Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λαζαρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λαζαρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

27 Απριλίου, 2024

«Τι είδε o Λάζαρος….»

«Την κοινήν Ανάστασιν προ του σού Πάθους πιστούμενος». Έτσι μεταφράζει με μια πρώτη και άμεση προσέγγιση η εκκλησιαστική υμνογραφία το μυστήριο της έγερσης του τετραημέρου Λαζάρου. Μας πιστοποιεί, μας διαβεβαιώνει, μας παρέχει εγγύηση, μας δίνει ενέχυρο ο Χριστός για το εσχατολογικό γεγονός της ανάστασης όλων των νεκρών. Είναι χαρακτηριστική η συχνή συνεύρεση του ρήματος αυτού με τη λέξη όρκος στα αρχαία κείμενα.

Δεσμεύει και με συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός ο Κύριος τον εαυτό του απέναντι στην ανθρωπότητα αναφορικά με την παλιγγενεσία του σύμπαντος κόσμου, επομένως και την ανακαίνιση της φθαρτής μας και υπό του θανάτου τραυματισμένης φύσης.

Αυτό ένοιαζε πιο πολύ το Θεό, να μας σιγουρέψει, να μας στεριώσει την πίστη. Μια πίστη που ερείδεται στα πράγματα και όχι στις ιδέες. Μια ανάσταση αληθινή, ένσαρκη και ιστορική, όπως αυτή του Λαζάρου, του παιδιού του Ιαείρου, προπαντός και προεξαρχόντως όπως η δική του.

H πίστη λοιπόν είναι μια βεβαιότητα και μια εμπιστοσύνη σε κάτι που απλώς δεν είναι ακόμη ορατό. Όμως βιώνεται από τον πιστό ως παρόν, αν και μέλλον γενέσθαι, μάλιστα με μεγαλύτερη ενάργεια και ένταση από τα ίδια τα τρέχοντα γεγονότα. Eίναι όντως υπερφυές και υπερθαύμαστο το μυστήριο της πίστεως, πάντως σε καμιά περίπτωση παράλογο. Μάλλον παράλογη και έκφρενη θεωρείται για τον άνθρωπο του Θεού η απιστία σε όλες τις ποιότητες και ποσότητές της.

Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα στην ψαλμική φράση: «είπε άφρων εν τη καρδία αυτού: ουκ έστι Θεός». Μετά και την ανάσταση του Λαζάρου και του ίδιου του Χριστού είπαν και λένε και θα λένε πολλοί άφρονες εν τη καρδία αυτών: ουκ έστι ανάστασις νεκρών, ουκ έστι Δευτέρα παρουσία.

Και ίσως για την ασθένεια αυτή της απιστίας που λαμβάνει γιγαντιαίες παγκοσμίως διαστάσεις αυξήθηκε η παραφροσύνη της ανθρωπότητας που κυλιέται στο αίμα, στα ναρκωτικά, στις παιδοφιλίες, στις πάσης φύσεως αναισχυντίες και τραγωδίες. Μάλλον έτσι εξηγείται και η έξαρση των ψυχασθενειών που παίρνει επιδημικές διαστάσεις.

Ο Χριστός αρχίζει πλέον να παίζει με το διάβολο, το θάνατο και τον άδη. Δραματική ειρωνεία στην κορύφωσή της. Προανάκρουση νέκρωσης του θανάτου. Λίγες μέρες ακόμη ψευδαίσθησης κοσμοκρατορίας του διαβόλου. Όπως το γνωστό αιλουροειδές ρίχνει εν είδει τραγικού παιχνιδίσματος ραπισματάκια στο συμπαθές τρωκτικό πριν το κατασπαράξει, έτσι ο Κύριος εμπαίζει τους εχθρούς της ανθρωπότητας δαίμονες και τη μεγάλη μας ασθένεια: τη φθορά, το θάνατο.

Και στην περίπτωση του φίλου του Λαζάρου δίνει το τελευταίο κάπως ηχηρότερο ράπισμα. Έπεται η χαρμόσυνη για μας τραγωδία του άδη. Η απελευθέρωση των αλυσοδεμένων ανθρώπων στη φοβερή αυτή φυλακή. Αυτό που ονειρεύτηκε και προσδοκούσε σαν ομιχλώδες και μάλλον ουτοπικό όραμα ο Πλάτων παίρνει σάρκα και οστά. Ο ίδιος ο Θεός γίνεται άνθρωπος και ανίσταται εκ νεκρών απαρχή των κεκοιμημένων γενόμενος.

Προοικονομεί ο Χριστός στο ευχάριστο αυτό επεισόδιο της τραγωδίας της ανθρώπινης ιστορίας τη δική του σωτήρια έγερση μέσα από τη νεκρανάσταση ενός δικού του – κατ’ άνθρωπον -ανθρώπου, ενός φίλου του. Αυτός που σήμερα δίνει ζωή στον εδώ και τέσσερις ολάκερες μέρες ήδη αποσυντιθέμενο και όζοντα Λάζαρο, αυτός θα εγερθεί από το δικό του τάφο μετά από ελάχιστο χρονικό διάστημα. Μάλλον όμως το κραυγαλέο αυτό προφητικό σημείο δεν το προαισθάνθηκαν ούτε οι εχθροί του Φαρισαίοι ούτε οι εχθροί όλων δαίμονες και ο εωσφόρος.

Ίσως δεν ήθελαν κιόλας να το πιστέψουν. Η σιωπή του Λαζάρου. Ένα ακόμα μυστηριακό σημείο. Είδε κάτι; Ή όχι; Αν ναι, τι ακριβώς και γιατί δε μίλησε; Η σιωπή είναι ενίοτε πιο εκκωφαντική από τα λόγια. Για αυτό και δε μίλησε. Ήταν ήδη μύστης της άλλης όχθης. Και αυτό ήταν αρκετό, ειδικά όταν άκουσε τη φωνή του παντοκράτορα, αυτού που κρατά στα χέρια και τα κλειδιά της αβύσσου στην οποία κατέρχονται οι ψυχές: ήταν η γνώριμη φωνή του ταπεινού ως νόμιζε μέχρι τη στιγμή εκείνη διδάσκαλου και φίλου του Ιησού.

Τώρα όμως που άκουσε την εξουσιαστική ως φωνή υδάτων πολλών προσταγή του να βγει από τον κάτω κόσμο κατενόησε περισσότερο από όλους ποιος κρυβόταν κάτω από το ταπεινό σχήμα του ανυπόδητου – ως ισχυρίζετο – υιού του ανθρώπου.

Και πραγματικά το επεισόδιο του Λαζάρου είναι από τα πιο μεστά στην αποκάλυψη του μυστηρίου του Χριστού ως Θεού και ανθρώπου συνάμα. Είναι άπειρες οι πτυχές που μπορεί να δει κανείς στην ευαγγελική αυτή ιστορία. Θα κλείσω με μια μικρή στάση μπροστά στην αδερφή του Λαζάρου.

Μια φιγούρα που εκπροσωπεί την τραγική μας υπόσταση που μερικές φορές αγγίζει και τον τραγέλαφο και τον κλαυσίγελω. Πριν από λίγο άγγιξε την πίστη και τώρα, μπροστά στο λίθο, διστάζει πάλι και φωνάζει στο Χριστό πως ο αδερφός της ήδη όζει. Μάλλον κράζει απελπισμένη την ύστατη στιγμή προσδοκώντας και εκζητώντας το απίστευτο για αυτή, μάλλον εκλιπαρώντας για το έλεος του Θεού απέναντι στη δυσπιστία της. Ο Κύριος όμως δε σταματάει πια. Ούτε μπροστά στην αμαρτία ούτε στην απιστία ούτε στη δυσωδία των φθαρτών φυσικών νόμων. Θέλει όσο τίποτε άλλο να μας σώσει, να μας αναστήσει, να μας λευτερώσει, να μας δώσει πίσω το αρχαίο κάλλος, μια αιώνια ευτυχία, μια έξοδο από όλα μας τα δεσμωτήρια. Δι’ ό και φωνή μεγάλη εκραύγασε: «Λάζαρε, δεύρο έξω».

Του Κώστα Νούση, Θεολόγου – φιλολόγου ΑΠΘ

Πηγή: Θεολογικός Σύνδεσμος Λάρισας

16 Μαρτίου, 2024

Σχετικῶς μὲ τὴν Δευτέραν Κοίμησιν τοῦ Ἁγίου Λαζάρου:

