεμένη ιστορία. Ο Χριστός δεν θέλει τον τύπο, την τυπολατρεία, ειδικά εκείνο τον τύπο που εξυπηρετεί τα πάθη ή την υποκρισία μας. Ο Χριστός συγκινείται με την καρδιά, γιατί αυτήν μονάχα διεκδικεί από εμάς. Και η καρδιά, αν λίγο συγκινηθεί διά του Χριστού, τότε μαθαίνει και να προσεύχεται και να προσέχει στο επίγειο διάβα της. Προσευχή και Προσοχή, λοιπόν.

π. Δαμιανός

(1)Έφη Κ., η οποία έριξε βιτριόλι στην 34χρονη τότε Ιωάννα Π. στις 20 Μαΐου 2020 στην Καλλιθέα.

26 Ιουνίου, 2026

Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΗΣ ΓΙΑΓΙΑΣ ΜΟΥ

 


     Όταν ήμουν πολύ μικρός, θυμάμαι ακόμη τη γαλήνια ώρα και τα πραότατα λόγια της προσευχής της γιαγιάς μου, της Αικατερίνης (Θεός σχωρέστην!). Καθόταν απέναντι στο γωνιακό εικονοστάσι του δωματίου της. Το μόνο φως που έκαιγε και φώτιζε με μια αλησμόνητη ιλαρότητα ήταν το φως του καντηλιού. Καθόμουν δίπλα της και κράταγα την ανάσα μου για να ακούσω τα λόγια της προσευχής της. Μετά, μπορεί σαν παιδί να μ’ έπαιρνε γρήγορα ο ύπνος, αλλά τα λόγια της προσευχής της γιαγιάς μου γινόταν το προσκεφάλι της ψυχής μου. Η προσευχή της ήταν μια πανοραμική θέα στον πόνο του κόσμου, μια σπλαχνική γύρα στα προβλήματα των συνανθρώπων. Παρακαλούσε τον Χριστό και την Παναγία να στείλει τη χάρη τους και τη δύναμή τους στα ορφανά, στις μανάδες, στους ανήμπορους, στους άρρωστους και στους τόσους και τόσους αναγκεμένους. Κάθε βράδυ η ίδια Προσευχή, η ίδια κατάσταση, το ίδιο ξεχείλισμα της καρδιάς. Κάθε λέξη και μια παραδείσια αφύπνιση και ταυτόχρονα μια ενθεωτική προοπτική. Άφηνε τον πόνο της και τον πόνο του κόσμου στη θεία Αγάπη, στα χέρια του Χριστού, στην ποδιά της Παναγίας, για να τακτοποιήσουν τις δυσκολίες που ζούσαν οι συνάνθρωποι, όπως εκείνοι μόνο ξέρουν. Νομίζω ότι αυτή την ώρα λέω και γράφω περιττά λόγια μπροστά σε εκείνη την ιερή μέθεξη που ένιωθε η παιδική μου ψυχή κατά την ώρα της προσευχής της γιαγιάς μου. «Πω! Πω! Υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι με τέτοιο πόνο;», αναρωτιόμουν μέσα μου. Δεν ήξερα. Αλλά έμαθα. Πώς έμαθα; Μέσω της Προσευχής. Ήταν σαν να τους έβλεπα και σαν να ζούσα το ανθρώπινο δράμα τους. Όχι καταθλιπτικά, όχι ορθολογιστικά, όχι ψυχαναγκαστικά, αλλά πνευματικά, προσευχητικά, αγνά και καρδιακά. Γράφω πολύ λίγα για όσα έζησα τότε, πέντε χρονώ παιδί. Μετά, στα χρόνια που πέρασαν, γνώρισα από τον Βίο του Αγίου Νεκταρίου, το πόσο είχε συγκινηθεί και αλλοιωθεί η παιδική του αγία ψυχή από την προσευχή της γιαγιάς του (μάμμης). Βρήκα την απόλυτη συνταύτιση στο συγκεκριμένο βίωμα, κι ας απέχω από κάθε έννοια αγιότητας έναντί του. Τα χρόνια περάσανε, τα χρόνια περνάνε, και το μόνο που καταλαβαίνω τώρα είναι ότι εκείνη η απλή και θερμή προσευχή της αγράμματης, απλοϊκής και καρτερικής γιαγιάς μου, αυτή ήταν που με κράτησε σε κάθε δυσκολία, δυσχέρεια και πειρασμό. «Η Προσευχή δεν είναι μια ενέργεια που έρχεται για να φύγει», τόνιζε ιδιαίτερα ο Άγιος Πορφύριος. Πόσο δίκιο. Κι εμείς καθόμαστε ν’ απορούμε γιατί άραγε δεν μας πάνε καλά τα πράγματα, γιατί δεν μας πάνε όλα δεξιά, όμορφα και κατ’ ευχήν, εφόσον, εδώ και πόσα χρόνια τώρα, από τα νεοελληνικά σπιτικά έχει δραπετέψει η Προσευχή! Γινόμαστε ταυτόχρονα οι κατήγοροι και οι εκτελεστές του εαυτού μας με την τόση απιστία, αθεΐα, έπαρση, τυφλότητα και την πνευματική ξηρασία και παγωμάρα. Η Προσευχή της μάνας μας, των γονέων μας, των γιαγιάδων μας, των πνευματικών μας αδελφών, ενός ανθρώπου που ούτε καν γνωρίζουμε, μας ακολουθούν πιστά στην ενήλικη ζωή, η οποία δεν είναι τίποτε άλλο από μία συνεχής κοσμική και βίαιη ροπή προς κάθε αμαρτία, πονηρία και πτώση. Τώρα σ’ αυτές τις χαλεπές μέρες, από τις οποίες λείπει η Προσευχή από την καρδιά και τη ζωή μας, πώς θα τα βγάλουμε πέρα; Σπιτικό που ζει μέσα στη θαλπωρή και την αίγλη της Προσευχής, της Ορθόδοξης Προσευχής, όχι της κοσμικής, όχι της βουδιστικής, όχι της προτεσταντικής, όχι της τυπικής και επιφανειακής «προσευχής», αυτό το σπιτικό βάζει καλά και ακλόνητα θεμέλια στις ψυχές των ενοικούντων και μάλιστα των παιδιών, των νέων βλασταριών. Το θεμέλιό μας, η Προσευχή. Η σκέπη μας, η Προσευχή. Το ύψος, το πλάτος και το βάθος μας, η Προσευχή. Η κραταίωσή μας, η ασπίδα μας, η προστασία μας, ο αγώνας και η νίκη μας, η Προσευχή. Μπορούμε να το καταλάβουμε αυτό; Πριν είναι αργά, όμως. Τα παιδιά που έρχονται στον κόσμο, πρέπει να αισθάνονται από εμάς ότι δεν είμαστε σκεύη κοσμικότητας, σαρκικότητας, αθεΐας, αλλοφροσύνης, ανισορροπίας, συγχύσεων και πλανών, αλλά αληθινά σκεύη και καρδιακοί φορείς της Προσευχής. Όλη αυτή η από μέρους μας πνευματική ετοιμότητα προς το μυστικό κάλεσμα του Θεού μετά πάει και αφομοιώνεται στο υπαρξιακό τους DNA και γίνεται κατά το διάβα της ζωής τους μυστική αναφορά, σωτηρία προ της σωτηρίας. Μη ξεχνάτε ότι όλοι μας εξερχόμαστε μέσα από τις νηπιακές μας καταστάσεις και επιστρέφουμε προς τα παιδικά μας βιώματα. Λίγο-πολύ ανακυκλώνουμε στη ζωή μας όσα καλά ή κακά λάβαμε από τη ζωή των γονέων μας. Ο δικός μας προσωπικός εμπλουτισμός δεν είναι παρά ελάχιστος. Και αν, ήδη από τα χρόνια της πρώτης αθώας ζήσης μας, λείπει ο Χριστός και η Θεία Χάρη Του, καταλαβαίνετε, αν καταλαβαίνετε, ποιες μπορεί να είναι οι μετέπειτα συνέπειες στην εξέλιξη και ανάπτυξή μας. Αφεθείτε στη Χάρη του Θεού και αφήστε την Προσευχή της Καρδιάς και της Εκκλησίας να εμπνεύσει, να καλλύνει και να μεταρσιώσει τον βίο σας, τα σπιτικά σας και τα παιδάκια σας. Θα έχετε τέτοια Παραδείσια προστασία και δύναμη, που θα τη βλέπει πικραμένος ο αόρατος εχθρός και θα φεύγει αλάργα από εσάς. Προσευχή και Μυστήρια της Εκκλησίας μάς χρειάζονται· γιατί αυτά μας πρέπουν, γιατί αυτά μας αξίζουν.

π.Δαμιανός
Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση των αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.
https://toeilhtarion.blogspot.com/2020/08/blog-post_20.html

04 Ιουνίου, 2026

«ΚΑΙ ΝΑ ΠΟΥ ΑΥΤΟΣ ΜΕ ΠΡΟΣΕΞΕ!»

 

     Η προσευχή μας είθε να γίνει ένα γλυκό σήμαντρο για τη μάζωξη του κατακερματισμένου μας νου. Τα πράγματα του κόσμου ολοένα και πιο πολύ σκορπούν και συγχέουν την καρδιά μας. Με τη σύγχυση έρχεται η αποδυνάμωση. Και με την αποδυνάμωση ο σβησμός μας. Το παν είναι να αισθανόμαστε την Προσευχή σαν την πιο ζωογόνα και ζωντανή σχέση μας με τον Θεό. Αυτόν που αγαπάς δεν θέλεις όλο να του μιλάς; Να του μιλάς δίχως να βαριέσαι, δίχως να κοιτάς το ρολόι σου, δίχως να σε νοιάζει η κούραση του σώματος· να του μιλάς με οικειότητα, με εμπιστοσύνη, με ελευθερία, με καρδιακή ευτολμία, μακριά από φόρμες συμπεριφοράς και ηθικιστικές συνταγές. Πόσο Τον πικραίνουμε και πόσο Τον δυσαρεστούμε, όταν Του στέλνουμε λόγια άνευρα, άτονα, ψυχρά, τυπικά, μηχανικά, δίχως τη συμμετοχή της καρδιάς και του πνεύματός μας. Ο εαυτός μας νεκροποιείται όταν δεν ζωντανεύει με την καρδιακή Προσευχή. Κι αν η Προσευχή νοηθεί σαν αγγαρεία ή ακόμη και σαν ένα «θρησκευτικό καθήκον», τότε προβλέπεται ολοένα πιο πολύ να την αρνούμαστε παρά να την αποδεχόμαστε στην πράξη. Ο πνευματικός θάνατος κοιτάζει πώς να κυριεύει με κάθε τρόπο τη ψυχή μας. Ο αιώνιος εχθρός μας κάνει τα πάντα να μην αγαπήσουμε την Προσευχή, την καρδιακή Προσευχή, και Αυτόν προς τον Οποίον είναι να προσευχηθούμε. Ενώ η εν Χριστώ ανάσταση τού είναι μας, είναι τόσο πολύ πλάι μας! Μπορεί η καρδιά να αγκαλιάσει την Προσευχή αλλά η Προσευχή να κυριεύσει λίγο-λίγο την καρδιά; Η Προσευχή που γίνεται με συναίσθηση καρδιάς είναι άλλο πράγμα. Ανοίγουν διάπλατα οι ουρανοί· κι εμείς, σαν τα γυφτάκια από τις αλάνες του κόσμου, ακούμε στο περίπου το θείο και στοργικό κέλευσμα: «Πέρασε! Η Αγάπη σε καλεί, γιατί με αγάπη μίλησες, γιατί με αγάπη αισθάνθηκες αυτό (η Προσευχή) που είναι εξ αιώνος πράξη και ενέργεια θείας Αγάπης!». Μια Προσευχή που την αισθάνεται η καρδιά είναι η πιο αποτελεσματική θεραπεία για την κατάθλιψη και τη μοναξιά που μας δέρνει και μας κατατρύχει αλύπητα σήμερα. Να κερδίσουμε το Ους τού ευήκοου Θεού μέσα στο ταμείο της καρδιάς μας. «Φώναξα με φωνή προς τον Θεό και να, που Αυτός με πρόσεξε!», λέει ένας Ψαλμός (ΟΣΤ΄/76ος). Κατάσταση προσευχητικής αριστείας εν Πνεύματι Αγίω. 

Πώς θα κάνουμε τον Θεό να προσέξει την πονεμένη και σπαρακτική φωνή της κουρασμένης μας καρδιάς; 

Με την προσοχή και τη συναίσθηση όλου του εαυτού μας κατά την ώρα της Προσευχής. Στα λόγια της Προσευχής, που είναι λόγια της Εκκλησίας, κρύβεται πάντα το Άγιο Πνεύμα, ο Παράκλητός μας, Αυτός που μας παρηγορεί και μας ενισχύει, Αυτός που «εντυχάνει υπέρ ημών». Πολύ δυνατό. Το ανέλυσε πολύ αυτό και πολλές φορές ο Άγιος Πορφύριος, ο Άγιος Παΐσιος και άλλοι Πατέρες. 

Τα λόγια της Προσευχής κερδίζουν την προσοχή και τη συναίσθησή μας; Εδώ είναι το θέμα, εδώ και το κλειδί. Η Προσευχή είναι μια πυρπόληση και ταυτόχρονα μια δροσοβόλα βροχή. Μη κοιτάτε τους γιόγκιδες που πάνε να κάνουν στο περίπου το ίδιο. Αυτοί επικαλούνται δαιμονιωδώς, αχριστοκεντρικώς, αδογματικώς, μη αποκαλυπτικώς και εγωπαθώς. Το ίδιο ισχύει και για την προτεσταντική μερίδα ή όποια άλλη αίρεση ή σέκτα. Εμείς, σαν βαπτισμένοι ορθόδοξοι, επικαλούμαστε εν αληθεία και αγάπη τον Θεό της καρδιάς μας. Η αγνή και ανένοχη θέα των αμαρτημάτων μας φέρνει μια πολύτιμη κατάσταση εσωτερικής συντριβής, αλλά η θεία Αγάπη δεν μας αφήνει εκεί, δεν μας εγκαταλείπει στο πενθηρό μαράζωμα. Μας μεταρσιώνει προς τον Εαυτό Της, όπου όλα τα δωρήματα: η χαρά, η ειρήνη, ο φωτισμός, η διάκριση, η αποκατάσταση, ο θείος έρωτας. «Κύριε Ελέησον!» λέμε, και έρχεται προς εμάς το θείο έλεος. «Ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ!» αναφωνούμε, και καταφθάνει ο εξ ύψους ιλασμός. «Κύριε, συγχώρησόν μοι!» κράζουμε με ιερή απελπισία, και η θεία άφεση καταλαμβάνει το είναι μας. «Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι!» κραυγάζουμε με θεία έξαρση, και όλη η ύπαρξή μας γίνεται ενδιαίτημα δοξολογίας και χαράς. Η Προσευχή που γίνεται με συναίσθηση, με μέθεξη και με προσοχή, φανερώνει και το κατά πόσο ζούμε τον Θεό ως πρόσωπο και ως σχέση, ως ζωή της ζωής μας, ως πασχάλιο πέρασμα της ψυχής μας από την οδύνη του φθαρτού κόσμου στην άληκτη χαρά του γλυκού και άφθαρτου Παραδείσου.


