Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα υπακοη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα υπακοη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

18 Αυγούστου, 2022

ΠΡΟΘΥΜΟΙ ΓΙΑ ΙΕΡΗ ΔΙΑΚΟΝΙΑ


 1. Η ΘΑΥΜΑΣΤΗ ΑΛΙΕΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ  ΜΑΘΗΤΕΣ

 Εἶχε μαζευθεῖ πλῆθος πολὺ λαοῦ, ἔτσι ποὺ ὁ Κύριος στριμωχνόταν στὴν ἀκρογιαλιὰ καὶ δὲν Τὸν ἔβλεπαν οὔτε Τὸν ἄκουγαν ὅλοι. Τότε ζήτησε ἀπὸ τὸν Σίμωνα – τὸν ἀπόστολο Πέτρο – νὰ μπεῖ ὁ Ἴδιος στὸ καΐκι του καὶ καθισμένος ἐκεῖ νὰ κηρύξει στὸν λαὸ ποὺ διψοῦσε γιὰ λόγο Θεοῦ. Ὁ Πέτρος μετὰ χαρᾶς δέχθηκε νὰ παραχωρήσει τὸ πλοιάριο στὸν Διδάσκαλο. Καὶ ἔγινε τὸ πλοῖο του ἄμβωνας τοῦ κηρύγματος τοῦ Χριστοῦ. Ὅμως καὶ κάθε Χριστιανός, κατὰ τὸ παράδειγμα τοῦ Πέτρου, μπορεῖ, θὰ λέγαμε, νὰ προσφέρει τὴ βάρκα του στὸν Χριστό, δηλαδὴ νὰ συνεισφέρει τὸ κατὰ δύναμιν, στὸ πιὸ σημαντικὸ ἔργο τοῦ κόσμου, στὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας, στὸν εὐαγγελισμὸ καὶ τὴ σωτηρία τῶν ψυχῶν! Ἡ ἱεραποστολὴ δὲν ἀποτελεῖ ὑπόθεση μόνο τῶν ἱερέων ἀλλὰ καὶ τοῦ κάθε πιστοῦ. Ὁ Κύριος τὸ ζητάει ἀπὸ τὸν καθένα μας, κάποτε μὲ ἰδιαίτερο τρόπο. Μπορεῖ νὰ διαθέτει κανεὶς τὸ σπίτι του γιὰ ἱεραποστολικὲς συγκεντρώσεις, Κύκλους μελέτης Ἁγίας Γραφῆς· νὰ χρησιμοποιεῖ τὸ αὐτοκίνητό του σὲ ἱεραποστολικὲς ἐξορμήσεις ἢ νὰ ἐξυπηρετεῖ μὲ αὐτὸ τὸν ἐφημέριο τῆς ἐνορίας στὰ ἱερατικὰ ἔργα του. Ἄλλοι Χριστιανοὶ κάνουν Κατηχητικὸ στὰ παιδιὰ ὄχι τυπικά, ἀλλὰ μὲ κάθε ἐπιμέλεια, διαθέτοντας χρόνο καὶ συντηρώντας το μὲ προσωπικά τους ἔξοδα. Ὑπάρχουν πιστοὶ οἱ ὁποῖοι μέσα στὸ σπίτι τους ἔχουν σὲ δεσπόζουσα θέση τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ σχετικὰ βιβλία ποὺ τὴν ἑρμηνεύουν· εὐσεβεῖς γιατροὶ ποὺ φροντίζουν νὰ ἔχουν στὴν αἴθουσα ἀναμονῆς τοῦ ἰατρείου τους χριστιανικὰ καὶ ὄχι κοσμικὰ περιοδικὰ καὶ βιβλία. Τί εὐλογία φέρνει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ στὴ χριστιανικὴ οἰκογένεια ποὺ τὸν τιμᾶ καὶ μὲ κάθε τρόπο τὸν ὑπηρετεῖ!

 2. ΑΔΙΑΚΡΙΤΗ ΥΠΑΚΟΗ 

Μετὰ τὸ τέλος τῆς διδασκαλίας ὁ Κύριος ἔδωσε μιὰ παράδοξη ἐντολὴ στὸν Πέτρο: –Ὁδήγησε πάλι τὸ πλοῖο σου στὰ βαθιὰ καὶ ρίξτε τὰ δίχτυα σας γιὰ νὰ πιάσετε ψάρια. Ὁ Πέτρος εἶχε πολλοὺς λόγους νὰ εἶναι διστακτικὸς στὴν ἐκτέλεση τῆς παραγγελίας τοῦ Κυρίου. Ὁ ἴδιος ἦταν πολὺ ἔμπειρος ψαράς, ἐνῶ ὁ Κύριος ὡς Διδάσκαλος φαινόταν νὰ μὴν ἔχει πείρα ἀπὸ αὐτά. Ἔπειτα τὰ δίχτυα οἱ ψαράδες τὰ ρίχνουν τὸ βράδυ, ποτὲ τὸ μεσημέρι. Καὶ τὴν προηγούμενη νύχτα ψάρεψαν χωρὶς ἀποτέλεσμα. Ἐπιπλέον, μόλις εἶχαν τελειώσει τὸν καθαρισμὸ στὰ δίχτυα. Ὁ Πέτρος ὅμως τελικὰ κάνει ὑπακοή: 

–«Ἐπιστάτα, δι᾿ ὅλης τῆς νυκτὸς κοπιάσαντες οὐδὲν ἐλάβομεν· ἐπὶ δὲ τῷ ρήματί σου χαλάσω τὸ δίκτυον». Κύριε, ὅλη τὴ νύχτα κουραστήκαμε καὶ δὲν πιάσαμε τίποτε. Ἀλλὰ ἀφοῦ μοῦ τὸ λὲς ἐσύ, θὰ τὸ κάνω. 

