02 Σεπτεμβρίου, 2026
ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΗΤΕΡΑ ΜΑΣ, ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ
03 Νοεμβρίου, 2024
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β´ Η ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΔΙΑΙΡΕΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ Ν. Σ´/1852
Η κυβέρνηση της Αθήνας με τους Ν. Σ´./1852 και ΣΑ´/1852 έβαλε ουσιαστικά την Εκκλησία να πορεύεται στο δρόμο που αυτή χάραξε, αφού δεν έδωσε ποτέ ιδιαίτερη βαρύτητα στους όρους του Τόμου του 1850, ενώ με τους νόμους αυτούς έμενε στο καθεστώς ομηρίας που επικρατούσε από το έτος 1833(Συμφωνα ομως και με την επιθυμια του ελληνικου λαου).
Όταν τον Ιανουάριο του 1852 ανέλαβε ξανά πρωθυπουργός ο τέως αυλάρχης του βασιλιά Αντώνιος Κριεζής, υπουργός Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως, ανέλαβε ο Σταύρος Βλάχος, ο οποίος ζήτησε να μάθει τις απόψεις της Ι.Σ. για το θέμα αυτό.
Η Ι.Σ. έστειλε στον υπουργό στις 7 Φεβρουαρίου του 1852 τα προαναφερθέντα νομοσχέδια του Κυνουρίας Διονυσίου, ο οποίος είχε ήδη αποβιώσει. Ο υπουργός παρά τη διακριτική παρέμβαση του γραμματέα της Ι.Σ. αρχιμ. Μισαήλ Αποστολίδη, δεν έκανε δεκτά τα συγκεκριμένα νομοσχέδια, ενώ αρνήθηκε το δικαίωμα της Ι.Σ. να έχει γνώμη για αυτά. Το μόνο που τον απασχολούσε ήταν η άποψη της Ι.Σ. για το εάν υπήρχαν διατάξεις μέσα σε αυτά αντιβαίνουσες στους ιερούς κανόνες και στις παραδόσεις της Εκκλησίας. Τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο την Ι.Σ. συγκροτούσαν πλέον ουσιαστικά δύο υπερήλικες αρχιερείς, ο Αθηνών Νεόφυτος ο Ε´ Μεταξάς και ο Καλαβρύτων Βαρθολομαίος Πειρούνης, ενώ απουσίαζε ο Κυκλάδων Δανιήλ Κοντούδης επειδή ήταν βαριά άρρωστος. Οι ιερείς και οι μοναχοί, βλέποντας την ανικανότητα των δύο συνοδικών αρχιερέων, αντέδρασαν δυναμικά. Η κυβέρνηση χαρακτήρισε τη στάση τους αυτή ως μια καινούρια συνομωσία κατά του καθεστώτος. Η αστυνομία συνέλαβε περίπου 150 κληρικούς και μοναχούς, ενώ από αυτούς πολλοί φυλακίστηκαν ή εξορίστηκαν για αδικήματα που αργότερα έγιναν πλημμελήματα111 . Η επικύρωση των Ν. Σ´/1852 και ΣΑ´/1852 επικυρώθηκαν από το βασιλιά στις 9 Ιουλίου 1852. Η ελληνική κυβέρνηση με τη στάση της γενικά και αυτά τα δύο νομοσχέδια ειδικά ουσιαστικά ακύρωσε τους όρους του Τόμου του 1850. Όπως σημειώνει ο Α. Πανώτης: «Έκτοτε, οι ελλαδικοί ιεράρχες υποχρεώθηκαν να αποδέχονται και να εφαρμόζουν τα νομοθετήματα αυτά, που προήλθαν από την βουλευτική ιδιότητα λαϊκών προσώπων, εκλεγμένων για να αποφασίζουν για κοσμικά και μόνον ζητήματα. Έτσι, οι ιεράρχες μεταβλήθηκαν σε κρατικούς λειτουργούς και ως δημόσιοι υπάλληλοι ήταν υποχρεωμένοι να εφαρμόζουν διατάξεις που δεν εισηγήθηκαν και που μάλιστα ήταν αντίθετες στους ιερούς κανόνες! Η μόνη δεκτή παρέμβαση της Ιεραρχίας στα της Εκκλησίας ήταν η υποβολή προτάσεων σε μια εξωσυνοδική ανώτερη κοσμική αρχή, δηλαδή στον νομάρχη και τον υπουργό, που ήταν εκτελεστικά όργανα της Πολιτείας “επί ημικλάστου χάρτου” και όφειλε “μηδέν να πράττη άνευ της γνώμης της”. […] Έτσι θεσπίστηκε η πλήρης υποδούλωση στα Εκκλησίας στο κράτος»112 .
Η ΠΡΟΣΑΡΤΗΣΗ ΤΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ ΤΗΣ ΕΠΤΑΝΗΣΟΥ ΤΟ 1866 ΚΑΙ ΟΙ ΑΡΧΙΕΡΕΙΣ ΤΩΝ ΤΟΠΙΚΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ ΑΡΓΟΛΙΔΟΣ, ΠΑΤΡΩΝ ΚΑΙ ΗΛΕΙΑΣ, ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ ΚΑΙ ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΣ
Με την έκδοση του Τόμου του 1850 το Ο.Π.Κ. προσπάθησε να συνδυάσει την ανεξαρτησία της Ελλαδικής Εκκλησίας και τη διοίκησή της με βάση τους ιερούς κανόνες. Αρχικά ο Τόμος του 1850 έγινε δεκτός με ανακούφιση και εγκρίθηκε από τη Γερουσία, όμως με την αρνητική στάση του αρχιμ. Θ. Φαρμακίδη, είχε ως αποτέλεσμα να αντιδράσουν οι πολίτες σε τέτοιο βαθμό ώστε η Βουλή αναγκάστηκε να απορρίψει τον Τόμο του 1850. Η κυβέρνηση μη έχοντας άλλη λύση προχώρησε στη ψήφιση «Νόμου Καταστατικού», μέσα στο γενικό πλαίσιο των πολιτειοκρατικών αντιλήψεων του αντιβασιλέα Μάουερ για τις σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας όπως αυτές αναφέρονταν στη Διακήρυξη του 1833.
(Δηλαδη ο λαος ηθελε ανεξαρτητη την ελληνικη Εκκλησια απο το Οικουμενικο Πατριαρχειο,ενω οι κληρικοι ηθελαν την υπαγωγη στο Οικουμενικο Πατριαρχειο ).
Με το Ν. ΣΑ´/1852 ανώτατη αρχή είναι η Ι.Σ. της Εκκλησίας, ενώ υποχρεωτική είναι η παρουσία βασιλικού επιτρόπου σε όλες τις συνεδριάσεις και προσυπογράφει τα πρακτικά.
Με το Ν. ΣΑ´/1852 η Ι.Σ. μόνο μέσω του αρμοδίου υπουργείου πρέπει να έρχεται σε επαφή με τις πολιτικές ή τις εκκλησιαστικές αρχές στο εσωτερικό ή στο εξωτερικό, ενώ με το Ν. Σ´/1852, ο οποίος είχε προηγηθεί, καθορίζεται ο αριθμός των επισκοπών και ο τρόπος εκλογής των επισκόπων με τη διαδικασία του τριπρόσωπου. Την τελική επιλογή κάνει ο βασιλιάς, για κάθε επισκοπή113 .Ο αριθμός των επισκοπών του Βασιλείου της Ελλάδος μετά την ένωση της Επτανήσου με το νεοσύστατο ελληνικό κράτος το 1866 ήταν τριάντα μία, προστέθηκαν οι αρχιεπισκοπές Κερκύρας, Κεφαλληνίας και Ζακύνθου, και οι επισκοπές Λευκάδος, Ιθάκης, Παξών και Κυθήρων, ενώ στις περιοχές αυτές η εκκλησιαστική νομοθεσία του νεοελληνικού κράτους έλαβε υποχρεωτική ισχύ στο έδαφος της Ιονίου Πολιτείας από 20 Ιανουαρίου 1866 και υπό στοιχ. ΡΝ´ νόμου μόνο από 1 Ιουλίου 1866, ενώ οι συγκεκριμένες επισκοπές ενσωματώθηκαν οριστικά στην Ι.Σ. της Εκκλησίας της Ελλάδος μετά την Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη του Ιουλίου του 1866 (υπ᾽ αριθμ. 136β´)114 .
ΕΓΚΥΚΛΙΟΙ ΕΠΙΣΤΟΛΑΙ, ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΚΑΙ ΟΔΗΓΙΑΙ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ ΕΓΚΥΓΚΛΙΟΙ ΣΥΝΟΔΕΥΟΥΣΑΙ ΝΟΜΟΥΣ ΚΑΙ Β. ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ
Εγκύκλιος 1. Αριθ. Πρωτ. 2616. – Εν Αθήναις την 16 Ιουλίου 1852.
Περί δημοσιεύσεως του Σ´ Νόμου περί επισκοπών κτλ.
ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος.
Προς απάσας τας κατά το Βασίλειον Εκκλησιαστικάς Αρχάς.
Κατά το από 10 του ενεστώτος μηνός και υπ᾽ αριθ. 2890 έγγραφον του επί των Εκκλησιαστικών κτλ. υπουργείου πέμπεται προς υμάς έγκλειστον εν τη παρούση έκτυπον του ήδη δημοσιευθέντος δια του αρίθ. 25 της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως Σ´ Νόμου περί Επισκοπών και Επισκόπων και περί του υπ᾽ αυτούς τελούντος κλήρου· επισυνάπτονται δε και έτερα έκτυπα αυτού του Νόμου, όπως αποσταλώσι παρ᾽ υμών προς τους υφ᾽ υμάς ειδικούς Επισκοπικούς Επιτρόπους και τα συμβούλια των διατηρουμένων μονών προς γνώσιν όλου του εν τη Ελλάδι κλήρου.
† Ο ΑΘΗΝΩΝ ΝΕΟΦΥΤΟΣ Πρόεδρος.
† Ο ΑΙΓΙΝΗΣ ΣAΜΟΥΗΛ.
† Ο ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ.
Ο Γραμματεύς Αρχιμανδρ. Μ. Αποστολίδης
ΝΟΜΟΣ Σ´. Περί Επισκοπών και Επισκόπων και περί του υπό τους Επισκόπους τελούντος Κλήρου
ΟΘΩΝ Ελεω Θεου κτλ.
Ψηφισάμενοι ομοφώνως μετά της Βουλής και της Γερουσίας διατάττομεν. 60
ΤΜΗΜΑ. Α´.
Περί του αριθμού των Επισκοπών και της διαιρέσεως αυτών.
• Άρθρον Α´.
Ο αριθμός των εν τω Βασιλείω Επισκοπών προσδιορίζεται εις εικοσιτέσσαρας.
• Άρθρον Β´. Aι Επισκοπαί εισίν αι εξής.
o Α´. Εν τω νομώ Αττικής και Βοιωτίας δύο. ▪
α´. Η Επισκοπή Αθηνών, περιλαμβάνουσα τας επαρχίας Αττικής Μεγαρίδος και Αιγίνης.
▪ β´. Η Επισκοπή Θηβών και Λεβαδείας, περιλαμβάνουσα τας ομωνύμους επαρχίας.
o B´. Εν τω νομώ Ευβοίας δύο.
▪ α´. Η Επισκοπή Χαλκίδος, περιλαμβάνουσα τας επαρχίας Χαλκίδος και Ξηροχωρίου, με τας νήσους Σκιάθον, Σκόπελον και Αλόνησον.
▪ β´. Η Επισκοπή Καρυστίας, περιλαμβάνουσα την ομώνυμον επαρχίαν και την νήσον Σκύρον.
o Γ´. Εν τω νομώ Φθιώτιδος και Φωκίδας δύο.
▪ α´. Η Επισκοπή Φθιώτιδος, περιέχουσα τας επαρχίας Φθιώτιδος και Λοκρίδος.
▪ β´. Η Επισκοπή Φωκίδος, περιέχουσα τας επαρχίας Παρνασσίδος και Δωρίδος.
o Δ´. Εν τω νομώ Ακαρνανίας και Αιτωλίας δύο.
▪ α´. Η Επισκοπή Ακαρνανίας και Αιτωλίας, περιέχουσα τας επαρχίας Μεσολογγίου, Τριχωνίας, Βονίτσας, Ξηρομέρου και Βάλτου.
▪ β´. Η Επισκοπή Ναυπακτίας και Ευρυτανίας, περιέχουσα τας ομωνύμους επαρχίας.
o Ε´. Εν τω νομώ Αργολίδος και Κορινθίας τρεις.
▪ α´. Η Επισκοπή Αργολίδος, περιλαμβάνουσα τας επαρχίας Ναυπλίας και Άργους.
▪ β´. Η Επισκοπή Κορινθίας, συγκειμένη εκ της ομωνύμου επαρχίας.
▪ γ´. Η Επισκοπή Ύδρας και Σπετσών, περιλαμβάνουσα τας επαρχίας Ύδρας, Σπετσών, Ερμιονίδος και Τροιζηνίας.
o ΣΤ´. Εν τω νομώ Αχαΐας και Ήλιδος δύο.
▪ α´. Η Επισκοπή Πατρών και Ηλείας, περιέχουσα τας ομώνυμους επαρχίας.
▪ β´. Η Επισκοπή Καλαβρύτων και Αιγιαλείας, περιέχουσα τας ομωνύμους επαρχίας.
o Ζ´. Εν τω νομώ Αρκαδίας δύο.
▪ α´. Η Επισκοπή Μαντινείας και Κυνουρίας, συγκειμένη εκ των ομωνύμων επαρχιών.
▪ β´. Η Επισκοπή Γόρτυνος και Μεγαλοπολεως, συγκειμένη εκ των ομωνύμων επαρχιών.
o Η´. Εν τω νομώ Μεσσηνίας δύο.
▪ α´. Η Επισκοπή Μεσσηνίας, συγκειμένη εκ των επαρχιών Μεσσηνίας, Καλαμών και Πυλίας.
▪ β´. Η Επισκοπή Τριφυλίας και Ολυμπίας, συγκειμένη εκ των ομωνύμων επαρχιών.
o Θ´. Εν τω νομώ Λακωνίας τρεις.
▪ α´. Η Επισκοπή Μονεμβασίας και Σπάρτης, περιλαμβάνουσα τας επαρχίας Λακεδαίμονος και Επίδαυρου Λιμηράς.
▪ β´. Η Επισκοπή Γυθείου, συγκειμένη εκ της ομωνύμου επαρχίας.
▪ γ´. Η Επισκοπή Οιτύλου, συγκειμένη εκ της ομωνύμου επαρχίας.
o Ι´. Εν τω νομώ Κυκλάδων τέσσαρες.
▪ α´. Επισκοπή Σύρου και Τήνου, περιέχουσα τας επαρχίας Σύρου, Τήνου και Μήλου.
▪ β´. Η Επισκοπή Άνδρου και Κέας, περιέχουσα τας ομωνύμους επαρχίας.
▪ γ´. Η Επισκοπή Νάξου, συγκειμένη εκ της ομωνύμου επαρχίας.
