
27 Απριλίου, 2024
«Τι είδε o Λάζαρος….»

16 Μαρτίου, 2024
Σχετικῶς μὲ τὴν Δευτέραν Κοίμησιν τοῦ Ἁγίου Λαζάρου:
Ὁ Ἅγιος Λάζαρος ὁ Τετραήμερος, μετὰ τὴν Πεντηκοστήν, κατέφυγεν εἰς τὸ Κίτιον (σημερινὴν Λάρνακα) τῆς Κύπρου, κατασταθεὶς Ἐπίσκοπος ὑπὸ τοῦ Ἀπ.Παύλου, καὶ ἐπισκοπεύσας 30 ἔτη, ἐτελεύτησε δὲ εἰρηνικως τῷ 63 μΧ. Ἐτάφη εὐλαβῶς ὑπὸ τῶν πιστῶν εἰς λιθίνην σαρκοφάγον (λάρνακα), ἐκ τοῦ ὁποίου γεγονότος μετεβλήθη καὶ τὸ ὄνομα τῆς πόλεως ἀπὸ Κίτιον εἰς Λάρνακα. Παρενέπεσαν τὰ ἑπόμενα ἔτη οἱ διωγμοί, καὶ τελικῶς ἀνηγέρθη ἐπὶ τοῦ τάφου του ἁπλοῦς Ναὸς πρὸς τιμήν του. Προφανῶς ἡ Ἁγ.Ἑλένη, μετὰ τὴν εὕρεσιν τοῦ Τιμίου Σταυροῦ κατὰ τὸ 326 μΧ διελθοῦσα ἐκ Κύπρου, ἀνεκόμισε τὰ ἱ.λείψανα τοῦ Ἁγίου (17 Ὀκτωβρίου 327 μΧ) καὶ ἀνήγειρε νέον εὐπρεπέστερον Ναόν. [Ἀνήγειρε δὲ ἡ Ἁγία κατὰ διέλευσίν της ἐκεῖθεν καὶ τὴν Μονὴν Σταυροβουνίου, ὅπου κατέλιπε εὐμέγεθες τμῆμα τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, καθὼς καὶ τὸν σταυρὸν τοῦ Θεοκρεμάστου, δηλ. τοῦ εὐγνώμονος Ληστοῦ]. Τὸ 787 μΧ ὁ Αὐτοκράτωρ Κωνσταντίνος ΣΤ´ μετέθεσε τὸ μεγαλύτερον μέρος τῶν λειψάνων τοῦ Ἁγίου Λαζάρου (4 Μαϊου) εἰς Κων/πολιν καὶ ἀνήγειρεν ἐκεῖ Ναὸν καὶ Μονὴν ὄπισθεν τῆς Ἁγια-Σοφιᾶς, ὅπου ἔκειτο καὶ μικρὰ πύλη πρὸς τὴν θάλασσαν τῆς Προποντίδος μὲ τὸ ὄνομα τοῦ Τετραημέρου (Πυλὶς Ἁγ.Λαζάρου). Εἰς ἀποζημίωσιν δὲ τῶν Κιτιαίων ἀνήγειρεν ἐπὶ τοῦ παλαιοῦ Ναοῦ νέον μεγαλοπρεπέστερον Ναόν, εἰς Λάρνακα, καταλείψας εἰς αὐτὸν μικρὸν μέρος τῶν λειψάνων τοῦ Ἁγίου. Τὸ 1204 μΧ οἱ ἐπελάσαντες Σταυροφόροι ἀφήρεσαν ἀπὸ τὸν Ναὸν τῆς Κων/πόλεως τὰ ἱ.λείψανα, τὰ ὁποῖα μετέφεραν εἰς τὴν Ἑσπερίαν, καὶ ἐκεῖθεν αὐτὰ ἐχάθησαν. Ἐσώθησαν ὅμως κατὰ θείαν οἰκονομίαν τὰ ἐν Κύπρῳ καταλειφθέντα, τὰ ὁποῖα ἀνευρέθησαν ἐσχάτως, κάτωθεν τῆς Ἁγ.Τραπέζης τοῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγίου την 2αν Νοεμβρίου τοῦ 1972. Σημειωθήτω ὅτι ἑορτάζεται ὁ Ἅγιος καὶ κατὰ τὸ Σάββατον πρὸ τῶν Βαΐων. Εἰδικῶς ἡ ἐκ νεκρῶν ἐξέγερσις αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ Κυρίου. Κατ᾿ ἀκρίβειαν, τὸ Σάββατον ἐκεῖνο ἑορτάζομεν τὴν φιλοξενίαν τοῦ Κυρίου, ἀναβαίνοντος εἰς Ἱεροσόλυμα διὰ τὸ Πάσχα, εἰς τὴν Βηθανίαν, ὅπου ἡ Μαρία ἐξ εὐγνωμοσύνης ἤλειψε τοὺς ἀχράντους πόδας τοῦ Διδασκάλου μὲ πολύτιμον μῦρον. Ὁ δὲ Λάζαρος «εἷς ἦν τῶν ἀνακειμένων σὺν αὐτῷ» (Ἰω.ιβ´ 2). Ἡ ἀνάστασις αὐτοῦ εἶχε τελεσθῆ τρίμηνον περίπου ἐνωρίτερον. Τὰ δύο γεγονότα συνεπτύχθησαν λειτουργικῶς εἰς μίαν ἑορτήν.