π. Δαμιανός







Επιτρέπεται

η αναδημοσίευση

των αναρτήσεων

από το

«Ειλητάριον»,

αρκεί

να αναφέρεται

απαραίτητα

ως πηγή προέλευσης.

https://toeilhtarion.blogspot.com/2020/09/blog-post_24.html

01 Μαΐου, 2026

«ΚΥΡΙΕ, ΜΗ Μ’ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΠΕΙΣ!»

 

     Ένα χειμωνιάτικο πρωινό, ο περίφημος ρουμάνος ασκητής, Κλεόπας Ιλίε, βρισκόταν στο ιερό ενός μοναστηριακού ναού και διάβαζε γονατιστός την ακολουθία της θείας Μεταλήψεως. Μετά από λίγη ώρα, μπήκε στην εκκλησία για να προσευχηθεί μια γυναίκα που είχε έρθει στο μοναστήρι από το βράδυ…

     «Προσκυνούσε όλες τις εικόνες και έκανε παντού μετάνοιες», διηγείται ο π.Κλεόπας. «Δεν γνώριζε ότι κάποιος ήταν μέσα στην εκκλησία. Την παρατηρούσα συνεχώς από την Ωραία Πύλη. Εκείνη, αφού προσκύνησε τις εικόνες, γονάτισε στο μέσον της εκκλησίας, ύψωσε τα χέρια της και έλεγε μέσ’ από την καρδιά της αυτά τα λόγια:

     —Κύριε, μη μ’ εγκαταλείπεις!... Κύριε, μη μ’ εγκαταλείπεις!...

     »Είδα τότε ένα λαμπρό κίτρινο φως γύρω της και τρόμαξα! Η γυναίκα έπεσε με το πρόσωπο στη γη και προσευχόταν σιωπηλά. Η φωτεινή νεφέλη που την περιέλουσε, μεγάλωσε περισσότερο και μετά σιγά-σιγά εξαφανίστηκε. Αφού έσβησε το θείο φως, σηκώθηκε στα πόδια της και βγήκε έξω από την εκκλησία. Ήταν μια απλή γυναίκα από τα γειτονικά χωριά μας.«

     »Ιδού λοιπόν, ποιος έχει το δώρο της Προσευχής! Να, που οι λαϊκοί ξεπερνούν καμιά φορά εμάς τους μοναχούς! Εγώ έκανα μετά Προσκομιδή και, από τη μεγάλη μου συγκίνηση, άρχισα να κλαίω και έτρεμα με τα χαρτιά της μνημονεύσεως στο χέρι. Μόνον ο Θεός γνωρίζει, τελικά, ποιοι και πόσοι είναι οι εκλεκτοί Του σ’ αυτόν τον κόσμο!...».

 «Χαρίσματα και Χαρισματούχοι»Τόμος Γ΄, Μέρος Ι΄,Κεφ. 17ο, §7, σελ. 217–218.Έκδοση:Ιεράς Μονής Παρακλήτου·Ωρωπός Αττικής, 19977.

https://toeilhtarion.blogspot.com/2021/03/blog-post.html

28 Απριλίου, 2026

Δώστε ιλαρό και ειρηνικό φως στον τόπο της παροικίας σας με την Προσευχή.

 

     Πλάκωσαν τώρα οι αρρώστιες, οι αναπηρίες, οι ανημποριές, οι πανδημίες, κι εμείς αρνούμαστε ακόμη εγωιστικά  να δούμε καθαρά και αθόλωτα το καθάρσιο επιτίμιο του Θεού προς τη χώρα μας, προς την κοινωνία μας και προς όλον τον κόσμο. Ο Θεός ευδοκεί, ο Θεός θέλει, αλλά ο Θεός και παραχωρεί. Αυτό που γίνεται τώρα είναι κατά παραχώρηση του Θεού. Αυτό που ζούμε δεν είναι άλλο παρά η αφυπνιστική παιδαγωγία του Θεού για τη μετάνοια, την ανάνηψη και την επιστροφή όλων. Δεν θα μας σώσουν, ούτε θα μας χαριτώσουν οι αντιχριστολογίες, οι εσχατολογίες, οι συνωμοσιολογίες, οι μελλοντολογίες, οι εμβολιομαχίες ή και οι εμβολιοφιλίες ακόμη.

     «Πολλοί αντίχριστοι υπάρχουν τώρα στον κόσμο», έλεγε προειδοποιητικά ο «Υιός της βροντής» (Α΄ Ιωάν. 2, 18). Και να θυμόμαστε και αυτό: άλλο ο κοσμοκράτωρ του κόσμου τούτου, που είναι ο διάβολος, και άλλο ο Παντοκράτωρ που είναι πάντα μόνο ο Κύριος. Όσο μετανοούμε και μας συνεπαίρνει η Προσευχή, τόσο εισερχόμαστε στον τρόπο, τη φύλαξη, την κυριότητα και την παντοκρατορία του Χριστού.

     «Κατακρύψεις αὐτοὺς ἐν ἀποκρύφῳ τοῦ Προσώπου Σου», λέει με μία ευγλωττία μυστηρίου ο Ψαλμός (Ψαλμ. 30, 21). «Θα κρύψεις και θα ασφαλίσεις όλους αυτούς που ελπίζουν σε Σένα στο απόκρυφο καταφύγιο του Προσώπου και της Παρουσίας Σου, για να προφυλαχτούν από την ταραχή των προσβολών και της κακολογίας των ανθρώπων· θα τους σκεπάσεις μέσα στη σκηνή της θείας Σου φροντίδας από τις φιλονικίες και τις συκοφαντίες των φαρμακερών γλωσσών», μας προειδοποιεί καθησυχαστικά το ψαλμικό κείμενο. Κι αν δεν συμβαίνει όλο αυτό στις μέρες μας! Η κοσμοκρατορία του διαβόλου είναι περιορισμένη και είναι «παν-αδύναμη».

     Το όλο θέμα είναι οι καρδιές μας να γίνουν ευώδη ταμεία Προσευχής και τα σπίτια μας κατοικητήρια Πνεύματος. Αυτό φαίνεται κομμάτι δύσκολο, γιατί ενώ δεν είναι φανταστικό και θεωρητικό, είναι το μόνο επάξιο και αληθινό που μας μένει να κάνουμε, γιατί αυτό είναι το μόνο που μετράει, εφόσον αυτό είναι η ουσία.

     Μιλήστε, ενημερώστε, πληροφορήστε, κάντε ωραίες παρουσιάσεις, δυναμικές και πειστικές αναπτύξεις για το καλό, για το κακό, για τα δαιμόνια, για τις ενέργειές τους, για τον «αόρατο πόλεμο», για τα σχέδια του κακού που τεκταίνονται, για τις απειλές της κολάσεως που πλήττουν τη ζωή μας, μιλήστε επίσης αυτάρεσκα για «παντοδύναμες προσευχές» και για «ισχυρές προσευχές» που δήθεν «καθαρίζουν» τα κονάκια μας, για «χαλάρωση» και «ευεξία», για «θετική ενέργεια»· μετά στραφείτε παθιασμένα στηλιτεύοντας όλους «τους δεσποτάδες και τους παπάδες», εξαντληθείτε στην υστερία σας για τον αντίχριστο «που έρχεται», μονάχα όμως Προσευχή να μη κάνετε, διότι αυτό δεν το θέλει με τίποτα από εσάς, από εμάς κι από όλους, ο αιώνιος εχθρός μας!

     «Τι, προσευχή και κουραφέξαλα!», θα σπεύσουν να μας πουν οι κυνικοί τύποι. Εδώ ο κόσμος καίγεται! «Μασόνοι όλοι στην Εκκλησία!», «Προδότες!», «Πουλημένοι!». Πόσο άδικο, πόσο ψέμα! Η Εκκλησία μας, οι Πνευματικοί μας, εδώ και πόσους μήνες μάς έδωσαν μία ωραία παρότρυνση. Κάθε βράδυ, από τις 10 μέχρι τις 10:15, μαζευόμαστε όλοι νοερά και καρδιακά και κάνουμε Προσευχή. Όπως ακριβώς το έλεγε και το συνιστούσε και ο Άγιος Πορφύριος. Πόσες ψυχές μαζεύονται, αφήνουν τα σκοτάδια του κόσμου και την καταχνιά της ποικιλότροπης αμαρτίας, και συνάζονται «επί το αυτό». Σας πληροφορώ, άγγελος Κυρίου έρχεται να μαζέψει αυτά τα προσευχητικά τέταρτα του χρόνου για να τα πάει προς τον θρόνο του Παντοκράτορος Κυρίου. Οι υπόλοιποι, δηλαδή η πλειονότητα των τυπικά βαπτισμένων ορθοδόξων, τι φρονεί και τι κάνει;

     Μας έφαγε η παλιοαντάρα του φανατισμού και το σάρωμα του παθιάσματος σε όλα και για όλα και για το τίποτα. Γινόμαστε πολύ μικροπρεπείς και πολύ αναληθείς δίχως τον φωτισμό και την ειρήνευση της Προσευχής.

     Εδαφιολόγοι στο έπακρον της ανωφέλειας, πατρολόγοι της κακιάς και αδιάκριτης ώρας. Μόνο συνθήματα, οργές, κατάρες, «ανάξιος» ο ένας, «ανάξιος» ο άλλος, «προδότες», βρισιές, ιεροκατακρίσεις, παπαδολοιδωρίες, συνωμοσιολογικές εξάρσεις και οίστροι αντιεκκλησιαστικότητας. Χιλιάδες «ορθόδοξοι» είναι αυτοί που ακολουθούν μαγεμένοι την αιρετικοπλανεμένη Βασούλα («Η εν Θεώ ζωή μου») και κανείς τους δεν αποσκιρτά θαρραλέα. Νεοελληνική κατάντια. Χάσαμε εκείνα τα βαθιά ορθόδοξα, αγιοπνευματικά κριτήρια και με κάθε αγαπολογία ντοπαριζόμαστε. Πώς μας λείπουν τα θεολογικά, τα χριστοκεντρικά, τα εκκλησιαστικά βιώματα, ειδικά τώρα που η φουρτούνα και οι λαίλαπα της ΝΤΠ λυσσομανά. Η Προσευχή, όμως, πού είναι;

     Κι όμως! Αυτή την Προσευχή περιμένει από εμάς ο Χριστός και η Εκκλησία Του. Γιατί εμείς, μέσα από την Προσευχή, μαθαίνουμε μια άλλη σπουδαία και παρακλητική πραγματικότητα, που αγνοεί θεομίσητα ο κόσμος και όλα τα ζοφερά διευθυντήριά του. Ποια πραγματικότητα; Την πραγματικότητα της δυνάμεως της Δεξιάς του Κυρίου. Και να θυμάστε, πάντα τη τελευταία λέξη επί των εξελίξεων τη λέει μονάχα Αυτός.

     Δεν έχει καλή υγεία το παιδί του άλλου και τον ρωτώ: «Τόσα χρόνια έκανες μια προσευχή για το παιδί σου;». «Όχι, πάτερ!». «Μα, αυτό είναι που περιμένει από σένα ο Χριστός για να επέμβει δυναμικά». Ο άλλος χάνει τη δουλειά του, δεν γίνεται όμως, μαζί με την έρευνα που θα κάνει όσο μπορεί εντατικά σαν άνθρωπος, να μην κάνει, κυρίως και πρωτίστως, και Προσευχή. Η άλλη, τάχα μάνα, διώχνει το έφηβο παιδί της από το σπίτι για να ζήσει με το αμόρε της, και το παιδάκι της προτρέπεται να κάνει τον διωγμό του Προσευχή· κάνει Προσευχή και έρχεται κατά πάνω του η παρηγοριά του Ουρανού. Οι αδελφοί μας βρίσκονται στις εντατικές εξαιτίας του covid και η Εκκλησία διά των πιστών της (κληρικών ή λαϊκών, δεν έχει σημασία!) ξαγρυπνά. Ακοίμητη η Μάνα και η Τροφός μας, η Εκκλησία, αρπάζει κυριολεκτικά μέσα από του χάρου τα δόντια τους ασθενείς και τα γερόντια μας. Ποιος το βλέπει αυτό; Ποιος συνομωσιοφωνακλάς το αντιλαμβάνεται; Τρέχουν συνεχώς οι Άγιοι για μας και για τη σωτηρία μας, δεν τρέχει η φαντασία και η ιδέα μας.

     Ξεχάστε τον εφησυχασμό, την αδιαφορία, το «μπλα-μπλα», το «εγώ πιστεύω» και το «εγώ νομίζω», το «αλλά όμως», τη λογική που δεν πιστεύει ποτέ της, την τρέλα και τη μανία της εποχής που θεομαχούν με έπαρση, την επιθετικότητα της άγνοιας πολλών. Ακόμη και στο όνομα του Χριστού, εμείς, είμαστε τόσο ανεκδιήγητα παρανοϊκοί, ώστε επιδιδόμαστε στο σπορ της πιο ανελέητης ανθρωποφαγίας. Ποιος θα έχει την ορθότερη γνώμη και ποιανού η άποψη θα υπερισχύσει. Ωραία χριστιανική ατμόσφαιρα. Καμαρώστε πνευματικότητα. Την Εκκλησία ποιος την προσέχει, ποιος την ενωτίζεται, ποιος την εγκολπώνεται, ποιος την εναγκαλίζεται, ποιος την ασπάζεται και ποιος την ακολουθεί;

     Δώστε ιλαρό και ειρηνικό φως στον τόπο της παροικίας σας με την Προσευχή. Κάντε την αγάπη σας και τον πόνο σας Προσευχή. Από το «έχω» της Προσευχής, να περάσουμε στο «είναι» της Προσευχής. Να γίνουμε εμείς οι ίδιοι Προσευχή. Αυτό είναι ο εκκλησιασμός, η θεοχαρίτωση και η εγχρίστωση της ύπαρξής μας. Αυτό είναι, εδώ βρίσκεται η συχνότητα του Θεού και, παράλληλα, η μυστική ανατολή όλων των θαυμάτων που περιμένουμε σαν άνθρωποι να αντικρίσουμε για μας, για τον αγώνα μας, για τα σπιτικά μας, για την ταλαιπωρημένη Εκκλησία μας, για την τσακισμένη και ισοπεδωμένη Πατρίδα μας.