▪ δ´. Η Επισκοπή Θήρας, συγκειμένη εκ της ομωνύμου επαρχίας.
-62-
13 Οκτωβρίου, 2024
ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΛΗΡΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΞΟΥΣΙΑ.
11 Οκτωβρίου, 2024
«Η διαπλοκή της Πολιτικής με τη Θρησκευτική Εξουσία στην Ελλάδα του 19ου αιώνα. Η περίπτωση των Σιμωνιακών».
πρωτ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΣΩΤ. ΚΑΡΥΑΜΗΣ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η πορεία της ελλαδικής Εκκλησίας από το ξέσπασμα της Επανάστασης του 1821 είναι γεμάτη από περιπέτειες. Η ιστορική και πολιτική πραγματικότητα την προσλαμβάνει και προσπαθεί διαρκώς, στο προσκήνιο αλλά πολύ περισσότερο στο παρασκήνιο, να οδηγήσει την Ορθόδοξη Εκκλησία, σε ένα από τα κομμάτια του κρατικού μηχανισμού απόλυτα ελεγχόμενο από την Πολιτεία. Το χάος που επικράτησε στα εκκλησιαστικά ζητήματα στις επαναστατημένες περιοχές που αποκόπηκαν από την πνευματική εποπτεία του Ο.Π.Κ.(Οικουμενικο Πατριαρχειο) είχε ως αποτέλεσμα να ανακύψουν πολλά προβλήματα εκκλησιαστικής φύσεως. Οι πολιτικοί παράγοντες των επαναστατημένων Ελλήνων, βοηθούμενοι από διάφορους κύκλους όπως των Ελλήνων διαφωτιστών, αντιλαμβανόμενοι την επιρροή που ασκεί η Ορθόδοξη Εκκλησία στις συνειδήσεις των πιστών, προσπαθούν να περιχαρακώσουν την Εκκλησία από τους πρώτους κιόλας μήνες της Επανάστασης. Η ρύθμιση όλων των εκκλησιαστικών ζητημάτων πηγαίνει στο μινιστέριον (υπουργείο) της θρησκείας. Αυτή η διάθεση για απόλυτο έλεγχο δεν θα σταματήσει ούτε τις πρώτες δεκαετίες από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους. Οι συντονισμένες ενέργειες του αντιβασιλέα Μάουερ και των οπαδών της πολιτειοκρατίας έφεραν τελικά το αναμενόμενο αποτέλεσμα. Το έτος 1833 ανακηρύχθηκε το αυτοκέφαλο, ιδρύθηκε η «Ορθόδοξος Ανατολική Εκκλησία του Βασιλείου της Ελλάδας» με αρχηγό το ρωμαιοκαθολικό βασιλιά Όθωνα. Το σπουδαιότερο όμως ήταν η παρουσία του βασιλικού επιτρόπου στην ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟ διοριζόμενου μαζί με τον γραμματέα από τον ίδιο τον βασιλιά. Η απουσία του βασιλικού επιτρόπου, αλλά και η άρνησή του να υπογράψει τα πρακτικά, καθυστούσε άκυρη κάθε απόφαση της Ι.Σ. για οποιοδήποτε θέμα αφορούσε την Εκκλησία της Ελλάδος1 . Όπως ο πρωτ. Γ. Μεταλληνός σημειώνει: «Το ελλαδικό αυτοκέφαλο είναι το κλειδί κατανοήσεως όλης της στρεβλής οργανώσεως και εξελίξεως του ελληνικού κράτους»2 .
Οι βαυαροί γνώριζαν το μεγάλο σύνδεσμο που είχε ο λαός με την Εκκλησία και αποφάσισαν να αποδεσμεύσουν την Εκκλησία της Ελλάδος από το Ο.Π.Κ. (ΕΠΙΣΗΣ ΔΕΝ ΗΘΕΛΑΝ ΤΟ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΝΑ ΕΧΕΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΠΟΥ ΝΑ ΥΠΑΓΕΤΑΙ ΣΤΟΝ ΣΟΥΛΤΑΝΟ Α.Π.)Οι έντονες διεργασίες τόσο στα εκκλησιαστικά πράγματα όσο και στα πολιτικά στο νεοσύστατο κράτος τα πρώτα 50 χρόνια του ελεύθερου βίου του, δείχνει μία ατελείωτη διάθεση αντιγραφής πρακτικών πρωτόγνωρων για το σύνολο του λαού. Ας μην ξεχνάμε αρχικά, την ύπαρξη κομμάτων που φέρουν αντίστοιχα την ονομασία ρωσικό, αγγλικό και γαλλικό κόμμα, και τη δημιουργία δυστυχώς πελατειακών σχέσεων με αυτά. Πολιτειακά η περίοδος αυτή χωρίζεται σε δύο περιόδους: Στην περίοδο της απόλυτης μοναρχίας και την περίοδο της συνταγματικής μοναρχίας (1843-1862). Το φαινόμενο αυτό είχε ξανασυμβεί στον Ορθόδοξο κόσμο. Η Εκκλησία της Ρωσίας τον 16ο αιώνα επί Πατρ. Ιερεμίου Β΄ έπαψε να είναι κάτω από την πνευματική κηδεμονία του Οικουμενικού θρόνου. Η ίδρυση του νέου Πατριαρχείου Μόσχας είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση του κύρους του προκαθημένου. Ο τσάρος Μ. Πέτρος της Ρωσίας έψαχνε αφορμή για να αλλάξει το συγκεκριμένο καθεστώς. Ο θάνατος του Πατρ. Μόσχας έδωσε στον Μ. Πέτρο την ευκαιρία που έψαχνε. Ο ίδιος είχε βρει ως κατάλληλο για τα μεταρρυθμιστικά του σχέδια το διοικητικό σύστημα κάποιων προτεσταντικών ομάδων. Το Πατριαρχείο καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από πενταμελή σύνοδο που βρέθηκε κάτω από τον έλεγχο του τσάρου, η οποία ήταν επικεφαλής της Εκκλησίας της Ρωσίας. Έτσι, οι αποφάσεις της όταν εγκρίνονταν από τον τσάρο, αποκτούσαν αμέσως το κύρος ενός αυτοκρατορικού διατάγματος. Σε αυτή ακριβώς τη γραμμή επάνω, κινήθηκε τον 19ο αιώνα η από πλευράς του κράτους αυτοκέφαλη εκκλησία στην Ελλάδα3(Ο ΜΕΓΑΣ ΠΕΤΡΟΣ ΗΘΕΛΕ ΝΑ ΜΕΙΩΣΕΙ ΤΗΝ ΕΠΙΡΡΟΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΕΠΙ ΤΩΝ ΡΩΣΣΩΝ .Η ΑΝΤΙΒΑΣΙΛΕΙΑ ΗΘΕΛΕ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΥΠΑΓΕΤΑΙ ΣΤΟΝ ΤΟΥΡΚΟ ΣΟΥΛΤΑΝΟ.ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥΣ Α.Π.) .
-6-
26 Απριλίου, 2024
Η ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΚΑΘΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ ΜΕΡΟΣ 4ο
25 Απριλίου, 2024
Η ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΚΑΘΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ ΜΕΡΟΣ 3ο
Ἡ ἀνὰ τὴν οἰκουμένη ἑνότητα τῶν ἐκκλησιῶν στὴν τέλεση τῆς Θ. Εὐχαριστίας
Μὲ τὸν ἅγιο Ἰγνάτιο ὁ ὅρος «Οἰκουμένη» γίνεται χριστιανικός. Οἱ ἔννοιες οἰκουμενικός (γεωγραφική) καὶ καθολικός (πνευματική) τελικὰ ταυτίζονται νοηματικά, σχετιζόμενες μὲ τὴν πληρότητα καὶ παγκοσμιότητα τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας. «Οἰκουμενικὴ Ἐκκλησία» σημαίνει ἁρμονικὴ σύζευξη τοπικότητας καὶ καθολικότητας.Κατὰ τὸν ἀνωτέρω ἅγιο κάθε τοπικὴ Ἐκκλησία, ὁλοκληρωμένη μὲ τὸν ἐπίσκοπό της, εἶναι ἡ καθολική, παγκόσμια Ἐκκλησία. Ἔτσι δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχει «μέρος» τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀδιαίρετη, δὲν εἶναι ποτὲ ἕνα ἄθροισμα. Τὸ ὅτι οἱ Ἐκκλησίες κοινωνοῦν μεταξύ τους, αὐτὸ δὲν γίνεται μὲ σκοπὸ νὰ σχηματιστεῖ ἀθροιστικὰ μιὰ πληρέστερη Ἐκκλησία, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἀνταποκριθοῦν στὸ δυναμικὸ χαρακτήρα τοῦ ἱεραποστολικοῦ ἐπεκτατισμοῦ, χαρακτηριστικὸ τῆς οἰκουμενικότητας τῆς χριστιανοσύνης. Κατακόρυφα κάθε τοπικὴ Ἐκκλησία εἶναι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ καὶ κάθε ἐπίσκοπος δὲν εἶναι ποτὲ ἐπίσκοπος ἑνὸς μέρους, ἀλλὰ ἐπίσκοπος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Κατὰ τοὺς τρεῖς πρώτους αἰῶνες κάθε τοπικὴ Ἐκκλησία συνεκροτεῖτο σὲ σῶμα εὐχαριστιακὸ καὶ ἄρα ἦταν ἡ Ἐκκλησία πάντοτε περὶ τὸν ἐπίσκοπο. Αὐτὸς προΐστατο τῆς Θ.Εὐχαριστίας, περιστοιχισμένος ἀπὸ τοὺς πρεσβυτέρους. Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας σὲ εὐρύτερο, οἰκουμενικὸ ἐπίπεδο, διασφαλίζεται μὲ τὴν ταύτιση, μὲ τὴ σύμπτωση τῶν κεφαλῶν τῶν τοπικῶν αὐτῶν Ἐκκλησιῶν, δηλ. τῶν ἐπισκόπων. Οἱ ἐπίσκοποι ὡς προεστοὶ μίας πλήρους καθολικῆς Ἐκκλησίας, εὑρισκόμενοι ἐν Συνόδῳ, διαπιστώνουν ἐὰν ὑπάρχει ταύτιση καὶ σύμπτωση τῶν τοπικῶν αὐτῶν Ἐκκλησιῶν μεταξύ τους καὶ ἐφ’ ὅσον διαπιστωθεῖ αὐτό, τότε ἔχουμε ἑνότητα τῆς κατὰ τὴν οἰκουμένη Ἐκκλησίας. «Ἡ καθολικότητα τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὑπόθεση ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο, διότι ὁ ἐπίσκοπος εἶναι ἐπὶ κεφαλῆς μιᾶς πλήρους Ἐκκλησίας καὶ ὄχι ἑνὸς μέρους τῆς Ἐκκλησίας. Ἔτσι ἡ τοπικὴ Ἐκκλησία καὶ ἡ Οἰκουμενικὴ Ἐκκλησία θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε ὅτι βρίσκονται στὸ ἴδιο ἐπίπεδο, ταυτίζονται καὶ δὲν ἔχουμε προτεραιότητα ἡ μία ἔναντι τῆς ἄλλης»10. Σὲ κάθε τοπικὴ Ἐκκλησία ποὺ τελεῖται ἡ Θ. Εὐχαριστία παρέχεται ἡ πληρότητα καὶ ἡ συνείδηση τῆς καθολικότητας αὐτῆς τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ τοῦτο διότι στὴν Εὐχαριστία παρίσταται ὁ ὅλος Χριστός, «ὁ μελιζόμενος καὶ μὴ διαιρούμενος»11. Ἡ κάθε τοπικὴ Ἐκκλησία νοεῖται ὡς συγκεκριμένη φανέρωση τοῦ ὅλου, ἀφοῦ ζεῖ εὐχαριστιακὰ τὴν πληρότητα καὶ τὴν καθολικότητα. Στὴ Θ. Λειτουργία ἐπίσης εὐχόμαστε «ὑπὲρ παντὸς τοῦ λαοῦ σου...» καὶ «ὑπὲρ τῆς οἰκουμένης», ποὺ σημαίνει γιὰ ὅλη τὴν ἁγία, καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ Ἐκκλησία12
-167-
29 Φεβρουαρίου, 2024
Η αναγόρευση του Αρχιεπισκόπου Αθηνών κ.Ιερωνύμου σε Επίτιμο Διδάκτορα της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων
🔺Του Σωτήρη Μ. Τζούμα
Σε μία εποχή γενικότερης κρίσης θεσμών και αξιών το να διαπιστώνει κανείς ότι δύο κορυφαίοι θεσμοί του έθνους, η Εκκλησία και ο Στρατός βρίσκονται σε αγαστή συνεργασία και αλληλοεκτίμηση είναι δείγμα της υγιούς πορείας και των δύο.
24 Ιανουαρίου, 2024
ΟΜΟΦΩΝΟ ΤΟ ΟΧΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΣΤΟΝ ΓΑΜΟ ΤΩΝ ΑΡΣΕΝΟΚΟΙΤΩΝ .

«Οι βουλευτές που θα ψηφίσουν το νομοσχέδιο θα έχουν βαρύτατη ευθύνη» είπαν οι Ιεράρχες - Ιερώνυμος: Κανονικοποιούνται οι εκτροπές
"Σεβαστές οι απόψεις της εκκλησίας. Κανένα περαιτέρω σχόλιο": Με αυτές τις οκτώ λέξεις σχολίασαν στελέχη του Μεγάρου Μαξίμου την ομόφωνη αντίδραση της Ιεράς Συνόδου στην ειλημμένη κυβερνητική απόφαση για θεσμοθέτηση του γάμου ομόφυλων ζευγαριών. Ειναι τουλαχιστον υποκριτικο το παραπανω. Εαν ειναι σεβαστο τοτε εχει κυρος και αν εχει κυρος εσυ γιατι δεν το λαμβανεις υποψη; Γιατι ενεργεις αντιθετα με κατι που ειναι αληθινο. Εισαι οδηγος βλεπεις οτι πηγαινεις στην τρυπα και συνεχιζεις να οδηγεις ετσι χαλια; Μαλλον θελεις να καταστρεψεις το αυτοκινητο σου ! Όπως είναι γνωστό, το σχετικό νομοσχέδιο επρόκειτο να συζητηθεί σήμερα στο υπουργικό συμβούλιο, ωστόσο η συνεδρίαση αναβλήθηκε λόγω της γρίπης Η1Ν1 που προσέβαλε τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη(ΤΥΧΑΙΟ;). Όπως ανακοινώθηκε, μετά από την βελτίωση της υγείας του, η παρουσίαση του νομοσχεδίου στο υπουργικό συμβούλιο θα γίνει αύριο στις 12.00 από τον αρμόδιο υπουργό Άκη Σκέρτσο.
Το «όχι» της Ιεραρχίας
«Κάθε ανατροπὴ της ηθικής αποδομεί την αξία του ανθρώπου», υπογράμμιζε μεταξύ άλλων νωρίτερα Μητροπολίτης Μεσογαίας Νικόλαος κατά την εισήγησή του στην Ιερά Σύνοδο.