11 Απριλίου, 2020
Ο ΑΙΩΝΙΟΣ ΝΙΚΗΤΗΣ!
«Πρὸ ἓξ ἡμερῶν τοῦ πάσχα» ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς ἦλθε στὴ Βηθανία.
Εἶχε προηγηθεῖ τὸ καταπληκτικὸ θαῦμα τῆς ἀ- ναστάσεως τοῦ Λαζάρου καὶ τώρα ὁ Λάζαρος καὶ οἱ ἀδελφές του βρῆκαν τὴν εὐκαιρία νὰ φιλοξενήσουν τὸν θεῖο Διδάσκαλο καὶ νὰ παραθέσουν δεῖπνο σ’ Αὐτὸν καὶ τοὺς μαθητές Του.
Τότε ἡ μία ἀδελφὴ τοῦ Λαζάρου, ἡ Μαρία, θέλοντας νὰ ἐκφράσει τὴν ἀγάπη καὶ τὴν εὐγνωμο- σύνη της πρὸς τὸν Κύριο Ἰησοῦ ἀγόρασε μύρο κα- τασκευασμένο ἀπὸ νάρδο (εἶδος ἀρωματικοῦ φυ- τοῦ), γνήσιο, ἀνόθευτο καὶ πάρα πολὺ ἀκριβό, καὶ μ’ αὐτὸ ἄλειψε τὰ πόδια τοῦ Ἰησοῦ καὶ τὰ σφόγγισε μὲ τὰ μαλλιά της.
Κι ὅλο τὸ σπίτι γέμισε ἀπὸ τὴν εὐωδία τοῦ μύρου. Μὲ πόση γενναιοδωρία καὶ ταπείνωση ἐκδηλώθηκε ἡ ἀγάπη τῆς Μαρίας!
Προσέφερε στὸν Κύριο ὅ,τι πιὸ ἀκριβὸ καὶ πολύ- τιμο καὶ δὲν ὑπολόγισε τί θὰ ἔλεγαν οἱ Ἰουδαῖοι, ποὺ θὰ τὴν ἔβλεπαν μὲ λυμένα τὰ μαλλιὰ νὰ σφογγίζει τὰ πόδια τοῦ θείου Διδασκάλου.
Ἡ γνήσια καὶ ἀληθινὴ ἀγάπη δὲν ὑπολογίζει οὔτε κόπους, οὔτε θυσίες.
Ἂν ἀναλογιζόμασταν κι ἐμεῖς τί ἔχει κάνει ὁ Κύριος Ἰησοῦς γιὰ χάρη μας, τότε θὰ ἀναλαμβάναμε μὲ προθυμία τὸν συστηματικὸ ἀγώνα γιὰ τὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν Του καὶ θὰ κάναμε περισσότερη ὑπομονὴ στὶς δυσκολίες τῆς καθημερινῆς ζωῆς.
Διότι γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ ἀξίζει κάθε προσφορά, κάθε θυσία!
2. Τὰ σύμβολα τῆς νίκης
Τὴν ἄλλη μέρα ὁ Κύριος συνέχισε τὸ δρόμο πρὸς τὰ Ἱεροσόλυμα.
Αὐθόρμητη καὶ ἐνθουσιώδης ἦταν ἡ ὑποδοχὴ ποὺ ἔγινε κατὰ τὴν εἴσοδό Του στὴν ἁγία Πόλη.