     Η κατά Θεόν ελπίδα είναι δίπλα μας, το ίδιο και η χαρά και η δύναμη εξ ύψους. Και περιμένουν σιωπηλά, σε μια γωνιά της μεγαλοπρέπειάς τους, να γίνουν η πνευματική γλυκιά χαραυγή της ζωής μας, με τα κελεύσματα, με τα ψιθυρίσματα, με τη φωνή, με τη συντριβή και τον παλμό της δικής μας θερμής και εγκάρδιας προσευχής!...

https://toeilhtarion.blogspot.com/2021/12/blog-post.html

ΦΩΤΙΣΤΕ ΚΑΡΔΙΕΣ ΚΑΙ ΣΠΙΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΟΣΕΥΧΗ

 

     Κάθε λόγος ενός αγίου, ενός οσίου, ενός ασκητού, ενός μυστικού θεόλαμπρου ευχέτη, είναι και μία αποκάλυψη για μας, μια ευεργεσία που μας φανερώνεται και μας ενισχύει υπέρλογα με τη χάρη του Θεού.

     Έλεγε χαρακτηριστικά ο Γέροντας Αμβρόσιος Λάζαρης ότι το Απόδειπνο είναι σαν μια ομπρέλα χάριτος για το σπίτι από όπου αυτό λέγεται το βράδυ. Πόσο κρατάει ένα Απόδειπνο; 12, 15 με 20 λεπτά. Τι είναι τα 20 λεπτά μπροστά στη χάρη που κατέρχεται στην καρδιά μας και στο σπίτι όπου κατοικούμε και μένουμε; Περνάει η μέρα μας μέσα στη βαττολογία, την κενότητα, την αργολογία, μέσα στις τόσες μικρότητες, κι όμως! Ένα Απόδειπνο δεν μπορούμε να κάνουμε. Δεν μπορούμε ή μήπως δε θέλουμε; Και φυσικά το όλο θέμα δεν είναι περιοριστικά το Απόδειπνο, ένα Απόδειπνο, ως ένα στείρο καθήκον προσευχής. Μάθαμε στα σπιτικά μας το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με!», για να μάθουμε τώρα, μηχανικά ή στανικά, και το δεκαπεντάλεπτο Απόδειπνο!

     Αχ, γονείς! Γονείς, που σπείρατε παιδιά κατά το σώμα και δεν τα δώσατε ποτέ ή τόσο λίγο τον σπόρο της Χάριτος και της Προσευχής! Σκοπός είναι, τώρα στους χαλεπούς καιρούς όπου μας πλάκωσαν είτε τα εργαστηριακά, τα υβριδικά ή τα δαιμονιακά μικρόβια, εμείς να σταματήσουμε και να «σχολάσουμε» από τα πάντα. Και να γίνουμε άνθρωποι της Προσευχής και της Χάριτος. Τα σπίτια μας, οι καρδιές μας να γίνουν φωτεινά. Να φωτιστούν από τη χάρη και τη δύναμη της αναφοράς μας προς Εκείνον, που είναι ο μόνος που μπορεί να μας σώσει, γιατί Αυτός είναι η Σωτηρία μας, ο φιλάνθρωπος Σωτήρας μας.

     Λέμε και ισχυριζόμαστε ότι Τον πιστεύουμε και ότι Τον αγαπάμε. Είναι αλήθεια αυτό; Κατά πόσο είναι έμπρακτη αλήθεια η προς Αυτόν αγάπη μας; Αν δεν κάνουμε την πίστη και την αγάπη μας προς Αυτόν Προσευχή και ικεσία, τα πάντα μέσα και έξω μας είναι και θα είναι έωλα, επισφαλή, μάταια, σαθρά και ετοιμόρροπα. Τα πάντα –τώρα, πια!– πρέπει να γίνουν Προσευχή. Τα πάντα μας πρέπει να τα σκεπάσει και να τα συμπεριλάβει η Προσευχή. «Ἐν τῷ Θεῷ ποιήσομεν δύναμιν» (Ψαλμ. 59, 14): «Με τον Θεό μας, και με τη βοήθεια που Αυτός θα μας δώσει, εμείς θα λάβουμε δύναμη και κραταίωση· γιατί Αυτός θα εκμηδενίσει όλους αυτούς που μας συνθλίβουν» (Ελλαδικά, κοινωνικά, οικογενειακά, διαπροσωπικά, προσωπικά).

     Γεμίστε την καρδιά και τα σπιτικά σας, τους χώρους και τους τρόπους της ζωής σας με Προσευχή. Με την Προσευχή της Εκκλησίας, με τις ευχές και τις δεήσεις των Ορθόδοξων Προσευχηταρίων. Δεν έχουμε άλλο χρόνο, εκτός από τον άχρονο χρόνο της Προσευχής. Δεν έχουμε άλλο πόνο, εκτός από τον θεραπευτικό πόνο και τη χαροποιητική συντριβή της Προσευχής.

     Αν δεν έλθει η Προσευχή στην καρδιά μας, στο φρόνημά μας, στην αντίληψή μας, στα νοήματά μας, στην έκφρασή μας, στον τρόπο που πορευόμαστε, σύντομα, με τον ένα ή τον άλλον τρόπο, προβλέπεται να καταποθούμε από την τοξικότητα και την πονηρία του κόσμου, από τον φόβο, τον πανικό, την ανησυχία και την ανασφάλειά του.

     «Μη προτιμάτε τίποτε άλλο εκτός από την αγάπη του Χριστού», μας έλεγε ο Άγιος Πορφύριος. Και αυτή η αγάπη είναι πρωτίστως η Προσευχή. Δηλαδή, η καρδιακή κοινωνία μας με Αυτόν, που είναι για μας και για όλον τον κόσμο, η Αλήθεια και η Ζωή. Αυτά δεν είναι πράγματα θεωρητικά και γλυκόλογα αφηγήματα, αλλά σωτηριώδεις καταστάσεις και αλήθειες, μάλλον η μόνη αλήθεια που μας σώζει εν αγάπη Χριστού.

     Σήμερα, κάθε σπιτικό, κάθε νοικοκυριό, κρύβει καλά κι έναν σταυρό, μια δοκιμασία, μια ασθένεια, μια ανημποριά, μια ταλαιπωρία, έναν πόνο, έναν πειρασμό, ένα τέλμα, ένα δάκρυ, ένα αδιέξοδο. Χαμογελούν οι άνθρωποι και, μόλις κλείσουν την πόρτα του σπιτικού τους, τους ροκανίζει ο πόνος, ο φόβος, η αγωνία, η παραίτηση, η αδημονία, η απελπισία. Για ρωτήστε λίγο τους εαυτούς σας: μήπως δεν είναι αλήθεια αυτό;

     Το πόσο είναι αλήθεια και πραγματικότητα, αυτό το γνωρίζει η ιερά Πρόθεση, η οποία έχει μετατραπεί, με την παρατεταμένη μνημόνευση των ιερέων, που τόσο κατακρίνουν και λοιδορούν πολλοί σήμερα, μια άλλη μυστική και αθέατη «εντατική»· ίσα για να σωθούν οι άνθρωποι, διά της θείας Χάριτος, και να μην προλάβει να τους αρπάξει ο αιώνιος εχθρός μας. Χαίρεται με όλη του την κακία ο διάβολος να μας βλέπει ισοπεδωμένους από την απελπισία. Χαίρονται αφάνταστα και οι άγγελοι όταν μας βλέπουν να αγωνιζόμαστε, να τιμούμε με τη ζωή μας το βάπτισμά μας, να σπεύδουμε προς την Προσευχή και να επικαλούμαστε τον Χριστό, την Παναγία και τους Αγίους Του.

     Όλοι αυτοί, άγιοι και άγγελοι και όλος ο νοερός κόσμος των αγιασμένων προσώπων, όσο και να μην το πιστεύετε, «κρέμονται» κυριολεκτικά από τα χείλη μας, περιμένουν πώς και πώς να τους θυμηθούμε, να τους φωνάξουμε και να τους επικαλεσθούμε. Γιατί το έργο τους είναι αιώνια πρεσβευτικό υπέρ ημών: πρεσβεύουν αδιάκοπα για τη σωτηρία μας, τη σωτηρία και τον λυτρωμό μας από τα μικρά ή τα μεγάλα προβλήματα που μας κατατρύχουν και μας ταλαιπωρούν.

     Ζούμε χρόνια εσχατικά, μέσα στα οποία προβλέπεται ότι θα ζήσουμε αναντίρρητα γεγονότα πρωτόγνωρα και ανήκουστα. Είμαστε όμως έτοιμοι γι’ αυτά; Έχουμε μέσα μας τη δύναμη και τη χάρη της Προσευχής; Βασανιζόμαστε από τις διάφορες θεωρίες, που ακούμε από εδώ και από εκεί, και η σύγχυση καταλαμβάνει τα φρένα μας. Ενώ η Προσευχή μάς περιμένει σιωπηλά για να φέρει μέσα μας την ειρήνη, την ισορροπία, την ευστάθεια του βίου μας. Θυμούμαστε τον Κύριο εντελώς θεωρητικά, μα όταν έρθει η ώρα της Προσευχής (και ποια στιγμή και ώρα δεν είναι στιγμή και ώρα Προσευχής;), είμαστε νωθροί, βαριεστημένοι, αμελείς, αδιάφοροι, ασυγκίνητοι, αμέτοχοι. Δεν θα μας σώσει η Προσευχή των άλλων, όταν εμείς δεν ενεργοποιούμαστε προς τη χάρη της. Πώς; Με ένα «Κύριε ελέησον!», με ένα «Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον με!», με ένα «Άγιε (ή Αγία) του Θεού, πρέσβευε υπέρ εμού (ή υπέρ ημών)!». Κι όπως έλεγε ο Άγιος Παΐσιος: «Όταν τρώω εγώ, αυτό σημαίνει ότι τρως κι εσύ; Πρέπει να φας κι εσύ, όπως τρώω εγώ, για να τραφείς και να μην πεθάνεις από την πείνα».

     Οι Άγιοι μάς δείχνουν έκδηλα τον ανεξιχνίαστο τρόπο του Θεού, αλλά ταυτόχρονα μας δείχνουν και τον προσωπικό τρόπο της δικής μας μετοχής και ευθύνης.

https://toeilhtarion.blogspot.com/2021/12/blog-post.html

24 Μαρτίου, 2026

Πρωινή Προσευχή

 
Αιώνιε Κύριε, Δημιουργέ των απάντων ο καλέσας με εις την ζωήν ταύτην τη ανεξερευνήτω Σου αγαθότητι· ο δους μοι την Χάριν του Βαπτίσματος και την σφραγίδα του Αγίου Πνεύματος· ο κοσμήσας με τη επιθυμία του αναζητείν Σε, τον μόνον αληθινόν Θεόν, επάκουσον της δεήσεώς μου.

Ο Θεός μου, ουκ έχω ζωήν, φως, χαράν, σοφίαν, δύναμιν άνευ Σου.

Αλλά Συ είπας τοις μαθηταίς Σου: «Πάντα όσα εάν αιτήσητε εν τη προσευχή πιστεύοντες, λήψεσθε».

Όθεν τολμώ επικαλείσθαι Σε: Καθάρισόν με από παντός μολυσμού σαρκός και πνεύματος.

Δίδαξον με πως δει προσεύχεσθαι.

Ευλόγησον την ημέραν ταύτην ήν εχάρισάς μοι, τω αναξίω δούλω Σου.

Ικάνωσόν με τη δυνάμει της Χάριτός Σου αδιαλείπτως ομιλείν και εργάζεσθαι προς την Σην δόξαν εν πνεύματι καθαρότητος, ταπεινώσεως, υπομονής, αγάπης, ευγενείας, ειρήνης, ανδρείας και σοφίας, επιγινώσκειν αεί την απανταχού παρουσίαν Σου.

Κύριε ο Θεός, δείξόν μοι την οδόν του θελήματός Σου εν τη απείρω Σου αγαθότητι και αξίωσόν με πορεύεσθαι ενώπιόν Σου χωρίς αμαρτίας.

Καρδιογνώστα Κύριε, Συ επιγινώσκεις πάσαν μου ένδειαν, Συ γινώσκεις την τυφλότητα και την άγνοιάν μου, Συ γινώσκεις την αστάθειαν και την διαφθοράν της ψυχής μου.

Αλλ’ ουδ’ ο πόνος ουδ’ η αγωνία η εμή κεκρυμμένα Σοι τυγχάνει. Επάκουσον της δεήσεώς μου και δίδαξόν με τω Πνεύματί Σου τω Αγίω, οδόν εν ή πορεύσομαι.

Μη εγκαταλείψης με, ότι η διεφθαρμένη μου θέλησις οδηγήση με προς άλλας οδούς, αλλά βιαίως επανάγαγέ με προς Σε.

Δος μοι, τη δυνάμει της Σης αγάπης, στερεωθήναι με εις το αγαθόν.

Φύλαξον με από παντός λόγου ή έργου ψυχοφθόρου, από πάσης εσωτερικής και εξωτερικής κινήσεως μη ευαρέστου ενώπιόν Σου και επιβλαβούς δια τον αδελφόν μου.

Δίδαξόν με πώς δει και τι με δει λαλείν.

Εάν το Σον θέλημα εστι του μη αποκριθήναι με, δος μοι πνεύμα ειρηναίας σιωπής, αλύπου και ακινδύνου δια τον αδελφόν μου.

Νομοθέτησόν με εν τη τρίβω των εντολών Σου και έως εσχάτης μου αναπνοής μη επιτρέψης παρεκκλίναι με από του Φωτός των προσταγμάτων Σου, έως ότου καταστώσιν ο μοναδικός νόμος πάσης υπάρξεώς μου, προσκαίρου τε και αιωνίου.

Δέομαί Σου ο Θεός ελέησόν με.

Λύτρωσαί με από της θλίψεως και αθλιότητός μου και μη αποκρύψης απ’ εμού την οδόν της σωτηρίας. Εν τη αφροσύνη μου, ο Θεός, περί πολλών και μεγάλων δέομαί Σου, γινώσκων αεί την εμήν κακότητα, την αδυναμίαν και φαυλότητα κράζω Σοι: ελέησόν με.

Μη απορρίψης με από του Προσώπου Σου ένεκεν της αλαζονείας μου.