Γιὰ τὴν ὑπακοή του τὴν χωρὶς λογισμοὺς ἀμφιβολίας πολὺ τὸν εὐλόγησε ὁ Κύριος. Ἔπιασε τόσο πολλὰ ψάρια, ὥστε τὸ δίχτυ νὰ κινδυνεύει νὰ σχιστεῖ καὶ τὸ πλοιάριο νὰ κινδυνεύει νὰ βυθιστεῖ. Ὁ Κύριος δὲν μᾶς ζητᾶ νὰ κάνουμε θαύματα γιὰ νὰ σωθοῦμε, οὔτε ἄλλα ἐντυπωσιακὰ κατορθώματα. Μᾶς ζητᾶ νὰ κάνουμε ὑπακοὴ στὸ θέλημά Του. Ἡ προσωπική μας ὑπακοὴ στὶς ἅγιες ἐντολὲς θὰ μᾶς σώσει, κατὰ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, καὶ θὰ μᾶς ἱκανώσει νὰ δοῦμε θαύματα. Ὑπακοὴ ὅπως τοῦ Πέτρου, ἀδιάκριτη καὶ ἀγόγγυστη. Ἀπὸ αὐτὴ τὴν ὑπακοή, ποὺ συνιστᾶ ὀδυνηρὴ θυσία τοῦ ἐγώ, τῆς πρόσκαιρης ἀπόλαυσης καὶ τοῦ παράνομου συμφέροντος, θυσία τὴν ὁποία οἱ ἄνθρωποι τοῦ κόσμου θεωροῦν ἀνοησία, ἔρχεται ἡ θεία Χάρις στὴ ζωὴ τοῦ πιστοῦ. Ὁ Θεὸς ἀναλαμβάνει νὰ λύσει τὰ προβλήματα ἐκείνων ποὺ ἀγωνίζονται νὰ ἐφαρμόζουν τὶς ἐντολές Του καί – τὸ σημαντικότερο – τοὺς χαρίζει ἀπὸ αὐτὴ τὴ ζωὴ ἀνεκτίμητο δῶρο: Πλημμυρίζει τὶς καρδιές τους μὲ τὴν οὐράνια, ὑπερφυσικὴ εἰρήνη Του… Ὑπάρχει μεγαλύτερο ἀγαθὸ ἀπὸ αὐτό;ΟΣΩΤΗΡ2205

19 Ιουλίου, 2022

Ποιὸν νὰ ἀκοῦμε, τὸν Θεὸ ἢ τοὺς ἀνθρώπους;