Ἡ εἴδηση γιὰ τὴν ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου, ὁ ὁποῖος ἦταν τέσσερις μέρες νεκρός, εἶχε προκαλέσει ἰδιαίτερη ἐντύπωση.
Γι’ αὐτὸ πολλοὶ ποὺ ἔμαθαν ὅτι ὁ Κύριος ἐπρόκει- το νὰ εἰσέλθει στὰ Ἱεροσόλυμα, αὐθόρμητα ἔσπευσαν νὰ Τὸν ὑποδεχθοῦν καὶ νὰ Τοῦ ἀποδώσουν τιμὲς βασιλιᾶ.
Καὶ τί ἔκαναν; Πῆραν στὰ χέρια τους «τὰ βαΐα τῶν φοινίκων» ποὺ ἦταν κατὰ μῆκος τοῦ δρόμου καὶ βγῆκαν ἀπὸ τὴν πόλη γιὰ νὰ Τὸν ὑποδεχθοῦν.
Καὶ φώναζαν δυνατά: «ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ». Δόξα καὶ τιμὴ σ’ αὐτὸν ποὺ ὑποδεχόμαστε!
Εὐλογημένος καὶ δοξασμένος νὰ εἶναι αὐτὸς ποὺ ἔρχεται ἀπεσταλμένος ἀπὸ τὸν Κύριο ὡς ἀντιπρόσωπός Του.
Κι ἦταν αὐτὰ «τὰ βαΐα τῶν φοινίκων» σύμβολα νίκης καὶ θριάμβου.
Ἤθελαν ἔτσι νὰ δείξουν ὅτι ὑποδέχονταν ὄχι ἕναν ἁπλὸ ἄνθρωπο ἢ ἕνα προφήτη ἀλλὰ τὸν Μεσσία Χριστό.
Κι ἦταν δίκαιο καὶ πρέπον νὰ κρατοῦν τὰ βαΐα ὡς ἔμβλημα νίκης, διότι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς πορευόταν πρὸς τὸ ἑκούσιο Πάθος μὲ σκοπὸ νὰ κατανικήσει τὸ θάνατο καὶ διὰ τοῦ θανάτου νὰ καταργήσει «τὸν τὸ κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου, τοῦτ’ ἔστι τὸν διάβολον» (Ἑβρ. β΄ 14).
Ἂς κρατήσουμε λοιπὸν κι ἐμεῖς σήμερα τὰ βάγια ποὺ μᾶς προσφέρει ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία ὡς σύμβολα τῆς νίκης κατὰ τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ θανάτου· ὡς τὴν ἀδιάψευστη ἐγγύηση ὅτι μὲ τὴ χάρη καὶ τὴ δύναμη τοῦ Χριστοῦ μποροῦμε κι ἐμεῖς νὰ ἀναδειχθοῦμε «νικηταὶ τῶν παραλόγων παθῶν» (Συναξάριο ἑορτῆς)· ὡς ἀπόδειξη ὅτι ὁ Χριστός, ὁ Θεὸς στὸν Ὁποῖο πιστεύουμε καὶ ἐλπί- ζουμε, μὲ τὴν Ἀνάστασή Του κατενίκησε τὸν θάνατο καὶ χάρισε τὴν αἰώνια ζωὴ σὲ ὅσους πιστεύουν σ’ Αὐτόν.
Κι ἀφοῦ ὁ θάνατος νικήθηκε, ἔχουμε δικαίωμα νὰ ἐλπίζουμε. Αὐτὸ τίποτε καὶ κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς τὸ στερήσει!
3. Πῶς θὰ Τὸν ὑποδεχθοῦμε
Ἄνδρες, γυναῖκες καὶ παιδιὰ βγῆκαν ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη γιὰ νὰ προϋπαντήσουν τὸν Κύριον.
Ἄφησαν τὶς καθημερινὲς ἀσχολίες τους καὶ ἔτρεξαν νὰ Τὸν ὑποδεχθοῦν μὲ χαρὰ καὶ ἐνθουσιασμό.
Κι ἐμεῖς τὶς ἡμέρες αὐτὲς θὰ δοῦμε τὸν Κύριο «ἐρχόμενον πρὸς τὸ ἑκούσιον Πάθος».
Ἂς μὴ μείνουμε ἀδιάφοροι ἢ ἀπορροφημένοι στὶς ἀσταμάτητες ἐργασίες μας.