Δος και αύξησον εν εμοί τω αχρείω την δύναμιν του αγαπάν Σε, κατά τας εντολάς Σου, εξ όλης της καρδίας μου, εξ όλης της ψυχής μου, εξ όλης της διανοίας μου, εξ όλης της ισχύος μου, και δι’ όλου του είναι μου.

Ναι, ο Θεός, δίδαξόν με δικαίαν κρίσιν και γνώσιν τω Πνεύματί Σου τω Αγίω.

Δος μοι του γνώναι την Αλήθειάν Σου προτού με απελθείν εκ της ζωής ταύτης.

Παράτεινον τας ημέρας της ζωής μου έως ότου Σοι προσφέρω μετάνοιαν αληθινήν.

Μη αναγάγης με εν ημίσει ημερών μου μηδέ εν ώ ο εμός νους τετυφλωμένος εστί.

Και όταν ευδοκήσης ελθείν το τέλος της ζωής μου προγνώρισόν μοι τον θάνατον, ίνα η ψυχή μου ετοιμασθή προς συνάντησίν Σου.

Έσο μετ’ εμού, Κύριε, εν εκείνη τη ώρα τη φοβερά και απόδος μοι την αγαλλίασιν του Σωτηρίου Σου.

Καθάρισόν με από παντός αμαρτήματος φανερού και αποκρύφου, από πάσης ανομίας κεκρυμμένης εν εμοί και δώρησόν μοι καλήν απολογίαν ενώπιον του φοβερού βήματός Σου. Ο Θεός, κατά το μέγα έλεός Σου και την άμετρον φιλανθρωπίαν Σου, επάκουσον της δεήσεώς μου.

https://athonika.blogspot.com/2010/05/blog-post_02.html

22 Φεβρουαρίου, 2026

Γερόντισσα Ταϊσία Σαλόπιβα, πνευματικό παιδί του Αγίου Ιωάννου της Κροστάνδης


῾Η ῾Οσιωτάτη Καθηγουμένη τῆς ῾Ιερᾶς Μονῆς τοῦ Λεουσένι (1840 - 1915)
              Σύντομος Βίος
       Η ΗΓΟΥΜΕΝΗ Ταϊσία, κατὰ κόσμον Μαρία Σαλόπιβα, κατήγετο ἀπὸ τὴν οἰκογένεια τοῦ μεγάλου Ρώσου ποιητοῦ ᾿Αλεξάνδρου Πούσκιν (1799-1837).
     Γεννήθηκε τὸ 1840 στὴν ᾿Επαρχία Νόβγκοροντ καὶ ἐσπούδασε στὸ ᾿ΙνστιτοῦτοΠαυλόβσκυ τῆς Πετρουπόλεως, μία Σχολὴ γιὰ κορίτσια ἀριστοκρατικῆς καταγωγῆς.Τὸ ἔτος 1862, ἕνα χρόνο μετὰ τὴν ἀποφοίτησί της, ἄρχισε τὴν μοναστική της ζωὴ στὴν πόλι Τιχβὶν τῆς ᾿Επαρχίας Νόβγκοροντ, στὴν γυναικεία Μονὴ τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου. Εἶναι γνωστό, ὅτι στὴν ἀντίστοιχη ἀνδρικὴ Μονὴ τοῦ Τιχβίν, ἡ ὁποία ὠνομάζετο καὶ «Μεγάλο Μοναστήρι», ἐφυλάσσετο καὶ ἡ περίφημη θαυματουργὴ Εἰκόνα τῆς Παναγίας τοῦ Τιχβίν, τῆς ὁποίας ἡ Σύναξις τελεῖται τὴν 26η ᾿Ιουνίου.
       Τὸν πρῶτο χρόνο τῆς δοκιμασία της στὴν Μονὴ ρασοφορέθηκε καὶ τὸ 1870 ἔλαβε τὸ Μικρὸ Σχῆμα καὶ ὠνομάσθηκε ᾿Αρκαδία. Τὸ 1872 μετώκησε στὴν Μονὴ τῆς Παναγίας Φοβερᾶς Προστασίας στὸ Σβέριν καὶ τὸ 1878 στὴν Μονὴ τῆς Παναγίας Φανερωμένης στὸ Σβάνσκυ τῆς ᾿Επισκοπῆς Νόβγκοροντ, ὅπου καὶ ἐκάρη Μεγαλόσχημος Μοναχὴ τὸν ἑπόμενο χρόνο, λαβοῦσα τὸ ὄνομα Ταϊσία.
      Τἣν 19.3.1881 διωρίσθηκε ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη ᾿Ισίδωρο ἐπὶ κεφαλῆς τῆς νεοπαγοῦς Μοναστικῆς Κοινότητος τοῦ ῾Αγίου ᾿Ιωάννου τοῦ Προδρόμου στὸ Λεουσένι τῆς περιοχῆς Μποροβιτσί. Η ᾿Αδελφότητα ἐκείνη ἀντιμετώπιζε τότε πολλὰ καὶ δύσκολα προβλήματα, ἀλλὰ μὲ τὶς ἐνέργειες καὶ τὴν καθοδήγησι τῆς Γεροντίσσης Ταϊσίας, ἡ πρώην ἄγνωστη καὶ πτωχὴ μοναστικὴ Κοινότης τοῦ Λεουσένι ἀνωρθώθηκε καὶ τὸ 1885 ἀναγνωρίσθηκε ἐπισήμως ὡς Κοινόβιο ἀπὸ τὴν ῾Ιερὰ Σύνοδο τῆς Ρωσικῆς ᾿Εκκλησίας, τὸ ὁποῖο ἐν συνεχείᾳ ἀνεδείχθη σὲ ἕνα Μοναστήρι πρώτης τάξεως, διάσημο γιὰ τὴν μοναχική του πειθαρχία καὶ τὴν παραδειγματική του ὀργάνωσι.
     Στὴν Μονὴ Λεουσένι, ἡ ὁποία μὲ τὸν καιρὸ ἐξελίχθηκε σὲ σπουδαῖο κέντρο ἐκκλησιαστικῆς διαπαιδαγωγήσεως, ἀλλὰ καὶ μορφώσεως, ἀφοῦ περιελάμβανε καὶ Σχολεῖα, ἡ Μητέρα Ταϊσία παρέμεινε ὡς ῾Ηγουμένη μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς κοιμήσεώς της, 2ας ᾿Ιανουαρίου 1915, ἡμέρα κοιμήσεως καὶ τοῦ ῾Αγίου Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ.
      Τὸ ἱερὸ σκήνωμά της ἐτάφη στὸ Καθολικὸ τῆς Μονῆς, ἡ ὁποία σήμερα ἔχει κατακλυσθῆ ἀπὸ τὰ νερὰ τοῦ φράγματος τοῦ ποταμοῦ Βόλγα· ἔτσι, τὸ εὐλογημένο Λείψανο τῆς Μητέρας Ταϊσίας εὑρίσκεται σήμερα στὸν βυθό αὐτῆς τῆς τεχνιτῆς λίμνης.
    ῾Η χαρισματικὴ ῾Ηγουμένη Ταϊσία ἦταν πνευματικὴ θυγατέρα πρῶτα τοῦ ῾Οσιωτάτου ᾿Αρχιμανδρίτου Λαυρεντίου τῆς Μονῆς ᾿Ιβήρων τοῦ Βαλντάϊ (1808-1876, + 2 ᾿Ιουλίου) καὶ ἀργότερα τοῦ ῾Αγίου ᾿Ιωάννου τῆς Κρονστάνδης (+20.12.1908), τοῦ μεγάλου αὐτοῦ φωστῆρος τῆς Ρωσικῆς ᾿Εκκλησίας, τὸν ὁποῖο συχνὰ συνώδευε στὰ ταξίδια καὶ προσκυνήματά του γιὰ νὰ ἱδρύη μὲ τὴν εὐλογία του μοναστηριακὰ Μετόχια.
῾Υπῆρξε μία ἀπὸ τὶς περιφημότερες Μοναχές, γνωστὴ σὲ ὁλόκληρη τὴν ἐπικράτεια τῆς Ρωσίας γιὰ τὴν ἀρετή, τὴν μόρφωσι καὶ τὰ σπάνια διοικητικά της χαρίσματα.
      ῞Ιδρυσε γιὰ τὰ ὀρφανὰ τῶν Κληρικῶν ἕνα μοναστηριακὸ Σχολεῖο, τὸ ὁποῖο μὲ τὸν καιρὸ ἀναβαθμίσθηκε σὲ ᾿Εκκλησιαστικὸ Κολλέγιο Θηλέων, μὲ ἀποτέλεσμα τὸ Μοναστήρι τοῦ Λεουσένι νὰ καταστῆ φυτώριο πνευματικῆς μορφώσεως καὶ διαφωτισμοῦ στὶς βόρειες περιοχὲς τῆς ᾿Επισκοπῆς τοῦ Νόβγκοροντ.
    Κατὰ τὴν διάρκεια τῆς τριακονταετοῦς ηγουμενίας της εἶχε τόσο ἐνεργὸ καὶ σημαντικὴ συμμετοχὴ στὴν ἵδρυσι καὶ ὀργάνωσι πολλῶν νέων γυναικείων Μονῶν στὴν Βόρεια Ρωσία, ὥστε δὲν ὑπῆρξε κυριολεκτικὰ οὔτε ἕνα νεοϊδρυμένο Μοναστήρι, τὸ ὁποῖο νὰ μὴν ὠργανώθηκε μὲ τὴν ἐνεργὸ συμμετοχὴ τῆς ῾Ηγουμένης Ταϊσίας.
     Γιὰ τὸ Μοναστήρι της τοῦ Λεουσένι ἔκτισε τρία μεγάλα Μετόχια: στὸ Τσερεπόβιτς, στὴν Πετρούπολι καὶ στὴν ἰδιαίτερη πατρίδα τοῦ῾Αγίου ᾿Ιωάννου τῆς Κρονστάνδης, στὸν ποταμὸ Σοῦρα τοῦ Αρχαγγέλου.
    ῞Ιδρυσε ἐπίσης καὶ ἐστερέωσε τὸ Μοναστήρι τοῦ Βοροντσὼφ στὴν᾿Επισκοπὴ τοῦ Πσκώφ, καθὼς καὶ τὸ Μετόχι της στὴν Πετρούπολι.᾿Επίσης, μαζὶ μὲ τὸν ῞Αγιο ᾿Ιωάννη τῆς Κρονστάνδης, ἦταν μία ἀπὸ τοὺς ἱδρυτὲς τῆς Μονῆς τοῦ ῾Αγίου ᾿Ιωάννου τοῦ Θεολόγου στὸ νησὶ Καρπόβκα τῆς Πετρουπόλεως, ὅπου σήμερα ὑπάρχει ὁ θαυματόβρυτος τάφος τοῦ ῾Αγίου ᾿Ιωάννου τῆς Κρονστάνδης.
    ῾Η ῾Ιερὰ Σύνοδος τῆς Ρωσικῆς ᾿Εκκλησίας (τὸ 1889), καθὼς καὶ ὁ Τσάρος τῆς Ρωσίας (τὸ 1892), τῆς ἀπένειμαν τὸν ἐπιστήθιο Σταυρὸ καὶ τὸν χρυσὸ ἀδαμαντοκόλλητο Σταυρὸ ἀντιστοίχως, γιὰ τὴν μεγάλη   της προσφορὰ στὸν Μοναχισμὸ τῆς Ρωσίας καὶ στὴν Ρωσικὴ ᾿Εκκλησία γενικώτερα.
   Κατὰ τὰ ἔτη 1910, 1911 καὶ 1913 ἔλαβε διάφορα δῶρα προσωπικὰ ἀπὸ τὸν Αὐτοκράτορα Νικόλαο Βʹ καὶ τὴν Αὐτοκράτειρα ᾿Αλεξάνδρα, τοὺς μετέπειτα Βασιλομάρτυρας (+4/17. 6. 1918).

῾Η Μητέρα Ταϊσία ὑπῆρξε ἐπίσης ἄριστη παιδαγωγὸς καὶ ταλαντοῦχος συγγραφεύς.
Τὰ ἐκδοθέντα ἔργα της εἶναι τὰ ἑξῆς:
1. Κανὼν εἰς τὸν Εὐαγγελισμὸν τῆς Θεοτόκου.
2. Χαιρετισμοὶ (᾿Ακάθιστος) εἰς τὸν ῞Αγιον Συμεὼν τὸν Θεοδόχο.
3. Συνομιλίες μὲ τὸν ῞Αγιο ᾿Ιωάννη τῆς Κρονστάνδης.
4. ῾Ο ῞Αγιος ᾿Ιωάννης τῆς Κρονστάνδης ὡς Ποιμένας.
5. ῾Η Γυναικεία Μοναστικὴ Κοινότητα τοῦ Σοῦρα (ποίημα).
6. Ποιήματα (τόμοι τρεῖς).
7. Αὐτοβιογραφία.
8. ῾Η ζωὴ τῆς διὰ Χριστὸν Σαλῆς Γερόντισσας Εὐδοκίας Ροντιόνοβα.
9. Γράμματα σὲ μία ᾿Αρχάρια Μοναχὴ
(Αʹ- ΙΔʹ).
10. Λόγος κατὰ τὴν ρασοφορία Μοναζουσῶν τῆς Μονῆς τοῦ Σοῦρα
στὸν ᾿Αρχάγγελο.

• Στὰ ἑλληνικά, ἔχουμε τὴν ἰδιαίτερη εὐλογία, νὰ κυκλοφοροῦν
σὲ δύο τόμους ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις «Τὸ ῞Αγιον ῎Ορος» στὴν Θεσσαλονίκη,  τὰ ὑπ᾿ ἀριθ. 3 καὶ 7 μαζὶ (πραγματικὸ ἐντρύφημα!), καθὼς καὶ μερικὰ   Ποιήματα, ὑπ᾿ ἀριθ. 6 (1992)· ἐπίσης, τὰ ὑπ᾿ ἀριθ. 9 καὶ 10 μαζὶ  (1993).

Διδασκαλία περί προσευχής.