 Ὁ Ἅγιος Λάζαρος ὁ Τετραήμερος, μετὰ τὴν Πεντηκοστήν, κατέφυγεν εἰς τὸ Κίτιον (σημερινὴν Λάρνακα) τῆς Κύπρου, κατασταθεὶς Ἐπίσκοπος ὑπὸ τοῦ Ἀπ.Παύλου, καὶ ἐπισκοπεύσας 30 ἔτη, ἐτελεύτησε δὲ εἰρηνικως τῷ 63 μΧ. Ἐτάφη εὐλαβῶς ὑπὸ τῶν πιστῶν εἰς λιθίνην σαρκοφάγον (λάρνακα), ἐκ τοῦ ὁποίου γεγονότος μετεβλήθη καὶ τὸ ὄνομα τῆς πόλεως ἀπὸ Κίτιον εἰς Λάρνακα. Παρενέπεσαν τὰ ἑπόμενα ἔτη οἱ διωγμοί, καὶ τελικῶς ἀνηγέρθη ἐπὶ τοῦ τάφου του ἁπλοῦς Ναὸς πρὸς τιμήν του. Προφανῶς ἡ Ἁγ.Ἑλένη, μετὰ τὴν εὕρεσιν τοῦ Τιμίου Σταυροῦ κατὰ τὸ 326 μΧ διελθοῦσα ἐκ Κύπρου, ἀνεκόμισε τὰ ἱ.λείψανα τοῦ Ἁγίου (17 Ὀκτωβρίου 327 μΧ) καὶ ἀνήγειρε νέον εὐπρεπέστερον Ναόν. [Ἀνήγειρε δὲ ἡ Ἁγία κατὰ διέλευσίν της ἐκεῖθεν καὶ τὴν Μονὴν Σταυροβουνίου, ὅπου κατέλιπε εὐμέγεθες τμῆμα τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, καθὼς καὶ τὸν σταυρὸν τοῦ Θεοκρεμάστου, δηλ. τοῦ εὐγνώμονος Ληστοῦ]. Τὸ 787 μΧ ὁ Αὐτοκράτωρ Κωνσταντίνος ΣΤ´ μετέθεσε τὸ μεγαλύτερον μέρος τῶν λειψάνων τοῦ Ἁγίου Λαζάρου (4 Μαϊου) εἰς Κων/πολιν καὶ ἀνήγειρεν ἐκεῖ Ναὸν καὶ Μονὴν ὄπισθεν τῆς Ἁγια-Σοφιᾶς, ὅπου ἔκειτο καὶ μικρὰ πύλη πρὸς τὴν θάλασσαν τῆς Προποντίδος μὲ τὸ ὄνομα τοῦ Τετραημέρου (Πυλὶς Ἁγ.Λαζάρου). Εἰς ἀποζημίωσιν δὲ τῶν Κιτιαίων ἀνήγειρεν ἐπὶ τοῦ παλαιοῦ Ναοῦ νέον μεγαλοπρεπέστερον Ναόν, εἰς Λάρνακα, καταλείψας εἰς αὐτὸν μικρὸν μέρος τῶν λειψάνων τοῦ Ἁγίου. Τὸ 1204 μΧ οἱ ἐπελάσαντες Σταυροφόροι ἀφήρεσαν ἀπὸ τὸν Ναὸν τῆς Κων/πόλεως τὰ ἱ.λείψανα, τὰ ὁποῖα μετέφεραν εἰς τὴν Ἑσπερίαν, καὶ ἐκεῖθεν αὐτὰ ἐχάθησαν. Ἐσώθησαν ὅμως κατὰ θείαν οἰκονομίαν τὰ ἐν Κύπρῳ καταλειφθέντα, τὰ ὁποῖα ἀνευρέθησαν ἐσχάτως, κάτωθεν τῆς Ἁγ.Τραπέζης τοῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγίου την 2αν Νοεμβρίου τοῦ 1972. Σημειωθήτω ὅτι ἑορτάζεται ὁ Ἅγιος καὶ κατὰ τὸ Σάββατον πρὸ τῶν Βαΐων. Εἰδικῶς ἡ ἐκ νεκρῶν ἐξέγερσις αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ Κυρίου. Κατ᾿ ἀκρίβειαν, τὸ Σάββατον ἐκεῖνο ἑορτάζομεν τὴν φιλοξενίαν τοῦ Κυρίου, ἀναβαίνοντος εἰς Ἱεροσόλυμα διὰ τὸ Πάσχα, εἰς τὴν Βηθανίαν, ὅπου ἡ Μαρία ἐξ εὐγνωμοσύνης ἤλειψε τοὺς ἀχράντους πόδας τοῦ Διδασκάλου μὲ πολύτιμον μῦρον. Ὁ δὲ Λάζαρος «εἷς ἦν τῶν ἀνακειμένων σὺν αὐτῷ» (Ἰω.ιβ´ 2). Ἡ ἀνάστασις αὐτοῦ εἶχε τελεσθῆ τρίμηνον περίπου ἐνωρίτερον. Τὰ δύο γεγονότα συνεπτύχθησαν λειτουργικῶς εἰς μίαν ἑορτήν.

11 Απριλίου, 2020

Ο ΑΙΩΝΙΟΣ ΝΙΚΗΤΗΣ!


''Μὲ ἀπόφαση ὁριστικὴ νὰ νεκρώσουμε τὴν ἁμαρτία μέσα μας!''