Στην ανακοίνωση που διαβάστηκε μετά την ολοκλήρωση της συνεδρίασης, αναφέρθηκε μεταξύ άλλων πως «η Εκκλησία είναι κάθετα αντίθετη στο νομοσχέδιο», ενώ «η Ιεραρχία της Εκκλησίας ηγείται και δεν άγεται». Το νομοσχέδιο χαρακτηρίστηκε «ναρκοθετημένο, που αφήνει παραθυράκια» ενώ επισημάνθηκε πως «η Εκκλησία δεν νομοθετει αλλά δεν δέχεται να επεμβαίνει η πολιτεία. Η εκκλησία δεν μπορεί να είναι κράτος εν κρατεί, πρέπει να υπάρχει οριοθέτηση μεταξύ εκκλησιαστικής και κρατικής διοίκησης». Ακόμη τονίστηκε πως «οι βουλευτές που θα ψηφίσουν το νομοσχέδιο θα έχουν βαρύτατη ευθυνη».
Παράλληλα, η Ιερά Σύνοδος αποφάσισε να κάνει τα ακόλουθα τρία βήματα για να δηλώσει τις θέσεις της Εκκλησίας για το νομοσχέδιο: α. Αποστολή επιστολής προς τους βουλευτές του κοινοβουλίου όπου θα παρουσιάζονται με νομικά επιχειρήματα οι θέσεις της Εκκλησίας. β. Κείμενο ' προς το Λαο' σε πιο απλή γλώσσα, που θα αποσταλεί προς ανάγνωση στις Μητροπόλεις στις 4 Φεβρουαρίου (μαζί με διανομη φυλλαδίων) και γ. Εξουσιοδότηση σε Μητροπολιτες για ανάληψη πρωτοβουλιών ενημέρωσης και ευαισθητοποιησης στις επαρχίες τους.
Αναλυτικά, η ανακοίνωση αναφέρει τα εξής:
«1. Η θεολογία της Εκκλησίας για τον γάμο απορρέει από την Αγία Γραφή, τη διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας και τη διάταξη του Μυστηρίου του Γάμου και φαίνεται καθαρά στην Ακολουθία του Μυστηρίου αυτού. Ο σκοπός του χριστιανικού γάμου είναι η δημιουργία καλής συζυγίας και οικογένειας, η ανάπτυξη παιδιών ως καρπών της εν Χριστώ αγάπης των δύο συζύγων και η σύνδεσή τους με την εκκλησιαστική ζωή.
Η Εκκλησία αποδέχεται για τη σχέση άνδρα-γυναίκας και παιδιών ότι:
α) η δυαδικότητα των φύλων και η συμπληρωματικότητά τους δεν αποτελούν κοινωνικές επινοήσεις, αλλά προέρχονται από τον Θεό («… καὶ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον, κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ ἐποίησεν αὐτόν, ἄρσεν καὶ θῆλυ ἐποίησεν αὐτούς. καὶ εὐλόγησεν αὐτοὺς ὁ Θεός, λέγων· αὐξάνεσθε καὶ πληθύνεσθε…», Γένεσις 1, 27-28),
β) η ιερότητα της ένωσης άνδρα και γυναίκας παραπέμπει στη σχέση του Χριστού και της Εκκλησίας («… ὁ ἀγαπῶν τὴν ἑαυτοῦ γυναῖκα ἑαυτὸν ἀγαπᾷ… τό μυστήριον τοῦτο μέγα ἐστίν, ἐγὼ δὲ λέγω εἰς Χριστὸν καὶ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν», Απ. Παύλου, Προς Εφεσίους 5, 28),
γ) ο χριστιανικός γάμος δεν είναι απλή συμφωνία συμβίωσης, αλλά Ιερό Μυστήριο, μέσω του οποίου παρέχεται η χάρη του Θεού στη σχέση κοινωνίας άνδρα και γυναίκας με στόχο την κοινή τους πορεία προς τη θέωση –και αυτή η ευλογημένη πορεία αφορά όλα τα ζεύγη με ή χωρίς παιδιά,
δ) ο πατέρας και η μητέρα είναι συστατικά στοιχεία της παιδικής και της ενήλικης ζωής («Τίμα τόν πατέρα σου καί τήν μητέρα σου»,Έξοδος 20, 12).
2. Προφανώς η Πολιτεία νομοθετεί, αλλά αυτή η παράμετρος ούτε στερεί την ελευθερία του λόγου από την Εκκλησία ούτε απαλλάσσει την Εκκλησία από το καθήκον ενημέρωσης του πιστού λαού ούτε μπορεί να της υποδείξει σε τι συνίσταται η αμαρτία. Η Εκκλησία δεν νομοθετεί και δεν φέρει ευθύνη για τους νόμους. Αν σιωπήσει, όμως, φέρει βαρύτατη ευθύνη και αυτοκαταργείται.
3. Από το 2015 το σύμφωνο συμβίωσης παρέχει σε ζευγάρια του ιδίου φύλου όλα τα δικαιώματα και τις δυνατότητες του γάμου με κύρια εξαίρεση τη δυνατότητα απόκτησης παιδιών με υιοθεσία ή παρένθετη κύηση.
Το σύνθημα της «ισότητας στον γάμο» αποβλέπει σε ένα στόχο, στην απόκτηση παιδιών από «ομόφυλα ζευγάρια».
4. Ανακοινώθηκε ότι θα επιτρέπεται ο «ομόφυλος γάμος» και η «ομόφυλη γονεϊκότητα» μέσω υιοθεσίας και (με διάφορες διόδους) μέσω παρένθετης κύησης. Οι εμπνευστές του νομοσχεδίου και οι συνευδοκούντες σε αυτό προωθούν την κατάργηση της πατρότητας και της μητρότητας και τη μετατροπή τους σε ουδέτερη γονεϊκότητα, την εξαφάνιση των ρόλων των δύο φύλων μέσα στην οικογένεια και θέτουν πάνω από τα συμφέροντα των μελλοντικών παιδιών τις σεξουαλικές επιλογές των ομοφυλόφιλων ενηλίκων. Με βάση το νομοσχέδιο, ομοφυλόφιλοι μονογονείς θα μπορούν να επιβάλουν στο παιδί τους τον σύντροφό τους ως «πατέρα 2» ή ως «μητέρα 2».
5. Η νομοθετική αυτή πρωτοβουλία καταδικάζει μελλοντικά παιδιά να μεγαλώσουν χωρίς πατέρα ή μητέρα σε ένα περιβάλλον σύγχυσης των γονεϊκών ρόλων. Η μονογονεϊκή οικογένεια είναι διαφορετική περίπτωση. Προκαλεί στέρηση του ενός γονέα, αλλά όχι σύγχυση των ρόλων των γονέων. Αντίθετα, η ομοφυλοφιλική συμβίωση προξενεί και τα δύο. Επιπλέον, τα παιδιά αυτά συχνά δεν θα έχουν δυνατότητα γνωριμίας με τον άλλο βιολογικό γονέα τους. Δεν θα έχουν επίσης το προσωπικό βίωμα της παρουσίας του άλλου φύλου (αντίθετου των «ομόφυλων γονέων» τους) μέσα σε μία ετερόφυλη σχέση. Τα παιδιά με πατέρες 1 και 2 ή με μητέρες 1 και 2 (ή και παραπάνω) θα είναι τα θύματα ενός αφύσικου μηχανισμού τεκνοθεσιών.
6. Δημοσιοποιήθηκε ότι: α) θα επιτρέπεται στα «ομόφυλα ζευγάρια» η από κοινού υιοθεσία και η υιοθεσία από τον «ομόφυλο σύζυγο» του γονέα (θα ισχύσει και για τα σημερινά παιδιά από παρένθετη κύηση), β) δεν θα επιτρέπεται στην Ελλάδα η παρένθετη κύηση υπέρ «ομόφυλου ζευγαριού», αλλά αυτή θα αναγνωρίζεται, αν έγινε νόμιμα σε άλλο κράτος. Οι ρυθμίσεις αυτές θα αποτελέσουν κίνητρα για την εκμετάλλευση ευάλωτων γυναικών.
Εάν τα προαναφερθέντα ισχύσουν, πρόκειται για ένα ναρκοθετημένο νομοσχέδιο με αντιφάσεις και τρόπους παράκαμψης των απαγορεύσεών του (μέσω κυήσεων στο εξωτερικό) και είναι πιθανή η καταδίκη της Ελλάδας από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων λόγω διακρίσεων, οπότε η χώρα θα αναγκασθεί να νομοθετήσει και στο έδαφός της την παρένθετη κύηση.
7. Το νομοσχέδιο καταργεί όχι μόνο κανόνες βιοηθικής, χριστιανικές αξίες και την ελληνική οικογενειακή παράδοση, αλλά ανατρέπει τα δικαιώματα μελλοντικών παιδιών και τους ρόλους των φύλων ως στοιχείων συνοχής της κοινωνίας –και αυτό αφορά τον καθένα, έστω και αν δεν αποδέχεται τη χριστιανική ηθική. Το ερώτημα που αιωρείται αναπάντητο είναι τελικά: Ποιος είναι ο ουσιαστικός λόγος αυτής της απόφασης που αλλάζει συνολικά και άρδην τον θεσμό του γάμου και την ιδιότητα του γονέα και γιατί προωθείται με τόση επιμονή;
8. Η Εκκλησία της Ελλάδος αναγνωρίζει μόνο το Ιερό Μυστήριο του χριστιανικού γάμου και απορρίπτει τον πολιτικό γάμο ασχέτως φύλου. Εν προκειμένω τάσσεται κατά του πολιτικού γάμου «ομόφυλων ζευγαριών» για τον πρόσθετο λόγο ότι αυτός οδηγεί αναπόδραστα σε «ομόφυλη γονεϊκότητα» μέσω υιοθεσίας ή παρένθετης κύησης. Η νομοθέτηση αυτή συγκρούεται τόσο με τη χριστιανική ανθρωπολογία, όσο και με το καθήκον της κοινωνίας να εξασφαλίζει στα παιδιά ευημερία και σωστή ανατροφή, αλλά και με το δικαίωμα των παιδιών να έχουν πατρική και μητρική παρουσία και φροντίδα. Για όλους τους προηγούμενους λόγους και με αίσθημα ποιμαντικής ευθύνης και αγάπης, η Αγία Εκκλησία μας είναι κάθετα αντίθετη προς το προωθούμενο νομοσχέδιο.
9. Η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας αποφάσισε: α) τη σύνταξη σχετικής επιστολής με τις θέσεις της προς τα αξιότιμα μέλη της Βουλής των Ελλήνων, β) την ανακοίνωση των θέσεών της στους Ιερούς Ναούς την Κυριακή 4 Φεβρουαρίου 2024 και τη διάθεση σχετικού φυλλαδίου «Προς τον Λαό» μέσω των Ιερών Ναών και της ιστοσελίδας της, γ) την παροχή εξουσιοδότησης προς κάθε Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη να προχωρήσει, εντός της επαρχίας του και κατά την έμφρονα ποιμαντική κρίση του, σε πρωτοβουλίες ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης ως προς την επικείμενη νομοθέτηση και τον θεσμό της οικογένειας».
Πηγές αναφέρουν πως στη διάρκεια της συνεδρίασης δεν τέθηκε θέμα αιτήματος περί απόσυρσης του νομοσχεδίου, ενώ ξεκαθαρίστηκε πως «ο Αρχιεπίσκοπος δεν διασπά ποτέ τη γέφυρα επικοινωνίας» με τον Πρωθυπουργό και τους αρχηγούς.
Στην τοποθέτησή του για το νομοσχέδιο, ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος έκανε λόγο για «μια νέα πραγματικότητα που πρόκειται να αλλοιώσει την κοινωνική συνοχή της πατρίδας μας, να εισαγάγει νέες μορφές οικογένειας, να κανονικοποιηθουν οι 'εκτροπες'». Παράληλλα, ανέφερε πως θίγονται τα παραδοσιακά πρότυπα του πατέρα και της μητέρας και επιχειρείται αλλαγή του οικογενειακού δικαίου.

Σημειώνεται πως η τριμελής επιτροπή που συστάθηκε για τη σύνταξη του κειμένου όπου ανακοινώθηκαν οι βασικές αρχές της Εκκλησίας σχετικά με το θέμα των ομόφυλων ζευγαριών αποτελούνταν από τους μητροπολίτες Ναυπάκτου, Φθιώτιδος και Κομοτηνής.
Κεντρικός εισηγητής επί του θέματος ήταν ο Μητροπολίτης Μεσογαίας και Λαυρεωτικής, Νικόλαος ενώ πραγματοποιήθηκε και συζήτηση μεταξύ των 82 Μητροπολιτών, οι οποίοι μετείχαν στην Ιερά Σύνοδο. Μάλιστα, λόγω της μεγάλης συμμετοχής ομιλητών, η συνεδρίαση διήρκεσε περισσότερο με τις εκτιμήσεις και ολοκληρώθηκε λίγο πριν τις 14:30 έχοντας ξεκινήσει λίγο μετά τις 09:00.
12 Ιανουαρίου, 2024
Πατριάρχης Ιεροσολύμων Ειρηναίος: Ένα χρόνο μετά, τίποτα δεν είναι ίδιο στους Αγίους Τόπους χωρίς Αυτόν
09 Οκτωβρίου, 2023
Ζωή στήν Εκκλησία

12 Αυγούστου, 2023
Δυσπιστία στὴν Παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ
Μητροπολίτης Λαρίσης καὶ Τυρνάβου
Αν τήν προηγούμενη Κυριακή, μέ ἀφορμή τό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα, ἐντοπίζαμε ὡς αἰτία ἐκκοσμίκευσης τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος ἐξωτερικούς πειρασμούς, μέ κύριους τό ἐξουσιαστικό φαινόμενο, τήν ἐγκοσμιοκρατία καί τή διαστρέβλωση τῆς ἀποκεκαλυμμένης ἀλήθειας, ἡ σημερινή εὐαγγελική περικοπή ἔρχεται συμπληρωματικά γιά νά μᾶς βοηθήσει στόν προσδιορισμό καί ἄλλων κινδύνων, ἐσωτερικῶν αὐτή τή φορά, πού ὅμως ὁδηγοῦν στό ἴδιο ἀποτέλεσμα, τήν ἔκπτωση τῆς Ἐκκλησίας ἀπό σῶμα Χριστοῦ σέ σχῆμα τοῦ κόσμου τούτου. Κι εἶναι φρικτό νά προδίδει κανείς τόν θεῖο δομήτορα τῆς Ἐκκλησίας συντελώντας στή θεώρηση ὅτι ὁ λόγος ὕπαρξης τῆς Ἐκκλησίας στόν κόσμο, πού δέν εἶναι ἄλλος ἀπό τό νά ἐξασφαλίζει τή σωτηρία καί νά ὁδηγεῖ στήν ἁγιότητα, δέν εἶναι ὁ μόνος, ἀλλά ἡ Ἐκκλησία μπορεῖ περιστασιακά νά χρησιμοποιηθεῖ γιά νά ὑπηρετηθοῦν καί ἄλλοι σκοποί πιό ρηχοί, πιό ἀτελεῖς καί πάντως μέ ἡμερομηνία λήξης.