Κάθε μέρα(κανονικα) τὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα ἡ καμπάνα τῆς ἐκκλησίας θα κτυπούσε αλλά καὶ τώρα καί πάντα ὁ Κύριος περιμένει... «Δεῦτε οὖν καὶ ἡμεῖς κεκαθαρμέναις διανοίαις, συμπορευθῶμεν αὐτῷ καὶ συσταυρωθῶμεν», μᾶς προτρέπει ὁ ἱερὸς ὑμνογράφος.
Ἂς βγοῦμε κι ἐμεῖς ὄχι μόνο γιὰ νὰ ὑποδεχθοῦμε τὸν Χριστὸ ἀλλὰ γιὰ νὰ συμπορευθοῦμε καὶ νὰ συσταυρωθοῦμε μαζί Του.
Νὰ Τὸν ἀκολουθήσουμε δηλαδὴ ὄχι τυπικὰ ἢ μὲ ἕνα πρόσκαιρο καὶ ἐπιφανειακὸ συναισθηματισμό, ἀλλὰ μὲ οὐσιαστικὴ συμμετοχὴ στὸ Πάθος Του.
Μὲ καθαρὴ καρδιὰ καὶ μὲ ἀπόφαση ὁριστικὴ νὰ νεκρώσουμε τὴν ἁμαρτία μέσα μας καὶ νὰ ἀκολουθήσουμε τὸ ἅγιο θέλημά Του.ΟΣΩΤΗΡ2065
30 Οκτωβρίου, 2018
Ὄχι στὴ ζωὴ τῶν ἀνέσεων
κακοπάθειες καὶ οἱ θλίψεις εἶναι τὸ ἀμόνι, ἐπάνω στὸ ὁποῖο σφυρηλατεῖται ὁ χαρακτήρας μας γιὰ νὰ γίνει κατάλληλος γιὰ τὴν εὐφροσύνη τοῦ Παραδείσου. Ἔτσι διαβάζουμε στὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο ὅτι ἔζησε καὶ ὁ ἀναμάρτητος Κύριος ὡς ἄνθρωπος: μὲ στερήσεις,
προσφυγιά, φτώχεια, κόπο, πόνο. «Οὐκ ἔχει ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ» (Ματθ. η΄ 20). Ζεῖ μὲ ἐλεημοσύνες. Κάθεται κατάκοπος ἀπὸ τὴν ὁδοιπορία στὸ πηγάδι τοῦ
Ἰακώβ. Κοιμᾶται κουρασμένος μέσα στὴν τρικυμία στὸ πλοῖο. Ὑπομένει περιφρονήσεις καὶ τελειώνει τὴ ζωή Του ἐπάνω στὸ Σταυρό. Καὶ οἱ Μαθητὲς καὶ Ἀπόστολοί Του
φυλακίζονται, ὁδοιποροῦν, λιθοβολοῦνται, πεινοῦν, διψοῦν, κακοπαθοῦν ποικιλοτρόπως.
Νὰ θυμηθοῦμε ἀκόμη καὶ τὸν Μωυσῆ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ποὺ ἀρνήθηκε νὰ ὀνομάζεται βασιλόπουλο καὶ προτίμησε νὰ κακοπαθεῖ μὲ τὸν λαό του παρὰ νὰ ἔχει πρόσκαιρη ἀπόλαυση ἁμαρτίας (βλ. Ἑβρ. ια΄ [11] 2425). Καὶ οἱ ἅγιοι Τεσσαράκοντα Μάρτυρες μέσα στὴν παγωμένη λίμνη γυμνοὶ ὅλη τὴ νύχτα ἔλεγαν: «Δριμὺς ὁ χειμὼν ἀλλὰ γλυκὺς ὁ Παράδεισος». Φοβερὴ ἡ πήξη τοῦ αἵματος, ἀλλὰ εὐχάριστη ἡ ἀπόλαυση τοῦ Παραδείσου. Ἂς πέσει τὸ χέρι, γιὰ νὰ ὑψώνεται στὸν οὐρανό. Ἂς καεῖ τὸ πόδι, γιὰ νὰ χορεύει ἐκεῖ. Καὶ ὁ φτωχὸς Λάζαρος τῆς Παραβολῆς, ποὺ μᾶς ἔδωσε ἀφορμὴ γιὰ τὸ ἄρθρο μας, ἀγόγγυστα σήκωνε τὴ δοκιμασία του.