1. Μὲ ἀγάπη καὶ εὐγνωμοσύνη

 «Πρὸ ἓξ ἡμερῶν τοῦ πάσχα» ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς ἦλθε στὴ Βηθανία. 
Εἶχε προηγηθεῖ τὸ καταπληκτικὸ θαῦμα τῆς ἀ- ναστάσεως τοῦ Λαζάρου καὶ τώρα ὁ Λάζαρος καὶ οἱ ἀδελφές του βρῆκαν τὴν εὐκαιρία νὰ φιλοξενήσουν τὸν θεῖο Διδάσκαλο καὶ νὰ παραθέσουν δεῖπνο σ’ Αὐτὸν καὶ τοὺς μαθητές Του. 
Τότε ἡ μία ἀδελφὴ τοῦ Λαζάρου, ἡ Μαρία, θέλοντας νὰ ἐκφράσει τὴν ἀγάπη καὶ τὴν εὐγνωμο- σύνη της πρὸς τὸν Κύριο Ἰησοῦ ἀγόρασε μύρο κα- τασκευασμένο ἀπὸ νάρδο (εἶδος ἀρωματικοῦ φυ- τοῦ), γνήσιο, ἀνόθευτο καὶ πάρα πολὺ ἀκριβό, καὶ μ’ αὐτὸ ἄλειψε τὰ πόδια τοῦ Ἰησοῦ καὶ τὰ σφόγγισε μὲ τὰ μαλλιά της. 
Κι ὅλο τὸ σπίτι γέμισε ἀπὸ τὴν εὐωδία τοῦ μύρου. Μὲ πόση γενναιοδωρία καὶ ταπείνωση ἐκδηλώθηκε ἡ ἀγάπη τῆς Μαρίας! 
Προσέφερε στὸν Κύριο ὅ,τι πιὸ ἀκριβὸ καὶ πολύ- τιμο καὶ δὲν ὑπολόγισε τί θὰ ἔλεγαν οἱ Ἰουδαῖοι, ποὺ θὰ τὴν ἔβλεπαν μὲ λυμένα τὰ μαλλιὰ νὰ σφογγίζει τὰ πόδια τοῦ θείου Διδασκάλου. 
 Ἡ γνήσια καὶ ἀληθινὴ ἀγάπη δὲν ὑπολογίζει οὔτε κόπους, οὔτε θυσίες. 
Ἂν ἀναλογιζόμασταν κι ἐμεῖς τί ἔχει κάνει ὁ Κύριος Ἰησοῦς γιὰ χάρη μας, τότε θὰ ἀναλαμβάναμε μὲ προθυμία τὸν συστηματικὸ ἀγώνα γιὰ τὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν Του καὶ θὰ κάναμε περισσότερη ὑπομονὴ στὶς δυσκολίες τῆς καθημερινῆς ζωῆς. 
Διότι γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ ἀξίζει κάθε προσφορά, κάθε θυσία!
 
