Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βουλγαροι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βουλγαροι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

23 Οκτωβρίου, 2024

ΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΣΚΗΝΙΚΟ ΤΗΣ ΔΕΚΑΕΤΙΑΣ ΤΟΥ 1870 ΚΑΙ Η ΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ(ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΗΣ ΕΞΑΡΧΙΑΣ).

 ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ´  

Στην κρίσιμη δεκαετία του 70 του 19ου αιώνα το Ελληνικό Βασίλειο έχει να αντιμετωπίσει ποικίλα ζητήματα που αφορούν τόσο το εσωτερικό της χώρας, όσο και στην ανασύνταξη του τρόπου άσκησης της εξωτερικής πολιτικής, στο νέο πλαίσιο που διαμορφώνεται στην ευρύτερη περιοχή. 

Μετά το τέλος της Κρητικής Επανάστασης (1866- 1869) το πολιτικό τοπίο συνταράσσεται από τα πολλά σκάνδαλα. Το «Λαυρεωτικό ζήτημα», τα στηλιτικά, τα σιμωνιακά, η κρίση του «Ανατολικού ζητήματος» (1875-1878), η έκρηξη του Ρωσοτουρκικού Πολέμου (1877), η Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου (1878), η Διάσκεψη του Βερολίνου (1880) καθώς και η Διάσκεψη της Κωνσταντινούπολης ένα χρόνο αργότερα είχε ως αποτέλεσμα η Ελλάδα να προσαρτά τη Θεσσαλία και την επαρχία της Άρτας. Στα μέσα της ίδιας δεκαετίας, η καθιέρωση της "αρχής της δεδηλωμένης" τον Αύγουστο του 1875, συνιστά μία μεγάλη εξέλιξη στην πολιτική ιστορία του τόπου, αφετηρία αλλαγών και προσπάθειας εξέλιξης του πολιτικού συστήματος της χώρας με πρωτεργάτη τον πολιτικό Χαρίλαο Τρικούπη56 . Ήδη από το 1870 ξεκινά η ανάπτυξη του ευρωπαϊκού ρομαντισμού και των εθνικισμών στην εποχή που στον ελληνικό κράτος η τάση για εθνική αφύπνιση περνά μέσα από μία νέα διαδικασία για τα ελληνικά δεδομένα διαφορετική από αυτήν της Δύσης. Για το νεοσύστατο κράτος η θρησκευτική του ταυτότητα ενσωματώνεται άμεσα στην εθνική του ταυτότητα σε αντίθεση με αυτό που συνέβαινε στον ευρωπαϊκό χώρο, όπου οι εξελίξεις  στη γέννηση των Εθνών μέσα στα κράτη που ήδη υπάρχουν που όπως ο Σ. Καβαλιεράκης γράφει: «[...] ομογενοποιώντας συχνά με βίαιο τρόπο τοπικές ταυτότητες, θρησκευτικές ή προεθνικές κοινότητες. Στην περίπτωση της οθωμανικής Αυτοκρατορίας οι "εθνικές" ιδέες εισβάλλουν με ένα δυναμικό τρόπο τη στιγμή κατά την οποία οι θρησκευτικές κοινότητες δείχνουν να θεσμοποιούνται στο εσωτερικό της Αυτοκρατορίας»57 . 

Σε αυτή την κρίσιμη δεκαετία του ‘70 οι συγκρούσεις των εθνικών οραμάτων ανάμεσα σε λαούς στο έδαφος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, προκαλεί πλήρη σύγχυση, σχετικά με το αν αυτό συνιστά μόνο εκκλησιαστικό θέμα ή και πολιτικό. Στις αρχές της δεκαετίας του 1860 στο Οικουμενικο Πατριαρχειο η διαμάχη κληρικών και λαϊκών λόγω της Εθνοσυνέλευσης και της Σύνταξης των Κανονισμών είχε αφήσει ανοιχτές πληγές. Η Ρωσική πλευρά στήριζε την άποψη του Ο.Π.Κ. πως ένα τέτοιο καθαρά εκκλησιαστικό ζήτημα έπρεπε να λυθεί από το ίδιο. Αντίθετη άποψη είχε το λαϊκό στοιχείο το οποίο άλλαζε συνεχώς την τοποθέτησή  του πάνω στο θέμα, και ανάλογα με τις πολιτικές τους επιδιώξεις. 

Η εθνική αφύπνιση των Βούλγαρων ήταν πλέον γεγονός58 . Μετά την άλωση του Τυρνόβου προς το τέλος του 14ου αιώνα όλη η Βουλγαρία πέρασε από τον έλεγχο της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Αυτή η εξέλιξη είχε ως αποτέλεσμα τη διάλυση της Βουλγαρικής Εκκλησίας. Ήδη από το έτος 1381 η μητρόπολη της Βιδύνης πηγαίνει εκ νέου στο Οικουμενικο Πατριαρχειο Μετά την άλωση του Τυρνόβου ο Πατριαρχης  Ευθύμιος(1375-1402) εξορίστηκε μακριά από την έδρα του. Μετά το θάνατο του Πατριάρχη η Βουλγαρία έμεινε ακέφαλη, αναγκάζοντας το Οικουμενικο Πατριαρχειο να τοποθετήσει τοποτηρητή σε αυτή τον μητροπ. Μαυροβλαχίας Ιερεμία, μέχρι την πιστοποίηση το 1415 του θανάτου του Πατρ. Ευθυμίου. Λίγο αργότερα υποβίβασε το Πατριαρχείο Βουλγαρίας που ήταν ήδη παρηκμασμένο σε απλή μητρόπολη και διόρισε μητροπολίτη. Αυτή η εξέλιξη ήταν αποτέλεσμα μιας νέας κατάστασης που είχε διαμορφωθεί με την επικράτηση των Οθωμανών. Η νέα αυτοκρατορία είχε οργανωθεί με βάση το θρήσκευμα και όχι την εθνικότητα (τα μιλλέτια). Το ένα από αυτά ήταν το μιλλέτι των Ρωμιών όπου θα κατατάσσονταν και οι Βούλγαροι μαζί με όλους τους Ορθόδοξους. Εάν εγκαταλείπονταν από το Οικουμενικο Πατριαρχειο κινδύνευαν να οδηγηθούν στον εξισλαμισμό, όπως έγινε με τον ελληνισμό της Μ. Ασίας. Έτσι, κατάφεραν να διατηρήσουν την δική τους θρησκεία και μέσω αυτής την εθνική τους συνείδηση59  Σε αυτή την περίοδο οι αρχιερείς στις βουλγαρικές περιοχές ήταν σχεδόν πάντα ελληνικής καταγωγής. Οι Ορθόδοξοι Βούλγαροι είχαν τα ίδια προβλήματα με τους υπόλοιπους όπως π.χ. βίαιοι εξισλαμισμοί, το παιδομάζωμα κ.α. Η κατάσταση στο μορφωτικό τους επίπεδο δεν ήταν σε καλύτερη μοίρα. Η ανυπαρξία αστικής τάξης δεν βοήθησε στην ανάπτυξη της βουλγαρικής γραμματείας, αφού από τον 15ο αιώνα έως το τέλος του 18ου αιώνα υπάρχουν ελάχιστα έργα. Οι Βούλγαροι αντικατέστησαν τον μεσαιωνικό πατριωτισμό τους με την Ορθόδοξη συνείδηση. Η υποτονική ασχολία τους με τα γράμματα συνδέεται με την ανυπαρξία εμπορικών και αστικών κέντρων και την επιλογή τους να αναπτύξουν δραστηριότητες που είχαν ως βάση την κτηνοτροφία και τις αγροτικές καλλιέργειες. Η μορφωτική αφύπνιση συμπίπτει με την εθνική αφύπνιση του βουλγαρικού λαού. Καθοριστικό ρόλο έπαιξε η προσωπικότητα του μονάχου Παϊσίου Χιλανδαρινού, που έγραψε την «Ιστορία σλαβιανοβουλγαρική». Το έργο αυτό λειτούργησε ως το ευαγγέλιο της εθνικής τους αφύπνισης και διαδόθηκε ως χειρόγραφο με συνεχείς αντιγραφές. Ο στόχος του συγγραφέα φαίνεται στον πρόλογο του βιβλίου, τονίζοντας πως και αυτοί είχαν ένδοξο παρελθόν για το οποίο πρέπει να είναι περήφανοι, γράφοντας πως είναι αδικαιολόγητοι όσοι δεν δηλώνουν Βούλγαροι και γράφουν ή μιλούν Ελληνικά. Με την στάση του πέτυχε να ενισχύσει την αγάπη των συμπατριωτών του για την βουλγαρική συνείδηση και παιδεία60 . 

Εκείνη την περίοδο το Κρητικό ζήτημα έφερε ξανά στο προσκήνιο την ένταση μεταξύ Ελλάδας και Οθωμανών οι οποίοι άρχισαν να υποδαυλίζουν τη διάθεση των Βουλγάρων για δική τους Εκκλησία. Ήδη από το 1820 ζητούσαν οι Βούλγαροι δικούς τους ιερείς και αρχιερείς. Το 1860 η κοινότητά τους στην Κωνσταντινούπολη ανακοίνωσε πως εκτελούσε με την άδεια του σουλτάνου τα θρησκευτικά της καθήκοντα. Μετά από μία σειρά γεγονότων και την εμπλοκή ξένων δυνάμεων οι Οθωμανοί στις 11 Μαρτίου 1870 με ένα φιρμάνι ιδρύουν αρχικά σε δεκαεπτά μητροπόλεις μία αυτόνομη βουλγαρική Εκκλησία με έξαρχο ως επικεφαλή, που θα εξέλεγε σύνοδος. 

Η ήττα των Ελλήνων στην Κρήτη και η βουλγαρική εξαρχία έκανε τους Έλληνες να στραφούν εναντίον των Ρώσων. Όπως εύστοχα ο D. Dakin γράφει: «Είχαν επιτέλους καταλάβει ότι η Ρωσία είχε σκοπό να εκμεταλλευτεί τους Έλληνες προς όφελος των Σλάβων και κυρίως των Βουλγάρων»61 . Η στάση αυτή της εξαρχίας οδήγησε σε σχίσμα. Το φαινόμενο αυτό οδήγησε στην καταδίκη του εθνοφυλετισμού από την Πατριαρχική Σύνοδο του 1872 στην Κωνσταντινούπολη από τον Πατρ. Άνθιμο ΣΤ'. Στον όρο της Συνόδου του 1872 διαβάζουμε: «Αποκηρύττομεν κατακρίνοντες και καταδικάζοντες τον φυλετισμόν, τουτέστι τας φυλετικάς διακρίσεις και τας εθνικάς έρεις και ζήλους και διχοστασίας εν τη του Χριστού Εκκλησία, ως αντικείμενας τη διδασκαλία του Ευαγγελίου [...]». Η εθναρχούσα Εκκλησία είχε πλέον δεχθεί ένα ανεπανόρθωτο χτύπημα από τη δυναμική της εθνικής ιδεολογίας και το εθνικό κρατικό όραμα των λαών62

-35-

08 Φεβρουαρίου, 2021

Δράμα 1941 – Δραματικές Στιγμές Βουλγαρικής Κατοχής! Ντοκουμέντο Εποχής

newsroom | 08/02/2021 13:21


Μετά την κατάληψη της Ελλάδας από τα χιτλερικά στρατεύματα οι Γερμανοί παρέδωσαν την Ανατολική Μακεδονία στους Βουλγάρους συμμάχους τους. Ήταν η τρίτη φορά που η πολύπαθη Ανατολική Μακεδονία έπεφτε στα χέρια των Βουλγάρων και όπως και τις προηγούμενες φορές οι κάτοικοί της υπέφεραν από τους βάρβαρους κατακτητές που επεδίωκαν τον εκβουλγαρισμό των Ελλήνων με τη βία. Οι Βούλγαροι προέβησαν σε τρομακτικές ωμότητες/ Στόχος τους ήταν πρώτα η Εκκλησία, την οποία καταδίωξαν αγρίως. Ακολούθησε γενικευμένη δίωξη των Ελλήνων.

Η πόλη της Δράμας επίσης υπέφερε πολύ και μάλιστα από πολύ νωρίς. Σε έκθεση του Νοεμβρίου 1941 οι τότε ελληνικές αρχές κατέγραψαν τα βουλγαρικά εγκλήματα στην Δράμα μετά την λεγόμενη εξέγερση της πόλης στις 28 Σεπτεμβρίου – 2 Οκτωβρίου 1941. Αποτέλεσμα της εν λόγω εξέγερσης ήταν και η καταστροφή του μαρτυρικού Δοξάτου.

“Από της καταλήψεως της πόλεως υπό Βουλγαρικού Στρατού εσημειώθη η άφιξις πολυαρίθμων Βουλγάρων του Μακεδονικού Κομιτάτου και ήρξατο η συστηματική εκρίζωσις των διανοουμένων γενικώς, του κλήρου και των εμπόρων. Ταχέως ολόκληρος σχεδόν η εξουσία περιήλθεν εις χείρας του Βουλγαρικού Κομιτάτου, αρχηγός του οποίου εν Δράμα είναι ο Βούλγαρος Δικηγόρος Σφέτκο Μούδρωφ… Πολλοί διέδιδον εμπιστευτικώς εις Έλληνας φίλους των από τον μήνα Ιούνιο ότι κάτι σοβαρόν πρόκειται να διαπραχθή υπό των Βουλγάρων εις βάρος του Ελληνικού στοιχείου και συνίστων εις αυτούς όπως εις περίπτωσιν συναγερμού, πυροβολισμών ή ζητωκραυγών μη εξέλθουν των οικιών των. Εξ άλλου Βούλγαροι Δημόσιοι υπάλληλοι και Αξιωματικοί διέδιδον ότι πάντες οι Έλληνες της Ανατολ. Μακεδονίας θα εκπατρισθούν και αντ’ αυτών θα εγκατασταθώσι εν αυτή Βούλγαροι.

“…Το εσπέρας της Κυριακής 28 Σ/βρίου εσβέσθησαν τα φώτα και όλοι οι Βούλγαροι στρατιώται έσπευσαν εις τους στρατώνας. Οι συλλαμβανόμενοι εις τας οικίας των υπό των χωροφυλάκων, ενόπλων κομιτατζήδων και στρατιωτών Έλληνες εφονεύοντο καθ’ οδόν ή ωδηγούντο εις τους στρατώνας, το Γυμνάσιο ή την Αστυνομίαν. Εις τους στρατώνας Πυροβολικού είχον συγκεντρωθή 700 περίπου Έλληνες πολίται της Δράμας. Μεταξύ αυτών ήσαν οι 1) Ιατρός Προκοπίου, 2) Ιατρός Χρονίδης, 3) Αλατόπουλος, 4) Φέσσας πρώην Δήμαρχος Δράμας μετά των δύο υιών του και πολλοί άλλοι έμποροι, διανοούμενοι, επιστήμονες και ελάχιστοι εργάται.

“Οι ως ανωτέρω 700 Έλληνες όταν έφθασαν εις τον τόπον συγκεντρώσεως διετάχθησαν να υψώσουν τας χείρας, μεθ’ ό υπέστησαν γενικήν σωματικήν έρευναν υπό των Βουλγάρων στρατιωτικών καθ’ ην αφηρέθησαν παρ’ αυτών άπαντα τα τιμαλφή και οπωσδήποτε έχοντα αξίαν τινά αντικείμενα, χρήματα, ωρολόγια, δακτυλίδια, βέρες, καμπαρντίνες, υποκάμισα, υποδήματα, κ.λ.π.

“Όταν επερατώθη η συστηματική καταλήστευσις τούτων, διετάχθησαν οι 15 επικεφαλής της φάλαγγος εις τους οποίους συμπεριελήφθη ληφθείς εκ του τέλους της φάλαγγος και εργοστασιάρχης τις αεριούχων ποτών ονόματι Κώστας, εκδηλώσας την αγανάκτησίν του προς τον ενεργήσαντα σωματικήν αυτού έρευναν Βούλγαρον στρατιώτην να προχωρήσουν προς τους σταύλους, εν τη εκτελέσει της δοθείσης αυτοίς διαταγής ούτοι ενέπεσαν εις πυρά τοποθετημένου επίτηδες πολυβόλου και εφονεύθησαν πάντες. Οι υπόλοιποι ενεκλείσθησαν εις τους θαλάμους των στρατώνων αφού προηγουμένως προσεδέθησαν αι χείρες των.

“Την πρωϊαν της 30 Σ/βρίου εσύρθησαν τα πτώματα των ως ανωτέρω 16 φονευθέντων προ των παραθύρων των θαλάμων εις ους εκρατούνται οι λοιποί και μετά ταύτα μετεφέρθησαν εις το Ινστιτούτο Καπνού όπου ετάφησαν εντός λάκκων προετοιμασθέντων από αρκετών ημερών, τα πτώματα εκαλύφθησαν δι’ ασβέστου μεταφερθείσης εκεί δι’ αυτοκινήτων από της 26 Σεπτεμβρίου. Αμέσως μετά την μεταφοράν των πτωμάτων εισήλθεν εις τους θαλάμους Βούλγαρος Λοχαγός της Μουσικής όστις είπεν προς τους κρατουμένους ότι οι εκ της πόλεως Δράμας καταγόμενοι ουδέν έχουσι να πάθωσι καθ’ όσον απεδείχθη ότι ουδεμία αντιβουλγαρική εκδήλωσις έλαβεν χώραν εν αύτη. Συγχρόνως εχαλάρωσε τα δεσμά τινών εκ των κρατουμένων και διένειμεν εις πολλούς τεμάχια άρτου.