Ὁ λόγος παράθεσης τῶν εὐαγγελικῶν αὐτῶν ἀναγνωσμάτων δέν εἶναι ἡ κινδυνολογία ἤ ἡ καλλιέργεια φόβου στήν ψυχή ὅσων ζοῦν πνευματικά, ἰδίως ὅσων ἔχουν ἐντονότερα τήν εὐθύνη τῆς Ἐκκλησίας, ὥστε νά ἀναστέλλουν τίς ὅποιες προσπάθειες ἤ ἐνέργειές τους. Οὔτε πάλι οἱ περικοπές ὑπάρχουν ὡς ἀφορμή ἀλληλοκατηγορίας, ἔριδων καί διχοστασιῶν μεταξύ πνευματικῶν ἀδελφῶν στά πλαίσια τῆς ὅποιας κριτικῆς. Τό Εὐαγγέλιο ἑνώνει καί τά κείμενά του ὑπάρχουν γιά νά μᾶς προειδοποιοῦν γιά τούς πνευματικούς κινδύνους, ὥστε νά ἐπαγρυπνοῦμε περισσότερο στήν ἀπόκρουση τοῦ ὅποιου πειρασμοῦ, μέ ἰδιαίτερη προοπτική τή μεταξύ μας ἑνότητα.
«Γενεά ἄπιστος καί διεστραμμένη»
Ἕνας ταλαιπωρημένος πατέρας ὁδηγεῖ τόν μονάκριβο γιό του μπροστά στόν Χριστό μέ μεγάλο παράπονο. Ὁ λόγος; Ὁ γιός του βασανιζόταν ἀπό δαιμόνιο κι ἐνῶ παρακάλεσε τούς μαθητές τοῦ Χριστοῦ νά τόν θεραπεύσουν, αὐτοί δέν μπόρεσαν. Δέν ἀρνήθηκαν! Προσπάθησαν ἀλλά δέν τά κατάφεραν! Αὐτοί πού μόλις πρίν ἀπό λίγο στή δοκιμαστική περιοδεία πού τούς εἶχε στείλει ἀνά δύο ὁ Ἰησοῦς, ὑπέτασσαν τά δαιμόνια καί ἔκαναν πληθώρα θαυμάτων, τώρα ἀπέτυχαν. Καί φαίνεται πώς αὐτό κόστισε πολύ στή φήμη τῶν μαθητῶν…
Πῶς ἀντιδρᾶ ὁ Χριστός; Μέ μιά ἀναφώνηση, πού προδίδει ἀγανάκτηση καί θά μποροῦσε κανείς νά θεωρήσει πώς εἶναι ὑπερβολική, ἴσως καί ἐκτός θέματος: «Ὤ γενεά ἄπιστος καί διεστραμμένη, ἕως πότε ἐσομαι μεθ’ ὑμων; ἕως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν; φέρετέ μοι αὐτόν ὧδε». Ἐγκαλεῖ συλλήβδην ὅσους τόν ἄκουγαν ὡς «γενεά ἄπιστο καί διεστραμμένη». Τί προσδιορίζουν αὐτοί οἱ χαρακτηρισμοί; Σαφῶς καί δέν κατηγορεῖ γιά ἔλλειψη προσανατολισμοῦ πρός τόν ἀληθινό Θεό ὅσους ἦταν παρόντες, στούς ὁποίους συμπεριλαμβάνονται καί οἱ μαθητές του. Σαφῶς καί δέν τούς χαρακτηρίζει ἀθέους. Οἱ ὅροι «ἄπιστος καί διεστραμμένη» προσιδιάζουν στήν πνευματική κατάσταση ἐκείνη κατά τήν ὁποία ὑπάρχει μιά βασική παραδοχή περί τῆς ἀλήθειας τῆς πίστης, ἀλλά δέν ὑπάρχει ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη καί ἐξάρτηση ἀπό τόν Θεό Πατέρα.
Προσδιορίζονται ὑπό τούς χαρακτηρισμούς αὐτούς ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι, ἔχοντας βιώσει πάμπολλες πνευματικές καταστάσεις καί ἐμπειρίες, ἐξακολουθοῦν νά μήν «παραδίδονται στόν Θεό», δηλαδή δυσπιστοῦν γιά τή θεία παντοδυναμία, γιά τή θεία πρόνοια, γιά τή θεία ἀγάπη, καί ἐπιφυλάσσονται. Εἶναι ἡ προσέγγιση πού ἐκφράζεται μέ τόν συλλογισμό, «ναί μέν ὁ Θεός τότε προνόησε, προστάτευσε, μερίμνησε, ἐνήργησε, ἀλλά μπορεῖ νά κάνει, ἤ ἄραγε θά κάνει, τό ἴδιο καί τώρα;». Εἶναι οὐσιαστικά μιά ἀμφιβολία ὄχι γιά τό ἄν ὑπάρχει Θεός, ἀλλά γιά τό τί μπορεῖ νά κάνει. Ὄχι γιά τό ἄν εἶναι Θεός, ἀλλά γιά τό τί ἤ πόσο εἶναι Θεός.
«Διατι οὐκ ἠδυνήθημεν;»
Μπροστά στήν κατάσταση ποῦ δημιουργεῖται οἱ μαθητές προσέρχονται ἔντρομοι, ὄχι γιά νά ρωτήσουν «ποῦ κάναμε λάθος;» ἤ νά ζητήσουν συγγνώμη. Ἔρχονται καί ρωτοῦν γιά τόν λόγο τῆς ἀποτυχίας τους ὄχι μέ ἐμφανή πόθο πνευματικῆς ὡρίμανσης καί διόρθωσης,ἀλλά μέ προφανή φόβο μήν τυχόν ἔχασαν τό χάρισμα γιά τό ὁποῖο προηγουμένως ἐπαίρονταν, ὅτι εἶχαν «ἐξουσία ἐπί πνευμάτων ἀκαθάρτων»!
Ποῦ ἦταν τό σφάλμα τῶν μαθητῶν; Στό ὅτι εἶχαν συνηθίσει νά τελοῦν θαύματα. Δέν ἐνεργοῦσαν τά θαύματα μέ διαρκή τήν εὐγνωμοσύνη στή θεία παντοδυναμία πού τούς εἶχε κάνει δωρεά αὐτό τό χάρισμα, ἀλλά τό θεώρησαν προσωπική τους ἱκανότητα, ἔστω καί ἐπίκτητη, καί πάντως μέ σαφή πλέον τήν ἀναφορά στόν ἑαυτό τους. Συνήθισαν τή διαχείριση τῆς χάριτος καί δέν κατανοοῦσαν πόσο σπουδαῖο ἦταν αὐτό, γιατί τούς εἶχε δοθεῖ καί ἀπό ποιόν τούς εἶχε χαρισθεῖ. Μιά ἐξοικείωση πνευματικά ἀπαράδεκτη, τήν ὁποία ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, μέ τρόπο πολύ παιδαγωγικό, μιλώντας γιά ἀσκητική ἐπαγρύπνηση, γιά ἐπαύξηση τῆς προσευχῆς καί τῆς νηστείας, θέλησε νά τούς ἀφαιρέσει χωρίς νά τούς ταράξει περισσότερο, γι’ αὐτό καί ἐνῶ πρίν τούς εἶχε ἐπιτιμήσει, τώρα τούς ἀναπαύει, ὥστε νά μήν ὁδηγηθοῦν σέ ὑπερβολική θλίψη. Βεβαίως, ἐνῶ τούς ἀναπαύει, τούς νουθετεῖ καί τούς μιλάει ἤπια, τούς προσδιορίζει μέ κάθε εἰλικρίνεια τήν αἰτία τῆς ἀποτυχίας τους: «διά τήν ἀπιστίαν ὑμῶν», ἐννοώντας ἐδῶ ὡς ἀπιστία τήν ἐξοικείωση, τή συνήθεια ἀπό ἐνδεχόμενη ἐπανάληψη, πού ὁδηγεῖ ἀπό δοξολογία στήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ σέ μηχανικές ἐνέργειες καί ἐφησυχασμένη ψυχή.
Ἀδελφοί μου, πολλοί στή διάρκεια τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας ἔπεσαν σέ αὐτούς τούς πειρασμικούς λογισμούς. Εἴτε ἀμφέβαλλαν γιά τή διάθεση τοῦ Θεοῦ διαρκῶς νά ἐνεργεῖ τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, διακρατώντας τήν Ἐκκλησία Του, καί ἀνέπτυξαν ἐνέργειες δικές τους σε μιά προσπάθεια νά «σώσουν τήν Ἐκκλησία», ὑπακούοντας σέ δικές τους θεωρήσεις, εἴτε συνήθισαν τό ἐκκλησιαστικό θαῦμα, ἐξοικειώθηκαν κι ἔπαψαν νά δοξάζουν τό θεῖο μεγαλεῖο ὑποτασσόμενοι σέ μία αἴσθηση ρουτίνας. Τόσο ἡ χλιαρή πίστη ὅσο καί ἡ συνήθεια προσδιορίζονται ἀπό τόν Χριστό μας ὡς «ἀπιστία καί διαστροφή», ἀκριβῶς διότι ὡς ἐσωτερικός, λεπτός πόλεμος, ἄν ἐπικρατήσουν, ὁδηγοῦν στό ἴδιο ἀποτέλεσμα• στήν ἔλλειψη ὀρθόδοξου προσανατολισμοῦ στήν πίστη καί στόν ὑποβιβασμό τῆς Ἐκκλησίας σέ ἀκόμη ἕνα πολυπρόσωπο μόρφωμα τοῦ ἱστορικοῦ προσκηνίου. Σέ κάθε περίπτωση, ἀδικεῖται ἡ μόνη ἀλήθεια πού διεκδίκησε ἡ Ἐκκλησία αὐτοπροσδιοριζόμενη, ὅτι εἶναι σῶμα Χριστοῦ, ὁ Χριστός παρατεινόμενος στούς αἰῶνες, ἰατρεῖο ψυχῶν μέ προορισμό τή βασιλεία τῶν οὐρανῶν.
https://agiazoni.gr/slug-330/
04 Αυγούστου, 2023
Ἡ ἱστορικότητα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ
Bruce F. F. Καθηγητὴς Πανεπιστημίου
ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΑΠ
Οι μαρτυριες των παλαιων ραββινων ,του Ιουδαιου Ιωσηπου και αλλων ιστορικων ιουδαϊκής καταγωγης, οπως ο Ιουστος, αποδεικνυουν οτι ο Κυριος ημων Ιησους Χριστος υπηρξε ως ιστορικη προσωπικοτητα,ηταν αδελφος του Ιακωβου,εκανε θαυματα, εδρασε σε συγκεκριμενο ιστορικο πλαισιο και ειναι ο ιδρυτης της χριστιανικης θρησκειας. Οι μαρτυριες των ιουδαίων στηριζουν την ιστορικη αφηγηση της Καινης Διαθηκης και την επιβεβαιωνουν δείχνοντας μια φυσικη αντιπαθεια για τον χριστιανισμο η οποια ειναι δικαιολογημενη αλλωστε, λογω της διαφορας των θρησκειων. Δεν αμφισβητούν ,ουτε απορριπτουν ομως τα θαυματα και την Ανασταση του Κυριου Ιησου Χριστου.
Ακολουθει η αναρτηση.
H μαρτυρία τῶν ἀρχαίων Ἰουδαϊκῶν κειμένων
Ραββινικὰ κείμενα
Ὅταν τὸ 70 μ.Χ. ἔπεσε ἡ Ἱερουσαλήμ, μαζὶ μὲ τὸν Ναό, καὶ τὴν κυριαρχία τῶν ἱερατικῶν οἰκογενειῶν, ἔπεσε καὶ τὸ ἀνώτατο δικαστήριο, τὸ Συνέδριο. Τὸ μόνο τμῆμα τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ ποὺ μποροῦσε ν’ ἀναλάβει τὴν ἀνοικοδόμηση ἦσαν οἱ Φαρισαῖοι. Καὶ πράγματι αὐτὸ ἔκαναν, σὲ μία πνευματικὴ κι ὄχι πολιτικὴ βάση. Μὲ τὴν καθοδήγηση τοῦ Γιωχανᾶν, γιοῦ τοῦ Ζακκᾶ, κατασκεύασαν τὰ κεντρικὰ γραφεῖα τους στὴ Γιαβνὲθ ἢ Γιάμνια, στὰ νοτιοδυτικά της Παλαιστίνης. Ἐδῶ, λοιπόν, ἀναδιοργάνωσαν τὸ Συνέδριο σὰν ἀνώτατο δικαστήριο γιὰ τὴν ὀργάνωση ὅλου τοῦ θρησκευτικοῦ νόμου, πρῶτος πρόεδρος τοῦ ὁποίου, στὴ νέα του μορφή, ἦταν ὁ Yohanan. Ἕνας μεγάλος ἀριθμὸς νομοθετημάτων, «ἡ παράδοση τῶν πρεσβυτέρων», ὅπως ἀναφέρεται στὴν Καινὴ Διαθήκη, εἶχε παραδοθεῖ ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιά, προφορικά, κι αὐξανόταν μὲ τὸ πέρασμα τοῦ χρόνου. Ἔγινε ἔτσι τὸ πρῶτο βῆμα γιὰ τὴν κωδικοποίηση ὅλου αὐτοῦ τοῦ ὑλικοῦ. Τὸ δεύτερο βῆμα ἔγινε ἀπ’ τὸν μεγάλο Ραββίνο Ἀκίμπα, ποὺ πρῶτος κατέταξε τὸ ὑλικό, σύμφωνα μὲ τὰ θέματα. Μετὰ τὸν ἡρωικό του θάνατο, τὸ 135 μ.Χ., στὴ διάρκεια τῆς ἥττας ποὺ ὑπέστη ὁ ἐπαναστάτης κατὰ τῆς Ρώμης Βὰρ – Κοχεμπᾶ, τὸ ἔργο τοῦ ἀναθεωρήθηκε καὶ συνεχίστηκε ἀπ΄ τὸν μαθητή του, Ραββίνο Μέιρ. Τὸ ἔργο τῆς κωδικοποίησης ὁλοκληρώθηκε γύρω στὸ 200 μ.Χ ἀπ’ τὸν Ραββίνο Ἰούδα, πρόεδρο τοῦ Συνεδρίου, ἀπ’ τὸ 170 ἕως τὸ 217. Ὁ ὅλος κώδικας τοῦ θρησκευτικοῦ νομικοῦ συστήματος, ποὺ συλλέχθηκε μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο εἶναι γνωστὸς ὡς Μισνά.