 
Στὸ 20ὸ κεφάλαιο τοῦ τρίτου Bιβλίου τῶν Βασιλειῶν, καταγράφεται ἀπὸ τὸν ἱερὸ συγγραφέα μιὰ διήγηση ἀπὸ τὰ χρόνια ποὺ βασιλιὰς τοῦ Ἰσραὴλ ἦταν ὁ ἀσεβὴς καὶ εἰδωλολάτρης Ἀχαάβ. Ἕνας βασιλιὰς ποὺ κατὰ τὰ 22 χρόνια τῆς βασιλείας του μόνο δεινὰ καὶ συμφορὲς ἐπισώρευσε στὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ. Δίπλα του, σύζυγός του, ἡ μοχθηρὴ καὶ διεφθαρμένη Ἰεζάβελ. Ἀλλὰ ἄς μεταφερθοῦμε στὴ Σαμάρεια. Ἐκεῖ ὅπου μεταξὺ τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ διαμένει ἕνας εὐλαβὴς καὶ πιστὸς Ἰσραηλίτης, ὁ Ναβουθαί. Ἐκεῖ ἔχει καὶ τὴ μικρή του περιουσία, ποὺ δὲν εἶναι ἄλλη ἀπὸ ἕνα ταπεινὸ ἀμπέλι. Συμβαίνει ὅμως τὸ ἀμπελάκι του νὰ συνορεύει μὲ τὸ ἁλώνι ποὺ ἦταν ἰδιοκτησία τοῦ βασιλιᾶ Ἀχαάβ. Θὰ μποροῦσε μιὰ τέτοια γειτονία νὰ ἔδινε χαρὰ στὸ Ναβουθαί. Ἔμελλε ὅμως νὰ εἶναι γι’ αὐτὸν ὀλέθρια καὶ καταστροφική. Ἐπεθύμησε τὸ μικρὸ καὶ ταπεινὸ αὐτὸ ἀμπελάκι ὁ βασιλιὰς Ἀχαάβ. Καλεῖ τότε τὸν Ναβουθαὶ νὰ διαπραγματευθεῖ τὴν ἀγορά του. «Δῶσε μου τὸ ἀμπέλι σου, γιατὶ θέλω νὰ τὸ κάνω περιβόλι μὲ λαχανικά, μιὰ καὶ βρίσκεται κοντὰ στὸ παλάτι μου, κι ἐγὼ ὡς ἀντάλλαγμα θὰ σοῦ δώσω ἄλλο ἀμπέλι καλύτερο ἀπ’ αὐτό. Κι ἂν προτιμᾶς νὰ μοῦ τὸ πουλήσεις, εὐχαρίστως, θὰ σοῦ δώσω τὴν ἀξία τοῦ ἀμπελιοῦ σου σὲ χρήματα. Ἔτσι θὰ μπορέσω νὰ πραγματοποιήσω τὴν ἐπιθυμία μου, νὰ κάνω τὸ ἀμπέλι σου δικό μου λαχανόκηπο». Τί ἦταν νὰ ἀκούσει αὐτὰ τὰ λόγια ὁ Ναβουθαί! Ἡ ἀπάντησή του σταθερή, χωρὶς συμβιβασμοὺς καὶ ὑποχωρήσεις: «Θεὸς φυλάξοι, νὰ δώσω σὲ σένα τὴν πατρική μου κληρονομιά! Μὴ γένοιτο!». Σὰν κεραυνὸς ἀκούστηκε στὰ αὐτιὰ τοῦ βασιλιᾶ ἡ ἄρνηση τοῦ Ναβουθαί. Δὲν τὸ φανταζόταν! Δὲν ἤθελε νὰ τὸ πιστέψει. Δὲν ἦταν μαθημένος νὰ ἀκούει ἀπὸ τοὺς ὑπηκόους του ἀρνήσεις. Ταράχθηκε καὶ γεμάτος μελαγχολία καὶ ἀπογοήτευση ἔπεσε στὸ κρεβάτι του, σκέπασε τὸ πρόσωπό του, ἔπαυσε νὰ τρώει. Μέχρι ποὺ τὸν ἐντόπισε σὲ αὐτὴ τὴν κατάσταση ἡ Ἰεζάβελ, ἡ ὁποία γιὰ ἀκόμη μία φορὰ πῆρε τὴ θέση τοῦ βασιλιᾶ. Παράνομα καὶ ἐν ἀγνοίᾳ του ὑπέγραψε καὶ σφράγισε διαταγὴ πρὸς τοὺς πρεσβυτέρους τοῦ Ἰσραήλ, ὁδηγώντας τὸν δυστυχὴ καὶ ἀθῶο Ναβουθαὶ στὸν διὰ λιθοβολισμοῦ θάνατο, μὲ τὴν ψευδὴ κατηγορία ὅτι ἐβλασφήμησε τὸν Θεὸ καὶ τὸν βασιλιά. Καὶ ἡ διήγηση συνεχίζεται... Ἀλλὰ ἐμεῖς θὰ σταθοῦμε στὸ σημεῖο αὐτὸ γιὰ νὰ διδαχθοῦμε ἀπὸ τὴν ἡρωικὴ στάση καὶ τὸ παράδειγμα τοῦ Ναβουθαί. Διερωτᾶται κανείς, γιατί νὰ ἐπιμείνει ὁ Ναβουθαὶ στὴν ἀπόφασή του νὰ μὴ δώσει τὸ ἀμπέλι του; Γιατί νὰ ἔλθει σὲ διάσταση μὲ τὴν ἐπιθυμία τοῦ βασιλιᾶ, τὴ στιγμὴ ποὺ τὰ ἀνταλλάγματα ἦταν ἱκανοποιητικά; «Μὴ γένοιτό μοι παρὰ Θεοῦ μου δοῦ­ναι κληρονομίαν πατέρων μου σοί» (Γ΄ Βασ. κ΄ [20] 3), διαβάζουμε στὸ ἱερὸ κείμενο. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δώσω σὲ σένα τὴν πατρική μου κληρονομιά. Δὲν ἤθελε μὲ κανέναν τρόπο νὰ ἀποξενωθεῖ ἀπὸ τὴ μικρή του περιουσία, ὄχι γιατὶ δὲν σεβόταν τὸν Ἀχαὰβ ἢ γιατὶ δὲν ἤθελε νὰ ὑπακούσει στὰ προστάγματά του, ἀλλὰ διότι δὲν τοῦ τὸ ἐπέτρεπε ὁ Θεός! Γνώριζε πολὺ καλὰ ὁ Ναβουθαὶ ἀλλὰ καὶ ὁ βασιλιὰς Ἀχαάβ, ὅσα ἦσαν γραμμένα στὸ Λευϊτικό: «ἡ γῆ οὐ πραθήσεται εἰς βεβαίωσιν. Ἐμὴ γάρ ἐστιν ἡ γῆ, διότι προσήλυτοι καὶ πάροικοι ὑμεῖς ἐστε ἐναντίον μου» (Λευϊτ. κε΄ 23). Ἡ Χαναὰν ἦταν κατὰ ἕναν ἰδιαίτερο τρόπο ἰδιοκτησία τοῦ Θεοῦ καὶ οἱ Ἰσραηλίτες ἦσαν τρόπον τινὰ ἐνοικιαστὲς τῆς γῆς. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ δὲν ἐπιτρεπόταν νὰ ἀποχωρίζονται τὴν περιουσία τους οὔτε καὶ νὰ τὴν παραχωροῦν ὁ ἕνας στὸν ἄλλον, παρὰ μόνο ἐὰν ἔφταναν σὲ ἔσχατη ἀνάγκη (βλ. Ἡ Παλαιὰ Διαθήκη μετὰ συντόμου ἑρμηνείας, τόμος 6ος, σελ. 276). Τί ζηλευτὸ τὸ παράδειγμα τοῦ Ναβουθαί! Τί σταθερὴ ὁμολογία ἑνὸς ὑπηκόου μπροστὰ σὲ ἕναν ἰσχυρὸ ἄρχοντα! Τί πειθαρχημένη ὑπακοὴ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ! Ἔρχεται στὴ σκέψη μας ὁ λόγος τοῦ ἀποστόλου Πέτρου ἀπὸ τὸ βιβλίο τῶν «Πράξεων», «πειθαρχεῖν δεῖ Θεῷ μᾶλλον ἢ ἀνθρώποις» (Πράξ. ε΄ 29). Ὑποχρέωσή μας καὶ καθῆκον μας νὰ πειθαρχοῦμε πιὸ πολὺ στὸ Θεό, παρὰ στοὺς ἀνθρώπους. Αὐτὸς ὁ θεόπνευστος λόγος ξεκαθαρίζει καὶ γιὰ μᾶς ποιὰ στάση πρέπει νὰ κρατοῦμε. Δίνει τὸ στίγμα ποιὰ πρέπει νὰ εἶναι ἡ σχέση μας μὲ κάθε ἀνθρώπινη ἐξουσία καὶ μάλιστα μὲ αὐτὴν ποὺ ἔρχεται σὲ εὐθεία σύγκρουση μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ὡστόσο παραμένει ὑποχρέωσή μας νὰ σεβόμαστε τὸν κάθε ἄνθρωπο ὡς εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Ἄλλωστε καὶ ἡ προσθήκη τῆς λέξεως «μᾶλλον» ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο δείχνει ἀκριβῶς αὐτό: Δὲν ἀπορρίπτει συνολικὰ κάθε ἀνθρώπινη ἐξουσία, ἀλλὰ τονίζει ὅτι ἔχουμε καθῆκον νὰ ὑπακούουμε σὲ αὐτὴν μέχρι κάποιου ὁρίου. Ἀλλὰ ποιὸ εἶναι τὸ ὅριο; Τὸ ὅριο εἶναι ὁ ἀθάνατος καὶ ἀλάνθαστος νόμος τοῦ Θεοῦ. Βλέπουμε σήμερα στὴν γη ολοκληρη,  τὴν ποικιλοτροπη ἡγεσία νὰ περιφρονεῖ ἀπροκάλυπτα τὸ θεῖο θέλημα, νὰ ἀμφισβητεῖ καὶ νὰ καταπατᾶ αἰώνιες ἠθικὲς ἀρχές, ἀρνούμενη νὰ δεῖ στὸ πρόσωπο τοῦ κάθε ἀνθρώπου τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ἡ στιγμὴ γιὰ κάθε πιστό, μὲ ὅποια θυσία, νὰ πειθαρχήσει στὸ θέλημα τοῦ οὐρανίου Πατέρα μας, ἀψηφώντας τὶς συνέπειες. Εἶναι ἡ ὥρα τῆς σταθερῆς ὁμολογίας καὶ ὑπακοῆς. Νὰ μένουμε ἀσυμβίβαστοι, μιμούμενοι τὸν εὐσεβὴ Ναβουθαί, μὰ κυρίως ἀκολουθώντας τὸ παράδειγμα τοῦ Θεανθρώπου Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Αὐτοῦ ποὺ μᾶς δίδαξε τὴν ὑπακοὴ μὲ τὸν λόγο Του καὶ τὸ παράδειγμά Του. Αὐτοῦ ποὺ ἀπὸ τὴ βρεφική Του ἀκόμη ἡλικία ὑποτάχθηκε σὲ ὅσα προέβλεπε ὁ Μωσαϊκὸς Νόμος. Αὐτοῦ ποὺ ἔγινε «ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ» (Φιλιπ. β΄ 8), κατὰ τὸ θέλημα τοῦ οὐρανίου Πατρός. Καὶ γι’ αὐτὸ «ὁ Θεὸς αὐτὸν ὑπερύψωσε» (Φιλιπ. β΄ 9), Τὸν δόξασε γιὰ τὴν ἕως θανάτου ὑπακοή Του, ὅπως διαβάζουμε στὴν πρὸς Φιλιππησίους Ἐπιστολή. Ἔδωσε ἔτσι σὲ ὅλους ἐμᾶς τὸ μάθημα ὅτι διὰ τῆς ὑπακοῆς ὁ ἄνθρωπος θὰ δοξασθεῖ καὶ θὰ ὁδηγηθεῖ στὸν Παράδεισο τῆς αἰωνίου τρυφῆς.ΟΣΩΤΗΡ2156