“Το εσπέρας όμως απόσπασμα Βουλγάρων στρατιωτών παρέλαβεν εξ εκάστου θαλάμου 5-10 κρατουμένους, τους οποίους ετυφέκισεν εις το περίβολον των στρατώνων. Μεταξύ των τυφεκισθέντων ήσαν οι 1) Δημητριάδης Δημήτριος, 2) Βελγίδης Ιωάννης και Παπαδόπουλος Δημ. Κατά την διάρκειαν της νυκτός κατά την αλλαγήν της φρουράς υπό κομιτατζήδων εφονεύοντο υπ’ αυτών κατά βούλισιν 4-5 άτομα εξ εκάστου θαλάμου εκλεκτικώς.

“Η 1η Οκτωβρίου διήλθεν εν ήρεμία εις τους Στρατώνας και ωδηγούντο εις ταύτας μόνον μεμονομένα άτομα εκ Δράμας ή των πέριξ αυτής χωρίων. Κατά την ημέραν ταύτην αφηρέθησαν τα δεσμά των κρατουμένων και διενεμήθη εις τούτους άρτος. Το απόγευμα της αυτής ημέρας διετάχθησαν να εξέλθουν των θαλάμων οι κρατούμενοι και συνεκεντρώθησαν εις το προαύλιον των στρατώνων, όπου εγένετο ο διαχωρισμός αυτών κατά συνοικίας επί τω λόγω ότι θα αφίεντο ελεύθεροι, αντί όμως τούτου ενεκλείσθησαν άπαντες εις ένα σταύλον των στρατώνων η δε φρούρησις των ανετέθη εις Κομιτατζήδες.

“Περί το μεσονύκτιον της 1 προς 2αν Οκτωβρίου ήλθεν εις τους στρατώνας ο αρχηγός των Κομιτατζήδων εν Δράμα δικηγόρος Σφέτκο Μούδρωφ όστις εσκηνοθέτησε απόπειραν αποδράσεως των κρατουμένων εκ των σταύλων διά να δικαιολογήση την κατωτέρω απάνθρωπον και κτηνώδη πράξιν. Πλησιάσας τους σταύλους διένειμεν χειροβομβίδες εις τους φύλακας κομιτατζήδες εις ους επεδείκνυεν και τον χειρισμόν, γενόμενος αντιληπτός κατά τας ανωτέρω ενεργείας του υπό του κρατούμένου Αντωνίου Βεζιρτζόγλου. Ακολούθως οι Κομιτατζήδες διά πυροβολισμών εθραυμάτισαν την λυχνίαν του σταύλου και αμέσως μετά τούτου ήρξαντο ρίπτοντες εντός αυτού χειροβομβίδες αίτινες εκραγείσαι αφ’ ενός εδημιούργησαν αφάνταστον πανικόν και αφ’ ετέρου εφόνευσαν 15 εκ των κρατουμένων και ετραυμάτισαν πολλούς.

“Μετά ταύτα εισήλθεν εντός του σταύλου ο δικηγόρος Σφέτκο Μούδρωφ και διά κομιτατζήδων απεμάκρυνε τα πτώματα εκ του σταύλου. Εν συνεχεία ηρώτησε ποίοι είναι τραυματισθέντες εκ των χειροβομβίδων, όσοι δε δήλωσαν ότι ετραυματίσθησαν εξήχθησαν εκ του σταύλου και εφονεύθησαν υπό κομιτατζήδων προ αυτού. Αφού περατώθηκε και η δολοφονία των τραυματισθέντων εκάλεσεν ονομαστικώς να εξέλθουν εκ του σταύλου διάφοροι διδάσκαλοι και διανοούμενοι, τους οποίους παρέδωκεν εις κομιτατζήδες οίτινες τους εξετέλεσαν.

“Την 2αν Οκτωβρίου εγένοντο ανακρίσεις διά την σκηνοθετηθείσαν απόπειραν αποδράσεως των κρατουμένων εκ του σταύλου. Την ανάκρισιν διενήργησεν είς Βούλγαρος Ταγ/ρχης, όστις εξέλεξεν 10 άτομα εκ των κρατουμένων με τα οποία εσχημάτισε Επιτροπήν την οπίαν παρουσίασεν εις τον Στρατιωτικόν Διοικητήν. Η ανωτέρω επιτροπή έλαβεν εντολήν από τον Στρατιωτικόν Διοικητήν να καταδώσουν τίνες εκ των κρατουμένων είναι κομμουνισταί διά να αφεθούν οι υπόλοιποι ελεύθεροι.

“Η Επιτροπή κατόπιν αυτού ηρώτησεν άπαντες τους κρατουμένους να κατονομάσουν τους γνωστούς αυτοίς κομμουνιστάς, μετά την συλλογήν δε των στοιχείων ανέφερε τα ονόματα γνωστών κουμουνιστών, ων δύο συγκαταλέγοντο μεταξύ των κρατουμένων, οι δε λοιποί δεν είχον συλληφθή. Οι δύο κρατούμενοι κουμουνισταί εξετελέσθησαν διαταγή του Στρατιωτικού Διοικητού επί τόπου. Επηκολούθησεν είτα τμηματική απελευθέρωσις των κρατουμένων, οίτινες διετάχθησαν να παραμείνουν εις τας οικίας των επί 18/ήμερον.

“Βούλγαροι υπάλληλοι στρατιωτικοί και Κομιτατζήδες ανεβίβαζον τον αριθμόν των εκτελεσθέντων εν Δράμα Ελλήνων υπό των Βουλγάρων εις 2.000-3.000 άνδρας εις ολόκληρον δε τον νομόν της Δράμας εις 5.000-6.000. Μεταξύ των εκτελεσθέντων πιθανώς συγκαταλέγονται και 70 περίπου παιδία τα οποία είχον συλληφθή διότι επειράθησαν παρά τας διαταγάς των Βουλγάρων να επικοινωνήσουν με τους κρατουμένους υπό των Βουλγάρων γονείς των. Τούτο εικάζεται εκ του γεγονότος ότι μέχρι της 28 Οκτωβρίου ουδεμία πληροφορία περί της τύχης των υπήρχεν εν Δράμα. Μεταξύ των Βουλγάρων οίτινες παρέσχον τας ανωτέρω πληροφορίας είναι και ο Βούλγαρος υπάλληλος της Εφορείας Δράμας Πάτερ Γιάνκεφ, όστις επί πλέον ωμολόγησεν ότι οι Βούλγαροι και οι ΄Ελληνες κουμμουνισταί συνειργάζοντο.

“Εις την πόλιν Δράμας επεβλήθη βαρεία χρηματική ποινή. Ελληνίς επιθυμούσα να επανέλθη εν Θ/νίκη πλησίον των γονέων της υπεχρεώθη από τον Οικονομικόν Έφορον Δράμας να πληρώση 30.000 λέβα ως αναλογίαν αυτής διά την επιβληθείσαν εκ 10.000.000 λεβίων χρηματικήν ποινήν εις την πόλιν. Ο αυτός Έφορος εδήλωσεν άμα εις ταύτην ότι πρέπει να ευχαριστή τον θεόν διότι εσώθη διότι υπήρχε Διαταγή να σφαγή ολόκληρος ο πληθυσμός της Δράμας εις περίπτωσιν καθ’ ην θα ερρίπτετο έστω και είς πυροβολισμός παρ’ Έλληνος τινός .

“Εκτός των ανωτέρω μνημονευθέντων φέρονται εκτελεσθέντες και οι κάτωθι πολίται Δράμας:
1) Αθανασιάδης Θεόφιλος Δ/τής Εμπορικού Επιμελητηρίου Δράμας.
2) Γιαλαμπούκης, τέως υπάλληλος Εφορείας.
3) Παπακωνσταντίνου Εστιάτωρ
4) Μισσήνης αρχιεργάτης καπνών
5) 3 αδελφοί Παπαζήση Ζαχαροπλάσται
6) Τύτος Δημήτριος Φοιτητής Νομικής
7) Μιχαήλ Σοδεράς σιδηρουργός
9) Πολυδεύκης Κιπίνης
10) Ανδρέας Παπαδόπουλος
11) Μηνάς Μαγιόγλου και ο υιός αυτού Κοσμάς ετών15, εργοστασιάρχης Αλαντοποιίας. Ούτος εφονεύθη μετά του υιού του αφού προηγουμένως εληστεύθη, διηρπάγησαν δε τόσον τα εμπορεύματα του Εργοστασίου του, όσον και τα τοιαύτα του καταστήματός των. Εν συνεχεία οι φονείς επεχείρησαν να βιάσουν την πεντηκοντούτιδα σύζυγόν του, ήτις συνεπεία των ανωτέρω απανθρώπων γεγονότων υπέστη διασάλευσιν των φρένων. Ομοίως εφονεύθησαν, αφού προηγουμένως εβιάσθησαν κατ’ επανάληψιν υπό Βουλγάρων αι δύο (2) θυγατέρες του Ταμίου της Συντεχνίας Κρεοπωλών Δράμας Ζαχαριάδου. Τα πτώματα αμφοτέρων ευρέθησαν ολόγυμνα εκτός της Δράμας επί της οδού προς Βυσσωτσάνην (Ξηροπόταμος)”.

06 Μαΐου, 2018

ΑΝΤΩΝΗΣ ΦΩΣΤΕΡΙΔΗΣ (ΤΣΑΟΥΣ ΑΝΤΩΝ)

μΦωτογραφία του Kostas Vlaxos.
antontsaous
https://www.facebook.com/kostas.vlaxos.79/posts/10212345958059363
ΑΝΤΩΝΗΣ ΦΩΣΤΕΡΙΔΗΣ (ΤΣΑΟΥΣ ΑΝΤΩΝ)

Ο ΗΓΕΤΗΣ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΩΤΙΚΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ !!!!
(ΑΠΟ ΤΗΝ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΤΟΥ ΦΙΛΟΥ ΜΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟ ΣΟΥΡΛΑ)

Ο Αντώνης Φωστερίδης γεννήθηκε στο Ερουκλί της Μπάφρας του Πόντου, το 1912. Ο πατέρας του, Κυριάκος, υπήρξε οπλαρχηγός τμήματος Ελλήνων ανταρτών του Πόντου την περίοδο 1918-1922.

Ήταν μόνιμος Λοχίας Πυροβολικού, βενιζελικός και απότακτος του κινήματος του 1935. Μετά την λήξη του Ελληνοιταλικού πολέμου του 1940 – 1941 επέστρεψε στις Κρηνίδες Καβάλας, τόπο διαμονής του.

Με την είσοδο των Γερμανών στην Ελλάδα ξεκινά η τριπλή κατοχή της χώρας. Ως γνωστόν η περιοχή της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης βρίσκεται υπό την εποπτεία και κατοχή της Βουλγαρίας. Από τον Μάιο του 1941 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1944, η ανωτέρω περιοχή βρίσκεται υπό βουλγαρική ενσωμάτωση, καθώς οι αρχές σε κάθε πόλη και χωριό είχαν αντικατασταθεί με βουλγαρικές. Ουσιαστικά οι Βούλγαροι είχαν ως στόχο τον πλήρη εκβουλγαρισμό της περιοχής.

Γράφω σε προγενέστερο άρθρο μου για την σφαγή και το ολοκαύτωμα στη Δράμα, στις 29 Σεπτεμβρίου 1941:

Η βουλγαρική διοίκηση στην Ανατολική Μακεδονία την περίοδο της κατοχής (1941-1944) υπήρξε πολύ χειρότερη των προηγούμενων (1913,1917). Απόλυτη προτεραιότητα των Βουλγάρων υπήρξε η προσάρτηση της Μακεδονίας και μπροστά στον σκοπό αυτό δεν δίστασαν να χρησιμοποιήσουν κάθε μέσο. Με τη σύμφωνη γνώμη του Χίτλερ, οι σύμμαχοί του Βούλγαροι όρισαν σε κάθε κοινότητα Βούλγαρους προέδρους ενώ μεταφέρθηκαν ακόμη και βουλγαρικοί πληθυσμοί προκειμένου να προκαλέσουν εθνολογική αλλοίωση.

Στους σκλαβωμένους Έλληνες έκαναν ακόμη και προτάσεις να απαρνηθούν την καταγωγή τους και να αποκτήσουν την βουλγαρική υπηκοότητα. Σαν αντάλλαγμα τους παρείχαν βασικά υλικά αγαθά που στα χρόνια της κατοχής δεν θεωρούνταν δεδομένα. Θα έλεγε κανείς ότι οι Βούλγαροι μεταχειρίζονταν τα ίδια μέσα με αυτά που οι πρόγονοί τους κομιτατζήδες, χρησιμοποιούσαν κατά τα χρόνια του Μακεδονικού Αγώνα (1903-1908). Τα αποτελέσματα ήταν πενιχρά γι΄αυτό στράφηκαν στις λεηλασίες, στις απειλές, στους βιασμούς και τις σφαγές. Ακόμη και τα ονόματα νεκρών στα μνήματα άλλαζαν σε βουλγαρικά.

Μέσα σε αυτό το κλίμα βγήκαν οι πρώτοι οπλαρχηγοί και αντάρτες της περιοχής στο βουνό. Δεν υπήρχε οποιαδήποτε ιδεολογία και πολιτική σκοπιμότητα, όπως σε άλλες περιπτώσεις, παρά μόνο το πατριωτικό καθήκον και η εθνική συνείδηση για τις ωμότητες των Βουλγάρων. [1]

Οι πρώτοι σχηματισμοί που βγήκαν και έδρασαν στο Μενοίκιο και Μποζ Νταγ Δράμας ήταν το αντάρτικο σώμα του Καπετάνιου Παντελή Παπαδάκη, τον Μάιο του 1941. Ακολούθως τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς τα τμήματα του Καπετάνιου Αναστάση Αβραμίδη στους Παππάδες και στο Μπόζοβο Δράμας, του οπλαρχηγού Μακρόπουλου στο Παρανέστι, του Καπετάνιου Αναστάση Τοπούζογλου στην Ξάνθη, του Καπετάνιου Μπάρμπα Θόδωρου στο Παγγαίο και του Αντώνη Φωστερίδη στο Τσαλ Νταγ της Δράμας.

Αρχές του 1942 δημιουργούνται και άλλα ένοπλα τμήματα. Του Θωμά Πεχλιβανίδη επίσης στο Τσαλ Νταγ, του Καπετάνιου Κάπα από την Ελευθερούπολη στο Σύμβολο και του Καπετάνιου Λευτέρη στη Μαυροθάλασσα Νιγρίτσας. Το τελευταίο αυτό ένοπλο σώμα ανήκε στον ΕΔΕΣ του Ναπολέοντα Ζέρβα, που από τις αρχές του 1942 δημιούργησε ένοπλα τμήματα και στην Μακεδονία, με έδρα την Θεσσαλονίκη υπό την ευθύνη του απόστρατου συνταγματάρχη Αθανάσιου Παπαχριστοδούλου και του δικηγόρου και υπεύθυνου Επιτροπής Εθνικού Αγώνος στη Θεσσαλονίκη, Γεωργίου Μπακατσέλου.

Η δράση των σωμάτων αυτών όμως ήταν μεμονωμένη και δεν είχε οργανωμένη καθοδήγηση ώστε να απασχολεί ουσιαστικά τον κατακτητή. Αυτό ανάγκασε τους ηγήτορες των παραπάνω ομάδων να συναντηθούν στις 22 Φεβρουαρίου 1943 στο Τσαλ Νταγ και να αποφασίσουν ομόφωνα την ενοποίηση των αντάρτικων τμημάτων τους υπό την διοίκηση και την αρχηγεία του Αντώνη Φωστερίδη ή «Τσαούς Αντών».

Τότε ιδρύθηκαν και οι «Εθνικαί Ανταρτικαί Ομάδες», με τα αρχικά ΕΑΟ. Έτσι καθορίσθηκαν οι τομείς δράσεις κάθε ομάδας:

ΓΕΝΙΚΟΝ ΑΡΧΗΓΕΙΟΝ: Έδρα το όρος Τσαλ Νταγ.

Γενικός Αρχηγός: Αντώνης Φωστερίδης, Υπαρχηγός: Αναστάσιος Καραβασίλης.

ΑΡΧΗΓΕΙΟΝ ΤΣΑΛ ΝΤΑΓ: Έδρα παρά τω Γενικώ Αρχηγείω ο Θωμάς Πεχλιβανίδης.

ΑΡΧΗΓΕΙΟΝ ΚΑΡΑ ΝΤΕΡΕ (ΕΛΑΤΙΑΣ, ΣΙΔΗΡΟΝΕΡΟΥ – ΔΡΑΜΑΣ):

Αρχηγός: Αναστάσιος Π. Αβραμίδης, Υπαρχηγός: Κυριάκος Λαζαρίδης.

ΑΡΧΗΓΕΙΟΝ ΜΠΟΖ ΝΤΑΓ ΔΡΑΜΑΣ:

Αρχηγός: Παντελής Παπαδάκης, Υπαρχηγός: Οδυσσεύς Μακρίδης.

ΑΡΧΗΓΕΙΟΝ ΜΠΑΪΡΑΜ ΤΕΠΕ:

Αρχηγός: Θεόδωρος Μακρόπουλος, Υπαρχηγός: Βασίλειος Σιδηρόπουλος.

ΑΡΧΗΓΕΙΟΝ ΠΑΓΓΑΙΟΥ:

Αρχηγός: Θεόδωρος Τσακιρίδης, Υπαρχηγός: Θεολόγος Καραμπουγιούκουγλου.

ΑΡΧΗΓΕΙΟΝ ΚΟΤΖΑ ΟΡΜΑΝ (ΧΡΥΣΟΥΠΟΛΕΩΣ):

Αρχηγός: Ευάγγελος Καρανάσος, Υπαρχηγός: Ευστράτιος Τσουτσέρογλου.