2. Τὰ σύμβολα τῆς νίκης

 Τὴν ἄλλη μέρα ὁ Κύριος συνέχισε τὸ δρόμο πρὸς τὰ Ἱεροσόλυμα. 
Αὐθόρμητη καὶ ἐνθουσιώδης ἦταν ἡ ὑποδοχὴ ποὺ ἔγινε κατὰ τὴν εἴσοδό Του στὴν ἁγία Πόλη. 
 Ἡ εἴδηση γιὰ τὴν ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου, ὁ ὁποῖος ἦταν τέσσερις μέρες νεκρός, εἶχε προκαλέσει ἰδιαίτερη ἐντύπωση. 
Γι’ αὐτὸ πολλοὶ ποὺ ἔμαθαν ὅτι ὁ Κύριος ἐπρόκει- το νὰ εἰσέλθει στὰ Ἱεροσόλυμα, αὐθόρμητα ἔσπευσαν νὰ Τὸν ὑποδεχθοῦν καὶ νὰ Τοῦ ἀποδώσουν τιμὲς βασιλιᾶ. 
Καὶ τί ἔκαναν; Πῆραν στὰ χέρια τους «τὰ βαΐα τῶν φοινίκων» ποὺ ἦταν κατὰ μῆκος τοῦ δρόμου καὶ βγῆκαν ἀπὸ τὴν πόλη γιὰ νὰ Τὸν ὑποδεχθοῦν. 
Καὶ φώναζαν δυνατά: «ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ». Δόξα καὶ τιμὴ σ’ αὐτὸν ποὺ ὑποδεχόμαστε! 
Εὐλογημένος καὶ δοξασμένος νὰ εἶναι αὐτὸς ποὺ ἔρχεται ἀπεσταλμένος ἀπὸ τὸν Κύριο ὡς ἀντιπρόσωπός Του. 
 Κι ἦταν αὐτὰ «τὰ βαΐα τῶν φοινίκων» σύμβολα νίκης καὶ θριάμβου. 
Ἤθελαν ἔτσι νὰ δείξουν ὅτι ὑποδέχονταν ὄχι ἕναν ἁπλὸ ἄνθρωπο ἢ ἕνα προφήτη ἀλλὰ τὸν Μεσσία Χριστό. 
Κι ἦταν δίκαιο καὶ πρέπον νὰ κρατοῦν τὰ βαΐα ὡς ἔμβλημα νίκης, διότι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς πορευόταν πρὸς τὸ ἑκούσιο Πάθος μὲ σκοπὸ νὰ κατανικήσει τὸ θάνατο καὶ διὰ τοῦ θανάτου νὰ καταργήσει «τὸν τὸ κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου, τοῦτ’ ἔστι τὸν διάβολον» (Ἑβρ. β΄ 14). 
Ἂς κρατήσουμε λοιπὸν κι ἐμεῖς σήμερα τὰ βάγια ποὺ μᾶς προσφέρει ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία ὡς σύμβολα τῆς νίκης κατὰ τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ θανάτου· ὡς τὴν ἀδιάψευστη ἐγγύηση ὅτι μὲ τὴ χάρη καὶ τὴ δύναμη τοῦ Χριστοῦ μποροῦμε κι ἐμεῖς νὰ ἀναδειχθοῦμε «νικηταὶ τῶν παραλόγων παθῶν» (Συναξάριο ἑορτῆς)· ὡς ἀπόδειξη ὅτι ὁ Χριστός, ὁ Θεὸς στὸν Ὁποῖο πιστεύουμε καὶ ἐλπί- ζουμε, μὲ τὴν Ἀνάστασή Του κατενίκησε τὸν θάνατο καὶ χάρισε τὴν αἰώνια ζωὴ σὲ ὅσους πιστεύουν σ’ Αὐτόν. 
Κι ἀφοῦ ὁ θάνατος νικήθηκε, ἔχουμε δικαίωμα νὰ ἐλπίζουμε. Αὐτὸ τίποτε καὶ κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς τὸ στερήσει! 

3. Πῶς θὰ Τὸν ὑποδεχθοῦμε 

 Ἄνδρες, γυναῖκες καὶ παιδιὰ βγῆκαν ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη γιὰ νὰ προϋπαντήσουν τὸν Κύριον. 
Ἄφησαν τὶς καθημερινὲς ἀσχολίες τους καὶ ἔτρεξαν νὰ Τὸν ὑποδεχθοῦν μὲ χαρὰ καὶ ἐνθουσιασμό. 
 Κι ἐμεῖς τὶς ἡμέρες αὐτὲς θὰ δοῦμε τὸν Κύριο «ἐρχόμενον πρὸς τὸ ἑκούσιον Πάθος». 
Ἂς μὴ μείνουμε ἀδιάφοροι ἢ ἀπορροφημένοι στὶς ἀσταμάτητες ἐργασίες μας. 
 Κάθε μέρα(κανονικα) τὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα ἡ καμπάνα τῆς ἐκκλησίας θα  κτυπούσε αλλά καὶ τώρα καί πάντα  ὁ Κύριος περιμένει... «Δεῦτε οὖν καὶ ἡμεῖς κεκαθαρμέναις διανοίαις, συμπορευθῶμεν αὐτῷ καὶ συσταυρωθῶμεν», μᾶς προτρέπει ὁ ἱερὸς ὑμνογράφος. 
Ἂς βγοῦμε κι ἐμεῖς ὄχι μόνο γιὰ νὰ ὑποδεχθοῦμε τὸν Χριστὸ ἀλλὰ γιὰ νὰ συμπορευθοῦμε καὶ νὰ συσταυρωθοῦμε μαζί Του. 
Νὰ Τὸν ἀκολουθήσουμε δηλαδὴ ὄχι τυπικὰ ἢ μὲ ἕνα πρόσκαιρο καὶ ἐπιφανειακὸ συναισθηματισμό, ἀλλὰ μὲ οὐσιαστικὴ συμμετοχὴ στὸ Πάθος Του. 
Μὲ καθαρὴ καρδιὰ καὶ μὲ ἀπόφαση ὁριστικὴ νὰ νεκρώσουμε τὴν ἁμαρτία μέσα μας καὶ νὰ ἀκολουθήσουμε τὸ ἅγιο θέλημά Του.ΟΣΩΤΗΡ2065