Αὐτὸς ὁ κώδικας Μισνὰ ἔγινε ἀντικείμενο μελέτης, καὶ πολλὰ σχόλια ἐκφράσθηκαν μ’ αὐτὸν ἀπὸ τὶς Ραββινικὲς σχολὲς τόσο τῆς Παλαιστίνης ὅσο καὶ τῆς Βαβυλωνίας. Τὰ σχόλια αὐτὰ ἡ Γκεμάρα ἀποτέλεσαν ἕνα εἶδος συμπληρώματος τῆς Μισνᾶ καὶ ἡ Γκεμάρα ἀποτέλεσαν τὸ γνωστὸ Ταλμούδ. Τὸ «Ταλμοὺδ τῆς Ἱερουσαλήμ», ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ τὴ Μισνά, μαζὶ μὲ τὴν ὀγκώδη Γκεμάρα τῶν Παλαιστινιακῶν σχολῶν, συμπληρώθηκε τὸ 300 μ.Χ. περίπου. Τὸ κατὰ πολὺ μεγαλύτερο Βαβυλωνιακὸ Ταλμοὺδ συνέχισε ν’ αὐξάνει γιὰ δύο ἀκόμη αἰῶνες, πρὶν νὰ καταγραφεῖ, γύρω στὸ 500 μ.Χ.
Καθὼς ἡ Μισνὰ εἶναι ἕνας νομικὸς κώδικας καὶ τὸ Ταλμοὺδ βιβλία μὲ σχόλια πάνω σ’ αὐτὸ τὸν κώδικα, δὲν ὑπάρχει περίπτωση ἀναφορᾶς στὸν Χριστιανισμό, κι ὅπου ὑπάρχουν ἀναφορὲς εἶναι ἐχθρικές. Ὅπως καὶ νἄναι ὅμως αὐτὲς οἱ ἀναφορὲς δείχνουν τουλάχιστον πὼς δὲν ὑπῆρχε οὔτε ἡ παραμικρὴ ἀμφιβολία γιὰ τὸν ἱστορικὸ χαρακτήρα τοῦ Ἰησοῦ.
Σύμφωνα μὲ τὶς γνῶμες τῶν πρώτων Ραββίνων ποὺ καταγράφονται σ’ αὐτὰ τὰ ἔργα, ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ τὴ Ναζαρὲτ ἦταν ἕνας ἁμαρτωλὸς στὸ Ἰσραήλ, ποὺ ἀσχολήθηκε μὲ τὴ μαγεία, περιφρόνησε τὰ λόγια τῶν σοφῶν, παραπλάνησε τὸν κόσμο καὶ εἶπε πὼς δὲν ἦρθε νὰ καταστρέψει τὸν νόμο, ἀλλὰ νὰ τὸν συμπληρώσει. Κρεμάσθηκε τὴν παραμονὴ τοῦ Πάσχα, μὲ τὴν κατηγορία τῆς αἵρεσης καὶ παραπλάνησης τοῦ λαοῦ. Οἱ μαθητές του, πέντε ἀπ΄ τοὺς ὁποίους ἀναφέρονται μὲ τὰ ὀνόματά τους, γιάτρευαν ἀρρώστους στ’ ὄνομά του.
Εἶναι ὁλοφάνερο πὼς πρόκειται γιὰ ἕνα πορτραῖτο τοῦ Κυρίου μας ὅπως ἀκριβῶς θὰ τὸ περιμέναμε ἀπὸ ἕνα ἔργο γραμμένο ἀπ’ τοὺς Φαρισαίους, ποὺ ἦσαν ἀντίπαλοί Του. Μερικὰ ἀπὸ τὰ ὀνόματα μὲ τὰ ὁποῖα Αὐτὸς ἀναφέρεται γίνονταν ἄμεσες ἢ ἔμμεσες μαρτυρίες γιὰ τὶς διηγήσεις τῶν Εὐαγγελίων. Ἡ ὀνομασία Ha-Taluy («Ὁ κρεμασμένος») ἀναφέρεται ξεκάθαρα στὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο πέθανε. Ἕνα ἄλλο ὄνομα ποὺ Τοῦ δίνεται, Ben-Pantera («Γιὸς Παντέρα»), κατὰ πάσα πιθανότητα ἀναφέρεται, ὄχι (ὅπως ὑπονόησαν μερικοὶ) σ’ ἕναν Ρωμαῖο στρατιώτη, ποὺ ὀνομαζόταν Παντέρας, ἀλλὰ στὴ Χριστιανικὴ πίστη γιὰ τὴ γέννηση τοῦ Κυρίου μας ἀπὸ παρθένο. Εἶναι δηλαδὴ ἡ λέξη «παρθένος» . Αὐτὸ δὲν σημαίνει βέβαια πὼς ὅλοι ὅσοι τὸν ὀνόμαζαν ἔτσι πίστευαν στὴ γέννησή Του ἀπὸ παρθένο.
Στὰ τέλη περίπου τοῦ πρώτου αἰώνα μ.Χ. καὶ στὶς ἀρχὲς τοῦ δεύτερου, ὑπῆρχε ὅπως φαίνεται κάποια διαφωνία στοὺς Ἰουδαϊκοὺς κύκλους, γιὰ τὸ κατὰ πόσο μερικὰ Χριστιανικὰ ἔργα ἔπρεπε ν’ ἀναγνωρισθοῦν ὡς κανονικὰ ἢ ὄχι. Αὐτὰ τὰ ἔργα, ὅποια κι ἂν ἦσαν, πῆραν τὸ Ἑλληνικὸ ὄνομα Εὐαγγέλιο. Τὸ ἀμφισβητούμενο Εὐαγγέλιο ἦταν κατὰ πάσα πιθανότητα μία Ἀραμαϊκὴ μορφὴ τοῦ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγελίου, τοῦ Εὐαγγελίου ποὺ προτιμοῦσαν οἱ Ἰουδαῖοι Χριστιανοὶ τῆς Παλαιστίνης καὶ τῶν γύρω περιοχῶν. Λέγεται πὼς οἱ Ραββίνοι Γιωχανᾶν καὶ Μέιρ ἔκαναν δυσμενῆ λογοπαίγνια μὲ τὴ λέξη Εὐαγγέλιο, ὑψώνοντας τὰ φωνήεντα τῆς λέξης ἔτσι, ὥστε νὰ διαβάζεται Awen-gillayon ἢ Awon-gillayon, ποὺ σήμαιναν «Ἁμαρτία τοῦ Περιθωρίου» ἢ «Ἁμαρτία τῆς Πλάκας τοῦ γραψίματος». Αὐτὲς οἱ δυσνόητες ἀναφορὲς δείχνουν πὼς ὑπῆρχε κάποια ἐπαφὴ ἀνάμεσα στοὺς ὀρθόδοξους Φαρισαίους καὶ τοὺς Ἰουδαίους Χριστιανούς, ποὺ δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἐκπλήσσει ἂν σκεφθοῦμε πὼς ἡ πρώτη Παλαιστινιακὴ ἐκκλησία περιλάμβανε πιστὰ μέλη, ποὺ προέρχονταν ἀπ’ τὴν παράταξη τῶν Φαρισαίων καὶ πολλὲς χιλιάδες Ἰουδαίων, ποὺ ἦσαν «ζηλωτὲς τοῦ νόμου» (Πρξ. 15/5, 21/20). Μετὰ τὸ 70 μ.Χ., πράγματι, μπορεῖ αὐτοὶ οἱ Ἰουδαῖοι Χριστιανοὶ νὰ εἶχαν περισσότερη ἐπαφὴ μὲ ἄλλους Ἰουδαίους, παρὰ μὲ τὰ μέλη τῶν Ἐθνικῶν ἐκκλησιῶν, ποὺ ὁλοένα κι ἔκλιναν στὸ χαρακτηρισμὸ τῶν Ἰουδαίων Χριστιανῶν ὡς αἱρετικῶν καὶ ἡμι – Χριστιανῶν. Ὑπάρχουν βάσιμες πληροφορίες γιὰ νὰ σκεφθοῦμε ὅτι αὐτοὶ οἱ φυγάδες ἀπὸ τὴν ἐκκλησία τῆς Ἱερουσαλήμ, ποὺ ἐγκαταστάθηκαν στὴν Ὑπεριορδανία, γύρω στὸ 70 μ.Χ., συνεργάστηκαν μὲ ὁρισμένες ὁμάδες Ἐσσαίων, ποὺ πιθανῶς περιλάμβαναν καὶ τ’ ἀπομεινάρια τῆς κοινότητας τοῦ Κουμρᾶν.
Ὁ Ἰώσηπος
Ὅμως, ἔχουμε καὶ ἀρχαιότερη καὶ πιὸ σπουδαία γιὰ μᾶς Ἰουδαϊκὴ φιλολογία ἀπ’ αὐτὴ ποὺ βρίσκουμε στὰ Ταλμούδ. Ὁ Ἰουδαῖος ἱστορικὸς Ἰώσηπος γεννήθηκε ἀπὸ ἱερατικὴ οἰκογένεια τὸ 37 μ.Χ. Στὴν ἡλικία τῶν δεκαεννιὰ χρόνων προσχώρησε στὴν Φαρισαϊκὴ παράταξη. Σὲ μία ἐπίσκεψή του στὴ Ρώμη, τὸ 63 μ.Χ., μπόρεσε νὰ ἐκτιμήσει τὴν ἰσχὺ τῆς Αὐτοκρατορίας. Ὅταν ξέσπασε ὁ Ἰουδαϊκὸς Πόλεμος, τὸ 66 μ.Χ., διορίστηκε διοικητὴς τῶν Ἰουδαϊκῶν δυνάμεων στὴ Γαλιλαία καὶ ὑπερασπίστηκε τὴ στρατηγικὴ θέση Jotapata ἐναντίον τῶν Ρωμαίων μέχρις ὅτου ἡ περαιτέρω ἀντίσταση ἦταν ἀνώφελη. Διέφυγε τότε σὲ μία σπηλιά, μαζὶ μ’ ἄλλους σαράντα, κι ὅταν ἀντιλήφθηκαν πὼς τὸ καταφύγιό τους εἶχε κυκλωθεῖ σχεδίασαν μία ὁμαδικὴ αὐτοκτονία. Ἴσως, πιὸ πολὺ ἀπὸ καλὸ χειρισμὸ τοῦ θέματος παρὰ ἀπὸ τύχη, ὁ Ἰώσηπος ἦταν ἕνας ἀπ’ τοὺς δύο ποὺ ἐπέζησαν. Ἔπεισε τὸν σύντροφό του νὰ παραδοθοῦν στοὺς Ρωμαίους κι ὅταν ἔγινε κι αὐτό, κατάφερε νὰ κερδήσει τὴν εὔνοια τοῦ Βεσπασιανοῦ, τοῦ Ρωμαίου διοικητῆ, προλέγοντας τὴν ἄνοδό του στὸν αὐτοκρατορικὸ θρόνο, μία πρόβλεψη ποὺ ἐκπληρώθηκε τὸ 69 μ.Χ. Ὁ Ἰώσηπος προσλήφθηκε στὸ γενικὸ Ρωμαϊκὸ διοικητήριο, στὴ διάρκεια τῆς πολιορκίας τῆς Ἱερουσαλήμ, ἐνεργώντας μάλιστα σὰν διερμηνέας τοῦ Τίτου, γιοῦ τοῦ Βεσπασιανοῦ καὶ διαδόχου του στὴ διοίκηση τῆς Παλαιστίνης, ὅταν θέλησε νὰ κάνει ἐξαγγελίες στοὺς πολιορκούμενους κατοίκους. Μετὰ τὴν πτώση τῆς πόλης καὶ τὴν καταστολὴ τῆς ἐπανάστασης, ὁ Ἰώσηπος ἐγκαταστάθηκε κανονικὰ στὴ Ρώμη, σὰν δικηγόρος καὶ συνταξιοῦχος τοῦ αὐτοκράτορα παίρνοντας τὸ οἰκογενειακό του ὄνομα, Φλάβιος, κι ἔτσι ἔγινε γνωστός, ὡς Φλάβιος Ἰώσηπος.
Ὅπως εἶναι φυσικό, αὐτὴ ἡ ποικιλόμορφη καριέρα δὲν ἦταν δυνατὸ νὰ τὸν κάνει δημοφιλῆ ἀνάμεσα στοὺς συμπατριῶτες του, πολλοὶ ἀπ’ τοὺς ὁποίους τὸν θεωροῦσαν – καὶ τὸν θεωροῦν ἀκόμα – ἕναν δὶς εἰς θάνατον προδότη. Παρόλα αὐτά. Χρησιμοποίησε τὰ χρόνια ποὺ ἀναπαυόταν στὴ Ρώμη ἔτσι ποὺ νὰ μπορεῖ ν’ ἀπαιτήσει τὴν εὐγνωμοσύνη τους, γράφοντας τὴν ἱστορία τοῦ ἔθνους τους. Τὸ λογοτεχνικό του ἔργο περιλαμβάνει μία Ἱστορία περὶ τοῦ Ἰουδαϊκοῦ Πολέμου, ἀπὸ τὸ 170 π.Χ. μέχρι τὸ 73 μ.Χ., ποὺ γράφτηκε πρῶτα στ’ Ἀραμαϊκά, πρὸς ὄφελος τῶν Ἰουδαίων, ποὺ ζοῦσαν μέσα στὴν Αὐτοκρατορία, κι ἔπειτα δημοσιεύτηκε μία Ἑλληνικὴ μετάφραση. Ἐπίσης, μία Αὐτοβιογραφία στὴν ὁποία ὑπερασπίζεται τὸν ἑαυτὸ του ἐναντίον ἑνὸς ἄλλου Ἰουδαίου ἱστορικοῦ, τοῦ Ἰούστου, ἀπὸ τὴν Τιβεριάδα, ὁ ὁποῖος ἀναφερόμενος στὸν Πόλεμο ἐκφράστηκε δυσμενῶς γιὰ τὸν ρόλο ποὺ εἶχε παίξει ὁ Ἰώσηπος. Ἀκόμα, δύο βιβλία Κατ’ Ἀπίωνος, στὰ ὁποῖα ὑπερασπίζεται τὸ ἔθνος του ἐναντίον στὶς ἀντὶ-Σημιτικὲς συκοφαντίες (μερικὲς ἀπ’ τὶς ὁποῖες ὑπάρχουν καὶ σήμερα) τοῦ Ἀπίωνα, ἑνὸς Ἀλεξανδρινοῦ γυμνασιάρχη, καὶ ἄλλων συγγραφέων. Τέλος, εἴκοσι βιβλία μὲ τὶς Ἀρχαιότητες τῶν Ἰουδαίων,* ὅπου περιγράφεται ἡ ἱστορία τοῦ ἔθνους του ἀπ’ τὴν ἀρχὴ τῆς Γένεσης μέχρι τὴν ἐποχή του. Ὅσο καὶ νὰ μὴ τοῦ ἄξιζε νὰ διασώσει τὴν ἱστορία τῆς πτώσης τοῦ ἔθνους του, πρέπει νὰ εἴμαστε χαρούμενοι ποὺ τὸ ἔκανε, γιατί, χωρὶς τὰ ἱστορικά του ἔργα, παρ’ ὅτι ἔχουν πολλὲς ἀτέλειες, οἱ πηγὲς τῶν πληροφοριῶν μας, σχετικὰ μὲ τὴν ἱστορία τῆς Παλαιστίνης τὴν ἐποχὴ τῆς Καινῆς Διαθήκης, θὰ ἦσαν ἀπίστευτα φτωχότερες.