ΑΡΧΗΓΕΙΟΝ ΣΥΜΒΟΛΟΝ ΟΡΟΣ:

Αρχηγός: Νικόλαος Κάππας.

ΑΡΧΗΓΕΙΟΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΕΩΣ (ΚΑΤΑΣΚΟΠΕΙΑΣ, ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑΣ, ΔΙΑΦΩΤΙΣΕΩΣ, ΔΟΛΙΟΦΘΟΡΩΝ ΚΛΠ):

Αρχηγός: Παναγιώτης Παπαδόπουλος – Γενικός Γραμματέας Οργάνωσης.

Η σχέση με τον ΕΛΑΣ

Την ίδια εποχή η δύναμη του ΕΛΑΣ στην Ανατολική Μακεδονία ήταν αρκετά περιορισμένη. Πολύ ασθενή τμήματα παρουσιάσθηκαν στα τέλη του 1942. Εξαίρεση αποτελούσε η πόλη της Καβάλας, όπου ο τοπικός ΕΛΑΣ ήταν πιο οργανωμένος υπό την ηγεσία του Καπετάνιου Άρη και του Κωνσταντάρα, πρώην μόνιμο Λοχαγό Πεζικού. Η πρώτη ουσιαστική συγκρότηση τμημάτων του ΕΛΑΣ άρχισε μέσα στο 1943. Η πρώτη ομάδα έδρασε με το όνομα «Ρήγας Φεραίος» και είχε έδρα το Ορεινό (Ερέν Ντερέ). Το Αρχηγείο του ΕΛΑΣ στο Παγγαίο έγινε από την ένωση ομάδων ενόπλων των γύρω χωριών αλλά η δράση του, κατά των κατακτητών και όχι μόνο, ξεκίνησε από τον Σεπτέμβριο του 1943. [2]

Τον Αύγουστο του 1943 γίνεται η πρώτη σύσκεψη μεταξύ των οργανώσεων της περιοχής στην Πρώτη Παγγαίου, με εκπροσώπους και του Στρατηγείου Μέσης Ανατολής. Κατά την διάρκεια της σύσκεψης και ενώ η συζήτηση στράφηκε προς την αντιμετώπιση του Βούλγαρου κατακτητή ο εκπρόσωπος του ΕΛΑΣ υποστήριξε: «… Και οι Βούλγαροι είναι μαζί μας, γιατί κατά βάθος είναι εχθρός του Χίτλερ. Ο πραγματικός εχθρός εδώ δεν είναι οι Βούλγαροι αλλά η Ελληνική Χωροφυλακή. Αυτοί είναι οι εχθροί του λαού!». Μετά από αυτό ο Τσαούς Αντών αντιλήφθηκε τον ρόλο του ΚΚΕ πίσω από το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ αλλά και τους σκοπούς που αυτό ουσιαστικά είχε, δηλαδή την κατάληψη της εξουσίας. Την ίδια περίοδο ο ΕΛΑΣ διέλυε την ΠΑΟ στη υπόλοιπη Μακεδονία, κάτι για το οποίο ήταν ενήμερος ο Φωστερίδης, λόγω των επαφών και των σχέσεων και με αυτή την οργάνωση. [3]

Στις 16 Δεκεμβρίου 1943 αρχίζει ο κατοχικός εμφύλιος στην Ανατολική Μακεδονία. Ο ΕΛΑΣ Σερρών συγκεντρώνει δυνάμεις στο Παγγαίο και επιτίθεται κατά των ΕΑΟ του Φωστερίδη. Ήταν η εποχή που το Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ εφάρμοζε την πολιτική που αποφασίστηκε στη Β’ Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του Κόμματος τον Δεκέμβριο του 1942 και ήταν η έναρξη του κατοχικού εμφυλίου. Η επίθεση αυτή του ΕΛΑΣ δεν άφηνε πολλές επιλογές στους οπλαρχηγούς των ΕΑΟ. Έπρεπε ή να υποταχθούν στον ΕΛΑΣ ή να διαλυθούν και να εγκαταλείψουν το αντάρτικο ή να εξοντωθούν.

Ο Τσαούς Αντών αποφάσισε την αντίσταση στον ΕΛΑΣ σκεπτόμενος πως έτσι θα εξασφάλιζε και την ενίσχυση από τους Βρετανούς (μέχρι τότε ενίσχυαν μόνο τον ΕΛΑΣ μια και ο ταγματάρχης Μύλλερ ήταν ουσιαστικά απομονωμένος για να μην έχει επαφή με άλλες οργανώσεις), οι οποίοι θα ήταν πρόθυμοι να ενισχύσουν μια εθνικιστική πατριωτική οργάνωση που θα ήταν νομοταγής έναντι της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης.

Η αντεπίθεση του Τσαούς Αντών ανάγκασε τον ΕΛΑΣ να προτείνει ανακωχή και συζήτηση ώστε να λυθεί η «παρεξήγηση». Ήταν χαρακτηριστικό γνώρισμα του ΚΚΕ να δείχνει φιλικό πρόσωπο προκειμένου να πιάσει στον ύπνο τον ταξικό εχθρό (βλέπε περιπτώσεις Σαράφη – Κωστόπουλου, Ψαρρού, Παπαιωάνου κλπ). Ο Φωστερίδης αντελήφθη αμέσως τον δόλο όταν ο Σπάρτακος του ΕΑΜ ζήτησε συνάντηση με τον ίδιο για να λύσουν ειρηνικά τις διαφορές τους. Οργάνωσε λοιπόν το δικό του σχέδιο και συμφώνησε με τον Σπάρτακο την συνάντηση.

Τη νύχτα της 31ης Δεκεμβρίου 1943 προς την 1η Ιανουαρίου του 1944 οι Εθνικές Ομάδες του Τσαούς Αντών περικυκλώνουν αυτές του ΕΛΑΣ χωρίς να το αντιληφθούν. Το πρωί της Πρωτοχρονιάς του 1944 ο Τσαούς Αντών με μερικούς άνδρες του Επιτελείου του έμπαιναν στην Λεκάνη Παγγαίου για να συναντηθούν με τον Σπάρτακο. Τότε ένοπλοι αντάρτες του ΕΛΑΣ πίστεψαν ότι θα αφοπλίσουν και θα συλλάβουν τον Φωστερίδη. Οι δυνάμεις του Τσαούς Αντών όμως είχαν καταλάβει το πεδίο ρίψεως και οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ βρέθηκαν εγκλωβισμένες. Η μάχη κράτησε 24 ώρες με ολοκληρωτική νίκη των δυνάμεων του Τσαούς Αντών, οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ είχαν διαλυθεί και μόλις πρόλαβε να διαφύγει ο Καπετάνιος Άρης.

Οι επιθέσεις του ΕΛΑΣ συνεχίστηκαν. Οι «Εθνικαί Ανταρτικαί Ομάδες» όχι απλώς άντεξαν αλλά διέλυσαν επανειλημμένα αυτές του ΕΛΑΣ. Τον Δεκέμβριο του 1944 η δυναμική των ΕΑΟ έφτασε τους 3.650 αντάρτες. Αξίζει να σημειωθεί πως ο Αντώνης Φωστερίδης είναι ο μοναδικός ηγέτης μη κομμουνιστικής οργανώσεως, μετά τον Ν. Ζέρβα, που κατόρθωσε να επιζήσει μεταξύ επιθέσεων του ΕΛΑΣ και των κατακτητών σε όλη την διάρκεια του κατοχικού εμφυλίου. Μάλιστα τον Δεκέμβριο του 1944 συμμετείχε στη μάχη στο Σύνταγμα Χωροφυλακής στου Μακρυγιάννη. Μετά τον πόλεμο εκλέχτηκε βουλευτής Δράμας, το 1952, με τον «Ελληνικό Συναγερμό» του Αλέξανδρου Παπάγου.

Ο αντικομμουνισμός των Ποντίων – τουρκόφωνων και μη – οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην πολιτική που ακολούθησε το ΚΚΕ απέναντι στα εθνικά θέματα και ιδίως απέναντι στο Μακεδονικό. O «Ριζοσπάστης» στις 25 Ιανουαρίου του 1925 ανέφερε: «Ο Λένιν εκήρυξε και στη πράξη εφήρμοσε το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης των καταπιεζόμενων εθνοτήτων μέχρις αποχωρισμού από το κράτος όπου είναι προσαρτημένες. Γι’αυτό όλα τα αστικά κόμματα δεν θέλουν να ακούσουν το όνομα του Λένιν στην Ελλάδα, που, δια μέσον του κόμματός μας, ζητεί να πάψη το ανθρωποπάζαρο των πληθυσμών Μακεδονίας και Θράκης και καλεί τους λαούς των ν’ αγωνισθούν για ενιαία και ανεξάρτητη Μακεδονία και Θράκη και για τη ΒΚΟ». Την ίδια περίοδο οι διεθνείς στατιστικές μετά το 1923 απέδιδαν το 88,1% του πληθυσμού στη Μακεδονία σε ελληνικής καταγωγής και συνείδησης πολίτες και μόνο το 5,1% σε Βουλγαρίζοντες.

Ήταν φυσικό για τους πατριώτες Πόντιους να αντιταχθούν σε αυτή την διεθνιστική πολιτική. Η στάση του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ μέσα στην κατοχή ήταν αμφιλεγόμενη καθότι υπήρχαν και σημαντικές πατριωτικές φωνές μέσα στην οργάνωση που δυσφορούσαν με τις παλιότερες ιδεοληψίες του κόμματος. Ωστόσο η πολιτική του ΚΚΕ την περίοδο 1946-1949 δεν αφήνει αμφιβολίες πως ο στόχος ήταν η ίδρυση ανεξάρτητου Μακεδονικού κράτους κάτω από την κηδεμονία του Τίτο, όπως επιβεβαιώνει το σύμφωνο του Μπλέντ, τον Αύγουστο του 1947.

Η σύγκρουση με τους Βουλγάρους

Πέρα από την αντιπαλότητα με το ΕΑΜ ο Τσαούς Αντών έδωσε σημαντικές μάχες με τους κατακτητές Βούλγαρους. Πολλές φορές έκανε και διμέτωπο πόλεμο, όχι περίεργο για αντιστασιακή ομάδα που ήθελε να επιζήσει από τον ΕΛΑΣ.

Από τις πλέον γνωστές θεωρούνται οι μάχες του Κοτζά Ορμάν (16 – 20 Φεβρουαρίου 1944), των Κρηνίδων (10 Μαΐου 1944), του οροπεδίου Καρά – Ντερέ (22 – 29 Αυγούστου 1944) και της Γέφυρας Παππάδων (7 – 11 Μαΐου 1944). Η τελευταία ήταν και η πιο σημαντική. Οι Βούλγαροι ζητούσαν την εκκαθάριση όλης της Ανατολικής Μακεδονίας από τις Εθνικές Αντάρτικες Ομάδες του Τσαούς Αντών. Για τον λόγο αυτό, συγκέντρωσαν όλες τις διαθέσιμες δυνάμεις τους συμπεριλαμβανομένης της Μεραρχίας Πεζικού που έδρευε στη Δράμα καθώς και ενισχύσεις από την Καβάλα. Σε αυτές τις ενισχύσεις συμμετείχαν και 4 αεροπλάνα, δύο βουλγαρικά και δύο γερμανικά.

Στόχος της επιχείρησης ήταν η κατάληψη των ορμητηρίων των Ομάδων του Τσαούς Αντών στην περιοχή Βόρεια των Παππάδων του Καρά Ντερέ. Στις 6 Μαίου οι Βούλγαροι, ενώ είχε ομίχλη, προσπάθησαν να περάσουν την γέφυρα για να αιφνιδιάσουν τους αντάρτες που βρίσκονταν στο άλλο άκρο. Η ομίχλη όμως απομακρύνθηκε και αυτοί βρέθηκαν ακάλυπτοι μια και δεν είχαν περάσει όλες οι απαραίτητες δυνάμεις την γέφυρα. Οι δυνάμεις του Φωστερίδη κατείχαν τις βόρειες περιοχές της γέφυρας και είχαν πλεονέκτημα σε σχέση με τους Βούλγαρους. Η επίθεση τους ήταν καταιγιστική και προξένησε σημαντικές απώλειες στους Βούλγαρους. Μέχρι την 11η Μαΐου οι Βούλγαροι παρότι έχαναν ενισχύονταν συνεχώς και επαναλάμβαναν τις επιθέσεις τους. Τα Στούκας των Γερμανών που ενίσχυαν τους Βούλγαρους ανάγκασαν τη νύχτα της 11ης προς 12ης Μαΐου τις δυνάμεις του Φωστερίδη σε σύμπτυξη σε δεύτερη τοποθεσία στο οροπέδιο του Καρά Ντερέ, όπου μπόρεσαν να εξουδετερώσουν εν τέλει τις δυνάμεις του Βουλγαρικού στρατού. Οι Βούλγαροι έπαθαν πανωλεθρία με 360 στρατιώτες και 42 αξιωματικούς νεκρούς. Οι τραυματίες σύμφωνα με τις πλέον συγκρατημένες εκτιμήσεις έφτασαν τους 341. Αντιθέτως οι δυνάμεις του Τσαούς Αντών ήταν 37 νεκροί αντάρτες μεταξύ των οποίων 3 γυναίκες.

Απόρροια των απωλειών που προκάλεσε στους Βούλγαρους κατακτητές ο Τσαούς Αντών ήταν το γνωστό τραγούδι:

«Κέλμε Πούλγκαρ κέλμε πενίμ ιστουμέ
Αντών-τσαους τερλέρ πενίμ ισμιμέ
κέλμε Πούλγκαρ πουσμάν όλουρσουν
ουρούμ τσετελερινέ κουρπάν όλουρσουν»

«Βούλγαροι μην έρχεστε μην έρχεστε πάνω μου
Αντών-τσαους είναι το όνομα μου
Βούλγαροι μην έρχεστε γιατί πικρά θα μετανιώστε
Στους Ρωμιούς αντάρτες θα γίνετε πρόβατα για σφαγή»



Πηγές – παραπομπές

[1] Τάσος Χατζηαναστασίου, Οι εθνικιστές οπλαρχηγοί στη Βουλγαροκρατούμενη Μακεδονία και Θράκη, σελ. 354, στο «Οι άλλοι Καπετάνιοι: αντικομουνιστές ένοπλοι στα χρόνια της Κατοχής και του Εμφυλίου», Νίκος Μαραντζίδης (επιμελ.), Εστία, Αθήνα 2007.

[2] Ιάσων Χανδρινός, ΕΛΑΣ ο μεγαλύτερος στρατός της Εθνικής Αντίστασης, τόμος Α’, Γνώμων Εκδοτική, Αθήνα 2011, σελ. 28-29.

[3] Δημητρίου Ν. Χονδροκούκη, Πολέμαρχοι του αντισταλινισμού: Ναπολέων Ζέρβας, Δημήτριος Ψαρρός, Αντώνιος Φωστερίδης (Τσαούς Αντών), Βασίλειος Αβδελάς, Διονύσιος Παπαδόγγονας, Ισοκράτης, Αθήνα 1993., σελ. 46.

01 Φεβρουαρίου, 2018

Όταν ο Χίτλερ παρέδωσε στους Βούλγαρους Ανατολική Μακεδονία και Θράκη.





Ο Β Παγκόσμιος πόλεμος και ο Χίτλερ άνοιξαν το δρόμο στον βασιλιά Μπόρις Γ’ να επιβάλει τη «Μεγάλη Βουλγαρία» χωρίς ο στρατός του να δώσει ούτε μία μάχη. Το Τριμερές Σύμφωνο με τη Γερμανία και την Ιταλία του εξασφάλισε την πολυπόθητη έξοδο στο Αιγαίο και σηματοδότησε έναν απίστευτο κύκλο αίματος στην περιοχή.


Ολες οι ελληνικές αστυνομικές, διοικητικές, οικονομικές, εκπαιδευτικές και θρησκευτικές αρχές αντικαταστάθηκαν από αντίστοιχες βουλγαρικές. Οι Βούλγαροι δεν έκαναν κατοχή χώρας, όπως οι Ιταλοί και οι Γερμανοί, αλλά προσάρτηση εδαφών.



Ένα από τα πρώτα μέτρα εκβουλγαρισμού ήταν η απαγόρευση της ελληνικής γλώσσας. Ακόμα και στα σχολεία. Σε όλα τα καταστήματα και δημόσιες υπηρεσίες και τράπεζες οι επιγραφές ήταν στα βουλγάρικα. Όποιος δεν μιλούσε τη γλώσσα έπεφτε θύμα άγριου ξυλοδαρμού. Ήταν μια γενικευμένη μέθοδος εκφοβισμού, που όσοι την έζησαν την θυμούνται και την περιγράφουν.


Η φυγή προς στις γερμανοκρατούμενες περιοχές μέσω του ποταμού Στρυμόνα ήταν η μόνη διέξοδος για χιλιάδες Έλληνες, καθώς εκεί λειτουργούσαν, έστω και τυπικά, οι κατοχικές ελληνικές αρχές.





20 Ιουνίου, 2017

Ἕνας στρατός γενναίων μέ ἀρχηγούς «λιοντάρια» . Μαχη του Κιλκις 19 Ιουνιου 1913


http://enromiosini.gr/newsite16/wp-content/files/2017/06/%CE%9C%CE%91%CE%A7%CE%97-%CE%A4%CE%9F%CE%A5-%CE%9A%CE%99%CE%9B%CE%99%CE%9A%CE%99%CE%A3-1913.jpg
Τό κίνημα τῶν Νεοτούρκων (Ιούνιος τοῦ 1908) κι ὁ κίνδυνος νά ἐξοντωθοῦν ἀπό τήν τουρκική μισαλλοδοξία ὅλοι οἱ Χριστιανοί τῆς Μακεδονίας καί τῆς Θράκης, ὁδήγησε τό 1912 τούς Ἕλληνες, τούς Βούλγαρους, Σέρβους καί Μαυροβούνιους νά ξεχάσουν προσωρινά τίς διαφορές τους καί νά συσσωματωθοῦν κατά τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας.