     ΠΑΤΜΟΣ

30 Οκτωβρίου, 2018

Ὄχι στὴ ζωὴ τῶν ἀνέσεων


Παιδί μου, λέει ὁ πατριάρχης Αβραὰμ στὸν ὀδυνώμενο ἄσπλα­χνο πλούσιο τῆς Παραβολῆς (Λουκ. ις΄ [16] 25), ποὺ στὸν τόπο τῶν βασάνων ζητεῖ ἀναψυχή, ἐνθυμήσου ὅτι σὺ ἀπόλαυσες τὰ ἀγαθά σου στὴ ζωή σου. Ἔζησες μὲ ἀνέσεις, ἐνῶ ὁ Λά­ζαρος ἔζησε μὲ ὑπομονὴ τὶς δυσκολί­ες καὶ τις στερήσεις. Τώρα πολὺ φυσικὸ καὶ δίκαιο εἶναι ὁ Λάζαρος νὰ παρηγο­ρεῖται καὶ νὰ εὐφραίνεται, καὶ  εσὺ ἀδιά­κοπα νὰ βασανίζεσαι, ὅπως ἀδιάκοπα εὐφραινόσουν στὴ γῆ. Τὸ ὁποῖο σημαί­νει γιὰ μᾶς πὼς ὅποιος ἐπιδιώκει στὴν ἐπίγεια πορεία του τὴ ζωὴ τῶν ἀνέσε­ων ἀδιαφορώντας γιὰ τοὺς ἄλλους, στὴ μετὰ θάνατον ζωὴ θὰ ὑποφέρει καὶ θὰ ὀδυνᾶται. Δὲν πρέπει, λοιπόν, νὰ ἐπι­ζητοῦμε οἱ πιστοὶ ἐδῶ στὴ γῆ   ζωὴ ἀνέ­σεων. Καὶ πολὺ φυσικὸ καὶ λογικὸ εἶναι αὐτό, ἀφοῦ ἐδῶ δὲν εἶναι ἡ πατρίδα μας ἀλλὰ τόπος ἐξορίας. Στὴ γῆ εἴμαστε ἐξόριστοι. Πατρίδα μας εἶναι ὁ οὐρανός. «Οὐ γὰρ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν» (Ἑβρ. ιγ΄ [13] 14). Ξεπέσαμε λόγῳ τῆς παρακοῆς μας ἀπὸ τὸν Παράδεισο τῆς Ἐδὲμ σ᾿ αὐτὴ τὴν κοιλάδα τοῦ κλαυθμῶνος. Εἴμα­στε τώρα ἐξόριστοι καὶ προσωρινοί.  Ἐδῶ μὲ τὸν ἱδρώτα τοῦ προσώπου μας θὰ τρῶμε τὸ ψωμί μας. Ἡ γῆ θὰ βγάζει ἀγκάθια καὶ ζιζάνια.  Καὶ ἡ Εὔα καὶ οἱ ἀπόγονοί της, ὅλες οἱ μητέρες δηλαδή, θὰ γεννοῦν μὲ λύπη τὰ παιδιά τους. Ὁ Κύριος μᾶς προειδοποίησε: «Ἐν τῷ κόσμῳ θλῖψιν ἕξετε» (Ἰω. ις΄ [16] 33). Καὶ ἀλλοῦ ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ μᾶς τὸ ὑπενθυμίζει καὶ μᾶς προετοιμάζει: «Διὰ πολλῶν θλίψεων δεῖ ἡμᾶς εἰσελθεῖν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» (Πράξ. ιδ΄ [14] 22). Καὶ «στενὴ ἡ πύλη καὶ τεθλιμμένη ἡ ὁδὸς ἡ ἀπάγουσα εἰς τὴν ζωήν» (Ματθ. ζ΄ 14). Μὴ ζητᾶμε λοιπὸν ἐδῶ ζωὴ χωρὶς λύπη. Βίο ἄνετο καὶ ἀνώδυνο. Οἱ 
κα­κοπάθειες καὶ οἱ θλίψεις εἶναι τὸ ἀμόνι, ἐπάνω στὸ ὁποῖο σφυρηλατεῖται ὁ χα­ρακτήρας μας γιὰ νὰ γίνει κατάλληλος γιὰ τὴν εὐφροσύνη τοῦ Παραδείσου. Ἔτσι διαβάζουμε στὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο ὅτι ἔζησε καὶ ὁ ἀναμάρτητος Κύριος ὡς ἄνθρωπος: μὲ στερήσεις, 
προσφυγιά, φτώχεια, κόπο, πόνο. «Οὐκ ἔχει ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ» (Ματθ. η΄ 20). Ζεῖ μὲ ἐλεημοσύνες. Κάθεται κατάκοπος ἀπὸ τὴν ὁδοιπορία στὸ πηγάδι τοῦ 
Ἰα­κώβ.  Κοιμᾶται κουρασμένος μέσα στὴν τρικυμία στὸ πλοῖο. Ὑπομένει περιφρονήσεις καὶ τελειώνει τὴ ζωή Του ἐπάνω στὸ Σταυρό. Καὶ οἱ Μαθητὲς καὶ Ἀπόστολοί Του 
φυ­λακίζονται, ὁδοιποροῦν, λιθοβολοῦνται, πεινοῦν, διψοῦν, κακοπαθοῦν ποικιλο­τρόπως. 