῾Ο ῞Αγιος ᾿Ιωάννης τῆς Κλίμακος διαιρεῖ τὴν προσευχὴ σὲ τρία στάδια καὶ λέγει:«᾿Αρχὴ μὲν προσευχῆς, προσβολαὶ μονολογίστως διωκόμεναι ἐκ προοιμίων αὐτῶν· μεσότης δέ, τὸ ἐν τοῖς λεγομένοις καὶ νοουμένοις εἶναι τὴν διάνοιαν· τὸ δὲ ταύτης τέλειον, ἁρπαγὴ πρὸς Κύριον»1.«᾿Αρχὴ τῆς προσευχῆς εἶναι νὰ διώκωνται οἱ ἐχθρικὲς προσβολὲς στὴν ἀρχή τους μ᾿ ἕναν ἀποφασιστικὸ λόγο. Μέσον τὸ νὰ παραμένη ὁ νοῦς στὰ λόγια καὶ στὰ νοήματα τῆς προσευχῆς. Καὶ τέλος τὸ νὰ ἁρπαγῆ ὁ νοῦς πρὸςτὸν Κύριο». Σ᾿ αὐτὸ τὸ τελευταῖο στάδιο φθάνουν κατὰ κανόνα μόνον ὅσοι ἔχουν τελειοποιηθῆ στὴν μοναχικὴ ζωή, ἀλλὰ ὁ Κύριος μὲ τὸ μεγάλο του ἔλεος ἀξιώνει μερικοὺς νὰ πάρουν μιὰ γεύση αὐτῆς τῆς καταστάσεως, ἔστω κι᾿ ἂν δὲν ἔχουν προχωρήσει πολὺ στὴν προσευχή, σὰν ἀνταμοιβὴ τῶν προσπαθειῶν ποὺ καταβάλλουν. 
Θὰ σοῦ ἀναφέρω ἕνα παράδειγμα2.
῎Ημουν ἀκόμη ἀρχάρια, Δόκιμη, καὶ ἡ Γερόντισσά μου, ἡ Μητέρα Γλαφύρα, μ᾿ ἔστειλε σὲ μιὰν ἄλλη Γερόντισσα, τὴν Μοναχὴ Θεοκτίστη.
῏Ηταν μετὰ τὸν ῾Εσπερινό, ὅταν οἱ περισσότερες Μοναχὲς πηγαίνουν στὴν Τράπεζα.
῞Οταν ἔφθασα στὴν πόρτα τοῦ Κελλιοῦ εἶπα, σύμφωνα μὲ τὸ τυπικό, τὴν μονολόγιστη εὐχὴ καὶ ἄνοιξα τὴν πόρτα δίχως νὰ περιμένω ἀπάντηση. Πέρασα τὸ κατώφλι καὶ εἶδα τὴν ἀκόλουθη σκηνή.
Στὴν πιὸ ἀπόμερη γωνιὰ τοῦ Κελλιοῦ καὶ μπροστὰ στὶς Εἰκόνες ἦταν γονατισμένη ἡ Γερόντισσα Θεοκτίστη μὲ τὰ χέρια της ὑψωμένα σὲ δέηση καὶ τὰ μάτια της προσηλωμένα στοὺς ῾Αγίους.Προφανῶς δὲν εἶχε καταλάβει ὅτι μπῆκα, ἂν καὶ εἶχα εἰπεῖ τὴν εὐχὴ μεγαλόφωνα καὶ ἡ πόρτα ἔτριξε δυνατά. ῏Ηταν ἐντελῶς μόνη της στὸ Κελλί. Εγὼ στάθηκα μὲ ἀμηχανία στὸ κατώφλι, μὴ τολμώντας νὰ προχωρήσω καὶ μὴ ξέροντας τί νὰ κάνω. ᾿Εὰν ἔμενα στὸ Κελλὶ ὑπῆρχε φόβος νὰ φέρω τὴν Γερόντισσα σὲ δύσκολη θέση, ὅταν θὰ συνερχόταν καὶ ἔβλεπε ὅτι ὑπῆρχε κάποια μάρτυρας τῆς ὑψηλῆς προσευχῆς της, κι᾿ ἂν ἔφευγα θὰ ἔτριζε πάλι ἡ πόρτα. ῞Υστερα δὲν ἤθελα καὶ νὰ φύγω.
Στὸν διάδρομο ἄρχισαν ν᾿ ἀκούγωνται οἱ χαρούμενες φωνὲς τῶν ᾿Αδελφῶν, ποὺ εἶχαν πιὰ τελειώσει τὸ γεῦμα τους στὴν Τράπεζα καὶ πήγαιναν στὰ Κελλιά τους κι᾿ ἑτοιμάσθηκα νὰ προλάβω τὶς δύο Δόκιμες τῆς Γερόντισσας, ποὺ θὰ ἔπρεπε τώρα νὰ ἐπιστρέφουν. ᾿Εκεῖνες ὅμως δὲν ἦλθαν, πρᾶγμα ποὺ μὲ εὐχαρίστησε πολύ.
Δὲν ξέρω πόσην ὥρα ἔμεινα ἔτσι στὸ κατώφλι ἀναποφάσιστη καὶ ἔκθαμβη μ᾿ αὐτὸ ποὺ ἔβλεπα. ῎Ισως νὰ ἦταν μιὰ ὁλόκληρη ὥρα, ἴσως καὶ παραπάνω
…῾Η Γερόντισσα δὲν ἄλλαξε θέση, δὲν κινήθηκε καθόλου, μόνο οἱ σποραδικοὶ λυγμοί της καὶ κάποια σιγανὰ καὶ ἀκαθόριστα ἐπιφωνήματα μαρτυροῦσαν ὅτι ἦταν σὲ ἐγρήγορση. Τέλος κατέβασε τὰ χέρια της κι᾿ ἔσκυψε τὸ κεφάλι της στὸ πάτωμα. ῎Εμεινε σ᾿ αὐτὴν τὴν στάση λίγα λεπτὰ καὶ μετὰ σηκώθηκε καὶ φύσηξε τὴν μύτη της στὸ μαντήλι της.
Κατάλαβα τότε ὅτι ἡ Γερόντισσα εἶχε συνέλθει ἀπὸ τὴν ἔκσταση κι᾿ ἐπειδὴ δὲν ἤθελα νὰ καταλάβη ὅτι ἤμουν ἐκεῖ καὶ τὴν στενοχωρήσω, μισάνοιξα τὴν πόρτα καὶ εἶπα πάλι δυνατὰ τὴν εὐχή, κάνοντας
πὼς ἔμπαινα μόλις ἐκείνη τὴν στιγμή.
«᾿Αμήν», ἀπάντησε κι᾿ ἔτρεξε γρήγορα καὶ κρύφτηκε πίσω ἀπὸ ἕνα χώρισμα στὴν γωνία τοῦ κελλιοῦ της. Μετὰ βγῆκε ἀργὰ-ἀργὰ τρίβοντας τὰ μάτια της καὶ μουρμούρισε πὼς ἔστειλε κάπου τὶς δόκιμές της κι᾿ αὐτὴν τὴν πῆρε λίγο ὁ ὕπνος.
᾿Εγὼ ἔβαλα μετάνοια συγκρατώντας μὲ δυσκολία τὰ δάκρυά μου καὶ τῆς εἶπα τὸν λόγο, γιὰ τὸν ὁποῖο εἶχα ἔλθει, ἀλλὰ ἐκείνη φαινόταν σὰν νὰ μὴν ἄκουγε τὰ λόγια μου καὶ πράγματι δὲν μποροῦσε νὰ τ᾿ ἀκούση, γιατὶ μὲ τὴν ψυχή της βρισκόταν σ᾿ ἕναν ἄλλο καλύτερο τόπο, ποὺ δὲν ἀνήκει σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο.
Μὲ κοίταξε λοιπὸν μὲ ἀπορία καὶ στὸ τέλος εἶπε: «Μήπωςβρίσκεσαι ἐδῶ ἀπὸ ὥρα;».
᾿Επανέλαβα τότε τὸ ψέμα μου ὅτι μόλις εἶχα μπῆ τώρα ποὺ εἶπα τὴν εὐχὴ κι᾿ ἔτριξε ἡ πόρτα, ἀλλὰ προφανῶς μὲ πρόδιδε ἡ ὄψη μου, γιατὶ τὰ δάκρυά μου ἤθελαν νὰ τρέξουν ποτάμι, καθὼς ἔβλεπα τὴν ἤρεμη καὶ ἀγγελικὴ ἔκφραση, ποὺ ἦταν ἀποτυπωμένη στὸ πρόσωπο τῆς Γερόντισσας. ᾿Εξακολούθησα ὅμως νὰ ἐπιμένω στὸ ψέμα μου, γιατὶ δὲν ἤθελα νὰ ταράξω τὴν Μοναχή.
Αὐτὴ παρέμενε σιωπηλή, ὅσην ὥρα μιλοῦσα ἐγώ, μὰ φαινόταν νὰ σκέφτεται ἄλλα καὶ ὄχι ὅ,τι τῆς ἔλεγα. Εν τῷ μεταξὺ μὲ ἀπασχολοῦσε καὶ μένα ἡ σκέψη τί θὰ ἔλεγα στὴν Γερόντισσά μου, ποὺ μ᾿ ἔστειλε γιὰ νὰ δικαιολογήσω τὴν καθυστέρησή μου. ῾Η Μητέρα Θεοκτίστη καθόταν ἀκόμη σιωπηλὴ μὲ τὸ βλέμμα καρ- φωμένο κατ᾿ εὐθεῖαν μπροστά· τὰ δάκρυα ἔτρεχαν ἀσταμάτητα ἀπὸ τὰ μάτια της, μὰ δὲν ἔκανε τὸν κόπο νὰ τὰ σκουπίση· ἦταν φανερὸ ὅτι οὔτε κἂν τὰ πρόσεχε καὶ βρισκόταν σὲ μιὰ κατάσταση μετέωρη, λυπημένη ποὺ βγῆκε ἀπὸ τὴν ἔκσταση.
Τέλος μὲ ξαναρώτησε: «Βρίσκεσαι πολλὴν ὥρα ἐδῶ;».Αὐτὴν τὴν φορὰ δὲν εἶχα τὴν δύναμη νὰ εἰπῶ τίποτε, μόνο τῆς ἔβαλα ἐδαφιαία μετάνοια. Δὲν μπορῶ κι᾿ ἐγὼ νὰ καταλάβω πῶς βρῆκα τὸ θάρρος νὰ τὴν ρωτήσω: «Μητέρα, τί σοῦ συνέβη;».᾿Εκείνη ἔστρεψε τὸ βλέμμα της μὲ μιὰ ἐρωτηματικὴ ἔκφραση καὶ μὲ κοίταξε καλά· μετὰ εἶπε μὲ καλωσύνη: «Τίποτε δὲν μοῦ συνέβη,παιδί μου, μὰ νά, ἦταν σὰν νὰ πέταξα καὶ νὰ πῆγα κάπου, σὰν νὰ εἶδα κάτι», κι᾿ ἄρχισε πάλι νὰ κλαίη.
Μετὰ ἀφοῦ σώπασε γιὰ λίγο συνέχισε: «῞Ενα πρᾶγμα ἔχω νὰ εἰπῶ, ῾῾Δόξα σοι, Κύριε᾿᾿...» κι᾿ ἔκανε τὸν σταυρό της. Μετὰ μὲ ρώτησε γιὰ τὰ δικά μου καὶ μὲ παρηγόρησε λέγοντάς μου νὰ μὴ στενοχωριέμαι γιὰ τὶς θλίψεις τῆς μοναχικῆς ζωῆς. Τέλος μὲ κατευόδωσε: «Πήγαινε τώρα στὸ καλὸ καὶ πὲς στὴν Γερόντισσά σου ὅτι ἐγὼ σὲ κράτησα».
῾Η Γερόντισσα Θεοκτίστη προερχόταν ἀπὸ τὴν τάξη τῶν ἁπλῶν χωρικῶν καὶ ἦταν ὀλογιγράμματη, ἴσως καὶ τελείως ἀγράμματη.Γιὰ πολλὰ χρόνια τὸ διακόνημά της ἦταν ἡ πολὺ δύσκολη δουλειὰ τῆς συλλογῆς εἰσφορῶν· πήγαινε δηλαδὴ στὰ χωριὰ καὶ στὶς πόλεις καὶ μάζευε χρήματα γιὰ τὸ Μοναστήρι.
῞Οταν πιὰ γέρασε καὶ τὴν ἐγκατέλειψαν οἱ δυνάμεις της, ἀπαλλάχθηκε ἀπὸ τὸ διακόνημα καὶ πήγαινε μόνο στὶς ᾿Ακολουθίες στὴν ᾿Εκκλησία, ὅπως καὶ οἱ ἄλλες Γερόντισσες.
῾Η ζωή της στὸ κελλί, ἂν κρίνω ἀπὸ τὰ ἐξωτερικὰ φαινόμενα, ἦταν σὰν ὅλων τῶν ἄλλων μοναζουσῶν, ἀλλὰ ἡ ἐσωτερικὴ διάθεση τῆς ψυχῆς της ἦταν γνωστὴ μόνον σ᾿ ᾿Εκεῖνον ποὺ «ἐτάζει καρδίας».