Ο Α’ Βαλκανικός Πόλεμος ἔληξε νικηφόρος γιά τά βαλκανικά κράτη, ὅμως οἱ Βούλγαροι «ἐμνήσθησαν ἡμερῶν ἀρχαίων», ξαναθυμήθηκαν τόν χάρτη τῆς Μεγάλης Βουλγαρίας καί νόμισαν ὅτι ἔφτασε ἡ ὥρα νά πραγματοποιήσουν τά παλιά χιμαιρικά τους σχέδια εἰς βάρος καί τῆς Σερβίας καί τῆς Ἑλλάδας. Ἡ ἀπληστία τῆς Βουλγαρίας, ἡ ὑπερφίαλη συμπεριφορά της πρός τούς συμμάχους κι ἕνα πλῆθος ἀπό δόλιες ἐνέργειες, ἔστρεψαν τήν Ἑλλάδα καί τήν Σερβία ἐναντίον της καί ὁδήγησαν στόν Δεύτερο Βαλκανικό Πόλεμο (Β’ ΒΠ).

Στίς 19 Μαίου τοῦ 1913 ὑπεγράφη στη Θεσσαλονίκη ἡ συνθήκη συμμαχίας μεταξύ Ἑλλάδας καί Σερβίας γιά νά ἀντισταθμίσει τίς ἐνέργειες τῶν Βουλγάρων, πού συγκέντρωναν μυστικά τό στρατό τους, γιά νά χτυπήσουν αἰφνιδιαστικά τούς πρώην συμμάχους τους. Μία τελευταία προσπάθεια τῶν κυβερνήσεων Ἑλλάδας καί Σερβίας, γιά νά ἀποφευχθεῖ ἡ σύγκρουση, ματαίωσαν οἱ ἴδιοι οἱ Βούλγαροι μέ τήν ἀξίωσή τους νά ἁπλωθοῦν σ’ ὁλόκληρη τή ΝΔ Μακεδονία, τήν ὁποία κατεῖχε ὁ ἑλληνικός στρατός. Ἔτσι ὁδηγήθηκαν τα πράγματα στήν σύγκρουση.

Στίς 16 Ἰουνίου τοῦ 1913 οἱ Βούλγαροι, ἀφοῦ μετέτεφεραν τίς περισσότερες δυνάμεις τους ἀπό τή Θράκη στή Μακεδονία πρός τήν πλευρά τῶν Ἑλλήνων καί τῶν Σέρβων ἄρχισαν σφοδρότατη ἐπίθεση. Γιά τούς Ἕλληνες καί τούς Σέρβους δέν ἀπέμενε παρά μονάχα ἡ γενική ἀντεπίθεση. Ἀλλά πρίν ἀπό κάθε ἄλλη ἐνέργεια ὁ στρατός μας ξεκαθάρισε τήν Θεσσαλονίκη ἀπό τούς Βουλγάρους, πού μέ δόλο εἶχαν εἰσδύσει στήν πρωτεύουσα τῆς Μακεδονίας, ἀπό τήν ἡμέρα κιόλας τῆς ἀπελευθέρωσής της. Καί ὕστερα ἄρχισαν οἱ μεγάλες ἐπιχειρήσεις. Καί πρώτη στή σειρά ἡ ἔνδοξη μάχη τοῦ Κιλκίς.

Τό Γενικό Ἐπιτελεῖο Στρατοῦ στήν ἔξοχη πολύτομη ἔκδοσή του, πού ἐπιγράφεται «ὁ Ἑλληνικός στρατός κατά τούς Βαλκανικούς Πολέμους τοῦ 1912-1913 (Ἀθήνα, 1932)» περιγράφει μέ θαυμαστό καί ἀναλυτικό τρόπο ὅλες τίς φάσεις τῆς πολεμικῆς ἐκείνης ἐπιχείρησης, πού δόξασε γιά μία φορά ἀκόμη τά ἑλληνικά ὄπλα καί ὑπῆρξε θέατρο ἀσύγκριτων ἡρωισμῶν τῶν ἀξιωματικῶν καί τῶν ἀνδρῶν τοῦ στρατοῦ μας.

Στά νότια του Κιλκίς ἤσαν γερά ὀχυρωμένοι οἱ Βούλγαροι καί 4 μεραρχίες τοῦ κέντρου τούς χτύπησαν δυνατά στίς 19 Ἰουνίου 1913. Στίς 20 Ἰουνίου, δεύτερη μέρα της μάχης, τό Γενικό Στρατηγεῖο πρόσταξε γενική ἐπίθεση ἀπό τήν αὐγή σέ ὅλο τό μέτωπο. Κι ἐνῶ στό δεξιό ἄκρο τοῦ μετώπου ἡ 7η Μεραρχία ἀνέτρεψε τούς ἀπέναντι ἐχθρούς της καί μπῆκε στή Νιγρίτα, οἱ μεραρχίες τοῦ κέντρου προχωροῦν πρός τό Κιλκίς μέ πολύ ἀργό ρυθμό, γιατί ἡ ἄμυνα τῶν Βουλγάρων, πού ἔκαναν συνεχῶς ἰσχυρές ἀντεπιθέσεις, ἦταν ἀποφασιστική καί πεισματώδης. Στόν τομέα τοῦ Λαχανά ἡ 1η Μεραρχία (στρατηγός Μανουσογιαννάκης) προχώρησε πιό γρήγορα πρός τίς νότιες προσβάσεις τῆς ὀχυρωμένης τοποθεσίας καί κυρίευσε καί 6 ἐχθρικά κανόνια.

Τό δειλινό τῆς 20ης Ἰουνίου ἡ κατάσταση εἶναι πολύ κρίσιμη. Ἡ ἀντίσταση τῶν Βουλγάρων εἶναι λυσσαλέα. Τό ἑλληνικό πεζικό ἔπρεπε νά τούς βγάζει μέ τίς λόγχες ἀπό τά χαρακώματά τους καί οἱ ἀπώλειες ἦταν τεράστιες. Τό Γενικό Στρατηγεῖο ἔστειλε νέα διαταγή στίς Μεραρχίες τοῦ κεντρικοῦ μετώπου νά κυριεύσουν «πάση θυσία» τό Κιλκίς, πρίν σκοτεινιάσει. Ἡ 2η Μεραρχία (στρατηγός Καλάρης) σέ ἐκτέλεση τῆς διαταγῆς ἐνήργησε νυκτερινή ἐπίθεση. Μέ ἐπικό ἀγώνα, φοβερές ἀπώλειες (οἱ περισσότεροι ἀξιωματικοί τέθηκαν ἐκτός μάχης). Ἀνατρέποντας τήν μία μετά τήν ἄλλη τίς 3 γραμμές ἄμυνας τῶν Βουλγάρων, στίς 9:40 τό πρωί τῆς 21ης Ἰουνίου, ἡ γαλανόλευκη κυματίζει στήν πόλη καί περιχαρής ὁ διοικητής στρατηγός Καλάρης τηλεγραφεῖ στό Γενικό Ἐπιτελεῖο: «Ἀγγέλω νίκην Κιλκίς. Ἐχθρός ὑποχωρεῖ ἐγκαταλείψας ὀχυρωμένας θέσεις…» Τό κάστρο τοῦ Βουλγαρισμοῦ πάρθηκε. Ἀλλά μέ πόσες θυσίες! Κατά ἀνακοίνωση τοῦ Στρατηγείου οἱ ἀπώλειες ἀνῆλθαν σέ 10.000 νεκρούς καί τραυματίες. (Ὁ Γαβριήλ Συντομόρου, στό βιβλίο τοῦ «Σαραντάπορο, Κιλκίς, Λαχανᾶς: οἱ πρῶτες μας νίκες», ἔκδ. Ζῆτρος, γράφει: «Στήν πραγματικότητα οἱ ἀπώλειες αὐτές δέν πρέπει νά ξεπέρασαν τούς 8.670 νεκρούς καί τραυματίες, σέ σύνολο περίπου 110.000 περίπου ἀνδρῶν τῶν 8 Μεραρχιῶν καί τῆς Ταξιαρχίας Ἱππικοῦ, πού πῆραν μέρος στή τριήμερη μάχη Κιλκίς – Λαχανά). Εἶναι χαρακτηριστικό της μάχης ὁ θάνατος 10 διοικητῶν μονάδων, οἱ ὁποῖοι πρόβαλλαν τήν προσωπική τους συμπεριφορά καί ἐθελοθυσία ὡς παράδειγμα μίμησης στούς ἄνδρες τους. Παραθέτουμε τά ὀνόματα τῶν ἡρώων, τιμώντας ἔτσι καί τούς χιλιάδες «ἀγνώστους στρατιῶτες» τους, πού πάντοτε θά τούς εὐγνωμονεῖ τό ἔθνος μας: Καμάρας, Καμπάνης, Παπακυριαζῆς, Κορομηλᾶς, Καραγιαννόπουλος, Διαλέτης, Κουτήφορης, Κατσιμήδης, Χατζόπουλος, Ἰατρίδης… Αἰωνία ἡ μνήμη… Τά «κόκκαλα» τους τά ἱερά πότισαν τήν λευτεριά μας.

Μαθητής μικρός τήν δεκαετία τοῦ 30, ὁ Σ. Λίβας, μετέπειτα στρατιωτικός γιατρός, ἔγραψε τίς ἀναμνήσεις του, μέ τίτλο «Ἡ παλιά, μικρή μας πόλη». Σέ κείμενο μέ τίτλο «οἱ Μαχητές τοῦ Κιλκίς», γράφει τά ἑξῆς συγκινητικά:

«Ἕνα ἀπέραντο «Ἐθνικό Νεκροταφεῖο», πού κρύβει στά σπλάχνα τοῦ τά κορμιά χιλιάδων παλληκαριῶν, εἶναι ὁ τόπος μας. Καί πάνω στά κορμιά αὐτά στήθηκαν τά θεμέλια αὐτῆς τῆς πόλης. Καί τό σιτάρι πού φτιάχνει τό ψωμί μας, θεριεύει καί μεστώνει ρουφώντας ἀπό τή γῆ αἷμα ἀντί για νερό. Κάθε λόφος γύρω μας κι ἕνας «κρανίου τόπος». Κάθε χωράφι κι ἕνας «ἀγρός αἵματος» για νά χρησιμοποιήσω τοῦ χαρακτηρισμούς τοῦ Εὐαγγελίου πού τόσο ταιριάζουν στήν περίπτωση».

Τά πρῶτα χρόνια, τ΄ ἀλέτρια πού ὄργωναν τή γῆ, ἔφεραν στήν ἐπιφάνεια λευκά κόκκαλα «κόκαλα Ἑλλήνων ἱερά», ἀντάμα μέ σκουριασμένες ξιφολόγχες καί δερμάτινες παλάσκες, περασμένες σέ ζωστῆρες πού ἔζωναν, κάποτε λυγερά σώματα παλληκαριῶν. Κι ὅλοι μας λίγο – πολύ, ἔχουμε νά θυμόμαστε πώς κάποτε, σκάβοντας τίς αὐλές τῶν σπιτιῶν μας εἴχαμε βρεῖ σκουριασμένα ὄπλα κι ἀνθρώπινα κρανία. Σάν στοιχειωμένος ἔμοιαζε ὁ τόπος μας καί τά παιδιά φοβόταν νά βγοῦν τό βράδυ ἀπό τά σπίτια τους.

Θυμᾶμαι τούς πρώτους περιπάτους πού κάναμε μέ τό νηπιαγωγεῖο, ἐκεῖ κοντά στούς πρόποδες τοῦ Ἀη- Γιώργη. «Ἡ δασκάλα μᾶς ἔλεγε ὅτι οἱ παπαροῦνες στόν τόπο μας, εἶναι πιό κόκκινες ἀπό ἀλλοῦ, γιατί παίρνουν τό χρῶμα τους ἀπό τό αἷμα τῶν σκοτωμένων παλληκαριῶν. Κι ἐμεῖς διστάζαμε νά τίς κόψουμε, ἀπό φόβο, μήπως καί ματώσουμε τά χέρια μας…» (σελ. 179).



Μαρτυρίες πρωταγωνιστῶν

Μεταξύ τῶν ἡρώων διοικητῶν συνταγμάτων πού ἔπεσαν στήν μάχη τοῦ Κιλκίς, εἶναι καί ὁ Ἀντώνιος Καμπάνης, διοικητής τοῦ 8ου Συντάγματος τῆς 4ης Μεραρχίας. Τόν ἴδιο καιρό ὁ γιός τοῦ Δημήτριος, ὑπηρετεῖ καί αὐτός ὡς στρατιώτης. Στό βιβλίο τοῦ «Ἀναμνήσεις τοῦ Πολέμου καί τῆς Εἰρήνης» περιγράφει τήν σκηνή πού σπεύδει γιά τόν «τελευταίο ἀσπασμόν» τοῦ ἠρωϊκοῦ σκηνώματος τοῦ γονιοῦ του. Φτάνει στή μεγάλη σκηνή πού ἦταν τό χειρουργεῖο τῆς IV Μεραρχίας:

«Μπῆκα στή σκηνή καί πάνω σ’ ἕνα φορεῖο είδα τόν πατέρα. Εἶχε τά μάτια ἀνοιχτά. Τό πρόσωπο γελαστό καί εὐχαριστημένο. Μόνο τό στῆθος του ἦταν γεμάτο τρύπες. Στά χέρια του φοροῦσε γάντια καλοκαιρινά χακί, ἀλλά ὅπως ἦταν σκισμένα καί κρεμασμένα, κατάλαβα ὅτι εἶχαν κοπεῖ τά δάχτυλά του. Ἀργότερα, ὅταν εἶδα τά κιάλια του, πού ἦταν καί αὐτά γεμάτα βλήματα, ἀντελήφθηκα πώς ἡ ὀβίδα εἶχε σκάσει τήν ὥρα πού τά σήκωνε, γιά νά παρατηρήσει τίς ἐχθρικές θέσεις.

Τό θέαμα γιά μένα ἦταν τραγικό, ἀλλά μεγαλύτερη ἀκόμη συγκίνηση μοῦ προξένησαν οἱ ἑκατοντάδες τραυματίες τοῦ Συντάγματός του, πού περνοῦσαν καί τόν ἀσπάζονταν κλαίγοντας. Ἄκουσα μερικούς νά λένε: Ἦταν αὐστηρός, ἀλλά δίκαιος καί ἀγαποῦσε τούς ἄνδρες του».

Νομίζω πώς ὁ ἐπικήδειος αὐτός, ἄν μποροῦσε νά τόν ἀκούσει, θά τόν εἶχε ἀπολύτως ἱκανοποιήσει. Γιατί πραγματικά πρόσεχε ξεχωριστά τους ἄνδρες του, καί γιά νά προστατεύσει τή ζωή τούς εἶχε σκοτωθεῖ ὁ ἴδιος» (σελ. 123).

Μέ τέτοιους ἄξιους ἡγήτορες φθάσαμε στή νίκη. Ἕνας στρατός γενναίων μέ ἀρχηγούς «λιοντάρια» πῶς νά μήν ἀνέλθει στήν κορυφή τῆς δόξης καί τῆς ἀθανασίας.

Τό 1964 ἐκδίδεται τό «Ἀναμνηστικό Λεύκωμα» ἐπί τή 50/ἐτηρίδι ἀπό τῆς μάχης τοῦ Κιλκίς. Στήν σελίδα 44 διαβάζουμε: «Ἦταν δύο σύγγαμβροι ἀπό τήν Κύμη τῆς Εὐβοίας, ὁ συνταγματάρχης Ἰωάννης Παπακυριαζής καί ὁ ταγματάρχης Ἰωάννης Βελισσαρίου. Καί οἱ δύο λεβέντες. Τά ἀνδραγαθήματα τους ὑπῆρξαν ἀπό τά φωτεινότερα δείγματα ἀτομικῆς γενναιότητος. Οἱ δύο αὐτοί συγγενεῖς εἶχαν τσακωθῆ… σάν σύγγαμβροι πού ἤσαν. Στήν μάχη τοῦ Κιλκίς βρέθηκαν οἱ μονάδες τους νά πολεμοῦν πλάι- πλάι καί ὁ συναγωνισμός τῶν δύο τσακωμένων ἔφθασε στό ἀποκορύφωμα.» Στήν τελευταία μάχη, ὅπως ἀναφέρει ὁ στρατηγός Θεόδωρος Πάγκαλος στά ἡμιτελῆ ἀπομνημονεύματά του, ἐπῆλθε τό δράμα «…Ἤρξατο τότε σφοδρότατος καταιγισμός πυρός, κατά τήν διάρκειαν τοῦ ὁποίου οἱ 6 λόχοι τοῦ Βελισσαρίου, προχωροῦντες ταχέως ἔφθασαν εἰς ἀπόστασιν ἑφόδου ἀπό τῆς πρώτης γραμμῆς τῶν βουλγαρικῶν ὀρυγμάτων. Καί εἶδον τό ἀλησμόνητον θέαμα τῆς ἑφόδου τῶν 6 εὐζωνικῶν λόχων τοῦ Βελισσαρίου, οἱ ὁποῖοι καθ’ ἄς εἶχον ὁδηγίας ὑπό τοῦ διοικητοῦ των, ἔβαλον αἰφνιδίως ταχύτατον ὀλιγόλεπτον πῦρ ἐναντίον τοῦ ἐχθροῦ, μετά τό ὁποῖον ὤρμησαν ἀκάθεκτοι καί μέ βροντώδεις ἀλαλαγμούς ἐναντίον τῶν ἐπί τῆς πρώτης ὀφρύος τοῦ λόφου βουλγαρικῶν χαρακωμάτων. Ἡ γραμμή τῶν ἐφορμούντων λόχων μέ τάς ἀπαστραπτούσας ὑπό τόν ἥλιον ὑπερχιλίας λόγχας ὠμοίαζεν πρός χαλύβδινην ταινία, ἡ ὁποία ἀπειλητική ἐπήρχετο ἐναντίον τῶν ἐχθρικῶν ὀρυγμάτων. Ὁ ἀγών ὑπῆρξεν μεγαλειώδης. Οἱ Βούλγαροι ἀνετράπησαν ἤ ἐξοντώθησαν διά τῆς λόγχης. Αὐτό ἦτο τό μεγαλύτερον κατόρθωμα τοῦ Βελισσαρίου καί μέ δικαίαν ὑπερηφάνειαν ἐφώναξεν εἰς τόν λοχαγόν Ζήραν, ἄλλον γενναῖον, ὁ ὁποῖος ὑπηρετοῦσεν εἰς τό σύνταγμα τοῦ Παπακυριαζῆ, τοῦ μπατζανάκη τοῦ Βελισσαρίου.