Νὰ θυμηθοῦμε ἀκόμη καὶ τὸν Μωυσῆ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ποὺ ἀρ­νήθηκε νὰ ὀνομάζεται βασιλόπουλο καὶ προτίμησε νὰ κακοπαθεῖ μὲ τὸν λαό του παρὰ νὰ ἔχει πρόσκαιρη ἀπόλαυση ἁ­μαρτίας (βλ. Ἑβρ. ια΄ [11] 24­25). Καὶ οἱ ἅγιοι Τεσσαράκοντα Μάρτυρες μέσα στὴν παγωμένη λίμνη γυμνοὶ ὅλη τὴ νύχτα ἔλεγαν: «Δριμὺς ὁ χειμὼν ἀλ­λὰ γλυκὺς ὁ Παράδεισος». Φοβερὴ ἡ πήξη τοῦ αἵματος, ἀλλὰ εὐχάριστη ἡ ἀπόλαυση τοῦ Παραδείσου. Ἂς πέσει τὸ χέρι, γιὰ νὰ ὑψώνεται στὸν οὐρανό. Ἂς καεῖ τὸ πόδι, γιὰ νὰ χορεύει ἐκεῖ. Καὶ ὁ φτωχὸς Λάζαρος τῆς Παρα­βολῆς, ποὺ μᾶς ἔδωσε ἀφορμὴ γιὰ τὸ ἄρθρο μας, ἀγόγγυστα σήκωνε τὴ δο­κιμασία του.  
Εἶναι εὔκολο πράγμα ὅμως ἡ ὑπομονετικὴ ἀντιμετώπιση τῶν δοκιμασιῶν καὶ θλίψεων;  Πῶς θὰ τὸ πετύχουμε; Πρῶτον, ἐὰν ἔχουμε καρφωμένο τὸ βλέμμα μας στὸ «νέφος» τῶν Μαρτύ­ρων καὶ ὅλων τῶν Ἁγίων τῆς Πίστεώς μας, καὶ μάλιστα στὸν Ἐσταυρωμένο ἀρχηγὸ καὶ τελειωτὴ τῆς Πίστεώς μας Ἰησοῦ Χριστό, ὅπως μᾶς προτρέπει ὁ θεῖος ἀπόστολος Παῦλος. Θὰ παίρνου­με δύναμη ἀπὸ Αὐτὸν καὶ τὸ ἅγιο παρά­ δειγμά Του γιὰ νὰ «τρέχωμεν 
δι’ ὑπομονῆς τὸν προκείμενον ἡμῖν ἀγῶνα» (Ἑβρ. ιβ΄ [12] 1). Μὲ τὸ παράδειγμα, τὶς μεσιτεῖες τῶν Ἁγίων καὶ τὴ Χάρι τοῦ ἐσταυρωμένου καὶ ἀναστάντος Κυρί­ου μας θὰ μποροῦμε νὰ σηκώνουμε καὶ μεῖς τὸν δικό μας σταυρό. Καὶ δεύτερον, ἐὰν προσβλέπουμε στοὺς γλυκεῖς καρποὺς τῆς ὑπομονῆς στὶς κακοπάθειες. Ἂν σκεπτόμαστε μαζὶ μὲ τοὺς Σαράντα Μάρτυρες ὅτι «δριμὺς ὁ χειμὼν ἀλλὰ γλυκὺς ὁ Παράδεισος». Ἀλλὰ καὶ ὅλοι οἱ Ἅγιοι ὑπέμειναν μὲ καρτερία τὶς κακοπάθειες καὶ δοκιμασίες, γι᾿ αὐτὸ καὶ δοξάστηκαν καὶ ζοῦν μὲ πνευματικὴ ἄνεση, χαρὰ καὶ εὐφρο­σύνη ἄληκτη καὶ αἰώνια. Ἔτσι γίνεται πάντοτε: «Ἐὰν συμπάσχουμε μαζὶ μὲ τὸν Χριστό, θὰ δοξασθοῦμε μαζί Του» (Ρωμ. η΄ 17). Ἂν σὰν τὸν ἄσπλαχνο πλούσιο ἐπιδιώξουμε ζωὴ μὲ ἀνέσεις, ροῦχα πολυτελή, φαγοπότια καὶ δια­σκεδάσεις, μετὰ θάνατον μᾶς περιμέ­νουν ὀδύνη καὶ βάσανα. Τὸ συμπέρασμα: Δὲν μᾶς ὑπόσχεται ὁ Χριστὸς ἐδῶ στὴ γῆ ἀνέσεις. Μὴ ἐπι­ζητοῦμε τὴν ἐγωιστικὴ ἀπόλαυση, γιατὶ δὲν μᾶς συμφέρει. Στὸν κόσμο αὐτὸ θὰ ἔχουμε θλίψεις. Ἡ ἄνεση θὰ εἶναι στὸν οὐρανό. Καὶ μάλιστα μὴν ξεχνοῦμε ὅτι ὅσο πιὸ πολὺ δοκιμάζεται κανεὶς καὶ δείχνει ὑπομονὴ καὶ καρτερία, τόσο πιὸ μεγάλη χαρά, εὐφροσύνη καὶ ἄνεση τὸν περιμένει ἐκεῖ. «Τὸ γὰρ παραυτίκα ἐλαφρὸν τῆς θλίψεως ἡμῶν καθ᾿ ὑπερ­βολὴν εἰς ὑπερβολὴν αἰώνιον βάρος δόξης κατεργάζεται ἡμῖν». Μᾶς ἑτοιμά­ζεται σὲ ὑπερβολικὸ βαθμὸ αἰώνιο βά­ρος δόξας. Ἂς μὴν προσβλέπουμε στὰ βλεπόμενα· «τὰ γὰρ βλεπόμενα πρόσ­καιρα, τὰ δὲ μὴ βλεπόμενα αἰώνια» (Β΄ Κορ. δ΄ 17­18).
Περ.''ο σωτηρ''2164