08 Μαΐου, 2021

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΚΗΠΟΙ . ΝΑ ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΝΟΜΑΣΤΕ ΣΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ.

Mεγάλοι σταθμοὶ στὴν ἱστορία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους ὑπῆρξαν τρεῖς κῆποι: ὁ κῆπος τῆς Ἐδέμ, ὁ κῆπος τῆς Γεθσημανῆ καὶ ὁ κῆπος τῆς Ἀναστάσεως. Παραμένουν τρία ἀνεξίτηλα ὁρόσημα τῆς πανανθρώπινης ἱστορίας. Ὁ κῆπος τῆς Ἐδέμ. Ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ἡ θεία Γραφή, «ἐφύτευσεν ὁ Θεὸς παράδεισον ἐν Ἐδὲμ κατὰ ἀνατολὰς καὶ ἔθετο ἐκεῖ τὸν ἄνθρωπον, ὃν ἔπλασε» (Γεν. β΄ 8). Ὁ παντοδύναμος καὶ ἀπειροτέλειος Θεὸς διέταξε καὶ φύτρωσε κῆπος, παράδεισος, μὲ πλούσια καὶ ποικίλη βλάστηση, στὴν Ἐδέμ, ποὺ βρίσκεται πρὸς τὴν Ἀνατολή. Ἐκεῖ τοποθέτησε τὸν ἄνθρωπο ποὺ δημιούργησε. Ὁ κῆπος τῆς Ἐδὲμ εἶναι ὁ κῆπος τῆς ἄδολης χαρᾶς, τῆς ἀληθινῆς εὐφροσύνης καὶ τῆς πραγματικῆς εὐτυχίας τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ ἀνάμεσα στοὺς πρώτους ἀνθρώπους, τὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὔα, ἡ ἀναστροφή Του μὲ αὐτούς, τὸ μεγαλεῖο καὶ τὸ πλῆθος τῶν δημιουργημάτων, ὅλα συντελοῦσαν στὸ νὰ κάνουν ὅλο καὶ μεγαλύτερη τὴν εὐ­τυχία καὶ τὴ χαρά τους. Ὅμως αὐτὸς ὁ ἅγιος τόπος μεταβλήθηκε σὲ πεδίο μάχης μεταξὺ τοῦ διαβόλου καὶ τῶν πρωτοπλάστων. Ἀκολούθησε ἡ ὑποχώρηση τῆς Εὕας καὶ τοῦ Ἀδὰμ στὶς ὑποβολὲς τοῦ Πονηροῦ καὶ τελικὰ ἡ ἔξωσή τους ἀπὸ τὸν κῆπο τῆς χαρᾶς καὶ τῆς εὐτυχίας. Μετὰ τὴν ἔξωσή τους ὑφίστανται τὶς συνέπειες τῆς παρακοῆς τους: «Εἰς τὸ ἑξῆς μὲ τὸν ἱδρώτα τοῦ προσώπου σου θὰ κερδίζεις καὶ θὰ τρῶς τὸ ψωμί σου μέχρις ὅτου πεθάνεις. Ὁ κόπος καὶ ὁ μόχθος, οἱ ἀσθένειες θὰ εἶναι ὁ καθημερινὸς σύντροφός σου» (Γεν. γ΄ 19). Ὅλες αὐτὲς οἱ ὀδυνηρὲς συνέπειες τοῦ δράματος τῆς παρακοῆς θὰ συνοδεύουν πλέον καὶ τοὺς ἀπογόνους τοῦ Ἀδάμ. Καὶ πρὸς τὴν Εὔα εἶπε ὁ Θεός: «Μὲ ὀδύνες καὶ πόνους θὰ γεννᾶς τὰ τέκνα σου. Ὁ σύζυγός σου θὰ εἶναι ὁ κηδεμόνας, ἡ καταφυγή, ἡ προστασία καὶ ἡ ἀσφάλειά σου στὰ βάσανα ποὺ θὰ σὲ συναντοῦν» (Γεν. γ΄ 16). Ὁ δεύτερος κῆπος εἶναι ὁ κῆπος τῆς Γεθσημανῆ. Εἶναι ὁ κῆπος μέσα στὸν ὁποῖο ἀρχίζει ἡ θυσία τοῦ Γολγοθᾶ, ποὺ θὰ ὁλοκληρωθεῖ ἐπάνω στὸ Σταυρό. «Ταῦτα εἰπὼν ὁ Ἰησοῦς ἐξῆλθε σὺν τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ πέραν τοῦ χειμάρρου τῶν Κέδρων, ὅπου ἦν κῆπος, εἰς ὃν εἰσῆλθεν αὐτὸς καὶ οἱ μαθηταὶ αὐ τοῦ» (Ἰω. ιη΄ [18] 1). «Κι ἐκεῖνος ἀπομακρύνθηκε ἀπ᾿ αὐτοὺς σὲ ἀπόσταση πετροβολιᾶς, κι ἐκεῖ γονατιστὸς προσεύχεται: Πάτερ, ἐὰν εἶναι θέλημά σου νὰ ἀπομακρύνεις τὸ ποτήριο αὐτὸ τοῦ θανάτου ἀπὸ μένα, ἀπομάκρυνέ το. Ἂς μὴ γίνει ὅμως αὐτὸ ποὺ θέλει ἡ ἀνθρώπινη φύση μου λόγῳ τῆς φυσικῆς ἀποστροφῆς πρὸς τὸν θάνατο, ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ θέλεις ἐσύ... Καὶ ὁ ἱδρώ­τας του ἔγινε ἄφθονος καὶ πηχτὸς σὰν κομμάτια πηγμένου αἵματος ποὺ πέφτουν στὴ γῆ» (Λουκ. κβ΄ [22] 41-44). Στὸν κῆπο τῆς Γεθσημανῆ ὁ νέος Ἀδάμ, ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, μὲ τὴν πλήρη καὶ τελεία ὑπακοὴ στὸν οὐράνιο Πατέρα Του καὶ μὲ τὴ θυσία Του ἐπάνω στὸ Σταυρό, θὰ ἐπανόρθωσε τὶς ὀλέθριες συνέπειες τῆς ἀνυπακοῆς τοῦ πρώτου Ἀδὰμ στὸν κῆπο τῆς Ἐδέμ. Ὑπάρχει καὶ τρίτος κῆπος. Εἶναι ὁ κῆπος τῆς Ἀναστάσεως μὲ τὸν Τάφο τοῦ Κυρίου. «Ἦν δὲ ἐν τῷ τόπῳ ὅπου ἐσταυρώθη κῆπος καὶ ἐν τῷ κήπῳ μνημεῖον καινόν, ἐν ᾧ οὐδέπω οὐδεὶς ἐτέθη» (Ἰω. ιθ΄ [19] 41). Ὁ ἐνταφιασμὸς τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ στὸν κῆπο καὶ ἡ Ἀνάστασή Του θὰ συντελέσουν ὥστε νὰ μεταβληθεῖ αὐτὸς ὁ κῆπος σὲ νέο κῆπο τῆς Ἐδὲμ καὶ ἀνώτερο ἀπὸ ἐκεῖνον. Ὁ κῆπος τῆς Ἀναστάσεως μὲ τὸν κενὸ Τάφο τοῦ Κυρίου ἀποτελεῖ πηγὴ χαρᾶς καὶ πραγματικῆς εὐτυχίας. Τώρα πλέον ὁ θάνατος καταργεῖται, καὶ ὁ παλαιὸς Ἀδὰμ ἀνασταίνεται διὰ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ νέου Ἀδάμ, τοῦ Χριστοῦ. Τρεῖς κῆποι, τρεῖς σταθμοὶ τῆς ἀνθρωπότητας. Ὁ πρῶτος κῆπος, τῆς Ἐδέμ, εἶναι ὁ κῆπος τῆς παρακοῆς τοῦ Ἀδὰμ στὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ μὲ ὅλες τὶς ὀλέθριες συνέπειες τῆς ἁμαρτίας γιὰ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. Ὁ δεύτερος κῆπος, τῆς Γεθσημανῆ, εἶναι ὁ κῆπος τῆς ὑπακοῆς καὶ τῆς μέχρι θανάτου ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ τελείας ὑποταγῆς τοῦ Κυρίου στὸ θέλημα τοῦ οὐρανίου Πατρός Του, προκειμένου νὰ πραγματοποιηθεῖ τὸ ἀπολυτρωτικὸ ἔργο Του στὴ γῆ. Καὶ ὁ τρίτος κῆπος, ὁ κῆπος τῆς Ἀναστάσεως, προσφέρει τὸ μεγαλύτερο μήνυμα καὶ χάρισμα στὸν ἄνθρωπο, τὸ μήνυμα καὶ χάρισμα τῆς νίκης κατὰ τοῦ θανάτου: «Ἠγέρθη, οὐκ ἔστιν ὧδε»! (Μάρκ. ις΄ [16] 6). Τώρα ζοῦμε μέσα στὴ χαρά, τὸ φῶς, τὴν εὐτυχία τοῦ τρίτου κήπου. Νὰ μᾶς συγκλονίζει αὐτὸ καὶ νὰ μᾶς παρακινεῖ νὰ ἀνταποκρινόμαστε στὴν ἄπειρη ἀγάπη τοῦ ἐν Τριάδι Θεοῦ μας. ΟΣΩΤΗΡ2109