Θὰ σοῦ διηγηθῶ τώρα ἕνα ἄλλο περιστατικὸ3 σχετικὰ πάλι μὲ τὴν προσευχὴ ποὺ ἀνυψώνει πάνω ἀπὸ τὰ γήϊνα αὐτοὺς ποὺ προσπαθοῦν σ᾿ αὐτήν.
Στὸ Μοναστήρι μας ὑπῆρχε μιὰ Μοναχή, σχετικὰ νέα, ἀλλὰ πολὺ εὐάρεστη στὸν Θεὸ γιὰ τὴν πνευματική της πρόοδο. Αὐτὴ ἔμενε μαζὶ μὲ δύο νεαρὲς Δόκιμες.
Αὐτὸ ποὺ θὰ σοῦ διηγηθῶ συνέβη κάποιο Σάββατο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς.᾿Εκείνη λοιπὸν τὴν ἡμέρα, μετὰ ἀπὸ τὸ δεῖπνο ἔφυγαν καὶ οἱ δύο Δόκιμες γιὰ νὰ πᾶνε κάπου καὶ ἡ Μοναχὴ θέλησε νὰ ἐκμεταλλευθῆ τὴν μοναξιὰ καὶ νὰ προσευχηθῆ. Καὶ νὰ τὶ μοῦ εἶπε κατὰ λέξη:«Θυμοῦμαι ὅτι ἄρχισα νὰ ἀπαγγέλω ἀπ᾿ ἔξω τοὺς Χαιρετισμοὺς στὸν Γλυκύτατο ᾿Ιησοῦ, ποὺ τὴν παρουσία Του ἔνοιωθα ἀκόμη στὴν καρδιά μου, ἀφοῦ ἐκείνη τὴν ἡμέρα εἶχα κοινωνήσει. Εἶπα ἕνα Οἶκο καὶ μετὰ ἕναν ἄλλο κι᾿ ἄρχισα νὰ νοιώθω ὅτι ἡ ψυχή μου ὅλο καὶ περισσότερο συγκινιόταν καὶ θερμαινόταν ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸν Κύριο. ῞Υστερα σιγὰ-σιγὰ ἄρχισα νὰ τρέμω ὁλόκληρη στὴν ψυχὴ καὶ στὸ σῶμα καὶ νὰ κλαίω μὲ ἄφθονα δάκρυα. Οἱ φυσικές μου δυνάμεις μὲ ἐγκατέλειψαν καὶ γιὰ νὰ μὴν πέσω, γονάτισα κι᾿ ἔβαλα μετάνοια μπροστὰ στὶς ἅγιες Εἰκόνες, ἐνῶ συνέχιζα ἀπὸ μέσα μου νὰ λέω τὸν ᾿Ακάθιστο. Φαίνεται ὅτι τὸν εἶπα μέχρι τὴν μέση, γιατὶ δὲν θυμοῦμαι νὰ συνέχισα.
Τὸ κάθε τὶ γύρω μου στὸ Κελλί, τὸ πάτωμα ποὺ ἤμουν γονατισμένη καὶ ὅλα τὰ ἀντικείμενα σὰν νὰ ἐξαφανίσθηκαν· μπροστά μου παρουσιάσθηκε μιὰ ἄλλη σκηνὴ κι᾿ ἔβλεπα κάπου μακρυὰ τὸν θρόνο τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν ἴδιο τὸν ᾿Ιησοῦ μας ποὺ καθόταν ἐκεῖ. Τὸν περιτριγύριζαν ἕνα πλῆθος ὄντα ποὺ δὲν θυμοῦμαι, ἐὰν ἦταν ἄνθρωποι ἢ ῎Αγγελοι καὶ ποὺ ὅλα ἔψαλλαν μ᾿ ἕναν ἐξαίσιο μελωδικὸ τρόπο, ἐνῶ ἐγὼ στεκόμουν ἐκεῖ πίσω τους καὶ εὐφραινόμουν. Δὲν θυμοῦμαι τίποτ᾿ ἄλλο νὰ σοῦ εἰπῶ κι᾿ οὔτε ξέρω ἂν τὸ ὅραμα κράτησε πολύ, παρὰ μόνο ὅ,τι μοῦ εἶπαν κατόπιν οἱ διακονήτριές μου, πὼς δηλαδὴ ὅταν ἦλθαν στὸ Κελλί μου καὶ μὲ εἶδαν πεσμένη μπροστὰ στὶς Εἰκόνες, νόμισαν στὴν ἀρχὴ πὼς προσευχόμουν, ἀλλὰ κατόπιν, βλέποντας ὅτι περνοῦσε ἡ ὥρα καὶ δὲν σηκωνόμουν, νόμισαν πὼς κοιμόμουν κι᾿ ἄρχισαν νὰ μὲ φωνάζουν, ἀλλὰ χωρὶς ἀποτέλεσμα, ὁπότε μ᾿ ἄφησαν ἢσυχη.
   ῞Οταν συνῆλθα ἀπὸ τὴν θαυμάσια αὐτὴ ἔκσταση καὶ τὸ ὅραμα, τὸ Κελλί μου ἦταν πάλι ἄδειο καὶ χάρηκα πολὺ γι᾿ αὐτό.Τὸ πάτωμα, στὸ σημεῖο ποὺ ἀκουμποῦσε τὸ μέτωπό μου, ἦταν κατάβρεχτο μὲ δάκρυα σὰν νὰ εἶχε χυθῆ νερό. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι τὰ μέλη μου δὲν εἶχαν νεκρωθῆ, τὰ δάκρυα ὅμως οὔτε τὰ ἔνοιωσα, οὔτε τὰ συνειδητοποίησα καὶ γιὰ νὰ μιλήσω πιὸ καθαρά, δὲν ἤξερα καθόλου τί μοῦ συνέβαινε.῾Η γλυκύτητα ποὺ γέμισε τὴν καρδιά μου αὐτὲς τὶς πανάγιες στιγμές, παρέμεινε γιὰ πολὺ μέσα στὴν ψυχή μου σὰν μάρτυρας τῆς οὐράνιας ἐπισκέψεώς μου».

Βλέπεις, ᾿Αδελφή, τί παραδείγματα ὑψηλῆς καὶ συγκεντρωμένης προσευχῆς ἔχομε ἀπὸ σύγχρονες Μοναχές;Ποιός μᾶς ἐμποδίζει λοιπὸν ἀπὸ τὰ νὰ ἐπιτύχωμε κι᾿ ἐμεῖς αὐτὸ τὸ ὕψος;Στὰ βιβλία τῶν ῾Αγίων Πατέρων ὑπάρχουν βέβαια πολλὰ παρόμοια παραδείγματα, ἐγὼ ὅμως σοῦ ἔφερα σκόπιμα παραδείγματα ἀπὸ τὴν ζωὴ τῶν μοναζουσῶν τῆς ἐποχῆς μας, γιατί, ὅταν διαβάζωμε κι᾿ ἀκοῦμε διηγήσεις γιὰ τὰ μεγάλα κατορθώματα τῶν ῾Αγίων, λέμε συχνὰ γιὰ νὰ δικαιολογήσωμε τὴν δική μας ἀμέλεια: «Τότε ὑπῆρχαν ῞Αγιοι. Αὐτὸ ἔγινε ἐκείνη τὴν ἐποχή, τώρα ὅμως οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἀδύνατοι καὶ οἱ καιροὶ ἄλλαξαν!».
   Νὰ λοιπόν, μάθε ἀπὸ τὴν δική μου πεῖρα ὅτι ἀκόμη καὶ τώρα ὑπάρχουν ἀληθινοὶ ἀγωνιστές. Οὔτε ὁ χρόνος, οὔτε ὁ τόπος κάνει ἅγιο τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ ἡ ἐλεύθερη βούληση καὶ ἡ σταθερὴ ἀπόφασή του.
Νὰ προσεύχεσαι ἀδιαλείπτως καὶ ὁ Θεὸς δὲν θὰ σοῦ στερήση τὴν εὐλογία Του.
ΠΗΓΗ.Πνευματικα θησαυρισματα(.dosambr.wordpress.com )
https://miteriko.blogspot.com/2010/12/blog-post_02.html

30 Ιανουαρίου, 2026

ΝΑ ΓΙΝΕΣΑΙ ΟΛΟΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗ

Δεν σου προκαλεί εντύπωση ότι όταν προσεύχεσαι ξεκουράζεσαι; Δεν σου προκαλεί εντύπωση ότι όταν ησυχάζεις, ηρεμεί το είναι σου;
Δεν σου κάνει εντύπωση ότι όταν αγαπάς γλυκαίνει η καρδιά σου;
Γιατί;
Γιατί, για όλα αυτά κι αλλά πολλά είσαι πλασμένος.
Είσαι πλασμένος να κοινωνείς με τον Θεό γι αυτό σε ξεκουράζει η προσευχή.
Το σπίτι σου είναι ο ουρανός γι αυτό ηρεμείς όταν τον σκέφτεσαι και τον νοσταλγείς.
Η προσευχή πολλές φορές μπορεί να μας κουράσει σωματικά. Ναι. Αλλά ψυχικά ποτέ.
Το αντίθετο τώρα. Σκέψου μια διασκέδαση. Ναι μπορεί να σε ξεκουράσει σωματικά, να εκτονωθείς αλλά ψυχικά τι σου προσφέρει; Χαρά; Ηρεμία; Ειρήνη; Ευτυχία; Όχι.
Σε καμία περίπτωση δεν λέμε να μην διασκεδάζεις, όχι βέβαια, όλα είναι μέρος της ζωής και της κοινωνικότητας μας. Απλά μιλάμε για βαθύτερα πράγματα και αλήθειες της ύπαρξης.
Να σου πω τον καλύτερο συνδυασμό;
Όπου πας και σε ότι κάνεις, να προσεύχεσαι.
Να δοξάζεις τον Θεό.
Να λες «σε ευχαριστώ Θεέ μου» και να χαίρεσαι τα πάντα ως δώρα Του.
Αυτό είναι το μυστικό.
Να λες «σε ευχαριστώ Θεέ μου», για το φαγητό, το πιοτό, την θάλασσα, το βουνό, τα δέντρα, τα ζώα, τον περίπατο, την όμορφη παρέα, τους ανθρώπους της ζωής σου.
Τότε τι γίνεται; Τα πάντα μεταμορφώνονται και γεμίζουν φως.
Η ευχαριστία και η ευγνωμοσύνη γίνονται βάλσαμο και θεραπεία της ψυχής.
Διότι, αναφέρεις στο Θεό με τρόπο Ευχαριστιακό όλα τα δώρα Του.
«Τα σα εκ των σων Σοι προσφέροντες…»
Τότε δεν κάνεις απλώς προσευχή αλλά γίνεσαι όλος μια προσευχή.

π Χαρ. Λίβυος Παπαδόπουλος
https://www.agiooros.net/forum/viewtopic.php?t=4835&sid=5eca2a8a06adfd8cd550bde3e11eced3&start=23850

31 Οκτωβρίου, 2025

ΟΙ ΤΟΠΙΚΟΙ AΓΙΟΙ ΤΗΣ ΛΕΣΒΟΥ 8o

 Προσευχή στον Ταξιάρχη: 

 Ἀρχάγγελε Κυρίου Μιχαήλ, τῶν δαιμόνων μαχητά, πολέμησον τούς ἐχθρούς τούς πολεμοῦντας με, ποίησον αὐτούς ὥσπερ ἀμνούς καί ἀπόστρεψον αὐτούς ὡς ὁ ἄνεμος τήν κόνιν. 

 Ὦ Μέγα Ἀρχάγγελε Κυρίου Μιχαήλ! Ἀρχιστράτηγε, Πρῶτε τῶν ἑξαπτερύγων Χερουβείμ καί Σεραφείμ καί πάντων τῶν Ἁγίων, γενοῦ μοι προστάτης καί βοηθός ἐν ταῖς θλίψεσι καί ταῖς στενοχωρίαις μου, ἐν τῇ ἐρήμῳ, εἰς τάς ὁδούς, εἰς τούς ποταμούς, καί ἐν τῇ θαλάσσῃ γενοῦ μοι γαλήνιος λιμήν.  

Σῶσον με, Ἀρχάγγελε Μιχαήλ, ἀπό τῶν πονηριῶν τοῦ διαβόλου, ὅταν ἀκούσης με, τόν ἁμαρτωλόν δοῦλον (ὄνομα), καλοῦντα τό ὄνομά Σου τό Ἅγιον. Γενοῦ μοι βοηθός ταχύς καί ἐπάκουσον τῆς προσευχῆς μου. 

 Ὦ Μέγα Ἀρχάγγελε Μιχαήλ! Νίκα πάντας τούς ἐναντίους μου τῇ δυνάμει τοῦ Τίμιου καί Ζωοποιοῦ Οὐράνιου Σταυροῦ τοῦ Κυρίου, εὐχαῖς τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, τῶν Ἁγίων Ἀγγέλων, τῶν Ἀποστόλων, τοῦ Ἁγίου Προφήτου Ἡλιοῦ, τοῦ Ἁγίου Νικολάου τοῦ Θαυματουργοῦ, τοῦ Ἁγίου Ἀνδρεου τοῦ διά Χριστόν Σαλοῦ, τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Νικῆτα καί Εὐσταθίου καί πάντων Σου τῶν Ἁγίων. 

 Ὦ Μέγα Ἀρχάγγελε Μιχαήλ! Βοήθει με τόν ἁμαρτωλόν δοῦλον Σου (ὄνομα), σῶσον με ἀπό σεισμοῦ, πλημμύρας καί πυρός, ἀπό ἀοράτων ἐχθρῶν, ἀπό ἀνοήτου θανάτου, ἀπό παντός κακοῦ καί ἀπό πονηρῶν δαιμόνων, Μέγα Μιχαήλ Ἀρχάγγελε Κυρίου, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰὠνων.32

-28-

02 Μαΐου, 2025

Δύναμη Προσευχής: Πείτε αυτή την προσευχή με όλη σας την καρδιά στην Παναγία Γιάτρισσα


Χαίρε ω Μεγαλόχαρη Παρθένε Ευλογημένη,
Εσύ γιατρεύεις την καρδιά την κάθε πονεμένη.
Πάντα την θεία χάρη σου όλοι επικαλούνται.
Καί στην Γλυκιά Μανούλα τους τα πάθη διηγούνται.

Εσύ  Μητέρα  Στοργική που δεν κρατάς κακία,
Βασίλισσα των Ουρανών  Γιάτρισσα Παναγία,
Μνήσθητι και του δούλου Σου  που σε παρακαλάει,
κι όντας πολύ αμαρτωλός μιά χάρη σου ζητάει.

Τον πόνο μου απάλυνε, διώξε την θλίψη όλη,
γιάτρεψε την αρρώστια να σε δοξάζουν όλοι.
Όλος ο κόσμος ερωτά, που θαβρει  Σωτηρία,
μες τον ναό της Παναγιάς  υπάρχει  ευλογία.

Άγγελοι ολοπρόθυμα ακούν τις προσταγές σου,
αφού τον Ήλιο έκλεισες μέσα στις αγκαλιές σου.
Εγώ είμαι η Γιάτρισσα όπου με λεν Μαρία,
και ο Θεός με βάπτισε Δέσποινα Παναγία.

Άσπιλε και Αμόλυντε Μήτερ Ευλογημένη, 
δώσε σε κάθε άρρωστο αυτό που περιμένει.
Δώσε σε κάθε ασθενή που σε επικαλείται,
σωματική και ψυχική, υγεία να ωφελείται.
Αμήν.

29 Μαρτίου, 2025

«Οι Άγιοι Πατέρες φωτίστηκαν και μας άφησαν αυτές τις προσευχούλες.

Οι δύο αυτές προσευχούλες είναι:… «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον ημάς» και «Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς». Δεν είναι να διαβάσουμε εγκυκλοπαίδειες, ούτε πολλά βιβλία. Μ’ αυτές τις δύο προσευχούλες.. σωζόμαστε όλοι οι Χριστιανοί. Οι μοναχοί που δεν έχουν τις μέριμνες των κοσμικών, προσεύχονται πολύ και φθάνουν ψηλά. Τους βοηθάει πολύ και η Παναγία μας.
Είναι σαν να μιλούν στο αυτί του Χριστού μας, γιατί είναι αφοσιωμένοι στη προσευχή και αυτό είναι το κύριο έργο τους και όποιος έχει το δώρο της προσευχής στη καρδιά του, όταν πεθάνει δεν τον αγγίζουν τα τελώνια. Πηγαίνει μετά τον θάνατό του, κατευθείαν στο Χριστό μας. Δεν έχει εμπόδια, γιατί το όνομα του Χριστού έχει δύναμη. Είναι πυρ ο Θεός.» – Γέρων Εφραίμ της Αριζόνας

Γέροντας Ιάκωβος Τσαλίκης: Οι αληθινοί Χριστιανοί δεν φοβούνται

Μην ακούσεις ποτέ τι λέει ο κόσμος. Μπαίνουν πειρασμοί. Άνθρωποι είμεθα. Ο διάβολος έχει πολλά ποδάρια, πανουργίες, παγίδες. Όλα να αντιμετωπίζωνται μέσα στον γάμο με αγάπη, πραότητα, υπομονή.