25 Απριλίου, 2016

Γιατί ο Χριστός καταράσθηκε τη συκιά;

ΠΑΤΜΟΣ
Στην Ακολουθία του όρθρου της Μ. Δευτέρας (Κυριακή Βαϊων ἑσπέρας) μεταξύ των άλλων, ακούμε από το «Ευαγγέλιο» και από τους ύμνους, το θαύμα της ξηρανθείσης συκής (γιατί περί θαύματος πρόκειται).
Και σίγουρα διερωτώμαστε, «τι σχέση έχει αυτό το γεγονός με τη Μ. Δευτέρα;». Και βέβαια έχει σχέση, γιατί τέτοια μέρα, Δευτέρα πριν από το Πάθος, έγινε.
Λοιπόν. Μπαίνοντας ο Χριστός τέτοια μέρα στα Ιεροσόλυμα (το προηγούμενο βράδυ είχε διανυκτερεύσει στη Βηθανία, στο σπίτι του Λαζάρου), καθ' οδόν πείνασε.
Εκεί στο δημόσιο, κεντρικό δρόμο ήταν μια συκιά. Ζύγωσε κοντά της, έψαξε για σύκα, αλλά βρήκε μόνο φύλλα. (Μκ. 11: 12). Και την καταράσθηκε....!
«Να μην ξανακάμεις ποτέ πια καρπό!» (Μτ. 21: 19). Αποτέλεσμα; «Η συκιά ξεράθηκε αμέσως!» (Μτ.21:19). Οι μαθητές βλέποντας σοκαρίσθηκαν!
«Και γεμάτοι κατάπληξη ερώτησαν (το Χριστό): «Πως ξεράθηκε η συκιά σε μια στιγμή;» 
(Μτ. 21: 20).
Φαντασθεῖτε, να είναι απέξω στο σπίτι σας μια μεγάλη, καταπράσινη συκιά και μπροστά στα μάτια σας και σε χρόνο μηδέν να ξεραθεί!
Να μη μείνει πάνω της τίποτε το «ζωντανό», ούτε φύλλα, ούτε χλωρό κλωνάρι. Δεν θα σοκαρισθείτε;
Ο Χριστός δεν καταράσθηκε τη συκιά από «εκδίκηση», επειδή δηλαδή δεν είχε σύκα για να φάει, αλλά ήθελε, παραμονές του Πάθους Του, να στείλει ένα μήνυμα προς τους υποψήφιους σταυρωτές Του, μήπως και αφυπνισθούν.
Η συκιά ήταν στο δημόσιο δρόμο, άρα την ήξεραν όλοι. Και τέτοιες άγιες μέρες περνούσαν από εκεί εκατοντάδες Ιουδαίοι, που έρχονταν στα Ιεροσόλυμα για τη γιορτή του Πάσχα.
Και ξαφνικά είδαν τη γνωστή τους συκιά από καταπράσινη, κατάξερη...!