–Βρέ Ζήρα, ποῦ εἶναι ὁ διοικητής σου νά δή;

–ΖΗΡΑΣ. Σκοτώθηκε…

Εἶχε πέσει πρό ὀλίγου μόλις, μαχόμενος μέ τόν ἴδιον ἀπαράμμιλον τρόπον. Καί τότε τό πρόσωπον τοῦ συγγάμβρου «ἐμαύρισεν ἀπό τό πένθος». Ἔβγαλε τό πηλήκιόν του, ἔκαμε τόν σταυρό του, ἐδάκρυσεν καί ἐτράβηξεν μπροστά μέ περισσοτέραν ὁρμήν. Ἐκεῖ παρακάτω στή Τζουμαγιά, στό ὑψόμετρο 1378, τόν περίμενε κι’ αὐτόν ὁ Χάρος».

Ἕνα ἐξαιρετικό βιβλίο, πραγματικός θησαυρός, πού ἀναφέρεται στή μάχη τοῦ Κιλκίς εἶναι τοῦ π. Δημητρίου Καλλίμαχου, ἐθελοντή ἱεροκήρυκος τῆς Ἐ’ Μεραρχίας. Ὁ Καλλίμαχος παρακολουθεῖ ἐκ τοῦ σύνεγγυς τήν μάχη παίρνει μέρος σ’ αὐτήν, ἐμψυχώνει τούς στρατιῶτες, παρηγορεῖ τούς πληγωμένους καί ἀναλαμβάνει, πολλές φορές, τό βαρύ καθῆκον τῆς ταφῆς τῶν νεκρῶν πολεμιστῶν. Τό 1942, ἐξέδωσε στή Νέα Ὑόρκη τίς ἐμπειρίες του, σέ βιβλίο μέ τίτλο: «Ἀθάνατη Ἑλλάς» Ἀπό τό ἔξοχο αὐτό πόνημα, ἀποσποῦμε κάποιες σελίδες του, στίς ὁποῖες μοσχοβολᾶ ἡ πίστη καί ἡ φιλοπατρία τοῦ στρατοῦ μας. Στήν μακραίωνη ἱστορία μας πάντοτε τό Γένος ἀγωνίζεται «ὑπέρ πίστεως καί πατρίδος» καί ματαιοπονοῦν ὅσοι θέλουν νά χωρίσουν τά δύο αὐτά «ριζιμιά λιθάρια» τοῦ ἱστορικοῦ μας βίου. Ἀπό τά βάθη τῶν αἰώνων ἡ φωνή τοῦ Μακρυγιάννη μᾶς κανοναρχεῖ: «Ἡ πατρίδα τοῦ κάθε ἀνθρώπου καί ἡ θρησκεία εἶναι τό πᾶν… Καί τότε λέγονται ἔθνη, ὅταν εἶναι στολισμένα μέ πατριωτικά αἰσθήματα· τό ἐναντίον λέγονται παλιόψαθες τῶν ἐθνῶν καί βάρος τῆς γης.»

Περιγράφει ὁ Καλλίμαχος τόν θάνατο τοῦ ἥρωα Καμάρα, τήν στιγμή πού τραυματίζεται, μπροστά καί ὄρθιος, θανάσιμα:

«Γονατίζει ὁ εὐγενικός συνταγματάρχης καί μέ τό λάμπον ξίφος του ἀκόμη εἰς τά χέρια ἀπευθύνει τόν τελευταῖον πρός τούς ἄνδρας του χαιρετισμόν:

–Θάρρος παιδιά, θάρρος, γενναῖοι μου!

Τό αἷμα τρέχει κρουνηδόν ἀπό τό τραῦμα καί ο Καμάρας σωριάζεται:

–Πονῶ, πονῶ πολύ, καίομαι…

Ὅταν μετεφέρετο πρός τά χειρουργεῖα, ἀτενίσας διά τελευταίαν φοράν τούς ἄνδρας του ἐδάκρυσε καί εἶπε:

–Ἄχ, πού σ’ ἀφήνω, σύνταγμά μου. Σᾶς χαιρετῶ, καλά μου παλληκάρια, καί μέ τήν εὐχήν μου ὅλοι ἐμπρός νά δοξάσετε τήν τιμημένη μας πατρίδα!

Καί τώρα ζῆ εἰς τήν ἀθανασίαν ὁ ἀλησμόνητος Καμάρας μας, ἰδεώδης τῦπος ἀνθρώπου καί στρατιώτου, ἐπιβαλλόμενος μᾶλλον μέ τήν ἀπέραντον καλοκαγαθίαν τοῦ πατρός, παρά μέ τήν συνηθισμένην τραχύτητα τοῦ στρατιωτικοῦ.

Εὐσεβής, φιλεύσπλαχνος, ἀγαθώτατος, εὐθύς καί εἰλικρινής καί πράος, ἠδύνατο νά εἶναι καί ἰδεώδης τύπος λειτουργοῦ τοῦ Ὑψίστου. Εἰς τά Βοδενά, ὅπου ἔμεινεν ἐπί μήνας τό σύνταγμά του, ἔγινεν ἱεροφάντης τῆς Ἑλληνικῆς Ἰδέας, προσηλυτίζων τά ἑτερογενῆ στοιχεῖα μέ μέσα ἀνθρωπιστικά. Καί ὅταν προυκάλει χορούς καί διασκεδάσεις καί ἐορτᾶς καί ὅταν συνωμίλει μειλίχιος στρατιώτης, πάντοτε ἐν εἶχεν ἰδεῶδες, πῶς νά ἐμπεδώση τήν πεποίθησιν εἰς τήν ἐκπολιτιστικήν ἀποστολήν τῆς Ἑλληνικῆς διοικήσεως. Ὅταν ἔφυγεν ἀπό τά Βοδενά, δέν ἔμεινε κανείς ἀδάκρυτος πάσης φυλῆς καί θρησκείας.

Αὐτός ἦτο ὁ Καμάρας, ὁ πρωτομάρτυς τῆς γιγαντομαχίας τοῦ Κιλκίς. (σελ. 71)»

Συγκινητικότατες ὅμως εἶναι καί οἱ ἀναφορές στούς ἁπλούς στρατιῶτες. Ἔδειξε ἀπαράμιλλο ἡρωισμό ὁ Ἕλληνας στρατιώτης στήν μάχη τοῦ Κιλκίς. Ἦθος ὀρθόδοξο καί ἀγάπη ἄδολη καί ἀπρασάλευτη προς την πατρίδα εἶναι οἱ δύο ὀδοδεῖκτες πού τόν ὁδηγοῦν στά «κρημνά τῆς ἀρετῆς».

Διαβάζουμε στήν σελίδα 165:

«Εἶδα ματωμένο γράμμα νεκροῦ· τό ἐπῆρα καί ἀνέγνωσα: (παρατίθεται ὅπως το ἔγραψε ο ἡρωικός μαχητής)

«Ἦνε τόρα δυό μέρες Ἀγαπημένη μου Βασιληκούλα, πού κάμωμε πόλεμο μέ αὐτά τά παληόσκυλα· μᾶς βαροῦνε πολί μί οὐβίδες· χαθήκανε πουλᾶ πεδιά θκάμας· πάγ κι’ ἡ Γιανςμας τὸν πῆρε οὐβίδα τοῦ κεφάλτ. Τόρα περιμένομ σέ μιά ρεματιά νά ξαπουστάσουμ λιγουλάκι κι σί γράφο. Βασιληκούλα σί χάνο γιά τή Πατρίδα· αὐτό τό χουριό πού θέλουμ νά πάρουμ τού λέν Κιλκίδα κέ λέν πὼς τό μουσχάρη θά πλέξ στό ἔμα· ἔχο ἕνα ἔστημα πώς κεγῶ θά πάγο νά φάγο κούμαρα νά βρό τόν παπούλημ ἀλά νά μή κλάψσ Βασιληκούλαμ· ἅμα ἦνε γιά τί Πατρίδα δάκρια δέν ἐχ’ κλάματα μοναχά γιά ὅσοι ψοφοῦν στό στρόμα· θημᾶμε τί ἔλεγε κι Μῆτρος τοῦ Παπούλ γιά τσεγναίκες τό παλιό κερό στή Σπάρτ: ἡ τάς ἡ ἐπιτᾶς. Κλάματα δέ θέλο· ντροπῆς πράματα νά σκοῦζτε γιά μᾶς ἐδό τσβουλγαροχτόν, ἐγκδιτάδες ντίπ κι γιά οὖλες τσατιμίες πού πράξαν σταδέλφια μας Μακεδόνοι. Μόνο ἕνα κερί στήν ἅγια Παρασκεβί φτάνι· γιά διαθήκ ἴνε τά πεδάκιά μας· ἅμα μιγαλόσν νά πᾶν κιφτά στόν πόλεμο, στή Πόλ μί τόν Βουλγαροχτόνο βασιληά μας νά μνιμονεύσν τόν τάφουν μί ἔμα.

Σί φιλό Βασιληκούλαμ πολύ· γιά χαρά γιά τή Πατρίδα. Ἁπτό ρέμα Κιλκίδας Ἀντρέας».

Μεγαλειώδης ὕμνος ἀγωνιστού τῆς νέας μας ἐποποιίας. Ἀπό τό γράμμα αὐτό τοῦ ἁπλοϊκοῦ ὀρεσιβίου σπαρταρίζει θυσία τοῦ ἀθανάτου μαχητοῦ, ὅστις βαδίζει εἰς τόν θάνατον ὡς νυμφίος καί ἀπαγορεύει τά δάκρυα, ἐνθυμίζων τήν ἡρωικήν καρτερίαν τῶν Σπαρτιατίδων εἰς τήν ἁπλοϊκήν σύντροφον τῆς ζωῆς του».

Εἶναι γνωστό πώς ἡ μάχη διεξήχθη ἐν μέσω φοβεροῦ καύσωνος (περίπου 40 βαθμούς Κελσίου). Τά σιταροχώραφα τοῦ κάμπου του Κιλκίς, ἐξαιτίας τῶν ὀβίδων πῆραν φωτιά. Πολλοί βαριά τραυματισμένοι στρατιῶτες, μή μπορώντας νά μετακινηθοῦν, κάηκαν ζωντανοί…

Ἄλλο ἡρωικό παράδειγμα αὐταπάρνησης καί ἀνδρείας στή σελίδα 76:

«Στρατιώτης τοῦ 22ου ἐτραυματίσθη εἰς τόν βραχίονα.

–Τυχηρός ἤσουνα, συνάδελφε, πού πῆρες τό παράσημο, τοῦ λέγει ὁ παραπλεύρως του, αἶντε τράβα τώρα στό χειρουργεῖο…

–Τί ἔκανε, λέει; Μέ μία τσουγκρανιά νά φύγω; Τό παληοτόμαρό μου βαστάει ἀκόμα· ἔχω νά φάγω καί ἄλλους ἀπ’ αὐτούς τούς ἄτιμους πού σφάξανε γυναικόπαιδα!

Καί συνεχίζει τόν ἀγώνα.

Παίρνει δεύτερο βόλι καί ἐξακολουθεῖ νά μάχεται καί τό δεύτερον τραῦμα γίνεται τρίτον καί ἕπεται συνέχεια… Καί ὅταν πλέον ἡ δυνατή αἱμορραγία τόν ἀναγκάζη νά πέση κάτω, οἱ τραυματοφορεῖς, ὅταν ἐπλησίασαν νά τόν παραλάβουν, ἐπέδεσαν ἐν ὄλω ἑπτά τραύματα! Καί παρεπονεῖτο ὁ Ρουμελιώτης στρατιώτης, διότι δέν ἦτο δυνατόν πλέον νά συνεχίση τόν ἀγώνα του.

–Μωρ’ δέν μποροῦσε νά εἶχα κι’ ἄλλο παληοτόμαρο, νά βγάλω αὐτό τό τρυπημένο καί νά τό βάλω τό καινούργιο!»

Μία τελευταία μαρτυρία ἀπό τό τέλος τῆς μάχης. Ὁ Ἕλληνας στρατιώτης ἔχει συνείδηση τῆς ἀποστολῆς:

«Ὤ τριακόσιοι, σηκωθεῖτε

Καί ξανάλθετε σ’ εμᾶς

Τα παιδιά σας θελ’ ἰδῆτε

Πόσο μοιάζουνε μέ σᾶς»

έψαλλε ὁ ἐθνικός μας ποιητής. Καί ὁ μαχητής τοῦ Κιλκίς ἀπό τό ἴδιο χρέος ἐμφορεῖται. Σηκώνει στίς πλάτες τοῦ τήν ἱστορία τοῦ Γένους καί «ντροπή νά ντροπιασθεῖ».

«Μετά τήν μάχην ἐγύρισα νά μεταβῶ πρός τά χειρουργεῖα, νά παρακολουθήσω τόν βουβόν πόνον τῶν ἡρώων. Ἤθελα νά ἐπισκοπήσω συγχρόνως τήν ἀκτίνα, ὅπου διεδραματίζετο πρό ὀλίγου ἀκόμη μία ἀπό τάς ἀγριωτέρας πολεμικᾶς τραγωδίας τῶν νεωτέρων χρόνων.

Ἐνδιαφερόμην νά ὑπολογίσω τόν ἀριθμόν τῶν εὐγενῶν θυμάτων, διά τούς ὁποίους ἤμην ὑποχρεωμένος νά μεριμνήσω πρός ταφήν καί τέλεσιν τῶν νομίμων.

Ὁ ἀπέραντος χῶρος τοῦ θεάτρου τῆς μάχης ὠμοίαζε πρός μακελλεῖον. Καί ὅταν ἀντίκρυσα τήν φρικιαστικήν εἰκόνα καμμένων σπαρτῶν καί ψημένων σωμάτων καί εἶδα σκοτωμένους μέ τήν λόγχην στά χέρια καί μέ ἀποκρυσταλλωμένην εἰς τό πρόσωπον τήν ψυχολογίαν της ὁρμῆς καί τῆς χαλυβδίνης ἀποφασιστικότητος, ἐδάγκασα ἀσυναισθήτως τά χείλη ἀποθαυμάζων. Ἀγγελιοφόρος τῆς Δ’ Μεραρχίας ἐστάθη καί ἤκουσα νά ἀπαγγέλη:

Στοῦ Κιλκίς τήν ὁλόμαυρη ράχη

Περπατώντας ἡ δόξα μονάχη

Μελετᾶ τά λαμπρά παλλικάρια

Καί στήν κόμη στεφάνη φορεῖ

Γινομένο ἀπ’ ὀλίγα χορτάρια

Πούχαν μείνη στήν ἔρημη γῆ

Ἔρημη ἡ γῆ μέ τά ὀλίγα της ἐναπομείναντα χόρτα ἐστολίζετο ἀπό τῆς ἡμέρας αὐτῆς μέ τόν στέφανον τῆς Ἀθανασίας καί τά ἄσημα ἕως χθές καί πτωχά ἐκεῖνα ὑψώματα παρεδίδοντο εἰς τήν δόξαν καί τόν θαυμασμόν τῶν αἰώνων» (σελ. 83).

Γι’ αὐτό νίκησαν ἐκεῖνα τά λαμπρά παλλικάρια. Ἦταν φτιαγμένα ἀπό τή μαγιά τῶν πολέμαρχων τοῦ Εἰκοσιένα. Ἦταν φτωχά παιδιά, ἡ ψυχή τους ὅμως σπίθιζε ἀπό φιλοπατρία. Ἡ πατρίδα εἶναι ἡ μάνα μας καί τήν ἀγαπᾶμε καί ὅταν εἶναι φτωχή καί ἀναγκεμένη σάν σήμερα. «Φίλει τήν πατρίδα καν ἄδικος ἤ» ἔλεγε ὁ Πλάτων. Πατρίδα εἶναι οἱ τάφοι τῶν προγόνων, τά ἁγιασμένα κόκκαλα τῶν ἡρώων, τά ξωκλήσια τῆς Παναγίας μας.
«Δέν θά μοῦ πήγαινε αὐτό τό ντούφεκι, ἄν δέν ἤσουν ἐσύ γλυκό χῶμα πού νιώθεις σάν ἄνθρωπος. Ἄν δέν ἦταν πίσω μας λίκνα καί τάφοι πού μουρμουρίζουν, ἄν δέν ἦταν άνθρωποι, κι αν δεν ήταν βουνά με περήφανα μέτωπα, κομμένα στόν ἥλιο μέ τό σπαθί τοῦ Θεοῦ» γράφει περήφανα ὁ Νίκ. Βρεττάκος.