Στὶς σελίδες τοῦ Ἰώσηπου συναντᾶμε πολλὰ πρόσωπα ποὺ μᾶς εἶναι γνωστὰ ἀπ’ τὴν Καινὴ Διαθήκη: Τὴν ποικιλόμορφη οἰκογένεια τοῦ Ἡρώδη, τοὺς Ρωμαίους αὐτοκράτορες Αὔγουστο, Τιβέριο, Κλαύδιο καὶ Νέρωνα, τὸν Κυρήνιο, κυβερνήτη τῆς Συρίας, τὸν Πιλάτο, τὸν Φήλικα, τὸν Φῆστο προκουράτορες τῆς Ἰουδαίας, τὶς οἰκογένειες τοῦ ἀνώτατου ἱερατείου – Ἄννα, Καϊάφα, Ἀνανία καὶ τοὺς λοιπούς του Φαρισαίους καὶ τοὺς Σαδδουκαίους καὶ οὕτω καθεξῆς. Μποροῦμε νὰ διαβάσουμε τὴν Καινὴ Διαθήκη συγκρίνοντάς την μὲ τὸ πλαίσιο ποὺ μᾶς προσφέρει ὁ Ἰώσηπος, πράγμα ποὺ τὴν κάνει ἀκόμα πιὸ ἐνδιαφέρουσα καὶ μᾶς βοηθάει νὰ τὴν κατανοήσουμε καλύτερα.
Ὅταν ὁ Γαμαλιὴλ (στὶς Πράξεις 5/37), μιλάει γιὰ τὸν Ἰούδα ἀπ’ τὴ Γαλιλαία ποὺ ἦταν ἐπικεφαλῆς μιᾶς ἐξέγερσης τὴν περίοδο τῆς φορολογίας, γυρίζουμε στὶς σελίδες τοῦ Ἰώσηπου καὶ βρίσκουμε τὴν ἱστορία αὐτῆς τῆς ἐξέγερσης τόσο στὸ ἔργο του Πόλεμος (11/8) ὅσο καὶ στὶς Ἀρχαιότητες (XVIII/1). Ὁ Ἰώσηπος μᾶς μιλάει, ἐπίσης, γιὰ κάποιον ἀγύρτη, ὀνόματι Θευδᾶ, (Ἀρχαιότ. ΧΧ/5,1) ποὺ ἐμφανίστηκε λίγο μετὰ τὸ 44 μ.Χ., ὁ Θευδᾶς ὅμως τὸν ὁποῖο ἀναφέρει ὁ Γαμαλιὴλ ἔδρασε πρὶν ἀπ’ τὸν Ἰούδα τῆς Γαλιλαίας (6 μ.Χ.). Σ’ ὁποιαδήποτε λοιπὸν περίπτωση, ὁ λόγος τοῦ Γαμαλιὴλ ἔλαβε χώρα ἀνάμεσα στὸ 30 καὶ τὸ 33. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ σκεφθοῦμε πὼς ὁ Λουκᾶς διέπραξε κάποιον ἀναχρονισμό, ἐπειδὴ διαβάζουμε τὸν Ἰώσηπο λανθασμένα (τὸ βάρος τῆς μαρτυρίας εἶναι κατὰ τοῦ Λουκᾶ νὰ ἔχουμε διαβάσει προηγουμένως τὸν Ἰώσηπο). Ὁ Ἰώσηπος ὁ ἴδιος μᾶς λέει πὼς περίπου στὴν ἐποχὴ ποὺ πέθανε ὁ Ἡρώδης ὁ Μέγας (4 μ.Χ.) ὑπῆρχαν πολλὰ προβλήματα στὴν Ἰουδαία, καὶ ἡ δραστηριότητα λοιπὸν τοῦ Θευδᾶ (ποὺ δὲν ἦταν καὶ τόσο ἀσυνήθιστο ὄνομα) τὸν ὁποῖο ἀνέφερε ὁ Γαμαλιήλ, ἴσως ν’ ἀνήκει σ’ αὐτὴ τὴν περίοδο.
Ἡ πείνα τῆς ἐποχῆς τοῦ Κλαύδιου (Πρξ. 11/28) ἀναφέρεται καὶ ἀπὸ τὸν Ἰώσηπο. Ἂν ὁ Λουκᾶς μᾶς λέει πὼς οἱ Χριστιανοὶ στὴν Ἀντιόχεια ἔστειλαν βοήθεια στὴν ἐκκλησία τῆς Ἱερουσαλήμ, σ’ αὐτὴ τὴν περίπτωση, ὁ Ἰώσηπος μᾶς λέει πὼς ἡ Ἕλενα, ἡ Ἰουδαία βασιλομήτορα τῆς Ἀδιαβηνῆς, ποὺ βρίσκεται στὰ βορειοανατολικά τῆς Μεσσοποταμίας, ἀγόρασε στὴν Ἀλεξάνδρεια καλαμπόκι καὶ στὴν Κύπρο σῦκα, γιὰ ν’ ἀνακουφίσει τὴν πείνα τοῦ λαοῦ τῆς Ἱερουσαλὴμ σ’ αὐτὴ τὴν περίπτωση.
Ὁ ξαφνικὸς θάνατος τοῦ Ἡρώδη Ἀγρίππα Α’, τὸν ὁποῖο διηγεῖται ὁ Λουκᾶς στὶς Πράξεις (12/19-23) καταγράφεται ἐπίσης κι ἀπ’ τὸν Ἰώσηπο (Ἀρχ. ΧΙΧ/8,2) σὲ μία μορφὴ ποὺ συμφωνεῖ μὲ τὶς γενικὲς γραμμὲς τοῦ Λουκᾶ, ἂν καὶ οἱ δύο διηγήσεις εἶναι ἀρκετὰ ἀνεξάρτητες, ἡ μία ἀπ’ τὴν ἄλλη. Νὰ πῶς δίνει αὐτὴν τὴν ἐξιστόρηση ὁ Ἰώσηπος:
«Ὅταν ὁ Ἀγρίππας εἶχε συμπληρώσει τρία χρόνια βασιλείας στὴν Ἰουδαία, ἦρθε στὴν Καισάρεια, ποὺ ἀρχικὰ ὀνομαζόταν Πύργος Στράτωνος. Ἐκεῖ ἔκανε γιορτὲς πρὸς τιμὴν τοῦ Καίσαρα, ἐγκαινιάζοντας ἕνα φεστιβὰλ γιὰ τὴ μακροημέρευση τοῦ αὐτοκράτορα. Ἐκεῖ, λοιπόν, κατέφθασε πλῆθος τοπικῶν ἀρχόντων καὶ ἄλλων ποὺ εἶχαν προαχθεῖ σὲ ἀνώτερα ἀξιώματα. Τὴ δεύτερη μέρα τῶν ἐκδηλώσεων φόρεσε ἕνα μανδύα ἀπὸ ἀσήμι, μὲ θαυμάσια ὕφανση κι ἔφτασε στὸ θέατρο τὰ ξημερώματα. Τὸ ἀσήμι ἔλαμπε καθὼς οἱ ἀχτίνες τοῦ ἥλιου ἔπεφταν πάνω του καὶ γυάλιζε ὑπέροχα. Ἡ αἴγλη του ἐνέπνεε κάποιο φόβο καὶ τρόμο σὲ ὅσους τὸν κοιτοῦσαν. Ξαφνικά, οἱ κόλακές του ἄρχισαν νὰ φωνάζουν ἀπ’ ὅλες τὶς μεριές, λόγια ποὺ στ’ ἀλήθεια δὲν ἦσαν γιὰ τὸ καλό του, κατονομάζοντας τὸν θεό, καὶ τὸν ἐπικαλοῦνταν κραυγάζοντας, ‘’Δεῖξε εὐμένεια! Ἂν μέχρι τώρα σ’ ἀντιμετωπίζαμε σὰν ἄνθρωπο, ἀπὸ δῶ καὶ στὸ ἑξῆς θὰ ὁμολογοῦμε πὼς βρίσκεσαι πάνω ἀπ’ τὴν ἀνθρώπινη φύση’’.
Ὁ βασιλιὰς δὲν τοὺς ἐπέπληξε οὔτε καταδίκασε τὴν ἀσεβῆ κολακεία τους. Ἀλλά, κοιτάζοντας ψηλὰ εἶδε τὴν κουκουβάγια νὰ κάθεται σ’ ἕνα σχοινί, πάνω ἀπ’ τὸ κεφάλι του κι ἀμέσως τὴ θεώρησε μηνυτὴ κακοῦ, ὅπως ἀκριβῶς προηγουμένως εἶχε γίνει μηνυτὴς καλοῦ, κι ἕνα βάρος θλίψης γέμισε τὴν καρδιά του. Ξαφνικὰ τὸν ἐπίασε δυνατὸς πόνος στὴν κοιλιακὴ χώρα…
Μεταφέρθηκε γρήγορα στὸ παλάτι καὶ γρήγορα διαδόθηκε τὸ νέο πὼς σίγουρα θὰ πέθαινε σύντομα… Ὅταν εἶχε πιὰ ὑποφέρει πέντε μέρες ἀπὸ πόνο, ἔφυγε ἀπ’ αὐτὸ τὸν κόσμο, στὸ πεντηκοστὸ τέταρτο τῆς ζωῆς του καὶ τὸ ἕβδομο τῆς βασιλείας του».
Οἱ παραλληλίες ἀνάμεσα στὶς δύο διηγήσεις εἶναι ὁλοφάνερες, ὅπως ἐπίσης εἶναι φανερὴ καὶ ἡ ἀπουσία συνεννόησης μεταξύ τους. Ὁ Λουκᾶς περιγράφει τὸ ξαφνικὸ χτύπημα τοῦ βασιλιᾶ λέγοντας, στὴ βιβλικὴ γλώσσα, πὼς «ἄγγελος Κυρίου ἐπάταξε αὐτόν». Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ σκεφθεῖ κανεὶς πὼς ὑπάρχει κάποια σημασία στὴ χρήση τῆς Ἑλληνικῆς λέξης «ἄγγελος», ἀπ’ τὸν Λουκᾶ, ποὺ σημαίνει «ἀγγελιαφόρος», καὶ τὴ λέξη «μηνυτής», ποὺ ἀποδίδεται ἀπ’ τὸν Ἰώσηπο στὴν κουκουβάγια, παρόλο ποὺ μερικοὶ ἀπ’ τοὺς πρώτους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ὑπέδειξαν κάτι τέτοιο. Οἱ Τύριοι ἐκμεταλλεύτηκαν τὴν εὐκαιρία τῆς γιορτῆς γιὰ νὰ συμφιλιωθοῦν δημόσια μὲ τὸ βασιλιά.
Γενικά, θὰ μπορούσαμε νὰ συνοψίσουμε τὴ σύγκριση τῶν δύο διηγήσεων μὲ τὰ λόγια ἑνὸς ἀπροκατάληπτου ἱστορικοῦ, τοῦ Eduard Meyer: «Οἱ δύο διηγήσεις συμφωνοῦν ἀπόλυτα στὶς γενικὲς γραμμές, τὰ δεδομένα καὶ τὴν ὅλη σύλληψη. Μὲ τὶς τόσο ἐνδιαφέρουσες λεπτομέρειές της, ποὺ μὲ κανένα τρόπο δὲν μποροῦν νὰ ἐξηγηθοῦν σὰν μία «τάση» ἢ σὰν λαϊκὴ παράδοση. Ἡ διήγηση τοῦ Λουκᾶ μπορεῖ μ’ ἐγγύηση νὰ θεωρηθεῖ τουλάχιστο τόσο ἀξιόπιστη, ὅσο κι αὐτὴ τοῦ Ἰώσηπου.
Ἀκόμη πιὸ ἐνδιαφέρον εἶναι τὸ ὅτι ὁ Ἰώσηπος ἀναφέρεται στὸν Ἰωάννη τὸν Βαπτιστὴ καὶ τὸν Ἰάκωβο, ἀδελφό τοῦ Κυρίου, καταγράφοντας τὸ θάνατό τους μ’ ἕναν τρόπο ὁλοφάνερα διαφορετικὸ ἀπ’ τὴν Καινὴ Διαθήκη, ἔτσι ποὺ δὲν μποροῦμε νὰ ὑποψιαστοῦμε κάποια Χριστιανικὴ παρεμβολή, σὲ κανένα ἀπὸ τὰ ἀποσπάσματα αὐτά. Στὶς Ἀρχαιότητες (XVIII/5,2) διαβάζουμε πὼς ὁ Ἡρώδης Ἀντύπας, τετράρχης τῆς Γαλιλαίας, νικήθηκε στὴ μάχη ἀπ’ τὸν Ἀρέτα, βασιλιὰ τῶν Ἀράβων τῆς Νουβίας, πατέρα τῆς πρώτης γυναίκας τοῦ Ἡρώδη, τὴν ὁποία παράτησε χάρη τῆς Ἡρωδιάδας. Ὁ Ἰώσηπος συνεχίζει:
«Μερικοὶ ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους νόμισαν πὼς ὁ στρατὸς τοῦ Ἡρώδη εἶχε καταστραφεῖ ἀπ’ τὸν Θεὸ κι ἦταν αὐτὸ μία τιμωρία γιὰ τὸν ἀποκεφαλισμὸ τοῦ Ἰωάννη, τοῦ ἐπονομαζόμενου Βαπτιστῆ. Γιατί ὁ Ἡρώδης εἶχε σκοτώσει, ἂν καὶ ἦταν καλὸς ἄνθρωπος καὶ πρόσταζε στοὺς Ἰουδαίους νὰ ζοῦν ἐνάρετα, νὰ εἶναι δίκαιοι μεταξύ τους καὶ πρὸς τὸν Θεὸ καὶ νὰ βαπτίζονται. Δίδασκε πὼς τὸ βάπτισμα ἦταν ἀποδεκτὸ ἀπ’ τὸν Θεό, στὴν περίπτωση ποὺ αὐτὸ γινόταν ὄχι γιὰ τὴ συγχώρηση συνειδητῶν ἁμαρτιῶν, ἀλλὰ γιὰ τὸν καθαρισμὸ τοῦ σώματος, ἐνῶ ἡ ψυχὴ εἶχε ἤδη καθαρισθεῖ μὲ δικαιοσύνη. Ὅταν ἄρχισαν πολλοὶ νὰ μαζεύονται γύρω του (γιατί ἐπηρεάζονταν πολὺ σὰν ἄκουγαν τὰ λόγια του), ὁ Ἡρώδης φοβήθηκε τὴ δύναμη πειθοῦς, ποὺ διέθετε πάνω στοὺς ἀνθρώπους, φοβήθηκε μήπως ὁδηγήσει σὲ κάποια στάση, καθὼς ἀκολουθοῦσαν τὴ συμβουλή του γιὰ κάθε θέμα. Τὸ θεώρησε, λοιπόν, καλὸ νὰ τὸν συλλάβει καὶ νὰ τὸν σκοτώσει, πρὶν νὰ προκαλέσει κάποια ἀναταραχή, παρὰ νὰ μετανιώσει ἀργότερα μπαίνοντας σὲ τέτοια βάσανα, ἀφοῦ δηλαδὴ ξεσποῦσε ἡ ἐπανάσταση. Μ’ αὐτὲς τὶς ὑποψίες τοῦ Ἡρώδη, ὁ Ἰωάννης στάλθηκε ἁλυσοδεμένος στὸ Machaerus (Σημ. τ. μετ.: Μαχαίρους), ἕνα φρούριο ποὺ ἀναφέρθηκε πιὸ πάνω, καὶ ἐκεῖ θανατώθηκε. Οἱ Ἰουδαῖοι, λοιπόν, πίστεψαν πὼς ἐξαιτίας αὐτῆς τῆς θανάτωσης καταστράφηκε ὁ στρατός, γιατί ὁ Θεὸς ἤθελε νὰ φέρει κακὸ στὸν Ἡρώδη».