19 Μαρτίου, 2020

ΜΕ ΤΑΠΕΙΝΩΝΕΙ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ - ΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ !


Τό ’λεγε καὶ τὸ ξανάλεγε τὸ παράπο- 
νό της γιὰ τὸν σοβαρὸ ἄνδρα της, 
τὸν Ἀργύρη, ἡ Ἑλένη σ’ ἔμπιστη φίλη της,
τὴ Δέσποινα: «Δέσποινά μου, νὰ σοῦ
πῶ: Ὁ Ἀργύρης συνέχεια μὲ ταπεινώνει
μπροστὰ στοὺς ἄλλους. Ὅπου κι ἂν βρε-
θοῦμε, σὲ σαλόνια ἢ σὲ κήπους, στὸ χω-
ριὸ ἢ στὴν πόλη, μὲ φιλικὰ ἢ μὲ λιγότερο
γνωστὰ ζευγάρια, ὁ ἄνδρας μου συχνὰ
θὰ πετάξει ἕνα ἀρνητικὸ σχόλιο γιὰ μένα...
γιὰ τὰ γλυκὰ ποὺ κάνω, γιὰ τὴ δουλειά
μου, γιὰ τὶς μικρές μου ἀστοχίες ἢ παρα-
λείψεις. Κείνη τὴν ὥρα ἐγὼ σιωπῶ, κάνω
τὴν ἀδιάφορη. Κάποιες φορὲς ὅμως ἀνοί-
γω τὸ στόμα μου καὶ λέω κάτι πάνω στὴν
ἐπικαιρότητα ἢ ἄλλα... καὶ ἀκούω πάλι
ἀπὸ τὸν ἴδιο μπροστὰ στοὺς ἄλλους νὰ
μοῦ λέει: ‘‘Σώπα, δὲν τὰ ξέρεις καλὰ ἐσύ,
Ἑλένη μου!’’. Σ’ ὅλα μοῦ βρίσκει λάθη ὁ
ἄνδρας μου, Δέσποινά μου».
Εἶχε δίκιο νὰ λυπᾶται ἡ Ἑλένη. Τὴν μεί-
ωνε καὶ τὴν πρόσβαλλε συχνὰ ὁ ἄνδρας
της μὲ ἔξυπνο ἀλλὰ καὶ μὲ ἀστεῖο τρό-
πο, πάντοτε ὅμως ἁπαλά. Σπάνια τῆς μι-
λοῦσε πικρά. Δὲν τά ’λεγε ὁ Ἀργύρης – δι-
κηγόρος ἦταν – μὲ ἐμπάθεια ὅσα τῆς ἔλε-
γε. Τὴν ἀγαποῦσε πολὺ τὴ γυναίκα του,
τὴ λάτρευε. Γιατὶ ἀπὸ τὰ πρῶτα χρόνια
τοῦ γάμου τους τοῦ εἶχε φανερώσει ἤπιο
καὶ στοργικὸ χαρακτήρα.
Ὅμως ἡ Ἑλένη τὰ λόγια τοῦ ἄντρα της
τά ’παιρνε κατάκαρδα, τά ’νιωθε φαρμά-
κι ποὺ τό ’πινε λίγο-λίγο. Ἔπεφτε νὰ κοι-
μηθεῖ καὶ ὁ λογισμὸς τὴν ἔτρωγε. «Πάλι σ’
τὰ εἶπε, πάλι σὲ ντρόπιασε». Ξυπνοῦσε!
Ἔκανε τὸ σταυρό της! Κοιμόταν πάλι. Τὸ
πρωὶ ἔπαιρνε τὶς ἀποφάσεις της κάτω
ἀπὸ τὰ εἰκονίσματα. Φρόντιζε νά ’ναι χα-
ρούμενη, μὰ κάποτε τὰ θυμόταν ὅλα καὶ
βούρκωνε.
–Μὴν τὰ μετρᾶς τὰ λόγια τοῦ ἄνδρα
σου, τῆς ἔλεγε ὁ Πνευματικός της ὁ παπα-
Φώτης. Ἂς μὴν ἔχει ἐξομολογηθεῖ ἀκόμη,
ἔχει χρυσὴ καρδιὰ ὁ Ἀργύρης σου. Μίλη-
σέ του γιὰ καλοὺς τρόπους καὶ θ’ ἀλλά-
ξει... Κάνε προσευχή, ὑπομονὴ καὶ μίλη-
σέ του... Θ’ ἀλλάξει.
Τὰ ἴδια τῆς εἶπε σήμερα καὶ ἡ φίλη της
ἡ Δέσποινα:
–Μὴ στενοχωριέσαι, Ἑλένη μου. Ἔχεις
ἄνδρα «μάλαμα». Ἔχει βέβαια ἕναν αὐ-
θορμητισμὸ ποὺ ξεπερνᾶ τὰ ὅρια. Ὅμως
τὰ λόγια του δὲν βγαίνουν ἀπὸ κακία οὔτε
ἀπὸ ζήλεια. Μίλησέ του καὶ θὰ δεῖς...
❁ ❁ ❁
Ἡ γυναίκα δὲν ἄντεξε. Τὸ ἀποφάσισε.
Τόλμησε καὶ μίλησε. Διάλεξε μιὰ ἥσυχη
μέρα, κρύα μὰ ἡλιόλουστη, χειμωνιάτικη
μέρα. Κυριακὴ ἦταν, μετὰ τὴ Λειτουργία,
εἶχε κοινωνήσει καὶ εἶχε ὅλη τὴν εἰρήνη
μέσα της.
Ξεκίνησαν καὶ οἱ δυό τους γιὰ τὴν πα-
ραλία στὸ Φάληρο. Περπάτησαν στὸ ὕ-
ψωμα πάνω ἀπό τήν ἀκροθαλασσιὰ
στὸν διαμορφωμένο πεζόδρομο. Ὅλα
ἦταν τόσο φωτεινὰ σήμερα!... Τρεῖς γλά-
ροι ζύγιζαν τὰ φτερά τους κι ἔκαναν παι-
χνίδια μέσα στὶς πνοὲς τοῦ κρύου ἀνέ-
μου, κάτω ἀπὸ τὶς ἀκτίνες τοῦ χειμω-
νιάτικου ἥλιου μὲ φόντο τὸ καταγάλανο
χρῶμα τοῦ οὐρανοῦ.
Περπάτησαν γιὰ ὥρα ἀμίλητοι, στοχα-
στικοί... Κάποια στιγμὴ κάθισαν στὸ κα-