«Ἡ μεγαλωσύνη στά Έθνη δέν μετριέται μέ τό στρέμμα, μέ τῆς καρδιᾶς τό πύρωμα, μετριέται και μέ τό αἷμα» λέει ὁ ποιητής.

Τώρα πού μᾶς ταλανίζει ἡ κρίση καί σκύψαμε τό κεφάλι, ἄς στραφοῦμε «πίσω» γιά νά ἀντλήσουμε δύναμη. Ἄς κλείσουμε μές στήν ψυχή μας ἕνα Μεσσολόγι, ἕνα Κιλκίς, ἕνα Σαράντα καί ἄς βαδίσουμε στίς ἀτραπούς τῆς ἱστορίας ὁλόρθοι. «Εἴμαστε παλαβοί ἐμείς οὶ Ἑλληνες, ἁλλά ἔχουμε γνωστικό Θεό» ἔλεγε ὁ Κολοκοτρώνης καί Αὐτός θά μᾶς σώσει. Δέν μᾶς πρέπει ὁ φόβος, καταγόμαστε ἀπό γενιές ἡρώων σάν αὐτούς πού δόξασαν τήν πατρίδα στόν τόπο τόν ἱερό τοῦ Κιλκίς.

Κλείνουμε μέ τούς στίχους τοῦ ἐθνικοῦ μας ποιητῆ Κωστῆ Παλαμᾶ, πού τούς ἀπήγγειλε τό 1928, κατά τά ἀποκαλυπτήρια του μνημείου πού δεσπόζει στό ἡρῶον τῆς μάχης. Ὁ ὕμνος ὀνομάζεται «ἡ Πατρίδα στούς νεκρούς της» Νά, πῶς τελείωνε ὁ ποιητής:

« – Παιδιά μου, ὅσοι, προφῆτες μου, στρατιῶτες, ἀρχηγοί,

σάν τά λιοντάρια στήσατε κορμιά καί σάν τά κάστρα,

καί μεσ’ στή μακεδονική ματοθρεμμένη γῆ

βάλατε τήν εἰκόνα μου φερτή σάν ἀπό τ΄ ἄστρα

στοῦ Λαχανά καί στοῦ Κιλκίς τήν ἐκκλησιά τήν πλάστρα,

πνοές κι ἄν πλανάστε σ’ ἄλλη ζωή, λείψανα κι ἄν κοιμάστε,

σᾶς λειτουργῶ στή δόξα μου. Μακαρισμένοι νά ‘στέ».


 «λα τά εχα προβλέψει, τά εχα σκεφθε, λα κτός πό τήν τρέλλα τν λλήνων». Εἶναι λόγια τοῦ Νικολάου Ἰβανώφ, ἀντιστρατήγου, διοικητῆ τῆς 2ης Βουλγαρικῆς Στρατιᾶς, μετά τήν ἥττα του στό Κιλκίς. Χωρίς νά τό γνωρίζει ὁ Βούλγαρος στρατηγός ἐπαναλαμβάνει τά λόγια τοῦ θρυλικοῦ Γέρου τοῦ Μοριά, τοῦ Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, πού ἔλεγε λίγα χρόνια μετά τήν ἁγιασμένη Ἐπανάσταση τοῦ ’21: « κόσμος μς λεγε τρελλούς. μες, ν δέν μεθα τρελλοί, δέν κάναμεν τήν πανάστασιν, διατί θέλαμεν συλλογισθ πρτον διά πολεμοφόδιαν, καβαλλαρία μας, πυροβολικό μας, πυροτοθκες μας, τά μαγαζιά μας, θέλαμεν λογαριάσει τήν δύναμιν τν δικήν μας, τήν τούρκικη δύναμη. Τώρα που νικήσαμεν, που τελιώσαμεν μέ καλό τόν πόλεμό μας, μακαριζόμεθα, παινόμεθα. ν δέν ετυχούσαμεν, θέλαμεν τρώγει κατάρες ναθέματα…» («Ἅπαντα περί Κολοκοτρωναίων», ἐκ. «ΙΔΕΒ», σελ. 215) Ναί, ἡ ἴδια «τρέλλα», ὁ ἡρωισμός, ἡ «νηφάλιος μέθη» τῶν Ἑλλήνων, φανερώθηκε καί στή Σαλαμίνα καί στήν Πόλη καί στό Μεσολλόγι καί στό ἔνδοξο ’40.
http://enromiosini.gr/arthrografia/%e1%bc%a1-%ce%bc%ce%ac%cf%87%ce%b7-%cf%84%ce%bf%e1%bf%a6-%ce%ba%ce%b9%ce%bb%ce%ba%ce%af%cf%82/ 

29 Μαΐου, 2017

Η ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΗ ΕΠΙΘΕΣΗ ΣΤΙΣ 9 ΜΑΪΟΥ 1913 ΣΤΗΝ ΒΙΤΑΣΤΑ (ΚΡΗΝΙΔΑ) ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΑΜΦΙΠΟΛΗΣ.

ΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΑΜΦΙΠΟΛΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ ΤΗΣ ΤΟΠΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΣΤΑ ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΣΧΟΛΕΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ.

       Ο Δήμος Αμφίπολης ξεκινά πιλοτικά μία προσπάθεια προσέγγισης και κατανόησης της τοπικής μας ιστορίας, Μέσα από την επαφή μας με την τοπική ιστορία εστιάζουμε στο ειδικό, στο μερικό, σε αυτό που είναι άρρηκτα δεμένο με τη ζωή του τόπου μας και κατανοούμε καλύτερα την ιστορία του ευρύτερου κόσμου μας.

       Το σχολείο είναι ο κατεξοχήν τόπος που η ιστορία διδάσκεται και ζωντανεύει καθημερινά.

       Ο Δήμος Αμφίπολης κάλεσε τον κ. Αλέξανδρο Κρουσόβαλη, όχι με την ιδιότητα του πρώην αστυνομικού διευθυντή Θεσσαλονίκης, αλλά με την ιδιότητά του ως ιστοριοδίφη, του ανθρώπου δηλαδή που διψά για την ιστορία, που μελετά τις πηγές και συγκεντρώνει στοιχεία, για να μιλήσει, με την αφορμή της εκδήλωσης μνήμης που τελείται κάθε χρόνο στην Κρηνίδα την 9η Μαΐου, για το ιστορικό αυτό γεγονός και να εξηγήσει τις ιστορικές συνθήκες της εποχής που αυτό συνέβηκε.

Στο κείμενο που ακολουθεί, παρατίθεται μία σύνοψη της ομιλίας του κ. Κρουσόβαλη.

       9 Μαΐου του 1913
       Περί το 1383, δηλαδή εβδομήντα χρόνια πριν οι Τούρκοι καταλάβουν την Κωνσταντινούπολη, είχαν καταλάβει τις περιοχές των Σερρών, Δράμας και Καβάλας.
Ακολούθησε μία περίοδος φρικτής και απάνθρωπης τουρκικής σκλαβιάς, η οποία για την Ήπειρο και την Μακεδονία κράτησε μέχρι το 1912.
       Μετά την επανάσταση του 1821, ελευθερώθηκε από τον τούρκικο ζυγό μόνο η Πελοπόννησος και η Στερεά Ελλάδα, περιοχές που αποτέλεσαν από το 1828 το νεώτερο ανεξάρτητο ελληνικό κράτος, στο οποίο το 1864 δόθηκαν τα Επτάνησα και το 1881 η Θεσσαλία.
       Το 1878 με την διεθνή συνθήκη του Βερολίνου δημιουργήθηκαν τα σημερινά κράτη του Μαυροβουνίου, της Σερβίας και της Βουλγαρίας, τις περιοχές των οποίων επίσης είχαν καταλάβει οι Τούρκοι τον 14ο και τον 15ο αιώνα. Εξαιτίας συνεχών ενόπλων διασυνοριακών επεισοδίων μεταξύ των τεσσάρων προαναφερθέντων κρατών, που ήταν όλα χριστιανικά από την μία πλευρά και της μουσουλμανικής Τουρκίας από την άλλη, αλλά και άλλων διαφορών, τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο του 1912, πρώτα το Μαυροβούνιο και ύστερα η Ελλάδα, η Βουλγαρία και η Σερβία κήρυξαν τον πόλεμο στην Τουρκία.
       Ο Ελληνικός Στρατός αφού νίκησε τους Τούρκους στο Σαραντάπορο και στα Γιαννιτσά, απελευθέρωσε την Θεσσαλονίκη και την Χαλκιδική και έφτασε μέχρι τον Στρυμώνα ποταμό, απελευθερώνοντας όλη την περιοχή μέχρι την Νιγρίτα Σερρών, βόρεια της οποίας είχε φτάσει ο Βουλγαρικός Στρατός που είχε νικήσει τους Τούρκους.
       H περιοχή του Παγγαίου, δηλαδή τα χωριά μας, αρχικά απελευθερώθηκαν από λίγους Μακεδονομάχους με επικεφαλή τον Σερραίο καπετάν Δούκα, ο οποίος με αγγελιοφόρο κάλεσε τον πέραν του Στρυμώνα ευρισκόμενο Ελληνικό Στρατό, να περάσει το ποτάμι και να εγκατασταθεί στην περιοχή μας πριν προλάβουν και έλθουν οι Βούλγαροι.
       Στο χωριό Γαληψός(τότε Δεδέμπαλι) εγκαταστάθηκε η διοίκηση της 7ης Ελληνικής Μεραρχίας. Στο Ροδολίβος εγκαταστάθηκε ένα τάγμα, ένας λόχος στο Παλαιοχώρι Καβάλας, ενώ στη νοητή γραμμή που ξεκινούσε από το Παλαιοχώρι και έφτανε στο σημερινό χωριό Συμβολή (Μπάνιτσα) και από εκεί ακολουθώντας την ροή του ποταμού Αγγίτη μέχρι το σημείο που αυτός χύνεται στον ποταμό Στρυμώνα, ο Ελληνικός Στρατός τοποθέτησε κατά διαστήματα φυλάκια δυνάμεως 12 περίπου ανδρών το καθένα. Πέρα από τον Αγγίτη ποταμό, την περιοχή την κατείχε ο Βουλγαρικός Στρατός, ο οποίος καταπιέζει, απειλεί, βασανίζει και σκοτώνει Έλληνες και Τούρκους στην προσπάθειά του να τους αναγκάσει να δηλώσουν ότι είναι Βούλγαροι. Οι βουλγαρικές αρχές, επειδή οι κάτοικοι της Αλιστράτης παρά τις πιέσεις και τις απειλές αρνούνται να δηλώσουν ότι είναι Βούλγαροι, αποφάσισαν να τους εξοντώσουν. Ο Μητροπολίτης Δράμας και Ζιχνών Αγαθάγγελος ο Μάγνης στο ημερολόγιο του έγραψε ότι οι Βούλγαροι έκαψαν στην Αλιστράτη (52) σπίτια και καταστήματα και συνεχίζει γράφοντας ότι «ευτυχώς θύματα δεν έχουμε, διότι οι κάτοικοι έφυγαν στις γύρω χαράδρες με τις γυναίκες και τα παιδιά τους, τα οποία έσωσαν οι γενναίοι γείτονες Βιταστινοί, αφού τα πέρασαν από τον ποταμό Αγγίτη και τα περιέθαλψαν αδελφικά στη Βιτάστα».
       Στις 4 η ώρα το πρωί της 9 Μαΐου του 1913, τρία βουλγαρικά συντάγματα πεζικού, ενάμισι σύνταγμα πυροβολικού και δύο χιλιάδες κομιτατζήδες, εξαπέλυσαν από την περιοχή της Αλιστράτης και των σημερινών χωριών Λευκοθέα και Δήμητρα, αιφνιδιαστική επίθεση κατά των ολιγομελών φυλακίων του ελληνικού στρατού. Οι Βούλγαροι, σύμμαχοι υποτίθεται, επιθυμούσαν να εκδιώξουν τον ελληνικό στρατό από την περιοχή και να αποκτήσουν έξοδο στον Στρυμωνικό Κόλπο.
Ενώ ολόκληρη η περιοχή έχει μεταβληθεί σε πραγματική κόλαση , με τους βουλγάρους στρατιώτες και κομιτατζήδες να επιτίθενται κατά χιλιάδες και τις βουλγαρικές οβίδες να σκάβουν κυριολεκτικά το έδαφος, πενήντα άνδρες από την Βιτάστα(Κρηνίδα), με δική τους πρωτοβουλία και επειδή τα πεντακόσια τριάντα χρόνια σκλαβιάς στους Τούρκους δεν μπόρεσαν να ξεριζώσουν την ελληνική τους συνείδηση, έτρεξαν σχεδόν άοπλοι να βοηθήσουν τους λιγοστούς Έλληνες στρατιώτες που βρίσκονταν στην τοποθεσία «Ντούπιες» της Βιτάστας. Κάποιοι στρατιώτες και Βιταστινοί έπεσαν νεκροί, κάποιοι συνελήφθησαν αιχμάλωτοι, ενώ οι περισσότεροι κατάφεραν να διαφύγουν και να φτάσουν στην Ιερά Μονή της Παναγίας της Εικοσιφοίνισσας και από εκεί ύστερα από τέσσερις ημέρες πορεία, έφτασαν στις 13 Μαΐου στην Παλαιοκώμη που την κατείχε ο Ελληνικός Στρατός, ο οποίος τελικά κατόρθωσε να σταματήσει τους Βουλγάρους.
       Λίγο πριν το μεσημέρι της 9ης Μαΐου του 1913, οι Βούλγαροι μπήκαν στην Βιτάστα, οι κάτοικοι της οποίας την είχαν ήδη εγκαταλείψει, τρέχοντας να σωθούν προς το Ροδολίβος. Έμειναν μόνο οι γέροντες και οι ασθενείς. Κάποιους από αυτούς , οι Βούλγαροι τους σκότωσαν μέσα στα σπίτια τους, κάποιους άλλους μαζί με αυτούς που συνελήφθησαν αιχμάλωτοι στις «Ντούπιες», τους οδήγησαν σε κάποιο σημείο λίγο έξω από την Βιτάστα και τους εκτέλεσαν.
Σε αναφορά του προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη Γερμανό τον Ε΄, αλλά και στο ημερολόγιο του ο Μητροπολίτης της Δράμας και Ζιχνών, Αγαθάγγελος, γράφει ότι εκείνη την ημέρα στην Βιτάστα εσφαγιάστηκαν εικοσιπέντε(25) πρόσωπα και ανάμεσά τους ο εφημέριος του χωριού, παπά Δημήτριος, γέροντας εβδομήντα ετών, που ήταν παράλυτος από εξαμήνου ύστερα από εγκεφαλικό. Τον ιερέα τον πυροβόλησαν στο κεφάλι. Την πρεσβυτέρα του Κυριακή, την βασάνισαν ανηλεώς, κόβοντας και τα δάκτυλα του δεξιού της χεριού για να τους αποκαλύψει τα χρήματα που πίστευαν ότι είχε κρυμμένα. Οι Βούλγαροι, γράφει ο μητροπολίτης Αγαθάγγελος, ζητούσαν επίμονα να βρουν τους Βιταστινούς Δημοσθένη Σταματιάδη και Ιωάννη Κύρου για να τους εκτελέσουν, επειδή όπως χαρακτηριστικά τονίζει «εργάζονταν εθνικότατα».
       Για να τιμηθεί η μνήμη των είκοσι πέντε αυτών ανθρώπων, το 2001 από τον τότε καποδιστριακό δήμο Πρώτης, στο σημείο της εκτέλεσης τοποθετήθηκε μνημείο στην αναμνηστική πλάκα του οποίου έχουν γραφτεί τα ονοματεπώνυμα αυτών που σκοτώθηκαν στη μάχη που έγινε στις «Ντούπιες» και αυτών που εκτελέσθηκαν μέσα στο χωριό και στο σημείο εκείνο.
Με πρωτοβουλία της τοπικής κοινότητας Κρηνίδας, καθιερώθηκε από το 2010 να τελείται στο χώρο του μνημείου σχετικό τρισάγιο.

Κρουσόβαλης Αλέξανδρος.

https://www.facebook.com/krousovalispalexandros?pnref=lhc.unseen 

27 Οκτωβρίου, 2016

Έπος του 1940…μια ιστορία ενός μικρού Λαού..εναντίον του υπερόπτη κατακτητή.