Πίστη στον Θεό και προσευχή και όλα θα πηγαίνουν κατά Θεόν. Μεταξύ σας (με τον σύζυγο) να υπάρχη κλίμα απόλυτης εμπιστοσύνης και ειλικρίνειας. Μην αφήνης κάτι μέσα σου, γιατί αυτό μετά θα σε πνίξη. Μην αφήνης τους λογισμούς να εμφωλεύουν μέσα σου, είναι όφεις.

Η αγάπη όλα τα σκεπάζει. Με προσοχή, διάκριση, λεπτότητα και απέναντι στον κόσμο και μεταξύ σας. Αν έχετε κάτι μεταξύ σας, μην το λέτε σε τρίτους. Η προσοχή και η προσευχή όλα τα διορθώνουν, όλα τα κάνουν καλά. Να ζούμε με σωφροσύνη, νηστείες, αποχή σαρκικών επιθυμιών».

Κόρη Ιερέως πέρασε τον συνήθη πειρασμό της εφηβείας για το παντελόνι. Οι γονείς τής είπαν πολλά, συζήτησαν, την συμβούλευσαν και οι δυο, αυτή όμως επέμενε. Τότε της είπαν: «Εμείς δεν έχομε να προσθέσωμε τίποτε άλλο. Αν θέλης, όμως, να συζητήσης το θέμα με τον Γέροντα και να κάνωμε όλοι μας υπακοή σε ό,τι πη εκείνος». Πήγε, λοιπόν, κι όταν βγήκε, είχε χαλαρώσει τελείως.

Ο Γέροντας της είπε: «Καλό μου παιδί, αυτό δεν το θέλει ο Θεός για τις γυναίκες. Δεν σκέπτεσαι ότι είσαι παιδί ιερέως, και αν το κάνης εσύ, θα σε μιμηθούν κι άλλες κοπέλλες; Δεν σκέπτεσαι τον πατέρα σου; Πώς θα μιλήση γι’ αυτό το θέμα στις γυναίκες;». Τα λόγια του είχαν την ζεστασιά και την ευωδία της προσευχόμενης καρδίας, γι’ αυτό αλλοίωναν τους ανθρώπους.

«Πολλές φορές λένε (κατηγορίες) για τους Ιερείς. (Αλλά) και οι παπάδες άνθρωποι είναι. Μπορεί ένας άνθρωπος να έσφαλε στην ζωή του, δεν φταίνε και όλοι οι άνθρωποι. (Και ένας παπάς μπορεί να έσφαλε, δεν φταίνε όλοι οι παπάδες.) Αλλά «μην κρίνετε » λέγει ο Χριστός «ίνα μη κριθήτε», διότι με το μέτρο που κρίνομε θα κριθούμε μια μέρα.

Ποιοι είμαστε που θα κρίνωμε; Να κάνωμε προσευχή να φωτίζη ο Θεός τον κάθε άνθρωπο. Όσο μπορούμε να συγχωρούμε». «Να κάνετε πάντοτε προσευχή και να ‘χετε πάντα την ελπίδα στον Θεό. Θα σας βοηθήση η Χάρις της Παναγίας, του οσίου Δαυΐδ και του αγίου Ιωάννου του Ρώσσου. Για όλο τον κόσμο κάνομε προσευχές και οι προσευχές στηρίζουν».

«Το ψωμάκι μας να βγάζωμε και όπου να είναι (αρκεί να εργαζώμαστε). Τα παιδιά των πρωτοπλάστων, ο ένας ήταν γεωργός και ο άλλος ποιμένας. Όλα τα επαγγέλματα καλά είναι, μόνο να είμαστε κοντά στον Θεό. Και ο Απόστολος Παύλος για να μη φάη, με συγχωρείτε, δωρεάν το ψωμί από κανένα άνθρωπο, εργαζόταν με τα χέρια.

Έφτειαχνε σκηνές. Λοιπόν και αυτοί οι μεγάλοι Άγιοι της Εκκλησίας μας και αυτοί εργαζόντανε. Ο ίδιος ο Χριστός μας, και εκείνος εργαζότανε στο μαραγκούδικο. Και κείνος ήταν Θεός και άνθρωπος αλλά και κείνος εργάσθηκε. Πάντοτε η εργασία είναι αρετή στον άνθρωπο».

«Λέω ότι η νηστεία ωφελεί τον άνθρωπο και στην ψυχή και στο σώμα. Πρέπει και νηστείες να τηρήσετε, αν έχετε υγεία, το κατά δύναμη με την άδεια του γιατρού, αλλά και με την εντολή του Πνευματικού. Όλα να γίνωνται με πολλή διάκριση και προσευχή. Ιδιαιτέρως να προσεύχεσθε, να αγωνίζεσθε τον αγώνα τον καλόν, διότι ο διάβολος γυρίζει ως λέων ωρυόμενος».

«Δεν ξέρομε την ημέρα, ουδέ και την ώρα. Γι’ αυτό, επειδή είμαστε προσωρινοί άνθρωποι, ας φροντίζωμε για την ψυχή μας, που είναι πράγμα αθάνατο. Πεθαίνουν οι άνθρωποι, αλλά πώς πεθαίνουν; Πεθαίνομε, αλλά να είμαστε κοντά στον Χριστό. Να αγωνιζώμαστε με προσευχή, με αγάπη».

«Παιδιά μου, σήμερα οι καιροί είναι δύσκολοι, οι ημέρες πονηρές. Γι’ αυτό, ν’ αγωνιζώμαστε. Αν δεν αγωνιζώμαστε, πώς θα σωθούμε;». «Όταν εξομολογώ, κάνω προσευχή να κρατάω τα καλά και τα άσχημα να τα διώχνω. Αν ακούμε κάτι άσχημο, αμέσως να το διώχνωμε· από το ένα αυτί να μπαίνουν (τα άσχημα) και από το άλλο να βγαίνουν».

«Να έχης την ελπίδα σου στον Θεό. «Ο άνωθεν Κύψας βλέπει». Εμείς θα κάνωμε το ανθρώπινο, την προσπάθεια» «Αγώνας, προσευχή, πίστη. Να ‘χουμε ταπείνωση, σεμνότητα, τιμιότητα». «Η δύναμη του Θεού είναι πολύ μεγάλη. Η προσευχή, πάντα κάνει καλό». «Ό,τι κάνομε, να το κάνωμε για τον Θεό και όχι για την κενοδοξία». «Ο Θεός δέχεται την λίγη νηστεία που γίνεται με ταπείνωση».

02 Ιανουαρίου, 2025

ΠΡΟΣΕΥΧΗ

 Κύριε, ἄλλον ἕνα χρόνο μᾶς χάρισε ἡ ἄπειρη ἀγάπη καὶ ἡ μακροθυμία Σου. Ἤδη ἀποχαιρετήσαμε καὶ αὐτὸ τὸ ἔτος καὶ νὰ ὑποδεχθηκαμε τὸ καινούργιο. Θὰ γίνει καὶ αὐτὸ τὸ ἔτος ποὺ φεύγει, παρελθὸν καὶ θὰ προστεθεῖ στὰ προηγούμενα. Ἀναλογίζομαι τὶς εὐλογίες ποὺ μοῦ χάρισες αὐτὸ τὸ ἔτος. Μὲ ἁπλοχεριά, ἀφειδώλευτα μὲ εὐλόγησες. Ἀπὸ πόσους κινδύνους σωματικοὺς καὶ πνευματικοὺς μὲ διαφύλαξες. Πόσες φορὲς ἔφθασα στὸ χεῖλος τῆς πολυειδοῦς καὶ πολυμόρφου ἁμαρτίας, καὶ Σὺ σὰν στοργικὸς Πατέρας μ’ ἔπιασες μὲ τὸ στιβαρὸ θεϊκὸ φιλάνθρωπό Σου χέρι καὶ μὲ τράβηξες πίσω, μὲ δέχθηκες στὸ φιλάνθρωπο Μυστήριο τῆς Μετανοίας καὶ λεύκανες τὴν ψυχή μου. Πόσες ἄλλες φορὲς μοῦ ἔδωσες τὴ δυνατότητα νὰ ἐντρυφῶ στὸν θεῖο Σου λόγο. Πόσες ὧρες μὲ ἀξίωσες καὶ κατὰ τὸ ἔτος αὐτὸ νὰ βρεθῶ στὰ ἅγια σκηνώματά Σου καὶ νὰ Σὲ λατρεύω «ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ» διὰ τῆς τελέσεως τοῦ Μυστηρίου τῆς θείας Εὐχαριστίας καὶ νὰ γίνομαι μέτοχος τοῦ Ἀχράντου Σου Σώματος καὶ τοῦ τιμίου Σου Αἵματος. Τί πρῶτο καὶ τί δεύτερο νὰ θυμηθῶ ἀπόψε, Κύριε!... Γιὰ πόσα ἄλλα θὰ ἤθελα νὰ Σὲ εὐχαριστήσω!... Εἶναι ὅμως πολὺ μικρὴ ἡ εὐχαριστία καὶ ἡ εὐγνωμοσύνη μου μπροστὰ στὸ πλῆθος τῶν δωρεῶν καὶ εὐεργεσιῶν Σου ποὺ ἀπήλαυσα. Ἐπαναλαμβάνω κι ἐγὼ μὲ τὸν ὑμνωδό Σου: «Ὕμνος ἅπας ἡττᾶται συνεκτείνεσθαι σπεύδων τῷ πλήθει τῶν πολλῶν οἰκτιρμῶν Σου· ἰσαρίθμους γὰρ τῇ ψάμμῳ ᾠδὰς ἂν προσφέρωμέν Σοι, Βασιλεῦ ἅγιε, οὐδὲν τελοῦμεν ἄξιον ὧν δέδωκας ἡμῖν». Εὐλόγησε, Κύριε, κατὰ τὸ νέο ἔτος ὅλους μας. Πραγματοποίησε τὰ αἰτήματα τῶν καρδιῶν μας κατὰ τὸ συμφέρον τὸ πνευματικὸν ἑκάστου. Κανέναν ἀπὸ μᾶς ποὺ στηρίξαμε τὴν ἐλπίδα μας σὲ Σένα μὴν ἀποβάλεις ἀπὸ τὴ Βασιλεία Σου. Ἁγίασε τὶς ψυχὲς καὶ τὰ σώματά μας. Φρούρησε τὴ ζωή μας, σκέπασέ μας ἐν τῇ σκέπῃ τῶν πτερύγων Σου. Ἀσφάλισε τὰ διαβήματά μας μὲ τὶς εὐχὲς καὶ ἱκεσίες τῆς ἐνδόξου Θεοτόκου καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας, δυνάμει τοῦ τιμίου καὶ ζωοποιοῦ Σταυροῦ, προστασίαις τῶν τιμίων καὶ ἐπουρανίων δυνάμεων Ἀσωμάτων καὶ πάντων Σου τῶν Ἁγίων. Ἀμήν.

ΟΣΩΤΗΡ2057

17 Μαρτίου, 2024

Φθιώτιδος Συμεών: «Η προσευχή είναι η αθόρυβη δύναμη»