Εἶναι εὔκολο πράγμα ὅμως ἡ ὑπομονετικὴ ἀντιμετώπιση τῶν δοκιμασιῶν καὶ θλίψεων; Πῶς θὰ τὸ πετύχουμε; Πρῶτον, ἐὰν ἔχουμε καρφωμένο τὸ βλέμμα μας στὸ «νέφος» τῶν Μαρτύρων καὶ ὅλων τῶν Ἁγίων τῆς Πίστεώς μας, καὶ μάλιστα στὸν Ἐσταυρωμένο ἀρχηγὸ καὶ τελειωτὴ τῆς Πίστεώς μας Ἰησοῦ Χριστό, ὅπως μᾶς προτρέπει ὁ θεῖος ἀπόστολος Παῦλος. Θὰ παίρνουμε δύναμη ἀπὸ Αὐτὸν καὶ τὸ ἅγιο παρά δειγμά Του γιὰ νὰ «τρέχωμεν
δι’ ὑπομονῆς τὸν προκείμενον ἡμῖν ἀγῶνα» (Ἑβρ. ιβ΄ [12] 1). Μὲ τὸ παράδειγμα, τὶς μεσιτεῖες τῶν Ἁγίων καὶ τὴ Χάρι τοῦ ἐσταυρωμένου καὶ ἀναστάντος Κυρίου μας θὰ μποροῦμε νὰ σηκώνουμε καὶ μεῖς τὸν δικό μας σταυρό. Καὶ δεύτερον, ἐὰν προσβλέπουμε στοὺς γλυκεῖς καρποὺς τῆς ὑπομονῆς στὶς κακοπάθειες. Ἂν σκεπτόμαστε μαζὶ μὲ τοὺς Σαράντα Μάρτυρες ὅτι «δριμὺς ὁ χειμὼν ἀλλὰ γλυκὺς ὁ Παράδεισος». Ἀλλὰ καὶ ὅλοι οἱ Ἅγιοι ὑπέμειναν μὲ καρτερία τὶς κακοπάθειες καὶ δοκιμασίες, γι᾿ αὐτὸ καὶ δοξάστηκαν καὶ ζοῦν μὲ πνευματικὴ ἄνεση, χαρὰ καὶ εὐφροσύνη ἄληκτη καὶ αἰώνια. Ἔτσι γίνεται πάντοτε: «Ἐὰν συμπάσχουμε μαζὶ μὲ τὸν Χριστό, θὰ δοξασθοῦμε μαζί Του» (Ρωμ. η΄ 17). Ἂν σὰν τὸν ἄσπλαχνο πλούσιο ἐπιδιώξουμε ζωὴ μὲ ἀνέσεις, ροῦχα πολυτελή, φαγοπότια καὶ διασκεδάσεις, μετὰ θάνατον μᾶς περιμένουν ὀδύνη καὶ βάσανα. Τὸ συμπέρασμα: Δὲν μᾶς ὑπόσχεται ὁ Χριστὸς ἐδῶ στὴ γῆ ἀνέσεις. Μὴ ἐπιζητοῦμε τὴν ἐγωιστικὴ ἀπόλαυση, γιατὶ δὲν μᾶς συμφέρει. Στὸν κόσμο αὐτὸ θὰ ἔχουμε θλίψεις. Ἡ ἄνεση θὰ εἶναι στὸν οὐρανό. Καὶ μάλιστα μὴν ξεχνοῦμε ὅτι ὅσο πιὸ πολὺ δοκιμάζεται κανεὶς καὶ δείχνει ὑπομονὴ καὶ καρτερία, τόσο πιὸ μεγάλη χαρά, εὐφροσύνη καὶ ἄνεση τὸν περιμένει ἐκεῖ. «Τὸ γὰρ παραυτίκα ἐλαφρὸν τῆς θλίψεως ἡμῶν καθ᾿ ὑπερβολὴν εἰς ὑπερβολὴν αἰώνιον βάρος δόξης κατεργάζεται ἡμῖν». Μᾶς ἑτοιμάζεται σὲ ὑπερβολικὸ βαθμὸ αἰώνιο βάρος δόξας. Ἂς μὴν προσβλέπουμε στὰ βλεπόμενα· «τὰ γὰρ βλεπόμενα πρόσκαιρα, τὰ δὲ μὴ βλεπόμενα αἰώνια» (Β΄ Κορ. δ΄ 1718).
Περ.''ο σωτηρ''2164