Έπος του 1940…μια ιστορία ενός μικρού Λαού..εναντίον του υπερόπτη κατακτητή. (Γράφει ο Παναγιώτης Μάνδαλος)


e-mail: panosmandalos@yahoo.gr
     Ήταν η 28η Οκτωβρίου 1940 ξημερώματα, όταν ο Ιταλός πρέσβης στην Αθήνα, ανακοίνωνε την Ιταλική εισβολή των φασιστικών στρατευμάτων, του υπερόπτη Μουσολίνι, στην μικρή και άσημη τότε Ελλάδα. Ένας υπερστρατός, ενάντια στην μικρή αλλά λυσσαλέα, όπως πάντα ,ορμή των Ελλήνων  για την προάσπιση των ιστορικών εδαφών της και φυσικά την ελευθερία της πατρίδος τους, που σήμαινε και ανεξαρτησία των σπιτιών, όλων των Ελλήνων. Και φυσικά τον υπερόπτη Μουσολίνι, που η μοίρα του τον έβαλε να τα βάλει με τους Έλληνες και η ήττα του, θα τον ακολουθούσε στο ολισθηρό μονοπάτι της Πυρείου νίκης, ο εταίρος σύμμαχος του, που έτρεξε εις βοήθεια, ο Αδόλφος Χίτλερ, ο ψυχασθενής αρχηγός 50 εκατομμυρίων Γερμανών ..που στη τρέλα τους οδηγούσαν την χώρα τους στην τελική καταστροφή. Η μεγάλη καθυστέρηση στην κατάκτηση της Ελλάδος, λόγω της μεγάλης αντίστασης που βρήκε, η χρονοβόρα διαδικασία της αποστολής ενισχύσεων και στρατευμάτων στα Βαλκάνια και στην Ελλάδα, η μάχη της Κρήτης, που κόστισε στον στρατό των ναζί, το πολυτιμότερο σώμα τους, αφού αποδεκατίστηκε το καμάρι του Γερμανικού στρατού αυτό των αλεξιπτωτιστών, στην μάχη της Κρήτης, κόστισε στον Χίτλερ και στον κτηνώδη λαό του, που τυφλά τον ακολουθούσε …στον πόλεμο..!
      Η μετάβαση ξανά στο Ρωσικό μέτωπο τον έφερε αντιμέτωπο με μια παράμετρο μεγαλύτερη από αυτόν …την Θεά φύση. Ο χειμώνας που ήρθε ήταν καταστροφικός και η ήττα και η καταστροφή αναμενόμενη. Και φυσικά στην Ελλάδα το μόνιμο πρόβλημα της διατήρησης ισχυρών στρατευμάτων για την σταθεροποίηση αφού η ηρωική αντίσταση έφερνε καίρια πλήγματα στους Ναζί κατακτητές. Ναι, βέβαια η διαφορά είναι ότι ο Χίτλερ κέρδισε τον πόλεμο. Η διαφορά είναι ότι πάτησε στην Ελλάδα σαν κατακτητής. Η διαφορά είναι ότι σε 5 χρόνια Χιτλερικής κατοχής εξολοθρεύθηκε το 10% του τότε Ελληνικού πληθυσμού, κάπου στους 700.000 χιλιάδες νεκρούς άφησαν οι ναζί στο πέρασμα τους. Σε λιγότερο από 4 χρόνια, τέτοια θηριωδία και κυνική κτηνωδία δεν πέρασε κανένας λαός κατακτητής. Ούτε οι Οθωμανοί δεν είχανε αφήσει τέτοια κληρονομιά στην Ελλάδα. Κάηκαν ολόκληρα χωριά από τον Έβρο έως την Κρήτη. Κατέστρεψαν κάθε υποδομή της φτωχής τότε Ελλάδος που προσπαθούσε να ανακάμψει, ενώ σαμποτάρισαν όλες τις υποδομές προσπαθώντας να τις καταστρέψουν στην υποχώρηση τους. Αθρόες οι εκτελέσεις αμάχων και παιδιών, ενώ η κυνικότητα τους, έφτανε στο σημείο να κλείνουν τους άμαχους σε εκκλησιές και να τους βάζουνε φωτιά ζωντανούς. Ο πολιτισμένος Γερμανικός λαός ….για άλλη μια φορά φανέρωνε τον πολιτισμο του. Ήτανε 40 χρόνια πριν ..που τον είχε εκδηλώσει και πάλι ….με τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο ..όπου τα γκάζια των αυτοκρατορικών τμημάτων του Γερμανικού στρατού τότε, είχαν αφήσει εκατομμύρια νεκρούς στα πεδία των μαχών.         

        Κατά την διάρκεια της κατοχής των πολιτισμένων Γερμανοναζιστών, λεηλατήθηκε ο χρυσός της Ελλάδος αφού δόθηκε αναγκαστικά σαν δάνειο, για την συνέχιση του πολέμου, λεηλατήθηκε ο πλούτος της Ελλάδος σε αρχαία, αφού πολλά αγάλματα και έργα τέχνης μεταφέρθηκαν από τους φιλεύσπλαχνους πλιατσικολόγους Γερμανούς στην Γερμανία και στις ιδιωτικές συλλογές, τους. Στο κάτω-κάτω ..ήθελαν να πουν και αυτοί ότι είναι στον Ευρωπαϊκό πληθυσμό ..τι να λέγανε ότι κατέβηκαν πριν μερικά χρόνια από τα δέντρα ..όπου κάνανε τους χιμπατζήδες και το παίζουν πολιτισμένοι …!
        Βέβαια ο πολιτισμός φαίνεται και από τα έργα που αφήνεις πίσω σου ….Σε αυτήν την περίπτωση ..τα έργα ήταν στάχτες ..ανθρώπινα κόκκαλα ..και κάρβουνο….. στην θέση των σπιτιών των σχολίων και των εκκλησιών και των ανθρώπων, που βρήκαν. Και ας πούμε ότι τα αντικείμενα μπορούν αν οικοδομηθούν ….οι ανθρώπινες καταστραμμένες ψυχές όμως όχι.
       Η ηττα  και  η  καταστροφή των Ναζί, ήρθε όπως αναμενότανε με αγαλλίαση από όλον τον υγιώς  σκεπτόμενο κόσμο ..που σέβεται την ανθρώπινη υπόσταση με την καταστροφή του υπερόπτη και κτηνώδους Γερμανικού εκτρώματος….
        Κατά την Ναζιστική περίοδο στην Ελλάδα ακολούθησε πείνα και δυστυχία. Οι Γερμανοί και οι σύμμαχοι τους άφησαν εκατοντάδες νεκρούς, ενώ η ηρωική αντίσταση των Ελλήνων συνεχίστηκε στα βουνά από τον ανορθόδοξο αλλά πατριωτικό πόλεμο των ανταρτών. Ατόμων που δεν υποτάχθηκαν στην ιδέα της υπόδουλης Ελλάδος και της υποδούλωσης ενός Έθνους.
        Στην περιοχή της Θράκης και της Μακεδονίας, η Βουλγαρική κατοχή ακόμα πιο βάρβαρη.
Άρχισε με την εισβολή στις 20/4/1941 και οι Βούλγαροι πήραν την περιοχή παραχώρησης από τους Γερμανούς μέχρι τις 15/5/1941.
Η διαφορά όμως ήταν ότι οι Βούλγαροι είχαν έρθει για να μείνουν και να εκπορθήσουν τον Ελληνικό πληθυσμό.
Αντικατέστησαν όλες τα Ελληνικές υπηρεσίες με Βουλγαρικές, ενώ απαγορεύτηκε ακόμα και η Ελληνική γλώσσα.
Και όταν λέμε όλες, όλες. Από τις Εκκλησιαστικές αρχές που αντικαταστήθηκαν από Βούλγαρους ή Βουλγαρόφωνους ιερείς έως και όλες τις άλλες υπηρεσίες και σχολεία.
Με διάταγμα που δεν προχώρησε, επιχείρησαν να υποχρεώσουν τον Ελληνικό πληθυσμό σε αλλαγή των ονομάτων σε Βουλγαρικά. Ενώ όποιος αντιστεκότανε τα βασανιστήρια και οι εκτελέσεις ήταν πολλοί περισσότερα από αυτά των Γερμανών.
       Η παραγωγή πλούσια και ιδίως σε σιτηρά και ελαιόλαδο όπως και τυροκομικά προϊόντα κατασχέθηκαν και οι κάτοικοι στράφηκαν στην καλλιέργεια καλαμποκιού με το οποίο θα μπορούσαν να επιβιώσουν.
Οι δάσκαλοι εκδιώχτηκαν από τα σχολεία και αντικαταστήθηκαν με Βούλγαρους που φυσικά έρχονταν με καλούς μισθούς που δίνονταν έως και 50% υψηλότερους για να μετεγκατασταθούν.
Άλλαξαν τις ονομασίες πολλών πόλεων και χωριών με Βουλγαρικά ονόματα, έτσι ώστε να αφανίσουν την Ελληνικότητα της περιοχής.
         Σε όλη τη βουλγαροκρατούμενη περιοχή καθιερώθηκε ως επίσημη γλώσσα η βουλγαρική (12.5.1941). Στο πλαίσιο εφαρμογής του σχετικού διατάγματος:

 α) επιβλήθηκε στους εργαζομένους η υποχρεωτική εκμάθηση της βουλγαρικής γλώσσας· 
β) οι καταστηματάρχες υποχρεώθηκαν να απευθύνονται στους πελάτες τους στα βουλγαρικά (υπέγραψαν και σχετική υπεύθυνη δήλωση)· 
γ) απαγορεύτηκε με ποινή προστίμου η δημόσια χρήση της ελληνικής γλώσσας. 
Τέθηκαν υπό στρατιωτικό έλεγχο οι βιβλιοθήκες, τα βιβλιοπωλεία και τα Μουσεία Απαγορεύτηκε η έκδοση, κυκλοφορία, κατοχή και χρήση ελληνικών ιστορικών βιβλίων και εντύπων (περιοδικών, γεωγραφικών χαρτών, εφημερίδων)· οι βιβλιοθήκες των σχολείων, των συλλόγων, αλλά και των ιδιωτών είτε καταστράφηκαν είτε αρπάχτηκαν και μεταφέρθηκαν στη Βουλγαρία Απαγορεύτηκε η λειτουργία των ελληνικών τυπογραφείων, των στοιχειοθετικών μηχανών και η χρήση ελληνικών γραφομηχανών και πολυγράφων. Στην κατεχόμενη περιοχή κυκλοφορούσαν μόνον οι βουλγαρικές εφημερίδες της Σόφιας και ορισμένες που εκδίδονταν στην Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη. Η λευτεριά άργησε να έρθει αλλά ήρθε το 1944 μαζί με την υπόλοιπη Ελλάδα. Οι νεκροί πολλοί, από την πείνα, την τρομοκρατία και φυσικά από τις μαζικές εκτελέσεις για αντίποινα. Αλλά κυρίως της τρομοκρατίας που επέβαλαν οι Βούλγαροι σε κάθε υπόνοια ότι κάποιος θα μπορούσε να μιλήσει ή να σκεφθεί Ελληνικά.
https://alexandroupolisnews.blogspot.gr/2016/10/1940.html 

26 Οκτωβρίου, 2015

Το χρονικό της κατάληψης της Θεσσαλονίκης από τον Ελληνικό στρατό .


Το χρονικό της κατάληψης της Θεσσαλονίκης από τον Ελληνικό στρατό σύμφωνα με τον Βρετανό ανταποκριτή των TIMES Κρόφορντ Πράις (26 Οκτωβρίου 1912)
(Υπό Κρόφορντ Πράις, ειδικού απεσταλμένου εφημερίδος «Times»)
Το θέμα της Θεσσαλονίκης δημιούργησε ζωηρές αντιγνωμίες. Τα γεγονότα διαστράφηκαν με κακοβουλία και κακεντρέχεια. Θεώρησα καθήκον μου να επεκτείνω τις παρατηρήσεις μου με εξονυχιστική έρευνα. Κατά τη διάρκειά της κατάφερα να συγκεντρώσω πολλά έγγραφα. Πιστεύω ότι η αφήγησή μου είναι από κάθε άποψη αυθεντική.

Οι έξι μεραρχίες του ελληνικού στρατού πέρασαν τον ποταμό Αξιό την 25η Οκτωβρίου. Το αρχηγείο του εγκαταστάθηκε στο Τοψίν. Στις 4.30μμ ο διάδοχος Κωνσταντίνος ειδοποιήθηκε ότι ειδικό τρένο είχε φθάσει στο Τεκελί (όπου ήδη δύο τάγματα ευζώνων με επικεφαλής τον συνταγματάρχη Κωνσταντινόπουλο, είχαν κάνει στάση). Το τρένο μετέφερε τους απεσταλμένους αντιπροσώπους με γράμμα του Ταχσίν Πασά, αρχιστρατήγου των τουρκικών στρατευμάτων, τα οποία υπερασπίζονταν τη Θεσσαλονίκη. Το γράμμα πληροφορούσε τον διάδοχο Κωνσταντίνο ότι οι πρόξενοι των Μεγάλων Δυνάμεων, μαζί με κάποιους Τούρκους αξιωματικούς, παρακαλούσαν τον επικεφαλής των ελληνικών στρατευμάτων να αναβάλλει την επίθεση στη Θεσσαλονίκη μέχρι την πραγματοποίηση αυτής της συνάντησης. Τον διάδοχο πίεσαν να δεχτεί την επιτροπή στο Τοψίν, οι πρόξενοι της Μεγάλης Βρετανίας, της Γαλλίας και της Αυστρίας, τους οποίους συνόδευε ο Τούρκος στρατηγός Σεφίκ Πασάς, φρούραρχος της Θεσσαλονίκης.

Οι πρόξενοι δήλωσαν στην Α.Β υψηλότητα ότι ο Τούρκος αρχιστράτηγος ήταν διατεθειμένος να δεχθεί την αποφυγή κάθε στρατιωτικής επιχείρησης, με τον όρο ότι θα του επιτραπεί να αποσυρθεί


Η προέλαση του Ελληνικού στρατού προς την Θεσσαλονίκη
με τον στρατό του στο Καραμπουρνού, μέχρι να υπογραφεί η ειρήνη. Η αποδοχή αυτών των όρων θα έδινε στον ελληνικό στρατό το δικαίωμα να καταλάβει την πόλη την επόμενη της 26ης Οκτωβρίου.

Ο διάδοχος Κωνσταντίνος απάντησε ότι καταλαβαίνει τον κίνδυνο τον οποίο διέτρεχε η πόλη της Θεσσαλονίκης και αυτή ήταν η επιθυμία του, αλλά πρώτος και κύριος στόχος του ήταν να νικήσει τον εχθρό και να επιμείνει στην παράδοση και αφοπλισμό του τουρκικού στρατού σε Θεσσαλονίκη και Καραμπουρνού. Επιθυμία του ήταν να επιτρέψει στους Τούρκους αξιωματικούς να κρατήσουν τα ξίφη τους με την προϋπόθεση ότι θα του υποσχεθούν με το λόγο της στρατιωτικής τους τιμής ότι δεν θα συμμετάσχουν στο μέλλον σε επιχειρήσεις εναντίον των συμμαχικών στρατευμάτων. Ο Τούρκος στρατηγός Σεφίκ Πασάς δήλωσε ότι έπρεπε να συνεννοηθεί με τον αρχηγό του για την αποδοχή των όρων. Του δόθηκε προθεσμία μέχρι τις 6 το πρωί της επόμενης μέρας, 26 Οκτωβρίου, σε περίπτωση που δεν δινόταν ικανοποιητική απάντηση.

Στις 5 το πρωί της 26ης Οκτωβρίου ο Σεφίκ Πασάς επέστρεψε φέρνοντας την απάντηση του Ταχσίν Πασά, ο οποίος δεχόταν όλους τους όρους εκτός από την παράδοση του Καραμπουρνού και της διατήρησης υπό τα όπλα 5.000 ανδρών για τη προστασία των αόπλων αιχμαλώτων του. Ο Κωνσταντίνος αρνήθηκε κάθε τροποποίηση των όρων. Οι Τούρκοι αντιπρόσωποι ζήτησαν νέα εξάωρη προθεσμία για να συνεννοηθούν και πάλι με τον Ταχσίν Πασά, αλλά δεν τους δόθηκε.
Ο Σεφίκ Πασάς ειδοποιήθηκε ότι θα εκδοθεί αμέσως διαταγή άμεσης προέλασης για την κατάληψη της Θεσσαλονίκης.

Τις πρώτες πρωινές ώρες της 26 Οκτωβρίου 1912 ο συγκεντρωμένος έξω από την Θεσσαλονίκη ελληνικός στρατός εγκατέλειψε τις θέσεις του και προχωρούσε προς τη πόλη. Η ταξιαρχία του ιππικού προχωρούσε προς τη Γιουβέσνα, στο δρόμο προς τις Σέρρες, με στόχο να ανακόψει την τουρκική υποχώρηση. Η 2η μεραρχία με το στρατηγό Κολλάρη βάδιζε από το Βατελίκ σε Δρεμίγλάβα και Μπάλτζαν. Οι μεραρχίες 1η,3η και 7η περνούσαν τη γραμμή Αραπλή – Σαρτομιέρ-Μπουναρτζά και προχωρούσαν για να επιτεθούν στους Τούρκους στη γραμμή Λεμπέτ-Νταουτμπαλή-Γκραδμπίορ. Στις 2 το μεσημέρι ολόκληρος ο ελληνικός στρατός είχε αναπτυχθεί σε τάξη μάχης απέναντι στις εχθρικές θέσεις.