Ὑπάρχουν σημαντικὲς διαφορὲς ἀνάμεσα σ’ αὐτὴν τὴ διήγηση καὶ σ’ ἐκείνη τῶν Εὐαγγελίων : Σύμφωνα μὲ τὸν Μάρκο (1/4), ὁ Ἰωάννης «ἐκήρυττε βάπτισμα μετανοίας εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν», ἐνῶ ὁ Ἰώσηπος λέει πὼς τὸ βάπτισμα τοῦ Ἰωάννη δὲν εἶχε σκοπὸ τὴν ἄφεση ἁμαρτιῶν. Ἐπίσης, ὁ Ἰώσηπος δίνει πολιτικὴ σημασία στὸ θάνατο τοῦ Ἰωάννη, ἐνῶ στὰ Εὐαγγέλια φαίνεται πὼς ἦταν ἀποτέλεσμα τῆς ἀντίθεσης τοῦ Ἰωάννη γιὰ τὸ γάμο τοῦ Ἡρώδη μὲ τὴν Ἡρωδιάδα. Εἶναι πολὺ πιθανὸ ὁ Ἡρώδης νὰ θέλησε νὰ πετύχει μ’ ἕνα σμπάρο δύο τρυγόνια φυλακίζοντας τὸν Ἰωάννη. Ὅσο γιὰ τὴν ἀσυμφωνία ἀναφορικὰ μὲ τὴ σημασία τοῦ βαπτίσματος τοῦ Ἰωάννη, οἱ ἀνεξάρτητες παραδόσεις ποὺ μποροῦμε νὰ βροῦμε στὴν Καινὴ Διαθήκη εἶναι ἐντυπωσιακὰ ὁμόφωνες, κι ἐκτός του ὅτι εἶναι πρωιμότερες τῆς διήγησης τοῦ Ἰώσηπου (οἱ Ἀρχαιότητες δημοσιεύτηκαν τὸ 93 μ.Χ.) δίνουν μία πιὸ ἀξιόπιστη περιγραφὴ ἀπὸ θρησκευτικὸ-ἱστορικὴ ἄποψη.
Ὅπως φαίνεται, ὁ Ἰώσηπος ἀποδίδει πράγματι στὸν Ἰωάννη τὸ δόγμα τῶν Ἐσσαίων γιὰ τὸ βάπτισμα, ὅπως μᾶς εἶναι γνωστὸ ἀπ’ τὰ κείμενα τοῦ Κουμρᾶν. Τὸ γενικὸ διάγραμμα ὅμως τῆς ἱστορίας τοῦ Ἰώσηπου βεβαιώνει τὴ μαρτυρία τῶν Εὐαγγελίων. Αὐτὴ ἡ μαρτυρία τοῦ Ἰώσηπου ἦταν γνωστὴ τόσο στὸν Ὠριγένη (230 μ.Χ., περίπου) ὅσο καὶ στὸν Εὐσέβιο (326 μ.Χ., περίπου).
Ἀργότερα, ὁ Ἰώσηπος περιγράφει στὶς Ἀρχαιότητες (ΧΧ/9,1) τὶς αὐθαίρετες πράξεις τοῦ ἀρχιερέα Ἀνάνου, μετὰ τὸ θάνατο τοῦ προκουράτορα Φήστου (61 μ.Χ.) μὲ τὰ ἑξῆς λόγια:
«Ὁ νεότερος ὅμως Ἄνανος, ὁ ὁποῖος, ὅπως εἴπαμε, ἀνέλαβε ἀρχιερέας, ἦταν θρασὺς καὶ τολμηρός. Ἀκολούθησε τὴν παράταξη τῶν Σαδδουκαίων, ποὺ εἶναι οἱ πιὸ αὐστηροὶ στὴν κρίση ἀπ’ ὅλους τοὺς Ἰουδαίους, ὅπως δείξαμε πιὸ πάνω. Μ’ αὐτόν, λοιπόν, τὸ χαρακτήρα ποὺ εἶχε ὁ Ἄνανος σκέφτηκε πὼς ἦταν καλύτερη εὐκαιρία, μιὰ ποὺ ὁ Φῆστος εἶχε πεθάνει κι ὁ Ἀλβίνος βρισκόταν ἀκόμα στὸ δρόμο. Ἔτσι, συγκάλεσε συμβούλιο τῶν κριτῶν καὶ ἔφερε μπροστά τους τὸν ἀδελφό τοῦ Ἰησοῦ, τὸν λεγόμενο Χριστό, τὸν Ἰάκωβο, μαζὶ μὲ ἄλλους, κι ἀφοῦ τοὺς κατηγόρησε σὰν παραβάτες τοῦ Νόμου, τοὺς ἔστειλε γιὰ λιθοβολισμό».
Αὐτὸ τὸ ἀπόσπασμα, ὅπως καὶ τὸ προηγούμενο ἦταν γνωστὸ τόσο στὸν Ὠριγένη ὅσο καὶ στὸν Εὐσέβιο. Τὴν ἱστορία τοῦ θανάτου τοῦ Ἰακώβου, τοῦ Δίκαιου (ὅπως ὀνόμαζαν τὸν ἀδελφό τοῦ Κυρίου), διηγεῖται μὲ περισσότερες λεπτομέρειες ὁ Ἠγήσιππος, ἕνας Ἰουδαῖος Χριστιανὸς συγγραφέας τοῦ 170 μ.Χ. περίπου. Ἡ διήγηση τοῦ Ἰώσηπου παρουσιάζει ἐξαιρετικὸ ἐνδιαφέρον, καθὼς ὁ Ἰώσηπος ὀνομάζει τὸν Ἰάκωβο ἀδελφό τοῦ Ἰησοῦ, τοῦ λεγόμενου «Χριστοῦ» μὲ τέτοιο τρόπο, ποὺ ὑπονοεῖται πὼς ἔχει προηγουμένως ἀναφερθεῖ στὸν Ἰησοῦ. Βρίσκουμε ἐπίσης κάποια μνεία γιὰ τὸν Ἰησοῦ καὶ σ’ ἕνα ἄλλο ἐκτεταμένο ἀντίτυπο τοῦ Ἰώσηπου, τὸ ὀνομαζόμενο Testimonium Flavianum, στὶς Ἀρχαιότητες (XVIII/3,3). Ὁ Ἰώσηπος διηγεῖται ἐκεῖ μερικὰ ἀπὸ τὰ προβλήματα ποὺ σημάδεψαν τὴ διακυβέρνηση τοῦ Πιλάτου, καὶ συνεχίζει:
«Περὶ τὴν ἐποχὴ αὐτὴ ἐμφανίστηκε ὁ Ἰησοῦς, ἕνας σοφὸς ἄνθρωπος, ἂν βέβαια μποροῦμε νὰ τὸν ὀνομάσουμε ἔτσι. Γιατί ἔκανε θαύματα καὶ δίδασκε τοὺς ἀνθρώπους ποὺ δέχονταν μὲ χαρὰ τὴν ἀλήθεια. Παρέσυρε πολλοὺς Ἰουδαίους, ἀλλὰ καὶ Ἕλληνες. Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἦταν ὁ Χριστός. Ὅταν λοιπὸν τὸν καταδίκασε ὁ Πιλάτος σὲ σταυρικὸ θάνατο, ἀφοῦ παραπέμφθηκε ἀπὸ τοὺς ἄρχοντές μας, ἐκεῖνοι ποὺ τὸν ἀγαποῦσαν δὲν χάθηκαν. Γιατί ἐμφανίστηκε σ’ αὐτοὺς τὴν τρίτη μέρα καὶ πάλι ζωντανός, ὅπως οἱ προφῆτες εἶχαν μιλήσει γι’ αὐτὰ καὶ γιὰ χιλιάδες ἄλλα θαυμάσια σχετικὰ μ’ αὐτόν: Ἀκόμα καὶ σήμερα ἡ φυλὴ τῶν Χριστιανῶν, ὅπως ὀνομάστηκαν ἀπ’ τὸ ὄνομά Του, δὲν ἔχει πεθάνει».
Αὐτὴ εἶναι μετάφραση τοῦ κειμένου αὐτοῦ τοῦ ἀποσπάσματος, ὅπως ἔφτασε σέ μᾶς καὶ ξέρουμε πὼς ἦταν τὸ ἴδιο καὶ στὴν ἐποχὴ τοῦ Εὐσέβιου, ὁ ὁποῖος τὸ παραθέτει δύο φορές. Ἕνας λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο πολλοὶ θέλησαν νὰ τὸ χαρακτηρίσουν σὰν μία Χριστιανικὴ παρεμβολή, εἶναι τὸ ὅτι ὁ Ὠριγένης ἀναφέρει πὼς ὁ Ἰώσηπος δὲν πίστευε ὅτι ὁ Χριστὸς ἦταν ὁ Μεσσίας, οὔτε Τὸν ἀνακήρυττε τέτοιον. Τὸ ὅτι ὁ Ἰώσηπος δὲν ἦταν Χριστιανὸς εἶναι γνωστό. Εἶναι ὅμως παράξενο ἕνας μὴ-Χριστιανὸς συγγραφέας νὰ γράφει τὰ παραπάνω ὑπογραμμισμένα λόγια. Παρόλα αὐτά, δὲν μποροῦμε, ἀπὸ τὴν ἄποψη τῆς κριτικῆς τοῦ κειμένου, νὰ ποῦμε τίποτε ἐναντίον αὐτοῦ τοῦ ἀποσπάσματος. Οἱ μαρτυρίες τῶν χειρογράφων εἶναι ὁμόφωνες κι ἄφθονες, ὅπως ἄλλωστε γιὰ κάθε τί στὸν Ἰώσηπο. Ἴσως ὅμως νὰ ἦταν γνωστὴ στὸν Ὠριγένη μία πρωιμότερη μορφὴ τοῦ ἀποσπάσματος, ἀπ’ τὴν ὁποία ἔλλειπαν τὰ ὑπογραμμισμένα μέρη. Καθὼς τὸ κείμενο τοῦ Ἰώσηπου μεταδόθηκε ἀπὸ Χριστιανοὺς κι ὄχι ἀπὸ Ἰουδαίους, δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἐκπλήσσει ἂν ἡ ἀναφορὰ στὸν Ἰησοῦ πῆρε πιὸ Χριστιανικὸ χρῶμα μὲ τὸ πέρασμα τοῦ χρόνου.
Ἂν ὅμως, προσέξουμε πιὸ πολὺ τὰ ὑπογραμμισμένα αὐτὰ τμήματα, ἴσως συμβεῖ ν’ ἀναρωτηθοῦμε, μήπως ὁ Ἰώσηπος ἔγραφε εἰρωνικά. Ἡ ἔκφραση «ἂν βέβαια μποροῦμε νὰ τὸν ὀνομάσουμε ἄνθρωπο, ἴσως νὰ εἶναι μία σαρκαστικὴ ἀναφορὰ στὴ Χριστιανικὴ πίστη, πὼς ὁ Ἰησοῦς ἦταν Γιὸς τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἔκφραση «Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἦταν ὁ Χριστός», ἴσως νὰ σημαίνει πὼς αὐτὸς ἦταν ὁ Ἰησοῦς, ποὺ συνήθως ὀνομαζόταν Χριστός. Κάποια τέτοιου εἴδους ἀναφορά, ὑπονοεῖται ἐν πάση περιπτώσει μὲ τὴ μεταγενέστερη διακήρυξη ὅτι οἱ Χριστιανοί, ἴσως ὀνομάστηκαν ἀπὸ τὸ ὄνομά Του. Ὅσο γιὰ τὴν τρίτη ὑπογραμμισμένη φράση, σχετικὰ μὲ τὴν ἀνάσταση, ἴσως νὰ καταγράφει ἁπλὰ τί ὁ Χριστιανοὶ ἰσχυρίζονταν.
Μερικοὶ διακεκριμένοι κριτικοὶ δὲν δυσκολεύτηκαν νὰ δεχθοῦν τὸ Testimonium Flavianum ὅπως ἔχει. Τὸ ἀπόσπασμα αὐτὸ περιέχει ὁπωσδήποτε πολλὰ χαρακτηριστικὰ στοιχεῖα τῆς γλώσσας τοῦ Ἰώσηπου, ὅπως ἀποδείχθηκε ἀπ’ τὸν ἀείμνηστο Dr. H. St. John Thackeray (ἡ κορυφαία αὐθεντία στὴ Βρετανία σχετικὰ μὲ τὸν Ἰώσηπο τὰ τελευταία χρόνια) καὶ ἄλλους.
Ἀποδείχθηκε, ἐπίσης, πὼς ἡ παράλειψη λέξεων καὶ οἱ σύντομες φράσεις ἀποτελοῦν χαρακτηριστικό τῆς παράδοσης τῶν Ἀρχαιοτήτων, γεγονὸς ποὺ μᾶς βοηθάει νὰ δεχθοῦμε τὴν ἄποψη πὼς ἡ λέξη «λεγόμενος» ἐξαφανίσθηκε πρὶν ἀπ’ τὴ λέξη «Χριστός», καὶ μία φράση ὅπως «ἔλεγαν» ἢ «καθὼς τὸν λένε» ἐξαφανίστηκε πρὶν τὴ φράση «γιατί ἐμφανίστηκε σ’ αὐτούς». Καὶ οἱ δύο αὐτὲς τροποποιήσεις εἶναι ἑλκυστικές, ἰδιαίτερα ἡ πρώτη, γιατί καὶ τὴν ἴδια τὴ φράση «ὁ λεγόμενος Χριστὸς» τὴ βρίσκουμε καὶ στὴν ἑνότητα τοῦ Ἰώσηπου τὴ σχετικὴ μὲ τὸ θάνατο τοῦ Ἰάκωβου.