«Πολλές φορές στη ζωή μας νομίζουμε ότι αν εκφράζουμε
τα συναισθήματά μας με θόρυβο, με ένταση, με εξωτερικό τρόπο,
ότι αυτά είναι πιο δυνατά, ότι γίνονται πιο αντιληπτά και πιο
αισθητά.
Πολλές φορές θεωρούμε μέσα στην καθημερινότητά μας ότι η
εικόνα, η εντύπωση, η αίσθηση, την οποία προκαλούμε ότι μπορεί
να επηρεάζει και την ουσία των πραγμάτων. Είναι αλήθεια όμως
ότι αν φιλοσοφήσουμε βαθύτερα δε σημαίνει ότι κάθε δυνατή
μουσική, που ακούγεται από ένα σπίτι ή από ένα αυτοκίνητο που
περνάει μέσα στο δρόμο, ότι οπωσδήποτε ανταποκρίνεται σε μία
καρδιά ή σε μία ψυχή που πραγματικά είναι χαρούμενη και που
πραγματικά είναι ευτυχισμένη. Δεν σημαίνει ότι καθετί, το οποίο
έχει μέσα του θόρυβο και κάνει εντύπωση ότι κουβαλάει μέσα του
και μία πραγματική ουσία. Πολλές φορές μπορεί να είναι ένα
υποκατάστατο, πολλές φορές μπορεί να είναι μία ψυχολογική
ανάγκη, πολλές φορές μπορεί να είναι κάτι το πολύ εξωτερικό,
χωρίς ουσία και χωρίς αντίκρισμα.
Ένα από τα πιο αθόρυβα, ένα από τα πιο σιωπηλά, ένα από τα
πιο διακριτικά γνωρίσματα ενός ανθρώπου που αγαπά αληθινά,
είναι η προσευχή. Η προσευχή είναι η πιο δυνατή έκφραση
αγάπης, αλλά συγχρόνως και η πιο αθόρυβη. Η αληθινή
προσευχή. Η προσευχή η σιωπηλή, η προσευχή μετά δακρύων, η
προσευχή για τον άλλον άνθρωπο είναι η πιο δυνατή έκφραση
αγάπης.
Ένα τέτοιο πρόσωπο ταπεινής προσευχής, αθόρυβης,
αδιάλειπτης θταν ο αγιος Ιερέας Νικόλαος
Πλανάς, που ξεκινούσε με τα πόδια από το Μοναστηράκι μέχρι τον Άγιο Ιωάννη  τον Κυνηγό με τσουβάλι από ονόματα για να προσεύχεται ταπεινά
και σιωπηλά μέσα στις Αγρυπνίες, στον Ιερέα που αγρυπνούσε
στον Προφήτη Ελισσαίο στο Μοναστηράκι έχοντας ως ιεροψάλτη
τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, τον Αλέξανδρο Μωραϊτίδη και
άλλους ευσεβείς λόγιους των Αθηνών και εκεί από τη νύχτα μέχρι
το χάραμα μνημόνευε αδιάλειπτα, προσευχόταν αθόρυβα και
σιωπηλά για την αγάπη των αδελφών του, για τους αδελφούς του
τους ταλαιπωρημένους, τους περιφρονημένους, τους ασθενείς,
τους αδύναμους, τους φτωχούς, τους πονεμένους, τους
θλιμμένους, για τους αδελφούς τους δοκιμασμένους κι αυτή η
προσευχή του ήταν η πιο δυνατή έκφραση της αγάπης του.
Εχουμε λησμονήσει την προσευχή, έχουμε λησμονήσει το ρίσκο που έχει προσευχή, την
ελευθερία που έχει η προσευχή, γιατί στην προσευχή παραιτείσαι
από τη ρητορική σου, στην προσευχή παραιτείσαι από την
επιχειρηματολογία σου, παραιτείσαι από τη δύναμή σου,
παραιτείσαι από την ισχύ σου, στην προσευχή δεν μιλάνε τα
μπράτσα, στην προσευχή δεν μιλάν τα ντεσιμπέλ της φωνής, στην
προσευχή δεν μιλάει η λάμψη του προσώπου και της ομορφιάς.
Στην προσευχή ομιλεί η Χάρις του Θεού. Στην προσευχή καταθέτει
κανείς την αδυναμία του, καταθέτει το αδιέξοδο του, καταθέτει την
απορία του, τη θλίψη του, καταθέτει την ανικανότητα του ως
πατέρας, ως μάνα, ως παιδί ως γιός, ως θυγατέρα, ως αδελφός,
ως αδελφή. Αυτό καταθέτουμε στην προσευχή, το πόσο λίγοι
είμαστε, αυτό πάμε και λέμε στο Θεό : «Θεέ μου, εσύ αναπλήρωσε
την αδυναμία, εσύ θεράπευσε την ασθένεια μου, εσύ κάνε αυτό
που δε μπορώ να κάνω εγώ, εσύ μίλησε για μένα, εσύ πράξε για
μένα, να γίνει το δικό Σου θέλημα και όχι το δικό μου. Αυτή είναι η
ζωή του Αγίου Νικολάου ιερέως του Πλανά. Αυτή είναι η ζωή των
ταπεινών, αυτή όμως είναι η ζωή που φέρνει τη χάρη του Θεού και
γεμίζει καρπούς αγιοπνευματικούς. Η προσευχή είναι εσωτερική
παραίτηση από τον εγωισμό μας και εσωτερική κατάφαση στο
θέλημα του Θεού.
Η προσευχή δεν είναι ηττοπάθεια, η προσευχή δεν είναι άρνηση.
Αν όλοι όμως αποκτήσουμε αυτήν την κουλτούρα, τον πολιτισμό
της προσευχής και αρχίσουμε να προσευχόμεθα ο ένας για τον
άλλο πόσο περισσότερη αγάπη θα αποκτήσουμε μεταξύ μας,
πόσο λιγότερη κατάκριση, πόσο λιγότερη συκοφαντία, πόσο
λιγότερη αδικία, πόσο λιγότερη ταραχή για πόσο λιγότερη
αναστάτωση. Είναι δυνατόν να προσεύχεσαι για έναν άνθρωπο και
μετά να πας στο καφενείο και να τον κατακρίνεις; Δεν είναι  
δυνατόν! Να γίνει η προσευχή συνήθειά μας κι όχι το
κουτσομπολιό. Να γίνει η προσευχή το χόμπι μας και όχι η
ενασχόληση με τους άλλους. Να γίνει η προσευχή η ανάσα μας, η
αναπνοή μας και η δική μας απάντηση στο σύγχρονο κόσμο του
θορύβου, των εντυπώσεων και της εικόνας».

https://www.exapsalmos.gr/fthiotidos-symeon-i-prosefchi-einai-i-athoryvi-dynami/

12 Φεβρουαρίου, 2024

Ὁ προσευχόμενος νοῦς ζητᾶ ἕνωση μὲ τὴν καρδιὰ

 


Ἅγιος Ἰγνάτιος Brianchaninov

Ἐπίσκοπος Καυκάσου καί Μαύρης Θάλασσας

Κλείστηκαν οἱ θύρες τῶν αἰσθημάτων: Ἡ γλώσσα σωπαίνει, τὰ μάτια εἶναι σφαλισμένα, τ’ αὐτιὰ δὲν ἀκοῦνε τίποτε ἀπ’ ὅσα συμβαίνουν γύρω μου. Ὁ νοῦς, ἀποτινάζοντας τὸν ζυγὸ τῶν γήινων λογισμῶν, ντύνεται τὴν προσευχὴ καὶ κατεβαίνει στὸν ἐσωτερικὸ θάλαμο τῆς καρδιᾶς. Ἡ θύρα, ὅμως, τοῦ θαλάμου εἶναι κλειστή. Παντοῦ σκοτάδι, σκοτάδι ἀπροσπέλαστο. Καὶ ὁ νοῦς, καθὼς βρίσκεται σὲ ἀπορία, ἀρχίζει νὰ χτυπᾶ μὲ τὴν προσευχὴ τὴ θύρα τῆς καρδιᾶς. Στέκεται ὑπομονετικὰ μπροστά της καὶ τὴ χτυπᾶ· περιμένει· πάλι χτυπᾶ· πάλι περιμένει· πάλι προσεύχεται… Καμιὰ ἀπάντηση, καμιὰ φωνὴ δὲν ἀκούγεται! Νεκρικὴ ἡσυχία, ταφικὴ σιωπὴ καὶ ζοφερὸ σκοτάδι. Ὁ νοῦς φεύγει ἀπὸ τὴ θύρα τῆς καρδιᾶς λυπημένος, θρηνώντας πικρὰ καὶ ζητώντας παρηγοριά. Δὲν τοῦ ἐπιτράπηκε νὰ σταθεῖ μπροστὰ στὸν Βασιλέα τῶν βασιλέων μέσα στὸ ἁγιαστήριο τοῦ ἐσωτερικοῦ θαλάμου τῆς καρδιᾶς.

— Γιατί; Γιατί ἀπορρίφθηκες:

— Ἐπειδὴ ἔχω πάνω μου τὴ σφραγίδα τῆς ἁμαρτίας. Ἡ συνήθεια νὰ σκέφτομαι τὰ γήινα μοῦ ἀποσπᾶ τὴν προσοχή. Δὲν ἔχω μέσα μου δυνάμεις, γιατί δὲν ἔρχεται νὰ μὲ βοηθήσει τὸ Πνεῦμα, τὸ πανάγιο καὶ πανάγαθο Πνεῦμα. Αὐτὸ ἀποκαθιστᾶ τὴν ἑνότητα τοῦ νοῦ, τῆς καρδιᾶς καὶ τοῦ σώματος, ποὺ διασπάστηκε μὲ τὴ φοβερὴ πτώση τοῦ ἀνθρώπου. Μάταιες εἶναι οἱ προσωπικές μου προσπάθειες μόνες τους, χωρὶς τὴν παντοδύναμη, δημιουργικὴ βοήθεια τοῦ Πνεύματος. Ἐκεῖνο, βέβαια, εἶναι ἀπέραντα φιλάνθρωπο καὶ πολυέλεο, ἀλλὰ ἡ δική μου ψυχικὴ ἀκαθαρσία δὲν Τὸ ἀφήνει νὰ μὲ πλησιάσει. Θὰ λουστῶ, λοιπόν, στὰ δάκρυα, θὰ καθαριστῶ ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες μου μὲ τὴν Ἐξομολόγηση, δὲν θὰ προσφέρω στὸ σῶμα μου τροφὴ καὶ ὕπνο, ποὺ ἡ πλησμονὴ τους γεννᾶ στὴν ψυχὴ τὸ σαρκικὸ φρόνημα. Ντυμένος ὅλος μὲ τὸν θρῆνο τῆς μετάνοιας θὰ πλησιάσω τὴ θύρα τῆς καρδιᾶς μου. Ἐκεῖ θὰ σταθῶ ἤ θὰ καθήσω σὰν τὸν τυφλό τοῦ Εὐαγγελίου καί, ὑπομένοντας τὸ βάρος καὶ τὴ θλίψη ποὺ προξενεῖ τὸ σκοτάδι, θὰ φωνάζω δυνατὰ σ’ Ἐκεῖνον ποὺ μπορεῖ νὰ μὲ βοηθήσει: «Ἐλέησέ με!» (1).

Κατεβαίνει, λοιπόν, ὁ νοῦς στὸν ἐσωτερικὸ θάλαμο τῆς καρδιᾶς, στέκεται ἐκεῖ μπροστὰ καὶ ἀρχίζει νὰ φωνάζει δυνατὰ μὲ δάκρυα. Μοιάζει μ’ ἕναν τυφλό, ποὺ δὲν βλέπει τὸ ἀληθινὸ καὶ ἀνέσπερο φῶς, καὶ μ’ ἕναν κωφάλαλο, ποὺ δὲν ἔχει οὔτε λαλιὰ οὔτε ἀκοὴ πνευματικὴ (2). Αἰσθάνεται ὅτι εἶναι πραγματικὰ τυφλὸς καὶ κωφάλαλος, ὅτι στέκεται μπροστὰ στὴν πύλη τῆς Ἱεριχώ —τῆς καρδιᾶς, ποὺ τὴν κατοικοῦν οἱ ἁμαρτίες— καὶ ὅτι περιμένει τὴ θεραπεία του ἀπὸ τὸν Σωτήρα, ποὺ δὲν Τὸν βλέπει, ποὺ δὲν Τὸν ἀκούει καὶ ποὺ ἐντούτοις Τὸν φωνάζει, καθὼς βρίσκεται στὴν τραγικὴ αὐτὴ κατάσταση. Τὸ ὄνομά Του δὲν τὸ γνωρίζει- «Υἱὸ τοῦ Δαβὶδ» (3) Τὸν ὀνομάζει: Ἡ σάρκα καὶ τὸ αἷμα δὲν μποροῦν νὰ τιμήσουν τὸν Θεὸ ὡς Θεὸ (4).

— Δεῖξτε μου τὸν δρόμο ἀπὸ τὸν ὁποῖο θὰ περάσει ὁ Σωτήρας!

Ὁ δρόμος αὐτὸς εἶναι ἡ προσευχή, ὅπως λέει σὲ κάθε ἄνθρωπο ὁ Θεός, τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, μὲ τὸ στόμα τοῦ προφήτη: «Ἐμένα μὲ δοξάζει ἡ προσφορὰ ὑμνωδίας, καὶ σ’ ὅποιον βαδίζει αὐτὸν τὸν δρόμο θὰ δείξω τὴ σωτηρία μου» (5).

— Πέστε μου, πότε θὰ περάσει ὁ Σωτήρας; Τὸ πρωί, τὸ μεσημέρι ἤ τὸ βράδυ;

— «Νὰ εἶστε ἄγρυπνοι, γιατί δὲν ξέρετε ποιὰ μέρα θὰ ἔρθει ὁ Κύριος σας» (6).

Ὁ δρόμος εἶναι γνωστός, μὰ ἡ ὥρα ἄγνωστη! Θὰ μείνω ἔξω ἀπὸ τὴν Ἱεριχώ, ὄρθιος ἤ καθισμένος στὴν πύλη τῆς πόλης, ἔχοντας στὸν νοῦ μου τὰ λόγια τοῦ ἀποστόλου Παύλου: «Ὁ Ἰησοῦς, γιὰ νὰ ἐξαγνίσει τὸν λαό Του μὲ τὸ ἴδιο Του τὸ αἷμα, θανατώθηκε ἔξω ἀπὸ τὴν πύλη. Ἂς πᾶμε. λοιπόν, κι ἐμεῖς κοντά Του, ἔξω ἀπὸ τὸ στρατόπεδο (δηλαδὴ τὸν κόσμο τῆς ἁμαρτίας), καὶ ἂς ὑποστοῦμε τὸν ἴδιο μ’ Αὐτὸν ἐξευτελισμὸ» (7).

Ὁ κόσμος παρέρχεται (8), τίποτα δὲν εἶναι μόνιμο σ’ αὐτὸν οὔτε κἄν μὲ πόλη δὲν πρέπει νὰ τὸν παρομοιάζουμε, ἀλλὰ μᾶλλον μὲ χωριό. Θ’ ἀφήσω, λοιπόν, τὴν περιουσία μου, στὴν ὁποία ἔχω προσκολληθεῖ καὶ τὴν ὁποία ὅλοι ἐγκαταλείπουν ὅταν πεθαίνουν, συχνὰ καὶ πρὶν πεθάνουν. Θ’ ἀφήσω τὶς τιμὲς καὶ τὴ δόξα, ποὺ χάνονται. Θ’ ἀφήσω τὶς ἡδονὲς τῶν αἰσθήσεων, ποὺ ἀφαιροῦν κάθε ἱκανότητα γιὰ πνευματικὲς ἀσκήσεις καὶ ἐνασχολήσεις. «Γιατί δὲν ἔχουμε ἐδῶ μόνιμη πολιτεία, ἀλλὰ λαχταροῦμε τὴ μελλοντικὴ» (9), ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἀποκαλυφθεῖ ἀπὸ τώρα στὴν καρδιά μου μὲ τὸ ἔλεος καὶ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, τοῦ Σωτήρα μου.

Ὅποιος δὲν ἀνέβει πνευματικὰ στὴ μυστικὴ Ἱερουσαλὴμ πρὶν ἀπὸ τὸ τέλος τῆς ἐπίγειας ζωῆς του, αὐτὸς δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει τὴ βεβαιότητα ὅτι θὰ ἐπιτραπεῖ στὴν ψυχή του, μετὰ τὴν ἔξοδό της ἀπὸ τὸ σῶμα, νὰ μπεῖ στὴν οὐράνια Ἱερουσαλήμ. Τὸ πρῶτο εἶναι προϋπόθεση τοῦ δευτέρου (10).

1. Λουκ. 18:38, 39.

2. Πρβλ. Μάρκ. 7:32.

3. Λουκ. 18:39.

4. Πρβλ. Α΄ Κορ. 15:50.

5. Ψαλμ. 49:23.

6  Ματθ. 24:42.

7. Ἑβρ. 13:12-13.

8. Α\’ Ἰω. 2:17.

9. Ἑβρ. 13:14.

10. Πρβλ. Ὁσίου Ἡσυχίου τοῦ Πρεσβυτέρου. Πρὸς Θεόδουλον λόγος ψυχωφελὴς καὶ σωτήριος περὶ νήψεως καὶ ἀρετῆς κεφαλαιώδης, δ\’, ριζ\’.

 https://agiazoni.gr/slug-1082/