Στις 12.30 το μεσημέρι ο διάδοχος Κωνσταντίνος μαζί με το επιτελείο του ξεκίνησαν έφιπποι για να παρακολουθήσουν την προέλαση των ελληνικών στρατευμάτων προς το Σιαμλί.
Ο στρατάρχης Ταχσίν Πασάς παραδίδει το πρωτόκολλο παράδοσης της πόλης στον Κωνσταντίνο

Στις 3 το μεσημέρι, ενώ ο διάδοχος παρακολυθούσε την προέλαση της 1ης και 7ης μεραρχίας, έφθασε έφιππος ανθυπίλαρχος ο οποίος έφερε την πληροφορία ότι στις 11 το πρωί η ελληνική ταξιαρχία ιππικού συνάντησε μικτό σύνταγμα ιππικού από βουλγάρους και Σέρβους σε απόσταση 32 χλμ ΒΔ της Θεσσαλονίκης. Την ακολουθούσε σε απόσταση τριών ωρών (12-15 χλμ) μικτή ταξιαρχία. Πίσω από αυτή, σε απόσταση πάλι τριών ωρών, ακολουθούσε μία μεραρχία ως οπισθοφυλακή. Το μικτό σύνταγμα είπε ότι θα διανυκτερεύσει στο Γκολόμπασι. Αυτή ήταν η πρώτη είδηση που έφθανε στο ελληνικό αρχηγείο για την προσέγγιση βουλγαρικής στρατιωτικής δύναμης. Ο διάδοχος Κωνσταντίνος αμέσως μόλις έμαθε τα γεγονότα έγραψε στον βούλγαρο στρατηγό την επιστολή (όπως αναφέρει την πήρε από βουλγαρική πηγή):

Αρχηγείον ελληνικού στρατού προ Θεσσαλονίκης
Οκτωβρίου 26 1912, ώρα 3μμ
Στρατηγέ μου,
Αυτή τη στιγμή πληροφορήθηκα ότι το ιππικό σας έφθασε στο χωριό Αποστολάρ, και ότι το ακολουθείτε σε απόσταση 10 χλμ και τέρμα της πορείας σας είναι η Θεσσαλονίκη. Εκφράζω τη χαρά μου για αυτή τη συνάντηση των στρατευμάτων μας και έχω την τιμή να σας πληροφορήσω ότι βρίσκομαι ήδη επικεφαλής του στρατού μου μπροστά στην πόλη αυτή, στην οποία επειδή δεν προβλέπω καμιά σοβαρή αντίσταση, θα μπω πιθανότατα απόψε. Σπεύδω να σας ανακοινώσω την πληροφορία αυτή για να μην μπείτε στον κόπο να προχωρήσετε προς τη Θεσσαλονίκη. Και εάν το θεωρήσετε ωφέλιμο, πηγαίνετε με τις δυνάμεις σας όπου υπάρχει επείγουσα στρατιωτική ανάγκη.

Ο Αρχιστράτηγος του ελληνικού στρατού ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ "δούκας της Σπάρτης"

Διεύθυνση
Προς τον στρατηγό Θεοδωρώφ

Στη συνέχεια ο Έλληνας αρχιστράτηγος ανέβηκε στο άλογό του και κατευθύνθηκε βόρεια προς το


Η επίσημη παράδοση της Θεσσαλονίκης στο χωριό Γέφυρα
σημείο όπου το κέντρο του στρατού του πέρασε το Γαλλικό ποταμό. Το μεσημέρι ο ελληνικός στρατός βρισκόταν οκτώ χιλιόμετρα από τη Θεσσαλονίκη. Στις 3.15 έφθασε στις ελληνικές προφυλακές Τούρκος αξιωματικός με λευκή σημαία. Έφερνε γράμμα του Χασάν Ταχσίν πασά προς τον διάδοχο, ο οποίος εκείνη τη στιγμή βρισκόταν στην εμπροσθοφυλακή της 3ης Μεραρχίας. Το γράμμα έγραφε:

Προς την Α.Υψηλότητα τον πρίγκιπα Κωνσταντίνο, αρχηγό του ελληνικού στρατού

"Έχω την τιμή να πληροφορήσω την Υμετέρα Υψηλότητα ότι αποδέχομαι την πρότασή σας την οποία κάνατε χθες."

ΧΑΣΑΝ ΤΑΧΣΙΝ, στρατηγός μεραρχίας και διοικητής του 8ου σώματος του οθωμανικού στρατού


Μόλις πήρε το τουρκικό έγγραφο για την άνευ όρων παράδοση της Θεσσαλονίκης στον ελληνικό
Λοχαγός Ιωάννης Μεταξάς

στρατό σταμάτησε η προέλασή του. Διατάχτηκε όμως η 7η μεραρχία με το απόσπασμα των δύο ταγμάτων ευζώνων, να συνεχίσουν την πορεία τους και να καταλάβουν τα περίχωρα της Θεσσαλονίκης. Ταυτόχρονα διατάχτηκαν δύο αξιωματικοί του επιτελείου του, ο συνταγματάρχης Δούσμανης και ο λοχαγός Ι.Μεταξάς, να φύγουν για να συναντηθούν με τον Χασάν Ταχσίν πασά. Στις 11 το βράδυ υπέγραφαν στο κυβερνητικό κονάκι της Θεσσαλονίκης το πρωτόκολλο της παράδοσης της Θεσσαλονίκης με τον τουρκικό στρατό που βρισκόταν σ’ αυτήν (25.000 άνδρες, 1.000 αξιωματικοί, 70 πυροβόλα και το φρούριο Καραμπουρνού).

Την παράδοση της Θεσσαλονίκης στον ελληνικό στρατό ανήγγειλε ο διάδοχος Κωνσταντίνος με επείγον τηλεγράφημα στον Βασιλιά και στον πρωθυπουργό Ελευθέριο
Βενιζέλο. Η αναφορά αυτή προς το υπουργείο στρατιωτικών δεν έφθασε έγκαιρα στον πρωθυπουργό, ο οποίος ανησύχησε από τις πληροφορίες για κάθοδο των Βουλγάρων προς την Θεσσαλονίκη, και έστειλε το παρακάτω τηλεγράφημα:

Αρχηγείον στρατού, αρ.80200
Παραγγέλεσθε να αποδεχθήτε την προσφερομένην υμίν παράδοσιν της Θεσσαλονίκης και να εισέλθητε εις αυτήν άνευ αναβολής. Καθιστώμεν υπεύθυνον δια πάσαν αναβολήν, έστω και στιγμής.
Βενιζέλος

Στις 2 το μεσημέρι της ίδιας μέρας ο Βενιζέλος έμαθε για την αναφορά του διαδόχου για την παράδοση της πόλης από τις 11 το βράδυ και διέταξε να μην διαβιβαστεί το τηλεγράφημα προς τον διάδοχο-αρχιστράτηγο «διότι δεν ανταποκρίνεται στις σημερινές καταστάσεις».



Στις 4 το πρωί της 26ης προς την 27η Οκτωβρίου, ο διάδοχος μπήκε με το επιτελείο του στη Θεσσαλονίκη και επιθεωρούσε την 1η ελληνική μεραρχία που έμπαινε στη πόλη. Μέχρι τις 3 το μεσημέρι της 26ης Οκτωβρίου ο διάδοχος – αρχιστράτηγος Κωνσταντίνος και το επιτελείο του δεν γνώριζαν ότι πλησίαζε και ο βουλγαρικός στρατός. Μόνο το απόγευμα της 26ης Οκτωβρίου, όταν η ελληνική ταξιαρχία ιππικού προχωρούσε από Γενίκιοϊ σε Γιουβένσα συνάντησε στο δρόμο των Σερρών βουλγαρική φάλαγγα. Ο ανθυπίλαρχος Στάικος του ελληνικού ιππικού διατάχτηκε να προχωρήσει και να συναντήσει το βουλγαρικό στρατιωτικό τμήμα. Όταν πλησίαζε στη Γιουβένσα, βρήκε την φάλαγγα που μόλις είχε σταματήσει τη πορεία της. Ο στρατηγός Πετρόφ και ο Στάντσεφ – βούλγαρος πρεσβευτής στο Παρίσι, που τώρα υπηρετεί στο στρατό- μόλις είχαν κατεβεί από τα άλογά τους. Ο Έλληνας ανθυπίλαρχος ενημέρωσε τον στρατηγό Πετρόφ ότι ο τουρκικός έχει ήδη περικυκλωθεί από τον ελληνικό στρατό και διαπραγματεύεται τη συνθηκολόγηση και την παράδοση της Θεσσαλονίκης.

Ο διάδοχος Κωνσταντίνος υποδέχεται στη Θεσσαλονίκη τον πατέρα του Βασιλιά Γεώργιο.
Ο στρατηγός Πετρόφ απάντησε ότι δεν γνώριζε τίποτα σχετικό και ήταν αποφασισμένος να επιτεθεί και να βομβαρδίσει τη Θεσσαλονίκη νωρίς το επόμενο πρωί. Η συνομιλία Στάικου – Πετρόφ μεταδόθηκε αμέσως στο ελληνικό αρχηγείο.


Πρωί 27ης Οκτωβρίου 1912. Η 2η ελληνική μεραρχία βρίσκεται σε Ντεμίργκλαβα και Μπάλτζα. Ενώ προετοιμάζεται να προχωρήσει προς το Αιβατλή, παίρνει διαταγή αναστολής της επιχείρησης γιατί έχει υπογραφεί το πρωτόκολλο συνθηκολόγησης του τουρκικού στρατού στη Θεσσαλονίκη. Την ίδια στιγμή ο διοικητής της 2ης μεραρχίας στρατηγός Καλλάρης παρατήρησε από αριστερά προς τα βόρειοδυτικά φάλαγγα πεζικού να πλησιάζει από Γιουβέσνα με κατεύθυνση προς το Αϊβατλή. Στον Βούλγαρο αξιωματικό που του παρουσιάστηκε, ο Έλληνας στρατηγός του έδωσε σε μετάφραση τη διαταγή που είχε πάρει πριν από λίγο για συνθηκολόγηση των Τούρκων. Οι Βούλγαροι, χωρίς να ασχολούνται με τη στρατιωτική εθιμοτυπία, ανέπτυξαν μικρό απόσπασμα σε θέση μάχης και άρχισαν να πυροβολούν τους Τούρκους που υποχωρούσαν. Ελάχιστοι ήταν οι πυροβολισμοί που ρίχτηκαν.

Πολλά ειπώθηκαν και πολλά συμπεράσματα βγήκαν από την λεγόμενη «μάχη» μεταξύ Τούρκων και Βουλγάρων έξω από τη Θεσσαλονίκη. Είναι σαφές ότι δεν συνέβη τίποτα που είχε τον χαρακτήρα


 
Κωνσταντίνος-
Βενιζέλος

μάχης. Οι Βούλγαροι δεν παρουσίασαν καμία απόδειξη των λεγομένων τους για τη «μάχη». Επισκέφθηκα λίγο αργότερα το παρουσιαζόμενο ως πεδίο της μάχης και μου αποκάλυψαν ότι μόνο τρεις Τούρκοι σκοτώθηκαν, στην κορυφή ενός λόφου από μια βουλγαρική οβίδα.

Την ίδια μέρα, 27 Οκτωβρίου, ο διάδοχος Κωνσταντίνος έστειλε με τον λοχαγό Παπαδιαμαντόπουλο και δεύτερο γράμμα στον στρατηγό Θεοδόροφ. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι ο στρατηγός Πετρόφ είχε ζητήσει με αξιωματικό του από τον Ταχσίν Πασά να του δώσει πρωτόκολλο παράδοσης της Θεσσαλονίκης, ίδιο με αυτό που συνέταξε με τον Έλληνα διάδοχο. Στην απαίτηση αυτή ο Ταχσίν Πασάς απάντησε ότι αφού παραδόθηκε στον ελληνικό στρατό, δεν μπορούσε να κάνει το ίδιο και με δεύτερο αντίπαλο.

Αμέσως μετά τα γεγονότα του Αϊβατλή ο Έλληνας αρχιστράτηγος έστειλε στο Βούλγαρο στρατηγό τον λοχαγό Μαζαράκη με την εντολή να εκφράσει προς αυτόν την έκπληξή του και την λύπη του, διότι ενώ επανειλημμένως του αναφέρθηκε ότι ο τουρκικός στρατός συνθηκολόγησε, αυτός άνοιξε πυρ κατά των τουρκικών στρατευμάτων και απαίτησε από τον Χασάν Ταχσίν πρωτόκολλο παράδοσης ίδιο με αυτό που δόθηκε στον ελληνικό στρατό. Ο Βούλγαρος στρατηγός Πετρόφ ισχυρίστηκε ότι δεν γνώριζε τα όσα έγιναν και επανέλαβε ότι θεώρησε την ανακοίνωση που του έκανε ο διοικητής της 2ης ελληνικής μεραρχίας, ως τέχνασμα των Τούρκων, για να πετύχουν εύκολη υποχώρηση. Ομολόγησε ακόμα ότι ζήτησε από τον Ταχσίν Πασά να υπογράψει και μαζί του πρωτόκολλο παράδοσης.

28 Οκτωβρίου 1912. Ώρα 11 το πρωί. Ένας Βούλγαρος αξιωματικός φτάνει στο ελληνικό στρατηγείο που έχει εγκατασταθεί στο διοικητήριο, για να ζητήσει εκ μέρους του στρατηγού Θεοδόροφ από τον διάδοχο να επιτρέψει σε δύο βουλγαρικά τάγματα, που ήταν μούσκεμα από την βροχή, να μπουν στην πόλη για να… στεγνώσουν. Ο ανώτερος επιτελικός αξιωματικός στον οποίο διαβίβασε το αίτημά, του απάντησε, ότι αφού ο διάδοχος κατέλαβε την πόλη, ο στρατηγός Θεοδόροφ έχει καθήκον και υποχρέωση να πάει ο ίδιος να υποβάλει το αίτημά του στον κάτοχο της πόλης, αρχηγό του ελληνικού στρατού. Ο Βούλγαρος αξιωματικός έφυγε.

Στο μεταξύ ο διάδοχος Κωνσταντίνος ξεκίνησε από τον σιδηροδρομικό σταθμό, μπήκε με κάθε επισημότητα στην πόλη, επικεφαλής της 1ης μεραρχίας. Ενώ αυτή παρήλαυνε μπροστά του κατέφθασε σε αυτοκίνητο στο ελληνικό στρατηγείο ο στρατηγός Θεοντόροφ μαζί με τον τέως πρεσβευτή της Βουλγαρίας στο Παρίσι Στάντσεφ, εφέδρου αξιωματικού του ιππικού. Ο διάδοχος δέχτηκε τον στρατηγό Θεοδόροφ και τον συνοδό του Στάντσεφ στο γραφείο του, μετά το τέλος της παρέλασης της 1ης ελληνικής μεραρχίας. Ο Βούλγαρος στρατηγός παραπονέθηκε γιατί τα στρατεύματά του εμποδίστηκαν στην είσοδο της πόλης κατά διαταγή του Έλληνα αρχιστρατήγου, ενώ ήδη είχαν αρχίσει μεγάλη «μάχη» πέντε ωρών και είχαν υποστεί μεγάλες απώλειες (Έχω έκθεση που έγραψε για μένα Βούλγαρος αξιωματικός του επιτελείου, ο οποίος βεβαιώνει κατηγορηματικά ότι δεν δόθηκε μάχη και δεν υπήρχε καμία απώλεια από την πλευρά των Βουλγάρων). Στο τέλος ο στρατηγός Θεοδόροφ παρακάλεσε να του επιτραπεί η είσοδος στην Θεσσαλονίκη με δύο τάγματα στρατού , επειδή οι άντρες του ήσαν κατάκοποι και μουσκεμένοι.



η παρέλαση του Βουλγαρικού στρατού στην Καμάρα
Ο διάδοχος δεν έκρυψε την έκπληξή του για το πώς γίνεται λόγος για σοβαρή μάχη στις 27 Οκτωβρίου, αφού ο Τουρκικός στρατός είχε παραδοθεί από τις 3 τα ξημερώματα της 26ης Οκτωβρίου. Τον ρώτησε εάν έλαβε τις τόσες επιστολές του με τις οποίες τον πληροφορούσε για την ελληνική προέλαση, για τις διαπραγματεύσεις, την παράδοση και τη συνθηκολόγηση της Θεσσαλονίκης. Ο Θεοδόροφ επέμεινε ότι δεν πήρε κανένα γράμμα παρ’ όλο που υπήρχε απόδειξη παραλαβής τους. Μετά από μεγάλη συζήτηση, ο Βούλγαρος στρατηγός ξανάφερε την κουβέντα στην άδεια για την είσοδο δύο ταγμάτων του στη Θεσσαλονίκη.

Ο διάδοχος του απάντησε ότι δυστυχώς δεν μπορούσε να επιτρέψει την είσοδο στρατού με δική του πρωτοβουλία και όφειλε να ενημερώσει την κυβέρνησή του. Του πρόσθεσε ότι επρόκειτο για ζήτημα το οποίο μπορούσε να καταλήξει σε «συγκυριαρχία». Υποσχέθηκε να αναφέρει αμέσως το ζήτημα στην Αθήνα. Οι Βούλγαροι επέμειναν κι επέστρεψαν στο θέμα. Δήλωσαν ότι σε περίπτωση αρνητικής απάντησης της ελληνικής κυβέρνησης, θα τα απέσυραν αφού τους δινόταν 12ωρη προθεσμία. Στο σημείο αυτό οι Βούλγαροι ισχυρίστηκαν ότι έστειλαν στους Έλληνες τελεσίγραφο στο οποίο απειλούσαν ότι θα έμπαιναν στην πόλη, έστω και με τη βία. Επρόκειτο για μεγαλοποίηση του θέματος από τους ίδιους τους Βουλγάρους. Εκείνο που παραδέχομαι είναι ότι οι Βούλγαροι άρχισαν να στρέφουν τα κανόνια τους προς την πόλη. Ήταν τόσο βαθιά η πίκρα τους, επειδή έφθασαν στη Θεσσαλονίκη μετά την κατάληψή της, ώστε άφηναν να εννοηθεί ότι ήσαν διατεθειμένοι να βομβαρδίσουν τους συμμάχους τους, εάν δεν τους δινόταν η άδεια να μπουν στη Θεσσαλονίκη. Εάν συνέβαινε κάτι τέτοιο θα επέκριναν όλο το ελληνικό έθνος, επειδή τους αρνήθηκε τη φιλοξενία δύο ταγμάτων συμμαχικού στρατού και φίλου έθνους. Στις 29 Οκτωβρίου δόθηκε η άδεια όπως τα δύο βουλγαρικά τάγματα μπουν για να ξεκουραστούν στη Θεσσαλονίκη.


ΠΗΓΕΣ

http://pasatempo.wordpress.com

http://www.orp.gr
http://www.istorikathemata.com/