Δύο ἄλλες τροποποιήσεις ἀπαιτοῦν ἀρκετὸ σχολιασμό. Ἡ μία ἔχει προταθεῖ ἀπ’ τὸν Trackeray, πώς, δηλαδή, ἀντὶ νὰ διαβάζουμε «τὴν ἀλήθεια» (τ’ ἀληθῆ), πρέπει νὰ διαβάζουμε «πράγματα ἀσυνήθιστα» (ἀήθη). Ἡ ἄλλη προτάθηκε ἀπ’ τὸν Δρα Robert Eisler, ὅτι δηλαδὴ ἔχουν παραλειφθεῖ μερικὲς λέξεις ἀπ’ τὴν ἀρχὴ τοῦ ἀποσπάσματος, ἡ ὁποία ἄρχιζε: «Ἐκείνη τὴν ἐποχὴ ἐμφανίστηκε μία καινούργια πηγὴ προβλημάτων, κάποιος Ἰησοῦς». Ἂν δεχθοῦμε αὐτὲς τὶς τροποποιήσεις τοῦ κειμένου ἔχουμε τὸ ἑξῆς ἀποτέλεσμα:
«Τότε παρουσιάσθηκε μία νέα πηγὴ προβλημάτων, κάποιος Ἰησοῦς, ἕνας ἄνθρωπος σοφός. Ἔκανε θαύματα καὶ δίδασκε τοὺς ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι δέχονταν μ’ εὐχαρίστηση τὰ παράξενα πράγματα ποὺ τοὺς ἔλεγε. Παρέσυρε πολλοὺς Ἰουδαίους, ἀλλὰ καὶ Ἕλληνες. Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἦταν ἐκεῖνος ποὺ λεγόταν Χριστός. Ὅταν, λοιπόν, ὁ Πιλάτος τὸν καταδίκασε σὲ σταυρικὸ θάνατο, ἀφοῦ παραπέμφθηκε ἀπ’ τοὺς ἄρχοντές μας, ἐκεῖνοι ποὺ τὸν ἀγαποῦσαν δὲν χάθηκαν. Γιατί ξαναπαρουσιάστηκε σ’ αὐτούς, ὅπως εἶπαν, τὴν τρίτη μέρα καὶ πάλι ζωντανός, ὅπως οἱ θεῖοι προφῆτες εἶχαν πεῖ, μαζὶ μὲ χιλιάδες ἀκόμα θαυμαστὰ πράγματα σχετικὰ γι’ αὐτόν: Κι ἀκόμα, καὶ σήμερα ἡ φυλὴ τῶν Χριστιανῶν, ὅπως ὀνομάστηκαν ἀπ’ τ’ ὄνομά Του, δὲν ἔχει χαθεῖ.»
Τὰ πλάγια γράμματα αὐτὴ τὴ φορὰ σημειώνουν τὶς τροποποιήσεις τοῦ κειμένου (Ἡ κυριότερη δυσκολία στὸ νὰ δεχθοῦμε τὴν τροποποίηση τοῦ Eisler, ποὺ ἀπὸ μόνη της πιθανὸν νὰ εἶναι ἐπαρκής, καθὼς κάνει τὸ ἀπόσπασμα πιὸ ταιριαστὸ στὸ ὅλο πλαίσιο, εἶναι ὁ ἀπειθάρχητος περίγυρος ποὺ διατηρεῖ. Μὲ βάση ἕνα ριζικὰ τροποποιημένο κείμενο τοῦ Testimonium Flavianum, κι ἕνα ριζικὰ τροποποιημένο κείμενο τῆς πρόσφατης παρέκκλισης τῆς Σλαβονικῆς μετάφρασης τοῦ ἔργου τοῦ Ἰώσηπου Ἰουδαϊκὸς Πόλεμος, ὁ Dr. Eisler προώθησε μία γενικὴ ἀναδόμηση τῆς ἱστορίας τῶν ἀρχῶν τοῦ Χριστιανισμοῦ στὸ ἔργο τοῦ The Messiah Jesus and John the Baptist (1931). Ἡ ἀναμόρφωσή του αὐτή, ἂν κι ἔξυπνη, πνευματώδης κι ἑλκυστική, ἔχει ἀρκετὰ παρεκτραπεῖ καὶ δὲν εἶναι ἐπιστημονική, γιατί βασίζεται σὲ κείμενα τὰ ὁποῖα προηγουμένως τροποποίησε, ὥστε νὰ ταιριάζουν στὶς θεωρίες ποὺ προσπαθεῖ νὰ βγάλει ἀπ’ αὐτὲς τὶς τροποποιήσεις.). Αὐτὴ ἡ μετάφραση ἀπ’ τὸ Testimonium ἀπαλλάχθηκε ἀπὸ ἕνα – δύο πολὺ ἁπλὰ τεχνάσματα, ἀπὸ τὶς δυσκολίες τοῦ παραδοσιακοῦ κειμένου, ἐνῶ διατηρεῖ (ἢ ἀκόμα κι αὐξάνει) τὴν ἀξία τοῦ ἀποσπάσματος ὡς ἱστορικοῦ ντοκουμέντου. Ἡ οὐσία τῆς ὅλης προσπάθειας τονίσθηκε περισσότερο σὰν ἀποτέλεσμα τῶν προσθηκῶν. Καὶ ἡ τελικὴ ἀναφορὰ στὴ «φυλὴ τῶν Χριστιανῶν» συνοδεύεται ἀπὸ κάποια ἐλπίδα πώς, κι ἂν δὲν χάθηκαν ἀκόμα, σύντομα ὅμως θὰ χαθοῦν.
Ἑπομένως, ἔχουμε σοβαροὺς λόγους νὰ πιστεύουμε πὼς ὁ Ἰώσηπος, ἀναφερόμενος στὸν Ἰησοῦ, μαρτυρεῖ: (α) Γιὰ τὴν ἐποχὴ ποὺ ἔζησε (β) γιὰ τὴ φήμη Του σὰν θαυματοποιοῦ, (γ) γιὰ τὸ ὅτι ἦταν ἀδελφός του Ἰακώβου, (δ) γιὰ τὴ σταύρωσή Του ἀπ’ τὸν Πιλάτο, μετὰ ἀπὸ πληροφορίες τῶν Ἰουδαίων ἀρχόντων, (ε) γιὰ τὸν ἰσχυρισμὸ ὅτι ἦταν Μεσσίας, (στ) γιὰ τὸ ὅτι ἦταν ἱδρυτὴς τῆς «φυλῆς τῶν Χριστιανῶν» καὶ πιθανῶς (ζ) γιὰ τὴν πίστη πὼς ἀναστήθηκε ἀπ’ τοὺς νεκρούς.
Ἂν καὶ τὸ ἀπόσπασμα τῆς Σλαβονικῆς μετάφρασης τοῦ Ἰουδαϊκοῦ Πολέμου ἀντιμετωπίζεται γενικὰ σὰν μία Χριστιανικὴ παρέκκλιση, ὁ Trackeray κατέληξε νὰ τὴν ἀντιμετωπίζει εὐνοϊκὰ (δὲς τὸ ἔργο του. στὸ Loeb, Josephus, III, σελ. 648 ἑπ.). Τοποθετεῖται στὸν Ἰουδαϊκὸ Πόλεμο, μεταξύ τοῦ ΙΙ/9,3 καὶ ΙΙ/9,4 κι ἔχει ὡς ἑξῆς:
«Ἐκείνη τὴν ἐποχὴ παρουσιάσθηκε ἕνας συγκεκριμένος ἄνθρωπος, ἂν ταιριάζει βέβαια νὰ τὸν ὀνομάσουμε ἄνθρωπο. Ἡ φύση κι ἡ μορφὴ του ἦσαν ἀνθρώπινες, ἀλλὰ ἡ ἐμφάνισή του ἦταν κάτι παραπάνω ἀπὸ ἀνθρώπινη. Τὰ ἔργα του ὅμως ἦσαν θεϊκά. Ἔκανε θαύματα ὑπέροχα καὶ μεγάλα. Γι’ αὐτὸ καὶ ἀδυνατῶ νὰ τὸν ὀνομάσω ἄνθρωπο. Ἀλλά, ἀπ’ τὴν ἄλλη, πλευρά, ρίχνοντας μία ματιὰ στὴ φύση του ποὺ τὴ μοιράζονταν κι ἄλλοι, δὲν θὰ τὸν ὀνομάσω ἄγγελο. Ὁ,τιδήποτε ἔκανε, τὸ ἔκανε μὲ μία ἀκατανίκητη δύναμη, μ’ ἕνα λόγο, μὲ μία διαταγή. Μερικοὶ εἶπαν, «Ἀναστήθηκε ἀπ’ τοὺς νεκροὺς ὁ πρῶτος μας νομοθέτης, καὶ κάνει σημεῖα καὶ τέρατα». Ἄλλοι, ὅμως, σκέφθηκαν πὼς τὸν ἔστειλε ὁ Θεός. Σὲ πολλὲς περιπτώσεις πάντως ἦρθε σ’ ἀντίθεση μὲ τὸ Νόμο καὶ δὲν ἀκολουθοῦσε τὰ σάββατα, σύμφωνα μὲ τὸ Νόμο τῶν προγόνων μας. Δὲν ἔπραξε ὅμως μὲ τὰ χέρια του τίποτα ποὺ νὰ ἦταν ντροπή, καὶ τὸ κάθε τί, τὸ προετοίμαζε μὲ τὰ λόγια του. Πολλοὶ ἀπ’ τὸν ὄχλο τὸν ἀκολουθοῦσαν κι ἄκουγαν μὲ προσοχὴ τὴ διδασκαλία του. Πολλὲς καρδιὲς τονώθηκαν, γιατί σκέφτηκαν πὼς οἱ Ἰουδαϊκὲς φυλὲς θὰ μποροῦσαν πλέον νὰ ἐλευθερωθοῦν ἀπ’ τὰ Ρωμαϊκὰ χέρια. Συνήθιζε ὅμως ν’ ἀπομακρύνεται ἀπ’ τὴν πόλη στὸ Ὄρος τῶν Ἐλαιῶν. Ἐκεῖ ἐπίσης θεράπευε ἀνθρώπους. Συγκεντρώθηκαν γύρω του περὶ τοὺς ἑκατὸν πενήντα βοηθοί, ἀλλὰ καὶ πλῆθος λαοῦ. Ὅταν ὅμως εἶδαν τὴ δύναμή του, ποὺ μ’ ἕνα λόγο ἔκανε ὅ,τι ἤθελε, κι ὅταν τοῦ γνωστοποίησαν τὴν ἐπιθυμία τους νὰ κατεβεῖ στὴν πόλη καὶ νὰ καταστρέψει τὰ Ρωμαϊκὰ στρατεύματα καὶ τὸν Πιλάτο καὶ νὰ τοὺς κυβερνήσει, δὲν ἔδωσε σ’ αὐτὸ προσοχή. Ὅταν, λοιπόν, τὰ νέα αὐτὰ ἔγιναν γνωστὰ στοὺς Ἰουδαίους ἄρχοντες, συγκεντρώθηκαν μαζὶ μὲ τὸν ἀρχιερέα κι εἶπαν: «Δὲν ἔχουμε δύναμη ν’ ἀντισταθοῦμε στοὺς Ρωμαίους. Ἐφόσον, λοιπόν, τὸ τόξο λύγισε θὰ πᾶμε στὸν Πιλάτο καὶ θὰ τοῦ γνωστοποιήσουμε ὅ,τι ἀκούσαμε, γιὰ ν’ ἀπαλλαχτοῦμε ἀπ’ τὸ πρόβλημα, μὴ καὶ τ’ ἀκούσει ἀπὸ ἄλλους καὶ κλέψει τὰ ἀγαθά μας καὶ μᾶς σκοτώσει, καὶ διασκορπίσει τὰ παιδιά μας». Πῆγαν, λοιπόν, κι ἔκαναν ἀναφορὰ στὸν Πιλάτο. Κι ἐκεῖνος ἔστειλε κι ἔσφαξε πολλοὺς ἀπ’ τὸ πλῆθος. Καὶ συνέλαβε αὐτὸν τὸν θαυματοποιὸ κι ἀφοῦ τὸν ἀνέκρινε διακήρυξε τὴν ἄποψή του, «Κάνει καλὸ κι ὄχι κακό, δὲν εἶναι ἐπαναστάτης οὔτε σφετεριστὴς τοῦ θρόνου». Τὸν ἄφησε, λοιπόν, νὰ φύγει γιατί εἶχε θεραπεύσει τὴν ἑτοιμοθάνατη γυναίκα του. Ὅταν ἐπέστρεψε στὸν τόπο του ἔκανε τὰ συνηθισμένα του θαύματα. Περισσότεροι καὶ περισσότεροι ἄνθρωποι μαζεύτηκαν γύρω του δόξαζε τὸν ἑαυτό του μὲ μεγαλύτερη δραστηριότητα ἀπ’ ὅ,τι πρίν. Οἱ γραμματεῖς τὸν φθόνησαν κι ἔδωσαν στὸν Πιλάτο τριάντα ἀργύρια γιὰ νὰ τὸν σκοτώσει. Ἐκεῖνος τὰ πῆρε καὶ τοὺς ἄφησε ἐλεύθερους νὰ κάνουν ὅ,τι θέλουν. Τὸν πῆραν, λοιπόν, καὶ τὸν σταύρωσαν ἀντίθετα μὲ τὸ Νόμο τῶν πατέρων τους.»
Μόνο μ’ ἕνα ἀνήλεο κουτσούρεμα θὰ μποροῦσε ὁ Eisler νὰ μετατρέψει αὐτὸ τὸ ἀπόσπασμα σὲ μία σὰν κι αὐτὸ ποὺ θὰ ἔγραφε ἕνας Ἰουδαῖος συγγραφέας. Ὁ Χριστιανὸς ποὺ παρεμβλήθηκε εἰσάγει ἀρκετὰ ἀπομνημονεύματα ἀπ’ τὸ Testimonium Flavianum σὲ καμιὰ ὅμως περίπτωση δὲν μειώνει τὴ λάμψη τοῦ Πιλάτου καὶ τῶν Ρωμαίων γιὰ νὰ τονίσει αὐτὴ τῶν Ἰουδαίων.
Ἄλλα ἀποσπάσματα Χριστιανικῆς φύσης στὴ Σλαβονικὴ μετάφραση τοῦ Ἰουδαϊκοῦ Πολέμου ἀναφέρονται στὸν Ἰωάννη τὸν Βαπτιστή, τὸν Φίλιππο τὸν τετράρχη (συγκρ. Λκ 3/1), στοὺς Χριστιανοὺς τῆς Παλαιστίνης τὴν ἐποχὴ τοῦ Κλαύδιου. Ἐπίσης, σὲ μία ἐπιγραφὴ στὸ Ναό, ὑποστηρίχθηκε ὅτι ὑπενθυμίζει τὴ σταύρωση τοῦ Ἰησοῦ, γιατί ὁ ἴδιος εἶχε προφητεύσει τὴν πτώση τῆς πόλης καὶ τοῦ Ναοῦ, τὸ σχισμένο καταπέτασμα καὶ τὴν ἀνάσταση τοῦ Ἰησοῦ.
Τέλος, στὴν προφητεία ποὺ ἀναφέρεται στὴ συνήθη ἔκδοση (στὸ Ἱ/5,4), ὅτι ἀπ’ τὴν Παλαιστίνη θὰ ἔβγαινε παγκόσμιος κυβερνήτης. Μία λεπτομερὴς ἐξέταση ὅλων αὐτῶν τῶν Σλαβονικῶν προσθηκῶν, καθὼς καὶ μία κριτικὴ τῆς θεωρίας τοῦ Eisler δίνει ὁ J.W. Jack, στὸ ἔργο του, Historic Christ (1933).
https://agiazoni.gr/slug-2304/