φενεῖο. Παρήγγειλαν μιὰ βανίλια καὶ ἕναν
καφὲ καὶ ἕνα τσάι. Τό ’πιναν κι ἀγνάντευ-
αν ἥσυχα τὸ Σαρωνικό. Τὸ νησὶ τῆς Αἴγι-
νας φαινόταν πεντακάθαρα. Ἀγνάντευαν
κι ἦρθαν στὸ νοῦ τους δυνατὲς ἐνθυμή-
σεις ἀπὸ τὶς πρῶτες γνωριμίες τους. Θυ-
μήθηκαν τὸν ἅγιο Νεκτάριο, ποὺ τὸν εἶ-
χαν ἐπικαλεσθεῖ γιὰ νὰ πρεσβεύει στὸν
Κύριο νὰ στεριώσει τὴν πρώτη ἀναμετα-
ξύ τους ἀγάπη. Θυμήθηκαν τὴν εὐχὴ τοῦ
εὐλαβικοῦ ἱερέα ποὺ τὴν ἡμέρα ποὺ τοὺς
εἶχε στεφανώσει τοὺς εἶχε πεῖ: «Σᾶς εὔχο-
μαι νὰ ζήσετε ἰσόβια εὐτυχισμένοι. Τίπο-
τε νὰ μὴ διαταράξει τὴ χαρὰ καὶ τὴ γαλήνη
σας. Καὶ ἂν κάποτε ἔρθουν φουρτοῦνες
μικρὲς ἢ μεγάλες, φανερὲς ἢ κρυφές, νὰ
ξέρετε πὼς ὁ μόνος δρόμος γιὰ τὴ γαλή-
νη εἶναι ἡ ‘‘ἐν Χριστῷ’’ εἰλικρινὴς ἀμοιβαία
ἀνακοινωτικότητα καὶ ἡ ταπεινὴ ὑπακοὴ
τοῦ ἑνὸς πρὸς τὸν ἄλλον»...
Τώρα εἶχε φθάσει ἡ ὥρα τῆς ἀμοιβαίας
ἀνακοινωτικότητος. Θὰ γινόταν ἕνας μι-
κρὸς ἀπολογισμός, μιὰ ἀναθεώρηση, ἕνα
ἄνοιγμα καρδιᾶς... Ὅλα τοῦτα τά ’χε ἕτοι-
μα τώρα ἡ Ἑλένη. Κάποια στιγμὴ ἐντελῶς
ἀπροσδόκητα γιὰ τὸν ἄνδρα της ἄνοιξε
τὸ στόμα της καὶ τοῦ λέει ἁπλὰ τῆς καρ-
διᾶς της τὸ κρυμμένο παράπονο:
–Ἀργύρη μου, ὅλα τόσο καλὰ μᾶς πη-
γαίνουν στὴ ζωή μας. Τὰ παιδιά μας ἔ-
χουν ὑγεία καὶ εἶναι καλὰ ἀποκαταστη-
μένα μὲ δουλειὲς κερδοφόρες... Καὶ μεῖς
δόξα τῷ Θεῷ μὲ τὴν ὑγεία μας τόσο γε-
ροὶ εἴμαστε... Ὅμως ἔχω καὶ κάτι, χρόνια
τώρα τό ’χω φυλαγμένο. Δὲν ἀντέχω νὰ
μὴ σ’ τὸ πῶ! Μὲ πονάει, μὲ πικραίνει κά-
ποιες ὧρες ὁ χαρακτήρας σου. Δὲν θέλω
νὰ σὲ πικράνω, μὰ θὰ σ’ τὸ πῶ: Μὲ πι-
έζει ἡ συμπεριφορά σου, ὅταν εἴμαστε
μπροστὰ σὲ τρίτους. Ὅταν μιλᾶς γιὰ μέ-
να, αἰσθάνομαι πὼς μὲ μειώνεις, μὲ σκο-
τώνεις. Πάντα λάθη βρίσκεις. Καὶ τὰ λὲς
καὶ μὲ ἀστεῖο τρόπο καὶ μὲ καμάρι. Μὴν
κοιτᾶς ποὺ τότε χαμογελῶ ἢ ἀδιαφορῶ
ἢ ἀλλάζω τὴν κουβέντα... Σὲ παρακαλῶ,
Ἀργύρη μου. Ἂν σὲ κάτι διαφωνεῖς καὶ
δὲν σ’ ἀρέσει πάνω μου, πές μου το κρυ-
φά, ἰδιαιτέρως, μὲ ἀγάπη καὶ εὐγένεια.
Καὶ θὰ σ’ ἀκούσω. Γιατὶ ἔχεις καλὴ κρίση
καὶ δύσκολα λαθεύεις...
Ἄκουγε ὁ Ἀργύρης μὲ σκυμμένο τὸ κε-
φάλι. Φανέρωνε ταπείνωση καὶ μεταμέ-
λεια μ’ αὐτή του τὴ στάση. Δὲν τὸ εἶχε
ὅμως ὣς τώρα καταλάβει πὼς ὁ αὐθορ-
μητισμός, γιὰ νά ’ναι ὡραῖος, πρέπει νά
’χει σύνεση καὶ ὅρια. Καί πῆρε τὴν ἀπό-
φαση καὶ τό ’πε:
–Ἑλένη μου, συγχώρα με ποὺ χρόνια
τώρα σὲ πίκραινα τόσο... Δὲν τὸ καταλά-
βαινα. Ποτὲ δὲν ἔνιωσα κακία γιὰ σένα. Σ’
τὸ ὑπόσχομαι ὅμως, ἀπὸ τώρα θὰ προσ-
έχω ποτὲ νὰ μὴ σὲ ταπεινώνω καὶ νὰ μὴ
σὲ προσβάλλω μπροστὰ σὲ ἄλλους. Καὶ
ὅ,τι λέω, θὰ τὸ λέω πάντα εὐγενικὰ καὶ
διακριτικά. Στὴν ὥρα του. Προσευχήσου
νὰ τὸ πετύχω...
❁ ❁ ❁
Ὅλα εἶναι τόσο ὄμορφα μετὰ ἀπὸ μιὰ
ἀμοιβαία ταπεινὴ καὶ εἰλικρινὴ συνεξήγη-
ση. Τό ’χουν ἀνάγκη αὐτὸ νὰ τὸ κάνουν
συχνὰ ὅσοι ἀγαπιοῦνται πολύ.
Γιατὶ μόνο τότε ἀνακαλύπτει ὁ ἕνας τὸν
ἄλλον ἀληθινά. Καὶ ἡ ἀγάπη ξέρει τότε νὰ
συγχωρεῖ βαθιὰ καὶ νὰ διορθώνει ἀποτε-
λεσματικὰ τὰ λάθη καὶ τῶν δύο.
ΟΣΩΤΗΡ2Ο63